Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (760-798)

760 ΑΝ. μέλλεις ἀποφέρειν; ΧΡ. πάνυ γε. ΑΝ. κακοδαίμων ἄρ᾽ εἶ,
νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρα. ΧΡ. πῶς; ΑΝ. πῶς; ῥᾳδίως.
ΧΡ. τί δ᾽; οὐχὶ πειθαρχεῖν με τοῖς νόμοισι δεῖ;
ΑΝ. ποίοισιν, ὦ δύστηνε; ΧΡ. τοῖς δεδογμένοις.
ΑΝ. δεδογμένοισιν; ὡς ἀνόητος ἦσθ᾽ ἄρα.
765 ΧΡ. ἀνόητος; ΑΝ. οὐ γάρ; ἠλιθιώτατος μὲν οὖν
ἁπαξαπάντων. ΧΡ. ὅτι τὸ ταττόμενον ποιῶ;
ΑΝ. τὸ ταττόμενον γὰρ δεῖ ποιεῖν τὸν σώφρονα;
ΧΡ. μάλιστα πάντων. ΑΝ. τὸν μὲν οὖν ἀβέλτερον.
ΧΡ. σὺ δ᾽ οὐ καταθεῖναι διανοεῖ; ΑΝ. φυλάξομαι,
770 πρὶν ἄν γ᾽ ἴδω τὸ πλῆθος ὅ τι βουλεύεται.
ΧΡ. τί γὰρ ἄλλο γ᾽ ἢ φέρειν παρεσκευασμένοι
τὰ χρήματ᾽ εἰσίν; ΑΝ. ἀλλ᾽ ἰδὼν ‹ἂν› ἐπειθόμην.
ΧΡ. λέγουσι γοῦν ἐν ταῖς ὁδοῖς. ΑΝ. λέξουσι γάρ.
ΧΡ. καί φασιν οἴσειν ἀράμενοι. ΑΝ. φήσουσι γάρ.
775 ΧΡ. ἀπολεῖς ἀπιστῶν πάντ᾽. ΑΝ. ἀπιστήσουσι γάρ.
ΧΡ. ὁ Ζεύς σέ γ᾽ ἐπιτρίψειεν. ΑΝ. ἐπιτρίψουσι γάρ.
οἴσειν δοκεῖς τιν᾽ ὅστις αὐτῶν νοῦν ἔχει;
οὐ γὰρ πάτριον τοῦτ᾽ ἐστίν, ἀλλὰ λαμβάνειν
ἡμᾶς μόνον δεῖ νὴ Δία. καὶ γὰρ οἱ θεοί·
780 γνώσει δ᾽ ἀπὸ τῶν χειρῶν γε τῶν ἀγαλμάτων·
ὅταν γὰρ εὐχώμεσθα διδόναι τἀγαθά,
ἕστηκεν ἐκτείνοντα τὴν χεῖρ᾽ ὑπτίαν
οὐχ ὥς τι δώσοντ᾽ ἀλλ᾽ ὅπως τι λήψεται.
ΧΡ. ὦ δαιμόνι᾽ ἀνδρῶν, ἔα με τῶν προὔργου τι δρᾶν.
785 ταυτὶ γάρ ἐστι συνδετέα. ποῦ μοὔσθ᾽ ἱμάς;
ΑΝ. ὄντως γὰρ οἴσεις; ΧΡ. ναὶ μὰ Δία, καὶ δὴ μὲν οὖν
τωδὶ ξυνάπτω τὼ τρίποδε. ΑΝ. τῆς μωρίας·
τὸ μηδὲ περιμείναντα τοὺς ἄλλους ὅ τι
δράσουσιν εἶτα τηνικαῦτ᾽ ἤδη— ΧΡ. τί δρᾶν;
790 ΑΝ. ἐπαναμένειν, ἔπειτα διατρίβειν ἔτι.
ΧΡ. ἵνα δὴ τί; ΑΝ. σεισμὸς εἰ γένοιτο πολλάκις
ἢ πῦρ ἀπότροπον, ἢ διᾴξειεν γαλῆ,
παύσαιντ᾽ ἂν εἰσφέροντες, ὦμβρόντητε σύ.
ΧΡ. χαρίεντα γοῦν πάθοιμ᾽ ἄν, εἰ μὴ ᾽χοιμ᾽ ὅποι
795 ταῦτα καταθείην. ΑΝ. μὴ γὰρ οὐ λάβοις ὅποι;
θάρρει, καταθήσεις, κἂν ἕνης ἔλθῃς. ΧΡ. τιή;
ΑΝ. ἐγᾦδα τούτους χειροτονοῦντας μὲν ταχύ,
ἅττ᾽ ἂν δὲ δόξῃ ταῦτα πάλιν ἀρνουμένους.

***
ΑΝΤ. Ε, κι όλα ευτούνα θαν τα παραδώσεις;
760 ΧΡΕ. Ναίσκε! ΑΝΤ. Συφοριασμένε, κολοκύθα!
ΧΡΕ. Γιατί; ΑΝΤ. Δε θέλει ρώτημα. ΧΡΕ. Δεν πρέπει
να πειθαρχώ στους νόμους της πατρίδας;
ΑΝΤ. Ποιούς νόμους, κουτεντέ; ΧΡΕ. Τους ψηφισμένους.
ΑΝΤ. Τους ψηφισμένους; Ρε τον κοκορόμυαλο!
ΧΡΕ. Κοκορόμυαλος; ΑΝΤ. Κάτι παραπάνου:
ο πιο μαλάκας άνθρωπος στον κόσμο!
ΧΡΕ. Γιατί κάνω ό,τι η πόλη μού διατάζει;
ΑΝΤ. Ποιός έξυπνος κάνει ό,τι του διατάζουν;
ΧΡΕ. Αυτός πρώτος. ΑΝΤ. Οι βλάκες μοναχά.
ΧΡΕ. Εσύ, γιά πες μου, δε θα παραδώσεις;
ΑΝΤ. Θα φυλαχτώ. Πρώτα να ιδώ τους άλλους
770 τί θα κάνουν. ΧΡΕ. Τί θες να κάνουν; Όλοι
μαζεύουν τώρα το νοικοκυριό τους,
για να το φέρουν. ΑΝΤ. Δεν πιστεύω, αν πρώτα
δεν το ιδώ με τα μάτια μου. ΧΡΕ. Στους δρόμους
όλοι το λένε. ΑΝΤ. Λένε. ΧΡΕ. Τα φορτώνονται
για να τα κουβαλήσουν. ΑΝΤ. Θα το λένε.
ΧΡΕ. Θα με σκάσεις μ᾽ αυτήν την απιστιά σου!
ΑΝΤ. Όλοι απιστούν. ΧΡΕ. Ο Δίας θα σε στουμπίσει.
ΑΝΤ. Θα στουμπίσει! Θαρρείς πως θα τα δώσει
κανένας γνωστικός τα υπάρχοντά του;
Παράδοση του τόπου είναι να παίρνεις.
Κι οι θεοί μας ακόμα το ίδιο κάνουν.
780 Γιά ιδές των αγαλμάτων τους τα χέρια.
Σαν τους παρακαλάμε για μια χάρη,
απλώνουνε τη φούχτα τους ανάστροφα,
για να πάρουνε κι όχι για να δώσουν.
ΧΡΕ. (θυμωμένα)
Ξεφορτώσου με, δαίμονα! Άφησέ με
να κάνω τη δουλειά μου, να τα δέσω
όλα τούτα. Μα πού ᾽ναι το λουρί μου;
ΑΝΤ. Σοβαρά, θα τα δώσεις; ΧΡΕ. Μα δε βλέπεις;
Δένω τα στρίποδά μου. ΑΝΤ. Τί βλακεία!
Δεν περιμένεις λίγο για να ιδείς
τους άλλους τί θα κάνουν και κατόπι...
ΧΡΕ. Και κατόπι; ΑΝΤ. Θα περιμένεις πάντα
790 και πάντα θ᾽ αναβάλλεις. ΧΡΕ. Για ποιό λόγο;
ΑΝΤ. Μπορεί σεισμός να γίνει ξαφνικά
ή πυρκαγιά, στο δρόμο να σταυρώσεις
νυφίτσα —γουρσουζιά μεγάλη— τότες
θα σταματήσουν όλοι την παράδοση,
μυαλό μπουμπουνισμένο! ΧΡΕ. Θα ᾽ταν νόστιμο
τον να μην ξέρω πού θα καταθέσω.
ΑΝΤ. Φοβάσαι μήπως χάσεις τη σειρά σου;
Θα τα δεχτούνε κι αύριο και μεθαύριο.
ΧΡΕ. Πού το ξέρεις;
ΑΝΤ. (δείχνοντας τους θεατές)
Ξέρω αυτουνούς εδώ.
Τη μια μέρα ψηφίζουνε στα γρήγορα
και την άλλη αρνιούνται ό,τι εψηφίσαν.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Αλιάκμονας, Αλφειός

Αλιάκμονας

α) Θεός ποταμός της Μακεδονίας, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος.
 
β) Αλιάκμονας ονομαζόταν και ένας ποταμός της Αργολίδας. Διηγούνταν πως κάτοικος της Τίρυνθας, ο Αλιάκμων, σε μια κρίση τρέλας έπεσε στον ποταμό που μέχρι τότε ονομαζόταν Καρμάνωρ και που μετονομάστηκε σε Αλιάκμονα από το όνομα του πνιγμένου. Ύστερα, επιβλήθηκε στον ποταμό ένα τρίτο όνομα, Ίναχος. (Ψδ.-Πλούτ., Περί ποτ., 18,1.)

Αλφειός (Άρτεμη, Αρέθουσα)

1. Μυθικός θεός του ομώνυμου ποταμού, που πηγάζει από την Αρκαδία, διαρρέει την Ηλεία και εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος. Γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, όπως όλοι οι μεγάλοι ποταμοί, λατρευόταν στην Ολυμπία ως ποτάμια θεότητα, καθώς περνούσε από το νότιο τμήμα της ιερής Άλτεως. Η μεγάλη σημασία του ποταμού για τον χώρο φαίνεται από το γεγονός ότι μέσα στην Άλτι υπήρχε βωμός, όπου γίνονταν θυσίες προς τιμήν του. Επιπλέον, κρατά ως ξαπλωμένος άνδρας τη μία άκρη του ανατολικού αετώματος του ναού του Δία στην Ολυμπία (470-456 π.Χ.), ενώ στην άλλη άκρη εμφανίζεται παρόμοια ο άλλος ποταμός της Πίσας, ο Κλάδεος. Οι δυο ποταμοί οριοθετούσαν τον ιερό χώρο της Ολυμπίας, όπως και του αετώματος.
 
Στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι (στ. 275-276) ο Αλφειός περιγράφεται με πόδια ταύρου να αποτελεί το ακρόπρωρο του πλοίου του Νέστορα (πρύμνας σῆμα ταυρόπουν ὁρᾶν, / τὸν πάροικον Ἀλφεόν), και ταύρο του θυσιάζει ο Νέστορας (Ιλ., Λ 726-728).
 
2. Ο Αλφειός ήταν το αγαπημένο ποτάμι του Δία. Κατά την αρχαιότητα, τη 19η του μηνός Ελαφηβολιώνος (21 Φεβρουαρίου - 23 Μαρτίου), μετέφεραν τη στάχτη από την εστία του Πρυτανείου στο μεγάλο βωμό του Δία, που υπήρχε στο κέντρο της Άλτεως, την ανακάτευαν μόνο με νερό του Αλφειού και επάλειφαν το βωμό.
 
3. Παραλλαγή της καταγωγής του θέλει τον Αλφειό κυνηγό, ερωτευμένο με τη Νύμφη της Αχαΐας, Αρέθουσα. Εκείνη, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στο ερωτικό του κάλεσμα και για να γλυτώσει από τις οχλήσεις του επίμονου εραστή και την καταδίωξή του, ζήτησε τη βοήθεια της Άρτεμης. Η θεά την τύλιξε σε σύννεφο και την έφερε στην Ορτυγία, νησάκι απέναντι από τις Συρακούσες, όπου τη μεταμόρφωσε σε πηγή. Ο Αλφειός περιπλανιόταν απελπισμένος για το χαμένο έρωτά του, μέχρι που τον λυπήθηκε ο Δίας και τον μεταμόρφωσε στο μεγάλο ποταμό της Πελοποννήσου. Τότε διέσχισε το πέλαγος και έφθασε στη Σικελία, όπου και ενώθηκε με τα νερά της «καλλίρροης» Αρέθουσας.
 
Άλλη παραλλαγή της ερωτικής ιστορίας αναφέρει στη θέση της Αρέθουσας την ίδια την Άρτεμη. Επειδή η θεά αντιστεκόταν στον έρωτά του, ο Αλφειός αποφάσισε να την κλέψει. Την πλησίασε μια μέρα που η Άρτεμη και οι Νύμφες γιόρταζαν κάποια γιορτή στις εκβολές του ποταμού στους Λετρινούς της Ηλείας· όμως η θεά πασάλειψε το πρόσωπό της με λάσπη* και ο Αλφειός δεν την αναγνώρισε. Ύστερα την καταδίωξε ως την Ορτυγία, όπου όμως ερωτεύτηκε και μία από τις ακόλουθες της θεάς, την Αρέθουσα -έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η Άρτεμη-Αρέθουσα αποτυπωνόταν στα νομίσματα των Συρακουσών. Η Αρέθουσα, υποκατάστατο της θεάς παρθένου, μεταμορφώθηκε σε πηγή** και ο Αλφειός από έρωτα ανακάτεψε τα νερά του με τα δικά της. Ο μύθος, στις παραλλαγές του, διαφυλάσσει την παρθενία της Άρτεμης.
 
Μύθοι, φιλολογικές πηγές και αρχαιολογικά ευρήματα συνδέουν τον Αλφειό και την Άρτεμη σε κοινή λατρεία. Σύμφωνα με τον Παυσανία (5.14.6) υπήρχε κοινός βωμός του Αλφειού και της Άρτεμης στην Ολυμπία , ενώ στις Συρακούσες αποκαλύφθηκε ιερό της Άρτεμης, στο οποίο λατρευόταν ως θαλάσσια θεότητα, πιθανόν με το επίθετο Αλφειώα. Εικάζουμε ότι Αρκάδες άποικοι μετέφεραν τη λατρεία της Αλφειώας Άρτεμης στις Συρακούσες και ότι σύντομα συσχέτισαν την κοντινή πηγή Αρέθουσα με τον Αλφειό και ταύτισαν την πηγή με την Άρτεμη.
 
4. Ο Αλφειός απέκτησε δύο γιους, τον Ορσίλοχο, πατέρα του Διοκλή, του βασιλιά των Φερών της Μαγνησίας, και τον Αρκάδα Φηγέα.
----------------------
*Αλφειός και Άρτεμη
Στη λατρεία της Ορθίας Αρτέμιδος στη Σπάρτη εμφανίζονται χοροί μασκοφόρων, προφανώς σε ανάμνηση του ερωτικού παιχνιδιού ανάμεσα στην Άρτεμη και τις Νύμφες της από τη μια, με τον Αλφειό από την άλλη. Πήλινα ομοιώματα αυτών των προσωπείων, δύσμορφων, ξεδοντιασμένων ηλικιωμένων γυναικών, αλλά επίσης και νεαρών ανδρών, και μάλιστα σατύρων, όλα αρχαϊκής εποχής, μερικά από τον 7ο αι. π.Χ. που φορούσαν στους χορούς, βρέθηκαν στο ιερό της.
 
**Αρέθουσα
Υπάρχει και μια άλλη Αρέθουσα, για την οποία ο σχολιαστής του Ομήρου (ν 408) αναφέρει ότι, όταν ο γιος της Κόρακας γκρεμίστηκε από βράχο σε κυνήγι, παραλυμένη η μάνα από τον πόνο μεταμορφώθηκε σε πηγή. Κοντά σε αυτή την πηγή ο Εύμαιος είχε κατασκευάσει μια ευρύχωρη πέτρινη στάνη, όπου φύλαγε ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων. Εκεί έφτασε ο Οδυσσέας.

Ο Μύθος και το στοίχημα

Η μυθοποίηση της Φύσης είναι αποτέλεσμα της Ολιστικής αντίληψης και του ιερού παμψυχισμού που αναγνώριζαν στην φύση οι αρχαίοι Έλληνες (και όχι μόνο)…

Σε μία τέτοια συνάρτηση ο άνθρωπος ως μέλος ενός ενσυνείδητου και έμψυχου «Όλου» βρίσκεται σε μία αέναη επαφή με το σύμπαν, αλληλοεπιδρώντας, με τον κόσμο των Νυμφών, των προγόνων, των Ηρώων, των Θεών, των ορατών και των αόρατων ενεργειών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Καζαντζάκης: «Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή, βρίσκεται ολάκερος ο Θεός»!

Όταν η σκέψη και η τέχνη πάρει στα χέρια της τον τεράστιο αυτό πλούτο αναζήτησης, φαντασίας και ψυχής (φιλοσοφίας - μυθολογίας), με τον νού, τη σμίλη, με το χρώμα, με το στίχο, τότε αναβλύζει αβίαστα μια νέα θαυμαστή πολιτιστική και καλλιτεχνική αναγέννηση, όπως ακριβώς έγινε στον Δυτικό πολιτισμό (πλήν της Ελλάδος) κατά την αναγέννηση.

Είναι δυστύχημα εμείς οι Έλληνες οι συνεχιστές αυτής της πολιτισμικής και μυθολογικής παράδοσης, - ίσως της πλουσιότερης στον κόσμο -, να έχουμε αποκοπεί σχεδόν πλήρως από αυτήν. Από την στιγμή που η ψυχή και το πνεύμα μας θα καταφέρει να μπολιάσει αρμονικά το παρελθόν με τον παρόν με την παράδοση αυτή, τότε μπορεί υπό προϋποθέσεις να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε εκ νέου μια νέα γόνιμη πολιτισμική ταυτότητα, αξιοποιώντας και αναδεικνύοντας εκ νέου πανανθρώπινες άυλες αξίες, όπως ακριβώς δίδαξαν οι πρόγονοι μας.

Kαι μιας και βρισκόμαστε στην άνοιξη, ας μην ξεχνάμε να φυτεύουμε στην ψυχή (συμβολικά), και στο στήθος της μητέρας Γης, λουλούδια ώστε συν το χρόνω να ανθίσουμε, ομορφαίνοντας τόσο τόσο εμείς εσωτερικά, όσο και ο κόσμος ολάκερος γύρω μας …!

Εθελοντισμός∙ προσφορά ή εκμετάλλευση;

Εθελοντισμός. Μία κίνηση με αδιαμφισβήτητη αξία, που στόχο έχει να βοηθήσει –πρακτικά–, χωρίς αντάλλαγμα, έναν άνθρωπο, ένα ζώο ή ακόμη κι έναν οργανισμό. Μια πράξη κοινωνικής προσφοράς από άτομα που καταθέτουν τις γνώσεις τους, το μεράκι, τη διάθεση, ακόμη και τα χρήματά τους, με στόχο να βοηθήσουν σε μια κρίσιμη κατάσταση.

Συχνά, παρέχουν προσωπικό εξοπλισμό αλλά και προσωπικό κόπο, ώστε να καταφέρουν να βοηθήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Επενδύουν πολύτιμο χρόνο, μιας κι είναι άνθρωποι που μέσα απ’ την προσφορά, καταθέτουν και την ίδια την ψυχή τους για όποιον έχει την ανάγκη τους. Συνήθως, δεν είναι χασομέρηδες. Δεν είναι, δηλαδή, ότι δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν κι αφοσιώνονται στον εθελοντισμό. Ως επί το πλείστον είναι μορφωμένοι άνθρωποι, που κι αυτοί δουλεύουν καθημερινά για τα προς το ζην –ή ακόμη και για το ευ ζην– και πολλοί από αυτούς έχουν πίσω τους οικογένειες και δικά τους πρόσωπα στα οποία θέλουν επίσης να αφιερώνουν στιγμές.

Θυσιάζοντας, λοιπόν, τις ώρες που θα μπορούσαν να κρατήσουν για τον εαυτό τους, ακόμη κι όταν δεν έχουν ελεύθερο χρόνο, τον δημιουργούν, ώστε να μπορέσουν να προσφέρουν. Μια καλή πράξη τους ανταμείβει ψυχικά, καθώς μέσα απ’ την προσφορά νιώθουν πλήρεις και χαρούμενοι, αφού δημιούργησαν μια ευκαιρία για να δώσουν, με λίγα λόγια, αγάπη. Κι όταν προσφέρεις αγάπη, λαμβάνεις κάτι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσα τα λόγια μπορούν να εκφράσουν.

Τα τελευταία χρόνια ακούμε όλο και συχνότερα τη λέξη «εθελοντισμός». Σε κάθε κοινωνική δράση, σε κάθε εκδήλωση, ακόμη και μέσα στους περισσότερους οργανισμούς –κοινωφελείς και μη– βλέπουμε αρωγούς των προσπαθειών απλούς καθημερινούς ανθρώπους, να συμβάλλουν εθελοντικά στις δράσεις αυτές. Πόσο, άραγε, να ήταν απαραίτητη αυτή η εθελοντική εργασία; Μήπως θα μπορούσε, στη θέση της, να είχε δημιουργηθεί μία κανονική θέση εργασίας; Μήπως κάποιες φορές αγγίζονται τα όρια της εκμετάλλευσης;

Σίγουρα θα εθελοτυφλούσαμε αν πιστεύαμε πως δεν υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται την καλοπροαίρετη διάθεση των εθελοντών, για να στήσουν το επικερδές τσαρδάκι τους στις πλάτες αυτών που φτάνουν να ρισκάρουν ακόμη και τη ζωή τους σε κάποιες περιπτώσεις για να προσφέρουν αφιλοκερδώς τον χρόνο, τη βοήθειά τους, συχνά και το υστέρημά τους.

Οι καιροί που διανύουμε έχουν γίνει αναμφισβήτητα πιο σκληροί. Η εκμετάλλευση στον εργασιακό τομέα –κι όχι μόνο– έχει περάσει τα όρια. Ο εθελοντισμός άνοιξε την όρεξη σε κάποια πρόσωπα να επιθυμούν να κερδίσουν μέσα απ’ αυτόν. Γλυτώνοντας χρήματα, χρησιμοποιούν τον εθελοντή ως μέσο να τους βγάλει τη δουλειά. Μέσα από αυτό διαφημίζονται και δημιουργούν μια social esteem στον κλάδο των επιχειρήσεων, κερδίζοντας έδαφος -και πελατεία.

Οι επιχειρήσεις δηλώνουν με αυτόν τον τρόπο την παρουσία τους παντού. Τυπώνουν ακόμη και μπλουζάκια στους εθελοντές με το λογότυπό τους, τους εκθειάζουν για να τους κάνουν να θέλουν να συνεχίσουν να προσφέρουν, θυματοποιώντας τους, χωρίς καν εκείνοι να το παίρνουν χαμπάρι. Στις πλάτες τους στήνουν την εικόνα της επιχείρησης, με κέρδος πολλές χιλιάδες ευρώ, απ’ τα οποία δε χαραμίζουν ούτε ψίχουλο για να προσλάβουν προσωπικό. Και τι να το κάνουν, εξάλλου, όσο ακόμη υπάρχουν (αφελώς) πρόθυμοι να κάνουν τη δουλειά χωρίς ούτε ένα σεντ, και μάλιστα με πολύ πιο αποτελεσματικό τρόπο; Άλλωστε, στα μάτια όσων το δουν, η επιχείρηση θα μοιάζει ως ένα σύνολο υπέροχων πλασμάτων που προσφέρουν στον συνάνθρωπο και στα ζώα, άρα αυτομάτως θα την στηρίξουν με τις αγορές τους.

Δε θα υποστηρίξω ποτέ ότι πρέπει να σταματήσουμε να προσφέρουμε εθελοντικά τη βοήθειά μας σε όποιον την έχει ανάγκη, εφόσον φυσικά έχουμε τη γνώση, ώστε να ‘μαστε αποτελεσματικοί. Θα υποστηρίζω, όμως, πεισματικά πως θα πρέπει να ‘μαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στο για ποιους θα το κάνουμε και πού θα προσφέρουμε. Τα όρια είναι λεπτά, και θα πρέπει να τα ανακαλύψουμε για να μη γινόμαστε άλλο πια θύματα των επιτήδειων.

Γεύση: Μία αίσθηση ή ένα ψυχολογικό κατασκεύασμα;

Η γεύση (taste) θεωρούνταν για καιρό ως μία από τις πέντε βασικές και διακριτές αισθήσεις.

Θεωρούνταν πως, ως αίσθηση, συνοδευόταν από την γευστικότητα (flavor), η οποία με την σειρά της θεωρούνταν ως μία αντικειμενική ιδιότητα του υλικού (ή φαγητού). Πιο εκτενής έρευνα όμως, έδειξε πως ούτε η γεύση είναι μία ενιαία αίσθηση, ούτε η γευστικότητα (flavor) μία αντικειμενική ιδιότητα συνδεδεμένη μοναχά με την αίσθηση της γεύσης (Prescott, 1999). Για την ακρίβεια, έχει υποστηριχθεί πως είναι δύσκολο να βιώσει κανείς μία εμπειρία αποκλειστικής γεύσης (taste only experience): η γεύση μπορεί εύκολα να αλλαχθεί – το απλό κλείσιμο της μύτης μπορεί να μας στερήσει προσωρινά από την εμπειρία της γεύσης – και έτσι η γευστικότητα είναι η ιδιότητα στην οποία θα μπορούσαμε να εστιάσουμε (Smith, 2012). Το να μπορέσει να οριστεί η γευστικότητα ή γεύση (χωρίς να αναφερόμαστε στην αίσθηση επακριβώς) αποτελεί μία πρόκληση, όμως μπορεί να κατανοηθεί ως ένα ψυχολογικό κατασκεύασμα καθώς αφορά πολλές αισθήσεις, μπορεί να επηρεαστεί από εξωγενείς παράγοντες, μπορεί να χειραγωγηθεί ή κατευθυνθεί, και διαφέρει μεταξύ ατόμων, άρα είναι υποκειμενική.

Μπορεί να αντιλαμβανόμαστε την γεύση σαν μία ομογενή εμπειρία, όμως μπορεί να οριστεί ως ‘η εμπειρία του να τρώμε φαγητό όπως διαμεσολαβείται μέσω όλων των αισθήσεων’ (Smith, 2012, 56). Η εμπειρία δεν συμπεριλαμβάνει μονάχα την γεύση (taste) και τις αισθητηριακές πληροφορίες που προέρχονται από το στόμα (και τους υποδοχείς γεύσεις- taste bulbs). Συμπεριλαμβάνει επίσης και πολλές πληροφορίες από την οσφρητική οδό – η όσφρηση είναι σημαντική πτυχή της γευστικότητας, όπως προαναφέρθηκε, το να κλείσουμε την μύτη θα μας στερήσει την γεύση αυτού που μπορεί να βρίσκεται στο στόμα μας (Prescott, 1999). Η γεύση είναι συνδεδεμένη και με την όραση επίσης, γεγονός που αναγνωρίζεται ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Από εξελικτική οπτική γωνία, η συσχέτιση της γεύσης με την όραση είναι σημαντική: η όραση επέτρεπε την αναγνώριση και εστίαση στην τροφή από το περιβάλλον, και την επεξεργασία αυτής, πριν τοποθετηθεί στο στόμα, άρα και μέσα στον οργανισμό (Cheok, Michel, Okajima, Petit, Spence, 2016). Οι αισθητηριακές πληροφορίες από την αφή ή την ακοή προσθέτουν επιπλέον στην συνολική εμπειρία της γεύσης.
Είναι πλέον ξεκάθαρο στην επιστημονική κοινότητα πως η γεύση λαμβάνει πληροφορίες από πολλές αισθήσεις και αισθητηριακές ικανότητες, όλες από τις οποίες ενσωματώνονται σε μια, ενοποιημένη εμπειρία.
Επιπλέον, η γεύση λαμβάνει πληροφορίες και από εξωτερικά στοιχεία του περιβάλλοντος: παράγοντες όπως ο φωτισμός, οι ήχοι (ή ακόμα και η μουσική) μπορούν να επηρεάσουν το πως αντιλαμβανόμαστε την γεύση (Prescott, 1999). Για παράδειγμα, ο ξηρός αέρας μέσα σε ένα αεροπλάνο εν πτήση στερεί κάποιες τροφές από την γεύση τους, για αυτό και το ίδιο φαγητό μπορεί να έχει καλύτερη γεύση όσο είμαστε… στη γη, παρά από όταν βρισκόμαστε εν πτήση.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να αντιληφθούμε πως η γεύση είναι κάτι που μπορεί να χειραγωγηθεί με μερικούς τρόπους. Για παράδειγμα, η γεύση την οποία περιμένουμε να έχει ένα προϊόν, καθώς και η καθαυτή εμπειρία της γεύσης του προϊόντος επηρεάζεται από το σχήμα της συσκευασίας στην οποία εμπερικλείεται, καθώς και από τα σχήματα που στολίζουν την συσκευασία. Σε πειραματικό επίπεδο, τα στρογγυλά σχήματα έχουν συνδεθεί με πιο γλυκές γεύσεις ενώ τα σχήματα με γωνίες έχουν συνδεθεί με πιο πικρές γεύσεις. Τέτοιου τύπου πειράματα μπορούν να υποστηρίξουν την ιδέα πως η γεύση είναι ένα ψυχολογικό κατασκεύασμα (Cheok, Petit, Spence, Velasco, Woods, 2016).

Εν συνόλω, η γεύση είναι κάτι το υποκειμενικό: πολλές αισθήσεις, συνδυασμένες με εξωτερικά ερεθίσματα, οδηγούν σε ένα ενιαίο σύνολο πληροφοριών, οι οποίες μπορούν να κατευθυνθούν με κάποιους τρόπους. Ως αποτέλεσμα, οδηγούμαστε σε μία εμπειρία που είναι αρκετά υποκειμενική για τον καθένα από εμάς. Επιπροσθέτως, η διάθεση μπορεί να επηρεάσει την γεύση, γεγονός που προωθεί την ψυχολογική της πλευρά (Prescott, 1999).

Τα στοιχεία αυτά, οδηγούν στην ισχυρή πεποίθηση πως η γεύση είναι ένα ψυχολογικό σκεύασμα: δεν είναι συνδεδεμένη μονάχα με την αίσθηση της γεύσης (taste) μα με πολλές αισθήσεις και αισθητηριακά κομμάτια, δεν είναι αντικειμενική (καθώς εξαρτάται από πολλές μεταβλητές που αλλάζουν διαρκώς), και μπορεί να χειραγωγηθεί (ιδιαίτερα σε πειραματικό επίπεδο, στο πεδίο του μάρκετινγκ), ενώ μπορεί να επηρεαστεί από την διάθεσή μας. Όλες ετούτες οι πληροφορίες οδηγούν σε ένα πολυδιάστατο αντιληπτικό σύνολο που ενοποιείται μέσα από μία ψυχολογική ενσωμάτωση και μετάφραση.

Η χρησιμότητα των συναισθημάτων

Τι είναι το συναίσθημα; Από την ετυμολογία της αγγλικής λέξης emotion, βλέπουμε ότι μέσα υπάρχει η λέξη motion- κίνηση. Το συναίσθημα είναι μία εσωτερική ενόρμηση, μία ορμή, η οποία ξεκινάει από μέσα μας, με αφορμή κάποιο εσωτερικό ή εξωτερικό ερέθισμα και καταλήγει προς τα έξω. Τα ερεθίσματα, που μπορούν να μας προκαλέσουν να νιώσουμε κάποιο συναίσθημα, μπορεί να είναι ένα γεγονός που συμβαίνει στον εξωτερικό κόσμο, για παράδειγμα, μία γέννηση, ή ένας χωρισμός.

Μπορεί επίσης, να είναι ένα εσωτερικό ερέθισμα, κάτι που σκεφτήκαμε ή θυμηθήκαμε από το παρελθόν. Είμαστε πλασμένοι να βιώνουμε μία ποικιλία αρνητικών και θετικών συναισθημάτων. Τα συναισθήματα είναι οικουμενικά.

Ποια είναι όμως, η χρησιμότητα των συναισθημάτων;

Τα συναισθήματα είναι η εσωτερική μας πυξίδα. Μέσα από τα αυτά, συνειδητοποιούμε την ίδια μας την ύπαρξη. Όταν έχουμε επίγνωση των συναισθημάτων μας, μπορούμε να γνωρίζουμε ποιες καταστάσεις, άνθρωποι και συμπεριφορές μας κάνουν καλό και ποιες μας βλάπτουν. Κι έτσι μπορούμε να αναλάβουμε δράση.

Για να γίνει αυτό, πρέπει να έχουμε καλή επαφή με τα συναισθήματά μας, θετικά και αρνητικά. Να είμαστε σε θέση να τα αφουγκραζόμαστε, να τα αποδεχόμαστε και να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να τα νιώσει και να τα εκφράσει.

Σε μία εποχή, όμως, που η θετική σκέψη είναι μία τάση, και επιβάλλεται με πολλούς τρόπους, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να επιτρέψουν στον εαυτό τους να νιώσουν και να αποδεχθούν τα αρνητικά τους συναισθήματα. Από την άλλη, είναι και οι γοργοί ρυθμοί ζωής, οι πολλαπλές απαιτήσεις κι ευθύνες της καθημερινότητας, που δεν τους αφήνουν το χώρο για εσωτερική αναζήτηση και επαφή με το βαθύτερο είναι τους.

Το αποτέλεσμα είναι να απωθούν τόσο πολύ τα συναισθήματά τους, ώστε να καταλήγουν να μη νιώθουν πλέον τα αρνητικά τους συναισθήματα, να μην έχουν επαφή με αυτά. Και αν τύχει να βγουν κάποια στιγμή στην επιφάνεια, κατακρίνουν τον εαυτό τους γι' αυτό.

Αντί, λοιπόν, να αγκαλιάσουν τα συναισθήματά τους, πολλές φορές προσπαθούν να τα καταπιέσουν ή να αναβάλουν για άλλη στιγμή το βίωμά τους. Λένε στον εαυτό τους ότι θα ασχοληθούν με αυτό το θέμα (που συνήθως, είναι κάτι που τους δυσκολεύει, ή τους θλίβει) κάποια άλλη στιγμή. Έχουν μία ψευδαίσθηση ότι μπορούν να ελέγξουν τα συναισθήματά τους. Όσο όμως και να προσπαθούν να καταπιέσουν αυτά που νιώθουν, κάποια στιγμή ο ψυχισμός θα τα ανασύρει στην επιφάνεια. Αυτή θα λέγαμε είναι η «μοίρα» των συναισθημάτων.

Οι συνέπειες της μη αποδοχής των συναισθημάτων μας

Η μη αποδοχή των συναισθημάτων μας, μπορεί να έχει πολλές δυσάρεστες συνέπειες για την ψυχική μας ισορροπία. Όταν αναβάλλουμε το βίωμα των συναισθημάτων μας, και τα απωθούμε, είναι πολύ πιθανό αυτά να βγουν κάποια στιγμή στην επιφάνεια με πολύ πιο έντονο τρόπο. Αρκετές φορές, μπορεί η καταπίεση αυτή να βγει στο σώμα με έντονα συμπτώματα. Άλλες φορές, πάλι, τα απωθημένα συναισθήματα, μπορεί να εκτονωθούν σε λάθος άτομα ή σε άσχετες στιγμές . Για παράδειγμα, αν δεχόμαστε κάποιες υποτιμητικές συμπεριφορές από ένα δικό μας πρόσωπο, κι εμείς δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να θυμώσει ή να το αναγνωρίσει, προσποιούμενοι ότι δε συμβαίνει κάτι, τότε αυτόν τον αρχικό θυμό, μπορεί να τον προβάλλουμε σε ένα άλλο πρόσωπο χωρίς κάποια σημαντική αφορμή.

Αυτή η διαδικασία μπορεί να επηρεάσει και τις σχέσεις μας με άλλους ανθρώπους, αλλά και τη σχέση με τον εαυτό μας, καθώς δεν είμαστε σε επαφή αυτόν, και πολλές φορές μπορεί να απορούμε για ποιους λόγους μπορεί να πράξαμε έτσι.

Η δεξιότητα αναγνώρισης των συναισθημάτων μας

Είναι πολύ σημαντική δεξιότητα να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας, και να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να βιώνει τα ανάλογα συναισθήματα σε συγκεκριμένες στιγμές. Να μάθουμε, επίσης, να αποκωδικοποιούμε τα πιο σύνθετα συναισθήματά μας, όπως, τι συναισθήματα μπορεί να κρύβονται πίσω από θυμό ή πίσω από ένα έντονο στρες. Τέλος, είναι πολύ χρήσιμο να γνωρίζουμε πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τα δύσκολα συναισθήματά μας. Όλες αυτές οι δεξιότητες χρειάζονται εκπαίδευση και συχνή εξάσκηση.

Άμα δε τω ήρι

«Απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο, / η άνοιξη μου γνέφει και μου χαμογελά / και στέλνει στο περβάζι μου / με δυό μικρά πουλιά, / απόκοσμο κελάηδημα, ουράνια χαρά» (Γ. Αλεξανδρή, ¨ Ανατολικά της – Ω¨)
 
«Άμα δε τω ήρι αρχομένω….». Να αναγνωριστεί ο τύπος «τω ήρι». Αυστηρή εντολή του φιλολόγου και απορημένα μάτια των μαθητών. Μα πώς συμβαίνει αυτό; Η άνοιξη είναι γένους θηλυκού και όχι ουδετέρου. Κάποιο λάθος θα έγινε.

Ο Όμηρος γράφει «έαρος πολυανθέος εν πετάλοισι» (στα πέταλα της πολυανθισμένης άνοιξης), ο Ιπποκράτης θεωρεί την άνοιξη ως την καλύτερη εποχή για την κυοφορία της γυναίκας «Ώρη δε εαρινή αρίστη κυήσιος». Σήμερα έχουμε το επίθετο εαρινός με τα συνοδευτικά ουσιαστικά, όπως: εαρινή ώρα, εαρινή ισημερία, εαρινό τμήμα ή εαρινή επίθεση.

Άνοιξη – Γέννηση – Ανάσταση
 Όλα θηλυκού γένους. Δεν μπορεί να είναι όλα σύμπτωμα. Να! Και η αμυγδαλιά γένους θηλυκού είναι. Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν την Άνοιξη μέσα από γυναικείες μορφές, όπως τη νύμφη Χλωρίδα, τη Θάλεια, την Θαλλώ (αυτή που φέρει την ανθοφορία), την χάριτα Ανξώ (ανάπτυξη φυτών) και βέβαια τη Δήμητρα (θεά της γεωργίας και της βλάστησης) όπως και της κόρης της Περσεφόνης.           

Το έαρ, του έαρος, τω ήρι….. Δεν μπορεί η άνοιξη να είναι ουδετέρου γένους. Κάποιο λάθος θα έγινε στα σημαινόμενα. Ίσως ο τύπος τω ήρι να ήταν παλιότερα επίρρημα. Η άνοιξη δεν μπορεί να είναι μια ουδέτερη κατάσταση. Αλίμονο…

 Άσκοπες γλωσσικές αναζητήσεις και μαθητικοί εφιάλτες ή καημοί. Μέχρι να βρουν το γένος, την πτώση και την κλίση του τύπου «τω ήρι» έφυγε η άνοιξη της ζωής τους, μαράζωσαν τα όνειρά τους. Ξοδεύτηκε η νιότη τους στις δοτικές και τους συνηρημένους τύπους.

Οι ειδικοί ορίζουν την Άνοιξη ως μια από τις τέσσερις εποχές του έτους. Οι ψυχολόγοι την τοποθετούν στους αμυντικούς μηχανισμούς του ανθρώπου ενάντια στη φθορά – ήττα του από το χρόνο. Τα φυτά την υποδέχονται ως το πανηγύρι της φύσης και τα λουλούδια ως νοσταλγία γονιμοποίησης. Οι κοινωνιολόγοι την ταυτίζουν με τα φαινόμενα της κοινωνικής έκρηξης. Οι ιστορικοί μας με τη μέθοδο των συνειρμών μάς παραπέμπουν με τη μέθοδο των συνειρμών στην εθνική επέτειο της εθνικής ανεξαρτησίας. Η αισθητική ως κλάδος της φιλοσοφίας έχει εντάξει την άνοιξη στο χώρο του «ωραίου». Οι ποιητές με το δικό τους τρόπο ορίζουν την ποίηση ως «εποχή των εποχών» και έκφραση της αγνότητας και αθωότητας.
  • «Άνοιξη είναι η παιδική ηλικία του έτους» (Alfred Tennyson)
  • «Η μέρα που ο Θεός δημιούργησε την ελπίδα ήταν πιθανότατα η ίδια μέρα που δημιούργησε την Άνοιξη» (Bernard Williams)
  • «Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες» (Ελύτης)
  • «Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ρθει» (Pablo Neruda).
Για κάποιους άλλους (άτομα, λαοί…) η άνοιξη ίσως να σημαίνει τον οργασμό της φύσης, το ειδύλλιο της μέλισσας με τα άνθη και τη γύρη. Ίσως, ακόμη, για άλλους η άνοιξη να παραπέμπει στο ζωγραφικό πίνακα του Μποτιτσέλι («Primavera») ή στη γνωστή μουσική σύνθεση του Vivaldi («Οι τέσσερις εποχές»).

Η Άνοιξη για τους Έλληνες
Για τους Έλληνες η άνοιξη δεν συνιστά μόνο την αέναη κυκλική κίνηση του χρόνου αλλά συνδέθηκε με την προσδοκία και την ελπίδα ως εθνικό ζητούμενο. «Ακόμη τούτη η άνοιξη ραγιάδες ραγιάδες…» Η κρυφή προσμονή, η αθεράπευτη αισιοδοξία αλλά και η σταθερή απόφαση των υπόδουλων Ελλήνων για προσωπική ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία.

Η άνοιξη όσο καμιά άλλη εποχή βάδισε παράλληλα με τους πόθους και τις αγωνίες των Ελλήνων, αναθέρμανε τις ελπίδες τους και τους γαλούχησε στην ιδέα πως το «ωραίο» συνάδει με την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Αντίθετα υπήρχαν και περιπτώσεις που η ωραιότητα της ανοιξιάτικης φύσης λειτούργησε ανασταλτικά – σύμφωνα με τον ποιητή – στην απόφαση των αγωνιστών του Μεσολογγίου για αντίσταση και «ηρωικό» θάνατο «Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρι.»

Γι΄ αυτό η αισθητική αντίληψη του νεοέλληνα και η ταύτιση της Άνοιξης με την ομορφιά και τη νιότη άφησε ένα παράπονο στον Αθανάσιο Διάκο λίγο πριν τον ηρωϊκό και αποθεωτικό θάνατό του. «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά…» Πρόκειται για μία αδιαπραγμάτευτη αισθητική απαίτηση και ταυτόχρονα ανθρώπινη επιθυμία αλλά και βιοθεωρία (στάση ζωής) να μην μολυνθεί η ομορφιά και η ζωή από την ασχήμια – μαύρο του θανάτου και τη βαρβαρότητα του ανθρώπου όταν επιστρέφει στον πρωτογονισμό. «Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα».

Άνοιξη και Εξέγερση
Στα σημαινόμενα της άνοιξης χρεώνεται μεταφορικά και η κοινωνική και πολιτική των ανθρώπων σε ό,τι περιθωριοποιεί και εξοστρακίζει την προσωπική και εθνική αξιοπρέπεια και ελευθερία. Στην άνοιξη, δηλαδή, είναι ενσωματωμένη μια επαναστατική δύναμη, από την οποία ούτε οι ποιητές μπόρεσαν να απαλλαγούν από τη δεσποτεία των φυτών και λουλουδιών της άνοιξης. Ο Ελύτης στην πανδαισία των χρωμάτων της ανοιξιάτικης φύσης ανιχνεύει την πιο αυθεντική και διαχρονική επαναστατική πράξη «Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών».

Ποτέ άλλοτε, επίσης, μία παροιμία κι ένα δίστιχο δεν συμφώνησαν  σε τέτοια έκταση, αυτό που ο λαός γνωρίζει εμπειρικά και το ερμηνεύει. Ο αγώνας, δηλαδή, που χρειάζεται για να απαλλαγεί η άνοιξη από το βαρύ φορτίο του χειμώνα. Ένας αγώνας επίπονος και συλλογικός «Ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη». Ανάλογη ήταν και η επισήμανση των αρχαίων «μία χελιδών έαρ ου ποιεί» ή του Αριστοτέλη «Το γαρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα».
Έτσι ένα δίστιχο «Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή / για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή» (Ελύτης) και μια παροιμία μπόρεσαν να ορίσουν τα κοινωνικά και πολιτικά σημαινόμενα της άνοιξης.

Εν τω μεταξύ πέρα από τις ποικίλες ιστορικές ταυτίσεις και κοινωνικές ή πολιτικές αναφορές της άνοιξης, τα φυτά και τα λουλούδια μας θυμίζουν τον παράδεισο της ανθοφορίας των δέντρων. Τα αποδημητικά πουλιά επιστρέφουν στις παλιές φωλιές τους επικυρώνοντας πανηγυρικά τον ερχομό της άνοιξης.

Οι κανονιοφόροι του Έρωτα και το «Ερέχθειο» των πουλιών γονιμοποιούν με θετικά συναισθήματα και σκέψεις τους ανθρώπους που εναγωνίως και επίμονα προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν την αλληλουχία των κρυφών μηνυμάτων και νοημάτων της άνοιξης.

Επίκουρος ο Θεομάχος

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ΕπίκουροςΚατά τη μεγαλύτερη περίοδο της αρχαιότητας, αν ρωτούσες κάποιον: «ποιοι είναι οι άθεοι;», θα σου απαντούσε αμέσως: «οι επικούρειοι!». Η σημερινή λέξη στα εβραϊκά για τον άθεο, apikoros, μαρτυρά τη διάρκεια του εν λόγω συσχετισμού.

Γύρω στο 360 π.Χ. ο Επίκουρος (το όνομά του σημαίνει «βοηθός») πήγε από το νησί της Σάμου στην Αθήνα, όπου και αγόρασε ένα κομμάτι γης έξω ακριβώς από τα τείχη της πόλης, όχι πολύ μακριά από την Ακαδημία του Πλάτωνα. Το κομμάτι αυτό γης θα γινόταν γνωστό ως Κήπος, και έγινε σύμβολο της φιλοσοφίας του Επίκουρου. Στόχος του επικουρισμού ήταν να αφαιρέσει από τις ζωές των ανθρώπων την ψυχική ενόχληση και να επιτύχει την αταραξία. Οι επικούρειοι δεν επεδίωκαν τη σωματική ηδονή, όπως δηλώνει σήμερα η αγγλική λέξη epicurean, αν και πολλοί από τους εχθρούς τους στην αρχαιότητα τους κατηγορούσαν ακριβώς γι’ αυτό. Αντιθέτως, επεδίωκαν να αποφεύγουν κάθε δραστηριότητα που επέφερε άγχος και οδηγούσε στη σύγκρουση -λάθε βιώσας ήταν το διάσημο μότο τους-, καθώς και να προσαρμόζουν τις συνήθειές τους ώστε να απομακρύνουν από την ψυχή τους κάθε είδους όχληση και φόβο. Οι έγνοιες και τα άγχη, όπως δίδασκε ο Επίκουρος, είχαν ως πηγή τους τις κενοδοξίες, τις κενές ουσίας αντιλήψεις μας για τον κόσμο.

Κεντρική θέση ανάμεσα σε αυτές τις λαθεμένες απόψεις έχουν για τον Επίκουρο οι εσφαλμένες μας αντιλήψεις για το υπερφυσικό. Οι επικούρειοι ήταν αυστηρά προσκολλημένοι σε φυσικές αρχές. Αναπτύσσοντας τα διδάγματα των ατομικών φιλοσόφων του 5ου αιώνα π.Χ., Λεύκιππου και Δημόκριτου, διατείνονταν ότι τα πάντα στο σύμπαν αποτελούνται από έναν άπειρο αριθμό άφθαρτων και αδιάσπαστων σωματιδίων, τα άτομα, τα οποία βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση -αν και η κίνηση αυτή δεν μπορεί πάντοτε να προβλεφθεί (εξαιτίας της γνωστής αρχής της «παρέκκλισης»)- καθώς και από άπειρο κενό. Δεν υπάρχει κάτι πέραν του σύμπαντος (καθώς το σύμπαν δε γνωρίζει όρια). Η ανθρώπινη ψυχή, επίσης, αποτελείται από άτομα, λεπτεπίλεπτα σωματίδια που μοιάζουν με φωτιά και αέρα. Όταν πεθαίνουμε, οι ψυχές μας αποσυντίθενται κατευθείαν, όπως και το σώμα μας με τον καιρό. Επομένως, δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή.

Η συγκεκριμένη θεωρία της ύλης συνδέεται με τον ευρύτερο στόχο του επικουρισμού να εξασφαλίσει αταραξία, καθώς οι παρανοήσεις των ανθρώπων σε ό,τι αφορά τη φύση του θανάτου αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή άγχους στη ζωή μας. «Ο θάνατος δεν μας αφορά» έγραψε ο Επίκουρος «καθώς ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται, και αυτό που παύει να αισθάνεται δεν μας αφορά». Ο θάνατος δεν προκαλεί πόνο, εφόσον οι νεκροί δεν είναι σε θέση να αισθανθούν τίποτε. Ο θάνατος είναι απλώς η αποσύνθεση ενός συγκεκριμένου συνόλου ατόμων.

Και τι συμβαίνει με τους θεούς; Εκ πρώτης όψεως, η επικούρεια αντίληψη του κόσμου δεν έχει ανάγκη από την έννοια της θεότητας, καθώς τα πάντα μπορούν να εξηγηθούν με απόλυτα υλιστικούς όρους. Παρ’ όλα αυτά, ο Επίκουρος επέμενε ότι οι θεοί υπάρχουν και ασκούσε δριμεία κριτική στους άθεους. «Πρώτα απ’ όλα, να έχεις στον νου σου ότι ο θεός είναι μία άφθαρτη και ευτυχισμένη οντότητα... μην του αποδίδεις καμιά ιδιότητα που αντιφάσκει με τις έννοιες της αφθαρσίας και της ευτυχίας». (Ο «θεός», για την ακρίβεια, δεν υποδηλώνει μονοθεϊσμό σε αυτό το σημείο. Πρόκειται απλά για μία συνηθισμένη φιλοσοφική συντόμευση για την αναφορά στο θείο εν γένει.).

Αλλά, συνεχίζει, οι θεοί δεν είναι αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν. Ουσιαστικά, είναι περισσότερο ασεβές να πιστεύει κανείς στους θεούς της λαϊκής παράδοσης από το να αρνείται την ύπαρξή τους. Η πλέον καταστροφική παρανόηση έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι οι θεοί αναμειγνύονται στις υποθέσεις των ανθρώπων. Δεν ήταν οι θεοί αυτοί που δημιούργησαν το σύμπαν και αυτοί που το κυβερνούν. Μπορούμε να καταλάβουμε τη φύση μόνο εφόσον αντιληφθούμε τους φυσικούς νόμους που διέπουν τον κόσμο. Και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι περνούν τη ζωή τους, θα πρέπει να αναλαμβάνουμε την αποκλειστική ευθύνη των επιλογών που κάνουμε, χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από την δικαιολογία ότι μία εξωτερική δύναμη ήταν αυτή που μας ανάγκασε να δράσουμε όπως δράσαμε. Οι θεοί ζουν μακριά μας και δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον για τη ζωή μας.

Ο Επίκουρος πίστευε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας είναι ακριβής. Οι αισθήσεις μας οφείλονται στη ροή ατόμων που καταλήγουν στα αισθητηριακά μας όργανα και τα άτομα, μαζί με το κενό, συνιστούν την πραγματικότητα.

Η απώλεια βασικών έργων του Επίκουρου καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε βεβαιότητα σχετικά με τις απόψεις του. Από τα πολλά γραπτά του, τα μόνα που διασώζονται είναι τρεις συνοπτικές επιστολές και ένα εγχειρίδιο «βασικών αρχών» (κύριαι δόξαι), καθώς και παραθέματα και αναφορές σε ύστερους συγγραφείς. Ακόμη κι έτσι, μας σώζεται αρκετός Επίκουρος για να μπορέσουμε να ανασυγκροτήσουμε μία γενική εικόνα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Σίγουρα πίστευε ότι οι συμβατικές θρησκευτικές τελετουργίες ήταν χάσιμο χρόνου. Η λατρεία των θεών, η προσευχή, το να ορκίζεσαι στο όνομά τους και να τους κάνεις αγάλματα πίστευε ότι δεν οδηγούσαν πουθενά. Πρέπει να τα κάνουμε αυτά τα πράγματα διότι, εν μέρει, η ευτυχία μας εξαρτάται από την αγαστή συνύπαρξη με τους συμπολίτες μας, αλλά δεν πρέπει να ξοδεύουμε πάρα πολλή από την πολύτιμη συναισθηματική μας ενέργεια γι’ αυτά τα ζητήματα. Ο Επίκουρος, επομένως, φαίνεται να πίστευε ότι οι λαϊκές δοξασίες περί θείου είναι ακίνδυνες, αν και εσφαλμένες. Οι σοφότεροι από εμάς, λέει, έχουν κατακτήσει την πραγματική αλήθεια για τους θεούς - αλλά, δυστυχώς, δεν μας λέει ποια είναι αυτή η αλήθεια.

Όλα τα παραπάνω υποδεικνύουν ότι τα γραπτά του Επίκουρου υπήρξαν διφορούμενα πάνω στο ζήτημα των θεών, σε βαθμό ασάφειας. Η συμβατική θρησκεία είναι εσφαλμένη, αλλά πρέπει να την ακολουθούμε. Πρέπει να πιστεύουμε στους θεούς, αλλά όχι έτσι όπως τους εννοούν οι πολλοί. Οι θεοί υπάρχουν αλλά όχι στον φυσικό κόσμο, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Παραμένει, επομένως, μυστήριο ο λόγος για τον οποίο ο Επίκουρος επιμένει να διατείνεται ότι οι θεοί υπάρχουν, τη στιγμή που οι θεωρίες του για την πραγματικότητα όχι μόνο δεν τους έχουν ανάγκη, αλλά δυσκολεύονται κιόλας να τους εντάξουν στο σύστημά τους.

Μέρος της εξήγησης μπορεί να σχετίζεται με το πολιτισμικό πλαίσιο. Ακόμη και έναν αιώνα μετά, η δίκη του Σωκράτη δεν είχε ξεχαστεί. Η κατηγορία της «μη πίστης στους θεούς» θα μπορούσε να βλάψει έναν φιλόσοφο, όπως διαπίστωσε και ο Θεόδωρος από την Κυρήνη όταν εξορίστηκε από την Αθήνα προς τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.. Ίσως να είναι τόσο απλό: διακρίνοντας τις πιθανές θεολογικές επιπτώσεις του υλιστικού μοντέλου του για τον κόσμο, ο Επίκουρος διαπίστωσε ότι θα ήταν καλύτερο να προστατεύσει τον εαυτό του από αντιδράσεις όπως αυτές που είχαν προηγουμένως εξοντώσει στοχαστές όπως ο Διαγόρας από τη Μήλο και ο Σωκράτης.

Οι ιστορικοί της κλασικής φιλοσοφίας έχουν την τάση να απορρίπτουν εξηγήσεις αυτού του είδους, εν μέρει επειδή παραμένουν υποθετικές και δεν σχετίζονται ιδιαιτέρως με διανοητικά κίνητρα και εν μέρει επειδή υπονοούν ότι η πεζή πολιτική πραγματικότητα είχε μολύνει τον κόσμο του πνεύματος. Οι κλασικοί φιλόλογοι έχουν επενδύσει πολύ στην ιδέα ότι τα κείμενα που εξετάζουν είναι προϊόντα καθαρής σκέψης και ότι οι αρχαίες πόλεις αποτελούσαν χώρους ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Ακούγεται πολύ παράταιρο σε αυτό το πλαίσιο να υποστηρίξει κανείς ότι ο μεγάλος Επίκουρος μπορεί και να είχε ως κίνητρό του τον φόβο της δίωξης, αλλά αυτό δεν αποτελεί λόγο να αποκλείσουμε αυτήν την πιθανότητα.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος να ερμηνεύσει κανείς τις θεωρίες του Επίκουρου περί του θείου. Σύμφωνα με μία σύγχρονη σχολή κριτικής, οι θεοί στους οποίους πίστευε δεν ήταν πραγματικές θεότητες, αλλά εξιδανικευμένες αφαιρέσεις που συμβόλιζαν την ευτυχία στην οποία όλοι στοχεύουμε. Το θείο αντιπροσωπεύει μία νοητή εικόνα αταραξίας και ηρεμίας, την οποία ο φιλόσοφος φιλοδοξεί να εξασφαλίσει και ο ίδιος - και τίποτα παραπάνω. Σίγουρα η άποψη αυτή δεν ήταν αυτό που είχαν στο μυαλό τους οι μεταγενέστεροι οπαδοί του Επίκουρου, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν τους θεούς ως υπαρκτά όντα που ζούσαν σε χώρους μεταξύ των διαφόρων κόσμων. Μπορεί όμως και να παρερμήνευσαν τα λόγια του ηγέτη τους.

Ο Επίκουρος φαίνεται να αντιλαμβανόταν τη θεϊκή υπόσταση ως κάτι που μπορεί να κατακτηθεί απ’ τους θνητούς.

Αλλά φαίνεται, τελικά, μάλλον απίθανο ο Επίκουρος να πίστευε ότι οι θεοί δεν είναι τίποτα παραπάνω από παραδείγματα προς μίμηση για τους θνητούς. Όταν γράφει ότι «ο θεός είναι ένα άφθαρτο και ευλογημένο ον», η διατύπωση αυτή υπαινίσσεται κάτι το υπεράνθρωπο, κάτι το θεϊκό με τη συμβατική σημασία του όρου. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι ο ρόλος του θείου στη σκέψη του ήταν μάλλον αμφίσημος - ίσως πράγματι, όπως είπαμε, επειδή είχε προβλέψει τις δοκιμασίες που περίμεναν κάθε φιλόσοφο που θα τολμούσε να αρνηθεί κατηγορηματικά την ύπαρξη των θεών.

Παρά την ασάφειά του, όμως, πάνω στο θέμα των θεών, υπήρχαν αρκετά σημεία στη σκέψη του Επίκουρου που τον κατέστησαν διάσημο κατά την αρχαιότητα για την αθεΐα του. Όπως ο Σαλμονέας και ο Κήυκας στον επικό Κατάλογο γυναικών, ή ο Βελλεροφόντης στο δράμα του Ευριπίδη, ο Επίκουρος θεωρούνταν θεομάχος, «πολεμιστής ενάντια στους θεούς».

Πουθενά δεν εμφανίζεται περισσότερο έντονα με αυτήν του την ιδιότητα απ’ ό,τι στο μεγάλο έργο του Λουκρήτιου "Περί της φύσεως των πραγμάτων". Γραμμένο στη Ρώμη την εποχή των εμφυλίων πολέμων του 1ου αιώνα π.Χ., το έργο αυτό αποτελεί το πιο πρώιμο, πλήρως σωζόμενο επικό ποίημα που γράφτηκε στα λατινικά (επικό με την έννοια ότι ο Λουκρήτιος κάνει χρήση του εξάμετρου στίχου). Άσκησε τεράστια επιρροή, ήδη από την αρχαιότητα, όχι μόνο εξαιτίας της υψηλής ποιητικής του τέχνης, αλλά και για το πώς ενσωματώνει τα διδάγματα της επικούρειας φιλοσοφίας.

Ο Stephen Greenblatt έχει κάνει την περίφημη δήλωση ότι η ανάκτηση του χειρογράφου του ποιήματος είναι υπεύθυνη για την εκκοσμίκευση και την Αναγέννηση στην Ευρώπη. Κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα αναγνωριζόταν ως ο θεμέλιος λίθος της ευρωπαϊκής διανοητικής παράδοσης, καθώς στηριζόταν στην επιστήμη και στην παρατήρηση και όχι σε προτάγματα θεοκρατικού χαρακτήρα.

Ο Επίκουρος κάνει μία εντυπωσιακή είσοδο στο ποίημα του Λουκρήτιου, και περιγράφεται με τρόπο που θα έκανε τους παλμούς κάθε ανθρωπιστή αναγνώστη να ανέβουν:

Ενώ η ανθρώπινη ζωή σερνόταν άθλια πάνω στη γη

μπροστά στα μάτια όλων,

τσακισμένη από το βάρος της θρησκείας

που έδειχνε το πρόσωπό της πάνω από τον ουρανό

με όψη φριχτή και απειλούσε τους θνητούς,

τότε πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να της αντισταθεί.

Δεν τον σταμάτησαν ούτε οι θρύλοι των θεών,

ούτε οι βροντές, ούτε ο ουρανός με το απειλητικό του μούγκρισμα. Αντίθετα, δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του, ώστε να επιθυμήσει να παραβιάσει, πρώτος αυτός, τις κλειδαριές από τις θύρες της φύσης.

Έτσι η ζωντανή δύναμη του πνεύματός του νίκησε και προχώρησε μακριά, πέρα από τα φλεγόμενα τείχη του ουρανού,

και με το πνεύμα και τη σκέψη διέσχισε το απέραντο σύμπαν.

Από εκεί επέστρεψε νικητής, για να μας πει τι μπορεί να γεννηθεί, τι δεν μπορεί, τέλος, με ποιον τρόπο καθορίζεται η δύναμη στο καθετί και τα ακλόνητα όριά του.

Έτσι, η θρησκεία, με τη σειρά της, ποδοπατημένη συντρίβεται, κι εμάς η νίκη μάς ανεβάζει στον ουρανό.


Όπως ακριβώς ο Βελλεροφόντης του Ευριπίδη, ο Λουκρήτιος φαντάζεται τον Επίκουρο να ηγείται μίας στρατιωτικής επίθεσης κατά της θρησκείας (religio). Η εικονοποιία σε αυτό το σημείο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε έργα σχετικά με την πολιορκητική τέχνη. Στο πρώτο μισό του κειμένου, η θρησκεία περιγράφεται να ορθώνεται πάνω από την καταπιεσμένη ανθρωπότητα, σαν ένα τρομακτικό οχυρό, όπως αυτά που έχτιζαν οι Ρωμαίοι για να εμπνεύσουν φόβο στους υποτελείς τους. Τα όπλα που χρησιμοποιεί για να κρατήσει τους ανθρώπους υπό τον έλεγχό της είναι οι μύθοι, τα τελετουργικά και οι συμβάσεις. Σε αυτό το σημείο η εικόνα αντιστρέφεται και ο Επίκουρος απεικονίζεται όχι σαν επιτιθέμενος αλλά σαν πολιορκούμενος, που ηγείται της απόδρασης από τα «στενά όρια» και προελαύνει πέρα από τα «φλεγόμενα τείχη του κόσμου».

Τι εννοεί ο Λουκρήτιος με τη λατινική λέξη religio; Σίγουρα όχι τη θρησκεία όπως την εννοούμε εμείς, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο μέσα από το οποίο προάγεται ένας συγκεκριμένος τρόπος λατρείας των θεών. Η σημασία της λέξης φαίνεται να έχει να κάνει περισσότερο με την έννοια της ευσεβούς αφοσίωσης, μιας ηθικής ποιότητας. Ο Λουκρήτιος θεωρεί ότι ο εχθρός της ανθρώπινης ελευθερίας είναι τα ψυχολογικά δεσμά. (Η λέξη δεσμά πράγματι αρμόζει στα συμφραζόμενα: σε άλλο σημείο, ο Λουκρήτιος κάνει λόγο για την «απελευθέρωση του μυαλού από τα πιεστικά δεσμά της θρησκείας», υπαινισσόμενος προφανώς ότι το religio προέρχεται από το religare, «δένω».)

Ο Επίκουρος του Λουκρήτιου δεν είναι τόσο ένας σταυροφόρος ενάντια στις τελετουργίες και στους κρατικούς θεσμούς, όσο ενάντια στις εσφαλμένες αντιλήψεις που μας καταπιέζουν με τον φόβο του θανάτου, την τιμωρία, και τη μετά θάνατον ζωή. Η απελευθέρωση από αυτόν τον φόβο δε θα προκύψει, από την απόρριψη της οργανωμένης θρησκείας (κανείς επικούρειος δεν ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο), αλλά από την άρνηση της παραδεδομένης, μυθικής αντίληψης για πράγματα που δεν ασκούν απολύτως καμία επιρροή στις ζωές μας.

Ο πόλεμος του Επίκουρου ενάντια στη θρησκεία δεν είχε στόχο να προωθήσει την εκκοσμίκευση σε κρατικό επίπεδο. Αλλά, ακόμη κι έτσι, η ριζοσπαστικότητά του είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι συχνά του αναγνωρίζεται. Η άρνηση της έννοιας της θρησκευτικής αλήθειας έχει βαθιές και σημαντικές συνέπειες. Ο Λουκρήτιος, μετά την περιγραφή του Επίκουρου, συνεχίζει με ένα παράδειγμα των καταστροφικών συνεπειών που μπορεί να έχουν αυτού του είδους οι θρησκευτικές αντιλήψεις. «Η θρησκεία στάθηκε η αφορμή για εγκληματικές και ανόσιες πράξεις» ισχυρίζεται (δίνοντας, περιπαιχτικά, άλλο νόημα στη λέξη «ανόσιος», προκειμένου να περιγράψει τις πράξεις εκείνων που πιστεύουν, και όχι των εχθρών τους).

Ως παράδειγμα χρησιμοποιεί τη μυθολογική ιστορία του Αγαμέμνονα και της θυσίας της κόρης του Ιφιάνασσας (περισσότερο γνωστής με το όνομα Ιφιγένεια) προς τιμή της Άρτεμης στην Αυλίδα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο στόλος του είχε καθηλωθεί από την άπνοια -τιμωρία που είχε επιβληθεί στον Αγαμέμνονα επειδή είχε σκοτώσει ένα ελάφι σε έναν χώρο αφιερωμένο στη θεά Άρτεμη. «Τόσο μεγάλη ήταν η επιρροή της θρησκείας σε πράξεις φριχτές» καταλήγει ο Λουκρήτιος: Tantum religio potuit suadere malorum, ένας από τους πιο διάσημους στίχους του ποιητή (ο Βολταίρος, για παράδειγμα, τον έστειλε στον Φρειδερίκο Β' της Πρωσίας το 1737 για να τονίσει την ανάγκη για εκκοσμίκευση).

Αυτό που θέλει να τονίσει ο Λουκρήτιος είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη μας για τη μεταβαλλόμενη φύση του ανέμου (την οποία εξηγεί σε άλλο σημείο με καθαρά υλιστικούς όρους) δεν είναι απλώς ένα λάθος. Όταν αποτυγχάνουμε να αντιληφθούμε την αλήθεια για τη φύση, και πιο συγκεκριμένα όταν υποκαθιστούμε την επιστημονική με τη θρησκευτική εξήγηση, αυτό μπορεί να έχει τρομερές συνέπειες. Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ότι ο Λουκρήτιος επιλέγει ως παράδειγμά του μία θυσία - το βασικό συστατικό του θρησκευτικού τελετουργικού στην αρχαιότητα: αν και φυσικά η απεχθής διάσταση της συγκεκριμένης θυσίας έχει να κάνει με το ότι το θύμα είναι άνθρωπος, οι επιπρόσθετες συνδηλώσεις είναι ότι οποιοδήποτε είδος αιματηρής θυσίας δεν είναι απλώς αναποτελεσματική αλλά ενδέχεται επίσης να προκαλεί σωματικό και ψυχικό πόνο. Χωρίς να το λέει ξεκάθαρα, ο Λουκρήτιος αφήνει να φανεί ότι καταστροφικές πράξεις που επιτελούνται στο όνομα των θεών θα ήταν ολωσδιόλου καταδικαστέες σε άλλες εκφάνσεις της ζωής μας.

Επομένως, το διακύβευμα των ορθών και των εσφαλμένων αντιλήψεων δεν περιορίζεται στον ψυχολογικό πόνο. Οι εσφαλμένες αντιλήψεις έχουν συνέπειες, μερικές φορές αιματηρές. Ο Λουκρήτιος γνωρίζει καλά ότι με το να επισημαίνει την ασέβεια που χαρακτηρίζει τις συμβατικές δοξασίες περί θεών αντιπαραθέτει τη δική του αλήθεια, με τρόπο δυναμικό, απέναντι σε μία εδραιωμένη θεολογία. Καθώς απευθύνεται στον αποδέκτη του ποιήματος του Μέμμιο, προβλέπει ότι:

Θα έρθει μια μέρα που κι εσύ ο ίδιος,

επηρεασμένος από τα τρομακτικά λόγια των ιερέων,

θα ζητήσεις να αποσυρθείς από την κοινότητά μας.

Γιατί, πραγματικά, πολλές ονειροφαντασίες

μπορούν να επινοήσουν, ικανές να ανατρέψουν

τον ρυθμό της ζωής σου και να ταράξουν με τον φόβο

κάθε σου ευτυχία. Και δικαιολογημένα.

Γιατί αν οι άνθρωποι έβλεπαν πως υπάρχει ένα καθορισμένο τέλος

στα βάσανά τους, θα είχαν τη δύναμη να αντισταθούν

με κάποιον τρόπο στις προβλέψεις και στις απειλές των ιερέων.


Το διακύβευμα εδώ είναι ποιος μπορεί να μιλάει με εγκυρότητα για τους θεούς. Ποιος λέει την αλήθεια, οι ιερείς ή οι φιλόσοφοι; Η λέξη ιερέας (vates) στα λατινικά καλύπτει σημασιολογικά ως όρος τόσο εκείνους που εξειδικεύονται σε μια συγκεκριμένη λατρεία όσο και τους παραδοσιακούς ποιητές. Η επίθεση του Λουκρήτιου, επομένως, έχει ως στόχο τόσο τις εδραιωμένες δομές της κρατικής θρησκείας όσο και το σύνολο των παραδοσιακών μύθων. Οι ιστορίες είναι όπλα που «απειλούν τις θρησκευτικές δοξασίες» στις οποίες ο αληθινός φιλόσοφος πρέπει να «εναντιώνεται». Ο Λουκρήτιος εδώ ακούγεται πιο μοντέρνος από ποτέ, καθώς παρουσιάζει τον επιστημονικό υλισμό ως μία πιο ακριβή και περισσότερο ανοιχτόμυαλη από κοινωνική άποψη εναλλακτική σε σύγκριση με τα «όνειρα» που επινοεί η παραδοσιακή θρησκεία.

Ο Λουκρήτιος ήταν διάσημος στην αρχαιότητα για τις μεγαλειώδεις αποτυπώσεις της επιβλητικής δύναμης της φύσης (όπως αυτές του Turner), αλλά αυτό που βρίσκει κανείς σε αυτά τα φανταχτερά αποσπάσματα δεν είναι απλώς μία ζωηρή επίδειξη των ποιητικών του ικανοτήτων: ήθελε με τον στίχο του να συλλάβει τη μαγεία του κόσμου γύρω μας και να μας διδάξει ότι πρέπει να αναζητήσουμε το «θείο» στην ύλη και όχι σε κάποιον φανταστικό θεό.

Ήταν άθεοι οι επικούρειοι, όπως τους θεωρούσαν οι αντίπαλοί τους; Σίγουρα η αθεΐα αποτελούσε τη λογική εξέλιξη της κοσμοθεωρίας τους και σίγουρα αντιλαμβάνονταν ότι βρίσκονταν σε αντιπαράθεση με τη συμβατική θρησκεία. Αλλά για κάποιον λόγο αδυνατούσαν να απελευθερωθούν πλήρως από τα δεσμά της.

Τίποτα απ’ όσα φοράς δεν είναι πιο όμορφο από το χαμόγελό σου

Τα χαμόγελα έχουν τη δύναμη να μας ενώσουν με τους ανθρώπους γύρω μας. Ωστόσο υπάρχουν κάποια στοιχεία για τη δύναμη του χαμόγελου, τα οποία αποδεικνύουν πόσο σημαντικό είναι τελικά στην καθημερινή μας ζωή.. Βρείτε παρακάτω μερικά από αυτά.

1. To χαμόγελο μιας φτιάχνει τη διάθεση

Ακόμη και το πιο απλό χαμόγελο, κινεί τους μύες του προσώπου μας κάνοντας τον εγκέφαλό μας να εκκρίνει ενδορφίνες σε όλο μας το σώμα. Οι ενδορφίνες είναι οι ορμόνες της χαράς και μας φτιάχνουν πάντα τη διάθεση. Επομένως ένα χαμόγελό μας, δεν φτιάχνει μόνο τη διάθεση των άλλων αλλά και τη δική μας.

2. Το χαμόγελο μας αποφορτίζει από το στρες

Το χαμόγελο ενεργοποιεί την απελευθέρωση πολύ δυνατών νευροπεπτιδίων τα οποία καταπολεμούν το στρες και χαλαρώνουν το σώμα μας. Ακόμη μειώνει την πίεση της καρδιάς και του αίματος. Επιπλέον, το χαμόγελό μας μπορεί να μειώσει και το στρες των άλλων και να κάνει καλό και στην υγεία τους επίσης.

3. Το χαμόγελο τονώνει το πρόσωπό μας

Χρειάζεται να τεθούν σε λειτουργία λιγότεροι μύες του προσώπου μας για να χαμογελάσουμε από ότι για να κατσουφιάσουμε. Το χαμόγελό μας, βοηθά στην τόνωση των μυών του προσώπου μας και επιπλέον μπορούμε ευκολότερα να επικοινωνήσουμε τα συναισθήματά μας στους άλλους.

4. Το χαμόγελο είναι η πιο αναγνωρίσιμη έκφραση

Ένα χαμόγελο μπορεί να αναγνωριστεί ακόμη και από τα 300 μέτρα και έχει την ικανότητα να μπορεί να χτίσει δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων είτε γνωρίζονται μεταξύ τους είτε όχι. Ένα χαμόγελο μπορεί να χτίσει εμπιστοσύνη και αυτοπεποίθηση για την επαφή δύο ατόμων και δίνει επιπλέον το μήνυμα ότι επικοινωνούν με κάποιον τον οποίο αξίζει να γνωρίσουν.

5. Τα μωρά γεννιούνται με την ικανότητα να χαμογελούν

Τα μωράκια γεννιούνται με την ικανότητα να χαμογελούν χωρίς αυτό να είναι κάτι που το έχουν διδαχθεί.

6. Το χαμόγελο είναι κάτι παραπάνω από το να δείχνουμε απλά τα δόντια μας

Παρόλο που μια ίσια οδοντοστοιχία μπορεί να κάνει πιο ευχάριστο ένα χαμόγελο, τα χείλη μας είναι εξίσου σημαντικά. Έχει παρατηρηθεί κατόπιν ερευνών ότι ένα χαμόγελο από περιποιημένα χείλη είναι πιο θελκτικό και δίνει πιο φιλική διάθεση από ένα χαμόγελο από σκασμένα χείλη.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΡΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ

Αναζητούν για τους εαυτούς τους ησυχαστήρια, στην εξοχή, στη θάλασσα ή στα βουνά- [εσύ ο ίδιος έχεις τη συνήθεια να επιθυμείς ιδιαίτερα αυτά τα πράγματα]. Αλλά είναι κάτι τελείως ανόητο, καθώς μπορείς, οποιαδήποτε στιγμή θέλεις, να βρεις ένα ησυχαστήριο εντός σου. Σε κανέναν τόπο, πράγματι, ο άνθρωπος δεν αποτραβιέται πιο ήσυχα και πιο μακριά από τις ενασχολήσεις απ’ ό,τι κάνει με την ψυχή του, κυρίως αυτός που κατέχει μέσα του τέτοιες αρχές που, αν διεισδύσει σε αυτές, νιώθει αμέσως όσο πιο άνετα γίνεται- λέγοντας «άνετα» δεν αναφέρομαι παρά στην αταραξία. Επομένως, εξασφάλισε στον ίδιο σου τον εαυτό με σταθερότητα ένα τέτοιο ησυχαστήριο και ανανέωσε τον εαυτό σου.

Είναι, άλλωστε, σύντομες και στοιχειώδεις οι έννοιες που, μόλις τις βρούμε, αρκούν για να ξεπλύνουν όλο τον πόνο και να σε στείλουν εκ νέου, απαλλαγμένο από οργή, στα πράγματα όπου επιστρέφεις. Για ποιο πράγμα οργίζεσαι; Για την κακία των ανθρώπων; Σκέψου την αρχή «τα λογικά όντα έχουν γεννηθεί το ένα για τo άλλο», «η ανοχή είναι μέρος της δικαιοσύνης», «σφάλλουν ενάντια στη θέλησή τους» και «όσοι εχθροί μεταξύ τους, κοίταζαν ο ένας τον άλλον με δυσπιστία, όσοι μισούσαν ο ένας τον άλλον, όσοι εξαπέλυαν ο ένας στον άλλο χτυπήματα, είναι ήδη θαμμένοι και έχουν γίνει στάχτες», και σταμάτα μια και καλή να οργίζεσαι! Ή μήπως οργίζεσαι γι’ αυτό που έχει κατανεμηθεί στο σύμπαν; Λοιπόν, θα σταματήσεις να το κάνεις επαναλαμβάνοντας τη διάκριση «ή σύμπαν ή άτομα», και όχι τα επιχειρήματα με βάση τα οποία έχει αποδειχθεί ότι το σύμπαν είναι όπως μία πόλη. Σε πλήττουν τα ζητήματα του σώματος; Σταμάτα να οργίζεσαι σκεπτόμενος ότι ο νους δεν αναμειγνύεται με το ζωτικό πνεύμα στην ομαλή ή την απότομη κίνηση αυτού, αν έχει κατακτήσει τον εαυτό του και έχει αναγνωρίσει τη δύναμή του· σκέψου τις αρχές που σχετίζονται με τον πόνο και την ηδονή, που έχεις ακούσει και με τις οποίες συμφωνείς. Αλλά η μίζερη φήμη σε παρασύρει; Στρέψε το βλέμμα σου στην ταχύτητα με την οποία όλα ξεχνιούνται, στην άβυσσο της αιωνιότητας, η οποία είναι άπειρη με κάθε έννοια, στο κενό της ηχούς, στη μεταστροφή και την απερισκεψία αυτού που θα ήθελε να σε κρίνει, στη στενότητα του χώρου στον οποίο η φήμη περικλείεται. Πράγματι, ολόκληρη η γη είναι ένα σημείο και ποια γωνίτσα θα είναι ποτέ αυτή η περιοχή που κατοικείται; Και έπειτα ποιοι, πόσοι και τι είδους θα είναι αυτοί που θα σε επαινέσουν;

Όσον αφορά τα υπόλοιπα, να θυμάσαι όχι μπορείς να αποσυρθείς σε εκείνον τον μικρό χώρο που ανήκει σε εσένα τον ίδιο και πρώτα απ’ όλα μη βασανίσεις τον εαυτό σου, μην πιεστείς, αλλά να είσαι ελεύθερος και να παρατηρείς τα πράγματα ως άντρας, ως άνθρωπος, ως πολίτης, ως θνητός.

Μάρκος Αυρήλιος, Σκέψεις 4,3,1-9

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Ποιους ανθρώπους τελικά αποκαλώ μορφωμένους.

Πρώτα εκείνους που χειρίζονται με σύνεση τα καθημερινά τους ζητήματα και εκφέρουν ανάλογα με τις περιστάσεις γνώμη σωστή και ικανή να εξυπηρετήσει καλύτερα το συμφέρον.

Έπειτα, εκείνους που συμπεριφέρονται σωστά και δίκαια στα άτομα που συναναστρέφονται, και εκείνους που υπομένουν εύκολα και καρτερικά τους απεχθείς και ενοχλητικούς, και εκείνους που συμπεριφέρονται στους άλλους με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιείκεια και μετριοπάθεια.

Επίσης, εκείνους που κυριαρχούν απόλυτα στις ηδονές και δεν υποκύπτουν στις συμφορές, αλλά τις αντιμετωπίζουν σαν άντρες, με τρόπο αντάξιο της φύσης στην οποία ζούμε.

Τέταρτο και σπουδαιότερο, εκείνους που δεν διαφθείρονται από την ευτυχία, που δεν αφήνουν τον χαρακτήρα τους να αλλοιωθεί, που δεν γίνονται υπερόπτες και που, έχοντας μάθει να μην ξεπερνούν τα όρια του μέτρου, δεν ευχαριστιούνται περισσότερο με τα αγαθά που αποκτούν από εύνοια της τύχης, αλλά με εκείνα που αποκτούν από τη φύση ή την ίδια τους τη φρόνηση.

Οι άνθρωποι των οποίων οι ψυχικές δυνάμεις είναι επιτυχώς εναρμονισμένες όχι με μία από αυτές τις ικανότητες αλλά με όλες, πιστεύω ότι είναι και σώφρονες και τέλειοι άνθρωποι και ότι διαθέτουν όλες τις αρετές. Για τους μορφωμένους, λοιπόν, ανθρώπους αυτές είναι οι απόψεις μου.

Δρόμοι που μοιάζουν δίχως διέξοδο, είναι μάλλον σταυροδρόμια παρά αδιέξοδα

«Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας»: αυτός ο ισχυρισμός του Σαρτρ φαίνεται περίπλοκος, αλλά δεν είναι. Σημαίνει απλώς ότι είμαστε ελεύθεροι να υπάρχουμε, να εφεύρουμε τον εαυτό μας και να τον διορθώσουμε μέσα στη ζωή μας, όπως και την ιστορία μας. Οποιαδήποτε και αν είναι πρώτη, δεν είναι η «ουσία» αυτό που ο θεός επιθυμεί να γίνουμε ή αυτό που το γονιδίωμά μας ή η κοινωνική μας τάξη θα καθορίσει να είμαστε. Με τον ισχυρισμό αυτό, που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπαρξιστικής φιλοσοφίας του, ο Ζαν Πολ Σαρτρ ανήκει στην κατηγορία των φιλοσόφων του «γίγνεσθαι». Το ίδιο και ο Νίτσε όταν, στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, επαναλαμβάνει την εντολή του Πίνδαρου: «Γίνε αυτό που είσαι». Για να επιτευχθεί αυτό, για να διεκδικήσουμε με επιτυχία τη μοναδικότητά μας, χρειάζεται όντως μια ζωή. Χρειάζεται η περιπέτεια και οι κακουχίες, να τολμάμε να εγκαταλείψουμε την άνεση της συνήθειας.

Αυτοί οι φιλόσοφοι του «γίγνεσθαι» αντιτίθενται στους φιλοσόφους της ουσίας, οι οποίοι δεν επικεντρώνονται τόσο στην ιστορία του ατόμου όσο στην αμετάβλητη αλήθεια του, σε αυτό που αποκαλούν οι χριστιανοί «ψυχή» ο Λάιμπνιτς «ουσία» κι ο Καρτέσιος «εγώ». Αυτή η αντίθεση χρονολογείται από τις πρώτες μέρες της φιλοσοφίας, σε εκείνους τους σοφούς πριν από τον Σωκράτη, οι οποίοι ονομάζονται «προσωκρατικοί»: στον Ηράκλειτο και στον Παρμενίδη. Από τη μια, ο Ηράκλειτος, στοχαστής του «γίγνεσθαι», ο οποίος χρησιμοποιεί τη μεταφορά του ποταμού για να συμβολίσει την αέναη κίνηση των πάντων: «Δεν κολυμπάμε ποτέ δύο φορές στο ίδιο ποτάμι». Από την άλλη, ο Παρμενίδης, στοχαστής του «είναι», ο οποίος ορίζει τον θεό ως «το ακίνητο και αιώνιο Ον». Στην παράδοσή μας, ο Παρμενίδης ξεπέρασε τον Ηράκλειτο. Οι ηρακλείτειοι, όπως ο Νίτσε ή ο Σαρτρ, είναι μειοψηφία. Σημαντικοί φιλόσοφοι -ο Πλάτωνας, ο Καρτέσιος, ο Λάιμπνιτς…- είναι σχεδόν όλοι τους παρμενικοί: πιστεύουν περισσότερο στο «είναι» απ’ ό,τι στο «γίγνεσθαι». Αυτό είναι ένα πρόβλημα στη συλλογιστική μας για την αρετή της αποτυχίας. Αν οι αποτυχίες μας μπορούν να μας βοηθήσουν να «γίνουμε», μπορεί πράγματι να αποβεί επικίνδυνο να ανακαλύψουμε το «είναι» μας. Κι αυτό επειδή τότε θα θεωρούσαμε ότι η αποτυχία μας δίνει μια απάντηση για το π είμαστε και γι’ αυτό τη βιώνουμε άσχημα. Βιώνοντας, όμως, διαφορετικά την αποτυχία, θέτουμε το ερώτημα για το π θα μπορούσαμε να γίνουμε. Πιστεύοντας ότι η αποτυχία μπορεί να μας βοηθήσει να αναδυθούμε πάλι, να ξαναβρούμε τον προσανατολισμό μας συγκλίνουμε σε μια φιλοσοφίας του «γίγνεσθαι»· είναι η επιλογή ανάμεσα στον Ηράκλειτο και στον Παρμενίδη.

Άλλωστε, οι αποτυχίες μας έχουν το πλεονέκτημα ότι μπορούν να μας κάνουν διατεθειμένους στην προώθηση αλλαγής κατεύθυνσης, μιας υπαρξιακής αλλαγής πορείας που θα αποδειχθεί επιτυχής. Η σημασία τους μερικές φορές εμποτίζει τη ζωή μας και καθορίζει την επανακατεύθυνσή μας. Κι αυτή είναι άλλη μια αρετή της αποτυχίας το ότι μας κάνει διαθέσιμους και ανοιχτούς σε νέα πράγματα.

Αν ο Κάρολος Δαρβίνος δεν είχε αποτύχει διαδοχικά στις σπουδές του στην ιατρική και στη θεολογία, ποτέ δεν θα είχε μπαρκάρει για αυτό το μακρύ ταξίδι το τόσο αποφασιστικό στην κατάρτιση και τη σκέψη του, ώστε να οδηγηθεί στην κατανόηση των μηχανισμοί της εξέλιξης.

Ο νεαρός Κάρολος Δαρβίνος ξεκίνησε σπουδάζοντας ιατρικά στη Σκοτία, μιας και ο πατέρας του, όντας γιατρός και ο ίδιος, επιθυμούσε να ακολουθήσει τα βήματά του. Σοκαρισμένος από τις βίαιες μεθόδους της χειρουργικής, βρίσκοντας βαρετά τα θεωρητικά μαθήματα, πέρασε κάποιο χρόνο παρατηρώντας πουλιά από το παράθυρο ώσπου αποφάσισε να εγκαταλείψει την ιατρική σχολή, στη συνέχεια γράφτηκε στο Χριστιανικό Κολέγιο του Κέιμπριτζ για να λάβει θεολογική εκπαίδευση ώστε να γίνει αγγλικανός ιερέας. Ωστόσο ούτε αυτή τη φορά κατάφερε να αφοσιωθεί στις σπουδές του, προτιμώντας να ιππεύει και να συλλέγει σκαθάρια από το να ακούει κηρύγματα για τον Θεό, κι έτσι διέκοψε και πάλι τις σπουδές του. Δύο διαδοχικές αποτυχίες που δεν του δίδαξαν τίποτα ουσιαστικό για τo ανθρώπινο σώμα ή την αλήθεια του Θεού, ωστόσο τον έκαναν διαθέσιμο για μια περιπέτεια που διάφορες ποτέ δεν θα είχε δοκιμάσει. Ο Δαρβίνος αποφάσισε να μπαρκάρει με ένα πλοίο για δύο χρόνια. Οι σειρήvες του Beagle ακούγονταν στο λιμάνι Γούλγουιτς, στον Τάμεση. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Η κλίση του ήρθε στο φως σε αυτό το ταξίδι, παρατηρώντας τα είδη που συναντούσαν στην πορεία τους. Ιδού τι πρέπει να γνωρίζουν οι μαθητές που ταλανίζονται προσπαθώντας να βρουν τον δρόμο τους. Όλοι θα πρέπει να διαβάσουν το Ταξιδεύοντας με το Beagle του Κάρολου Δαρβίνου.

Αν και στην αρχή αντιμετωπίζονται ως δρόμοι που μοιάζουν δίχως διέξοδο, μερικές αποτυχίες είναι μάλλον σταυροδρόμια παρά αδιέξοδα. Ανακαλύπτοντας αυτές τις διαδρομές ζωής, σκεφτόμαστε τη μεταφορά με τον βράχο που αναπτύσσει ο Σαρτρ στο έργο του Το Είναι και το Μηδέν: «0 βράχος θα μου προβάλει μεγάλη αντίσταση αν θελήσω να τον μετακινήσω. Αν θέλω, όμως, να ανέβω και να θαυμάσω το τοπίο θα με βοηθήσει πολύ». Επειδή υπάρχουμε στον χρόνο και μπορούμε να θέτουμε νέους στόχους στη δράση μας, έχουμε τη δύναμη, γράφει ο Σαρτρ μερικές γραμμές πιο κάτω, να κάνουμε το «εμπόδιο» του βράχου ένα “βοήθημα” για ένα νέο έργο. Αυτό σημαίνει να υπογραμμίζουμε τη δύναμη του πνεύματός μας, την παρουσία μας. Η κεντρική ιδέα του σαρτρικού υπαρξισμού είναι το «έργο». Το να υπάρχουμε δεν σημαίνει να απολαμβάνουμε μια σταθερή και αιώνια αλήθεια. Η ύπαρξη απαιτεί να προβάλλουμε συνεχώς τον εαυτό μας στο μέλλον. Γνωρίζοντας το φράγμα της αποτυχίας, μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που οι ίδιοι προβαλλόμαστε και να το κάνουμε αρχή μας.

Βρήκαν τον τρόπο ώστε τα φυτά να χρειάζονται λιγότερο νερό

Διεθνής ομάδα επιστημόνων, βρήκαν ένα πρωτοποριακό τρόπο τροποποίησης των φυτών, έτσι ώστε αυτά να μπορούν να αναπτύσσονται ταχύτερα και επιπλέον να χρειάζονται λιγότερο νερό.

Με δεδομένο ότι η παγκόσμια γεωργία εκτιμάται ότι απορροφά για τις αρδευτικές και άλλες ανάγκες της περίπου το 70% της παγκόσμιας κατανάλωσης νερού, τέτοιες καινοτομίες μπορούν στο μέλλον να βοηθήσουν σε αποτελεσματικότερες καλλιέργειες και σε εξοικονόμηση νερού.

Οι ερευνητές από τη Βρετανία, τη Γερμανία και την Κίνα, που πειραματίσθηκαν με το φυτό Αραβιδόψις (που ανήκει στην οικογένεια του φυτού της μουστάρδας) και έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Science", ανέπτυξαν μια νέα μέθοδο, ώστε να επιταχύνουν το άνοιγμα και το κλείσιμο των στομάτων, δηλαδή των μικροσκοπικών πόρων των φύλλων, μέσω των οποίων εισέρχεται στα φυτά το διοξείδιο του άνθρακα του αέρα, ώστε να πραγματοποιηθεί η φωτοσύνθεση.
Τα φυτά χάνουν το μεγαλύτερο μέρος του νερού τους με τη μορφή υδρατμών από τα στόματα αυτά μέσω της διαδικασίας της διαπνοής. Χάρη στη νέα τεχνική, τα φυτά χάνουν πλέον λιγότερο νερό στην ατμόσφαιρα, χωρίς να μειώνεται η ποσότητα του διοξειδίου που απορροφούν από αυτήν για τις ενεργειακές ανάγκες τους. Προηγούμενες απόπειρες να «χειραγωγηθούν» οι πόροι των φύλλων και έτσι να εξοικονομηθεί νερό, είχαν ως «τίμημα» να μειώνεται το εισερχόμενο διοξείδιο, άρα να επιβραδύνεται η φωτοσύνθεση και η ανάπτυξη του φυτού.

Με τη νέα τεχνική, γίνονται και το δύο, χωρίς το ένα (εξοικονόμηση νερού) να αποβαίνει σε βάρος του άλλου (παραγωγή βιομάζας και ανάπτυξη του φυτού). Τα τροποποιημένα φυτά, υπό κανονικές συνθήκες, αναπτύσσονται πιο γρήγορα και παράλληλα χρειάζονται λιγότερο νερό, αφού έχουν μικρότερες απώλειες στο περιβάλλον.

«Τα φυτά πρέπει να πετύχουν τον καλύτερο δυνατό συμβιβασμό ανάμεσα στη φωτοσύνθεση και στην απώλεια νερού, ώστε να διασφαλίσουν την ανάπτυξη και απόδοσή τους. Υιοθετήσαμε μια προσέγγιση που χρησιμοποιείται πλέον στη νευροεπιστήμη και λέγεται οπτογενετική, ώστε να εφοδιάσουμε καλύτερα τα στόματα, που παίζουν ουσιώδη ρόλο στην εξισορρόπηση ανάμεσα στην πρόσληψη του διοξειδίου του άνθρακα και στην απώλεια του νερού. Χρησιμοποιήσαμε ένα γενετικό εργαλείο που δρα σαν 'διακόπτης', επιτρέποντας στα στόματα να συγχρονιστούν καλύτερα με τις συνθήκες του φωτός και συνεπώς να βελτιώσουν την απόδοση του φυτού σε συνθήκες φωτισμού που συχνά υπάρχουν στη γεωργία».

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα λογοτεχνικά είδη, Επική ποίηση, Το μυθολογικό έπος

Η επική ποίηση, ένα από τα τρία βασικά γένη της ποίησης μαζί με τη δραματική και τη λυρική, γίνεται πεδίο αισθητικών αντιπαραθέσεων κατά την ελληνιστική περίοδο. Το έπος αμφισβητήθηκε κυρίως από τον λόγιο ποιητή και εμπνευστή της νεωτερικής ποιητικής Καλλίμαχο τον Κυρηναίο, ο οποίος απέρριπτε την αφήγηση ηρωικών πράξεων σε πολλούς στίχους [Καλλίμαχος, Αἴτια απ.1]∙ σύμφωνα μάλιστα με την αρχαία βιογραφική παράδοση, η άρνησή του να συγγράψει ηρωικό έπος τον έφερε σε ευθεία σύγκρουση με τον νεότερο σύγχρονό του, ίσως και μαθητή του, Απολλώνιο τον Ρόδιο.
 
Κατά την ελληνιστική εποχή λοιπόν, κατά την οποία αναθεωρούνται τα παραδοσιακά λογοτεχνικά είδη και εισάγονται νέες ποιητικές φόρμες, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αποτελεί μια εξαιρετική περίπτωση επικού ποιητή που θέλησε να μιμηθεί δημιουργικά την παράδοση του ομηρικού έπους. Έγραψε τα Αργοναυτικά, ένα έπος σε 4 βιβλία συνολικά 6000 περίπου στίχων, στο οποίο αφηγείται την αργοναυτική εκστρατεία στο σύνολό της: πώς ο Πελίας ανέθεσε στον Ιάσονα να του φέρει το Χρυσόμαλλο Δέρας από την Κολχίδα∙ πώς ο Ιάσονας συγκέντρωσε γύρω του τους ήρωες και ξεκίνησε με την Αργώ για το μεγάλο ταξίδι; πώς ο Ιάσονας κατάφερε να πάρει το Δέρας από τον βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη με τη βοήθεια της κόρης του, της μάγισσας Μήδειας∙ πώς ο Ιάσονας μαζί με τη Μήδεια και τους Αργοναύτες παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής∙ πώς τελικά η ερωτική σχέση Ιάσονα και Μήδειας ολοκληρώνεται με γάμο και οι ήρωες επιστρέφουν στην Ιωλκό.
 
Ο καμβάς των Αργοναυτικών είναι αναμφίβολα ομηρικός. Ο Απολλώνιος γράφει σε δακτυλικό εξάμετρο και ομηρική διάλεκτο, αξιοποιώντας όλα τα παραδοσιακά στοιχεία του έπους, όπως η λογοτυπική γλώσσα, το προοίμιο, οι παρομοιώσεις, οι περιγραφές και οι τυπικές σκηνές. Ακόμη και θεματικά ο Απολλώνιος τονίζει τους δεσμούς του με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, με την πρώτη όταν ενθέτει στο έπος του καταλόγους με ονόματα ηρώων ή περιγράφει μάχες και με τη δεύτερη όταν αφηγείται τον νόστο των Αργοναυτών ξαναγράφοντας τις βασικές περιπέτειες του Οδυσσέα. Ωστόσο, τα Αργοναυτικά αποτελούν και δείγμα μοντέρνου έπους, με κύριο γνώρισμα την υποχώρηση του ηρωικού στοιχείου (ο Ιάσονας είναι το πρότυπο του αντιήρωα καθώς έρχεται σε αντίθεση με αρχαϊκούς ήρωες όπως ο Ηρακλής), αφού η αληθινή πρωταγωνίστρια του έπους είναι η Μήδεια. Παράλληλα, η έμφαση στο θέμα του έρωτα και την ψυχοπαθολογία του φέρνει πολύ κοντά τον Απολλώνιο στη Μήδεια του Ευριπίδη [Απολλώνιος, Ἀργοναυτικὰ 3.947-972]. Δύο ακόμη στοιχεία, η λογιότητα που αποτυπώνεται σε μυθολογικές και γεωγραφικές παρεκβάσεις καθώς και σε μια σειρά από αίτια, και επίσης οι έμμεσες αναφορές (κυρίως δια του προσωπείου του Απόλλωνα) στον Πτολεμαίο Φιλάδελφο παραπέμπουν σαφέστατα στην αλεξανδρινή ποιητική.
 
Εκτός από τον Απολλώνιο, στον οποίο ανήκει το μοναδικό ολοκληρωμένο ηρωικό έπος της αρχαιότητας ανάμεσα στον Όμηρο και στην Αινειάδα του Βιργιλίου, υπήρξαν και άλλοι ποιητές που έγραψαν έπη, δηλαδή εξαμετρικά ποιήματα, με μυθολογικό θέμα. Στον απόηχο των Αργοναυτικών γράφεται το πιο γνωστό από αυτά, το χαμένο πλέον μυθολογικό έπος Ηράκλεια, του Ριανού από την Κρήτη (γεν. 275 π.Χ.).

Κείμενα:

· Απολλώνιος, Αργ. 1.1-4 (Προοίμιο)
· Απολλώνιος, Αργ. 1.20-233 (Κατάλογος ηρώων)
· Απολλώνιος, Αργ. 1.721-773 (Περιγραφή του μανδύα του Ιάσονα)
· Απολλώνιος, Αργ. 2.528-647 (Το πέρασμα από τις Συμπληγάδες)
· Απολλώνιος, Αργ. 3.1-5 (Επίκληση στην Ερατώ)
· Απολλώνιος, Αργ. 3.744-824 (Το δίλημμα της Μήδειας)
· Απολλώνιος, Αργ. 4.452-1169 (Κίρκη, Σειρήνες, Σκύλλα, Χάρυβδη, Πλαγκτές, Φαίακες)