Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (40-96)

40 ΟΙ. Α’ λέγοιμ᾽ ἂν ἤδη. νῷν γάρ ἐστι δεσπότης
ἄγροικος ὀργήν, κυαμοτρώξ, ἀκράχολος,
Δῆμος Πυκνίτης, δύσκολον γερόντιον
ὑπόκωφον. οὗτος τῇ προτέρᾳ νουμηνίᾳ
ἐπρίατο δοῦλον βυρσοδέψην, Παφλαγόνα
45 πανουργότατον καὶ διαβολώτατόν τινα.
οὗτος καταγνοὺς τοῦ γέροντος τοὺς τρόπους,
ὁ βυρσοπαφλαγών, ὑποπεσὼν τὸν δεσπότην
ᾔκαλλ᾽, ἐθώπευ᾽, ἐκολάκευ᾽, ἐξηπάτα
κοσκυλματίοις ἄκροισι, τοιαυτὶ λέγων·
50 «ὦ Δῆμε, λοῦσαι πρῶτον ἐκδικάσας μίαν,
ἐνθοῦ, ῥόφησον, ἔντραγ᾽, ἔχε τριώβολον.
βούλει παραθῶ σοι δόρπον;» εἶτ᾽ ἀναρπάσας
ὅ τι ἄν τις ἡμῶν σκευάσῃ τῷ δεσπότῃ
Παφλαγὼν κεχάρισται τοῦτο. καὶ πρώην γ᾽ ἐμοῦ
55 μᾶζαν μεμαχότος ἐν Πύλῳ Λακωνικήν,
πανουργότατά πως παραδραμὼν ὑφαρπάσας
αὐτὸς παρέθηκε τὴν ὑπ᾽ ἐμοῦ μεμαγμένην.
ἡμᾶς δ᾽ ἀπελαύνει κοὐκ ἐᾷ τὸν δεσπότην
ἄλλον θεραπεύειν, ἀλλὰ βυρσίνην ἔχων
60 δειπνοῦντος ἑστὼς ἀποσοβεῖ τοὺς ῥήτορας.
Ἄιδει δὲ χρησμούς· ὁ δὲ γέρων σιβυλλιᾷ.
ὁ δ᾽ αὐτὸν ὡς ὁρᾷ μεμακκοακότα,
τέχνην πεπόηται· τοὺς γὰρ ἔνδον ἄντικρυς
ψευδῆ διαβάλλει· κᾆτα μαστιγούμεθα
65 ἡμεῖς· Παφλαγὼν δὲ περιθέων τοὺς οἰκέτας
αἰτεῖ, ταράττει, δωροδοκεῖ λέγων τάδε·
«ὁρᾶτε τὸν Ὕλαν δι᾽ ἐμὲ μαστιγούμενον;
εἰ μή μ᾽ ἀναπείσετ᾽, ἀποθανεῖσθε τήμερον.»
ἡμεῖς δὲ δίδομεν· εἰ δὲ μή, πατούμενοι
70 ὑπὸ τοῦ γέροντος ὀκταπλάσιον χέζομεν.
νῦν οὖν ἁνύσαντε φροντίσωμεν, ὦγαθέ,
ποίαν ὁδὸν νὼ τρεπτέον καὶ πρὸς τίνα.
ΟΙ. Β’ κράτιστ᾽ ἐκείνην τὴν μολωμεν, ὦγαθέ.
ΟΙ. Α’ ἀλλ᾽ οὐχ οἷόν τε τὸν Παφλαγόν᾽ οὐδὲν λαθεῖν·
75 ἐφορᾷ γὰρ αὐτὸς πάντ᾽. ἔχει γὰρ τὸ σκέλος
τὸ μὲν ἐν Πύλῳ, τὸ δ᾽ ἕτερον ἐν τἠκκλησίᾳ.
τοσόνδε δ᾽ αὐτοῦ βῆμα διαβεβηκότος
ὁ πρωκτός ἐστιν αὐτόχρημ᾽ ἐν Χάοσιν,
τὼ χεῖρ᾽ ἐν Αἰτωλοῖς, ὁ νοῦς δ᾽ ἐν Κλωπιδῶν.
80 ΟΙ. Β’ κράτιστον οὖν νῷν ἀποθανεῖν. ΟΙ. Α’ ἀλλὰ σκόπει,
ὅπως ἂν ἀποθάνοιμεν ἀνδρικώτατα.
ΟΙ. Β’ πῶς δῆτα, πῶς γένοιτ᾽ ἂν ἀνδρικώτατα;
βέλτιστον ἡμῖν αἷμα ταύρειον πιεῖν·
ὁ Θεμιστοκλέους γὰρ θάνατος αἱρετώτερος.
85 ΟΙ. Α’ μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἄκρατον οἶνον ἀγαθοῦ δαίμονος.
ἴσως γὰρ ἂν χρηστόν τι βουλευσαίμεθα.
ΟΙ. Β’ ἰδού γ᾽ ἄκρατον. περὶ ποτοῦ γοῦν ἐστί σοι.
πῶς δ᾽ ἂν μεθύων χρηστόν τι βουλεύσαιτ᾽ ἀνήρ;
ΟΙ. Α’ ἄληθες, οὗτος; κρουνοχυτροληραῖος εἶ.
90 οἶνον σὺ τολμᾷς εἰς ἐπίνοιαν λοιδορεῖν;
οἴνου γὰρ εὕροις ἄν τι πρακτικώτερον;
ὁρᾷς, ὅταν πίνωσιν ἄνθρωποι, τότε
πλουτοῦσι, διαπράττουσι, νικῶσιν δίκας,
εὐδαιμονοῦσιν, ὠφελοῦσι τοὺς φίλους.
95 ἀλλ᾽ ἐξένεγκέ μοι ταχέως οἴνου χοᾶ,
τὸν νοῦν ἵν᾽ ἄρδω καὶ λέγω τι δεξιόν.

***
ΠΡ. Δ. (Στρέφεται προς τους θεατές:)
[40] Λοιπόν, ακούστε· έχουμε ένα αφεντικό με άγαρμπο φυσικό, κουκιών-τραγανιστή, ζοχαδιάρη, τον Δήμο τον Πυκνιώτη, γέρο στριμμένο και μισόκουφο. Που λες ετούτος την πρωτομηνιά που μας πέρασε ψώνισε δούλο βυρσοδέψη, έναν Παφλαγόνα αρχικατεργάρη και αρχιρουφιάνο. Λοιπόν ο βυρσοπαφλαγόνας που λέγαμε, αφού μελέτησε τα χούγια του γέρου, έγινε χαλί στα πόδια του αφεντικού, βάλθηκε να τον κανακεύει, να τον χαϊδολογά, να τον κολακεύει, να τον σέρνει από τη μύτη με κάτι λόγια τέτοιας λογής, σαν λιμαδούρες από σολόδερμα:
[50] «Δήμε μου, πάρε πρώτα ένα μπάνιο, μόλις δικάσεις μια υπόθεση· ύστερα ρίξε μάσα, τράβα ρουφηξιές, κάνε την ταράτσα, τσίμπα ένα τριώβολο. Θες να σου στρώσω τραπέζι;» Και στη στιγμή αρπάζει μέσ᾽ από τα χέρια μας ό,τι ο καθένας μας μαγείρεψε για το αφεντικό και του το κάνει χάρισμα ο Παφλαγόνας. Νά, τις προάλλες είχα ζυμώσει λαγάνα λακωνική στην Πύλο κι ετούτος με πονηριά μοναδική μ᾽ έκανε πέρα, μου την πήρε απ᾽ τα χέρια και τη σερβίρισε αυτός στο αφεντικό, αυτήν που εγώ είχα ζυμώσει! Κι εμάς μας αποδιώχνει και δεν αφήνει κανέναν άλλο να περετά τον αφέντη·
[60] όση ώρα ετούτος περιδρομιάζει, ο τύπος όρθιος δίπλα του, με το καμτσίκι στο χέρι, κάνει πέρα, σκιασμένους, τους ρήτορες. Κι ακόμη του ψαλμουδίζει χρησμούς, κι ο γέρος μας — τον πιάνει σιβυλίτιδα. Τότε ο δικός σου, μόλις τον βλέπει ζαβλακωμένο, βάζει σ᾽ ενέργεια την τέχνη του: καρφώνει στα ίσια με ψεύτικες καταλαλιές τους ανθρώπους του σπιτιού· κι ύστερα ο βούρδουλας δουλεύει στην πλάτη μας. Κι ο Παφλαγόνας να γίνεται τσιμπούρι στους παραγιούς, να ζητά λεφτά, να τρομοκρατεί, να τσεπώνει πεσκέσια — με λόγια σαν κι αυτά: «Βλέπετε βούρδουλας που πέφτει στον Ύλα; — από μένα τη βρήκε! Αν δεν μου κάνετε το χατίρι, πεθάνατε, σήμερα κιόλας!» Κι εμείς του δίνουμε· γιατί διαφορετικά
[70] ο γέρος μάς τσαλαπατά και μας στέλνει για οχταπλάσιο χέσιμο.
Λοιπόν, λεβεντιά μου, να σκεφτούμε χωρίς χασομέρια
«ποιά στράτα να τραβήξουμε,
σε ποιόν τον πόνο μας να πούμε».
ΔΕ. Δ. Η στράτα η καλύτερη, λεβεντιά μου, είναι αυτή που λέγαμε: αυτομολάμε.
ΠΡ. Δ. Έλα όμως που τίποτε δεν μπορεί να ξεφύγει απ᾽ τον Παφλαγόνα. Γιατί η ματιά του φτάνει παντού· το ένα του πόδι πατά στην Πύλο, το άλλο στην Πνύκα, και, όπως ο διασκελισμός του είναι τεράστιος, ο κώλος του άνετα ανοίγεται στη Χαονία, τα χέρια του στο Ζητούνι κι ο νους του στα Κλέφτικα λημέρια.
ΔΕ. Δ. Λοιπόν, το καλύτερο που μας απομένει είναι ο θάνατος.
ΠΡ. Δ.
[80] Τότε στοχάσου «του αντρειωμένου θάνατο να βρούμε, τον αντρίκειο».
ΔΕ. Δ. Πώς δηλαδή, πώς να γίνει «του αντρειωμένου ο αντρίκειος»; Ο πιο ηρωικός θάνατος για μας θα ᾽ταν να πιούμε αίμα ταύρου· ν᾽ ακολουθήσουμε τον δρόμο που άνοιξε ο Θεμιστοκλής!
ΠΡ. Δ. Να πιούμε, μά τον Δία, δεν λέω όχι, αλλά κρασί άκρατο, πρόποση στον Αγαθοδαίμονα. Μπορεί έτσι να περάσει απ᾽ το μυαλό μας καμιά καλή ιδέα.
ΔΕ. Δ. Νά τα μας, άκρατο κρασί! Όλο το πιοτό έχεις στον νου σου. Μπορεί όμως να βγει καλή ιδέα από μυαλό άνθρωπου μεθυσμένου;
ΠΡ. Δ. Σοβαρολογείς, άνθρωπέ μου; είσαι το κεφαλόβρυσο της κοτσάνας.
[90] Τολμάς ν᾽ αμφισβητήσεις πως το κρασί κατεβάζει ιδέες; Βρίσκεται στον κόσμο πράμα πιο αποτελεσματικό απ᾽ το κρασί; Δεν βλέπεις, όταν ο άνθρωπος πίνει, τότε καζαντίζει βιός, τελειώνει δουλειές, κερδίζει στο δικαστήριο, πλέει στην ευτυχία, ευεργετεί τους φίλους. Άντε γρήγορα, φέρε μου από μέσα μια κανάτα κρασί, για ν᾽ αρδέψω το μυαλό μου και να πω καμιά έξυπνη ιδέα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Ίμβρασος, Ίναχος, Ινωπός

Ίμβρασος

Θεός ποταμός της Σάμου, γιος του Απόλλωνα και της Νύμφης Ωκυρρόης. Εκεί είδε για πρώτη φορά το φως η Ήρα, στη ρίζα μιας λυγαριάς, όπου αργότερα κατασκευάστηκε ο ναός της. Σύμφωνα με τον Παυσανία, οι κάτοικοι του νησιού θεωρούσαν ότι το ιερό της θεάς ιδρύθηκε από τους Αργοναύτες γύρω από ένα ξόανο που είχαν φέρει μαζί τους από το Άργος. Αν και οι πρώτοι άποικοι του νησιού πρέπει πράγματι να είχαν έλθει από το Άργος, όπου είναι γνωστή η απήχηση της λατρείας της θεάς, αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή μαρτυρούν την ύπαρξη βωμών από τον 10ο και τον 9ο αι. π.Χ., γεγονός που υποδεικνύει ότι η λατρεία της αργείας Ήρας εξομοιώθηκε με μιαν αρχαιότερη τοπική θεότητα.
 
Ίναχος (Πελοπόννησος)
 
α) Θεός-ποταμός της Αργολίδας, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. Οι Αργείοι έλεγαν ότι έζησε πριν το ανθρώπινο γένος, σύγχρονος του Εριχθόνιου και του Εύμολπου, που ζούσαν στην Αθήνα και την Ελευσίνα αντίστοιχα, και ότι ήταν γενάρχης των ανθρώπων, καθώς ο γιος του Φορωνέας, από την Ωκεανίδα Μελία, ήταν ο πρώτος άνθρωπος. Άλλοτε εμφανίζεται ως ευεργέτης των ανθρώπων, καθώς τους συγκεντρώνει μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και τους εγκαθιστά στην κοιλάδα του ποταμού που εκείνοι ονόμασαν Ίναχο σε ανάμνηση του ευεργετήματός του. Εξάλλου, και η ετυμολογία* του ονόματός του αυτή καθαυτή τον συνδέει με το νερό.
 
β) Όταν Αθηνά και Ποσειδώνας ανταγωνίζονταν για την προστασία του βασιλείου του Άργους, προσέτρεξαν στους ποταμούς Ίναχο, Αστερίωνα και Κηφισό, για να διαιτητεύσουν στη διαμάχη. Η ετυμηγορία τους ευνόησε τη θεά και ο Ποσειδώνας, για να τους τιμωρήσει, αποτράβηξε τα νερά από ολόκληρη την περιοχή, με αποτέλεσμα να ρέει νερό στους τρεις ποταμούς, μόνον όταν εκείνος αποφάσιζε να ρίξει βροχή. Αυτός, ή ο γιος του Φορωνέας, έχτισε πρώτος ναό στην Ήρα την Αργεία.
 
γ) Στα παιδιά του συγκαταλέγονται η Μυκήνη, επώνυμο της πόλης των Μυκηνών, ο Άργος, ο Πελασγός, η Ιώ, με την οποία ενώθηκε ο Δίας. Λένε ότι προσπάθησε να καταδιώξει τον απαγωγέα της κόρης του, όπως ο Ασωπός, όταν του άρπαξε την κόρη του Αίγινα. Εκείνος όμως έστειλε εναντίον του μια Ερινύα, την Τεισιφόνη, η οποία τον βασάνισε τόσο πολύ που έπεσε στα νερά του ποταμού που ως τότε ονομαζόταν Αλιάκμων. Ή ακόμη ο Δίας τον χτύπησε με τον κεραυνό του προκαλώντας την ξηρασία του ποταμού, που ονομάστηκε πια Ίναχος.
 
δ) Διηγούνταν ακόμη πως Ίναχος ήταν το τρίτο όνομα του ποταμού. Στην αρχή ονομαζόταν Καρμάνωρ, μετά Αλιάκμονας από τον ομώνυμο κάτοικο της Τίρυνθας που σε μια κρίση τρέλας έπεσε στον ποταμό. Ύστερα, επιβλήθηκε στον ποταμό το όνομα Ίναχος από τον ομώνυμο ήρωα. Σε αυτόν τον Ίναχο οι τραγικοί αποδίδουν την πατρότητα της Ιούς, που έγινε ιέρεια της Ήρας στο Άργος. Στη λίμνη της Λέρνης την είδε ο Δίας και την ερωτεύτηκε. Όταν ο πατέρας της Ίναχος προσπάθησε να κυνηγήσει τον απαγωγέα Δία, ο θεός έστειλε μια Ερινύα που τον βασάνισε τόσο μέχρι που ρίχτηκε στον ποταμό που λεγόταν Αλιάκμονας μετονομάζοντάς τον.
 
ε) Στον ποταμό Ίναχο πρσέφερε μία πλεξούδα από τα μαλλιά του ο Ορέστης και ύστερα πήγε στον τάφο του πατέρα του, όπου εναπόθεσε ακόμη μία. Ήταν, βέβαια, συνηθισμένη πρακτική η αφιέρωση μαλλιών στους θεούς ή τους νεκρούς ως ένδειξη ευχαριστίας ή πένθους. (Βλ. Ο Αχιλλέας στον Σπερχειό**)
 
Ινωπός (Δήλος)
 
Δίπλα στον Ινωπό ποταμό η Λητώ αγκάλιασε τη φοινικιά και γέννησε τον Απόλλωνα. Το τι ακολούθησε τη γέννηση του θεού δίνεται από τον Καλλίμαχο (Ύμνοι 4, Εις Δήλον 260 κ.ε.):
 
«χρυσή έγινε όλη σου η γη [αναφέρεται στη Δήλο], χρυσάφι έτρεχε όλη τη μέρα στη λίμνη σου, χρυσά φύλλα έβγαλε η ελιά σου, από χρυσάφι πλημμύρισε ο Ιωνπός ποταμός, και ήσουν συ [Δήλος] που από το χρυσό σου σώμα σήκωσες το μωρό».
 
Προσωποποιημένος εμφανίζεται σε γλυπτό από τη Δήλο, c. 100 π.Χ.
---------------------
*αξ-, αχ-, ακ-: Αξιός, Αχελώος, Αχέρων, Ίναχος…
Η συλλαβή αξ-, αχ-, ακ- ενυπάρχει σε λέξεις που έχουν τη σημασία του ιερού και του νερού, όπως οι ποταμοί Αξιός και Αχελώος που, εκτός από τους συγκεκριμένους ποταμούς, σήμαινε σε ορισμένους συγγραφείς κάθε ποταμό ή το νερό γενικά (Ευρ. Βάκχες 625, Αριστοφ. απ. 130). Ή η ονομασία της νήσου Ν-άξ-ος, νησί ιερό, όπου ο Θησέας εγκατέλειψε την Αριάγνη/Αριάδνη, για να δοθεί στον Διόνυσο. Ή ακόμη και το λατινικό aqua
Και το όνομα Αχαιός θεωρείται βάσιμα ότι ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα akw- «νερό», όπως και τα ονόματα των ποταμών Αχελώος, Ίναχος, Αχάμας, Αχάτης, Αχέλης, Αχάρδεος, Αχέρων. Ακόμη και ο Αχιλλέας μπορεί να θεωρηθεί παλαιός θεός του υγρού στοιχείου, πόσο μάλλον που τιμώνταν στον Πόντο με το επίθετο Ποντάρχης.
 
**Ο Αχιλλέας στον Σπερχειό
Είναι η στιγμή που ο Αχιλλέας κόβει την ξανθήν του κόμην που εφύλαγε του ποταμού Σπερχειού, προσφορά στον νεκρό Πάτροκλο, λέγοντας:
 
Άλλα σου ευχήθη, ω Σπερχειέ, το στόμα του πατρός μου
όταν εκεί θα εγύριζα στην γην την πατρικήν μου,
να δώσει εσέ την κόμην μου και αγίαν εκατόμβην,
και αυτού στο κτήμα, στες πηγές, πόχεις βωμόν ευώδη
πεντήκοντ' αμουνούχιστα κριάρια να μου σφάξη.
(Όμ., Ιλ. Ψ 144-148)

Μήπως έχεις… φτωχά, προσωπικά όρια;

Ένα από τα προβλήματα των φίλων είναι ότι έχουν «φτωχά» όρια με αποτέλεσμα να μπαίνουν στα προβλήματα όσων συμβουλεύουν, αντιμετωπίζοντάς τα σαν δικά τους. Πολλές φορές δεν προστατεύουν τον εαυτό τους αφού δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα των δικών τους προσωπικών ορίων.

Και δεν αφορά μόνο σε ειδικούς. Αν νιώθεις ότι δεν μπορείς να πεις όχι, αν δεν μιλάς όταν σε μειώνουν, αν συνηθίζεις να αγγίζεις κάποιον ενώ δεν έχεις πάρει άδεια, αν δίνεις ή παίρνεις ό,τι κι αν σου ζητηθεί, τότε τα προσωπικά σου όρια είναι ασθενή και χρήζεις επαναπροσδιορισμού.
 
Η ελευθερία ενός ατόμου πρέπει να φτάνει ως το σημείο που δεν παραβιάζει την ελευθερία του άλλου. Για αυτό και ο Αμερικανός ακτιβιστής George Jackson είχε πει ότι η υπομονή έχει τα όριά της. Αν πάει πολύ μακριά, φτάνει τα όρια της δειλίας.
 

Πώς να «φιλτράρεις» τι είναι αποδεκτό και τι όχι

 
Πρώτον, πρέπει να επιβεβαιώσεις τις δικές σου ανάγκες. Οι άνθρωποι με ασθενή όρια τείνουν να έχουν χαμηλή επίγνωση των δικών τους αναγκών. Έτσι, κάνεις… απογραφή των αναγκών και των πεποιθήσεών σου. Και μάλλον θα ανακαλύψεις ότι έχεις βάλει τις δικές σου ανάγκες πίσω στο ράφι.
 
Αν θέλεις να αξιολογήσεις τα όριά σου, ξεκίνησε εξετάζοντας την ιεραρχία των αναγκών του Maslow. Για παράδειγμα, αξιολόγησε την ανάγκη συμμετοχής και αποδοχής. Εξέτασε πόσο καλά ικανοποίησες την ανάγκη σου για αγάπη, σεβασμό και αυτοπεποίθηση. Πόσο βοηθούν ή εμποδίζουν τα όριά σας στην ικανοποίηση των αναγκών σας;
 

Γιατί είναι σημαντικό να έχεις όρια;

 
Τα υγιή προσωπικά όρια βοηθούν στη διατήρηση μιας θετικής αυτο-ιδέας. Είναι σημαντικό επειδή «μπορώ να φροντίζω καλύτερα τον εαυτό μου» και να «μην επιτρέπω σε άλλους ανθρώπους να καθορίσουν ποιος είμαι». Χωρίζονται σε τρεις τύπους: τα υγιή, τα άκαμπτα και τα πορώδη.
 
Έχεις υγιή όρια αν:
 
  • υπολογίζεις τη βαρύτητα της δικής σας γνώμης,
  • δεν υποβαθμίζεις τις αξίες σας για άλλους ανθρώπους,
  • μοιράζεσαι κατάλληλα τα προσωπικά σας στοιχεία,
  • αποδέχεσαι τους άλλους όταν λένε όχι εσύ.
 
Έχεις άκαμπτα όρια αν:
 
  • αποφεύγεις την οικειότητα και τις στενές σχέσεις,
  • συνήθως δεν ζητάς βοήθεια,
  • έχεις λίγες στενές σχέσεις,
  • φαίνεσαι απομονωμένος,
  • αποφεύγεις την απόρριψη.
 
Έχεις πορώδη όρια αν:
 
  • μοιράζεσαι πολλά προσωπικά σου ζητήματα,
  • έχεις δυσκολία στο να λες όχι στα αιτήματα των άλλων,
  • εμπλέκεσαι υπερβολικά στα προβλήματα άλλων κάνοντάς τα δικά σου,
  • αν ανέχεσαι την κατάχρηση ή την έλλειψη σεβασμού.
 
Να σημειωθεί πάντως, ότι οι πολιτισμοί έχουν διαφορετικές προσδοκίες στα όρια. Για παράδειγμα, μερικοί πολιτισμοί δεν εκφράζουν δημόσια τα συναισθήματά τους.
 

Πώς φτιάχνω τα υγιή, προσωπικά όρια

 
Πίστεψε στον εαυτό σου. Κατά βάθος ξέρει τι χρειάζεσαι, αλλά ίσως παραμελείς να το εφαρμόσεις. Φρόντισε, όμως, καλύτερα τον εαυτό σου- συναισθηματικά, πνευματικά, σωματικά και πνευματικά.
 
Είσαι εξίσου σημαντικός με τους άλλους. Οι ανάγκες και τα συναισθήματά σου είναι το ίδιο κρίσιμα με τις ανάγκες και τα συναισθήματα των υπολοίπων. Αυτό είναι, εξάλλου, ένα από τα πιο δύσκολα μαθήματα.
 
Μάθε να λες όχι. Δυστυχώς ή ευτυχώς, έχεις ευχαριστήσει ακόμα και ανθρώπους που σε έβαλαν σε μειονεκτική θέση. Ένα ορισμένο ποσό εγωισμού είναι απαραίτητο για υγιή προσωπικά όρια.
 
Έχεις δικαίωμα στα όρια. Φέρεις ευθύνη για το πώς επιτρέπεις σε άλλους να σε αντιμετωπίσουν. Τα όρια είναι «φίλτρα» που επιτρέπουν ό,τι είναι αποδεκτό στη ζωή. Έτσι, σε προστατεύεις και σε σέβεσαι.

Για τις εξετάσεις του σχολείου και την παπαγαλία

Το περίφημο Επιχείρημα του Κινέζικου Δωματίου που διατύπωσε πρώτη φορά ο φιλόσοφος Τζον Σερλ, είναι ένα νοητικό πείραμα στο οποίο κάποιος που δεν ξέρει κινέζικα βρίσκεται κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο και απαντά μηχανικά, ακολουθώντας ορισμένους κανόνες χειρισμού συμβόλων, σε ερωτήματα διατυπωμένα σε κινέζικους χαρακτήρες που του δίνονται κάτω από την πόρτα.

Ό,τι ερώτημα τού τίθεται το απαντά σωστά ακολουθώντας τους κανόνες, όπως περίπου κάνει ένας υπολογιστής, με αποτέλεσμα να δημιουργεί την εντύπωση στους έξω από το δωμάτιο ότι ξέρει κινέζικα ενώ αυτός αναγνωρίζει απλώς το σχήμα των χαρακτήρων χωρίς καν να καταλαβαίνει αν είναι κινέζικοι χαρακτήρες ή, π.χ., ιαπωνικοί. Ένα από τα συμπεράσματα του επιχειρήματος είναι ότι ο επιτυχημένος χειρισμός συμβόλων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην κατανόηση.

«Ακριβώς ό,τι συμβαίνει στις εξετάσεις στο σχολείο» είπε ο εκπαιδευτικός της παρέας. Τα παιδιά μαθαίνουν να απαντούν σε συγκεκριμένες ερωτήσεις χωρίς πράγματι να κατανοούν το ερώτημα ή την απάντηση που δίνουν.

Άρχισα να συνειδητοποιώ το πρόβλημα όταν κάποτε εξεταζόταν η φιλοσοφία και ήμουν από αυτούς που έβαζαν θέματα. Την πρώτη φορά πήγα αποφασισμένος να μη βάλουμε θέματα παπαγαλίας αλλά προσγειώθηκα απότομα όταν μου είπαν «και ποιος θα διορθώσει τα γραπτά;».

Έπρεπε να υπάρχει η αντικειμενική μεζούρα των συγκεκριμένων σελίδων της ύλης. Μετά επιλέξαμε ένα θέμα αυξημένης δυσκολίας που απαιτούσε την κατανόηση ενός φιλοσοφικού αποσπάσματος.

«Είναι αρκετά δύσκολο» είπα.

«Εγώ χρειάζομαι μισή ώρα να το σκεφτώ πριν το απαντήσω».

«Α, μην ανησυχείτε» μου απάντησε μια εκπαιδευτικός».

«Θα δουν τα παιδιά ότι είναι του τάδε φιλοσόφου και θα απαντήσουν ό,τι λέει το βιβλίο».

Δεν είχε σημασία τι ακριβώς έλεγε το απόσπασμα, δεν είχε σημασία τι ρωτούσαμε εμείς, σημασία είχε να αναπαραγάγουν οι μαθητές ένα συγκεκριμένο χωρίο από το βιβλίο για να μπορέσει να διορθωθεί «αντικειμενικά».

Δεν είναι να απορεί κανείς με τις επιδόσεις μας στην κατανόηση κειμένου στον διαγωνισμό PISA!

Τι επιτυγχάνουμε έτσι; Έχουμε βρει έναν τρόπο για να κόβουμε αυτούς που δεν χωράνε στο πανεπιστήμιο, ο αριθμός των οποίων αποφασίζεται με βάση το εκάστοτε κυβερνητικό συμφέρον. Η δυσκολία ή η ευκολία των θεμάτων είναι εντελώς αδιάφορη, καθώς ο αριθμός των εισαγομένων είναι κλειστός και συζητείται μόνο για να βγάζουν ανακοινώσεις οι σύλλογοι διδασκόντων.

Οι εξετάσεις που έχουμε δεν επιλέγουν κατ’ ανάγκην τους πιο άξιους, επιλέγουν αυτούς που έχουν μάθει να χειρίζονται επιδέξια τον συγκεκριμένο διαγωνισμό κυρίως με τη βοήθεια των φροντιστηρίων που έχουν καταστήσει τις τελευταίες τάξεις του λυκείου πρακτικά περιττές.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν ενδιαφέρεται για τη μόρφωση των παιδιών αλλά για τη διεκπεραίωση μιας διαδικασίας με συνεχείς εξετάσεις που καταλήγουν στην απονομή διπλωμάτων και πτυχίων. Όσο τα πτυχία χρησιμοποιούνταν ως εισιτήριο για το Δημόσιο, είχαν κάποια αξία έστω και ως απλό χαρτί χωρίς απαραίτητα αντίκρισμα. Τι γίνεται όμως τώρα;

Κλειδί για να γίνουν τα σχολεία μας χώροι μόρφωσης είναι δύο σχετιζόμενες αλλαγές που φαίνονται μεν μικρές αλλά είναι, κατά τη γνώμη μου, κρίσιμες:

1. Να μην ταυτίζεται η διδακτέα με την εξεταστέα ύλη (αντίθετα με την υπόσχεση του υπουργείου να επεκτείνει από του χρόνου την ταύτιση σε όλες τις τάξεις του λυκείου) και

2. Να μην ορίζει το υπουργείο με ακρίβεια σελίδων από ένα διδακτικό εγχειρίδιο το αναλυτικό πρόγραμμα και την εξεταστέα ύλη. Το υπουργείο θα πρέπει να δίνει απλώς τις κατευθυντήριες γραμμές και στη συνέχεια οι εκπαιδευτικοί να προσδιορίζουν τι ακριβώς και πώς θα διδάσκεται στο σχολείο τους. Με αυτόν τον τρόπο θα διαμορφώνεται η ειδική φυσιογνωμία κάθε σχολείου και δεν θα καταδυναστεύεται η εκπαιδευτική διαδικασία από το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο που ακυρώνει τον ρόλο και την ευθύνη των καθηγητών. Θα μπορούν να χρησιμοποιούνται διαφορετικά, περισσότερα και καλύτερα βιβλία από τα σημερινά.

Οι σχολικές μονάδες και οι καθηγητές θα αξιολογούνται για το έργο τους με κριτήρια που θα περιλαμβάνουν και το πώς αποδίδουν οι μαθητές τους στα εξεταζόμενα μαθήματα χωρίς κλειστή ύλη.

Έτσι θα στραφεί η διδασκαλία όχι στην αποστήθιση αλλά στην ουσία, έτσι θα δίνεται προσοχή στις ειδικές ανάγκες και στις ικανότητες των μαθητών και μαθητριών και δεν θα ισοπεδώνονται όλα στον Προκρούστη του εξαντλητικά ορισμένου (και αναχρονιστικού) αναλυτικού προγράμματος. Υπάρχουν πολλά που μπορεί και πρέπει να γίνουν στην εκπαίδευση αλλά οι δύο αυτές κινήσεις είναι βασικές.

Πόσο σημαντικό είναι να έχουμε όνειρα και όραμα για τη ζωή μας;

Πόσο σημαντικό είναι το οξυγόνο; Πόσο σημαντικός είναι ο ήλιος, το φεγγάρι, η βροχή, τα φυτά; Θα μπορούσαμε άραγε να ζήσουμε χωρίς αυτά; Έχεις ποτέ σταθεί να κοιτάξεις – και εννοώ πραγματικά να κοιτάξεις – να αναγνωρίσεις και να εκτιμήσεις τα μικρά θαύματα που υπάρχουν παντού γύρω σου; Την απίθανη ζωή που απλά συμβαίνει με ή χωρίς εσένα;

Παρατήρησες ποτέ τα δέντρα και τα δώρα τους ή έχεις σταθεί ποτέ κάτω από τη βροχή με την επίγνωση του ρόλου της στο ότι εσύ είσαι ζωντανός αυτήν ακριβώς τη στιγμή; Γιατί, βλέπεις, το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε είναι σε τόσο βαθιά ισορροπία, σε μια συνεργασία πλήρους ισορροπίας για να μας δίνει τις μέρες και τις νύχτες, τις τέσσερις εποχές, το οξυγόνο που αναπνέουμε και, και…

Γιατί τότε ξεχνάμε ότι είμαστε μέρος αυτού του περιβάλλοντος; Ότι τα σώματά μας δουλεύουν σε μια θαυμαστή ισορροπία με το περιβάλλον μας; Πως το σώμα μας είναι ένα αριστούργημα τελειότητας και μπορεί να αυτοθεραπεύεται; Αντιθέτως, διαχωρίζουμε τους εαυτούς μας από όλη αυτή τη μαγεία και περπατάμε και μιλάμε σαν ρομπότ. Επαναλαμβάνουμε όσα μας λένε, επαναλαμβάνουμε τις εμπειρίες μας, τα λάθη μας, χωρίς να βλέπουμε ολόκληρη την εικόνα.

Χωρίς να βλέπουμε την ομορφιά μέσα μας και έξω μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε το άπειρο πλήθος διασυνδέσεων που υπάρχουν παντού. Είναι σαν να ζεις έναν συνεχή εφιάλτη πόνου, θλίψης, εξόδων, υποθηκών, χρεών, ασθενειών χωρίς να έχεις την παραμικρή ιδέα για τις άπειρες ανέγγιχτες δυνάμεις μας.

Αυτό που οι περισσότεροι από εμάς ξεχνάμε καθώς μεγαλώνουμε, είναι η αληθινή επιθυμία της καρδιάς μας να είμαστε μέρος αυτού του μαγικού σύμπαντος. Ξεχνάμε τα όνειρά μας, το πάθος μας, τους γνήσια ευτυχισμένους εαυτούς μας που οραματίζονται το μέλλον. Είναι εξαιτίας όσων από εμάς σταματάμε να ονειρευόμαστε, που η ισορροπία του σύμπαντός μας χάνεται. Γιατί, βλέπεις, όταν σταματάμε να ονειρευόμαστε και να είμαστε αυθεντικά δημιουργικοί, τότε σταματάμε τη ροή της ενέργειας μέσα μας και έξω από εμάς, εκπέμπουμε φόβο και πόνο σε όλους και σε καθετί ζωντανό γύρω μας.

Ο καθένας μας έχει τη δική του μοναδική ομορφιά, το δικό του μοναδικό μονοπάτι στη ζωή. Ναι, η κοινωνία μας δεν είναι φτιαγμένη έτσι ώστε ο καθένας μας να μπορεί να παίρνει το χρόνο του για να εξερευνήσει τα όνειρά του, αλλά όλοι ξέρουμε ότι όταν κάνουμε αυτό που αγαπάμε, ο χρόνος χάνει τη σημασία του, το φαγητό γίνεται απλά τροφή και όχι κάτι με το οποίο γεμίζουμε το κενό μας.

Τότε ερχόμαστε σε σύνδεση και επιθυμούμε να μοιραζόμαστε τα συναισθήματά μας με όλους, μοιραζόμαστε και δίνουμε με ευκολία, γινόμαστε θετικοί και αισιόδοξοι, εμπνέουμε τους ανθρώπους γύρω μας απλά και μόνο με το να υπάρχουμε. Ακόμα και αυτοί που δεν πιστεύουν σε μας, δεν μας ενοχλούν τόσο, γιατί έχουμε πλέον βρει το δικό μας νόημα ζωής. Γινόμαστε πλέον μέρος αυτού του μαγικού σύμπαντος, γινόμαστε μέρος του όλου. Αξίζει να ζεις τη ζωή σου χωρίς όνειρα, όραμα και νόημα; Σκέψου το!

Ελεύθερος είσαι μόνο όταν ελευθερωθείς από το μυαλό σου

Τι είναι τελικά αυτό που μας κρατάει δέσμιους; Είναι το ίδιο μας το μυαλό!

Είναι οι φοβίες μας είναι οι ψυχαναγκασμοί μας, είναι τα ταμπού, οι προκαταλήψεις και τα «αν» αυτά τα ψυχοφθόρα αν! όλα τα παραπάνω , μας τα έχουν φυτέψει μέσα μας εκείνοι που μας ανέθρεψαν, πολλά χρόνια πριν, από τα παιδικά μας χρόνια, και μας κρατάνε από το να πάρουμε κάποια απόφαση!

Όλα αυτά, έχουν ως αποτέλεσμα το δισταγμό, την έλλειψη απόφασης, άρα και ένα βόλεμα!

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη στασιμότητα, την αναβλητικότητα, άρα και καθόλου εξέλιξη. Έτσι περνάνε τα χρόνια μέσα στη καθημερινότητα και τη ρουτίνα. Πρέπει να σκεφτόμαστε που και που το πώς φανταζόμαστε τη ζωή μας μερικά χρόνια μετά.

Αυτός είναι ο μόνος τρόπος, να μας παρακινήσει θετικά, για να κάνουμε τη ρόδα της ζωής μας να κυλήσει αντίστροφα, και να μη επαναπαυόμαστε πέφτοντας στη παγίδα του ότι κάποια στιγμή κάτι «θα» αλλάξει!

Τι είναι ο «άνθρωπος»;

Ο άνθρωπος διαφέρει από το ζώο έχοντας τη δυνατότητα να ενεργήσει συνειδητά, τη δυνατότητα να πράξει. Δεν μπορούμε να το αρνηθούμε αυτό, και βλέπουμε ότι αυτός ο ορισμός ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις. Παρέχει τη δυνατότητα να ξεχωρίσει ο άνθρωπος από μια σειρά άλλων όντων που δεν διαθέτουν τη δυνατότητα της συνειδητής πράξης και ταυτόχρονα να διαχωριστεί ανάλογα με το βαθμό συνειδητότητας των πράξεών του.

Χωρίς καμία υπερβολή μπορούμε να πούμε ότι όλες οι διαφορές που μας εντυπωσιάζουν ανάμεσα στους ανθρώπους μπορούν να αναχθούν στις διαφορές συνειδητότητας των πράξεών τους. Οι άνθρωποι μας φαίνονται τόσο διαφορετικοί ακριβώς επειδή οι πράξεις μερικών απ’ αυτούς είναι κατά τη γνώμη μας βαθιά συνειδητές, ενώ oι πράξεις άλλων είναι τόσο ασυνείδητες, πιο ασυνείδητες και από μιας πέτρας, η οποία αντιδρά τουλάχιστον σωστά στα εξωτερικά φαινόμενα, Το πρόβλημα περιπλέκεται από το γεγονός ότι ένας και ο αυτός άνθρωπος εκδηλώνει παράλληλα με αυτό που εμφανίζεται σε μας σαν πλήρως συνειδητές πράξεις θελήσεως, άλλες, τελείως ασυνείδητες μηχανικές αντιδράσεις ζώου.

Στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή, στην πολιτική, την επιστήμη, την τέχνη, και τη φιλοσοφία, όλα «συμβαίνουν», από την αρχή ως το τέλος, κανένας δεν μπορεί να «πράξει» οτιδήποτε.

Για να πράξει κανείς είναι απαραίτητος ένας πολύ υψηλός βαθμός της γνώσης και του είναι.

Ένας άνθρωπος που κοιμάται δεν μπορεί να «πράξει». Σ’ αυτόν, τα πάντα συμβαίνουν στον ύπνο. Εδώ δεν εννοούμε τον ύπνο με την κυριολεξία του οργανικού μας ύπνου, αλλά με την έννοια μιας κατάστασης συνειρμικής ύπαρξης. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ξυπνήσει.

O μύθος του έρωτα

Ας αναλογιστούμε το γνωστό – πλασμένο από τον Πλάτωνα – μύθο του Έρωτα, που γνώρισε εξαιρετική επιτυχία ιδιαίτερα την εποχή της ευρωπαϊκής Αναγέννησης.

Πράγματι στο Συμπόσιο ο φιλόσοφος συγκρίνεται με τον Έρωτα διότι αμφότεροι είναι καταδικασμένοι στην αιώνια κίνηση μεταξύ των άκρων. Αρκεί να ξαναδιαβάσουμε το μύθο της σύλληψης του Έρωτα που αφηγείται η ιέρεια Διοτίμα και της οποίας τα λόγια μεταφέρει ο Σωκράτης, για να καταλάβουμε καλύτερα τη σύγκριση. Κατά τη διάρκεια γιορτής για τη γέννηση της Αφροδίτης, ο Πόρος (θεός της επινοητικότητας), μεθυσμένος από νέκταρ, παραδίδεται στην Πενία (θεά της φτώχειας) : από την ένωσή τους γεννιέται ο Έρως του οποίου το πεπρωμένο, λόγω των αντιτιθέμενων χαρακτηριστικών των γωνιών του, είναι να χάνει και να κερδίζει το καθετί.

Ούτε θνητός ούτε αθάνατος, ούτε φτωχός ούτε πλούσιος, ο Έρως παίζει το ρόλο του μεσάζοντα, κατορθώνοντας να εκφράσει συμβολικά τη συνθήκη του φιλόσοφου, πάντα αιωρούμενη μεταξύ άγνοιας και σοφίας. Τοποθετημένος ανάμεσα στους θεούς (που δεν αποζητούν τη σοφία διότι ήδη την έχουν) και τους αμαθείς (που δεν την αποζητούν διότι νομίζουν ότι την κατέχουν), ο αληθινός φιλόσοφος, εραστής της σοφίας, θα προσπαθήσει να την προσεγγίσει κυνηγώντας τη σε όλη του τη ζωή.

Η πλήξη δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πάρουμε αψήφιστα

Η ζωή της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων είναι ένας διαρκής αγώνας να επιβιώσουν, όντας σίγουροι πως στο τέλος θα χάσουν. Αυτό που τους δίνει τη δυνατότητα ν’ αντέξουν τον κάματο της μάχης δεν είναι τόσο πολύ η αγάπη της ζωής όσο ο φόβος του θανάτου, ο οποίος ωστόσο ως αναπόφευκτος περιμένει στα παρασκήνια, απ’ όπου μπορεί την κάθε στιγμή να βγει στη σκηνή. Η ίδια η ζωή είναι μια θάλασσα γεμάτη βράχια και φουρτούνες. Ο άνθρωπος αποφεύγει αυτές τις κακοτοπιές όσο πιο προσεχτικά μπορεί, αν και γνωρίζει ότι, ακόμα κι αν, με κόπο και επιδεξιότητα καταφέρει να τις ξεπεράσει, κάθε του βήμα τον φέρνει όλο και πιο κοντά στο μεγαλύτερο, στο απόλυτο, στο αναπόφευκτο και αναπότρεπτο ναυάγιο, για την ακρίβεια κατευθύνεται πλησίστιος προς αυτό, προς τον θάνατο. Αυτός είναι ο τελικός προορισμός του κουραστικού ταξιδιού και είναι χειρότερος απ’ όλα τα βράχια που έχει καταφέρει να αποφύγει.

Αξίζει εδώ να παρατηρήσουμε ότι απ’ τη μια μεριά, τα βάσανα και οι θλίψεις της ζωής μπορούν εύκολα να πάρουν τόσο μεγάλες διαστάσεις, ώστε ακόμη κι ο θάνατος, αυτό που κάθε ζωή προσπαθεί να αποφύγει, γίνεται επιθυμητός, κι ο άνθρωπος εκούσια πορεύεται προς αυτόν. Απ’ την άλλη μεριά, όμως, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, μόλις χαλαρώσουν κάπως οι στερήσεις και τα βάσανα, υπεισέρχεται αμέσως η πλήξη τόσο πιεστικά, ώστε οι άνθρωποι να χρειάζονται έναν τρόπο να ροκανίσουν το χρόνο. Αυτό που απασχολεί και κρατάει σε κίνηση όλα τα ζωντανά όντα είναι ο αγώνας για την ύπαρξη. Όταν όμως η ύπαρξη εξασφαλιστεί, δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Οπότε το δεύτερο πράγμα που τους θέτει σε κίνηση, είναι η προσπάθεια ν’ απαλλαγούν απ’ το βάρος της ύπαρξης, να πάψουν να το νιώθουν, «να σκοτώσουν το χρόνο τους», με άλλα λόγια να ξεφύγουν απ’ την πλήξη. Έτσι παρατηρούμε, ότι σχεδόν όλοι, όσοι έχουν απαλλαγεί από έγνοιες και στερήσεις, τελικά, έχοντας απαλλαγεί απ’ όλα τα άλλα βάρη, έχουν μετατραπεί σε βάρος του εαυτού τους. Θεωρούν κέρδος κάθε ώρα που περνάει, δηλαδή κάθε μείωση αυτής της ίδιας ζωής, την οποία μέχρι τότε κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να παρατείνουν, Η πλήξη δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πάρουμε αψήφιστα` σε τελευταία ανάλυση ζωγραφίζει στα πρόσωπά μας την πραγματική απόγνωση. Κάνει κάποια πλάσματα, που αγαπιούνται ελάχιστα μεταξύ τους, όπως οι άνθρωποι, να επιζητούν το ένα την παρέα του άλλου, γι’ αυτό και αποτελεί τη ρίζα της κοινωνικότητας.

Το κράτος ενεργώντας έξυπνα, με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει και άλλες συμφορές, παίρνει παντού μέτρα εναντίον της πλήξης` γιατί αυτή η μάστιγα, όπως και το άκρο αντίθετό της, η πείνα, μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους στις μεγαλύτερες υπερβολές και στην αναρχία` «άρτον και θεάματα» χρειάζεται ο λαός.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙΣ

Πάθος ή προτεραιότητες;

Οι άνθρωποι που έχουν πάθος στη ζωή τους αλλά δεν έχουν προτεραιότητες είναι σαν εκείνους που βρίσκονται σε μια μοναχική ξύλινη καλύβα κάπου βαθιά στο δάσος, μια κρύα λευκή νύχτα του χειμώνα, και ανάβουν μερικά κεριά και τα τοποθετούν τριγύρω στο δωμάτιο. Δεν δημιουργούν αρκετό φως για να μπορούν να βλέπουν, ούτε αρκετή ζέστη για να ζεσταθούν. Στην καλύτερη περίπτωση, απλώς κάνουν το δωμάτιο να δείχνει λίγο πιο ευχάριστο. Από την άλλη, οι άνθρωποι που έχουν προτεραιότητες στη ζωή τους αλλά δεν έχουν πάθος είναι σαν αυτούς που βάζουν ξύλα στο τζάκι, σε αυτή την ίδια κρύα ξύλινη καλύβα, αλλά δεν ανάβουν ποτέ τη φωτιά. Όμως οι άνθρωποι που συνδυάζουν το πάθος με τις προτεραιότητες είναι σαν εκείνους που βάζουν τα ξύλα στο τζάκι, ανάβουν τη φωτιά, και απολαμβάνουν το φώς και τη ζεστασιά.

 Κάποια στιγμή, συνειδητοποίησα ότι αν κατάφερνα να συνδυάσω το πάθος μου με τις προτεραιότητές μου, θα μεγιστοποιούσα το ταλέντο μου και θα αξιοποιούσα στο μέγιστο τις δυνατότητές μου. Σπαταλούσα πολύ χρόνο σε πράγματα για τα οποία δεν είχα ούτε ταλέντο ούτε πάθος. Έπρεπε κάτι να αλλάξω – να εναρμονίσω τις πράξεις μου με το πάθος μου. Η διαφορά στη ζωή μου υπήρξε τεράστια μετά από αυτή την αλλαγή. Δεν εξάλειψε τα προβλήματά μου, ούτε κατέρριψε τα εμπόδια στον δρόμο μου, αλλά μου έδωσε τη δύναμη να τα αντιμετωπίσω με περισσότερη ενέργεια και ενθουσιασμό. Εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, προσπαθώ να διατηρώ αυτή την εναρμόνιση του πάθους μου με τις προτεραιότητές μου. Και όσο προσπαθώ, δεν ξεχνώ ποτέ κάτι που είπε ένας φίλος και έχει για μένα καθοριστική σημασία: «Υπάρχουν πολλά πράγματα που θα κερδίσουν την προσοχή μου, όμως λίγα είναι αυτά που θα κερδίσουν την καρδιά μου. Με αυτά σκοπεύω να ασχοληθώ».

Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό

Βλέποντας το πρόσωπο της Ελένης στο φεγγάρι όλα έγιναν φανερά στο Θαλή. Η Ελένη ήταν η ίδια η θεά του φεγγαριού. Γι’ αυτό χανόταν και πάλι εμφανιζόταν. Γι’ αυτό κανείς ποτέ δεν την κράτησε, ούτε ακόμα κι ο Θησέας. Αυτό ήταν το μυστικό της γέννησής της. Και πώς αλλιώς; Αφού και οι δυο γονείς της ήταν αθάνατοι θεοί. Γι’ αυτό και δεν ήταν δυνατόν να την έχει ούτε ο Μενέλαος ούτε ο Πάρης. Ούτε ακόμα κι ο Θησέας, ήρωας πιο μεγάλος από τους άλλους δύο, δε στάθηκε δυνατόν να την κρατήσει κοντά του. Όμως, αυτό θα ήταν από την αρχή και για πάντα το νόημα στον πόλεμο που έγινε για χάρη της: Ο αγώνας των ανθρώπων για το καλύτερο, για να κάνουν δικό τους το καλύτερο και χάρη σε αυτό να πάνε ψηλά, όλο και πιο ψηλά… Γιατί οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό και μέσα τους αυτά τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν, πότε πολεμώντας το ένα το άλλο και πότε συμφιλιωμένα σε γόνιμη αρμονία. Η γη τους καλεί να ζήσουν τη ζωή τους εδώ κάτω, να αδράξουν την κάθε τους ημέρα σαν να είναι η πρώτη τους και συνάμα η τελευταία τους. Ο ουρανός που έχουν μέσα τους τούς καλεί να παλέψουν για να κρατήσουν στο δικό τους κόσμο την αθάνατη ομορφιά, που μόνο στους θεούς ανήκει.

Ο Θαλής τώρα, που είχε πια αποκρυπτογραφήσει το μυστικό του τρίποδα, έβλεπε με κάπως διαφορετικό τρόπο το μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε τη Μίλητο, αλλά και την Ελλάδα ολόκληρη. Εξακολουθούσε, βέβαια, να ανησυχεί για την ανεξέλεγκτη επέκταση του κράτους των Περσών, όμως ήξερε πια, χάρη σε εκείνο το μήνυμα από το παρελθόν, πως οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από γη και ουρανό. Και δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως που να μπορεί να σκλαβώσει τη γη, τον ουρανό.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Ελληνιστικά είδη, Επύλλιο

Η λέξη ἐπύλλιον (δηλ. «μικρό έπος») χρησιμοποιήθηκε ως τεχνικός γραμματολογικός όρος από φιλολόγους του 19ου αι. για να περιγράψει ένα σύντομο αφηγηματικό ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο με μυθολογικό θέμα. Παρόλο λοιπόν που ο όρος είναι άγνωστος με αυτή τη σημασία στην αρχαιότητα, το είδος καλλιεργήθηκε σε μεγάλη έκταση κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο.
 
Βασικό μορφολογικό γνώρισμα του επυλλίου, πέρα από τον δακτυλικό εξάμετρο, είναι η ολιγοστιχία (ένα επύλλιο μπορεί να περιλαμβάνει από μερικές δεκάδες μέχρι λίγες εκατοντάδες στίχους). Το θέμα είναι ένα απόκρυφο επεισόδιο από τη ζωή ενός ήρωα, ενώ η πραγμάτευσή του περιλαμβάνει, εκτός από την καθαυτό αφήγηση, και άλλα επικά χαρακτηριστικά όπως η λεπτομερειακή περιγραφή ή ἔκφρασις ενός έργου τέχνης, η λόγια παρέκβαση και η παρεμβολή ευθέος λόγου.
 
Ο Καλλίμαχος συνέθεσε το πιο διάσημο επύλλιο της αρχαιότητας, την Ἑκάλη, σε περισσότερους από 1000 στίχους. Η υπόθεση αντλείται από έναν ατθιδογράφο, τον Φιλόχορο, αλλά το επεισόδιο είναι πρακτικά άγνωστο πριν από τον Καλλίμαχο: μια γυναίκα από την Αττική, η γερόντισσα Εκάλη, φιλοξενεί τον Θησέα όταν αυτός πηγαίνοντας στον Μαραθώνα πέφτει σε καταιγίδα και αναγκάζεται να ζητήσει καταφύγιο στη φτωχική καλύβα της. Η Ἑκάλη παρουσιάζει μια σειρά από καινοτομίες, σημαντικότερες από τις οποίες είναι η αντιηρωική θεματική, η εστίαση σε μια εκπρόσωπο του ταπεινού καθημερινού βίου και η αιτιολογία, οι οποίες εγκαινιάζουν το νεωτερικό αντι-έπος.
 
Ως επύλλια αναγνωρίζονται από την έρευνα και ορισμένα ειδύλλια του Θεοκρίτου. Ίσως το μικρότερο σωζόμενο επύλλιο είναι ο Ὕλας (Ειδύλλιο 13) που πραγματεύεται σε μόλις 75 στίχους την αρπαγή ενός ωραίου νέου και σύντροφου του Ηρακλή, του Ύλα, από τις Νύμφες∙ καθώς το επεισόδιο διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της Αργοναυτικής εκστρατείας το ποίημα αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για υπερτόνιση του συναισθηματικού και ειδυλλιακού σε βάρος του ηρωικού στοιχείου. Το Ειδ. 24 Ἡρακλίσκος αφηγείται μια διάσημη ιστορία, πώς ο Ηρακλής έπνιξε τα ερπετά που έστειλε η Ήρα στην κούνια του όταν ήταν ακόμη βρέφος. Περισσότερο μανιεριστικό εμφανίζεται ένα άλλο επύλλιο του βουκολικού corpus, η Εὐρώπη του Μόσχου, που περιγράφει την αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία μεταμφιεσμένο σε ταύρο [Μόσχος, Ευρώπη].
 
Ενίοτε ως επύλλια χαρακτηρίζονται όχι μόνον ακέραια ποιήματα αλλά και θεματικά ή δομικά αυτόνομες ενότητες μεγαλύτερων επών. Η απομόνωση επεισοδίων με επυλλιακά χαρακτηριστικά απαντά ήδη στην αλεξανδρινή ποιητική παράδοση (π.χ. η αρπαγή του Ύλα από το πρώτο βιβλίο των Αργοναυτικών του Απολλώνιου Ρόδιου), κυρίως όμως στη λατινική: έτσι οι φιλόλογοι μελετούν ως επύλλια το επεισόδιο του Αριστέα από τα Γεωργικά του Βιργιλίου ή τις πολυάριθμες επιμέρους ιστορίες που συγκροτούν τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου.

Κείμενα:

· Καλλίμαχος, Ἑκάλη
· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 13 (Ὕλας), 24 (Ἡρακλίσκος)
· Μόσχος, Ευρώπη