Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (382-408)

ΧΟ. ἦν ἄρα πυρός ‹γ᾽› ἕτερα θερμότερα καὶ λόγων [ἀντ. α]
385 ἐν πόλει τῶν ἀναιδῶν ἀναιδέστεροι·
καὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ἦν ἄρ᾽ οὐ φαῦλον ὧδ᾽ ‹οὐδ᾽ ἐλαφρόν.›
ἀλλ᾽ ἔπιθι καὶ στρόβει, μηδὲν ὀλίγον πόει·
νῦν γὰρ ἔχεται μέσος.
ὡς ἐὰν νυνὶ μαλάξῃς αὐτὸν ἐν τῇ προσβολῇ,
390 δειλὸν εὑρήσεις· ἐγὼ γὰρ τοὺς τρόπους ἐπίσταμαι.

ΟΙ. Α’ ἀλλ᾽ ὅμως οὗτος τοιοῦτος ὢν ἅπαντα τὸν βίον,
κᾆτ᾽ ἀνὴρ ἔδοξεν εἶναι, τἀλλότριον ἀμῶν θέρος.
νῦν δὲ τοὺς στάχυς ἐκείνους, οὓς ἐκεῖθεν ἤγαγεν,
ἐν ξύλῳ δήσας ἀφαύει κἀποδόσθαι βούλεται.
395 ΠΑ. οὐ δέδοιχ᾽ ὑμᾶς, ἕως ἂν ζῇ τὸ βουλευτήριον
καὶ τὸ τοῦ δήμου πρόσωπον μακκοᾷ καθήμενον,

ΧΟ. ὡς δὲ πρὸς πᾶν ἀναιδεύεται κοὐ μεθί- [ἀντ. β]
στησι τοῦ χρώματος τοῦ παρεστηκότος.
400 εἴ σε μὴ μισῶ, γενοίμην ἐν Κρατίνου κῴδιον
καὶ διδασκοίμην προσᾴδειν Μορσίμου τραγῳδίᾳ.
ὦ περὶ πάντ᾽ ἐπὶ πᾶσί τε πράγμασι
δωροδόκοισιν ἐπ᾽ ἄνθεσιν ἵζων,
εἴθε φαύλως, ὥσπερ ηὗρες, ἐκβάλοις τὴν ἔνθεσιν.
405 ᾄσαιμι γὰρ τότ᾽ ἂν μόνον·
«πῖνε πῖν᾽ ἐπὶ συμφοραῖς».
τὸν Οὐλίου τ᾽ ἂν οἴομαι, γέροντα πυροπίπην,
ἡσθέντ᾽ ἰηπαιωνίσαι καὶ βακχέβακχον ᾆσαι.

***
ΧΟΡ. Πόσο κι απ᾽ τις δυο μεριές ακούστηκαν πράματα πιο καυτά κι απ᾽ τη φωτιά και οι βρομιές που ακούμε στην πόλη είναι καν τίποτα κοντά στις βρομιές τους! Η δουλειά δεν ήταν παίξε-γέλασε ούτε λαφριά. (Στον Αλλαντοπώλη:) Όμως πέσε πάνω του και κάν᾽ τον φουρφούρι, δώσ᾽ του να καταλάβει τώρα που τον κρατάς απ᾽ τη μέση. Γιατί, αν τώρα, που του μπήκες έτσι, τον κάνεις μαλακό σα σφουγγάρι,
[390] θα ξεσκεπαστεί κιοτής. Ξέρω και καλοξέρω τα τερτίπια του.

ΠΡ. Δ. Κι όμως, κι ας ήταν ετούτος σ᾽ όλη του τη ζωή τέτοιος, πέρασε στον κόσμο για σπουδαίος, θερίζοντας ξένο καρπό. Και τώρα τα στάχυα εκείνα, που τα κουβάλησε από κει που είπαμε, τα ξεραίνει σε ξύλινα δεσμά και βάλθηκε να τα πουλήσει.
ΠΑΦ. Δεν σας φοβάμαι, όσο ζει η βουλή κι ο Δήμος συνεδριάζει με την αποβλάκωση απλωμένη στο πρόσωπό του.

ΧΟΡ. Όμως με πόση ξετσιπωσιά αντικρίζει το καθετί κι ούτε το χρώμα του προσώπου του δεν λέει να παραλλάξει. (Στον Παφλαγόνα:)
[400] Την ώρα που θα παύσω να σε μισώ, να γίνω του Κρατίνου του κατουριάρη στρώμα και να κάνω πρόβες στη μουσική τραγωδίας του Μόρσιμου. Ε συ, που γύρω απ᾽ όλα και πάνω απ᾽ όλα τα ζητήματα
«πα σε ανθούς δωροδοκιάς την έχεις αραγμένη»,
άμποτε, με την ίδια ευκολία που την έχαψες, να ξεράσεις τη μπουκιά απ᾽ το στόμα σου. Γιατί εκείνη τη μέρα θα τραγουδούσα ένα μόνο τραγούδι:
«Πιες και πάλι πιες,
τέρμα πια οι συμφορές».
ΚΟΡ. Και φαντάζομαι τον Ούλιο, τον γερομπινέ τον λαγανοβλεψία, χαρούμενος να ψέλνει τα νικητήρια και να πιάσει να τραγουδά «Βάκχε! Βακχέβακχε!».

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Όλγανος, Ορόντης, Πάμισος

Όλγανος

Γιος του μυθικού βασιλιά Βέρη και αδελφός της Βέροιας και της Μίεζας, από τις οποίες ονομάστηκαν οι δύο σημαντικές πόλεις της Ημαθίας. Μεταμορφώθηκε σε ποτάμιο θεό και έδωσε το όνομά του στο ποτάμι που ίσως ταυτίζεται με το ποτάμι Αράπιτσα, που κατεβαίνει αφριστό από τη Νάουσα στον κάμπο κοντά στο χωριό Κοπανός. Εκεί ίσως υπήρχε ιερό προς τιμήν του.
 
Ορόντης
 
Οι μύθοι που περιβάλλουν τον ποταμό καταδεικνύουν τις προσπάθειες να ελεγχθούν παραγωγικά τα νερά του και φανερώνουν τα έργα διευθέτησης των υδάτων του.
 
α) Σύμφωνα με μια εκδοχή ο Ορόντης, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, ερωτεύτηκε την Ωκεανίδα Νύμφη Μελίβοια και ξεχείλισε πλημμυρίζοντας την ύπαιθρο, ως τη στιγμή που τιθασεύτηκε από τον Ηρακλή.
 
β) Ο Ορόντης ήταν ένας Ινδός ήρωας, πολεμιστής φοβερός, είκοσι πήχεις ψηλός. Πληγώθηκε από τον Διόνυσο και αυτοκτόνησε. Το πτώμα του παρασύρθηκε από τα νερά του ποταμού που ονομάστηκε από τον ήρωα. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή άλλαξαν την πορεία του ποταμού για να διευθετήσουν την παλιά κοίτη. Κατά τη διάρκεια των εργασιών βρήκαν μια μακριά γύψινη σαρκοφάγο, που περιείχε ανθρώπινο σκελετό τεραστίων διαστάσεων, για τον οποίο το μαντείο της Κλάρου είπε πως ανήκε στον ήρωα Ορόντη.
 
Σε χάλκινο αγαλμάτιο των αρχών του 2ου αι. π.Χ., αντίγραφο μεγάλου αγάλματος που ο γλύπτης Ευτυχίδης έφτιαξε γύρω στο 300 π.Χ., όταν ο Σέλευκος ίδρυσε την Αντιόχεια της Συρίας, παριστάνεται σε βράχο η Τύχη, μία από τις Ωκεανίδες στη Θεογονία, με διάδημα που μιμείται τα τείχη της πόλης Αντιόχειας και κρατώντας δέσμη από στάχυα στο χέρι. Κάτω από τα πόδια της εμφανίζεται, ορατός μέχρι τη μέση και προσωποποιημένος σαν νέος που κολυμπά, ο ποταμός Ορόντης, στην αριστερή όχθη του οποίου κτίστηκε η πόλη.
 
Πάμισος ή Παμισός (Μεσσηνία)
 
Είναι το μεγαλύτερο ποτάμι του Νομού Μεσσηνίας. Διασχίζει κάθετα τον κάμπο και εκβάζει στο Μεσσηνιακό κόλπο, ανάμεσα στη Μεσσήνη και στη Καλαμάτα.
 
Το όνομα του ποταμού αναφέρεται από το Στράβωνα αλλά και τον Παυσανία, οποίος αναφέρεται και στη λατρεία του ποτάμιου θεού Πάμισου, για τον οποίο πίστευαν ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Εξάλλου, με τη μορφή του ταύρου βρέθηκε (1933) σε ανάγλυφο στα τα ερείπια του αρχαίου ιερού του Ασκληπιού. Γιορτές τελούνταν στις πηγές του ποταμού, στη σημερινή θέση Αγιος Φλώρος.
 
«ἐκ δὲ Μεσσήνης ὑπὸ τοῦ Παμίσου τὸ στόμα ὁδὸς μὲν σταδίων ἐστὶν ὀγδοήκοντα, ῥεῖ δὲ ὁ Πάμισος διά τε ἀρουμένης καὶ καθαρὸς καὶ ἀναπλεῖται ναυσὶν ἐκ θαλάσσης ἐπὶ δέκα που σταδίους: ἀναθέουσι δὲ ἐς αὐτὸν καὶ οἱ θαλάσσιοι τῶν ἰχθύων περὶ ὥραν μάλιστα τοῦ ἦρος». (Παυσ., Μεσσηνιακά 34.1)
 

Μορφή και ιστορικές φάσεις της πλανητικής πολιτικής (2)

Η πρώτη από τις μεγάλες τούτες φάσεις αρχίζει με τα ταξίδια των ανακαλύψεων, τις κατακτητικές εκστρατείες και την ανάπτυξη του αποικιακού εμπορίου όταν 16ο αιώνα και διαρκεί ίσαμε τη βιομηχανική και φιλελεύθερη επανάσταση. Στους τρεις περίπου αιώνες, που αγκαλιάζει αυτό το χρονικό διάστημα, τα υποκείμενα της πλανητικής πολιτικής, ήτοι οι πλανητικές Δυνάμεις, σε γενικές γραμμές είναι κράτη όπου δεσπόζει η κληρονομική αριστοκρατία, ο κλήρος και διάφορα εμποροβιοτεχνικά στοιχεία, δηλαδή κράτη με έντονα φεουδαλικά-πατριαρχικά γνωρίσματα, τα όποια αντιζυγιάζονταν με τις απολυταρχικές και μερκαντιλιστικές τάσεις. Στη σχετική χαλαρότητα της εσωτερικής τους οργάνωσης και στις περιορισμένες ανάγκες της κατά μεγάλο μέρος γεωργικής και αυτάρκους οικονομίας τους αντιστοιχεί η χαλαρή υφή του πρώιμου αποικιακού συστήματος και η χαμηλή πυκνότητα της πλανητικής πολιτικής γενικότερα. Τα σύγχρονα κράτη αρχίζουν μόλις τώρα να διαμορφώνονται και δεν διαθέτουν τους διοικητικούς μηχανισμούς που θα τους επέτρεπαν έναν τελεσφόρο έλεγχο ολόκληρου του πλανητικού χώρου, όπως δεν είναι ούτε και σε θέση να επιβάλουν στην ίδια τους την επικράτεια μιάν ενιαία νομοθεσία που να αγκαλιάζει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Και όπως στο εσωτερικό τους οι εστίες των νέων τάσεων στην οικονομία και στη διοίκηση δημιουργούν ακόμα την εντύπωση μικρότερων ή μεγαλύτερων νησιών μέσα στο πέλαγος του πατριαρχισμού, έτσι οι οικονομικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις των πλανητικών Δυνάμεων στις διάφορες ηπείρους αποτελούν κόμβους ενός αραιού δικτύου και μοιάζουν σαν σκόρπια φυλάκια μέσα σ’ έναν κατά μεγάλο μέρος ανεξερεύνητο, εξωτικό, μαγικό-φανταστικό χώρο, οι διαστάσεις του οποίου βαθμιαία μόνον εισδύουν στη συνείδηση ως συγκεκριμένα μεγέθη. Ο χώρος εκδιπλώσεως της πλανητικής πολιτικής αποτελείται συνήθως από εδάφη ασυνεχή· τη συνοχή μεταξύ τους τη δημιουργεί όχι τόσο η πύκνωση των επικοινωνιών όσο η προσπάθεια των πλανητικών Δυνάμεων να εδραιώσουν τη δική τους σφαίρα επιρροής και να την οριοθετήσουν ενάντια σε άλλες. Η προσπάθεια αυτή υπήρξε εντατική και προξένησε σφοδρούς αγώνες, ωστόσο αυτοί διεξάγονταν, αν τους δούμε με σύγχρονα κριτήρια, σε αργούς ρυθμούς και με κινητοποίηση σχετικά μικρών στρατιωτικών δυνάμεων σε λίγες αποφασιστικές θέσεις.
 
Ο βαθμός πυκνότητας και ο γενικός χαρακτήρας της πλανητικής πολιτικής αλλάζουν ουσιαστικά στην πορεία της επόμενης φάσης, η οποία σημαδεύεται από τη νικηφόρα φιλελεύθερη και βιομηχανική επανάσταση. Το πλανητικό δίκτυο γίνεται τώρα πυκνότερο όχι μόνον επειδή η σύγχρονη βιομηχανία χρειάζεται και δημιουργεί μεγαλύτερες δυνατότητες επικοινωνίας, καθώς ξυπνά ή εντείνει ανταλλακτικές ανάγκες σε πολλαπλά επίπεδα, αλλά και επειδή το σύγχρονο κράτος, έχοντας παραμερίσει τα κατάλοιπα του πατριαρχισμού, παρέχει τα διοικητικά μέσα για την οργάνωση μεγάλων χώρων. Τώρα μπορούν να τεθούν υπό λίγο-πολύ στενό έλεγχο χώρες οι οποίες προηγουμένως επιτηρούνταν μονάχα μέσω στρατιωτικών και εμπορικών βάσεων. Έτσι προσφέρεται η δυνατότητα να μεταβληθεί το δίκτυο των βάσεων σε συμπαγείς χώρους και να κατανεμηθούν οι χώροι αυτοί ανάμεσα στις πλανητικές Δυνάμεις. Πρόκειται για την κλασσική εποχή του ιμπεριαλισμού, η οποία, όχι τυχαία, συμπίπτει με την εποχή της ακμής του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού. Οι πλανητικές Δυνάμεις είναι σε τούτη ή εκείνη τη μορφή φιλελεύθερες και συνάμα ιμπεριαλιστικές, γιατί μονάχα η αλματώδης άνοδος της βιομηχανικής οικονομίας χάρη στον φιλελεύθερο καπιταλισμό και η δημιουργία του αστικού κράτους έδωσαν στον ιμπεριαλισμό όχι μόνο τα ελατήρια, αλλά και τα όργανα της εκδίπλωσής του. Στο ιμπεριαλιστικό εγχείρημα συμμετείχαν βέβαια σε ανώτερο επίπεδο κοινωνικές ομάδες με τις όποιες η αστική τάξη υποχρεώθηκε κάποτε να μοιρασθεί την πολιτική εξουσία (π.χ. ευγενείς πού ως στρατιωτικοί στις αποικίες αναζητούσαν υποκατάστατα για τη χαμένη ή ανασφαλή πια κοινωνική τους θέση στην πατρίδα) και σε κατώτερο επίπεδο ακτήμονες δίχως ελπιδοφόρο μέλλον στον τόπο τους. Μολονότι για τους λόγους αυτοίς ο ιμπεριαλισμός ήταν ευρύτερα δημοφιλής στο εσωτερικό των πλανητικών Δυνάμεων, ωστόσο παρέμεινε αστικό εγχείρημα τόσο ως προς τις κινητήριες δυνάμεις του όσο και από άποψη ιστορική-δομική. Τούτο γίνεται προφανές αν αναλογισθούμε την παραλληλότητα ανάμεσα στην εσωτερική δομή των φιλελεύθερων-καπιταλιστικών κρατών και στη δομή του ιμπεριαλιστικού συστήματος in toto: στον χωρισμό και στη σχέση μεταξύ αστών και προλεταρίων μέσα στα κράτη εκείνα αντιστοιχούσε ο χωρισμός και η σχέση κυρίαρχων και αποικιακών λαών μέσα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Παράλληλη ήταν όμως και η επίδραση του φιλελεύθερου καπιταλισμού στο εσωτερικό των πλανητικών Δυνάμεων και εντός του ιμπεριαλιστικού συστήματος: με τη βιομηχανία και με τη λειτουργία του πολυκομματικού κοινοβουλευτισμού η μεγάλη μάζα του πληθυσμού αποσπάσθηκε από τα δεσμά του πατριαρχισμού και ρίχτηκε μέσα στο χωνευτήρι της μαζικής κοινωνίας, ακριβώς όπως και η μεγάλη μάζα των προλεταριακών λαών βγήκε βίαια από την απομόνωσή της και εντάχθηκε σε μιά παγκόσμια κοινωνία που γινόταν ολοένα και πυκνότερη. Το ιμπεριαλιστικό σύστημα έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία μαζοποίησης σε διεθνές επίπεδο, όπως ακριβώς και ο βιομηχανικός καπιταλισμός προώθησε αναγκαστικά τη μαζοποίηση μέσα στο εκάστοτε εθνικό πλαίσιο.
 
Είναι οφθαλμοφανές ότι η διαφορά ή η απόσταση ανάμεσα σε υποκείμενα και σε αντικείμενα της πλανητικής πολιτικής ήταν και στις δύο αυτές ιστορικές φάσεις της θεμελιώδης για τη λειτουργία του πλανητικού συστήματος, εφ’ όσον μάλιστα καθιερωνόταν από το διεθνές δίκαιο και επί πλέον νομιμοποιούνταν με επιχειρήματα παρμένα από τη φιλοσοφία της ιστορίας και του πολιτισμού. Η πλανητική πολιτική διαμορφωνόταν από τις πλανητικές Δυνάμεις ίσαμε τα μέσα σχεδόν του 20ού αιώνα, ενώ οι υπόλοιπες Δυνάμεις αποτελούσαν, σε τούτον ή εκείνον τον βαθμό, τα αντικείμενα μιας πολιτικής η οποία υπαγορευόταν από τις πρώτες ως κυρίαρχα υποκείμενα. Η κατάσταση αυτή άλλαξε με όλο και γοργότερο ρυθμό στην πορεία του αιώνα μας. και μάλιστα κατά την ίδια έννοια, και στο πλαίσιο της ίδιας κοσμοϊστορικής διαδικασίας, όπως η μαζική δημοκρατία εκτόπισε βαθμιαία τον ολιγαρχικό φιλελευθερισμό στο εσωτερικό των προχωρημένων εθνών, τα όποια και αποτελούσαν κατά κανόνα τις πλανητικές Δυνάμεις. Αυτό σήμαινε ότι  αρχή της ισότητας υλοποιήθηκε με την προγραμματική επιδίωξη της «ευημερίας για όλους», ότι ο εκδημοκρατισμός έβαλε στη θέση των λίγο-πολύ κλειστών ολιγαρχιών το παιγνίδι των ανοιχτών ελίτ και στη θέση των πάγιων ιεραρχιών μία κατ’ αρχήν απεριόριστη κοινωνική κινητικότητα, και τέλος ότι η κυρίαρχη ιδεολογία πήρε χαρακτήρα ατομικιστικό, εξισωτικό και πλουραλιστικό (ακόμα και σε σχέση με τις ηθικές αξίες). Χάρη στη μαζική εμφάνιση νέων και μεταξύ τους νομικά ίσων κρατών, η πλανητική πολιτική προσλαμβάνει πυκνότητα και κινητικότητα ανάλογη με εκείνες των μαζικών κοινωνιών ή δημοκρατιών, οι όποιες διαδέχθηκαν τον ολιγαρχικό φιλελευθερισμό. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία δημιουργείται μιά αληθινή παγκόσμια κοινωνία, η οποία βέβαια χαρακτηρίζεται από σημαντικές πραγματικές ανισότητες και ανισομέρειες.
 
Ωστόσο από την άλλη πλευρά διακηρύσσει την κατ’ αρχήν ισότητα των μελών της και τους αναγνωρίζει τα ίδια δικαιώματα. Όπως στο εσωτερικό της ανεπτυγμένης μαζικής δημοκρατίας, έτσι και εντός της παγκόσμιας κοινωνίας η ισότητα δεν έχει πραγματοποιηθεί υλικά και ολόπλευρα, πάντως την εγγυάται το διεθνές δίκαιο και τη διατυμπανίζουν οι καθημερινές διακηρύξεις· ρατσιστικές και παρόμοιες διδασκαλίες, οι οποίες ευλογούσαν αποικιοκρατικές-ιμπεριαλιστικές σχέσεις κυριαρχίας και πριν ακόμη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήσαν στην Ευρώπη πολύ πιο αυτονόητες απ’ όσο μπορεί ή θέλει να φαντασθεί κανείς σήμερα, θεωρούνται απαράδεκτες και αντικαθίστανται αφ’ ενός με οικουμενικές ανθρωπολογικές και ηθικές αρχές κι αφ’ ετέρου με την ευμενή αξιολόγηση των διαφόρων πολιτισμών, της μοναδικότητας τους και της συμβολής τους στον παγκόσμιο πολιτισμό.
 
Μετά την κατάρρευση του κλασσικού ιμπεριαλισμού των (πρώην) πλανητικών Δυνάμεων, ο οποίος πρόβαλλε τον φιλελεύθερο χωρισμό μεταξύ αστού και προλεταρίου μέσα στον κόσμο των εθνών, οι «υπανάπτυκτες» χώρες δεν θεωρούνται πλέον, ρητά τουλάχιστον, ως άμαθα παιδιά που έχουν ανάγκη τη σοφή κηδεμονία του Λευκού Ανθρώπου, παρά μάλλον ως αναξιοπαθούντες ή ως (παρακατιανοί) εταίροι, στους οποίους θα πρέπει να δοθούν οι ίδιες δυνατότητες ανόδου όπως και στους αλλοτινούς προλεταρίους των βιομηχανικών εθνών. Από τη διεθνή εφαρμογή των ίδιων εκείνων αρχών που υλοποιήθηκαν πρακτικά στο εσωτερικό της προοδευμένης μαζικής δημοκρατίας προσδοκάται ότι τα κατώτερα στρώματα της παγκόσμιας κοινωνίας, χάρη στην ευημερία και στον εκδημοκρατισμό, θα πλησιάσουν τα ανώτερα και ότι εν τέλει ο πλανήτης, θεωρούμενος στην ολότητα του, θα μοιάζει με μιά τεράστια αγορά κι ένα τεράστιο κοινωνικό κράτος, μέσα στο οποίο θα μπορούσαν να ανακατανεμηθούν πόροι και πλούτη προς όφελος των ίσαμε τώρα αδικημένων. Όμως οι ηγετικές Δυνάμεις δεν περιμείνουν την παγκόσμια κοινωνική συνδιαλλαγή από μια τέτοια άμεση ανακατανομή, η οποία θα συνεπαγόταν δυσάρεστες και μακροπρόθεσμα ίσως ανώφελες θυσίες για τους πλουσίους, παρά μάλλον από τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη στις «υπανάπτυκτες» χώρες – ακριβώς όπως και στις προηγμένες μαζικές δημοκρατίες η ευημερία των ευρύτερων μαζών επιτεύχθηκε περισσότερο με τη δημιουργία νέου πλούτου, χάρη στην ανάπτυξη της τεχνικής και την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, παρά με τη δραστική ανακατανομή του ήδη υπάρχοντος. Η ανάπτυξη των έως τώρα ισχνών περιφερειών της παγκόσμιας οικονομίας φαίνεται άλλωστε να παρέχει οφέλη και στις ισχυρές οικονομίες, έτσι ώστε, όπως νομίζεται, θα μπορούσε να επαναληφθεί σε παγκόσμια κλίμακα η ίδια διαδικασία όπως στις δυτικές μαζικές δημοκρατίες, όπου η κοινωνική άνοδος του εργάτη (ως καταναλωτή) μακροπρόθεσμα αναπτέρωσε τη βιομηχανία, έστω κι αν αυτή υποχρεώθηκε, με σφιγμένα τα δόντια, να σηκώσει ένα μέρος από τα βάρη του κοινωνικού κράτους.
 
Πρέπει τώρα να τονισθεί ιδιαίτερα η έξης άποψη της περίπλοκης αναλογίας μεταξύ μαζικής δημοκρατίας και παγκόσμιας κοινωνίας. Όπως εντός της πρώτης, έτσι και εντός της δεύτερης η συμπεριφορά των (συλλογικών) υποκειμένων καθορίζεται λιγότερο από την πραγματική, προφανώς δυσυπέρβλητη ανισότητα και περισσότερο από το κατ’ αρχήν αναγνωριζόμενο δικαίωμα της ισότητας – και μάλιστα όχι απλώς ισότητας των τυπικών νομικών δικαιωμάτων, παρά ισότητας στην απόλαυση. Η πανηγυρική αναγνώριση αυτού του δικαιώματος, έστω και μόνο στο επίπεδο των προγραμματικών διακηρύξεων, δημιουργεί τον ορίζοντα των προσδοκιών οι οποίες εμπνέουν τη μακροπρόθεσμη δράση, μολονότι κατά την καθημερινή πραγματιστική άσκηση της πολιτικής τη συμπεριφορά συνήθως εξακολουθεί να την καθορίζει η επίγνωση της χειροπιαστής ανισότητας πλούτου και ισχύος. Τώρα όμως η ανισότητα είναι απλώς πραγματικότητα, η οποία οφείλει να ληφθεί υπ’ όψιν κοντά σε άλλους παράγοντες, κι όχι αρχή, στην οποία είναι κανείς υποχρεωμένος να υποκύψει. Έτσι, τα κατώτερα στρώματα της παγκόσμιας κοινωνίας προβάλλουν στη διεθνή σκηνή με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και τα όρια ανάμεσα σε υποκείμενα και αντικείμενα της πλανητικής πολιτικής γίνονται όλο και πιο ρευστά. Τούτη η δραματική κοσμοϊστορική αλλαγή καθίσταται εξώφθαλμη, αν αναλογισθούμε τη θέση πολλών ασιατικών ή αραβικών κρατών πριν από πενήντα χρόνια σε σύγκριση με σήμερα. Άρχισε, κι όχι τυχαία, με την άνοδο των μπολσεβίκων στην εξουσία, για να πάρει παγκόσμιες διαστάσεις στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και να γίνει αμετάστρεπτη. Στην προσπάθεια τους να κινητοποιήσουν τους έγχρωμους και αποικιακούς λαούς εναντίον των καπιταλιστικών μητροπόλεων, οι κομμουνιστές συνέβαλαν ουσιαστικά στη διάδοση και στην επικράτηση των άρχων της ισότητας, αναγκάζοντας με τον ανταγωνισμό τους το στρατόπεδο των (πρώην) αποικιακών Δυνάμεων να υιοθετήσει βαθμηδόν το ίδιο λεξιλόγιο και τις ίδιες θέσεις. Αλλά ο ανταγωνισμός Ανατολής και Δύσης, προ παντός την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, επέτεινε κι από μιάν ακόμη άποψη την πυκνότητα της πλανητικής πολιτικής στη μαζικοδημοκρατική της φάση. Η ασυμφιλίωτη αντίθεση των δύο στρατοπέδων, πού μόνο με την εξάλειψη του ενός μπορούσε να ξεπερασθεί, μετέβαλε πραγματικά ή δυνητικά κάθε περιοχή του πλανήτη σε επίμαχο σημείο, προωθώντας στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος ό,τι αποτελούσε επιθυμητό στόχο για τη μιά πλευρά, εφ’ όσον αρκούσε να επιθυμεί η μιά πλευρά ένα αντικείμενο προκειμένου να το επιθυμήσει αμέσως και η άλλη. Η αγκύλωση των δύο στρατοπέδων μέσα στα υφιστάμενα σύνορα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου (παρά τις κάποιες αλλαγές στην περιφέρεια) ήταν συνέπεια του πυρηνικού εκφοβισμού και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να συγκριθεί με τον χωρισμό του πλανήτη σε σφαίρες επιρροής, όπως αυτός πραγματοποιήθηκε εν μέρει στην προηγούμενη φάση της πλανητικής πολιτικής, δηλ. στη φάση του ιμπεριαλισμού.
 
Η κατάρρευση του κομμουνισμού και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αναγκαστικά θα εντείνουν τις υλικές και πνευματικές προσδοκίες οι οποίες ευδοκιμούν πάνω στο έδαφος της γενικά αναγνωρισμένης αρχής της ισότητας. Γιατί ο νικητής του Ψυχρού Πολέμου, η μαζικοδημοκρατική Δύση, φαίνεται να δείχνει έναν δρόμο προς το μέλλον, ο οποίος, μετά την εξάλειψη του μεγάλου αντιπάλου, είναι, όπως λέγεται, ο μόνος δυνατός και ο μόνος ελπιδοφόρος. Η σύζευξη ελευθερίας και ευημερίας, την οποία προπαγάνδισε η Δύση στον πολιτικό και ιδεολογικό της αγώνα εναντίον του κομμουνισμού, έφθασε βαθμηδόν να θεωρείται κάτι σαν αυταπόδεικτο αξίωμα, κι έτσι, ακόμη και όπου δεν υπάρχει πολιτική ελευθερία με τη δυτική έννοια, η λύση των οικονομικών προβλημάτων επαφίεται, στο πλαίσιο του πολιτικά επιτρεπτού ή ανεκτού, στην ελεύθερη δραστηριότητα των οικονομούντων υποκειμένων. Η επίρρωση του «δυτικού προτύπου» μετά την απτή αποτυχία της σχεδιασμένης οικονομίας φαίνεται να έχει παραμερίσει για πάντα αμφιβολίες και άκαρπους πειρασμούς, απελευθερώνοντας έτσι τα πνεύματα και δείχνοντας τον ορθό προσανατολισμό. Ωστόσο θα παρέκαμπτε κανείς το ουσιώδες ζήτημα, αν δεν έθετε το στοιχειώδες ερώτημα γιατί ακριβώς τέτοιες έγνοιες και ακριβώς τέτοια προβλήματα έχουν μπει σήμερα στο επίκεντρο της πλανητικής πολιτικής. Ακόμη πιο συγκεκριμένα το ερώτημα τούτο μπορεί να διατυπωθεί ως έξης: ποια είναι η κοινωνικοϊστορική και πολιτική ταυτότητα των συλλογικών υποκειμένων, τα όποια αναπόδραστα συνδέουν την πολιτική τους δραστηριότητα με τέτοιους σκοπούς, ανεξάρτητα από τις λοιπές εθνικές ή γεωπολιτικές τους φιλοδοξίες; Σ’ ό,τι άφορα τις βιομηχανικά υπερανεπτυγμένες δυτικές χώρες, πρέπει να υπογραμμισθεί με κάθε δυνατή έμφαση ότι πέτυχαν τη σύζευξη ελευθερίας και ευημερίας, στην οποία αποδίδουν τη νίκη τους εναντίον του κομμουνισμού, όχι ως φιλελεύθεροι, παρά ως μαζικοδημοκρατικοί κοινωνικοί σχηματισμοί, παραμερίζοντας δηλ. τον ολιγαρχικό φιλελευθερισμό μέσω του εκδημοκρατισμού και γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ αστού και προλεταρίου (το όποιο κοινωνιολογικά δεν πρέπει να συγχέεται με το χάσμα μεταξύ πλουσίου και φτωχού, εφ’ όσον αυτό το τελευταίο υπάρχει σε όλες τις ιστορικά γνωστές κοινωνίες) μέσω της μαζικής κατανάλωσης και της κοινωνικής κινητικότητας, πράγμα πού τελικά αφάνισε τόσο τον αστό όσο και τον προλετάριο ως κοινωνιολογικούς τύπους με σαφή περιγράμματα. Όχι ο αστικός φιλελευθερισμός, παρά ακριβώς η μαζική δημοκρατία αποτελεί το ιδεώδες των χωρών που θέλουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της Δύσης και που άλλωστε δεν διαθέτουν ούτε αστική τάξη κοινωνικά κυρίαρχη και ικανή να δεσπόσει πολιτικά ούτε αντίστοιχες πολιτικές παραδόσεις· αν λοιπόν πλησιάσουν ποτέ τη Δύση, αυτό μπορεί να γίνει μονάχα στο επίπεδο της μαζικής δημοκρατίας. Είναι αναγκασμένες να ενστερνισθούν μαζικοδημοκρατικούς σκοπούς, γιατί εν τω μεταξύ αποτελούν μαζικές κοινωνίες, έχουν δηλ. αποκοπεί λίγο-πολύ, nolentes volentes από τον αγροτικό πατριαρχισμό και την αγροτική παραδοσιολατρία, κι αν θέλουν να βρουν κάποιο κοινωνικοϊστορικό στίγμα μέσα στον σύγχρονο κόσμο, αυτό μπορεί να είναι μονάχα το κατώφλι προς τη μαζική δημοκρατία.
 
Τούτη η ταξινόμηση ίσως φαίνεται παράδοξη σε μιάν εποχή όπου φαίνεται να αναβιώνουν κάθε είδους εθνικιστικά, χωριστικά και παραδοσιολατρικά κινήματα στρέφοντας προς τα πίσω τον τροχό της Ιστορίας. Όμως τέτοια φαινόμενα δεν μπορούν να παραπλανήσουν όποιον έχει ασκηθεί στην τέχνη να διακρίνει ανάμεσα στην ονομαστική αξία των ιδεολογιών ή των προγραμμάτων και στην αντικειμενική τους λειτουργία ή όποιον διαθέτει αρκετή ιστορική αίσθηση ώστε να είναι σε θέση να διαβλέψει ότι η επίκληση μιας αρχής συχνά υπηρετεί την πραγματοποίηση του αντιθέτου της. Μια προσεκτικότερη εξέταση των παραδοσιολατρικών ρευμάτων δείχνει ότι αυτά είναι υποχρεωμένα να ριζοσπαστικοποιήσουν την έννοια της παράδοσης και να μεταβληθούν σε κινήματα εκσυγχρονιστικά, αν θέλουν να έχουν πολιτικό βάρος.
 
Πατριαρχικά και παραδοσιακά στοιχεία, αν ακόμη επιβιώνουν, δεν είναι αποφασιστικά από ιστορική άποψη, έστω κι αν σε ορισμένες περιοχές του κόσμου ακόμα υπερέχουν ποσοτικά. Τη μετατροπή των πατριαρχικά-οικογενειοκρατικά οργανωμένων κοινωνιών σε μαζικές κοινωνίες την εγκαινίασε ήδη η αποικιοκρατία των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων, υπάγοντας πρώην αυτόνομες ομάδες κάτω από ενιαία διοίκηση και τελικά εξαναγκάζοντας τες να μπουν μέσα στο χωνευτήρι κρατών με σύνορα χαραγμένα αυθαιρέτως. Η πληθυσμιακή έκρηξη, όπως επίσης και η ανομία που επικρατεί σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, επιτάχυναν ραγδαία από την πλευρά τους τη μαζοποίηση των παραδοσιακών κοινωνιών. Σ’ αυτές προστέθηκαν οι κοινωνικές συνέπειες της κομμουνιστικής κυριαρχίας σε πολλές χώρες, όπου οι προκαπιταλιστικές δομές καταστράφηκαν βίαια, δηλ. οι υφιστάμενες κοινωνικές μονάδες κατακερματίσθηκαν σε άτομα και κατόπιν τα άτομα αυτά εντάχθηκαν σε πολιτικές και οικονομικές ή διοικητικές μαζικές οργανώσεις χωρίς να λογαριάζονται οι παραδοσιακοί τους δεσμοί και οι παραδοσιακές τους προσηλώσεις.
 
Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο
 

Όταν αγαπάς πραγματικά, δεν αδειάζεις

Είναι ψέμα πως αν δίνεις πάρα πολλά, μπορεί να μείνεις χωρίς τίποτα. Είναι από αυτά τα ψέματα μάλιστα που καλλιεργούν φόβους για πλάκα και υποσυνείδητα περνούν στο DNA μας εξίσου εύκολα.

Το ακούσαμε μια, το ακούσαμε δυο, το ακούσαμε τρεις. Ευχαριστούμε πολύ, μα αφήστε μας να «κάνουμε τα λάθη μας» κι εμείς. Παιδιά είμαστε. Όταν αγαπάς πραγματικά, δεν αδειάζεις. Όταν αγαπάς πραγματικά, αφήνεσαι. Όταν αγαπάς πραγματικά, υπάρχει μόνο το «θέλω». «Μη», «πρέπει», «όχι», καταρρίπτονται με μιας. Μόνο όταν αγαπάς πραγματικά.

Όταν αγαπάς πραγματικά, το παιδί μέσα σου χορεύει και γελά, το είναι σου λούζεται από φως. Είσαι φως. Είσαι ερεβοκτόνο φως, ήλιος, σύμπαν και άνθρωπος απλός μαζί.

Γιατί η αγάπη είναι λιτή. Και μαζί το όλον. Είναι ένωση και συνάμα μια υπόθεση ατομική. Από μέσα ξεκινά άλλωστε προς εμάς. Ακούμε και άλλα ωραία ανά διαστήματα: «Είναι εγωιστής, αγαπά μόνο τον εαυτό του!». Ε και λοιπόν; Μπράβο του! Έκανε μόλις μια καλή αρχή. Εσύ, τον αγαπάς;

Αγάπησε τον εαυτό σου στο έπακρο, Λάτρεψε την καρδιά σου, άκουσέ τη, νιώσε τη. Αν όχι εσύ πρώτα, ποιος; Φλέρταρε με την όψη σου. Με όσους-ες και αν σου έχουν πει ότι μοιάζεις είσαι μοναδικός στον κόσμο. Το ξέρεις; Ξεκίνα από εσένα λοιπόν και δε θα αδειάσεις ποτέ. Στο υπόσχομαι.

Μόνο τότε σαν ολόκληρο σωστό, θα βρεις το ολόκληρό σου. Γιατί στην αγάπη χρειάζονται δύο ολόκληρα και όχι δυο μισά. Η αγάπη δεν είναι εξάρτηση, δεν είναι ανάγκη για «κάλυψη». Αυτό είναι μια σχέση τοξική και σίγουρα είναι κάτι άλλο.

Δεν θα αδειάσεις ποτέ στο υπόσχομαι. Άρχισε από… χτες να σε αγαπάς ένα κλικ παραπάνω, Για την ευγένειά σου, για τα μακριά σου υπέροχα μαλλιά, για τα γοητευτικά μάτια σου, για την εκκεντρικότητα, ή για τη ζήλια σου.

Είσαι μοναδικός. Ξεχωριστός. Και όσο σε γεμίζεις χρώματα, εικόνες, μυρωδιές, ταξίδια, αγάπη, γίνεσαι ολόκληρος. Θα μου πεις, δεν ζούμε μόνοι μας. Έχουμε «ανάγκη» και τους άλλους. Είμαστε όντα κοινωνικά.

Ακόμα απορώ ποιος ταύτισε τα όντα «κοινωνικά» με την «ανάγκη». Οι λέξεις έχουν βαρύτητα, πρόσεξε. Η φυσική ροή των πραγμάτων του κόσμου γέννησαν επιθυμία για σύνδεση και μοιράζειν. Καμία «ανάγκη».

Όπως φυσικά λοιπόν θα σε αγαπήσεις, έτσι φυσικά και θα αγαπηθείς. Και όταν ξεκινήσει αυτό να συμβαίνει, μη ξεχάσεις ούτε μια μέρα να αισθανθείς ευγνωμοσύνη. Γιατί τότε δε θα αδειάσεις ποτέ, όταν αγαπάς πραγματικά.

Φθόνος: Κινητήρια δύναμη της ζωής ή “καταστροφέας” της ευτυχίας;

Δεν υπάρχει κάποιος που να μην έχει φθονήσει ανθρώπους με περισσότερα χρήματα ή καλύτερη εμφάνιση ή καλύτερη τύχη στον έρωτα. Αν υπάρχει κάτι που θα θέλαμε πολύ αλλά δεν μπορεί να μας το εγγυηθεί καμία προσπάθεια –καλύτερη υγεία, ένα καινούριο μωρό, επαγγελματική αναγνώριση ή φήμη– τότε μπορεί να γίνει αφόρητο να βλέπουμε τους άλλους να το αποκτούν.

Η ψυχαναλύτρια Μέλανι Κλάιν θεωρούσε τον φθόνο ως μία από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις στη ζωή όλων μας, ειδικά στις σχέσεις μεταξύ αδελφών και σε άλλες κοινωνικές ευγενείς σχέσεις – δηλαδή, με τα υποκατάστατα των αδελφών μας. Δεν μπορούμε να μη φθονούμε εκείνους που φαίνεται ότι έχουν λάβει περισσότερες ευλογίες απ’ ό,τι εμείς.

Κατά μία έννοια αυτό μπορεί να αποτελέσει υγιή αντίδραση, που μας δίνει το κίνητρο να θεραπεύσουμε την αδικία οποιουδήποτε είδους. Μπορεί να εκφραστεί στον χώρο εργασίας με μια εκστρατεία για τη θέσπιση νομοθεσίας που να εγγυάται ίσες αμοιβές ανεξαρτήτως φύλου. Μπορεί να εκφραστεί πολιτικά στην άρνηση ενός κοινωνικού συστήματος που επιτρέπει την ύπαρξη χάσματος ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς.

Αλλά ο φθόνος για τα δώρα της φύσης, όπως ήταν τα πνευματικά δώρα του Αριστοτέλη, είναι ο καταστροφέας της ευτυχίας. Μπορεί να αλλοιώσει την προσωπικότητα όποιου φθονεί και να οδηγήσει σε εμμονή.

Μπορεί να οδηγήσει σε απόλυτα αδικαιολόγητες επιθέσεις προς το αντικείμενο του φθόνου· στον σύγχρονο κόσμο αυτές συχνά παίρνουν τη μορφή μοχθηρού «τρολαρίσματος» ή κυβερνο-επιθέσεων. Σε ακραίες περιπτώσεις ο φθόνος μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ολόκληρη η κοινωνία να στερηθεί τα έργα μιας ιδιοφυΐας, αν η σταδιοδρομία ενός προικισμένου ανθρώπου έχει «επιτυχώς» παρακωλυθεί.

Αν γελάς πολύ, είσαι χαρούμενος· αν κλαις πολύ, είσαι δυστυχισμένος

Από όλα τα παραπάνω εκείνο που μας κάνει πιο άμεσα χαρούμενους είναι μια χαρμόσυνη και καλή διάθεση, διότι αυτή η σπουδαία αρετή μάς ανταμείβει άμεσα από μόνη της. Εκείνος που είναι χαρούμενος και χαμογελαστός έχει πάντα καλό λόγο για να είναι – το ίδιο το γεγονός ότι είναι χαρούμενος. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί, όπως αυτή η αρετή, να αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου την απώλεια οποιουδήποτε άλλου αγαθού. Εάν γνωρίζετε κάποιον που είναι νέος, όμορφος, πλούσιος και χαίρει της εκτίμησης των άλλων, και θέλετε να μάθετε αν είναι ευτυχισμένος, αρκεί να ρωτήσετε εάν είναι χαμογελαστός και καλοσυνάτος. Και πράγματι είναι, τι σημασία έχει τότε αν είναι νέος ή ηλικιωμένος, ευθυτενής ή καμπούρης, φτωχός ή πλούσιος – αρκεί που είναι ευτυχισμένος. Όταν ήμουν νέος, μια φορά, ανοίγοντας ένα βιβλίο, είχα συναντήσει αυτή τη φράση: “Αν γελάς πολύ, είσαι χαρούμενος- αν κλαις πολύ, είσαι δυστυχισμένος” – μια αφελής παρατήρηση δίχως άλλο, ακριβώς όμως επειδή είναι τόσο απλοϊκή, δεν κατάφερα ποτέ να την ξεχάσω, παρόλο που είναι μια τεράστια κοινοτοπία. Έτσι, κάθε φορά που η ευφροσύνη μάς χτυπά την πόρτα, πρέπει να την ανοίγουμε διάπλατα, καθώς ποτέ δεν είναι ακατάλληλη στιγμή για να την υποδεχτούμε. Αντ’ αυτού συχνά είμαστε διστακτικοί απέναντί της· θέλουμε να είμαστε σίγουροι πως έχουμε κάθε λόγο να είμαστε ικανοποιημένοι- έπειτα φοβόμαστε πως η χαρωπή διάθεση θα σταθεί εμπόδιο στους σοβαρούς συλλογισμούς μας και στις βαρυσήμαντες έγνοιες μας. Η ευφροσύνη αποτελεί άμεσο και αδιαμεσολάβητο κέρδος- είναι το ίδιο το νόμισμα της ευτυχίας και όχι μια επιταγή που πρέπει να εξαργυρωθεί σε κάποια τράπεζα, διότι από μόνη της μας κάνει χαρούμενος άμεσα και αυτοστιγμεί, και αυτό είναι το ύψιστο αγαθό για πλάσματα σαν κι εμάς, που η ύπαρξή μας δεν είναι παρά μια απειροελάχιστη στιγμή ανάμεσα σε δύο αιωνιότητες. Ο απώτερος στόχος όλων των προσπαθειών μας για ευτυχία πρέπει να είναι να εξασφαλίσουμε και να καλλιεργήσουμε το αίσθημα της ευφροσύνης.

Αναμφίβολα, τίποτα δεν συμβάλλει λιγότερο στην ευφροσύνη από τα πλούτη, και τίποτα δεν συμβάλλει περισσότερο από την υγεία. Δεν είναι τυχαίο που τα πιο ικανοποιημένα και χαμογελαστά πρόσωπα τα συναντάμε στην κατώτερη κοινωνική τάξη, τη λεγόμενη εργατική, και ειδικά σε ανθρώπους που ζουν στην επαρχία. Αντίστοιχα, τους πιο δύσθυμους και εκνευρισμένους ανθρώπους τους συναντάμε ανάμεσα στους πλούσιους, σ’ εκείνους που ανήκουν σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Συνεπώς, θα πρέπει να προσπαθήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο να διατηρήσουμε την υγεία μας σε ένα καλό επίπεδο, διότι η ευφροσύνη είναι ο ανθός της υγείας. Το τι πρέπει να κάνει κανείς για να είναι υγιής είναι αυτονόητο: πρέπει να αποφεύγει κάθε υπερβολή, κάθε βίαιο και δυσάρεστο αίσθημα, κάθε ψυχική πίεση, να ασκείται καθημερινά στον καθαρό αέρα, να ρίχνει κρύο νερό στο σώμα του και να υιοθετήσει και άλλες παρόμοιες υγιεινές συνήθειες. Διότι δίχως αρκετή καθημερινή συστηματική άσκηση, κανείς δεν μπορεί να διατηρηθεί υγιής- όλες οι ζωτικές λειτουργίες του σώματος χρειάζονται άσκηση για να λειτουργήσουν σωστά, άσκηση όχι μόνο των μερών που σχετίζονται άμεσα με την εκάστοτε λειτουργία, αλλά ολόκληρου του σώματος. Γι’ αυτό πολύ σωστά λέει ο Αριστοτέλης ότι η ζωή είναι κίνηση – η κίνηση είναι η ίδια η ουσία της ζωής. Κάθε μέρος του οργανισμού μας χαρακτηρίζεται από ακατάπαυστη και γοργή κίνηση. Η καρδιά με την πολύπλοκη διπλή συστολή και διαστολή της χτυπά δυνατά και ακούραστα· με είκοσι οχτώ χτύπους διοχετεύει τη συνολική ποσότητα του αίματος μέσα στις αρτηρίες, τις φλέβες και τα τριχοειδή αγγεία· οι πνεύμονες δουλεύουν ακατάπαυστα, σαν ατμομηχανή· το πεπτικό σύστημα κάνει συνέχεια περισταλτικές κινήσεις· οι αδένες συνεχώς απορροφούν και εκκρίνουν ουσίες· ακόμη και ο εγκέφαλος έχει μια δίκη του διπλή κίνηση, σε κάθε σφυγμό και κάθε αναπνοή μας. Όταν οι άνθρωποι δεν ασκούνται καθόλου, όπως συμβαίνει με αμέτρητους ανθρώπους που είναι καθηλωμένοι σε μια καθιστική ζωή, δημιουργείται μια έντονη και βλαβερή δυσαναλογία ανάμεσα στην εξωτερική ακινησία και την εσωτερική ταραχή. Αυτή η ακατάπαυστη εσωτερική κίνηση απαιτεί ένα εξωτερικό αντιστάθμισμα, και η ανάγκη αυτή δημιουργεί επιπτώσεις, όπως, για παράδειγμα, συναισθήματα που αναγκαζόμαστε να καταπιέσουμε.

Όταν έχουμε καλή υγεία, μπορούμε να απολαύσουμε τα πάντα- δίχως υγεία δεν μπορούμε να απολαύσουμε τίποτα, οτιδήποτε και αν είναι αυτό- ακόμα και τα υπόλοιπα υποκειμενικά αγαθά- το σπουδαίο μυαλό, ο πρόσχαρος χαρακτήρας- φθίνουν και ατροφούν από την έλλειψη της υγείας.

Από όλα αυτά συνεπάγεται πως η μεγαλύτερη τρέλα είναι να θυσιάσει κανείς την υγεία του για ένα άλλο είδος ευτυχίας, όποιο και εάν είναι αυτό· για το κέρδος, την ανέλιξη, την επιστήμη ή τη δόξα, πόσο μάλλον για παροδικές αισθησιακές απολαύσεις. Όλα θα έπρεπε να έρχονται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην υγεία.

ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Τα κύματα βαρύτητας συμβάλλουν στην ανακάλυψη των μαύρων οπών και ίσως της σκοτεινής ύλης και των θεωρητικών σωματιδίων

Τα κύματα βαρύτητας – οι αόρατοι κυματισμοί στον χωρόχρονο που εντοπίστηκαν για πρώτη φορά το 2015 – ανοίγουν μια νέα εποχή στην αστρονομία, που επιτρέπει στους επιστήμονες να δουν τμήματα του σύμπαντος που θεωρούνταν έως τώρα αόρατα, όπως οι μαύρες τρύπες, η σκοτεινή ύλη και τα αξιόνια – κάποια υποθετικά σωματίδια.
 
Όταν δύο αντικείμενα, όπως οι μαύρες τρύπες ή αστέρια νετρονίων, συγχωνεύονται, προκαλούν αύξηση της συχνότητας των βαρυτικών κυμάτων.
 
“Το συμβολόμετρο LIGO ανακάλυψε τις αχνές διαταραχές που παραμόρφωσαν τον χωρόχρονο, οι οποίες δημιουργήθηκαν από δύο μαύρες τρύπες που συγκρούστηκαν κάπου 1,3 δις έτη φωτός από τη Γη. Σαν τους κυματισμούς σε μια λίμνη”, εξήγησε ο Paolo Pani, θεωρητικός φυσικός στο Πανεπιστήμιο Sapienza της Ρώμης. 
 
Όλα τα αντικείμενα με μάζα δημιουργούν τη δική τους ελαφρά κάμψη στον ιστό του χωροχρόνου, δημιουργώντας αυτό που αποκαλούμε βαρύτητα. Αλλά μόνο τα κατακλυσμιαία γεγονότα που περιλαμβάνουν τα βαρύτερα αντικείμενα, όπως οι μαύρες τρύπες και τα αστέρια νετρονίων , μπορούν να δημιουργήσουν βαρυτικά κύματα αρκετά μεγάλα ώστε να εντοπιστούν στη Γη. Εκπέμπονται σε όλο το σύμπαν με την ταχύτητα του φωτός, περνώντας σχεδόν από όλα τα αντικείμενα στο διάβα τους.
 
Αλλά η δυνατότητα ανίχνευσης αυτών των κυμάτων παρέχει τώρα στους αστρονόμους νέους τρόπους να δουν το σύμπαν. Ο καθηγητής Pani είναι επικεφαλής στο πρότζεκτ DarkGRA σε μια προσπάθεια να χρησιμοποιήσει τα βαρυτικά κύματα για να διερευνήσει μερικά από τα μεγαλύτερα μυστήρια του σύμπαντος, συμπεριλαμβανομένων των βαρέων εξωτικών άστρων, της σκοτεινής ύλης και των μαύρων οπών.
 
Προηγουμένως, οι αστροφυσικοί αναγκάστηκαν να συμπεράνουν την παρουσία μαύρων οπών, εξετάζοντας τη συμπεριφορά του υλικού γύρω τους. Σκεπτόμενοι ότι είναι τα υπερβολικά βαριά υπολείμματα των άστρων που καταρρέουν, η βαρύτητα που παράγουν είναι τόσο μεγάλη που δεν διαφεύγει από αυτά ούτε το φως. Οτιδήποτε περνάει από το όριο μιας μαύρης τρύπας, γνωστής ως ορίζοντας γεγονότος, παραμένει εκεί.
 
Τα κύματα βαρύτητας, ωστόσο, επιτρέπουν στους επιστήμονες, όπως ο καθηγητής Pani να τις δουν άμεσα. «Αυτά είναι ένας  αγγελιοφόρος του χωροχρόνου γύρω από αυτά τα αντικείμενα, χωρίς να χρησιμοποιούν κανένα ενδιάμεσο (μέσον διάδοσης)», λέει 
 
Μελετώντας λοιπόν τα χαρακτηριστικά αυτών των κυμάτων είναι δυνατή η απόκτηση πληροφοριών σχετικά με τη μάζα, την περιστροφή, την ακτίνα και την ταχύτητα αυτών – των προηγουμένως αόρατων – αντικειμένων. «Ο στόχος του έργου μας είναι να κατανοήσουμε τις παρατηρήσεις του βαρυτικού κύματος από πολύ μικρά αντικείμενα, ώστε να αποκλείσουμε ή να επιβεβαιώσουμε άλλους τύπους αντικειμένων», δήλωσε ο Pani.
 
Σύμφωνα με τη γενική σχετικότητα, η συγχώνευση δύο πολύ μικρών αντικειμένων – όπως λευκοί νάνοι, αστέρες νετρονίων ή μαύρες τρύπες – θα προκαλέσει την κατάρρευση του τελικού αντικειμένου για να σχηματιστεί μια μαύρη τρύπα. Αλλά υπάρχουν εναλλακτικές θεωρίες που προβλέπουν ότι θα μπορούσαν επίσης να σχηματίσουν αντικείμενα παρόμοιας μάζας και ακτίνας με τις μαύρες τρύπες, αλλά χωρίς ορίζοντα γεγονότων. Αυτά τα μυστηριώδη συμπαγή αντικείμενα θα είχαν ως εκ τούτου μια επιφάνεια που θα αντανακλούσε τα κύματα βαρύτητας.
 
«Εάν υπάρχει μια επιφάνεια, μετά από μια συγχώνευση των αντικειμένων, θα πρέπει να υπάρχει μια ηχώ των βαρυτικών κυμάτων, ένα σήμα που θα αντανακλάται από την επιφάνεια», εξηγεί ο Pani. Θα πρέπει να είναι δυνατή η ανίχνευση αυτής της ηχούς στα σήματα που έχουν ληφθεί εδώ στη Γη.
 
Σκοτεινή ύλη
Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη εξήγηση που θα οδηγούσε σε μαύρες τρύπες που απροσδόκητα θα προκαλούσαν ηχώ ή άλλα ανεξήγητα χαρακτηριστικά βαρυτικού κύματος – θα μπορούσαν οι μαύρες τρύπες να κάθονται μέσα σε ένα λουτρό σκοτεινής ύλης , μια υποθετική μορφή ύλης που δεν έχουμε ακόμη δει, αλλά θεωρείται ότι είναι το 85% όλης της ύλης στο σύμπαν. Και αυτή η σκοτεινή ύλη θα μπορούσε να παράγει ένα ξεχωριστό βαρυτικό κύμα.
 
«Η σκοτεινή ύλη αλληλεπιδρά ελάχιστα με οτιδήποτε άλλο, έτσι είναι πολύ δύσκολο να δοκιμαστεί στο εργαστήριο», δήλωσε ο Pani. Αλλά αναζητώντας κάποια ξεχωριστά σήματα στα βαρυτικά κύματα θα μπορούσε να επιτρέψει στους επιστήμονες να την «δουν» για πρώτη φορά.
 
Μερικές βαρυτικές παρατηρήσεις μπορούν να εξηγηθούν μόνο με την παρουσία σκοτεινής ύλης, την οποία δεν μπορούμε να δούμε, ή με την αλλαγή των νόμων βαρύτητας. Ο καθηγητής Ulrich Sperhake, θεωρητικός φυσικός στο Πανεπιστήμιο του Cambridge του Ηνωμένου Βασιλείου και επικεφαλής επιστήμονας στο πρόγραμμα StronGrHEP , περιέγραψε τα βαρυτικά κύματα ως ένα «νέο παράθυρο στο σύμπαν» που θα μπορούσε να μας βοηθήσει να ξεδιπλώσουμε αυτά τα μυστήρια.
 
Αν υπάρχει όλη αυτή η σκοτεινή ύλη που κρέμεται γύρω από δύο μαύρες τρύπες καθώς συγχωνεύονται, τότε αυτή θα απορροφήσει ενέργεια.
 
Κι αυτό θα σήμαινε ότι σε συγκρούσεις μαύρων οπών όπως αυτή που ανιχνεύτηκε από το LIGO, τα κύματα της βαρύτητας θα φαίνονταν λίγο διαφορετικά από ότι θα ήταν χωρίς σκοτεινή ύλη.
 
Ένα παρατηρησιακό παζλ που θα μπορούσε να ρίξει φως είναι γιατί οι γαλαξίες περιστρέφονται γρηγορότερα από ότι το μέγεθος τους δείχνει ότι πρέπει. «Η ταχύτητα περιστροφής σχετίζεται με τη μάζα που βρίσκεται μέσα», δήλωσε ο Sperhake. Έτσι, εάν ένας γαλαξίας στρέφεται  γρηγορότερα από ότι ορίζει η μάζα που βλέπουμε, υπάρχουν δύο πιθανές εξηγήσεις: είτε πρέπει να αλλάξουμε τις θεμελιώδεις θεωρίες μας για το πώς λειτουργεί η βαρύτητα είτε υπάρχει η σκοτεινή ύλη στους γαλαξίες που δεν μπορούμε να δούμε.
 
Μια ιδέα που διδάσκει ο Sperhake είναι να επεκτείνει τη γενική σχετικότητα του Αϊνστάιν με μια νέα θεωρία, που ονομάζεται Βαρύτητα Βαθμωτού Τανυστή (scalar tensor gravity). Αυτό υποδηλώνει ότι το σύμπαν είναι γεμάτο με ένα επιπλέον πεδίο – παρόμοιο με ένα μαγνητικό ή ηλεκτρικό πεδίο – που δεν έχει ακόμη εντοπιστεί.
 
Αυτό θα σήμαινε ότι η υπερκαινοφανής έκρηξη ενός γιγάντιου άστρου δεν θα ήταν ορατή μόνο ως έκρηξη βαρυτικών κυμάτων, αλλά θα υπήρχε μια μεταγενέστερη ροή βαρυτικών κυμάτων που θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε. Θα μπορούσαμε να κατευθύνουμε το LIGO σε περιοχές του ουρανού όπου τα αστέρια έχουν εκραγεί – γνωστές ως υπερκαινοφανείς εκρήξεις – για να προσπαθήσουν να ανιχνεύσουν μια μεταγενέστερη απόσβεση από το βαθμωτό πεδίο, που μπορεί να επιμείνει αιώνες μετά την πραγματική έκρηξη.
 
Ο Sperhake επίσης διερευνά εάν η σκοτεινή ύλη μπορεί να εξηγηθεί από κάποια θεωρητικά υποατομικά σωματίδια που ονομάζονται αξιόνια. Προσπαθεί να μοντελοποιήσει με τι μπορεί να μοιάζει η ηχώ των βαρυτικών κυμάτων από τις μαύρες τρύπες, αν τα σωματίδια αυτά (αξιόνια) βρίσκονται εκεί.
 
«Θα έλεγα ότι τα αξιόνια είναι ένας από τους καλύτερους υποψήφιους για τη σκοτεινή ύλη», είπε. Το επόμενο βήμα είναι να εφαρμόσει τα μοντέλα του στα δεδομένα που συλλέγει το LIGO για να δει αν η θεωρία και η παρατήρηση συμφωνούν.
 
Όμορφη θεωρία
Ο Richard Brito που συμμετείχε στην ομάδα του Pani στην Ιταλία στο πλαίσιο του δικού του έργου, το FunGraW, χρησιμοποιεί βαρυτικά κύματα για να ελέγξει την ύπαρξη των αξιονίων. Αλλά θα τα χρησιμοποιεί επίσης και για να δοκιμάσει την ίδια τη θεωρία του Αϊνστάιν και αν μπορεί να είναι λανθασμένη σε τεράστιες κλίμακες.
 
«Αν βλέπουμε αντικείμενα σχεδόν τόσο συμπαγή όσο οι μαύρες τρύπες αλλά χωρίς ορίζοντα γεγονότων, αυτό σημαίνει ότι η γενική σχετικότητα είναι λάθος σε αυτές τις κλίμακες», είπε.
Θα μπορούσε λοιπόν αυτό να έχει σημαντικές καθημερινές συνέπειες. Η θεωρία της γενικής σχετικότητας είναι κρίσιμη για την καθημερινή λειτουργία του GPS για παράδειγμα. Αλλά η διαπίστωση ότι η θεωρία του Αϊνστάιν καταρρέει σε μεγάλες κλίμακες δεν σημαίνει ότι πρέπει να πεταχτεί. Αντίθετα, ίσως χρειαστεί μια προσθήκη.
 
«Θα είχατε μία δύσκολη δοκιμασία για να την ταιριάξετε με τη μαθηματική σαφήνεια της θεωρίας του Αϊνστάιν», δήλωσε ο Sperhake. «Δεν είναι μόνο εκπληκτική η θεωρία λόγω όλων των φανταστικών προβλέψεων που κάνει, έχει και το προνόμιο να είναι μια όμορφη θεωρία, και οι φυσικοί ενδιαφέρονται να θεωρούν την ομορφιά ως ένα σημαντικό συστατικό σε μια θεωρία».

Tο Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου

«Kι αυτοί οι ανελέητοι εχθροί ενώθηκαν στα δάκρυά μου. Γλυκειά πνοή της ξάστερης νύχτας, ένα χαμόγελο πάνω στα νερά και παντού στην εξοχή. Ο σεισμός άνοιξε στο σκληρό βράχο βαθύ χάσμα που σκεπάστηκε με λουλούδια που έτρεμαν στην αύρα και στον ήλιο. Αν τύχει να γίνει κάτι απ’ αυτό που τώρα μοιάζει ανέφικτο, θα το συνοδέψει το μαρτύριο καί το αίμα. Γιατί μου φαίνεται αδύνατο να μπορέσει να περάσει απέναντι και ένας μόνο από μας. Σαν σκιά πλανιέται το κοπαδάκι μου μέσα στη νύχτα με τ’ άστρα, νύχτα δροσερή από τις προσευχές, γαλήνια σαν να είχε βρέξει ψωμί ο ουρανός» -Διονύσιος Σολωμός
 
Το πρωί της 10ης Απριλίου, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.
 
Η Έξοδος του Μεσολογγίου(25 Απρ. 1825 – 10 Απρ. 1826)

Εμπλεκόμενες πλευρές: Έλληνες επαναστάτες vs Οθωμανική αυτοκρατορία

Ηγετικά πρόσωπα: Αλ. Μαυροκορδάτος, Κίτσος Τζαβέλλας, Νότης Μπότσαρης, Νικόλαος Στουρνάρης κ.α vs Κιουταχής, Ιμπραήμ Πασάς
 
Η «Έξοδος του Μεσολογγίου» ή το «Ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου» αναφέρεται στην έξοδο που πραγματοποίησαν οι πολιορκημένοι στρατιώτες και άμαχοι του Μεσολογγίου, όταν οι δυνατότητες συνέχισης της άμυνας απέναντι στα τουρκικά και αιγυπτιακά στρατεύματα είχαν χαθεί. Το γεγονός συνέβη την νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου 1826, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Το Μεσολόγγι επαναστάτησε στις 20 Μαΐου του 1821. Η σημασία της θέσης έγινε γρήγορα αντιληπτή από την τοπική ηγεσία της επανάστασης.
 
Η Τρίτη πολιορκία του Μεσολογγίου (συχνά αναφέρεται και ως δεύτερη πολιορκία) ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821. Ήταν το γεγονός που έδωσε έμπνευση στο Διονύσιο Σολωμό να γράψει τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”. Έγινε στο διάστημα από 25 Απριλίου του 1825 έως 10 Απριλίου του 1826 οπότε και τερματίστηκε με την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου. Η πολιορκία διακρίνεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη από τον Απρίλιο του 1825 μέχρι τον Οκτώβριο του 1825 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα του Κιουταχή και η δεύτερη από τον Δεκέμβριο του 1825 έως τον Απρίλιο του 1826 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή από κοινού.
 
Το Μεσολόγγι κήρυξε την επανάσταση στις 20 Μαΐου 1821 με τον οπλαρχηγό Δημήτριο Μακρή. Το 1822, μετά την ήττα των Ελλήνων στη μάχη του Πέτα τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς το Μεσολόγγι και πολιόρκησαν την πόλη. Η Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου διήρκεσε δύο μήνες και έληξε με αποτυχία των τουρκικών δυνάμεων να κυριεύσουν την πόλη. Στα μέσα του 1823 οι τουρκικές δυνάμεις σχεδίασαν νέα εκστρατεία που περιλάμβανε πολιορκία και κατάληψη του Μεσολογγίου. Μετά από σκληρές μάχες που δόθηκαν στην περιοχή της Ευρυτανίας τα τουρκικά στρατεύματα κατευθύνθηκαν προς το Μεσολόγγι. Οι αρχές και οι κάτοικοι της πόλης προετοιμάστηκαν για πολιορκία όμως τα τουρκικά στρατεύματα προτίμησαν να πολιορκήσουν το Αιτωλικό. Το γεγονός αυτό αναφέρεται συχνά ως Δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.
 
Στην πόλη πραγματοποιήθηκε η συνέλευση της Δυτικής Ελλάδας και στη συνέχεια έγινε έδρα της διοίκησης της Δυτικής Ελλάδας που έφερε την ονομασία Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας. Το 1822 η πόλη πολιορκήθηκε για πρώτη φορά από τα στρατεύματα του Κιουταχή που είχε νικήσει τους Έλληνες στο Πέτα, και του Ομέρ Βρυώνη που είχε ολοκληρώσει την υποταγή του Σουλίου. Μετά από δύο μήνες οι Τούρκοι έλυσαν την πολιορκία έχοντας υποστεί σοβαρές απώλειες. Την επόμενη χρονιά ένα νέο τουρκικό στράτευμα κατευθύνθηκε προς το Μεσολόγγι άλλα αναλώθηκε ανεπιτυχώς στην πολιορκία του γειτονικού Αιτωλικού. Οι Τούρκοι μετά την αποτυχία να καταλάβουν το Αιτωλικό εγκατέλειψαν το σχέδιο επίθεσης στο Μεσολόγγι και αποχώρησαν.
 
Μετά την καταστροφική μάχη του Πέτα για τους Έλληνες επαναστάτες (4 Ιουλίου 1822) ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής, επικεφαλής 11.000 ανδρών, κατήλθαν χωρίς αντίσταση στην κοιλάδα του Μεσολογγίου, την οποία απέκλεισαν από ξηράς (25 Οκτωβρίου). Μαζί τους βρέθηκαν και οι οπλαρχηγοί Βάλτου και Ξηρομέρου, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Γιαννάκης Ράγκος, Γώγος Μπακόλας, Γεωργάκης Βαλτινός και Ανδρέας Ίσκος, που είχαν δηλώσει υποταγή στους δύο πασάδες. Ο Γιουσούφ Πασάς με τον στόλο του συμπλήρωνε τον αποκλεισμό της πόλης από τη θάλασσα. Το Μεσολόγγι εκείνα τα χρόνια ήταν το οικονομικό και πολιτικό κέντρο της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας (σημερινής Δυτικής Στερεάς Ελλάδας).
 
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Μάρκος Μπότσαρης με τα λείψανα του εκστρατευτικού σώματος του Πέτα ανέλαβαν την υπεράσπιση της πόλης. Το Μεσολόγγι ήταν ευπρόσβλητο από ξηράς και προστατευόταν από ένα χαμηλό περιτείχισμα κατασκευασμένο στις αρχές της Επανάστασης. Η δύναμη των πολεμιστών δεν υπερέβαινε τους 700 άνδρες, ενώ χρειάζονταν τουλάχιστον επταπλάσιοι υπερασπιστές. Στους προμαχώνες δεν υπήρχαν παρά μόνο 14 πυροβόλα. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα μόλις έφθαναν για ένα μήνα. Η θέση των πολιορκουμένων ήταν απελπιστική.
 
Στο στρατόπεδο των πολιορκητών υπήρχε διχογνωμία για το σχέδιο ενεργειών. Ο Κιουταχής και ο Γιουσούφ υποστήριζαν την άμεση κατάληψη του Μεσολογγίου με έφοδο. Ο Ομέρ Βρυώνης ήταν της γνώμης να το καταλάβουν δια συμβιβασμού, προκειμένου να διατηρηθεί η πόλη αλώβητη για τις ανάγκες του στρατού, μετά την ερήμωση της Αιτωλοακαρνανίας. Τελικά, επικράτησε η γνώμη του Ομέρ. Οι πολιορκούμενοι εξέλαβαν ως θείο δώρο την εξέλιξη αυτή. Άρχισαν ατέρμονες συζητήσεις περί συμβιβασμού, αναμένοντας τη βοήθεια που είχαν ζητήσει από την Πελοπόννησο και τα νησιά. Πράγματι, στα μέσα Νοεμβρίου στολίσκος από 11 πλοία υπό τον Ανδρέα Μιαούλη διέσπασε τον θαλάσσιο αποκλεισμό του Μεσολογγίου. Αποβίβασε 1000 άνδρες υπό τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Ανδρέα Ζαΐμη και Κανέλλο Δεληγιάννη και προμήθευσε με τροφές και πολεμοφόδια τους υπερασπιστές του. Τότε, οι πολιορκούμενοι διαμήνυσαν στους Τούρκους πασάδες, ότι αν θέλουν το Μεσολόγγι να έλθουν να το πάρουν.
 
Η κατάσταση στο στρατόπεδο των πολιορκητών δεν ήταν καλύτερη από αυτή τον πολιορκουμένων. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα άρχισαν να ελαττώνονται και οι προμήθειες νέων κατέστησαν δυσχερείς. Έτσι, οι πασάδες αποφάσισαν έφοδο, αφού είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος με τις διαπραγματεύσεις. Η επίθεση προγραμματίστηκε για τη νύχτα της 24ης προς 25η Δεκεμβρίου, με την ελπίδα ότι οι μαχητές θα εγκατέλειπαν τους προμαχώνες και θα πήγαιναν στις εκκλησιές για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Όμως, το σχέδιο της επίθεσης είχε διαρρεύσει στους μαχητές του Μεσολογγίου από τον ελληνικής καταγωγής γραμματικό του Ομέρ Βρυώνη, Γιάννη Γούναρη, κι έτσι η φρουρά παρέμεινε στις θέσεις της πανέτοιμη για την επίθεση.
 
Κατά την έφοδο, οι Οθωμανοί υπέστησαν πανωλεθρία κι οι δύο πασάδες αποφάσισαν να λύσουν την πολιορκία στις 31 Δεκεμβρίου 1822, επειδή κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι έφθανε εναντίον τους ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στην Ήπειρο, νέα δοκιμασία περίμενε τους καταπονημένους Οθωμανούς. Στην προσπάθειά τους να διαβούν τον πλημμυρισμένο Αχελώο, πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους. Τα υπολείμματα των δυνάμεων του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη έφθασαν σε κακή κατάσταση στις 21 Φεβρουαρίου 1823 στο Κραβασσαρά (σημερινή Αμφιλοχία) και στη συνέχεια πέρασαν με πλοία στην Πρέβεζα.

 Η καταστροφή του οθωμανικού στρατού προκάλεσε την αποτυχία της εκστρατείας των δύο πασάδων κατά της Δυτικής Ελλάδας. Η επιτυχία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη, καθώς μετά την αναχώρηση των Οθωμανών από το Μεσολόγγι, ενώθηκαν με τους επαναστάτες οι οπλαρχηγοί Ανδρέας Ίσκος και Γεωργάκης Βαλτινός, που είχαν προσχωρήσει στο τουρκικό στρατόπεδο. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, με νωπά τα γεγονότα στο μυαλό του, αναφέρεται στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου και την καταστροφική διάβαση του Αχελώου από τους Τούρκους στο ποίημα του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», που έγραψε το Μάιο του 1823 (στροφές 88-121).
 
Τρία χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη, ο Σουλτάνος επανήλθε με νέο σχέδιο. Ανέθεσε και πάλι στον νικητή της Μάχης του Πέτα, Κιουταχή, να καταλάβει την πόλη, συνδυάζοντας αυτή τη φορά την επιχείρηση με την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Με μια πανίσχυρη στρατιά 20.000 ανδρών, ο Κιουταχής ξεκίνησε από τα Τρίκαλα στα τέλη Φεβρουαρίου του 1825 και στις 15 Απριλίου 1825 έφθασε προ του Μεσολογγίου.
 
Αμέσως άρχισε την πολιορκία της πόλεως, η οποία μπορεί να χωρισθεί σε δύο περιόδους: α) 15 Απριλίου έως 12 Δεκεμβρίου 1825 και β) 25 Δεκεμβρίου 1825 έως τις 11 Απριλίου 1826. Χωρίς σημαντική βοήθεια από τους υπόλοιπους Έλληνες, λόγω του εμφυλίου πολέμου κι έχοντας να αντιμετωπίσουν υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, οι 12.000 έλληνες του Μεσολογγίου αντιστάθηκαν καρτερικά επί ένα χρόνο. Την οργάνωση της άμυνας ανέλαβε τριμελής επιτροπή υπό τους Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Δημήτριο Θέμελη και Γεώργιο Καναβό.
 
[Ο Ελληνικός εμφύλιος της περιόδου 1823 – 1825 έλαβε τόπο κατά τη διάρκεια της ελληνικής επαναστάσεως ως ανταγωνισμός ισχύος για την ηγεσία της επαναστάσεως αλλά και του υπό διαμόρφωση νέου ελληνικού κράτους. Χωρίζεται σε δύο φάσεις: η πρώτη (Φθινόπωρο 1823 – Καλοκαίρι 1824) χαρακτηρίστηκε από έντονες πολιτικές διαμάχες μεταξύ Φιλικών και Κοτζαμπάσηδων, ενώ η δεύτερη (Ιούλιος 1824 – Ιανουάριος 1825) από εμφύλιες συρράξεις μεταξύ κυβερνητικών, υποστηριζόμενων από την Αγγλία, και Πελοποννησίων]
 
Το φρούριο της πόλεως μετά την πρώτη πολιορκία είχε βελτιωθεί, κατόπιν των προσπαθειών του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Βύρωνα και του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη. Η τάφρος έγινε βαθύτερη, ο μικρός περίβολος ενισχύθηκε με πύργους και πολύγωνα προτειχίσματα, πάνω στα οποία τοποθετήθηκαν 48 τηλεβόλα και 4 βομβοβόλα. Η νησίδα Βασιλάδι, μεταξύ της λιμνοθάλασσας και της θάλασσας, έγινε ένα είδος προκεχωρημένου οχυρού. Εκεί τοποθετήθηκαν 6 πυροβόλα και συγκεντρώθηκαν 2.000 γυναικόπαιδα για να μην επιβαρύνουν τη φρουρά της πόλης. Εντός του Μεσολογγίου υπήρχαν 10.000 άτομα, εκ των οποίων 4.000 άνδρες, άριστοι πολεμιστές από την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και ακόμη 1.000 άνδρες, δυνάμενοι να φέρουν όπλα.
 
Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας (15 Απριλίου – 12 Δεκεμβρίου 1825) το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε μόνο από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους συντρίβονταν εύκολα ή δύσκολα από τους υπερασπιστές της πόλης. Εξάλλου, ο από θαλάσσης αποκλεισμός δεν ήταν ισχυρός και επανειλημμένως διασπάσθηκε από τον στόλο του Μιαούλη, ο οποίος ενίσχυε με πολεμοφόδια και τρόφιμα τους πολιορκούμενους. Στις 24 Ιουλίου, 1000 ρουμελιώτες πολεμιστές υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ανάγκασαν τον Κιουταχή να αποσύρει τις δυνάμεις του στις υπώρειες του όρους Ζυγός, χαλαρώνοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αλλά και ο τουρκικός στόλος, παρενοχλούμενος από τον ελληνικό, αναγκάσθηκε να ζητήσει καταφύγιο στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλληνία.

Στις 5 Αυγούστου ο Κίτσος Τζαβέλλας, επικεφαλής δυνάμεως Σουλιωτών πολεμιστών, εισήλθε στην πόλη, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκουμένων. Όμως, στις αρχές Νοεμβρίου, ο κοινός στόλος Τούρκων και Αιγυπτίων αποβίβασε 8.000 αιγύπτιους στρατιώτες κι ένα μήνα αργότερα κατέφθασε στην περιοχή ο Ιμπραήμ που είχε σχεδόν καταστείλει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Τούρκοι, Τουρκαλβανοί και Αιγύπτιοι αριθμούσαν 25.000 άνδρες, με σύγχρονο πυροβολικό, που διοικούσαν γάλλοι αξιωματικοί. Οι Έλληνες είχαν να αντιπαρατάξουν 4.000 μαχητές.
 
Σχετική εικόναΣτις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου
Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ επιχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Μετά την πτώση των δύο νησίδων, η θέση των πολιορκουμένων κατέστη δεινή, μετά και την αποτυχία του Μιαούλη να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό.
 
Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια και γάτες! Υπό τις συνθήκες αυτές, που καθιστούσαν αδύνατη την αποτελεσματική υπεράσπιση της πόλης, αποφασίστηκε σε συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων στις 6 Απριλίου η έξοδος και ορίστηκε γι’ αυτή, η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (9 προς 10 Απριλίου). Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, επωφελούμενοι από τον αιφνιδιασμό των πολιορκητών. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι. Όμως, το σχέδιο της εξόδου, είτε προδόθηκε, είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά κι έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ κατέσφαξαν με τα γιαταγάνια τούς μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης.

Σε πολλά σημεία σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς. Το πρωί της 10ης Απριλίου, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.
 
Οι πληροφορίες για τις απώλειες των Ελλήνων κατά την πολιορκία και την έξοδο είναι αντιφατικές. Πιθανότερο φαίνεται ότι από τους 3.000 που πήραν μέρος στην έξοδο, οι 1.700 έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι. Ανάμεσα στους νεκρούς, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, ο Νικόλαος Στορνάρης, ο γερμανός εκδότης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά» Ιάκωβος Μάγιερ και άλλοι γερμανοί φιλέλληνες. Γύρω στα 6.000 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν για να πουληθούν στη Μεθώνη και στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Οι απώλειες για τους τουρκοαιγύπτιους εισβολής ανήλθαν σε 5.000 άνδρες.
 
Η Επανάσταση μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχε σχεδόν κατασταλεί. Η φλόγα της, όμως, παρέμεινε άσβεστη, καθώς η ήττα μετατράπηκε σε νίκη. Ένα νέο κύμα φιλελληνισμού αναδύθηκε μετά την αμαύρωση του Αγώνα, εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε εμμέσως την ευρωπαϊκή διπλωματία για τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων. Πολλά έργα, ζωγραφικά, λογοτεχνικά και άλλα, απαθανάτισαν τη θυσία των Μεσολογγιτών.
 
Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός έγραψε την ημιτελή ποιητική του σύνθεση «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» με τους γνωστούς στίχους από το Σχεδίασμα Β’:
  • Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
    I Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει
    Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε’ στα μάτια η μάνα μνέει
    Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
    «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ΄ έχω γω στο χέρι;
    Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει»
  • VIII «Άγγελε, μόνο στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
    Στ’ όνομ’ Αυτού που σ’ τα ‘πλασε, τ’ αγγειό τσ’ ερμιάς τα θέλει.Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
    χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου! Τα θέλω γω, να τα ‘χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
    εδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».
  • XII Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
    γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
    μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
    ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
    και γγιζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα. Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.
    Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
    δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν
    εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.
    Τουφέκια τούρκικα, σπαθιά
    το ξεροκάλαμο περνά.
Αμέσως μετά την κατάληψη του Μεσολογγίου, ο Κιουταχής με τον στρατό του κατευθύνθηκε προς την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Αττικής. Ο Ιμπραήμ επανήλθε στην Πελοπόννησο για να εξαλείψει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης σε Μάνη και Αργολίδα.
 
Το Μεσολόγγι απελευθερώθηκε στις 11 Μαΐου 1829. Το 1937 αναγνωρίστηκε ως «Ιερά Πόλις». Η πτώση του Μεσολογγίου οδήγησε σε διάλυση της τρίτης εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου του 1826 και στην παραίτηση της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Στο εξωτερικό αναθέρμανε το φιλελληνικό κίνημα και επιτάχυνε τις διαδικασίες για επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για την τελική λύση του ελληνικού ζητήματος.
 
Το τέλος της Επαναστάσεως των Ελλήνων του 1821 δεν γράφτηκε ακόμη!

Ελληνιστική Γραμματεία: Ποιητική και αισθητική, Παράδοση και νεωτερικότητα, Η σχολή του Φιλίτα

Αν υπάρχει μία προσωπικότητα, ένας «δάσκαλος» που δημιούργησε της αλεξανδρινή σχολή ποιητικής, αυτός είναι ο Φιλίτας (ή Φιλητάς) από την Κω (340-25 π.Χ.). Είτε στην Κω, όπου γεννήθηκε, έζησε και πέθανε, είτε στην Αλεξάνδρεια όπου βρέθηκε για κάποια χρόνια της ζωής του ως βασιλικός παιδαγωγός του Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου, λέγεται ότι συγκρότησε γύρω του έναν κύκλο λογίων και ποιητών στους οποίους άσκησε τεράστια επίδραση. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται ο Θεόκριτος ο Συρακούσιος, ο διάσημος ομηριστής Ζηνόδοτος και ο Ερμησιάναξ ο Κολοφώνιος.
 
Φιλόλογος ο ίδιος, φαίνεται ότι έγινε διάσημος στην εποχή του για ένα λεξικογραφικό έργο, χαμένο πλέον σήμερα, με τίτλο Ἄτακτοι γλῶσσαι, στο οποίο εξηγούσε σπάνιες ομηρικές λέξεις, τις λεγόμενες «γλώσσες». Σε αντίθεση όμως με τον Αντίμαχο τον Κολοφώνιο (ακμή 400 π.Χ.), ο οποίος συνέθεσε φιλολογία και ποίηση με μάλλον άκομψο και κακότεχνο τρόπο, ο Φιλίτας έδειξε τον δρόμο για μια νέα ποίηση που μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και λόγια και εκλεπτυσμένη. Το αναγνωρίζει ο Καλλίμαχος στον Πρόλογο των Αιτίων όταν αντιπαραθέτει τη Λύδη του Αντιμάχου προς τη σαφώς «λεπτότερη» Δήμητρα του Φιλίτα [Καλλίμαχος, Αἴτια απ.1]. Ο Θεόκριτος αφιερώνει στον Φιλίτα την αινιγματική persona του βουκόλου-ποιητή Λυκίδα από το 7ο Ειδύλλιο, τα Θαλύσια, ενώ ο Προπέρτιος ζητά να μπει στο ιερό άλσος των Μουσών που στοιχειώνουν από κοινού ο Καλλίμαχος και ο Φιλίτας (Ελεγ. 3.1.1-2 Callimachi Manes et Coi sacra Philitae,/ in vestrum, quaeso, me sinite ire nemus).
 
Από το ποιητικό έργο του Φιλίτα σώζονται δυστυχώς μόνον τίτλοι και ελάχιστα αποσπάσματα. Γνωρίζουμε ελάχιστα για το εξαμετρικό ποίημα Ερμής, πιθανότατα ένα επύλλιο με θέμα την παραμονή του Οδυσσέα στο νησί του Αιόλου και την ερωτική του σχέση με την κόρη του Πολυμήλη. Ελεγεία αλλά χωρίς ερωτικό θέμα ήταν η Δήμητρα, ένα ποίημα που εξιστορούσε την περιπλάνηση της Δήμητρας σε αναζήτηση της Κόρης εξηγώντας ίσως τη λατρεία της θεάς στη νήσο Κω. Ωστόσο, κάποιο χαμένο ποίημά του για τη Βίττιδα αποτέλεσε ενδεχομένως το πρότυπο για τη λατινική ερωτική ελεγεία.