Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (478-519)

ΧΟ. ἔμβα χώρει.
ἆρ᾽ ἔστι τῶν ἀνδρῶν τις ἡμῖν ὅστις ἐπακολουθεῖ;
480 στρέφου, σκόπει,
φύλαττε σαυτὴν ἀσφαλῶς, —πολλοὶ γὰρ οἱ πανοῦργοι—,
μή πού τις ἐκ τοὔπισθεν ὢν τὸ σχῆμα καταφυλάξῃ.

ἀλλ᾽ ὡς μάλιστα τοῖν ποδοῖν ἐπικτυπῶν βάδιζε. [στρ.]
ἡμῖν δ᾽ ἂν αἰσχύνην φέροι
485 πάσαισι παρὰ τοῖς ἀνδράσιν τὸ πρᾶγμα τοῦτ᾽ ἐλεγχθέν.
πρὸς ταῦτα συστέλλου σεαυ-
τὴν καὶ περισκοπουμένη
‹τὰ πάντ᾽ ἄθρει,› κἀκεῖσε καὶ
τἀκ δεξιᾶς, μὴ ξυμφορὰ γενήσεται τὸ πρᾶγμα.
ἀλλ᾽ ἐγκονῶμεν· τοῦ τόπου γὰρ ἐγγύς ἐσμεν ἤδη,
490 ὅθενπερ εἰς ἐκκλησίαν ὡρμώμεθ᾽ ἡνίκ᾽ ᾖμεν.
τὴν δ᾽ οἰκίαν ἔξεσθ᾽ ὁρᾶν, ὅθενπερ ἡ στρατηγὸς
ἔσθ᾽, ἡ τὸ πρᾶγμ᾽ εὑροῦσ᾽ ὃ νῦν ἔδοξε τοῖς πολίταις.

ὥστ᾽ εἰκὸς ἡμᾶς μὴ βραδύνειν ἔστ᾽ ἐπαναμενούσας [ἀντ.]
πώγωνας ἐξηρτημένας,
495 μὴ καί τις ὄψεθ᾽ ἡμέρας χἠμῶν ἴσως κατείπῃ.
ἀλλ᾽ εἶα δεῦρ᾽ ἐπὶ σκιᾶς
ἐλθοῦσα πρὸς τὸ τειχίον
παραβλέπουσα θἀτέρῳ
πάλιν μετασκεύαζε σαυτὴν αὖθις ἥπερ ἦσθα.
500 καὶ μὴ βράδυν᾽· ὡς τήνδε καὶ δὴ τὴν στρατηγὸν ἡμῶν
χωροῦσαν ἐξ ἐκκλησίας ὁρῶμεν. ἀλλ᾽ ἐπείγου
ἅπασα καὶ μίσει σάκον πρὸς τοῖν γναθοῖν ἔχουσα·
χαὖται γὰρ ἥκουσιν πάλαι τὸ σχῆμα τοῦτ᾽ ἔχουσαι.

ΠΡ. ταυτὶ μὲν ἡμῖν, ὦ γυναῖκες, εὐτυχῶς
505 τὰ πράγματ᾽ ἐκβέβηκεν ἁβουλεύσαμεν.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα πρίν τιν᾽ ἀνθρώπων ἰδεῖν,
ῥιπτεῖτε χλαίνας, ἐμβὰς ἐκποδὼν ἴτω,
χάλα συναπτοὺς ἡνίας Λακωνικάς,
βακτηρίας ἄφεσθε. καὶ μέντοι σὺ μὲν
510 ταύτας κατευτρέπιζ᾽· ἐγὼ δὲ βούλομαι
εἴσω παρερπύσασα πρὶν τὸν ἄνδρα με
ἰδεῖν, καταθέσθαι θοἰμάτιον αὐτοῦ πάλιν
ὅθενπερ ἔλαβον τἄλλα θ᾽ ἁξηνεγκάμην.

ΧΟ. κεῖται ‹καὶ› δὴ πάνθ᾽ ἅπερ εἶπας. σὸν δ᾽ ἔργον τἄλλα διδάσκειν,
515 ὅ τί σοι δρῶσαι ξύμφορον ἡμεῖς δόξομεν ὀρθῶς ὑπακούειν.
οὐδεμιᾷ γὰρ δεινοτέρᾳ σου ξυμμείξασ᾽ οἶδα γυναικί.
ΠΡ. περιμείνατέ νυν, ἵνα τῆς ἀρχῆς ἣν ἄρτι κεχειροτόνημαι,
ξυμβούλοισιν πάσαις ὑμῖν χρήσωμαι. καὶ γὰρ ἐκεῖ μοι
ἐν τῷ θορύβῳ καὶ τοῖς δεινοῖς ἀνδρειόταται γεγένησθε.

***
(Μπαίνει από τα δεξιά ο Χορός των γυναικών, αντρικά ντυμένος.)
ΚΟΡ. Δρόμο! Βιαστείτε!
Μπας και κανείς μαντράχαλος μας πήρε το κατόπι.
480Κοιτάτε πάντα πίσω
να προφυλάγεστε καλά, τι ᾽ναι πολύ αλεπούδες
να μη μας πάρουν μυρωδιά πως είμαστε γυναίκες.

ΧΟΡ. Και περπατάτε ασίκικα βροντώντας το τακούνι [στρ.]
τι θα ᾽ταν ολονώ μας
ντροπή μεγάλη να μας πιάσουν άξαφνα στα πράσα.
Να διπλοτυλιχτείτε
και να γυροβιγλίζετε
με μάτια δεκατέσσερα
δεξιά ζερβά σας.
Μη μας γενεί καταστροφή η άξια μας τούτη πράξη.
Πιο γρήγορα και φτάνουμε πολύ κοντά στο μέρος,
490απ᾽ όπου ξεκινήσαμε στη σύναξη να πάμε.
Νά! Και το σπίτι φάνηκε της στρατηγίνας, που ᾽χε
την έμπνευση που σήμερα την ψήφισε ο λαός μας.

Γι᾽ αυτό να μην αργοπορούμε και στεκόμαστ᾽ έτσι [αντ.]
με τα γένια τούτα.
Βγάλτε τα, μη μας δει κανείς και πάει και μας προδώσει.
Εδώ στον ίσκιο ελάτε
στη μάντρ᾽ αυτήνε απόγυρα
και να γυροκοιτάτε
να ξαναγίνουμε και πάλε ό,τ᾽ είμαστε: γυναίκες.
500Και μην χασομεράτε. Νά ζυγώνει η στρατηγίνα,
γυρίζει από τη σύναξη. Τί στέκεστε; Βιαστείτε,
πετάχτε από τα μάγουλα τις κατσικότριχές σας.
Νά! Βλέπω οι άλλες κι έρχονται γυναίκες, σαν και πρώτα.

ΠΡΑ. Καλά τα καταφέραμε ως την ώρα,
καθώς τα μελετήσαμε, ω γυναίκες.
Τώρα βγάλτε τις χλαίνες και πετάχτε
τ᾽ άρβυλα, πριν μας πάρει αντρίκιο μάτι.
(Σε μιαν απ᾽ όλες)
Ε συ, τί στέκεις; Λύσε τα κορδόνια σου.
(Σ᾽ όλες)
Όλες σας, ρίχτε πέρα τα ραβδιά σας.
(Στην Κορυφαία)
510Και συ, κυρά μου, σιάξε τις. Εγώ
πάω, να γλιστρήσω μέσα μουλωχτά
να μη με νιώσει ο μάπας, να γδυθώ
τα ρούχα του και να τα ξαναβάλω
όθες τα πήρα — κι ό,τι άλλο δικό του.
(Οι γυναίκες του Χορού σωριάζουν χάμου τ᾽ αντρίκια ρούχα τους κ.λπ.)
ΚΟΡ. Όλα χάμου, γιά κοίτα, σωρός. Τώρα μάθε μας
τα καλά και συμφέροντα κι όλες σ᾽ ακούμε...
Από σένα πιο ξύπνια δεν είδαμε.
ΠΡΑ. Τοιμαστείτε. Μ᾽ εκλέξατε πριν από λίγο
κυβερνήτη του κράτους κι εγώ θα ᾽χω εσάς
συμβουλάτορες σ᾽ ό,τι κι αν κάνω. Στης μάχης
την αντάρα σταθήκαμε πρωτοπαλίκαρα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΠΡΙΑΜΙΔΕΣ, ΠΟΛΙΤΗΣ - ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΟΛΥΔΩΡΟΣΠΟΛΙΤΗΣ

Γιος του Πρίαμου και της Εκάβης. Λεγόταν ότι ήταν γρήγορος στα πόδια, γι' αυτό και κατόπτευε το στρατόπεδο των Αχαιών, ώστε να ειδοποιεί έγκαιρα τους Τρώες σε περίπτωση επίθεσης. Σε μια εκδοχή του μύθου του Τρωίλου τον βοήθησε να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα, ενώ έσωσε τον άλλο αδελφό Δηίφοβο στη μάχη κοντά στα πλοία. Τον γιο αυτό είδε ο Πρίαμος να σκοτώνεται από τον Νεοπτόλεμο στον βωμό του Ερκείου Διός, στο παλάτι, όπου είχαν προσπέσει σε ικέτες. Αμέσως μετά, ο γιος του Αχιλλέα έπιασε τον γέροντα από τα μαλλιά, τον τράβηξε από τον βωμό και τον αποκεφάλισε. Τη σκηνή αυτή βλέπουμε σε ερυθρόμορφη κάλπη του ζωγράφου του Κλεοφράδη, 480-475 π.Χ.
 
Ο Βιργίλιος μνημονεύει ένα γιο του Πολίτη, τον Πρίαμο, που πήρε μέρος στους ταφικούς αγώνες προς τιμή του Αγχίση, πατέρα του Αινεία, και ο οποίος ίδρυσε πόλη στο Λάτιο. Από το όνομά του την ονόμασε Politorium.
 
ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ
 
Στην ομηρική εκδοχή ο Πολύδωρος ήταν γιος του Πρίαμου και της Λαοθόης. Ο πατέρας του τον είχε αρχικά απομακρύνει από το πεδίο των μαχών, γιατί ήταν πολύ νέος. Εκείνος όμως, έχοντας το χάρισμα της γρηγοράδας, επιτέθηκε στον Αχιλλέα, ο Μυρμιδόνας όμως τον σκότωσε* και τον γύμνωσε από τον ασημένιο θώρακά του. Μετά τον θάνατο του γιου της, η Θέτιδα χάρισε τον θώρακα στον Αγαμέμνονα.
 
Σε μεταγενέστερες παραδόσεις, των τραγικών, των αλεξανδρινών και των ρωμαίων ποιητών, ήταν γιος του βασιλικού ζεύγους της Τροίας, του Πρίαμου και της Εκάβης. Ο πατέρας του τον εμπιστεύτηκε στον γαμπρό του, τον βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα, καθώς και πολύτιμους θησαυρούς της Τροίας, ώστε, αν η Τροία αλωνόταν, να μπορούσε ο Πολύδωρος να κρατήσει τη θέση του, όταν θα ενηλικιωνόταν. Όμως ο Πολυμήστορας, είτε γιατί θέλησε τους θησαυρούς, είτε γιατί συμμάχησε με τους Έλληνες, σκότωσε το παιδί και έριξε το σώμα του στη θάλασσα που το ξέβρασε στην ακτή της Τρωάδας την ώρα που γυναίκες αντλούσαν νερό για να αποδώσουν ταφικές τιμές στη θυσιασμένη Πολυξένη. Η Εκάβη ζήτησε από τον Αγαμέμνονα να της επιτρέψει να τον θάψει δίπλα στην Πολυξένη και, σύμφωνα με τον Ευριπίδη, εκδικήθηκε τον θάνατο του Πολύδωρου τυφλώνοντας τον επίορκο φύλακα του παιδιού της· άλλες Τρωαδίτισσες σκότωσαν τα παιδιά του. Για μια ακόμη φορά, θύμα του πολέμου υπήρξε η αθωότητα. Και η Εκάβη χάνει και τον μικρότερο γιο της αλλά και τον εγγονό της, τον Αστυάνακτα.
 
Άλλες παραδόσεις θέλουν τον Πολυμήστορα να δίνει το παιδί στον Αίαντα τον Τελαμώνιο, που λεηλατούσε τη χώρα του, για να το χρησιμοποιήσουν οι Έλληνες σαν όμηρο και να το ανταλλάξουν με την Ελένη. Οι Τρώες αρνήθηκαν την ανταλλαγή και το παιδί λιθοβολήθηκε στα τείχη της πόλης. Το πτώμα του αποδόθηκε στην Εκάβη.
 
Οι τραγικοί πάλι επινόησαν την ιστορία ότι ο Πολυμήστορας κατά λάθος αντί να σκοτώσει τον Πολύδωρο σκότωσε τον γιο του Δηίπυλο και ότι ο Πολύδωρος τιμώρησε αργότερα τον επίορκο βασιλιά.
 
Τέλος, ο Βιργίλιος συνδέει στην Αινειάδα τον Πολύδωρο με την τύχη και το ταξίδι του Αινεία. Ο Αινείας πέρασε από την ακτή της Θράκης, όπου ο Πολυμήστορας είχε θάψει τον Πολύδωρο, με σκοπό να ιδρύσει μια πόλη εκεί. Κατά το έθιμο, θέλησε να τελέσει θυσία και να στολίσει τον βωμό με κλαδιά. Όμως όταν έκοψε κλαδιά από τα δέντρα που φύτρωναν στον τάφο του Πολύδωρου, άρχισε να στάζει αίμα και μια φωνή αποκάλυψε στον Αινεία πού βρισκόταν, ότι τα δέντρα αυτά είχαν φυτρώσει από τα δόρατα που είχαν τρυπήσει τον Πολύδωρο, του αφηγήθηκε την ιστορία του φόνου και της κλοπής των θησαυρών και τον συμβούλευσε να μην ιδρύσει πόλη στο καταραμένο μέρος. Ο Αινείας απέδωσε τιμές στο δολοφονημένο παιδί και εγκατέλειψε τη χώρα. (Βιργ., Αιν. 3.1-68**)
-------------------------
*Πολύδωρος
 
Στον Πριαμίδην έπειτα Πολύδωρον εχύθη·
τούτον από τον πόλεμον εμπόδιζε ο πατέρας,
ότ' ήταν το υστερόγεννο και αγαπητό παιδί του,
ανεμοπόδης φοβερός και τότε απ΄ αγνωσιά του
μες στους προμάχους έτρεχε να δείξει πόσο αξίζουν
τα πόδια του, ώσπου έχασε την ποθητήν ζωήν του.
Εκείνον ο πτερόποδος ακόντισε Πηλείδης
στα νώτα εμπρός του ως έφευγε, της ζώνης όπου οι κόμποι
χρυσοί τον διπλόν θώρακα κλεισμένον εκρατούσαν.
Και η λόγχη αντίκρυ σχίζοντας τον ομφαλόν του εβρήκε·
σκούζοντας εγονάτισε, το φως δεν είδε πλέον
και με τα χέρια τ΄ άντερα σκυμμένος εβαστούσε.
Άμ' είδε τον αυτάδελφον Πολύδωρον ο Έκτωρ
χάμω στην γην να στρέφεται με τ΄ άντερα στα χέρια,
θάμπωμα του 'λθε και μακράν ακόμη να γυρίζει
δεν έστερξε, αλλ' εχύθηκεν επάνω στον Πηλείδην
ωσάν φωτιά, τινάζοντας την λόγχην·
(Όμ., Ιλ. 407-423)
 
**Αινείας και Πολύδωρος
 
Αφού αποφάσισαν οι επουράνιοι ν' αφανίσουν την Ασία και του Πρίαμου το ανεύθυνο έθνος, κι έπεσε το περήφανο Ίλιο κι όλη γκρεμισμένη καπνίζει η Ποσειδώνεια Τροία, οδηγούμαστε από τα σημάδια των θεών να ζητήσουμε χώρα της εξορίας μας μακρινή κι ερημικούς τόπους, και στόλο ναυπηγούμε κάτω από την ίδια Άνταντρο και τα βουνά της Φρυγικής Ίδας, μην ξέροντας, για πού μας φέρνουν οι μοίρες, πού θα μας οριστεί να σταθούμε· συγκεντρώνουμε τούς άντρες. Μόλις είχε πρωταρχίσει η άνοιξη κι ο πατέρας Αγχίσης διάταξε να σηκώνουμε τα πανιά στο πεπρωμένο, όταν με δάκρυα τις ακρογιαλιές της πατρίδας και τα λιμάνια αφήνω και τους κάμπους, όπου κάποτε η Τροία υπήρξε. Πλανιέμαι εξόριστος στο πέλαγο με τους συντρόφους και με το γιο μου και με τους σπιτικούς και τους μεγάλους θεούς.
Χώρα μακριά σ' απλόχωρους κάμπους η Μαβορτία καλλιεργιέται, οι Θράκες αλετρίζουν, που κάποτε βασίλευε ο άγριος Λυκούργος, παλιά φιλοξενία της Τροίας κι οι Εφέστιοί της σύμμαχοι των δικώ μας, όσο είχαμε τύχη. Φτάνω εδώ και στην καμπυλωτή αχτή στήνω στο πρώτο μας κάστρο βγαίνοντας με σημάδια εχθρικά κι από το δικό μου όνομα πλάθω το όνομα Αινειάδες.
Θυσίες στη Διωναία μητέρα και στους θεούς πρόσφερνα για να προστατέψουν τ' αρχινισμένα μας έργα κι άσπρον ταύρο στο βασιλιά των επουράνιων θυσίαζα στ' ακρογιάλι. Έτυχε να είναι ψήλωμα κοντά και στην κορφή του θάμνοι κρανιάς και μυρτιά τρομαχτική με τα πυκνά της κλαριά. Τη σίμωσα και την πράσινη χλωρασιά από το χώμα προσπαθώντας να ξεριζώσω, με τούς θαλερούς της κλώνους τους βωμούς να σκεπάσω, ανατριχιαστικό κι αλλόκοτο να ειπωθεί βλέπω σημάδι. Δηλαδή από τις σπασμένες ρίζες του πρώτου δέντρου που ξεριζώνεται από το έδαφος, μαύρου αίματος γλιστράνε σταγόνες και μια πήχτρα μόλεβε το χώμα. Ρίγος τα μέλη μου τραντάζει και το αίμα μου από το φόβο παγώνει. Ξανά κι άλλου δέντρου τόν τρυφερό κορμό προχωρώ ν' αποσπάσω και να ψάξω ως το βάθος τις κρυφές του σημαδιού αιτίες· μαύρο κι από του άλλου δέντρου τη φλούδα βγαίνει αίμα. Στριφογυρίζοντας πολλά στο μυαλό μου τις αγροτικές ικέτευα νεράιδες και το Θούριο πατέρα, που τη χώρα των Γετών προστατεύει, για να ξεδιαλύνουν σε καλό το σημάδι και δεξιά ναν τα φέρουν. Μα αφού με μεγαλύτερη ορμή ρίχνουμαι σε τρίτο κλαρί και πεσμένος στα γόνατα παλαίβω με τον αντιστεκούμενο άμμο -ναν το πω η ναν το σιωπήσω;- στεναγμός πολυδάκρυτος ακούγεται βαθειά από το ψήλωμα και φωνή βγαλμένη φτάνει στ' αφτιά μου: Γιατί εμέ το δύστυχο, Αινεία, με σπαράζεις; λυπήσου με πια στον τάφο μου· φυλάξου τ' αμόλυντα χέρια σου να μολέψεις. Η Τροία δε με γέννησε αλλόφυλο σ' εσένα και τούτο το αίμα από κλωνάρι δεν τρέχει. Αλίμονο! φύγε από τη σκληρή χώρα, απόφυγε την αχτήν την πλεονέχτρα. Γιατί εγώ είμαι ο Πολύδωρος. Εδώ σπάρσιμο από σιδερένιες σαΐτες που με διατρύπησαν με σκεπάζει και που ξεφύτρωσαν μυτερά κοντάρια». Τότε λοιπόν ζουλίστηκε το μυαλό μου και κιτρίνισα από φόβο διπλό κι οι τρίχες μου σηκώθηκαν κι η φωνή μου κόλλησε στο λάρυγγά μου.
Τούτον τον Πολύδωρο κάποτε με πολύ βάρος χρυσού ο δύστυχος ο Πρίαμος κρυφά τον εμπιστεύτηκε στο Θρακιώτη βασιλιά για ναν τον αναθρέψει, όταν δεν είχε πια καμιά εμπιστοσύνη στα όπλα της Δαρδανίας, κι έβλεπε να πολιορκιέται η πόλη. Εκείνος, μόλις οι δυνάμεις τσακίστηκαν των Τεύκρων κι η τύχη τους εγκατάλειψε, επειδή πήγε με το μέρος του Αγαμέμνονα και με τα νικηφόρα του όπλα, κάθε όσιο παραβιάζει, τον Πολύδωρο σφάζει και με τη βία βάνει στο χέρι το χρυσάφι. Σε τι τις καρδιές των θνητών δεν αναγκάζεις, καταραμένη πείνα του χρυσού; Αφού ο φόβος τα κόκαλά μου άφησε, στους διαλεχτούς του λαού προύχοντες, και πρώτα πρώ­τα στον πατέρα μου, τα σημάδια των θεών αναφέρνω, και ποια είν' η γνώμη τους ρωτώ. Σ' όλους η ίδια γνώμη είναι απ' την εγκληματική ν' αναχωρήσουμε γης, να εγκαταλείψουμε τη μο­λυσμένη φιλοξενία, και να δώσουμε τον αέρα στο στόλο. Λοι­πόν ξαναθάφτουμε τον Πολύδωρο και πελώριο τύμβο σηκώνουμε με χώμα· χτίζουμε βωμό στις κάτω ψυχές θλιβεροί από τις πένθιμες ταινίες και το μαύρο κυπαρίσσι κι ολόγυρα οι Ιλιάδες στέκουνται με ξέπλεκα μαλλιά, πως το καλεί η συνήθεια· χύνουμε από κύπελλα αφρισμένα από γάλα χλιαρό και ποτήρια από αίμα ιερό και την ψυχή στον τάφο κρύβουμε και για τε­λευταία φορά προσφωνούμε. (Βιργ., Αιν. 3.1-68)

Η σημαντική γνώση και η προσωπική καθοδήγηση κατοικούν σε απροσδόκητα μέρη

Οι περισσότεροι από μας αρχίζουμε τη ζωή μας όντας βέβαιοι για τα πάντα και καθώς μεγαλώνουμε αυτή η βεβαιότητα αλλάζει σε αβεβαιότητα και πεθαίνουμε στην αβεβαιότητα. Αλλά αν κανείς αρχίσει με αβεβαιότητα, αμφιβάλλοντας, αμφισβητώντας, ρωτώντας, αξιώνοντας να καταλάβει, έχοντας αληθινές αμφιβολίες για την ανθρώπινη συμπεριφορά, για όλες τις θρησκείες, τις εικόνες τους και τα σύμβολά τους, τότε μέσα από αυτή την αμφιβολία έρχεται η καθαρότητα της βεβαιότητας.

Όταν υπάρξει καθαρό εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος, μέσα στη βία για παράδειγμα, αυτό ακριβώς το κοίταγμα σε βάθος εξαφανίζει όλη τη βία. Αυτό το κοίταγμα σε βάθος γίνεται έξω από τον εγκέφαλο, αν μπορεί να το πει έτσι κανείς. Δεν ανήκει στο χρόνο. Δεν ανήκει στις αναμνήσεις ή στη γνώση, κι έτσι αυτό ακριβώς το κοίταγμα σε βάθος και η δράση του, αλλάζει τα ίδια τα κύτταρα του εγκεφάλου. Αυτό το κοίταγμα σε βάθος είναι πλήρες και από αυτή την πληρότητα μπορεί να υπάρξει λογική, πνευματικά υγιής, ορθή δράση.

Όλη αυτή η κίνηση από το να παρατηρείς και να ακούς μέχρι τον κεραυνό του κοιτάγματος σε βάθος, είναι μία μόνο κίνηση• δεν είναι πλησίασμα βήμα βήμα. Είναι σαν γρήγορο βέλος. Μόνο αυτό το κοίταγμα σε βάθος μπορεί να ξεδιαμορφώσει το μυαλό, όχι οι προσπάθειες της σκέψης που σημαίνουν πάρσιμο απόφασης αφού δεις την αναγκαιότητα κάποιου πράγματος• τίποτα τέτοιο δεν πρόκειται να φέρει ολοκληρωτική απελευθέρωση από τη διαμόρφωση.

Όλη η ιστορία είναι θέμα χρόνου και τελειώματος του χρόνου. Ο άνθρωπος είναι δεμένος με το χρόνο κι αυτό το δέσιμο με το χρόνο το κάνει η κίνηση της σκέψης. Όπου, λοιπόν, υπάρχει τέλειωμα της σκέψης και του χρόνου, υπάρχει ολικό εσωτερικό κοίταγμα σε βάθος. Μόνο τότε μπορεί να ανθίσει το μυαλό. Μόνο τότε μπορείς να έχεις πλήρη σχέση με το νου.

Αναζητάς την ευτυχία; Δεν θες αυτοπεποίθηση αλλά αυτοαποδοχή

Πολύς λόγος γίνεται για την “περίφημη” αυτοπεποίθηση, έχεις σκεφτεί όμως πως ίσως δεν βρίσκεται εκεί το κλειδί της ευτυχίας; Στις μέρες μας, η λέξη “αυτοπεποίθηση” ακούγεται όλο και πιο συχνά και μάλιστα σε μία τεράστια γκάμα περιστάσεων: σε συζητήσεις με φίλες για το τι πήγε στραβά στο τελευταίο σου φλερτ, σε άρθρα για το πώς να ζητήσεις αύξηση ή πώς να μιλήσεις σε μία συνέντευξη εργασίας, σε θέματα στυλ ή μόδας και, φυσικά, σε συζητήσεις για τον φεμινισμό και το body positivity.
 
Η κατάκτηση της αυτοπεποίθησης μοιάζει να είναι το κλειδί της επιτυχίας, της γοητείας και τελικά… της ίδιας της ευτυχίας. Στην πραγματικότητα ωστόσο, η αυτοπεποίθηση πολλές φορές γίνεται ένα ακόμα μέσο για να νιώσεις άσχημα με τον εαυτό σου. Πώς; 
 
Όπως επισημαίνει η Tasha Eurich, οργανωτική ψυχολόγος και συγγραφέας του βιβλίου αυτοβελτίωσης Insight, η αυτοπεποίθηση συχνά οδηγεί στον ναρκισσισμό.
Η υπερβολική αυτοπεποίθηση οδηγεί σε μία απωθητική αίσθηση ανωτερότητας και παράλληλα σε αδυναμία να μάθει κανείς από τις αποτυχίες του. Η αυτοπεποίθηση είναι ίσως η έννοια που έχει γεννήσει τις περισσότερες “συμβουλές” αλλά και τις περισσότερες, συχνά αντιθετικές, θεωρίες.
Δεδομένου ότι σύμφωνα με τους ψυχολόγους, αντιμετωπίζουμε μία “επιδημία” μαζικού ναρκισσισμού, με υψηλή αυτοπεποίθηση και χαμηλή ενσυναίσθηση, είναι σημαντικό να αμφισβητήσουμε τώρα την παντοδυναμία της αυτοπεποίθησης.
 
Τι βάζουν οι ψυχολόγοι στη θέση αυτής; Την έννοια της αυτοαποδοχής, που μάλλον ακούς για πρώτη φορά.
Ενώ η αυτοπεποίθηση ορίζει πως είμαστε υπέροχοι ανεξαρτήτου αντικειμενικής πραγματικότητας, η αυτοαποδοχή σημαίνει να δούμε την πραγματικότητα, να δώσουμε στον εαυτό μας την ελευθερία να είναι κάτι λιγότερο από τέλειος και να πάρουμε συνειδητά την απόφαση να τον εκτιμήσουμε βαθιά.
Σύμφωνα, δε, με έρευνες, η αυτοπεποίθηση και η αυτοαποδοχή είναι και τα δύο δείκτες ευτυχίας. Οι άνθρωποι με υψηλή αυτοαποδοχή ωστόσο “έχουν θετική άποψη του ίδιου τους του εαυτού, που όμως δεν βασίζεται σε εξωτερικές επιβεβαιώσεις (όπως είναι τα likes, οι κολακείες και οι επιτυχίες στον κοινωνικό περίγυρο)”. 
 
Άλλωστε, όσο πιο ρεαλιστικά βλέπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, τόσο μεγαλύτερη συμπάθεια μπορούμε να του δείξουμε.

Τα χαρακτηριστικά της σκοτεινής προσωπικότητας

Σας έχει τύχει να γνωρίσετε εγωκεντρικούς και κοινωνικά προσβλητικούς ανθρώπους, που εκφράζονται μέσα από την «μαυρίλα»; Κι όμως, υπάρχει επιστημονική εξήγηση για το φαινόμενο της σκοτεινής προσωπικότητας.  Ο Dr Paulhus, ψυχολόγος εξειδικευμένος στον τομέα της προσωπικότητας, μέσα από την ερευνά του, κατηγοριοποίησε την σκοτεινή προσωπικότητα ως εξής:

Οι Ναρκισσιστές: Εθισμένοι στον αυτοθαυμασμό και στο να τραβάνε την προσοχή. 

Οι Μακιαβελικοί: Ιδιαίτερα χειριστικοί ορισμένες φορές και ναρκισσιστές, έχουν τάση να καταπατούν τους κανόνες. Μπορεί να εξαπατούν με ευκολία, όμως σπάνια έχουν ψυχοπαθητικές τάσεις.

Οι Κοινωνιοπαθείς/Ψυχοπαθείς: Κακόβουλοι, με δεύτερη φύση τους το ψέμα, με αίσθημα μεγαλοπρέπειας, παρορμητικοί, εγωιστές, επίμονοι μέχρι να φτάσουν στον στόχο τους. Αδυνατούν να νιώσουν τύψεις, μερικές φορές αντλούν σαδιστική ευχαρίστηση από τον ψυχολογικό πόνο που προκαλούν. Σε αυτή την περίπτωση, η κακόβουλη συμπεριφορά λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας σε οτιδήποτε θεωρούν απειλή. Η συγκεκριμένη περίπτωση σκοτεινής προσωπικότητας οφείλεται σε τραυματικές παιδικές εμπειρίες.

Ο συνδυασμός της τριάδας των χαρακτηριστικών της σκοτεινής προσωπικότητας, καθώς και η έκφραση μέσα από μακάβρια πράγματα, δεν είναι ένδειξη ενός ρομαντικού, αλλά ενός επικίνδυνου. ανθρώπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σκοτεινή τριάδα των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας δεν αντιστοιχεί σε κλινικές διαταραχές, αλλά σε χαρακτηριστικά, σε υπο-κλινικό επίπεδο.

Οι σαδιστές της καθημερινότητας: Διαφέρουν από τις προηγούμενες τρεις κατηγορίες ως προς το ότι δεν είναι παρορμητικοί ή χειριστικοί. Απολαμβάνουν, όμως, την σκληρότητα απέναντι στον συνάνθρωπό τους, τον οποίο έχουν τάση να «μαστιγώνουν» με τις λέξεις τους.
Η φιλική τους διάθεση είναι η μεγαλύτερη παγίδα.

Οι άνθρωποι με σκοτεινή προσωπικότητα είναι συνήθως κοινωνικοί και εξωστρεφείς, κερδίζοντας τις πρώτες εντυπώσεις, προκειμένου να εκμεταλλευτούν τα άτομα, τα οποία συναναστρέφονται πάντα προς όφελός τους. Θα κολακεύσουν τα άτομα, τα οποία θέλουν να χρησιμοποιήσουν.
– Εκ πρώτης όψεως, διαθέσιμοι παντός τύπου και καιρού.
– Εκ δεύτερης όψεως επικρατεί η μνησικακία και η παραγωγικότητα δίνει τα ηνία στην μεθόδευση.

Φαινομενικά οργανωτικοί και πρόθυμοι να φανούν χρήσιμοι, χωρίς να τους πειράζει το οτιδήποτε, φαντάζουν οι ιδανικοί συνεργάτες στο επαγγελματικό πλαίσιο. Στην πορεία, όμως, όπως υποστηρίζει ο Dr Cohen, θα το χρησιμοποιήσουν αυτό, δημιουργώντας μια νέα πραγματικότητα, με δικούς τους κανόνες, που ανταποκρίνονται στο μεθοδικό πλάνο τους. Έχοντας αρχικά κερδίσει τις εντυπώσεις, καλλιεργούν στους άλλους την αυτό-αμφισβήτηση.

Η σκοτεινή προσωπικότητα δημιουργεί πάθη σε ανθρώπους με αρνητική αυτο-εικόνα.
 
Οι σκοτεινές προσωπικότητες είναι αρκετά ελκυστικές, καθώς βγάζουν προς τα έξω έναν αντισυμβατικό «αέρα» και μια… μαγευτική παρορμητικότητα, με παιχνιδιάρικες τάσεις κυριαρχίας. Η Dr Katie Payne υποστηρίζει ότι το πείσμα τους εμπνέει αυτοπεποίθηση που γοητεύει, όμως είναι και ένα δείγμα που θα πρέπει να βάλει κάποιον σε σκέψεις. Άλλωστε, τα άτομα με σκοτεινή προσωπικότητα αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους κτητικά, ως αντικείμενά τους. 

Σύμφωνα με την ψυχοθεραπεύτρια Jumie Duduyemi, εξαιτίας της δεξιότητάς τους να χειρίζονται άψογα τους ανθρώπους, συχνά εμπνέουν απατηλή εμπιστοσύνη, η οποία θα φθαρεί στο πέρασμα του χρόνου, διότι δεν θα διστάσουν να εκμεταλλευτούν ως ναρκισσιστές, προκειμένου να κάνουν τον σύντροφό τους να ικετεύει για την προσοχή τους.

Η σκοτεινή όψη και το παιχνίδι ενός φαινομενικά «αγγέλου»
Μια πάγια μέθοδος που χρησιμοποιούν, για να γοητεύσουν το άλλο τους μισό, είναι να τον/την κάνουν να νιώθει ότι είναι στην κορυφή του κόσμου. Θα το καταφέρουν αυτό, με το να τον/την συνηθίσουν αρχικά σε άπλετη προσοχή και κολακεία. Επειδή η συμπεριφορά τους έχει στοιχεία μανίας, εάν το άλλο τους μισό δεν τους δίνει την δέουσα σημασία ή δεν τους κάνει τα χατίρια, γίνονται δραματικοί… νιώθουν ότι αρρωσταίνουν. Οι ακρότητες, αν και κολακευτικές, είναι μέρος του παιχνιδιού… Όταν ο στόχος συνηθίσει σε αυτή την λατρευτική συμπεριφορά, τότε θα την αποσύρουν, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι απαιτήσεις τους.

Η ανεμελιά δίνει τα σκήπτρα της στις εντολές.

Ένα άλλο από τα γοητευτικά τους χαρακτηριστικά είναι ότι μπορεί μέσα τους να «καίγονται», όμως εξωτερικά δείχνουν ότι είναι ανέμελοι. Δεν τους νοιάζει τίποτα και συχνά μεταμορφώνονται σε αυτό ακριβώς που έχει ανάγκη το άτομο που έχουν στοχοποιήσει. Αν τυχόν ερωτευτείτε έναν άνθρωπο με σκοτεινή προσωπικότητα, είναι πιθανό να σας παρασύρει με τον θεατρινίστικο αυθορμητισμό του σε όμορφες περιπέτειες. Όταν όμως οι «μάσκες» πέσουν, το κίνητρό του θα είναι πλέον εμφανές. Συνήθως έχουν ιστορικό ταραχώδες, χαοτικών και μπερδεμένων σχέσεων, καθώς είναι συναισθηματικά αναξιόπιστοι.
  • Ο γλυκανάλατος αυθορμητισμός και η επιπολαιότητά τους μπορεί στην αρχή να συνεπάρει το έτερον ήμισυ, καταλήγει όμως σε έλλειψη ορίων και ψυχολογική πίεση, μέσα από ατελείωτους ψυχολογικούς εκβιασμούς.
  • Έρωτας με κριτήριο την χρησιμότητα
Οι άνθρωποι με σκοτεινά χαρακτηριστικά προσωπικότητας είναι «experts» στο να κρύβουν την σκοτεινή πλευρά τους. Τότε, είναι θέμα χρόνου να ανακαλύψει ο περίγυρος, ιδίως όταν δεν τους είναι χρήσιμος πια, τα αληθινά τους «χρώματα». Όταν ξεκινάει η εκμετάλλευση, τότε η δυναμική της σχέσης μετατρέπεται σε τοξική.

Οι σκοτεινές προσωπικότητες δεν θα ντραπούν πότε για τις πράξεις τους, καθώς δεν έχουν ηθικούς φραγμούς -εξ ου και δεν θα διστάσουν να πληγώσουν ή να βλάψουν κάποιον. Η άγνοια κινδύνου των απερίσκεπτων συμπεριφορών τους και η υπερβολική εγωπάθεια επισκιάζουν την θλιβερή πραγματικότητα της χαμηλής αυτοεκτίμησης, που βγαίνει συνήθως μέσα από την διαπροσωπική επιθετικότητα -π.χ. τον κυνισμό. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο η προσωπική τους ανάπτυξη, γι’ αυτό και ενεργοποιούνται μέσα από την σύγκριση, χρησιμοποιώντας ως κίνητρο ανθρώπους.
 
Ο φαύλος κύκλος της υπομονής καταλήγει σε παραμύθι χωρίς όνομα

Μια σχέση με ένα άτομο με σκοτεινή προσωπικότητα είναι μια τοξική σχέση, όπως έχω αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο μου, και είναι πιθανό να καταλήξει στο «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» και σε μετατραυματικό στρες από συναισθηματική κακοποίηση.

Νικητής δεν υπάρχει σε μια τέτοια σχέση, αλλά κερδισμένος θα είναι αυτός που θα αφήσει κάτω πρώτος το τεντωμένο σχοινί της σχέσης, που είναι έτοιμο να σπάσει.

Γι’ αυτό και ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης μιας σκοτεινής προσωπικότητας, είναι:

– Πρώτον, να μην θυμώσετε, διότι τρέφουν την χειριστικότητά τους μέσα από αυτό και παίρνουν δύναμη.

Δεύτερον, να μην προσπαθήσετε να αλλάξετε έναν άνθρωπο με σκοτεινή προσωπικότητα, καθώς θα σας εξαντλήσει ψυχικά. Όσα και να του δώσετε, θα θέλει και άλλα, μέχρι να πάρει ό,τι θέλει και να περάσει στο επόμενο θύμα. Το πιο ωφέλιμο, εάν δεν μπορείτε να απομακρυνθείτε, είναι να θέσετε, αυστηρά, τα όριά σας.

Με κλειστό μυαλό, οι απόλυτες πεποιθήσεις κάνουν τις σχέσεις μας δυσλειτουργικές

Είναι κάτι που κάνουμε συνέχεια, ανά πάσα στιγμή της ημέρας είτε το θέλουμε είτε όχι. Αφήνουμε διάφορες σκέψεις να μας κατακλύσουν το μυαλό. Σκέψεις που μπορεί να είναι και παράλογες αν τις αναλογιστούμε κάποια άλλη στιγμή, αλλά σε αυτό το χρονικό πλαίσιο, τα συναισθήματά μας είναι πιο δυνατά και είναι αυτά που προσδιορίζουν τι εισβάλλει στο μυαλό μας. Είναι σκέψεις που πηγάζουν από προκατειλημμένες αντιλήψεις και μας κάνουν απόλυτους γιατί ριζώνουν τόσο βαθιά στο μυαλό μας που τελικά καθιερώνονται ως πραγματικότητα.

Ως άνθρωποι του 21ου αιώνα, που θέλουμε να θεωρούμαστε η πιο μορφωμένη γενιά, με άπλετη και ελεύθερη πρόσβαση σε γνώση και με τόση τεχνολογική εξέλιξη, θα έπρεπε – δυνητικά – να είμαστε και πολύ πιο ανοιχτόμυαλοι. Αλλά αυτό είναι κάτι που δυστυχώς δεν ισχύει στο βαθμό που θα θέλαμε.

Γιατί υπάρχουν πολλοί που αδυνατούν να καταλάβουν πως οι δικές τους απόψεις και τα δικά τους πιστεύω μπορεί να μην συμβαδίζουν με αυτά των άλλων. Πως ο καθένας κάνει τις επιλογές του και είναι ελεύθερο δικαίωμά του αυτό. Από το τι θα φάει ο καθένας στο τι πιστεύει, τι και ποιος του αρέσει και τι όχι, και ένα σωρό άλλα, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να διαλέγει πώς θέλει να ζήσει.

Και αυτό θα έπρεπε να είναι σεβαστό από όλους, είτε συμφωνούν με αυτό είτε όχι. Αυτό σημαίνει να είσαι σωστός άνθρωπος εξάλλου. Το να μπορείς να δέχεσαι τη διαφορετικότητα του άλλου και να τη σέβεσαι όπως απαιτείς να σέβονται και οι άλλοι τις δικές σου απόψεις και επιλογές. Οτιδήποτε άλλο σε κάνει πολύ λίγο.

Οι κλειστόμυαλοι άνθρωποι αδυνατούν να χωρέσουν στο μυαλό τους πως κάποιοι μπορεί να ζουν με ένα τρόπο διαφορετικό από αυτόν που οι ίδιοι έχουν ως «σωστό πρότυπο». Είναι αυτοί που αρνούνται να δεχτούν ή να αντιληφθούν ένα διαφορετικό τρόπο ερμηνείας ή αντίληψης των πραγμάτων. Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, όμως, δημιουργούνται συγκρούσεις, απογοητεύσεις και εχθρικότητα, μέχρι και αντιπάθεια.

Όσο μορφωμένοι ή όχι κι αν είμαστε, όσα χρόνια κι αν κουβαλάμε, οφείλουμε να εκτιμάμε τα θέλω, τα πιστεύω και τις επιλογές των άλλων. Με κλειστό μυαλό, οι απόλυτες πεποιθήσεις κάνουν τις σχέσεις μας δυσλειτουργικές και τους ίδιους να παρουσιαζόμαστε ως εγωκεντρικούς και εγωιστές.

Δεν Υπάρχει Φυσική Χωρίς Μεταφυσική

Άραγε, στη σύγχρονη επιστημονική κοσμοαντίληψη συνδέεται –και πώς– ο εύτακτος μακρόκοσμος της θεωρίας της Σχετικότητας με τον αβέβαιο και άναρχο μικρόκοσμο της Κβαντομηχανικής. Εξακολουθεί να είναι σήμερα αποδεκτή η αποστασιοποιημένη, ουδέτερη και υποτίθεται αντικειμενική γνώση του φυσικού κόσμου ή μήπως το συλλογικό γνωστικό υποκείμενο που αποκαλούμε «επιστήμη» επιδρά δημιουργικά και επηρεάζει την έκβαση των όσων παρατηρεί; Μπορεί η επιστήμη να γνωρίσει τον νου που τη δημιουργεί ή να προικίσει με ανθρώπινη νοημοσύνη της μηχανές;

Γιατί «Το Γίγνεσθαι» και όχι «Το Είναι;»
Με κάποιον τρόπο και σε κάποιον βαθμό, η τέχνη και η επιστήμη των πρόσφατων χρόνων φωτίζουν τον θολό ορίζοντα των αινιγματικών ερωτημάτων της προέλευσης και της εξέλιξης του κόσμου μας, της ύπαρξης και του «εγώ». Τέτοιες υπαρξιακές έννοιες μπορούν στις μέρες μας να γίνουν προσιτές στο ενδιαφερόμενο κοινό που δεν διαθέτει εξοικείωση με τα επιστημονικά αντικείμενα και την ορολογία τους.

Η επικρατέστερη σήμερα επιστημονική άποψη είναι πως η κλασική νευτώνεια, «μηχανιστική» προσέγγιση, η οποία περιγράφει την κατάσταση της φύσης ως το «Είναι που εξαρτάται αποκλειστικά από το Ήταν», δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως η έσχατη αλήθεια. Και αυτό επειδή καθιστά όλα τα εξελικτικά αντικείμενα του κόσμου μας και ειδικότερα τον άνθρωπο (ένα σχετικά πρόσφατο εξελικτικό προϊόν) χωρίς νόημα και χωρίς σημασία. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τη μηχανιστική θεώρηση, τα πάντα είναι προκαθορισμένα πριν από την έλευσή τους στην ύπαρξη. Από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του, το σύμπαν «κουρδίστηκε» και τέθηκε σε αυτόνομη αιτιοκρατική λειτουργία, η οποία, με απόλυτη συνέπεια και σε κάθε λεπτομέρεια, καθορίζει την εξέλιξη του κόσμου μας.

Η μυστηριώδης ποιότητα και η κοσμογονική δύναμη της «επικοινωνιακής κίνησης» που προέρχεται από το «γίγνεσθαι» και από το «εν δυνάμει» για να θυμηθούμε τη σπουδαία αριστοτελική έννοια, αποτελεί τη μηχανή της εξελικτικής ροής. Το γίγνεσθαι αφορά το πλούσιο πιθανοκρατικό μέλλον, και αποδίδει μοναδικό και πρωτεύοντα ρόλο στον νου και τη συνείδηση του ανθρώπου και ίσως όλης της ζωής πάνω στον πλανήτη μας. Ίσως γι’ αυτό στα βιβλία μου θέτω και διερευνώ το δύσκολο ερώτημα, μήπως η πραγματικότητα δεν είναι δεδομένη, αλλά «φτιάχνεται» κάθε στιγμή;

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα έλαβαν χώρα μια σειρά από σπουδαίες επιστημονικές επαναστάσεις. Ειδικότερα όμως στη φυσική, επικρατούν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις: η αιτιοκρατική-νομοτελειακή της Σχετικότητας και η αντιαιτιοκρατική-πιθανοκρατική της Κβαντομηχανικής. Σήμερα, έναν αιώνα μετά, το όνειρο της μεγάλης ενοποίησης ή της θεωρίας των Πάντων παραμένει απραγματοποίητο.

Η επιστημονική εξήγηση του φυσικού κόσμου περιορίζεται ακόμα από παράδοξα και ανεξήγητα φαινόμενα. 'Ολο και πιο πολύ συνειδητοποιούμε τελευταία πως η εξελικτική ροή των φυσικών συμβάντων εξαρτάται από πιθανοκρατικές επιλογές που δεν ελέγχονται από κανέναν από τους γνωστούς φυσικούς νόμους. Για να κατανοήσει κάποιος την ανοίκεια εικόνα της φύσης που προβάλλει η σύγχρονη επιστήμη, πρέπει να αποδεχτεί την ιδέα ότι ο φυσικός κόσμος είναι εξελικτικός και αβέβαιος (βρίσκεται διαρκώς σε γίγνεσθαι), και συνεπώς το μέλλον δεν είναι δεδομένο, αλλά «φτιάχνεται κάθε στιγμή».

Οι δύο πυλώνες της σύγχρονης φυσικής, οι θεωρίες της Σχετικότητας και της Κβαντομηχανικής, μαζί με τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα της ταχέως αναπτυσσόμενης θεωρίας του χάους, έχουν αλλάξει ριζικά τις απόψεις μας για την «αντικειμενική» αλήθεια. Η επιστημονική αλήθεια είναι η «πραγματικότητα» των πολλών, όσων παρατηρούν, ερμηνεύουν και τελικά συμφωνούν για ό,τι υπάρχει.

Μια άποψη η οποία κερδίζει διευρυνόμενη αποδοχή αφορά στο προβάδισμα της «κίνησης και συνδετικότητας» ως των αρχέγονων κοσμογονικών στοιχείων, έναντι της δευτερογενούς παραγωγής της ύλης (των υλικών σωματιδίων) και του χωροχρόνου.

Τόσο στη μικροφυσική όσο και στις επιστήμες του εγκεφάλου και του νου η συνείδηση του παρατηρητή παίζει αποφασιστικό ρόλο όχι μόνο στη γνώση, αλλά και στην ίδια την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων. Τι απομένει από την κλασική ιδέα περί «αντικειμενικότητας της επιστημονικής γνώσης» μετά από την αποδοχή του θεμελιωδώς αντικειμενικού ρόλου της συνείδησης;

Η ιδέα ότι η συνείδηση, ο νους, η ψυχή και το εγώ συνιστούν κάτι το διαφορετικό, και ίσως ξεχωριστό και ανεξάρτητο από τον υπόλοιπο κόσμο, κατέχει κεντρική θέση στα δόγματα όλων των μεγάλων θρησκειών. Στις μέρες μας, ωστόσο, διερευνώντας τους δυσεπίλυτους γρίφους και τα μυστήρια που ανακύπτουν από την έρευνα του φυσικού κόσμου και των νοητικών λειτουργιών, οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν τη δυνατότητα να συνυπολογίσουν τον συνειδητό παρατηρητή στην εξήγηση των εξελικτικών φαινομένων. Η θεωρία περί κβαντικών μετρήσεων βασίζεται στην αποδοχή του κεντρικού ρόλου του ανθρώπινου νου, και κατά συνέπεια προϋποθέτει ότι η συνείδηση είναι μοναδική και διαφορετική από οτιδήποτε άλλο υπάρχει στο σύμπαν.

Παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια αυξανόμενη κινητικότητα για μεγαλύτερη κατανόηση τυχόν ειδικής σχέσεως μεταξύ της συνείδησης και του φυσικού κόσμου, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό των εξελικτικών διαδικασιών. Φαίνεται πως η αποδοχή κάποιου ουσιαστικού ρόλου της συνείδησης στον καθορισμό της «πραγματικότητας» δεν απαιτεί ούτε συνεπάγεται την αμφισβήτηση της ύπαρξης του «έξω» κόσμου.

Αν δεχτούμε ότι η πραγματικότητα του φυσικού κόσμου εξαρτάται άμεσα από την παρατήρησή του, τότε η συνειδητοποίηση αυτής της «γνώσης» από τον παρατηρητή θα πρέπει να παίζει θεμελιώδη ρόλο στη διαμόρφωση της φυσικής πραγματικότητας. Το «παρελθόν» αποκτά νόημα μόνο αφού καταγραφεί στην συνείδηση του παρατηρητή. Με άλλα λόγια, αυτή η «συμμετοχική μας ύπαρξη» φαίνεται να υποδηλώνει ότι προκαλούμε αυτό που παρουσιάζεται να μας συμβαίνει!

Και ειλικρινά θα δυσκολευόμασταν να πάρουμε στα σοβαρά αυτά που λέμε εδώ, αν η κβαντική φυσική δεν ήταν μια τόσο επιτυχημένη επιστημονική θεωρία, όσον αφορά στις εφαρμογές και στην πειραματική επιβεβαίωση των προβλέψεων που παρέχει ο κβαντικός φορμαλισμός.

Τις τελευταίες δεκαετίες η Τεχνητή Νοημοσύνη επιχειρεί να αναπαραγάγει ή να προσομοιώσει σε υπολογιστικές μηχανές τον ανθρώπινο νου. Με αξιοσημείωτα μεν αλλά «πενιχρά» ως προς τον υψηλό αρχικό στόχο αποτελέσματα: κατάφερε να βελτιώσει τις επιδόσεις των μηχανών χωρίς όμως να καταφέρει να τις προικίσει με έναν πραγματικά αυτόνομο νου (ανθρώπινου ή άλλου τύπου). Πού, οφείλεται αυτή η αποτυχία;

Ο κλάδος της Τεχνητής Νοημοσύνης (Τ.Ν.) που σκοπό έχει να απομιμηθεί όσο καλύτερα γίνεται την ανθρώπινη νοητική συμπεριφορά με τεχνητά μέσα, γνώρισε κατά τις τελευταίες δεκαετίες μεγάλη ανάπτυξη. Η σχετική έρευνα και κυρίως η παραγόμενη τεχνολογία –πληροφορικά προγράμματα και ηλεκτρονικοί υπολογιστές– χρηματοδοτήθηκε πρωτίστως και ευρύτατα από κυβερνητικές και στρατιωτικές πηγές. Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να έλθουν εντυπωσιακά και καταιγιστικά, ενώ συγχρόνως προέκυψαν και θεμελιώδη προβλήματα του τύπου: «δεν μπορείς να κάνεις έναν ελέφαντα να πετάξει, εφόσον δεν έχει φτερά.

Η θεμελιώδης ιδέα για τη συγκρότηση της Τ.Ν. υποστηρίζει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι απλώς ένα από τα πολλά είδη υπολογιστικών «μηχανών». Συνεπώς, αν μπορέσουμε να σχεδιάσουμε για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές κάποιο πρόγραμμα που να λειτουργεί όπως ο «νους», τότε θα έχουμε βρει τον τρόπο να κατασκευάσουμε μηχανές οι οποίες θα «έχουν» νοητικές ικανότητες ισοδύναμες με αυτές ενός συνειδητού ανθρώπου. Δεδομένου μάλιστα ότι οι υπολογιστές γίνονται κάθε μέρα περισσότερο ικανοί και ταχύτεροι, η επίτευξη αυτού του στόχου είναι μόνο ζήτημα χρόνου, ΦΕΥ!

Στο ανθολόγιο τέτοιων υπερβολικών ισχυρισμών υπέρ της τεχνητής νοημοσύνης περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισμοί διακεκριμένων επιστημόνων, οι οποίοι όμως θα περίμενε κανείς να γνωρίζουν καλύτερα τους θεμελιώδεις περιορισμούς που έχουν εγγενώς οι υπολογιστικές μηχανές. Η θαυμαστή δύναμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών πηγάζει από το γεγονός ότι είναι μηχανές που διαχειρίζονται σύμβολα με τυπικά συντακτικό τρόπο. Την όποια «νοήμονα» συμπεριφορά μπορεί να επιδείξει αυτή η μηχανή την εισάγει ο προγραμματιστής από έξω.

Για να προγραμματίσετε έναν υπολογιστή ικανό να πραγματοποιεί αυτομάτως μεταφράσεις μεταξύ διαφορετικών γλωσσών, θα αντιμετωπίσετε δυσκολίες που απορρέουν από την ανερμήνευτη διαχείριση των συμβολικών ακολουθιών, στην οποία περιορίζεται η λειτουργία των ψηφιακών υπολογιστών. Η σύνταξη, από μόνη της, δεν δύναται να παράγει «νόημα». Αυτές οι μηχανές, δηλαδή οι σημερινοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οι οποίοι λειτουργούν όλοι στο πρότυπο των «μηχανών Τούρινγκ», περιορίζονται στην κατά περίπτωση προσομοίωση της «ως εάν» νοητικής ικανότητας, χωρίς να μπορούν να αναπαράγουν τη συγκεκριμένη νοητική ή συνειδησιακή ικανότητα. Έτσι, το αρχικό ερώτημα «μπορούν οι μηχανές να αποκτήσουν νου» μετατοπίζεται στο βαθύτερο ερώτημα: «Αν πετύχουμε να προσομοιώσουμε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μια καταιγίδα, θα μας αφήσει βρεγμένους;».

H ρητή επίκληση του θεού ως εξηγητικής «Πρώτης Αρχής» που ενώ παραμένει αόρατη είναι απαραίτητη για την ουσιαστική κατανόηση των Πάντων. Ωστόσο, η εντυπωσιακή ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης έγινε εξ αρχής με τη ρητή προϋπόθεση ότι στην επιστημονική γνώση δεν πρέπει ποτέ να επικαλούμαστε εξω-φυσικές ή υπερ-φυσικές αιτίες. Το γεγονός ότι η επιστήμη δεν μας προσφέρει οριστικές απαντήσεις στα θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα δικαιολογεί την επίκληση υπερφυσικών «εξηγήσεων;»

Οι αδιαφιλονίκητοι δεσμοί μας με τον φυσικό κόσμο που μας γέννησε παραμένουν ακόμη ένα μυστήριο. Η επίκληση υπερφυσικών εξηγήσεων για τα θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα, ίσως με τη μορφή «ιδιαζουσών θεωρήσεων» αποτελούν χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της τυπικά ανθρώπινης εμπλοκής στην επιτακτική αναζήτηση «νοήματος». Οι μεγάλες επιστημονικές πρόοδοι, ιδιαίτερα των τελευταίων εκατό ετών, έχουν οδηγήσει πολλούς σκεπτικιστές στο να πιστεύουν ότι η θρησκεία είναι ένας θεσμός του παρελθόντος και ότι μόνο η επιστήμη είναι υπόθεση του μέλλοντος.

Αυτή η υπεραπλουστευμένη άποψη διατείνεται ότι η θρησκεία, μέσω της τυφλής πίστης, αλυσοδένει την ανθρώπινη σκέψη με δεισιδαιμονίες και με αδιαμφισβήτητα δόγματα, ενώ η επιστήμη και η τεχνολογία, μέσω της ορθολογικής προσέγγισης, απελευθερώνει τη σκέψη των ανθρώπων και επιφέρει μία νέα εποχή ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, ένα νέο είδος επίγειου επιστημονικού-τεχνολογικού παραδείσου.

Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η ψευδο-ανθρωπιστική διαφωτιστική νοοτροπία εγκυμονεί πολλούς και σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι θεολόγοι, αλλά και πολλοί σημαντικοί φιλόσοφοι, επικαλούνται πάντα την υπερβατολογική αναφορά ως μέσο για τη θεμελίωση της ηθικής και του νοήματος της ανθρώπινης ζωής, για να είναι απαραβίαστες και υπέρτατες οι «αξίες» της ζωής πρέπει να αποτελούν τις επιταγές μιας θείας βούλησης. (sic)

Ο Τζορτζ Μπέρκλεϊ (George Berkeley 1685-1753) διδάσκει ότι τα πράγματα υπάρχουν όπως τα αντιλαμβανόμαστε, αλλά πέρα από τις ίδιες τις αντιλήψεις μας δεν είναι τίποτε άλλο, το οποίο θα υπήρχε χωρίς αυτές. Διαπιστώνουμε πως έχουμε άμεσα αντιλήψεις, χωρίς να είμαστε εμείς οι ίδιοι η αιτία τους και υπονοούμε την εξωτερική ύπαρξη μίας Δυναμικής ύλης, για την οποία δεν μπορούμε να έχουμε καμιά αντίληψη και καμιά λογική γνώση.

Την ύπαρξη μίας άλλης ζωντανής ύπαρξης ως Ενεργοπληροφοριακής Δύναμης τη γνωρίζουμε έμμεσα από το συνδυασμό των αντιλήψεων που γεννούν οι δραστηριότητές της, οι οποίες μας δείχνουν μία διανοητική ύπαρξη όμοια με τον εαυτό μας. Η ίδια η διάνοια ή φορέας των αντιλήψεων δεν είναι μία αντίληψη. Όπως αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη δράση από τα αντιληπτά αποτελέσματά της, το ίδιο αναγνωρίζουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των αντιλήψεών μας, οι οποίες δε δημιουργούνται άμεσα από εμάς, πρέπει να δημιουργούνται από μια άλλη διάνοια ή από την δική μας διάνοια σε διαφορετικό επίπεδο, που την κάνει να φαίνεται σαν “κάποια άλλη”.

Τελικά, η ύπαρξη των εξωτερικών πραγμάτων είναι βέβαια, γιατί αυτή η βεβαιότητα προέρχεται από τις αντιλήψεις, την αξιοπιστία των οποίων κι ο Μπέρκλεϋ διαβεβαίωνε. Οι αντιλήψεις περιέχουν βεβαιότητα, γιατί συνδέονται άμεσα και πιο έμμεσα με μία κοινή πραγματικότητα, η οποία είναι τέλεια στο σύνολό της και έτσι τα μέρη της έχουν τη δυνατότητα να συνδέονται με συνέπεια, συνέχεια, ανάλογα και σταθερά. Αν η πραγματικότητα ήταν μόνο άμεσα οι αντιλήψεις μας, τότε δε θα μας έλειπε καμία αντίληψη.

Μόνο που δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ΑΝΤΙΛΗΨΗ ούτε ΔΙΑΚΡΙΣΗ επομένως ούτε και η αντιληπτικότητα του ενός δεν είναι ίδια με την αντιληπτικότητα του άλλου, ακόμη και για καθημερινά απτά και λογικά θέματα, πόσο μάλλον για έννοιες αφηρημένες και δυσνόητες όπως η έννοια του άγνωστου, του απερίγραπτου, της Δύναμης.

Η σύντομη και ξερή μέθοδος των μαθηματικών δεν ταιριάζει στη μεταφυσική, ούτε στην ηθική, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν προκαταλήψεις στο θέμα των μαθηματικών προτάσεων, δεν έχουν γνώμες καθιερωμένες προκαταβολικά, τις οποίες πρέπει να συζητήσουν. Γιατί δεν σκέφθηκαν ακόμη αυτά τα θέματα. Δεν συμβαίνει το ίδιο στις δύο άλλες επιστήμες που μνημονεύσαμε αυτές οφείλουν όχι μόνο ν’ αποδείξουν την αλήθεια, αλλ’ επίσης να την υπερασπίσουν απ’ τις αμφιβολίες και τις καθιερωμένες γνώμες, που την πολεμούν. Με λίγα λόγια, η ξερή μέθοδος, άκαμπτη και τραχειά, δεν θα επαρκέσει.

Ότι η αποκάλυψη αυτής της μεγάλης αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μέσω του συλλογισμού, παρά μόνο από ένα μικρό αριθμό ανθρώπων, είναι ένα θλιβερό παράδειγμα για την ανοησία και την απροσεξία των ανθρώπων, που, αν και περιβάλλονται από τόσες σαφείς εκδηλώσεις της Δύναμης, [δικής τους ή όχι] έχουν ωστόσο τόσο λίγη ευαισθησία, ώστε φαίνονται σαν να έχουν τυφλωθεί απ’ το πολύ φως και την θεία μωρία.

Ο μηχανικός άνθρωπος

Τι σημαίνει ότι ένας άνθρωπος δρα μηχανιστικά;

Τι σημαίνει ότι είναι άνθρωπος μηχανικός ή μηχανή;

Σημαίνει ότι δρα πάντα σύμφωνα με τον μόνο τρόπο που μπορεί να δράσει σε μια δεδομένη περίσταση. Σκέφτεται, αισθάνεται και μιλάει σαν μηχανή.

Σπάνια αναρωτιέται το ανθρώπινο ζώο πόσα «πρέπει» έχουν αντικατασταθεί με νέα «πρέπει» μέσα σε έναν μόλις αιώνα. Όλα αυτά τα νέα «πρέπει», που έχουν αντικαταστήσει τα παλαιά «πρέπει» είναι οι νέοι σιδερένιοι κανόνες και το  έχουν μετατρέψει σε μηχανικό υπολογιστή που λειτουργεί με βάση το νέο  πρόγραμμα εγκατάστασης του.

Και έχεις δει ποτέ κανέναν υπολογιστή να αναρωτιέται εάν το πρόγραμμα με βάση το οποίο λειτουργεί, το πρόγραμμα στο οποίο οφείλει κυριολεκτικά την ύπαρξή του είναι λάθος;

Χρειάζεται να αναρωτιέσαι για τα πάντα.

Αλλά για να αναρωτιέσαι επιβάλλεται να είσαι εξ-ύπνος
Κάποτε ένας αστρονόμος είπε: «Ερεύνησα από την μια άκρη στην άλλη το σύμπαν με το τηλεσκόπιό μου. Πουθενά δεν βρήκα τον Θεό». Και κάποιος βιολιστής του απάντησε: «Και εγώ πήρα το βιολί μου και εξέτασα κάθε κομμάτι του και κάθε χορδή του. Πουθενά δεν βρήκα μουσική».

Το ίδιο μπορούμε να πούμε για την ποίηση, για την ζωγραφική για την αισθητική κάθε είδους. Αν κάποιος στον Παρθενώνα βλέπει μονάχα μάρμαρο είναι γιατί το πρόγραμμα που τρέχει δεν του επιτρέπει να δει την αισθητική και την αρμονία. Απαιτείται να καλλιεργήσει τον εαυτό του και τις αισθήσεις του για να μπορεί να ακούσει την μουσική, την ποίηση και την αισθητική.

Θα μου πεις αν δεν τρέχει το πρόγραμμα της καλλιέργειας του, τι να κάνει;

Μα, να υπερβεί τον εαυτό του, να βρεθεί, πάνω από την μηχανή, να αλλάξει το πρόγραμμα του.

Πιστεύεις ότι κάνεις πράγματα με πρόθεση κι “ελεύθερη βούληση” και δεν μπορείς να αντιληφθείς ό,τι συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, κάνεις τα πάντα μηχανικά. Τρέχεις ένα πρόγραμμα με τον τρόπο που είσαι προγραμματισμένος να το τρέχεις, όπως ένα χαμστεράκι στην ρόδα του. Τρως, κοιμάσαι, δουλεύεις, αναπνέεις, μιλάς, αισθάνεσαι, διαβάζεις, μυρίζεις, ψωνίζεις, ερωτεύεσαι, προσεύχεσαι, ζεις και πεθαίνεις με συγκεκριμένο τρόπο, συγκεκριμένη ώρα, μηχανικά επαναλαμβανόμενο, όπως ακριβώς ο υπολογιστής σου και μετά λες ότι …δεν ακούς την μουσική! Μα μουσική θα ακούσεις μονάχα αν καλλιεργηθείς στην ακοή της μουσικής κι αυτό σημαίνει ό,τι πρέπει να υπερβείς το πρόγραμμα που τρέχεις κι από ανθρώπινο ζώο (εγώ) να γίνεις ανθρώπινο πλάσμα, (είναι) δηλαδή, από κάμπια, χρυσαλλίδα και κατόπιν πεταλούδα. Είναι διαδικασία η μεταμόρφωση, που απαιτεί συγκεκριμένο χρόνο, χώρο, ενέργειες και μάζες.

Οι περισσότεροι μηχανικοί άνθρωποι -κι από γίνονται και εμφανείς- θεωρούν ως μεταμόρφωση το φίδι που αλλάζει δέρμα, μα το φίδι όσα δέρματα και να αλλάξει πάλι φίδι παραμένει. Ο μηχανικός άνθρωπος, όσες προσευχές, όσα μάντρα κι όση γιόγκα κι αν κάνει πάλι μηχανιστής θα παραμείνει.  Κάποιος που π.χ. λέει ψέμματα κάτω από μια συγκεκριμένη συνθήκη, δεν το κάνει με βούληση, ούτε καν το σκέφτεται, ούτε καν το αντιλαμβάνεται ακόμη κι αν του το επισημάνεις, το κάνει μηχανικά, που σημαίνει ότι το πρόγραμμα του, πάντα σε τέτοιες στιγμές δρα κατ’ αυτόν τον τρόπο, δηλ. λέγοντας ψέμματα. Μάλιστα αν το παρατηρήσεις και του το επισημάνεις αυτομάτως θα γίνεις εχθρός του.

Προφανώς όλοι νιώθουμε αποστροφή ακόμη και στην σκέψη ότι είμαστε μηχανές υπό αυτή την έννοια. Ότι η “ελεύθερη βούληση” είναι απλώς ένα πρόγραμμα που τρέχουμε και απέχει παρασάγγας από κάθε είδους βούληση. Έχουμε την μεγάλη ψευδαίσθηση (εγωπάθεια) ότι λειτουργούμε με πρόθεση, συνειδητά, σαν αθάνατα όντα και ξεχάσαμε να γίνουμε πλάσματα. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Οτιδήποτε κάνουμε, οτιδήποτε λέμε, όπως και αν συμπεριφερόμαστε, σκεφτόμαστε ή νιώθουμε είναι μηχανικό, είναι πρόγραμμα. Πρέπει να σπάσεις αυτό το πρόγραμμα για να καταλάβεις ότι τρέχεις ένα πρόγραμμα. Πρέπει να υπάρχει ένας τοίχος για να γκρεμίσεις έναν τοίχο. Διαφορετικά είναι σαν να χτυπάς τον αέρα, ή να μαστιγώνεις την θάλασσα, και μπορεί να σου φαίνεται αστείο, αλλά αυτό ακριβώς κάνεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Υπάρχουν πολλές επιστημονικές και φιλοσοφικές θεωρίες σχετικά με το ότι είναι ο άνθρωπος μηχανή. Είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό που λένε οι καλλιτέχνες, ότι: ο άνθρωπος είναι μηχανή όσο δεν προσπαθεί να ξυπνήσει (εξ-ύπνος) και να εργαστεί με τον εαυτό του. Ο άνθρωπος είναι μηχανή όσο δεν καλλιεργεί την ανθρωπιά του, όσο δεν καλλιεργείται γενικώς σε κάθε τομέα των δυναμικών του, όσο εγκαταλείπει το Είναι του, στην κυριαρχία του Εγώ του.

Έχω γνωρίσει ανθρώπους πολυμαθείς, κινητή βιβλιοθήκη, σε εξειδικευμένα κι ενδιαφέροντα θέματα που όμως είναι καθολικά ανίκανοι να αντιληφθούν έννοιες περί ηθικής, λογικής, επιχειρείν, συνεργασίας, συναίσθησης, αισθητικής, τάξης, αρμονίας και γενικά καλλιτεχνίας …ονομάζονται “ντενεκές δεδομένων” είναι χρήσιμοι όσο ένας ντενεκές και κάνουν ακριβώς την ίδια φασαρία.

Ορισμένες φορές λέγεται ότι κανείς πρέπει να ξεκινήσει με την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι μηχανές. Όμως αυτό είναι πέρα για πέρα λάθος. Το σημείο εκκίνησης για τον καθένα είναι ότι αυτός ο ίδιος είναι μηχανή κι όχι, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι μηχανές.

Ωστόσο στην κατάσταση των τεχνικών συστημάτων που ζούμε, εκλαμβάνουμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους ως πλήρως συνειδητά όντα, ικανά για ανεξάρτητη δράση, τα οποία δεν κυριαρχούνται από προηγούμενους συνειρμούς- με άλλα λόγια δεν είναι μηχανές. Αυτό έχει ως συνέπεια να κατηγορείς συνέχεια τους άλλους ότι δεν φέρονται όπως (κατά την γνώμη σου και τις προσδοκίες σου) θα όφειλαν και κάπως έτσι αρχίζουν να εμφανίζονται ατελείωτες σχετικές σκέψεις κι αρνητικά συναισθήματα. Αν όμως σταματήσεις και μείνεις για λίγο στην σιγή, χωρίς σκέψεις και συναισθήματα, μπροστά σε έναν καθρέφτη, θα αντιληφθείς ό,τι, εσύ ο ίδιος, δεν έχεις καν “ελεύθερη βούληση” σε οποιοδήποτε θέμα, ούτε “βούληση” ούτε καν “ελεύθερη” εκτός κι αν υπερβείς τον εαυτό σου. Εκτός κι αν αρχίσεις κι από ανθρώπινη μηχανή, να γίνεσαι ανθρώπινο πλάσμα.

Δεν νομίζω ότι αποτελεί είδηση το γεγονός ότι ο μηχανιστικής ζει συνεχώς απογοητευμένος από τους άλλους και ταυτόχρονα σπάνια είναι απογοητευμένος από τον εαυτό του. Περιμένει (έχει σχεδόν την απαίτηση) ο σύντροφος του, το παιδί του, οι συγγενείς και οι φίλοι του, οι πελάτες και το περιβάλλον του,  να είναι τελείως διαφορετικοί από αυτό που είναι, δηλαδή όπως βολεύει την αφεντιά του, με αποτέλεσμα όλο αυτό να γεννάει έναν έρποντα υποσυνείδητο φθόνο, το οποίο δεν μπορεί να γιατρευτεί εάν δεν κατανοήσει ο μηχανιστής τι ακριβώς σημαίνει τεχνητή μηχανικότητα.

Είναι σαν να αγοράζει ένα ζευγάρι παπούτσια διαφορετικό μέγεθος από το δικό του και μετά να παραπονιέται ότι δεν του κάνουν. Πρέπει λοιπόν ν’ αρχίσει, βλέποντας την δική του μηχανικότητα. Παρατηρώντας τις φιξαρισμένες στάσεις του, τις συνήθειές του, τους φιξαρισμένους τρόπους ομιλίας, συναισθήματος και σκέψης.

Ο τρόπος είναι η ΟΛΟΦΑΝΕΡΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ του εαυτού, που πρέπει να είναι ακριβής, διεισδυτική και ειλικρινής. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί κανείς να το επινοήσει, ούτε να το εφαρμόσει μόνος του, αλλά να το διδαχθεί σωστά από εκείνους που γνωρίζουν. Διαφορετικά, δεν θα μετακινηθεί από το σημείο και την κατάσταση που βρίσκεται και θα συνεχίσει να παραμένει ένα τεχνητά μηχανικό ον που θα παραπονιέται, θα κλαίγεται και θα φθονεί τους δημιουργικούς ανθρώπους, που είναι μεν λίγοι, αλλά, είναι εδωνά.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα πολιτισμικά συμφραζόμενα, Οι εικαστικές τέχνες, Το γκροτέσκο, ο εξωτισμός και το ερωτικό

Το γκροτέσκο αποτελεί μία από τις τάσεις που σαφώς διακρίνουν την ελληνιστική από την κλασική τέχνη. Σε αντίθεση με την κλασική αντίληψη για το κάλλος και τη συμμετρία, το ελληνιστικό γκροτέσκο εστιάζει στην ασχήμια και την ασυμμετρία. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν μια σειρά από αγάλματα που απεικονίζουν νάνους, άλλοτε παραμορφωμένους άλλοτε κωμικούς: ο νάνος που παριστάνεται σε μια χορευτική στάση και ο καμπούρης είναι δείγματα αυτής της καθαρά ελληνιστικής αισθητικής.
 
Η ελληνιστική τέχνη, όπως και η λογοτεχνία, δείχνουν επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το εξωτικό στοιχείο. Συνέπεια της επαφής με νέες χώρες και λαούς, και απότοκο της αναζήτησης θαυμάτων και παραδόξων στον «νέο» κόσμο που αποκάλυψαν οι εκστρατείες του Αλεξάνδρου, ο εξωτισμός εκφράζεται ποικιλοτρόπως στην ελληνιστική τέχνη. Για παράδειγμα, κάθε είδους εξωτικά ζώα —τίγρεις, λεοπαρδάλεις, λιοντάρια, κροκόδειλοι— αλλά και παραστάσεις από τη ζωή στον Νείλο (τα επονομαζόμενα Νειλωτικά τοπία) κοσμούν ελληνιστικά ψηφιδωτά. Μία άλλη παράσταση που γοήτευσε ιδιαίτερα τους καλλιτέχνες της ελληνιστικής εποχής, πιθανότατα και για τις πολιτικές της συνδηλώσεις, ήταν η επιστροφή του Διονύσου από την Ινδία, που τον παρουσιάζει με εξωτική περιβολή να συνοδεύεται από λεοπαρδάλεις και τίγρεις. Τέλος, το παράδοξο απαντά σε ένα ελληνιστικό άγαλμα που παρουσιάζει τον Ερμαφρόδιτο (ως γυναίκα) να κοιμάται, περίφημο για τον αινιγματικό τόνο και το μυστήριο που αποπνέει.
 
Φυσικά δεν λείπουν από την ελληνιστική τέχνη οι αναπαραστάσεις ερωτικών σκηνών. Ωστόσο, ο ελληνιστικός ερωτισμός διακρίνεται από ελαφρότητα και παιγνιώδη διάθεση παρά από πάθος και τραγικότητα. Το ερωτικό στοιχείο βρίσκεται όχι μόνο στα πολυάριθμα αγαλματίδια που απεικονίζουν τον Έρωτα σαν μικρό παιδί (για παράδειγμα ο Κοιμώμενος Έρωτας 150-100 π.Χ.), αλλά και σε εκλεπτυσμένες, ανάλαφρες ροκοκό παραστάσεις. Τέτοια είναι τα συμπλέγματα Αφροδίτη, Παν και Έρως (περ. 100 π.Χ.), όπου η Αφροδίτη απωθεί με το σανδάλι της τις άσεμνες χειρονομίες του Πάνα υπό το βλέμμα του φτερωτού Έρωτα, και το άγαλμα Έρως και Ψυχή (περ. 150-100 π.Χ.) που εστιάζει στον τρυφερό εναγκαλισμό και το φιλί των δύο εραστών.