Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (242-302)

ἄνδρες ἱππῆς, παραγένεσθε· νῦν ὁ καιρός. ὦ Σίμων,
ὦ Παναίτι᾽, οὐκ ἐλᾶτε πρὸς τὸ δεξιὸν κέρας;
ἅνδρες ἐγγύς. ἀλλ᾽ ἀμύνου κἀπαναστρέφου πάλιν.
245 ὁ κονιορτὸς δῆλος αὐτῶν ὡς ὁμοῦ προσκειμένων.
ἀλλ᾽ ἀμύνου καὶ δίωκε καὶ τροπὴν αὐτοῦ ποιοῦ.

ΧΟΡΟΣ ΙΠΠΕΩΝ
παῖε παῖε τὸν πανοῦργον καὶ ταραξιππόστρατον
καὶ τελώνην καὶ φάραγγα καὶ Χάρυβδιν ἁρπαγῆς,
καὶ πανοῦργον καὶ πανοῦργον· πολλάκις γὰρ αὔτ᾽ ἐρῶ.
250 καὶ γὰρ οὗτος ἦν πανοῦργος πολλάκις τῆς ἡμέρας.
ἀλλὰ παῖε καὶ δίωκε καὶ τάραττε καὶ κύκα
καὶ βδελύττου, καὶ γὰρ ἡμεῖς, κἀπικείμενος βόα·
εὐλαβοῦ δὲ μὴ ᾽κφύγῃ σε· καὶ γὰρ οἶδε τὰς ὁδούς,
ἅσπερ Εὐκράτης ἔφευγεν εὐθὺ τῶν κυρηβίων.
255 ΠΑ. ὦ γέροντες ἡλιασταί, φράτερες τριωβόλου,
οὓς ἐγὼ βόσκω κεκραγὼς καὶ δίκαια κἄδικα,
παραβοηθεῖθ᾽, ὡς ὑπ᾽ ἀνδρῶν τύπτομαι ξυνωμοτῶν.
ΧΟ. ἐν δίκῃ γ᾽, ἐπεὶ τὰ κοινὰ πρὶν λαχεῖν κατεσθίεις,
κἀποσυκάζεις πιέζων τοὺς ὑπευθύνους σκοπῶν,
260 ὅστις αὐτῶν ὠμός ἐστιν ἢ πέπων ἢ μὴ πέπων.
264 καὶ σκοπεῖς γε τῶν πολιτῶν ὅστις ἐστὶν ἀμνοκῶν,
265 πλούσιος καὶ μὴ πονηρὸς καὶ τρέμων τὰ πράγματα.
261 κἄν τιν᾽ αὐτῶν γνῷς ἀπράγμον᾽ ὄντα καὶ κεχηνότα,
262 καταγαγὼν ἐκ Χερρονήσου, διαλαβὼν ἀγκυρίσας,
263 εἶτ᾽ ἀποστρέψας τὸν ὦμον αὐτὸν ἐνεκολήβασας.
266 ΠΑ. ξυνεπίκεισθ᾽ ὑμεῖς; ἐγὼ δ᾽, ἄνδρες, δι᾽ ὑμᾶς τύπτομαι,
ὅτι λέγειν γνώμην ἔμελλον ὡς δίκαιον ἐν πόλει
ἱστάναι μνημεῖον ὑμῶν ἐστιν ἀνδρείας χάριν.
ΧΟ. ὡς δ᾽ ἀλαζών, ὡς δὲ μάσθλης. εἶδες οἷ᾽ ὑπέρχεται·
270 ὡσπερεὶ γέροντας ἡμᾶς ἐκκοβαλικεύεται.
273 ΠΑ. ὦ πόλις καὶ δῆμ᾽, ὑφ᾽ οἵων θηρίων γαστρίζομαι.
274 ΟΙ. Α’ καὶ κέκραγας, ὥσπερ ἀεὶ τὴν πόλιν καταστρέφει.
271 ΑΛ. ἀλλ᾽ ἐὰν ταύτῃ γε νικᾷ, ταυτῃὶ πεπλήξεται·
272 ἢν δ᾽ ὑπεκκλίνῃ γε, δευρὶ πρὸς σκέλος κυρηβάσει.
275 ΠΑ. ἀλλ᾽ ἐγώ σε τῇ βοῇ ταύτῃ γε πρῶτα τρέψομαι.
ΧΟ. ἀλλ᾽ ἐὰν μέντοι γε νικᾷς τῇ βοῇ, τήνελλά σοι·
ἢν δ᾽ ἀναιδείᾳ παρέλθῃ σ᾽, ἡμέτερος ὁ πυραμοῦς.
ΠΑ. τουτονὶ τὸν ἄνδρ᾽ ἐγὼ ᾽νδείκνυμι, καὶ φήμ᾽ ἐξάγειν
ταῖσι Πελοποννησίων τριήρεσι ζωμεύματα.
280 ΑΛ. ναὶ μὰ Δία κἄγωγε τοῦτον, ὅτι κενῇ τῇ κοιλίᾳ
εἰσδραμὼν εἰς τὸ πρυτανεῖον, εἶτα πάλιν ἐκθεῖ πλέᾳ.
ΟΙ. Α’ νὴ Δί᾽, ἐξάγων γε τἀπόρρηθ᾽, ἅμ᾽ ἄρτον καὶ κρέας
καὶ τέμαχος, οὗ Περικλέης οὐκ ἠξιώθη πώποτε.
ΠΑ. ἀποθανεῖσθον αὐτίκα μάλα.
285 ΑΛ. τριπλάσιον κεκράξομαί σου.
ΠΑ. καταβοήσομαι βοῶν σε.
ΑΛ. κατακεκράξομαί σε κράζων.
ΠΑ. διαβαλῶ σ᾽, ἐὰν στρατηγῇς.
ΑΛ. κυνοκοπήσω σου τὸ νῶτον.
290 ΠΑ. περιελῶ σ᾽ ἀλαζονείαις.
ΑΛ. ὑποτεμοῦμαι τὰς ὁδούς σου.
ΠΑ. βλέψον εἴς μ᾽ ἀσκαρδάμυκτος.
ΑΛ. ἐν ἀγορᾷ κἀγὼ τέθραμμαι.
ΠΑ. διαφορήσω σ᾽, εἴ τι γρύξεις.
295 ΑΛ. κοπροφορήσω σ᾽, εἰ λαλήσεις.
ΠΑ. ὁμολογῶ κλέπτειν· σὺ δ᾽ οὐχί.
ΑΛ. νὴ τὸν Ἑρμῆν τὸν Ἀγοραῖον.
ΠΑ. κἀπιορκῶ γε βλεπόντων.
ΑΛ. ἀλλότρια τοίνυν σοφίζει.
300 ΠΑ. καὶ φανῶ σε τοῖς πρυτάνεσιν
ἀδεκατεύτους τῶν θεῶν ἱε-
ρὰς ἔχοντα κοιλίας.

***
(Με δυνατή φωνή, προς τη δεξιά και αριστερή πάροδο, καλεί σε βοήθεια:) Άντρες του ιππικού, βοήθεια! Ήρθε η ώρα! Ίλαρχοί μας, εσύ Σίμωνα, κι εσύ Παναίτιε, προελάστε στο δεξιό κέρας. (Στον Αλλαντοπώλη:) Τα παλικάρια φτάνουν. Κράτα τη θέση σου, γύρνα πίσω, με μέτωπο προς τον εχθρό. Κατάφτασαν, δυο βήματα απέχουν, δεν βλέπεις μπροστά σου τον κουρνιαχτό που σήκωσαν; Άιντε, κράτα τη θέση σου και πέσε πάνω του και κάν᾽ τον να το βάλει στα πόδια.

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΙΠΠΕΩΝ
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ (Απευθύνεται προς τον Αλλαντοπώλη:)
Δώσ᾽ του, δώσ᾽ του ξύλο το χαμένο κορμί, τον τρομοκράτη του ιππικού, τον τελώνη, τον φαταούλα, τη Χάρυβδη της κλεψιάς, το χαμένο κορμί και το χαμένο κορμί· λέω τη φράση αυτή ξανά και ξανά, [250] μια και τούτος ήταν κάθε μέρα ξανά και ξανά χαμένο κορμί.
Απάνω του, δώσ᾽ του ξύλο, κυνήγα, ταρακούνα τον, άλλαξ᾽ του τον αδόξαστο, δώσ᾽ του φτύσιμο όπως κι εμείς, πέσε πάνω του χουγιάζοντάς τον. Και τα μάτια σου τέσσερα μη σου ξεφύγει· γιατί ξέρει τους δρόμους απ᾽ όπου ξέφυγε ο στουπιοπουλητής Ευκράτης και γλίτωσε στα πίτουρα του αλευρόμυλού του.
ΠΑΦ. (Προς τους θεατές). Γεροντάκια μου, δικαστές της Ηλιαίας, που μας αδερφώνει η κονομισιά του τριώβολου, που για να σας χορτάσω ψωμί ξελαρυγγίζομαι δίκια ή άδικα, βοήθεια, βοήθεια! με ξυλοκοπούν συνωμότες.
ΚΟΡ. Δίκαια όμως — αφού περιδρόμιαζες όσα είναι να μοιραστούν σ᾽ όλους πριν βγει η μερίδα σου και ζουλάς σα σύκα τους διαχειριστές, ψάχνοντας
[260] ποιός ανάμεσά τους είναι άγουρος ή ώριμος ή θέλει ακόμα για να ωριμάσει. Και κοιτάς ποιοί πολίτες είναι πρόβατα, πλούσιοι, άπραγοι και τρέμουν τα μπλεξίματα. Κι αν δεις πως κάποιος τους είναι νοικοκύρης και χαζοπούλι, τον κατεβάζεις με το ζόρι απ᾽ τη Χερσόνησο, του κάνεις λαβή στη μέση, του βάζεις τρικλοποδιά, κι ύστερα, αφού του στραμπουλίξεις τον ώμο, τον καβαλίκεψες.
ΠΑΦ. Κι εσείς μου ρίχνεστε; Την ώρα που εγώ, λεβέντες μου, τρώω ξύλο για σας, επειδή είχα σκοπό να προτείνω ότι οφείλουμε να στήσουμε ηρώο για σας στην Ακρόπολη, να τιμηθεί η αντρεία σας!
ΧΟΡ. Βρε τον μαλαγάνα, βρε τον κωλοπετσωμένο! Γιά δες πώς πάει να μας τουμπάρει!
[270] Μας δουλεύει σα να ᾽μαστε τίποτε γεροξεκούτηδες.
ΠΑΦ. Πατρίδα και δημοκρατία! σε τί θεριά έπεσα, που με βαρούν στην κοιλιά.
ΠΡ. Δ. Σκούζεις ακόμα, όπως κάθε μέρα αναστατώνεις την πόλη.
ΑΛΛ. Όμως, αν με τη φωνάρα του νικά, μ᾽ αυτήν εδώ (δείχνει τη γροθιά του) θα τσακιστεί. Κι αν σκύψει για να την ξεφύγει, η κουτουλιά του θα βρει το καλάμι μου.
ΠΑΦ. Όμως θα σε κατατροπώσω με τη φωνάρα μου.
ΧΟΡ. Όμως, αν με τις φωνές σου νικήσεις, ζήτω σου! Αλλά, αν σ᾽ αφήσει πίσω στην αδιαντροπιά, δική μας η μελόπιτα!
ΠΑΦ. (Δείχνοντας με το δάχτυλο τον Αλλαντοπώλη, απειλητικά:) Καταγγέλλω τούτον εδώ και καταθέτω ότι κάνει παράνομη εξαγωγή κρεατόσουπας στις τριήρεις των Πελοποννησίων.
ΑΛΛ. [280] Κι εγώ ετούτον ότι μπαίνει σα σίφουνας, μά τον Δία, με άδεια την κοιλιά στο πρυτανείο και σε λίγο βγαίνει τρέχοντας με την κοιλιά ταράτσα.
ΠΡ. Δ. Όπως τα λες είναι, μά τον Δία! βγάζει στους εχθρούς τα προϊόντα που απαγορεύει η πόλη, όλα μαζί: ψωμιά και κρέατα και παστά — καλούδια που ποτέ του δεν τα είδε ο Περικλής!
ΠΑΦ. Θα πεθάνετε κι οι δυο σας, αμέσως, στη στιγμή!
ΑΛΛ. Θα βγάλω αγριοφωνάρα τρεις φορές πιο δυνατή απ᾽ τη δική σου.
ΠΑΦ. Με τα ουρλιαχτά μου θα πνίξω τα ουρλιαχτά σου.
ΑΛΛ. Με το σκούξιμό μου θα πνίξω το σκούξιμό σου.
ΠΑΦ. Αν γίνεις στρατηγός, θα σε συκοφαντήσω.
ΑΛΛ. Θα σε ξυλοκοπήσω, σκύλε, στην πλάτη.
ΠΑΦ. [290] Θα σε ρημάξω με λόγια φουσκωμένα.
ΑΛΛ. Όποιο δρόμο κι αν πάρεις, θα με βρεις μπροστά σου!
ΠΑΦ. Κοίταξέ με στα μάτια με ατάραχο βλέμμα.
ΑΛΛ. Κι εγώ στην αγορά έκανα τις σπουδές μου.
ΠΑΦ. Έτσι και βγάλεις γρι, κομμάτια θα σε κάνω!
ΑΛΛ. Έτσι και βγάλεις κιχ, μες στα σκατά σε θάβω!
ΠΑΦ. Εγώ ᾽μαι κλέφτης και το λέω, εσύ όμως τ᾽ αρνιέσαι.
ΑΛΛ. Το λέω και καυχιέμαι, μά τον Ερμή τον Αγοραίο.
ΠΑΦ. Και παίρνω ψεύτικο όρκο, μπροστά στα μάτια τους.
ΑΛΛ. Αλλουνού κόλπα πας να μας πουλήσεις.
ΠΑΦ. [300] Και θα πάω να σε καρφώσω στους πρυτάνεις ότι, χωρίς να πληρώνεις το νόμιμο παρακράτημα, παίρνεις από τις θυσίες στους θεούς τα ιερά άντερα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Ληθαίος, Λούσιος, Λύμαξ

Ληθαίος

Δύο ποταμοί παραδίδονται με το όνομα αυτό. Ο ένας στην πεδιάδα της Μεσσαράς, στα Ν του Ψηλορείτη, κοντά στο Λιβυκό πέλαγος, αριστερά της Γόρτυνας, ο σημερινός Μητροπολιανός. Ο ποταμός αναφέρεται στον μύθο της αρπαγής της Ευρώπης από τον Δία. Ανεβαίνοντας την κοίτη του ποταμού Ληθαίου, ο Δίας έφτασε με το αρπαγμένο κορίτσι στη Γόρτυνα. Εκεί, δίπλα σε μια πηγή σκεπασμένη από πλατάνια, ενώθηκε μαζί της. Από τότε το πλατάνι δεν έχασε ποτέ το φύλλωμά του -ο μύθος παραπέμπει σε δενδρολατρεία.
 
Ο δεύτερος ποταμός με αυτό το όνομα βρισκόταν στην περιοχή της Τρίκκης. Σύμφωνα με τον Στράβωνα λεγόταν ότι κοντά στο Ληθαίο γεννήθηκε ο Ασκληπιός, ο θεός της Ιατρικής.
 
Λούσιος / Γορτύνιος (Πελοπόννησος, κοντά στη Γόρτυνα)
 
Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Λούσιος, που από μερικούς ονομάζεται και Γορτύνιος, έχει τα πιο κρύα νερά από όλους τους ποταμούς που δεν παγώνουν τον χειμώνα. Στα νερά αυτού του ποταμού έκανε το πρώτο μπάνιο στον Δία η Ρέα, προτού τον παραδώσει στις φροντίδες της Γαίας. Στα νερά του ίδιου ποταμού λούστηκε ο Προίτος, που κυνηγούσε τις κόρες του, τις Προιτίδες, που είχαν παραφρονήσει μέσα στα δάση. Εκεί παρακάλεσε την Άρτεμη να τον βοηθήσει και υποσχέθηκε να της θυσιάσει είκοσι βόδια.
 
Λύμαξ ή Λύμαιος (Πελοπόννησος, κοντά στη Φιγαλεία)
 
Στα νερά αυτού του ποταμού, οι Νύμφες που βοήθησαν τη Ρέα να γεννήσει τον Δία, έριξαν τα νερά της λοχείας και ύστερα έπλυναν και εξάγνισαν τη Ρέα. Από την πρακτική και την τελετουργία του καθαρμού, από τα λύματα της θεάς ονομάστηκε ο ποταμός.
 
«ποταμὸς δὲ ὁ καλούμενος Λύμαξ ἐκδίδωσι μὲν ἐς τὴν Νέδαν παρ᾽ αὐτὴν ῥέων Φιγαλίαν, γενέσθαι δὲ τοὔνομά φασι τῷ ποταμῷ καθαρσίων τῶν Ῥέας ἕνεκα. ὡς γὰρ δὴ τεκοῦσαν τὸν Δία ἐκάθηραν ἐπὶ ταῖς ὠδῖσιν αἱ Νύμφαι, τὰ καθάρματα ἐς τοῦτον ἐμβάλλουσι τὸν ποταμόν· ὠνόμαζον δὲ ἄρα οἱ ἀρχαῖοι αὐτὰ λύματα. μαρτυρεῖ δὲ καὶ Ὅμηρος, ἀπολυμαίνεσθαί τε ἐπὶ λύσει τοῦ λοιμοῦ τοὺς Ἕλληνας καὶ ἐμβάλλειν τὰ λύματα εἰπὼν σφᾶς ἐς θάλασσαν». (Παυσανίας 8.41.2.1-8.41.2.9)

Ο Αριστοτέλης για την επιείκεια

Ολοκληρώνοντας το πέμπτο βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» ο Αριστοτέλης θεωρεί αναγκαίο να διερευνήσει την έννοια της επιείκειας: «Η συνέχεια της έρευνάς μας απαιτεί να μιλήσουμε για την επιείκεια και το επιεικές: σε ποια σχέση βρίσκεται η επιείκεια προς τη δικαιοσύνη και σε ποια το επιεικές προς το δίκαιο· γιατί η εξέταση κάνει φανερό ότι ούτε είναι απολύτως το ίδιο πράγμα ούτε ότι είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο» (1137a 10, 36-40).

Η δεδομένη σύγχυση που επικρατεί γύρω από την έννοια της επιείκειας αλλά και τον τρόπο που σχετίζεται με τη δικαιοσύνη είναι ο λόγος που θα παρακινήσει τον Αριστοτέλη να προχωρήσει στην αποσαφήνισή της: «άλλοτε επαινούμε το επιεικές και τον άνθρωπο που έχει αυτή την ιδιότητα, με αποτέλεσμα, όταν θέλουμε να επαινέσουμε κι άλλες ιδιότητες, να χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη στη θέση της λέξης καλός, θέλοντας με τη λέξη επιεικέστερο να πούμε ότι ένα πράγμα είναι καλύτερο, και άλλοτε, όταν παρακολουθούμε το πράγμα λογικά, μας φαίνεται παράξενο να μπορεί το επιεικές να είναι άξιο επαίνου, αν είναι διαφορετικό από το δίκαιο» (1137b 10, 1-5).

Για τον Αριστοτέλη οι προβληματισμοί αυτού του είδους είναι απολύτως λογικοί και δεν έρχονται σε αντίφαση μεταξύ τους. Το επιεικές, ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν ταυτίζεται επακριβώς με το γράμμα του νόμου, δε σημαίνει ότι έρχεται σε αντίθεση με το δίκαιο: «Αυτές περίπου είναι οι σκέψεις από τις οποίες γεννιέται όλος ο προβληματισμός για τη φύση του επιεικούς· όλες τους, πάντως, είναι, κατά κάποιον τρόπο, σωστές, και δε βρίσκονται σε κανενός είδους αντίφαση μεταξύ τους· γιατί το επιεικές, καλύτερο από κάποια συγκεκριμένη μορφή δικαίου, είναι και αυτό δίκαιο» (1137b 10, 7-11).

Κι αν αυτό δεν είναι πλήρως κατανοητό, ο Αριστοτέλης προτίθεται να το επαναλάβει: «Είναι το ίδιο πράγμα, λοιπόν, το δίκαιο και το επιεικές, και ενώ είναι και τα δύο καλά, το επιεικές είναι ανώτερο» (1137b 10, 12-13).

Η ανωτερότητα της επιείκειας συνίσταται στο ότι αποτελεί διόρθωση του δικαίου σε κάποιες περιπτώσεις που ενδέχεται να μην ξεκαθαρίζονται με απόλυτη ευκρίνεια από το γράμμα του νόμου: «Αυτό που δημιουργεί το πρόβλημα είναι ότι το επιεικές είναι, βέβαια, δίκαιο, όχι όμως το κατά το νόμο δίκαιο, αλλά μια διόρθωσή του. Ο λόγος είναι ότι ο νόμος έχει πάντοτε γενικό/καθολικό χαρακτήρα, υπάρχουν όμως κάποια πράγματα για τα οποία είναι αδύνατο, με τα γενικά/καθολικά σχήματα να διατυπωθεί λόγος που να είναι σωστός. Όπου λοιπόν υπάρχει ανάγκη η διατύπωση να είναι γενική/καθολική, η διατύπωση όμως αυτή δεν μπορεί να εφαρμόζει σωστά σε όλες τις περιπτώσεις, ο νόμος λαμβάνει υπόψη του την πλειονότητα των περιπτώσεων, χωρίς βέβαια να αγνοεί το σφάλμα που γίνεται με αυτόν τον τρόπο» (1137b 10, 14-20).

Με άλλα λόγια, ο νόμος στην προσπάθειά του να προβλέψει όλα τα πιθανά παραπτώματα και να ορίσει ποινές δεν μπορεί παρά να είναι γενικός, αφού είναι αδύνατο να αποσαφηνιστούν εκ των προτέρων όλες οι λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης παραβατικότητας. Θα έλεγε κανείς ότι ο νόμος είναι καταδικασμένος στο ελλιπές, καθώς η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κινήτρων που την κατευθύνουν καθιστούν αδύνατη την πλήρη ομαδοποίηση των παραβάσεων.

Γι’ αυτό και δεν μπορούν να επιρριφθούν ευθύνες στο νομοθέτη: «το σφάλμα δε βρίσκεται στο νόμο ούτε στο νομοθέτη, αλλά στη φύση της συγκεκριμένης περίπτωσης/υπόθεσης· γιατί η ουσία των ανθρώπινων πράξεων είναι, στο βάθος βάθος της, αυτού του είδους». (1137b 10, 21-23).

Από αυτή την άποψη, ο νόμος δεν έχει άλλη επιλογή από το να λειτουργεί χοντροκομμένα (έχοντας πλήρη επίγνωση αυτού), ορίζοντας κάποιες γενικές κατευθύνσεις, που θα πρέπει να προσαρμόζονται από υπόθεση σε υπόθεση. Αυτός είναι, εξάλλου, και ο ρόλος του δικαστή ο οποίος πρέπει να ερμηνεύει το νόμο σε κάθε περίπτωση ανάλογα με τα δεδομένα που προκύπτουν. Η εναλλαγή των υποθέσεων και η συνακόλουθη διαφοροποίηση των ποινών δεν αφορά την πολλαπλή ερμηνεία του νόμου (χωρίς, βέβαια και να την ακυρώνει), αλλά την προσαρμογή του νομικού πλαισίου μέσα στην ακριβή απόχρωση κάθε παράβασης.

Κι ακριβώς αυτός είναι ο ρόλος της επιείκειας, που καλύπτει τα αναπόφευκτα νομοθετικά κενά, όπως προκύπτουν μέσα στο άπειρο των δικαστικών υποθέσεων: «Όταν λοιπόν ο νόμος μιλάει γενικά/καθολικά και υπάρξει μια περίπτωση/υπόθεση σχετική με αυτόν, που όμως δεν καλύπτεται από τη γενική/καθολική διατύπωσή του, τότε το σωστό είναι, εκεί που ο νομοθέτης έκανε παράλειψη και έσφαλε εξαιτίας της γενικότητας της διατύπωσής του, να διορθώνεται η παράλειψη με το να ορίζεται αυτό που και ο ίδιος ο νομοθέτης θα όριζε, αν ήταν εκεί παρών, και που θα το είχε ασφαλώς περιλάβει στο νόμο του, αν είχε λάβει γνώση της συγκεκριμένης περίπτωσης/υπόθεσης» (1137b 10, 24-28).

Θα έλεγε κανείς ότι η επιείκεια είναι η συμπληρωματική παρουσία του νομοθέτη σε κάθε υπόθεση που ο νόμος αδυνατεί να εκφράσει επακριβώς. Από αυτή την άποψη, πρόκειται για την ύψιστη μορφή δικαίου, καθώς λειτουργεί ως προϋπόθεση της ακριβέστερης νομοθετικής ερμηνείας. Θα έλεγε κανείς ότι η επιείκεια είναι η εγγύηση της πληρότητας στην απονομή της δικαιοσύνης: «Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο το επιεικές είναι δίκαιο, και είναι καλύτερο από κάποια συγκεκριμένη μορφή δικαίου – όχι, φυσικά, από το δίκαιο στην απόλυτη μορφή του, αλλά από εκείνο που, λόγω της γενικής/καθολικής διατύπωσης, υπόκειται σε σφάλματα. Και αυτή ακριβώς είναι η φύση του επιεικούς: το επιεικές είναι διόρθωση του νόμου εκεί που αυτός παρουσιάζει κενά λόγω του γενικού/καθολικού χαρακτήρα του» (1137b 10, 28-32).

Η αδυναμία της απόλυτης προσαρμογής του νόμου σε όλες τις διενέξεις που μπορεί να προκύψουν μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις δεν αφορά μόνο το αδύνατο της πρόβλεψης όλων των περιστάσεων, αλλά και τη συνακόλουθη ανάγκη της ελαστικότητάς του, ώστε να προσαρμοστεί όσο το δυνατό στα δεδομένα κάθε υπόθεσης. Ο άκαμπτος νόμος δεν μπορεί παρά να λειτουργεί ισοπεδωτικά εξομοιώνοντας όλες τις καταστάσεις χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα επιμέρους ξεχωριστά χαρακτηριστικά γνωρίσματα κάθε περίπτωσης, που την καθιστά διαφορετική.

Μια τέτοια νομοθετική προσέγγιση τείνει στην καταπίεση, αφού εν τέλει θα λειτουργήσει εκφοβιστικά. Η γνώση ότι το δικαστήριο δε θα λάβει υπόψη τίποτε άλλο πέρα από την ίδια την εκτός νόμου πράξη, με άλλα λόγια η εκ των προτέρων δεδομένη συνθήκη της μηδενικής επιείκειας, είναι η εξασφάλιση της μέγιστης ποινής. Κι αυτό είναι η πραγμάτωση της αδικίας.

Η νομοθετική εκδοχή αυτού του είδους αρμόζει περισσότερο στα απολυταρχικά καθεστώτα. Από αυτή την άποψη, η επιείκεια παίρνει διαστάσεις πολιτικές, καθώς η έλλειψή της εμπεριέχει την ακαμψία του ολοκληρωτισμού. Η άκρατη αυστηρότητα, που εσκεμμένα παραβλέπει όλες τις ιδιαιτερότητες ενός παραπτώματος, που μπορεί να λειτουργήσουν ελαφρυντικά, δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί την εκδίκηση. Στην ουσία είναι άρνηση δικαιοσύνης. Κι όσο πιο αυστηρά καθορίζεται το νομοθετικό πλαίσιο, τόσο πιο έκδηλο γίνεται το ανελεύθερο. Οι εξοντωτικές ποινές που θα προκύψουν είναι η επισφράγιση της καταπίεσης, που παριστάνει τη διατήρηση της τάξης. Τελικά, αυτό που γεννιέται είναι η αντίδραση. Η εξάντληση της νομοθετικής αυστηρότητας, κατά κανόνα, κάθε άλλο παρά εξασφαλίζει την κοινωνική γαλήνη.

Οι δημοκρατίες δεν έχουν ανάγκη από τέτοιες μεθοδεύσεις. Ενδιαφέρονται να αποδώσουν τη δικαιοσύνη με την πληρότητα που της αρμόζει γνωρίζοντας καλά ότι δικαιοσύνη χωρίς επιείκεια είναι από θέση αρχής ακρωτηριασμένη. Η εκδίκηση δεν αρμόζει στις δημοκρατίες. Εξάλλου, το ενδιαφέρον εστιάζεται πρωτίστως στην επανένταξη του παραβάτη κι όχι στην εξόντωσή του. Γιατί σε μια δημοκρατία κανένας πολίτης δεν είναι περιττός.

Οι υγιείς δημοκρατίες ξέρουν ότι η εγκληματικότητα είναι πρόβλημα κοινωνικό. Γι’ αυτό και τη θεωρούν προσωπική τους αποτυχία. Αν εμφανιστούν κρούσματα που καταδεικνύουν την έξαρσή της γεννιέται προβληματισμός. Διερευνούνται τα αίτια. Η εύκολη λύση της μετάθεσης της ευθύνης στον ίδιο τον παραβάτη που είναι (μάλλον εκ φύσεως) κακοποιός δεν αρμόζει στις υγιείς δημοκρατίες. Αρμόζει σ’ εκείνες που τις παριστάνουν.

Και βέβαια, η επιείκεια δεν είναι μόνο αντίληψη που σχετίζεται με τον τρόπο της εφαρμογής του νόμου, αλλά συνολική στάση ζωής. Η εκπαίδευση, οι οικογενειακές σχέσεις, οι φιλίες, οι ευρύτερες συναναστροφές είναι πάντοτε πληρέστερες, όταν κοσμούνται από επιείκεια. Η άκρατη αυστηρότητα δεν μπορεί παρά να εκφράζει την αδυναμία της κατανόησης του άλλου. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για αδυναμία συνύπαρξης, αφού καταδεικνύει τη διαρκή επιμονή στο τέλειο που απαιτεί κανείς από τους γύρω του.

Ένας τέτοιος άνθρωπος σταδιακά θα απομονωθεί. Από αυτή την άποψη, η επιείκεια παίρνει διαστάσεις προσωπικής ολοκλήρωσης. Γίνεται προϋπόθεση της ευτυχίας. Η έλλειψή της οδηγεί στη μεμψιμοιρία, την εριστικότητα, το ανευχαρίστητο, τη μικροπρέπεια. Σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να συνδυαστεί με την υποψία, την αθεράπευτη πίστη ότι όλοι συμπεριφέρονται άσχημα, τη μόνιμη αίσθηση της αδικίας.

Η επιείκεια ταιριάζει με τη μεγαλοψυχία. Είναι γενναιότητα της ψυχής κι αυτό γιατί τρέφει τη συγχώρεση μέσα της. Το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη για την επιείκεια είναι απολύτως σαφές: «Είναι λοιπόν φανερό τι είναι το επιεικές· είναι επίσης φανερό ότι είναι δίκαιο, και ακόμη από ποια μορφή του δικαίου είναι καλύτερο» (1137b 10, 38-40).

Από κει και πέρα, αυτό που μένει είναι να καθοριστεί και το ποιος είναι ο επιεικής άνθρωπος: «Έτσι, γίνεται επίσης φανερό τι είναι και ο επιεικής άνθρωπος: είναι ο άνθρωπος που έχει την τάση να επιλέγει αυτού του είδους τις πράξεις, και που τις κάνει, που δεν είναι ο αυστηρός τηρητής του γράμματος του νόμου πάντοτε προς το χειρότερο, αλλά μένει ευχαριστημένος με το μικρότερο πάντοτε μερτικό, μολονότι έχει την υποστήριξη του νόμου. Αυτή η έξη είναι η επιείκεια, ένα είδος δικαιοσύνης και, πάντως, όχι μια διαφορετική από αυτήν έξη» (1137b 10, 40-41 και 1138a 10, 1-4).

Κι επειδή η επιείκεια είναι η ολοκλήρωση της δικαιοσύνης, πρέπει να διευκρινιστεί ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνδέεται με την ατιμωρησία και την ακύρωση του νόμου. Γιατί αυτό είναι η επισφράγιση της αδικίας. Επιεικής δεν είναι αυτός που ανέχεται να τον αδικούν, αλλά εκείνος που θα αποδώσει τη δικαιοσύνη, ακόμη κι αν πάρει το «μικρότερο μερτικό». Η κακώς εννοούμενη επιείκεια που δικαιολογεί το ασύδοτο είναι το άλλο άκρο της ανελαστικής αυστηρότητας. Θα έλεγε κανείς ότι έχει χτιστεί για μια ακόμη φορά το πλαίσιο των άκρων (υπερβολή – έλλειψη), όπου η μεσότητα προτείνεται ως μοναδική λύση.

Αυτού του είδους η στρεβλή εκδοχή της επιείκειας είναι μια ακόμη πρόκληση για κάθε υγιή δημοκρατία. Η διατήρηση του δικαίου, η αξιοκρατία, η ορθή διαπαιδαγώγηση των πολιτών, η αίσθηση του καθήκοντος είναι αδύνατο να καλλιεργηθούν μέσα στο πλαίσιο του ασύδοτου που παριστάνει το επιεικές. Γιατί αυτό είναι το πεδίο του θράσους που θα καταφέρει να υποσκελίσει την αξία.

Οι δημοκρατίες που στο όνομα της επιείκειας ισοπεδώνουν τα πάντα δεν μπορούν να είναι υγιείς. Κι αυτό γιατί υπονομεύουν, αντί να αναδείξουν, τα καλύτερα στοιχεία τους. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορούμε να μιλάμε για την ορθή εκδοχή της επιείκειας, αλλά για το λαϊκισμό που καπηλεύεται το όνομά της. Κι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αριστοτελική οπτική.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Κάνε τις στιγμές σου να αξίζουν. Μόνο έτσι έχει νόημα η ζωή

Η ζωή είναι μόνο στιγμές και η διάρκεια τους είναι παροδική και όχι μόνιμη. Οι σχέσεις των ανθρώπων περικλείονται άλλοτε από καλές και άλλοτε από άσχημες στιγμές. Κάποιες χτίζουν όμορφες αναμνήσεις και άλλες διαλύονται σαν τραπουλόχαρτα και ας φτιάχτηκαν με κόπο και χρόνο. Όλα σαρώνονται σε μια κακή στιγμή. Ακόμα και ο κοινωνικός περίγυρος δεν θα ξεχάσει μια κακή κατάσταση σου. Μπορεί να σε συγχωρέσει αλλά στο τέλος θα μείνεις για πάντα χαραγμένος στη μνήμη για το σφάλμα σου και ίσως σε δουν σαν μια λάθος εμπειρία και ένα μάθημα ζωής.

Σε όλες τις σχέσεις οι στιγμές είναι πολύτιμες, αλλά σε μια σχέση που κυριαρχεί η απόσταση, η λαχτάρα των στιγμών είναι ακόμα πιο δυνατή. Ναι, είναι δύσκολο αυτό το “μαζί”. Από την μια προσπαθείς να δομήσεις όμορφες στιγμές, αλλά από την άλλη η πίεση του χρόνου, τα πρέπει ενάντια στα θέλω της καθημερινότητας και διάφοροι άλλοι παράγοντες, μπορεί να κλέψουν λίγη από τη μαγεία. Όπως και να έχει, οι αγαπημένες και καλές στιγμές υπερισχύουν πάντοτε. Το θέμα είναι να επιλύονται οι διαφορετικότητες των “εγώ” μας, να μπορεί να μπαίνει η ατομικότητα στην άκρη και να αντιμετωπίζεται το εμείς με συλλογική δράση. Δεν αναφέρομαι απόλυτα μόνο στην ερωτική σχέση αλλά και στη φιλική, την αδελφική, την συγγενική.

Ας ζούμε τις στιγμές μας σαν να ήταν οι τελευταίες, γιατί κάποιες όντως μπορεί να είναι, πάντοτε για διάφορους λόγους. Καλύτερα να κυνηγάμε τις ισχυρές στιγμές, παρά τις απλές και άτονες.

Πολλές φορές στη ζωή κάνουμε λάθη, αλλά είναι καλύτερα να είσαι το λάθος άτομο, παρά να μην υπήρξες ποτέ τίποτα για κανέναν.

Όλοι μας είμαστε ένα δυνατό ή αδύνατο σημείο για κάποιον μέσα στο πέρασμα της ζωής του. Το θέμα είναι να καταφέρνουμε να χτίζουμε όμορφες αναμνήσεις και οι στιγμές να έχουν το αποτέλεσμα του “μαζί” και όχι του “χώρια”. Είναι πραγματικά κρίμα να πάψει να υπάρχει κάτι που γεννήθηκε μόνο από το καλό.

Ας πολεμήσουμε, λοιπόν, για τη δική μας άρρηκτη ένωση, το τώρα και το αύριο. Αν φτιάχνουμε μικρούς ομαδικούς πυρήνες, μπορούμε να φτάσουμε πιο εύκολα στο τελικό αποτέλεσμα, που είναι και το υγιές κοινωνικό σύνολο. Κάθε τι μικρό γεννά κάτι μεγάλο. Όταν, όμως, το μικρό δεν γεννά τίποτα σε αξία, δεν θα υπάρξει ποτέ και κάτι μεγάλο. Δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά μοναχικοί αριθμοί στον πίνακα της ζωής…

Γκράφιτι, βανδαλισμός ή τέχνη;

Όλοι μας καθημερινά αντικρίζουμε σε διάφορα μέρη της πόλης ζωγραφιές, λόγια, σκίτσα ή μουτζούρες στους τοίχους της. Μπορεί να τα χαζεύουμε, να σταματάμε και να τα φωτογραφίζουμε, να τα αγνοούμε ή να τα προσπερνάμε με αδιαφορία, ίσως ακόμα και με δυσανασχέτηση. Όλα αυτά, με μία λέξη, είναι τα γκράφιτι, μία μορφή τέχνης, κάπως αμφισβητούμενη και λίγο ιδιόρρυθμη, όπως όλες άλλωστε, και ταυτόχρονα ένας δημιουργικός τρόπος επικοινωνίας. Πόσο πολύ, όμως, αντιλαμβανόμαστε τη σημαντικότητά τους ως έργα τέχνης; Μήπως τα γκράφιτι κρύβουν πίσω τους ένα βαθύτερο, κατά βάση ιδεολογικό, υπόβαθρο;

Αρχικά, ας κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή. Πρωτοεμφανίστηκε στους δρόμους της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ’70 στο πλαίσιο μιας ευρύτερης hip-hop κουλτούρας. Αποτέλεσε τότε μια μορφή νεανικής αντίστασης ως προς την αισθητική, την αναπαράσταση των νέων στην κοινωνία, την ατομική ταυτότητα και την οικονομία.

Τα γκράφιτι λαμβάνουν χώρο σε δημόσιες συνήθως τοποθεσίες κι όχι σε ιδιωτικούς χώρους και μέσω αυτών κάποιος θέλει να αφήσει το σημάδι του, να επικοινωνήσει μια ιδέα. Μπορεί να αποτελεί επίσης έναν τρόπος απόκτησης ταυτότητας κι ενσωμάτωσης σε μια ομάδα, η οποία αναπτύσσει ισχυρούς δεσμούς σαν μια οικογένεια.

Τα γκράφιτι, όμως, χωρίζονται σε διάφορες κατηγορίες κι η καθεμία υπηρετεί και διαφορετικό σκοπό. Η πρώτη μορφή γκράφιτι που είχε δημιουργηθεί ήταν εκείνη της Νέας Υόρκης, όπου τα σχέδια και τα σκίτσα δεν ήταν πολύ ξεκάθαρα ή ευδιάκριτα, κάποιος δηλαδή δύσκολα θα μπορούσε να καταλάβει τι σήμαινε ένα έργο, αν δεν ήξερε τους κώδικες που χρησιμοποιούσε ο δημιουργός του.

Στη συνέχεια, αναπτύχθηκαν νέες μορφές γκράφιτι που ονομάστηκαν μετά-γκράφιτι ή αλλιώς, τέχνη του δρόμου, εξέλιξη του κλασικού γκράφιτι αλλά αποδίδουν πιο ευδιάκριτα τα βαθύτερα νοήματά τους, ώστε ο θεατής να μπορεί να αναπτύξει κάποιου είδους σύνδεση και να τα κατανοήσει. Το μετά-γκράφιτι έχει δύο μορφές, ελεύθερη ζωγραφική με πινέλο και την τεχνική στένσιλ.

Η τεχνική στένσιλ προσφέρει στον δημιουργό τη δυνατότητα αναπαραγωγής μιας έτοιμης εικόνας μέσω ενός υλικού απ’ το οποίο λείπουν ορισμένα τμήματα και με τη χρήση σπρέι τυπώνεται η εικόνα που προκύπτει από εκείνα τα κενά. Με την τεχνική αυτή μπορεί ο καλλιτέχνης να δημιουργεί πολλά αντίτυπα σε πολύ μικρό χρόνο και, φυσικά, δεν προϋποθέτει πολλές γνώσεις ή καλλιτεχνικές δεξιότητες ενώ είναι εύκολα προσβάσιμη σε όλους. Επίσης, με αυτό τον τρόπο το άτομο μπορεί κάποιος να μεταφέρει πιο εύκολα το μήνυμά του, αφού απεικονίζει σκηνές ή φράσεις που είναι γνωστές στο ευρύ κοινό.

Η δεύτερη μορφή είναι η ελεύθερη ζωγραφική με τη χρήση πινέλου κι όχι σπρέι όπως στις μορφές γκράφιτι που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Τα γκράφιτι αυτά μοιάζουν περισσότερο με τις «καλές τέχνες», αφού θυμίζουν πίνακα ζωγραφικής, με λεπτομέρειες κι αποχρώσεις που επιτυγχάνονται με τη χρήση πινέλων. Πολλές φορές οι καλλιτέχνες αυτού του τύπου έχουν εξειδικευμένες γνώσεις και με τη δημιουργία αυτών των έργων στους τοίχους προσπαθούν να τους διακοσμήσουν και σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο να ομορφύνουν την πόλη, πέρα απ’ το να καλλιεργήσουν την αμφισβήτηση και την κριτική σκέψη των περαστικών.

Συνεπώς, τα γκράφιτι έχουν πολλές μορφές, στις οποίες η καθεμία εξυπηρετεί διαφορετικό νόημα και σκοπό. Πολλοί μπορεί να τα επικρίνουν, λέγοντας πως λερώνουν τους τοίχους της πόλης, ενώ άλλοι θα τα θαυμάσουν υποστηρίζοντας πως είναι ένας τρόπος έκφρασης ισάξιος με κάθε άλλη καλλιτεχνική μέθοδο επικοινωνίας. Ίσως κάποιοι να αναγνωρίζουν το πόσο σημαντικά κομμάτια τέχνης είναι και να τονίσουν πως ορισμένα απ’ αυτά θα ‘πρεπε να βρίσκονται σε μουσεία ή γκαλερί, όπου θα μπορούν να αναγνωριστούν καλύτερα, ενώ για κάποιος άλλους δεν είναι τίποτα παραπάνω από βανδαλισμός κι άλλη μια αντίδραση των νέων.

Οποιαδήποτε κι αν είναι η άποψη του καθενός προς αυτή τη μορφή τέχνης δεν παύει να ‘ναι τέχνη. Απλά επειδή ξεκίνησε στους δρόμους της Νέας Υόρκης από νεαρούς που είχαν αναρχικές ιδέες, δε σημαίνει πως είναι υποδεέστερη από αντίστοιχα έργα ενός επώνυμου καλλιτέχνη. Αφενός όλα τα έργα έχουν τη δική τους καλλιτεχνική άποψη κι αφετέρου το καθένα σημαίνει για τον κάθε θεατή του και κάτι διαφορετικό, ανάλογα με τις εμπειρίες, τις γνώσεις και τα ερεθίσματά του.

Ακόμα κι αν στις μέρες μας θεωρείται ακόμα παράνομο, αυτό δε στέκεται εμπόδιο στους οπαδούς των γκράφιτι να δημιουργούν στους δρόμους, προσπαθώντας να δώσουν ένα μήνυμα στον κόσμο που περνά. Άλλωστε, ποια θα ήταν η αξία των γκράφιτι αν δε βρίσκονταν στους δρόμους όπου όλοι έχουν πρόσβαση κι ο καθένας έχει την ελευθερία να εκφραστεί όπως θέλει και να περάσει το δικό του μήνυμα;

Έχω και εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς… Μα δεν σκοτώνω άστρα

Να τον αγαπάς τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις. Και να φεύγεις από σχέσεις που σε έκαναν να νιώθεις λίγος, λίγη.

Να φεύγεις από σχέσεις και από ανθρώπους που δεν έδωσαν αγώνα για να σε κρατήσουν, από ανθρώπους που σε θεωρούσαν δεδομένο, δεδομένη στη ζωή τους. Από ανθρώπους που σε άφησαν να φύγεις και δεν διεκδίκησαν την αλλαγή.

Να φεύγεις. Να μην δραπετεύεις όμως. Γιατί αν δραπετεύσεις, κινδυνεύεις να ξαναγυρίσεις. Να φεύγεις με το κεφάλι ψηλά. με αξιοπρέπεια, γιατί δεν σου δίνουν αυτό που ποθείς.

Γιατί η σχέση πρέπει να είναι πόθος, πάθος, σεβασμός, έλξη, έρωτας και αγάπη. Και να μην φοβάται ο άλλος να δείχνει τα συναισθήματά του. Γιατί στη σχέση ο άλλος πρέπει να σου δείχνει ότι σε θέλει, όπως του δείχνεις και εσύ, και όχι να μαντεύεις.

Και να αγαπάς. Εκείνον, Εκείνην. Αλλά να αγαπάς και τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις. Να φεύγεις από σχέσεις που σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου.

Γιατί ο δρόμος για την αυτοεκτίμηση δύσκολα χτίζεται, εύκολα όμως γκρεμίζεται. Και ίσως χρειάζεται να φύγεις για να σε αναζητήσουν και να καταλάβουν ότι άξιζες να είσαι στη ζωή τους. Και αν δεν το κάνουν, δεν πειράζει. Και αν δεν το καταλάβουν, γιατί δεν θα μπορούν για τους δικούς τους λόγους, πάλι δεν πειράζει.

Πειράζει για εκείνους, όχι όμως για εσένα. Γιατί αυτό θα σημαίνει ότι εσύ πήρες την σωστή απόφαση. Σημαίνει ότι εσύ έφυγες από μία σχέση που ο άλλος δεν θα σε αντιμετώπιζε ποτέ όπως σου άξιζε.

Και εσύ. Εσύ πάντα θα έκανες υποχωρήσεις και εκείνος θα μάθαινε στις υποχωρήσεις σου και θα σου ζητούσε και άλλες, μέχρι που δεν θα είχες κάτι άλλο να δώσεις.

Να φεύγεις λοιπόν. Γιατί, Έχω και εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς… Μα δεν σκοτώνω άστρα…

John Stuart Mill: Είναι προτιμότερο να είναι κάνεις ένας ανικανοποίητος άνθρωπος παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι

Ο Μιλλ στο κείμενο Utilitarianism (1861) [Ωφελιμισμός], ένα εκτενές δοκίμιο το οποίο έγραψε λίγο μετά το Περί ελευθερίας, προσπαθεί να δείξει ότι οι ωφελιμιστές μπορούν να διακρίνουν τις ανώτερες ηδονές από τις κατώτερες.

Για τον Μπένθαμ, η ηδονή είναι ηδονή και ο πόνος πόνος. Η μόνη βάση για να κρίνουμε αν μια εμπειρία είναι καλύτερη ή χειρότερη από μια άλλη είναι η ένταση και η διάρκεια της ηδονής ή του πόνου που προκαλεί. Οι λεγόμενες ανώτερες ηδονές ή ευγενέστερες αρετές είναι απλώς εκείνες που παράγουν μια δυνατότερη και διαρκέστερη ηδονή. Ο Μπένθαμ δεν κάνει καμία ποιοτική διάκριση ανάμεσα στις ηδονές. «Αν η ποσότητα της ηδονής είναι ίση», όπως γράφει, «το παιχνίδι με τις καρφίτσες είναι εξίσου καλό με την ποίηση» (το «παιχνίδι με τις καρφίτσες», στα αγγλικά «push-pin» ήταν ένα παιχνίδι για παιδιά).

Η απήχηση του ωφελιμισμού του Μπένθαμ οφείλεται εν μέρει σε αυτό το ουδέτερο πνεύμα του που αποφεύγει τις κρίσεις. Δέχεται τις προτιμήσεις των ανθρώπων όπως είναι, χωρίς να κρίνει την ηθική τους αξία. Όλες οι προτιμήσεις έχουν ίση αξία. Ο Μπένθαμ θεωρεί ότι είναι αλαζονικό να υποστηρίζουμε ότι ορισμένες ηδονές είναι εγγενώς καλύτερες από άλλες. Σε μερικούς αρέσει ο Μότσαρτ, σε άλλους η Μαντόνα. Σε μερικούς αρέσει το μπαλέτο, σε άλλους το μπόουλινγκ. Ορισμένοι διαβάζουν τον Πλάτωνα, άλλοι το Penthouse. Ποιος μπορεί να πει, θα ρωτούσε ο Μπένθαμ. ότι ορισμένες ηδονές είναι ανώτερες ή πιο αξιόλογες ή ευγενέστερες από άλλες;

Η άρνησή του να κάνει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ ανώτερων και κατώτερων ηδονών συνδέεται με την πεποίθηση του Μπένθαμ ότι όλες οι αξίες μπορούν να μετρηθούν και να συγκριθούν σε μια ενιαία κλίμακα. Αν οι εμπειρίες διαφέρουν μόνο κατά την ποσότητα της ηδονής ή του πόνου που προκαλούν, όχι ποιοτικά, τότε έχει νόημα να τις σταθμίσουμε με βάση μια ενιαία κλίμακα. Αλλά ορισμένοι απορρίπτουν τον ωφελιμισμό σε αυτό ακριβώς το σημείο: πιστεύουν ότι ορισμένες ηδονές είναι πραγματικά «ανώτερες» από άλλες. Αν μερικές ηδονές είναι αξιόλογες ενώ άλλες είναι ευτελείς, λένε, γιατί θα έπρεπε η κοινωνία να αποδίδει το ίδιο βάρος σε όλες, πόσω μάλλον να θεωρεί ότι το σύνολο όλων των προτιμήσεων συνιστά το ύψιστο αγαθό;

Σκεφτείτε ξανά τους Ρωμαίους που έριχναν Χριστιανούς στα λιοντάρια του Κολοσσαίου. Μια κριτική παρατήρηση ενάντια στο αιμοδιψές θέαμα είναι ότι παραβιάζει τα δικαιώματα των θυμάτων. Αλλά μια επιπλέον ένσταση είναι ότι ικανοποιεί διαστροφικές ηδονές και όχι ευγενείς. Δεν θα ήταν καλύτερο να αλλάξουμε αυτές τις προτιμήσεις παρά να τις ικανοποιούμε;

Για να καθορίσει τη νομοθεσία, ο Μπένθαμ θα συνυπολόγιζε όλες τις κρίσεις, ανεξάρτητα από την αξία τους. Αλλά, αν περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να βλέπουν κυνομαχίες απ’ ό,τι πίνακες του Ρέμπραντ, θα πρέπει η κοινωνία να επιχορηγεί τις αρένες των κυνομαχιών αντί για τα μουσεία τέχνης; Αν ορισμένες ηδονές είναι ταπεινές και έκφυλες, γιατί θα πρέπει να συνυπολογίζονται, σε οποιονδήποτε βαθμό, στον καθορισμό των νόμων;

Ο Μιλλ δεν θέλει να εγκαταλείψει την ιδέα ότι ορισμένοι τρόποι ζωής είναι ευγενέστεροι από άλλους, ακόμη κι αν οι άνθρωποι που τους ζουν ικανοποιούνται πιο δύσκολα. «Ένα ον προικισμένο με ανώτερες λειτουργίες χρειάζεται πολλά για να γίνει ευτυχισμένο, δύναται κατά τα φαινόμενα να αισθανθεί εντονότερο πόνο… από ένα ον κατώτερου τύπου. Αλλά, παρ όλα αυτά τα μειονεκτήματα, δεν θα επιθυμήσει ποτέ να βυθιστεί σε κάτι που αισθάνεται ότι αποτελεί κατώτερη βαθμίδα ύπαρξης». Γιατί δεν θέλουμε να ανταλλάξουμε μια ζωή που ενεργοποιεί τις ανώτερες ικανότητές μας με μια ζωή ευτελούς ευχαρίστησης;

Ο Μιλλ παραδέχεται ότι «περιστασιακά… υπό την επήρεια του πειρασμού», ακόμη και οι καλύτεροι από εμάς αναβάλλουν τις ανώτερες ηδονές για να απολαύσουν κατώτερες. Όλοι μας ενδίδουμε μια στις τόσες στον πειρασμό της καθιστικής ζωής. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στον Ρέμπραντ και τις τηλεοπτικές σειρές. Ο Μιλλ προβάλλει αυτό το επιχείρημα σε ένα αξιομνημόνευτο χωρίο: «Είναι προτιμότερο να είναι κάνεις ένας ανικανοποίητος άνθρωπος παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι- ένας ανικανοποίητος Σωκράτης παρά ένας ικανοποιημένος ηλίθιος. Και εάν ο ηλίθιος ή το γουρούνι έχουν διαφορετική γνώμη, είναι επειδή βλέπουν μόνο τη μία όψη του ζητήματος, τη δική τους».

Αυτή η έκφραση της πίστης του στην αξία των ανώτερων ανθρώπινων δυνάμεων είναι εύγλωττη και πειστική. Αλλά στον βαθμό που στηρίζεται πάνω της, ο Μιλλ απομακρύνεται από την ωφελιμιστική αρχή. Οι πραγματικές εμπειρικές επιθυμίες δεν αποτελούν πλέον τη μόνη βάση για να κρίνουμε το ευγενές και το ποταπό. Τώρα το κριτήριο πηγάζει από ένα ιδεώδες ανθρώπινης αξιοπρέπειας που είναι ανεξάρτητο από τις προτιμήσεις και τις επιθυμίες μας. Οι ανώτερες ηδονές δεν είναι ανώτερες επειδή τις προτιμάμε· τις προτιμάμε επειδή τις αναγνωρίζουμε ως ανώτερες. Θεωρούμε τον Άμλετ υψηλή τέχνη όχι επειδή μας αρέσει περισσότερο από λιγότερο καλές μορφές διασκέδασης, αλλά επειδή απευθύνεται στις ανώτερες ιδιότητές μας και μας κάνει πληρέστερα ανθρώπινους.

Ό,τι ισχύει για τα ατομικά δικαιώματα, το ίδιο ισχύει και για τις ανώτερες ηδονές: ο Μιλλ υπερασπίζεται τον ωφελιμισμό από την κατηγορία ότι ανάγει τα πάντα σε έναν χονδροειδή υπολογισμό ηδονής και πόνου, αλλά επικαλείται προς τούτο ένα ηθικό ιδεώδες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προσωπικότητας που είναι ανεξάρτητο από την ίδια την ωφελιμότητα.

Από τους δύο μεγάλους κήρυκες του ωφελιμισμού, ο Μιλλ ήταν ο πιο ανθρώπινος φιλόσοφος και ο Μπένθαμ ο πιο συνεπής. Ο Μπένθαμ πέθανε το 1832, στην ηλικία των ογδόντα τεσσάρων ετών. Αλλά, αν πάτε στο Λονδίνο, μπορείτε και σήμερα να τον επισκεφθείτε. Ζήτησε στη διαθήκη του να διατηρήσουν το σώμα του, να το βαλσαμώσουν και να το εκθέσουν δημόσια. Και έτσι μπορεί κανείς να τον δει στο University College του Λονδίνου, όπου κάθεται σκεπτικός σε μια γυάλινη προθήκη, ντυμένος με τα πραγματικά του ρούχα.

Λίγο πριν πεθάνει, ο Μπένθαμ έθεσε στον εαυτό του ένα ερώτημα συνεπές προς τη φιλοσοφία του: σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύσει ένας νεκρός για τους ζωντανούς; Μια δυνατότητα, κατέληξε, θα ήταν να προσφέρει το σώμα του για τη μελέτη της ανατομίας. Στην περίπτωση των μεγάλων φιλοσόφων, ωστόσο, είναι καλύτερο να διασώζει κανείς τη φυσική του παρουσία για να εμπνέει μελλοντικές γενιές στοχαστών. Ο Μπένθαμ τοποθέτησε τον εαυτό του στη δεύτερη αυτή κατηγορία.

Είναι γεγονός ότι η μετριοπάθεια δεν ήταν ένα από τα εμφανή χαρακτηριστικά του Μπένθαμ. Δεν έδωσε απλώς αυστηρές οδηγίες για τη διατήρηση και την έκθεση του σώματός του, αλλά πρότεινε οι φίλοι και οι μαθητές του να συναντιούνται κάθε χρόνο «για να τιμούν τη μνήμη τού θεμελιωτή του ηθικού και νομοθετικού συστήματος της μεγαλύτερης ευτυχίας» και, όταν θα το έκαναν, θα έπρεπε να βγάζουν έξω και τον Μπένθαμ για την περίσταση.

Οι θαυμαστές του τού έκαναν τη χάρη. Η «αυτοεικόνα» του Μπένθαμ, όπως την ονόμασε, ήταν παρούσα στην ίδρυση της Διεθνούς Εταιρείας του Μπένθαμ τη δεκαετία του ’80. Και ο βαλσαμωμένος Μπένθαμ μεταφέρεται, λένε, με καροτσάκι στις συναντήσεις του διοικητικού συμβουλίου του κολεγίου, τα πρακτικά του οποίου αναφέρουν ότι «είναι παρών αλλά δεν ψηφίζει».

Παρά τον προσεκτικό σχεδιασμό του Μπένθαμ, η ταρίχευση του κεφαλιού του δεν πέτυχε, και έτσι σήμερα κρατάει το πόστο του με ένα κέρινο κεφάλι στη θέση του πραγματικού. Το πραγματικό του κεφάλι, που φυλάσσεται τώρα σε ένα κελλάρι, το εξέθεταν για μια περίοδο σε ένα πιάτο ανάμεσα στα πόδια του. Αλλά κάποιοι φοιτητές έκλεψαν το κεφάλι και ζήτησαν λύτρα για να το επιστρέψουν στο κολέγιο με σκοπό να κάνουν μια φιλανθρωπική δωρεά.

Ακόμη και νεκρός, ο Τζέρεμι Μπένθαμ κάνει το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό.

Κβαντική οπτομηχανική για πρώτη φορά σε υπέρρευστο ήλιο παρατήρησαν επιστήμονες

Κβαντικά οπτομηχανικά φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί για πρώτη φορά χρησιμοποιώντας ένα υγρό – υπέρρευστο ήλιο – που περιορίζεται σε μια οπτική κοιλότητα. Στα οπτομηχανικά πειράματα, οι ερευνητές συστηματικά παρατηρούν κβαντικά φαινόμενα σε μακροσκοπικά αντικείμενα. Πρόσφατα παραδείγματα περιλαμβάνουν την ψύξη θεμελιώδους κατάστασης μηχανικών ταλαντωτών βαρείς όσο εκατοντάδες νανογραμμαρίων. Μέχρι σήμερα, αυτές οι επιδείξεις περιελάμβαναν μόνο στερεά ή υπέρψυχρα αέρια. Τώρα, μια ομάδα υπό τους Jack Harris του Πανεπιστημίου Yale και Jakob Reichel του Εργαστηρίου Kastler–Brossel, στη Γαλλία, έδωσαν το πρώτο στοιχείο κβαντικών οπτομηχανικών φαινομένων σε ένα υγρό – το υπέρρευστο ήλιο. Η προσέγγιση μπορεί να επιτρέψει τους ερευνητές να διερευνήσουν νέες οπτομηχανικές περιοχές σε υγρά και να απαντήσουν εκκρεμή ερωτήματα στην υπερρευστότητα.

Η ομάδα χρησιμοποίησε μια κοιλότητα που δεσμεύεται από τις τελικές επιφάνειες δυο οπτικών ινών. Γεμάτη με υπέρρευστο ήλιο, η κοιλότητα έδρασε σαν αντηχείο τόσο για τα οπτικά κύματα όσο και τα ακουστικά κύματα στο υγρό – παρέχοντας έναν τρόπο να συζευχθούν φως και δονήσεις. Οι ερευνητές έστειλαν υπέρυθρο φως λέιζερ στην κοιλότητα από τις ίνες και, αξιοποιώντας την οπτικο-ακουστική σύζευξη, χαρακτήρισαν τις ακουστικές δονήσεις του υγρού παρατηρώντας τα φάσματα του εξερχόμενου φωτός. Τα φάσματα αυτά περιείχαν υπογραφές δυο κβαντικών φαινομένων. Πρώτον, η ομάδα παρατήρησε σήματα της κίνησης του σημείου μηδέν του υγρού – διακυμάνσεις που συμβαίνουν στην θεμελιώδη κατάσταση. Δεύτερον, είδαν σήματα του κβαντικού φαινομένου της επίδρασης του ανιχνευτή στην ίδια τη μέτρηση (quantum back action) – διαταραχή των δονήσεων λόγω της μέτρησής τους από το λέιζερ.

Η διάταξη θα μπορούσε να επιτρέψει τη διαχείριση των περιστροφικών βαθμών ελευθερίας που δεν έχουν παρουσία στα στερεά και θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει τη μελέτη της υπέρρευστης διαταραχής, η οποία μπορεί να είναι ένα μοντέλο για τη συνηθισμένη διαταραχή. Όπως συνοψίστηκε από την ομάδα σε μια πρόσφατη εισήγηση, η διαχείριση των περιστροφικών βαθμών ελευθερίας θα μπορούσε να επιστρέψει την ψύξη της θεμελιώδους κατάστασης μιας αιωρούμενης σταγόνας ηλίου βαριάς όσο εκατό μικρογραμμάρια. Ζυγίζοντας όσο μια βλεφαρίδα, αυτή θα ήταν η πιο μεγάλη μάζα από οποιοδήποτε αντικείμενο είχε προηγούμενα ψυχθεί σε αυτή την κατάσταση.

Ο Τιτάνας το φεγγάρι του Κρόνου έχει μια λίμνη με χαρακτηριστικά παρόμοια με τη Γη που μπορεί να στηρίξει τη ζωή

Λίγο πριν βυθιστεί στην ατμόσφαιρα του Κρόνου στα τέλη του 2017, το διαστημόπλοιο Cassini έκανε μια απίστευτη παρατήρηση σχετικά με το φεγγάρι του, τον Τιτάνα – οι λίμνες του είναι εξαιρετικά βαθιές και γεμάτες με υγρό μεθάνιο.  Αφού πέρασε 13 χρόνια μελετώντας τον Κρόνο, το Cassini έπεσε σκόπιμα στην ατμόσφαιρα του Κρόνου για να τη μελετήσει.
 
Αυτή η κοντινή υπέρυθρη, έγχρωμη όψη από το Cassini δείχνει ότι ο ήλιος λείπει από τις βόρειες πολικές θάλασσες του Τιτάνα.
 
Ο Τιτάνας, το μεγαλύτερο φεγγάρι του Κρόνου και ο δεύτερος μεγαλύτερος φυσικός δορυφόρος στο ηλιακό σύστημα πίσω από το φεγγάρι του Δία τον Γανυμήδη,  βρέχει μεθάνιο που μπορεί να γεμίσει λίμνες βάθους έως 330 μέτρα, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Αστρονομία. 
 
«Κάθε φορά που κάνουμε ανακαλύψεις στον Τιτάνα, γίνεται όλο και πιο μυστηριώδες,» είπε ο επικεφαλής ερευνητής Marco Mastrogiuseppe. «Αλλά αυτές οι νέες μετρήσεις βοηθούν να δώσουμε μια απάντηση σε μερικές βασικές ερωτήσεις. Μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε καλύτερα την υδρολογία του Τιτάνα».
 
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο υδρολογικός κύκλος στον Τιτάνα είναι παρόμοιος με αυτόν της Γης, εκτός από το ότι τα σύννεφα και η βροχή δεν αποτελούνται από νερό αλλά από μεθάνιο και αιθάνιο. Λόγω των ψυχρών θερμοκρασιών του Τιτάνα (που μπορεί να φτάσει μόλις -290 βαθμούς Φαρενάιτ), αυτοί οι υδρογονάνθρακες παραμένουν σε υγρή μορφή, σε αντίθεση με την κατάσταση τους στη Γη, που είναι σε μορφή αερίου.
 
Άλλες όμως λίμνες είναι ρηχές με βάθος μόνο μερικών εκατοστών και εποχικές, με αποτέλεσμα να εξατμίζονται ή να στραγγίζουν κατά περιόδους.
 
Ο Τιτάνας και η Γη είναι τα μόνα σώματα του ηλιακού μας συστήματος, όπου έχουν βρεθεί μόνιμες υγρές επιφάνειες, όπως λίμνες, ποτάμια και θάλασσες. Η διαφορά με τη Γη είναι ότι ο υδρολογικός κύκλος του Τιτάνα βασίζεται στους υγρούς υδρογονάνθρακες, όπως το μεθάνιο και το αιθάνιο. Στη Γη αυτοί οι υδρογονάνθρακες συνήθως βρίσκονται σε αέρια μορφή, αλλά στον Τιτάνα, λόγω των πολύ χαμηλών θερμοκρασιών του, συμπεριφέρονται σαν υγρά.
 
Ορισμένοι επιστήμονες δεν αποκλείουν την πιθανότητα ύπαρξης περασμένης ή και τωρινής ζωής στον Τιτάνα, μέσα στις λίμνες των υδρογονανθράκων του. Ο Τιτάνας, με διάμετρο περίπου 5.150 χιλιομέτρων, μεγαλύτερος και από τον πλανήτη Ερμή, είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος δορυφόρος του ηλιακού μας συστήματος, μετά τον Γανυμήδη του Δία. Έχει τη μεγαλύτερη γεωλογική ομοιότητα με τη Γη από κάθε άλλο σώμα, ακόμη και από τον Άρη, καθώς διαθέτει θάλασσες, λίμνες, νησιά, ποτάμια, φαράγγια, αμμόλοφους, υπόγεια σπήλαια κ.α.
 

Το μεθάνιο μπορεί να στηρίξει τη ζωή;

Η προοπτική της ζωής με βάση το μεθάνιο στον Τιτάνα έχει υποτεθεί πριν, αφού η NASA βρήκε ίχνη κυανιούχου βινυλίου στην ατμόσφαιρα πέρυσι. Οι ερευνητές αποκάλυψαν ότι εντοπίστηκαν στον Τιτάνα το 2016 νέες βροχοπτώσεις, γεγονός που προκάλεσε κάποια ειδικά χαρακτηριστικά κοντά στον βόρειο πόλο του Τιτάνα.
 
Τον Σεπτέμβριο του 2018, εντοπίστηκαν στον Τιτάνα για πρώτη φορά καταιγίδες σκόνης, αυξάνοντας έτσι την προοπτική ότι οι καταιγίδες θα μπορούσαν να είναι πρόδρομοι της εξωγήινης ζωής στο ουράνιο σώμα.
 
Είναι πιθανό οι καταιγίδες να αποτελούνται από «οργανικά μόρια», δήλωσε η NASA, λόγω της χημείας της ατμόσφαιρας. Η ατμόσφαιρα του Τιτάνα αποτελείται από άζωτο 98,4%, μεθάνιο 1,6% και υδρογόνο 0,1-0,2%.
 
Ωστόσο, μόλις τα οργανικά μόρια γίνου αρκετά μεγάλα, πέφτουν τελικά στην επιφάνεια του Τιτάνα και μπορούν να παίξουν ρόλο στις καταιγίδες σκόνης.
 
Ο επιπολασμός των καταιγίδων της σκόνης και των ισχυρών ανέμων στον Τιτάνα υποδηλώνει ότι η υποκείμενη άμμος μπορεί επίσης να μετακινηθεί και ότι οι «γιγάντιοι αμμόλοφοι» που καλύπτουν τις ισημερινές περιοχές της Σελήνης αλλάζουν συνεχώς και εξακολουθούν να είναι ενεργοί.
 
Η NASA εξετάζει σοβαρά την πιθανότητα να στείλει ένα drone στον Τιτάνα με την αποστολή Dragonfly, που – αν υλοποιηθεί – θα εκτοξευθεί το 2025 και θα φθάσει στο μυστηριώδη μακρινό δορυφόρο μετά από εννέα χρόνια.

Ανατόλ Φρανς: Πάντα θα βρεις κάποιον ν’ αγαπήσεις, όσο υπάρχουν άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο

ΠΑΕΙ ΚΑΙΡΟΣ που είμαι γέρος. Πέρυσι, ένας συνάδελφός μου του Ινστιτούτου παραπονιόταν μια μέρα μπροστά μου για τις κακουχίες που φέρνουν τα γεράματα. «Είναι ο μόνος τρόπος που βρήκαμε ως τώρα για να ζει κανείς πολλά χρόνια», του απάντησε ο Σεντ-Μπεβ. Αυτό τον τρόπο διάλεξα κι εγώ και ξέρω τι αξίζει.

Το κακό δεν είναι να ζεις πολλά χρόνια, μα να βλέπεις όλους γύρω σου να χάνονται. Μητέρα, γυναίκα, φίλους, παιδιά. Η φύση φέρνει τους θείους αυτούς θησαυρούς και τους παίρνει πίσω με αιώνια αδιαφορία· μόνο στο τέλος καταλαβαίνουμε πως δεν αγαπήσαμε, δεν αγκαλιάσαμε παρά σκιές. Μα είναι σκιές τόσο γοητευτικές!

Μια τέτοια σκιά πέρασε κι από κοντά μου: ήταν η κοπέλα που αγάπησα, όταν (απίστευτο μου φαίνεται σήμερα) ήμουν κι εγώ ένα νέο παιδί. Κι η θύμηση εκείνης της σκιάς είναι ακόμα για μένα η μόνη αλήθεια στη ζωή.

Η σαρκοφάγος κάποιου χριστιανού στις κατακόμβες της Ρώμης έχει γραμμένη πάνω της τούτη την κατάρα, που με τον καιρό κατάλαβα το τρομακτικό της νόημα: «Αν ποτέ βρεθεί ένας ασεβής να παραβιάσει αυτό τον τάφο, ας πεθάνει τελευταίος από τους δικούς του!» Σαν αρχαιολόγος που είμαι, άνοιξα τάφους, ανακάτεψα χώματα, για να βρω μετάλλινα στολίδια, λειωμένα υφάσματα και πολύτιμα πετράδια.

Το έκανα από επιστημονικό ενδιαφέρον, μα δεν μου έλειπε ούτε ο σεβασμός, ούτε και η ευλάβεια. Μακριά από μένα λοιπόν η κατάρα αυτή, που χάραξε, πάνω στον τάφο του χριστιανού μάρτυρα, ένας από τους πρώτους μαθητές των Αποστόλων! Μα γιατί να πέσει πάνω μου τέτοια κατάρα; Δεν φοβάμαι να ζήσω πιο πολύ από τους δικούς μου: πάντα θα βρεις κάποιον ν’ αγαπήσεις, όσο υπάρχουν άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο.

Αλίμονο! Η δύναμη ν’ αγαπάς εξασθενεί και χάνεται σιγά-σιγά. Το ίδιο γίνεται και με τις άλλες μας δυνάμεις. Το βλέπω γύρω μου κάθε μέρα κι αυτό είναι που με τρομάζει. Μπορώ να είμαι βέβαιος πως δεν έχω πάθει κι εγώ την ίδια συμφορά; Μα είχα την καλή τύχη να βρω στον δρόμο μου αυτό που με ξανάνιωσε. Όλοι οι ποιητές μιλούν για την πηγή της νιότης· και στ’ αλήθεια υπάρχει. Είναι κάτω από τη γη και ξεπηδάει στο κάθε βήμα μας. Και, μ’ όλα αυτά, περνάς χωρίς να πιείς!

Τώρα που συνάντησα την εγγονή της Κλημεντίνης, η ζωή μου που ήταν άδεια, ξαναβρήκε το νόημά της.

Σήμερα «γεύομαι τον ήλιο» όπως λένε στην Προβηγκία: τον γεύομαι μέσα στον Κήπο του Λουξεμβούργου, δίπλα στο άγαλμα της Μαργαρίτας της Ναβάρας. Είναι ήλιος ανοιξιάτικος, ζαλιστικός, σαν δυνατό κρασί. Κάθομαι και στοχάζομαι. Οι σκέψεις μου είναι ελαφριές σαν τον αφρό, ξεπηδούν και πετούν εδώ κι εκεί σαν σπίθες, κι αυτό με διασκεδάζει. Ονειροπολώ· αυτό επιτρέπεται, φαντάζομαι, σε κάποιον που έχει δημοσιεύσει τριάντα τόμους από κείμενα παλιά και συνεργάστηκε είκοσι έξι χρόνια στην Εφημερίδα των λογίων.

Είναι για μένα μεγάλη ικανοποίηση που τελείωσε το έργο μου, όσο καλύτερα μπορούσα, με τα περιορισμένα χαρίσματα που μου έδωσε η φύση. Η προσπάθειά μου δεν ήταν μάταιη και βοήθησα –έστω και λίγο– στην αναγέννηση των ιστορικών ερευνών, που θα μείνει για πάντα η δόξα του ανήσυχου αιώνα μας. Σίγουρα θα με θεωρήσουν κι εμένα έναν από τους δέκα ή δώδεκα επιστήμονες που αποκάλυψαν στη Γαλλία την αρχαία φιλολογία της. Εργάστηκα με μια καινούργια μέθοδο, που άφησε εποχή, για να εκδώσω το ποιητικό έργο του Γκοτιέ ντε Κουανσί. Τώρα που έφτασα στα αυστηρά και γαλήνια γεράματα, νιώθω άξιος να δώσω στον εαυτό μου τον έπαινο τούτο, κι ο Θεός που με ακούει, ξέρει πολύ καλά πως το κάνω χωρίς περηφάνια και ματαιοδοξία.

Μα έχω κουραστεί, τα μάτια μου θολώνουν, τα χέρια μου τρέμουν, κι είμαι σαν τους γέρους του Ομήρου, που η αδυναμία τούς κρατούσε μακριά από τις μάχες, μα κάθονταν στα τείχη τραγουδώντας σαν τους τζίτζικες μέσα στα φυλλώματα των δέντρων.

Αυτό τον δρόμο είχαν πάρει οι σκέψεις μου, όταν τρεις νεαροί κάθισαν με φασαρία πλάι μου. Δεν ξέρω αν ο καθένας ήρθε με «τρία καράβια» όπως ο πίθηκος το Λαφοντέν, μα εκείνο που ξέρω είναι πως οι τρεις τους έπιασαν δώδεκα καρέκλες. Τους κοίταζα μ’ ευχαρίστηση, όχι γιατί είχαν τίποτα το εξαιρετικό, μα επειδή ήταν ζωηροί και χαρούμενοι, όπως είναι φυσικό στους νέους. Ήταν φοιτητές. Το κατάλαβα όχι τόσο από τα βιβλία που κρατούσαν, μα από το ύφος τους.

Γιατί όσοι καταγίνονται με τα γράμματα, αναγνωρίζονται εύκολα, έχουν κάτι το κοινό. Αγαπώ τα νιάτα, και τα παιδιά αυτά μου άρεσαν, παρ’ όλο τον προκλητικό κι αγριωπό τους τρόπο, γιατί μου θύμισαν την εποχή που σπούδαζα κι εγώ. Δεν είχαν όμως, σαν κι εμάς, μακριά μαλλιά και βελούδινα γιλέκα – δεν περπατούσαν, σαν κι εμάς, με κατεβασμένο το κεφάλι· δεν φώναζαν, σαν κι εμάς «Κόλαση και κατάρα»! Ήταν ντυμένοι με ευπρέπεια και τίποτα στο ντύσιμο και στην ομιλία τους δεν θύμιζε Μεσαίωνα. Πρέπει ακόμα να πω πως παρακολουθούσαν τις γυναίκες που περνούσαν, και κάπου-κάπου μιλούσαν αρκετά ανοιχτά γι’ αυτές· όχι όμως και σε βαθμό που θα με ανάγκαζε να φύγω. Άλλωστε, όταν τα νιάτα είναι μελετηρά, επιτρέπεται, θαρρώ, να ’ναι και χαρούμενα.

Όταν ο ένας τους είπε δεν ξέρω ποιο αστείο σχετικά με τον έρωτα:

«Πώς τολμάς;» τον ρώτησε με τη χαρακτηριστική προφορά του της Γασκώνης ο πιο κοντός, ο πιο μελαχρινός από τους τρεις. «Εμείς οι φυσιολόγοι πρέπει ν’ ασχολούμαστε με τη ζωντανή ύλη. Εσύ κι οι συνάδελφοί σου, Ζελίς, που είστε παλαιογράφοι και χωμένοι μέσα στα αρχεία, δεν ζείτε παρά στα περασμένα, και δεν σας επιτρέπεται παρά ν’ ασχολείστε μόνο με τούτες τις πέτρινες γυναίκες που είναι σύγχρονές σας».

Και του έδειχνε τα άσπρα αγάλματα που παριστάνουν τις κυρίες της αρχαίας Γαλλίας, και είναι στημένα ένα γύρω κάτω από τα δέντρα. Όταν άκουσα αυτή την παρατήρηση, κατάλαβα πως αυτός που τον λέγανε Ζελίς ήταν φοιτητής στην Παλαιογραφική Σχολή. Από τη συνομιλία τους κατάλαβα πως ο τρίτος, ξανθός και χλομός, σιωπηλός και σαρκαστικός, λεγόταν Μπουλμιέ και φοιτούσε στην ίδια σχολή.

Ο Ζελίς κι ο μέλλων γιατρός (εύχομαι να το πετύχει κάποια μέρα) φλυαρούσαν έξυπνα και ζωηρά. Αφού έφτασαν στις πιο ψηλές φιλοσοφικές θεωρίες, άρχισαν να παίζουν με τις λέξεις και να λένε τις ανοησίες που συνηθίζουν οι έξυπνοι άνθρωποι, δηλαδή τις πιο μεγάλες βλακείες. Δε χρειάζεται να προσθέσω πως δεν καταδέχονταν να υποστηρίξουν παρά μόνο τις πιο τερατώδικες παραδοξολογίες. Ωραία! Δεν μου αρέσει να παραείναι λογικά τα νιάτα.

Ο φοιτητής της Ιατρικής κοίταξε το βιβλίο που κρατούσε ο Μπουλμιέ κι είπε: «Μπα! Διαβάζεις Μισελέ;».

«Ναι», απάντησε ο Μπουλμιέ, «μου αρέσουν τα μυθιστορήματα».

Ο Ζελίς, που τος επιβαλλόταν με το ψηλό ανάστημά του, τις επιτακτικές του χειρονομίες και το γοργό του πνεύμα, πήρε το βιβλίο, το ξεφύλλισε κι είπε:

«Είναι ο καλύτερος Μισελέ, ο Μισελέ της τελευταίας του τεχνοτροπίας. Όχι πια αφήγηση! Θυμοί, λιποθυμίες, κρίσεις επιληψίας για γεγονότα που δεν καταδέχεται ούτε καν να εξηγήσει. Τσιρίδες μωρών, επιθυμίες μιας γυναίκας σε ενδιαφέρουσα! Αναστεναγμοί! Όλα ξεκάρφωτα! Είναι καταπληκτικό!».

Κι έδωσε πίσω το βιβλίο στον φίλο του. «Αυτή η τρέλα τους», είπα μέσα μου, «είναι διασκεδαστική και δεν είναι και χωρίς νόημα. Γιατί τα τελευταία έργα του μεγάλου μας Μισελέ είναι ανήσυχα και σπασμωδικά ακόμα, θα έλεγα».

Μα ο φοιτητής από την Προβηγκία βεβαίωσε πως η ιστορία είναι μια άσκηση ρητορικής, εντελώς αξιοκαταφρόνητη. Για εκείνον, η μόνη κι αληθινή ιστορία, είναι η φυσική ιστορία του ανθρώπου. Ο Μισελέ βρισκόταν σε καλό δρόμο, όταν ενδιαφέρθηκε για το συρίγγιο του Λουδοβίκου 14ου, μα ύστερα ξαναμπήκε στην παλιά τροχιά του…

Ανατόλ Φρανς, Το έγκλημα του Σιλβέστρου Μπονάρ*
--------------------
*Ο Σιλβέστρος Μπονάρ, παλαιογράφος και μέλος του Γαλλικού Ινστιτούτου, ζει μόνος με τη γριά υπηρέτριά του Τερέζα. Σε ώριμη πια ηλικία, τα φιλολογικά του ενδιαφέροντα και η συλλογή σπάνιων εκδόσεων γεμίζουν τη ζωή του. Ωστόσο, τη γαλήνη των ήσυχων γηρατειών του θα διαταράξουν δυο επεισόδια. Η αναζήτηση ενός χειρογράφου θα τον οδηγήσει σ’ ένα ταξίδι στη Σικελία, και στη συνάντηση με την πριγκίπισσα Τρεπόφ, που θα του ανταποδώσει μια καλή του πράξη. Αργότερα θα γνωρίσει την εγγονή της Κλημεντίνης, της πρώτης και μοναδικής του αγάπης που, ορφανή, υποφέρει στα χέρια των κηδεμόνων της. Προκειμένου να την σώσει, θα παραβεί τον νόμο. Ο πραγματικός κόσμος, η φύση, οι άνθρωποι και τα αισθήματα παρασύρουν τον Σιλβέστρο Μπονάρ από τον κόσμο των βιβλίων στην περιπέτεια της ζωής.

Κ. Καστοριάδης: η σκέψη της αυτονομίας

Αυτονομία και ετερονομία

Ι. Η έννοια της αυτονομίας είναι, πρωτίστως, κεντρική έννοια στη φιλοσοφία του Καντ. Ο Ολύμπιος αυτός Δίας της νεότερης φιλοσοφικής σκέψης, όταν μιλάει για αυτονομία, έχει στο νου του την εγγενή αυτονομοθετική πράξη του Λόγου και στη συνάφεια τούτη την κατανοεί ως αυτο-αναφορά, ως εκείνη τη διαρκή ενέργεια του Λόγου, που όχι μόνο διακρίνεται από την πράξη της φύσης, αλλά και στέκεται απέναντί της. Στο πλαίσιο αυτής της παράδοσης της νεότερης φιλοσοφίας και πιο ειδικά του γερμανικού Ιδεαλισμού, η έννοια της αυτονομίας αποκτά στον Χέγκελ το νόημα της αυτο-πραγμάτωσης του απόλυτου πνεύματος· και τούτη πάντα υπό το πνεύμα της κριτικής αποτίμησης του Διαφωτισμού και των μονοσήμαντων απολυτοποιήσεών του. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η αυτονομία, ως τέτοια αυτοπραγμάτωση, συνδέεται ουσιωδώς με την κοινωνική-πολιτική φιλοσοφία του Χέγκελ και όχι με τους αιθέρες, όπως αποφαίνονται στομφωδώς ορισμένοι επαγγελματίες αγράμματοι, γύρω από τον Χέγκελ, εκεί πέρα στα αποστεωμένα πανεπιστημιακά κατεστημένα.

ΙΙ. Κατά ένα τέτοιο περίπου προσανατολισμό, τίθεται και το ερώτημα, στην περίπτωση του Καστοριάδη: τι είναι αυτονομία και ποια η σχέση της με την ετερονομία; Η έννοια της αυτονομίας, αυτή καθεαυτήν, δεν αντανακλά απλώς μια ιδεατή πραγματικότητα, που εισάγεται στη ζωή μας ελέω της μιας ή της άλλης φιλοσοφικής θεμελίωσης, ούτε σχετίζεται με κάποια επιστημολογική ιδέα, αλλά συνυφαίνεται ουσιωδώς με την πρακτική φιλοσοφία και ιδιαίτερα με την πολιτική. Μα τι είδους πολιτική; Με το νόημα της αυθεντικής πολιτικής· ήτοι εκείνης της δραστηριότητας, που διαυγάζει την κοινωνική θέσμιση εν γένει:

«Φιλοσοφία και πολιτική γεννιούνται μαζί, την ίδια στιγμή, στην ίδια χώρα, φερόμενες από την ίδια κίνηση, την κίνηση προς την ατομική και συλλογική αυτονομία. Φιλοσοφία: δεν πρόκειται για συστήματα, βιβλία, σχολαστικούς συλλογισμούς. Πρόκειται, πρώτα πρώτα και πριν απ’ όλα, για αμφισβήτηση της θεσμισμένης παράστασης του κόσμου, των ειδώλων της φυλής, μέσα στον ορίζοντα μιας απεριόριστης ερώτησης. Πολιτική: δεν πρόκειται για δημοτικές εκλογές, ούτε καν για προεδρικές. Η πολιτική, με την αληθινή έννοια του όρου, είναι η αμφισβήτηση της πραγματικής θέσμισης της κοινωνίας, η δραστηριότητα που προσπαθεί ν στοχεύσει με διαύγεια στην κοινωνική θέσμιση ως τέτοια»[1].

Ως μια τέτοια δραστηριότητα δύναται να συνδεθεί περαιτέρω με τον φιλοσοφικό μεταστοχασμό και να καταστεί πράξη ανα-τρεπτική των καθιδρυμένων ή παγιωμένων φαντασιακών θεσμίσεων και των αντίστοιχων ιδεοληψιών τους. Μια τέτοια πράξη, με τη σειρά της, ευδοκιμεί πρωτίστως όχι ως μεμονωμένη πράξη του ενός ή του άλλου καθέκαστου ατόμου, αλλά ως πράξη του ελεύθερου και ελεύθερα σκεπτόμενου ατόμου, τουτέστιν του τελευταίου ως μέλους μιας αυθεντικής πολιτικής κοινότητας.

ΙΙΙ. Ο Καστοριάδης προσδιορίζει ως εξής μια τέτοια κοινότητα:

«πολιτική κοινότητα όχι με την τρέχουσα έννοια, συνώνυμη της ψηφοθηρίας, των παρασκηνιακών ελιγμών και των μεγαλόστομων προεκλογικών υποσχέσεων, αλλά με τη μεγάλη και σημαντική έννοια που αφορά την αυτο-θέσμιση και την πράξη μιας ανθρώπινης κοινότητας, που τα μέλη της θέλουν να επωμισθούν πράγματι τη ρύθμιση των κοινωνικών τους σχέσεων, θέλουν κατά κάποιο τρόπο να είναι αυτόνομοι»[2].

Τι μας επιτρέπει το πιο πάνω απόσπασμα να κατανοούμε ως αυτονομία;
Ο Καστοριάδης εδώ, όπως και σε άλλες δέσμες εννοιών και κατανοητικών συλλήψεων, μιλάει θεμελιωδώς με τη γλώσσα της φιλοσοφικής παράδοσης: από τον Πλάτωνα, Αριστοτέλη κ.α. έως και τη νεότερη και σύγχρονη φιλοσοφία: Καντ, ιδιαίτερα Χέγκελ, αλλά και Χάιντεγκερ κ.λπ., ανεξάρτητα από το ότι γενικώς δεν κατονομάζει τις πηγές του, κατά την προσφιλή του συνήθεια, δηλ. τους μεγάλους φιλοσόφους σαν τους προαναφερθέντες, αλλά απεναντίας στέκεται ορισμένως αφοριστικός απέναντί τους.

IV. Εισάγει ως θεμελιώδη προϋπόθεση, για την αυτονομία, την έννοια της βούλησης της ανθρώπινης εαυτότητας, της βούλησης ως ενός είδους απόφασης, ετοιμότητας ‒συνειδησιακής, πνευματικής‒ευθύνης για ενεργό διεκδίκηση και εγκαθίδρυση μιας αληθινής δημοκρατίας[3]. Πρόκειται στ’ αλήθεια για ένα κίνημα, θεμελιωμένο στην ιστορικότητά του. Η αυτονομία, συνεπώς, του ανθρώπινου ατόμου δεν νοείται ως αποκοπή, αυτονόμηση του ενός ή του άλλου μεμονωμένου ατόμου από τον κοινωνικό του δεσμό, από την κοινωνική του σχέση, αλλά ως η ικανότητα της ανθρώπινης εαυτότητας να θέτει υπό αμφισβήτηση την υφιστάμενη παλαιολιθική κοινωνικο-πολιτική τάξη.

V. Στο μέτρο που η εν λόγω εαυτότητα είναι ο κοινός τόπος συνάντησης ατόμου και κοινωνίας, η μια και η αυτή εστία της ενεργητικής σχέσης ανάμεσα στη συνειδητότητα και στη μη-συνειδητότητα [=συνειδητό ‒ασυνείδητο] ατόμων και κοινωνίας, η ως άνω αμφισβήτηση δεν σημαίνει μια ετερόνομη καταστροφή της κοινωνίας, δηλαδή ολική καταστροφή από δυνάμεις, που δεν τις έχει δημιουργήσει, δεν τις έχει αναδείξει η ίδια η κοινωνία, αλλά η εγκαθίδρυση άλλων νοημάτων και άλλων σημασιών, αυθεντικών, πέραν πάσης φύσεως φαντασιακών σημασιών.

VI. Μια τέτοια εγκαθίδρυση μας επιτρέπει να:

«φτιάχνουμε τους δικούς μας νόμους, [να] είμαστε μια αυτόνομη συλλογικότητα που απαρτίζεται από αυτόνομα άτομα… να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας, να τους αμφισβητούμε μέσα στα έργα και μέσω των έργων μας»[4].

Το ως άνω αίτημα της αυτονομίας, ως ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, είναι πάντοτε εκ-τεθειμένο στην απειλή της ετερονομίας. Η ετερονομία είναι μια απόπειρα να θεσμίζονται νόρμες, απαγορεύσεις, σχέσεις, ιδεώδη, νόμοι κ.λπ. ως κάτι που έρχεται έξω από τον άνθρωπο, έξω από την ίδια την κοινωνία, ενώ στην πραγματικότητα είναι δημιουργήματα του ανθρώπου και της ίδιας της κοινωνίας:

«ετερονομία είναι το ότι η θέσμιση της κοινωνίας, που είναι δημιούργημα της ίδιας της κοινωνίας, τίθεται από την κοινωνία ως δεδομένη από κάποιον άλλο, από μια “υπερβαίνουσα πηγή”: από τους προγόνους, τους θεούς, το θεό, τη φύση ή ‒όπως στον Μαρξ‒ από τους “νόμους της ιστορίας”»[5].

Μια κριτική θεώρηση αυτής της καστοριαδικής θέσης δείχνει πως η κοινωνία δεν είναι απλώς μια αφηρημένη έννοια ή μια υποκειμενική ή ακόμη και ταξική έννοια, αλλά κατ’ εξοχήν ένα συγκεκριμένο Όλο, που συνδυάζει αντίθετες πτυχές, ρήξεις, φωτεινές στιγμές κ.λπ.· με μια έννοια είναι ένας διαρκής πόλεμος, με το νόημα του Ηράκλειτου, όπου όλα οδηγούνται σε σχάση και σε ενότητα, στη βάση του φιλοσοφικού Λόγου, ο οποίος εμπνέει το φιλοσοφικό πράττειν. Με τούτη την έννοια δικαιώνεται περισσότερο από κάθε άλλον ο Χέγκελ που ανάγει τον συμπαντικό κόσμο της αυτονομίας, μέσα από τη διαλεκτική άρση της ετερονομίας, στην αυτό-πραγμάτωση του απόλυτου πνεύματος[6]. 
--------------------------
[1] Κ. Καστοριάδης: Χώροι του ανθρώπου, σ. 211.
[2] Κ. Καστοριάδης, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της …, σ. 11.
[3] Κ. Καστοριάδης, «Είμαστε όλοι υπεύθυνοι για την ιστορία μας», σ. 71.
[4] Κ. Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, σ. 102.
[5] Κ. Καστοριάδης, Καιρός, σ. 31.
[6] Hegel: Η Φιλοσοφία του πνεύματος: το αντικειμενικό και το απόλυτο πνεύμα σσ. 177 κ.εξ.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Πεζογραφία, Μυθογραφία

Η αφήγηση μύθων υπήρξε ανέκαθεν η αφετηρία της αρχαίας ελληνικής σκέψης, η ουσία της επικής και τραγικής ποίησης, η άλλη όψη της ιστορίας. Ωστόσο, η συστηματική προσπάθεια να συγκεντρωθούν και να κατηγοριοποιηθούν οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι εκδηλώνεται μόλις κατά την ελληνιστική περίοδο. Στις μεγάλες βιβλιοθήκες του ελληνιστικού κόσμου, την Αλεξάνδρεια και την Πέργαμο, και αργότερα στη Ρώμη, οι λόγιοι ανέλαβαν μια διπλή αποστολή: αφενός να σχολιάσουν και να εξηγήσουν (να «υπομνηματίσουν») τη μεγάλη λογοτεχνία του παρελθόντος, τον Όμηρο, την τραγωδία και τους λυρικούς ποιητές, και αφετέρου να αντλήσουν από κείμενα-ντοκουμέντα, κοντά στους ποιητές και από τους ιστοριογράφους, πλούσιο μυθολογικό υλικό για να καταλήξει σε εγκυκλοπαιδικού τύπου ανθολογίες.
 
Τώρα για πρώτη φορά, μέσα από τη νεοσύστατη επιστήμη της φιλολογίας, γίνεται αντιληπτό ότι ο «μύθος» μπορεί να κωδικοποιηθεί σε «μυθολογία». Υπήρξαν βέβαια και σε αυτή την περίπτωση παλαιότερα λογοτεχνικά είδη που λειτούργησαν ως πρότυπα. Για παράδειγμα η γενεαλογική ποίηση, όπως αποτυπώνεται στο έργο του Ησιόδου Γυναικῶν Κατάλογος, αποτελεί μια παρόμοια προσπάθεια καταλογικής παράθεσης μύθων. Ή η τοπική ιστοριογραφία που αρεσκόταν στην εξιστόρηση ιδρυτικών μύθων αντλημένων από χρονικά πόλεων.
 
Έτσι τα αρχαία Σχόλια, που αρχίζουν να συγκροτούνται από τους αλεξανδρινούς γραμματικούς, περιλαμβάνουν πληθώρα μύθων με σκοπό την εξήγηση των λογοτεχνικών κειμένων. Η τάση αυτή αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στο έργο που έμεινε γνωστό με τον τίτλο Mythographus Homericus, μια συλλογή ιστοριών με αφορμή μύθους και ήρωες που μνημονεύονται στα ομηρικά έπη. Η συλλογή αυτή επιβιώνει σε παπύρους αλλά και ενσωματωμένη στα ομηρικά Σχόλια.
 
Ίσως όμως η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη αφορά την αυτονόμηση της μυθογραφίας ως παραλογοτεχνικού είδους. Οι μυθογραφικές συλλογές συνήθως περιλαμβάνουν πεζολογικές περιλήψεις γραμμένες σε απλό ύφος χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις. Οι συγγραφείς-ανθολόγοι δίνουν έμφαση στη γενεαλογική προοπτική, στις ετυμολογίες, στη θεματική κατάταξη των ιστοριών, αλλά και στην αξιοποίηση επαναλαμβανόμενων μοτίβων που συγγενεύουν με το λαϊκό παραμύθι. Τέτοιες συλλογές, συχνά ψευδεπίγραφες, σώζονται με το όνομα του Ερατοσθένη του Κυρηναίου (Καταστερισμοί, δηλαδή μύθοι που καταλήγουν με τη μεταμόρφωση του ήρωα ή της ηρωίδας σε αστερισμό), του Παρθένιου από τη Νίκαια που στα Ἐρωτικὰ Παθήματα συγκεντρώνει μελοδραματικές ιστορίες αγάπης, και του Απολλοδώρου, στον οποίο οφείλουμε τη Βιβλιοθήκη, την πρώτη μυθολογική εγκυκλοπαίδεια. Η μυθογραφία μνημειώνεται καλλιτεχνικά στη Ρώμη πλέον με το περίφημο μυθολογικό έπος του Οβιδίου Μεταμορφώσεις.

Κείμενα:

· Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη