Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (68-109)

ΠΡ. ἔχετε δὲ τοὺς πώγωνας, οὓς εἴρητ᾽ ἔχειν
πάσαισιν ὑμῖν, ὁπότε συλλεγοίμεθα;
70 ΓΥ. Α’ νὴ τὴν Ἑκάτην, καλόν γ᾽ ἔγωγε τουτονί.
ΓΥ. Β’ κἄγωγ᾽ Ἐπικράτους οὐκ ὀλίγῳ καλλίονα.
ΠΡ. ὑμεῖς δὲ τί φατε; ΓΥ. Α’ φασί· κατανεύουσι γάρ.
ΠΡ. καὶ μὴν τά γ᾽ ἄλλ᾽ ὑμῖν ὁρῶ πεπραγμένα.
Λακωνικὰς γὰρ ἔχετε καὶ βακτηρίας
75 καὶ θαἰμάτια τἀνδρεῖα, καθάπερ εἴπομεν.
ΓΥ. Α’ ἔγωγέ τοι τὸ σκύταλον ἐξηνεγκάμην
τὸ τοῦ Λαμίου τουτὶ καθεύδοντος λάθρᾳ.
ΠΡ. τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἐκείνων ὧν ‹περιφέρων› πέρδεται.
ΓΥ. Β’ νὴ τὸν Δία τὸν σωτῆρ᾽ ἐπιτήδειός γ᾽ ἂν ἦν
80 τὴν τοῦ Πανόπτου διφθέραν ἐνημμένος
εἴπερ τις ἄλλος βουκολεῖν τὸν δήμιον.
ΠΡ. ‹ἀλλ᾽› ἄγεθ᾽ ὅπως καὶ τἀπὶ τούτοις δράσομεν,
ἕως ἔτ᾽ ἐστὶν ἄστρα κατὰ τὸν οὐρανόν·
ἡκκλησία δ᾽, εἰς ἣν παρεσκευάσμεθα
85 ἡμεῖς βαδίζειν, ἐξ ἕω γενήσεται.
ΓΥ. Α’ νὴ τὸν Δί᾽, ὥστε δεῖ σε καταλαβεῖν ἕδρας
ὑπὸ τῷ λίθῳ τῶν πρυτάνεων καταντικρύ.
ΓΥ. Β’ ταυτί γέ τοι νὴ τὸν Δί᾽ ἐφερόμην, ἵνα
πληρουμένης ξαίνοιμι τῆς ἐκκλησίας.
90 ΠΡ. πληρουμένης τάλαινα; ΓΥ. Β’ νὴ τὴν Ἄρτεμιν
ἔγωγε. τί γὰρ ἂν χεῖρον ἀκροῴμην ἅμα
ξαίνουσα; γυμνὰ δ᾽ ἐστί μου τὰ παιδία.
ΠΡ. ἰδού γε, σὲ ξαίνουσαν, ἣν τοῦ σώματος
οὐδὲν παραφῆναι τοῖς καθημένοις ἔδει.
95 οὐκοῦν καλά γ᾽ ἂν πάθοιμεν, εἰ πλήρης τύχοι
ὁ δῆμος ὢν κἄπειθ᾽ ὑπερβαίνουσά τις
ἀναβαλλομένη δείξειε τὸν Φορμίσιον.
ἢν δ᾽ ἐγκαθεζώμεσθα πρότεραι, λήσομεν
ξυστειλάμεναι θαἰμάτια· τὸν πώγωνά τε
100 ὅταν καθῶμεν ὃν περιδησόμεσθ᾽, ἐκεῖ
τίς οὐκ ἂν ἡμᾶς ἄνδρας ἡγήσαιθ᾽ ὁρῶν;
Ἀγύρριος γοῦν τὸν Προνόμου πώγων᾽ ἔχων
λέληθε. καίτοι πρότερον ἦν οὗτος γυνή·
νυνὶ δ᾽, ὁρᾷς, πράττει τὰ μέγιστ᾽ ἐν τῇ πόλει.
105 τούτου γέ τοι, νὴ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν,
τόλμημα τολμῶμεν τοσοῦτον οὕνεκα,
ἤν πως παραλαβεῖν τῆς πόλεως τὰ πράγματα
δυνώμεθ᾽, ὥστ᾽ ἀγαθόν τι πρᾶξαι τὴν πόλιν.
νῦν μὲν γὰρ οὔτε θέομεν οὔτ᾽ ἐλαύνομεν.

***
ΠΡΑ. Έχετε όλες τα ψεύτικα τα γένια,
να τα φοράμε, όπως είπαμε, στη σύναξη;
Α’ ΓΥΝ. δείχνει τα γένια που κρατάει
70 Μά την Εκάτη, ναι. Γιά κοίτα πράμα!
Β’ ΓΥΝ. Κι εγώ πολύ μεγάλα, παπαδίστικα.
ΠΡΑ. Κι εσείς; Α’ ΓΥΝ. Κι αυτές! Κουνάνε το κεφάλι τους.
ΠΡΑ. Καλά. Μα οικονομήσατε μαγκούρες
σπαρτιάτικες και φορεσιές αντρίκιες
καθώς είπαμε; Α’ ΓΥΝ. Νά με γω, που σούφρωσα
του Λάμπη τη ματσούκα, όταν κοιμόταν.
ΠΡΑ. Τον ξέρουν όλοι, πάει μ᾽ αυτήνε κλάνοντας.
Β’ ΓΥΝ. Ναι, μά το Δία το Σώστη, κι άξιος είναι,
80 φορώντας του Άργου την προβιά, να βόσκει
το δήμο μας το δήμιο, εκατομάτης.
ΠΡΑ. Πάμε τώρα να βάλουμε μπροστά
τη δουλειά, κι όσο ακόμα φέγγουν τ᾽ άστρα
στον ουρανό, τι σύναυγα θ᾽ αρχίσει
η συνεδρίαση και γι᾽ αυτό βιαζόμαστε.
Α’ ΓΥΝ. Τρέχα να πιάσεις, μά το Δία,
μια πρώτη θέση κάτου από το βήμα
κι αντίκρα στους πρυτάνηδες.
Β’ ΓΥΝ. παρουσιάζει ένα πανέρι με μαλλιά
Κι εγώ
πήρα μαζί μου ευτούνα τα μαλλιά
να ξαίνω, όσο ο λαός να μαζευτεί.
90 ΠΡΑ. Κι όταν θα μαζευτεί; Β’ ΓΥΝ. Θα συνεχίσω.
Μήπως θ᾽ ακούω λιγότερο, άμα ξαίνω;
Τα παιδιά μου δεν έχουνε βρακί.
ΠΡΑ. Καλά, να ξαίνεις. Πρόσεχε μονάχα
μην παρακουνηθείς και σου φανεί
τίποτα το κρυφό κάτου απ᾽ τα σκέλια σου.
Ζημιά πολλή μπορεί να πάθουμε όλες,
όταν γεμίσ᾽ η Πνύκα από λαό
και θελήσει καμιά να δρασκελίσει
σηκώνοντας την ούγια της και δείξει
το μούσι του Φορμίσιου. Αλλ᾽ άμα πιάσουμε
θέση νωρίς και καλοσυμμαζέψουμε
100 τους μαντύες και κοτσάρουμε τα γένια
όλοι θα γελαστούν πως είμαστε άντρες.
Έτσι κι ο στρατηγός Αγύρριος έχοντας
μια πήχη γένια κρύβει το κουσούρι του,
πως είναι γυναικούλα από μικρός,
μα τώρα κυβερνάει την πολιτεία.
Γι᾽ αυτόν, μά την ημέρα που χαράζει,
τολμούμε τώρα εμείς το μεγάλο τόλμημα:
να πάρουμε απ᾽ τα χέρια του το δοιάκι
της εξουσίας για να σωθεί η πατρίδα.
Γιατί πολύν καιρό δεν πάει μπροστά
το πλοίο και με πανιά και με κουπιά.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΑΤΡΕΙΔΕΣ, ΕΛΕΝΗ

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
 
Ποια είναι η γυναίκα για την οποία γνωρίζουμε ότι:
 
1. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές του μύθου της, κάτι το οποίο προκαλεί σύγχυση για την ταυτότητα της Ελένης.
2. Υπήρχαν ιερά αφιερωμένα σε εκείνη, ένα στη Θεράπνη (Ηρ. 6.61, Ισ. 10.63, Παυσ. 3.19.9), ένα στον Πλατανιστά (Παυσ. 3.15.2), στη Λακωνία.
3. Υπήρχε γιορτή προς τιμή της, τα Ελένεια (Ησύχιος, λ. Ελένη).
4. Υπήρχε φυτό που λεγόταν ελένειον.
5. Λατρευόταν στη Σπάρτη ιερός πλάτανος με την επιγραφή: σέβου μ', Ελένας φυτόν ειμι. (Θεόκρ., Ειδύλλια 18.39 κ.ε.).
6. Λατρευόταν στη Ρόδο η Ελένη Δενδρίτις.
 
ΙΙ. Καταγωγή Ελένης
 
Α) Κόρη του Δία είτε από τη Λήδα είτε από τη Νέμεση.
 
«Όταν ο Δίας πλάγιασε με τη Λήδα παίρνοντας τη μορφή του κύκνου, την ίδια νύχτα που εκείνη βρέθηκε ερωτικά με τον Τυνδάρεω, από τον Δία γεννήθηκε ο Πολυδεύκης και η Ελένη, από τον Τυνδάρεω ο Κάστορας <και η Κλυταιμνήστρα>. Ωστόσο, κάποιοι διηγούνται ότι η Ελένη είναι κόρη της Νέμεσης και του Δία. Αυτή δηλαδή, προκειμένου να αποφύγει την επαφή με τον Δία, μεταμορφώθηκε σε χήνα, αλλά ο Δίας πήρε τη μορφή του κύκνου και ενώθηκε μαζί της· από το σμίξιμό τους αυτή γέννησε ένα αυγό που κάποιος βοσκός βρήκε στα δάση και το έφερε και το έδωσε στη Λήδα· και αυτή το έβαλε σε ένα κιβώτιο και το φύλαξε και όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή γεννήθηκε η Ελένη που την ανέθρεψε σαν να ήταν δική της κόρη.» (Απολλόδ. 3.10.5-7)
 
Οι δυο αυτές εκδοχές παραδίδονται με διάφορες παραλλαγές, όπως ότι και η Λήδα γέννησε ένα αυγό, το οποίο κρεμόταν με ταινίες από τον ναό της Ιλαείρας και της Φοίβης στη Σπάρτη (Παυσ. 3.16.1-2). Γι' αυτό και ο Παυσανίας (1.33.7-9) περιγράφει ένα ανάγλυφο του Φειδία στον ναό της Νέμεσης στον Ραμνούντα της Αττικής, μια και εκεί είχε γίνει η ένωσή τους (αυτή είναι η αττική εκδοχή του μύθου), που απεικονίζει τη Λήδα να οδηγεί την Ελένη στη μητέρα της Νέμεση. Ακόμη, παραδίδεται πως είχε γεννήσει δύο αυγά, από το ένα βγήκαν η Ελένη και ο Πολυδεύκης, από το άλλο η Κλυταιμνήστρα και ο Κάστορας. Άλλη εκδοχή θέλει μόνο την Κλυταιμνήστρα να γεννιέται φυσιολογικά και τα άλλα τρία αδέλφια από το ίδιο αυγό.
 
Β) Κόρη του Δία και μιας Ωκεανίδας.
 
Γ) Κόρη του Ωκεανού ή της Αφροδίτης.
 
ΙΙΙ. Αρπαγές/εθελοντικές φυγές, γάμοι Ελένης
 
Αρπαγή από τον Θησέα
 
Λέγεται (Σχόλ. Ευρ. Ορ. 249) ότι η Αφροδίτη, για κάποιο λόγο, είτε από θυμό προς τον Τυνδάρεο ή από ζήλεια για την ομορφιά των θυγατέρων του, καταράστηκε τις τρεις κόρες του -Τιμάνδρα, Κλυταιμνήστρα, Ελένη - να κάνουν πολλούς γάμους και να μην μείνουν πιστές στους άνδρες τους.
 
Έτσι, η Ελένη, μόλις δώδεκα χρονών, απήχθη από τον Θησέα και τον φίλο του Πειρίθοο, την ώρα που θυσίαζε στην Άρτεμη, στη Σπάρτη. Στον κλήρο που έριξαν οι δυο φίλοι, την κέρδισε ο Θησέας που την πήγε στις Αφίδνες της Αττικής, γιατί οι Αθηναίοι δεν ήθελαν να δεχτούν την Ελένη στην πόλη από τον φόβο πολέμου με τους Σπαρτιάτες. Εκεί την εμπιστεύτηκε στη μητέρα του Αίθρα. Όσο όμως ο Θησέας έλειπε στον Κάτω Κόσμο μαζί με τον Πειρίθοο για να απαγάγουν την Περσεφόνη, την ελευθέρωσαν τα αδέλφια της, οι Διόσκουροι, οι οποίοι πληροφορήθηκαν τον τόπο όπου ήταν κρυμμένη η αδελφή τους από τους κατοίκους της Δεκέλειας ή από τον ήρωα Ακάδημο. Επιτέθηκαν στο χωριό, απήγαγαν την αδελφή τους μαζί με την Αίθρα και τις έφεραν στη Σπάρτη παίρνοντας τη μητέρα του αττικού ήρωα για δούλα της Ελένης (Απολλόδ. 3.10.7). Λέγεται ότι είτε ο Θησέας σεβάστηκε την κοπέλα, επειδή ήταν ακόμη μικρή, είτε ότι η Ελένη απέκτησε από εκείνον μια κόρη, την Ιφιγένεια, την οποία παρέδωσε στην Κλυταιμνήστρα, ήδη παντρεμένη με τον Αγαμέμνονα, και η οποία την παρουσίασε σαν δική της κόρη.
 
Από το Άργος, όπου η Ελένη γέννησε και ίδρυσε και ναό στη θεά του τοκετού Ειλείθυια, πήγε στη Σπάρτη, όπου ο πατέρα της σχεδίαζε τον γάμο της.
 
Γάμος με τον Μενέλαο
 
Πολλοί ήταν οι υποψήφιοι μνηστήρες της Ελένης, εκλεκτοί νέοι, βασιλιάδες και άρχοντες. Από το Άργος (3), την Αιτωλία (1), τη θεσσαλική Φυλάκη (2), Αθήνα (1), Κρήτη (2), Εύβοια (1), Σαλαμίνα (1), Ιθάκη (1). Ο Ησίοδος απαριθμούσε περισσότερα ονόματα, ο Απολλόδωρος 31 (3, 129 κ.ε.) και ο Υγίνος 36 (81). Άλλοι φτάνουν μέχρι τον αριθμό ενενήντα εννέα.
 
Όλοι τους άνδρες ισχυροί, που έφεραν πολλά δώρα για να κερδίσουν τη νύφη (μέταλλα, σκεύη από πολύτιμα μέταλλα, γυναίκες, κοπάδια κτλ.), και γενναίοι. Ο αριθμός των μνηστήρων και τα δώρα που προσφέρουν τονίζουν την ομορφιά της Ελένης. Επιθυμία του Τυνδάρεου ήταν η κόρη του να παντρευτεί τον Μενέλαο, και γιατί ήταν πλουσιότερος απ' όλους τους μνηστήρες και γιατί ήταν αδελφός του Αγαμέμνονα, άνδρας της μεγάλης του κόρης, της Κλυταιμνήστρας. Ωστόσο, υπήρχε κίνδυνος να συγκρουστούν οι μνηστήρες μεταξύ τους ή να ενωθούν όλοι εναντίον του Τυνδάρεου και αυτού που θα είχε διαλέξει για γαμπρό του. Γι' αυτό και, πριν την εκλογή, δέσμευσε με όρκο τους μνηστήρες, ύστερα και από προτροπή του Οδυσσέα, να σεβαστούν την όποια απόφαση και επιπλέον να συνδράμουν στον σύζυγο της Ελένης, όποιος κι αν ήταν, σε περίπτωση που η Ελένη γινόταν θύμα αρπαγής. Σε επικύρωση του όρκου ο Τυνδάρεος θυσίασε ένα άλογο -στη Λακεδαίμονα υπήρχε τοποθεσία που ονομαζόταν Ίππου μνήμα (Παυσ. 3.20.9).
 
«Μόλις είδε το πλήθος όλων αυτών ο Τυνδάρεος φοβήθηκε μήπως η προτίμηση σε έναν προκαλέσει την εξέγερση των υπολοίπων. Αλλά ο Οδυσσέας του υποσχέθηκε ότι αν τον βοηθήσει να παντρευτεί την Πηνελόπη, θα του υποδείξει κάποιο τρόπο, ώστε να μη γίνει καμία εξέγερση· και όταν ο Τυνδάρεος του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει, εκείνος του είπε να δεσμεύσει με όρκο τους μνηστήρες να βοηθήσουν τον γαμπρό που θα επιλεγόταν, σε περίπτωση που κάποιος θα τον έβλαπτε στον γάμο του. Μόλις το άκουσε αυτό ο Τυνδάρεος όρκισε τους μνηστήρες, διάλεξε τον Μενέλαο για γαμπρό και ζήτησε από τον Ικάριο την Πηνελόπη για τον Οδυσσέα.» (Απολλόδ. 3.10.7-9)
 
Ο γάμος, λοιπόν, έγινε ομαλά και μάλιστα ο Τυνδάρεος, όταν έχασε τα αγόρια του, ζήτησε από τον Μενέλαο να αφήσει το Άργος και να βασιλέψει στη Σπάρτη. Από την ένωση του ζεύγους γεννήθηκε η Ερμιόνη.
 
Αρπαγή από τον Πάρη
 
Η έλευση του γιου του βασιλιά της Τροίας Πριάμου, του Πάρη, στη Σπάρτη, με πλοία που είχαν φτιαχτεί αποκλειστικά για αυτό το ταξίδι, μια και οι Τρώες δεν ήταν λαός θαλασσινός, διέκοψε τον ήρεμο γάμο. Η ίδια η θεά Αφροδίτη οδήγησε τον Πάρη μέχρι τις Αμύκλες, όπου φιλοξενήθηκε από τους Τυνδαρίδες και μετά στη Σπάρτη, όπου φιλοξενήθηκε από τον Μενέλαο, με σκοπό να του χαρίσει ως έπαθλο την ωραιότερη γυναίκα, ανταμοιβή στον Τρώα για την επιλογή της ως της ωραιότερης θεάς.
 
Άλλη εκδοχή αποδίδει την έλευση του Πάρη στον Μενέλαο και όχι σε θεϊκή παρέμβαση. Λεγόταν ότι ο Μενέλαος είχε κάποτε φιλοξενηθεί στην Τροία από τον Πάρη, όταν χρησμός τον έφερε στην περιοχή για να θυσιάσει στους τάφους των γιων του Προμηθέα και να εξευμενίσει τους θεούς, ώστε να απαλλαχτεί η Σπάρτη από την ξηρασία που την έπληττε. Αργότερα, ο Μενέλαος ανταπέδωσε τη φιλοξενία στον Πάρη και τον καθήρε από ακούσιο φόνο που είχε διαπράξει, οπότε και είχε αναγκασθεί να εγκαταλείψει την Τροία.
 
Δέκα μέρες μετά την έλευσή του ο Μενέλαος ειδοποιήθηκε για τον θάνατο του Κατρέα, παππού του από την πλευρά της μητέρας του και έφυγε αμέσως για την Κρήτη, για να τον κηδέψει, αφήνοντας εντολή στην Ελένη να περιποιηθεί τον ξένο τους, ο οποίος από την πρώτη στιγμή της είχε προσφέρει πλούσια δώρα.
 
Εκμεταλλευόμενος την απουσία του Μενέλαου, ο Πάρης έφυγε με την Ελένη, με σκλάβες και θησαυρούς από το παλάτι του οικοδεσπότη. Για άλλους συγγραφείς η απαγωγή της Ελένης έγινε με τη συγκατάθεσή της -σαγηνεύτηκε από την ομορφιά του νέου και τα πλούτη του-, άλλοι θεωρούν ότι έγινε με τη βία, άλλοι ότι τον γάμο αυτό ενθάρρυνε ο ίδιος ο Τυνδάρεος, ο θνητός πατέρας της Ελένης, και άλλοι ότι έγινε με την παρέμβαση της Αφροδίτης και εν αγνοία της Ελένης, καθώς η θεά έδωσε στον Πάρη τη θωριά του Μενέλαου.
 
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (2.117) το καράβι των δύο εραστών έφτασε στην Τροία μέσα σε τρεις ημέρες. Άλλοι παραδίδουν πως τους βρήκε κακοκαιρία -την προκάλεσε η Ήρα- που τους έριξε στη Σιδώνα, τη Φοινίκη, την Κύπρο. Αργότερα, πρόσθεσαν σε αυτή την εκδοχή και άλλες λεπτομέρειες· ότι ο Πάρης κατέλαβε τη Σιδώνα, αν και είχε γίνει φιλικά δεκτός από τον βασιλιά, λεηλάτησε το παλάτι και έφυγε κυνηγημένος από τους Φοίνικες. Άλλη παραλλαγή θέλει τον Πάρη να καθυστερεί στη Φοινίκη και την Κύπρο για να αποφύγει το κυνηγητό του Μενέλαου.
 
Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις ο Ερμής άρπαξε την Ελένη και την πήγε στην Αίγυπτο υπό την προστασία του βασιλιά Πρωτέα και ο Πάρης μετέφερε στην πόλη του ένα ομοίωμα της Ελένης καμωμένο από νέφος. Ήταν η Ήρα που προκάλεσε αυτή την αντικατάσταση, για να εκδικηθεί τον Πάρη για την εκλογή της Αφροδίτης ως της ωραιότερης θεάς.
 
Γάμος με τον Δηίφοβο
 
Μετά τον θάνατο του Πάρη, ο Πρίαμος όρισε την Ελένη ως έπαθλο για τον γενναιότερο. Παρουσιάστηκαν ο Δηίφοβος, ο Έλενος και ο Ιδομενέας. Υπερίσχυσε ο πρώτος, τον οποίο σκότωσε ο Μενέλαος.
 
Γάμος με τον Αχιλλέα
 
Μία παράδοση, άγνωστη στην Ιλιάδα, θέλει τον Αχιλλέα να ποθεί να γνωρίσει την ωραία γυναίκα. Θέτιδα και Αφροδίτη κανονίζουν συνάντησή τους -άλλοι θέλουν να γίνεται πριν την αρχή του πολέμου, άλλοι λίγο πριν τον θάνατο του Αχιλλέα. Και επειδή διάφοροι μυθογράφοι μιλούν για πέντε συζύγους της Ελένης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η συνάντηση κατέληξε σε ένωση. Κατά άλλους ο γάμος τελέστηκε μετά «θάνατο», στη Λευκή νήσο, στις εκβολές του Δούναβη στη Μαύρη θάλασσα. Τον γάμο γιόρτασαν ο Ποσειδώνας και άλλοι θεοί, όχι όμως θνητοί.
 
Τα παιδιά της Ελένης
 
Από τον γάμο της Ελένης με τον Μενέλαο γεννήθηκε, πριν από τα Τρωικά, η Ερμιόνη, μόνο παιδί του ζεύγους σύμφωνα με τον Όμηρο (δ 13-14). Σύμφωνα με άλλες πηγές, μετά την επιστροφή της στη Σπάρτη γέννησε τον Νικόστρατο και τον Αιθιόλα (ή Δίαιθο ή Μαράφιο). Ακόμη, αναφέρονται οι: Σωσιφάνης, Θρόνιος, Πλεισθένης και η Μελίτη.
 
Από τον Πάρη απέκτησε μία κόρη που ονομάστηκε Έλενα και η οποία λέγεται ότι σκοτώθηκε από την Εκάβη και τέσσερις γιους, τους Κόρυθο (ή Έλενο), Άγανο, Βούνικο, Ιδαίο, που χάθηκαν κάτω από μια στέγη που έπεσε, όταν κυριεύτηκε η Τροία.
 
Από τον Αχιλλέα απέκτησε τον φτερωτό Ευφορίωνα που τον ερωτεύτηκε ο Δίας.
 
IV. H Ελένη στην Τροία
 
Σύμφωνα με τον Όμηρο η Ελένη έζησε όλα τα χρόνια του πολέμου στην Τροία. Την ομορφιά της θαύμασαν και παίνεψαν η Εκάβη και ο Πρίαμος και άλλοι Τρώες. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η σκηνή πάνω στα τείχη, όπου οι γέροντες Τρώες εκφράζουν τον θαυμασμό τους για την Ελένη. Ως εκ τούτου οι πρεσβείες που έστειλαν οι Έλληνες για ειρηνική επίλυση της διαφοράς (Μενέλαος και Οδυσσέας, Ακάμαντας και Διομήδης) δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Οι Τρώες τη θεωρούν αιτία του πολέμου και τη μισούν, Πρίαμος και Έκτορας γνωρίζουν πως η Ελένη είναι μόνο ένα όργανο στο θέλημα των θεών.
 
Ποιους υποστηρίζει τελικά η Ελένη; Τους Έλληνες ή τους Τρώες; Ξέροντας τι κρύβεται στην κοιλιά του Δούρειου ίππου, μιμείται τις φωνές των συζύγων των αρχηγών των Ελλήνων για να προκαλέσει την απάντησή τους. Αυτό κάνει την πλάστιγγα της προτίμησής της να γέρνει προς τους Τρώες. Ωστόσο, δύο φορές η Ελένη αναγνώρισε τον Οδυσσέα, όταν εκείνος είχε μπει κρυφά στην πόλη, την πρώτη φορά ντυμένος ζητιάνος και παραμορφωμένος στο πρόσωπο από ζωγραφισμένες ουλές ή επειδή έβαλε τον Θόαντα να τον κακοποιήσει. Τη δεύτερη, όταν μπήκε μαζί με τον Διομήδη για να κλέψουν το παλλάδιον, το ξόανο της Αθηνάς, χωρίς το οποίο δεν θα κέρδιζαν τον πόλεμο οι Έλληνες, όπως είχε προβλέψει ο Έλενος, ο γιος του Πρίαμου. Η Ελένη όχι μόνο σιώπησε αλλά και τον βοήθησε (Απολλόδ., Επ. 5.10, 5.13, 5.21).
 
Επιπλέον, τη νύχτα της άλωσης, ύστερα από συμφωνία με τον Οδυσσέα, από την ακρόπολη κάνει σινιάλο στον ελληνικό στόλο που παρέμενε κρυμμένος στην Τένεδο, για να επιστρέψει. Επιπλέον, άδειασε το σπίτι του Δηίφοβου από τα όπλα. Εκεί μπήκε ο Μενέλαος, σκότωσε τον Δηίφοβο έχοντας την πρόθεση να σκοτώσει και την Ελένη. Κάμφθηκε όμως μπροστά στη θέα του μισόγυμνου κορμιού της ή επειδή είχε προσπέσει ικέτισσα στον ναό της Αφροδίτης. Όταν οι άλλοι Έλληνες θέλησαν να τη λιθοβολήσουν, τα χέρια τους παρέλυσαν μπροστά στην ομορφιά του προσώπου και του κορμιού της.
 
V. Το ταξίδι της επιστροφής

Μετά από οκτώ χρόνια περιπλανήσεων έφτασε η Ελένη με τον άνδρα της στη Σπάρτη. Οι περιπλανήσεις του ζεύγους στην Ανατολική Μεσόγειο, κυρίως στην Αίγυπτο, μετά από ένα ναυάγιο, συνδέονται και με την εμπειρία που απέκτησε η Ελένη σε βότανα που θεραπεύουν, φαρμακώνουν, απαλύνουν τον πόνο. Τα βότανα αυτά χρησιμοποίησε στη Σπάρτη, όταν τους επισκέφτηκε ο Τηλέμαχος για να μάθει για τον πατέρα του (Οδ., δ 19-32*).
 
Για δεύτερη φορά, λοιπόν, η Ελένη βρέθηκε στην Πύλο, μία με τον Πάρη, τώρα με τον Μενέλαο. Εκεί έθαψαν τον κυβερνήτη του πλοίου τους, τον Κάνωπο (ή Κάνωβο) που πέθανε από τσίμπημα φιδιού και θα γίνει ο ήρωας της Κανώπης στις εκβολές του Νείλου. Στο μεταξύ η Ελένη σκότωσε το φίδι και πήρε το δηλητήριό του.
 
Για την παραμονή τους ζεύγους στην Αίγυπτο διηγούνται ότι, ενώ ο βασιλιάς Θων ή Θώνης τους φιλοξένησε, πόθησε την Ελένη και γι' αυτό ο Μενέλαος τον σκότωσε. Κατά άλλους, ο Μενέλαος έφυγε σε εκστρατεία στην Αιθιοπία και η γυναίκα του βασιλιά, η Πολυδάμνα, την έστειλε στο νησί Φάρος, για να την απομακρύνει από τον σύζυγό της. Της έδωσε όμως το βότανο ελένιον για να την προφυλάσσει από τα φίδια του νησιού. Κατά άλλους, η Ελένη έφυγε από μόνη της από την Τροία, γιατί νοσταλγούσε τον Μενέλαο. Με ένα καράβι που ο καπετάνιος του λεγόταν Φάρος έφυγε από την Τροία αλλά τρικυμία τους έριξε στην Αίγυπτο. Στο νησάκι φίδι τσίμπησε τον καπετάνιο και η Ελένη το ονόμασε προς τιμή του Φάρο. Η παραλλαγή αυτή, αξιοποιώντας τον μύθο για το ναυάγιο στην Αίγυπτο, δημιουργεί έναν αιτιολογικό μύθο -αιτιολογείται η ονομασία του νησιού-, και, επιπλέον, εμφανίζει την Ελένη με αρχές που πρέπουν σε γυναίκα. Μετά το τέλος του πολέμου ο Μενέλαος βρήκε τη γυναίκα του στην Αίγυπτο.
 
Για το ταξίδι της επιστροφής της Ελένης από την Τροία στη Σπάρτη βλ. και Μενέλαος, Επιστροφή**
 
VI. Η Ελένη στην Αίγυπτο
 
Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, τις οποίες αξιοποίησε ο Ευριπίδης, η Ελένη δεν απάτησε τον άνδρα της και ούτε ποτέ πήγε στην Τροία. Αυτό που άρπαξε ο Πάρης ήταν ένα ομοίωμά της, φτιαγμένο από σύννεφο από την ίδια την Ήρα, που με αυτόν τον τρόπο εκδικήθηκε τον Πάρη για την επιλογή του της Αφροδίτης ως θεάς της ομορφιάς. (Σύμφωνα με άλλους συγγραφείς η αντικατάσταση με είδωλο έγινε από τον Πρωτέα, τον βασιλιά της Αιγύπτου που είχε μαγικές ιδιότητες.) Ο Ερμής οδήγησε κρυφά την Ελένη στην Αίγυπτο, όπου έμενε προστατευμένη από τον βασιλιά Πρωτέα, μέχρι που εκείνος πέθανε. Ο γιος του Θεοκλύμενος πόθησε την Ελένη, η οποία αναγκάστηκε να προσπέσει στον τάφο του Πρωτέα ως ικέτισσα προκειμένου να σωθεί από τις ορέξεις του νέου βασιλιά.
 
Η άφιξη του Τεύκρου στην Αίγυπτο, ενδιάμεσος σταθμός πριν φτάσει στην Κύπρο μετά την άλωση της Τροίας, έφεραν την Ελένη σε απελπισία, καθώς πληροφορήθηκε από αυτόν τον θάνατο της μητέρας της και το γεγονός ότι στην ουσία αγνοούνταν η τύχη των αδελφών της, τις κατάρες των Ελλήνων που τη θεωρούσαν υπεύθυνη για τους τόσους θανάτους και το γεγονός ότι η τύχη του άνδρα της αγνοούνταν επτά χρόνια μετά την άλωση της Τροίας. Η πληροφορία που της έδωσε η μάντισσα Θεονόη, αδελφή του Θεοκλύμενου, ότι ο άνδρας της ζει αλλά περιπλανιέται, την απέτρεψε από το να εκτελέσει την απόφασή της να θέσει τέρμα στη ζωή της. Τότε ήταν που κατέφτασε ο Μενέλαος ναυαγός με λίγους συντρόφους και με το είδωλο της Ελένης να το έχει τοποθετήσει σε μια σπηλιά.
 
Μετά τη συνάντηση και την αναγνώριση του ζεύγους, την αποκάλυψη της αλήθειας και την αφήγηση των παθών τους, Μενέλαος και Ελένη κατέστρωσαν σχέδιο απόδρασης από την Αίγυπτο, που πολύ θυμίζει το σχέδιο απόδρασης της Ιφιγένειας, του Ορέστη και του Πυλάδη από τη γη των Ταύρων.
 
Όπως και ο Θόας της Ταυρίδας, έτσι και ο Θεοκλύμενος της Αιγύπτου σκότωνε κάθε Έλληνα που έφτανε στα αιγυπτιακά ακρογιάλια. Και φυσικά, ο Αιγύπτιος βασιλιάς δεν θα δεχόταν να παραχωρήσει την Ελένη στον άνδρα της. Το ζεύγος εξασφάλισε καταρχάς τη σιωπή της Θεονόης και μετά ο Μενέλαος εμφανίζεται ρακένδυτος στον βασιλιά, ως σύντροφος του Μενέλαου, για να αναγγείλει στην Ελένη τον θάνατο του άνδρα της στις λιβυκές ακτές. Ο «θάνατος» του Μενέλαου, τον οποίο η Ελένη φροντίζει να θρηνήσει με όλα τα έθιμα -κόβει τα μαλλιά της, ντύνεται στα μαύρα- ανοίγει τον δρόμο για τον γάμο της Ελένης με τον βασιλιά της Αιγύπτου, ο οποίος της δίνει την άδεια να τελέσει τις τελευταίες τιμές, κυρίως να πετάξει στη θάλασσα όλα τα υπολείμματα θυσιών προς τιμή ενός νεκρού της θάλασσας που δεν βρέθηκε το πτώμα του. Ο Θεοκλύμενος της παραχωρεί ένα καράβι με αιγύπτιους σκλάβους, για να κουβαλήσουν τα κτερίσματα, και με συνοδούς τους έλληνες ναυαγούς, οι οποίοι στα ανοιχτά σκοτώνουν τους σκλάβους και τραβούν κατά την Ελλάδα. Τότε ήταν που οι Διόσκουροι ανακοινώνουν στην αδελφή τους ότι μετά τον θάνατό της θα αποθεωθεί και ο Μενέλαος θα κατοικήσει στο νησί των Μακάρων. Στο μεταξύ κατευνάζουν και τον θυμό του Θεοκλύμενου.
 
Ο πρώτος που υιοθέτησε την άποψη ότι η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία ήταν ο Στησίχορος, ο οποίος απέδωσε την τύφλωση που τον βρήκε στο γεγονός ότι κατηγόρησε την Ελένη για απιστία. Την όρασή του ξαναβρήκε όταν αναίρεσε σε ένα νέο ποίημα, την Παλινωδία, όσα είχε γράψει παλαιότερα: «Δεν είναι αληθινός αυτός εδώ ο λόγος· / ούτε μπήκες στα καλοφτιαγμένα πλοία με τα γερά κουπιά, / ούτε έφθασες στα τείχη της Τροίας» (Πλάτ. Φαίδρ. 243a).
 
Σχετικά με την παραμονή της Ελένης στην Αίγυπτο, ο Ηρόδοτος (2.112-120) γράφει πως η Ελένη έφτασε μαζί με τον Πάρη στην Αίγυπτο, αλλά όταν ο Πρωτέας πληροφορήθηκε την ανόσια πράξη του Πάρη, τον έδιωξε, ενώ εκείνη την κράτησε φυλακισμένη μέχρι να την αναζητήσει ο σύζυγός της Μενέλαος.
 
VII. Η Ελένη στη Σπάρτη μετά τα Τρωικά
 
Μετά το τέλος του πολέμου ο Μενέλαος πήρε την Ελένη από την Τροία ή από την Αίγυπτο και έζησαν αρμονικά στη Σπάρτη (Οδ., δ 120 κ.ε.). Εκεί υποδέχτηκε το ζευγάρι τον Τηλέμαχο, που ζητούσε πληροφορίες για τον πατέρα του, την ημέρα που πάντρευαν την κόρη τους Ερμιόνη. Στη Σπάρτη η Ελένη εμφανίζεται με χαρακτηριστικά που θυμίζουν Πηνελόπη, τουλάχιστον από την άποψη των ενασχολήσεων και της παραμονής στον χώρο που της ορίστηκε με τον γάμο της (δ 120-139), όμως και αξιοποιώντας τις γνώσεις που απέκτησε στην Αίγυπτο για τα μαγικά βότανα*.
 
VIII. «Θάνατος» Ελένης

Ο Απολλόδωρος παραδίδει ότι η Ελένη μεταφέρθηκε στα Ηλύσια πεδία, όπου έζησε με τον Μενέλαο. Ο Ευριπίδης (Ορ. 1629 κ.ε.) την είχε ανεβάσει στους ουρανούς με παρέμβαση του Απόλλωνα, που με προσταγή του Δία, σώζει την Ελένη από τα σπαθιά των δύο φίλων, Ορέστη και Πυλάδη, την υψώνει στους αιθέρες, όπου η Ελένη θα ζήσει αθάνατη δίπλα στα αδέλφια της τους Διόσκουρους, παραστέκοντάς τους στο έργο τους για την προστασία των ταξιδιωτών της θάλασσας.
 
Τέλος, ο Παυσανίας (3.19.9-11) αναφέρει ότι η Ελένη μετά τον θάνατο του Μενέλαου εξορίστηκε από τους γιους του Μενέλαου και μετέβη στην αργολική αποικία της Ρόδου, στη φίλη της Πολυξώ, συζύγου του Τληπόλεμου. Όμως εκείνη, για να εκδικηθεί τον θάνατο του ανδρός της και άλλων στην Τροία, έντυσε τις δούλες του παλατιού Ερινύες. Έτσι εμφανίστηκαν στην Ελένη την ώρα που έπαιρνε το λουτρό της, για να την τρομάξουν. Τελικά την κρέμασαν σε ένα δέντρο ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή τη βασάνισαν τόσο πολύ που η ίδια κρεμάστηκε. Γι' αυτό υπάρχει στη Ρόδο το ιερό της Ελένης Δενδρίτιδος.
 
Άλλοτε πάλι λέγεται ότι η Ιφιγένεια τη θυσίασε στην Ταυρίδα ή ότι η Θέτιδα τη σκότωσε στο ταξίδι της επιστροφής για να εκδικηθεί τον θάνατο του Αχιλλέα.
 
ΙX. Επιλογικές παρατηρήσεις
 
Αθώα ή ένοχη η Ελένη; Υπεύθυνη για ό,τι έγινε ή όργανο ενός πεπρωμένου ανεξάρτητου και πέρα από τη θέλησή της; Οι διάφορες παραλλαγές που θέλουν την Ελένη να πηγαίνει με τη θέλησή της στην Τροία ή με τη βία ή να μην πηγαίνει καθόλου η ίδια ή να φεύγει από εκεί για να επιστρέψει στον σύζυγό της, θέτουν στην ουσία αυτό το ερώτημα. Το ίδιο και οι παραλλαγές του θανάτου της -θνητή ή αθάνατη η Ελένη; Ωστόσο, ο αρχικός πυρήνας του μύθου προδηλώνει αυτό που προκύπτει από τις εισαγωγικές επισημάνσεις: ότι η Ελένη είναι μια παλαιά, προ- ή παλαιοελληνική, θεότητα της βλάστησης -εξού και η σχέση της με δέντρα και βότανα, όπως και των κοντινών της ανθρώπων, του Μενέλαου με πλάτανο στις Καρυές της Αρκαδίας (Παυσ. 8.23.4), των αδελφών της Διοσκούρων με αγριαχλαδιά στη Μεσσηνία (Παυσ. 4.16.5). Και ακόμη: οι μύθοι των αρπαγών της δεν είναι παρά η συμβολική μεταφορά της πραγματικότητας μιας αγροτικής διαδικασίας, του κρυψίματος του σπόρου στη γη ή της φύλαξής του σε σκοτεινές αποθήκες. Επομένως, οι παραστάσεις της Ελένης ανάμεσα σε δύο άνδρες μπορεί να είναι της παλαιάς θεότητας της βλάστησης και της γονιμότητας μαζί με τους παρέδρους της. Ακόμη και η θεοποίηση του Μενελάου και των Τυνδαρίδων, των Διοσκούρων, οφείλεται σε αυτή τη γυναικεία και κυριαρχούσα θεότητα, κάτι που υποστηρίζει την πρωταρχικότητά της.
 
Οι ίδιες αυτές παραστάσεις και οι ίδιοι μύθοι στα μυκηναϊκά χρόνια αξιοποιήθηκαν προς όφελος των αξιών και των ιδεωδών της νέας εποχής και των νέων κοινωνιών που στήριζαν τον πλούτο τους στις αρπαγές (κοπαδιών και γυναικών) από τους κυρίαρχους άνδρες. Η Ελένη του Θησέα και η Ελένη της Σπάρτης, η Ελένη σπόρος και η Ελένη ποθητή γυναίκα, δεν είναι σίγουρο ότι αποτελούσαν το ίδιο πρόσωπο αρχικά. Οι μύθοι, όμως, κατάφεραν να τις συνδέσουν, όχι πάντοτε με επιτυχία, γι' αυτό και προκύπτουν συγχύσεις.
--------------------------
*Τα βότανα της Ελένης
Και τότε η Ελένη άλλα στοχάστηκε, του γιου του Κρόνου η κόρη·
κάποιο βοτάνι επήρε κι έριξε μες στο κρασί που επίναν,
ξαρρωστικό του πόνου, ανέχολο, λησμονικό της πίκρας·
μες στο κροντήρι σαν το σύσμιγαν και το 'πινε κανένας,
απ' την αυγή ως το βράδυ θα 'μενε με αδάκρυτα τα μάτια,
ακόμα κι αν τυχόν του πέθαιναν μητέρα και πατέρας,
το γιο του ακόμα για το αδέρφι του μπροστά του εκεί αν σκότωναν
με το χαλκό, και με τα μάτια του τα ίδια θωρούσε εκείνος.
Τέτοιας λογής βοτάνια φύλαγε θαματουργά η Ελένη,
ξαρρωστικά· τα 'χε απ' την Αίγυπτο, της Πολυδάμνας δώρο,
της γυναικός του Θώνα· αρίφνητα φυτρώνει η γης κει πέρα,
μισά ξαρρωστικά, αξεδιάλεχτα, μισά φαρμακωμένα.
Εκεί γιατρός είναι καθένας τους, και τους ανθρώπους όλους
περνούν στην τέχνη αυτή, τι η φύτρα τους απ' τον Παιήονα σέρνει.
 
**Επιστροφή
Ο Μενέλαος θέλησε μετά την άλωση της Τροίας να ξεκινήσουν για το ταξίδι της επιστροφής, όμως ο Αγαμέμνονας παρέμενε, για να εξιλεώσει με θυσίες την Αθηνά για τις καταστροφές των ιερών στην Τροία. Στη συνέλευση που συγκάλεσαν οι Ατρείδες δεν στάθηκε δυνατό να παρθεί κοινή απόφαση. Έτσι, Μενέλαος, Νέστορας, Οδυσσέας, Διομήδης και άλλοι βασιλιάδες φόρτωσαν στα καράβια τους τα λάφυρα και έφυγαν, ενώ ο Αγαμέμνονας περέμεινε στην Τρωάδα. Εκεί επέστρεψαν ο Οδυσσέας και άλλοι αρχηγοί, γιατί στην Τένεδο προέκυψε νέα σύγκρουση μεταξύ των αρχηγών, την οποία προκάλεσε ο Δίας.
Μενέλαος, Νέστορας και Διομήδης συνέχισαν το ταξίδι της επιστροφής. Και στη Λέσβο όμως προέκυψε ζήτημα μεταξύ τους για τον δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Σημάδι από τον Δία τους υπέδειξε το ανοιχτό πέλαγος προς της Γεραιστό, το νοτιοανατολικό ακρωτήρι της Εύβοιας. Με πρίμο αέρα έφτασαν στον προορισμό τους, όπου θυσίασαν στον Ποσειδώνα. Λίγες μέρες μετά, Νέστορας και Διομήδης βρίσκονταν πια στις πατρίδες τους, όχι όμως και ο Μενέλαος που αναγκάστηκε να αποβιβαστεί στο Σούνιο για να θάψει τον κυβερνήτη του καραβιού του, τον γιο του Ονήτορα Φρόντη που πέθανε ξαφνικά πάνω στο τιμόνι. Στον Μαλέα τα εξήντα καράβια του Μενέλαου αντιμετώπισαν ενάντιους ανέμους που τους έριξαν νότια. Το μεγαλύτερο μέρος του στόλου τσακίστηκε στον ανοιχτό κόλπο της Φαιστού. Με πέντε μόνο καράβια πια, ο Μενέλαος παρασύρθηκε στην Αίγυπτο, όπου βρήκε την ευκαιρία να μαζέψει καινούρια πλούτη, ενώ ο βασιλιάς της Θήβας Πόλυβος του χάρισε πολύτιμα δώρα. Το ίδιο και η βασίλισσα Αλκάνδρα στην Ελένη, ενώ η αιγύπτια Πολύδαμνα, γυναίκα του Θώνα, την προμήθευσε με βότανα, θεραπευτικά ή φαρμακερά. Ο Μενέλαος περιπλανήθηκε και στη Σιδώνα, την Κύπρο, τη Φοινίκη, την Ερεμβία (;), τη Λιβύη, γενικότερα στα παράλια της νοτιοναταλικής Μεσογείου, σε αντίθεση με τον Οδυσσέα που περιπλανήθηκε στις δυτικές και βορειοδυτικές θάλασσες και, μερικώς, στις βορειοανατολικές.
Απρονοησία τον έκανε να μην θυσιάσει στους θεούς φεύγοντας από την Αίγυπτο. Αυτοί τον τιμώρησαν ρίχνοντάς τον στο νησάκι Φάρος, απέναντι από την Αλεξάνδρεια. Ενάντιοι άνεμοι τον δέσμευσαν εκεί για είκοσι μερόνυχτα. Αλλά όπως ο νεκρός Τειρεσίας υπέδειξε στον Οδυσσέα τον τρόπο του γυρισμού, έτσι και μια νεαρή κοπέλα, η Ειδοθέα, κόρη του γέροντα της θάλασσας Πρωτέα, συμβούλεψε τον Μενέλαο να αναζητήσει τον πατέρα της και να τον ρωτήσει για τον γυρισμό του. Ακολουθώντας της οδηγίες της Ειδοθέας, ο Μενέλαος με τρεις συντρόφους μπήκαν σε μια έρημη σπηλιά. Εκεί η κοπέλα τους σκέπασε με δέρματα από τέσσερις φώκιες που η ίδια μόλις είχε ξεγδάρει και, για να μην πνιγούν οι τέσσερις άνδρες από την άσχημη μυρωδιά, τους έσταξε αμβροσία στα ρουθούνια. Σε λίγο βγήκαν οι φώκιες από τη θάλασσα και ο Πρωτέας που τις μέτρησε και τις βρήκε εντάξει - μαζί και τις τέσσερις που η κόρη του είχε σκοτώσει. Εδώ η μυθική περιγραφή συνταιριάζει την πραγματική συμπεριφορά στις κοινότητες που δημιουργούν οι φώκιες με το φανταστικό στοιχείο - ό,τι ακριβώς κάνει ο ποιητής της Οδύσσειας με την περιγραφή της κοινότητας των Κυκλώπων που παραπέμπει σε κοινωνίες κτηνοτροφικές με καθαρά ποιμενικό χαρακτήρα.
Ο Πρωτέας αποκοιμήθηκε και τότε ο Μενέλαος και οι σύντροφοί του τον άρπαξαν. Ο γέροντας μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι, φίδι, λεοπάρδαλη, κάπρο, νερό, δέντρο, όπως η Θέτιδα όταν προσπαθούσε να την πιάσει ο Πηλέας. Όποια μορφή κι αν έπαιρνε, οι άνδρες τον κρατούσαν σφιχτά. Αποκαμωμένος πήρε την αρχική μορφή του και συμβούλευσε τον Μενέλαο να επιστρέψει στον Νείλο και να θυσιάσει στον Δία και τους άλλους θεούς. Τον πληροφόρησε ακόμη για την τύχη των άλλων ηρώων, του Λοκρού Αίαντα, του αδελφού του Αγαμέμνονα, του Οδυσσέα που χρόνια τον κρατούσε η Καλυψώ στο νησί της και προφήτευσε τον θάνατο του Μενέλαου και τη μετάβασή του στα Ηλύσια πεδία, σε τόπο ευλογημένο, με κυβερνήτη τον Ραδάμανθυ, χωρίς βροχές, χιόνια, βαρυχειμωνιές (Οδ., δ 382-570).
Ο Μενέλαος ενήργησε σύμφωνα με τις υποδείξεις του Πρωτέα και επιπλέον ύψωσε κενοτάφιο στον Αγαμέμνονα, για να μείνει το όνομά του και στα ξένα. Με ούριο άνεμο έφτασε τελικά στην πατρίδα του ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια απουσίας.
Στη Σπάρτη Μενέλαος και Ελένη έζησαν αρμονικά. Στο παλάτι υποδέχτηκαν και τον Τηλέμαχο, μάλιστα την ημέρα που πάντρευαν την κόρη τους Ερμιόνη. Ο νέος είχε φύγει από την Ιθάκη σε ένα ταξίδι αναζήτησης πληροφοριών για τον πατέρα του. Πρώτα επισκέφτηκε την Πύλο και στη συνέχεια τη Σπάρτη. Η Ελένη, με ασχολίες και συμπεριφορά που θυμίζουν Πηνελόπη, όμως και αξιοποιώντας τις γνώσεις που απέκτησε στην Αίγυπτο για μαγικά βότανα, κατάφερε να κατάφερε να ηρεμήσει τον άνδρα της και τον φιλοξενούμενό τους από τη θλίψη που τους προκάλεσε η ανάμνηση του Οδυσσέα (Οδ. δ 136-154, 169-185).

Ο Αριστοτέλης, η ευνοϊκή διάθεση, η ομόνοια και η ευεργεσία

Για τον Αριστοτέλη η ευνοϊκή διάθεση προς κάποιον δεν μπορεί να ταυτιστεί ούτε με τη φιλία ούτε με την αγάπη: «Αυτό που λέμε “ευνοϊκή διάθεση” έχει μέσα του κάτι από τη “φιλική σχέση”, φιλία όμως δεν είναι. Ευνοϊκή, πράγματι, διάθεση μπορεί να έχει κανείς και απέναντι σε άγνωστά του πρόσωπα και δίχως αυτοί να το ξέρουν, φιλία όμως αυτό δεν είναι» (1166b 5, 34-36).
 
Και αμέσως συμπληρώνεται: «Ούτε όμως και αγάπη είναι, για το λόγο ότι δεν έχει ούτε εκείνη την ένταση ούτε εκείνη την τόσο μεγάλη επιθυμία που συνοδεύουν την αγάπη. Η αγάπη, εξάλλου, προϋποθέτει συναναστροφή και γνωριμία, ενώ η ευνοϊκή διάθεση μπορεί να γεννηθεί και ξαφνικά, όπως συμβαίνει π.χ. με τους αθλητές στο στίβο: οι θεατές εμφανίζουν ευνοϊκή διάθεση απέναντί τους και θέλουν ό,τι και εκείνοι, δε θα έπρατταν όμως τίποτε για να τους βοηθήσουν, γιατί –όπως είπαμε– η ευνοϊκή γι’ αυτούς διάθεσή τους γεννιέται ξαφνικά και η αγάπη τους γι’ αυτούς είναι επιφανειακή» (1166b 5, 37-40 και 1167a 5, 1-3).
 
Ούτε η φιλία ούτε η αγάπη μπορούν να νοηματοδοτηθούν, αν δε συνοδεύονται από το έμπρακτο ενδιαφέρον. Κι ως έμπρακτο ενδιαφέρον εκλαμβάνεται μονάχα η διάθεση της ενεργούς συμμετοχής για τη βοήθεια του άλλου. Η εύνοια σε επίπεδο καθαρά θεωρητικό δεν μπορεί παρά να κινείται στην επιφάνεια. Κανείς δεν είναι φίλος με τον αγαπημένο του αθλητή, αφού η φιλία, εξ ορισμού, αφορά το βαθύτερο των σχέσεων, που μόνο η προσωπική συναναστροφή μπορεί να εξασφαλίσει.
 
Η φιλία δεν μπορεί να συνυπάρξει με την επιφάνεια. Ο άνθρωπος που εκλαμβάνει ως φίλους οποιουσδήποτε τον γνωρίζουν (ή και τον θαυμάζουν ακόμη) στερείται κριτηρίων. Αν υπολογίζει στην αληθινή τους φιλία σε κάποια δύσκολη στιγμή, θα εισπράξει απογοήτευση. Και η ευθύνη θα είναι δική του.
 
Από την άλλη, η ευνοϊκή διάθεση είναι βέβαιο ότι σχετίζεται με τη φιλία, αφού αποτελεί την κύρια προϋπόθεση για τη δημιουργία της. Κανείς δεν έχει διάθεση να συνάψει περαιτέρω σχέσεις με κάποιον που αντιπαθεί: «… οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι φίλοι, αν δεν υπήρξαν ευνοϊκά διατεθειμένοι, αυτοί όμως που είναι ευνοϊκά διατεθειμένοι προς κάποιον δεν είναι ακόμη φίλοι του, και ο λόγος είναι ότι θέλουν μόνο ό,τι είναι καλό γι’ αυτόν τον άνθρωπο, τίποτε όμως δεν είναι πρόθυμοι να κάνουν μαζί του ούτε και να υποβληθούν σε κόπους γι’ αυτόν. Έτσι, μιλώντας κανείς μεταφορικά, θα μπορούσε να πει ότι η ευνοϊκή διάθεση είναι μια “ανενεργή” φιλία, που όμως, αν κρατήσει καιρό και οδηγήσει σε μια στενότερη γνωριμία, γίνεται φιλία – όχι όμως φιλία για το όφελος ούτε φιλία για την ευχαρίστηση, γιατί τέτοια κίνητρα ούτε ευνοϊκή διάθεση δε γεννούν» (1167a 5, 7-14).
 
Η ευνοϊκή διάθεση για κάποιον, ως ένδειξη συμφωνίας χαρακτήρων, μπορεί να εξελιχθεί σε γνήσια φιλία. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εξαρχής βέβαιο. Η ευνοϊκή διάθεση, με το δεδομένο της ελλιπούς γνωριμίας, ενδέχεται να αποδειχθεί επιπόλαια κι εσφαλμένη. Ο χρόνος θα δείξει την εγκυρότητα των ερεισμάτων της. Αν, όμως, αποδειχθεί βάσιμη και η γνωριμία εξελιχθεί σε φιλική σχέση, η φιλία αυτή θα είναι μακρά, γιατί θεμελιώθηκε σταδιακά με βάση την αλληλοεκτίμηση. Αντίθετα, η φιλία που δεν εμπεριέχει το αρχικό στάδιο της ευνοϊκής διάθεσης, αλλά στηρίζεται μόνο στο όφελος, είναι καταδικασμένη στην προσωρινότητα. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο εύθραυστο από το συμφέρον.
 
Και βέβαια, η ευνοϊκή διάθεση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ομόνοια. Η ευνοϊκή διάθεση έχει να κάνει με συναπτόμενες σχέσεις σε περιορισμένη διαπροσωπική κλίμακα. Όλοι οι άνθρωποι της πόλης είναι αδύνατο να διάκεινται μεταξύ τους φιλικά. Οι διαφορές και οι ιδιομορφίες κάθε χαρακτήρα θα ευνοήσουν (ή όχι) τις εκάστοτε σχέσεις που θα συναφθούν και που, βέβαια, έχουν να κάνουν με την επιλογή μιας μικρής (έως ελάχιστης) υποομάδας (έστω και μόνο δύο ανθρώπων) μέσα στο σύνολο της πόλης. Η ομόνοια δεν έχει να κάνει με την πραγμάτωση των χειροπιαστών σχέσεων που διέπουν τους ανθρώπους σε προσωπικό επίπεδο, αλλά με τη σύμπνοια των αγνώστων μεταξύ τους πολιτών που συναποτελούν την πόλη.
 
Με άλλα λόγια, η ομόνοια έχει να κάνει με τη συνοχή της πόλης ως ομαδική σύμπλευση συμφερόντων: «… λέμε ότι υπάρχει ομόνοια σε μια πόλη, όταν οι άνθρωποι έχουν εκεί την ίδια γνώμη για κάτι που αναφέρεται στο συμφέρον τους, όταν παίρνουν τις ίδιες αποφάσεις και εκτελούν αυτά που από κοινού αποφάσισαν» (1167a 6, 28-30).
 
Η έννοια του συμφέροντος δεν υπονομεύει την εκ φύσεως γέννηση της πόλης, αφού δεν υπονοεί την κατά συνθήκη (του συμφέροντος) δημιουργία της (αυτή η άποψη αφορά τους σοφιστές), αλλά τη συμφωνία των πολιτών στον τρόπο της οργάνωσης και της διοίκησής της. Υπό αυτή την έννοια, η ομόνοια τίθεται ως όρος πολιτικός, που καταδεικνύει την αποδοχή του πολιτεύματος ή, για να το πούμε αλλιώς, την εξασφάλιση της ισορροπίας μέσα στην πόλη, η οποία επέρχεται με την εξυπηρέτηση της συνολικής ωφέλειας κι όχι κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, που επιβάλλεται πάνω στις άλλες.
 
Ο Αριστοτέλης θα το πει ευθέως: «Αυτό θα πει ότι η ομόνοια σχετίζεται με θέματα της πολιτικής πράξης, και μάλιστα με θέματα που έχουν κάποια μεγάλη σημασία και που η πραγματοποίησή τους μπορεί να ικανοποιήσει και τις δύο πλευρές» (εννοείται των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών) « ή όλο τον κόσμο· παράδειγμα οι πόλεις: ομόνοια σε μια πόλη υπάρχει όταν οι πολίτες της αποφασίζουν, όλοι μαζί, τα αξιώματα να μοιράζονται με διαδικασίες εκλογής, ή να συνάψουν συμμαχία με τους Λακεδαιμονίους, ή κυβερνήτης τους να είναι ο Πιττακός σε διάστημα χρόνου κατά το οποίο θα το ήθελε ο ίδιος» (1167a 6, 30-35).
 
Η ομόνοια προϋποθέτει τη συλλογική συνεννόηση, που οπωσδήποτε επιτυγχάνεται με την κυριαρχία των πολλών. Αν τις αποφάσεις τις παίρνουν λίγοι δυσαρεστώντας τους πολλούς, αυτό που θα επέλθει είναι η πόλωση. Και η πόλωση είναι ο προθάλαμος της σύγκρουσης: «Όταν όμως ο καθένας από τους δύο» (εννοείται δημοκρατικούς και ολιγαρχικούς) «θέλει την εξουσία για τον εαυτό του, τότε υπάρχει εμφύλια αναταραχή: ομόνοια δεν είναι να έχουν και ο ένας και ο άλλος το ίδιο πράγμα στο νου τους, ό,τι κι αν είναι αυτό, αλλά και ο ένας και ο άλλος να έχουν στο νου τους το ίδιο πράγμα για το ίδιο πρόσωπο, όταν λ.χ. και ο λαός και οι ευγενείς θέλουν την εξουσία να την έχουν οι “άριστοι”· γιατί έτσι όλοι έχουν αυτό που θέλουν» (1167a 6, 35-37 και 1167b 6, 1-3).
 
Με άλλα λόγια, πόλη χωρίς ομόνοια δεν υφίσταται, αφού εν τέλει θα αφανιστεί από τις εμφύλιες συγκρούσεις. Κι αφού η ομόνοια εξασφαλίζεται με τη σύμπνοια των πολιτών, δηλαδή τη συμφωνία των πολλών για τη διαχείριση των πολιτικών θεμάτων, είναι φανερό ότι οι πολλοί πρέπει να έχουν αποφασιστικό λόγο στις πολιτικές αποφάσεις. Από αυτή την άποψη η κυριαρχία του λαού ανάγεται σε ύψιστο συστατικό της πόλης.
 
Από την άλλη, η ορθότητα του πολιτεύματος έγκειται στο να αποδίδει στον καθένα αυτό που του αξίζει. Αν κάποιος είναι άξιος και προσφέρει πολλά στην πόλη με το μόχθο του, ας ανταμειφτεί και περιουσιακά. Αν, όμως, δεν είναι άξιος και δεν προσφέρει τίποτε για το συμφέρον της πόλης, ας είναι φτωχός. Ο Αριστοτέλης δεν απορρίπτει την ύπαρξη των φτωχών (και κατ’ επέκταση των πλουσίων), αρκεί η οικονομική κατάσταση του καθενός να ανταποκρίνεται στην πραγματική του αξία και να μην ξεπερνιούνται (στον πλούτο και τη φτώχεια) κάποια λογικά όρια. Για την ακρίβεια προτείνει ο πιο πλούσιος να είναι μόνο έξι φορές πλουσιότερος από τον πιο φτωχό –δανειζόμενος το όριο έξι από τον Πλάτωνα– και ταυτόχρονα ο νομοθέτης να κάνει ό,τι είναι δυνατό, για να ευνοήσει τη διόγκωση της μεσαίας τάξης.
 
Όμως, το κύριο στοιχείο που θα καθορίσει τον πλούτο (ή τη φτώχεια) του καθενός είναι η δικαιοσύνη. Αν δεν υπάρχει δικαιοσύνη και πλούσιος γίνεται ο αδίστακτος κι όχι ο άξιος, τότε οι συγκρούσεις θα οδηγήσουν στη διάλυση της πόλης. Αυτός είναι και ο λόγος που η δικαιοσύνη κρίνεται ως ακρογωνιαίος λίθος της κοινωνίας, γιατί μόνο αυτή θα εξασφαλίσει την ενότητα της πόλης μέσω της ομόνοιας που θα επέλθει. Ομόνοια με αδικία δεν υφίσταται: «Η ομόνοια λοιπόν φαίνεται να είναι πολιτική φιλία, και αυτό ακριβώς λένε όλοι ότι είναι· σχετίζεται πράγματι με το δημόσιο συμφέρον και με όλα αυτά που ρυθμίζουν και διαμορφώνουν τη ζωή μας» (1167b 6, 3-5).
 
Κι εδώ, βέβαια, γίνεται λόγος για την ομόνοια που είναι αλληλένδετη με την αρετή: «Αυτού του είδους η ομόνοια υπάρχει μεταξύ των ενάρετων ανθρώπων· γιατί οι άνθρωποι αυτοί ομονοούν και ο καθένας τους με τον εαυτό του και όλοι τους μεταξύ τους, καθώς πατούν, για να το πω έτσι, πάνω στο ίδιο σταθερό έδαφος (οι επιθυμίες, πράγματι, αυτών των ανθρώπων παραμένουν σταθερές και αμετάβλητες και δεν μετακινούνται τη μια φορά προς αυτήν και την άλλη προς την αντίθετη κατεύθυνση όπως τα ρεύματα ενός Ευρίπου), και, από την άλλη, επιθυμούν τα δίκαια και τα συμφέροντα, και όλα αυτά τα επιθυμούν και από κοινού. Αντίθετα, οι ασήμαντοι άνθρωποι δεν είναι δυνατό να ομονοούν παρά μόνο για μικρό διάστημα χρόνου, ακριβώς όπως για μικρό διάστημα χρόνου μπορούν να είναι και φίλοι, καθώς επιθυμούν μεγαλύτερο μερτικό από τους άλλους στα ωφέλιμα πράγματα, μικρότερη όμως συμμετοχή στους κόπους και στην προσφορά δημόσιων υπηρεσιών» (1167b 6, 5-14).
 
Η αρετή εμφανίζεται και πάλι ως προϋπόθεση της συνύπαρξης. Η έλλειψή της σηματοδοτεί την πόλη της αδικίας, που δεν έχει άλλη επιλογή από τον αλληλοσπαραγμό: «Το αποτέλεσμα είναι οι άνθρωποι αυτοί να καταλήγουν σε εμφύλιο πόλεμο· όλοι τους εξαναγκάζουν ο ένας τον άλλο, ο καθένας τους όμως δεν έχει καμιά διάθεση να κάνει ο ίδιος ό,τι είναι δίκαιο» (1167b 6, 16-18).
 
Η αρετή, όμως, ως κινητήριος δύναμη όλων των ωραίων πραγμάτων, πέρα από το ότι εξασφαλίζει τη φιλία και τη συνύπαρξη μέσω της εξισορρόπησης του εαυτού, αποτελεί και την πηγή της ευεργεσίας. Ο ευεργέτης εισπράττει ικανοποίηση από την πληρότητα των συναισθημάτων που του εξασφαλίζει η άσκηση της αρετής, δηλαδή η επίτευξη του ωραίου που θα φέρει χαρά. Αυτός είναι και ο λόγος που οι ευεργέτες νιώθουν μεγάλη αγάπη γι’ αυτούς που ευεργέτησαν: «Κατά την κοινή αντίληψη, οι ευεργέτες αγαπούν τους αποδέκτες της ευεργεσίας τους περισσότερο από ό,τι οι αποδέκτες της ευεργεσίας τούς ευεργέτες τους. Το πράγμα μοιάζει να είναι αντίθετο με τη λογική, και γι’ αυτό έγινε αντικείμενο συζητήσεων και διερευνήσεων» (1167b 7, 19-21).
 
Για τον Αριστοτέλη ο ευεργέτης είναι κάτι ανάλογο με τον τεχνίτη ή τον καλλιτέχνη: «Το ίδιο συμβαίνει και με τους τεχνίτες: ο καθένας τους αγαπάει το έργο που έκανε με τα ίδια του τα χέρια περισσότερο από ό,τι θα τον αγαπούσε το έργο του, αν αυτό ζωντάνευε. Ίσως όμως αυτό συμβαίνει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό στους ποιητές· γιατί αυτοί έχουν μια υπερβολική αγάπη για τα ποιήματά τους, που τα λατρεύουν σαν παιδιά τους. Με αυτό λοιπόν είναι που μοιάζει η περίπτωση των ευεργετών: αυτό που έχει δεχτεί την ευεργεσία τους είναι το έργο τους· το αγαπούν λοιπόν περισσότερο από ό,τι το έργο αγαπάει αυτόν που το έκανε» (1167b 7, 37-39 και 1168a 7, 1-6).
 
Κι αν κάποιος θέλει να μάθει το λόγο που συμβαίνει αυτό, ο Αριστοτέλης θα απαντήσει: «Η αιτία γι’ αυτό είναι ότι η ύπαρξη είναι για όλους τους ανθρώπους κάτι που αξίζει να το επιλέγουν και να το αγαπούν· οι άνθρωποι υπάρχουμε γιατί ενεργούμε (αυτό θα πει: γιατί ζούμε και ενεργούμε), και το έργο είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτός που το δημιούργησε – η ενέργειά του· το αγαπάει λοιπόν το έργο του, για το λόγο ότι αγαπάει και την ύπαρξη» (1168a 7, 6-9).
 
Θα έλεγε κανείς ότι η ευεργεσία αποκτά διαστάσεις υπαρξιακές, όπως κάθε δημιουργία. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να ενεργεί (αν δεν ενεργεί, δεν υπάρχει) και οι πράξεις του είναι τα δημιουργήματά του. Είναι η πραγμάτωση του μόχθου του. Αν ο ίδιος αποτελεί μια δυνατότητα, τα έργα του είναι η υλοποίηση της δυνατότητας αυτής.
 
Γι’ αυτό και χαίρεται όταν βλέπει τους κόπους του να έχουν υπόσταση χειροπιαστή: «Αυτά που έγιναν με μεγάλο κόπο οι άνθρωποι τα αγαπούν περισσότερο· αυτοί π.χ. που κέρδισαν οι ίδιοι τα χρήματα που έχουν τα αγαπούν περισσότερο από αυτούς που τα κληρονόμησαν, και το να δεχόμαστε ευεργεσίες θεωρείται κάτι που δεν προϋποθέτει κόπο, ενώ το να τις κάνουμε είναι πράγμα κοπιαστικό» (1168a 7, 24-27).
 
Και για να κάνει ακόμη σαφέστερη τη σχέση του ευεργέτη με το ευεργέτημά του ο Αριστοτέλης θα τη θέση σαν κάτι ανάλογο με τη σχέση της μητέρας με του παιδιού: «Αυτός είναι και ο λόγος που οι μητέρες αγαπούν περισσότερο τα παιδιά τους, γιατί το να τα φέρουν στον κόσμο τούς κόστισε περισσότερο κόπο, και αυτές το ξέρουν καλύτερα πως είναι δικά τους παιδιά. Ακριβώς όμως αυτό ταιριάζει, λέω, και στην περίπτωση των ευεργετών» (1168a 7, 28-30).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Ζήλεια: Ο δήμιος του έρωτα

Η ζήλεια είναι ίσως από τα πιο ισχυρά αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να γεννηθούν κατά τη διάρκεια μιας ερωτικής σχέσης. Όταν ξεφύγει από τα «επιτρεπτά» όρια είναι ικανή από μόνη της να φέρει μια σχέση στο τέλος της, με τον ένα σύντροφο να χάνει τον εαυτό του στη δύνη φαντασιώσεων πως έχει ή τείνει να απατηθεί ή πως δεν παίρνει την απαραίτητη προσοχή και τον άλλο σύντροφο να χάνει κυριολεκτικά τον εαυτό του/της προσπαθώντας να αποδεικνύει συνέχεια την αξία του ως ένας πιστός σύντροφος.

Η ζήλεια δεν διαχωρίζει ούτε φύλλο, ούτε ηλικία αν και είναι σημαντικό να ειπωθεί πως σημαντικό ρόλο παίζουν οι προηγούμενες εμπειρίες και κατά πόσο έχει δουλέψει γενικά με τον εαυτό του ο κάθε σύντροφος. Δυστυχώς πολλοί άνθρωποι κουβαλάνε ανασφάλειες και κακές αναμνήσεις από προηγούμενες σχέσεις. Αυτά τα συναισθηματικά «απορρίμματα» αφήνονται στη νέα σχέση, με αποτέλεσμα ο νέος σύντροφος να επωμίζεται βάρη που δεν του αναλογούν.

Η ακραία ζήλεια δηλώνει άνθρωπο ο οποίος δε μπορεί να βιώσει τον εαυτό του ως μια ολότητα, αλλά βλέπει τον εαυτό του λειψό και χρειάζεται μια συνεχή επιβεβαίωση για να μπορεί να συναντά μέσα του κάποιες ψευδείς ισορροπίες. Συχνά οι ρίζες της παθολογικής ζήλειας συναντώνται στα παιδικά μας χρόνια μέσα από ελλείπεις και μη ολοκληρωμένες συναισθηματικές καταστάσεις και από ανάγκες μας οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν.

Τι είναι η ζήλεια όμως σαν συναίσθημα; Είναι μια μίξη άγχους, ανασφάλειας, εμμονών, προβλήματα υψηλής ή χαμηλής αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης, κτητικότητας, καχυποψίας κι όλα αυτά συχνά εκφραζόμενα με ένα τρόπο επιθετικό και χειριστικό, παραβιάζοντας ακόμα και κάποια προσωπικά αρχεία του συντρόφου (κινητό, facebook κτλ) οι οποίες κινήσεις, τελικά οδηγούν στην βίωση μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας και κατ' επέκταση στο χωρισμό. Πολλές φορές ο/η σύντροφος ο οποίος υποφέρει από αυτή την ακραία μορφή ζήλειας, ψάχνει μέσα από τον κοινωνικό του κύκλο άλλα άτομα (συνήθως φίλους/ες) τα οποία θα συμφωνήσουν με το σκεπτικό αυτό γιατί και τα ίδια υποφέρουν από παθολογική ζήλεια με αποτέλεσμα να δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος αρνητικής ενίσχυσης και παράλληλα άτυπες συμμαχίες επιβεβαίωσης.

Η ζήλεια στην οποία αναφερόμαστε τώρα, έχει την τάση να επικεντρώνεται στα αρνητικά, αποκλείοντας κάθε θετική και ρομαντική κίνηση του άλλου συντρόφου. Ας πάρουμε για παράδειγμα πως ένας σύντροφος γελάει με το αστείο κάποιας άλλης κοπέλας. Η σύντροφος που ζηλεύει, θα το εκλάβει πως αυτό είναι φλερτ και πως απειλείται η σχέση της. Ο σύντροφος που υποφέρει από παθολογική ζήλεια, συχνά έχει παραληρηματικές ιδέες στις οποίες και τις περισσότερες φορές ενδίδει και πολλές φορές βιώνει τη μη συναισθηματική ικανοποίηση, λόγω των φανταστικών προσδοκιών που έχει.

Δεν ισχύει αυτό που λένε πως κάποιος έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση γι’ αυτό και ζηλεύει. Πολλές φορές ισχύει το αντίθετο. Η σύντροφος για παράδειγμα να έχει πολύ υψηλή αυτοεκτίμηση και να μη μπορεί να δεχτεί για παράδειγμα πως ο σύντροφος της, μιλάει και με άλλα άτομα σε μια συγκέντρωση, τα οποία συνειδητά ή υποσυνείδητα τα θεωρεί κατώτερα.

Σε αυτό το σημείο να διαχωρίσουμε πως τα αισθήματα ζήλειας είναι κάτι φυσιολογικό και καθημερινό στις περισσότερες σχέσεις. Αν στον ένα πόλο έχουμε την αδιαφορία και την απάθεια και στον άλλο πόλο έχουμε την κτητική και παθολογική ζήλεια, η καθημερινή ζήλεια που θεωρούμε «υγιή», βρίσκεται κάπου στη μέση.

Ως συνήθως, είναι πολύ βοηθητικό για τον ζηλόφθονα σύντροφο να ζητήσει βοήθεια από ειδικό για να μπορέσει να έρθει σε επαφή με την πηγή των συναισθημάτων ζήλειας. Όπως προαναφέρθηκε και πρωτύτερα το να καταφύγει ο ζηλιάρης σύντροφος σε κάποιον φίλο/η για βοήθεια, σπάνια βοηθάει γιατί η επιλογή του ατόμου γίνεται με κριτήρια τα οποία θα επιβεβαιώσουν τη θέση του ζηλιάρη συντρόφου.

Κανείς δεν προδίδει κανέναν αν δεν του το επιτρέψεις

Φοριέται πολύ τον τελευταίο καιρό η λέξη προδοσία. Το θέμα είναι ποιος πρόδωσε ποιον!

Εκείνος/η εσένα ή εσύ τον εαυτό σου; Κανείς δεν προδίδει κανέναν αν δεν του το επιτρέψεις.

Ίσως σου πάρει χρόνια να το καταλάβεις και ίσως ποτέ δεν αντιληφθείς ότι σε μία ιστορία με δύο πρωταγωνιστές πάντα φταίνε και οι δύο.

Ποτέ μόνο ο ένας. Τώρα αν δεν θες να δεις ότι και εσύ έχεις μέρος της ευθύνης, αυτό είναι δικό σου πρόβλημα που πρέπει να λύσεις.

Γνώρισες, έζησες, χάρηκες, ευφράνθηκε η ψυχή και το σώμα σου και κάποια στιγμή τέλος.
Αν δεν ήταν καλό το τέλος, τι να κάνουμε τα έχει αυτά η ζωή.

Αλλά να ξέρεις ότι οι σωστοί άνθρωποι απ’ το τέλος φαίνονται κι όχι απ’ την αρχή, όταν όλα είναι γούτσου γούτσου κι αστεράκια και πεταλουδίτσες.

Κι αν αντιλήφθηκες ότι κάτι δεν πάει καλά και κάθισες, ίσως γιατί μπορεί να αλλάξει, ε τότε εσύ φταις εξολοκλήρου. Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι έτσι γιατί γουστάρει ο καθένας. Αλλάζουν μόνον κι εφόσον το θέλουν οι ίδιοι.

Άρα κάθισες και υπομένεις και κλαίγεσαι ότι σε πρόδωσε. Όχι εσύ προδίδεις τον εαυτό σου και συνεχίζεις να τον προδίδεις ελπίζοντας.

Θυμήσου και αυτό: ”η προδοσία τις περισσότερες φορές έρχεται από μέσα”.

Μην προδίδεις τον εαυτό σου ελπίζοντας σε κάτι ανέφικτο, σε κάτι που δεν σου ταιριάζει, σε κάτι που δεν σου αξίζει.

Γιατί να θυμάσαι ότι ”όταν αντιληφθείς ότι εσύ προδίδεις τον εαυτό σου, τότε θα κλάψεις με μαύρο δάκρυ”.

Μία κακή κριτική μπορεί να γίνει ο καλύτερος δάσκαλός μας

Οι άνθρωποι έχουμε έμφυτη την ανάγκη της αλληλεπίδρασης με τους άλλους ανθρώπους, αποσκοπούμε πολλές φορές στη θετική τους στάση και την έγκρισή τους. Ένας καλός βαθμός, η συγγραφή ενός άρθρου ή βιβλίου, μία αθλητική επίδοση, όλες αυτές οι ενέργειες μας φέρνουν αντιμέτωπους με την κριτική των άλλων.

Και αν υπάρξει η θετική κριτική και η έγκριση, αυτό έχει καλώς. Τι συμβαίνει όμως όταν η κριτική είναι ως επί το πλείστον αρνητική, τονίζει τα κακώς κείμενα και υπογραμμίζει λάθη, παραλείψεις και αδυναμίες;

Κάθε κακή κριτική μπορεί να πληγώσει, να κλονίσει την εμπιστοσύνη ενός ανθρώπου στις ικανότητές του, να ψυχράνει τη θέληση και την επιθυμία για πρόοδο. Είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που θέλει να μας δώσει η ζωή, το να μην επιτρέπουμε στις αποτυχίες και την αρνητική στάση να μας επηρεάζει.

Μπορεί η αρχική αντίδραση να είναι η απογοήτευση και η στεναχώρια, όμως όσο απίστευτο και αν είναι, μία κακή κριτική μπορεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο έναυσμα για την προσωπική πρόοδο και βελτίωση. Η κακή κριτική που δεν έχει σκοπό να χαϊδέψει αυτιά αλλά να εντοπίσει τα κακώς κείμενα, μπορεί να έχει περισσότερα οφέλη από όσα μπορείς να φανταστείς.

Η κακή κριτική μπορεί να σε βοηθήσει να διορθώσεις λάθη, να εμβαθύνεις περισσότερο στις αδυναμίες και να τις καλύψεις, να πιστέψεις περισσότερο στον εαυτό σου και να αγωνιστείς για να φτάσεις ψηλότερα. Η αρνητική κριτική ενός ειδικού για το βιβλίο σου ή την επίδοσή σου σε ένα αντικείμενο, μπορεί να σε οπλίσει με τέτοιο πείσμα που να κάνεις τα πάντα για να φτάσεις ψηλά.

Μία αρνητική κριτική μπορεί να σε βοηθήσει στο να εντοπίσεις τις παραλείψεις και να οργανωθείς πιο αποτελεσματικά. Το «όχι» μπορεί να γίνει εκείνη η ευκαιρία που ζητάς στο να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου.

Ο άνθρωπος γίνεται καλύτερος μόνο από την αρνητική κριτική. Αν κάποιος εξασκήσει τον εαυτό του στο να ωφελείται και όχι να αποθαρρύνεται από εκείνη, σίγουρα θα βελτιωθεί και θα γίνει καλύτερος, κλείνοντας ακόμα και τα ίδια τα στόματα των επικριτών του.

Το ότι εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια

Πηγαίνετε σε μια συναυλία. Στη γωνία του δρόμου πέφτετε πάνω σε μια ομάδα ατόμων που κοιτάζουν τον ουρανό. Χωρίς να σκεφτείτε, σηκώνετε το κεφάλι. Γιατί; Λόγω του φαινομένου που ονομάζουμε κοινωνική απόδειξη.

Στη μέση του κονσέρτου, σ’ ένα κομμάτι που ο σολίστας εκτελεί με μπρίο, κάποιος μέσα στο κοινό αρχίζει να χειροκροτεί και, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, όλη η αίθουσα κάνει το ίδιο. Το ίδιο κι εσείς. Γιατί; Πάλι η κοινωνική απόδειξη.

Μετά τo κονσέρτο πηγαίνετε στο βεστιάριο για να πάρετε το παλτό σας. Παρατηρείτε ότι τα άτομα που στέκονται μπροστά σας στην ουρά αφήνουν νομίσματα σ’ ένα πιάτο, ενώ το βεστιάριο περιλαμβάνεται στην τιμή του εισιτηρίου. Τι κάνετε; Αφήνετε κι εσείς πουρμπουάρ. Λόγω της κοινωνικής απόδειξης (που αποκαλείται ενίοτε πνεύμα κοπαδιού, αγελαίο ένστικτο ή, γενικότερα, κομφορμισμός), συμπεριφέρομαι όπως οι άλλοι. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερα άτομα επιδοκιμάζουν μια ιδέα, τόσο καλύτερη είναι αυτή η ιδέα- πράγμα, φυσικά, παράλογο.

Πίσω από τις κερδοσκοπικές φούσκες και τις κινήσεις χρηματιστηριακού πανικού κρύβεται η κοινωνική απόδειξη. Τη βλέπουμε επί τω έργω στον κόσμο της μόδας, στις τεχνικές μάνατζμεντ, στα χόμπι, στις δίαιτες, στις θρησκευτικές πεποιθήσεις κτλ. Η κοινωνική απόδειξη μπορεί να παραλύσει ολόκληρους πολιτισμούς- σκεφτείτε, παραδείγματος χάρη, τις ομαδικές αυτοκτονίες που οργανώνουν ορισμένες αιρέσεις.

Το πείραμα που έκανε για πρώτη φορά ο ψυχολόγος Σόλομον Ας, το 1950, αποδεικνύει πόσο η κοινωνική πίεση μπορεί να διαστρεβλώσει τη σωστή κρίση.

Ο ερευνητής δείχνει γραμμές διαφορετικού μήκους σ’ έναν εθελοντή που πρέπει κάθε φορά να δηλώνει αν η γραμμή είναι μακρύτερη, κοντύτερη ή ίση με μια γραμμή αναφοράς. Όταν ο εθελοντής είναι μόνος του στον χώρο εκτιμά σωστά το μήκος των γραμμών που του δείχνουν- η άσκηση είναι πραγματικά εύκολη. Έπειτα ο ερευνητής φέρνει άλλα εφτά άτομα στον ίδιο χώρο — τους «συνενόχους» του, αλλά ο εθελοντής δεν το ξέρει. Οι νεοφερμένοι, ο ένας μετά τον άλλο, δίνουν λανθασμένη απάντηση δηλώνοντας ότι η εν λόγω γραμμή είναι πιο κοντή, ενώ είναι ολοφάνερα πιο μακριά από τη γραμμή αναφοράς. Ύστερα έρχεται η σειρά του εθελοντή να απαντήσει. Στο 30% των περιπτώσεων δίνει την ίδια λάθος απάντηση με τους προηγούμενους, από καθαρή κοινωνική πίεση.

Γιατί; Διότι αυτή η συμπεριφορά αποδείχτηκε αποτελεσματική στρατηγική επιβίωσης κατά την εξέλιξη. Ας υποθέσουμε ότι ζείτε 50.000 χρόνια πριν και ότι περπατάτε στη σαβάνα με τους κυνηγούς συντρόφους σας και, ξαφνικά, εκείνοι το βάζουν στα πόδια. Τι κάνετε; Στέκεστε ακίνητος ξύνοντας το πιγούνι και αναρωτιέστε αν αυτό που βλέπετε είναι πράγματι λιοντάρι ή κάποιο ακίνδυνο ζώο που μοιάζει με λιοντάρι; Όχι βέβαια! Εξαφανίζεστε κι εσείς γρήγορα. Μπορείτε να σκεφτείτε αργότερα, όταν θα είστε ασφαλής.

Εκείνος που συμπεριφέρθηκε διαφορετικά στη σαβάνα του Σερενγκέτι δεν επέζησε για να μεταβιβάσει τα γονίδιά του στους απογόνους του. Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς είναι τόσο ριζωμένος μέσα μας, που εξακολουθούμε να τον χρησιμοποιούμε, ενώ δε μας προσφέρει πια κανένα πλεονέκτημα επιβίωσης. Το μόνο παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ όπου η κοινωνική απόδειξη είναι χρήσιμη είναι να έχετε εισιτήρια για ένα ποδοσφαιρικό ματς σε μια ξένη πόλη και να μην ξέρετε πού βρίσκεται το στάδιο – στην περίπτωση αυτή είναι μάλλον λογικό να ακολουθήσετε τα άτομα που μοιάζουν με φιλάθλους.

Οι κωμωδίες καταστάσεων και τα τοκ σόου χρησιμοποιούν την κοινωνική απόδειξη μεταδίδοντας σε καίριες στιγμές ηχογραφημένα γέλια για να προκαλέσουν το γέλιο των τηλεθεατών. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα κοινωνικής απόδειξης είναι χωρίς αμφιβολία ο λόγος του Γιόζεφ Γκέμπελς στις 18 Φεβρουάριου του 1943 με τίτλο «Θέλετε τον ολοκληρωτικό πόλεμο;». (Στο YouTube υπάρχει βίντεο αυτής της ομιλίας.) Αν είχε θέσει την ερώτηση σε κάθε άτομο ξεχωριστά και ανωνύμως, κανένα δε θα είχε απαντήσει καταφατικά στη θεοπάλαβη πρότασή του.

Η διαφήμιση εκμεταλλεύεται συστηματικά την αδυναμία μας να υποκύπτουμε στην πίεση της κοινωνικής απόδειξης. Είναι μάλιστα πιο αποτελεσματική όταν υπάρχει πληθώρα προϊόντων τα χαρακτηριστικά των οποίων δεν έχουν ευδιάκριτες διαφορές μεταξύ τους (για παράδειγμα, όταν πρέπει να διαλέξετε ανάμεσα σε διάφορες μάρκες αυτοκινήτων, απορρυπαντικών, καλλυντικών που, τελικά είναι ισάξια) και όπου εμφανίζονται άνθρωποι “όπως εσείς κι εγώ”. Γι’ αυτό δε θα δείτε ποτέ στην τηλεόραση μια Αφρικανή νοικοκυρά να επαινεί ένα προϊόν καθαρισμού.

Να είστε δύσπιστοι όταν μια επιχείρηση διατείνεται ότι το προϊόν της είναι “πρώτο σε πωλήσεις” . Παράλογο επιχείρημα, διότι δε σημαίνει ότι είναι καλύτερο μόνο και μόνο επειδή πουλιέται πολύ. Όπως έλεγε ο συγγραφέας Σόμερσετ Μομ, το ότι πενήντα εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία αυτό δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια.

Ερευνητές ελέγχουν το υπόβαθρο της Σχετικότητας με την κίνηση των πλανητών

Παρατηρήσεις της τροχιακής κίνησης των πλανητών γύρω από τον Ήλιο επιτρέπουν στους ερευνητές να θέσουν αυστηρότερα όρια για τις παραβιάσεις της συμμετρίας Lorentz. Το αναλλοίωτο Lorentz αποτελεί κεντρικό αξίωμα για τη Γενική Σχετικότητα και το Καθιερωμένο Πρότυπο (Standard Model) της σωματιδιακής φυσικής. Δηλώνει ότι δύο οποιοιδήποτε παρατηρητές κινούμενοι στο χώρο με σταθερή ταχύτητα μοιράζονται τους ίδιους νόμους της φυσικής, χωρίς να έχει σημασία ο προσανατολισμός και η ταχύτητά τους.

Οποιαδήποτε υπόνοια κατάρρευσης (σπασίματος) της συμμετρίας αυτής του χωροχρόνου, θα μπορούσε να οδηγήσει τους ερευνητές στην αναζήτηση μιας θεωρίας που να ενοποιεί τη Σχετικότητα και το Καθιερωμένο Πρότυπο. Έτσι ο έλεγχος της υπόστασης της συμμετρίας Lorentz είναι διαρκής και με όλο και μεγαλύτερη αυστηρότητα. O Aurelien Hees, από το Πανεπιστήμιο Rhodes στη Νότια Αφρική και οι συνεργάτες του περιγράφουν έναν έλεγχο για τη συμμετρία Lorentz που βασίζεται στις υπάρχουσες παρατηρήσεις των τροχιών των πλανητών γύρω από τον Ήλιο. Η μελέτη τους δείχνει ότι δεν υπάρχει παραβίαση του αναλλοίωτου Lorentz, όμως θέτει αυστηρούς περιορισμούς για αυτό.

Η συμμετρία Lorentz μπορεί να ελεγχθεί χρησιμοποιώντας τη λεγόμενη Επέκταση του Καθιερωμένου Προτύπου (SME). Το πλαίσιο αυτό περιγράφει τη συμμετρία Lorentz για όλα τα γνωστά σωματίδια και τις δυνάμεις, της βαρύτητας συμπεριλαμβανομένης, με όρους συντελεστών που μηδενίζονται όταν η συμμετρία ισχύει ακριβώς.

Ο Hees και οι συνεργάτες του καθόρισαν τους συντελεστές της SME, χρησιμοποιώντας τις παρατηρηθείσες αλλαγές δύο πλανητικών τροχιακών στοιχείων: του μήκους του ανερχόμενου συνδέσμου (του σημείου όπου ένας πλανήτης διασχίζει το επίπεδο της τροχιάς της Γης από το νότο προς τον βορρά) και του ορίσματος του περιηλίου (της γωνίας μεταξύ του ανερχόμενου συνδέσμου και του σημείου της πλησιέστερης προσέγγισης στον Ήλιο).

Οι αλλαγές αυτές βασίζονται σε άλλες παρατηρήσιμες-όπως η μέση κίνηση ενός πλανήτη, η τροχιακή εκκεντρότητα και η κλίση-καθώς και σε ορισμένους συντελεστές της SME. Έτσι, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να προκύψουν οι τιμές των τελευταίων. Η ομάδα διαπίστωσε ότι αυτοί οι συντελεστές της SME είναι μηδέν με ακρίβεια της τάξης των μερών ανά δισεκατομμύριο ή λιγότερο, βελτιώνοντας τα σημερινά όρια που τίθενται από ελέγχους του Ηλιακού Συστήματος από δέκα σε χίλιες φορές.

Λάθος Προσδοκίες

Δεν είναι ο κόσμος που σε απογοητεύει, είναι οι δικές σου προσδοκίες γι’ αυτόν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται πληγωμένοι, απογοητευμένοι και προδομένοι από την κοινωνία, τους συνανθρώπους τους, τον κόσμο. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, είναι μια παραμόρφωση.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι πληγωμένοι από τις δικές τους προσδοκίες για τον κόσμο και όχι από αυτόν. Οτιδήποτε κι αν συμβαίνει στον κόσμο είναι αληθινό, αυτό όμως που αυτοί σκέφτονται ότι θα έπρεπε να συμβαίνει στον κόσμο δεν είναι αληθινό. Δεν απογοητεύεσαι δηλαδή από τον κόσμο αλλά από τις δικές σου προβολές γι’ αυτόν, στην απόσταση που δημιουργείται μέσα στο μυαλό σου ανάμεσα σε «αυτό που είναι» και αυτό «που θα έπρεπε να είναι» δημιουργείται η σύγκρουση.

Γνωρίζεις για παράδειγμα έναν άνθρωπο και λες «Τι υπέροχος άνθρωπος». Και μετά από λίγο καιρό λες « Μα πόσο ανόητος, πόσο διεφθαρμένος άνθρωπος ήταν» «Αγαπάς» κάποιον γι’ αυτό που νομίζεις ότι είναι, για την εικόνα που εσύ έχεις φτιάξει γι' αυτόν.

Νομίζεις ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος άλλαξε ξαφνικά; Ήταν οι δικές σου προσδοκίες και προβολές γι' αυτόν που σε απογοήτευσαν, όχι αυτός ο ίδιος. Άρα, αυτό που έχει πραγματική αξία να παρατηρήσουμε είναι ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο και τους άλλους. Και αυτός ο τρόπος καθορίζεται από τις αξίες μας και όσα έχουμε μάθει.

Από το τι πραγματικά γνωρίζουμε για τον κόσμο και τους άλλους. Οι αξίες μας διαμορφώνονται κυρίως μέσα στο περιβάλλον που ζούμε. Αν ζούμε σ ένα κόσμο εχθρικό και ανασφαλή, έναν κόσμο ανταγωνιστικό και βίαιο οι αξίες μας θα έχουν διαμορφωθεί ανάλογα, το ίδιο και οι προσδοκίες και οι προβολές μας για τον κόσμο αυτό.

Υπάρχουν χιλιάδες θεωρίες σχετικές με το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος μα όλες αυτές οι θεωρίες δεν έχουν λύσει ποτέ κανένα πρόβλημα ουσιαστικά. Οι άνθρωποι συνήθως ακολουθούν αυτές τις θεωρίες και χάνονται, χάνουν τον «στόχο» τους.

Ακολουθούν γοητευμένοι τη θεωρία της Μη Βίας και της ειρήνης, για παράδειγμα, εξακολουθώντας να είναι βίαιοι στη ζωή τους. Όταν ένας συνάνθρωπός σου πεινάει δεν έχει καμία αξία να του περιγράφεις πως είναι ένα πιάτο με φαγητό.
Η κοινωνία μας δεν είναι προσανατολισμένη στο να λύνει προβλήματα. Η κοινωνία μας κινείται με βάση ένα πολύ περιορισμένο κίνητρο, το προσωπικό όφελος, το κέρδος και με ένα τέτοιο κίνητρο, μια τέτοια ψεύτικη αξία δεν θα λύσει ποτέ κανένα πρόβλημα.
Είναι ανοησία να πιστεύει κανείς ότι μπορεί το μέρος να ευτυχεί όταν το όλον δυστυχεί. Όλα είναι ένα στον κόσμο μας και καλό θα ήτανε να το επανεξετάσουμε σοβαρά αυτό αν πραγματικά ενδιαφερόμαστε να αλλάξει ριζικά εικόνα αυτός ο κόσμος.

Για να λύσεις ένα πρόβλημα χρειάζεσαι να έχεις τη μέθοδο και τα «εργαλεία» να το κάνεις. Ο κόσμος μας σήμερα, μας δίνει ένα πλήθος από εναλλακτικούς τρόπους και μεθόδους για να λύσουμε τα προβλήματά μας, οι γνώσεις μας γι αυτόν και τα «εργαλεία» που διαθέτουμε είναι εξαιρετικά.

Το βιοτικό επίπεδο όλων των ανθρώπων της γης θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλό. Και τούτο δεν είναι μια ακόμα προσδοκία ή προβολή γιατί βασίζεται σε πραγματικά και υπαρκτά δεδομένα. Δυστυχώς όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο κόσμος μας δεν είναι προσανατολισμένος στο να λύνει προβλήματα.

Οι άνθρωποι δεν είναι αποφασισμένοι βαθιά και ριζικά να αλλάξουν. Όλοι οι εναλλακτικοί τρόποι, οι γνώσεις μας και τα «εργαλεία» που διαθέτουμε σήμερα σπαταλούνται για τα περιορισμένα οφέλη της παγκόσμιας ολιγαρχίας που εξουσιάζει τον κόσμο μας. Ένας άλλος, πιο δίκαιος και ασφαλής κόσμος, υπάρχει μονάχα στις προσδοκίες και τα όνειρά τους και με αυτό τον τρόπο τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά!

Κανείς δεν ξέρει πραγματικά το πόσο ακόμα χρειάζονται οι άνθρωποι να δυστυχήσουν και να υποφέρουν για να αποφασίσουν να αλλάξουν ριζικά.

Ελληνιστική Γραμματεία: Τα πολιτισμικά συμφραζόμενα, Νέες κοσμοθεωρίες, Η Αθήνα κέντρο της φιλοσοφίας

Η Αθήνα αποτέλεσε το κέντρο της φιλοσοφίας για περίπου 1000 χρόνια, από τότε που εμφανίστηκαν οι Σοφιστές και έδρασε ο Σωκράτης κατά τον 5ο αι. π.Χ., από την ίδρυση των πρώτων φιλοσοφικών σχολών, της Ακαδημίας του Πλάτωνα και του Λυκείου του Αριστοτέλη το 387 και το 335 π.Χ. αντίστοιχα, και μέχρι το 529 μ.Χ., οπότε και ο Ιουστινιανός έκλεισε τη Νεοπλατωνική Ακαδημία, γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος της αρχαιότητας. Η ακτινοβολία της Αθήνας παρέμεινε αναλλοίωτη καθόλη τη διάρκεια της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, αφού υπήρξε η έδρα των σημαντικότερων φιλοσοφικών σχολών και προσέλκυσε φιλοσόφους και σπουδαστές από ολόκληρο τον γνωστό κόσμο.
 
Καθώς κάθε «σχολή» έφερε τη σφραγίδα του ιδρυτή της, είναι φυσικό μετά τον θάνατο του πρώτου «δασκάλου» να μεταβάλλονται και οι φιλοσοφικές απόψεις που αυτή αντιπροσώπευε. Αυτό συνέβη στα ελληνιστικά χρόνια, σε διαφορετικό όμως βαθμό, και με τις φιλοσοφικές σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.
 
Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, η Ακαδημία πέρασε πολλές φάσεις, τις οποίες ο αρχαίος βιογράφος Διογένης Λαέρτιος (Βίοι φιλοσόφων 1.19) διέκρινε σε Παλαιά, Μέση και Νέα Ακαδημία. Οι σημαντικότεροι διανοητές που διαδέχτηκαν τον Πλάτωνα ήταν ο Σπεύσιππος, ο Ξενοκράτης, ο Πολέμων και ο Κράτης∙ ηγετική μορφή της Μέσης Ακαδημίας είναι ο Αρκεσίλαος που ανανέωσε την σκέψη της Ακαδημίας συγκεράζοντάς την με τον σκεπτικισμό, ενώ τελευταίος σχολάρχης πριν την καταστροφή της Ακαδημίας από τους Ρωμαίους το 86 π.Χ. ήταν ο Φίλων από τη Λάρισα. Η Ακαδημία καταστράφηκε ολοσχερώς και για πολλούς αιώνες υπολειτουργούσε, μέχρις ότου άνοιξε ξανά από τους Νεοπλατωνιστές το 410 μ.Χ.
 
Ο Αριστοτέλης εγκατέστησε τη δική του σχολή στο Λύκειο∙ οι μαθητές του ονομάστηκαν Περιπατητικοί, ίσως γιατί ο Αριστοτέλης συνήθιζε να διδάσκει περπατώντας. Το Λύκειο περιελάμβανε ζωολογικό και βοτανικό κήπο για τα φυσικά πειράματα του Αριστοτέλη, συλλογή χαρτών και επιστημονικά όργανα, ενώ η βιβλιοθήκη του αποτέλεσε το πρότυπο για τις μεγάλες ελληνιστικές βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Ο ίδιος όρισε διάδοχό του στη διεύθυνση της σχολής τον Θεόφραστο, κι εκείνον τον διαδέχτηκε ο Στράτων ο Λαμψακηνός. Το Λύκειο ή ο Περίπατος, όπως και η Ακαδημία, καταστράφηκε το 86 π.Χ. από τους Ρωμαίους.