Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (1036-1077)

ΠΑ. ὦ τᾶν, ἄκουσον, εἶτα διάκρινον, τόδε·
ἔστι γυνή, τέξει δὲ λέονθ᾽ ἱεραῖς ἐν Ἀθήναις,
ὃς περὶ τοῦ δήμου πολλοῖς κώνωψι μαχεῖται
ὥς τε περὶ σκύμνοισι βεβηκώς· τὸν σὺ φυλάξαι,
1040 τεῖχος ποιήσας ξύλινον πύργους τε σιδηροῦς.
ταῦτ᾽ οἶσθ᾽ ὅ τι λέγει; ΔΗ. μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ μὲν οὔ.
ΠΑ. ἔφραζεν ὁ θεός σοι σαφῶς σῴζειν ἐμέ·
ἐγὼ γὰρ ἀντὶ τοῦ λέοντός εἰμί σοι.
ΔΗ. καὶ πῶς μ᾽ ἐλελήθεις Ἀντιλέων γεγενημένος;
1045 ΑΛ. ἓν οὐκ ἀναδιδάσκει σε τῶν λογίων ἑκών,
ὅ τι τὸ σιδήρου τεῖχός ἐστι καὶ ξύλων,
ἐν ᾧ σε σῴζειν τόνδ᾽ ἐκέλευ᾽ ὁ Λοξίας.
ΔΗ. πῶς δῆτα τοῦτ᾽ ἔφραζεν ὁ θεός; ΑΛ. τουτονὶ
δῆσαί σ᾽ ἐκέλευ᾽ ἐν πεντεσυρίγγῳ ξύλῳ.
1050 ΔΗ. ταυτὶ τελεῖσθαι τὰ λόγι᾽ ἤδη μοι δοκεῖ.
ΠΑ. μὴ πείθου· φθονεραὶ γὰρ ἐπικρώζουσι κορῶναι.
ἀλλ᾽ ἱέρακα φίλει μεμνημένος ἐν φρεσίν, ὅς σοι
ἤγαγε συνδήσας Λακεδαιμονίων κορακίνους.
ΑΛ. τοῦτό γέ τοι Παφλαγὼν παρεκινδύνευσε μεθυσθείς.
1055 Κεκροπίδη κακόβουλε, τί τοῦθ᾽ ἡγεῖ μέγα τοὔργον;
καί κε γυνὴ φέροι ἄχθος, ἐπεί κεν ἀνὴρ ἀναθείη·
ἀλλ᾽ οὐκ ἂν μαχέσαιτο· χέσαιτο γάρ, εἰ μαχέσαιτο.
ΠΑ. ἀλλὰ τόδε φράσσαι, πρὸ Πύλου Πύλον ἥν σοι ἔφραζεν·
ἔστι Πύλος πρὸ Πύλοιο— ΔΗ. τί τοῦτο λέγει, πρὸ Πύλοιο;
1060 ΑΛ. τὰς πυέλους φησὶν καταλήψεσθ᾽ ἐν βαλανείῳ.
ΔΗ. ἐγὼ δ᾽ ἄλουτος τήμερον γενήσομαι;
ΑΛ. οὗτος γὰρ ἡμῶν τὰς πυέλους ὑφήρπασεν.
ἀλλ᾽ οὑτοσὶ γάρ ἐστι περὶ τοῦ ναυτικοῦ
ὁ χρησμός, ᾧ σε δεῖ προσέχειν τὸν νοῦν πάνυ.
1065 ΔΗ. προσέχω· σὺ δ᾽ ἀναγίγνωσκε, τοῖς ναύταισί μου
ὅπως ὁ μισθὸς πρῶτον ἀποδοθήσεται.
ΑΛ. Αἰγεΐδη, φράσσαι κυναλώπεκα, μή σε δολώσῃ,
λαίθαργον, ταχύπουν, δολίαν κερδώ, πολύιδριν.
οἶσθ᾽ ὅ τι ἐστὶν τοῦτο; ΔΗ. Φιλόστρατος ἡ κυναλώπηξ.
1070 ΑΛ. οὐ τοῦτό φησιν, ἀλλὰ ναῦς ἑκάστοτε
αἰτεῖ ταχείας ἀργυρολόγους οὑτοσί·
ταύτας ἀπαυδᾷ μὴ διδόναι σ᾽ ὁ Λοξίας.
ΔΗ. πῶς δὴ τριήρης ἐστὶ κυναλώπηξ; ΑΛ. ὅπως;
ὅτι ἡ τριήρης ‹τ᾽› ἐστὶ χὠ κύων ταχύ.
1075 ΔΗ. πῶς οὖν ἀλώπηξ προσετέθη πρὸς τῷ κυνί;
ΑΛ. ἀλωπεκίοισι τοὺς στρατιώτας ᾔκασεν,
ὁτιὴ βότρυς τρώγουσιν ἐν τοῖς χωρίοις.

***
ΠΑΦ. (Στον Δήμο:) Καλέ μου φίλε, άκουσε πρώτα κι αυτά κι ύστερα βγάλε κρίση (Διαβάζει:).
«Θωρώ γυναίκα να γεννά λιοντάρι στην Αθήνα
τη θεοσκέπαστη. Κι αυτό, για τη δημοκρατία
σαν για τα λιονταράκια του σε πόλεμο να μπαίνει
μ᾽ εχτρούς κουνούπια σύννεφο· ετούτο φύλαγέ το
[1040] χτίζοντας τείχος ξύλινο και πύργους σιδερένιους».
(Στον Δήμο:) Το ᾽πιασες το νόημά του;
ΔΗΜ. Μά τον Απόλλωνα, όχι.
ΠΑΦ. Ο θεός καθαρά και ξάστερα σου ᾽δωσε εντολή να με κρατήσεις κοντά σου· γιατί αντί λιοντάρι έχεις εμένα.
ΔΗΜ. Βρε έγινες Αντιλέοντας και δεν το πήρα χαμπάρι;
ΑΛΛ. Ένα μόνο από τον χρησμό δε σου κάνει λιανά, κι έχει τον λόγο του: τί ακριβώς εννοεί με τείχος από σίδερο και ξύλο, που μέσα σ᾽ αυτό παράγγειλε ο Λοξίας να κρατάς τούτον εδώ;
ΔΗΜ. Τί ήθελε λοιπόν να πει μ᾽ αυτά ο θεός;
ΑΛΛ. Σου ᾽δωσε εντολή να δέσεις τούτον εδώ σε παλούκι με πέντε σιδερένια κρικέλια.
ΔΗΜ. [1050] Μου φαίνεται ότι αυτός ο χρησμός δεν θ᾽ αργήσει να εκτελεστεί.
ΠΑΦ. Μη τον ακούς· γιατί (διαβάζει:)
«Ενάντια του ρίχνουν κρωξιές οι φθονερές οι κάργες.
Συ το γεράκι ν᾽ αγαπάς και να θυμάσαι πάντα
που κορακάκια σου ᾽φερε Σπαρτιατών δεμένα».
ΑΛΛ. Πα στο μεθύσι ο Παφλαγών τον κίντυνο φορτώθη.
«Χαρά στο πράμα, αστόχαστο του Κέκροπα βλαστάρι·
και μια γυναίκα φόρτωμα, αν της το βάλει ο άντρας,
θα φορτωνόταν μια χαρά, μα άλλο να δώσει μάχη·
γιατ᾽ έτσι και μαχότανε, σίγουρα θα χεζότανε».
ΠΑΦ. Θυμήσου τούτο τον χρησμό: «Μπροστά απ᾽ την Πύλο η Πύλος». (Διαβάζει:)
«Μπροστά απ᾽ την Πύλο συναντάς μια Πύλο...».
ΔΗΜ. (Διακόπτοντάς τον:) Τί πάει να πει ετούτο: «Μπροστά απ᾽ την Πύλο...».
ΑΛΛ. [1060] «Πυελο-κατάληψη!», λέει πως θ᾽ αρπάξει τις λεκάνες του λουτρού.
ΔΗΜ. Κι εγώ θα μείνω σήμερα άλουστος;
ΑΛΛ. Μα αφού ετούτος μάς έκλεψε τις λεκάνες; Τώρα όμως θα σου πω τον χρησμό για το ναυτικό· εσύ πρόσεχε μη σου ξεφύγει λέξη.
ΔΗΜ. Προσέχω· διάβασέ μου πρώτα-πρώτα πώς τα ναυτάκια μου θα πάρουν τους μιστούς που τους χρωστάμε.
ΑΛΛ. (Διαβάζει:)
«Μη σου τη φέρει, πρόσεξε, βλαστάρι του Αιγέα,
κι εσένα η σκυλαλεπού, η κρυφοδαγκανιάρα,
η αρχικλέφτρα, η σερπετή, η τρισξεσκολιασμένη».
(Στον Δήμο:) Το ᾽πιασες το νόημά του;
ΔΗΜ. Σκυλαλεπού ο Φιλόστρατος, ο αρχινονός.
ΑΛΛ. [1070] Έπεσες έξω· νά τί εννοεί: τα γοργοτάξιδα πλοία που κάθε λίγο και λιγάκι ετούτος ζητά για πλιατσικολόγημα, ο Λοξίας σου απαγορεύει να του τα δίνεις.
ΔΗΜ. Μα πώς η τριήρης γίνεται σκυλαλεπού;
ΑΛΛ. Πώς; νά, και η τριήρης και ο σκύλος τρέχουν γρήγορα.
ΔΗΜ. Και για ποιό λόγο στο σκύλο κόλλησε την αλεπού;
ΑΛΛ. Παρομοίασε τους στρατιώτες με τ᾽ αλεπουδάκια, γιατί τρώνε τα σταφύλια απ᾽ τ᾽ αμπέλια.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Καθαρμός και τελετουργία

Στα ομηρικά έπη συχνές είναι οι σκηνές καθαρμού πριν από την προσευχή, τη σπονδή, τη θυσία. Στην Ιλιάδα κυριαρχούν οι αναφορές που αφορούν στο λουτρό νεκρών και ακολουθούν οι αναφορές στον καθαρμό πριν τη σπονδή, την προσευχή και τη θυσία. Στην Οδύσσεια υπάρχει μία μόνο αναφορά σε πλύσιμο νεκρού, όταν ο Ερμής κατεβάζει τις ψυχές των μνηστήρων στον Άδη και ο Αγαμέμνων συνομιλεί με την ψυχή του Αχιλλέα, οπότε και του αναφέρει τη μάχη που έδωσαν για να πάρουν το σώμα του που στη συνέχεια έπλυναν (Οδ. ω, 45). Κυριαρχούν οι αναφορές στην καθαριότητα, το λούσιμο και το πλύσιμο των χεριών πριν το φαγητό (α, 138-140, 148. δ 49-56*. η 177-178. θ 442-443. κ 362-373. ο 135-136. ρ 87-93. ψ 157-167. ω 360-366) (Στην Οδύσσεια υπάρχουν έξι τυποποιημένες περιγραφές λουτρού. Με εξαίρεση το λουτρό στο ψ 135-167 σε όλες τις άλλες ακολουθεί ευωχία), ενώ στην Ιλιάδα το πλύσιμο είναι συνυφασμένο και με τη σπονδή, την προσευχή, τον όρκο, τη θυσία (Γ 268-270. Ι, 171-178. Κ 569-579**, Ω 299-307***). O Ησίοδος, από την πλευρά του, εφιστά την προσοχή να μην προσφέρει κανείς σπονδές στον Δία και στους άλλους θεούς «με τα χέρια άνιφτα» (Έργα, 724-726). Ο μεγάλος αριθμός των υδριοφόρων μορφών και των μικρών πήλινων υδριών στο μικρό ιερό της Δήμητρας στη ΒΑ περιοχή της αρχαίας Πέλλας είναι ενδεικτικός μιας τελετής εξαγνισμού των προσκυνητών, με τη χρησιμοποίηση νερού που θα μεταφερόταν με υδρίες στην περιοχή του ιερού.

Αναγκαίος είναι ο καθαρμός των χεριών στο περιρραντήριο πριν από την είσοδο στον ναό και πριν από τη θυσία, τόσο αυτού που την τελεί (Αισχ., Πέρσαι, 201-204) όσο και των συμμετεχόντων, και μάλιστα στην πρώτη της φάση (άρχεσθαι). Η περιφορά του κάνιστρου με τις προσφορές και του δοχείου με το νερό σηματοδοτεί την οριοθέτηση του ιερού στον τόπο της θυσίας αλλά και τη συγκρότηση μιας κοινότητας που αποδέχεται συγκεκριμένους κανόνες με τον σχηματισμό ενός κύκλου που εγκλείει το ζώο και τους συμμετέχοντες. Οι πιστοί ρίχνουν στα χέρια τους νερό από το δοχείο, ενώ η εξαγνιστική δύναμη της φωτιάς συνδυάζεται με του νερού, καθώς ένα κούτσουρο από τη φωτιά βυθίζεται στο νερό και με αυτό ραντίζεται το Ιερό, ο βωμός, οι συμμετέχοντες (Το νερό αυτό ονομάζεται χέρνιψ (Αθήναιος, ΙΧ, 409 b), είναι αγιασμένο (Αισχ., Ευμεν., 655-56· Σοφ.., Οιδ. Τ., 240· Ευρ., Ορ., 1602) και απαγορεύεται να δίδεται στους μιασμένους (Δημ., π. Λεπτ., 158· Σοφ.., Οιδ. Τ., 240)). Με το νερό του δοχείου ραντίζεται και το ζώο, η απότομη αντίδραση του οποίου εκλαμβάνεται ως συναίνεση για τη θυσία****. Κάποιες φορές ο εξαγνισμός του ζώου***** γινόταν σε ιδιαίτερη πηγή.
-----------------------
*Λουτρό 1
Οι παρακώτα στίχοι από την επίσκεψη του Τηλέμαχου στο παλάτι του Μενέλαου συνδυάζουν το λουτρό μετά από κοπιαστικό ταξίδι με το πλύσιμο των χεριών πριν το φαγητό:
 
σε μαρμαρένιο μπήκανε λουτρό για να λουστούνε.
Κι οι σκλάβες σαν τους έλουσαν, τους έτριψαν με λάδι
και με σγουρές τους έντυσαν χλαμύδες και χιτώνες,
πήγαν να κάτσουν σε θρονιά κοντά στο γιο τ' Ατρέα.
Μια παρακόρη με χρυσό πεντάμορφο λαγήνι
νερό τους χύνει να νιφτούν σε μια αργυρή λεκάνη,
κι εμπρός του μάκρου σκαλιστό τους έστρωσε τραπέζι.
(δ 49-56)
 
**Λουτρό 2
Πολύ χαρακτηριστική είναι η σκηνή λουτρού που περιγράφεται στους στίχους Κ 569-579 της Ιλιάδας, γι' αυτό και τους παραθέτουμε:
 
Και απέθεσε στην πρύμνην
ο Οδυσσεύς του Δόλωνος τα όπλα αιματωμένα
ώσπου θυσίαν της θεάς κατόπιν ετοιμάσουν.
Και αυτοί μέσα στη θάλασσα εμπήκαν ν' αποπλύνουν
σκέλη, μεριά και τράχηλον απ' τον πολύν τον ίδρο.
Και αφού τον ίδρο τον πολύν το κύμα της θαλάσσης
ένιψε από το σώμα τους κι εδροσολογηθήκαν,
κατέβηκαν κι ελούσθηκαν στους σκαλιστούς λουτήρες.
Και αφού λουσθήκαν και άλειμμα το σώμα τους εχρίσαν,
εις το τραπέζι εκάθισαν και το κρασί, που ευφραίνει,
από κρατήρα ολόγεμον της Αθηνάς σπονδίζαν.
 
***Καθαρμός πριν την προσευχή και τη σπονδή
Και απάντησεν ο Πρίαμος: «Προθύμως, ω γυναίκα,
θα κάμω αυτό που επιθυμείς. Καλό'ναι προς τον Δία
τα χέρια μας να υψώσωμε για να μας ελεήσει.».
Και ο γέρος επαράγγειλεν ευθύς την οικονόμα
νερό να φέρει αμίαντο στα χέρια να του ρίξει.
Και με λεκάνην ήλθε αυτή στα χέρια και προχύτην.
Ενίφθη και απ' την σύντροφον επήρε το ποτήρι
και ορθός στην μέσην της αυλής εσπόνδιζε κι ευχόταν
τα μάτια προς τον ουρανόν, και αυτούς τους λόγους είπε:
«Δία πατέρα, δοξαστέ, που από την Ίδην βλέπεις,
δώσ' μου να μ' έβρη ελεεινόν ο άσπονδος Πηλείδης,
ευδόκησε το αγαπητό πτηνό σου να μου στείλεις
που είναι γοργός σου μηνυτής, με δύναμην μεγάλην
στα δεξιά μου να το ιδώ ο ίδιος και σ' εκείνο
θαρρώντας να πορεύομαι στων Δαναών τα πλοία.».
 
****Ζωοθυσία
Εξαιρετική είναι η περιγραφή στην Οδύσσεια της θυσίας που προσφέρει ο Νέστορας στην Παλλάδα, όταν έφτασε στο παλάτι του ο Τηλέμαχος (γ 437-472). Ο Νέστορας έταξε στη θεά ενός χρονού δαμάλι κουτελάτο, / αμέρωτο, / που σε ζυγό δεν το 'βαλαν ακόμα, αφού πρώτα θα του χρύσωνε τα κέρατα. Και ζήτησε από τις δούλες να ετοιμάσουν το τραπέζι, να φέρουν τα θρονιά κι αγνό νερό απ' τη βρύση.
 
….ο γέρος
αλογολάτης Νέστορας το μάλαμα του δίνει [του χρυσοχού],
κι αυτός με τέχνη του σφαχτού τα κέρατα χρυσώνει,
ν' αναγαλλιάσει η Αθηνά όταν θα ιδεί το τάμα.
Το βόδι φέρνουν ο θεϊκός Εχέφρος με το Στράτη,
κρατώντας το απ' τα κέρατα, κι ο Άρητος κατόπι
ήρθε λαγήνι σκαλιστό κρατώντας στο 'να χέρι
και στ' άλλο κριθαρόσπειρα σ' ένα πλεχτό πανέρι.
Στεκόντανε κι ο άφοβος στη μέση ο Θρασυμήδης
κρατώντας κοφτερό μπαλτά να κόψει το σφαχτάρι.
Νά, κι ο Περσέας με σταμνί. Κι ο γεροαλογολάτης
άρχισε πρώτος να νιφτεί και πήρε το κριθάρι.
Κι απ' την καρδιά του ευχόντανε στην Αθηνά, πετώντας
τρίχες στη φλόγα, απ' του σφαχτού κομμένες το κεφάλι.
Σα δεηθήκανε έπειτα κι έχυσαν τα κριθάρια,
σίμωσε ο ψυχωμένος γιος του γέρου, ο Θρασυμήδης,
κι ευτύς το βόδι χτύπησε. Κόβει ο μπαλτάς τα νεύρα,
στο ζνίχι απάνω και μεμιάς παράλυσε η ζωή του.
Βάλανε οι κόρες τις φωνές του Νέστορα κι οι νύφες
κι η λατρευτή γυναίκα του η θεϊκιά Ευρυδίκη
απ' όλες μεγαλύτερη τις κόρες του Κλυμένη.
Τότε άλλοι απ' την πλατειά τη γη σηκώσανε το βόδι
και το 'σφαξε ο Πεισίστρατος ο πολεμοθρεμμένος.
Το αίμα του άμα στράγγισε και βγήκε πια η ψυχή του,
το γδέρνουν, κόβουν τα μηριά και τα διπλοτυλίγουν
με σκέπη, και τα συγυρνούν μ' από παντού κομμάτια.
Κι απάνω ο γέρος τα 'καιγε σε σκέζες περιχώντας
ξανθό κρασί. Κι οι νιοι πάντα πεντάσουβλα κρατούσαν
Και τα μηριά σαν κάηκαν και φάγανε τα σπλάχνα,
λιανίζουν τ' άλλα κρέατα και τα περνούν στις σούβλες
και τα 'ψηναν, τις μυτερές τις σούβλες τους κρατώντας.
Και τα ψαχνά σαν έβγαλαν ψημένα πια απ' τις σούβλες,
να φάνε τότε κάθισαν και με χρυσά ποτήρια
κοντά τους νιοί τους κέρναγαν αρχοντογεννημένοι.
 
*****Εξαγνισμός ζώου
[Ενδεικτική αναφορά] Ο Ηρακλής πρόσφερε θυσίες στη Δήμητρα και την Κόρη των Συρακουσών και αφιέρωσε τον ωραιότερο ταύρο της αγέλης, αφού πρώτα τον εξάγνισε στην πηγή Κυάνη, την οποία ανέβλυσε ο Πλούτωνας στο σημείο που άνοιξε τη γη στην Έννα της Σικελίας για να κατεβεί με την Κόρη στον Άδη. Μάλιστα, ο Ηρακλής πρόσταξε τους ντόπιους κάθε χρόνο να θυσιάζουν στην Κόρη και να τελούν πανήγυρι στην Κυάνη με όλη τη λαμπρότητα (Διόδωρος, IV, 24, 4), συγκεκριμένα, να βυθίζουν ταύρους μέσα στη λίμνη (ό.π. V, 4).

Ελληνιστική Γραμματεία: Ποιητική και αισθητική, Τα εξωλογοτεχνικά συμφραζόμενα, Σε διάλογο με τις καλές τέχνες

Πουθενά αλλού δεν γίνεται τόσο έντονα αισθητή η αλληλεπίδραση εικαστικών τεχνών και λογοτεχνίας όσο στα ελληνιστικά χρόνια. Η ελληνιστική αισθητική, όπως εκφράζεται στην προτίμηση για το καθημερινό και το οικείο, το γκροτέσκο και το χιουμοριστικό, τον ερωτισμό και το πάθος, την περιγραφή της φύσης και τον θαυμασμό για το έργο τέχνης, είναι αποτέλεσμα μιας στιλιστικής εκλέπτυνσης που διαπερνά ταυτόχρονα τη νεωτερική ποιητική, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τα πολύχρωμα ψηφιδωτά.
 
Η ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, η μίμηση, είναι η βασική στόχευση της τέχνης, όπως πολύ ωραία αποτυπώνεται στο παλαιότερο εκφραστικό επίγραμμα που αποδίδεται στην Ήριννα, ποιήτρια του 4ου αι. π.Χ. [ΠΑ. 6.352]:
 
«Η ζωγραφιά αυτή είναι έργο ευαίσθητων χεριών. Καλέ μου Προμηθέα, υπάρχουν άνθρωποι που σου μοιάζουνε στην τέχνη. Στ' αλήθεια, όποιος ζωγράφισε αυτήν την κοπέλα αν της έδινε και φωνή, θα είχε φτιάξει την Αγαθαρχίδα ολοζώντανη».
 
Παρόμοια σχολιάζουν τα εικαστικά εκθέματα στο παλάτι των Πτολεμαίων δύο λαϊκές γυναίκες, η Γοργώ και η Πραξινόη, στο Ειδύλλιο 15 του Θεοκρίτου [Θεόκριτος, Ειδύλλιο 15]:
 
«Δέσποινα Αθηνά, ποιες υφάντρες τα κέντησαν, ποιοι ζωγράφοι εζωγράφισαν τα σχέδια τόσο πιστά· με πόση φυσικότητα στέκουν και με πόση φυσικότητα γυρίζουν, λες και είναι ζωντανά, όχι κεντημένα».
 
Ο αναγνώστης ελληνιστικών ποιημάτων γίνεται πολύ συχνά θεατής, κυρίως όταν ο ποιητής παρεμβάλλει στο έργο του μιαν ἔκφρασιν, μια λεπτομερειακή δηλαδή περιγραφή ενός έργου τέχνης ή ενός περίτεχνου αντικειμένου με τις αναπαραστάσεις του. Η παλαιότερη ἔκφρασις είναι φυσικά η περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα που φιλοτέχνησε ο Ήφαιστος στο Σ της Ιλιάδας. Ο Θεόκριτος αντιστρέφει το ομηρικό μοντέλο στη δική του ἔκφρασιν, την περιγραφή ενός αγροτικού ποτηριού από κισσό με χαραγμένες παραστάσεις-σύμβολα της νεωτερικής ποιητικής, όπως είναι το ζευγάρι των νεαρών εραστών, ο γέροντας ψαράς και το παιδί με την αλεπού, στο πρώτο του Ειδύλλιο Θύρσις ἢ Ὠιδή. Περισσότερο εναρμονισμένη με τους υψηλούς τόνους του έπους είναι η περιγραφή του μανδύα του Ιάσονα από τα Αργοναυτικά όπου απεικονίζονται παραστάσεις από τον μύθο∙ εδώ ρητά λέγεται, κατ' αναλογία προς την ασπίδα του Αχιλλέα, ότι ο πορφυρός μανδύας είναι έργο θεϊκό, φιλοτεχνημένο από την ίδια την Αθηνά. Η διασημότερη όμως περιγραφή προέρχεται από την Ευρώπη του Μόσχου, όπου το χρυσό πανέρι της Ευρώπης, έργο θεών κι αυτό, φιλοξενεί «σε σμίκρυνση» την ερωτική ένωση του Δία με τη βοόμορφη Ιώ.

Κείμενα:

· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 1 Θύρσις ὴ Ὠιδή (Η περιγραφή του κισσυβίου)
· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 15 Συρακόσιαι ἢ Ἀδωνιάζουσαι 78-86 (Έργα τέχνης στην αυλή των Πτολεμαίων)
· Απολλώνιος, Αργοναυτικά 1.721-773 (Η περιγραφή του μανδύα του Ιάσονα)
· Μόσχος, Ευρώπη 37-62 (Περιγραφή του χρυσού καλαθιού της Ευρώπης)