Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

Μάρκος Αντώνιος

Ο Μάρκος Αντώνιος (Marcus Antonius, 14 Ιανουαρίου 83 π.Χ. – 1 Αυγούστου 30 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατηγός, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά την μετατροπή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο Μάρκος Αντώνιος ήταν υποστηρικτής του Ιούλιου Καίσαρα και υπηρέτησε ως ένας από τους στρατηγούς του κατά την κατάκτηση της Γαλατίας και κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Διορίστηκε διοικητής της Ιταλίας ενώ ο Καίσαρας εξάλειψε τους πολιτικούς αντιπάλους του στην Ελλάδα, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία. Με τη βοήθεια του Ιούλιου Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος έγινε ταμίας, δήμαρχος, ίππαρχος και έπειτα ύπατος, περίπου το 44 π.Χ..

Το 43 π.Χ. δημιούργησε τριανδρία, μαζί με τον Οκταβιανό και τον Λέπιδο, με σκοπό να τιμωρήσουν ενωμένοι τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα. Αμέσως οι τρεις άντρες διέταξαν τις “προγραφές”, κατά τις οποίες εκατοντάδες Ρωμαίοι πολίτες, αντίθετοι με το καθεστώς, γράφτηκαν σε καταλόγους, συνελήφθησαν και θανατώθηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Κικέρωνας, σφοδρός πολέμιος του Μάρκου Αντώνιου.

Το 42 π.Χ. ο Αντώνιος, μαζί με τον Οκταβιανό, νίκησε στους Φιλίππους της Μακεδονίας τους δολοφόνους του Καίσαρα, τον Βρούτο και τον Κάσσιο. Μετά τη νίκη τους, τα τρία μέλη της Τριανδρίας μοιράστηκαν τις κτήσεις του ρωμαϊκού κράτους. Ο Αντώνιος έλαβε υπό τον έλεγχό του την Ανατολή.

Κατά την περίοδο που ετοίμαζε την εκστρατεία του εναντίον των Παρθών, ο Μάκρος Αντώνιος γνώρισε την Κλεοπάτρα, την οποία είχε αρχικά αποφασίσει να τιμωρήσει επειδή είχε συνταχθεί με το πλευρό του Βρούτου και του Κάσσιου. Ωστόσο, γοητευμένος από την βασίλισσα της Αιγύπτου, αποφάσισε να γίνει εραστής της. Η επιρροή της επάνω του ήταν τόση που σύντομα προκάλεσε την αντίδραση των πολιτών της Ρώμης. Εξαιτίας της, ο Αντώνιος ήλθε σε ρήξη με τη Σύγκλητο και τον ίδιο τον Οκταβιανό.

Όταν ο Μάρκος Αντώνιος προσέφερε ως δώρο στην Κλεοπάτρα εκτεταμένα εδάφη της Ασίας και ζήτησε διαζύγιο από τη νόμιμη σύζυγό του Οκταβία, αδελφή του Οκταβιανού, η Σύγκλητος και ο ρωμαϊκός λαός εξοργίστηκαν. Ο Οκταβιανός κήρυξε εναντίον του πόλεμο, ο οποίος κρίθηκε στο ακρωτήριο Άκτιο, στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου.

Ο Αντώνιος, νικημένος, επέστρεψε στην Αίγυπτο, όπου τον ακολούθησε ο νικητής Οκταβιανός. Βλέποντας τους άντρες του να στρέφονται τελικά με το μέρος του Οκταβιανού και να επιτίθενται στην Αλεξάνδρεια, ο Αντώνιος αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Παρόμοια ήταν η κατάληξη και της τελευταίας συζύγου του, Κλεοπάτρας, με τον θάνατο της οποίας η Αίγυπτος έγινε τελικά επαρχία του ρωμαϊκού κράτους.

Η ζωή του Μάρκου Αντώνιου ήταν ταραχώδης και αυτό οδήγησε τον Πλούταρχο στην παράλληλη βιογράφησή του με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, καθώς και οι δύο, αν και σπουδαίοι στρατηγοί και πολιτικοί, καταστράφηκαν εξαιτίας του χαρακτήρα τους.

Καταγωγή
Ο Μάρκος Αντώνιος γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 83 π.Χ.. Καταγόταν από την οικογένεια των Αντωνίων, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους απόγονους του Ηρακλή.

Πατέρας του ήταν ο Μάρκος Αντώνιος ο Κρητικός και παππούς του ο Μάρκος Αντώνιος ο Ρήτορας. Τον τελευταίο σκότωσε ο Γάιος Μάριος, όταν συντάχθηκε με την πλευρά του Σύλλα (87 π.Χ.). Μητέρα του ήταν η Ιουλία, η οποία ανήκε στο γένος των Ιουλίων Καισάρων και ήταν 3η εξαδέλφη του Ιουλίου Καίσαρα.

Όταν ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Κορνήλιο Λέντλο, τον οποίο σκότωσε ο Κικέρωνας, λόγω της συμμετοχής του στην συνωμοσία του Κατιλίνα. Κατά τον Πλούταρχο, αυτή ήταν και η αρχή για το μίσος, που ένοιωθε ο Μάρκος Αντώνιος για τον Κικέρωνα, ο οποίος θα γίνει σύντομα πολιτικός του αντίπαλος και θα εκφωνήσει μια σειρά από διάσημους λόγους εναντίον του. Ο Αντώνιος μάλιστα, δεν θα διστάσει να παραδώσει για εκτέλεση ακόμη και τον αδελφό της μητέρας του, Λεύκιο Καίσαρα, με αντάλλαγμα τον θάνατο του Κικέρωνα.

Αδέλφια του Μάρκου Αντώνιου ήταν ο Γάιος Αντώνιος (Gaius Antonius) και ο Λεύκιος Αντώνιος (Lucius Antonius).

Τα πρώτα χρόνια
Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ζώντας άσωτα. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι είχε καταφέρει να δημιουργήσει χρέος διακοσίων πενήντα ταλάντων και για τον λόγο αυτό ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι. Ανάμεσα στους φίλους του, εκείνη την εποχή, ήταν ο Κουρίωνας και ο δημαγωγός Κλώδιος, ο οποίος ήταν αντίπαλος του Κικέρωνα και τον είχε κατηγορήσει για την εκτέλεση του Λέντλου. Μετά τον θάνατό του Κλώδιου, ο Αντώνιος θα πάρει για σύζυγό του την χήρα του, Φουλβία.

Ο Αντώνιος έφυγε από την Ιταλία στην Ελλάδα, όπου περνούσε τον καιρό του με ασκήσεις σε στρατιωτικούς αγώνες και μελετώντας τη ρητορική τέχνη και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο ρητορείας που ονομαζόταν «Ασιανός», που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής εκείνη την εποχή.

Το 57 π.Χ. συμμετείχε ως αρχηγός του ιππικού του στρατού του Ρωμαίου έπαρχου της Συρίας, Αύλου Γαβίνιου, κατά της εξέγερσης που οργάνωσε ο Αλέξανδρος Μακκαβαίος και υποστήριξε ο πατέρας του, πρώην βασιλιάς της Ιουδαίας, Αριστόβουλος Β’, εναντίον του αρχιερέα των Ιεροσολύμων (και θείου του Αλέξανδρου), Υρκανού του Β’. Ο Γαβίνιος και ο Αντώνιος κατάφεραν να νικήσουν τον στρατό των εξεγερμένων Ιουδαίων στα οχυρά του Αλεξάνδρειου (εκεί όπου, όπως αναφέρει ο Ιώσηπος για την γενναιότητά του, «…κατὰ ταύτην ἀριστεύει τὴν μάχην ὁ ἡγεμὼν Μᾶρκος Ἀντώνιος, πανταχοῦ μὲν γενναῖος ἀεὶ φανείς, οὐδαμοῦ δ᾽ οὕτως…») και του Μαχαιρούντα και να βοηθήσει τον Γαβίνιο να συλλάβουν, τελικά, τον Αλέξανδρο και τον πατέρα του Αριστόβουλο (56 π.Χ.).

Έπειτα, μετά από πρόταση του Πτολεμαίου, ο Γαβίνιος εισέβαλε στην Αίγυπτο. Ο Αντώνιος στάλθηκε με το ιππικό προς το Πηλούσιο, στο Δέλτα του Νείλου. Κατάφερε και κυρίευσε την πόλη και έκανε ασφαλές το πέρασμα του στρατού του Πτολεμαίου και του Γαβίνιου από εκεί. Μάλιστα, κατάφερε να πείσει τον Πτολεμαίο να μην τιμωρήσει τους κατοίκους της πόλης, πράξη η οποία – σε συνδυασμό με τις αποδεδειγμένες πολεμικές του ικανότητες – του προσέδωσε δόξα. Στη φήμη του συνέβαλαν και οι τιμές που έδειξε στον νεκρό Αρχέλαο, γιό του στρατηγού Αρχελάου Καππαδόκη.
Αντώνιος και Ιούλιος Καίσαρας

 Ο Κουρίωνας, ο οποίος μέσω του Κράσσου είχε αποκτήσει πρόσβαση στο περιβάλλον του Ιούλιου Καίσαρα, ήταν αυτός που οδήγησε τον Αντώνιο στον Ρωμαίο στρατηγό. Ο Καίσαρας, ενθουσιασμένος από τις στρατιωτικές ικανότητες του Μάρκου Αντώνιου, του παραχώρησε μια θέση μεταξύ του στρατού του, το 54 π.Χ. κατά την εκστρατεία εναντίον της Γαλατίας. Κατά την περίοδο αυτή οι δυο άνδρες ανέπτυξαν μια γερή φιλία.

Μέσω της επιρροής και των χρημάτων του Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος κατάφερε να γίνει, το 52 π.Χ. κοιαίστορας (ταμίας). Επέστρεψε στην Γαλατία, μετά την επανάσταση των Γαλατών υπό τον στρατηγό Βερκιγγετόριξ, και συμμετείχε ως επικεφαλής του ιππικού του Καίσαρα κατά την πολιορκία της Αλεσίας, όπου οι Ρωμαίοι κατάφεραν να νικήσουν τους εξεγερμένους και να υποτάξουν ολοκληρωτικά την περιοχή. Μετά την μάχη, ο Καίσαρας τον έχρισε λεγάτο, δίνοντας υπό την ηγεσία του δύο λεγεώνες.

Το 49 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος κατάφερε να εκλεγεί δήμαρχος της Ρώμης (Tribunus plebis). Από την θέση του δημάρχου ο Αντώνιος βοήθησε να περάσουν πολλές θέσεις που ευνοούσαν τον Καίσαρα.

Στη συζήτηση της Συγκλήτου, το 49 π.Χ. σχετικά με τα στρατεύματα του Πομπήιου και του Καίσαρα, ο Αντώνιος διαφώνησε με τον Κάτωνα, αποχώρησε από την Ρώμη και ενώθηκε με τον Καίσαρα. Ο Καίσαρας, εκμεταλλευόμενος την αφορμή πως η Σύγκλητος εκδίωξε έναν δήμαρχο από τη Ρώμη, επιτέθηκε με τον στρατό του στην πρωτεύουσα.

Ο Κικέρων, στους Φιλιππικούς του, κατηγόρησε τον Αντώνιο για την στάση του, ως υπαίτιο του Εμφυλίου πολέμου. Ο Καίσαρας αποκατέστησε τον Αντώνιο στη θέση του δημάρχου και του ανέθεσε την διοίκηση της Ιταλίας και το στρατό. Ο χαρακτήρας του όμως έκανε πολλούς Ρωμαίους να τον μισήσουν.

Ο Αντώνιος βοήθησε τον Καίσαρα στις μάχες του στην Ελλάδα, και διακρίθηκε σε διάφορες περιπτώσεις, αποκτώντας μεγάλη φήμη ανάμεσα στους στρατιώτες. Στη Μάχη των Φαρσάλων, ο Αντώνιος ήταν επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του στρατού του Καίσαρα. Μετά την νίκη του, ο Καίσαρας αναγορεύτηκε δικτάτορας και έχρησε τον Αντώνιο αρχηγό του ιππικού, που ήταν το δεύτερο στη σειρά αξίωμα μετά τον δικτάτορα.

Στη Ρώμη ο Αντώνιος αντιτάχθηκε στο δήμαρχο Δολαβέλλα, γιατί πίστεψε πως είχε ατιμάσει το γάμο του και γιατί ο Δολαβέλλας προσπάθησε να περάσει με τη βία νόμους για την παραγραφή των χρεών. Αποφάσισε να επιτεθεί στους άνδρες του, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο μισητό σε πολλούς. Σε αυτό ευθυνόταν και η τρυφηλή ζωή του. Ο Καίσαρας όταν επέστρεψε, απάλλαξε τον Δολαβέλλα από τις κατηγορίες του Αντωνίου.

Ο Αντώνιος παντρεύτηκε την Φουλβία, χήρα του Κλώδιου, ενώ αγόρασε και την πρώην οικία του Πομπήιου. Όταν ο Καίσαρας έγινε για πέμπτη φορά ύπατος, διάλεξε για δεύτερο ύπατο τον Αντώνιο, ενώ στη θέση του αρχηγού του ιππικού τοποθέτησε τον Λέπιδο. Αν και ο Καίσαρας ήθελε να παραχωρήσει την εξουσία του στο Δολαβέλλα, ο Αντώνιος αντιτάχθηκε και τελικά ο Καίσαρας υπαναχώρησε.

Ο Καίσαρας, αν και αντιλαμβανόταν την περίεργη συμπεριφορά του Αντώνιου, τις περισσότερες φορές συγχωρούσε τα σφάλματά του. Κατά την Ρωμαϊκή “Εορτή των Λυκαίων” ή “Λουπερκάλια” (15 Φεβρουαρίου 44 π.Χ.), ο Αντώνιος προσπάθησε να στεφανώσει τον Καίσαρα με “βασιλικό διάδημα”, ένα στεφάνι από δάφνη. Ο Καίσαρας αρνήθηκε, γιατί ο βασιλιάς ήταν ένας τίτλος που δεν ανέχονταν οι πολίτες της Ρώμης, καθώς το θεωρούσαν κατάργηση της ελευθερίας τους. Ο Αντώνιος επέμενε, παρά τις αποδοκιμασίες του πλήθους. Ο Καίσαρας τότε πρότεινε τον λαιμό του και φώναξε πως όποιος θέλει μπορεί να τον σφάξει. Το στεφάνι κρεμάστηκε σε κάποιον από τους ανδριάντες του, αλλά όταν κάποιοι δήμαρχοι το απέσπασαν, ο Καίσαρας τους καθαίρεσε. Η χειρονομία αυτή του Αντώνιου έκανε μερικούς, που ήταν αφοσιωμένοι στο δημοκρατικό ιδεώδες, να υποπτευθούν και τον Καίσαρα, ενισχύοντας αυτούς που προγραμμάτιζαν τη δολοφονία του.

Ο Αντώνιος γνώριζε για το σχέδιο ενάντια στον Καίσαρα, αλλά ήταν ενάντια σε αυτό, αν και δεν μαρτύρησε τους συνωμότες. Για τον λόγο αυτό, είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν και αυτόν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Την ημέρα της δολοφονίας του Καίσαρα (15 Μαρτίου 44 π.Χ.), είχαν αναθέσει σε κάποιους να κρατήσουν τον Αντώνιο απασχολημένο έξω από τη Σύγκλητο. Μετά τη δολοφονία, ο Αντώνιος, ντυμένος υπηρέτης, κρύφτηκε αρχικά για να γλιτώσει. Αργότερα όμως αποφάσισε να προσεγγίσει τον Κάσσιο και τον Βρούτο, και, τελικά, ήταν αυτός (μαζί με τον Λέπιδο) που πρότεινε στη σύγκλητο να δοθεί αμνηστία στους συνωμότες , να τους διανεμηθούν επαρχίες, αλλά και να μην γίνει κάποια αλλαγή σε αυτά που είχαν αποφασιστεί από τον Καίσαρα. Η κίνησή του αυτή, έκανε τον Αντώνιο συμπαθή, καθώς θεωρήθηκε πως είχε δώσει τέλος στον εμφύλιο. Όμως, την στιγμή που η σορός του Καίσαρα μεταφερόταν για ταφή, εκφώνησε εγκώμιο για αυτόν στην Αγορά και εξέγειρε το λαό εναντίον των δολοφόνων, που ζήτησε την τιμωρία τους. Μάλιστα, οι πολίτες άναψαν εκεί φωτιά και έκαψαν το σώμα του Καίσαρα, και στη συνέχεια επιτέθηκαν στα σπίτια των δολοφόνων με αναμμένα ξύλα από την φωτιά. Ο Βρούτος και οι οπαδοί του αναγκάστηκαν να φύγουν από τη Ρώμη, και οι οπαδοί του Καίσαρα ενώθηκαν με τον Αντώνιο, ενώ και η χήρα του Καίσαρα, Καλπουρνία, του εμπιστεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Η Σύγκλητος, κατηγόρησε τον Αντώνιο ως υπεύθυνο για την καύση του σώματος στην Αγορά. Ο Αντώνιος συνέλαβε και διέταξε να σκοτώσουν τον Αμάτιο, που είχε παρουσιαστεί ως απόγονος του Γάιου Μάριου, και με την συμπαράσταση του λαού είχε κυνηγήσει τους δολοφόνους του Καίσαρα.

Ο Αντώνιος απέκτησε μεγάλη εξουσία, και είχε ως συνάρχοντες τους αδελφούς του, τον Γάιο ως στρατηγό και τον Λεύκιο ως δήμαρχο. Επίσης, έγινε κυβερνήτης της Μακεδονίας και έκανε τον Δολαβέλλα κυβερνήτη της Συρίας.

Β’ Τριανδρία
Οι πρώτες διαμάχες με τον Οκταβιανό
Ο Ιούλιος Καίσαρας είχε υιοθετήσει τον ανιψιό του, Γάιο Οκτάβιο Θουρίνο. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε, ο Γάιος Οκτάβιος βρισκόταν στην Ιλλυρία, εν αναμονή του πολέμου με τους Πάρθους. Μετά τον θάνατο του Καίσαρα, έγινε γνωστό πως αυτός ήταν ο νόμιμος διάδοχος του και επέστρεψε στην Ρώμη. Σύμφωνα με τον Αππιανό, ο Οκτάβιος όταν επέστρεψε στην Ιταλία, έμαθε για τη διαθήκη του Καίσαρα, άλλαξε το όνομά του σε Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός -ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Καίσαρα- και αποφάσισε να γίνει πολιτικός κληρονόμος του θείου του αλλά και των δύο τρίτων της προσωπικής του περιουσίας.

Ο Οκταβιανός απευθύνθηκε στον Αντώνιο, που τον αναγνώριζε ως πατρικό φίλο, ζητώντας να τηρήσει τη διαθήκη του Καίσαρα, που εκτός των άλλων όριζε και την καταβολή 75 δραχμών σε κάθε Ρωμαίο. Ο Αντώνιος αρχικά προσπάθησε να τον αποστρέψει από τις διεκδικήσεις του, ενώ αντιτάχθηκε στην απόφαση του να γίνει δήμαρχος και απείλησε να τον κλείσει στη φυλακή. Ο Οκταβιανός βρήκε ένα σύμμαχο στο πρόσωπο του Κικέρωνα. Ο Κικέρωνας, που είχε αποκτήσει τεράστια δύναμη ανάμεσα στο λαό, κατάφερε με τους λόγους του να στρέψει τη Σύγκλητο εναντίον του Αντωνίου. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 44 π.Χ., εκφώνησε τον πρώτο από τους 14 περίφημους Φιλιππικούς του λόγους κατά του Αντωνίου, που ονομάστηκαν έτσι συγκρινόμενοι με αυτους του Δημοσθένη κατά του Φίλιππου της Μακεδονίας. Ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός προσπάθησαν ο καθένας να πάρει με το μέρος του τον στρατό. Ο Αντώνιος προσπάθησε να περάσει νόμους που θα του εξασφάλιζαν τη διοίκηση της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας. Εκεί όμως, ο Βρούτος Αλμπίνος αρνήθηκε να την παραδώσει, και ο Αντώνιος τον πολιόρκησε στη σημερινή Μοντένα, τον Οκτώβριο του 44 π.Χ.. Ο Κικέρωνας κατάφερε να πείσει τη Σύγκλητο, τον Ιανουάριο του 43 π.Χ., να ψηφίσει ότι ο Αντώνιος ήταν εχθρός του λαού, να στείλει τη ράβδο και όλα τα διακριτικά του στρατηγού στον Οκταβιανό και να στείλει τους ύπατους εκείνου του έτους, Πάνσα και Ίρτιο, να διώξουν τον Αντώνιο από την Ιταλία.

Η δημιουργία της Τριανδρίας
Ο Οκταβιανός, συμμετείχε μαζί με τους δύο ύπατους, στη νικηφόρα μάχη κατά του Αντωνίου στη Μυτίνη, τον Απρίλιο του 43 π.Χ., όπου ο Πάνσας και ο Ίρτιος σκοτώθηκαν. Ο Αντώνιος έφυγε και προσπάθησε να συναντήσει τον Λέπιδο, που ήταν φίλος του. Καθώς όμως δεν συνάντησε φιλική αντιμετώπιση από αυτόν, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Μιλώντας στους στρατιώτες του Λέπιδου, κατάφερε να πείσει αρκετούς από αυτούς να μην του αντισταθούν. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς, ντυμένοι εταίρες, έφτασαν κρυφά στο στρατόπεδο του Αντωνίου, και του πρότειναν να σκοτώσουν τον Λέπιδο. Ο Αντώνιος απαγόρευσε να γίνει κάτι τέτοιο, και ξεκίνησε την επίθεση, κυριεύοντας εύκολα το στρατόπεδο του Λέπιδου. Ο Αντώνιος συμπεριφέρθηκε με μεγάλες τιμές στον Λέπιδο, και δεν του αφαίρεσε τον τίτλο του στρατηγού αυτοκράτορα (αρχιστράτηγος). Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρθηκε και στον Μουνάτιο Πλάγκο. Έτσι, με μία δύναμη δεκαεπτά λεγεώνων πεζών και δέκα χιλιάδων ιππέων, διέσχισε τις Άλπεις προς την Ιταλία, ενώ άφησε και έξι λεγεώνες στη Γαλατία.

Ο Οκταβιανός, αφού αποκόπηκε από τον Κικέρωνα, όταν κατάλαβε πως ο τελευταίος ήταν αφοσιωμένος στην ελευθερία, αναζήτησε τον συμβιβασμό με τον Αντώνιο. Το Νοέμβριο του 43 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Λέπιδος και ο Αντώνιος συναντήθηκαν κοντά στη σημερινή Μπολόνια και αφού συζήτησαν για τρεις μέρες, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μία Τριανδρία. Η εξουσία της τριανδρίας (Β’ Τριανδρία), που διήρκεσε πέντε χρόνια, υποστηριζόταν με νόμο, σε αντίθεση με την αντίστοιχη των Καίσαρα, Πομπηίου και Κράσσου (Α’ Τριανδρία), που ήταν ανεπίσημη. Το κύριο μέλημα της τριανδρίας ήταν ο διωγμός των δολοφόνων του Καίσαρα και των οπαδών τους. Οι τρεις άνδρες, αφού μοίρασαν την εξουσία ανάμεσά τους, κλήθηκαν να αποφασίσουν για αυτούς που θα θανατώνονταν, διατάζοντας “προγραφές”, γράφοντας δηλαδή σε καταλόγους τους αντιπάλους τους και διατάζοντας την σύλληψη και την θανάτωσή τους. Οι προγραφές αυτές περιλάμβαναν και άτομα προσκείμενα στα ίδια τα μέλη της Τριανδρίας. Έτσι, ο Οκταβιανός παρέδωσε τον Κικέρωνα στον Αντώνιο, με αντάλλαγμα τον Λεύκιο Καίσαρα, αδελφό της μητέρας του Αντωνίου, Ιουλίας. Επίσης, σκότωσαν τον αδελφό του Λέπιδου, Παύλο.

Οι στρατιώτες ζητούσαν, για να επιβεβαιωθεί η συμφωνία, ο Οκταβιανός να πάρει για σύζυγο του την Κλωδία Πούλχρα, κόρη της συζύγου του Αντωνίου, Φουλβίας, από τον πρώτο της γάμο με τον Πούμπλιο Κλώδιο Πούλχερ (ο Αντώνιος ήταν ο τρίτος σύζυγός της). Οι δύο άνδρες συμφώνησαν, αλλά ακολούθησαν νέες προγραφές και θανατώθηκαν και άλλοι 300 άνδρες.

Ο Πλούταρχος αναφέρει πως όταν θανατώθηκε ο Κικέρωνας, ο Αντώνιος διέταξε να κοπεί το κεφάλι και το δεξί του χέρι, με το οποίο έγραψε τους λόγους του, και αφού του τα έφεραν να τα δει, διέταξε να τοποθετηθούν στο βήμα στην Αγορά. Αντίθετα με τον Κικέρωνα, ο Λεύκιος Καίσαρ κατέφυγε στην αδελφή του, την Ιουλία, η οποία δεν άφησε να τον συλλάβουν και του έσωσε τη ζωή.

Συνολικά, 300 συγκλητικοί και 2000 ιππείς κηρύχθηκαν εκτός νόμου, έχασαν τις περιουσίες τους και, όσοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν, θανατώθηκαν. Τα περιουσιακά τους στοιχεία τα δέσμευσαν οι τρεις σύμμαχοι, και με αυτά σκόπευαν να πληρώσουν τους στρατιώτες για τον πόλεμο εναντίον του Βρούτου και του Κάσσιου. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, που σήμερα ονομάζεται «Ρωμαϊκή Επανάσταση», ήταν η εκκαθάριση της παλαιάς τάξης και η προετοιμασία για την ανάδειξη του νέου πολιτεύματος με τον Οκταβιανό, της Αυτοκρατορίας.

Η τριανδρία ήταν μισητή στους Ρωμαίους πολίτες και κύριος υπεύθυνος για αυτό θεωρούταν ο Αντώνιος, που ήταν μεγαλύτερος από τον Οκταβιανό και ισχυρότερος από τον Λέπιδο. Σε αυτό συντελούσε, για μία ακόμα φορά, ο τρόπος ζωής του. Οι Ρωμαίοι θλίβονταν, κυρίως, βλέποντάς τον να κατοικεί στο σπίτι του Πομπηίου του Μεγάλου, που ήταν ένας συνετός και δημοκρατικός άνδρας, ενώ ο Αντώνιος το χρησιμοποιούσε για τα διάφορα γλέντια του, διώχνοντας με προσβλητικό τρόπο από αυτό τους διάφορους πρέσβεις, ηγεμόνες και στρατηγούς που ήθελαν να τον συναντήσουν. Επιπλέον, πουλούσαν τις περιουσίες αυτών που σκότωναν και τους συκοφαντούσαν αυτούς και τις οικογένειές τους. Κατηγορήθηκαν επίσης πως έκλεψαν τα χρήματα από τις Εστιάδες Παρθένες.

Οι μάχες στους Φιλίππους
Ο Μάρκος Αντώνιος και ο Οκταβιανός, ξεκίνησαν για τη Μακεδονία, ενάντια στους Κάσσιο και Βρούτο. Ο στρατός τους αποτελούταν από 19 λεγεώνες πεζικό, σχεδόν πλήρης, καθώς και από 13.000 ιππείς με τον Οκταβιανό και 20.000 με τον Αντώνιο. Ο Λέπιδος έμεινε πίσω στη Ρώμη.
Στρατοπέδευσαν κοντά στους εχθρούς τους. Η μάχη δόθηκε στην περιοχή των Φιλίππων (κοντά στη σημερινή Καβάλα, που τότε ονομαζόταν Νεάπολη και ήταν το επίνειο των Φιλίππων). Στη μάχη τις 3 Οκτωβρίου του 42 π.Χ., ο Αντώνιος παρατάχθηκε αρχικά απέναντι στον Κάσσιο, ενώ ο Οκταβιανός απέναντι στο Βρούτο. Ο Οκταβιανός ηττήθηκε αρχικά κατά κράτος από τον Βρούτο, χάνοντας το στρατόπεδό του και δραπετεύοντας την τελευταία στιγμή. Αντίθετα, ο Αντώνιος νίκησε τον Κάσσιο. Ο δε Κάσσιος, πιστεύοντας ότι ο Βρούτος είχε ηττηθεί, διέταξε έναν από τους πιστούς του απελεύθερους, τον Πίνδαρο, να τον σκοτώσει.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου, ο Οκταβιανός και ο Αντώνιος παρατάχθηκαν για δεύτερη φορά απέναντι στο Βρούτο. Αυτή τη φορά, ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός νίκησαν τον Βρούτο, ο οποίος αυτοκτόνησε.

Ο Αντώνιος πήρε τη δόξα για τη νίκη αυτή, καθώς ο Οκταβιανός ήταν άρρωστος. Κατά τη διάρκεια των “προγραφών”, ο Βρούτος, για να εκδικηθεί για το θάνατο του Κικέρωνα, είχε σκοτώσει τον αδελφό του Μάρκου Αντώνιου, τον Γάιο Αντώνιο. Όταν ο Αντώνιος ανακάλυψε το σώμα του νεκρού Βρούτου, είπε ότι περισσότερο υπεύθυνος για τον θάνατο του αδελφού του ήταν ο Ορτήσιος. Διέταξε τότε να σφάξουν τον Ορτήσιο πάνω από τον τάφο του αδελφού του. Αντίθετα, έριξε τον μανδύα του πάνω στο νεκρό Βρούτο και διέταξε κάποιον από τους απελεύθερους του Βρούτου να φροντίσει για την ταφή, πληρώνοντας αυτός τα έξοδα. Αργότερα, μαθαίνοντας ότι αυτός πήρε τον μανδύα και κάποια από τα λεφτά για τον εαυτό του, τον σκότωσε.

Ο Μάρκος Αντώνιος επωφελήθηκε από την σύγκρουση αυτή για να μειώσει τον Οκταβιανό, που τον κατηγόρησε για δειλία και γιατί παρέδωσε τη διοίκηση του στρατού του στον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα.

Αρχικά, ο Αντώνιος κατέβηκε νότια στην Ελλάδα, με σκοπό να μαζέψει χρήματα για τους στρατιώτες από τις ανατολικές επαρχίες, ενώ ο Οκταβιανός γύρισε στη Ρώμη. Στους Έλληνες φέρθηκε φιλικά και συμμετείχε σε αγώνες και τελετές μυήσεων και τους έκανε πολλά δώρα, και ιδιαίτερα στην πόλη των Αθηνών. Επίσης υποσχέθηκε να ολοκληρώσει τον ναό του Πυθίου Απόλλωνα στους Δελφούς.

Έπειτα άφησε τον Λεύκιο Κηνσωρίνο στην Ελλάδα και προχώρησε προς την Ασία. Εκεί περνούσε την ώρα του διασκεδάζοντας, εισπράττοντας τους φόρους των περιοχών.

Η γνωριμία με την Κλεοπάτρα
Ο Αντώνιος ετοιμαζόταν για πόλεμο με τους Πάρθους. Κάλεσε την Κλεοπάτρα να λογοδοτήσει για την κατηγορία πως έδωσε χρήματα στoν Κάσσιο και γιατί δεν τους είχε βοηθήσει στη μάχη των Φιλίππων. Η συνάντηση θα γινόταν στην Κιλικία. Ο απεσταλμένος του Δέλλιος, προβλέποντας ότι ο Αντώνιος θα εντυπωσιαζόταν από την Κλεοπάτρα και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την τιμωρήσει, την συμβούλευσε να μην φοβάται και να παρουσιαστεί στον Αντώνιο. Μεταβαίνοντας στην Κιλικία η Κλεοπάτρα, μέσα από τον ποταμό Κύδνο, τον Οκτώβριο του 41 π.Χ., παριστάνοντας μία νέα Αφροδίτη, με ακολουθία από Ερωτιδείς, Νηρηίδες και Χάριτες, κατάφερε να εκπλήξει τον Αντώνιο που την έκανε αμέσως ερωμένη του. Η Κλεοπάτρα δικαιολογήθηκε πως ήταν έτοιμη να βοηθήσει τον Αντώνιο και τον Οκταβιανό, εξεστράτευσε η ίδια, αλλά συνάντησε καταστροφικό καιρό και κατόπιν ασθένησε βαριά. Την εξήγηση αυτή, την αποδέχθηκε ο Αντώνιος. Στη συνέχεια μετέβησαν στην Αλεξάνδρεια.

Την περίοδο εκείνη, που ο Αντώνιος βρισκόταν με την Κλεοπάτρα στην Αλεξάνδρεια, ξοδεύοντας τεράστια ποσά σε δείπνα και λοιπές γιορτές, στη Ρώμη η γυναίκα του Φουλβία και ο αδελφός του Λεύκιος αντιμετώπιζαν τον Οκταβιανό, ενώ ο στρατός των Πάρθων βρισκόταν στη Μεσοποταμία, αναγορεύοντας αυτοκράτορα τον Ρωμαίο αποστάτη Λαβιηνό και προετοιμάζοντας εισβολή στη Συρία.

Ο Αντώνιος δεν δίστασε να ικανοποιήσει διάφορες επιθυμίες της Κλεοπάτρας. Έτσι σκότωσε την αδελφή της Αρσινόη, έναν άνδρα που η ίδια υποστήριζε πως ήταν ο αδελφός της Πτολεμαίος ΙΓ’ και ακόμα τον διοικητή της Κύπρου,ως σύμμαχο του Κάσσιου.

Ο Αντώνιος πέρασε το χειμώνα του 41 – 40 π.Χ. στην Αίγυπτο. Την άνοιξη του 40 π.Χ., έμαθε τα νέα από τη Ρώμη, για την ήττα της Φουλβίας και αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Η Φουλβία όμως πέθανε μετά από λίγες μέρες στη Σικυώνα και ο Αντώνιος φτάνοντας στην Ιταλία συμφιλιώθηκε με τον Οκταβιανό. Με τον Οκταβιανό χώρισαν το κράτος, έχοντας ως σύνορο το Ιόνιο, το φθινόπωρο του 40 π.Χ., με τη Συνθήκη του Βρινδησίου. Ο Αντώνιος πήρε την ανατολική περιοχή και ο Οκταβιανός τη δυτική. Ο Λέπιδος κράτησε τη Λιβύη. Τότε, έλαβε για νέα του σύζυγο την αδελφή του Οκταβιανού, την Οκταβία (Σεπτέμβριος του 40 π.Χ.), που ήταν χήρα του Γάιου Μάρκελλου, και θεωρούσαν πως είχε μεγάλη ομορφιά αλλά και σύνεση, κάτι που θα βοηθούσε και τον Αντώνιο.

Οι εκστρατείες στην Παρθία
Αφού βοήθησε στους διακανονισμούς με τον Σέξτο Πομπήιο, γιου του Πομπηίου του Μεγάλου, το 39 π.Χ. με τη Συμφωνία του Μισένου, αποφάσισε να στείλει τον Βεντίδιο στην Ασία, για να αντιμετωπίσει τους Πάρθους. Ο ίδιος μαζί με την Οκταβία, που είχε ήδη γεννήσει μία κόρη από τον Αντώνιο, έφυγαν από την Ιταλία για την Αθήνα. Εκεί έμαθε ότι ο Βεντίδιος είχε νικήσει τους Πάρθους, είχε σκοτώσει τον Λαβιηνό και είχε αιχμαλωτίσει τον Φρανιπάτη, τον πιο ικανό στρατηγό του βασιλιά Ορώδη.Ο Αντώνιος αποφάσισε να πάει στον πόλεμο. Ο γιος του βασιλιά Ορώδη, Πάκορος επιτέθηκε στη Συρία, όμως ο Βεντίδιος τον αντιμετώπισε με επιτυχία και τον σκότωσε. Στη συνέχεια πολιόρκησε τον Αντίοχο της Κομμαγήνης και όταν ζήτησε να του παραδοθεί, του πρότεινε να μιλήσει στον Αντώνιο, που πλησίαζε. Ο Αντώνιος όμως δεν άφησε τον Βιντίδιο να υποχωρήσει και συνέχισε αυτός την πολιορκία. Οι πολιορκημένοι όμως αντιστάθηκαν γενναία και ο Αντώνιος αναγκάστηκε να υπογράψει ειρήνη για να απεμπλακεί, και να επιστρέψει στην Αθήνα. Και διάφοροι άλλοι στρατηγοί του επέτυχαν διάφορες νίκες στην Ανατολή, κάνοντας το όνομα του Αντωνίου γνωστό σε αυτές τις περιοχές.

Ο Αντώνιος συνάντησε τον Οκταβιανό στο λιμάνι του Τάραντα το 37 π.Χ.. Με την μεσολάβηση της Οκταβίας, οι δύο τους αποφάσισαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Ο Αντώνιος θα έστελνε 120 πλοία για τη μάχη κατά του Πομπηίου, που δεν είχε τηρήσει τη συμφωνία του Μισένου, ενώ ο ίδιος θα λάμβανε 20.000 λεγεωνάριους για τον πόλεμο κατά της Παρθίας. Αυτό έφερε και την ανανέωση της Τριανδρίας για άλλα 5 χρόνια. Επίσης συμφώνησαν η Οκταβία, που ήταν έγκυος στη δεύτερη της κόρη της από τον Αντώνιο, να παραμείνει στην Ιταλία μαζί με τον Οκταβιανό και τα παιδιά της Φουλβίας. Η συμφωνία όμως δεν τηρήθηκε τελικά, αφού ο Οκταβιανός έστειλε πολύ λιγότερο στρατό (2.000 άνδρες), κάτι για το οποίο ο Αντώνιος θα τον κατηγορούσε στη συνέχεια.

Ο Αντώνιος πηγαίνοντας στη Συρία, ενώθηκε ξανά με την Κλεοπάτρα. Αναγνώρισε τα δίδυμα παιδιά που είχε αποκτήσει με αυτή, τον Αλέξανδρο Ήλιο και την Κλεοπάτρα Σελήνη, ενώ απέκτησαν και ένα τρίτο. Επίσης, ζήτησε οικονομική στήριξη από αυτή για τον πόλεμο. Χάρισε στην Κλεοπάτρα τη Φοινίκη, την Κοίλη Συρία, την Κύπρο και ένα μέρος της Κιλικίας. Επίσης, ένα μέρος από την περιοχή των Ιουδαίων και από την Αραβία όση επεκτείνεται στην εξωτερική θάλασσα. Όλα αυτά προκάλεσαν, για άλλη μία φορά, την αγανάκτηση στους Ρωμαίους. Ο Αντώνιος δεν δίστασε να σκοτώσει τον βασιλιά Αντίγονο τον Ιουδαίο και να τοποθετήσει στη θέση του ένα δικό του σύμμαχο, τον Ηρώδη.

Όταν ο Φραάτης σκότωσε τον πατέρα του Ορώδη και ανέλαβε βασιλιάς των Πάρθων, ένας από τους επιφανείς άνδρες των Παρθών που δραπέτευσε ήταν ο Μοναίσης. Αυτός πήγε στον Αντώνιο, που του χάρισε τις πόλεις Λάρισα, Αρεθούσα, και την Ιεράπολη (Βαμβύκη). Ο Φραάτης προσέφερε ειρήνη στο Μοναίση και ο Αντώνιος προσπάθησε να εξαπατήσει, μέσα από αυτόν, τον βασιλιά των Πάρθων. Μέσα από την Αρμενία και την Αραβία, έφτασε εκεί που ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός του έτοιμος να επιτεθεί στους Πάρθους. Αν και οι δυνάμεις ήταν πολυάριθμες και πανίσχυρες, η βιασύνη του Αντωνίου να ξεκινήσει τον πόλεμο αποδείχθηκε καταστροφική. Ο Αντώνιος οδήγησε τον στρατό του προς την πόλη Ατροπατηνή που προσπάθησε να καταλάβει, χωρίς όμως να κάνει κάποια ενδιάμεση στάση για να περάσει το χειμώνα και να ξεκουράσει τους στρατιώτες από την πορεία τους. Επιπλέον, είχε αφήσει πίσω τις πολιορκητικές μηχανές, πράγμα που αποδείχθηκε τεράστιο λάθος. Ο Φραάτης επιτέθηκε στις μηχανές και τις κατέστρεψε. Οι Αρμένιοι, απελπισμένοι με τους Ρωμαίους, τους εγκατέλειψαν, ενώ ο Φραάτης κινήθηκε ενάντια στον Αντώνιο, και τον απέκλεισε. Τελικά ο Αντώνιος πείστηκε πως δεν είχε καμία πιθανότητα να νικήσει τους Πάρθους – αλλά και την πείνα και τον χειμώνα – και αναγκάστηκε να αποχωρήσει.

Μετά από μία μεγάλη και εξαντλητική πορεία, με συνεχείς επιθέσεις των Πάρθων και τεράστιες απώλειες, αλλά και διάφορες σπουδαίες νίκες εναντίον τους, χάνοντας όμως το ένα τέταρτο του στρατού του έφτασε σε μια περιοχή (Λευκό Χωριό) κοντά στη Βηρυτό και τη Σιδώνα, όπου και συνάντησε ξανά την Κλεοπάτρα.Ο βασιλιάς των Μήδων, Μήδος, μάλωσε με τον Φραάτη και αποφάσισε να ενωθεί με τον Αντώνιο. Η Οκταβία πήγε στην Αθήνα για να βρει τον Αντώνιο και να του παραδώσει τους 2.000 στρατιώτες που του έστελνε ο Οκταβιανός. Ο Αντώνιος την ενημέρωσε με επιστολές για την εκστρατεία του, της ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει, και να του στείλει τους στρατιώτες και προμήθειες. Η Κλεοπάτρα κατάλαβε πως η Οκταβία είχε ως σκοπό να την ανταγωνιστεί και να κάνει τον Αντώνιο να επιστρέψει σε αυτήν. Τελικά, κατάφερε να πείσει τον Αντώνιο να αναβάλει την συνάντηση με τους Μήδους και να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια. Για να διατηρήσει τις φιλικές σχέσεις με τον Μήδο, ο Αντώνιος πάντρεψε έναν από τους γιούς της Κλεοπάτρας με την κόρη του βασιλιά των Μήδων.

Ο πόλεμος εναντίον του Οκταβιανού
Πίσω στη Ρώμη, ο Οκταβιανός, εκτοπίζοντας τον Λέπιδο και καταλαμβάνοντας την Σικελία από τον Πομπήιο, είχε πια την απόλυτη εξουσία. Η Οκταβία επέστρεψε στη Ρώμη, θεωρώντας μεν ότι ο Αντώνιος της φέρθηκε περιφρονητικά, μη θέλοντας όμως να γίνει αιτία για να ξεκινήσει κάποια διαμάχη ανάμεσα στον Αντώνιο και τον αδελφό της. Για τον λόγο αυτό, συνέχισε να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόταν ο Αντώνιος δίπλα της. Αυτό όμως είχε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που περίμενε, καθώς οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν τον τρόπο με τον οποίο της φερόταν ο Αντώνιος.

Σε εκστρατεία του στην Αρμενία για να τιμωρήσει τον Αρταουάσδη, βασιλιά των Αρμενίων που τον εγκατέλειψε στη μάχη με τους Πάρθους, ο Αντώνιος, αφού νίκησε και πήρε αιχμάλωτο τον Αρταουάσδη, τον παρουσίασε σε θρίαμβο στην Αλεξάνδρεια μπροστά από την Κλεοπάτρα. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη Ρωμαϊκή παράδοση που ήθελε όλους τους θριάμβους να γίνονται στην Ιερά Οδό στη Ρώμη. Έπειτα ανακήρυξε την Κλεοπάτρα «Βασίλισσα των Βασιλέων», βασίλισσα της Αιγύπτου, της Κύπρου, της Λιβύης και της Κοίλης Συρίας, με συμβασιλέα («Βασιλεύς των Βασιλέων»), τον γιό της Καισαρίωνα, ως νόμιμο διάδοχο του Ιουλίου Καίσαρα. Ανακήρυξε τους γιούς του από την Κλεοπάτρα, το μεν Αλέξανδρο Ήλιο «Μέγαν Βασιλέα» της Αρμενίας και όλων των ανατολικών επαρχιών των εδαφών του Αλεξάνδρου του Μεγάλου μέχρι την Ινδία (όταν θα τα κατακτούσε), τον δε Πτολεμαίο Φιλάδελφο βασιλιά της Συρίας και της Μικράς Ασίας. Η Κλεοπάτρα Σελήνη ανακηρύχτηκε βασίλισσα της Κυρηναϊκής. Η δε Κλεοπάτρα, κυκλοφορούσε ντυμένη ως αρχαία Αιγύπτια θεά και την αποκαλούσαν “Νέα Ίσιδα”. Ο Αντώνιος αποκαλούσε τον εαυτό του “Νέο Διόνυσο”.

Όλα αυτά ήταν αρκετά στον Οκταβιανό για να κατηγορήσει τον Αντώνιο στη Σύγκλητο 33 π.Χ., ότι ήθελε να κάνει κέντρο του κράτους την Αλεξάνδρεια.

Η Ρώμη χωρίστηκε στα δύο. Κάποιοι εγκατέλειψαν τον Αντώνιο και στράφηκαν στον Οκταβιανό το φθινόπωρο του 32 π.Χ.. Οι Μουνάτιος Πλάνκος και ο Μάρκος Τίτιος, που ήταν αρχικά με τον Αντώνιο, έδωσαν στη Σύγκλητο τις αποδείξεις σχετικά με την αλήθεια των ισχυρισμών του Οκταβιανού. Ο Οκταβιανός, μπαίνοντας με τη βία στο ιερό των Εστιάδων Παρθένων, απέσπασε από αυτές τη μυστική διαθήκη του Αντωνίου, η οποία έδινε όλες τις κυριευμένες από τη Ρώμη περιοχές στους γιους του και προέβλεπε την ανέγερση ενός ταφικού μνημείου στην Αλεξάνδρεια για εκείνον και την Κλεοπάτρα. Στα τέλη του 32 π.Χ. η Σύγκλητος επισήμως αφαίρεσε από τον Αντώνιο τα αξιώματά του και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Αιγύπτου.

Ο Αντώνιος είχε μάθει από πριν για τις κινήσεις του Οκταβιανού, είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζεται για πόλεμο, πριν ακόμα βγει η απόφαση εναντίον του. Αν και ζήτησε από την Κλεοπάτρα να μην παρέμβει και να μείνει στην Αίγυπτο, εκείνη αρνήθηκε και επέμενε να τον ακολουθήσει. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ο Πλάνκος και ο Τίτος εγκατέλειψαν τον Αντώνιο. Αφού συγκέντρωσε στρατό από όλες τις ανατολικές επαρχίες, προχώρησε προς την Ελλάδα. Αλλά έκανε πάλι λάθος και αντί να επιτεθεί αμέσως στη Ρώμη προτίμησε να καθυστερήσει, διασκεδάζοντας με την Κλεοπάτρα. Το χειμώνα του 33 – 32 π.Χ. τον πέρασε στην Έφεσο, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός. Στη συνέχεια προχώρησαν στη Σάμο και μετά στην Αθήνα, απ’ όπου έστειλε στην Ιταλία να ανακοινώσουν πως έπαιρνε διαζύγιο από την Οκταβία και να την διώξουν από το σπίτι του. Η Οκταβία έφυγε, παίρνοντας μαζί της και τα παιδιά του Αντώνιου από την Φουλβία, εκτός από τον Μάρκο Αντώνιο Αντύλλο, που ήταν μαζί με τον πατέρα του. Τότε ήταν που ο Οκταβιανός διάβασε τη διαθήκη του Αντωνίου στη Σύγκλητο.

Η ναυμαχία στο Άκτιο
Ο Αντώνιος, αν και είχε πιο πολλές πιθανότητες να νικήσει στην ξηρά, αποφάσισε, παρασυρμένος από το περιβάλλον της Κλεοπάτρας, να πολεμήσει στην θάλασσα. Είχε, αρχικά, κοντά στα 500 πλοία, και ανάμεσα σε αυτά και τη ναυαρχίδα του πτολεμαϊκού στόλου “Αντωνιάς”, αλλά τα περισσότερα από αυτά ήταν με ελάχιστο πλήρωμα, μεγάλα, πλούσια στολισμένα και δυσκίνητα. Αντίθετα με αυτόν, ο στόλος του Οκταβιανού, ήταν τέλεια επανδρωμένος, με πλοία μικρά και ευέλικτα.

Αρχικά, ο Οκταβιανός κάλεσε τον Αντώνιο να έρθει με τον στόλο του στον Τάραντα και το Βρινδήσιο, προσφέροντάς του αγκυροβόλιο και χρόνο για να οργανωθεί. Ο Αντώνιος απέρριψε την πρόκληση, και προκάλεσε με την σειρά του τον Οκταβιανό σε μονομαχία, ή, αν ήθελε, να παραταχθούν στα Φάρσαλα, όπως παλιότερα ο Καίσαρας με τον Πομπήιο. Ο Οκταβιανός πέτυχε μια πρώτη νίκη στις αρχές του 31 π.Χ., όταν ο Αγρίππας κατάφερε επιτυχώς να διασχίσει με τον στόλο τους την Αδριατική. Πέρασε το Ιόνιο και έφτασε σε μια περιοχή που λεγόταν Τορύνη. Ο Αντώνιος φοβούμενος μία επίθεση συγκέντρωσε τα πλοία του κοντά στο Άκτιο. Διάφοροι από την πλευρά του, όπως ο Δομίτιος και οι βασιλείς Αμύντας και Δηιόταρος, έφυγαν από αυτόν και πήγαν με τον Οκταβιανό, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τη δύναμη του τελευταίου. Αν και ο αρχηγός του πεζικού του, Κανίδιος, του πρότεινε να αποχωρήσουν και να δώσουν αργότερα μάχη στη στεριά, όταν θα είχε και τη βοήθεια των Γετών, η Κλεοπάτρα διαφώνησε. Αλλά τα πλοία της είχαν διαταχθεί έτσι που να είναι έτοιμα για φυγή μάλλον παρά για μάχη.

Η ναυμαχία ξεκίνησε στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ.. Ο Αντώνιος είχε κάψει τα περισσότερα Αιγυπτιακά πλοία, αφήνοντας μόνο 60, εξοπλίζοντας τα πιο καλά και μεγάλα. Ο Αντώνιος είχε το δεξί κέρας, ο Ποπλικόλας και ο Κλοίος το αριστερό και στο κέντρο οι Μάρκος Οκτάβιος και Μάρκος Ινστήιος. Ο Οκταβιανός παρέταξε τον Αγρίππα αριστερά και αυτός κράτησε το δεξί κέρας. Στο πεζικό ο Κανίδιος ήταν αρχηγός από την πλευρά του Αντώνιου και ο Ταύρος από την πλευρά του Οκταβιανου. Η έναρξη της ναυμαχίας καθυστέρησε λόγω άπνοιας. Όταν η ναυμαχία άρχισε, δεν έγινε ό,τι συνήθως μέχρι τότε, δηλαδή εμβολισμός του αντίπαλου πλοίου, γιατί τα μεν πλοία του Αντώνιου ήταν τεράστια και δεν μπορούσαν να κινηθούν εύκολα, τα δε πλοία του Οκταβιανού δεν είχαν την δύναμη να προκαλέσουν ζημιές σε αυτά του Αντωνίου. Έτσι, τα πλοία του Οκταβιανού προσέγγιζαν αυτά του Αντωνίου και η μάχη γινόταν μεταξύ των πληρωμάτων, σώμα με σώμα και με καταπέλτες που υπήρχαν στα πλοία του Αντωνίου. Ενώ η μάχη ήταν αμφίβολη, τα πλοία της Κλεοπάτρας, ξαφνικά, σήκωσαν πανιά και απομακρύνθηκαν προς την Πελοπόννησο. Μετά από λίγο, ο Αντώνιος ακολούθησε και αυτός την Κλεοπάτρα. Κάποια από τα πλοία του Οκταβιανού τον ακολούθησαν, αλλά μόλις οι Αιγύπτιοι τους επιτέθηκαν, οπισθοχώρησαν όλα, εκτός από αυτό του Ευρυκλή, που κατάφερε να εμβολίσει τη μία από τις δύο ναυαρχίδες των Αιγυπτίων, αλλά όχι αυτή στην οποία βρισκόταν ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα. Στη συνέχεια, αφού κατέφυγαν στο Ταίναρο, ο Αντώνιος ειδοποίησε τον Κανίδιο να υποχωρήσει προς την Ασία. Έπειτα επέστρεψαν στην Αφρική.
Στο Άκτιο ο στόλος του Αντώνιου συνέχισε να αντιστέκεται και τελικά όταν είχε πια υποστεί μεγάλες ζημιές από τα κύματα, παραδόθηκε. Αν και οι νεκροί δεν ήταν περισσότεροι από 5.000, σύμφωνα με τον Οκταβιανό είχαν κυριευθεί 300 πλοία. Στη στεριά ο στρατός του Αντώνιου δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ο αρχηγός τους τους είχε εγκαταλείψει και συνέχισαν να αμύνονται. Όταν μετά από επτά ημέρες ο Κανίδιος τους εγκατέλειψε και αυτός, παραδόθηκαν στον Οκταβιανό.

Ο θάνατος του Μάρκου Αντώνιου
Ο Αντώνιος πήγε αρχικά στη Λιβύη, στέλνοντας την Κλεοπάτρα στην Αίγυπτο. Όταν ο αρχηγός του στρατού του στη Λιβύη αποστάτησε, προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά οι φίλοι του τον σταμάτησαν και τον έστειλαν στην Αλεξάνδρεια, όπου βρήκε την Κλεοπάτρα να επιχειρεί να μεταφέρει τα πλοία της από την στεριά του ισθμού που χώριζε τη Μεσόγειο από την Ερυθρά θάλασσα. Οι κάτοικοι της περιοχής Πέτρας, έκαψαν τα πρώτα πλοία, και τελικά η Κλεοπάτρα σταμάτησε. Ο Αντώνιος εγκαταστάθηκε σε ένα μέρος στην περιοχή του Φάρου, με μια παρέα φίλων, απομονωμένος από τους υπόλοιπους, μιμούμενος, όπως έλεγε, τη ζωή του Τίμωνα του Αθηναίου.

Εκεί τον βρήκε ο Κανίδιος, και του ανακοίνωσε την απώλεια των δυνάμεων στο Άκτιο, την προσχώρηση του Ηρώδη, του ανθρώπου που είχε τοποθετήσει ο ίδιος βασιλιά στην Ιουδαία, στην πλευρά του Οκταβιανού, καθώς και την αποστασία διαφόρων άλλων δυναστών. Ο Αντώνιος αποφάσισε να πάει κοντά στην Κλεοπάτρα και να προετοιμαστεί για το τέλος που έβλεπε πως πλησίαζε. Άρχισε τότε να παραθέτει ξανά συμπόσια στους φίλους του, ενώ η Κλεοπάτρα προσπαθούσε να ανακαλύψει έναν τρόπο για μία γρήγορη και, όσο γινόταν, λιγότερο οδυνηρή αυτοκτονία. Διέλυσαν τη σύνοδο των Αμιμητοβίων και δημιούργησαν μία καινούργια από φίλους που σκόπευαν να πεθάνουν μαζί τους. Αυτή ονομάστηκε σύνοδος των Συναποθανουμένων.

Έστειλαν πρέσβεις, ζητώντας από τον Οκταβιανό, η μεν Κλεοπάτρα την εξουσία της Αιγύπτου για τα παιδιά της, ο δε Αντώνιος να γυρίσει στη Ρώμη ως απλός πολίτης. Επίσης προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αποτρέψουν τον Ηρώδη από την αποστασία. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε την χάρη στον Αντώνιο, ενώ προέτρεψε την Κλεοπάτρα να θανατώσει τον Αντώνιο ή να τον εξορίσει, αν ήθελε να έχουν μία επιεική μεταχείριση τα παιδιά της. Τον Οκταβιανό κάλεσε πίσω στη Ρώμη ο Αγρίππας, γράφοντάς του για γεγονότα που ήθελαν την παρουσία του εκεί, αναβάλλοντας έτσι για λίγο τον πόλεμο.

Μόλις πέρασε ο χειμώνας, ο Οκταβιανός επιτέθηκε από τη Συρία και τη Λιβύη, κυριεύοντας το Πηλούσιο, και προχώρησε προς την Αλεξάνδρεια, το καλοκαίρι του 30 π.Χ.. Η Κλεοπάτρα είχε κατασκευάσει τάφο, όπου είχε συγκεντρώσει τους πιο σημαντικούς βασιλικούς θησαυρούς. Ο Αντώνιος, αφού αρχικά αντιμετώπισε τον Οκταβιανό σε θέση κοντά στον Ιππόδρομο, τον προκάλεσε σε μονομαχία, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ύστερα, αποφάσισε να επιτεθεί, από στεριά και θάλασσα.Την ημέρα που θα γινόταν η επίθεση, την 1η Αυγούστου του 30 π.Χ., τα πλοία του Αντώνιου ενώθηκαν με αυτά του Οκταβιανού και επιτέθηκαν όλα μαζί στην πόλη. Βλέποντας αυτό, τον εγκατέλειψε και το ιππικό του. Όταν ηττήθηκε το πεζικό του, αναχώρησε για την πόλη, από τους λόφους που γινόταν η μάχη. Κατηγόρησε την Κλεοπάτρα πως τον πρόδωσε, και αυτή κλείστηκε στον τάφο της, ενώ έβαλε να του πουν πως αυτοκτόνησε. Ο Αντώνιος, μαθαίνοντας ότι η Κλεοπάτρα αυτοκτόνησε, διέταξε έναν πιστό του υπηρέτη, με το όνομα Έρως, να τον σκοτώσει. Όμως αυτός προτίμησε να αυτοκτονήσει. Τελικά, ο Αντώνιος αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμά του, τρυπώντας την κοιλιά του. Δεν πέθανε αμέσως όμως και ζήτησε από αυτούς που ήταν δίπλα του να τον σκοτώσουν.Τότε, μεταφέρθηκε στον τάφο της Κλεοπάτρας. Αυτή, εκεί, με τις δύο υπηρέτριές της που είχαν κλειστεί μαζί της, ανέσυραν με λουριά τον Αντώνιο μέσα στον τάφο. Εκεί ο Αντώνιος ξεψύχησε.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, όταν ο Οκταβιανός έμαθε πως ο Αντώνιος πέθανε, άρχισε να θρηνεί και ζήτησε από τον Προκλήιο να μην αφήσει την Κλεοπάτρα να αυτοκτονήσει. Ο Προκληίος κατάφερε να συλλάβει την Κλεοπάτρα , την οποία συνάντησε αργότερα ο Οκταβιανός. Αυτή τον παρακάλεσε να της επιτρέψει να προσφέρει χοές στο νεκρό Αντώνιο, και εκείνος το επέτρεψε. Μετά από αυτό, αυτοκτόνησε και αυτή. Θάφτηκε μαζί με τον Αντώνιο. Ο γιος του Αντώνιου και της Φουλβίας, Αντύλλος, που βρισκόταν πάντα μαζί με τον πατέρα του, αποκεφαλίστηκε από τους στρατιώτες του Οκταβιανού. Ο Οκταβιανός μετέφερε τα παιδιά του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στη Ρώμη όπου τα περιέφερε στον θρίαμβό του. Αργότερα όμως, τα πήρε και αυτά υπό την προστασία της η Οκταβία.

Η ακρασία του Αριστοτέλη και η σύγχρονη οικονομική θεωρία

Το άτομο δεν υποτιμά ένα μεγαλύτερο ποσό και δεν προτιμά ένα μικρότερο μόνον επειδή φοβάται. Πολύ συχνά κάνει ακριβώς το ίδιο αλλά για έναν άλλο λόγο: Επειδή το μεγαλύτερο ποσό θα το λάβει έπειτα από καιρό, ενώ το μικρότερο θα το λάβει τώρα. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται «μυωπία» και συνδέεται άμεσα με ένα φαινόμενο που είχε εντοπιστεί από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, την ακρασία.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι κάποια από τα στοιχεία της συμπεριφοράς ορισμένες φορές μάς εμποδίζουν να αποφασίσουμε ορθολογικά. Αυτά τα στοιχεία της συμπεριφοράς είναι τα λεγόμενα «πάθη». Τα πάθη θα τα ορίσουμε εδώ πρόχειρα και προσωρινά ως εκείνες τις νοητικές διεργασίες οι οποίες σε εμποδίζουν να πραγματοποιήσεις τους στόχους σου.

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας δούμε ένα παράδειγμα:

Έχω δύο επιλογές, την Α και τη Β. Με βάση τις επιθυμίες και τις πεποιθήσεις που έχω, η Α ικανοποιεί καλύτερα τις προτιμήσεις μου από τη Β. Αποφασίζω, λοιπόν, ως ορθολογικό άτομο να επιλέξω την Α. Αλλά, τελικά, επιλέγω τη Β. Γιατί; Διότι ενώ γνωρίζω ότι η Α εξυπηρετεί καλύτερα τους σκοπούς μου, «αναγκάστηκα» να επιλέξω τη Β γιατί ήμουν «αιχμάλωτος των παθών μου».

Τι συμβαίνει και κάνουμε άλλες επιλογές από αυτές που θα θέλαμε; Γιατί κάνουμε το Β, ενώ θα θέλαμε το Α και γνωρίζουμε ότι το Α μας συμφέρει, είναι καλύτερο για εμάς; Τι είναι αυτό που μας υποχρεώνει να μην αποφασίζουμε με βάση τις προτιμήσεις μας και τις πεποιθήσεις που έχουμε σχηματίσει για το τι είναι καλό για εμάς; Αυτό το φαινόμενο ο Αριστοτέλης το ονόμασε ακρασία και οι μεταγενέστεροι σχολιαστές διατήρησαν τον όρο στα αγγλικά (akrasia), ορίζοντάς την ως «αδυναμία της θέλησης».

Ο Σωκράτης, ωστόσο, απέρριπτε την έννοια της ακρασίας. Στον διάλογό του με τον Πρωταγόρα υποστηρίζει ότι ακρασία δεν υπάρχει, απλώς κάνουμε αυτό που μας αρέσει. Ας δούμε πώς το διατυπώνει ο ίδιος:

«Και φυσικά κανείς δεν κάνει με τη θέλησή του κάτι που θα τον βλάψει ή που νομίζει ότι θα τον βλάψει. Ο άνθρωπος προφανώς από τη φύση του δεν επιθυμεί να πετύχει κάτι που θεωρεί ότι είναι κακό γι’ αυτόν και, φυσικά, δεν προτιμά κάτι που είναι κακό γι’ αυτόν από κάτι που το θεωρεί καλό. Ακόμα κι όταν αναγκαστεί να επιλέξει μεταξύ δύο κακών, κανείς δεν θα διαλέξει το χειρότερο από το λιγότερο κακό [και με αυτά όλοι μας συμφωνήσαμε]».

Για τον Σωκράτη, λοιπόν, ακρασία δεν υπάρχει. Αν θέλεις να κάνεις το Α και κάνεις, τελικά, το Β, αυτό σημαίνει ότι από την αρχή ήθελες το Β ή (αν, πράγματι, ήθελες το Α) ότι όταν ήρθε η ώρα της επιλογής, απλώς άλλαξες γνώμη και διάλεξες το Β. Διότι, σύμφωνα με τον Σωκράτη, αποκλείεται να θεωρούσες πιο ευχάριστο για σένα το Α και να επέλεξες το Β. Δεδομένου ότι κανείς δεν σε έπιασε από τον λαιμό, προφανώς προτιμούσες το Β την ώρα που επέλεγες (ή απλώς το Β ήταν λιγότερο δυσάρεστο από το Α). Αλλά ας δούμε το επιχείρημα του Σωκράτη λίγο πιο προσεκτικά, παρακολουθώντας με προσοχή τον συλλογισμό του.

Το πρόβλημα της ακρασίας είναι το εξής: Ο άνθρωπος έχει να επιλέξει μεταξύ του Α, το οποίο θέλει να επιλέξει γιατί το θεωρεί καλό και ωφέλιμο γι’ αυτόν, και του Β, το οποίο δεν θέλει να επιλέξει, γιατί το θεωρεί κακό γι’ αυτόν. Αλλά επιλέγει το Β γιατί είναι ευχάριστο. Έτσι:

Ι.Ένα άτομο με τη θέλησή του κάνει μια πράξη που γνωρίζει ότι είναι κακή για το ίδιο, διότι υπερνικά η ευχαρίστηση.

Αλλά η ευχαρίστηση, σύμφωνα με τον Σωκράτη, είναι καλό πράγμα! Άρα μπορούμε να αναδιατυπώσουμε την i ως εξής:

ΙΙ. Ένα άτομο με τη θέλησή του κάνει μια πράξη που γνωρίζει ότι είναι κακή για το ίδιο, διότι υπερνικά το καλό.

Αλλά αυτή η πρόταση είναι, σύμφωνα με τον Σωκράτη, γελοία («γελοίον»). Και δεν φτάνει αυτό, η πρόταση μπορεί να γίνει ακόμα πιο γελοία, καθώς το κακό είναι, φυσικά, κάτι το οποίο το άτομο αποφεύγει γιατί είναι οδυνηρό. Από την Ι. μπορούμε, λοιπόν, να καταλήξουμε και στην ΙΙΙ:

ΙΙΙ. Ένα άτομο με τη θέλησή του κάνει μια πράξη που γνωρίζει ότι είναι οδυνηρή για το ίδιο, διότι υπερνικά η ευχαρίστηση.

Όπως καταλαβαίνετε, οι τρεις προτάσεις λένε το ίδιο πράγμα, απλώς αλλάξαμε (ο Σωκράτης, για την ακρίβεια) τις λέξεις, αντικαθιστώντας τες με ισοδύναμες. Ο Σωκράτης αποδεικνύει έτσι με μεγάλη ευκολία το παράδοξο της έννοιας της ακρασίας:

Εφόσον εσύ αποφασίζεις τι θα κάνεις με βάση τις επιθυμίες σου και τις πεποιθήσεις σου, αυτό που κάνεις είναι αυτό που πραγματικά ικανοποιεί τις επιθυμίες σου σύμφωνα με τις πεποιθήσεις σου, αλλιώς δεν θα το έκανες. Αν το Α σε ικανοποιούσε περισσότερο, θα το είχες επιλέξει. Εφόσον, τελικά, έκανες το Β, αυτό σε ικανοποιεί – και γι’ αυτό το επέλεξες. Ό,τι επιλέγεις σε ικανοποιεί – ό,τι σε ικανοποιεί το επιλέγεις.

Το επιχείρημα του Σωκράτη είναι απόλυτα συμβατό με τη ΘΟΕ (θεωρία της ορθολογικής επιλογής) και ίσως αποτελεί και την πρώτη διατύπωσή της. Όμως είναι μια προβληματική διατύπωση (άλλωστε προκύπτει από ένα παράδοξο!) για διάφορους λόγους.

Καταρχάς είναι ταυτολογική (όπως είναι και η ΘΟΕ σε μεγάλο βαθμό). Επιπλέον, δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη τα λάθη στις πεποιθήσεις. Αυτό το πρόβλημα, όμως, ο Σωκράτης το αναγνώρισε: Οι άνθρωποι μπορεί να επιλέξουν λάθος διότι δεν έχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Αν κάνεις κακό στον εαυτό σου με τη θέλησή σου, αυτό σημαίνει ότι μάλλον δεν ήξερες τι έκανες: Ο Πλάτωνας, μαθητής του Σωκράτη (και δάσκαλος του Αριστοτέλη), θεωρούσε όχι μόνο ότι ο δάσκαλός του δεν είχε δίκιο, αλλά ότι οι άνθρωποι κυριαρχούνται από τα πάθη τους (συναισθήματα και προσδοκία ηδονών) σε βάρος της λογικής. Είναι πολύ δύσκολο, πίστευε, να βρεις ανθρώπους που ο ορθός λόγος διέπει την κρίση τους στα περισσότερα από όσα κάνουν.

Ένας άλλος μαθητής του Σωκράτη, ο Ξενοφών, διαφωνούσε με τον Πλάτωνα.

«Εντάξει, ο Σωκράτης προφανώς υπερβάλλει όταν θεωρεί κάθε επιλογή μας εκούσια, αλλά δεν είμαστε και έρμαια των παθών μας, όπως φοβάται ο Πλάτωνας. Η κρίση μας διέπεται από τον ορθό λόγο αλλά τα πάθη συχνά την μπερδεύουν, εμπλέκονται με τον ορθό λόγο και το αποτέλεσμα είναι να πράττουμε κάποιες φορές διαφορετικά από τον τρόπο που θεωρούμε σωστό».

Ο Αριστοτέλης, όμως, δεν αρκέστηκε στις επιφανειακές συζητήσεις του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, αλλά μελέτησε με προσοχή την ακρασία. Οι παρατηρήσεις του είναι ως επί το πλείστον εμπειρικές (κάτι που συνήθιζε ο Αριστοτέλης) και έχουν περίπου ως εξής:

Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι: οι εγκρατείς και οι ακρατείς. Οι εγκρατείς κάνουν αυτό που θεωρούν καλύτερο χωρίς να επηρεάζονται από τα πάθη αλλά μόνο από τον ορθό λόγο. Αντίθετα, οι ακρατείς πράττουν υπό την επήρεια των παθών. Αλλά δεν είναι όλοι οι ακρατείς ίδιοι.

Αυτοί που έχουν ασθενική θέληση γνωρίζουν ποιο είναι το σωστό, αλλά δεν το κάνουν. Παρασύρονται από το πάθος τους. Από την άλλη, οι προπετείς παρασύρονται από τα πάθη τους χωρίς καν πριν να προσπαθήσουν να αναζητήσουν τη σωστή απόφαση με βάση τον ορθό λόγο. Απλά δρουν παρορμητικά όντας έρμαια των παθών. Οι πρώτοι βασανίζονται γιατί ξέρουν το σωστό αλλά δεν μπορούν να το κάνουν, οι δεύτεροι δεν προβληματίζονται καθόλου. Αλλά και οι δύο (και ο ασθενής και ο προπετής) μετανιώνουν. Συνήθως, τα δύο πάθη που ελέγχουν τους ακρατείς είναι ο θυμός και η ηδονή.

Ο Αριστοτέλης δεν θεωρούσε, πάντως, ότι οι άνθρωποι άγονται και φέρονται από τα «ανορθολογικά» πάθη. Θεωρούσε ότι η ακρασία είναι ένα είδος ασθένειας της βούλησης, που προσβάλλει ορισμένους ανθρώπους που συστηματικά φέρονται ανορθολογικά. Αλλά τι είδος ασθένειας είναι; Ο Αριστοτέλης, τελικά, παραδέχεται ότι δεν είναι ακριβώς ασθένεια αλλά άγνοια (είχε δίκιο τελικά ο Σωκράτης!). Ο ασθενής και ο προπετής δεν έχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για να επιλέξουν σωστά.

Αυτό, όμως, που ο Σωκράτης δεν έλαβε υπόψη του είναι ο χρόνος. Ο χρόνος επηρεάζει καταλυτικά τις επιλογές μας για έναν απλό λόγο: Προτιμάμε το παρόν από το μέλλον. Είμαστε κατά κάποιον τρόπο «μυωπικοί». Αυτό μπορεί να συμβαίνει για πολλούς λόγους αλλά ίσως ένας είναι η αίσθηση της θνητότητάς μας.

Ας το δούμε πάλι αριθμητικά. Αν κάποιος μας προσφέρει σήμερα 1.000 ευρώ ή του χρόνου 1.100 ευρώ, θα πρέπει να επιλέξουμε τα 1.100 ευρώ γιατί ο πληθωρισμός είναι μικρότερος του 10%, αλλά από την άλλη τα «1.100 ευρώ του χρόνου» δεν έχουν για εμάς την αξία των «1.100 ευρώ σήμερα», αλλά πολύ μικρότερη, ίσως ακόμα και 900 ευρώ (άσε που μπορεί να τα πάρεις σε δραχμές)! Αυτός είναι ο λόγος που θα προτιμήσουμε τώρα τα 1.000 ευρώ. Επειδή η επιλογή θα γίνει τώρα, θα πρέπει να συγκρίνουμε τώρα τα 1.000 ευρώ με τα 1.100 ευρώ: τα 1.000 είναι 1.000 αλλά τα 1.100 είναι 1.100 επί την έκπτωση της χρονικής απόστασης. Αλλά αυτή η τάση να κάνουμε εκπτώσεις για το μέλλον δεν περιορίζεται στα χρήματα. Γενικά υποτιμάμε το μέλλον. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι διάφοροι εθισμοί:

«Ας καπνίσω τώρα, και στο μέλλον θα το κόψω!»

«Ας φάμε τώρα, κι από τη Δευτέρα δίαιτα!»

«Ακόμα ένα ποτηράκι, και αύριο δεν θα πιω γουλιά!»

«Νυστάζω, θα πλύνω τα δόντια μου το πρωί».

Όλες αυτές τις μεγάλες κουβέντες τις είπαν άνθρωποι που συνέχισαν να υποτιμούν το μέλλον προς όφελος του παρόντος. Ένας από τους λόγους που το κάνουμε αυτό όλοι είναι ότι δεν είμαστε κάθε μέρα οι ίδιοι. Τι σχέση έχουν οι επιθυμίες μας, οι στόχοι μας και οι πεποιθήσεις μας τώρα με εκείνες που είχαμε όταν ήμασταν πέντε ετών ή με εκείνες όταν θα είμαστε εξήντα πέντε; «Δεν μπορώ να επιστρέφω στο παρελθόν, ήμουν ένα άλλο πρόσωπο τότε», γράφει ο Λιούις Κάρολ.

Αλλά όσοι κι αν είναι οι εαυτοί, ένα είναι το σίγουρο: Στον μελλοντικό μου εαυτό εγώ θα είμαι πάλι μέσα. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, εγώ θα την πληρώσω γιατί ποιοτικά οι εαυτοί μας είναι πολλοί αλλά ποσοτικά είναι ένας. Αυτό συμβαίνει με όλες τις μελλοντικές συνέπειες. Εμείς θα τις υποστούμε, όσο μακρινό κι αν μας φαίνεται τώρα αυτό.

Όμως αυτές ακριβώς οι αποφάσεις που φαίνονται παράλογες και ανορθολογικές, αν η θεωρία για τους πολλαπλούς εαυτούς δεν μας πείθει, ίσως φαίνονται περισσότερο ορθολογικές εάν υιοθετήσουμε τη θεωρία για τον ορθολογικό εθισμό του Gary Becker. Ορθολογικά εθισμένος είναι αυτός που ξέρει τις συνέπειες των πράξεών του και τις αποδέχεται ορθολογικά, καθώς η σημερινή ευχαρίστηση είναι μεγαλύτερη από το προσδοκώμενο όφελος της σημερινής εγκράτειας. Όπως γράφει ο συγγραφέας Kingsley Amis:

«Δεν αξίζει να αρνηθούμε καμία απόλαυση για να κερδίσουμε δύο χρόνια επιπλέον σ’ ένα γηροκομείο».

Η θεωρία του Becker (που τη διατύπωσε σε συνεργασία με τον Kevin Murphy) είναι πιο εκλεπτυσμένη και αρκετά πειστική για αρκετές περιπτώσεις. Σύμφωνα με τους Becker και Murphy, είναι κάποιος ορθολογικός εφόσον έχει συνεπές πλάνο μεγιστοποίησης της ωφελιμότητας σε βάθος χρόνου.

Ένας ισχυρός εθισμός (όπως το τσιγάρο ή τα ναρκωτικά) έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται καταλυτικά η παρούσα κατανάλωση ενός αγαθού από την κατανάλωσή του στο παρελθόν (επειδή κάπνιζα τα τελευταία δέκα χρόνια δύο πακέτα την ημέρα, τώρα δεν μπορώ να σταματήσω, ούτε καν να το μειώσω!). Αυτό το γνωρίζει το ορθολογικό άτομο, αλλά παρά ταύτα επιλέγει να εθιστεί. Ξέρει ότι με το να καπνίσει σήμερα θα μειώσει το προσδόκιμο ζωής του και επιπλέον θα είναι δυσκολότερο να το κόψει αύριο, αλλά το προτιμά από το να μην καπνίσει σήμερα, καθώς υποτιμά το μέλλον (όπως ο Amis).

Όμως το κάνει μέχρι ένα σημείο. Αν η τιμή των τσιγάρων αυξηθεί, αυτό θα επηρεάσει την απόφασή του. Αν μάθει ότι η τιμή θα διπλασιαστεί σε έναν χρόνο, ίσως σκεφτεί την πιθανότητα να καπνίζει λιγότερο. Το ότι είναι εθισμένος δεν σημαίνει ότι δεν συγκρίνει το σημερινό όφελος με το μελλοντικό προσδοκώμενο κόστος – κάθε άλλο! Δεν είναι βλάκας, είναι απλά ορθολογικά εθισμένος!

Η θεωρία του ορθολογικού εθισμού έχει επιβεβαιωθεί σε σειρά εμπειρικών ερευνών αλλά, φυσικά, έχει υποστεί και έντονη κριτική. Βρίσκεται στα όρια της Θεωρίας της Ορθολογικής Επιλογής και η βασική αντίρρηση που μπορεί να διατυπώσει κάποιος είναι η εξής (που ισχύει για την ακρασία γενικά): Γιατί να πρέπει να αποδείξουμε ότι όλες οι πράξεις και όλοι οι άνθρωποι είναι ορθολογικοί; Γιατί να μην υπάρχουν εξαιρέσεις; Ακόμα κι αν οι εξαιρέσεις είναι πολλές, ακόμα κι αν είναι περισσότερες από τις «κανονικές» περιπτώσεις και πάλι μια θεωρία ορθολογικότητας δεν χάνει την προβλεπτική της ισχύ, καθώς, ενώ οι ορθολογικές συμπεριφορές μπορούν να μοντελοποιηθούν, οι ανορθολογικές δεν μπορούν διότι δεν ανήκουν σε μια κατηγορία με συνέπεια και ομοιογένεια.

Λιαντίνης: Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Τι Δεν μας Δίδαξαν…

Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός ήρθε και συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Πως με τις νέες ιδέες κάλυψε τα κενά, θεράπευε τις ατέλειες και τα λάθη, ολοκλήρωσε την οπτική και τη θεωρία του, και βάθυνε τα αμμώδη και τα ρηχά της προβληματικής των Ελλήνων. Πως πράυνε τη σκληρότητα και μάλαξε την αγερωχία τους για τον άνθρωπο, στρογγύλεψε τις ακμές και τις οξείες της ελληνικής περηφάνειας, και ημέρωσε την τραχύτητα της ανθρώπινης πράξης.

Μ’ έναν λόγο, πως εξευγένισε τη γενική λειτουργία και έκφραση του βιοτικού τρόπου των Ελλήνων…

Διδάσκοντας οι δάσκαλοι τα αρχαία Ελληνικά, μας έμαθαν να βλέπουμε ερμηνευτικά τους Έλληνες κάτω από τα τσακίσματα και τους ρυθμούς των χριστιανών. Αυτό σημαίνει, πως αν οι δάσκαλοι από την άποψη της ουσίας παραχάραξαν το ελληνικό νόμισμα, από την άποψη της μορφής ο τρόπος που ερμήνευαν στη συνέχεια τους Έλληνες ήταν να διαθέσουν το κίβδηλο χρήμα στην αγορά από όλες τις τράπεζες του κόσμου. Η υφήλιος γιόμισε κάλπικη μονέδα. Σύμφωνα με την τακτική αυτή, κάθε αποτίμηση ελληνικού στοιχείου έπρεπε να περνά μέσα από τους ηθμούς της χριστιανικής λογικής, της χριστιανικής ηθικής, και της χριστιανικής αισθητικής. Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…

Το δίκαιο των ανθρώπινων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο καλό, αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό. Ο νόμος των ανθρώπων δεν φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον Παράδεισο. Του στέκεται αρκετό να αποτρέψει την Κόλαση να γκρεμιστεί απάνω μου. Μια βασική θέση των Ελλήνων, που είναι και η παιδαγωγική της φυσικότητας και της υγείας, λέει πως, είμαι ευτυχισμένος στο βαθμό που δεν είμαι δυστυχισμένος.

Αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι με την πραγματικότητα, και όχι με τις αφελείς επιθυμίες μας, τότε θα δεχθούμε ότι μέσα στην ανθρώπινη φύση περιπλεονάζει η φαυλότητα και το στοιχείο της άρνησης. Μία από τις δέκα θεμελιώδεις προτάσεις των Ελλήνων, που τη βάζουν μάλιστα και στο στόμα των εφτά σοφών, λέει: «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί». Και στη νεότερη εποχή το ίδιο νόημα μας το ‘δωκε η απαρηγόρητη διατύπωση του Χόμπς: «Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπο». Σε μια τέτοια λοιπόν πραγματικότητα να πασχίζεις να εφαρμόσεις το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι σαν να βάζεις φωτιά και να ζητάς να πυρπολήσεις τον χιονισμένο κάμπο…

Σχετικά με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους Έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι, όχι με την πλάνη και την υποκρισία, αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλιά τους. Για τους Έλληνες αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη· αυτό που διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης· να επιδικάζεις στον άνθρωπο την τιμή του· να μη γίνεσαι υπέρογκος και υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων να κατέχεις και να δείχνεις τη νόστιμη και τη μέτρια ανθρωπιά· αυτό που οι Ευρωπαίοι ερμηνευτικά το βάφτισαν Ουμανισμό. Και όλα αυτά χωρίς γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα. Με γνώση, με πίκρα και με βούληση.

Για τους Έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δύο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ‘χει τρεις χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανέναν. Η θέση των χριστιανών να δίνεις από τα δύο το ένα σε ‘κείνον που δεν έχει κανέναν, είναι η νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους. Η ελεημοσύνη δεν ταιριάζει στον αξιοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο. Γιατί ζητεί να λύσει το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια κοινωνική αταξία. Ενώ η θέση των Ελλήνων να μην αποκτήσεις τρία, όταν ο δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία. Σου υποδείχνει να προλαβαίνεις στοχαστικά, για να μη χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις ατελέσφορα. Άλλωστε η θέση αυτή είναι, αλλιώτικα, η βάση εκείνης της υπέροχης σύλληψης στο κοινωνικό πρόβλημα, που οι Έλληνες την είπανε δημοκρατία. Ξέρεις άλλη λέξη με πιο αδρή, πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο σοφή, και πιο έμορφη αν θέλεις ουσία από τη λέξη δημοκρατία; Εγώ δεν ξέρω. Και γράμματα γνωρίζω, που λένε στα δικαστήρια.

Αυτή την πρωταρχική συμπεριφορά των Ελλήνων, που προφταίνει να σε φυλάγει από τη διολίσθηση στο ηθικό χάος, ο Αριστοτέλης τη χάραξε σε μια πρόταση μαρμάρινη. Μοιάζει με τις εξισώσεις που διατυπώνουν οι μεγάλοι φυσικοί: «Ο αλτρουισμός», λέει, «είναι στον ίδιο βαθμό λανθασμένη προκατάληψη με τον εγωισμό». Ο αλτρουισμός των χριστιανών όμως δεν είναι τέτοιο δώρο. Αλλά είναι η πρόφαση για να διαιωνίζεται ο εγωισμός τους. Σκέφτηκες ποτέ πόσο ατιμωτική είναι για σένα η στιγμή που ελεείς το διακονιάρη; Πώς επιτρέπεις, και πώς ανέχεσαι την υπεροχή σου απέναντί του; Η ελεημοσύνη σου τον φτύνει καταπρόσωπα.

Οι χριστιανοί ποτέ δε θα μπορούσαν να πουν αυτό τον λόγο του Αριστοτέλη. Γιατί έρχονται να διακονήσουν την αρρώστια. Δεν έρχονται να στεφανώσουν την υγεία. Η πρόταση του Αριστοτέλη είναι ο λόγος ο φυσικός και ο ολόκληρος. Αντίθετα, το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι η θέση η μισή και η αφύσικη. Γιατί ο άνθρωπος δεν αγαπά μόνο, αλλά εξίσου μισεί. Πράγμα που είναι και το φυσικό και το καθημερινά συμβαίνον… Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να μισήσει ποτέ, μοιάζει με τη σκύλα που δεν μάχεται τον λύκο, σαν έρχεται επίβουλα στο μαντρί, αλλά ζευγαρώνει μαζί του. Έτσι όμως ποιος θα φυλάξει τα πρόβατα;

Επειδή η διδασκαλία των χριστιανών αγνόησε ή παράβλεψε αυτό το δεύτερο φυσικό μισό, η φύση και τα πράγματα την τιμώρησαν με τη χειρότερη τιμωρία. Την έκαμαν στα λόγια να γίνεται διδασκαλία απλότητας και αγάπης, και στην πράξη να μένει συμπεριφορά πονηρίας και μίσους. Αυτό το αναποδογύρισμα στα σκοτεινά το περιγράφει η περίφημη υποκρισία των χριστιανών, που συνέχεια τη βλέπουμε γύρω μας, και συνέχεια την παραβλέπουμε αδιάφορα. Η υποκρισία των χριστιανών μας είναι καθημερινή και βραδυνή και μεσημβρινή. Μας παραστέκει όπως το νερό που πίνουμε, και μας κυκλώνει όπως ο αέρας που ανασαίνουμε.

Θα φέρω δύο δείγματα, για να δείξω ότι αυτό το μίσος είναι η οξύτερη μορφή εχθροπάθειας, που μπόρεσε να ξεδιπλώσει η ανθρώπινη φύση. Το ένα δείγμα είναι η επινόηση της Κόλασης με τα βασανιστήρια της. Αναλογίστηκες ποτέ, τι σημαίνει την ώρα που πεθαίνει ο άνθρωπος να του φορτώνεις τον τρόμο του αιώνιου μαρτυρίου της Κόλασης; Η ώρα του θανάτου που κάποτε θα ‘ρθει για τον καθένα μας, ο θάνατος είναι η μοναδική σταθερά της ανθρώπινης φύσης, είναι μια ώρα απερίγραπτης τραγικότητας. Γιατί εκείνη τη φοβερή στιγμή ο άνθρωπος εξοφλεί την επιταγή της ζωής.

Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που διάλεξε η Εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:
Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ’ έναν πύρινο τάφο.

Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί· την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη -τί ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών!- να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: Ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;

Το άλλο δείγμα μου είναι το κείμενο του αφορισμού της Εκκλησίας. Ακούστε τις λέξεις, κοιτάχτε τις σκηνές, και μετρήστε το μίσος που υπάρχει στο τυπικό του αφορισμού, την ώρα που ξεστομίζεται από το ρύγχος του ιερέα: «Να είσαι αφωρισμένος, καταραμένος, και μετά θάνατον άλυτος. Αι πέτραι και ο σίδηρος να λυθούν, συ δε μηδαμώς. Να σχισθή η γη και να σε κοταπίη ως τον Δαθάν και τον Αβειρών. Να τρέμης επί γης ως ο Κάιν, και να απόκτησης την λέπραν του Γιεζή, και την αγχόνην του Ιούδα. Περιπλέον να έχης τας αράς των 318 θεοφόρων πατέρων».

Ναι. Τις κατάρες των θεοφόρων πατέρων! Οι άγιοι, δηλαδή, και ο θεός που φέρνουν μέσα τους, θεοφόροι για, δεν είναι άλλο παρά χολή και ανάθεμα, πίσσα, οργή, μισανθρωπία, βρασμός και βρυγμός και τριγμός, καταλαλιά και αποθηρίωση. Ίδε η θρησκεία της αγάπης! Οποίον τρομερόν όπλον! λέει ο άγιος Παπαδιαμάντης μας για τον αφορισμό. Κι ένας άλλος θα μπορούσε να προσθέσει: Και ενάντια σε τι ανθρώπους σφεντονίζεται!…

Αν διατάξει κανείς το πρόβλημα της σχέσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού μετωπικά, και το κοιτάξει κατάματα, θα βρει να κρατήσει δύο κρατούμενα. Το ένα είναι πως η σύνθεση αυτών των δύο κοσμοθεωριών σε ενότητα συνιστά το ακρότατο σημείο του αφύσικου μέσα σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος. Το άλλο είναι πως η απόπειρα να συνταιριαστούν αυτές οι δύο αταίριαστες ροπές δυνάμεων συνιστά την κατεξοχήν ερμηνευτική τερατωδία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μεγαλύτερη πομφόλυγα, και πιο γελοίο τσαλίμι από αυτό που ονομάστηκε «Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» δε θα μπορούσε να σκαρφιστεί και να σκαρώσει ο άνθρωπος. Βλέπω έναν Τουρκαλβανό, με προβιά και τουλουπάνι, να πηδοκοπά και να λυγίζει χορεύοντας βαλς στα Χειμερινά Ανάκτορα της Πετρούπολης την εποχή του Στολύπιν…

Χαλκεύουμε και τεχνουργούμε το νέο άνθρωπο εκατό τοις εκατό πλαστικό, και εκατό τοις εκατό αφύσικο. Γιατί αφύσικη και πλαστική ως το μυελό των οστών της είναι τούτη η περιλάλητη ελληνοχριστιανική σύνθεση. Ενώστε το τραγί και την έλαφο, και θα ‘χετε τραγέλαφο. Παράλογα και αφύσικα, και πανούργα και γελοία, ανυπόστατα και καρκινοπαθή, και εγκληματικά και απάνθρωπα έργα του ανθρώπου ψάχνοντας θα βρούμε πολλά. Η έμπνευση όμως που είχαν κάποιοι να επιχειρήσουν τη μίξη του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, και στη συνέχεια να την ονομάσουνε «εύκρατη κράση», είναι μία πράξη που μένει σαν η αποθέωση του θράσους, της άγνοιας, της πανουργίας, και της σύγχυσης των φρενών…

Τι ορίζει τη διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και στους χριστιανούς; Μία διαφορά, που από ένα σημείο και πέρα γίνεται αντίθεση, εναντίωση, ρήξη, πάλη της φωτιάς με το νερό; Εκείνο που ορίζει τη διαφορά είναι κάτι απλό και σαφές, όσο και το φύλλο της ελιάς. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι απόλυτο και ακραίο. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι πως οι Έλληνες οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και στη νόηση, ενώ οι χριστιανοί οικοδόμησαν ένα κόσμο που στηρίζεται στην υπόθεση και στη φαντασία.

Η παρατήρηση των Ελλήνων είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε πάντα να βεβαιώνεται πρακτικά από τα συμβαίνοντα στη φύση, και πάντα να αποδεικνύεται χειροπιαστά από το πείραμα στο εργαστήριο. Λέμε, για παράδειγμα, σήμερα ατομική φυσική, και ξεκινάμε από το «άτομο» του Δημόκριτου. Και στην ατομική φυσική τίποτα δεν γίνεται δεκτό από την κοινότητα των φυσικών, εάν προηγουμένως δεν του δοθεί το «ναι» του εργαστηρίου. Αντίθετα, η υπόθεση των χριστιανών είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε μένει αναπόδειχτη. Οποιοδήποτε δεδομένο των χριστιανών ποτέ δε θα βρει την εφαρμογή του μέσα στην κλίμακα της φύσης. Ποτέ και κανείς, λόγου χάρη, δεν είδε τον θεό μέσα στις εξισώσεις του Αϊνστάιν ή στο λαμπορατόριο. Ποτέ και κανείς δεν είδε ένα νεκρό να ξανανεβαίνει στο φως, και να βγάζει λόγο για τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ποτέ και κανείς δεν αγάπησε το ξένο παιδί όσο αγαπά το δικό του, ή δέχτηκε να πεθάνει το δικό του παιδί στη θέση του παιδιού ενός ξένου.

Πιο απλά, οι Έλληνες ξεκινούν από τη φύση και το ορατό. Το όργανο της μελέτης τους είναι η λογική… Αντίθετα, οι χριστιανοί ξεκινούν από την ψυχή και το αόρατο. Το όργανο της μελέτης τους είναι η φαντασία και το συναίσθημα… Ξεκινώντας λοιπόν από τις αφετηρίες της παρατήρησης και της φαντασίας βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί η μέθοδος των Ελλήνων οδήγησε στην επιστήμη, και γιατί ο τρόπος των χριστιανών οδήγησε στη θρησκεία. Και πάρα πέρα, βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί το κριτήριο της επιστήμης είναι η πειραματική απόδειξη της γνώσης, και στη συνέχεια η αναγκαστική αποδοχή της από κάθε φρόνιμο άνθρωπο, ενώ το γνώρισμα της θρησκείας είναι «η εξ αποκαλύψεως αλήθεια» και το «δόγμα». Ο Αυγουστίνος, ένας πρώιμος και βαθύς θεωρητικός των χριστιανών, έλεγε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Χριστιανισμό είναι τα μαθηματικά. Η πιο καθαρή δηλαδή μορφή της επιστήμης. Ήξερε ο άνθρωπος…

Οι χριστιανοί του Μεσαίωνα, και μάλιστα του βυζαντινού, ήσαν πολύ πιο έντιμοι από τους σύγχρονους ανεμοκυκλοπόδηδες, που με τον ζήλο τους να συγχρωτίσουν Ελληνισμό και χριστιανισμό ανακάτεψαν τον λαγό με τη χελώνα. Γιατί είπαν καθαρά και ξάστερα ότι οι Έλληνες ήσαν μωροί. Τους κηρύξανε μια και καλή σε πνευματική πτώχευση ως την αυτοκτονία. Και διαρρήξανε μαζί τους τελειωτικά όλους τους ιστούς και όλους τους συνδέσμους. «Τί πλανώνται προς Πλάτωνα; Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή; Τί μη ορώσιν Όμηρον όνειρον αργόν;», λέει ο Ρωμανός σε κάποιον ύμνο του για τη μωρία, την αφασία, και την παραλυσία των Ελλήνων… Είναι έντιμη στάση, γιατί από το βάθρο της καθαιρεί τη λογική των Ελλήνων, και στη θέση της υψώνει την πίστη… Η σύγχρονη όμως τακτική των σχολείων μας που θέλει να ερμηνεύει τους Έλληνες μέσα από το καλειδοσκόπιο των χριστιανών, είναι οικτρή απόπειρα ευνουχισμένων στο κρεβάτι. Και τρομάρα νεκροφάνειας στο φέρετρο…

Δημήτρη Λιαντίνη, Ελληνικά