Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (1108-1146)

ΧΟ. χαῖρ᾽, ὦ πασῶν ἀνδρειοτάτη· δεῖ δὴ νυνί σε γενέσθαι
δεινὴν ‹μαλακήν,› ἀγαθὴν φαύλην, σεμνὴν ἀγανήν, πολύπειρον·
1110 ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι
συνεχώρησάν σοι καὶ κοινῇ τἀγκλήματα πάντ᾽ ἐπέτρεψαν.

ΛΥ. ἀλλ᾽ οὐχὶ χαλεπὸν τοὔργον, εἰ λάβοι γέ τις
ὀργῶντας ἀλλήλων τε μὴ ᾽κπειρωμένους.
τάχα δ᾽ εἴσομαι ᾽γώ. ποῦ ᾽στιν ἡ Διαλλαγή;
1115 πρόσαγε λαβοῦσα πρῶτα τοὺς Λακωνικούς,
καὶ μὴ χαλεπῇ τῇ χειρὶ μηδ᾽ αὐθαδικῇ,
μηδ᾽ ὥσπερ ἡμῶν ἄνδρες ἀμαθῶς τοῦτ᾽ ἔδρων,
ἀλλ᾽ ὡς γυναῖκας εἰκός, οἰκείως πάνυ.
ἢν μὴ διδῷ τὴν χεῖρα, τῆς σάθης ἄγε.
1120 ἴθι καὶ σὺ τούτους τοὺς Ἀθηναίους ἄγε·
οὗ δ᾽ ἂν διδῶσι, πρόσαγε τούτου λαβομένη.
ἄνδρες Λάκωνες, στῆτε παρ᾽ ἐμὲ πλησίον,
ἐνθένδε δ᾽ ὑμεῖς, καὶ λόγων ἀκούσατε.
ἐγὼ γυνὴ μέν εἰμι, νοῦς δ᾽ ἔνεστί μοι.
1125 αὐτὴ δ᾽ ἐμαυτῆς οὐ κακῶς γνώμης ἔχω,
τοὺς δ᾽ ἐκ πατρός τε καὶ γεραιτέρων λόγους
πολλοὺς ἀκούσασ᾽ οὐ μεμούσωμαι κακῶς.
λαβοῦσα δ᾽ ὑμᾶς λοιδορῆσαι βούλομαι
κοινῇ δικαίως, οἳ μιᾶς ἐκ χέρνιβος
1130 βωμοὺς περιρραίνοντες ὥσπερ ξυγγενεῖς
Ὀλυμπίασιν, ἐν Πύλαις, Πυθοῖ—πόσους
εἴποιμ᾽ ἂν ἄλλους, εἴ με μηκύνειν δέοι; —
ἐχθρῶν παρόντων βαρβάρῳ στρατεύματι
Ἕλληνας ἄνδρας καὶ πόλεις ἀπόλλυτε.
1135 εἷς μὲν λόγος μοι δεῦρ᾽ ἀεὶ περαίνεται.
ΠΡΥ. ἐγὼ δ᾽ ἀπόλλυμαί γ᾽ ἀπεψωλημένος.
ΛΥ. εἶτ᾽, ὦ Λάκωνες, πρὸς γὰρ ὑμᾶς τρέψομαι,
οὐκ ἴσθ᾽ ὅτ᾽ ἐλθὼν δεῦρο Περικλείδας ποτὲ
ὁ Λάκων Ἀθηναίων ἱκέτης καθέζετο
1140 ἐπὶ τοῖσι βωμοῖς ὠχρὸς ἐν φοινικίδι
στρατιὰν προσαιτῶν; ἡ δὲ Μεσσήνη τότε
ὑμῖν ἐπέκειτο χὠ θεὸς σείων ἅμα.
ἐλθὼν δὲ σὺν ὁπλίταισι τετρακισχιλίοις
Κίμων ὅλην ἔσωσε τὴν Λακεδαίμονα.
1145 ταυτὶ παθόντες τῶν Ἀθηναίων ὕπο
δῃοῦτε χώραν, ἧς ὑπ᾽ εὖ πεπόνθατε;

***
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Γεια χαρά σου, αντρογύναικο, δείξου μας τώρα
φοβερή και γλυκούλα, καλή και κακιά,
σοβαρή και γαλίφα και σ᾽ όλα μπασμένη!
1110 Των Ελλήνων οι πρώτοι από Σε μαγεμένοι,
παραδώσαν την τύχη τους στ᾽ άξια σου χέρια.

ΛΥΣ. Εύκολο πράμ᾽, αφού βαστάτε ως τώρα
και δεν πέσατε, μ᾽ όλην την καΐλα σας,
ένας πάνου στον άλλονε. Κοιτάχτε!
Έλα δω, Διαλλαγή!
(Το μηχάνημα κατεβάζει μια μισόγυμνη κοπέλα)
Φέρε μου πρώτα
τους Μοραΐτες. Μ᾽ απαλό χεράκι
κι όχι με τ᾽ άγριο να τους πιάσεις, όπως
μας πιάνουν οι απελέκητοί μας άντρες·
μα σαν γυναίκες, τρυφερά, καλόβολα.
Κι αν αρνιούνται το χέρι, άρπα τ᾽ αβγά τους.
(Η Διαλλαγή φέρνει τους Μοραΐτες)
1120 Τράβα τώρα τους Αθηναίους να φέρεις.
Κι αν αρνηθούνε, πιάσ᾽ τους από κείνο.
(Φέρνει τους Αθηναίους)
Σταθείτ᾽ εδώ στο πλάι μου, Μοραΐτες,
και σεις απ᾽ τ᾽ άλλο μέρος μου, Αθηναίοι.
Κι ακούστε τί θα πω. Γυναίκ᾽ αν είμαι,
έχω μυαλό δω μέσα και ποτέ μου
έξω δεν πέφτω. Τα ᾽χω ξεσκολίσει
τα λόγια των παλιών και του πατέρα μου.
Και τώρα μαζικά και με το δίκιο μου
θα σας τα ψάλω. Μια γενιά ᾽μαστε όλοι
κι απ᾽ το ίδιο αγιασματάρι όλοι ραντίζουμε
1130 τους βωμούς των θεών στην Ολυμπία,
στις Θερμοπύλες, στους Δελφούς και σ᾽ άλλα
μέρη πολλά (τί να τα λέω; Δεν έχω
καιρό). Κι ενώ στρατός εχθρών βαρβάρων
μας ζώνει, Έλληνες άντρες, πολιτείες
ελληνικές χαλάτε και τ᾽ αδέρφια σας…
Του λόγου μου το πρώτο μέρος τέλειωσε.
ΠΡΥ. (Τρώγοντας με τα μάτια του τη Διαλλαγή)
Κι εμέν᾽ αυτή με χάλασε και μ᾽ άναψε.
ΛΥΣ. Και τώρα εσάς θα πιάσω, Μοραΐτες.
Ξεχνάτε που μας ήρθ᾽ έναν καιρό
ο Περικλείδας απ᾽ τη Σπάρτη ικέτης
των Αθηναίων κι απ᾽ τους βωμούς μας πιάστηκε
1140 κιτρινιάρης, με κόκκινη χλαμύδα,
και ζήταγε στρατό. Η Μεσσήνη τότες
σας έσφιγγε κι ο Θεός σειούσε τη χώρα σας.
Τότε ο Κίμων με τέσσαρες χιλιάδες
κατέβη και σας γλίτωσε. Και τώρα
αντίς για ευχαριστώ, την ευεργέτισσα
τη χώρα μας αχάριστα χαλάτε.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΠΟΛΥΕΙΔΟΣ ή ΠΟΛΥΙΔΟΣ

Καταγωγή

Περίφημος μάντης της Κορίνθου από τη γενιά του Μελάμποδα. Από τον γιο του Μελάμποδα Μάντιο γεννήθηκε ο Κλείτος και από εκείνον ο Κοίρανος, ο πατέρας του Πολύ(ε)ιδου. Είναι, δηλαδή, τρισέγγονος του Μελάμποδα. Από την εγγονή του Αυγεία και κόρη του Φυλέα Ευρυδάμεια απέκτησε δυο γιους, τον Ευχήνορα και τον Κλείτο που πήραν μέρος στην εκστρατεία των Επιγόνων και στον Τρωικό πόλεμο.
 
Άλλη παράδοση, μεγαρική, αλλάζει λίγο τα δεδομένα. Παραμένει γιος του Κοίρανου και απόγονος του Μελάμποδα, παππούς του όμως είναι ο Άβαντας.
 
Μαντείες και καθαρμοί
 
1. Διηγούνταν ότι ο Πολύ(ε)ιδος είχε έρθει στα Μέγαρα, όπου εξάγνισε τον Αλκάθαο από τον φόνο* του γιου του Καλλίπολη, τον οποίο είχε διαπράξει σε κατάσταση σύγχυσης και παρερμηνεύοντας τη συμπεριφορά του νέου. Στα Μέγαρα έκτισε και ναό στον Διόνυσο.
 
2. Προείπε στον γιο του Ευχήνορα ότι μπορούσε να διαλέξει να μείνει στον τόπο τους και να πεθάνει από αρρώστια ή να ακολουθήσει τον Αγαμέμνονα στην Τροία και να πεθάνει εκεί. Ο Ευχήνορας διάλεξε το δεύτερο πεπρωμένο και σκοτώθηκε από τον Πάρη.
 
3. Στην Κόρινθο η Άρτεμη σκότωσε άθελά της τον Κεγχρέα, γιο της Πειρήνης. Η μάνα, λόγω των δακρύων που έχυσε θρηνώντας τον χαμό του γιου της, μετατράπηκε τελικά σε πηγή κοντά στην οποία υπάρχει ιερός περίβολος του Απόλλωνα με άγαλμά του. Στην πηγή αυτή κατάφερε ο Βελλεροφόντης να πιάσει τον Πήγασο, την ώρα που έπινε νερό, όπως τον είχε συμβουλεύσει ο Πολύειδος.
 
4. Συμβούλευσε τον γιο του Εύρυτου Ίφιτο να πάει στην Τίρυνθα κοντά στον Ηρακλή. Ο Ίφιτος ήταν ο μόνος από τους γιους του Εύρυτου που είχε πάρει το μέρος του Ηρακλή αλλά τελικά σκοτώθηκε από εκείνον σε στιγμή μανίας.
 
5. Απάλλαξε τον βασιλιά της Μυσίας Τεύθραντα από την τρέλα του και από ένα είδος λέπρας, με τα οποία τον τιμώρησε η Άρτεμη, γιατί δεν είχε τηρήσει τους κανόνες του κυνηγιού και της ικεσίας.
 
6. Ανέστησε τον νεαρό Γλαύκο, γιο του Μίνωα. Ο μύθος του Γλαύκου αντανακλά μια λατρευτική παράδοση για τον θάνατο και την αναγέννηση της ζωής αλλά αποτελεί και αναπαράσταση του τρόπου ταφής και της ταρίχευσης σε πιθάρια, διαπιστωμένα κατά τη μινωική εποχή και γνωστά στους λαούς της Μεσογείου.
 
Ο μικρός Γλαύκος, κυνηγώντας ένα ποντίκι έπεσε σε ένα πιθάρι με μέλι, πνίγηκε και χάθηκε. Μάντεις ή και ο ίδιος ο Απόλλωνας αποκάλυψαν πού ήταν το πτώμα του παιδιού. Οι Κουρήτες του είπαν πως θα μπορούσε να επαναφέρει στη ζωή το παιδί κάποιος που θα περιέγραφε με τον καλύτερο τρόπο το χρώμα μιας αγελάδας που άλλαζε τρεις φορές την ημέρα, πρώτα γινόταν άσπρη, μετά κόκκινη κι ύστερα μαύρη. Ο Μίνωας συγκέντρωσε τους πιο ικανούς για να δοκιμάσουν να περιγράψουν την αγελάδα και μόνο ο μάντης Πολύ(ε)ιδος από το Άργος κατάφερε να το κάνει με τον πιο πετυχημένο τρόπο: παρομοίωσε το χρώμα της αγελάδας με των μούρων, αρχικά λευκό, μετά κόκκινο και στην πλήρη ωρίμανση μαύρο. Ο Μίνωας ζήτησε από τον μάντη να επαναφέρει στη ζωή τον Γλαύκο, αλλιώς δεν θα έφευγε από την Κρήτη. Τον έκλεισε στον χώρο όπου είχε βρεθεί το παιδί. Ένα φίδι που πλησίασε το σώμα του παιδιού φόβισε τον Πολύιδο ότι θα μπορούσε να το φάει ή με κάποιο τρόπο να το βλάψει, και γι' αυτό το σκότωσε. Μετά από λίγο εμφανίστηκε ένα δεύτερο φίδι κουβαλώντας στο στόμα του ένα χόρτο με το οποίο άγγιξε το ταίρι του και αυτό αναστήθηκε. Ο Πολύ(ε)ιδος άρπαξε το φυτό, έτριψε το σώμα του παιδιού και έτσι ο Γλαύκος επανήλθε στη ζωή.
 
Ο Μίνωας επέτρεψε στον μάντη να φύγει, αφού πρώτα μυούσε τον Γλαύκο στην τέχνη της μαντικής. Ο Πολύ(ε)ιδος δίδαξε ό,τι έπρεπε να διδάξει στον νεαρό μαθητή του όμως τον έκανε να τα ξεχάσει όλα, όταν, μπαίνοντας στο καράβι που θα τον έφερνε μακριά του (στο Άργος ή την Κόρινθο), του ζήτησε να φτύσει μέσα στο στόμα του. Ο μύθος θυμίζει την ιστορία του Απόλλωνα και της Κασσάνδρας.
 
Λεγόταν ότι το μυστικό του βοτανιού που ανέστησε τον Γλαύκο το διαφύλαξε ο Ασκληπιός και ότι το ίδιο το βοτάνι το φύλαξε στο φαρμακείο που είχε από ελεφαντόδοτο. Αυτό το βοτάνι το χρησιμοποίησε, ύστερα από παράκληση της Άρτεμης, για να αναστήσει τον Ιππόλυτο, τον γιο του Θησέα που ερωτεύτηκε η δεύτερη γυναίκα του από την Κρήτη, η Φαίδρα. Εξαιτίας αυτού του έρωτα ο Ιππόλυτος σκοτώθηκε, ενώ η παρέμβαση του Ασκληπιού προκάλεσε αναστάτωση στον κόσμο των θεών, καθώς διαταρασσόταν η αρχή που ήθελε τους ανθρώπους να γεννιούνται και να πεθαίνουν (Παυσ. 2.27.4).
---------------------------
*Αλκάθαος και Καλλίπολης
Όταν ένας από τους γιους του Αλκάθαου, ο Ισχέπολης, σκοτώθηκε στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, ένας άλλος του γιος, ο Καλλίπολης έσπευσε να του ανακοινώσει τα νέα. Βρήκε τον πατέρα του να θυσιάζει στον Απόλλωνα πάνω στην ακρόπολη των Μεγάρων. Από την αγωνία του ο νέος σκόρπισε τα ξύλα της ιερής πυράς και αναστάτωσε την τελετή. Οργισμένος ο Αλκάθοος και θεωρώντας ότι πρόθεση του γιου του ήταν να προσβάλει τους θεούς, τον σκότωσε χρησιμοποιώντας ως όπλο ένα κούτσουρο που έκαιγε.

Είναι και ύπαρξη

Η Συνείδηση στην Απόλυτη Κατάστασή της Είναι Τελείως Κενή, και από αντίληψη και από δραστηριότητες. Είναι Μία Κατάσταση που χωρίς να διαφοροποιείται Ανανεώνεται Συνεχώς στην Αιωνιότητα. Αυτό, (αυτή η Δυνατότητα), Πηγάζει από την ίδια την Ζωντάνια της Συνείδησης κι όχι από εξωτερικές (ή σε σχέση με το εξωτερικό) διαφοροποιήσεις…

Η Συνείδηση όμως που έχει εμπλακεί στην Κοσμική Δραστηριότητα, στη Δημιουργία, που εκδηλώνεται σε κάποιο πεδίο ύπαρξης, (η Συνείδηση που γίνεται πνεύμα, νους, ψυχή, ψυχοβιολογικό όλο στον υλικό κόσμο…), δομεί συνεχώς μία αντίληψη για την ύπαρξή της, τις σχέσεις της με τον φορέα της και με το περιβάλλον, και τις ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής της… Αυτή η αντίληψη όμως είναι πάντα μέσα από μία «σχετική κατάσταση» της Συνείδησης, είναι «σχετική» και μπορεί να αλλάξει, στην πορεία της ύπαρξης και της ζωής, όταν αλλάξει η κατάσταση της Συνείδησης, και οι ιδιαίτερες συνθήκες… Δεν υπάρχει συνεπώς απόλυτη περιγραφή της Πραγματικότητας, απόλυτη θεωρία, διδασκαλία, κι όλες οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές απόψεις είναι σχετικές… Όποιος ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό (όπως εκπρόσωποι θρησκευτικών οργανισμών, κλπ…) δεν υπηρετούν την Αληθινή Γνώση (που πραγματοποιείται μόνο στο μυστικό βίωμα, στο τέλος της πνευματικής εξέλιξης) αλλά δικούς τους προσωπικούς (και συχνά σκοτεινούς) σκοπούς…

Μία Συνείδηση που έχει εμπλακεί στην Κοσμική Δραστηριότητα, δηλαδή η συνηθισμένη συνείδηση (του καθενός μας), που ασφαλώς Προϋποθέτει Ένα Σταθερό Οντολογικό Υπόβαθρο, είναι στην εκδήλωσή της, όχι κάτι σταθερό (ένα «οντολογικό σταθερό»), αλλά μάλλον ένα ρεύμα συνειδητότητας (όπως υποστήριξαν εδώ και χιλιάδες χρόνια οι σοφοί της Αρχαίας Ελλάδας, της Ινδίας και της Κίνας)… δηλαδή κάτι, που χωρίς να είναι σταθερό (στην εκδήλωσή του), όμως τροφοδοτείται από την παρούσα κατάστασή του για να δομήσει την «συνέχειά» του, να μεταβεί σε νέες καταστάσεις, νέες συνθήκες ύπαρξης, και έτσι να ρέει μαζί με τον κοσμικό χρόνο. Αυτή η «συνέχεια» του ρεύματος συνειδητότητας δίνει την ψευδαίσθηση της οντολογικής σταθερότητας… και από εδώ πηγάζει (και δομείται) η αντίληψη μίας οντολογικής σταθερότητας και μίας (αιώνιας) ύπαρξης, μέσα στην δημιουργία (από ζωή σε ζωή)…

Μιλώντας ψυχολογικά, μία τέτοια συνείδηση είναι κατά βάση απατηλή όπως ανέλυσε διεξοδικά ο William James (The Varieties of Religious Experience), και διασώζεται μόνο μέσα στην ανάπτυξή της σε κοσμική συνείδηση όπως υποστήριξε ο Richard Bucke (Cosmic Consciousness), και περιέγραψε η Evelyn Underhill (Mysticism)… Αλλά επίσης μία τέτοια συνείδηση είναι πραγματική (από ψυχολογική άποψη) για τον εαυτό της (και γι’ αυτά που αντιλαμβάνεται) .. κι αυτό είναι αρκετό, όπως υποστηρίζει ο μεγαλύτερος των ψυχολόγων, ο Carl Jung. Αλλά μία τέτοια συνείδηση ολοκληρώνεται σε μία πορεία «εξατομίκευσης» στην πλήρη βίωση του «Εαυτού»…

Τελικά, όλοι οι σοφοί κι οι φιλόσοφοι κι οι ψυχολόγοι, καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα, ότι η Συνείδηση (η παρούσα συνείδηση του καθενός) δεν έχει ούτε οντολογική, ούτε ψυχολογική σταθερότητα, αλλά μόνο «ύπαρξη»… Γι’ αυτό έχουν δίκιο οι υπαρξιστές φιλόσοφοι σαν τον Martin Heidegger (Being and Time) που βλέπουν την Συνείδηση όχι σαν κάτι απόλυτο αλλά σαν μία «ευκαιρία της Συνείδησης να Είναι»…

Με άλλα λόγια όλοι οι αληθινοί σοφοί, όλων των εποχών, υποστηρίζουν ότι η Συνείδηση μπορεί να έχει νόημα (και να διασώζεται οντολογικά και ψυχολογικά) μόνο όταν εξελίσσεται προς την Αληθινή Φύση της, όταν Ολοκληρώνεται Μέσα στο Ίδιο το Είναι της, σε Αυτό που Είναι Πραγματικά στο Βάθος της, στην Ουσία της, εξ’ αρχής και για πάντα, πέρα από όλες τις επιφανειακές εκδηλώσεις της ύπαρξης και τις ευκαιριακές συνθήκες της ζωής της…

Μιλώντας λοιπόν για την «τυχαία συνείδηση» (δηλαδή την συνείδηση του καθενός μας) πρέπει να κατανοήσουμε ότι όχι μόνο βιώνουμε μία «οντολογική σχετικότητα», μία «ψυχολογική συγκυρία», αλλά και «οποιαδήποτε αντίληψη περί Ύπαρξης και κόσμου» συγκροτούμε δεν είναι παρά ένας «αντιληπτικός σχεδιασμός», ένας «σχεδιασμός επί χάρτου» κι όχι η Απόλυτη Πραγματικότητα… Όλες οι κοσμοθεωρίες που μπορεί να δομήσει ο άνθρωπος είναι λοιπόν, εξ’ ορισμού, σχετικές…

Η υιοθέτηση της μίας ή της άλλης διδασκαλίας, κοσμοθεωρίας, θρησκείας… εξαρτάται από τον βαθμό κατανόησής μας και ιδιαίτερες συγκυρίες… Αλλά αφού πρόκειται για σχετικές θεωρήσεις δεν έχει τελικά σημασία να βρούμε την πιο σωστή, αρκεί η αντίληψή μας να μην αντίκειται στους ολοφάνερους νόμους της Φύσης, στους κανόνες της λογικής ερμηνείας (της κοινής λογικής) και της πρακτικής εφαρμογής… Ακόμα και ένας «λανθασμένος» χάρτης μπορεί να μας «βοηθήσει» να κάνουμε το «ταξίδι» μας προς την Πνευματική Ιθάκη μας… Στην πορεία, στην πράξη, στην ζωή, θα «διορθώσουμε» τα «λάθη» του χάρτη… Σημασία έχει να κάνουμε το Ταξίδι. Σημασία έχει το Ταξίδι, Σημασία έχει ο Προορισμός, δηλαδή η Βίωση της Βαθύτερης Αληθινής Φύσης μας…

Το τελικό συμπέρασμα λοιπόν για το ποια θρησκεία ή φιλοσοφία είναι αληθινή, είναι ότι ένα τέτοιο ερώτημα δεν έχει νόημα, γιατί το ερώτημα τίθεται εξ’ αρχής λάθος… Όλες οι θρησκείες, όλες οι φιλοσοφίες, είναι σχετικές. Το ερώτημα θα είχε νόημα αν εκλαμβάναμε σαν απόλυτο το επίπεδο της περιγραφής (την περιγραφή)… Αυτό συνηθίζεται στους αμόρφωτους θρησκευόμενους που εκλαμβάνουν την «πίστη» τους σαν «απόλυτη αλήθεια». Αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς, εκ της φύσης της η περιγραφή (συμπεριλαμβανομένων όλων των Ιερών Κειμένων, που είναι ανθρώπινα δημιουργήματα, όσο κι αν επικαλούνται «θεοπνευστία») είναι «σχετική». Συνεπώς το ερώτημα δεν έχει νόημα…

Μπορούμε να ακολουθήσουμε οποιαδήποτε θεωρία ή διδασκαλία (είτε την έχουμε επεξεργαστεί μόνοι μας, είτε πρόκειται για ιστορική διδασκαλία, θρησκεία, κλπ.) και να φτάσουμε στα όρια της ερμηνείας της που είναι η πρακτική εφαρμογή της. Δεν έχει σημασία ποια θεωρία θα είναι, αρκεί να μας οδηγήσει στον Σκοπό, που είναι η Τελική Εμπειρία, Μία Ανώτερη Κατάσταση Συνείδησης, που Φτάνει ως το Κατώφλι της Απόλυτης Συνείδησης. Αν μία θρησκεία ή μία θεωρία μπορεί να μας οδηγήσει στο Απόλυτο (δηλαδή στο Επίπεδο Συνείδησης όπου εγκαταλείπονται όλες οι σχετικές ερμηνείες και Περνάμε στην Σιωπή της Εμπειρίας, του Απόλυτου Βιώματος), αυτό είναι αρκετό… Όταν περάσουμε στην Άλλη Όχθη του ποταμού της ύπαρξης η «σχεδία» (η κάθε θεωρία) δεν έχει πια καμία αξία (τουλάχιστον για εμάς)…

Τελικά λοιπόν σύγκριση μεταξύ θρησκειών μπορεί να γίνει μόνο στο Επίπεδο της Εμπειρίας (πραγματική σύγκριση). Κι αν μία θρησκεία μπορεί να μας οδηγήσει στο Απόλυτο, έχει επιτελέσει τον προορισμό της. Σύγκριση θρησκειών σε διανοητικό περιγραφικό επίπεδο, ούτε νόημα έχει, ούτε χρησιμότητα, επειδή δεν ασχολείται με την «ουσία» που είναι η επίτευξη μίας Ανώτερης Κατάστασης της Συνείδησης, αλλά μόνο με λόγια, με διανοητικούς όρους, με γραμματική, συντακτικό, ετυμολογία, κι άλλες φιλολογικές ανοησίες… Κι αφήνουμε τελείως έξω όλους όσους ανήκουν σε θρησκευτικούς οργανισμούς, και την «πίστη» τους… αυτοί «κοιμούνται» βαθιά, νομίζοντας ότι θρησκεία είναι η «τυπική θρησκεία», ή η «θρησκεία των τύπων»…

Τι σημαίνει διεκδικώ;

Συχνά γίνεται παρανόηση με την έννοια του διεκδικώ... Τι σημαίνει διεκδικώ;

Διεκδικώ λοιπόν σημαίνει να σέβομαι πάνω απ΄ όλα τον εαυτό μου, να εκφράζω τη στάση μου καθαρά, χωρίς να φοβάμαι και έχω την πεποίθηση ότι οι αξίες μου είναι σημαντικές και δεν πρέπει να υποβαθμίζονται από τους άλλους, να τιμώ και να «μάχομαι» ώστε να μην παραβιάζονται τα όριά μου (προσωπικά, οικογενειακά...).

Διεκδικώ σημαίνει η εγρήγορση της συνείδησής μου, η ανάγκη μου για αυτοπροστασία και αυτοσεβασμό, η πεποίθησή μου ότι οι αξίες μου είναι σημαντικές και η ελευθερία μου αδιαπραγμάτευτη.

1.​ Να διαμορφώσω ένα πλαίσιο, ένα σημείο αναφοράς, που να με προσδιορίζει δηλαδή να εμπεριέχει τις σκέψεις μου, τις απόψεις μου, τις αξίες μου και τα πιστεύω μου. Ένα πλαίσιο σταθερό ώστε να αντέχει στα προβλήματα και στις επιρροές της σύγχρονης κοινωνίας. Ένα πλαίσιο στο οποίο θα μπορείς να ελίσσεσαι με τις συνθήκες της καθημερινότητας.

2.​ Μαθαίνω να βάζω τα όρια μου όπου αυτό χρειάζεται. Και πιστέψτε με, χρειάζεται αρκετές φορές στη ζωή μας να πρέπει να πω ΌΧΙ γιατί αν δε το πω οι άλλοι θα το αντιληφθούν όπως τους εξυπηρετεί, δηλαδή ΝΑΙ! Επομένως, τι θα καταφέρω; Να γεμίζω το πρόγραμμα μου με ευθύνες και υποχρεώσεις που πρέπει να διεκπεραιώσω γιατί δεν έθεσα το πλαίσιο (της προηγούμενης παραγράφου)...

3.​ Εκφράζω τα θέλω μου. Εκφράζω καθαρά τι με ευχαριστεί, τι με εξυπηρετεί, τι με ικανοποιεί. Βέβαια, κανείς δεν εγγυάται ότι επειδή εγώ θέλω κάτι θα γίνει κιόλας... Όμως είναι ωραίο κανείς να διεκδικεί το καλύτερο για τον εαυτό του, αρκεί να το κάνει χωρίς να καταπιέζει τους άλλους!

4.​ Αναλαμβάνω τις ευθύνες των σκέψεων μου, των εκφράσεων μου και των πράξεων μου. Διότι θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία...

5.​ Να αποβάλλω από το μυαλό μου τις διάφορες ουτοπίες που μας παρασύρουν για μια εικόνα ατσαλάκωτη και άφθαρτη. Δεν πρέπει να φοβάμαι μήπως “χαλάσει” η εικόνα μου γιατί τότε κινδυνεύω να χάσω τον εαυτό μου και εντέλει να μην είμαι ΕΓΏ. Ποτέ δεν πρόκειται εξάλλου να με αποδεχτούν όλοι. Ούτε πρόκειται ποτέ να τα έχω ΟΛΑ!

Η σημασία του να «αφήνεις...»

Ίσως ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που πρέπει να κάνουμε είναι να αφήσουμε σκέψεις, συναισθήματα, καταστάσεις, ανθρώπους.

Το παρελθόν, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, επιλογές που δεν είχαν την επιθυμητή κατάληξη, στόχοι που δεν επετεύχθησαν, αδικίες και προδοσίες που βιώσαμε, μας στενοχωρούν, μας πονάνε και όμως μένουμε στη σκιά τους πεισματικά μερικές φορές.

Το «να αφήσω πίσω» κάτι είναι μια αλλαγή και συνήθως οι άνθρωποι δυσκολεύονται όταν υπάρχουν αλλαγές, πολλές φορές ακόμη και αν πρόκειται για μια θετική αλλαγή.

Η συνήθεια και η αδράνεια είναι στη φύση του ανθρώπου και όταν προκύπτει μια αλλαγή συχνά υπάρχει μια αντίσταση.

Οι αλλαγές όμως συμβαίνουν για κάποιο λόγο, στη ζωή υπάρχει μια συνέχεια, τίποτα δεν σταματά.

Όταν έχουμε παγιδευτεί σε σκέψεις, συναισθήματα, καταστάσεις που πονάνε έχουμε την επιλογή, είτε να συνεχίσουμε να «βουτάμε» σε αυτά, είτε να τα αφήσουμε και να προχωρήσουμε παρακάτω.

Τι κάνει τόσο δύσκολο να αφήσουμε κάτι πίσω

- Η δυσκολία να αφήσουμε κάτι πίσω δε σχετίζεται τόσο με τις ίδιες τις καταστάσεις, τα γεγονότα, αλλά κυρίως με τη θέληση κάποιου να το κάνει, τις αιτίες που τον κρατάνε εκεί, τις δεξιότητες που έχει και την προσπάθεια που καταβάλλει.

- Το να μπορώ να «αφήνω πίσω» ίσως είναι και αυτό μια δεξιότητα, που μπορεί να μην έχουμε, αλλά όπως κάθε δεξιότητα μπορεί να μαθευτεί, έτσι μπορεί και αυτή και μέσα από αυτό να αλλάξουμε τη ζωή μας.

- Πολλές φορές πίσω από τη δυσκολία να αφήνουμε πίσω ό,τι δε μας κάνει καλό είναι κάποιες παραποιήσεις στη σκέψη, όπως η καταστροφοποίηση («αν συμβεί αυτό θα είναι καταστροφικό, δεν θα το αντέξω»), το άσπρο- μαύρο («ή θα έχω αυτό ή τίποτα») και άλλες παραποιήσεις που μας κρατάνε παγιδευμένους.

- Πίσω από τη δυσκολία να αφήνουμε μια κατάσταση μπορεί να υπάρχει ένα συναίσθημα που δε μπορούμε να διαχειριστούμε ή ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μας που μας δυσκολεύει αντί να μας βοηθά. Μπορεί να υπάρχει μια ψευδής ελπίδα η οποία μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα συμβεί αυτό που επιθυμούμε.

Ο φόβος της επόμενης μέρας, της νέας κατάστασης, ο φόβος για το άγνωστο που μας κρατά στο γνωστό και ας πονάει, ο φόβος για μια νέα απώλεια. Μπορεί να είναι ο θυμός για μια αδικία που βιώσαμε και η πεποίθηση ότι αν το αφήσω πίσω, σταματήσω να το σκέφτομαι ξανά και ξανά μέχρι να υπάρξει εκδίκηση με κάποιο τρόπο, θα έχει κερδίσει ο άλλος. Μπορεί να υπάρχει η τελειομανία, που δεν επιτρέπει να μην έχουμε την κατάληξη, το ακριβές αποτέλεσμα που θέλουμε.

Θα βοηθούσε:

- Να εξετάσουμε μήπως μείναμε πολύ καιρό σε μια κατάσταση που τελικά είναι τοξική και χρειάζεται να πάμε παρακάτω. Να παραιτηθούμε από ανθυγιεινές καταστάσεις, δεσμεύσεις, ιδέες, συναισθήματα. Τα παρατάω για να αρχίσω να ζήσω.

- Να δεχθούμε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει, να δούμε πόσο ανοιχτοί είμαστε στην αλλαγή αυτή και τι μπορεί να μας δυσκολεύει να προχωρήσουμε σε αυτή.

- Να εστιαζόμαστε στο παρόν και το μέλλον και όχι στο παρελθόν. Αυτό μας δίνει την δύναμη να ξεκολλήσουμε από παρελθόν ή από μια κατάσταση και να προχωρήσουμε παρακάτω.

- Να κάνουμε ένα ξεκαθάρισμα, να εξετάσουμε τι χρειαζόμαστε τελικά στη ζωή μας και αν έχει νόημα να κρατάμε ακόμη κάτι που δεν μας ωφελεί. Ίσως θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με τα ντουλάπια μας. Αν έχουν γεμίζει άχρηστα πλέον πράγματα δεν υπάρχει χώρος για καινούρια χρήσιμα. Έτσι και στη ζωή ίσως χρειάζεται ένα ξεκαθάρισμα για να ανοίξει ο χώρος για καινούριες εμπειρίες.

- Να παρατηρήσουμε, να δεχθούμε τα συναισθήματα μας, να τα βιώσουμε αντί να προσπαθούμε να αποφύγουμε και αν χρειάζεται να τα αφήσουμε πια. Να αφήσουμε τη ματαίωση και την απογοήτευση. Αντί να μένουμε κολλημένοι και απογοητευμένοι σε έναν στόχο που δεν πετύχαμε, να δούμε μήπως μείναμε αρκετά σε αυτό, να διαλέξουμε έναν καινούριο στόχο και να προχωρήσουμε προς αυτόν.

Μήπως ο θυμός κράτησε πολύ. Ο θυμός μας κάνει πολλές φορές να πονάμε περισσότερο από ότι αυτό ή αυτός που μας θύμωσε.

Να σκεφτούμε πόσο καιρό θα ζούμε με μια ψευδή ίσως ελπίδα, πόσο καιρό θα δηλητηριαζόμαστε και θα ζούμε με την εικόνα του θύματος οι ίδιοι κρατώντας τον θυμό περιμένοντας την εκδίκηση, πόσο καιρό θα ζούμε δυστυχισμένοι φοβούμενοι το επόμενο βήμα που μπορεί να οδηγήσει σε κάτι πιο ευτυχές.

- Να αναζητήσουμε στη σκέψη μας τις παραποιήσεις που μας κρατάνε εγκλωβισμένους σε καταστάσεις που μας βλάπτουν και να τις αλλάξουμε.

- Να αφήσουμε την ασφαλή μας ζώνη και να τολμήσουμε κάτι καινούριο. Μέσα από αυτό έρχεται η προσωπική ανάπτυξη και η επίτευξη των στόχων.

Μερικές φορές εκτός από το να προσθέτουμε κάτι καινούριο στη ζωή μας, μια καινούρια συνήθεια, έναν καινούριο άνθρωπο, μια καινούρια συνθήκη, ίσως είναι καλό να αφήνουμε κάτι ή κάποιον που μας κρατά πίσω.

Το να αφήσεις πίσω πράγματα που σε κρατάνε εγκλωβισμένο ίσως είναι η λύση στο να προχωρήσεις σε κάτι καλύτερο ή έστω να προχωρήσεις τουλάχιστον την παρούσα στιγμή ενώ έχεις μείνει κολλημένος σε ένα παρελθόν που δεν έχει να προσφέρει καμία δυνατότητα για τίποτα πια.

Συσχετισμοί λέξεων – εννοιών. Το παλιό και το καινούργιο.

Ένα συχνό λοιπόν ζήτημα, που απασχολεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, είναι η έλλειψη λεξιλογίου στα παιδιά κάθε ηλικίας, που γίνεται πιο καίρια καθώς μεγαλώνουν.

Οι λόγοι είναι πολλοί και δεν θα σταθούμε σε αυτούς σήμερα. Θα μιλήσουμε κυρίως για την διαδικασία απόκτησης λεξιλογίου.

Πρέπει να τονιστεί όμως ότι, η εξοικείωση, η άσκηση, η πρακτική στη διαδικασία του λόγου γενικά, βελτιώνει τη δυνατότητα του ατόμου για πρόσληψη και ανάπτυξη του λεξιλογίου του. Όλοι μας μαθαίνουμε ευκολότερα εκείνα στα οποία είμαστε εκτεθειμένοι πιο συχνά. Μαθαίνουμε δια μέσου αυτών που ακούμε, βλέπουμε, νοιώθουμε, κάνουμε. Όσο εμπλέκουμε την καθημερινότητα μας με λόγο, προφορικό ή και γραπτό, τόσο μαθαίνουμε και διευρύνουμε το λόγο μας.

Αυτή η έκθεση, η εμπειρία, άμεση και έμμεση, μας διδάσκει.

Ιδιαίτερα βέβαια διδάσκει τα παιδιά.

Σε όλα εκείνα που γνωρίζουμε, πρέπει να βλέπουμε σχέσεις μεταξύ τους και έτσι να τα συνδέουμε με ποικίλους τρόπους και να τα οργανώνουμε στο μυαλό μας. Έτσι μαθαίνουμε.

Είναι σχεδόν απεριόριστος ο αριθμός των τρόπων που τα πράγματα μπορούν να συνδεθούν και να συσχετιστούν. Ας πούμε, δύο πράγματα μπορούν να συσχετισθούν ως όμοια ή παρόμοια ή ως αντίθετα. Μπορούν να συνδεθούν σύμφωνα με τη λειτουργία τους, τη θέση τους στο χώρο, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα.

Τα παιδιά λοιπόν μαθαίνουν καινούργιες πληροφορίες συνδέοντάς τις με άλλες παλιές, που ήδη γνωρίζουν. Επίσης, μαθαίνουν αναγνωρίζοντας καινούργιες σχέσεις σε ήδη παλιές γνώσεις.

Με τέτοιο τρόπο φτιάχνουν και οργανώνουν και το λεξιλόγιο τους. Έτσι, οργανώνουν επίσης τη χρήση του για επικοινωνία.

Για να μπορεί ένα παιδί να αξιοποιήσει άνετα τη χρήση του λεξιλογίου, πρέπει να μπορεί εύκολα και ταξινομημένα να βλέπει τις σχέσεις μεταξύ λέξεων και εννοιών.

Οι γονείς πρέπει να προσφέρουν τις κατάλληλες εμπειρίες στο παιδί τους και να το ενθαρρύνουν να βλέπει τις σωστές συσχετίσεις. Πρέπει να δίνουν παραδείγματα και να βοηθούν τις ανάγκες που έχει η σκέψη του παιδιού τους.

Η μνήμη εξαρτάται σ’ ένα μεγάλο βαθμό από τις σχέσεις και συσχετίσεις των πραγμάτων. Η πληροφορία έρχεται σ’ εμάς, μένει για δευτερόλεπτα στο νου μας και πρέπει γρήγορα να κάνουμε τις κατάλληλες διεργασίες, αν μας ενδιαφέρει, ώστε τελικά η πληροφορία να μπορέσει κατόπιν να παραμείνει στη μνήμη μας για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ακούμε έναν αριθμό τηλεφώνου και τον θυμόμαστε μέχρι να τον πάρουμε ίσως. Κατόπιν, αν δεν τον συσχετίσουμε με κάτι που ήδη γνωρίζουμε, αν δεν του βρούμε συσχετίσεις κατάλληλες, τότε, ευθύς, θα τον ξεχάσουμε.

Ξεκινάμε να θυμηθούμε κάτι και αυτό, στο μυαλό μας, φέρνει κάτι άλλο. Όλα τα καινούργια και όλα τα παλιά μοιάζουν να ‘ναι αλυσιδωτά δεμένα.

Έτσι βρίσκουμε και τις αιτίες των πραγμάτων, καθώς επίσης ενώνονται και αυτές αλυσιδωτά. Τα «γιατί» και «επειδή» είναι κρίκοι αλυσίδας που ενώνουν καινούργιες πληροφορίες με παλιές. Ενώνουν τα πράγματα με τις αιτίες τους.

Εάν οι συσχετισμοί των πληροφοριών, οι διεργασίες αποθήκευσης στη μνήμη και ανάκλησης απ’ αυτήν για κάποιους λόγους δεν λειτουργούν όπως πρέπει, τότε, η μάθηση του καινούργιου γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη. Επίσης, τα γεγονότα παρουσιάζονται αποσπασματικά, χωρίς αιτίες, χωρίς να ανήκουν σε κατηγορίες και οικογένειες λέξεων / εννοιών.

Είναι πιθανό, τα ονόματα των πραγμάτων να αποτυπώνονται στη μνήμη και να ανακαλούνται από τη μνήμη δύσκολα. Αν αυτό συμβαίνει συχνά, ίσως είναι δείγμα ενός προβλήματος γνωστού ως «ανομία». Π.χ. «Θέλω το αυτό που είναι μέσα στο έτσι, πως το λένε το τέτοιο...». Λόγος κενός, συχνά γεμάτος με νεολογισμούς (χρησιμοποίηση άγνωστων, καινούργιων λέξεων στη θέση των πραγμάτων).

Συχνά οι καταστάσεις αυτές ακολουθούν και συνοδεύουν την αφασία μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Άλλες φορές, μικρά παιδιά, συχνά φαινομενικά χωρίς προβλήματα, έχουν τέτοιες δυσκολίες, μικρότερου ή μεγαλύτερου βαθμού.

Όσο αποφεύγουμε την χρήση νέων λέξεων, τόσο μειώνεται η ικανότητα μας να το κατακτήσουμε. Η σταθερή εξάσκηση πρόσληψης λέξεων και εξάσκησης της μνήμης μας βελτιώνει στην κατεύθυνση αυτή και ακονίζει την ταχύτητα και ακρίβεια της επικοινωνίας μας.

Είναι κάποιες πληγές τόσο βαθιά ριζωμένες στην ψυχή μας που νομίζουμε πως ποτέ δεν θα επουλωθούν

Οι πληγές στις ιστορίες των ανθρώπων δεν είναι πάντα εύκολες. Ούτε καν συχνά! Είναι κάποιες πληγές τόσο βαθιά ριζωμένες στην ψυχή μας που νομίζουμε πως ποτέ δεν θα επουλωθούν.
 
Πιστεύουμε πως πάντα θα είναι εκεί, να στέκουν ορθάνοιχτες, να μας πονάνε και να μας θυμίζουν το βαθύ τραύμα των αναμνήσεών μας, βαθιά ριζωμένο μέσα μας.
 
Είναι κάποιες πληγές που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε. Θες πες το τύψεις και ενοχές, θες πες το φόβο, αδυναμία, ανημποριά. Μας κρατούν καθηλωμένους σε ένα ανεπανόρθωτο αίσθημα αβοηθησίας, μα αίσθηση ακινησίας, τελικά έναν ψυχικό βάλτο. Εκεί μέσα βουλιάζουμε στάσιμοι, σαν αμήχανα μπροστά στο τίποτα και ατενίζουμε (;) το μέλλον. Ποιο μέλλον; Ο χρόνος σταματά και παρόν, παρελθόν και μέλλον γίνονται ένα: Ένας χρόνος άχρονος…

Κι όμως αν μιλάω τόσο γλαφυρά για την ανθρώπινη αδυναμία, είναι γιατί έχω βαθιά πίστη στην αντίστροφή της. Μια πίστη στην ανθρώπινη δύναμη, την δύναμη της ψυχής μας (ότι κι αν σημαίνει αυτό: νους, πνεύμα, βιώματα, αναμνήσεις και εμπειρίες). Ότι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς- αρκεί να το επιτρέψουμε. Σε ποιον; Στον εαυτό μας. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να δώσουμε το Ο.Κ., την εντολή για να ξαναπάρουμε μπρος. Να πάμε μπροστά, να πάμε παρακάτω. Να σπρώξουμε τον χρόνο απ’ το παρόν στο μέλλον, να (ξε)περάσουμε το παρελθόν.

Όχι, εξελίσσομαι δεν σημαίνει ξεχνάω. Δεν το αφήνουν οι πληγές μας εξάλλου κάτι τέτοιο. Οι πληγές ακόμα κι αν κλείσουν αφήνουν πίσω τους ουλές, να μας θυμίζουν τον πόνο, την ήττα, την απώλεια… Εξελίσσομαι σημαίνει προχωράω, μαζεύω τα συντρίμμια μου, μαθαίνω απ’ τα λάθη μου, συγχωρώ τις αδυναμίες μου, πηγαίνω παρακάτω.

Εκεί θα βρω τον νέο μου εαυτό. Σοφότερο, δυνατότερο, εμπειρότερο ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πιο τρωτός: Ο πόνος ίσως κάποτε να μειωθεί και να φύγει, αυτό που μένει είσαι Εσύ. Εσένα πρέπει να μην εγκαταλείψεις στο παρελθόν και τη λήθη.

Η Απλότητα Είναι η Υπέρτατη Επιτήδευση

Τα απλά πράγματα είναι τα πιο ασυνήθιστα και μόνο οι μάγοι τα διακρίνουν!
 
Η ζωή μας σπαταλιέται σε λεπτομέρειες. Απλοποιήστε, απλοποιήστε. -Χένρι Ντέιβιντ Θόρω, Walden (1854)
 
«Έρχεται τόσο γρήγορα η στιγμή που δεν υπάρχει πια τίποτα για να περιμένουμε. Αν μια μικρή ονειροπόληση είναι επικίνδυνη, η θεραπεία δεν είναι να ονειρευόμαστε λιγότερο, αλλά να ονειρευόμαστε περισσότερο, να ονειρευόμαστε όλη την ώρα. Ανέκαθεν τα όνειρα που κάνουμε στον ύπνο μας με ενδιέφεραν πάρα πολύ κι αυτό επειδή, αντισταθμίζοντας τη διάρκεια με τη ένταση, μας βοηθούν να κατανοούμε ό,τι είναι υποκειμενικό, για παράδειγμα ο έρωτας»
 
«Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν πολλά διαφορετικά πάθη. Το αληθινό είναι αυτό για χάρη του οποίου είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τους άλλους. Δεν μας απονέμεται η σοφία. Πρέπει να την ανακαλύψουμε μόνοι μας, μετά από ένα ταξίδι που κανένας δεν μπορεί να κάνει για λογαριασμό μας ή να μας γλιτώσει από αυτό.» -Μαρσέλ Προυστ
 
Το ξυράφι του Όκαμ
 
Αν συντονιστούμε στην συχνότητα της Δύναμης με Θέληση και Πάθος μπορούμε να βιώσουμε αυτό που ποθούν όλοι, μα το χαίρονται μόνον οι εκλεκτοί, είναι αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι, που η μάζα τους αποκαλεί και Μάγους. Πως μπορούμε να γίνουμε Μάγοι; Η μοναδική του δυσκολία έγκειται στην υπέρτατη επιτήδευση, δηλαδή στην απλότητα του.
 
Είναι το λεγόμενο «Ξυράφι του Όκαμ» Το Ξυράφι του Όκαμ, (Novacula Occami) αποδίδεται και ως Λεπίδα του Όκαμ, είναι επιστημονική αρχή, η οποία αποδίδεται στον Άγγλο φιλόσοφο Λογικής και φραγκισκανό μοναχό του 14ου αιώνα, Γουλιέλμο του Όκαμ. Η αρχή αυτή αποτελεί την βάση της μεθοδολογικής απαγωγής και αποκαλείται επίσης αρχή της οικονομίας ή αρχή της απλότητας. Στην απλούστερη διατύπωσή του, το Ξυράφι του Όκαμ εκφράζεται ως εξής: «Κανείς να μην προβαίνει σε περισσότερες εικασίες απ’ όσες είναι απαραίτητες».
 
Η αρχή αυτή πρωτοδιατυπώνεται από του Πυθαγόρειους δυο χιλιετίες νωρίτερα, όπως μας πληροφορεί ο φιλόσοφος Πρόκλος, του οποίου το Πανεπιστήμιο είναι στην οδό Ηρώδου Αττικού, θαμμένο κάτω από το πεζοδρόμιο, μπροστά στο θέατρο του Διονύσου. Στα Ελληνικά διατυπώνεται ως εξής «τῶν μὲν Πυθαγορείων … παρακέλευσμα ἦν … δι’ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων ἐπειδὴ δὲ καὶ τοῖς κλεινοῖς Πυθαγορείοις» και «δεῖν γὰρ ἐπ’ ἐκείνων καὶ αὐτὸν παρακελεύεσθαι τὸν Πυθαγόραν ζητεῖν ἐξ ἐλαχίστων καὶ ἁπλουστάτων ὑποθέσεων δεικνύναι τὰ ζητούμενα·» Στα λατινικά διατυπώνεται ως: Pluralitas non est ponenda sine necessitate
 
Η φράση αυτή αποδίδεται πολύ ελεύθερα ως εξής: Όταν δύο θεωρίες παρέχουν εξίσου ακριβείς προβλέψεις, πάντα επιλέγουμε την απλούστερη. Ή διαφορετικά όταν έχεις ένα πρόβλημα και θέλεις να το λύσεις η καλύτερη λύση είναι αυτή που έχει τα λιγότερα βήματα μέχρι την απάντηση. Όταν θέλεις να πας από την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη π.χ. η καλύτερη διαδρομή και η απλούστερη είναι η ευθεία. Φυσικά μπορείς να πας και μέσω Αμερικής, Νορβηγίας, Ινδίας κλπ αλλά δεν είναι ο απλούστερος τρόπος ούτε αυτός με τα λιγότερα βήματα-στάδια.
 
Παρατηρούμε ότι ένα δέντρο έχει πέσει μετά από μια θύελλα. Βάσει του δεδομένου της θύελλας συνδυασμένου με αυτό του πεσμένου δέντρου, μία λογική εικασία θα ήταν να υποθέσουμε ότι η ισχύς της θύελλας ξερίζωσε και έριξε κάτω το δέντρο. Αυτή η υπόθεση δεν προσβάλλει την κριτική μας σκέψη, καθότι υπάρχουν ισχυροί λογικοί δεσμοί μεταξύ αυτού που ήδη γνωρίζουμε και αυτού που υποθέτουμε ότι έγινε δηλ. το ότι βλέπουμε και ακούμε τις θύελλες αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξή τους και για το ότι είναι ικανές να ξεριζώσουν και να ρίξουν κάτω δέντρα.
 
Μία εναλλακτική υπόθεση είναι η υπόθεση ότι ένας γιγάντιος εξωγήινος ξερίζωσε το δέντρο. Αυτή η υπόθεση, ωστόσο, προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από διάφορες λογικές αδυναμίες που προκύπτουν από ασυνέπειες με τα όσα ήδη γνωρίζουμε (αναφορικά με την ύπαρξη των εξωγήινων, την ικανότητα και την πρόθεσή τους να εκτελούν διαστρικά ταξίδια, την ικανότητα και την πρόθεσή τους να ξεριζώνουν δέντρα -είτε επίτηδες είτε όχι- καθώς και την ύπαρξη εξωγήινης βιολογίας που τους επιτρέπει να έχουν 200 μέτρα ύψος παρά την βαρύτητα της γης), πράγμα που την καθιστά πιθανή αλλά απορριπτέα. Φυσικά μπορούμε να το ψάξουμε πολύ και να σπαταλήσουμε χρόνο που δεν διαθέτουμε αλλά πάλι η λύση είναι η απλούστερη, τουλάχιστον μέχρι να βρούμε γίγαντες, αρκούμαστε στις θύελλες.
 
Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν ένας ασθενής χειρουργείται και πριν την εγχείριση ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι οι πιθανότητες επιβίωσης του είναι μηδαμινές. Εάν τελικά ο ασθενής επιβιώσει η λογική με τις λιγότερες εικασίες είναι ότι ο γιατρός έκανε λάθος διάγνωση. Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις επικρατεί η λογική του θαύματος, η οποία προϋποθέτει αρκετές περαιτέρω εικασίες. Στην αντίθετη περίπτωση που ο γιατρός έχει αποφανθεί ότι πρόκειται για μια απλή εγχείριση και τελικά ο ασθενής πεθαίνει, η απλή εικασία του ιατρικού λάθους υπερισχύει.
 
Το ξυράφι του Όκαμ συχνά διατυπώνεται ως Entia non sunt multiplicanda praeter necessitatem, ή αλλιώς, «Οι οντότητες δεν θα πρέπει να πολλαπλασιάζονται πέραν του απολύτως απαραίτητου». Αυτή η διατύπωση ωστόσο είναι μεταγενέστερη και δεν βρίσκεται σε κανένα από τα συγγράμματα του Όκαμ. Το ίδιο ισχύει και για την διατύπωση non est ponenda pluralitas sine necessitate που κυριολεκτικά σημαίνει «δεν θα πρέπει να προϋποτίθενται επαυξήσεις χωρίς να είναι απαραίτητο».
 
Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί με δύο ελάχιστα διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, από όλες τις θεωρίες που εξηγούν επαρκώς τα δεδομένα, προτιμάται η απλούστερη. Σύμφωνα με τον δεύτερο, προτιμάται το απλούστερο υποσύνολο μιας οποιασδήποτε θεωρίας η οποία εξηγεί επαρκώς τα δεδομένα. Η διαφορά έγκειται στο ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο διαφορετικές θεωρίες οι οποίες να εξηγούν τα δεδομένα επαρκώς και οι οποίες να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους και κανένα κοινό στοιχείο. Είναι γεγονός ότι σε αυτήν την περίπτωση το Ξυράφι του Όκαμ δεν εισηγείται κάποιας προτίμησης και ότι ισχύει μόνον όταν σε μία αυτάρκη θεωρία προστίθεται κάτι τό οποίο δεν βελτιώνει τα όσα η θεωρία ήδη προβλέπει. Έτσι, το Ξυράφι του Όκαμ απλώς κόβει και αφαιρεί όλα τα επιπρόσθετα θεωρητικά στοιχεία.
 
Η αρχή του Ξυραφιού του Όκαμ έχει αποτελέσει την έμπνευση για πολλές άλλες διατυπώσεις, όπως:
 
«Οικονομία των αιτημάτων», «αρχή της απλούστευσης» και την έκφραση (σε ορισμένες ιατρικές σχολές του εξωτερικού) «όταν ακούτε καλπασμό, να σκέφτεστε άλογο και όχι ζέβρα».
 
Μία επαναδιατύπωση του Ξυραφιού του Όκαμ σε πιο επίσημη ορολογία υπάρχει διαθέσιμη από την Θεωρία της Πληροφορίας στα πλαίσια του μηνύματος ελαχίστου μεγέθους. «Όταν πρέπει να επιλεγεί ένα από δύο μοντέλα με ταυτόσημες προβλέψεις, επιλέγεται το απλούστερο». Αυτή η διατύπωση θέλει να πει ότι ένα απλούστερο μοντέλο δεν μπορεί να συμπεριληφθεί μεταξύ των μοντέλων που πληρούν τα κριτήρια της διατύπωσης, εάν οι προβλέψεις του δεν είναι ταυτόσημες.
 
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, που έζησε μετά τον Όκαμ διατύπωσε μία παραλλαγή του Ξυραφιού του Όκαμ. Η παραλλαγή του βραχυκυκλώνει την ανάγκη για επιτήδευση, εξισώνοντας την τελευταία με την απλότητα: Η απλότητα είναι η υπέρτατη επιτήδευση.
 
Το Ξυράφι του Όκαμ επίσης διατυπώνεται ως εξής: Μεταξύ δύο θεωριών ή εξηγήσεων, όταν όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες είναι ταυτόσημοι, προτιμάται η απλούστερη. Εφόσον αυτή η διατύπωση είναι κάπως ασαφής, ίσως να είναι προτιμητέα αυτή του Νεύτωνα: Δεν αποδεχόμαστε περισσότερες αιτίες για φυσικά φαινόμενα από όσες είναι ταυτόχρονα αληθείς και επαρκείς όσον αφορά την δικαιολόγηση της ύπαρξής τους. Στο πνεύμα του ίδιου του «Ξυραφιού» πολλές φορές λέγεται ότι:
 
«Η απλούστερη εξήγηση είναι συνήθως η καλύτερη». Αυτό αποτελεί υπεραπλούστευση και είναι τουλάχιστον παροδηγητικό. Άλλωστε, αυτή η επαναδιατύπωση ενέχει πολλά σφάλματα και το μεγαλύτερο όλων είναι ότι το Ξυράφι του Όκαμ χρησιμεύει μόνον για τον διαχωρισμό μεταξύ δύο επιστημονικών θεωριών οι οποίες κάνουν τις ίδιες προβλέψεις.
 
Το δεύτερο σφάλμα είναι ότι το Ξυράφι του Όκαμ δεν διατείνεται ότι κάνει την επιλογή της «καλύτερης» θεωρίας, αλλά απλώς ότι η απλότητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή μεταξύ δύο κατά τα άλλα ίσων θεωριών. Είναι δυνατόν, με την πάροδο του χρόνου, να γίνουν γνωστές πληροφορίες οι οποίες να καταστήσουν την περιπλοκότερη θεωρία ορθότερη. Το Ξυράφι του Όκαμ δεν διατείνεται σαφώς ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει αλλά μας προτρέπει να δεχόμαστε την απλούστερη θεωρία έως ότου έχουμε λόγους για να μην το κάνουμε.
 
Το Ξυράφι του Όκαμ είναι γνωστό με πολλές άλλες ονομασίες, όπως Αρχή της Οικονομίας, Αρχή της Απλότητας, διότι υπάρχει μία εμφανής σύνδεση μεταξύ της απλότητας, της οικονομίας και του Ξυραφιού. Πριν από τον 20ο αιώνα, επικρατούσε η αντίληψη ότι η υπεράσπιση του Ξυραφιού μεταφυσικώς αποτελούσε απλότητα, ότι η φύση ήταν κατά βάση απλή και ότι, συνεπώς, οι φυσικές θεωρίες θα πρέπει να αντανακλούν αυτήν την απλότητα.
 
Από την αρχή του 20ου αιώνα, ωστόσο, αυτές οι αντιλήψεις άρχισαν να χάνουν την δημοτικότητά τους, διότι οι επιστήμονες άρχισαν να σχηματίζουν μία όλο και πιο περίπλοκη εικόνα του φυσικού σύμπαντος, για να δώσουν με την πολυπλοκότητα μια κάποια έξτρα σημαία στο εγώ και την τσέπη τους. Αντιστοίχως, οι φιλόσοφοι εγκατέλειψαν την μεταφυσική υποστήριξη του Ξυραφιού και κατέφυγαν στην επιστημολογία, παρέχοντας επαγωγικά, πραγματολογικά και πιθανοτητολογικά επιχειρήματα, κατάσταση η οποία συνεχίζει κι έχει ξεφύγει πέραν του δέοντος.
 
To Ξυράφι και η Ανάγκη
 
Έτσι, το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί πλέον αρχή μεθοδολογίας. Ο Έλιοτ Σόμπερ δεν συμφωνεί με την επιστημολογική υποστήριξη του Ξυραφιού και πιστεύει ότι πρέπει να υφίσταται κάποια μεταφυσική προκατάληψη πίσω του, μολονότι δεν προσφέρει πιθανές αναλύσεις. (Sober, 1990).
 
Η αντιλογία του Chatton: Ο Walter του Chatton, ο οποίος ήταν σύγχρονος του Ουλιέλμου του Όκαμ (1287-1347), αντιτέθηκε στο Ξυράφι του Όκαμ και στις εφαρμογές του. Ως αντίλογο, επινόησε το αντι-ξυράφι του: «Εάν τρεις θέσεις δεν επαρκούν για να επιβεβαιώσουν μία καταφατική πρόταση για κάποιο ζήτημα, τότε πρέπει να προστεθεί και μια τέταρτη και ούτω καθ’εξής».
 
Αν και αρκετοί άλλοι φιλόσοφοι έχουν διατυπώσει παρόμοια «αντι-ξυράφια» μετά από τον Chatton, το αξίωμα του Chatton ποτέ δεν γνώρισε την επιτυχία του Ξυραφιού του Όκαμ. Άλλοι φιλόσοφοι, οι οποίοι διετύπωσαν δικά τους αντι-ξυράφια ήταν οι Γοτεφρείδος Ουλιέλμος Λάιμπνιτς (1646-1716), Εμμανουήλ Κάντ (1724-1804) και Καρλ Μένγκερ (20ος αιώνας). Η εκδοχή του Λάιμπνιτς ονομάστηκε «αρχή της πληρότητας» (Άρθουρ Λάβτζοϊ). Η ιδέα πάνω στην οποία βασιζόταν ήταν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο με τον μέγιστο δυνατό αριθμό διαφορετικών πλασμάτων.
 
Ο Καντ θεώρησε ότι η αρχή του Όκαμ έπρεπε να μετριαστεί κάπως και έτσι διετύπωσε το δικό του αντι-ξυράφι: «Η ποικιλία των οντοτήτων δεν θα πρέπει να μειώνεται αβασάνιστα». Ο Κάρλ Μένγκερ θεωρούσε ότι τα μαθηματικά κάνουν υπερβολική οικονομία σε ό,τι αφορά τις μεταβλητές και συνεπώς διαμόρφωσε τον Νόμο κατά της Τσιγκουνιάς, σύμφωνα με τον οποίο «Οι οντότητες δεν θα πρέπει να μειώνονται σε βαθμό ανεπάρκειας» ή «είναι μάταιο να περιορίζουμε στο λίγο αυτό που χρειάζεται πολύ».
 
Ένα λιγότερο σοβαρό, ή ακόμη πιο ακραίο αντι-ξυράφι είναι η Παταφυσική, η «επιστήμη των φανταστικών λύσεων», την οποία επινόησε ο Άλφρεντ Τζάρι (1873-1907). Η Παταφυσική, ο απόλυτος αντι-απαγωγισμός, θεωρεί ότι το κάθε συμβάν εντός του σύμπαντος είναι εντελώς μοναδικό και διέπεται από δικούς του ιδιαίτερους νόμους.
 
Ο αργεντίνος συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ανέπτυξε αργότερα παραλλαγές σε αυτό το θέμα στο διήγημά του/ψευδοδιατριβή Tlön, Uqbar, Orbis Tertius. Επιπλέον, υπάρχει και το Ρόπαλο του Κάμπτρι, του οποίου η κυνική διατύπωση υπαγορεύει: «Δεν μπορεί να υφίσταται σύνολο αμοιβαία ασυνεπών παρατηρήσεων, για το οποίο η ανθρώπινη διάνοια να μην μπορεί να συλλάβει μία συνεκτική εξήγηση, ανεξάρτητα από το πόσο περίπλοκη είναι αυτή».
 
Στην επιστήμη: Το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί θεμελιώδη αρχή για όσους ακολουθούν την επιστημονική μεθοδολογία. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί, ότι το Ξυράφι αποτελεί ευρετικό επιχείρημα και ότι δεν αποδίδει απαραιτήτως ορθά αποτελέσματα. Είναι, στην ουσία, μία πυξίδα που δείχνει προς την γενική κατεύθυνση η οποία πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να επιλεγεί η επιστημονική υπόθεση που (επί του παρόντος) περιέχει τον μικρότερο αριθμό μη αποδεδειγμένων εικασιών. Συχνά, πολλές θεωρίες είναι εξίσου «απλές», με αποτέλεσμα το Ξυράφι του Όκαμ να μην παρέχει καμία διαφοροποίηση.

Η απλότητα είναι η σφραγίδα της αλήθειας. -Ερμάς
 
Από την άλλη μεριά, χωρίς το Ξυράφι του Όκαμ επιστήμη δεν υφίσταται. Η πρωταρχική πράξη της επιστήμης, αυτή της σύνθεσης θεωριών και της επιλογής της πλέον αξιόλογης θεωρίας με βάση την συλλογική ανάλυση των δεδομένων, θα ήταν αδύνατη δίχως κάποια μεθοδολογία επιλογής μεταξύ των θεωριών που εκφράζουν τα διαθέσιμα στοιχεία.
 
Αυτό οφείλεται στο ότι για κάθε σύνολο δεδομένων αντιστοιχεί άπειρος αριθμός θεωριών που είναι συνεπείς ως προς τα εν λόγω δεδομένα (αυτό είναι γνωστό ως το Πρόβλημα του Υποπροσδιορισμού). Έστω, για παράδειγμα ότι κάποιος ερευνά την περίφημη θεωρία του Ισαάκ Νεύτωνα περί του ότι κάθε δράση έχει μία ίση αντίδραση. Είναι πολύ εύκολο να επινοηθούν εναλλακτικές θεωρίες οι οποίες εξηγούν τα δεδομένα εξίσου αποτελεσματικά.
 
Μία τέτοια θεωρία θα μπορούσε να υποστηρίζει ότι για κάθε δράση υπάρχει μία αντίδραση κατά το ήμισυ της αρχικής, ενώ ταυτόχρονα αόρατα πλάσματα ενισχύουν την αντίδραση με δική τους ενέργεια, ώστε η αντίδραση να γίνεται ίση με την δράση. Όλα αυτά τα πλάσματα θα πεθάνουν το έτος 2055 και τότε η φύση του παρατηρήσιμου σύμπαντος θα αλλάξει. Αυτή η θεωρία περιγράφει εξίσου καλά τις παρατηρήσεις μας όσο και η θεωρία του Νεύτωνα. Επιπλέον, δεν μας είναι δυνατόν να επιλέξουμε μέσω άμεσων αποδείξεων οποιαδήποτε θεωρία μέχρι το 2055. Επειδή η δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι τα εν λόγω πλάσματα είναι αόρατα και μη ανιχνεύσιμα, δεν μπορούμε να κάνουμε διαχωρισμό μεταξύ των δύο θεωριών μέχρι το 2055.
 
Από την άλλη μεριά, κάθε θεωρία έχει εξαιρετικά μεγάλη επιρροή όσον αφορά το τι προσδοκούμε για το μέλλον, για παράδειγμα, ίσως επιλέξουμε να ζήσουμε διαφορετικά τις ζωές μας, εάν γνωρίζουμε ότι ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα πάψει να υπάρχει το 2055. Τελικά, διαφαίνεται επίσης ότι δημιουργείται άπειρος αριθμός παρόμοιων θεωριών, απλώς και μόνον αλλάζοντας το έτος. Με το έτος 2056 δημιουργείται νέα θεωρία. Το 2057 ορίζει άλλη μία, και ούτω καθεξής.
 
Επειδή υπάρχει ένας άπειρος αριθμός θεωριών οι οποίες αντιστοιχούν σε κάθε σύνολο παρατηρήσεων εξίσου καλά και οι προβλέψεις της καθεμίας είναι εξίσου πρωτότυπες, εάν η επιστήμη είναι ανίκανη να επιλέξει μεταξύ τους, τότε ποτέ δεν θα κατορθώσει να καθορίσει την χρήσιμη θεωρία. Μέχρι τώρα, ο μόνος γνωστός τρόπος για να επιλέγεται η χρήσιμη θεωρία μεταξύ των απείρων θεωριών που αντιστοιχούν σε ένα σύνολο παρατηρήσεων είναι το Ξυράφι του Όκαμ.
 
Γι’ αυτόν τον λόγο, το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της επιστήμης, χωρίς το οποίο η επιστήμη παύει να λειτουργεί.
 
Για να πας από την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη, υπάρχουν εκατομμύρια δρόμοι, αλλά ο Λογικός κι ευφυής άνθρωπος επιλέγει πάντα τον συντομότερο, δηλ. τον απλούστερο. Αυτή η έννοια δεν είναι μονοσήμαντη, (όπως τίποτε σε αυτό το φρακταλικό Σύμπαν) αλλά αμφίσημη κι αφηρημένη. Το μόνο που την κάνει απλή, είναι η Θέληση του Ανθρώπου.
 
«Το ταξίδι της ανακάλυψης δεν σημαίνει να ψάχνεις καινούργια μέρη αλλά να έχεις καινούργια μάτια.» -Μαρσέλ Προυστ
 
«Στον πρόλογο της Παναγίας των Παρισίων ο αφηγητής διαβάζει χαραγμένη στον τοίχο της Νοτρ Νταμ την κρίσιμη ελληνική λέξη: ΑΝΑΓΚΗ. Τρεις δεκαετίες αργότερα στον πρόλογο των Αθλίων μιλάει ξανά για τούτη την ΑΝΑΓΚΗ: «όσο υπάρχει η εξαθλίωση του άντρα από την ανέχεια, το κατρακύλισμα της γυναίκας από την πείνα, η καχεξία του παιδιού από το νυχτέρι, με δυο λόγια όσο υπάρχει κοινωνική ασφυξία που καταδικάζει τους ανθρώπους σε φτώχεια και αμάθεια, βιβλία σαν κι αυτό δεν είναι ανώφελα». Τα μυθιστορήματα του Ουγκό δεν είναι τίποτε άλλο από την σπαρακτική λαχτάρα των ανθρώπων να μετουσιώσουν την ζωή τους σε πράξη: ο Κουασιμόδος, ο Γιάννης Αγιάννης, ο Ενζολωράς, ο Γαβριάς, ο γέρο Μαμπέφ μα και ο Κλοντ Φρόλο και ο Ιαβέρης, ψαύουν, ο καθένας με τον τρόπο του, αυτήν την πράξη, αποφασίζοντας με ποιους θα παν και ποιους θα αφήσουν. Αποφασίζουν για το διακύβευμα του καιρού τους. Διαβάστε τα στην Δεύτερη Προσοχή όμως και θ’ ανακαλύψετε μαγικά νοήματα και παράξενες προεκτάσεις, όπως και γιατί είναι τόσο μεγάλος, επίκαιρος κι άχρονος ο Ουγκώ.
 
ΑΝΑΓΚΗ: Σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτε από την αλλόκοτη λέξη και το ολέθριο πεπρωμένο που έκρυβε μέσα της. Όποιος κι αν την έγραψε έχει φυσικά χαθεί, η λέξη έχει ξυθεί κι ίσως η Νοτρ Νταμ αφανιστεί κι αυτή με τη σειρά της. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε για εκείνη τη λέξη. (Βίκτορ Ουγκό, Φεβρουάριος 1831, Πρόλογος στην πρώτη έκδοση της Παναγίας των Παρισίων.)
 
Ανακατεύοντας τα Βιβλία Ανακατεύεις την Τράπουλα
 
Χρειάστηκαν περίπου τετρακόσια χρόνια για να νιώσουν οι γραμματικοί πως το κείμενο γίνεται από τον αναγνώστη του όσο γίνεται κι από τον συγγραφέα του: ήταν εκείνοι οι τρομεροί γραμματικοί της Αλεξάνδρειας που, κλεισμένοι στο Μουσείο και τη μυθική Βιβλιοθήκη, κατάλαβαν πως αν ανακατέψεις τα βιβλία, μπορείς να ανακατέψεις και τον κόσμο.
 
Ο Συρακούσιος Θεόκριτος, ο Ρόδιος Απολλώνιος και ο Κυρηναίος Καλλίμαχος, ιδίως αυτός ο τελευταίος, πάλεψαν να ανακατώσουν τα κείμενα του ελληνικού κόσμου παραδίντας στα χέρια των (Λατίνων) επιγόνων τους μια πολλαπλασιασμένη επικράτεια μέσα σε έναν αινγματώδη καθρέφτη. Τα Αίτια ετούτου του Καλλιμάχου γράφηκαν σε ελεγειακό δίστιχο μα ίσως να είναι το πρώτο ενσυνείδητο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Τριακόσια χρόνια μετά ο πιο καλός μαθητής του, ο πιο καλός αναγνώστης του καθρέφτη των Αλεξανδρινών, ο Οβίδιος, έκανε μια μεγάλη ανασκόπηση ολόκληρης της ελληνικής περιπέτειας σε ένα ακόμη έμμετρο μυθιστόρημα: ήτανε οι Μεταμορφώσεις.
 
Δώδεκα αιώνες μετά τον Οβίδιο ένα ακόμη έμμετρο μυθιστόρημα που ξαναέγραφε τις Μεταμορφώσεις ένωσε την Δύση: η Κωμωδία του Δάντη Αλιγκιέρι ήταν μια περιπέτεια αναγέννησης μέσα στον χριστιανικό ορίζοντα. Κάπου στα 1600 ένας Ισπανός αξιωματικός όταν αποφάσισε να γράψει μια ανθρώπινη εκδοχή των Ομηρικών επών, προτίμησε τον πεζό λόγο: ο Δον Κιχώτης με τις ονειροφαντασίες του, τις κακοδαιμονίες και τις ήττες του είναι ο εαυτος μας ως Οδυσσέας που λογαριάζει τους ανεμόμυλους για γίγαντες.
 
Ο τίτλος Ανθρώπινη Κωμωδία που διάλεξε ο Μπαλζάκ για ένα σύνθεμα 150 μυθιστορημάτων του είναι ενδεικτικός για το πώς είδαν το μυθιστόρημα στο δέκατο ένατο αιώνα: ένα εργαλείο κάθε λογής ένωσης – ένωσης εθνικής, κοινωνικής, ιδεολογικής, εθνικής, ένα νέο ανθρώπινο έπος (για την ακρίβεια: κάτι σαν έπος). Έτσι ήρθαν ο Γκαίτε, ο Ουγκό, ο Σταντάλ, ο Φλωμπέρ, ο Μοπασάν, ο Ζολά, ο Βέρν, ο Ντίκενς, ο Μέλβιλ, ο Τουέιν, ο Λόντον, ο Γκόγκολ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, ο Ανατόλ Φρανς, ο Τόμας Μαν, ο Χέρμαν Έσσε να ανακατέψουν και να ξαναενώσουν τον κόσμο που πια μπορούσες να τον γυρίσεις σε ογδόντα μέρες.
 
Τα χρόνια -χρόνο με τον χρόνο- περνάν. Στην ματιά της Τζοκόντα όμως απομένει και κάτι από ‘μας, είναι μια επανάληψη του περασμένου χρόνου, σημαίνει πως είναι κι ένα χρονικό του θανάτου μας. Σκέφτομαι τον Σεφέρη: τον σπαρακτικό τρόπο που ρωτά σε εκείνην την Τελευταία μέρα το «πώς θα πεθάνουμε;» Το ερώτημα πιθανώς να μην είναι ερώτημα μα ξόρκι, θα πεθάνουμε όπως και όπου αντέχουμε, ανάλογα με την Δύναμη μας, κάποιοι από εμάς, αν έζησαν στα βράχια του Λεονάρντο, σε ένα σταροχώραφο του Βαν Γκογκ, ή σε κάποια παρδαλή εκκλησία που τάζει παγερή αιωνιότητα, πιθανόν αυτή να είναι η εικόνα του θανάτου μας. Η Ζωή που ζούμε, το μονοπάτι που βαδίζουμε -Χρόνο με τον Χρόνο- δείχνει και το που θα πεθάνουμε.
 
Ο Έκο κλείνοντας το Όνομα του Ρόδου βάζει τον Άντζο της Μέλκ να γράφει: nomina nuda tenemus. Από την σκοπιά του ο Άντζο ίσως να έχει δίκιο, κάποιος άλλος, ωστόσο, γνωρίζει, πως τα ονόματα είναι μονάχα συμφωνίες, απλές δικαιοπραξίες, δηλαδή ανταλλαγές που σκορπάνε στον άνεμο, οπότε στα χέρια μας απομένουν γυμνές εικόνες, ανεξέλεγκτες σαν πληγές που μεγαλώνουν, ζωντανές σαν άνθη που ανοίγουν κάτω από έναν κι μοναδικό Θεό, τον Λαμπερό Ηλιο. Αυτό είναι η Ζωή μας, ανακατέψε την, γιατί αυτό είναι κι ο Θάνατος μας.
 
Το Να Αναρωτιέσαι
 
«Γνωρίζουμε ότι η συνείδηση ενοικεί σε κάθε ανθρώπινο ον, παρ’ όλα αυτά κατέχουμε την αντίληψη μόνο του δικού μας νου. Μερικές φορές ξυπνάμε, φευγαλέα μας παρουσιάζεται μία αινιγματική γνώση, είμαστε βέβαιοι ότι ο νους μπορεί να υπάρξει ξεχωριστά από εμάς. »Φυσικά, είναι πολύ παράξενο το γεγονός ότι υπάρχουμε. Επίσης, τελικά νιώθω ότι αυτή την στιγμή δεν σε ονειρεύομαι, ή, ας το θέσουμε αλλιώς, ότι δεν με ονειρεύεσαι. Θα μπορούσε να συμβαίνει όμως, είναι συναρπαστική ιδέα, και γιατί να στερήσουμε από τον εαυτό μας την πιθανότητα ύπαρξης των συναρπαστικών πραγμάτων; Αλλά, το να αναρωτιέσαι για την ζωή και για την φύση της πραγματικότητας, είναι η αληθινή ουσία της Ποίησης. Ολόκληρη η Ποίηση συνίσταται στην αίσθηση ότι όλα τα πράγματα είναι φανταστικά και παράξενα, ενώ ολόκληρη η Ρητορική στο να σκεφτόμαστε όλα τα πράγματα ως κοινότυπα, ως πολύ φανερά.
 
»Αν μας εξηγούνταν κάποτε το νόημα της ζωής, πιθανώς δεν θα το καταλαβαίναμε. Το να σκέφτεσαι ότι ένας άνθρωπος μπορεί να το ανακαλύψει, είναι παράλογο. Ζούμε χωρίς να καταλαβαίνουμε τι είναι ο κόσμος ή ποιοι είμαστε. Τα σημαντικά πράγματα είναι το ένστικτο της ηθικής (λογικής) και το ένστικτο της διανόησης. Το ένστικτο της ηθικής είναι αυτό που κρατάει σταθερό τον κόσμο. Το ένστικτο της διανόησης είναι αυτό που μας κάνει να αναζητούμε, ενώ ξέρουμε ότι δεν θα βρούμε ποτέ καμία απάντηση. Όλα μα όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην Φαντασία» -Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986)
 
…και δυστυχώς ελάχιστοι μεταξύ ελαχίστων διαθέτουν ΦΑΝΤΑΣΙΑ, οι περισσότεροι βολοδέρνουν στην λασπουριά της γνώσης, μάλιστα, συνήθως, της γνώσης του παρελθόντος… μόνο που στο παρελθόν δεν υπάρχει καμμία γνώση …

Το δικό μου αντί- ή μετά- Ξυράφι είναι: Ατμητότητα / Αρρητότητα.
 
Στα γραπτά του Καστανέντα, βρίσκουμε τον Δον Χουάν να λέει στον φέρελπι μάγο, ότι «στο μονοπάτι του πολεμιστή μπορούν να βαδίσουν μόνον, αυτοί που διαθέτουν την ικανότητα να αντιλαμβάνονται αφηρημένες έννοιες» Όπως βλέπεις από τις λέξεις και τις έννοιες τους ξεκινάει το ταξίδι ένας μάγος. Δώσε τεράστια σημασία στις λέξεις που χρησιμοποιείς και στην σημασία τους. Στην καθημερινή ζωή νοιώθει ο άνθρωπος την αδυναμία των λέξεων κι αν δεν την νοιώθει, τότε αυτό σημαίνει ότι ζει (αν ζει) εντελώς επιφανειακά.
 
Από την άλλη, αν οτιδήποτε έζησε μέχρι τώρα μπορεί να μεταδοθεί με λέξεις, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν έχει ζήσει καθόλου. Όταν για πρώτη φορά σου συμβαίνει κάτι που είναι πέρα από λέξεις, τότε είναι η μοναδική στιγμή αληθινής ΖΩΗΣ. Όταν το ΑΡΡΗΤΟΝ χτυπά την πόρτα, τότε μένεις απλά βουβός, άφωνος και ούτε καν μια λέξη ή σκέψη δεν σχηματίζεται. Αν τύχει και πεις κάτι, τότε αυτό φαίνεται τόσο ωχρό, τόσο νεκρό, τόσο ανούσιο, είναι αδύνατον να αναμεταδώσεις την εμπειρία που έζησες με λέξεις και μονάχα όποιος έχει την ίδια ή παρόμοια εμπειρία με εσένα μπορεί να καταλάβει -πάντα ΧΩΡΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, τι εννοείς. Καταλαβαίνεις που πάει το πράγμα; Πρώτα χρειάζεται να γνωρίζεις με ακρίβεια τι σημαίνουν οι λέξεις που χρησιμοποιείς και ταυτόχρονα να μπορείς να ζήσεις χωρίς να τις χρησιμοποιείς. Απόλυτα φρακταλική κατάσταση κι όχι γραμμική.
 
Δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή της κατάστασης του Άτμητον, γιατί εκτός από Άτμητον, είναι και Άρρητον, δηλ. δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις ή να εκφραστεί με λόγια. Κάθε τι σημαντικό δεν μπαίνει σε λέξεις και υπάρχουν χιλιάδες εμειρίες- γεγονότα-καταστάσεις που βιώνω αλλά δεν μπορώ, δεν γίνεται να τα βάλω σε λέξεις. Αυτά είναι και τα σημαντικά. Άτομα που πέτυχαν αυτή την κατάσταση είναι ελάχιστοι μεταξύ των Αρίστων, την πέτυχε ο … ποιός άραγε;
 
Παρατήρησε τον άνθρωπο- εγώ- τμητό, από τον τρόπο που περπατάει, που τρώει, που μιλάει, που στέκεται, που αναπνέει, που παντρεύεται, που ερωτεύεται, αγωνίζεται, πονάει, ζητάει, πεθαίνει. Από την σαπίλα των σκέψεων, των συναισθημάτων, των πράξεων του. Λέει «Εγώ» και πιστεύει, πως ο κόσμος πρέπει να του υποκλίνεται. «Έτσι είμαι Εγώ» «Εγώ θα πάω, θα κάνω θα φάω, θα πάρω, θα φέρω… έχω τις αξίες μου εγώ, τις πεποιθήσεις μου, αυτός είμαι εγώ…» Εγώ, Εγώ, Εγώ …και μόνο ένα ασήμαντο «Εγώ» ένα τέρας με 5.000 κεφάλια, είναι αυτό που συντηρεί και ενισχύει αυτόν τον κόσμο και τα ανθρωπάκια, φαντάσματα, που σέρνονται πάνω στο πρόσωπο της γης, όλων των δημιουργιών.
 
Αυτό που κατασπαταλάει την Ενέργεια σου, την Δύναμη σου είναι η διατήρηση του «Εγώ». Αυτό είναι που Οργίζεται, Προσβάλλεται, Καταθλίβεται, Απειλεί με αυτοκτονία, μέχρι που να πετύχει την επιθυμητή επιβεβαίωση. Μια και γνωρίζει πως δεν έχει κάποια απτή ουσία, αναζητά συνεχώς να έχει δίκιο μέσα από τα άλλα ανθρώπινα όντα του εγώ, τα άψυχα όντα γιατί μόνο αυτά ασχολούνται με τέτοια ασήμαντα γεγονότα, τα οποία αποδέχονται και φέρονται λες και το «εγώ» είναι κάτι υπαρκτό. Μόνο με αυτό τον τρόπο το «Εγώ» ξεγελιέται και πιστεύει πως είναι αληθινό, ενώ γνωρίζει πως στην πραγματικότητα είναι ένα συνονθύλευμα από τίποτα. Ένα φάντασμα, σε ένα ολόγραμμα.
 
Τίποτα από αυτά, δεν μπορεί να συμβεί όταν έχεις αποδεχτεί την αληθινή Άτμητη και Άρρητη υπόσταση. Είμαστε Έμψυχα Ενεργειακά όντα, πέρα από σκέψεις, λέξεις, συναισθήματα. Είμαστε Ενεργειακά πακέτα. Και γι’ αυτό η Κβαντική Θεωρία πρέπει να σε απασχολεί, γιατί Κβάντα σημαίνει Πακέτο Ενέργειας. Ενέργεια = Δύναμη = Ελευθερία. Αλλά η Ελευθερία χρειάζεται Ανεξαρτησία, διαφορετικά, εγωιστικώς αυταπατάσαι.
 
Ενα πακέτο Ενέργειας που βρίσκεται σε συνεχή ανατάραξη-δράσης
 
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ<>ΑΙΤΙΑΣ><ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ, (ΣΕ ΚΎΚΛΟ ΔΡΆΣΗΣ) καθημερινά και είναι συν-μέτοχο σε χοτικά, τυχαία συστήματα δημιουργίας. Γι’ αυτό πρέπει να σε ενδιαφέρει και η Θεωρία του Χάους με όλα τα συστήματα της, τους νόμους και τα καπρίτσια της, γιατί αυτά τα συστήματα / καπρίτσια, καθορίζουν τους δείκτες του χρηματιστηρίου κι ελέγχουν την ζωή σου.
 
Κοινός γίνου -Σοφοκλής *Να είσαι απλός
 
Το δικό σου Αντί-Ξυράφι ποιό είναι;
 
Πως το χρησιμοποιείς;
 
Τι εφαρμογές έχει στα οικονομικά σου;
 
Πως το εφάρμοζες στην καθημερινότητα σου;
 
Τα απλά πράγματα φέρνουν την μεγαλύτερη ευτυχία. Ποιό είναι το προσωπικό σου απλό πράγμα;

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἀσπὶς Ἡρακλέους (197-227)

Ἐν δὲ Διὸς θυγάτηρ ἀγελείη Τριτογένεια,
τῇ ἰκέλη ὡς εἴ τε μάχην ἐθέλουσα κορύσσειν,
ἔγχος ἔχουσ᾽ ἐν χειρὶ † χρυσέην τε τρυφάλειαν
200 αἰγίδα τ᾽ ἀμφ᾽ ὤμοις· ἐπὶ δ᾽ ᾤχετο φύλοπιν αἰνήν.
Ἐν δ᾽ ἦν ἀθανάτων ἱερὸς χορός· ἐν δ᾽ ἄρα μέσσῳ
ἱμερόεν κιθάριζε Διὸς καὶ Λητοῦς υἱὸς
χρυσείῃ φόρμιγγι· [θεῶν δ᾽ ἕδος ἁγνὸς Ὄλυμπος·
ἐν δ᾽ ἀγορή, περὶ δ᾽ ὄλβος ἀπείριτος ἐστεφάνωτο
205 ἀθανάτων ἐν ἀγῶνι·] θεαὶ δ᾽ ἐξῆρχον ἀοιδῆς
Μοῦσαι Πιερίδες, λιγὺ μελπομένῃς ἐικυῖαι.
Ἐν δὲ λιμὴν εὔορμος ἀμαιμακέτοιο θαλάσσης
κυκλοτερὴς ἐτέτυκτο πανέφθου κασσιτέροιο
κλυζομένῳ ἴκελος· [πολλοί γε μὲν ἂμ μέσον αὐτοῦ
210 δελφῖνες τῇ καὶ τῇ ἐθύνεον ἰχθυάοντες
νηχομένοις ἴκελοι·] δοιὼ δ᾽ ἀναφυσιόωντες
ἀργύρεοι δελφῖνες ἐφοίβεον ἔλλοπας ἰχθῦς.
τῶν δ᾽ ὕπο χάλκειοι τρέον ἰχθύες· αὐτὰρ ἐπ᾽ ἀκτῆς
ἧστο ἀνὴρ ἁλιεὺς δεδοκημένος, εἶχε δὲ χερσὶν
215 ἰχθύσιν ἀμφίβληστρον ἀπορρίψοντι ἐοικώς.
Ἐν δ᾽ ἦν ἠυκόμου Δανάης τέκος, ἱππότα Περσεύς,
οὔτ᾽ ἄρ᾽ ἐπιψαύων σάκεος ποσὶν οὔθ᾽ ἑκὰς αὐτοῦ,
θαῦμα μέγα φράσσασθ᾽, ἐπεὶ οὐδαμῇ ἐστήρικτο.
τὼς γάρ μιν παλάμαις τεῦξεν κλυτὸς Ἀμφιγυήεις,
220 χρύσεον· ἀμφὶ δὲ ποσσὶν ἔχεν πτερόεντα πέδιλα·
ὤμοισιν δέ μιν ἀμφὶ μελάνδετον ἆορ ἔκειτο
χαλκέου ἐκ τελαμῶνος· ὃ δ᾽ ὥς τε νόημ᾽ ἐποτᾶτο·
πᾶν δὲ μετάφρενον εἶχε κάρη δεινοῖο πελώρου,
Γοργοῦς· ἀμφὶ δέ μιν κίβισις θέε, θαῦμα ἰδέσθαι,
225 ἀργυρέη· θύσανοι δὲ κατῃωρεῦντο φαεινοὶ
χρύσειοι· δεινὴ δὲ περὶ κροτάφοισι ἄνακτος
κεῖτ᾽ Ἄιδος κυνέη νυκτὸς ζόφον αἰνὸν ἔχουσα.

***
Ήταν εκεί και του Δία η κόρη που το στρατό οδηγάει, η Τριτογένεια,
όμοια σαν να ᾽θελε να ξεσηκώσει μάχη.
Δόρυ στο χέρι κράταγε και περικεφαλαία φόραγε χρυσή
200 και την αιγίδα της στους ώμους γύρω. Μες στη σκληρή τη μάχη πορευόταν.
Ήταν εκεί και ιερός χορός των αθανάτων. Στη μέση
εράσμια κιθάριζε του Δία ο γιος και της Λητώς
με τη χρυσή τη φόρμιγγα. [Και των θεών η έδρα ήταν κει, ο άγιος Όλυμπος.
Εκεί και η συνέλευσή τους, κι ολόγυρα ωσάν στεφάνι κύκλωνε
χαρά ατέλειωτη των αθανάτων τη συγκέντρωση.] Και στο τραγούδι αρχή
οι θεές, οι Πιερίδες Μούσες, κάνανε και μοιάζανε να τραγουδούν γλυκά.
Μα και λιμάνι μ᾽ όρμους καλούς ήτανε σκαλισμένο εκεί
σε θάλασσα ακατάβλητη, κυκλικό, από κασσίτερο ολοκάθαρο,
ίδιο σαν να τρικύμιζε. [Πλήθος δελφίνια μέσα του
210 τρέχαν εδώ κι εκεί να πιάσουν ψάρια,
ίδια σαν να κολύμπαγαν.] Δύο δελφίνια αργυρά
αναφυσώντας άλαλα ψάρια τάραζαν.
Και από κάτω τους ψάρια χαλκά τρέπονταν σε φυγή. Μα στις ακτές
καθότανε ψαράς και παραμόνευε: είχε στα χέρια
δίχτυ για ψάρια κι έμοιαζε να το ρίξει έτοιμος.
Ήταν εκεί και της καλλίκομης Δανάης ο γιος, ο ιππότης ο Περσέας,
κι ούτε ακουμπούσε την ασπίδα με τα πόδια του, ούτε και μακριά της ήταν,
μα θαύμα μέγα να το στοχαστείς: εκείνος πουθενά δε στηριζόταν!
Αφού έτσι τον έφτιαξε αυτόν με τις παλάμες του ο ξακουστός Χωλός,
220 χρυσό. Κι είχε στα πόδια του ολόγυρα πέδιλα φτερωτά.
Ξίφος σε μαύρη θήκη στους ώμους του κρεμότανε
με τελαμώνα χάλκινο. Κι εκείνος όπως η σκέψη πέταγε.
Κι όλη την πλάτη του την κάλυπτε τέρατος φοβερού η κεφαλή:
ήτανε της Γοργώς. Μες σε ταγάρι αργυρό ήτανε τυλιγμένο, πράγμα θαυμάσιο
να το βλέπεις. Κρόσσια τού κρέμονταν λαμπρά, χρυσά.
Και φοβερή στου βασιλιά τούς κρόταφους ολόγυρα
του Άδη βρισκόταν η καλύπτρα με το φρικτό της νύχτας ζόφο.