Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (630-671)

ΒΛ. ἡ Λυσικράτους ἄρα νυνὶ ῥὶς ἴσα τοῖσι καλοῖσι φρονήσει;
ΠΡ. νὴ τὸν Ἀπόλλω· καὶ δημοτική γ᾽ ἡ γνώμη, καὶ καταχήνη
τῶν σεμνοτέρων ἔσται πολλὴ καὶ τῶν σφραγῖδας ἐχόντων,
ὅταν ἐμβάδ᾽ ἔχων εἴπῃ «πρότερος παραχώρει κᾆτ᾽ ἐπιτήρει,
ὅταν ἤδη ᾽γὼ διαπραξάμενος παραδῶ σοι δευτεριάζειν.»
635 ΒΛ. πῶς οὖν οὕτω ζώντων ἡμῶν τοὺς αὑτοῦ παῖδας ἕκαστος
ἔσται δυνατὸς διαγιγνώσκειν; ΠΡ. τί δὲ δεῖ; πατέρας ‹γὰρ› ἅπαντας
τοὺς πρεσβυτέρους αὑτῶν εἶναι τοῖσι χρόνοισιν νομιοῦσιν.
ΒΛ. οὐκοῦν ἄγξουσ᾽ εὖ καὶ χρηστῶς ἑξῆς τὸν πάντα γέροντα
διὰ τὴν ἄγνοιαν, ἐπεὶ καὶ νῦν γιγνώσκοντες πατέρ᾽ ὄντα
640 ἄγχουσι. τί δῆθ᾽ ὅταν ἀγνὼς ᾖ, πῶς οὐ τότε κἀπιχεσοῦνται;
ΠΡ. ἀλλ᾽ ὁ παρεστὼς οὐκ ἐπιτρέψει· τότε δ᾽ αὐτοῖς οὐκ ἔμελ᾽ οὐδὲν
τῶν ἀλλοτρίων ὅστις τύπτοι· νῦν δ᾽ ἢν πληγέντος ἀκούσῃ,
μὴ αὐτὸν ἐκεῖνον τύπτῃ δεδιὼς τοῖς δρῶσιν τοῦτο μαχεῖται.
ΒΛ. τὰ μὲν ἄλλα λέγεις οὐδὲν σκαιῶς· εἰ δὲ προσελθὼν Ἐπίκουρος
645 ἢ Λευκόλοφος πάππαν με καλεῖ, τοῦτ᾽ ἤδη δεινὸν ἀκοῦσαι.
ΧΡ. πολὺ μέντοι δεινότερον τούτου τοῦ πράγματός ἐστι— ΒΛ. τὸ ποῖον;
ΧΡ. εἴ σε φιλήσειεν Ἀρίστυλλος φάσκων αὑτοῦ πατέρ᾽ εἶναι.
ΒΛ. οἰμώζοι τἂν καὶ κωκύοι. ΧΡ. σὺ δέ γ᾽ ὄζοις ἂν καλαμίνθης.
ΠΡ. ἀλλ᾽ οὗτος μὲν πρότερον γέγονεν πρὶν τὸ ψήφισμα γενέσθαι,
650 ὥστ᾽ οὐχὶ δέος μή σε φιλήσῃ. ΒΛ. δεινὸν μέντἂν ἐπεπόνθειν.
τὴν γῆν δὲ τίς ἔσθ᾽ ὁ γεωργήσων; ΠΡ. οἱ δοῦλοι. σοὶ δὲ μελήσει,
ὅταν ᾖ δεκάπουν τὸ στοιχεῖον, λιπαρὸν χωρεῖν ἐπὶ δεῖπνον.
ΒΛ. περὶ δ᾽ ἱματίων τίς πόρος ἔσται; καὶ γὰρ τοῦτ᾽ ἔστιν ἐρέσθαι.
ΠΡ. τὰ μὲν ὄνθ᾽ ὑμῖν πρῶτον ὑπάρξει, τὰ δὲ λοίφ᾽ ἡμεῖς ὑφανοῦμεν.
655 ΒΛ. ἓν ἔτι ζητῶ. πῶς, ἤν τις ὄφλῃ παρὰ τοῖς ἄρχουσι δίκην τῳ,
πόθεν ἐκτείσει ταύτην; οὐ γὰρ τῶν κοινῶν γ᾽ ἐστὶ δίκαιον.
ΠΡ. ἀλλ᾽ οὐδὲ δίκαι πρῶτον ἔσονται. ΒΛ. τουτὶ τοὔπος σ᾽ ἐπιτρίψει.
ΧΡ. κἀγὼ ταύτην γνώμην ἐθέμην. ΠΡ. τοῦ γάρ, τάλαν, οὕνεκ᾽ ἔσονται;
ΒΛ. πολλῶν οὕνεκα, νὴ τὸν Ἀπόλλω· πρῶτον δ᾽ ἑνὸς οὕνεκα δήπου,
660 ἤν τις ὀφείλων ἐξαρνῆται. ΠΡ. πόθεν οὖν ἐδάνεισ᾽ ὁ δανείσας,
ἐν τῷ κοινῷ πάντων ὄντων; κλέπτων δήπου ᾽στ᾽ ἐπίδηλος.
ΧΡ. νὴ τὴν Δήμητρ᾽ εὖ γε διδάσκεις. ΒΛ. τουτὶ τοίνυν φρασάτω μοι·,
τὴν αἰκείας οἱ τύπτοντες πόθεν ἐκτείσουσιν, ἐπειδὰν
εὐωχηθέντες ὑβρίζωσιν; τοῦτο γὰρ οἶμαί σ᾽ ἀπορήσειν.
665 ΠΡ. ἀπὸ τῆς μάζης ἧς σιτεῖται· ταύτης γὰρ ὅταν τις ἀφαιρῇ,
οὐχ ὑβριεῖται φαύλως οὕτως αὖθις τῇ γαστρὶ κολασθείς.
ΒΛ. οὐδ᾽ αὖ κλέπτης οὐδεὶς ἔσται; ΠΡ. πῶς γὰρ κλέψει μετὸν αὐτῷ;
ΒΛ. οὐδ᾽ ἀποδύσουσ᾽ ἄρα τῶν νυκτῶν; ΧΡ. οὐκ, ἢν οἴκοι γε καθεύδῃς·
ΠΡ. οὐδ᾽ ἤν γε θύραζ᾽ ὥσπερ πρότερον· βίοτος γὰρ πᾶσιν ὑπάρξει.
670 ἢν δ᾽ ἀποδύῃ γ᾽, αὐτὸς δώσει. τί γὰρ αὐτῷ πρᾶγμα μάχεσθαι;
ἕτερον γὰρ ἰὼν ἐκ τοῦ κοινοῦ κρεῖττον ἐκείνου κομιεῖται.

***
ΒΛΕ. Ίσια κι όμοια λοιπόν με τα υπέρκαλλα νιάτα
630 η μαϊμού ο Λυσικράτης; ΠΡΑ. Και ναι, μά τον Φοίβο.
Δημοκράτης ο νόμος. Τί γέλια θα κάνουμε
με τους κρύους αρχοντάδες, τους δαχτυλιδάτους,
όταν κάποιος τσαρούχης τούς κόβει: «Πρωτιά μου!
Κάνε πλάι να κοιτάς κι άμα εγώ ξεμπερδέψω,
τότε θα ᾽ναι σειρά σου, το δεύτερο χέρι».
ΒΛΕ. Πώς με τέτοιο ανακάτωμα θα ξεχωρίζει
τα παιδιά του ο καθένας; ΠΡΑ. Ανάγκη δεν είναι.
Το παιδί θα λογιάζει πατέρα ολουνούς
τους γερόντους ανάλογα με τα χρονάκια του.
ΒΛΕ. Το λοιπόν θα μπορούν μια χαρά τα παιδιά
κάθε γέρο να τον καρυδώνουν μη ξέροντας
αν πατέρας τους είναι, αφού σήμερ᾽ ακόμα
που τον ξέρουν, του στρίβουν το λάρυγγα. Μόνο
640 θα τον πνίγανε; Μπα! Θα τον χέζανε κιόλας.
ΠΡΑ. Θα μποδίζουν οι γύρω. Ως τα χτες δεν τους έμελε,
αν ο γιος ξυλοφόρτωνε τον πατερούλη του.
Ξένος ήταν. Μα τώρα, αν ακούσουν να δέρνεται
κάποιος γέρος, θα μπαίνουν στη μέση, γιατί
θα φοβούνται μην αύριο κι αυτοί ξυλιστούνε.
ΒΛΕ. Ως εδώ τα κατάφερες. Όμως αν έρθουν
ο Κοκός κι ο Τοτός και με πούνε πατέρα,
μοναχά που το λέω, θα μου φύει το τσερβέλο.
ΧΡΕ. Είναι κι άλλα χειρότερα. ΒΛΕ. Τί; ΧΡΕ. Να σε σφίξει
αγκαλιά και φιλώντας σε να σε φωνάξει
ο Ντιντής: «Αχ, γλυκέ μου μπαμπά». ΒΛΕ. Θα τον σπάσω
στις γροθιές. ΧΡΕ. Θα κολλήσεις αρώματα. ΠΡΑ. Είναι
γεννημένος πολύ πριν ερθούμε στα πράγματα.
Μη φοβάσαι λοιπόν το φιλί του. ΒΛΕ. Χειρότερο
650 ρεζιλίκι δε θα ᾽ταν για μένα... Μα ποιοί
τα χωράφια θα οργώνουν; ΠΡΑ. Οι δούλοι. Και συ,
μόλις πάει να μουχρώσει, θα τρέχεις ολόχαρος
για το δείπνο. ΒΛΕ. Καλά. Αλλά πώς θα πορεύομε
από ρούχα; ΠΡΑ. Θα ντύνεστε μ᾽ όσο βρεθεί
πανικό και κατόπι θα υφαίνουμ᾽ εμείς.
ΒΛΕ. Κάτι ακόμα. Αν κανένας μας χάσει μια δίκη,
πες μου πώς θα πλερώσει το πρόστιμο; Πάλι
το κοινό μας ταμείο; Λογικό δεν το βρίσκω.
ΠΡΑ. Δε θα γίνονται δίκες! ΧΡΕ. (στο Βλέπυρο) Πάει, χάθηκες, φίλε!
Πώς θα ζήσεις; Αυτό να σκεφτείς. ΠΡΑ. Για ποιό λόγο
να σκαρώνονται δίκες; ΒΛΕ. Για χίλιους! Και νά
ένα πρώτο παράδειγμα. Αν αρνιέται ο χρεώστης
να ξοφλήσει το δάνειό του; ΠΡΑ. Κι ο δανειστής
660 πού θα βρίσκει τα χρήματα, για να τοκίσει;
Όλα θα ᾽ναι βαθιά στο κοινό μας ταμείο.
Φανερό: να μπορεί να δανείζει, τα σούφρωσε.
ΧΡΕ. Γνωστικά μάς τα λες, μά τη Δήμητρα. ΒΛΕ. Πες μου,
αν κανείς μεθυσμένος απάνου στο κέφι
έναν άλλον χτυπήσει, πού θα βρει το χρήμα
να πλερώσει το πρόστιμο; Τώρα σε στρίμωξα.
ΠΡΑ. Το φαγί του θα κόψουμε... Κι όταν δεν έχει
να μασήσ᾽, η αδειανή του κοιλιά θα τον κάνει
να γνωστέψει, να μην αφαρπάζεται... ΒΛΕ. Κλέφτες
δεν θα υπάρχουνε πια; ΠΡΑ. Τί να κλέψουν;
Τα δικά τους λεφτά; ΒΛΕ. Λωποδύτες τη νύχτα
δε θα γδύνουνε πια τους διαβάτες; ΧΡΕ. Καθόλου,
αν κοιμάσαι στο σπίτι νωρίς. ΠΡΑ. Και ξενύχτης
να γυρνάς στα σοκάκια, σαν άλλοτες, ποιός
θα σε κλέψει; Όλοι θα ᾽χουν τον τρόπο τους. Όλοι.
Κι αν σου πέσει κανείς να σου πάρει το ρούχο,
670 θα του λες: «Χάρισμά σου... Γιατί να μαλώνουμε;».
Και κατόπι θα πας στην κοινήν αποθήκη
για να πάρεις καινούργιο μαντύα και καλύτερον.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΠΡΙΑΜΙΔΕΣ, ΛΑΟΔΙΚΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για λαοδικηΛαοδίκην Πριάμοιο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην.
(Γ 124)
 
Η ομορφότερη κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης, σύζυγος του Ελικάονα. Παραδόσεις μετά τον Όμηρο τη θέλουν, νέα ακόμη και πριν τον γάμο της, να ερωτεύεται τον Ακάμαντα, γιο του Θησέα, όταν εκείνος, μαζί με τον Διομήδη στάλθηκαν στην Τροία, για να ζητήσουν πίσω την Ελένη, προτού αρχίσει ο πόλεμος. Η κόρη εμπιστεύτηκε το μυστικό του έρωτά της στη Φιλόβια, τη γυναίκα του Περσέα, βασιλιά της πόλης Δάρδανο της Τρωάδας. Εκείνη έπεισε τον άνδρα της να καλέσει τους δύο νέους σε συμπόσιο και να τους βάλει να καθίσουν δίπλα δίπλα, χωρίς όμως να αποκαλύψουν την πραγματική ταυτότητα της Λαοδίκης, που εμφανίστηκε σαν αυλική στον γυναικωνίτη του Πριάμου. Καρπός της ένωσής τους ήταν ο Μούνιτος, τον οποίο η μητέρα του εμπιστεύτηκε στην Αίθρα, μητέρα του Θησέα και προγιαγιά του παιδιού της, αιχμάλωτη της Ελένης στην Τροία.
 
Με τον εχθρό μέσα στο παλάτι, η Λαοδίκη έδωσε τα όπλα στον ηλικιωμένο Πρίαμο που θέλησε να υπερασπιστεί τους δικούς του. Ο Πρίαμος σκοτώθηκε και οι θεοί, για να μην αφήσουν τη Λαοδίκη να πέσει στα χέρια των Αχαιών, άνοιξαν τη γη που την κατάπιε. Μετά την εξαφάνισή της η Αίθρα έδωσε τον Μούνιτο στον πατέρα του, που τον οδήγησε στην Αττική μαζί με την Αίθρα, ελεύθερη πια. Στο ταξίδι του γυρισμού, ο Μούνιτος, κυνηγώντας στην Όλυνθο, πέθανε από τσίμπημα φιδιού. Την ιστορία της Λαοδίκης κατέγραψε ο Παρθένιος στο Περί ερωτικών παθημάτων*.
-------------------------
*Λαοδίκη
 
Ἐλέχθη δὲ καὶ περὶ Λαοδίκης ὅδε λόγος, ὡς ἄρα παραγενομένων ἐπὶ Ἑλένης ἀπαίτησιν Διομήδους καὶ Ἀκάμαντος πολλὴν ἐπιθυμίαν ἔχειν μιγῆναι παντάπασι νέῳ ὄντι Ἀκάμαντι· καὶ μέχρι μέν τινος ὑπ᾽ αἰδοῦς κατέχεσθαι, ὕστερον δὲ νικωμένην ὑπὸ τοῦ πάθους ἀνακοινώσασθαι Περσέως γυναικὶ (Φυλοβίη αὐτῇ ὄνομα) παρακαλεῖν τε αὐτὴν ὅσον οὐκ ἤδη διοιχομένῃ ἀρήγειν αὐτῇ. κατοικτείρουσα δὲ <αὕτη> τὴν συμφορὰν τῆς κόρης δεῖται τοῦ Περσέως, ὅπως συνεργὸς αὐτῇ γένηται ἐκέλευέ τε ξενίαν καὶ φιλότητα τίθεσθαι πρὸς τὸν Ἀκάμαντα. Περσεὺς δὲ τὸ μὲν καὶ τῇ γυναικὶ βουλόμενος ἁρμόδιος εἶναι, τὸ δὲ καὶτὴν Λαοδίκην οἰκτείρων πάσῃ μηχανῇ [ἐπὶ] τὸν Ἀκάμαντα εἰς Δάρδανον ἀφικέσθαι πείθει· καθίστατο γὰρ ὕπαρχος τοῦ χωρίου. ἦλθε καὶ Λαοδίκη ὡς εἰς ἑορτήν τινα σὺν ἄλλαις τῶν Τρῳάδων ἔτι παρθένος οὖσα. ἔνθα δὴ παντοδαπὴν θοίνην ἑτοιμασάμενος συγκατακλίνει καὶ τὴν Λαοδίκην αὐτῷ φάμενος μίαν εἶναι τῶν τοῦ βασιλέως παλλακίδων. καὶ Λαοδίκη μὲν οὕτως ἐξέπλησε τὴν ἐπιθυμίαν, χρόνου δὲ προϊόντος γίνεται τῷ Ἀκάμαντι υἱὸς Μούνιτος, ὃν ὑπ᾽ Αἴθρας τραφέντα μετὰ Τροίας ἅλωσιν διεκόμισεν ἐπ᾽ οἴκου. καὶ αὐτὸν θηρεύοντα ἐν Ὀλύνθῳ τῆς Θρᾴκης ὄφις ἀνεῖλεν.
(Παρθένιος, Περί ερωτικών παθημάτων 16.1-4)

Ο Αριστοτέλης, η ηδονή, ο μόχθος και η έννοια της διασκέδασης

Αφού έχει ήδη ξεκαθαριστεί ότι η ηδονή δεν αφορά ούτε την κίνηση ούτε τη γένεση, αλλά την ενέργεια, αυτό που θα προστεθεί έχει να κάνει με την ερμηνεία της ηδονής ως μηχανισμού που θα καταδείξει την τελειότητα της ενέργειας που την επιφέρει: «Αυτό όμως μπορεί να γίνει φανερό και από τη στενότατη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην κάθε ηδονή και στην ενέργεια που αυτή η ηδονή την κάνει τέλεια» (1175a 5, 34-35).
 
Με άλλα λόγια, αν μια ενέργεια προσφέρει ηδονή, είναι απολύτως φανερό ότι η διαρκής επιδίωξή της (λόγω της αντλούμενης ευχαρίστησης) θα κάνει τον άνθρωπο να τελειοποιηθεί σ’ αυτού του είδους την ενέργεια: «Γιατί η οικεία ηδονή αυξάνει την ενέργεια. Ο λόγος είναι ότι όσοι, σε οποιονδήποτε επιμέρους τομέα, ενεργούν με ευχαρίστηση, είναι οι καλύτεροι κριτές και οι ακριβέστεροι γνώστες» (1175a 5, 35-38).
 
Ο Αριστοτέλης θα φέρει και παραδείγματα: «καλοί, επιπαραδείγματι, στη γεωμετρία γίνονται αυτοί που βρίσκουν ευχαρίστηση στο να ασχολούνται με αυτήν – και, φυσικά, αυτοί που κατανοούν καλύτερα τις διάφορες λεπτομέρειές της· με τον ίδιο τρόπο οι φιλόμουσοι, οι φιλοικοδόμοι και οι φίλοι όλων των άλλων τεχνών προκόβουν ο καθένας στη δική του εργασία, ακριβώς γιατί βρίσκουν ευχαρίστηση σ’ αυτή». (1175a 5, 38-42).
 
Η ηδονή είναι το απαραίτητο στοιχείο όλων των ανθρώπινων ενδιαφερόντων, αφού αν δεν υπήρχε τα πάντα θα οδηγούνταν στην αδράνεια της απόλυτης αδιαφορίας. Από αυτή την άποψη, η ηδονή όχι μόνο δεν είναι κάτι κατακριτέο, αλλά παίρνει διαστάσεις σχεδόν υπαρξιακές ως κινητήριος δύναμη της ανθρώπινης δράσης. Θα έλεγε κανείς ότι όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπου (εν τέλει) οφείλονται σ’ αυτή. Η ηδονή είναι η αγάπη προς κάποιο πεδίο που καλεί τον άνθρωπο να ενεργήσει. Δηλαδή να κοπιάσει. Ο μόχθος παρουσιάζεται με τρόπο αλληλένδετο με την ηδονή, αφού δεν μπορεί να υπάρξει ενέργεια χωρίς μόχθο.
 
Κι ίσως εδώ να βρίσκεται η ουσία των πραγματικών ηδονών που εκπληρώνονται μετά από κόπο και προσωπικό αγώνα. Οι ηδονές που μπορεί να νιώθει κανείς χωρίς να κοπιάζει είναι καταδικασμένες στην επιφάνεια, καθώς (σε τελική ανάλυση) στερούνται ενέργειας. Η ταύτιση της ξεκούρασης ή των ράθυμων σωματικών απολαύσεων με την ηδονή αποτελεί διαστρέβλωση που υποβαθμίζει την ηδονή στην ευτέλεια του ζωώδους. Οι απολαύσεις αυτού του είδους είναι αδύνατο να συγκριθούν με το μεγαλείο της ψυχικής ολοκλήρωσης (ύψιστη ηδονή) που επέρχεται ενεργώντας. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να το μάθει κανείς.

Η άντληση της ηδονής από κάποια ενέργεια είναι που οδηγεί στο οικείο, αφού οικείο είναι αυτό που ο καθένας αρέσκεται να κάνει: «Η ηδονή λοιπόν συντελεί στην αύξηση της ενέργειας, και ό,τι συντελεί στην αύξηση ενός πράγματος, είναι οικείο σ’ αυτό· όταν όμως κάποια πράγματα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος, διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το είδος και τα οικεία τους» (1175a 5, 42 και 1175b 5, 1-2).
 
Κι ο Αριστοτέλης θα γίνει σαφέστερος: «Το πράγμα γίνεται, νομίζω, ακόμη πιο φανερό, αν προσέξουμε ότι οι ηδονές που προέρχονται από ένα είδος ενεργειών γίνονται εμπόδιο για άλλες ενέργειες. Οι άνθρωποι, επιπαραδείγματι, που τους αρέσει πάρα πολύ η μουσική του αυλού, αδυνατούν να δώσουν προσοχή στις φιλοσοφικές συζητήσεις, αν εκείνη τη στιγμή ακούσουν κάποιον να παίζει αυλό, γιατί η μουσική του αυλού τούς ευχαριστεί περισσότερο από την ενέργεια της στιγμής εκείνης· συμπέρασμα: η ηδονή που γεννάει η αυλητική τέχνη φθείρει την ενέργεια που σχετίζεται με τη φιλοσοφική συζήτηση» (1175b 5, 2-8).
 
Ο άνθρωπος δεν έχει άλλη επιλογή από το να στραφεί προς αυτό που τελικά τον ευχαριστεί. Ο λάτρης του αυλού θα εγκαταλείψει τη φιλοσοφική συζήτηση, όπως ο λάτρης της φιλοσοφίας θα ενοχληθεί από το άκουσμα του αυλού που (ενδεχομένως) του χαλάει τη συγκέντρωση. Η ηδονή είναι ο παράγοντας που θα καθορίσει την κατεύθυνση των ενδιαφερόντων. Γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία να ευχαριστιέται κανείς από πράγματα που έχουν ποιότητα, αφού θα αναγκαστεί να στραφεί προς αυτά. Αν, αντίθετα, συνηθίσει να ευχαριστιέται από την ευτέλεια, θα επιθυμεί τις ευτελείς ενέργειες.
 
Όμως, από τις ευτελείς πράξεις γεννιούνται και οι ευτελείς ηδονές. Οι διασκεδάσεις της ευτέλειας από ένα σημείο και μετά δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην πλήξη, καθώς η ηδονή που προσφέρουν δεν έχει κανένα βάθος. Αντίθετα, οι ποιοτικές ενέργειες γίνονται σύντροφοι ζωής. Από αυτή την άποψη, εκείνος που γίνεται έρμαιο της ευτέλειας αγνοεί την ίδια τη σημασία της ηδονής, αφού τη συγχέει με τη ρηχότητα της ανούσιας παροδικής ευχαρίστησης. Γι’ αυτό και η ζωή του είναι καταδικασμένη στη φτώχεια, όση περιουσία κι αν διαθέτει. Κι αυτή είναι η μοίρα των απαίδευτων ανθρώπων.
 
Η απαιδευσιά δεν έχει να κάνει (κατ’ ανάγκη) με το μορφωτικό επίπεδο. Κι ο εξειδικευμένος-βαθύς γνώστης του πιο απαιτητικού επιστημονικού πεδίου μπορεί να είναι επίσης απαίδευτος. Η τεχνοκρατική γνώση που κατέχει μπορεί να τον καταξιώνει επαγγελματικά (κι επιστημονικά), αλλά δε σημαίνει ότι τον διαπλάθει κιόλας. Τα ενδιαφέροντά του μπορεί να είναι εξίσου ευτελή, όπως και οι χαρές που εισπράττει ως προσωπικότητα.
 
Η τεχνοκρατική αντίληψη της εξειδικευμένης γνώσης δεν πρέπει να συγχέεται με την παιδεία, αφού η παιδεία αφορά την ολοκλήρωση της προσωπικότητας, ενώ η εξειδικευμένη γνώση όχι. Η προσωπικότητα ολοκληρώνεται με την εναρμόνιση του ανθρώπου με τους άλλους και τη μετουσίωση των ερεθισμάτων που δέχεται σε προσωπικό πλούτο. Η εξειδικευμένη γνώση δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σ’ αυτό το αποτέλεσμα.

Ο πετυχημένος χειρούργος δεν είναι βέβαιο ότι το κατανοεί αυτό. Γι’ αυτό και (εν τέλει) μπορεί να είναι και απαίδευτος. Τουλάχιστον, όμως, έχει την επιστήμη του, από την οποία μπορεί να αντλήσει αληθινή χαρά. Αλίμονο στον άνθρωπο που δεν κατέχει καμία επιστημονική ή τεχνική γνώση και ταυτόχρονα είναι και απαίδευτος. Η ρηχότητα και η πλήξη είναι η μοναδική του προοπτική. Η ευτυχία του είναι κατώτερης ποιότητας, αφού ταυτίζεται με το ευτελές.
 
Θα έλεγε κανείς ότι η ποιότητα των οικείων ηδονών είναι το ασφαλέστερο κριτήριο της παιδείας. Κι όπως υπάρχουν οικείες ηδονές, έτσι υπάρχουν και οι οικείες λύπες (κι αντιστοίχως οι ξένες ηδονές και λύπες): «Πραγματικά, οι ξένες ηδονές κάνουν αυτό σχεδόν που κάνουν οι οικείες λύπες: οι οικείες λύπες καταστρέφουν τις ενέργειες· αν, επιπαραδείγματι, το γράψιμο ή η αριθμητική δεν προκαλούν σε κάποιον άνθρωπο καμιά ευχαρίστηση και, ίσα ίσα, τον στενοχωρούν, αυτός δε γράφει ή δεν κάνει πράξεις αριθμητικής, αφού αυτού του είδους οι ενέργειες τού προκαλούν στενοχώρια» (1175b 5, 18-23).
 
Ασφαλώς, δεν μπορούν όλες οι ηδονές να είναι οικείες, αφού δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να αντλούν χαρά από τα ίδια πράγματα. Όμως, όσο πιο περιορισμένες είναι τόσο φτωχότερη γίνεται και η ζωή αυτού που τις κατέχει, αφού οι πηγές της χαράς είναι λίγες. Κι αν εκτός από λίγες είναι και στείρες, τότε η ζωή οδεύει προς τη στέρηση της ηδονής αναζητώντας τη χαρά σε υποκατάστατα. Οι στείρες ηδονές σηματοδοτούν και τη στειρότητα της ζωής. Υπό αυτή τη συνθήκη, η αριστοτελική έννοια της ευτυχίας (ως εξύψωση στο θεϊκό) κρίνεται ιδιαιτέρως επίφοβη.
 
Κατά συνέπεια οι ξένες ηδονές είναι οι πηγές της χαράς των άλλων, που όμως είναι αδύνατο σε κάποιον να τις ιδιοποιηθεί. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ανεκμετάλλευτες δυνατότητες χαράς. Η παιδεία είναι ο μηχανισμός που διευρύνει την προσωπικότητα μετατρέποντας σε οικείες τις ως τώρα ξένες ηδονές. Κι αυτή είναι η έννοια του μόχθου, αφού ο μόχθος θα δώσει το βάθος και την ποιότητα του ενδιαφέροντος. Το ζήτημα είναι να μην ταυτίζεται ο μόχθος με τον καταναγκασμό. Γιατί ο καταναγκασμός αποτελεί οικεία λύπη και η επιμονή στη λύπη είναι η ύψιστη δυστυχία.

Όσο πιο πολύ μοχθεί κανείς για κάτι με τη θέλησή του, τόσο βαθύτερα το αγαπά, κι όσο βαθύτερα το αγαπά, τόσο βαθύτερη είναι και η χαρά που εισπράττει κάνοντάς το. Η επιφανειακή ενασχόληση θα φέρει κι επιφανειακή χαρά. Αλλιώς αγαπά κανείς τη μουσική, όταν απλώς ευχαριστιέται ακούγοντάς τη, κι αλλιώς όταν τη σπουδάζει ή όταν μοχθεί να μάθει ένα όργανο και να συμμετέχει στο παίξιμό της. Ο οικειοθελής κόπος κάνει πιο οικεία την ηδονή. Κι αυτός είναι ο αληθινός πλούτος των ανθρώπων.
 
Οι ηδονές ευτελίζονται όταν κόβουν τους δεσμούς με τις επιταγές της αρετής. Η αρετή είναι η δύναμη που θα δώσει το βάθος και την ποιότητα στις πράξεις, πράγμα που στη συνέχεια θα καθορίζει το βάθος και την ποιότητα των ηδονών. Οι επαίσχυντες πράξεις θα γεννήσουν και τις επαίσχυντες ηδονές, που για τον Αριστοτέλη δεν είναι ηδονές, αλλά μια κατάφωρη διαστρέβλωση της έννοιας: «Είναι λοιπόν φανερό ότι δεν πρέπει να λέμε ότι είναι ηδονές αυτές που κατά την κοινή ομολογία είναι επαίσχυντες: αυτές είναι ηδονές μόνο για τους διεφθαρμένους ανθρώπους» (1176a 5, 26-29).
 
Δεν είναι τυχαίο ότι η χαρά των διεφθαρμένων αδυνατεί να έχει διάρκεια, αφού η διαφθορά τους αποτελεί την ύστατη προσπάθεια να εκδηλωθεί η χαρά μέσα σε συνθήκες όπου οτιδήποτε αξιόλογο αποτελεί ξένο. Γι’ αυτό και είναι ασήμαντη. Κι όσο βυθίζεται κανείς στις ηδονές της διαφθοράς, τόσο θέλει και να τις επιτείνει, καθώς το συνηθισμένο δεν μπορεί να φέρει πλέον τη χαρά που έφερνε στην αρχή – επιβεβαιώνοντας την ασημαντότητά του. Οι ηδονές της διαφθοράς δεν έχουν ούτε βάθος ούτε μόχθο ούτε ψυχική ολοκλήρωση και προσπαθούν να τα αντικαταστήσουν με την κλιμάκωση, που θα δώσει την ψευδαίσθηση της εξέλιξης. Ο διεφθαρμένος δεν έχει άλλη επιλογή από το να γίνεται όλο και περισσότερο διεφθαρμένος. Κι αυτός είναι ο δρόμος της κακίας που επιφέρει το αδιέξοδο, τη φτήνια, τη διαστρέβλωση και την παρακμή, δηλαδή τη δυστυχία.
 
Όταν αυτού του είδους οι επαίσχυντες ηδονές μετατρέπονται σε κοινωνικό πρότυπο, είναι αδύνατο να μιλάμε για ποιότητα της πόλης, αφού η πόλη καθορίζεται από τις συλλογικές αξίες που προάγει. Η δυστυχία θα είναι συνολική, όπως και το επαίσχυντο της στρέβλωσης, γιατί ο διεφθαρμένος κάνει τους γύρω του δυστυχείς χωρίς ποτέ να ευτυχήσει ο ίδιος. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για την πόλη των τιποτένιων, που δεν έχουν καταλάβει τίποτε για την ανθρώπινη ευτυχία και προσπαθώντας να την επιτύχουν προωθούν αξίες κατορθώνοντας ακριβώς το αντίθετο.

Για μια ακόμη φορά ο Αριστοτέλης βρίσκεται μπροστά στο πρόβλημα της υποκειμενικότητας της ευτυχίας και του πραγματικά ευδαίμονος ανθρώπου. Η τάση των περισσότερων να ταυτίζουν την ευτυχία με την αποφυγή του μόχθου είναι η στρέβλωση που συγχέει τη διασκέδαση με την ευτυχία: «Και όμως πολλοί από τους ανθρώπους που θεωρούνται ευδαίμονες προστρέχουν σ’ αυτού του είδους τις ευχάριστες διασκεδάσεις· αυτός είναι και ο λόγος που οι χωρατατζήδες, τα άτομα που έχουν ευστροφία σ’ αυτού του είδους τις διασκεδάσεις, έχουν μεγάλη υπόληψη στις αυλές των τυράννων· γιατί οι άνθρωποι αυτοί προσφέρουν ευχάριστο τον εαυτό τους σ’ αυτά ακριβώς που οι τύραννοι επιθυμούν, και έτσι οι τύραννοι χρειάζονται να έχουν δίπλα τους τέτοιους ανθρώπους. Έτσι όμως δημιουργείται η εντύπωση ότι οι διασκεδάσεις αυτές αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της ευδαιμονίας, αφού οι άνθρωποι της δύναμης και της εξουσίας ξοδεύουν σ’ αυτές τον ελεύθερο χρόνο τους – μόνο που αυτού του είδους οι άνθρωποι δεν αποτελούν, μάλλον, κανενός είδους απόδειξη» (1176b 6, 14-21).
 
Ο τύραννος, ως κατεξοχήν πρότυπο διαφθοράς, είναι ο πρώτος που θα συμβάλει στη διαστρέβλωση της ηδονής. Η συμμετοχή στις σαρκικές ηδονές και στις ανούσιες (πλην πλουσιοπάροχες) συνεστιάσεις της επιφανειακής ευχαρίστησης μετατρέπεται σε σύμβολο επιτυχίας και κοινωνικής καταξίωσης. Για τον Αριστοτέλη αυτοί που ζουν έτσι είναι άνθρωποι κατώτερης ποιότητας, που στην πραγματικότητα αγνοούν της σημασία της ηδονής: «αν οι άνθρωποι αυτοί, μη έχοντας ποτέ γευτεί την αληθινή ηδονή, αυτή που ταιριάζει στους ελεύθερους ανθρώπους, καταφεύγουν στις σωματικές ηδονές, δεν είναι αυτός λόγος οι ηδονές αυτές να θεωρηθούν πιο άξιες για επιλογή και προτίμηση» (1176b 6, 23-25).
 
Η τιποτένια κοσμικότητα αυτού του είδους, που πολλές φορές υποθάλπει τη διαφθορά, για τον Αριστοτέλη είναι τόσο ασήμαντη που τείνει στο παιδαριώδες: «Εδώ και τα παιδιά, τα πράγματα που έχουν στο χώρο τους κάποια αξία, νομίζουν ότι είναι τα καλύτερα! Όπως λοιπόν είναι άλλα τα πράγματα που έχουν αξία για τα παιδιά και άλλα αυτά που έχουν αξία για τους ώριμους άντρες, είναι λογικό άλλα πράγματα να έχουν αξία για τους κατώτερης ποιότητας ανθρώπους και άλλα για τους σημαντικούς και αξιόλογους ανθρώπους» (1176b 6, 25-28).
 
Και βέβαια, αν κάποιος θέλει να μάθει ποια είναι τα αξιόλογα πράγματα πρέπει να παραδειγματιστεί από τους αξιόλογους ανθρώπους, δηλαδή αυτούς που κινούνται μέσα στις επιταγές της αρετής: «Όπως λοιπόν το έχουμε ήδη πει πολλές φορές, πολύτιμα και ευχάριστα πράγματα είναι αυτά που είναι τέτοια για τον σημαντικό και αξιόλογο άνθρωπο» (1176b 6, 29-30).
 
Η ευδαιμονία, ως τελικός στόχος του ανθρώπου, είναι αδύνατο να ταυτιστεί με τη διασκέδαση. Οι άνθρωποι που συγχέουν τις δύο καταστάσεις αγνοούν τις πραγματικές ηδονές, καθώς η ευτυχία είναι η βαθύτερη ηδονή που ενώνει τους ανθρώπους με το θεό, ενώ η διασκέδαση αφορά την επιφανειακή ευχαρίστηση της ελαφρότητας που προσφέρει η ανάπαυλα: «Η ευδαιμονία λοιπόν δε βρίσκεται στις ψυχαγωγικές ασχολίες και στις διασκεδάσεις· θα ήταν, πράγματι, αδιανόητο η ψυχαγωγία και η διασκέδαση να είναι ο τελικός στόχος του ανθρώπου, και ακόμη ο άνθρωπος να μπαίνει σε κόπους και να κακοπαθαίνει μια ολόκληρη ζωή για χάρη της διασκέδασής του. Γιατί –για να το πούμε έτσι– τα πάντα τα προτιμούμε και τα επιλέγουμε για χάρη κάποιου άλλου πράγματος, εκτός από την ευδαιμονία· γιατί αυτή είναι ο τελικός στόχος. Να αγωνίζεται όμως κανείς και να υποβάλλεται σε κόπους για χάρη της διασκέδασης είναι ανοησία, κάτι το εντελώς παιδαριώδες» (1176b 6, 32-38).
 
Όμως, το ότι η διασκέδαση δεν ταυτίζεται με την ευτυχία και την πραγματική ηδονή δε σημαίνει ότι στερείται νοήματος ή ότι είναι κάτι που πρέπει να απορριφθεί. Ο Αριστοτέλης τη διαχωρίζει από την ευτυχία όχι για να τη ματαιώσει, αλλά για τις αποδώσει τις πραγματικές της διαστάσεις: «Αντίθετα, θεωρείται σωστό “να διασκεδάζει κανείς για να μπορεί ύστερα να επιδίδεται με σοβαρότητα στα έργα του”. Όπως το είπε ο Ανάχαρσης· γιατί η διασκέδαση είναι ένα είδος ανάπαυσης, και καθώς οι άνθρωποι δεν μπορούν να υποβάλλονται ασταμάτητα σε κόπους, έχουν ανάγκη από ανάπαυση. Η ανάπαυση λοιπόν δεν είναι τέλος, αφού γίνεται για χάρη της ενέργειας» (1176b 6, 38-40 και 1177a 6, 1-2).
 
Γι’ αυτό η ευδαιμονία, σε τελική ανάλυση, αφορά μόνο τους ελεύθερους ανθρώπους, που ξέρουν να ζουν σύμφωνα με τους νόμους της αρετής. Γιατί μόνο ο ελεύθερος μπορεί να κατανοήσει τη σημασία της αυτόνομης ζωής, δηλαδή την ανεξαρτησία που εκπληρώνεται με την ψυχική ισορροπία που προσφέρει η γνώση του εαυτού και η ενέργεια (κόπος) που πρέπει να καταβληθεί για την ύψιστη απόλαυση της πραγματικής ηδονής. Με άλλα λόγια, μόνο ο ελεύθερος γνωρίζει τι σημαίνει να ενώνεται κανείς με το θείο.
 
Όλοι οι υπόλοιποι είναι καταδικασμένοι στην κατωτερότητα του ανεκπλήρωτου. Εξάλλου, ακόμη και ο δούλος είναι σε θέση να απολαύσει τις σωματικές ηδονές: «Τις σωματικές ηδονές μπορεί να τις απολαύσει και το πρώτο τυχαίο πρόσωπο –ακόμη και ένας δούλος– όχι λιγότερο από τον καλύτερο και τον πιο αξιόλογο άνθρωπο· μέρος όμως από την ευδαιμονία του κανείς δεν μπορεί να μεταδώσει σ’ έναν δούλο, εκτός και αν του δώσει τη δυνατότητα μιας αυτόνομης ζωής. Γιατί η ευδαιμονία δε βρίσκεται σ’ αυτού του είδους τις ψυχαγωγικές ενασχολήσεις και στις διασκεδάσεις, αλλά στις σύμφωνες με την αρετή ενέργειες» (1177a 6, 8-13).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

ΠΟΙΗΣΗ: Ένας δεσμός με τον κόσμο

«Ο σύγχρονος κόσμος, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχεις τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης» -Γ. Σεφέρης

Ο άνθρωπος ιστορικά υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα σε τρεις εξουσίες: Στην εξουσία του αληθινού (Λογική), στην εξουσία του καλού (Ηθική) και στην εξουσία του ωραίου (Αισθητική). Η τελευταία είναι ταυτισμένη με την τέχνη και γι’ αυτό είναι η πιο αποδεκτή. Ο πιο αυθεντικός και ο πιο διαχρονικός πρεσβευτής της τέχνης είναι η ποίηση που εξακολουθεί να συγκινεί, να ενθουσιάζει και να πείθει.

Ορισμός της ποίησης

Το εγχείρημα ορισμού της ποίησης είναι πάντα δύσκολο και πάντα ενδιαφέρον: Γενικά ποίηση είναι εκείνο το είδος της τέχνης που στηρίζεται στην εκφραστική δυνατότητα της γλώσσας, η οποία σε αντιδιαστολή προς τον πεζό λόγο έχει κύριο χαρακτηριστικό το ρυθμό. Η ποίηση είναι μουσική σκέψη, η οποία εκφράζεται από το πνεύμα που εισχωρεί στα μύχια των πραγμάτων, αλλά και υπέρτατη μορφή συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας. Αν συνδυάσουμε τα παραπάνω, θα διαπιστώσουμε ότι η ποίηση προσπαθεί να αποδώσει το «ένθεο» στοιχείο, αλλά και την επικοινωνιακή σχέση του δημιουργού με τον κόσμο. Ως δημιουργική έκφραση η ποίηση, προφορική αρχικά, γραπτή στη συνέχεια, προηγείται του πεζού λόγου. Αποτελεί τον πιο αρχέγονο τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσπάθησε, μέσω της γλώσσας, να προσεγγίσει τον κόσμο και να διεισδύσει στο μυστήριό του.

Αν μου ζητούσαν να ορίσω το πιο ουσιώδες και ουσιαστικό στοιχείο της ποίησης, τον κύριο χαρακτήρα της, θα διάλεγα να την ορίσω ως δημιουργία. Θα επέλεγα αυτή την ετυμολογική – πρωταρχική της σημασία, τη σημασία του «ποιείν». Η έννοια του «ποιείν» ήταν εκείνη που δήλωσε εξαρχής την παραγωγή έντεχνου λόγου… που ξεχωρίζει από άλλα συναφή ρήματα, όπως το πράττω, το δρω ή το ενεργώ. Υποστηρίζω πως η ποίηση είναι κατεξοχήν δημιουργία, η δημιουργία ενός νέου κόσμου, του κόσμου που αποκαλούμε «ποιητικό κείμενο».

Ο Ζαν – Πιερ Σιμεόν, ο άνθρωπος που έδωσε πνοή στην «Άνοιξη των ποιητών» ορίζει με ένα διαφορετικό τρόπο την ποίηση. «Η ποίηση… είναι ο χώρος της αυτογνωσίας, εκεί όπου αντιπαρατίθεται κανείς με τους προσωπικούς ίσκιους του και με όσα δεν κατανοεί. Είναι επίσης ένας δεσμός με τον κόσμο, μια σχέση με τα γεγονότα και με την εποχή σου».

«Άλλωστε, τι / θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; / Είναι η γύρη / των πραγμάτων του σύμπαντος. Η γύρη σε πράξεις, / η γύρη σε οδύνη, σε φως, σε χαρά, σε αλλαγές, / σε πορεία, σε κίνηση» -Νικ. Βρεττάκος

Η λειτουργία της Ποίησης

Όσο, όμως, ενδιαφέρον κι αν παρουσιάζουν οι προσπάθειες ορισμού της ποίησης, εκείνο που προέχει είναι η καταγραφή του ρόλου και της χρησιμότητάς της στην εποχή μας.

Ειδικότερα η ποίηση μας οδηγεί στο βασίλειο της γλώσσας, αν δεν την προϋποθέτει και μας βοηθά να βλέπουμε και να ακούμε τη λάμψη του πολύβοου κόσμου. Σε εποχές πεζές, επίπεδες και ασήμαντες οι στίχοι ενός ποιήματος στοχεύουν στο να δώσουν ένα νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας που ακροβατεί ανάμεσα στη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να ανιχνεύσει το κρυφό μήνυμα της ζωής και του κόσμου και στην υποχρέωση να διακονεί το υλικό, το γήινο και το παροδικό.

Επιπρόσθετα η ποίηση δεν επιχειρηματολογεί αλλά συγκινεί και συγκλονίζει. Δεν συνθηματολογεί, δεν προπαγανδίζει, δεν λαϊκίζει αλλά διδάσκει την αφαίρεση και τη δωρικότητα. Η ποίηση αναταράσσει τόσο το νου όσο και την καρδιά. Δεν επιβάλλει τίποτα με τη βία. Υποβάλλει, όμως, το μέτρο, την αρμονία και τη μουσικότητα. Και τα τρία αυτά στοιχεία συνθέτουν και ορίζουν την έννοια του Ωραίου.

Ποίηση και Γνώση

Στις ιδιαιτερότητες της ποίησης ανήκει και ο τρόπος με τον οποίο ο αναγνώστης φθάνει στη γνώση και στη βίωση μιας άλλης πραγματικότητας. Το ποιητικό, δηλαδή, κείμενο διαμορφώνει ένα διαφορετικό πλαίσιο γνωστικής διαδικασίας μέσα στο οποίο ο αναγνώστης καθίσταται ενεργό υποκείμενο. Οι παραδοσιακοί κανόνες μάθησης και προσέγγισης του γνωστικού αντικειμένου ατονούν, αφού το ποίημα δεν παρέχει τη γνώση μόνο με τις λέξεις – έννοιες αλλά και με τις εικόνες που διεγείρουν τη φαντασία και το συναίσθημα.

 Έτσι πραγματώνεται η βιωματική μάθηση, αφού κατά την ανάγνωση διεγείρονται και αφυπνίζονται όλες οι νοητικές και συναισθηματικές δυνατότητες του αναγνώστη – δέκτη. Ο δημιουργικός αυτός τρόπος πρόσληψης της γνώσης διευρύνει τους ορίζοντες αμφισβήτησης, ανοίγει νέους δρόμους σκέψης και ανακινεί ερωτήματα. Σε αυτό συντείνει και το γεγονός ότι στην κατανόηση και ερμηνεία του ποιητικού κειμένου δεν υπάρχουν δογματισμοί και καμία αλήθεια δεν επιβάλλεται αξιωματικά ως ορθή και απόλυτη.

Απόρροια αυτών η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και της δημιουργικής αναζήτησης που βοηθούν στην υπέρβαση της χρησιμοθηρικής και τεχνοκρατικής αντίληψης της πραγματικότητας. Κι αυτό επιτυγχάνεται στο βαθμό που ο λόγος της ποίησης διεισδύει στα άβατα της πραγματικότητας, την ανατέμνει και την αναπλάθει. Έτσι επιτυγχάνεται μια μέθεξη του αναγνώστη με την άλλη «πραγματικότητα» που προσλαμβάνεται, κατανοείται και ερμηνεύεται με τη διαίσθηση και τη φαντασία.

Σε αυτό επίπεδο η ποιητική γλώσσα δρα απελευθερωτικά για τον αναγνώστη και τον οδηγεί σε υπερ-νοητές διαδρομές όπου συνυπάρχουν το ιδεατό με το πραγματικό, το γήινο με το άυλο. Σε τελευταία ανάλυση η ανάγνωση συνιστά μια τελετουργία, αφού η ποίηση σε όλες τις εκφράσεις της αποτελεί τον πιο αυθεντικό και πιο αρχέγονο τρόπο προσέγγισης του κόσμου αλλά και δημιουργίας μιας άλλης πραγματικότητας και ζωής με στόχο μια θετική αλλαγή.

«Θεωρώ πως η ποίηση δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Αλλά μπορεί ν’ αλλάξει τις συνειδήσεις των ανθρώπων, που φτιάχνουν τον κόσμο. Επομένως, έμμεσα είναι δυνατόν η ποίηση να επηρεάσει τον κόσμο για μια θετική αλλαγή» -Οδ. Ελύτης

Η οικουμενικότητα της Ποίησης

Στη θετική λειτουργία και συνεισφορά της ποίησης ανήκει και ο οικουμενικός και πανανθρώπινος χαρακτήρας της. Κι αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος μορφοποιεί και προβάλλει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου ανεξάρτητα από εθνικότητα, χρώμα, φυλή, θρησκεία και πολιτισμό. Η αγωνία της ζωής, ο φόβος του θανάτου, ο έρωτας, η ευτυχία, η ανάγκη για έναν θεό και πολλά άλλα είναι οι διαφορετικές εκφράσεις της πανανθρώπινης ταυτότητας. Όλα αυτά τα συμπυκνώνει με επιτυχία το ποιητικό κείμενο που αναπτύσσει στους αναγνώστες το σεβασμό της διαφορετικότητας.

Μας νουθετεί και μας εισάγει στο βασίλειο της ανεκτικότητας προάγοντας και προβάλλοντας την αξία της ετερότητας και της ποικιλίας. Έτσι με όλες αυτές τις λειτουργίες επωάζεται και αναπτύσσεται μια οικουμενική – πανανθρώπινη συνείδηση.

Γιατί η ποίηση έχει τη δύναμη να γκρεμίζει τα τείχη που χωρίζουν τον κόσμο με βάση το φύλο, τη θρησκεία, το χρώμα, την προέλευση, την ηλικία, την κοινωνική τάξη, την εθνικότητα… Γιατί μόνο αν φύγουμε από τον τυφλό αυτισμό, την ιδιοτέλεια και κάθε μορφής ιδεολογήματα μπορούμε να μοιραστούμε τα αγαθά της ζωής και ν’ ανακαλύψουμε την ποίηση που λυτρώνει, εξανθρωπίζει, γαληνεύει.

Τον οικουμενικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα της ποίησης την αποδίδει με ενάργεια και ο Νικηφόρος Βρεττάκος μέσα από μια ποιητική εικόνα που αναδεικνύει ως αξία το συναίσθημα και την τρυφερότητα ενάντια στην ψυχρή λογική και στη σκληρότητα των ανθρώπινων σχέσεων: «Άλλωστε, τι / θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; είναι η ζωή και η ψυχή / σ’ ένα αιώνιο καθρέπτισμα μέσα στο χρόνο. / Τι νομίζεις, λοιπόν, κατά βάθος η ποίηση / είναι μια ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη / όλο τον κόσμο».

Οι επτά ηθικοί κανόνες που ενώνουν την ανθρωπότητα

Η επιστήμη της ανθρωπολογίας ασχολείται με τη μελέτη των ανθρώπων και της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κοινωνιών τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν. Το μεγάλο πρόβλημα που είχε διαχρονικά ήταν να δώσει μια πλήρη και συνεκτική περιγραφή της ηθικής στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ο Oliver Scott Curry το γνώριζε καλά. Το 2012 όταν ήταν καθηγητής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης διοργάνωσε μια συζήτηση μεταξύ των φοιτητών του. Το θέμα ήταν αν η ηθική είναι έμφυτη ή επίκτητη. Τα στρατόπεδα στήθηκαν γρήγορα, η μια πλευρά υποστήριζε με πάθος ότι οι κανόνες της ηθικής είναι έμφυτοι και παντού στον κόσμο οι ίδιοι ενώ η άλλη το αντίθετο, ότι δεν υπάρχει παγκόσμιο κοινό πλαίσιο.

H ομάδα του Oliver Scott Curry μελέτησε τους ηθικούς κανόνες σε 60 κοινωνίες ανά τον κόσμο και περισσότερες από 600 πηγές

«Τότε συνειδητοποίησα ότι κανείς δεν ήξερε πραγματικά και έτσι αποφάσισα να το μάθω», λέει ο Curry.  Επτά χρόνια αργότερα, ο Curry, ερευνητής στο Ινστιτούτο για τη Γνωστική και Εξελικτική Ανθρωπολογία της Οξφόρδης, ισχυρίζεται πλέον ότι μπορεί να δώσει μια απάντηση στο πολύ δύσκολο ερώτημα για το τι είναι η ηθική και πώς αλλάζει (ή όχι) στις κοινωνίες όλου του κόσμου.
 
«Οι άνθρωποι παντού αντιμετωπίζουν σχεδόν τα ίδια κοινωνικά προβλήματα και χρησιμοποιούν ένα σχεδόν παρόμοιο σύνολο ηθικών κανόνων για να τα λύσουν», αναφέρει ως ο επικεφαλής μιας μελέτης που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Current Anthropology.
 
«Όλοι παντού μοιράζονται έναν κοινό ηθικό κώδικα. Όλοι συμφωνούν ότι η συνεργασία για την προώθηση του κοινού καλού είναι σωστό πράγμα». Ο τελικός σκοπός της ηθικής λοιπόν είναι η καλλιέργεια και η αναβάθμιση της ανθρώπινης συνεργασίας.
 
Για τους σκοπούς της έρευνας η ομάδα του Curry μελέτησε τους ηθικούς κανόνες σε 60 κοινωνίες ανά τον κόσμο και περισσότερες από 600 πηγές.
 
Οι συγγραφείς εξέτασαν επτά «καθιερωμένους» τύπους συνεργασίας για να δοκιμάσουν την ιδέα ότι η ηθική εξελίχθηκε για να προωθήσει τη συνεργασία, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών αξιών , ή γιατί διαθέτουμε πόρους για την οικογένεια. Την ομαδική πίστη ή γιατί διαμορφώνουμε ομάδες, συμμορφούμεθα με τους τοπικούς κανόνες και προωθούμε την ενότητα και την αλληλεγγύη. Κοινωνική ανταλλαγή ή αμοιβαιότητα ή γιατί εμπιστευόμαστε τους άλλους, επιστρέφουμε ευνοώντας, επιδιώκουμε εκδίκηση, εκφράζουμε ευγνωμοσύνη, αισθανόμαστε ενοχή και συνθέτουμε τις μάχες. Την επίλυση των συγκρούσεων μέσω διαγωνισμών που συνεπάγονται «γελοίες εκφάνσεις δεσπόζουσας θέσης» όπως η γενναιότητα ή οι «επιδεικτικές επιδείξεις υποταγής », όπως η ταπεινοφροσύνη ή το σεβασμό. Δικαιοσύνη,ή πώς να διαιρέσετε αμφισβητούμενους πόρους εξίσου ή να συμβιβαστείτε. Και τέλος τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας , δηλαδή να μην κλέβουν. 
 
Ο ηθικός επτάλογος στον οποίο κατέληξαν είναι ο εξής:
  1. Να βοηθάς την οικογένεια σου
  2. Να βοηθάς την ομάδα σου
  3. Να ανταποδίδεις τις χάρες
  4. Να είσαι γενναίος
  5. Να σέβεσαι την ιεραρχία
  6. Να είσαι δίκαιος στη μοιρασιά
  7. Να σέβεσαι την ξένη ιδιοκτησία
Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι αυτές οι εφτά συμπεριφορές ήταν ηθικά αποδεκτές στο 99,9% των περιπτώσεων μεταξύ όλων των πολιτισμών. Οι επιστήμονες βέβαια σημειώνουν ότι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο διαφέρουν σημαντικά στην προτεραιότητα που δίνουν σε αυτούς τους κανόνες αλλά τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν συντριπτικά  για την τήρηση αυτών των ηθικών αξιών. Πολλές προηγούμενες μελέτες έχουν εξετάσει ορισμένους κανόνες ηθικής σε ορισμένα μέρη, αλλά καμία δεν είχε εξετάσει τους κανόνες ηθικής σε ένα τόσο μεγάλο δείγμα κοινωνιών. Είναι ενδεικτικό ότι όταν ο Curry προσπαθούσε να πάρει χρηματοδότηση, η ιδέα του απορρίφθηκε επανειλημμένα ως είτε πολύ προφανής είτε ως εντελώς αδύνατο να αποδειχθεί.
 
Το ερώτημα αν η ηθική είναι οικουμενική ή σχετική είναι μια παλιά. Ο φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ έγραφε ότι οι ηθικές κρίσεις εξαρτώνται από μια «εσωτερική αίσθηση την οποία η φύση έχει κάνει καθολική σε όλο το ανθρώπινο είδος», σημειώνοντας ότι ορισμένες ιδιότητες, όπως η αλήθεια, η δικαιοσύνη, το θάρρος, η φιλία, συμπάθεια είναι οικουμενικές.
 
Σε μια κριτική για την έρευνα ο Paul Bloom, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Yale, λέει ότι είμαστε μακριά από τη συναίνεση όσον αφορά τον ορισμό και την πηγή της ηθικής. Έχει να κάνει με την αίσθηση δικαίου ή αφορά τη μεγιστοποίηση της ευημερίας; Πρόκειται για καθυστέρηση της ικανοποίησης για να αποκομίσουμε κέρδη μακροπρόθεσμα ή για αλτρουισμό; Οι επτά γενικοί κανόνες ίσως να μην είναι ο τελικός κατάλογος. Σε μια εποχή όμως που συχνά αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε πολλά κοινά μας δείχνει ότι υπάρχει ένα κοινό υπόβαθρο.

Η ταπεινότητα…

Τι κάνει έναν άνθρωπο όμορφο στην ψυχή;

Η ταπεινότητα…

Πρόκειται για μία ταπεινή αρετή;

Μέχρι του σημείου να αμφιβάλλει για το αν είναι αρετή…

Μία διακριτική λοιπόν αρετή, που περνά σχεδόν απαρατήρητη, ενώ σήμερα πλέον με βεβαιότητα, αγνοείται.

Τώρα πρέπει να σας πω γιατί επέλεξα να προσεγγίσω την εν λόγω θεματική. Ο Ζανκελεβίτς παρατηρεί πως οι Έλληνες σχεδόν δικαίως, αγνοούσαν αυτή την αρετή, καθώς σχεδόν πάντα ιστορικά, υπήρξαν έρμαια του μεγαλείου τους. Μήπως λοιπόν αν δώσουμε στον άνθρωπο έναν αρκετά μεγάλο Θεό, τότε και μόνο τότε γίνεται φανερή η μικρότητά του;

Ασυνειδησία; Μάλλον ακραία συνειδητοποίηση των ορίων αυτής και του εαυτού.

Πρόκειται για την περιφρόνηση του εαυτού, χωρίς όμως να τον υποτιμά. Χωρίς να πρόκειται για άγνοια του τι είμαστε, αντιθέτως, σηματοδοτεί τη γνώση και την αναγνώριση όλων όσων δεν είμαστε. Είναι η αρετή του ανθρώπου που ξέρει ότι δεν είναι Θεός.

Στην προσπάθεια να αποδώσω τον ορισμό της, ανακαλώ τη φράση του Σπινόζα: «Πρόκειται για τη θλίψη που γεννιέται απ’ ό,τι ο άνθρωπος θεωρεί αδυναμία και ανημπόρια του» και πιθανολογώ ότι αναφέρεται σε διάθεση και όχι σε κατάσταση. Όποιος δύναται να αναλογιστεί την προσωπική του ανημπόρια, νιώθει την ψυχή του να θλίβεται, γι’ αυτό και θεωρείται παράλογο να εκλάβουμε την κατάσταση αυτή ως δύναμη. Ο Σπινόζα άλλωστε καταλήγει στο ότι οι αρετές είναι πάντα ευφρόσυνες, κατά συνέπεια, η ταπεινοφροσύνη δεν συγκαταλέγεται σε αυτές.

Στον Αριστοτέλη, η ταπεινότητα ταυτίζεται με τη μικροψυχία… την ποταπότητα. Για τον ίδιο, κάθε αρετή είναι μία κορυφή ανάμεσα σε δύο αβύσσους, κάτι που όμως ισχύει και για τη μεγαλοψυχία. Όποιος απομακρύνεται και τείνει προς την υπερβολή ξεπέφτει προς την αλαζονεία.

Όποιος έχει μικρή ψυχή, προσεγγίζει στη μικροψυχία, στη μικρότητα. Με απλά λόγια, το να νιώθει κανείς ταπεινός, σημαίνει ότι στερείται αυτό που δικαιούται, σημαίνει ότι παραγνωρίζει την πραγματική του αξία, σε σημείο να στερεί από τον εαυτό του, επειδή θεωρεί πως είναι ανάξιος και πως κάθε πράξη είναι κάπως υψηλότερη.

Ορμώμενος θεωρητικά, διακρίνω πως η θλίψη μπορεί ενίοτε να γίνει εσωτερική δύναμη και να μας κινητοποιήσει, κάτι που άλλωστε μας διδάσκει η εμπειρία και οι καταστάσεις που μας έχουν πονέσει, μεγαλώνοντας. Η ταπεινότητα ως αρετή ταυτίζεται με την αληθινή θλίψη για το ότι δεν είμαστε τίποτε άλλο, παρά ο εαυτός μας. Θα μπορούσαμε να είμαστε κάτι άλλο; Να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου… διδάσκει η μεγαλοθυμία… και ξάφνου προβάλλει η έπαρση. Το να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, είναι στην πραγματικότητα ό,τι περισσότερο μπορεί να ελπίζει ένας άνθρωπος, το υψηλότερο αντικείμενο των προσδοκιών του.

Το πρόβλημα πλέον γίνεται ορατό: αν η ταπεινότητα είναι άξια θαυμασμού ή σεβασμού δεν υποκύπτει σε σφάλμα προοπτικής, του να είναι δηλαδή ταπεινή; Κι αν από την άλλη έχει λόγους να είναι ταπεινή, τότε πώς δικαιολογείται ο θαυμασμός μας; Διαφαίνεται τότε πως πρόκειται για μία αντιφατική αρετή, που δεν μπορεί να δικαιωθεί παρά από την ίδια της την απουσία, ή που στο βαθμό που καταξιώνεται, ακυρώνεται.

«Είμαι πολύ ταπεινός;» Αυτοαντίφαση

«Μου λείπει η ταπεινότητα;» Να ένα πρώτο βήμα.

Και τώρα το παράδοξο: πώς είναι εφικτό να μάχεται κανείς για την αξία του, απαξιώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό; Στην Πραγματεία περί αρετής, ο Καντ, αναφέρεται στο καθήκον του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του εαυτού μας, ως ηθικού υποκειμένου. Για τον Καντ, η ταπεινότητα ισούται με την ταπεινοφροσύνη, η οποία σηματοδοτείται από τη συνείδηση και το αίσθημα του λίγου, του ανεπαρκούς της προσωπικής ηθικής αξίας, σε σύγκριση με το νόμο. Αυτός που μεταμορφώνεται σε σκουλήκι, δεν πρέπει έπειτα να παραπονιέται πως τον ποδοπατούν, γράφει περήφανα ο Καντ.

Όσο για τον Νίτσε, αν τον πιάσουμε, δεν θα τελειώσουμε ποτέ αυτή την παρουσίαση. Μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι στην ταπεινότητα ενυπάρχει συχνά μια γερή δόση μηδενισμού ή ενοχής; Δεν είναι λίγοι εκείνοι που απαρνούνται τον εαυτό τους, μόνο και μόνο από ανικανότητα να τον υπερασπιστούν και να πράξουν το παραμικρό. Ο Νίτσε αναφέρεται και στο σκουλήκι του Καντ. Όταν το πατάμε – λέει χαρακτηριστικά – αυτό ζαρώνει, μία πράξη γεμάτη σοφία, καθώς μειώνει τις πιθανότητες να το λιώσουμε. Και στη γλώσσα της ηθικής, αυτό ακριβώς λέγεται ταπεινότητα.

Ο Καρτέσιος – που καμία σχέση δεν είχε με σκουλήκια – γράφει πως οι μεγαλόψυχοι συνήθως είναι οι πιο ταπεινοί.

Ας μη συγχέουμε λοιπόν την ταπεινότητα με την ένοχη συνείδηση, τις τύψεις και τη θλίψη. Το θέμα σ’ αυτή τη ζωή δεν είναι να κρίνουμε τι έχουμε κάνει, αλλά το τι είμαστε. Και πραγματικά… είμαστε τόσο «λίγοι».

Η ταπεινότητα ισοδυναμεί με την αλήθεια, θα πει ο Ζανκελεβίτς, τη σεμνότητα που προκύπτει από την ειλικρίνεια. Κι αν για τον Φρόιντ, το Εγώ χάνει το θρόνο του, θέτει το δίλημμα ξεκάθαρα, καθώς κάθε γνώση είναι κι ένα πλήγμα κατά του ναρκισσισμού…

Αγαπάμε ή την Αλήθεια ή τον Εαυτό μας.

Τόσο απλά. Από την εμπειρία μου λοιπόν, αποκόμισα τον ακόλουθο ορισμό:
Όταν ο Εαυτός αποπειράται ή παλεύει να απελευθερωθεί από τις αυταπάτες γύρω του, τότε διαλύεται εκ των έσω… καταλύεται… κι εκτιθέμενος αναζητά τον πυρήνα του.

Πλέον…
κατανοώ τον πόνο ψυχής που απαιτείται για να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή σέβομαι τον άνθρωπο που γνωρίζει πότε να χαμηλώσει το βλέμμα του αγκαλιάζω την κίνηση που έρχεται αβίαστα, όταν το έχω ανάγκη λυγίζω στο σθένος εκείνου που παλεύει, όταν η ζωή δεν του χαρίζεται αναπνέω με όλο μου το είναι, όταν η συγνώμη είναι αληθινή

…γιατί δέχομαι με ταπεινότητα αυτό που είναι, όχι σαν αυτολύπηση, αλλά σαν ζωντανή πρόκληση.

Συναρχία η Μυστική Διακυβέρνηση

“Συναρχία” η Μυστική Διακυβέρνηση του Πλανήτη
 
Η Συναρχία, σαν έννοια διαμετρικά αντίθετη απ’ αυτήν της Αναρχίας, αποτέλεσε το όραμα για μια μυστική συλλογική διακυβέρνηση του κόσμου, στα πλαίσια ενός συστήματος οικουμενικών νόμων και αρχών. Δεν πρόκειται για ένα είδος δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά για ένα σύστημα σύνδεσης και συγκέντρωσης όλων των εξουσιών σε μία ολοκληρωτική και απόκρυφη αρχή. Ένα παγκόσμιο πνευματικό κέντρο, το οποίο μέσα από μια αριστοκρατική ελίτ θα ρύθμιζε και θα κινούσε τα νήματα απ’ το παρασκήνιο με τη μορφή μιας αόρατης αδελφότητας εκλεκτών.
 
Στην ουσία θεωρήθηκε η βάση για μια πρώιμη παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, στον πυρήνα της οποίας βρισκόταν η μυστική ιδεολογία του ολοκληρωτισμού και το σχέδιο των μυστικών εταιριών η ανθρωπότητα να λογοδοτεί και να ελέγχεται από τα υπερφυσικά όντα και του αστρικούς διδασκάλους της Ανατολής. Αυτή η τηλεπαθητική συμβίωση των “μυημένων εκλεκτών” με τις διάφορες οντότητες που παρακολουθούσαν τις επίγειες καταστάσεις απ’ το αόρατο κέντρο τους, ήταν και το μέσο για να επανέλθουν απ’ το υπόγειο κρυφό βασίλειο τους και να επανιδρύσουν μια νέα κυριαρχία εκεί που κάποτε βασίλευαν.
 
Αυτός που επινόησε τον όρο Συναρχία ήταν ο Γάλλος πολιτικός αναλυτής, συγγραφέας και ιστορικός Αλεξάντερ Σαιντ- Υβ Ντ’ Αλβέιντρ, ο οποίος και επηρεάστηκε απ’ την Πολιτεία του Πλάτωνα για να δώσει μια νέα γαιωπολιτική οπτική στην παράξενη ουτοπία του. Άνθρωπος οραματιστής, πίστευε ότι ήταν ικανός να καταπολεμήσει την πείνα και να ταΐσει τον πληθυσμό της γης με θαλασσινά φύκια, την θρεπτική διατροφική αξία των οποίων είχε πρώτος ανακαλύψει.
 
Δεν περιορίστηκε όμως στα μεγαλειώδη “καλοπροαίρετα” σχέδια του να δημιουργήσει ένα αρμονικό πολίτευμα, αλλά επιθυμούσε να θεμελιώσει ένα σύστημα γνώσης το οποίο θα συνέθετε και θα ξεκλείδωνε όλα τα μυστικά των μύθων και των επιστημών της αρχαιότητας. Έναν υπέρτατο επιστημονικό κώδικα τον οποίο ονόμασε “Αρχαιομετρία”, η βάση του οποίου ήταν η μυστική και αρχέγονη κοινή γλώσσα της ανθρωπότητας.
 
Ο Ντ’ Αλβέιντρ λοιπόν, μέσω τεχνικών αστρικής προβολής, ήρθε σε επαφή με τη μεγάλη σχολή της Αγκάρθα, μιας αρχαίας αδελφότητας που είχε διαφυλάξει την μυστική αρχέγονη γλώσσα “Βάτταν” και το αλφάβητό της, στο οποίο ήταν βασισμένες όλες οι άλλες γλώσσες, το ίδιο και τα σανσκριτικά. Μέσα απ’ αυτές τις ψυχικές επαφές με τους Συναρχικούς Δασκάλους, του έγινε γνωστή η ύπαρξη της Αγκάρθα, του αόρατου βασιλείου που έστεκε απ’ τον καιρό της Ατλαντίδας κάτω απ’ τα Ιμαλάια, στην κούφια γη ή και σ’ ένα παράλληλο με τον δικό μας κόσμο.
 
Τις εμπειρίες του αυτές απ’ τα αστρικά του ταξίδια, τις κατέγραψε με απίστευτες λεπτομέρειες στο βιβλίο του “Αποστολή της Ινδίας στην Ευρώπη” (1886 χρονολογία έκδοσης), το οποίο χαρακτηριστικά αφιέρωσε στον “Ανώτατο Κυρίαρχο Ποντίφικα της Αγκάρθα”, εννοώντας τον “Βασιλιά του κόσμου”. Μέσα στο βιβλίο περιγράφει τα εκατομμύρια των Αγκαρθιανών που ζουν σε τέλεια υπόγεια αρμονία, με αρχαία ανώτερη τεχνολογία, ηλεκτρομαγνητική ενέργεια, ακόμα και αεροπορικά ταξίδια. Επίσης αποκαλύπτει την ολοκληρωμένη ιστορία του πάνω κόσμου όπως την είδε χαραγμένη σε πέτρα, στα Βαττανιανά.
 
Δίνει πληροφορίες για το συναρχικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο διακρίνεται σε ιεραρχικές κάστες με διαφορετικές εξουσίες και αρμοδιότητες, που συνεργάζονται σε κοσμικό και πνευματικό επίπεδο συγκεντρώνοντας την γνώση και την δύναμη σε μια κεντρική αρχή. Στην κορυφή της πυραμίδας που στέκει ο “Ανώτατος Ποντίφικας” ο βασιλιάς, άξονας και κέντρο αυτού του κόσμου. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Αγκάρθα περιμένουν να ανακαλύψει ο υπόλοιπος κόσμος το μυστικό της Συναρχίας και να την εφαρμόσει στην εντέλεια της και όταν θα γίνει αυτό θα αποκαλυφθούν στον έξω κόσμο και θα τον μετατρέψουν σε μια τέλεια ουτοπία.
 
Τους πνευματικούς δασκάλους με τους οποίους βρισκόταν σε επικοινωνία, ο Ντ’ Αλβέιντρ τους περιγράφει ως πολύ παράξενα πλάσματα. Ψηλοί με ελαστικά άκρα και διπλές αρθρώσεις, χαριτωμένοι και όμορφοι, παρ’ όλο που είχαν δύο εισόδους σε κάθε αυτί και διπλές γλώσσες σαν του φιδιού, γεγονός που τους επέτρεπε να μιλάνε και να ακούνε σε περισσότερες από μια συζητήσεις ταυτόχρονα και μάλιστα σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες.  Αλλά στις υπόγειες πολιτείες δεν ζούσαν μόνοι, υπήρχαν κι άλλοι κάτοικοι, λιγότερο χαρισματικοί, τέρατα και άγριοι πιθηκάνθρωποι, ημι-ανθρωποειδή και διάφορα άλλα πλάσματα της κούφιας γης.
 
Όπως ήταν αναμενόμενο, η ουτοπία του Ντ’ Αλβέιντρ πυροδότησε ένα τεράστιο ανθρωπολογικό και γλωσσολογικό ενδιαφέρον στους πολιτικούς και μυστικιστικούς κύκλους της εποχής και έβαλε γερά τα θεμέλια για την ήδη από καιρό ένθερμη θεωρία των ιστορικών, περί της αρχέγονης εκλεχτής Άριας Ινδοευρωπαϊκής φυλής. Ο ινδικός πολιτισμός, από άγριος και απολίτιστος στα μάτια των Δυτικών, θεωρήθηκε πλέον ως πνευματικά ανώτερος θεματοφύλακας της αρχαίας σοφίας και έτσι ξεκίνησε η “Αποστολή της Ινδίας στην Ευρώπη”.
 
Με μυστικό στόχο την κυριαρχία και την μετάλλαξη του ανθρώπινου γένους σε ένα πιο “εξελιγμένο βιώσιμο είδος”. Και φυσικά την επιστροφή των αστρικών θεών απ’ τον υπόγειο κόσμο τους στην επιφάνεια που χιλιάδες χρόνια πριν κυριαρχούσαν!
 
Η Συναρχία ουσιαστικά είναι ένα υψηλά νομοτελειακό σύστημα διακυβέρνησης
 
Bασισμένο στην ιδέα ότι το καθετί και ο καθένας στον κόσμο διατελεί ένα προκαθορισμένο απ’ το πεπρωμένο ρόλο, που ελέγχεται από μια πεφωτισμένη ελίτ και λογοδοτεί σε μια ανώτερη πνευματική τάξη πραγμάτων. Ένας προγραμματισμός σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας , όπου το κάθε μέρος θα ήταν απόλυτα εξαρτημένο με όλα τ’ άλλα, προς αποφυγή παρέκκλισης και καταστροφής του συμπαντικού σχεδίου. Κάθε παράβαση αυτών των προδιαγεγραμμένων θέσεων και αρχών θα οδηγούσε στην Αναρχία και γι’ αυτό θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί χωρίς ανοχή.
 
Ένας μοιρολατρικός μυστικιστικός συντηρητισμός διέπνεε την ουτοπία του Ντ Αλβέιντρ, μια απόκρυφη φιλοσοφία στον πυρήνα της οποίας έστεκε ένα ιερατείο συμπαντικών νόμων. Μια μορφή θεοκρατίας, όπου ηγούνταν ιερείς, βασιλείς – ιερείς, φιλόσοφοι και φυσικά τα ανυψωμένα όντα, θεοποιοί και δημιουργοί αυτού του κόσμου. Ένα αντίστοιχο θεοκρατικό καθεστώς μ’ αυτό των Φαραώ της Αιγύπτου, σε άμεση επαφή με τους εξωγήινους αιγυπτιακούς θεούς.
 
Οι ιδέες αυτές του Ντ Αλβέιντρ ενθουσίασαν τους πολιτικούς κύκλους της εποχής, οι οποίοι κατευθυνόμενοι από τα μυστικά κέντρα και τις τεκτονικές στοές της Γαλλίας, συνέβαλλαν καθοριστικά στην δημιουργία της Μεγάλης Στοάς της Ανατολής στη Γαλλία. Ο ίδιος θεωρήθηκε η πιο σημαντική φιγούρα του εσωτερισμού του 19ου αιώνα και ως διδάσκαλος όλων των Γάλλων αποκρυφιστών. Φυσικά δεν μπορούσε παρά να τοποθετηθεί και σε ένα ανάλογο νευραλγικό πόστο του γαλλικού υπουργείου εσωτερικών, υπεύθυνο για την εποπτεία του παρισινού δημοσιογραφικού τύπου, προφανώς σε κάποια θέση της γαλλικής υπηρεσίας πληροφοριών.
 
Έτσι ξεκίνησε η ιδέα της πολιτικής και θρησκευτικής ενοποίησης της Ευρώπης κάτω από ένα λάβαρο χριστιανικό – ο ίδιος ο Ντ Άλβέιντρ ήταν και παρέμεινε αφοσιωμένος καθολικός ως το τέλος της ζωής του – με την πλήρη συνεργασία καθολικής και ορθόδοξης εκκλησίας και την συμμετοχή ακόμα και του εβραϊκού ιερατείου. Όπως έγραφε στο βιβλίο του, αυτή η ενοποίηση ήταν απαραίτητη εξαιτίας του κινδύνου που αποτελούσε το Ισλάμ, ως οικουμενική δύναμη, για τον δυτικό χριστιανικό κόσμο. Έναν κίνδυνο που αργά ή γρήγορα θα γινόταν ορατός μέσα από ένα επερχόμενο πόλεμο ανάμεσα στον αφυπνισμένο μουσουλμανικό κόσμο και το ενωμένο ευρωπαϊκό έθνος.
 
Δια ετούτο η Συναρχία έπρεπε να είναι το θεμέλιο μιας ενωμένης Ευρώπης και να εγκαθιδρυθεί στην Γαλλία. Η μόνη άλλη περίπτωση ήταν η Γερμανία να ηγηθεί, γεγονός που το επιχείρησε τον επόμενο αιώνα, με την ανάδυση του Γ’ Ράιχ και των δυνάμεων του άξονος και την μυστική βοήθεια του θιβετανικού ιερατείου. Σχέδιο μετάλλαξης της ανθρωπότητας με βαθύτατες συμβολικές προεκτάσεις για την επιστροφή του Βασιλιά του Κόσμου.
 
Η ιδέα ότι κάποτε όλη η Ασία, η Ευρώπη και η Αφρική ήταν ενωμένες σε ένα αυτοκρατορικό κέντρο, είναι πολύ επίκαιρη σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Ήταν μια χρυσή εποχή όπου ανώτερα όντα – θεοί διαφέντευαν τις τύχες των ανθρώπων και που είναι καταγεγραμμένη στους μύθους όλων των λαών. Η γνώση αυτή περιείχε όλα τα ιερά αρχέτυπα που πέρασαν μέσα απ’ την παράδοση και τις υψηλές μυήσεις, σε ένα αόρατο συνεκτικό ιστό, στον οποίο οι κοινοί θνητοί είχαν μόνο μια κατακερματισμένη πρόσβαση. Σαν ένα μυστικό παραμύθι καλυμμένο με τα πέπλα της λήθης, το οποίο όμως κάποιοι γνώριζαν και ύφαιναν με ψευδαισθήσεις σε κάθε συμβολικό επίπεδο της πραγματικότητας.
 
Προς όφελος αυτών των μυημένων, αλλά και των όντων που κρύβονταν πίσω από τα πέπλα των αιθερικών πεδίων, έπρεπε να βρεθεί η κατάλληλη εποχή μετάλλαξης της ανθρωπότητας, γενετικής και πνευματικής, ώστε να αναδυθεί η αρχαία συναρχική τάξη πραγμάτων και να ιδρύσει τη νέα της αυτοκρατορία. Είναι φανερή η επιρροή του θεοκρατικού συστήματος της Συναρχίας σε ένα πλήθος φιλοσόφων, συγγραφέων αλλά και μυημένων σε διάφορες στοές και μυστικές εταιρίες. Ο ίδιος ο Ντ’ Αλβέιντρ επηρεάστηκε από παλιούς μεγάλους μύστες, όπως ο Απολλώνιος ο Τυανέας και ο Μωυσής, τους οποίους θεωρούσε ότι κατείχαν τα μυστικά της αρχαίας οικουμενικής Συναρχίας.
 
Πνευματικός του πρόγονος θεωρήθηκε ο Λουί Κλωντ ντε Σεν Μαρτέν, ο επονομαζόμενος και ως “ο άγνωστος φιλόσοφος”. Γόνος γαλλικής αριστοκρατικής οικογένειας, ο Μαρτέν μυήθηκε στον ελευθεροτεκτονισμό από μικρή ηλικία και κατόπιν μέσω του μέντορά του Martines de Pasqually, προσχώρησε σε μια μαγική – μασονική εσωτερική αδελφότητα με οικουμενικές τάσεις, Το Τάγμα των Εκλεκτών Κοέν του Σύμπαντος (Κοέν στα εβραϊκά σημαίνει ιερέας).
 
Το τάγμα αυτό χρησιμοποιούσε μια σύνδεση των γνωστικών κειμένων και της μαγικής σκέψης, ανακατεύοντας τον χριστιανισμό και την Καμπάλα, ενθαρρύνοντας τα μέλη του μέσα από μαγικές επικλήσεις και επαφές με αγγελικές οντότητες, να προσεγγίσουν το θείο και να γίνουν και οι ίδιοι θεοί. Επιρροή καθαρά από την φιλοσοφία περί αόρατου κόσμου του Σουηδού μύστη Emanuel Swedenborg και την Ενωχιανή μαγεία των επικλήσεων του Dr. John Dee.
 
Τελικά ο Σεν Μαρτέν ακολούθησε το δικό του δρόμο, βαθύτατα χριστιανός αλλά αρνητής της εκκλησίας, ίδρυσε το τάγμα των Μαρτινιστών και αντικατέστησε τις αγγελικές οντότητες με την δύναμη του Χριστού. Θρυλική ατάκα του ήταν “ Όλοι οι άνθρωποι είναι Χριστοί”, λίγοι όμως είναι οι εκλεχτοί που θα αντιληφθούν και θα διαδώσουν την συμπαντική αλήθεια. Μεγάλη έμπνευση επίσης ο Σαιντ-Υβ πήρε από τα έργα του Antoine Fabre d’ Olivet, ενός πνευματιστή ο οποίος ασχολήθηκε σε βάθος με τις απόκρυφες πτυχές της αρχαίας ιστορίας, σε επίπεδο γλωσσολογικό και πνευματικό. Ήταν ο πρώτος που πρότεινε το μοντέλο της Συναρχίας.
 
Γενικά, μετά τον Γαλλικό Διαφωτισμό και την στροφή προς ένα πιο υλιστικό και αυτοματοποιημένο τρόπο ζωής, πολλοί αριστοκράτες πνευματιστές που προέβλεπαν την παρακμή μέσα στην βιομηχανοποίηση και την διεθνοποίηση του κόσμου, στράφηκαν προς το όραμα της διακυβέρνησης από μια πεφωτισμένη ελίτ. Βέβαια το μυστικό σχέδιο πολλές φορές ήταν τόσο πολυεπίπεδο, ώστε επαναστάσεις των μαζών όπως αυτή των Μπολσεβίκων, ήταν αναγκαίες και λειτούργησαν πιο εύκολα προς την κατεύθυνση ελέγχου της ανθρωπότητας και την ιεράρχηση των εξουσιών σε ένα παγκόσμιο κέντρο.
 
Αναφορές στο αόρατο κέντρο του πλανήτη με όλες τις μυθικές του προεκτάσεις, βρίσκονται σε ένα πλήθος συγγραφέων, αποκρυφιστών και φιλοσόφων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήρθαν σε επαφή με αυτό το κέντρο. Πολλοί απ’ αυτούς, όπως ο Παπύς (Ζεράρ Ανκώς), ο Ελιφάς Λεβί, η Μπλαβάτσκυ, ο Ρούντολφ Στάινερ, Ο Γεώργιος Γκουρτζίεφ, ο Ρενέ Γκενόν κ.α. περιέγραψαν τις εμπειρίες τους με αυτά τα αστρικά όντα, τη μυστική αδελφότητα των οποίων συνάντησαν στα βάθη των Ιμαλαΐων και διδάχτηκαν την νομοτέλεια του σύμπαντος.
 
Ακόμα κι ο Άλιστερ Κρόουλυ, άνθρωπος καθαρά απρόβλεπτος κι αναρχικός, ερχόμενος σε επαφή με οντότητες από το αστρικό πεδίο, ίδρυσε την δικό του θελημικό τάγμα, βασισμένο στην “σοφία” της ανατολής, το Οrdo Templi Orientis.
 
Αυτός όμως που μαζί με τον Ντ’ Αλβέιντρ έδωσε μια πλήρη περιγραφή για το υπόγειο βασίλειο και τα εξελιγμένα όντα που κατοικούσαν εκεί, ήταν ο Λόρδος Edward Bullwer Lytton στο βιβλίο του “το επερχόμενο γένος”. Μια μυθοπλαστική κοινωνιολογική έρευνα για ένα ανώτερο είδος φτερωτών πλασμάτων τους οποίους συνάντησε στα ταξίδια του στη κούφια γη.
 
Εκεί έδωσε με πολλές λεπτομέρειες την κοινωνική, γλωσσολογική και πολιτική διάρθρωση του κόσμου τους, την διάκριση των εξουσιών και των φύλων, αλλά και την τεχνολογική τους πρόοδο με βάση την ενέργεια Βριλ την οποία είχαν ανακαλύψει. Ένας πολιτισμός τηλεπαθητικός, σαφώς ανώτερος απ’ αυτόν της επιφάνειας, ακριβώς εξαιτίας της ελεύθερης ενέργειας και των συσκευών που την τροφοδοτούσαν σε όλη την υπόγεια έκτασή τους.
 
Περνώντας στον 20ο αιώνα, η ιδεολογία της Συναρχίας, πέρασε μέσα στα φασιστικά κινήματα σαν αντίδραση στην άνοδο του κομμουνισμού και επηρέασε την πολιτική κουλτούρα της Άκρας Δεξιάς. Άλλωστε ήταν τελείως αντίθετη με την Δημοκρατία και την κοινωνική ισότητα, εφόσον πίστευε ότι υπάρχουν ιδιαίτεροι άνθρωποι που αποτελούν τους φυσικούς αρχηγούς. Βέβαια, δεν είχε σημασία ποιο πολιτικό κόμμα ή σύστημα κυβερνούσε σε κάθε περίπτωση, αφού δρούσε παρασκηνιακά, μέσω μυστικών εταιριών, ελέγχοντας τις θέσεις κλειδιά σε κάθε κράτος.
 
Το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα των Ναζί και οι δυνάμεις του άξονα.
 
Η μυστική εταιρία της Θούλης, του χαμένου νησιού που ανακάλυψε ο Πυθέας στον ακραίο βορρά (ultima thule), είχαν ένα συναρχικό υπόβαθρο με πολλούς συμβολισμούς από αρχαίους σκανδιναβικούς και μεσαιωνικούς μύθους. Η Αγκάρθα, η υπερβόρεια Άσγκαρντ, ο άξονας του κόσμου, σαν πυξίδα που προσανατολίζει στο βασίλειο που στέκει ο βασιλιάς Αρθούρος με το τάγμα των ιπποτών της στρογγυλής τραπέζης. Το Άβαλον και ο μυστικός παράδεισος ήταν το Άγιο Δισκοπότηρο για τους ιππότες των Ες-Ες του Χίτλερ. Οι μελανοχίτωνες Θιβετιανοί μοναχοί Βοn-Po, μια αρχαία θρησκευτική σέκτα, ήταν καθοδηγητές των Ες-Ες για τον επίγειο παράδεισο της Shangri-La και την υπόγεια εστία των ιερών δασκάλων της κεντρικής Ασίας, που τώρα λεγόταν Σαμπάλα!
 
Η ελληνική μυθολογία επίσης με τον Ολύμπιο και Απολλώνιο πρότυπο επηρέασε λόγιους, όπως τον Ιούλιο Έβολα, για την επιστροφή σε μια ηρωική, ιπποτική πνευματικότητα που θα έβγαζε τον σύγχρονο άνθρωπο απ’ την παρακμή της υλιστικής Δύσης και των δυνάμεων που εκείνη την εποχή αντιπροσώπευε ο αμερικάνικος τρόπος ζωής. Για τον Έβολα η εθνική ατομική ταυτότητα έπρεπε να διατηρηθεί μπροστά στην ισοπέδωση της επερχόμενης μαζικοποίησης, άσχετα αν στο βάθος, αυτό επεδίωκε η Συναρχία σαν τρόπο για να ελέγξει τις κατώτερες τάξεις.
 
Η θεωρία της καθαρότητας του αίματος, της ανώτερης Άριας φυλής, είχε προεκτάσεις πέρα της απλής βιολογικής και γενετικής μετάλλαξης του ανθρώπινου είδους. Ίσως ήταν το σχέδιο των Ναζί, πίσω απ’ το οποίο η Συναρχία επιθυμούσε να μεταλλαχτεί ο άνθρωπος σε ένα πιο ισχυρό πνευματικό είδος, το επερχόμενο γένος του Λόρδου Λύττον. Ίσως πάλι η μετάλλαξη αυτή να οδηγούσε σε ένα καλύτερα ελεγχόμενο και βρώσιμο άνθρωπο.
 
Υπάρχουν πάρα πολλές ενδείξεις λοιπόν, ότι η όλη ιδέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το αποτέλεσμα μια απόκρυφης συνωμοσίας, εμπνευσμένο από μια ομάδα πεφωτισμένων που πίστευαν ότι ήταν σε επαφή με πνευματικές οντότητες. Πολλοί βλέπουν στην Ε.Ε. μια σύγχρονη εκδοχή της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κάτω από ένα θρησκευτικό χριστιανικό λάβαρο και μια επιστροφή στην παλιά αριστοκρατική ελίτ της πλουτοκρατίας.
 
Το μυστικό της Συναρχίας κρατήθηκε ζωντανό μέσα από μυστικές ομάδες και αδελφότητες, από τις ο οποίες ο Ντ’ Αλβέιντρ θεωρούσε τους Ναΐτες ως πνευματικούς πατέρες της Συναρχίας. Και πραγματικά, το τάγμα αυτό ήταν μια πανευρωπαϊκή θρησκευτική οργάνωση, εκτός ελέγχου, που ασκούσε τεράστια επιρροή πάνω σε θρησκευτικά, πολιτικά, και οικονομικά ζητήματα.
 
Η ιστορία του κόσμου, είναι η αόρατη ιστορία των μυστικών εταιριών

Το Hubble είδε τη γέννηση μιας θυελλώδους μεγάλης σκοτεινής κηλίδας στον Ποσειδώνα

Για πρώτη φορά οι αστρονόμοι μπόρεσαν να γίνουν μάρτυρες της γέννησης στον πλανήτη Ποσειδώνα μιας «Μεγάλης Σκοτεινής Κηλίδας», που προκαλείται από μια τεραστίων διαστάσεων καταιγίδα, αντίστοιχη της γνωστότερης «Μεγάλης Ερυθράς Κηλίδας» στο Δία.  Αυτό κατέστη δυνατό χάρη σε διαδοχικές εικόνες του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble. Αρχικά, το 2015 είχε εντοπισθεί στον παγωμένο Ποσειδώνα μια σχετικά μικρή θύελλα, όταν παρατηρήθηκε ο σχηματισμός φωτεινών λευκών νεφών από παγωμένους κρυστάλλους μεθανίου πάνω από μια τοποθεσία.
 
Οι σκοτεινές καταιγίδες του Ποσειδώνα παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά από το Voyager 2 το 1989 (αριστερά). Το 2018, το Hubble είδε ένα εντελώς νέο σύστημα καταιγίδας.

Έως το 2018 στο ίδιο εκείνο σημείο μαινόταν μια γιγάντια καταιγίδα με μέγεθος όσο όλη η Γη.
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την πλανητική επιστήμονα η Amy Simon του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Goddard της NASA, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Αμερικανικής Ένωσης Γεωφυσικής «Geophysical Research Letters».Μετά και τη νέα ανακάλυψη, φθάνουν πλέον τις έξι οι μεγάλες σκοτεινές κηλίδες λόγω καταιγίδων, που έχουν ανιχνευθεί στον Ποσειδώνα.
 
Οι πρώτες δύο είχαν εντοπισθεί το 1989 από το σκάφος Voyager 2 της NASA, το πρώτο που είχε κάνει κοντινή διέλευση από τον μυστηριώδη μπλε πλανήτη. Οι υπόλοιπες τέσσερις έγιναν αντιληπτές χάρη στο τηλεσκόπιο Hubble μετά την εκτόξευση του το 1990, αλλά καμία από αυτές σε αρχικό στάδιο.
 
Αντίθετα με τη Μεγάλη Ερυθρά Κηλίδα του Δία, που φαίνεται να μαίνεται επί αιώνες (είχε παρατηρηθεί για πρώτη φορά το 1830 και μπορεί να έχει ηλικία 350 ετών), οι μεγάλες κηλίδες-καταιγίδες του Ποσειδώνα διαρκούν πολύ λιγότερο, ενώ μετακινούνται περισσότερο πάνω στον πλανήτη, ώσπου τελικά να διαλυθούν από τους ισχυρούς ανέμους, η ταχύτητα των οποίων δεν έχει υπολογισθεί ακόμη, αν και εκτιμάται ότι φθάνει τα 359 χιλιόμετρα την ώρα, περίπου όσο και στην καταιγίδα του Δία.
 
Οι επιστήμονες, σε μια ξεχωριστή έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό αστρονομίας «Astronomical Journal», εκτιμούν ότι τέτοιες καταιγίδες σχηματίζονται στον Ποσειδώνα κάθε τέσσερα έως έξι χρόνια, ενώ οι περισσότερες δεν ζουν για πάνω από δύο χρόνια, αν και κάποιες διαρκούν μια εξαετία.
 
Το Hubble βλέπει επίσης συχνά λευκά νέφη μεθανίου που επιπλέουν στην κορυφή της ατμόσφαιρας του Ποσειδώνα. Αυτά ωθούνται από τα συστήματα καταιγίδας υψηλής πίεσης, λέει η Amy Simon, και προσθέτει, «Μερικές φορές βλέπουμε υψηλά σύννεφα που δεν έχουν σκοτεινό σημείο.» Έτσι, ενώ οι αστρονόμοι δεν μπορούν να προβλέψουν με βεβαιότητα πού θα σχηματιστεί μια καταιγίδα, θα μπορούν να κοιτάξουν πίσω και να εντοπίσουν την ιστορία τους, το ίδιο το σημείο που έγινε ορατό.
 
Αυτό έγινε φανερό όταν η Simon και οι συνάδελφοί της κοίταζαν τις εικόνες των νεφών του Ποσειδώνα από το 2015 έως το 2017 και συνειδητοποίησαν ότι έμεναν ακριβώς εκεί που η σκοτεινή θύελλα τελικά εμφανίστηκε στα τέλη του 2018. Αυτό λέει στους αστρονόμους ότι οι καταιγίδες σχηματίζονται για μεγάλες χρονικές περιόδους, κάτω στην ατμόσφαιρα από ό, τι το Hubble μπορεί να κατασκοπεύσει.
 
Όπως και στο Δία, οι ποσειδώνιες καταιγίδες σχηματίζονται σε περιοχές με υψηλή ατμοσφαιρική πίεση, αντίθετα με τη Γη, όπου οι καταιγίδες δημιουργούνται γύρω από περιοχές με χαμηλή πίεση (χαμηλό βαρομετρικό).

Κβαντική Βαρύτητα Αϊνστάιν: Ένας ριζοσπαστικός δρόμος για μια Θεωρία των Πάντων

Ο Martin Reuter, φυσικός στο πανεπιστήμιο του Mainz, έχει κι αυτός τις ιδέες του για τη Θεωρία του Παντός. Ανέπτυξε μια θεωρία που την ονομάζει «κβαντική βαρύτητα Αϊνστάιν», που ξεκίνησε όταν σταμάτησαν οι πρώτες προσεγγίσεις για την κβαντική βαρύτητα. 

Μετά την επιτυχημένη συγχώνευση της κλασικής θεωρίας του ηλεκτρομαγνητισμού με την κβαντική θεωρία για τη δημιουργία της κβαντικής ηλεκτροδυναμικής τη δεκαετία του ’40, την επέκτειναν κατάλληλα για να δουλέψει μαζί με την ισχυρή και την ασθενή πυρηνική δύναμη. Είχαν έτσι την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να «κβαντοποιήσουν» την βαρύτητα. Η ιδέα τους απέτυχε παταγωδώς, εξαιτίας του τρόπου συμπεριφοράς της βαρύτητας σε μικρές κλίμακες. Σε όσο πιο μικρές αποστάσεις πάμε η ισχύς της βαρύτητας αυξάνεται, όμως η βαρύτητα συγχρόνως δρα στον εαυτό της, δημιουργώντας ένα βρόχο ανάδρασης που στέλνει τη βαρυτική δύναμη στα ύψη. Τελικά, η ικανότητα της γενικής σχετικότητας να περιγράψει τη δομή του σύμπαντος διαλύεται.

Έτσι, οι περισσότεροι φυσικοί κατευθύνθηκαν προς άλλες κατευθύνσεις, κυρίως προς την κατεύθυνση της θεωρίας χορδών. Ο Martin Reuter, ωστόσο, αισθάνθηκε ότι πολύ γρήγορα εγκατέλειψαν τις μεθόδους που είχαν δουλέψει όταν τις εφάρμοσαν σε κάθε άλλη δύναμη στη φύση. Σκέφτηκε δε μια ιδέα που είχε προταθεί από το φυσικό Steven Weinberg τη δεκαετία του ’70: ότι σε εξαιρετικά μικρές κλίμακες, θα μπορούσε να υπάρχει ένα «σταθερό σημείο» στο οποίο η ισχύς της βαρύτητας να μην αυξάνει πια, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ κάνετε ζουμ. Υπάρχει μια αιτία να πιστεύουμε πως αυτό θα μπορούσε να δουλέψει.

Η κβαντική χρωμοδυναμική, η θεωρία που εξηγεί πώς η ισχυρή πυρηνική δύναμη δρα στα κουάρκ και γκλουόνια, λέει ότι η ισχυρή δύναμη μειώνεται σε ολοένα και πιο μικρές κλίμακες έως ότου φθάσει σε ένα σταθερό σημείο, όπου γίνεται μηδέν. Αν υπάρχει ένα παρόμοιο σημείο και για την βαρύτητα, αυτό θα σημαίνει ότι η φυσική θα είναι σε θέση να περιγράψει το βάρος προς τις μικρότερες αποστάσεις, δηλαδή προς την κβαντική σφαίρα.

Όταν ο Weinberg βέβαια πρότεινε αυτή την ιδέα, οι φυσικοί δεν είχαν τα μαθηματικά εργαλεία για να υπολογίσουν αυτό το σταθερό σημείο στις τέσσερις διαστάσεις του χωρόχρονου της γενικής σχετικότητας, παρά μόνο σε μικρότερες διαστάσεις. Τότε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ο Reuter ανέπτυξε μια τέτοια μέθοδο. Οι υπολογισμοί που έκανε ήταν προσεγγιστικοί, αλλά έδειχναν ότι μπορεί, πράγματι, να κρύβεται ένα τέτοιο σταθερό σημείο για τη βαρύτητα στις εξισώσεις. «Προσωπικά, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι υπάρχει,» λέει ο ίδιος.

Κατά μυστηριώδη τρόπο, στην Κβαντική Βαρύτητα του Αϊνστάιν, ο χωρόχρονος στις μικρότερες κλίμακες είναι φράκταλ και ο αριθμός των διαστάσεων συρρικνώνεται από τις γνωστές τέσσερα σε δύο. Αυτό θυμίζει την άλλη θεωρία που είδαμε, τον Αιτιώδη Δυναμικό Τριγωνισμό (CDT), γεγονός που οδηγεί κάποιους να αναρωτιούνται εάν πρόκειται για δύο περιγραφές της ίδιας θεωρίας. «Τελικά οι δύο προσεγγίσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν ισοδύναμες,» λέει ο Reuter.

Ο Reuter ονόμασε τη θεωρία του Κβαντική Βαρύτητα Αϊνστάιν QEG επειδή είναι μια άμεση, χωρίς διακοσμητικά στοιχεία, κβαντοποίηση της γενικής σχετικότητας λίγο πολύ όπως την έγραψε ο Αίνστάιν, με το μετρικό τανυστή σαν την κύρια μεταβλητή.

Εκτός όμως από τα πλεονεκτήματα της, ότι η βαρύτητα δεν εξαφανίζεται σε μικρές κλίμακες όπως γίνεται στη Γενική Σχετικότητα, η θεωρία αυτή πρέπει να αποδείξει ότι η ισχύς της βαρύτητας γίνεται σταθερή στις μικρές διαστάσεις.

Ελληνιστική Γραμματεία: Φιλολογία και επιστήμη, Η γέννηση της φιλολογίας, Φιλόλογοι και γραμματικοί

Πέρα από την έκδοση και την ερμηνεία του ομηρικού κειμένου, οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι είχαν να συστηματοποιήσουν τους συγγραφείας και τα έργα όλης της αρχαϊκής και της κλασικής παράδοσης τα οποία φυλάσσονταν στη Βιβλιοθήκη. Το τιτάνιο έργο της ταξινόμησης της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης ανέλαβε ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος που κατάρτισε τους Πίνακες, έναν κατάλογο συγγραφέων με βιογραφικές πληροφορίες και των έργων τους χωρισμένων σε λογοτεχνικά είδη.
 
Φαίνεται ότι σταδιακά η καταλογογράφηση των συγγραφέων οδήγησε και σε ένα είδος επιλογής τους από τους φιλολόγους της Βιβλιοθήκης. Στον Αριστοφάνη Βυζάντιο και στον Αρίσταρχο από τη Σαμοθράκη αποδίδονται οι Κανόνες, δηλαδή κατάλογοι με τους καλύτερους συγγραφείς κάθε λογοτεχνικού είδους (λόγου χάρη ο Κανόνας των εννέα λυρικών ποιητών): οι ἐγκριθέντες, όσοι δηλαδή κρίνονταν άξιοι να συμπεριληφθούν στους καταλόγους, αντιγράφονταν, ερμηνεύονταν και διδάσκονταν περισσότερο από τους υπόλοιπους, και τελικά είναι αυτοί που επιβίωσαν στο Βυζάντιο και στη νεότερη εποχή.
 
Μία ξεχωριστή ενασχόληση των φιλολόγων ήταν η λεξικογραφία, και κυρίως η θήρευση και εξήγηση σπάνιων λέξεων αντλημένων από λογοτεχνικά κείμενα ή διαλέκτους, των λεγόμενων γλωσσῶν. Με αυτές ασχολήθηκε ο Φιλίτας από την Κω στο σύγγραμμά του Ἄτακτοι γλῶσσαι, αλλά και πολλοί λόγιοι ποιητές που βρέθηκαν υπό την επίδρασή του, όπως ο Καλλίμαχος και ο Απολλώνιος Ρόδιος.
 
Εκτός από την έκδοση των ομηρικών επών, ιδιαίτερες δυσκολίες παρουσίαζε και η μελέτη των δύο άλλων ειδών ποιητικού λόγου, της δραματικής και της λυρικής ποίησης. Ξέρουμε για παράδειγμα πως εξειδικευμένοι μελετητές της τραγωδίας και της κωμωδίας στα πρώιμα αλεξανδρινά χρόνια υπήρξαν αντίστοιχα ο Αλέξανδρος Αιτωλός και ο Λυκόφρονας από τη Χαλκίδα. Ο Καλλίμαχος και αργότερα ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος ασχολήθηκαν με την ταξινόμηση των έργων των λυρικών ποιητών σε είδη και βιβλία και τη μελέτη των σύνθετων μετρικών μορφών τους. Ειδικά ο τελευταίος υπήρξε ίσως ο πιο συστηματικός μελετητής της τραγωδίας, και σε αυτόν οφείλουμε τις αρχαίες ὑποθέσεις που περιελάμβαναν τη σύνοψη των τραγωδιών, τα πρόσωπα και λεπτομέρειες της πρώτης παράστασής τους.
 
Αντίθετα, η καθαυτό γραμματική, δηλαδή η μελέτη της γλώσσας και των φαινομένων της άργησε να συγκροτηθεί σε ανεξάρτητο κλάδο. Μπορεί να είχαν ήδη ασχοληθεί συστηματικά με τη γλώσσα και τους μηχανισμούς της οι σοφιστές και ο Πλάτωνας, αλλά μόλις τον 2ο αι. π.Χ. γράφτηκε και το πρώτο συστηματικό εγχειρίδιο με τον τίτλο Γραμματική τέχνη που αποδίδεται στον Διονύσιο από τη Θράκη (170-90 π.Χ.). Η εξέλιξη της γραμματικής υπήρξε ραγδαία στα αυτοκρατορικά χρόνια χάρη στο κίνημα του Αττικισμού.