Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (710-729)

φέρε νυν φράσον μοι, ταῦτ᾽ ἀρέσκει σφῷν; ΒΛ. & ΧΡ. πάνυ.
ΠΡ. βαδιστέον τἄρ᾽ ἐστὶν εἰς ἀγορὰν ἐμοί,
ἵν᾽ ἀποδέχωμαι τὰ προσιόντα χρήματα,
λαβοῦσα κηρύκαιναν εὔφωνόν τινα.
ἐμὲ γὰρ ἀνάγκη ταῦτα δρᾶν ᾑρημένην
715 ἄρχειν, καταστῆσαί τε τὰ ξυσσίτια,
ὅπως ἂν εὐωχῆσθε πρῶτον τήμερον.
ΒΛ. ἤδη γὰρ εὐωχησόμεσθα; ΠΡ. φήμ᾽ ἐγώ.
ἔπειτα τὰς πόρνας καταπαῦσαι βούλομαι
ἁπαξαπάσας. ΒΛ. ἵνα τί; ΧΡ. δῆλον τουτογί·
720 ἵνα τῶν νέων ἔχωσιν αὗται τὰς ἀκμάς.
ΠΡ. καὶ τάς γε δούλας οὐχὶ δεῖ κοσμουμένας
τὴν τῶν ἐλευθέρων ὑφαρπάζειν Κύπριν,
ἀλλὰ παρὰ τοῖς δούλοισι κοιμᾶσθαι μόνον
κατωνάκῃ τὸν χοῖρον ἀποτετιλμένας.
725 ΒΛ. φέρε νυν ἐγώ σοι παρακολουθῶ πλησίον,
ἵν᾽ ἀποβλέπωμαι καὶ λέγωσιν ἐμὲ ταδί·
«τὸν τῆς στρατηγοῦ τοῦτον οὐ θαυμάζετε;»
ΧΡ. ἐγὼ δ᾽ ἵν᾽ εἰς ἀγοράν γε τὰ σκεύη φέρω,
προχειριοῦμαι κἀξετάσω τὴν οὐσίαν.

ΧΟΡΟΣ

***
(στο Βλέπυρο και το Χρέμη)
Το λοιπόν σάς αρέσουν όλα ετούτα;
710 ΒΛΕ. & ΧΡΕ. Και με το παραπάνω! ΠΡΑ. Τώρα φεύγω
στην Αγορά για να παραλαβαίνω
τα πράγματα, που θα μου παραδίνουν.
Και θα ᾽χω στο πλευρό μου μιαν τελάλισσα
φωνακλού. Για όλα πρέπει να φροντίσω.
Στρατηγίνα με βγάλαν. Θα οργανώσω
τα συσσίτια και θα σας ετοιμάσω
για την πρώτην ημέρα ωραίο ξεφάντωμα.
ΒΛΕ. Ξεφάντωμα λοιπόν; ΠΡΑ. Το λόγο μου έχετε.
(σε λίγο)
Θα κλείσω αράδα τα πορνεία! ΒΛΕ. Γιατί;
ΧΡΕ. (δείχνοντας τις γυναίκες του Χορού)
720 Αυτές θα «δρέπουν» τον ανθό της νιότης.
ΠΡΑ. Κι οι σκλάβες δε θα βγαίνουν στολισμένες
να κάνουν πεζοδρόμιο και να κλέβουν
το δίκιο των ελεύθερων κυράδων.
Να πλαγιάζουν μονάχα με τους σκλάβους
και να ᾽χουν μαδημένη τη φωλιά τους.
ΒΛΕ. Απόκοντα κι εγώ μαζί σου θά ᾽ρθω
να με βλέπει ο λαός και να με δείχνει:
«Καμαρώστε τον! Είναι αυτός ο άντρας
της Στρατηγίνας». ΧΡΕ. Χάιντε, πάω κι εγώ
στο φτωχικό μου για να κουβαλήσω
στην Αγορά τα υπάρχοντά μου, αφού
τα καταγράψω και τα δεματιάσω.

ΧΟΡΟΣ
(Ο Χορός χορεύει δίχως να τραγουδά.)

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, ΠΟΤΑΜΟΙ

Οι Έλληνες θεωρούσαν τους ποταμούς θεούς ή παιδιά θεών, ότι από ποταμούς κατάγονταν σπουδαίοι άνθρωποι, Νύμφες κυκλοφορούσαν σε πηγές και κρήνες που θεωρούνταν τόποι εξαιρετικών γεγονότων· νερά από συγκεκριμένους υδάτινους πόρους θεωρούνταν γονιμοποιά, γι' αυτό και σχετίζονταν με το τελετουργικό λουτρό του γαμπρού και της νύφης πριν τον γάμο· νεογέννητα καθαίρονταν σε νερά ή από νερά συγκεκριμένης ιερής πηγής· στα νερά της Στύγας ορκίζονταν οι θεοί -ήταν ο πιο ιερός τους όρκος· νερά λίμνης διέσχιζαν οι νεκροί, για να μεταβούν στον κάτω των σκιών, με νερό καθαίρονταν όσοι είχαν έλθει σε επαφή με το μίασμα του θανάτου και το σπίτι του νεκρού· με νερό καθαίρονταν το ζώο της θυσίας και όσοι συμμετείχαν στο τελετουργικό της θυσίας, στην προσευχή, σε οποιοδήποτε τελετουργικό στο οποίο γινόταν επίκληση στους θεούς…

Αρκετοί από τους ποτάμιους θεούς εμπλέκονται οι ίδιοι σε ερωτικές ιστορίες ή γίνονται μάρτυρες ερώτων που συχνά εξελίσσονται κοντά τους ή μέσα. Σχετίζονται όμως και με τον θάνατο, μάλιστα πολλές φορές μετονομάζονται παίρνοντας το όνομα αυτού που έπεσε στα νερά τους και πνίγηκε.
 
Άλλο χαρακτηριστικό των υδάτινων θεοτήτων είναι οι μεταμορφώσεις. Ο Νηρέας, λ.χ., μεταμορφώθηκε και σε φωτιά για να ξεφύγει από τον Ηρακλή, οι δύο Νηρηίδες που τον συνόδευαν σε λιοντάρι και πάνθηρα, ο Πρωτέας έπαιρνε όποια μορφή ήθελε, η νηρηίδα Θέτιδα, προκειμένου να γλιτώσει από το ερωτικό σμίξιμο με τον Πηλέα, μεταμορφώθηκε σε αέρα, φωτιά, νερό, δέντρο, πτηνό, τίγρη, λιοντάρι, φίδι, σουπιά.
 
Οι μεταμορφώσεις αυτές ίσως να αντανακλούν εκείνους τους πανάρχαιους κοσμογονικούς μύθους που θέλουν τον Ωκεανό πατέρα θεών και ανθρώπων -ος περ γένεσις πάντεσσι τέτυκται (Ιλ., Ξ 200, 246) (Πρβ. και Πλ., Θεαίτ. 152 e· Αριστ., Μεταφυσικά Α 23, 938 b 27· Πλ., Κρατ., 402 b, Τίμ. 40 d-e, όπου μεταφέρονται αντιλήψεις των ορφικών. Η άποψη αυτή αντανακλά αντιλήψεις της Εγγύς Ανατολής) - το ίδιο και την Τηθύ -Ωκεανόν τε, θεών γένεσιν και μητέρα Τηθύν (Ιλ., Ξ 201). Ωκεανός και Τηθύς γεννούν όλες τις άλλες μορφές του κόσμου, οι οποίες στη μυθική σκέψη εκλαμβάνονται ως μεταμορφώσεις του νερού. Την ίδια άποψη, ότι δηλαδή το νερό είναι το πρώτο δομήσιμο υλικό, υιοθέτησαν φιλόσοφοι όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος (Αριστ., Περί ουρανού B 13, 294 a 28· Μετ. Α 3 983 b 6) και ο Ίππωνας από το Ρήγιο, τον Κρότωνα ή το Μεταπόντιο (Αρ., Περί ψυχής Α 2, 405 b 1).
 
Οι πιο γνωστοί, με μυθολογική ιστορία, ποταμοί ανά περιοχή και αλφαβητικά είναι οι εξής:
 
Α. Νήσοι
1. Ίμβρασος (Σάμος)
2. Ινωπός (Δήλος)
3. Ληθαίος (Κρήτη)
4. Τέθρυς ή Θήρην (Κρήτη, κοντά στην Κνωσσό)
 
Β. Πελοπόννησος
1. Αλφειός (διατρέχει την Πελοπόννησο, περνά από Ολυμπία)
2. Άνιγρος (ΝΔ της Ολυμπίας)
3. Αροάνιος (παραπόταμος του Λάδωνα)
4. Αστερίων
5. Ασωπός (περνά από Σικυώνα)
6. Ενιπέας (Ηλεία)
7. Ερύμανθος (παραπόταμος του Αλφειού)
8. Ευρώτας (Λακωνία)
9. Ίναχος (κοντά στις Μυκήνες)
10. Λάδων (παραπόταμος του Αλφειού)
11. Λούσιος (κοντά στη Γόρτυνα)
12. Λύμαξ (κοντά στη Φιγαλεία)
13. Πηνειός (ΒΔ Πελοπόννησος)
14. Τάνος (Αργολίδα)
15. Ερασίνος, Φρίξος, Χείμαρρος
 
Γ. Στερεά Ελλάδα
1. Αχελώος (απέναντι από τις Εχινάδες νήσους στο Ιόνιο)
2. Δονακών (κοντά στη Θήβα)
3. Εύηνος (κοντά στην Καλυδώνα και το Μεσολόγγι)
4. Ισμηνός (Θήβα)
5. Κηφισός (κοντά στην Ελευσίνα)
6. Κηφισός βοιωτικός
 
Δ. Θεσσαλία
1. Άναυρος
2. Πηνειός
 
Ε. Ήπειρος
1. Αχέρων
2. Κωκυτός
3. Πυριφλεγέθων
 
ΣΤ. Μακεδονία
1. Αλιάκμονας
2. Ανθεμούς
3. Αξιός
4. Βαφύρας (περιοχή Δίου)
5. Βέρης ή Βίρης
6. Γαλλικός
7. Ελικών
8. Λουδίας
9. Νέστος
10. Όλγανος
11. Στρυμόνας
12. Συς (περιοχή Δίου)
 
Ζ. Θράκη
1. Βασβάζης
2. Έβρος
3. Λίσσος
 
Η. Ποταμοί εκτός «συνόρων»
1. Εργίνος
2. Ίστρος
3. Κάλαμος
4. Νείλος
5. Σαγγάριος
6. Σιμόεις
7. Σκάμανδρος
8. Τάναης
9. Τιταρήσιος
10. Υδάσπης
11. Φάσις
 
Κάποιοι από τους ποταμούς εμφανίζονται προσωποποιημένοι. Από τον Αιλιανό πληροφορούμαστε τη μορφή με την οποία απέδιδαν οι εικαστικοί καλλιτέχνες τους προσωποποιημένους ποταμούς και με την οποία τους λάτρευαν οι πιστοί:
 
Τὴν τῶν ποταμῶν φύσιν καὶ τὰ ῥεῖθρα αὐτῶν ὁρῶμεν· ὅμως δὲ οἱ τιμῶντες αὐτοὺς καὶ τὰ ἀγάλματα αὐτῶν ἐργαζόμενοι οἳ μὲν ἀνθρωπομόρφους αὐτοὺς ρύσαντο, οἳ δὲ βοῶν εἶδος αὐτοῖς περιέθηκαν. βουσὶ μὲν οὖν εἰκάζουσιν οἱ Στυμφάλιοι μὲν τὸν Ἐρασῖνον καὶ τὸν Μετώπην, Λακεδαιμόνιοι δὲ τὸν Εὐρώταν, Σικυώνιοι δὲ καὶ Φλιάσιοι τὸν Ἀσωπόν, Ἀργεῖοι δὲ τὸν Κηφισόν·ἐν εἴδει δὲ ἀνδρῶν Ψωφίδιοι τὸν Ἐρύμανθον, τὸν δὲ Ἀλφειὸν Ἡραιεῖς, Χερρονήσιοι δὲ οἱ ἀπὸ Κνίδου καὶ αὐτοὶ τὸν αὐτὸν ποταμὸν ὁμοίως. Ἀθηναῖοι δὲ τὸν Κηφισὸν ἄνδρα μὲν δεικνύουσιν ἐν προτομῇ, κέρατα δὲ ὑποφαίνοντα. καὶ ἐν Σικελίᾳ δὲ Συρακόσιοι μὲν τὸν Ἄναπον ἀνδρὶ εἴκασαν, τὴν δὲ Κυάνην πηγὴν γυναικὸς εἰκόνι ἐτίμησαν· Αἰγεσταῖοι δὲ τὸν Πόρπακα καὶ τὸν Κριμισὸν καὶ τὸν Τελμησσὸν ἀνδρῶν εἴδει τιμῶσιν. Ἀκραγαντῖνοι δὲ τὸν ἐπώνυμον τῆς πόλεως ποταμὸν παιδὶ ὡραίῳ εἰκάσαντες θύουσιν. οἱ δὲ αὐτοὶ καὶ ἐν Δελφοῖς ἀνέθεσαν ἐλέφαντος διαγλύψαντες ἄγαλμα, καὶ ἐπέγραψαν τὸ τοῦ ποταμοῦ ὄνομα. καὶ παιδός ἐστι τὸ ἄγαλμα. (Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, 2.33)
 
Προσωποποιημένοι, λοιπόν, ως άνδρες ή ταύροι εμφανίζονται στην τέχνη οι ποταμοί. Εντοπίσαμε τους παρακάτω (παρατίθενται κατά περιοχές):
 
Α. Αίγυπτος
Νείλος
 
Β. Αντιόχεια
Ορόντης
 
Γ. Πελοπόννησος
Αλφειός
Ασωπός
Ευρώτας
Κλάδεος
Πάμισος ή Παμισός
Στύγα
 
Δ. Στερεά
Αχελώος
Ιλισός
Κηφισός
 
Ε. Ήπειρος
Αχέροντας
 
Στ. Μακεδονία - Θράκη
Βαφύρας
Όλγανος
Στρυμόνας
 
Ζ. Νήσοι
Ινωπός (Δήλος)
 
H. Τρωάδα
Κεβρήνας
 
Θ. Φανταστικοί τόποι
Ωκεανός
 
Πατέρας όλων των ποταμών θεωρείται ο Ωκεανός.

Οι απαρχές της δημιουργίας μιας προσωπικότητας

Ένα μωρό γεννιέται και από την πρώτη στιγμή ξέρει πως να εκφράζει ελεύθερα τα συναισθήματα του. Από τη μήτρα ακόμα, αρχίζει να συλλέγει πληροφορίες και να διεργάζεται με πολύ απλό τρόπο μηνύματα, ερεθίσματα και αντιδράσεις από τους σημαντικούς του άλλους. Έτσι σταδιακά αναπτύσσει τη δική του κατανόηση για το πως λειτουργεί ο κόσμος, για το τι μπορεί να περιμένει από αυτόν και συν τω χρόνω, πώς να υπάρχει και να επιβιώνει εντός του, όμως πάντα μέσα από το βλέμμα της μητέρας του και τα δικά της συναισθήματα.

Δηλαδή τον κόσμο τον παρουσιάζει η μητέρα στο βρέφος, μέσα από τα δικά της μάτια. Αν είναι και αρκετά ευαισθητοποιημένη, αρχικά του επιτρέπει να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι εκείνο, με τις ανάγκες του, δημιουργεί τον κόσμο και σταδιακά το βοηθάει, μέσω του συναισθηματικού του κρατήματος, να αποδομήσει αυτή του την κατανόηση. Αρχικά λοιπόν δημιουργούμε εμείς τον κόσμο με τη φαντασία μας, μετά, αρχίζουμε να τον κατανοούμε σε μη συνειδητό επίπεδο, και αργότερα σε συνειδητό επίπεδο.

Γεννιόμαστε με τον αυθόρμητο και αληθινό ή γνήσιο εαυτό μας

Ότι θέλουμε το εκφράζουμε. Τότε, απλά είμαστε και εκφράζουμε τον εαυτό μας με έναν τρόπο που ρέει αυθόρμητα από τον πυρήνα της ύπαρξής μας. Έχετε δει κάποιο βρέφος 2 ή 3 μηνών που να μην είναι ο εαυτός του ή να μην εκφράζεται ελεύθερα; Ωστόσο, το παιδί μπορεί εύκολα να απορροφήσει το μήνυμα από τον κόσμο ότι ο αυθόρμητος και γνήσιος εαυτός του δεν είναι και πολύ ευπρόσδεκτος. Μπορούμε να λάβουμε, δηλαδή, το μήνυμα ότι η οικογένεια ή τα άλλα περιβάλλοντα, απαιτούν από εμάς να τροποποιούμε συχνά τους εαυτούς μας και τις γνήσιες αντιδράσεις μας.

Όπως λέει ο Winnicott, όταν συμβαίνει αυτό, ο αυθορμητισμός του βρέφους κινδυνεύει να παραβιαστεί από την ανάγκη συμμόρφωσης με τις επιθυμίες και τις προσδοκίες των άλλων.

Πώς όμως ένα μικρό παιδί βλέπει τα πράγματα και τα γεγονότα;

Τα βλέπει μέσα από ένα φακό καθαρά εγωκεντρικό, ή αλλιώς, μέσα από μια ναρκισσιστική οπτική. Για παράδειγμα εάν τη μητέρα του, την απασχολεί κάποιο ζήτημα που της δημιουργεί άγχος, θλίψη ή ενθουσιασμό, κάτι που της αποσπά την προσοχή σε μεγάλο βαθμό από την συναισθηματική αλληλεπίδραση με το παιδί της και τον εναρμονισμό της με τις ανάγκες του, εκείνο ενδέχεται να δώσει την εξής ερμηνεία στις καταστάσεις που αντιμετωπίζει: ότι δεν είναι αρκετά σημαντικό για εκείνη προκειμένου να ασχοληθεί μαζί του, ή ότι οι δικές του ανάγκες δεν αξίζουν προσοχής από την μητέρα του.

Εκεί επάνω το παιδί σε ασυνείδητο επίπεδο, θα χρειαστεί να θυσιάσει τον αυθορμητισμό του προκειμένου να διατηρήσει τη σχέση με τον γονέα, θα χρειαστεί δηλαδή να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι για να μπορέσει να εισπράξει την αποδοχή του.

Όταν οι ανάγκες του παιδιού δεν αναγνωρίζονται

Πριν από όχι και τόσα πολλά χρόνια κυκλοφορούσε η αντίληψη ότι πρέπει να αφήνουμε τα βρέφη μας στο κρεβατάκι τους για να κοιμηθούν, και αν χρειαστεί να κλάψουν, ας κλάψουν και λίγο, ώστε να μάθουν ότι “δεν μπορεί να γίνεται μόνο το δικό τους”. Όντως εάν αφήσουμε τα παιδιά στο κρεβατάκι τους να κλάψουν και δεν τα πάρουμε αγκαλιά, αρχικά θα κλάψουν, αλλά στο τέλος θα κοιμηθούν, είναι όμως λες και αυτοναρκώνονται, και ναι θα έχουμε περιορίσει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά, όμως θα έχουν προηγουμένως πιέσει προς τα κάτω, καταπιέσει δηλαδή, τα συναισθήματα τους, ενώ θα έχουμε συμβάλλει άθελα μας σε κάποια ερμηνεία που θα σχηματίσουν για τα γεγονότα, μια ερμηνεία μέσα από ένα εγωκεντρικό πρίσμα.

Το θέμα είναι, ότι όταν οι συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού δεν αναγνωρίζονται, φαίνεται πως μάλλον δεν κατανοούνται και άρα δεν φροντίζονται. Όταν δεν είμαστε εκεί να κατευνάσουμε το άγχος του, το παιδί αρχίζει να δίνει τις δικές του ερμηνείες στα γεγονότα δια μέσου πάντα της εγωκεντρικής του οπτικής. Δηλαδή μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά της μητέρας του έχει σχέση με το ίδιο και την αξία του ως υποκείμενο, μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα που αφορούν το κατά πόσο είναι ασφαλές στον κόσμο και κατά πόσο μπορεί να εμπιστεύεται τους άλλους αργότερα στη ζωή, επειδή ακριβώς η μητέρα αντιπροσωπεύει τον κόσμο για το παιδί και η μητέρα δεν βρέθηκε εκεί όταν εκείνο χρειάστηκε την παρηγοριά της.

Ο Winnicott μας λέει ότι δεν είναι αυτά που κάνουμε τόσο στα παιδιά, αλλά αυτά που δεν κάνουμε...

Οι εσφαλμένες εντυπώσεις ενός παιδιού

Και έτσι, αυτά που δεν κάνουμε μπορεί να οδηγούν εξίσου τα παιδιά μας να αναπτύξουν λανθασμένες ερμηνείες και ως συνέπεια αυτού, λανθασμένες εντυπώσεις για τον εαυτό τους. Όπως ότι δεν είναι άξια αγάπης, ότι ο κόσμος είναι επικίνδυνος ή εχθρικός, ότι εκείνα έχουν κάτι κακό και είναι ελαττωματικά, ακόμα, να αισθάνονται ανεπιθύμητα ή να δυσκολεύονται να υιοθετήσουν το αίσθημα του ανήκειν (να αισθάνονται διαφορετικοί δηλαδή), και τέλος να δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τους άλλους.

Το παιδί λοιπόν αρχίζει να σχηματίζει και να δημιουργεί αυτές τις εσφαλμένες εντυπώσεις για τον εαυτό του και για τους άλλους. Αυτές, όμως, οι εσφαλμένες εντυπώσεις επειδή σχηματίζονται σε μια πολύ τρυφερή ηλικία όπου ο εγκέφαλος βρίσκεται σε μια έξαρση εργασιών που αφορά τη μάθηση και τη μνήμη, τείνουν να παίρνουν αρκετή δύναμη και να πλάθουν μια ισχυρή και μη συνειδητή εικόνα εαυτού. Επίσης φαίνεται ότι αυτός ο εγωκεντρικός τρόπος σκέψης παγιώνεται και το άτομο δεν μπορεί να ωριμάσει και να υιοθετήσει πιο ώριμους τρόπους αντίληψης του κόσμου και του εαυτού του αργότερα στην ενήλικη ζωή.

Ο Freud το αποκάλεσε «νεύρωση της μεταβίβασης που παγώνει τη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη».

Δεν χρειάζεται να είμαστε οι τέλειοι γονείς

Αυτό που χρειάζεται είναι να είμαστε αρκετά καλοί γονείς. Δεν υπάρχει η τελειότητα και δεν χρειάζεται. Όταν φορτώνουμε τα παιδιά μας με πολλές δραστηριότητες, όπως συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό στις μέρες μας, εκτός από το ότι κουράζονται πολύ, κουραζόμαστε και εμείς πολύ και τελικά δεν μένει καθόλου χρόνος για τη μεταξύ μας σχέση. Η σχέση είναι η γη και το ύδωρ, στη ζωή των παιδιών αλλά και στη δική μας. Επιπλέον η σχέση η οποία προϋποθέτει την επικοινωνία και άρα την ευαισθητοποιημένη αντίληψη των συναισθηματικών αναγκών του παιδιού λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στον σχηματισμό των λανθασμένων ερμηνειών από πλευράς του.

Συνεπώς, η υγιής ανάπτυξη του εαυτού συντελείται μέσα σε κλίμα όπου το παιδί μπορεί να βιώνει πλήρως τον εαυτό του και να τον αποδέχεται γιατί προηγουμένως εισπράττει και νιώθει την εγκάρδια αποδοχή του περιβάλλοντος του, ακόμα και αν δεν εγκρίνουν οι γονείς ή οι φροντιστές του, κάποιους τύπους συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια τα θεμέλια της δημιουργίας της προσωπικότητας μας, ξεκινούν μέσα από μια δυναμική ζύμωση με το περιβάλλον, από τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τα γεγονότα, από την κατανόηση των ανθρώπων που μας περιβάλουν σχετικά με τον ευαίσθητο τρόπο αντίληψης μας και το πόσο εύκολο είναι να εισπράξουμε μηνύματα από αυτούς που μπορεί να οδηγήσουν σε προσαρμοστικά ή μη προσαρμοστικά μοτίβα σκέψεων, που θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας μας.

Το πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης

Σ’ ένα σημείο του Φαντάσματος της Όπερας, ο Μάικλ Κρώφορντ και η Σάρα Μπράιτμαν τραγουδούν τους περίφημους στίχους: «The phantom of the Opera is there, inside your mind...». To φάντασμα της όπερας είναι εκεί. Είναι μέσα στο ίδιο το μυαλό μας.
 
Παραδόξως, στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και μεγάλοι φυσικοί και φιλόσοφοι του περασμένου αιώνα, λίγο μετά την ανακάλυψη της αρχής της αβεβαιότητας. Και δεν είναι προφανές ότι είχαν άδικο.

Αν οι χημικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στον εγκέφαλό μας διέπονται από τους κβαντικούς νόμους —δηλαδή από την αρχή της αβεβαιότητας— τότε σίγουρα το φάντασμα είναι μέσα στο μυαλό μας. Και εισάγει ενδεχομένως ένα στοιχείο θεμελιώδους τυχαιότητας —έναν μη αιτιοκρατικό παράγοντα— στη λειτουργία αυτής της κατά τα άλλα τόσο αξιόπιστης και περίτεχνα ρυθμισμένης χημικής μηχανής.

Να, λοιπόν, η απελευθέρωση από τα δεσμά της κλασικής αιτιοκρατίας, η οποία λέει ότι η ελευθερία της βούλησης —αυτό το συστατικό στοιχείο της υπαρξιακής μας αξιοπρέπειας— είναι μια ψευδαίσθηση. Εγώ και οι πράξεις μου —έτσι λέει η παλιά φυσική— είμαι το προδικασμένο αποτέλεσμα των προδιαγεγραμμένων κινήσεων των ατόμων και των μορίων που με αποτελούν, αν όχι και εκείνων όλου του σύμπαντος. Όλα τα άλλα είναι αυταπάτες.

Να, λοιπόν, που το φάντασμα μέσα μας είναι και ο ελευθερωτής μας. Ο εγγυητής της υπαρξιακής ελευθερίας μας. Αφήνει  χώρο για το απρόβλεπτο. Για την ελεύθερη επιλογή. Η μήπως την υπονομεύει με έναν πιο «ύπουλο» τρόπο; Αφήνοντάς μας έρμαια μιας ανερμήνευτης τυχαιότητας; Εμείς τελικά αποφασίζουμε ή το φάντασμα μέσα μας παίζοντας ζάρια;

Όμως εδώ έχουμε ήδη αφήσει πίσω μας τη φυσική επιστήμη και έχουμε εισέλθει στο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας. Στο πεδίο των ανοιχτών ερωτημάτων — των εσαεί ανοιχτών ερωτημάτων. Επομένως στο πεδίο της ελευθερίας, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση ενός καλού φίλου γι' αυτό το θέμα.

Έτσι λοιπόν, επιλέγω να κλείσω τούτο το κεφάλαιο, όχι με την επιστημονική απάντηση πάνω στο ερώτημα που έθεσα προηγουμένως —μια απάντηση που δεν υπάρχει—, αλλά με την απάντηση που εγώ επέλεξα να με εκφράζει. Την απάντηση του Σωκράτη.

Γυρνάω λοιπόν πίσω στον χρόνο, αλλά στον ίδιο τούτο τόπο, στη χαλεπαίνουσα σήμερα πατρίδα μας, όταν η κατ’ εξοχήν ελληνική ιδέα της νοημοκρατούμενης φύσης —μιας φύσης που δεν εξαιρεί τον άνθρωπο από την επικράτειά της— έχει θέσει ευθέως το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης, με τους ίδιους ακριβώς όρους που τίθεται και σήμερα.

Η απάντηση του Σωκράτη —όπως αποδίδεται στον πλατωνικό Φαίδωνα— ξεκινάει με μια εξομολογητική διήγηση για την αποτυχημένη προσπάθειά του να γνωρίσει τις αιτίες των πραγμάτων, και πώς ανέκτησε προς στιγμήν τις ελπίδες του με τις θεωρίες του Αναξαγόρα ότι ο Νους είναι «ο διακόσμων τε και αίτιος πάντων». Και συνεχίζει ο Σωκράτης:
Αυτή όμως την ελπίδα γρήγορα την εγκατέλειψα όταν, καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση, είδα έναν άνθρωπο [τον Αναξαγόρα] που δεν χρησιμοποιεί καθόλου τον νου ούτε αποδίδει σε κάποιες αιτίες την τάξη των πραγμάτων, αλλά ως αιτίες αναφέρει τον αέρα, τον αιθέρα και το νερό και πολλά άλλα παράλογα. Αυτό που κάνει μου φαίνεται πανομοιότυπο σαν να έλεγε κάποιος ότι ο Σωκράτης όσα κάνει τα κάνει με νου και έπειτα, επιχειρώντας να προσδιορίσει τις αιτίες των πράξεών μου, να πει ότι για αυτόν τον λόγο κάθομαι εδώ [στο κελί μου], γιατί το σώμα μου αποτελείται από οστά και νεύρα. 
Τα οστά αιωρούνται στα σημεία συναρμογής τους, τα νεύρα χαλαρώνουν και τεντώνονται και με κάνουν ικανό να κάμπτω τώρα τα μέλη μου. Και επειδή έκαμψα τα μέλη μου, για αυτήν την αιτία κάθομαι εδώ. Έτσι όμως αποφεύγει να πει την πραγματική αιτία, ότι δηλαδή, αφού οι Αθηναίοι θεώρησαν καλύτερο (βέλτιον) να με καταδικάσουν, για αυτόν ακριβώς τον λόγο θεώρησα και εγώ καλύτερο και δικαιότερο να μείνω εδώ και να υποστώ την ποινή που θα μου επιβάλουν. Γιατί, μα την αλήθεια, πιστεύω ότι αυτά τα νεύρα και αυτά τα οστά θα ήταν από καιρό στα Μέγαρα ή στη Βοιωτία, αν δεν θεωρούσα ότι είναι πιο δίκαιο και πιο ωραίο, αντί να αποδράσω και να εξοριστώ, να υποστώ την ποινή που η πόλη μού επιτάσσει.
Παραθέτοντας τη σωκρατική απάντηση στο ζήτημα της ελεύθερης βούλησης —μαζί με την Απολογία, ένα από τα ιδρυτικά κείμενα του πολιτισμού μας— θέλησα να υπογραμμίσω ταυτόχρονα και τούτο: το πόσο «μικρή» είναι η επιστήμη όταν καλείται να προσφέρει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δεν είναι αυτή η αποστολή της. Για τα ερωτήματα αυτά —τα εσαεί αναπάντητα— ο φιλόσοφος λόγος και η μεγάλη τέχνη θα συνεχίσουν να αποτελούν τη μοναδική κιβωτό μας. Το φάντασμα μέσα μας είναι σίγουρα υπεύθυνο για πολλά πράγματα, μεταξύ άλλων και για το «θαύμα» της ύπαρξής μας. Δεν είναι όμως αυτό που αποφασίζει για μας παίζοντας ζάρια στο υπόγειο.

Ας το πάρουμε απόφαση: ουδείς φυσικός νόμος θα μας απαλλάξει ποτέ από το ευλογημένο βάρος της ελευθερίας μας. Της ελευθερίας να κάνουμε επιλογές και να είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτές.

Τι σημαίνει «κάνω λάθος» σύμφωνα με τη φιλοσοφία

«Το σημαντικό με τον άνθρωπο είναι ότι είναι η γέφυρα κι όχι ο σκοπός», έγραψε ο Νίτσε στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα. Το να υπάρχουμε σημαίνει να ζούμε δεμένοι σαν γέφυρα προς το μέλλον, προς τους άλλους, αλλά και προς εκείνες τις διαστάσεις του εαυτού μας που αγνοούμε, προς αυτά τα μονοπάτια που ακόμα δεν έχουμε περπατήσει και που η αποτυχία μπορεί να μας ανοίξει.

Όταν λησμονούμε αυτή την αλήθεια, υποφέρουμε περισσότερο από τις αποτυχίες μας. Τελικά, το γεγονός πως η αποτυχία μας πληγώνει τόσο πολύ οφείλεται και στην ενοχοποίησή της από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της δυτικής μας παράδοσης. Ο Καρτέσιος ή ο Καντ δεν έχουν αφιερώσει βιβλία στην αποτυχία, αλλά υπάρχουν αποσπάσματα στα έργα τους για τις αιτίες του σφάλματος ή τις αιτίες του λάθους.

Ο Καρτέσιος παρουσιάζει τον άνθρωπο ως το ον το προικισμένο με δύο κύριες ικανότητες κακώς τοποθετημένες: μια περιορισμένη κατανόηση και μια απεριόριστη θέληση. Ενώ η κατανόησή μας ανταποκρίνεται γρήγορα στα όριά της, ο Καρτέσιος λέει ότι πάντα μπορεί να θέλουμε περισσότερο.

Ο συγγραφέας του έργου «Λόγος περί της Μεθόδου» ισχυρίζεται πως μέσα από τη δύναμη της θέλησής μας μοιάζουμε στο Θεό. Κάθε φορά που θέλουμε και πιστεύουμε ότι έχουμε φτάσει στα όριά μας, ανακαλύπτουμε ότι μπορούμε να θέλουμε ακόμα. Για τον Καρτέσιο, η έλλειψη ορίου στη θέλησή μας είναι το θεϊκό μέσα μας.

Το «Όταν θέλουμε, μπορούμε» προέρχεται ακριβώς από αυτό. Υπό αυτό το πρίσμα, το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να περπατάς σε δύο πόδια άνισου μεγέθους: ένα κοντό (η κατανόησή μας) και ένα πολύ μακρύ (η θέλησή μας). Ας δεχτούμε ότι το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Ως εκ τούτου, τι σημαίνει «κάνω λάθος», σύμφωνα με τον Καρτέσιο;

Σημαίνει ότι αποτυγχάνουμε να θέσουμε τη θέλησή μας μέσα στα όρια της κατανόησής μας. Σε μια βραδινή οινοποσία μιλάμε για οτιδήποτε, μιλάμε πέρα από αυτά που γνωρίζουμε.

Κάνουμε λάθος, γιατί δεν χρησιμοποιούμε σωστά την επιθυμία μας. Αυτή η επιθυμία είναι αυτό που μας ορίζει ως παιδιά του Θεού και το να κάνουμε λάθος σημαίνει ότι δεν έχουμε ανταποκριθεί σε αυτό που Εκείνος μας έχει κληροδοτήσει. «Γνωρίζουμε ότι το σφάλμα εξαρτάται από τη θέλησή μας», υποστηρίζει ο Καρτέσιος στις Αρχές Φιλοσοφίας. Δύσκολο να ενοχοποιηθούμε περισσότερο.

Σύμφωνα με τον Καντ, δεν καταφέρνουμε να συμπεριφερθούμε σωστά, όταν δεν ξέρουμε να ακούμε τη λογική μας. Αυτή η ικανότητα, επιμένει, είναι αρκετή για να διακρίνουμε το Καλό από το Κακό.

Αντίθετα από τον Ρουσσώ, ο οποίος τοποθέτησε την ηθική στην καρδιά, στην ευαισθησία, ο συγγραφέας της «Κριτικής του Πρακτικού Λόγου» βλέπει στη λογική μας την πηγή της ηθικής μας.

Η επιτακτική ηθική είναι περίπλοκη. Ο ίδιος συνοψίζει: «Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε η βούλησή σου να μπορεί να γίνει καθολικός νόμος». Με άλλα λόγια, για να μάθουμε αν η πρόθεσή μας είναι καλή, φτάνει απλώς να αναρωτηθούμε πώς θα λειτουργούσε η ανθρώπινη κοινότητα εάν όλοι εφάρμοζαν το ίδιο αξίωμα δράσης με εμάς.

Από τις σημειώσεις ενός σοφού

Στην κριτική παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης και του ανθρώπινου πολιτισμού στηρίζει ο Μονταίν τη φιλοσοφική του θεωρία, τις απόψεις του για μια ευτυχή και επιτυχημένη ζωή. Δεν τον ενδιαφέρει όμως να μεταδώσει καμία θεωρία με τη συνήθη έννοια, κανένα δόγμα και κανένα σύστημα, αυτό που τον ενδιαφέρει να μεταδώσει είναι μια συγκεκριμένη στάση ζωής. Όπως συνέβη και με τους φιλοσόφους της ύστερης αρχαιότητας, το φιλοσοφικό ενδιαφέρον του Μονταίν στρέφεται στο εφικτό, στις γήινες απολαύσεις της ζωής, και όχι στη λύτρωση που περιμένει τον άνθρωπο στον άλλο κόσμο. Παρόλο που ήταν χριστιανός καθολικός, το υπερπέραν δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στο φιλοσοφικό του έργο. Ο Μονταίν είναι ένας στοχαστής προσανατολισμένος απολύτως στα εγκόσμια, ένας στοχαστής που επαναφέρει στο προσκήνιο το κεντρικό αίτημα της ελληνικής φιλοσοφίας: Να ζει δηλαδή κανείς σε αρμονία με τη φύση και με τον εαυτό του. Ο άνθρωπος πρέπει να πάψει να υπερεκτιμά τον εαυτό του και να επανασυνδεθεί με το φυσικό του περιβάλλον.

Για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να αποδεχτεί πως η ύπαρξη του είναι εφήμερη και θνητή. Στον διάλογο Φαίδων του Πλάτωνα, ο Σωκράτης λέει πως «η ζωή είναι προετοιμασία για τον θάνατο». Ο Μονταίν χρησιμοποιεί αυτή τη ρήση στον τίτλο ενός από τα πιο γνωστά του δοκίμια. Δεν εννοεί κάποια ρομαντική επιθυμία θανάτου ή κάποια νοσηρή στάση εχθρική προς τη ζωή. Όπως πάντα συνηγορεί υπέρ μιας ρεαλιστικής στάσης ζωής. Ο Μονταίν, βλέποντας καθημερινά ανθρώπους να πεθαίνουν από αρρώστιες, από ατυχήματα ή στον πόλεμο, πίστευε ότι μόνο με τη διαρκή επαφή με τον θάνατο μπορούμε να τον δούμε σαν κάτι φυσικό και να απελευθερωθούμε από τους παράλογους φόβους μας. Όποιος ωστόσο φροντίζει να απωθεί από τη ζωή του τον θάνατο δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την αξία της ζωής.

Ο Μονταίν τάσσεται υπέρ μιας χαλαρής στάσης ζωής, που απέχει από μεγαλεπήβολα σχέδια και βρίσκει χαρά στα μικρά πράγματα, στα εφικτά. Η ζωή την οποία περιγράφει δεν είναι περιπετειώδης, δεν δοκιμάζει τα όρια του ανθρώπου. Αντιθέτως, ο Μονταίν συνηγορεί υπέρ μιας ζωής που σε πολλούς μπορεί να φαίνεται μικροαστική. Έτσι γίνεται υπέρμαχος της συνήθειας και της άνεσης, της βολής. Περιγράφει τη συνήθεια σαν το μαγικό φίλτρο της θεάς Κίρκης, που μας γλιτώνει από τα βάσανα και μας συμφιλιώνει με τη φύση. Παραμένει και στο σημείο αυτό συντηρητικός: Υποστηρίζει πως ο καθένας θα πρέπει να ζει σύμφωνα με αυτά που επιτάσσουν τα ήθη και τα έθιμα του πολιτισμού του και σύμφωνα με τους προσωπικούς του ρυθμούς. Στη βιασύνη, στη φιλοδοξία και στα μεγαλεπήβολα σχέδια αντιτάσσει το αρχαίο ιδανικό της ηρεμίας.

Στην αποδοχή των προσωπικών, φυσικών μας και στη μετρημένη αισθητική απόλαυση της ζωής έγκειται η ευτυχία που είναι εφικτή για τον άνθρωπο. Ο Μονταίν είναι ηδονιστής, ένας άνθρωπος δηλαδή που βλέπει την ευτυχία αυτή να πραγματώνεται μέσα από την «ηδονή». Ακόμη και όταν επιδιώκουμε την αρετή, στην πραγματικότητα έχουμε στον νου μας την ηδονική απόλαυση που μας προσφέρει η ενάρετη ζωή. Ο δρόμος για την ευτυχία, κατά τον Μονταίν, περνάει μέσα από τις αισθήσεις, όχι μέσα από τον ορθολογισμό. Ο αισθησιασμός τον οποίο περιγράφει ωστόσο δεν είναι ακραίος. Οποιαδήποτε μορφή έκστασης και διονυσιασμού δεν αφορά καθόλου τον Μονταίν. Απολαμβάνει τις μικρές, καθημερινές και φυσικές μορφές αισθησιασμού: το φαγητό, το ποτό, τη σεξουαλικότητα. Και στο σημείο αυτό απομακρύνεται από την παράδοση που κυριαρχούσε στη φιλοσοφία από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη: Η αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου δεν έγκειται πλέον στην πνευματική ενατένιση, που σημαίνει κυριαρχία του νου επί των αισθήσεων, αλλά στη συνειδητή ανάπτυξη των αισθητικών διαθέσεων.

Η καλλιέργεια των αισθητικών, ενστικτωδών ικανοτήτων του ανθρώπου είναι εκείνη που μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να ανακτήσει τον χαμένο ενστικτώδη προσανατολισμό του, και συνεπώς και την επαφή του με τη «μητέρα φύση», όπως την αποκαλεί ο Μονταίν. Υιοθετεί εν προκειμένω ιδέες που παίζουν σημαντικό ρόλο και στον διαλογισμό, όπως αυτός διδάσκεται στις ανατολικές θρησκείες του βουδισμού, του ινδουισμού ή του ταοϊσμού: την ικανότητα να αφήνεται κανείς ελεύθερος, να εγκαταλείπει τις προσωπικές του επιδιώξεις και να «αφουγκράζεται» τα πράγματα. Στοv Μονταίν ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως homo faber, αλλά ως κάποιος ο οποίος είναι ανοιχτός καταγράφει και μαθαίνει. Δεν είναι τυχαίο που ο Μονταίν στο τελευταίο δοκίμιο του τρίτου τόμου με τίτλο «Περί της εμπειρίας» κλείνει το βιβλίο του με μια προσευχή στον θεό Απόλλωνα, τον θεό της «χαρούμενης σοφίας». Στον κόσμο του Μονταίν οι θεοί δεν βρίσκονται έξω από τη φύση, αποτελούν κομμάτι της.

Το Δοκίμια του Μονταίν ήταν ένα «έργο εν εξελίξει», στο οποίο έκανε διαρκώς προσθήκες και αλλαγές μέχρι και τον θάνατό του, το 1592. Όταν το 1580 ολοκληρώθηκε ο δεύτερος τόμος, έγινε η πρώτη έκδοση των Δοκιμίων. Αποκτά λοιπόν όχι μόνο αναγνώστες, αλλά και τους πρώτους λάτρεις του έργου του, μεταξύ αυτών και τη Μαρί ντε Γκουρνέ, μια νεαρή αριστοκράτισσα από το Πικαρντί με φιλοσοφικά ενδιαφέροντα, γεννημένη το 1565, με την οποία ξεκίνησε να αλληλογραφεί και την οποία αργότερα χαρακτήριζε μάλιστα ως «θετή του κόρη». Όταν το 1588, με αφορμή την πρώτη συνολική έκδοση, που περιείχε πλέον και τον τρίτο τόμο, ταξιδεύει στο Παρίσι, την επισκέπτεται προσωπικά. Ήταν ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα με τα οποία ο Μονταίν μοιράστηκε τα πνευματικά του ενδιαφέροντα μετά τον θάνατο του Ετιέν Ντε Λα Μποεσί. Μετά τον θάνατο του Μονταίν η Γκουρνέ ανέλαβε την επιμέλεια της έκδοσης των έργων του και τo 1595 φρόντισε για την πρώτη μετά τον θάνατο του συγγραφέα έκδοσή τους.

Το γεγονός ότι ο Μονταίν δώρισε ένα από τα πρώτα αντίτυπα του βιβλίου στον Πάπα δεν εμπόδισε την Καθολική Εκκλησία να το συμπεριλάβει το 1676 στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων. Οι λογοκριτές της Εκκλησίας χρειάστηκαν ωστόσο αρκετές δεκαετίες μέχρι να αντιληφθούν ότι ο καθολικός Μονταίν ήταν στην πραγματικότητα ένας λάτρης της φύσης με την προχριστιανική έννοια.

Ωστόσο, και οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί φιλόσοφοι δεν ασχολήθηκαν με το έργο του Μονταίν. Τα ίχνη του όμως είναι ξεκάθαρα στην ιστορία της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Η δοκιμιακή μορφή της φιλοσοφίας του σε συνδυασμό με τη σκεπτικιστική θεώρηση του ανθρώπου και την πραγματιστική φιλοσοφική του τοποθέτηση αποτέλεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης ευρωπαϊκής ηθικοπλαστικής λογοτεχνίας, την οποία συνέχισαν κυρίως στη Γαλλία ο Λα Ροσφουκό, ο Λα Μπριγέρ και ο Σαμφόρ. Το έργο της αυτοδιερεύνησης του Εγώ που είχε ξεκινήσει ο Μονταίν αναλαμβάνει στη συνέχεια ο Ρενέ Ντεκάρτ. Τον ακολούθησε ο Πασκάλ, με τη διάγνωση περί αδύναμου και ασταθούς ανθρώπου. Η γνωστή ρήση του Ζαν-Ζακ Ρουσό «επιστροφή στη φύση» έχει επίσης τις ρίζες της στο έργο του Μονταίν, όπως και η έκκληση για ανοχή που εξέφρασαν οι διαφωτιστές. Αλλά και ο Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος με την «επανεκτίμηση όλων των αξιών» ενισχύει την αξία που έχει το σώμα έναντι του πνεύματος, βαδίζει στα χνάρια του Μονταίν. Ο Μονταίν ήταν επίσης εκείνος που, αρκετούς αιώνες πριν από την εμφάνιση της υπαρξιακής φιλοσοφίας, εγείρει το αίτημα αντιπαράθεσης του ανθρώπου με τη θνητότητα του προβάλλοντάς το ως προϋπόθεση της «πραγματικής» ζωής.

Αυτό που πρωτίστως κατόρθωσαν τα Δοκίμια του Μονταίν ήταν να προσδώσουν στη φιλοσοφία εκείνη την αξιοπιστία, τη σαφήνεια και την ελαφρότητα που την κατέστησαν προσιτή και στους αναγνώστες οι οποίοι την αντιμετώπιζαν όχι ως αντικείμενο μελέτης αλλά και ως πνευματική απόλαυση.

ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝ: Δοκίμια (1580-1588)

Τι ακριβώς είναι τα μαθηματικά;

Η βασική ερώτηση για το τι είναι τα μαθηματικά.

Η απάντηση του Χερς είναι αυτό που ο ίδιος ονομάζει ανθρωπιστική φιλοσοφία. Τα μαθηματικά είναι «Μια ανθρώπινη δραστηριότητα, ένα κοινωνικό φαινόμενο, μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού, ιστορικά εξελισσόμενη και κατανοητή μόνο σε ένα κοινωνικό πλαίσιο». Τα παραπάνω είναι μια περιγραφή, όχι ένας ορισμός, αφού δεν προσδιορίζει με λεπτομέρεια το περιεχόμενο αυτής της δραστηριότητας. Η περιγραφή ίσως ηχεί κάπως μετανεωτεριστική, αλλά αποδείχτηκε κάτι περισσότερο ευφυές από τον μεταμοντερνισμό, λόγω της επίγνωσης του Χερς ότι οι κοινωνικές συμβάσεις που ρυθμίζουν τις δραστηριότητες αυτών των ανθρώπων υπόκεινται σε αυστηρούς μη κοινωνικούς περιορισμούς, δηλαδή, ότι όλα πρέπει να ταιριάζουν λογικά μεταξύ τους. Ακόμη κι αν οι μαθηματικοί μαζευτούν και συμφωνήσουν ότι το π είναι ίσο με 3, όλοι τους γνωρίζουν ότι δεν θα είναι έτσι. Τίποτε δεν θα είχε νόημα.

Ένας μαθηματικός κύκλος, συνεπώς, είναι κάτι παραπάνω από μια συμφωνημένη αυταπάτη. Είναι μια έννοια προικισμένη με εξαιρετικά ειδικά χαρακτηριστικά. «Υπάρχει» υπό την έννοια ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να εξαγάγει άλλες ιδιότητες από αυτά τα χαρακτηριστικά, με την κρίσιμη προειδοποίηση πως αν δυο άνθρωποι ερευνούν το ίδιο πρόβλημα, δεν είναι δυνατόν, εάν ακολουθούν σωστό συλλογισμό, να καταλήξουν σε αντικρουόμενες απαντήσεις.

Να λοιπόν γιατί δίνεται η εντύπωση πως τα μαθηματικά είναι «εκεί έξω». Ο εντοπισμός της απάντησης σε ένα ανοιχτό πρόβλημα μοιάζει με ανακάλυψη, όχι με επινόηση. Η διερεύνησή τους είναι όπως η εξερεύνηση μια νέας περιοχής στην ύπαιθρο. Προφανώς δεν γνωρίζεις τι συμβαίνει στην επόμενη στροφή του ποταμού, αλλά δεν σου δίνεται η δυνατότητα να επιλέξεις. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να περιμένεις και να ανακαλύπτεις. Ωστόσο, η μαθηματική ύπαιθρος δεν σου παρουσιάζεται παρά μόνο όταν την εξερευνήσεις.

Όταν διαφωνούν δύο καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών είναι πολύ πιθανό να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι «είναι αδύνατον να συμφωνήσουν». Όταν διαφωνούν δύο μαθηματικοί -συμβαίνει πολύ συχνά, και μάλιστα με οργισμένο και επιθετικό τρόπο- είναι πολύ πιθανό, ξαφνικά, ο ένας από τους δυο να σταματήσει και να ομολογήσει, «συγγνώμη, έχεις απόλυτο δίκιο, τώρα κατάλαβα πού είχα κάνει λάθος». Ύστερα θα βγουν έξω και θα πάνε για φαγητό σαν καλοί φίλοι.

Συμφωνώ πάρα πολύ με τον Χερς. Αν αισθάνεσαι πως η ανθρωπιστική περιγραφή των μαθηματικών είναι κάπως ασαφής, ότι εκείνος ο τύπος «συμφωνημένου κοινωνικού κατασκευάσματος» είναι κάτι σπάνιο, ο Χερς προσφέρει μερικά παραδείγματα που ίσως σου αλλάξουν αυτή την εντύπωση. Το ένα είναι το χρήμα. Το χρήμα κινεί τα πάντα- αλλά, τι είναι το χρήμα; Δεν είναι βεβαίως κομμάτια χαρτιού ή κέρματα. Αυτά μπορούν να τυπωθούν ή να κοπούν εκ νέου ή να παραδοθούν σε μια τράπεζα και να καταστραφούν. Δεν είναι αριθμοί καταχωρισμένοι σε έναν υπολογιστή: αν ο υπολογιστής καταστραφεί, εσύ θα κατέχεις ακόμη τα χρήματά σου. Τα χρήματα είναι ένα συμφωνημένο κοινωνικό κατασκεύασμα. Έχει αξία, ακριβώς επειδή όλοι εμείς συμφωνούμε ότι έχει αξία.

Για άλλη μια φορά, υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί. Αν πεις στο διευθυντή της τράπεζάς σου ότι ο λογαριασμός σου περιέχει περισσότερα χρήματα από όσα τον πληροφορεί ο υπολογιστής του, μην περιμένεις να σου απαντήσει, «κανένα πρόβλημα, είναι απλώς ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, ορίστε δέκα εκατομμύρια δολάρια επιπλέον. Καλή σας ημέρα».

Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί ότι, ακόμη κι αν θεωρήσουμε τα μαθηματικά σαν ένα συμφωνημένο κοινωνικό κατασκεύασμα, είναι σχεδόν λογικά αναπόφευκτο πως κάθε πλάσμα με νοημοσύνη θα ανταποκρινόταν στα ίδια μαθηματικά. Όταν τα διαστημόπλοια Πάιονιρ και Βόγιατζερ ταξίδεψαν στο διάστημα, είχαν μαζί τους κωδικοποιημένα μηνύματα που απευθύνονταν προς κάθε εξωγήινο που θα μπορούσε να τα συναντήσει. Ο Πάιονιρ έφερε μια πινακίδα με το διάγραμμα του ατόμου του υδρογόνου, ένα χάρτη των γειτονικών πάλσαρ για να καταδείξει τη θέση του Ήλιου μας, τα σκίτσα ενός γυμνού άνδρα και μιας γυμνής γυναίκας να στέκομαι μπροστά σε ένα σκαρίφημα του διαστημόπλοιου υπό κλίμακα και τη σχηματική εικόνα του ηλιακού μας συστήματος, για να δηλώσει σε ποιον πλανήτη κατοικούμε. Τα δύο Βόγιατζερ μετέφεραν αρχεία με ήχους, μουσική κάθε είδους και επιστημονικές φωτογραφίες.

Θα ήταν σε θέση ένας εξωγήινος αποδέκτης να αποκωδικοποιήσει αυτά τα μηνύματα; Άραγε, τι θα καταλάβαινε βλέποντας δύο κύκλους ενωμένους με μια γραμμούλα; Θα ερμήνευε αυτό το σύμβολο ως το άτομο του υδρογόνου; Τι θα συνέβαινε αν η δική του εκδοχή της ατομικής θεωρίας στηριζόταν στις κβαντικές κυματοσυναρτήσεις αντί για τα πρωτόγονα «σωματιδιακά» μοντέλα, τα οποία ακόμη και οι δικοί μας φυσικοί επιστήμονες δηλώνουν πως είναι εντελώς ανακριβή; Θα μπορέσουν οι εξωγήινοι να κατανοήσουν τα σκίτσα; -δεδομένου ότι όταν κλήθηκαν να τα κατανοήσουν άνθρωποι από υπανάπτυκτες φυλές που δεν είχαν ποτέ συναντήσει τέτοια πράγματα, απέτυχαν να το κάνουν; Άραγε θα θεωρήσουν τους πάλσαρ σημαντικούς;

Στις περισσότερες συζητήσεις για τέτοια θέματα, κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως ένας νοήμων εξωγήινος, ακόμη κι αν δεν αντιληφθεί τίποτε, θα είναι σε θέση να κατανοήσει απλά μαθηματικά μοτίβα’ και όλα τα υπόλοιπα θα εξαχθούν από αυτά. Εδώ υπάρχει μια «αλαζονική» υπόθεση: τα μαθηματικά είναι κατά κάποιον τρόπο συμπαντικά. Οι εξωγήινοι θα μετρήσουν 1, 2, 3,… όπως ακριβώς εμείς. Θα παρατηρήσουν βέβαια το υπόδειγμα που υπαινίσσονται διαγράμματα όπως αυτό: * ** *** ****.

Δεν έχω πειστεί για κάτι τέτοιο. Διάβαζα το Diamond Dog του Άλιστερ Ρέινολντς, μια νουβέλα για ένα εξωγήινο κατασκεύασμα, έναν αλλόκοτο και τρομακτικό πύργο, όπου περιδιαβαίνεις τα δωμάτια λύνοντας σπαζοκεφαλιές. Αν απαντήσεις λάθος πεθαίνεις, με τρόπο φρικιό. Η ιστορία του Ρέινολντς είναι δυνατή αλλά υπάρχει η υπόρρητη παραδοχή πως οι εξωγήινοι μπορούν να θέσουν μαθηματικούς γρίφους παρόμοιους με εκείνους που θα έθετε ένας άνθρωπος. Στη νουβέλα, τα εξωγήινα μαθηματικά είναι πολύ κοντά στα γήινα. Περιέχουν τοπολογία και μια περιοχή της μαθηματικής φυσικής γνωστή ως θεωρία Καλούτσα-Κλάιν. Είναι σαν να φτάνεις στον πέμπτο πλανήτη του Εγγύτατου του Κενταύρου και να βρίσκεις ένα γνωστό πολυκατάστημα. Αντιλαμβάνομαι πως για τις ανάγκες της αφήγησης τα μαθηματικά πρέπει να μοιάζουν με μαθηματικά στον αναγνώστη, αλλά ακόμη κι έτσι, το αποτέλεσμα δεν μου φαίνεται ικανοποιητικό.

Έχω την εντύπωση πως τα γήινα μαθηματικά είναι συνδεδεμένα με την ανθρώπινη φυσιολογία, τις εμπειρίες και τις ψυχολογικές προτιμήσεις μας, περισσότερο από ό,τι φανταζόμαστε. Είναι περιορισμένα- δεν είναι συμπαντικά. Τα σημεία και οι ευθείες της γεωμετρίας -εκτός του ότι αποτελούν τη φυσιολογική βάση για μια θεωρία σχημάτων- είναι τα χαρακτηριστικά με τα οποία το οπτικό μας σύστημα εξετάζει τον κόσμο. Ένα εξωγήινο οπτικό σύστημα ίσως θεωρεί ως πρωταρχικές έννοιες το φως και τη σκιά ή την κίνηση και την ηρεμία ή τη συχνότητα της ταλάντωσης. Ένα εξωγήινο νοήμον ον, μπορεί να θεωρούσε όχι η οσμή ή η ντροπή και όχι το σχήμα, είναι οι θεμελιώδεις έννοιες για τη δική του αντίληψη του κόσμου. Και ενώ νομίζουμε ότι οι διακριτοί αριθμοί όπως το 1,2, 3, είναι συμπαντικοί, ουσιαστικά εξυπηρετούν την πανάρχαια τάση μας να συγκεντρώνουμε ομοειδή αντικείμενα, όπως τα πρόβατα, και να τα θεωρούμε περιουσιακό στοιχείο: μήπως μου έκλεψαν κάποιο από τα πρόβατά μου; Η αριθμητική φαίνεται να έχει προσδιοριστεί μέσω δύο πραγμάτων: τη χρονική στιγμή και το εμπόριο. Τι συμβαίνει όμως με εκείνα τα «στενόμυαλα» όντα που ζουν στον μακρινό Ποσειδώνα -εκείνον τον υποθετικό γίγαντα αέριων, που μοιάζει με τον Δία-, του οποίου ο κόσμος αποτελείται από μια αδιάκοπη ροή στροβιλοειδών ανέμων, και δεν υπάρχει η παραμικρή αίσθηση ιδιοκτησίας; Μέχρι να μετρήσουν ώς το τρία, οτιδήποτε μετρούν θα είχε διασκορπιστεί σε ένα νέφος αμμωνίας. Θα είχαν, βεβαίως, καλύτερη αντίληψη από ό,τι εμείς για τα μαθηματικά της τυρβώδους ροής ρευστών.

Εκτιμώ ότι είναι πλέον αποδεκτό πως όπου τα περίεργα μαθηματικά αυτών των όντων συναντηθούν με τα δικά μας μαθηματικά, θα είναι λογικά συνεπή μεταξύ τους. Θα υπάρχουν ίσως απομακρυσμένες περιοχές του ίδιου τοπίου. Αλλά ακόμη κι αυτό θα εξαρτάται από τον τύπο της λογικής που χρησιμοποιείς.

Η άποψη ότι υπάρχουν μοναδικά μαθηματικά -τα δικά μας- είναι μια πλατωνική άποψη. Είναι πιθανό ότι «οι» ιδανικές μορφές -ΟΙ ΙΔΕΕΣ- βρίσκονται «εκεί έξω»- ωστόσο, το «εκεί έξω» πρέπει να περιέχει παραπάνω από ένα αφηρημένο βασίλειο και επίσης είναι πιθανό πως εκεί τα ιδανικά οχήματα δεν είναι μοναδικά. Ο ανθρωπισμός του Χερς μετατράπηκε σε ποσειδώνιο συντηρητισμό: τα μαθηματικά τους θα είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα συμφωνημένο από τη δική τους κοινωνία. Αν έχουν κοινωνία. Αν πάλι δεν έχουν, -αν τα επιμέρους άτομα δεν επικοινωνούν—, άραγε, έχουν οποιαδήποτε αντίληψη περί μαθηματικών; Όπως εμείς δεν μπορούμε να φανταστούμε κάποια μαθηματικά που να μη θεμελιώνονται στο αριθμητικό σύστημα μέτρησης, με το ίδιο σκεπτικό δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα «νοήμον» είδος του οποίου τα μέλη δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Ωστόσο, το ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε κάτι, δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει.

Συγνώμη, νομίζω πως ξέφυγα από το θέμα. Τι είναι τα μαθηματικά; Στην απελπισία τους, ορισμένοι προτείνουν τον ορισμό «Μαθηματικά είναι αυτό που κάνουν οι μαθηματικοί». Και τι είναι οι μαθηματικοί; «Άνθρωποι που κάνουν μαθηματικά». Αυτή η συζήτηση είναι σχεδόν πλατωνική μέσα στην τέλεια κυκλικότητά της. Αλλά επίτρεψέ μου να διατυπώσω μια παρόμοια ερώτηση. Τι είναι ένας επιχειρηματίας; Κάποιος που κάνει επιχειρήσεις; Όχι ακριβώς. Είναι κάποιος που βλέπει ευκαιρίες για να κάνει επιχειρήσεις όταν κάποιοι άλλοι δεν τις βλέπουν.

Μαθηματικός είναι κάποιος που βλέπει ευκαιρίες για να κάνει μαθηματικά.

Κοίτα πίσω σου και θυμήσου ότι είσαι μόνο ένας άνθρωπος

Μην ξεχνάς.

Από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές της αρχαίας Ρώμης, ήταν η στιγμή που κάποιος στρατηγός, μετά από μια νίκη, έμπαινε θριαμβευτής στην πόλη.

Για να τον τιμήσει η πόλη με την πιο ένδοξη υποδοχή έπρεπε να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτον, ο στρατηγός να είχε νικήσει σ’ έναν δίκαιο πόλεμο (bellum juctum) και, δεύτερον, στη μάχη να είχαν σκοτωθεί τουλάχιστον πέντε χιλιάδες εχθροί.

Η οργάνωση των στρατιωτών που θα συμμετείχαν στην παρέλαση γινόταν στο Πεδίον του Άρεως απ’ όπου, σε διάταξη παρέλασης, εισέρχονταν στη Ρώμη από την Αψίδα του Θριάμβου. Μέσω της Ιεράς Οδού, έφταναν στο Καπιτώλιο και απέτειναν φόρο τιμής στο Δία. Εκεί, στα πόδια του Καίσαρα, οι νικητές εναπόθεταν τους θησαυρούς και επιδείκνυαν στον κόσμο τον μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων που είχαν φέρει από τις κατακτημένες χώρες.

Εκείνη την ημέρα, η Ρώμη πλημμύριζε από ζητωκραυγές και ευφορία.

Τα στεφάνια και τα λουλούδια δεν επαρκούσαν για να τιμήσουν τον νικηφόρο στρατό.

Πράγματι, η θριαμβευτική παρέλαση ήταν ένα βραβείο από μονή της, αφού στην καθημερινή ζωή δεν επιτρεπόταν στους στρατιωτικούς να περπατούν στην πόλη.

Στο επίκεντρο, όμως, των τιμητικών εκδηλώσεων βρισκόταν ο θριαμβευτής στρατηγός, που έφερε δάφνινο στεφάνι και χρυσοκέντητο χιτώνα. Τον υποδέχονταν σαν να ήταν θεός, μέχρι του σημείου, εκείνη την ημέρα, η δημοτικότητά του και η δύναμή του να επισκιάσουν την ισχύ και τη δημοτικότητα του ίδιου του αυτοκράτορα.

Αυτός ήταν σίγουρα ο λόγος που ο Ιούλιος Καίσαρας, φοβούμενος ίσως ότι κάποιος από τους ήρωες θα ήθελε να διεκδικήσει την εξουσία, και για να μην ξεχνάει ο ήρωας-στρατηγός ότι αυτό που ζούσε ήταν προσωρινό, είχε ορίσει, πίσω του, σχεδόν κολλητά στην πλάτη του, να παρελαύνει ένας δούλος, ο οποίος, κρατώντας πάνω από το κεφάλι του στρατηγού το στεφάνι του Καπιτωλίου Διός, του ψιθύριζε στ’ αφτί: Respice post te, hominem te esse memento (Κοίτα πίσω σου και θυμήσου ότι είσαι μόνο ένας άνθρωπος).

Δεν έχει σημασία ποιος θ’ αναλάβει να μας υπενθυμίζει ποιοι υπήρξαμε κάποτε και ποιοι είμαστε σήμερα. Άλλοτε μπορεί να είναι ένας φίλος, ένας προϊστάμενος ή ένας άγνωστος, άλλοτε οι συνάδελφοι ή ο σύντροφός μας, κι άλλοτε κάποιο κρυφό αλλά φωτεινό κομμάτι του εαυτού μας (μια πλευρά που εγώ αποκαλώ: «ο γελωτοποιός του βασιλείου»).

Το θέμα είναι ότι κάποιος πρέπει να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε συνείδηση των ευθυνών και των περιορισμών μας, ακόμη —και κυρίως— όταν του ζητάμε να σιωπά κι επιλέγουμε να μην τον ακούμε. Καλό θα ήταν, επίσης, να μπορούσε να μας προειδοποιήσει ότι διατρέχουμε τον κίνδυνο —μαγεμένοι από κάποια γοητευτικά ψέματα—, να παρεκκλίνουμε της πορείας μας πιστεύοντας ότι, αφού βρισκόμαστε σ’ έναν δρόμο στον οποίον οι άλλοι δεν έχουν ακόμη πρόσβαση, είμαστε κάτι το εξαιρετικό, καλύτεροι ή ανώτεροι.

Τα πάντα συμβαίνουν λες και κάποιες πρωταρχικές αλήθειες βρίσκονται πέρα από τα δικά μας όρια. Αν γνωρίσουμε τις αλήθειες αυτές, αν τις αναγνωρίσουμε κι αν τις αντιμετωπίσουμε, τότε μπορεί και ν’ αρχίσουμε να προσεγγίζουμε ό,τι είναι αυθεντικό και αξίζει πραγματικά. Βέβαια, η διαδικασία αυτή μπορεί να μην είναι και πολύ ευχάριστη. Προφανώς, στην αρχή, πολλές φορές, μας φαίνεται πιο απλό να πούμε ψέματα ή να κοροϊδέψουμε τον εαυτό μας. Είναι λογικό: το ψέμα είναι μια απάτη που βολεύει κάποια σκοπιμότητα ή επιθυμία μας.

Το ψέμα πάντοτε προσαρμόζεται τέλεια στην κατάσταση του καθενός: είναι πολύ φιλικό, δε σου ζητάει τίποτα, δε σε πιέζει ούτε σε υποχρεώνει να δεσμευτείς σε κάτι, είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να σ’ εξυπηρετήσει, ενώ με την αλήθεια συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: όχι μόνο είναι συνήθως αρκετά ενοχλητική, αλλά είμαστε πάντοτε εμείς εκείνοι που πρέπει να προσαρμοστούμε σ’ αυτήν. Σε όλη την αλήθεια. Κι αυτό γιατί, είτε μας αρέσει είτε όχι, η αλήθεια, σε αντίθεση με τον αντίποδά της, δε δέχεται περικοπές. Μισή αλήθεια δεν είναι ποτέ αξιόπιστη. Είτε είναι όλη η αλήθεια, είτε δεν είναι εντελώς αλήθεια.

Η Αρχή της Βλάβης ή Αρχή της Ελευθερίας

Το 1776, η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ κατοχύρωσε το δόγμα «Ζωή, ελευθερία και επιδίωξη της ευτυχίας», μια τριάδα φυσικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων κάθε λαού και κάθε ατόμου. «Δώστε μου ελευθερία ή θάνατο», είχε διακηρύξει έναν χρόνο νωρίτερα ο Αμερικανός επαναστάτης Πάτρικ Χένρι. Από τότε η ελευθερία ή/και η ανεξαρτησία θεωρείται το πιο σημαντικό ανθρώπινο δικαίωμα, ένα ιδανικό για το οποίο αξίζει να πολεμάμε και, αν χρειαστεί, να πεθάνουμε γι’ αυτό. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν παλέψει σκληρά για να την αποκτήσουν αποδεικνύει την ανυπολόγιστη αξία της.

Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι η αξία της ελευθερίας/ανεξαρτησίας είναι τόσο ιερή ώστε δεν θα έπρεπε να θεωρείται ούτε εξειδικευμένη ούτε περιορισμένη. Εντούτοις δεν χρειάζεται παρά μόνο ένα λεπτό για να σκεφτούμε ότι τελικά η ελευθερία δεν μπορεί να είναι ούτε απεριόριστη ούτε απόλυτη. Όπως παρατήρησε ο Άγγλος ιστορικός Ρ. X. Τάουνι, «η ελευθερία κάποιων πρέπει να βασίζεται στη στέρηση της ελευθερίας κάποιων άλλων». Αν, δηλαδή, εγώ εξασκώ την ελευθερία μου τραγουδώντας δυνατά στο μπάνιο, με την πράξη μου σου στερώ την ελευθερία να περάσεις ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι σου. Κανένας, λοιπόν, δεν μπορεί να απολαμβάνει απεριόριστη ελευθερία χωρίς να περιορίζει κατά κάποιο τρόπο την ελευθερία των άλλων. Το ερώτημα, επομένως, είναι πώς και πού πρέπει να θέσουμε κάποια όρια.

Από μιας μορφής φιλελεύθερη άποψη, η τυπική απάντηση σε αυτή την ερώτηση μπορεί να δοθεί με αυτό που ονομάζουμε «αρχή της βλάβης» (ή αρχή της ελευθερίας) η οποία ορίζει ότι τα άτομα πρέπει να αφήνονται ελεύθερα από την κοινωνία να ενεργούν με οποιονδήποτε τρόπο, αρκεί οι πράξεις τους να μην υπονομεύουν τα συμφέροντα των άλλων. Αυτή η αρχή βρίσκεται στη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη», μία από τις θεμελιώδεις διακηρύξεις η οποία καθόρισε με γενναιότητα τη «διατήρηση όλων των φυσικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου» στο ξεκίνημα της Γαλλικής Επανάστασης το 1789:

«Η ελευθερία συνίσταται στο να μπορείς να κάνεις κάτι το οποίο όμως δεν μπορεί να βλάψει κάποιον άλλον. Επομένως, η άσκηση των φυσικών δικαιωμάτων του κάθε ανθρώπου δεν έχει όρια εκτός από εκείνα που εξασφαλίζουν ότι τα άλλα μέλη της κοινωνίας θα μπορούν να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα. Άρθρο 4, Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη».

Αυτή η αρχή όμως είναι ευρύτερα γνωστή από το έργο Για την Ελευθερία (1859) του βικτωριανού φιλοσόφου Τζον Στιούαρτ Μιλ: «Ο μόνος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να εξασκηθεί εξουσία δικαίως και νομίμως σε ένα μέλος μιας πολιτισμένης κοινότητας, αντίθετα με τη θέλησή του, είναι για να εμποδιστεί η βλάβη ή η ζημιά σε κάποιο άλλο άτομο. Το δικό του προσωπικό όφελος, είτε φυσικό είτε ηθικό, δεν είναι ικανοποιητική δικαιολογία».

Ο Μπερλίν και η αρνητική ελευθερία

Η αρχή της ανεξαρτησίας η οποία δημιουργήθηκε από την εφαρμογή της αρχής της βλάβης, είναι ένα είδος ελευθερίας που χαρακτηρίστηκε αργότερα από τον φιλόσοφο Αϊζάια Μπερλίν, στο περίφημο δοκίμιο Δύο Αντιλήψεις για την Ελευθερία (1958) «αρνητική ελευθερία». Μια τέτοια ελευθερία είναι αρνητική υπό την έννοια ότι καθορίζεται από κάτι που είναι απόν – από οποιαδήποτε μορφή εξωτερικού εξαναγκασμού ή περιορισμού. Με απλά λόγια, είστε ελεύθεροι να πράττετε οτιδήποτε επιθυμείτε, εφόσον δεν υπάρχει κάτι που να σας εμποδίζει να το κάνετε.

Σύμφωνα με την άποψη του Μπερλίν, θα έπρεπε να υπάρχει ένα πεδίο προσωπικής ελευθερίας απαραβίαστο και απρόσβλητο από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση και εξουσία, ένα πεδίο όπου ο άνθρωπος θα μπορεί να αφεθεί «να πράττει ή να είναι οτιδήποτε ικανός να κάνει ή να είναι». Και υπ’ αυτή την έννοια, τα άτομα θα έπρεπε να αφήνονται να ικανοποιούν τις προσωπικές τους επιθυμίες και τάσεις χωρίς εμπόδια και φραγμούς, υπό την προϋπόθεση ότι, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, οι πράξεις τους δεν θα βλάπτουν τους άλλους ανθρώπους ή δεν θα τους εμποδίζουν να απολαμβάνουν παρόμοιες ελευθερίες. Συνεπώς, η «αρχή της βλάβης» είναι στενά συνδεδεμένη με έναν άλλο σπουδαίο πυλώνα της ελευθερίας/ανεξαρτησίας, αυτόν της ανεκτικότητας.

Από τον πατερναλισμό στην τυραννία

Οι άνθρωποι που κριτικάρουν την «αρχή της βλάβης» μπορεί να εστιάσουν στην πρακτική ανεπάρκεια της ανεξαρτησίας την οποία υποτίθεται ότι προστατεύουν. Είναι αλήθεια όλοι οι πολίτες των ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να γίνουν Πρόεδροι. Δεν υπάρχει, δηλαδή, κανένα νομικό ή συνταγματικό κώλυμα στη διεκδίκηση του ανώτατου αυτού αξιώματος. Υπάρχει όμως πραγματικά η ευχέρεια να γίνει κάτι τέτοιο, αν η έλλειψη δεδομένων στοιχείων, όπως είναι οι απαραίτητοι πόροι από την άποψη των χρημάτων, της κοινωνικής θέσης, της μόρφωσης ή του χαρακτήρα, καθιστούν κάτι τέτοιο εντελώς αδύνατον; Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι άνθρωποι φαίνεται να μην έχουν την ουσιώδη ελευθερία να εξασκήσουν τα δικαιώματα που έχουν τυπικά. Το τι δεν υπάρχει εδώ, είναι αυτό που ο Μπερλίν ονομάζει «θετική ή ρητή ελευθερία», δηλαδή όχι απλώς ελευθερία από εξωτερικές παρεμβάσεις, αλλά ένα είδος «ενεργητικής» ελευθερίας που μας επιτρέπει να φτάσουμε σε συγκεκριμένους στόχους- ένα είδος δύναμης, η οποία επιτρέπει στα άτομα να ξεδιπλώσουν τις δυνατότητές τους, να εκπληρώσουν το όνειρά τους, να δρουν αυτόνομα και να ελέγχουν το πεπρωμένο τους.

 Για εκείνους, συμπεριλαμβανομένου του Μπερλίν, οι οποίοι υποστηρίζουν την «αρχή της βλάβης», η θεωρία τους στηρίζεται στην παρατήρηση του τι μπορεί να συμβεί όταν η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται. Σε αυτή την περίπτωση, ίσως υπάρξει ένα είδος πατερναλισμού, κατά τον οποίο οι άνθρωποι θα αναλαμβάνουν από μόνοι τους να προωθήσουν (αυτό που θεωρούν ότι είναι) θετική ελευθερία στη ζωή των άλλων. Πολλές φορές, ξεκινώντας με τις καλύτερες προθέσεις, οι άνθρωποι φτάνουν σε γρήγορα συμπεράσματα, ότι υπάρχει πραγματικά ένα σωστό μονοπάτι, το οποίο οι άνθρωποι θα ήταν έτοιμοι να επιλέξουν εάν μόνο ήξεραν καλύτερα – αν, δηλαδή, η “καλύτερη πλευρά” τους κυριαρχούσε, ή ίσως αν η χειρότερη πλευρά τους καταπιεζόταν. Από εδώ, όπως παρατήρησε δυστυχώς και ο Μπερλίν, υπάρχει τελικά πολύ μικρή απόσταση για τους κατέχοντες την εξουσία να φτάσουν στο συμπέρασμα ότι έχουν το δικαίωμα να αγνοήσουν τις πραγματικές επιθυμίες των ανθρώπων ή των κοινωνιών και να εκφοβίσουν, να καταπιέσουν, να βασανίσουν εν ονόματι και από μέρους των “πραγματικών” εαυτών των ανθρώπων».

Σε πολύ ακραίες περιπτώσεις, ό,τι αρχίζει σαν κοινωνική μεταρρύθμιση μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε φανατισμό, δικαιολογώντας, όπως τουλάχιστον φαίνεται, ένα είδος τυραννίας η οποία αυτό που ουσιαστικά διεκδικεί είναι η συμμόρφωση στην επιδίωξη των στόχων της κοινωνίας και αποκτηνώνει τους πολίτες στην πορεία της. Εμφανώς, η βαθύτερη δυσπιστία του Μπερλίν για τη θετική ελευθερία, τροφοδοτήθηκε κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος από τις τερατωδίες του εικοστού αιώνα. Και συμπεραίνει ο Μπερλίν, «το να επιτίθεσαι, το να προσπαθείς να προσηλυτίσεις στις δικές σου απόψεις ενάντια στις απόψεις των άλλων, όλος αυτός ο έλεγχος και η υποχρεωτική αλλαγή σκέψης, είναι ένα είδος άρνησης αυτού που υπάρχει στους ανθρώπους και κάνει και αυτούς και τις αξίες τους θεμελιώδη».

Οι ρίζες του Άγχους

Οι υπαρξιστές φιλόσοφοι πιστεύουν ότι γεννιόμαστε για να αναζητήσουμε και να επιλέξουμε εμείς τον σκοπό σε έναν κόσμο που πολλές φορές προκαλεί σύγχυση και αποπροσανατολίζει. Κατά τον ίδιο τρόπο, έχουμε διαρκώς ανάγκη να βρίσκουμε τις δικές μας αξίες και το δικό μας νόημα για τη ζωή μας.

Από όλους τους υπαρξιστές στοχαστές, με επηρέασε περισσότερο ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ (1889-1976), ευρύτερα γνωστός για το έργο του Είναι και χρόνος (1927), το οποίο θεωρείται ένα από τα σημαντικά έργα φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα. Η σημασία της σκέψης του Χάιντεγκερ για την κατανόηση των συναισθημάτων γίνεται εμφανής αν λάβουμε υπόψη μας τη διάκριση που κάνει μεταξύ δύο βασικών τρόπων θέασης του κόσμου, για τους οποίους υιοθέτηση δύο ενδιαφέροντες, καινοφανείς όρους: παρεύρεση (Vorhandenheit) και προχειρότητα (Zuhandenheit). Η παρεύρεση είναι η θεωρητική κατανόηση της πραγματικότητας, ο τρόπος με τον οποίο παρατηρούμε και διατυπώνουμε θεωρίες για τα πράγματα, και ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζουμε τελικά τα γεγονότα για τον κόσμο, μέσω της ουδέτερης εξέτασης- ο τρόπος που υιοθετούσε ένας επιστήμονας. Η προχειρότητα αφορά την εμπλοκή μας με τον κόσμο- πώς συνδεόμαστε με αυτόν μέσω των αλληλεπιδράσεών μας με αντικείμενα και ανθρώπους σε διάφορες καταστάσεις. Ο Χάιντεγκερ προσέδωσε μεγαλύτερη δύναμη στην προχειρότητα, θέλοντας έτσι να τονίσει ότι η εμπειρία μας από τον κόσμο επισκιάζει την επιστημονική γνώση που έχουμε γι’ αυτόν. Είναι αυτή που προηγείται, το πώς καταφέρνουμε σε πρώτη φάση να γνωρίσουμε τον κόσμο. Ομοίως, θα μπορούσε κάποιος να πει, η εμπειρία των συναισθημάτων επικρατεί των θεωρητικών αντιλήψεων μας γι’ αυτά. Ο Χάιντεγκερ πίστευε ότι η επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει πλήρως τη βιούμενη εμπειρία του άγχους.

Για τον Χάιντεγκερ, άγχος και φόβος ήταν ξεκάθαρα διακριτά. Όπως έγραψε, φόβος και άγχος είναι “συγγενικά φαινόμενα” που συχνά συγχέονται, αλλά πρέπει να διακρίνονται. Κάτι απειλητικό είναι “τρομακτικό” αν έχουμε να το αντιμετωπίσουμε ως συγκεκριμένη και πραγματική οντότητα. Αντιθέτως, “αυτό μπροστά στο οποίο νιώθει κάποιος άγχος, είναι εντελώς αόριστο”. Το άγχος δεν “γνωρίζει” για ποιο λόγο υφίσταται, αφού η απειλή δεν βρίσκεται κάπου συγκεκριμένα και δεν διαθέτει καμιά ταυτοποιήσιμη πηγή.

Ο σπουδαίος φιλόσοφος θεωρούσε ότι το άγχος είχε ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία. Όπως πρέπει να μπορούμε να νιώθουμε φόβο, ώστε να επιβιώνουμε απέναντι σε πραγματικούς κινδύνους, γιατί χρειαζόμαστε και το άγχος, απλώς για να “υπάρχουμε” στον κόσμο. Τι εννοούσε ο Χάιντεγκερ με αυτό; Καθημερινά προηγούμαστε στον κόσμο και διαπλεκόμαστε με ένα δίκτυο πραγμάτων, ανθρώπων, πράξεων και περιστάσεων. Σηκωνόμαστε το πρωί, πηγαίνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο, πηγαίνουμε στη δουλειά, συναντάμε τους συναδέλφους και τους φίλους μας, πηγαίνουμε στο γυμναστήριο ή στην παμπ, προγραμματίζουμε τις διακοπές μας, αγοράζουμε ένα καινούριο έπιπλο για το σπίτι μας, ένα νέο CD ή το τελευταίο τηλέφωνο, και παίζουμε με το iPad μας. Όλα αυτά, μας απορροφούν τελείως. Ο Χάιντεγκερ ονομάζει αυτή την απορρόφηση στον κόσμο “πτώση”. Με απλά λόγια, “πέφτουμε” στις ρουτίνες μας και, με αυτό τον τρόπο, τείνουμε να παραβλέψουμε, και να πάψουμε να αναζητούμε, το αυθεντικό νόημα της ζωής. Παρασυρμένοι από την “αδράνεια της πτώσης”, στρεφόμαστε μακριά από τον εαυτό μας. Απομακρυνόμαστε από μια ζωή με νόημα, επειδή αυτό μάς βολεύει καλύτερα. Απωθούμε το άγχος, όμως “το άγχος είναι εκεί. Απλώς, κοιμάται”.

Ωστόσο, όταν αυτό ξυπνά, η συμβιωτική ταύτισή μας, με τον κόσμο ξεθωριάζει. Υπό την επήρεια του άγχους, τα ίδια πράγματα, καταστάσεις και άνθρωποι παύουν να έχουν σημασία και εξαφανίζονται. Τα πάντα “βυθίζονται και χάνονται”. Οποιαδήποτε προγενέστερη σύνδεση με τον κόσμο, και οποιαδήποτε ερμηνεία του, αμφισβητείται. Διόλου περίεργο που για να μεταφέρει το δυσάρεστο αίσθημα του άγχους, ο Χάιντεγκερ χρησιμοποίησε, επίσης, τη λέξη unheimlich, που σημαίνει ανοίκειο, η αποξενωμένο. Σε μια κρίση άγχους αναγκαζόμαστε να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας- και κατά τη διαδικασία, αναθεωρούμε τη σημασία ορισμένων πραγμάτων που αγαπούσαμε και εκτιμούσαμε, καθώς και τη σχέση μας με αυτά. Αμφιβάλλουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας. Το άγχος αποκαλύπτει τον κόσμο και την κατάστασή μας σε αυτόν όπως είναι, χωρίς παραπανίσια στολίδια.

Το άγχος μας συνδέεται, επίσης, με το μέλλον. Είμαστε ανθρώπινα όντα που υπάρχουμε στον χρόνο, επέμενε ο Χάιντεγκερ. Πράγματι, δεν αγχωνόμαστε για το τι έχει ήδη συμβεί, ή για το τι πρόκειται να συμβεί. Αγχωνόμαστε, κυρίως, για το τι, ενδεχομένως μπορεί να συμβεί. Η ανησυχία συνήθως αργοσέρνεται όταν σκεφτόμαστε τις ατελείωτες ευκαιρίες που μπορεί να αδράξουμε ή να χάσουμε σε τούτη τη ζωή. Οι ρίζες του άγχους βρίσκονται στη συνειδητοποίηση της ελευθερίας μας να επιλέγουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε και πώς θέλουμε να ζήσουμε. Για τον Χάιντεγκερ, οι επιλογές αυτές συνοδεύονται από μια θεμελιώδη δυσκολία, επειδή σχετίζονται, με έναν βαθύ τρόπο, με το είδος της ζωής που μας κάνει πιο αυθεντικούς. Δεν αφορούν απλώς ποια δουλειά θα επιλέξουμε, ποιο σπίτι θ’ αγοράσουμε ή με ποιον θα μοιραστούμε τη ζωή μας. Έχουν να κάνουν με τη δουλειά, με το σπίτι και το άτομο που αναδεικνύουν τις υψηλότερες δυνατότητες για την ύπαρξη μας, στις οποίες στηριζόμαστε, θα μπορούσε κάποιος να πει, για να πραγματώσουμε την ευτυχία. Δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή. Μόνο εμείς μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι καλύτερο για εμάς.

 Μόνο εμείς μπορούμε να επιλέξουμε κάτι επειδή είναι σημαντικό για εμάς, και όχι επειδή ανταποκρίνεται στις νόρμες της κοινωνίας ή στις αξίες κάποιου άλλου.

Το πείραμα του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού με τον δορυφόρο Gravity Probe Β

Ο βαρυτοηλεκτρομαγνητισμός ή GEM, διατυπώνεται με ένα σύνολο εξισώσεων με εμφανείς αναλογίες μεταξύ των εξισώσεων πεδίου του Maxwel και μιας προσεγγιστικής επαναδιατύπωσης των εξισώσεων πεδίου του Αϊνστάιν για τη γενική σχετικότητα, που όμως ισχύουν κάτω από ορισμένες συνθήκες. Για παράδειγμα, οι πιο συνηθισμένες παραλλαγές του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού ισχύουν μόνο για μη απομονωμένες πηγές και για αργά κινούμενα σωματίδια.

 

Ο δορυφόρος Gravity Probe Β

 
Ο βαρυτομαγνητισμός παράγεται από τα άστρα και τους πλανήτες καθώς αυτοί ιδιοπεριστρέφονται. Είναι παρόμοιο φαινόμενο με το παραγόμενο μαγνητικό πεδίο μιας στρεφόμενης φορτισμένης. μπάλας, αν αντικαταστήσουμε το φορτίο με τη μάζα και τότε ο μαγνητισμός γίνεται βαρυτομαγνητισμός.
 
Μπορεί να μην αισθανόμαστε το βαρυτομαγνητισμό στην καθημερινή μας ζωή, αλλά σύμφωνα με τη θεωρία του Αϊνστάιν της Γενικής Σχετικότητας είναι πραγματικό. Όταν ένας πλανήτης ή ένα αστέρι ή μια μαύρη οπή ή οποιοδήποτε μεγάλο αστρονομικό αντικείμενο περιστρέφεται, σύρει το χώρο και το χρόνο γύρω του, μια ενέργεια που είναι γνωστή ως «Frame Dragging«. Το χωροχρονικό ‘ύφασμα’ συστρέφεται όπως μια δίνη. Ο μεγαλύτερος φυσικός του 20ου αιώνα μας λέει ότι ενώ η βαρυτική δύναμη οφείλεται στην κάμψη του χωρόχρονου, η «συστροφή» είναι ο βαρυτομαγνητισμός.
 
Τα φαινόμενα ενός τέτοιου πεδίου, που συχνά αναφέρονται και σαν βαρυτομαγνητικά φαινόμενα, είναι από τις τελευταίες προβλέψεις της γενικής σχετικότητας που ακόμα δεν έχουν δοκιμαστεί. Τελευταία, στο πανεπιστήμιο τοτ Στάνφορντ αναλύουν τα δεδομένα από την πρώτη άμεση δοκιμασία του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού, που έγινε στο δορυφόρο Gravity B. Το σύρσιμο του χωροχρονικού πλαισίου (το πόσο παρασύρεται δηλαδή ο χωρόχρονος από την περιστροφή της Γης ή του Ήλιου ή μιας μαύρης τρύπας γύρω τους) συχνά αναφέρεται και σαν βαρυτομαγνητικό φαινόμενο.
 
Σύμφωνα με την GEM, το βαρυτικό πεδίο παράγεται από ένα περιστρεφόμενο αντικείμενο (ή όποια στρεφόμενη υλο-ενέργεια) και είναι το τυπικό ανάλογο με το μαγνητικό πεδίο στον κλασσικό ηλεκτρομαγνητισμό. Ξεκινώντας από την εξίσωση πεδίου του Αϊνστάιν της Γενικής σχετικότητας, και υποθέτοντας ένα ασθενές πεδίο ή ένα σχεδόν επίπεδο χωρόχρονο, κάποιοι έχουν φτιάξει τις παρακάτω βαρυτομαγνητικές εξισώσεις ανάλογες με τις εξισώσεις του Maxwell για τον ηλεκτρομαγνητισμό.
 
όπου:
  • E είναι το βαρυτοηλεκτρικό πεδίο ή η βαρύτητα.
  • B είναι το βαρυτομαγνητικό πεδίο.
  • ρ είναι η πυκνότητα της μάζας αντί της πυκνότητας του φορτίου.
  • J είναι η πυκνότητα ρεύματος της μάζας (=ρvρ, όπου vρ είναι η ταχύτητα της ροής της μάζας που γεννά το βαρυτομαγνητικό πεδίο).
  • G είναι η παγκόσμια σταθερά της βαρύτητας
  • c είναι η ταχύτητα της διάδοσης ή η ταχύτητα του φωτός.
    Βλέπουμε ότι οι παραπάνω εξισώσεις έχουν μεγάλη αναλογία με τις εξισώσεις του ηλεκτρομαγνητισμού του Maxwell.
     
    Η αναλογία και οι εξισώσεις που διαφέρουν μόνο από ορισμένους μικρούς παράγοντες δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1893, πριν από τη γενική σχετικότητα, από τον Oliver Heaviside ως ξεχωριστή θεωρία που επεκτείνει τον νόμο του Νεύτωνα.
     
    Έμμεσες επικυρώσεις βαρυτομαγνητικών επιδράσεων έχουν προκύψει από αναλύσεις σχετικιστικών πιδάκων. Ο Roger Penrose πρότεινε ένα μηχανισμό για την εξόρυξη ενέργειας και ορμής από τις περιστρεφόμενες μαύρες τρύπες .  Το δε φαινόμενο Lense-Thirring θα μπορούσε να εξηγήσει τις παρατηρούμενες υψηλές ενέργειες και φωτεινότητες των κβάζαρ καθώς και των ενεργών γαλαξιακών πυρήνων.  Όλες αυτές οι παρατηρούμενες ιδιότητες θα μπορούσαν να εξηγηθούν με όρους βαρυτομαγνητικών επιδράσεων.
     
    Προσοχή! Παρά τις ομοιότητες των εξισώσεων του ηλεκτρομαγνητισμού με του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού, και παρά την ομοιότητα του νόμου της δύναμης του Lorentz με ένα αντίστοιχο νόμο του βαρυτομαγνητισμού, ο βαρυτομαγνητισμός δεν πρέπει να συγχέεται με οποιαδήποτε από τα εξής:
     
  • Ισχυρισμούς ότι μπορούν να κατασκευαστούν συσκευές αντι-βαρύτητας.
  • Ισχυρισμούς του Eugene Podkletnov ότι έχει κατασκευάσει συσκευές με προστασία από την βαρύτητα και συσκευές ανάκλασης των ακτίνων βαρύτητας.
  • Ισχυρισμούς της θεωρίας του Ηλεκτρικού Σύμπαντος που υποστηρίζει ότι προσδιορίζει τη βαρύτητα ως μια μορφή του ηλεκτρομαγνητισμού.
  • Αυτές και άλλες αξιώσεις θεωρούνται σαν ψευδοφυσική από την επικρατούσα θεωρία της επιστήμης.
Ο βαρυτοηλεκτρομαγνητισμός, αφ’ ετέρου, είναι σταθερά μέρος της καθιερωμένης θεωρίας της βαρύτητας, δηλαδή τη γενική σχετικότητα, και έχει ελέγξιμες προβλέψεις, ενώ είναι στα τελικά στάδια να εξεταστεί άμεσα.
 
Κοντά στη Γη, ο βαρυτομαγνητισμός είναι ασθενής. Για αυτό και τα γυροσκόπια του Gravity Probe Β  ταλαντεύονταν μόνο 42 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου. Αλλά το βαρυτομαγνητικό πεδίο κοντά σε μια περιστρεφόμενη μαύρη τρύπα ή σε ένα άστρο νετρονίων θα ήταν πολύ ισχυρό.
 
Οι αστρονόμοι μπορεί να έχουν ήδη παρατηρήσει τα αποτελέσματα του βαρυτομαγνητισμού. Μερικές μαύρες τρύπες και άστρα νετρονίων εκπέμπουν ισχυρούς πίδακες ύλης στο διάστημα, με σχεδόν την ταχύτητα του φωτός. Αυτοί οι πίδακες είναι σε μορφή ζεύγους και κατευθύνονται αντίθετα, σαν να φεύγουν από τους πόλους ενός περιστρεφόμενου αντικειμένου. Οι θεωρητικοί φυσικοί σκέφτονται ότι οι πίδακες θα μπορούσαν να τροφοδοτηθούν και να ευθυγραμμιστούν από το βαρυτομαγνητισμό.
 
Αλλά στο ηλιακό μας σύστημα  ο βαρυτομαγνητισμός είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ασθενής. Και γι’ αυτό πολλοί αναρωτιούνται, τι έγινε που ανακαλύψαμε τον βαρυτομαγνητισμό;
 
Η ίδια ερώτηση τέθηκε, πολλές φορές, στο 19ο αιώνα όταν εξερευνούσαν ο Maxwell, ο Faraday και άλλοι τον ηλεκτρομαγνητισμό.
 
«Ποια χρήση θα μπορούσε να έχει ο ηλεκτρομαγνητισμός;»
 
Το πείραμα
Στις 20 Απριλίου 2004 εκτοξεύτηκε από τη NASA ο δορυφόρος Gravity Probe Β. Κατασκευάστηκε από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, της NASA και της Lockheed Martin, για να εκτελέσει το πείραμα του βαρυτομαγνητισμού, με τη χρήση γυροσκοπίων.
 
Το διαστημικό σκάφος βρισκόταν σε μια πολική τροχιά 650 km από τη Γη. Μέσα του υπήρχαν τέσσερα γυροσκόπια, τέσσερις τέλεια λειασμένες σφαίρες διαμέτρου 38 cm τοποθετημένες στο κενό κάνοντας δέκα χιλιάδες περιστροφές ανά λεπτό. Εάν οι εξισώσεις του Einstein ήταν σωστές και ο βαρυτομαγνητισμός ήταν πραγματικός, τα περιστρεφόμενα γυροσκόπια έπρεπε να ταλαντευτούν καθώς θα βρίσκονταν σε τροχιά πάνω από τη Γη. Οι άξονες περιστροφής τους θα έπρεπε να μετατοπιστούν, σιγά-σιγά, συνολικά 42 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου μέσα σε ένα χρόνο. Ο Gravity Probe Β θα μπορούσε να μετρήσει αυτήν την γωνία με μια ακρίβεια 0,5 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου, ή περίπου 1%. 
 
Η αποστολή του GP-B ήταν σχεδιασμένη να κάνει μετρήσεις με πρωτοφανή ακρίβεια, καθώς στόχευε στο άστρο IM Pegasi, ενώ βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τη Γη. Αν η βαρύτητα δεν επηρέαζε τον χώρο και το χρόνο, τα γυροσκόπια του GP-B θα έπρεπε να στοχεύουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Αλλά η επιβεβαίωση των θεωριών του Einstein ήρθε όταν τα γυροσκόπια κατέγραψαν μικρές αλλαγές στην κατεύθυνση της περιστροφής τους.
 
“Φανταστείτε τη Γη σαν να ήταν βυθισμένη στο μέλι. Καθώς περιστρέφεται ο πλανήτης, το μέλι γύρω από αυτό θα στροβιλίζεται κάτι το οποίο συμβαίνει και με το χώρο και το χρόνο”, δήλωσε ο Francis Everitt, κύριος ερευνητής του GP-B στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. “Η αποστολή GP-B επιβεβαίωσε δύο από τις πιο σημαντικές προβλέψεις του Αϊνστάιν σχετικά με το σύμπαν, και έχει βαθιές επιπτώσεις σε ολόκληρη την έρευνα της αστροφυσικής. Ομοίως, οι δεκαετίες της τεχνολογικής καινοτομίας πίσω από την αποστολή θα είναι μόνιμη κληρονομιά για την Γη και το διάστημα.
 
Η δορυφορική αποστολή του Stanford, ύψους 0,76 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για να ελέγξει τη θεωρία της βαρύτητας του Αϊνστάιν, ανακοίνωσε το 2011 τα τελικά αποτελέσματα. Δεν ήταν όλα τα πειράματα όπως πρόβλεπαν, ειδικά στο ρυθμό ολίσθησης των πλαισίων, γιατί το φαινόμενο δεν είχε το επίπεδο εμπιστοσύνης 5 σίγμα.
 
Παρ ‘όλα αυτά, εάν ρωτήσετε αν ο ανιχνευτής βοήθησε να εξαλειφθούν δραματικά οι αμφιβολίες ότι η Γενική Σχετικότητα GR είναι σωστή για άλλη μια φορά, η απάντηση είναι ένα ηχηρό Ναι.

Ελληνιστική Γραμματεία: Φιλολογία και επιστήμη, Η άνθηση των επιστημών, Αστρονομία και γεωγραφία

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη επιστήμη στα ελληνιστικά χρόνια, η γεωγραφία και η αστρονομία γεννήθηκαν μέσα από τις μακρινές εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και διαμορφώθηκαν υπό την ισχυρή επίδραση της Ανατολής. Είναι λοιπόν φυσικό στα πρώτα ελληνιστικά χρόνια η γεωγραφία να ταυτίζεται με λιγότερο επιστημονικές, εθνογραφικού τύπου, προσεγγίσεις, με την παραδοξογραφία, τη συλλογή θαυμάτων από τον νέο κόσμο, τις αναφορές περιηγητών από τα βάθη της Ασίας και της Αφρικής, και η αστρονομία να συγχέεται με την αστρολογία και την εξ Ανατολής μαγεία. Μία άλλη τάση, που εκδηλώνεται κυρίως στους κόλπους του Αλεξανδρινού Μουσείου, είναι η συλλογή γεωγραφικών πληροφοριών και εθνογραφικών παραδόξων μέσα από βιβλία, ακόμη και από τη λογοτεχνία∙ ένας τέτοιος αρχαιοδίφης υπήρξε και ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος όταν έγραφε για τα ποτάμια του κόσμου (Περὶ τῶν ἐν τῇ οἰκουμένῃ ποταμῶν) ή για τα σπάνια ονόματα πόλεων και νήσων (Κτίσεις νήσων καὶ πόλεων καἰ μετονομασίαι).
 
Χρειαζόταν να εμφανιστεί μία μεγάλη προσωπικότητα, ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (276-194 π.Χ.), για να γίνει η γεωγραφία αυτόνομος επιστημονικός κλάδος και να συνδεθεί με άλλες θεωρητικές επιστήμες όπως τα μαθηματικά και η γεωμετρία. Ο Ερατοσθένης ξεκίνησε αμφισβητώντας την αυθεντία του Ομήρου σε γεωγραφικά θέματα — η χαρακτηριστική φράση του «τότε θα μπορέσει να βρει κανείς πού περιπλανήθηκε ο Οδυσσέας, όταν βρει αυτόν που έραψε τους ασκούς του Αιόλου» δείχνει ότι ο Ερατοσθένης διαχώριζε σαφώς τον καθαρά ψυχαγωγικό ρόλο της ποίησης από τη γνωσιολογική διάσταση της επιστήμης. Στα τρία βιβλία των Γεωγραφικῶν του υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η γη είναι μια σφαίρα, διαίρεσε την επιφάνεια της γης σε γεωγραφικές συντεταγμένες και εκτίμησε το μέγεθος χωρών και ηπείρων. Ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να υπολογίσει την περιφέρεια της γης, μετρώντας το ύψος του Ήλιου και το μήκος της σκιάς σε δύο διαφορετικά σημεία της Αιγύπτου.
 
Μακριά από το Αλεξανδρινό Μουσείο έδρασε ο Αρίσταρχος από τη Σάμο (310-230 π.Χ.), ο οποίος διατύπωσε την ηλιοκεντρική θεωρία του σύμπαντος. Εκατό χρόνια αργότερα ο μεγαλύτερος ίσως αστρονόμος του αρχαίου κόσμου, ο Ίππαρχος από τη Νίκαια (190-120 π.Χ.), επηρεασμένος από τις αστρονομικές θεωρίες των Βαβυλωνίων, μελέτησε τον Ήλιο, τη Σελήνη και τους αστερισμούς, εφαρμόζοντας μεθόδους από τη γεωμετρία και τα μαθηματικά.

Κείμενα:

· Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο 1 (Η γεωγραφική θεωρία του Ερατοσθένη)