Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (1049-1078)

ΓΡΑΥΣ Β’
αὕτη σύ, ποῖ παραβᾶσα τόνδε τὸν νόμον
1050 ἕλκεις, παρ᾽ ἐμοὶ τῶν γραμμάτων εἰρηκότων
πρότερον καθεύδειν αὐτόν; ΝΕΑΣ. οἴμοι δείλαιος.
πόθεν ἐξέκυψας, ὦ κάκιστ᾽ ἀπολουμένη;
τοῦτο γὰρ ἐκείνου τὸ κακὸν ἐξωλέστερον.
ΓΡ. Β’ βάδιζε δεῦρο. ΝΕΑΣ. μηδαμῶς με περιίδῃς
1055 ἑλκόμενον ὑπὸ τῆσδ᾽, ἀντιβολῶ σ᾽. ΓΡ. Β’ ἀλλ᾽ οὐκ ἐγώ,
ἀλλ᾽ ὁ νόμος ἕλκει σ᾽. ΝΕΑΣ. οὐκ ἐμέ γ᾽, ἀλλ᾽ Ἔμπουσά τις
ἐξ αἵματος φλύκταιναν ἠμφιεσμένη.
ΓΡ. Β’ ἕπου, μαλακίων, δεῦρ᾽ ἀνύσας καὶ μὴ λάλει.
ΝΕΑΣ. ἴθι νυν ἔασον εἰς ἄφοδον πρώτιστά με
1060 ἐλθόντ᾽ ἀναθαρρῆσαι πρὸς ἐμαυτόν· εἰ δὲ μή,
αὐτοῦ τι δρῶντα πυρρὸν ὄψει μ᾽ αὐτίκα
ὑπὸ τοῦ δέους. ΓΡ. Β’ θάρρει, βάδιζ᾽. ἔνδον χεσεῖ.
ΝΕΑΣ. δέδοικα κἀγὼ μὴ πλέον γ᾽ ἢ βούλομαι.
ἀλλ᾽ ἐγγυητάς σοι καταστήσω δύο
1065 ἀξιόχρεως. ΓΡ. Β’ μή μοι καθίστη. ΓΡΑΥΣ Γ’ ποῖ σύ, ποῖ
χωρεῖς μετὰ ταύτης; ΝΕΑΣ. οὐκ ἔγωγ᾽, ἀλλ᾽ ἕλκομαι.
ἀτάρ, ἥτις εἶ σύ, πόλλ᾽ ἀγαθὰ γένοιτό σοι,
ὅτι μ᾽ οὐ περιεῖδες ἐπιτριβέντ᾽. ὦ Ἡράκλεις,
ὦ Πᾶνες, ὦ Κορύβαντες, ὦ Διοσκόρω,
1070 τοῦτ᾽ αὖ πολὺ τούτου τὸ κακὸν ἐξωλέστερον.
ἀτὰρ τί τὸ πρᾶγμ᾽ ἔστ᾽, ἀντιβολῶ, τουτί ποτε;
πότερον πίθηκος ἀνάπλεως ψιμυθίου,
ἢ γραῦς ἀνεστηκυῖα παρὰ τῶν πλειόνων;
ΓΡ. Γ’ μὴ σκῶπτέ μ᾽, ἀλλὰ δεῦρ᾽ ἕπου. ΓΡ. Β’ δευρὶ μὲν οὖν.
1075 ΓΡ. Γ’ ὡς οὐκ ἀφήσω σ᾽ οὐδέποτ᾽. ΓΡ. Β’ οὐδὲ μὴν ἐγώ.
ΝΕΑΣ. διασπάσεσθέ μ᾽, ὦ κακῶς ἀπολούμεναι.
ΓΡ. Β’ ἐμοὶ γὰρ ἀκολουθεῖν σε δεῖ κατὰ τὸν νόμον.
ΓΡ. Γ’ οὔκ, ἢν ἑτέρα γε γραῦς ἔτ᾽ αἰσχίων φανῇ.

***
(Απλώνει να πάρει την κοπέλα να φύγουν, μα παρουσιάζεται μια δεύτερη γριά, πιο ηλικιωμένη και πιο άσκημη.)
Β’ ΓΡΙΑ (στην κοπέλα)
Βρε, πώς πατείς το νόμο και μου παίρνεις
1050 τ᾽ αγόρι, αφού ξεκάθαρα το γράφει
ο νόμος: πρώτα εμένα! ΠΑΛ. Συφορά μου!
Και πούθε μου ξεφύτρωσες, πανούκλα
χειρότερη απ᾽ την άλλη; Β’ ΓΡ. Λίγα λόγια!
Έρχου σε μένα! ΠΑΛ. (στην κοπέλα) Μη μ᾽ αφήνεις έτσι
να με τραβάει. Β’ ΓΡ. Εγώ δε σε τραβάω,
ο Νόμος! ΠΑΛ. Βρε ποιός νόμος; Έμπουσα,
που τρέχουν οι πληγές σου αίματα κι όμπυο;
Β’ ΓΡ. Τρυφερούλι, έρχου εδώ και λίγα λόγια.
ΠΑΛ. Μωρ᾽ άσε με να πάω ν᾽ αδειάσω πρώτα,
1060 νά ᾽ρθω στα συγκαλά μου, να στυλώσω,
αλλιώς θα τ᾽ αμολήσω εδώ μπροστά σου.
Β’ ΓΡ. Κρατήσου! Πάμε σπίτι ν᾽ αλαφρώσεις!
ΠΑΛ. Είναι πολλά και θα βουλώσ᾽ η χρεία.
Στα χωράφια να πάω και θα σου αφήσω
δυο φίλους εγγυητάδες. Β’ ΓΡ. Να μου λείπουν.
(Τον τραβά. Αλλά παρουσιάζεται τρίτη γριά γεροντότερη.)

Γ’ ΓΡΙΑ (στο Παλικάρι)
Ε συ! Πού πας μ᾽ αυτήν;
ΠΑΛ. (χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει)
Δεν πάω, με πάει!
Όποια και να ᾽σαι, οι θεοί να σ᾽ το πλερώσουν!
Απ᾽ του Χάρου τα δόντια με ξεκόλλησες.
(γυρίζει και βλέπει)
Ωχ! Ηρακλή, Κορύβαντες και Πάνες
και Διόσκουροι, χειρότερη πολύ
1070 από την άλλη ετούτ᾽ η λώβα. Τί ᾽σαι,
μαϊμού φκιασιδωμένη γιά βρυκόλακας,
που βγήκε από τα μνήματα; Γ’ ΓΡ. Μη βρίζεις
κι έρχου μαζί μου. Β’ ΓΡ. Τί; Μαζί μου θά ᾽ρτει!
Γ’ ΓΡ. Δεν τον αφήνω εγώ! Β’ ΓΡ. Μήτε κι εγώ.
ΠΑΛ. Που κακό χρόνο να ᾽χετε, παλιόγριες,
μη με τραβάτε, θα με κομματιάσετε.
Β’ ΓΡ. Μαζί μου λέει ο νόμος να πλαγιάσεις.
Γ’ ΓΡ. Αν άλλη πιο γριά δεν ξεφυτρώσει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Εύθυμος - Εχέδωρος - Γαλ[λ]ικός - Ηδωνός

Εύθυμος

Ο αθλητής Εύθυμος από τους Επιζεφύριους Λοκρούς, ο οποίος είχε αναδειχθεί τρεις φορές Ολυμπιονίκης στην πυγμαχία στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., λατρεύτηκε μετά τον θάνατό του ως ποτάμια θεότητα Αυτό φαίνεται σε πλακίδιο από το ιερό στο σπήλαιο Καρούζο των Επιζεφυρίων Λοκρών: στο κάτω μέρος υπάρχει βωμός και ταύρος. Η βάση όπου ίσταται ο ταύρος φέρει την ελληνική επιγραφή ΕΥΘΥΜΟΥ ΙΕΡΑ (Αρχαιολογικό Μουσείο Ρηγίου, 4ος-3ος αι. π.Χ.).
 
Εχέδωρος - Γαλ[λ]ικός - Ηδωνός
 
Ἐχέδωρος: Ποταμὸς Μακεδονίας, ὁ πρότερον Ἡδωνὸς καλούμενος. Ο έχων δώρα. Χρυσού γαρ καταφέρων ψήγματα, οι εγχώριοι αρύονται δέρματα αιγών κείραντες και καθιέντες εις το ύδωρ ή από Δώρου τινός Αρκάδος, ός συμμαχών Αλεξάνδρω τω Φιλαδέλφω, εμπεσών ποταμώ, αίτιος γέγονε της ονομασίας. (Etymologicon Magnum Lexikon)
 
Η μαρτυρία αυτή για τον ποταμό που σήμερα λέγεται Γαλ(λ)ικός καταγράφει μιαν ιστορική εξέλιξη. Το όνομα Ηδωνός υποδηλώνει την παρουσία της θρακικής φυλής των Ηδωνών, από την περιοχή του Παγγαίου, οι οποίοι οφείλουν την ονομασία τους στον μυθικό γενάρχη τους Ηδωνό ή από το ομώνυμο βουνό, παρακλάδι του Αίμου όπου μαρτυρείται και η αρχική τους εγκατάσταση. Η δεύτερη ονομασία, Εχέδωρος, όχι μόνο αποκαλύπτει το πολύτιμο υλικό που μπορούσε να βρεθεί στα νερά του ποταμού, τον χρυσό, αλλά σηματοδοτεί και την εκμετάλλευσή του, που άρχισε πιθανότατα κατά τη μέση γεωμετρική εποχή, όπως συνάγεται από τις σημαντικές ποσότητες εισηγμένης γεωμετρικής κεραμικής από την Αττική και την Εύβοια κατά τον 9ο αι. π.Χ. Η επείσακτη αυτή κεραμική (στην Αγχίαλο, σε τάφους του νεκροταφείου της Σίνδου) οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι οι νότιοι Έλληνες αντάλλασσαν τα πολύτιμα αγγεία τους με τον χρυσό του Εχεδώρου.
 
Όσο για τη δεύτερη εκδοχή της ονομασίας του, «από Δώρου τινός Αρκάδος», θυμίζουμε ότι κατά μία εκδοχή ο επώνυμος ήρωας της Μακεδονίας, ο Μακεδόνας, ήταν γιος ενός Αρκάδα, γενεαλογία που συνδέει τον επάνω του Ολύμπου χώρο με τη Νότια Ελλάδα.
 
Στις όχθες του ποταμού Εχεδώρου μονομάχησε ο Ηρακλής με τον Κύκνο, τον γιο του Άρη και της Πυρήνης, που τον προκάλεσε σε μονομαχία. Αλλά επειδή ο Άρης συμπαραστεκόταν στον Κύκνο και η μονομαχία δεν λυνόταν, ο Δίας, πατέρας του Ηρακλή έριξε κεραυνό ανάμεσά τους και διέλυσε τη μάχη. Η μονομαχία αυτή υπήρξε ένα από τα επεισόδια που περιβάλλουν τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή (μήλα των Εσπερίδων).
 
Η μετονομασία του ποταμού σε Γαλλικό (Γαλικό ή Γαλυκό) εικάζεται ότι σχετίζεται με τη διαδικασία συνέλεξης του χρυσού από τον ποταμό, καθώς το δεύτερο συνθετικό της λέξης Γαλ(λ)ι(υ) θεωρείται ότι προέρχεται από την ομηρική λέξη «κῶας» («κώεα» στον πληθυντικό αριθμό), που δηλώνει το δέρμα των προβάτων («κῶς» είναι ο μεταγενέστερος συνηρημένος τύπος) (Ιλ., Ι 661. Οδ., ψ 180). Οι ντόπιοι, δηλαδή, έριχναν κουρεμένες γιδοπροβιές στα νερά του ποταμού, στο κοντό τρίχωμα (κῶς ) των οποίων αγκιστρώνονταν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου. Αλλά και μετά τον Όμηρο η λέξη χρησιμοποιείται για να δηλωθεί το χρυσόμαλλο δέρας που ο Ιάσονας μετέφερε στην Κολχίδα ( (Πίνδ., Πυθ., 4.411. Ηρόδ. 7.193. Μίμνερμ. 11. Θεόκρ. 13.16), ενώ το υποκοριστικό «κώδιον» δηλώνει τη δορά του προβάτου μαζί με το έριο, το οποίο χρησιμεύει ως στρώμα (Αριστοφ., Ιππ. 400. Βάτρ. 1478. Πλάτ., Πρωτ. 315D).
 
Κατά άλλους, η μετονομασία του ποταμού οφείλεται στους Γαλάτες, οι οποίοι εποίκισαν την περιοχή κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, ή στην προσπάθεια των ντόπιων να τους εξευμενίσουν, όταν οι Γαλάτες επέδραμαν στη Μακεδονία το 279 π.Χ.

Ο Αληθινός Δρόμος κι ο ανόητος άνθρωπος

Όλα γύρω μας Φανερώνουν το μεγαλείο της Φύσης… αλλά ο ανόητος άνθρωπος πάντα τους δίνει το νόημα που συλλαμβάνει η σκέψη του…
 
Όλα γύρω μας είναι παροδικά, τίποτα δεν μένει ίδιο… αλλά ο ανόητος άνθρωπος πάντα συμπεριφέρεται σαν να είναι όλα αιώνια.
Όλα όσα συμβαίνουν έχουν τις αιτίες τους και τις συνέπειές τους στην αλυσίδα του χρόνου και τίποτα δεν ξεφεύγει από τον Νόμο της Φύσης… αλλά ο ανόητος άνθρωπος πάντα βάζει το χέρι του στην φωτιά νομίζοντας πως δεν θα καεί.
Αν μπορούσαμε να δούμε πίσω από το πέπλο του χρόνου, πόσες φορές ήρθαμε εδώ και πόσες φορές φύγαμε χωρίς να διδαχτούμε τίποτα, θα λυπόμασταν βαθιά και θα φροντίζαμε σε τούτη τη ζωή να βρούμε τον δρόμο της Επιστροφής στο Σπίτι μας… αλλά ο ανόητος άνθρωπος νοιάζεται μόνο να ζήσει, με όποιο κόστος.
Αν βλέπαμε πραγματικά γύρω μας θα βλέπαμε πως όλοι σχεδόν οι άνθρωποι τρέχουν πίσω από τις επιθυμίες τους νομίζοντας πως θα γίνουν ευτυχισμένοι, κι όλοι είναι δυστυχισμένοι… αλλά ο ανόητος άνθρωπος νοιώθει χαρούμενος που ζει στη κόλαση της γης.
Η Αληθινή Ζωή είναι στην Γνώση, πέρα από τις πλάνες του νου, πέρα από τα οράματα των αισθήσεων… αλλά ο ανόητος άνθρωπος είναι βέβαιος μέσα στην άγνοιά του και νομίζει πως ό,τι αγγίζει είναι αληθινό.
Είναι πραγματικά δύσκολο να ανυψωθούμε πάνω από τις πλάνες που διδαχτήκαμε ή αποδεχτήκαμε γιατί νοιώθαμε ασφαλείς, μα είναι ο Μόνος Δρόμος που οδηγεί στην Απελευθέρωση… αλλά ο ανόητος άνθρωπος ξυπνά και κοιμάται ήσυχος μέσα στις αυταπάτες του.
Ζούμε σε μια Σκοτεινή Εποχή… το πιο βαθύ σκοτάδι είναι λίγο πριν την Αυγή, και πρέπει να βαδίζουμε προσεκτικά γιατί δεν ξεχωρίζουν μονοπάτια... αλλά ο ανόητος άνθρωπος δεν νοιάζεται που πηγαίνει σκουντουφλώντας, είναι βέβαιος ότι κάπου θα φτάσει.
Πολλοί άνθρωποι θα αντάλλασσαν χρόνια από την ζωή τους για μια στιγμή πραγματικής βαθιάς ειρήνης μέσα τους… αλλά ο ανόητος άνθρωπος ξοδεύει άσκοπα τα χρόνια του στον πόλεμο του κόσμου, όπου οι άνθρωποι κατασπαράσσουν ο ένας τον άλλο.
Ό,τι κι αν κάνουμε άσκοπο είναι, στο τέλος όταν ανοίγουμε τα χέρια μας κρατάμε μόνο στάχτες, κι όσοι το γνωρίζουν αυτό, από εμπειρία, κατανοούν ότι μόνο τη Γνώση θα πάρουμε μαζί μας, και θα αφήσουμε πίσω μόνο την Αγάπη μας… αλλά ο ανόητος άνθρωπος αρπάζεται από τα πράγματα του κόσμου νομίζοντας πως θα βρει σε αυτά σωτηρία.

ΟΡΙΑ: Γιατί χρειάζονται στην ζωή μας

Τα όρια δεν είναι τιμωρία... Είναι στάση ζωής.

Πόσες φορές έχουμε πληγωθεί από ανθρώπους που έχουν εισβάλλει στην ζωή μας και μας έχουν δημιουργήσει προβλήματα; Πόσες φορές ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι έχουν αρπάξει τον ρόλο μας στην οικογένεια, στη δουλειά, με αποτέλεσμα να νιώθουμε ισοπεδωμένοι, να χάνουμε την εσωτερική ισορροπία μας, με άμεση επίπτωση τόσο στη ψυχική όσο και στη σωματική μας υγεία;

Σεβόμαστε και αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας, τον φίλο μας, το συνεργάτη μας, το σύντροφό μας, το γονιό μας, το παιδί μας, όμως έχουμε ανάγκη κι εμείς από το σεβασμό τους.

Είναι λίγοι άνθρωποι που έχουν καλλιεργήσει τον σεβασμό στο πλησίον τους, οριοθετημένοι σε κάθε επίπεδο της ζωής τους. Είναι ευλογία να συναναστρέφεσαι με αυτούς τους ανθρώπους. Τι κάνεις όμως στην αντίθετη περίπτωση;

Εφαρμόζεις όρια. Όχι γιατί τους θέλεις μακριά από τη ζωή σου. Το αντίθετο...  τους θέλεις, αλλά χρειάζεται να προστατεύσεις τον εαυτό σου και τα κεκτημένα σου. Η επιβολή ορίων δεν είναι κάτι εγωιστικό. Τα όρια είναι χρήσιμα και επιβάλλεται να τα βάζει ο καθένας μας. Μεταβάλλονται συχνά, ανάλογα με τις ανάγκες και δεν μπορεί να είναι ίδια για όλους. Άλλα όρια βάζουμε στον ξένο κι άλλα στον δικό μας άνθρωπο.

Τα όρια δεν είναι τιμωρία. Είναι στάση ζωής.
Φορές χρειάζεται να τα επιβάλλουμε με σαφήνεια σε όσους δεν σέβονται τις ιδέες μας, τις σκέψεις μας, σ’ αυτούς που μας υποτιμούν, που μας ασκούν κριτική, που προσπαθούν με τον τρόπο τους να μας ακυρώσουν ή να μας ντροπιάσουν.

Στην ουσία τα όρια είναι σαν μια νοητή γραμμή. Μια κόκκινη γραμμή που γίνεται όριο της ανοχής μας.

Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να τα εφαρμόσουν, με τον φόβο της παρεξήγησης ή κι ακόμα τον κίνδυνο διάλυσης της σχέσης τους. Όμως είναι προτιμότερο και σωστότερο να μπουν όρια παρά να υποβόσκει θυμός, ο οποίος θα οδηγεί μοιραία σε ρήξη των σχέσεων

Η εξορία της γνώσης

Λίγο να προσέξεις ή ακόμη και απρόσεκτος να είσαι, θα διαπιστώσεις πως ο νέο ελληνισμός φθίνει διαρκώς.

Η αποδόμηση των σύγχρονων από κάθε στοιχείο της αρχαιότητος έχει ήδη συντελεστεί εδώ και χρόνια αμέτρητα. Η εθνική υπερηφάνεια αντικαταστάθηκε από την εθνική σχιζοφρένεια και τον πνευματικό ευνουχισμό και ολοκληρώνεται στους καιρούς μας από την απογοήτευση και την διαπόμπευση των ηγετών του φωτός. Οι κληρονόμοι του Ελληνισμού λεηλάτησαν το εθνικό ταμείο και κατάφεραν μοναδικά σήμερα να ξεπουλούν κομμάτι κομμάτι την εθνική κληρονομιά της πατρίδας, αποκομίζοντας μικροκέρδη τα οποία απλόχερα προσφέρουν σε αφελείς συγγενείς, τρόφιμους της ζητιανιάς της οικουμένης.

Πρώτα πρώτα στην πατρίδα μας ήρθαν από μακριά φθονεροί ερημίτες, κρυμμένοι στις σκόνες της ερήμου, σήκωσαν ανεμοστρόβιλο μίσους και σάρωσαν στο πέρασμα τους καθετί ελληνικό, έσβησαν την δάδα του Προμηθέως φυλακίζοντας τον τιτάνα δωρητή. Μετά σκοτάδι παντού, οι μέρες μίκραιναν, ο ήλιος ξέμεινε λυπημένος να χαϊδεύει μια χώρα με ασεβείς κατοίκους, το καλοκαίρι μίκρυνε, ο χειμώνας στέρησε το φως από τους πολλούς και ο φόβος έγινε κυρίαρχο συναίσθημα του λαού.

Η εξορία της γνώσης ταυτίστηκε με την εξορία των προγόνων. Ο μέγιστος της γνώσης Αριστοτέλης άναψε πολλές φωτιές σε χρόνους σκοτεινούς, όχι όμως σαν εκείνες που άναψε στο παιδικό μυαλό του Αλέξανδρου, αλλά φωτιές δίωξης των ιδεών του.

Ο μέγιστος Αθηναίος Σωκράτης ήπιε το κώνειο από τους συμπολίτες του παρ’ αυτά όμως το δαιμόνιο του παρέμεινε ζωντανό στον θείο Πλάτωνα για να “δολοφονηθεί” μετέπειτα και ύπουλα από εκείνους που κήρυτταν το “αγάπα τον πλησίον σου”.

Η Αντιγόνη του Σοφοκλή παρέμεινε σταθερά προσηλωμένη στις επιθυμίες των Θεών, ο ανθρώπινος νόμος δεν μπορεί να υπερβεί τον Θείο. Οι ηθικές αρχές και αξίες των ανθρώπων είναι οι πράξεις των Θεών και αυτές καθοδηγούσαν τους Έλληνες. Ο “πατέρας” της Αντιγόνης έπαψε πια να φροντίζει τα παιδιά του. Η διδαχή του καταστράφηκε, ο κόπος του πατέρα χάθηκε, η πνευματική του παρακαταθήκη τροφοδότησε και αυτή μέρος της πυράς του σκότους. Η θρησκευτική υποτέλεια βεβήλωσε την λυγερόκορμη και ομορφοπλέξουδη Αντιγόνη της Ελλάδος.

Ο Μέγας Σωτήρ και θεραπευτής Ιπποκράτης είδε και αυτός τον δρόμο της εξορίας η επιστημονική του μελέτη η προσφορά του απέναντι σε κάθε άνθρωπο, αντικαταστάθηκε μετέπειτα από την προσευχή και το γόνυ.

Σήμερα κανένας σε αυτή την χώρα δεν τιμά τον Ιπποκράτη, ούτε ένα λεπτό της μέρας, δεν υπάρχει ένα σημείο αναφοράς για εμάς για την παγκόσμια προσφορά του και όλους τους υπολοίπους. Καμιά ημέρα δεν είναι επίσημα ΑΦΙΕΡΩΜΈΝΗ σε κανένα σπουδαίο ¨Έλληνα της αρχαιότητος. ΚΑΜΙΆ!

Ύβρις διαρκείας διαπραττόμενη από τους κληρονόμους έναντι ολάκερης της ανθρωπότητας. Ο σπουδαίος Έλληνας της αρχαιότητος στις μέρες μας ταυτίστηκε με ανθρώπους μέρος ενός συστήματος και μιας πολιτικής διεθνούς αλητείας και εξαθλίωσης. Η αποψίλωση των αξιών από τους ερημίτες έθρεψε εν μέσω της άγονης ερήμου ανθρώπους με αξίες ισοπεδωτικές. Αρνητές της προόδου και του ξεχωριστού. Η ισοπέδωση αναδεικνύει στις μέρες μας άτομα απροσδόκητα κενά, χωρίς πρότυπα και γνώση.

Οι μέρες πια ταυτίζονται με ασήμαντα πρότυπα, περιθωριακά, τα οποία προσδίδουν με μαθηματική ακρίβεια ένα ασήμαντο αύριο τόσο δικό μας όσο και της πατρίδας μας. Ο σπουδαίος άνθρωπος στις μέρες μας είναι πολύ χαμηλά ταγμένος στο αξιακό σύστημα των αρχαίων και κινείται με ακρίβεια πλησίον του μηδενός.

Η σπουδή στην γνώση μεταφράζεται τώρα σε αποχή από την γνώση. Ο πόλεμος έναντι των προ Ελλήνων συνεχίζεται, οι «ηγέτες» του νέο ελληνισμού σήμερα προχωρούν στον δρόμο της απομόνωσης, της ισοπέδωσης και της οριζόντιας εκπαίδευσης. Ότι ωφέλιμο και χρήσιμο προεξέχει στο χωράφι της γνώσης ξεριζώνεται και διώκεται. Σαν κανείς να μην θέλει πια να συναντηθούμε. Εκείνοι και εμείς. Γιατί όμως; Έχουμε αναρωτηθεί; Ότι απομένει πια είναι στην δική μας διάθεση και θέληση…

Τότε και τώρα οι ίδιοι θεριστές... Το μόνο διαφορετικό είσαι εσύ!

Επιτρέψτε στο παιδί σας… να θυμώνει

Το συναίσθημα του θυμού είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο συναίσθημα. Προκαλεί φόβο, ίσως και πανικό τόσο στα παιδιά και στους γονείς. Αυτό συμβαίνει επειδή ο θυμός συνοδεύει μια σύγκρουση, μια κρίση, ένα περιστατικό που δυσκολεύονται όλοι να το διαχειριστούν. Έτσι, ο θυμός ταυτίζεται και συνδέεται με φωνές, φασαρίες, ανυπακοή και παραπέμπει σε «κακό παιδί», «επιθετικό παιδί», «νευρικό παιδί», «δύσκολο παιδί», «μη συνεργάσιμο παιδί».

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η παρεξήγηση έγκειται στο γεγονός ότι έχουμε ταυτίσει το θυμό με το ξέσπασμα και την ένταση. Ένα παιδί δεν μπορεί και δεν ξέρει να εκφραστεί όπως ένας ενήλικας. Έχουμε να του δείξουμε και να του μάθουμε τι σημαίνει το καθετί που νοιώθει και να το συνδέσουμε με το αντίστοιχο ερέθισμα. Αν όμως ο γονιός φοβάται, νοιώθει αμήχανα ή απειλή μπροστά σε ένα ξέσπασμα του παιδιού του, τότε θα αρχίσει να κάνει χαρακτηρισμούς όπως «νευρικό» ή «επιθετικό» παιδί. Έτσι, με κάθε περισσότερο έντονη αντίδραση από αυτή που θα περίμενε, θα του φέρεται σαν να είναι ένα «νευρικό» ή «επιθετικό» παιδί, ώσπου θα γίνει. Οι χαρακτηρισμοί μπορούν να κάνουν περισσότερο κακό στο παιδί, απ’ ότι μια κακή συμπεριφορά και οι συνέπειές της.

Μια εξίσου σημαντική «παρεξήγηση» ή «μύθος» σε σχέση με το θυμό είναι η αντιστοιχία της έκφρασης του θυμού με το πρόσωπο και όχι με τη συμπεριφορά. Η έκφραση του θυμού δεν αφορά στο πρόσωπο με το οποίο θυμώνω, αλλά σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Στην περίπτωση του παιδιού, ο θυμός αποτελεί κάτι διαφορετικό από μια πρόκληση της εξουσίας  ή αμφισβήτησης προς τους γονείς. Ο θυμός τους είναι πραγματικός και αφορά ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Δεν αποτελεί μια απόδειξη της ανικανότητας του γονιού, ούτε αντιπροσωπεύει απλώς «μια ακόμη ένταση που πρέπει να τακτοποιήσουμε». Αν καταγραφεί με αυτό τον τρόπο, αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι πολύ πιο δύσκολο να διαχειριστεί από το γεγονός που το πυροδότησε.

Το να μην επιτρέπεται σε ένα παιδί να εκφράσει τα δυσάρεστα ή αρνητικά συναισθήματα, όπως είναι ο θυμός, η ζήλεια, η οργή, η λύπη, η απογοήτευση είναι σαν να του στερούμε ένα κομμάτι ζωής. Όταν καταπιέζουμε ένα συναίσθημα, αυτομάτως καταστέλλουμε και όλα τα υπόλοιπα, είτε αυτά είναι θετικά, είτε αρνητικά. Όταν εκπαιδεύουμε ή ενισχύουμε ένα παιδί να «μη θυμώνει», να «μην στεναχωριέται», να «μην ζηλεύει» είναι σαν να του υποδεικνύουμε πώς πρέπει ή δεν πρέπει να νοιώθει και σαν να του λέμε ότι αυτό που νοιώθει δεν είναι σωστό. Κανένα συναίσθημα δεν μπορεί να είναι μη επιτρεπτό, κακό ή λάθος.

Τα παιδιά χρειάζεται να καταλάβουν ότι το πρόβλημα δεν είναι τα συναισθήματα τους, αλλά η κακή συμπεριφορά τους. Το παιδί πρέπει να γνωρίζει και να κατανοεί σαφέστατα τις συνέπειες της κακής συμπεριφοράς. Όμως, είναι σημαντικό να ξεχωρίσουν ότι το να είναι θυμωμένα δε σημαίνει ότι έχουν κακό χαρακτήρα ή ότι μισούν το πρόσωπο με το οποίο έχουν θυμώσει. Τα παιδιά θεωρούν ότι η κακή διάθεση είναι συνώνυμη του κακού παιδιού.

Η διαπαιδαγώγηση του παιδιού θα γίνει με αφορμή κάτι δύσκολο. Και το συναίσθημα του θυμού των παιδιών μπορεί πραγματικά να αποτελέσει μια ευκαιρία για σωστή διαπαιδαγώγηση. Είναι ένα από τα πιο λειτουργικά συναισθήματα όταν αξιοποιηθεί με τον κατάλληλο τρόπο. Έτσι, προχωρώντας οι γονείς πέρα από την αποδοχή, βάζουν όρια στην ανάρμοστη συμπεριφορά και διδάσκουν στα παιδιά πώς να χειρίζονται τα συναισθήματά τους, πώς να βρίσκουν τις κατάλληλες διεξόδους και πώς να λύνουν τα προβλήματά τους.

Το ευχάριστο και δυσάρεστο μουσικό συναίσθημα

Το πως αντιλαμβανόμαστε την μουσική είναι βέβαια και μέρος της κουλτούρας στην οποία ανήκουμε. Επίσης το ποια μουσική μας αρέσει και ποια όχι έχει να κάνει συχνά όχι τόσο με τα χαρακτηριστικά της μουσικής (συχνότητες, τόνος, χρώμα, ρυθμός) όσο με κοινωνικούς εξωμουσικούς λόγους. Η έρευνα έχει δείξει ότι αγαπάμε τα μουσικά κομμάτια που ακούνε και οι φίλοι μας ή η οικογένεια μας. Κάποιοι απεχθάνονται πχ τα έργα του Ρίχαρντ Βάγκνερ διότι αγαπούσε τη μουσική του ο Αδόλφος Χίτλερ ή αγάπησαν την μουσική του Μπομπ Ντύλαν επειδή τραγουδούσε συχνά στις φυλακές για τους φυλακισμένους. Η οικειότητα προς ένα μουσικό κομμάτι είναι συχνότερα κριτήριο ευχαρίστησης γιατί μας προξενεί ευχαρίστηση ότι γενικά μας είναι οικείο. Εχει παρατηρηθεί ότι κατά τη διάρκεια ακρόασης μουσικής μπορεί να προκληθούν ρίγη από έντονη συγκίνηση και αυτό έχει συσχετισθεί με μεγάλη παραγωγή ντοπαμίνης αλλά και ενδορφινών στον εγκέφαλο. Επίσης έχει βρεθεί ότι τέτοιες συγκινησιακές αντιδράσεις μετά από ακρόαση μουσικής καταργούνται μετά την χορήγηση ναλοξόνης (ουσία ανταγωνιστής των οπιοειδών). Φαίνεται ότι σημαντική θέση στην παραγωγή του μουσικού συναισθήματος έχουν αρκετά κέντρα που βρίσκονται στο μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου (limbic system) όπως πχ οι αμυγδαλωτοί πυρήνες (amygdala), ο ιππόκαμπος και οι παρα-ιπποκαμπικές συσκευές, πυρήνες που έχουν σχέση με μηχανισμούς ευχαρίστησης-ανταμοιβής (nucleus acumbens) αλλά και ανώτερα κέντρα του φλοιού εκτός του μεταιχμιακού συστήματος (Levitin 2009).

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι κατά τη διάρκεια ακρόασης μουσικής γραμμένης σε ελάσσονα τρόπο (κατά τεκμήριο λυπητερή μουσική στην δυτική κουλτούρα) παρατηρήθηκε (Huron 2006) αυξημένη παραγωγή της προλακτίνης (μιας ορμόνης που προκαλεί ευχαρίστηση-ευεξία και παράγεται κατά τον οργασμό, την λοχεία και τη γαλακτοφορία). Μάλιστα η προλακτίνη ανιχνεύεται αποκλειστικά σε δάκρυα που παράγονται από λύπη και δεν ανιχνεύεται σε δάκρυα που προέρχονται από ερεθισμό του ματιού ή δάκρυα χαράς. Η θεωρία είναι ότι η μεγάλη έκκριση της προλακτίνης σε καταστάσεις λύπης προετοιμάζει την διαδικασία της επούλωσης του υποτιθέμενου τραύματος το οποίο προκάλεσε το συναίσθημα της λύπης.

Οι επιστήμονες έχουν μελετήσει και άλλα θηλαστικά ή ωδικά πτηνά που παράγουν ήχους οι οποίοι έχουν κάποια μορφή οργάνωσης που μοιάζει με μουσική πχ τα περίφημα τραγούδια της φάλαινας ή ήχοι των δελφινιών. Αν αναλύσει κανείς διαγράμματα συχνοτήτων σε σχέση με χρονισμό μπορεί να διαπιστώσει ομοιότητες με ανθρώπινα τραγούδια αλλά δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Μόνον ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να ακολουθήσει με απόλυτη ακρίβεια τις μεταβολές του μουσικού ρυθμού και να τις μετατρέψει συντονισμένα σερυθμική κίνηση (χορευτική κίνηση ή απλός συντονισμός με χτύπημα του πέλματος ή της παλάμης). Ο εγκέφαλος άλλων ζώων ή πτηνών δεν μπορεί να αντιληφθεί λεπτές τονικές διαφορές ή ελάχιστες μεταβολές του ρυθμού. Επίσης οι οργανωμένοι ήχοι που παράγουν οι φάλαινες ή τα δελφίνια ή τα ωδικά πτηνά έχουν αυστηρά βιολογικό σκοπό (πχ προσέλκυση συντρόφων για αναπαραγωγή) ενώ ο άνθρωπος κάνει μουσική οργανωμένα προκειμένου να εξυπηρετήσει, όπως έλεγε ο νευροεπιστήμονας Pinker (1997), αποκλειστικά τους μηχανισμούς ανταμοιβής-ευχαρίστησης (βλ. η μουσική ως ακουστικό cheesecake).

Η λέξη «διασκεδάζω» ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα «διασκεδάννυμι» η σημασία του οποίου υποδηλώνει εκτροπή-σκεδασμό, επι της ουσίας λήθη και κατά προέκταση διασκεδάζω σημαίνει κάνω κάτι για να ξεχάσω. Στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης προφανώς δεν έχει καμμία σημασία η ίδια η μουσική και ο χαρακτήρας της, μεγαλύτερη σημασία έχει ο θόρυβος και η εξωτερική εμφάνιση των αοιδών της νύχτας. Είναι τόποι οινοποσίας και λήθης κατά προτεραιότητα παρά χώροι έκφρασης της μουσικής. Δεν είναι η διασκέδαση-λήθη ο αποκλειστικός στόχος της μουσικής. Ακριβέστερα ίσως αποδίδει τον λειτουργικό στόχο της μουσικής ο όρος «ψυχαγωγία», δηλαδή αγωγή ψυχής. Αλλά η μουσική είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο σήμερα ότι προάγει και άλλες (μη μουσικές) δεξιότητες και ανώτερες γνωστικές λειτουργίες όπως είναι η μνήμη, η συγκέντρωση, η μάθηση. Τα παιδιά που αποκτούν μουσική παιδεία εκπαιδεύουν τον εγκέφαλο τους έτσι ώστε να προάγουν πολλές άλλες δεξιότητες (Schlaug2015). Η μουσική αποτελεί άριστο γνωσιακό, μαθησιακό και εκπαιδευτικό εργαλείο και δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι ο αρχαίος κόσμος έβαζε τη μουσική στον κορμό της παιδείας. Οτι σημαίνει η φυσική άσκηση για το σώμα σημαίνει και η μουσική για τον εγκέφαλο, θα χρησιμοποιούσα μάλιστα την ευρύτερη έννοια Νους. Η λέξη Νους σημαίνει κάτι πολύ ευρύτερο από την λέξη Εγκεφάλος, ο Εγκέφαλος αντιπροσωπεύει την λογισμική πλευρά του Νου.

Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας προτείνουν την ύπαρξη ενός εξειδικευμένου νευρωνικού δικτύου στον ανθρώπινο εγκέφαλο το οποίο έχει σχέση με την επαγωγή των μουσικών συναισθημάτων. Είναι ακόμη ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει ένα καί μοναδικό νευρωνικό δίκτυο υπεύθυνο για την πρόκληση όλων των μουσικών συναισθημάτων. Η μουσική αντίληψη και οι συναισθηματικές αντιδράσεις στη μουσική απαιτούν ενεργοποίηση πολλαπλών ανώτερων φλοιωδών εγκεφαλικών κέντρων και δεν σχετίζονται αποκλειστικά με αρχέγονα υποφλοιώδη κέντρα όπως πίστευαν οι επιστήμονες πριν από την ανάπτυξη της σύγχρονης απεικονιστικής τεχνολογίας. Σημαντικές εξελίξεις αναμένονται στο μέλλον στον τομέα της γνωστικής νευροεπιστήμης όσον αφορά το αντικείμενο εγκέφαλος-μουσική οι οποίες φαίνεται οτι ίσως απαντήσουν σε θεμελιώδη ερωτήματα που αφορούν την προέλευση και την βιολογική σημασία της μουσικής.

Μπ. Ράσελ: Πιστεύω πώς όταν πεθάνω τίποτα από το εγώ μου δεν θα επιζήσει

Η θρησκεία, μιας και πηγάζει από τον φόβο, έχει εξάρει ορισμένους φόβους και έκανε τούς ανθρώπους να μην τους θεωρούν μισητούς. Σ’ αυτό έβλαψε πολύ τήν ανθρωπότητα, γιατί κάθε φόβος είναι κακός.
 
Πιστεύω πώς όταν πεθάνω θα σαπίσω και τίποτα από το εγώ μου δεν θα επιζήσει. δεν είμαι νέος και αγαπώ τή ζωή, δεν καταδέχομαι όμως να τρέμω από φόβο στή σκέψη της εκμηδένισης μου.

Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο γνήσια επειδή κάποτε τελειώνει, ούτε ο στοχασμός και η αγάπη χάνουν τήν άξια τους γιατί δεν διαρκούν αιώνια.

Πολλοί άνθρωποι φέρθηκαν περήφανα στο ικρίωμα, και η ίδια αυτή περηφάνια πρέπει να μας διδάξει να σκεφτόμαστε σωστά για τή θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Ακόμα κι όταν τ’ ανοιχτά παράθυρα της επιστήμης μας κάνουν να αναρριγούμε όσο κι από τή βολική κλεισούρα τών, παραδοσιακών, ενανθρωπιστικών μύθων, στο τέλος,  δροσερός αέρας θα μας δυναμώσει και οι ανοιχτοί χώροι θα έχουν ένα δικό τους μεγαλείο.
 
Η φιλοσοφία της φύσης είναι ένα πράγμα, και η φιλοσοφία αξιών ένα άλλο. Η σύγχυσή τους, μονάχα βλάβη μπορεί να προκαλέσει. Αυτό πού θεωρούμε καλό, αυτό πού αρέσει, δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό πού είναι, μέ το πρόβλημα δηλαδή πού απασχολεί τή φιλοσοφία της φύσης. Από τήν άλλη μεριά, κανένας δεν μπορεί να μας απαγορεύσει να εκτιμούμε ετούτο ή εκείνο, μέ το πρόσχημα πώς ο μη ανθρώπινος κόσμος δεν το εκτιμά, ούτε είναι δυνατό να μας υποχρεώσουν να θαυμάζουμε οτιδήποτε, γιατί είναι «νόμος της φύσης». δεν υπάρχει αμφιβολία πώς είμαστε μέρος της Φύσης, πού δημιούργησε τούς πόθους μας, τις ελπίδες και τούς φόβους μας» σύμφωνα μέ νόμους πού οι φυσικοί αρχίζουν ν’ ανακαλύπτουν.

Με τήν έννοια τούτη, είμαστε ένα μέρος της Φύσης, δηλαδή είμαστε υποταγμένοι σ’ αυτήν και στους νόμους της, και, τελικά, τα θύματά της.

Η φιλοσοφία της Φύσης δεν πρέπει να είναι υπερβολικά γήινη. Γιατί η Γή είναι ένας μονάχα από τούς πιο μικρούς πλανήτες, πού ανήκουν σ’ έναν από τούς μικρότερους αστέρες τού Γαλαξία. Θα ήταν γελοίο να εξωθούμε τή φιλοσοφία της Φύσης σέ τρόπο πού τ’ αποτελέσματα της να είναι ευχάριστα. στά απειροελάχιστα παράσιτα του ασήμαντου αυτού πλανήτη.

Ο βιταλισμός σα φιλοσοφία και η θεωρία της εξέλιξης δείχνουν, από τήν άποψη αύτη, έλλειψη αίσθησης αναλογιών και λογικής σημασίας. Ατενίζουν τα γεγονότα της ζωής, πού μας ενδιαφέρουν προσωπικά, σα να έχουν συμπαντική σημασία, και όχι μιά σημασία πού περιορίζεται στήν επιφάνεια της Γής. Η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία, σαν συμπαντικές φιλοσοφίες, δείχνουν τον ίδιο αφελή ανθρωπομορφισμό.

Το μεγάλο Σύμπαν, στο μέτρο πού το γνωρίζουμε, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό και δεν ενδιαφέρεται να μας κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους. Όλες οι τέτοιες φιλοσοφίες προκύπτουν από τήν έπαρση μας και διορθώνονται κατά τον καλύτερο τρόπο μέ λίγη αστρονομία.

Στή φιλοσοφία άξιων όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η Φύση είναι ένα μέρος μονάχα αυτών πού μπορούμε να φαντασθούμε. το κάθε τί, πραγματικό ή φανταστικό·, μπορεί να εκτιμηθεί από μας και δεν υπάρχουν εξωτερικά σταθμά πού να αποδείχνουν πώς η αξιολόγησή μας αύτη είναι λαθεμένη.
 
Εμείς οι ίδιοι είμαστε οι τελεσίδικοι κριτές των αξιών και στον κόσμο των αξιών η Φύση είναι ένα μόνο μέρος του. Έτσι, σέ τούτον τον κόσμο είμαστε μεγαλύτεροι από τή Φύση. Στον κόσμο των αξιών η Φύση είναι ουδέτερη, ούτε καλή είναι ούτε κακή, ούτε άξια θαυμασμού, ούτε άξια καταδίκης. Εμείς είμαστε εκείνοι πού δημιουργούμε τις αξίες και οι πόθοι μας είναι εκείνοι πού αξιολογούν.
 
Στο βασίλειο αυτό είμαστε βασιλιάδες και εξευτελίζουμε σίγουρα την ηγεμονία μας, αν σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στή Φύση. Σέ μας εναπόκειται να καθορίσουμε τί είναι, καλή ζωή, όχι στή Φύση — ούτε καν αν τήν προσωποποιήσουμε σα θεό.
 
Μπ. Ράσσελ, Μετά τη γνώση

Τελικά η κίνηση είναι ψευδαίσθηση;

Η Διχοτομία, ένα από τα τέσσερα παράδοξα του Ζήνωνα, διατυπώνεται πολύ απλά ως εξής:

Για να φτάσουμε στον προορισμό μας πρέπει πρώτα να διανύσουμε το μισό της απόστασης που μας χωρίζει από αυτόν, αλλά για να διανύσουμε τη μισή απόσταση πρέπει πρώτα να καλύπτουμε το ένα τέταρτο της απόστασης, και για να καλύψουμε το ένα τέταρτο της απόστασης πρέπει να διανύσουμε το ένα όγδοο της απόστασης, και ούτω καθεξής. Αν μπορούμε να υποδιπλασιάζουμε επ’ άπειρον τις αποστάσεις, τότε δεν φτάνουμε ποτέ ούτε καν στην πρώτη υποδιαίρεση της απόστασης, συνεπώς, στην πραγματικότητα, δεν ξεκινάμε ποτέ το ταξίδι. Επιπλέον, τούτη η ατέρμονη ακολουθία ολοένα μικρότερων αποστάσεων είναι άπειρη. Επομένως, η ολοκλήρωση του ταξιδιού απαιτεί την ολοκλήρωση ενός άπειρου αριθμού διαδοχικών στόχων. Συνεπώς, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να το τελειώσουμε. Αν δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε το ταξίδι, που έτσι κι αλλιώς δεν θα ολοκληρώναμε, η κίνηση καθαυτή είναι αδύνατη.

Μάθαμε για το παράδοξο αυτό από τον Αριστοτέλη, ο οποίος αναζήτησε το λογικό επιχείρημα με το οποίο θα μπορούσε να το ανατρέψει οριστικά. Εξάλλου, είναι προφανές ότι η κίνηση αποτελεί μια πραγματικότητα. Ωστόσο, ο Ζήνων εφάρμοζε μια μορφή επιχειρηματολογίας γνωστή ως εις άτοπον απαγωγή, κατά την οποία μια ιδέα υποβάλλεται σε συνεχή πίεση έως ότου οδηγήσει σ’ ένα παράλογο συμπέρασμα. Πρέπει, επίσης, να θυμόμαστε ότι ο Ζήνων δεν ήταν μαθηματικός. Τα επιχειρήματά του στηρίζονταν αποκλειστικά στην καθαρή λογική – και αυτό, συχνά, δεν αρκεί. Για να διαψεύσουν τα επιχειρήματα του Ζήνωνα, ο οποίος υποστήριζε την ψευδαίσθηση της κίνησης, άλλοι Έλληνες φιλόσοφοι κατέφυγαν σε μια πιο άμεση και πραγματιστική προσέγγιση. Ένας από αυτούς ήταν ο Διογένης ο Κυνικός.

Ο Διογένης άπλωσε τα διδάγματα του Κυνισμού στα λογικά άκρα τους. Απ’ ό,τι φαίνεται, αναγόρευσε τη φτώχεια του σε αρετή και έζησε μερικά χρόνια σ’ ένα πιθάρι, στην αγορά της Αθήνας. Έγινε γνωστός για την … κυνική στάση του απέναντι σε όλα τα πράγματα, ιδίως στις φιλοσοφικές διδαχές της εποχής του, ακόμα και περίφημων φιλοσόφων όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτων, και τα παράδοξά του. Όταν άκουσε το παράδοξο της Διχοτομίας για την ψευδαίσθηση της κίνησης, απλώς σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε, δείχνοντας έτσι τον παραλογισμό των συμπερασμάτων του Ζήνωνα.

Παρ’ ότι, ίσως, θα χειροκροτούσαμε τον Διογένη για την πρακτική προσέγγισή του, πρέπει να εξετάσουμε λίγο πιο προσεκτικά το σημείο στο οποίο καταρρέει η λογική του Ζήνωνα. Κι αυτό δεν αποδεικνύεται τόσο δύσκολο – εξάλλου, είχαμε πάνω από δύο χιλιάδες-χρονιά για να το σκεφτούμε. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να θεωρήσετε ότι για να απορρίψουμε το παράδοξο του Ζήνωνα αρκεί η καθαρή, απλή λογική – η οποία, όμως, για μένα δεν είναι αρκετή. Μια και ανάλωσα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου εργαζόμενος -και, κυρίως, σκεπτόμενος- ως φυσικός, δεν με ικανοποιούν τα φιλοσοφικά ή λογικά επιχειρήματα που στηρίζονται στην κοινή λογική για να «γκρεμίσουν» τη Διχοτομία. Χρειάζομαι αδιάσειστη Φυσική – η οποία, κατά τη γνώμη μου, κάνει μια πολύ πιο πειστική δουλειά.

Αυτό που πρέπει να κάνουμε, είναι να μετατρέψουμε το επιχείρημα του Ζήνωνα για την απόσταση, σε ένα επιχείρημα για τον χρόνο. Υποθέστε ότι τη στιγμή που βρίσκεστε στην αφετηρία της απόστασης η οποία πρέπει να διανυθεί, κινείστε ήδη με σταθερή ταχύτητα. Η ιδέα της ταχύτητας, που ο Ζήνων μάλλον δεν είχε κατανοήσει καλά, δηλώνει την κάλυψη μιας συγκεκριμένης απόστασης μέσα σε πεπερασμένο χρονικό διάστημα. Όσο μικρότερη απόσταση πρέπει να καλύψουμε, τόσο μικρότερο χρονικό διάστημα απαιτείται αλλά όποτε διαιρούμε την πρώτη με το δεύτερο, παίρνουμε πάντα το ίδιο μέγεθος: την ταχύτητα. Αν εστιάσουμε στις ολοένα μικρότερες αποστάσεις που πρέπει να καλυφθούν για να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας, πρέπει επίσης να εστιάσουμε και στα όλο και πιο μικρά αντίστοιχα χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, ο χρόνος κυλάει, ανεξαρτήτως του πώς θέλουμε εμείς να τον χωρίσουμε τεχνητά σε χρονικές περιόδους που μειώνονται συνεχώς. Έχουμε κάθε δικαίωμα να εκλαμβάνουμε τον χρόνο, και όχι τον χώρο, σαν μια στατική γραμμή που μπορεί να υποδιαιρεθεί επ’ αόριστον (και, στην πραγματικότητα, όταν λύνουμε προβλήματα Φυσικής, κατ’ αυτόν, ακριβώς, τον τρόπο τον εκλαμβάνουμε), έχοντας πάντα κατά νου πως η αντίληψή μας για τον χρόνο ως στατικής γραμμής, διαφέρει από το πως αντιλαμβανόμαστε πραγματικά μια γραμμή στον χοίρο. Δεν μπορούμε να βγούμε από τη ροή του χρόνου. Ο χρόνος προχωράει ούτως ή άλλως – συνεπώς, κινούμαστε.

Αν εξετάσουμε την κατάσταση από τη σκοπιά κάποιου που δεν κινείται ήδη, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας έναν ακόμη παράγοντα της Φυσικής. Πρόκειται για κάτι που όλοι μαθαίνουμε στο σχολείο (και οι περισσότεροι, σχεδόν σίγουρα, ξεχνάμε). Ονομάζεται δεύτερος νόμος του Νεύτωνα, σύμφωνα με τον οποίο για ν’ αρχίσει να κινείται ένα αντικείμενο, πρέπει να δεχτεί δύναμη. Η δύναμη θα προκαλέσει την επιτάχυνσή του – θα μεταβάλει την κατάστασή του από την ηρεμία στην κίνηση. Αλλά από τη στιγμή που κινείται, ισχύει το ίδιο επιχείρημα: ότι, δηλαδή, καθώς ξετυλίγεται ο χρόνος, οι αποστάσεις που διανύονται εξαρτώνται από την ταχύτητα του κινούμενου αντικειμένου η οποία, φυσικά, δεν χρειάζεται να είναι σταθερή. Στην περίπτωση αυτή, το επιχείρημα της Διχοτομίας ανάγεται σε μια αφηρημένη ασάφεια, που δεν έχει τίποτε να μας πει, όσον αφορά την πραγματική κίνηση, στον φυσικό κόσμο.

Επιτρέψτε μου ένα τελικό σχόλιο πριν προχωρήσουμε. Η θεωρία της σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν μάς διδάσκει ότι, ίσως, δεν θα ‘πρεπε να απορρίπτουμε με τόση βεβαιότητα το παράδοξο της Διχοτομίας. Σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, ο χρόνος μπορεί να εκληφθεί όπως και ο χώρος – μάλιστα, ο ίδιος, όταν αναφέρεται στον χρόνο, μιλάει για τον τέταρτο άξονα, ή την τέταρτη διάσταση, του επονομαζόμενου χωροχρόνου. Αυτό δείχνει πως η ροή του χρόνου μπορεί να είναι, τελικά, μια ψευδαίσθηση – και αν συμβαίνει αυτό, τότε το ίδιο θα ισχύει και για την κίνηση. Ωστόσο, παρά την επιτυχία της θεωρίας της σχετικότητας, διατηρώ την άποψη ότι το παραπάνω συμπέρασμα μας απομακρύνει από τη Φυσική και μας οδηγεί στα θολά νερά της μεταφυσικής – σε αφηρημένες ιδέες που δεν έχουν τη συμπαγή υποστήριξη της εμπειρικής επιστήμης.

Σε καμιά περίπτωση δεν ισχυρίζομαι πως η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν είναι εσφαλμένη. Απλώς, οι ιδέες του Aϊνστάιν αποκτούν υπόσταση μόνο όταν τα πράγματα κινούνται πολύ γρήγορα – σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός. Στις φυσιολογικές καθημερινές ταχύτητες, έχουμε κάθε δικαίωμα να αγνοούμε αυτά τα «σχετικιστικά» φαινόμενα και να αντιλαμβανόμαστε τον χώρο και τον χρόνο σύμφωνα με την οικεία, κοινή λογική μας. Εντέλει, αν ωθήσουμε το επιχείρημα του Ζήνωνα στο λογικό άκρο του, τότε σφάλλουμε όταν ισχυριζόμαστε ότι ο χώρος και ο χρόνος μπορούν να διαιρεθούν απείρως σε ολοένα μικρότερα, αλλά πάντα διακριτά χρονικά διαστήματα και αποστάσεις. Σε κάποιο σημείο τα πράγματα γίνονται τόσο μικρά ώστε, αναγκαστικά, έρχεται στο προσκήνιο η κβαντική φυσική, όπου ο χρόνος και ο χώρος γίνονται ασαφείς και αόριστοι και ο τεμαχισμός τους σε μικρότερα κομμάτια παύει πια να έχει νόημα. Πράγματι, αυτή καθαυτή η κίνηση στην κβαντική επικράτεια των ατόμων και των υπο-ατομικών σωματιδίων είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια ψευδαίσθηση. Αλλά ο Ζήνων δεν είχε αυτό κατά νου.

Το μέτρο της δυνατής ευτυχίας του καθενός είναι καθορισμένο εκ των προτέρων

Επάνω στη σκηνή κάποιος παίζει τον πρίγκιπα, ένας άλλος τον συμβουλάτορα, ένας τρίτος τον υπηρέτη ή τον στρατιώτη ή τον στρατηγό κ.λπ. Αλλά αυτές οι διαφορές υπάρχουν μόνο εξωτερικά, από μέσα, σαν πυρήνας μιας τέτοιας εμφάνισης, βρίσκεται σε όλους το ίδιο: ένας φτωχός θεατρίνος με τα βάσανά του και τις ανάγκες του. Στη ζωή είναι επίσης έτσι· οι διαφορές της κοινωνικής θέσης και του πλούτου δίνουν σε καθέναν τον ρόλο που θα παίξει, αλλά αυτός δεν αντιστοιχεί διόλου σε μια εσωτερική διαφορά της ευτυχίας και του ευάρεστου συναισθήματος, παρά και εδώ μέσα σε καθέναν βρίσκεται ο ίδιος φτωχός φουκαρατζίκος με τα βάσανά του και τις ανάγκες του, οι οποίες βέβαια στη σύνθεσή τους μπορεί να είναι διαφορετικές στον καθέναν, αλλά στη μορφή τους, στη βασική τους ουσία, είναι σε όλους αρκετά ίδιες, αν και με διαφορές στον βαθμό, οι οποίες όμως δεν εξαρτώνται καθόλου από την κοινωνική θέση και τα πλούτη, δηλαδή από τον ρόλο. Γιατί όλα όσα για τον άνθρωπο υπάρχουν και συμβαίνουν στο παρόν, υπάρχουν και συμβαίνουν άμεσα πάντα μόνο στη συνείδησή του.

Έτσι, η υφή της ίδιας της συνείδησης είναι προφανώς το καταρχήν ουσιαστικό, και στις περισσότερες περιπτώσεις η υφή αυτή μετράει πιο πολύ απ’ ό,τι οι μορφές που παριστάνονται εκεί. Όλες οι λαμπρότητες και οι απολαύσεις αντικατοπτρισμένες στην αμβλυμένη συνείδηση ενός ανόητου, είναι πολύ φτωχές απέναντι στη συνείδηση του Θερβάντες, όταν σε μιαν άβολη φυλακή έγραφε τον Δον Κιχώτη του. – Το αντικειμενικό μισό του παρόντος και της πραγματικότητας βρίσκεται στα χέρια της μοίρας και επομένως μπορεί να είναι μεταβλητό’ το υποκειμενικό είμαστε εμείς οι ίδιοι, γι’ αυτό στην ουσία του είναι αμετάβλητο. Έτσι η ζωή κάθε ανθρώπου, παρ’ όλες τις έξωθεν εναλλαγές, διατηρεί συνέχεια τον ίδιο χαρακτήρα και μπορεί να παρομοιαστεί με μια σειρά παραλλαγές επάνω σε ένα μουσικό θέμα. Έξω από την ατομικότητά του δεν μπορεί να βγει κανένας. Και όπως το ζώο σε όποιο περιβάλλον κι αν το βάλεις μένει πάντα μέσα στον στενό κύκλο που αμετάκλητα έχει χαράξει η φύση για το είδος του – κάτι που εξηγεί, για παράδειγμα, το ότι οι προσπάθειές μας να χαροποιήσουμε ένα αγαπημένο ζώο, εξαιτίας εκείνων των ορίων της συνείδησής του, παραμένουν πάντοτε περιορισμένες σε στενά πλαίσια – , έτσι συμβαίνει και με τον άνθρωπο: μέσα από την ατομικότητά του, το μέτρο της δυνατής ευτυχίας του είναι καθορισμένο εκ των προτέρων. Ιδιαίτερα τα όρια των πνευματικών του δυνάμεων έχουν μια για πάντα καθορίσει την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απόλαυση.

Εάν είναι στενά, όλες οι προσπάθειες απ’ έξω, όλα όσα κι αν κάνουν οι άνθρωποι και η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα μπορέσουν να τον οδηγήσουν πιο πέρα από το μέτρο μιας συνηθισμένης μισο-ζωώδους ανθρώπινης ευτυχίας και ευαρέσκειας: απόλαυση των αισθήσεων, σπιτική ατμόσφαιρα και χαρές της οικογενειακής ζωής, κατώτερη συντροφικότητα και ανούσιες ασχολίες για να περνάει την ώρα του. Ακόμα και η μόρφωση, αν και μπορεί να προσφέρει κάτι για τη διεύρυνση εκείνων των ορίων, πολλά δεν μπορεί. Γιατί οι πιο μεγάλες και πολυποίκιλες και διαρκέστερες απολαύσεις είναι οι πνευματικές, όσο κι αν ξεγελιόμαστε σχετικά στη νεότητά μας. Αυτές όμως εξαρτώνται από την έμφυτη δύναμη του πνεύματος. Έτσι λοιπόν γίνεται φανερό το πόσο πολύ η ευτυχία μας εξαρτάται από το τι είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ συνήθως σημασία δίνεται μόνο σε όσα σχετίζονται με τη μοίρα μας, στο τι έχουμε και στο πώς φαντάζουμε στους άλλους. Η μοίρα μας όμως μπορεί να καλυτερέψει, και επιπλέον, όταν υπάρχει εσωτερικός πλούτος, δεν ζητάει κανένας πολλά από αυτή. Αντίθετα, ένας ανόητος θα μείνει ανόητος, ένας αναίσθητος χοντράνθρωπος αναίσθητος χοντράνθρωπος μέχρι το τέλος του, κι ας ήταν να ‘ναι στον παράδεισο και περιτριγυρισμένος από ωραίες κόρες.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν

Στη σκιά του Παρθενώνα

Σε αυτό το άρθρο θα μιλήσουμε για μια μικρή χώρα, την Ελλάδα, που ήταν χωρισμένη σε δεκάδες και εκατοντάδες μικρά κράτη. Θα δούμε πως, μολονότι αφιέρωναν ένα μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε ατελείωτους πολέμους ή στην άμυνα απέναντι σε σκληρές επιδρομές και καταστροφικές εισβολές, οι Έλληνες, πριν παραδοθούν, βρήκαν τον τρόπο να αφήσουν κληρονομιά στον κόσμο μερικές λέξεις θεμελιώδους σημασίας, όπως: δημοκρατία, φιλοσοφία, πολίτικη, φυσική, γεωγραφία, ιστορία, ποίηση. θέατρο.

Οι μεγάλες αυτοκρατορίες είχαν απόλυτους άρχοντες που ονομάζονταν «γιοι του ουρανού». Οι Έλληνες δοκίμασαν πρώτοι στην ιστορία να οργανώσουν μια «κυβέρνηση του λαού», όπως δηλώνει η λέξη «δημοκρατία».

Όπως και οι άλλοι λαοί, έτσι και οι Έλληνες είχαν πολλούς θεούς, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις δυνάμεις της φύσης. Αλλά εκείνοι πρώτοι έφτασαν να πουν ότι «ο άνθρωπος είναι το μέτρο των πάντων» και μελέτησαν τη φύση χωρίς να ανησυχούν τόσο για τους θεούς.

Τελικά, εμείς που ζούμε στην εποχή του ατόμου δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι και η λέξη άτομο είναι μια ελληνική λέξη, και ότι οι πρώτες προσπάθειες να εξηγηθούν επιστημονικά οι ρίζες των πραγμάτων, του κόσμου, της ζωής, γεννήθηκαν στην Ελλάδα.

Πρώτοι οι Έλληνες δοκιμάζουν να οργανώσουν μια κυβέρνηση του λαού

Σήμερα εμείς λέμε «οι Έλληνες», ενώ αν ένας Αθηναίος, 2.500 χρόνια πριν, τολμούσε να μιλήσει για αυτό τον λαό, θα διέκοπτε τον εαυτό του και θα αναρωτιόταν: «Συγγνώμη, αλλά ποιοι είναι αυτοί οι φημισμένοι Έλληνες, για τους οποίους ακούγονται τόσο πολλά;».

Για την ακρίβεια, οι Έλληνες δεν ονομάζονταν καθόλου έτσι, αυτό ήταν μόνο το όνομα μιας μικρής, άγνωστης φυλής. Πρώτοι οι Ιταλοί, δηλαδή οι κάτοικοι της ιταλικής χερσονήσου, μπερδεύτηκαν και βάφτισαν έτσι τους κατοίκους της Ελλάδας.

Σε αυτό το σημείο, θα πούμε ότι ανάμεσα στο 1600 και στο 1800 πκε, η μία μετά την άλλη κατέβηκαν στην ελληνική χερσόνησο πολλές ινδοευρωπαϊκές φυλές, σε κύματα, η μία σπρώχνοντας την άλλη πιο μπροστά, προς όλες τις κατευθύνσεις. Έτσι, οι Δωριείς, οι Ίωνες, οι Αιολείς και άλλοι κατέλαβαν στην αρχή ολόκληρη την Ελλάδα, μετά τα νησιά του Αιγαίου, μετά τις ακτές της Μικράς Ασίας και κατόπιν τις ακτές της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας ιδρύοντας «αποικίες», δηλαδή «αντιπροσωπείες και υποκαταστήματα» των μητροπόλεών τους.

Ο Τάραντας, ο Κρότωνας, η Σύβαρη, το Μεταπόντιο, η Καλαβρία, οι Συρακούσες, ο Ακράγαντας και πολλά άλλα ονόματα της σημερινής Ιταλίας είναι ονόματα πόλεων που ίδρυσαν οι Έλληνες.

Οι πρώτες φυλές που έφτασαν στη χερσόνησο είχαν ιδρύσει μικρά βασίλεια βοσκών και αγροτών που διοικούσαν οι άριστοι (δηλαδή οι καλύτεροι, αλλά τους ονόμαζαν έτσι μόνο και μόνο επειδή ήταν οι πιο πλούσιοι και ανήκαν στην αριστοκρατία. Ο βασιλιάς ήταν ο αρχηγός του συμβουλίου των αρίστων και στην πράξη κάτι παραπάνω από ένας γενάρχης. Αλλά οι επόμενες μεταναστεύσεις έδιωξαν τους παλιούς βασιλιάδες. Κάθε πόλη που ήταν σε θέση να αμυνθεί γινόταν πόλη-κράτος, προστάτευε με πάθος την ανεξαρτησία της και οι εχθροί με δυσκολία μπορούσαν να της επιτεθούν, γιατί η χώρα ήταν ορεινή και οι επίγειες επικοινωνίες ήταν σχεδόν αδύνατες.

Πιο τυχερές από τις άλλες, οι παραθαλάσσιες πόλεις -απόρθητες από την ξηρά, εύκολα αμυνόμενες από τη θάλασσα- μπορούσαν εύκολα να αναπτύξουν τις μεταφορές και το εμπόριο.

Οι Έλληνες μάθαιναν από όλους, ειδικά από τους λαούς της Ανατολής, από τους Αιγύπτιους, τους Βαβυλώνιους, τους ίδιους τους Φοίνικες που είχαν ζήσει και εργαστεί για πολύ καιρό, και γίνονταν ολοένα και πιο καλοί από τους δασκάλους τους και στην οργάνωση του εμπορίου και στις καλές τέχνες ή στη βιοτεχνία – όχι επειδή γεννήθηκαν πιο έξυπνοι από τους άλλους, αλλά γιατί το σύστημα της ζωής τους ήταν καλύτερο. Οι ίδιοι δεν ήταν υπήκοοι χωρίς δικαιώματα, υποκείμενοι για όλα και σε όλα στη θέληση ενός φαραώ ή ενός αυτοκράτορα. Ήταν πολίτες, πολύ πιο ελεύθεροι από όλους τους ανθρώπους που είχαν ζήσει πριν από αυτούς. Ήταν μικροί άρχοντες της πόλης-κράτους τους.

Η δημοκρατία των Ελλήνων δε γεννήθηκε τέλεια από την αρχή. Το αντίθετο: τέλεια δεν ήταν ποτέ, όπως θα δούμε. Γιατί και η ζωή των Ελλήνων βασιζόταν στην ύπαρξη και στη δουλειά των δούλων, τους οποίους θεωρούσαν κάτι λιγότερο από ανθρώπους, ίσους με τα ζώα και με τις μηχανές.

Μετά την πτώση του βασιλιά, οι πόλεις-κράτη διοικούνταν από τους αρχηγούς των πλουσιότερων και των πιο αριστοκρατικών οικογενειών. Και όταν οι μεταφορές, το εμπόριο, οι βιοτεχνίες πλούτισαν και άλλους και οι άλλοι άρχισαν να διεκδικούν το μερίδιό τους στην εξουσία, κάποιος από όλους αυτούς μπήκε μπροστά, ανέτρεψε την εξουσία των αριστοκρατών, αλλά μετά την κράτησε για τον εαυτό του και έγινε «τύραννος».

Οι φτωχοί δεν είχαν πολύ περισσότερα δικαιώματα από τους δούλους. Οι γυναίκες δεν είχαν, σχεδόν, καθόλου δικαιώματα. Ο πατέρας και οι αδερφοί μπορούσαν να τις πουλήσουν, σαν οποιοδήποτε εμπόρευμα, για να πλουτίσουν την οικογένεια. Στο σκλαβοπάζαρο άξιζαν 150-200 δραχμές, δηλαδή πολύ λιγότερο από τους άντρες δούλους, που άξιζαν 200-300 δραχμές, γιατί αυτοί μπορούσαν να δουλέψουν στα ορυχεία, στα εργαστήρια ή στα χωράφια, και έτσι απέδιδαν περισσότερο.

Ακόμη και στην περίοδο κατά την οποία η Αθήνα είχε φτάσει στο πιο υψηλό πολιτιστικό επίπεδο, οι γυναίκες ζούσαν κλεισμένες στο σπίτι.

Οι πόλεις-κράτη, μολονότι ήταν ανεξάρτητες η μία από την άλλη και συχνά έρχονταν αντιμέτωπες, διατηρούσαν μεταξύ τους σταθερούς δεσμούς. Στο μεταξύ όλοι οι Έλληνες είχαν την ίδια θρησκεία, οι πόλεις-κράτη ήταν μέλη θρησκευτικών συμμαχιών που ονομάζονταν αμφικτυονίες και που οργάνωναν ανά διαστήματα μεγάλες συγκεντρώσεις προς τιμή των θεών.

Σε αυτές τις συγκεντρώσεις, τα μέλη της αμφικτυονίας συναντιόνταν στους διάφορους ναούς και τιμούσαν τον θεό με θυσίες, γιορτές, γυμναστικούς αγώνες, θεατρικές παραστάσεις. Στην Ολυμπία, όπου υπήρχε το φημισμένο ιερό του Δία, κάθε τέσσερα χρόνια γίνονταν οι Ολυμπιακοί αγώνες, στους Δελφούς γίνονταν τα Πύθια, αγώνες προς τιμή του Απόλλωνα, στην Κόρινθο τα Ίσθμια προς τιμή του Ποσειδώνα, του θεού της θάλασσας.

Η νεολαία της Ελλάδας προετοιμαζόταν με μεγάλη προσοχή γι’ αυτούς τους αγώνες.

Οι αθλητές γίνονταν διάσημοι, όπως σήμερα οι ηθοποιοί του κινηματογράφου ή οι ποδοσφαιριστές. Δεν υπήρχε παιδάκι που να μη γνωρίζει τα ονόματα των μεγάλων αθλητών του δρόμου ή της πάλης. Οι γλύπτες τούς απεικόνιζαν στο μάρμαρο τη στιγμή που ετοιμάζονταν να πετάξουν τον δίσκο ή να ξεκινήσουν τον δρόμο των εκατό μέτρων, και με αυτά τα αγάλματα γιόρταζαν την ομορφιά, την αρμονία του ανθρώπινου σώματος.

Έτσι, οι Ολυμπιακοί αγώνες, που γεννήθηκαν ως λατρευτική τελετή προς τους θεούς, έγιναν ευκαιρίες για λατρεία του ανθρώπου, της γυμναστικής και των τεχνών. Οι θεοί μπήκαν λίγο στην άκρη. Οι Έλληνες τους είχαν συνδέσει με μια απρόσιτη κορυφή, τον Όλυμπο, και τους ζωγράφιζαν και τους απεικόνιζαν όχι μόνο με ανθρώπινη μορφή αλλά και με αισθήματα και πάθη γήινα. Τους έφτιαχναν όμοιους με αυτούς, ικανούς να αγαπούν, να μισούν, να τσακώνονται, να εκδικούνται.

Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της θρησκείας των Ελλήνων ήταν ότι, όταν δημιουργήθηκε ο κόσμος, οι θεοί δεν υπήρχαν και επομένως δεν είχαν συμβάλει στη δημιουργία του. Υπήρχαν όμως η Γαία, ο Ουρανός, η Νύχτα, η Θάλασσα, ο Αέρας. Ο Ουρανός σύντομα αναγκάστηκε να αφήσει τον θρόνο του στον γιο του τον Κρόνο, ο οποίος τον νίκησε και τον εκθρόνισε.

Στον Κρόνο όμως είχε ήδη ειπωθεί ότι κάποιο από τα παιδιά του θα έκανε σε εκείνον ό,τι και αυτός στov πατέρα του. Ο Κρόνος, καθώς γεννιόνταν τα παιδιά του, τα έτρωγε. Η γυναίκα του η Ρέα τού έκρυψε έναν γιο, τον Δία, ο οποίος όταν μεγάλωσε έκανε πόλεμο ενάντια στον πατέρα του, τον αλυσόδεσε και έγινε εκείνος βασιλιάς των θεών. Όσο και αν ήταν όμως ισχυρός ο Δίας, έπρεπε να υπακούσει σε μια δύναμη ακόμη πιο ισχυρή από τη δική του: στη Μοίρα, στην οποία τα πάντα υπακούουν.

Όπως βλέπετε, τα πράγματα περιπλέκονται. Αλλά αν μπορούσατε να κάνετε ένα ταξιδάκι στον Όλυμπο, θα βλέπατε να γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα, γιατί ο Δίας είχε πολλά παιδιά: τον Απόλλωνα και την Άρτεμη με μητέρα τη Λητώ, τον Τυφώνα, τον Ήφαιστο και τον Άρη με μητέρα την Ήρα, την Αθηνά που βγήκε από το κεφάλι του Δία, τον Ερμή με μητέρα τη Μαία, την Αφροδίτη, που μερικοί λένε ότι βγήκε από τον αφρό της θάλασσας, αλλά άλλοι λένε ότι ήταν κόρη του Δία και της Διώνης.

Οι συγγένειες μεταξύ των θεών ήταν λίγο μπερδεμένες. Ανάμεσα στους πιο ισχυρούς θεούς υπήρχαν και κάποια αδέρφια του Δία, δηλαδή ο Ποσειδώνας, θεός της θάλασσας, και ο Άδης, θεός του Κάτω Κόσμου.

Στον Όλυμπο ζούσαν επίσης και η Ήβη, θεά της νεότητας, η Ίριδα, αγγελιαφόρος των θεών, οι τρεις Χάριτες (που και εκείνες ήταν κόρες του Δία) και οι εννέα Μούσες, κόρες και αυτές του Δία και της Μνημοσύνης.

Οι εννέα Μούσες προστάτευαν τις τέχνες: η Κλειώ την ιστορία, η Ουρανία την αστρονομία, η Μελπομένη την τραγωδία, η Θάλεια την κωμωδία, η Τερψιχόρη τον χορό, η Καλλιόπη την επική ποίηση, η Ερατώ τη λυρική ποίηση, η Πολύμνια τους ύμνους, η Ευτέρπη τη μουσική.

Μετά υπήρχαν οι θεοί των νερών, των οποίων βασιλιάς ήταν ο Ποσειδώνας: ήταν ο Ουρανός, ο Πόντος, ο Νηρέας, ο Τρίτωνας, ο Πρωτέας, οι Ναϊάδες και πολλοί άλλοι.

Το βασίλειο του Κάτω Κόσμου εξούσιαζε ο Άδης με τη γυναίκα του την Περσεφόνη. Μικρότεροι θεοί ήταν και η Δήμητρα, θεά των σιτηρών και της γεωργίας, ο Διόνυσος, θεός του κρασιού και του αμπελιού, και μετά υπήρχαν οι Σάτυροι, οι Σειληνοί, οι Κένταυροι (μισοί άνθρωποι και μισοί άλογα), οι Νύμφες, οι Σειρήνες (μισές γυναίκες και μισές ψάρια). Υπήρχαν ακόμη θεότητες των ποταμών και των δασών και, γενικά, για κάθε δύναμη της φύσης ή στιγμή της ζωής υπήρχε μια θεότητα που την προστάτευε.

Αργότερα οι Ρωμαίοι κληρονόμησαν όλες αυτές τις θεότητες ξαναβαπτίζοντάς τες με λατινικά ονόματα. Έτσι, ο Δίας έγινε Τζούπιτερ, η Ήρα έγινε Τζούνο και ο Ήφαιστος Βουλκάνους. Ο Ερμής, ο αγγελιαφόρος του Δία, έγινε Μερκούριους, θεός του εμπορίου, η Άρτεμις, θεά της Σελήνης και του κυνηγιού, ονομάστηκε Ντιάνα και ούτω καθεξής.

Τόσο η ελληνική όσο και η λατινική μυθολογία ξεχειλίζουν από ιστορίες των θεών που διηγούνται με μεγάλες λεπτομέρειες τις αμέτρητες περιπέτειες τους επάνω στον Όλυμπο και κάτω στη γη, όπου κατέβαιναν οι θεοί και μπερδεύονταν με τους θνητούς παίρνοντας συχνά το μέρος τους.

Οι Έλληνες δεν κουράζονταν ποτέ να ακούνε να τους διηγούνται ιστορίες για τις περιπέτειες των φημισμένων ηρώων και ημίθεων για τους οποίους μιλούσαν οι ποιητές και οι τραγουδιστές της εποχής, οι αοιδοί. Για τον Προμηθέα που είχε κλέψει τη φωτιά από τους θεούς για να τη χαρίσει στους ανθρώπους και τον αλυσόδεσαν σε έναν βράχο, όπου κάθε μέρα ένας αετός του έτρωγε τα σωθικά, για τον Ορφέα που μάγευε τα ζώα με τον ήχο της λύρας του, για τον Περσέα που αποκεφάλισε τη Μέδουσα, της οποίας τα μαλλιά ήταν ζωντανά φίδια, και ελευθέρωσε την Ανδρομέδα από το θαλάσσιο τέρας (προβλέποντας χιλιάδες χρόνια πριν τα κατορθώματα του αγίου Γεωργίου), τον Ηρακλή, που σκότωσε τα τέρατα, νίκησε τους Γίγαντες και διάφορους φημισμένους λαούς, και εδώ πρέπει να βάλουμε ένα «και τα λοιπά», γιατί οι μεγαλειώδεις ελληνικοί μύθοι είναι ανεξάντλητοι.

Αυτοί οι μύθοι αποτελούν την ελληνική μυθολογία. Είναι αδύνατον να τους ξαναπούμε όπως γεννήθηκαν, από ποιες αρχαίες περιπέτειες η λαϊκή φαντασία πήρε το έναυσμα για να τις μετατρέψει σε αληθινά παραμύθια χωρίς πια ρίζες στον πραγματικό κόσμο. Κι όμως, είναι μύθοι τόσο ρεαλιστικοί, που σήμερα αν θέλουμε να πούμε σε κάποιον ότι είναι δυνατός και ρωμαλέος λέμε ότι είναι «σωστός Ηρακλής» και δεν μπορούμε να διηγηθούμε την ιστορία του Περσέα χωρίς να τρέμουμε για την τύχη του.

Έτσι, οι αρχαίοι Έλληνες άκουγαν τους αοιδούς, γιατί τα τραγούδια τους ήταν όμορφα, προκαλούσαν εικόνες δύναμης και ομορφιάς, τους έκαναν να κλαίνε ή να γελούν.

Οι πιο φημισμένες ιστορίες συγκεντρώθηκαν σε δύο επικά ποιήματα, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, των οποίων λέγεται ότι δημιουργός ήταν ο Όμηρος, ένας τυφλός ποιητής.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες, οι θρησκευτικοί μύθοι, τα ποιήματα ήταν κοινή κληρονομιά όλων των Ελλήνων και τους επέτρεπαν να διατηρήσουν την πολιτιστική και εθνική ενότητά τους ακόμη και όταν οι πόλεις-κράτη μάχονταν για την εξουσία.

Ανάμεσα σε αυτές τις πόλεις πρώτη ήταν η Σπάρτη, η οποία κάνοντας πολλούς πολέμους κατάφερε να κατακτήσει την αρχηγία ανάμεσα στις πόλεις της Πελοποννήσου. Πέρα από τον Ισθμό της Κορίνθου, η πιο φημισμένη πόλη ήταν η Αθήνα. Έτσι, με το πέρασμα των χρόνων αυτές οι δύο πόλεις δεν απέφυγαν τη σύγκρουση.

Οι Σπαρτιάτες, σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες, μοιάζουν λίγο με τα αγριόχορτα ανάμεσα στα λουλούδια. Ήταν πάντα λιγότερο δημοκρατικοί από τους άλλους και πάντα πιο πολεμοχαρείς. Μεγάλωναν τα παιδιά τους από μικρά έτσι ώστε να μπορούν να αντέξουν τις δυσκολίες του πολέμου και ανησυχούσαν πολύ λιγότερο για τη διδασκαλία, για παράδειγμα, της μουσικής, που αντίθετα τα παιδιά των Αθηναίων μάθαιναν από τα πρώτα τους κιόλας χρόνια.

Η εξουσία, ανάμεσα στους Σπαρτιάτες, ήταν στα χέρια λίγων αριστοκρατικών οικογενειών. Στην Αθήνα, αντίθετα, οι κατώτερες τάξεις κατάφεραν να κατακτούν συνεχώς περισσότερα δικαιώματα, και έσπρωχναν την πόλη-κράτος να ανακαλύψει πιο προοδευτικά σχήματα για τη διακυβέρνηση και νόμους περισσότερο δίκαιους.

Ένα μεγάλο βήμα, για παράδειγμα, το έκαναν οι Αθηναίοι με τον Σόλωνα (το 591 π.Χ.), ο οποίος χώρισε τους πολίτες σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με τα πλούτη τους: οι πολίτες της «πρώτης τάξης», δηλαδή οι πιο πλούσιοι (και όχι πια οι αριστοκράτες), μπορούσαν να διεκδικήσουν τα ανώτερα πολιτικά αξιώματα, οι πολίτες της δεύτερης και τρίτης τάξης μπορούσαν επίσης να διεκδικήσουν κατώτερα αξιώματα και οι πολίτες της τέταρτης τάξης, που δεν είχαν περιουσία, δεν μπορούσαν να εκλεγούν, αλλά μπορούσαν να εκλέξουν. Όταν γινόταν η γενική συνέλευση των πολιτών για να εκλέξουν τους ανθρώπους που θα τους κυβερνούσαν, η ψήφος των πολιτών της τέταρτης τάξης μετρούσε όσο και των πολιτών της πρώτης τάξης.

Ένας ανάλογος νόμος σήμερα θα μας φαινόταν άδικος. Εμείς σήμερα έχουμε νόμους που μοιάζουν περισσότερο δημοκρατικοί από του Σόλωνα. Όμως αν ψάξουμε καλύτερα, “πολίτες τέταρτης τάξης” που πρέπει πάντα να υπακούουν υπάρχουν και σήμερα…

Ένα ακόμη βήμα μπροστά οι Αθηναίοι το έκαναν με τους νόμους του Κλεισθένη (το 509 π.Χ.). Ο Κλεισθένης κατάργησε τα πολλά προνόμια των πλουσίων και έδωσε μεγαλύτερη εξουσία στην Εκκλησία του Δήμου, δηλαδή στη γενική συνέλευση των πολιτών.

Η Εκκλησία του Δήμου είχε ισχύ αν ήταν παρόντες τουλάχιστον έξι χιλιάδες εκλέκτορες από οποιαδήποτε «τάξη». Ανάμεσα στις εξουσίες που είχε ήταν και το να καταδικάζει σε εξορία οποιονδήποτε πολίτη, ακόμη και τον πιο σημαντικό, αν υπήρχε κίνδυνος να γίνει «τύραννος» της πόλης.

Η ψήφος δεν ήταν φυσικά από χαρτί (ακόμη δεν είχε ανακαλυφθεί), αλλά από πηλό και λεγόταν όστρακο. Όταν κάποιος πολίτης καταδικαζόταν σε εξορία, τότε αυτό ονομαζόταν «οστρακισμός».

Αλλά ήρθε η ώρα να στρέψουμε το βλέμμα μας ανατολικά, όπου αρχίζουν να αυξάνονται οι απειλές για την Ελλάδα. Εμφανίζονται στο προσκήνιο οι Πέρσες. Έχουν κατέβει από τα ιρανικά οροπέδια στη βαβυλωνιακή πεδιάδα και έχουν δημιουργήσει μια αυτοκρατορία πιο μεγάλη από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα χρόνια του Αυγούστου. Με τον αυτοκράτορα Κύρο είχαν υποτάξει τους λαούς της Μεσοποταμίας, με τον αυτοκράτορα Καμβύση νίκησαν και κατέλαβαν την Αίγυπτο και με τον Δαρείο άπλωσαν την κυριαρχία τους από τον Ινδό Ποταμό στην Ευρώπη, από την Κασπία θάλασσα στον Περσικό Κόλπο και από την Αίγυπτο στην Αρμενία.

Ο Δαρείος είχε κατακτήσει πολλές ελληνικές πόλεις στη Θράκη (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Βουλγαρία) συμμαχώντας με τους τυράννους.

Οι Πέρσες ήταν καλοί διαχειριστές, αλλιώς δε θα είχαν καταφέρει να κρατήσουν ενωμένα τόσο εκτεταμένα εδάφη. Ο Δαρείος κατασκεύασε δρόμους που οδηγούσαν από το ένα άκρο της αυτοκρατορίας στο άλλο. Κατά μήκος αυτών των δρόμων υπήρχαν πανδοχεία και στάβλοι για τη φροντίδα των αλόγων. Αγγελιαφόροι του βασιλιά και υπάλληλοι της κυβέρνησης πηγαινοέρχονταν προς κάθε κατεύθυνση μεταφέροντας τις διαταγές στις επαρχίες.

Αυτό ήταν και το πρώτο σύστημα ταχυδρομείου στον κόσμο και λειτουργούσε τόσο καλά που, όταν οι ελληνικές πόλεις της Θράκης επαναστάτησαν για να κατακτήσουν την ελευθερία τους, ο Δαρείος το έμαθε αμέσως και οργάνωσε μια μεγάλη εκστρατεία όχι μόνο για να τις τιμωρήσει, αλλά και εναντίον ολόκληρης της Ελλάδας, που φυσικά υποστήριζε τους στασιαστές.

Ήταν κάμποσος καιρός που οι Έλληνες δυσκόλευαν τους Πέρσες και με το εμπόριο και με το πολιτικό τους σύστημα, το οποίο ήταν ένα κακό παράδειγμα για τους λαούς της αυτοκρατορίας. Μπροστά στον κίνδυνο οι Έλληνες κατάφεραν να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους και να ενωθούν για να μπορέσουν να αμυνθούν.

Ο πόλεμος κράτησε πολλά χρόνια, με συνεχείς εναλλαγές. Η Ελλάδα διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο, αλλά ούτε ο Δαρείος ούτε ο γιος του ο Ξέρξης κατάφεραν ποτέ να την υποτάξουν. Αναδείχθηκαν ανάμεσα στους Έλληνες νέοι ήρωες, πιο ανθρώπινοι από τον Ηρακλή και τον Περσέα, αλλά όχι και λιγότερο φημισμένοι μέχρι τις μέρες μας. Ο Αθηναίος Μιλτιάδης που νίκησε τους Πέρσες στον Μαραθώνα, ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας που καθυστέρησε την κάθοδο των εισβολέων στα στενά των Θερμοπυλών θυσιάζοντας τον εαυτό του και τους στρατιώτες του, ο Αθηναίος Θεμιστοκλής στον οποίο οι Έλληνες χρωστούν την καταπληκτική νίκη στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, ο μεγάλος περσικός στόλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει ο Παυσανίας, ο Αριστείδης και ο Κίμωνας που προξένησαν και άλλα δεινά στους εισβολείς.

Οι Πέρσες δεν μπόρεσαν ποτέ να σπάσουν τη ναυτική δύναμη των Ελλήνων. Γι' αυτό, στο τέλος χρειάστηκε να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους. Και επειδή κοντά στη θάλασσα η πιο δυνατή πόλη ήταν η Αθήνα, ήταν αναμενόμενο να βγει νικήτρια και πιο ισχυρή από όλες τις ελληνικές πόλεις.

Η Αθήνα, λοιπόν, βρέθηκε επικεφαλής μιας συμμαχίας τριακοσίων πόλεων, οι περισσότερες μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, και ακριβώς εκείνη την εποχή, χάρη στον Περικλή, ενώ μεγάλωνε η δύναμή της στο εξωτερικό, οι Αθηναίοι σημείωσαν καταπληκτική πρόοδο στη δημοκρατία, στις τέχνες, στις επιστήμες.

Ο Περικλής αναμόρφωσε τους κρατικούς θεσμούς, μεγαλώνοντας τη δύναμη της Εκκλησίας του Δήμου. Στην πολιτική ζωή της πόλης έπαιρνε μέρος όλο και μεγαλύτερο μέρος των πολιτών, πλούσιων και φτωχών. Ένας νόμος που θέσπισε ο Περικλής όριζε ότι κάθε χρόνο έξι χιλιάδες πολίτες από όλες τις κοινωνικές τάξεις θα εκλέγονταν για να αποτελέσουν τα μέλη των λαϊκών δικαστηρίων, με δικαστική εξουσία.

Στις μέρες μας, κάποιες φορές ακούμε διαμαρτυρίες γιατί οι βουλευτές και οι γερουσιαστές της Δημοκρατίας έχουν μισθό. Αλλά αν η εργασία των ανθρώπων που φτιάχνουν τους νόμους δεν αμειβόταν, μόνο οι πλούσιοι θα μπορούσαν να γίνουν βουλευτές ή γερουσιαστές, και φυσικά θα έφτιαχναν νόμους μόνο προς το συμφέρον τους. Εκείνοι που διαμαρτύρονται δε γνωρίζουν την ελληνική ιστορία και είναι λιγότερο δημοκρατικοί από τον Περικλή, ο οποίος έζησε περίπου 2.400 χρόνια πριν…

Η Αθήνα, λοιπόν, αντιπροσώπευε την τελειότητα;

Δεν πρέπει να υπερβάλλουμε. Αν μπορούσαμε να κάνουμε έναν περίπατο στην Αθήνα του Περικλή, θα βρίσκαμε πολλά πράγματα που θα μας έκαναν να κατσουφιάσουμε. Στενά δρομάκια, κακοστρωμένα και μάλλον βρόμικα. Εδώ κι εκεί, μέσα σε σωρούς από κοπριά, ίσως βλέπαμε ένα νεογέννητο μωρό, τυλιγμένο σε πάνες, εγκαταλελειμμένο από τους γονείς του. Ο νόμος τούς το επέτρεπε όταν δεν ήθελαν να το αναθρέψουν (ειδικά όταν ήταν κορίτσι). Τα σπίτια θα μας φαίνονταν λιτά, κρύα, σκοτεινά. Δεν είχαν όλα παράθυρα προς τον δρόμο, γιατί για να ανοίξεις παράθυρα και πόρτες προς τον δρόμο έπρεπε να πληρώσεις έναν ειδικό φόρο.

Θα μας εντυπωσίαζε η αντίθεση ανάμεσα στην απλή, συγκρατημένη και άβολη ζωή των πολιτών και στη μεγαλοπρέπεια των ναών των θεών, των δημοσίων κτιρίων, των δικαστηρίων.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι περισσότεροι Έλληνες περνούσαν τη μέρα τους έξω από το σπίτι, σε ανοιχτούς χώρους, στην αγορά που ήταν και το κέντρο της πολιτικής ζωής ή στα γυμναστήρια και στα γυμνάσια που ήταν συγχρόνως σχολεία, αθλητικά στάδια και τόποι συνάντησης.

Ανάμεσα στα πιο όμορφα κτίρια υπήρχαν και πολλά θέατρα. Το θέατρο, στον δυτικό κόσμο, είναι ελληνική ανακάλυψη. Φυσικά, κανένας δεν κάθισε σ’ ένα τραπέζι λέγοντας: «Τώρα θα ανακαλύψω το θέατρο και θα ξεχωρίσω την κωμωδία από την τραγωδία». Αυτό άρχισε πολύ πιο πριν, με τις πομπές που έκαναν κάθε χρόνο προς τιμή του Διονύσου (τον θεό του αμπελιού και του κρασιού που μέχρι σήμερα τιμούμε, ακόμη κι αν δεν πιστεύουμε στην ύπαρξή του).

Κατά τη διάρκεια αυτών των πομπών, οι ιερείς του Διονύσου μεταμφιέζονταν με μαλλί κατσίκας και τραγουδούσαν όλοι μαζί, δηλαδή σε χορό, τα κατορθώματα του θεού, μιμούμενοι αρχαίες αιγυπτιακές τελετές.

Με το πέρασμα των χρόνων, αυτά τα τραγούδια μετατράπηκαν σε διαλόγους ανάμεσα σε έναν ηθοποιό που διηγούνταν τον θρύλο και στο πλήθος που σχολίαζε. Μετά οι ηθοποιοί αυξήθηκαν σε αριθμό και ο κόσμος, αντί να πηγαίνει στην πομπή, καθόταν και τους άκουγε. Μάλιστα, χτίστηκαν και κτίρια γι’ αυτό τον σκοπό, με μία σκηνή και πολλά σκαλοπάτια γύρω γύρω, για να παρουσιάζουν τα ιερά θεάματα.

Σιγά σιγά, οι ιστορίες που παρουσιάζονταν αντί να εξιστορούν μόνο τις περιπέτειες των θεών έφερναν στη σκηνή και πιο ανθρώπινες ιστορίες. Ιστορίες των αρχαίων βασιλιάδων και των ηρώων, των ιστορικών επεισοδίων των Ελλήνων και, τέλος, σκηνές από την καθημερινή ζωή. Υπήρχαν αγώνες για τους ηθοποιούς του θεάτρου, και από αυτούς τους αγώνες γεννήθηκε μια θαυμάσια παράδοση στην οποία διακρίθηκαν μεγάλοι δραματικοί ποιητές — τα έργα τους παρουσιάζονται μέχρι σήμερα: ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης που με τις κωμωδίες του εφηύρε, θα μπορούσαμε να πούμε, την τέχνη του κωμικού.

Το κέντρο της καθημερινής ζωής ήταν η αγορά. Μία φορά τον μήνα στην αγορά γινόταν το σκλαβοπάζαρο. Και όποιος δεν ήταν τόσο πλούσιος για να αγοράσει έναν δούλο, μπορούσε να τον νοικιάσει για όσο τον χρειαζόταν.

Εμείς δε θα μπορούσαμε να είμαστε παρόντες χωρίς να ανατριχιάσουμε σε μια αγοραπωλησία ενός ανθρώπινου πλάσματος στο οποίο συμπεριφέρονται σαν να ήταν ζώο. Αλλά ας προχωρήσουμε προς μια άλλη γωνιά της αγοράς. Εκεί θα βρούμε λιγότερο θλιβερά θεάματα. Θα συναντήσουμε έναν γητευτή φιδιών που ήρθε από την ανατολή και επιδεικνύει την τέχνη του ή κάποιον που καταπίνει φωτιές ή σπαθιά.

Θα μπορούσαν επίσης να μας τραβήξουν την προσοχή τα παιχνίδια των παιδιών. Τα μικρά παιδιά παίζουν με την κούνια, με το τσέρκι και με τη σβούρα, με την μπάλα, με τις κούκλες. Έχουν τύμπανα τρομπέτες για να παίξουν πόλεμο, μαριονέτες για να κάνουν το δικό τους θέατρο ή παίζουν κουτσό. Όλα αυτά μπορούμε να τα δούμε μέσα από τις αναπαραστάσεις των καλλιτεχνών.

Ονόματα γλυπτών όπως του Φειδία, του Σκόπα, του Πραξιτέλη ήταν γνωστά όσο και το όνομα του Μιχαήλ Αγγέλου. Την ποίηση της Σαπφούς, του Ανακρέοντα, του Πίνδαρου τη μελετούν στα σχολεία ακόμη και σήμερα. Τα ιστορικά έργα του Ηρόδοτου και του Ξενοφώντα τυπώνονται μέχρι σήμερα και μπορούν να τα διαβάσουν όλοι. Ο ελληνικός πολιτισμός, μετά από τόσους αιώνες, είναι ζωντανός και φρέσκος σαν το νερό που δε στερεύει ποτέ.

Οι Έλληνες ήταν και καλοί αστρονόμοι, μαθηματικοί και γιατροί. Είναι αλήθεια ότι ο κόσμος πήγαινε τους αρρώστους στους ναούς του θεού Ασκληπιού, προστάτη της καλής υγείας. Αλλά εκεί οι άρρωστοι έβρισκαν άριστους γιατρούς που μελετούσαν την ασθένειά τους, τη γνώριζαν καλύτερα και μάθαιναν να τη θεραπεύουν.

Η βάση για κάθε αληθινή επιστήμη είναι η παρατήρηση της πραγματικότητας. Εκείνοι οι γιατροί, εκτός από το να θεραπεύουν τους αρρώστους, έβαζαν και τα θεμέλια της επιστήμης, γεγονός καθόλου ευκαταφρόνητο!

Και τώρα, ας ξαναπιάσουμε το νήμα από την αρχή. Η Σπάρτη δεν είχε βάλει στην άκρη τα σχέδιά της για επικράτηση μεταξύ των άλλων πόλεων. Η πρωτιά της Αθήνας παρεμπόδιζε αυτά τα σχέδια. Ανάμεσα στις δύο πόλεις ξέσπασε μια τραγική αντιζηλία που οδήγησε σ’ έναν ατελείωτο πόλεμο, τον Πελοποννησιακό, στον οποίο οι Σπαρτιάτες βγήκαν νικητές.

Ήταν μια νίκη μικρής διάρκειας. Οι πρώτες πόλεις που αμφισβήτησαν τη νίκη της Σπάρτης ήταν η Θήβα και η Κόρινθος. Στα χρόνια που ακολούθησαν η Θήβα κατέκτησε την πρώτη θέση. Όμως στη Θήβα είχε περάσει εξόριστος τα νεανικά του χρόνια ένας άντρας που η μοίρα του ήταν να βάλει τέλος στην αντιζηλία μεταξύ των ελληνικών πόλεων και να τις κάνει να συμφωνήσουν όλες κάτω από τη σιδερένια γροθιά του. Ήταν ο Φίλιππος ο Β’, ο βασιλιάς των Μακεδόνων, μιας ελληνικής φυλής που ζούσε στην απομόνωση, στις ορεινές περιοχές του βορρά.

Με μια σειρά από νικηφόρους πολέμους, ο Φίλιππος έγινε στην πράξη ο άρχοντας όλης της Ελλάδας και ήδη σκεφτόταν να επιτεθεί στην Περσία, όταν τον δολοφόνησαν το 336 π.Χ.

Ο γιος του, ο Αλέξανδρος, μαζί με την εξουσία της Ελλάδας κληρονόμησε από τον πατέρα του όνειρο να νικήσει τους Πέρσες. Σύνταξε έναν στρατό 40.000 αντρών και πέρασε στη Μικρά Ασία.

Η εκστρατεία του έμοιαζε με κεραυνό. Σε λίγα χρόνια πήρε από τους Πέρσες τη Μικρά Ασία, τη Συρία, τη Φοινίκη, την Αίγυπτο (όπου ίδρυσε και μια πόλη που πήρε το όνομά του, την Αλεξάνδρεια), τη Βαβυλωνία, τις παλιές πρωτεύουσες της Περσίας: την Περσέπολη και τα Σούσα. Έφτασε στις όχθες του ποταμού Ινδού και σε κάθε του προέλαση μεγάλωναν και τα όνειρά του.

Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν πολύ κοντά στο να καταφέρει αυτό που οι Πέρσες προσπάθησαν να κάνουν χωρίς αποτέλεσμα. Να ενώσει την Ελλάδα, την Αίγυπτο και την Ασία ιδρύοντας μια τεράστια αυτοκρατορία στην οποία οι λαοί, ο τρόπος ζωής και σκέψης θα ανακατεύονταν και θα ενσωματώνονταν. Ήδη κοιτούσε προς την Ινδία και οργάνωνε την κατάκτησή της, αλλά ο στρατός του αρνήθηκε να τον ακολουθήσει.

Ήταν τριάντα δύο ετών όταν πέθανε από κάποια επιδημία.

Πόσες μαύρες τρύπες υπάρχουν εκεί έξω;

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ μαύρες τρύπεςΥπάρχουν τόσες πολλές μαύρες τρύπες στο Σύμπαν που είναι αδύνατο να τις μετρήσετε. Είναι σαν να ρωτάτε πόσοι κόκκοι άμμου βρίσκονται στην παραλία. Ευτυχώς, το Σύμπαν είναι τεράστιο και καμία από τις γνωστές μαύρες τρύπες του δεν είναι αρκετά κοντά για να θέσει σε κίνδυνο τη Γη.
 
Οι μαύρες οπές μεγάλης μάζας σχηματίζονται από τα πιο τεράστια αστέρια όταν οι ζωές τους τελειώνουν μέσα σε υπερκαινοφανείς εκρήξεις – σουπερνόβα. Ο Γαλαξίας μας περιέχει περίπου 100 δισεκατομμύρια αστέρια. Σχεδόν ένα από τα χίλια αστέρια που περιέχει έχει αρκετή μάζα για να γίνει μια μαύρη τρύπα. Επομένως, ο Γαλαξίας μας πρέπει να φιλοξενεί περίπου 100 εκατομμύρια μαύρες τρύπες αστρικής μάζας.
 
Οι περισσότερες από αυτές είναι αόρατες για εμάς και έχουν προσδιοριστεί μόνο περίπου δώδεκα. Το πλησιέστερο είναι περίπου 1.600 έτη φωτός από τη Γη. Στην περιοχή του σύμπαντος που είναι ορατή από τη Γη, υπάρχουν ίσως 100 δισεκατομμύρια γαλαξίες. Ο καθένας έχει περίπου 100 εκατομμύρια μαύρες τρύπες αστρικής μάζας. Και κάπου εκεί έξω, μια νέα αστρική μαύρη τρύπα γεννιέται μετά από μία έκρηξη σουπερνόβα κάθε δευτερόλεπτο.
 
Οι υπερβαρέες μαύρες τρύπες είναι ένα εκατομμύριο έως ένα δισεκατομμύριο φορές μεγαλύτερης μάζας από τον ήλιο μας και βρίσκονται στα κέντρα των γαλαξιών. Οι περισσότεροι γαλαξίες, ίσως και όλοι, φέρουν μια τέτοια μαύρη τρύπα. Έτσι στην ορατή περιοχή του σύμπαντος, υπάρχουν περίπου 100 δισεκατομμύρια υπερβαρέες μαύρες τρύπες.
 
Η πλησιέστερη σε μας βρίσκεται στο κέντρο του Γαλαξία μας και ονομάζεται Τοξότης Α*, κάπου 28 χιλιάδες έτη φωτός μακριά. Οι πιο απομακρυσμένες γνωρίζουμε ότι ζουν σε ένα κβάζαρ γαλαξία, δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά μας.
 
Το 2011 μια ομάδα ευρωπαίων αστρονόμων χρησιμοποίησε το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο της ESO και πλήθος άλλων τηλεσκοπίων για να ανακαλύψει και να μελετήσει το πιο μακρινό κβάζαρ που βρέθηκε μέχρι σήμερα, τον ULAS J1120 + 0641. Αυτός ο λαμπρός φάρος, που τροφοδοτείται από μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα, που βρίσκεται στο κέντρο τους, με μάζα δύο δισεκατομμυρίων φορές μεγαλύτερη από αυτή του Ήλιου, είναι μακράν το λαμπρότερο αντικείμενο που ανακαλύφθηκε μέχρι τώρα στο πρώιμο Σύμπαν. Η λαμπρότητα τους τους καθιστά ισχυρούς φάρους που μπορούν να βοηθήσουν στην ανίχνευση της εποχής που σχηματίστηκαν τα πρώτα αστέρια και οι γαλαξίες.
 
Το φως από το κβάζαρ αυτό χρειάστηκε 12,9 δισεκατομμύρια έτη για να ταξιδέψει μέχρι τη Γη, έτσι ώστε το κβάζαρ φαίνεται όπως ήταν όταν το Σύμπαν ήταν ηλικίας μόλις 770 εκατομμύρια χρόνια.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Δραματική ποίηση, Ελληνιστική τραγωδία

Σε αντίθεση με την κωμωδία που ανανεώθηκε χάρη στον Μένανδρο και τους συγχρόνους του, δεν συνέβη το ίδιο και με την τραγωδία που φαίνεται να έχασε τον βηματισμό της μετά τον θάνατο του τελευταίου μεγάλου τραγικού, του Ευριπίδη, το 406 π.Χ. Η παρακμή του είδους αντικατοπτρίζεται στο γεγονός ότι από τον 4ο αι. και μετά γράφονταν λίγες τραγωδίες, και ο βασικός κορμός των παραστάσεων αφορούσε την επανάληψη των μεγάλων τραγωδιών του 5ου αι. με την ταυτόχρονη άνοδο των ηθοποιών σε βάρος των δημιουργών.
 
Τα ελάχιστα δείγματα πρωτότυπης θεατρικής δημιουργίας κατά την ελληνιστική περίοδο δεν χωράνε στα κλασικά καλούπια. Μια χαρακτηριστική αλλαγή είναι η συγγραφή τραγωδιών στο πλαίσιο της ελληνιστικής αυλής, συχνά προς τιμήν του μονάρχη-μαικήνα των τεχνών, με συγκεκαλυμμένα εγκωμιαστική πρόθεση. Η τραγική «Πλειάδα» που έδρασε στην Αλεξάνδρεια κατά τον 3ο αι. υπό την πατρονία του Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου αριθμούσε επτά διακεκριμένα μέλη-ποιητές τραγωδιών, μεταξύ των οποίων πιο ονομαστοί ήταν ο Λυκόφρονας από τη Χαλκίδα και ο Αλέξανδρος ο Αιτωλός. Ένα δείγμα γραφής «εγκωμιαστικής» τραγωδίας είναι οι Κασσανδρεῖς του Λυκόφρονα, ένα ιστορικό δράμα για τον Κάσσανδρο.
 
Η τραγωδία στα ελληνιστικά χρόνια χαρακτηρίζεται από διαφορετικές τάσεις: πρώτον, οι παραστάσεις τραγωδιών φαίνεται ότι εστίαζαν στο πάθος, δηλαδή στη συναισθηματική φορτισμένη παρουσίαση ακραίων ή αποτρόπαιων πράξεων επί σκηνής∙ δεύτερον, οι τραγικοί ποιητές αυτή την εποχή ήταν συχνά και φιλόλογοι που μελετούσαν και σχολίαζαν τη δραματική παραγωγή του «χρυσού αιώνα» της Αθήνας, με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους τους ποιητές της «Πλειάδας» που ήταν ταυτόχρονα και λόγιοι του Αλεξανδρινού Μουσείου∙ και τρίτον, αυτή την εποχή αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη μορφή δράματος προορισμένη αποκλειστικά για ανάγνωση και όχι για παράσταση.
Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία ίσως ανήκουν και οι τρεις πιο γνωστές (και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους) ελληνιστικές τραγωδίες. Ένα ιστορικό δράμα βασισμένο στην ηροδότεια αφήγηση για τον Γύγη και τη γυναίκα του Κανδαύλη σε ιαμβικούς τριμέτρους∙ ένα ιαμβικό ποίημα γραμμένο σε αινιγματικό ύφος με θέμα την προφητεία της Κασσάνδρας σχετικά με τον Τρωικό πόλεμο, η Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα σε 1474 στίχους∙ και η τραγωδία Ἐξαγωγή* του Εζεκιήλ γραμμένη από Ιουδαίο της Αλεξάνδρειας, η οποία πραγματευόταν σε δραματική μορφή την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο υπό τον Μωυσή.

Κείμενα:

· Λυκόφρων, Αλεξάνδρα
 
-----------------------------
*ΕΖΕΚΙΗΛ Ἐξαγωγὴ 68-82, 217-242
 
Οι 269 στίχοι της Ἐξαγωγῆς του ελληνίζοντος Ιουδαίου Εζεκιήλ, που έχει επηρεαστεί έντονα από τον Ευριπίδη, είναι το εκτενέστερο σωζόμενο απόσπασμα τραγωδίας μετά τον 5ο αι. π.Χ. Η Ἐξαγωγή, που γράφτηκε ανάμεσα στο 240 και το 100 π.Χ., ίσως στην Αλεξάνδρεια, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, επειδή αντλεί το θέμα της από την Παλαιά Διαθήκη, συγκεκριμένα από την Έξοδο (1-15). (Οι τίτλοι Ἐξαγωγή και Ἔξοδος είναι ταυτόσημοι, απλώς ο πρώτος υπογραμμίζει σαφέστερα τη συμβολή του Μωυσή, ο οποίος ἐξήγαγεν τους Εβραίους από την Αίγυπτο).
Από τους σωζόμενους στίχους δεν προκύπτει με βεβαιότητα αν το έργο προοριζόταν για τη σκηνή (πιθανότερο) ή απλώς για ανάγνωση ούτε αν είχε χορό - πιθανότερο φαίνεται να είχε και να χωριζόταν σε πέντε "πράξεις". Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν τηρείται η ενότητα του τόπου και του χρόνου, γεγονός που ενδεχομένως οφείλεται στη στενή εξάρτηση του Εζεκιήλ από την Έξοδο.
Στο πρώτο απόσπασμα (α) ο Μωυσής διηγείται το όνειρό του, που δεν απαντά στην Έξοδο αλλά εισάγεται από τον Εζεκιήλ, και στο δεύτερο (β) ο Αιγύπτιος άγγελος περιγράφει τη διάβαση της Ερυθράς θαλάσσης.

(α)

ΜΩΣΗΣ
ἔ‹δο›ξ᾽ ὄρους κατ᾽ ἄκρα Σιν‹αί›ου θρόνον
μέγαν τιν᾽ εἶναι μέχρι ᾽ς οὐρανοῦ πτύχας,
70 ἐν τῷ καθῆσθαι φῶτα γενναῖόν τινα
διάδημ᾽ ἔχοντα καὶ μέγα σκῆπτρον χερί
εὐωνύμῳ μάλιστα. δεξιᾷ δέ μοι
ἔνευσε, κἀγὼ πρόσθεν ἐστάθην θρόνου.
σκῆπτρον δέ μοι πάρδωκε καὶ εἰς θρόνον μέγαν
75 εἶπεν καθῆσθαι· βασιλικὸν δ᾽ ἔδωκέ μοι
διάδημα καὶ αὐτὸς ἐκ θρόνων χωρίζεται.
ἐγὼ δ᾽ ἐσεῖδον γῆν ἅπασαν ἔγκυκλον
καὶ ἔνερθε γαίας καὶ ἐξύπερθεν οὐρανοῦ,
καί μοί τι πλῆθος ἀστέρων πρὸς γούνατα
80 ἔπιπτ᾽, ἐγὼ δὲ πάντας ἠριθμησάμην,
κἀμοῦ παρῆγεν ὡς παρεμβολὴ βροτῶν.
εἶτ᾽ ἐμφοβηθεὶς ἐξανίσταμ᾽ ἐξ ὕπνου.

(β)

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ
ἐπεὶ δὲ Τιτὰν ἥλιος δυσμαῖς προσῆν,
ἐπέσχομεν, θέλοντες ὄρθριον μάχην,
πεποιθότες λαοῖσι καὶ φρικτοῖς ὅπλοις.
220 ἔπειτα θείων ἄρχεται τεραστίων
θαυμάστ᾽ ἰδέσθαι. καί τις ἐξαίφνης μέγας
στῦλος νεφώδης ἐστάθη πρὸ γῆς, μέγας,
παρεμβολῆς ἡμῶν τε καὶ Ἑβραίων μέσος.
κἄπειθ᾽ ὁ κείνων ἡγεμὼν Μωσῆς, λαβών
225 ῥάβδον θεοῦ, τῇ δὴ πρὶν Αἰγύπτῳ κακά
σημεῖα καὶ τερ‹ά›ατ᾽ ἐξεμήσατο,
ἔτυψ᾽ Ἐρυθρᾶς νῶτα καὶ ἔσχισεν μέσον
βάθος Θαλάσσης· οἱ δὲ σύμπαντες σθένει
ὤρουσαν ὠκεῖς ἁλμυρᾶς δι᾽ ἀτραποῦ.
230 ἡμεῖς δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῆς ᾠχόμεσθα συντόμως
κατ᾽ ἴχνος αὐτῶν· νυκτὸς εἰσεκύρσαμεν
βοηδρομοῦντες· ἁρμάτων δ᾽ ἄφνω τροχοί
οὐκ ἐστρέφοντο, δέσμιοι δ᾽ ὣς ἥρμοσαν.
ἀπ᾽ οὐρανοῦ δὲ φέγγος ὡς πυρὸς μέγα
235 ὤφθη τι ἡμῖν· ὡς μὲν εἰκάζειν, παρῆν
αὐτοῖς ἀρωγὸς ὁ θεός. ὡς δ᾽ ἤδη πέραν
ἦσαν θαλάσσης, κῦμα δ᾽ ἐρροίβδει μέγα
σύνεγγυς ἡμῶν. καί τις ἠλάλαξ᾽ ἰδών·
«φεύγωμεν οἴκοι πρόσθεν Ὑψίστου χέρας·
240 οἷς μὲν γάρ ἐστ᾽ ἀρωγός, ἡμῖν δ᾽ ἀθλίοις
ὄλεθρον ἕρδει.» καὶ συνεκλύσθη πόρος
Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης καὶ στρατὸν διώλεσε.

***

(α) Το όνειρο του Μωυσή

ΜΩΥΣΗΣ
Μου εφάνη ότι πάνω στην κορυφή του όρους Σινά
ήταν ένας μεγάλος θρόνος που έφθανε ώς τα βάθη του ουρανού,
70 όπου εκαθόταν ένας άνδρας αρχοντογέννητος,
που φορούσε διάδημα και στο χέρι του το αριστερό
κρατούσε σκήπτρο.
Με τη δεξιά του μου έγνεψε,
και εγώ πήγα και στάθηκα μπροστά στο θρόνο.
Μου παρέδωσε το σκήπτρο
και μου είπε να καθίσω στον μεγάλο θρόνο.
75 Έπειτα μου έδωσε το βασιλικό διάδημα και ο ίδιος άφησε το θρόνο.
Εγώ είδα τότε γύρω μου ολόκληρη τη γη,
και είδα κάτω από τη γη και πάνω από τον ουρανό,
και μυριάδες αστέρια έπεφταν στα γόνατά μου,
80 και εγώ τα μέτρησα όλα,
και περνούσαν μπροστά μου σαν να περνούσε στρατιά θνητών.
Τότε τρόμαξα και πετάχτηκα από τον ύπνο.
 

(β) Η διάβαση της Ερυθράς θαλάσσης

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ
Όταν ο Τιτάνας ήλιος πλησίαζε στη δύση,
σταματήσαμε και περιμέναμε,
γιατί θέλαμε να πολεμήσουμε τα χαράματα,
έχοντας τις ελπίδες μας στα πλήθη και στα τρομερά όπλα.
220 Τότε άρχισαν τα θεϊκά και τα παράδοξα
-να τα βλέπεις και να θαυμάζεις.
Άξαφνα, μπροστά μας, πάνω από την γη
ένας γιγάντιος στύλος, όμοιος με σύννεφο,
υψώθηκε ανάμεσα στο στρατόπεδο
το δικό μας και των Εβραίων.
225 Και τότε ο αρχηγόςτους ο Μωυσής πήρε τη ράβδο του θεού
-με αυτή τη ράβδο έκαμε άλλοτε να πέσουν πάνω στην Αίγυπτο
τα φοβερά σημάδια και τα θαύματα-
έπληξε τα νώτα της Ερυθράς θαλάσσης
και το βάθος της εσχίσθη στα δύο.
Εκείνοι με όλη τους τη δύναμη
όρμησαν γρήγορα να περάσουν από το αλμυρό μονοπάτι.
230 Εμείς, χωρίς να βραδύνουμε,
από το ίδιο πέρασμα, τους ακολουθήσαμε κατά πόδας.
Ήτανε νύχτα όταν μπήκαμε μέσα κραυγάζοντας.
Άξαφνα οι τροχοί των αρμάτων δεν εγύριζαν,
καρφώθηκαν σαν να τους είχαν δέσει.
Και είδαμε τότε από τον ουρανό μια μεγάλη λάμψη
σαν να ᾽ταν λάμψη από φωτιά
235 -όπως πιστεύουμε, ήταν εκεί ο θεός και τους βοηθούσε.
Όταν έφθασαν ήδη πέρα από τη θάλασσα,
ένα πελώριο κύμα εβόγγαε πλάι μας.
Κάποιος, όταν το είδε, φώναξε:
«πίσω στα σπίτια μας, να ξεφύγουμε από τα χέρια του Ύψιστου·
240 γιατί εκείνους τους βοηθάει,
ενώ για εμάς τους δυστυχείς ετοιμάζει όλεθρο».
Και το κύμα εσκέπασε το πέρασμα της Ερυθράς θαλάσσης
και αφάνισε τον στρατό.