Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (922-955)

ΟΙ. ἄγε δή, τί νῷν ἐντευθενὶ ποητέον;
ΤΡ. τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ ταύτην χύτραις ἱδρυτέον;
ΟΙ. χύτραισιν, ὥσπερ μεμφόμενον Ἑρμῄδιον;
925 ΤΡ. τί δαὶ δοκεῖ; βούλεσθε λαρινῷ βοΐ;
ΟΙ. Β’οΐ; μηδαμῶς, ἵνα μὴ βοηθεῖν ποι δέῃ.
ΤΡ. ἀλλ᾽ ὑὶ παχείᾳ καὶ μεγάλῃ; ΟΙ. μὴ μή. ΤΡ. τιή;
ΟΙ. ἵνα μὴ γένηται Θεογένους ὑηνία.
ΤΡ. τῷ δαὶ δοκεῖ σοι δῆτα τῶν λοιπῶν; ΟΙ. ὀί.
930 ΤΡ. ὀί; ΟΙ. ναὶ μὰ Δί᾽. ΤΡ. ἀλλὰ τοῦτό γ᾽ ἔστ᾽ Ἰωνικὸν
τὸ ῥῆμ᾽. ΟΙ. ἐπίτηδές γ᾽, ἵν᾽ ‹ὅταν› ἐν τἠκκλησίᾳ
ὡς χρὴ πολεμεῖν λέγῃ τις, οἱ καθήμενοι
ὑπὸ τοῦ δέους λέγωσ᾽ Ἰωνικῶς· ὀὶ—
ΤΡ. εὖ τοι λέγεις. ΟΙ. καὶ τἄλλα γ᾽ ὦσιν ἤπιοι.
935 ὥστ᾽ ἐσόμεθ᾽ ἀλλήλοισιν ἀμνοὶ τοὺς τρόπους
καὶ τοῖσι συμμάχοισι πρᾳότεροι πολύ.
ΤΡ. ἴθι νυν, ἄγ᾽ ὡς τάχιστα τὸ πρόβατον λαβών·
ἐγὼ δὲ ποριῶ βωμὸν ἐφ᾽ ὅτου θύσομεν.

ΧΟ. ὡς πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἂν θεὸς θέλῃ χἠ τύχη, κατορθοῖ. [στρ.]
940 χωρεῖ κατὰ νοῦν, ἕτερον δ᾽ ἑτέρῳ
τούτων κατὰ καιρὸν ἀπαντᾷ.
ΤΡ. ὡς ταῦτα δῆλά γ᾽ ἔσθ᾽· ὁ γὰρ βωμὸς θύρασι καὶ δή.
ΧΟ. ‹ἄγ᾽› ἐπείγετέ νυν ἐν ὅσῳ σοβαρὰ
θεόθεν κατέχει πολέμου μετάτροπος
945 αὔρα· νῦν γὰρ δαίμων φανερῶς
εἰς ἀγαθὰ μεταβιβάζει.
ΤΡ. τὸ κανοῦν πάρεστ᾽ ὀλὰς ἔχον καὶ στέμμα καὶ μάχαιραν,
καὶ πῦρ γε τουτί, κοὐδὲν ἴσχει πλὴν τὸ πρόβατον ὑμᾶς.
950 ΧΟ. οὔκουν ἁμιλλήσεσθον; ὡς
ἢν Χαῖρις ὑμᾶς ἴδῃ,
πρόσεισιν αὐλήσων ἄκλη-
τος, κᾆτα τοῦτ᾽ εὖ οἶδ᾽ ὅτι
φυσῶντι καὶ πονουμένῳ
955 προσδώσετε δήπου.

***
ΥΠΗ. Και τώρα τί θα γίνει; ΤΡΥ. Της Ειρήνης
θα γίνει η εγκαθίδρυση· ως θυσία
θα κάμω προσφορά με πολυσπόρια.
ΥΠΗ. Σα στο γρινιάρη Ερμή; Με πολυσπόρια!
ΤΡΥ. Μα τότε τί; Βόδι παχύ όλο λίπη;
ΥΠΗ. Πουφ, λίπη! Η λύπη τώρα πια να λείπει.
ΤΡΥ. Να σφάξω χοίρο; ΥΠΗ. Αυτό χειρότερο είναι·
οι γουρουνιές στη θεά μας δεν αρέσουν.
ΤΡΥ. Και τί άλλο ζωντανό λες τότε; ΥΠΗ. Αρνί.
930 ΤΡΥ. Αρνί; Γιατί; ΥΠΗ. Αν μας πουν ξανά για μάχες,
«αρνιόμαστε» θα πούμε, «αρνιόμαστε όλοι».
ΤΡΥ. Καλά το λες. ΥΠΗ. Το αρνί είναι κιόλας ζώο
ειρηνικό· κι αρνάκια θα ᾽μαστε όλοι,
και πράοι και μαλακοί προς τους συμμάχους.
ΤΡΥ. Λοιπόν, πιάσε ένα αρνί και γύρνα αμέσως·
εγώ βωμό για τη θυσία θα φέρω.
Τρέχουν κι οι δυο στο σπίτι.

940 ΧΟΡ. Ο θεός σα θέλει, και βοηθά κι η τύχη, γίνονται όλα·
όλα πάνε καλά,
το ᾽να στ᾽ άλλο κολλάνε την ώρα που πρέπει.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ, ξαναγυρίζοντας.
Πολύ σωστά· νά κι ο βωμός, μπροστά στην πόρτα στέκει.
ΧΟΡ. Κάντε γρήγορα τώρα, που θεόσταλτο αέρι
διώχνει αλάργα πολέμους και μάχες·
ολοφάνερα τώρα ο θεός
το κακό στο καλό το γυρίζει.
ΤΡΥ. Νά το αγιοκρίθι στο ιερό κανίστρι, το στεφάνι
και το μαχαίρι· να η φωτιά· το αρνί μονάχα λείπει.
950 ΧΟΡ. Γρήγορα, γρήγορα· αν σας δει
ο Χαίρης ο αυλητής, ευθύς
θά ᾽ρθει να παίξει ακάλεστος·
κι όταν τον δείτε να φυσά
και να πασκίζει, και σ᾽ αυτόν
θ᾽ αναγκαστείτε απ᾽ το σφαχτό
να δώσετε μερίδιο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΑΤΡΕΙΔΕΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ

οὐκ ἔστιν οὐδεὶς οἶκος ἀθλιώτερος
τῶν Τανταλείων οὐδ' ἔφυ ποτ' ἐκγόνων. (Ευρ., Ηλ. 1175-1176)
 
Ατρείδες αποκαλούνταν οι γιοι του Ατρέα Αγαμέμνων και Μενέλαος, οι οποίοι παντρεύτηκαν δύο αδελφές, την Κλυταιμνήστρα και την Ελένη αντίστοιχα. Ανάλογα με το πόσο βαθιά ήθελε να πάει κανείς στο γενεαλογικό δέντρο, ονομάζονταν επίσης Πελοπίδες, Τανταλίδες ή και Πλεισθενίδες.
 
Πρώτη εκδοχή του μύθου
Πρωτότοκος γιος του Πέλοπα ήταν ο Ατρέας, στον οποίο νόμιμα παραχωρήθηκαν τα σύμβολα της εξουσίας, το ηφαιστότευκτο σκήπτρο* και η χρυσή προβιά**. Εκείνος το παραχώρησε στον αδελφό του Θυέστη, μέχρι να ενηλικιωθούν τα ανήλικα παιδιά του Αγαμέμνων και Μενέλαος, κι εκείνος με τη σειρά του τα επέδωσε στον πρωτότοκο Αγαμέμνονα. Η ειρηνική αυτή διαδοχή (Ιλ., Β 100-108) αντανακλά τον θεσμό των δύο βασιλέων στη Σπάρτη, που επιβίωσε μέχρι την κατάκτηση της πόλης από τους Ρωμαίους.
 
Δεύτερη εκδοχή του μύθου
Η πρώτη εκδοχή δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον για έναν τραγικό ποιητή αλλά ούτε εξυπηρετούσε πολιτικά τη μεταμυκηναϊκή εξουσία. Γι' αυτό διαμορφώθηκε μια δεύτερη εκδοχή που εμπεριέχει κατάρες*** (Πέλοπας, Θυέστης), ενδογαμίες (Θυέστης, Αγαμέμνων) [Πρώτος σύζυγος της Κλυταιμνήστρας υπήρξε ο γιος του Θυέστη Τάνταλος. Τον σκότωσε ο γιος του Ατρέα Αγαμέμνων, όταν με τη βοήθεια του πατέρα της Κλυταιμνήστρας, του Τυνδάρεου, ξαναπήρε τον θρόνο ως νόμιμος κληρονόμος, εξόρισε τον Θυέστη και τον γιο του Αίγισθο στα Κύθηρα], ενδοοικογενειακές μοιχείες (Θυέστης, Κλυταιμνήστρα) [1. Θυέστης: Ο Θυέστης συνήψε κρυφά σχέσεις με τη γυναίκα του αδελφού του Ατρέα, την Αερόπη και την έπεισε να του δώσει τη χρυσή προβιά, που αποτελούσε το σύμβολο εξουσίας. Έτσι, με δόλο η βασιλεία περιήλθε στην εξουσία του. 2. Κλυταιμνήστρα: Απάτησε τον άνδρα της Αγαμέμνονα με τον εξάδελφό του Αίγισθο, γιο του Θυέστη από την κόρη του Πελοπία και δολοφόνο του Ατρέα, πατέρα του Αγαμέμνονα. Μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, Κλυταιμνήστρα και Αίγισθος κυβέρνησαν στις Μυκήνες για επτά χρόνια, μέχρι την έλευση του νόμιμου διάδοχου, του Ορέστη, και τον φόνο και των δύο], αιμομιξίες (Θυέστης) [Σύμφωνα με χρησμό ο μόνος τρόπος για να πάρει εκδίκηση ο Θυέστης για τον χαμό των παιδιών του από τον Ατρέα ήταν να αποκτήσει παιδί από την ίδια του την κόρη Πελοπία. Παραλλαγές του μύθου παρουσιάζουν την ένωση αυτή άλλοτε να γίνεται με τη θέληση της κόρης, άλλοτε εν αγνοία και των δυο για την ταυτότητά τους, άλλοτε ως βιασμό της Πελοπίας, την ώρα που η κόρη προσέφερε θυσία στον βωμό της Αθηνάς στη Σικυώνα. Από την ένωση προέκυψε ένα παιδί, ο Αίγισθος], αδελφοκτονίες (Ατρέας, Θυέστης) [1. Θυέστης και Ατρέας σκότωσαν τον νόθο γιο του πατέρα τους Πέλοπα, τον Χρύσιππο, επειδή φοβήθηκαν ότι ο πατέρας τους, από αγάπη για αυτόν τον νόθο γιο, θα του παραχωρούσε την εξουσία. 2. Θυέστης και Ατρέας, στη διαμάχη τους για την απόκτηση του πατρικού θρόνου, πολλές φορές συνωμότησαν ο ένας εναντίον του άλλου. Ο Θυέστης, με συνεργό τη γυναίκα του Ατρέα Αερόπη, προσπάθησε να αποκτήσει τα σύμβολα της εξουσίας. Αν και δεν το κατάφερε, ο Ατρέας θέλησε να εκδικηθεί τον αδελφό του, σκοτώνοντας τα παιδιά του, τα ανίψια του δηλαδή, παρόλο που είχαν προσπέσει ικέτες στον βωμό του Δία. Αργότερα, συνέλαβε τον Θυέστη και τον φυλάκισε. Τον ίδιο όμως τον σκότωσε ο ανιψιός του Αίγισθος και ανέβασε στον θρόνο τον πατέρα του Θυέστη], εγκατάλειψη**** ή απομάκρυνση παιδιών από την πατρική γη (Αίγισθος, Ορέστης), αναγνωρίσεις (Αίγισθος, Ορέστης) [1. Αίγισθος: Είτε έκθετος και νόθος, είτε σαν θετό παιδί του Ατρέα ο Αίγισθος μπήκε στην υπηρεσία του βασιλιά, ο οποίος του ζήτησε, σαν πιο έμπιστό του, να σκοτώσει τον φυλακισμένο Θυέστη. Όμως εκείνος αναγνώρισε στον νέο τον γιο του από το σπαθί που κρατούσε για να το σκοτώσει. Ήταν το ίδιο εκείνο σπαθί που κρατούσε ο Θυέστης και του είχε πέσει στον τόπο του βιασμού της Πελοπίας. Εκείνη το φύλαξε και παρέδωσε στον γιο της ως κάτι που θα μπορούσε να συντελέσει στην αναγνώριση πατέρα και γιου. 2. Ορέστης: Η αναγνώριση του Ορέστη από την Ηλέκτρα έγινε στον τάφο του πατέρα τους Αγαμέμνονα. Σημεία αναγνώρισης ήταν ο κομμένος βόστρυχος του Ορέστη και το χρώμα των μαλλιών, κοινό στους Ατρείδες (Αισχ., Χοηφ., στ. 176· πρβ. Σοφ., Ηλ., στ. 900-909), και ένα υφαντό με παράσταση κυνηγιού που είχε κεντήσει η Ηλέκτρα και το είχε δώσει στον Ορέστη (Αισχ., Χοηφ., στ. 230-232). Στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή (στ. 1222) ο Ορέστης αναφέρει ως σημείο αναγνώρισης δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο, σφραγῖδα πατρός. Στον Ευριπίδη μεσολαβεί ένας γέροντας για την αναγνώριση (Ευρ., Ηλ. 509-546). 3. Ο αναγνωρισμός του Αίγισθου από τον Θυέστη παρουσιάζει αναλογίες με τον αναγνωρισμό του Θησέα από τον Αιγέα], παιδοκτονίες, διαμελισμούς και παιδοφογίες (Τάνταλος, Ατρέας, Αγαμέμνων) [1. Τάνταλος: Γιος του Δία και της κόρης του Κρόνου Πλουτώς ο Τάνταλος, βασιλιάς στην περιοχή ανατολικά της Σμύρνης, με πρωτεύουσα τη Σίπυλο ή Τανταλίδα, πλούσιος, δυνατός, ευνοούμενος και φίλος των θεών. Τιμήθηκε από τους θεούς που τον κατέστησαν ομοτράπεζό τους και του προσέφεραν τη θεϊκή τροφή. Ανταποδίδοντάς τους την τιμή και τη φιλοξενία, θέλοντας όμως και να τους δοκιμάσει, έσφαξε τον γιο του, από την κόρη του Άτλαντα Διώνη, τον Πέλοπα, τον διαμέλισε, τον μαγείρεψε και τον προσέφερε στους καλεσμένους του. Οι θεοί, εκτός από τη Δήμητρα, αντιλήφθηκαν το αποτρόπαιο έγκλημα, συνέλεξαν τα μέλη του Πέλοπα και τα ξαναέβρασαν. Από τον λέβητα αναπήδησε ένας νέος Πέλοπας, πιο δυνατός και πιο ωραίος, με τον ώμο του μόνο να αστράφτει περισσότερο, καθώς το είχαν φτιάξει οι θεοί από ελεφαντοστό, προκειμένου να αντικατασταθεί το κομμάτι που είχε φάει η Δήμητρα, παρασυρμένη από τη λύπη της για τον χαμό της κόρης της. 2. Ατρέας: Προκειμένου ο Ατρέας να εκδικηθεί τον αδελφό του Θυέστη, όχι τόσο γιατί του διαφιλονικούσε τον θρόνο όσο για τις παράνομες σχέσεις που ανέπτυξε με τη γυναίκα του Αερόπη, έσφαξε -αν και είχαν προσπέσει ικέτες στον βωμό του Δία- και διαμέλισε τα παιδιά του και του πρόσφερε σε γεύμα τις ψημένες σάρκες τους. Τα κεφάλια και τα χέρια των παιδιών που ο Ατρέας είχε διαφυλάξει και τα οποία παρουσίασε στον Θυέστη ο Ατρέας, αποκάλυψαν την αποτρόπαιη πράξη. Ο Θυέστης αντέδρασε με τον τρόπο του Δία σε αντίστοιχο δείπνο από τον βασιλιά Λυκάονα της Αρκαδίας: αναποδογύρισε με μια κλωτσιά το τραπέζι κι έφυγε τρέχοντας, αφού πρώτα εξέφερε «βαρείαν αράν», δηλαδή καταράστηκε τους Ατρείδες. Αυτά ήταν τα περίφημα θυέστεια δείπνα, εξαιτίας των οποίων ο ήλιος, όπως διηγούνταν κάποιοι, απέστρεψε το πρόσωπό του και άλλαξε πορεία. Όπως ακριβώς είχε δύσει στην ανατολή, σύμφωνα με τη βούληση του Δία, προκειμένου ο Ατρέας να ξανακερδίσει το βασίλειό του, που το είχε χάσει όταν ο Θυέστης απέκτησε με δόλιο τρόπο το σύμβολο της εξουσίας, τη χρυσή προβιά. 3. Αγαμέμνων: α) Πρώτος σύζυγος της Κλυταιμνήστρας ήταν ο γιος του Θυέστη Τάνταλος, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο. Ο Αγαμέμνων σκότωσε τον Τάνταλο και το νεογέννητο, αποσπώντας το από το στήθος της Κλυταιμνήστρας και χτυπώντας το στο έδαφος (Ευρ., Ιφιγένεια εν Αυλίδι 1150-1152), κάτι που θυμίζει μία από τις εκδοχές για τη δολοφονία του Αστυάνακτα, γιου του Έκτορα και της Ανδρομάχης, από τον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα. β) Δυσάρεστο «σημείον» για την αρχή του Τρωικού πολέμου ήταν οι ενάντιοι άνεμοι που έστειλε η θεά Άρτεμη στην Αυλίδα, όπου είχε συγκεντρωθεί ο στόλος των Αχαιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας, εμποδίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον απόπλου. Ο Κάλχας ερμήνευσε το «σημείον» και με υπόδειξή του ο Αγαμέμνων θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια. Ο χορός και η Κλυταιμνήστρα εγκαλούν τον αρχιστράτηγο, γιατί με μεγάλη ευκολία δέχτηκε και τέλεσε τη θυσία], συζυγοκτονίες***** (Κλυταιμνήστρα) και μητροκτονίες (Ορέστης) [Ο Ορέστης, μεγαλωμένος στην εξορία, επέστρεψε στο Άργος, όπου, μετά τον θάνατο του πατέρα του, βασίλευε ο Αίγισθος με τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα επί επτά έτη. Με εντολή του Απόλλωνα, σκότωσε τη μοιχαλίδα και τον εραστή της. Κυνηγήθηκε από τις Ερινύες μέχρι που αθωώθηκε για το έγκλημά του από τον Άρειο Πάγο και την Αθηνά στην Αθήνα, καθώς θεωρήθηκε η συζυγοκτονία που διέπραξε η Κλυταιμνήστρα βαρύτερο έγκλημα από τη μητροκτονία -φυσική απόφαση για μια κοινωνία που έθετε σταδιακά στο περιθώριο και στη μόνωση τον κόσμο των γυναικών] που οδηγούν στην καταστροφή του οίκου και την πολιτική μεταβολή. Βασική αιτία του ξεκληρίσματος ήταν η απόκτηση της εξουσίας και η διαδοχή σε αυτήν, ήταν ο αγώνας για την απόκτηση των συμβόλων της εξουσίας μέσω της οικειοποίησης της γυναίκας του νόμιμου κατόχου (Αερόπη, Κλυταιμνήστρα). Η απαρχή των καταπατήσεων και των υπερβάσεων των ορίων ανάγεται στην παιδοκτονία και τον διαμελισμό του σφαγμένου παιδιού από τον προπάτορα του οίκου Τάνταλο, πατέρα του Πέλοπα, παππού του Ατρέα και του Θυέστη, προπάππου του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου, και ολοκληρώνεται με μια μητροκτονία, τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας από τον γιο της Ορέστη. Χαρακτηριστικά του μύθου, ήταν, ακόμη, η ισχυρή παρουσία γυναικών (Αερόπη, Κλυταιμνήστρα, Ηλέκτρα), που παραπέμπει σε ισχυρά μητριαρχικά πρότυπα, και η μετατροπή τους σε μοιχαλίδες, συζυγοκτόνους και ηθικούς αυτουργούς φόνων (Ηλέκτρα), δηλαδή σε στοιχεία ενοχλητικά για την πατριαρχική κοινωνία, κάτι που μάλλον αντανακλά τη δωρική εξάπλωση και ιδεολογική κυριαρχία. Τέλος, ο βιασμός (Πελοπία) και η θυσία θυγατέρων (Ιφιγένεια) αντανακλούν εποχές με ήθη άγρια -πάντως, ο βιασμός αντανακλά μια εποχή με ηπιότερα ήθη απ' ό,τι η θυσία!
 
Η ενασχόληση των τραγικών με τον οίκο των Ατρειδών δεν μπορεί παρά να σχετίζεται και με την επικράτηση του θεσμού της πόλεως-κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, προϋπόθεση των οποίων ήταν η διάλυση των οίκων, που αποτελούσαν τη βάση παλαιότερων πολιτικών συστημάτων, και ο περιορισμός του ρόλου των γυναικών και της φυσικής τους παρουσίας στους χώρους όπου σύχναζαν άνδρες. Σε μια προσπάθεια αποδυνάμωσης των οίκων ο Σόλων (639-559 π.Χ.) είχε απαγορεύσει με νόμο τις υπερβολικές εκδηλώσεις θρήνου των γυναικών· διότι η συνοχή των οίκων έναντι των άλλων οίκων ενισχυόταν και από τις έντονες εκδηλώσεις πένθους των γυναικών, καθώς κρατιόταν ζωντανή η ανάμνηση του νεκρού και η επιθυμία για εκδίκηση για τον θάνατό του, σε περίπτωση που αυτός είχε προκληθεί από μέλος άλλου οίκου. Η κληρονομική αρά και οι Ερινύες, που ζητούν νέο αίμα για το παλαιό που χάθηκε και τιμωρία, ακόμη και ανεξέλεγκτη, αντικαθίσταται από την αρχή ότι κάθε πράξη και ο δράστης της πρέπει να κρίνονται. Από την εκδίκηση περνούμε στην κατανόηση και σε μια Δίκη, υπό την αιγίδα του Δία, που συγχωρεί κάτω από το φως του θείου νόμου· από την τυφλή ορμή της ψυχής περνούμε στην ελεύθερη βούληση και απόφαση. Στην τραγωδία η «πρώταρχος άτη» ήταν τα Θυέστεια δείπνα, όχι ο Τάνταλος, επομένως ο Ατρέας δεν ήταν παραλήπτης κληρονομικής κατάρας αλλά πρόξενος κατάρας. Επιπλέον, ο βεβαρημένος από κληρονομική κατάρα ήταν δυνατό να αποφύγει την άτεγκτη εκδίκηση του Αλάστορα και των Ερινύων αν ακολουθούσε δρόμο ηθικό, με μέτρο και σωφροσύνη ή, σε αντίθετη περίπτωση, να τους ξυπνήσει, όπως το έπραξε ο Αγαμέμνων με την πρόθυμη, από πλευράς του, θυσία της κόρης του και την καταστροφή των ιερών της Τροίας.
----------------------
*Ηφαιστότευκτο σκήπτρο
Λέγεται ότι, φτάνοντας στη χώρα της Φωκίδας η Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονα, έχασε το σκήπτρο, το οποίο βρέθηκε αργότερα στα σύνορα Χαιρώνειας και Πανοπέα μαζί με χρυσάφι. Οι κάτοικοι του Πανοπέα πήραν το χρυσάφι, της Χαιρώνειας το σκήπτρο. Ο Παυσανίας παραδίδει τα εξής: «Από τους θεούς οι Χαιρωνείς τιμούν περισσότερο το σκήπτρο που έφτιαξε κατά τον Όμηρο ο Ήφαιστος για τον Δία· απ' αυτόν το πήρε ο Ερμής και το έδωσε στον Πέλοπα, ο Πέλοπας το άφησε στον Ατρέα, ο Ατρέας στον Θυέστη και από τον Θυέστη το έχει ο Αγαμέμνονας. Αυτό το σκήπτρο λατρεύουν, λοιπόν, και το ονομάζουν Δόρυ. Ότι αυτό το σκήπτρο έχει κάτι το κατ' εξοχήν θείο φαίνεται καθαρά από τη δόξα που φέρνει στους Χαιρωνείς. Λένε ότι βρέθηκε στα σύνορα της χώρας τους με την περιοχή των Πανοπέων στη Φωκίδα και ότι μαζί με αυτό ο Φωκείς βρήκαν και χρυσάφι και ήταν πολύ ευχαριστημένοι που πήραν το σκήπτρο αντί για τον χρυσό. Είμαι της γνώμης ότι το έφερε στη Φωκίδα η Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονα. Δημόσιος ναός για το σκήπτρο δεν έχει κτιστεί αλλά ο ιερέας φυλάει το σκήπτρο για ένα χρόνο σε ένα σπίτι. Και προσφέρονται θυσίες κάθε μέρα και δίπλα του είναι μια τράπεζα γεμάτη από κρέατα κάθε είδους και γλυκίσματα» (Παυσανίας 9.40.11-12)
 
**Δέρας
Το δέρας, η προβιά, παραπέμπει στον ποιμένα βασιλιά και σε εποχές που πηγή πλούτου για τον βασιλιά ήταν τα κοπάδια του και η κλοπή ζώων που απαύξανε την περιουσία του. Επίσης, η χρυσή προβιά παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο συλλεγόταν ο χρυσός από τα νερά ποταμών: «οἱ ἐγχώριοι ἀρύονται δέρματα αἰγῶν κείραντες καὶ καθιέντες εἰς τὸ ὓδωρ» (Etym. Mag.), έριχναν, δηλαδή, γιδοπροβιές στα νερά του ποταμού και αγκίστρωναν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου στην τριχωτή πλευρά τους.
Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου η συγκεκριμένη προβιά, το δέρας, προέκυψε ως εξής: Αν και ο Ατρέας είχε τάξει το ωραιότερο ζώο του κοπαδιού του στην Άρτεμη, ωστόσο, όταν βρήκε στο κοπάδι του ένα αρνί με χρυσόμαλλο δέρας δεν το θυσίασε στη θεά αλλά κράτησε για λογαριασμό του το δέρας και το φύλαξε μέσα σε λάρνακα. Κρυφά το παρέδωσε η σύζυγός του Αερόπη στον εραστή της Θυέστη, ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο εξουσίας, καθώς πρότεινε να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Μυκηνών αυτός που θα παρουσίαζε ένα χρυσόμαλλο δέρμα. Ο Ατρέας, μη γνωρίζοντας την κλοπή του δέρατος από τη γυναίκα του, δέχτηκε. Ο Θυέστης νίκησε. Όμως με παρέμβαση του Δία μέσω του Ερμή, ο Ατρέας συμφώνησε να κρατήσει την εξουσία ο Θυέστης, εκτός αν ο ήλιος έδυε στην Ανατολή. Το θαύμα συντελέστηκε, ο Ατρέας έγινε βασιλιάς των Μυκηνών και ο Θυέστης εξορίστηκε.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου η προβιά είχε δοθεί από τον ίδιο τον Ερμή στον Ατρέα. Η εμπλοκή του ποιμένα θεού Ερμή στον μύθο παραπέμπει στον μύθο της αρπαγής της εγγονής του Μίνωα και της Πασιφάης Απημοσύνης από τον Ερμή. Σύμφωνα με τον μύθο, ο θεός ερωτεύτηκε το κορίτσι, αλλά αυτή συνέχεια του ξεγλιστρούσε. Για να την πιάσει, ο Ερμής έστρωσε φρεσκοδαρμένα τομάρια στον δρόμο απ' όπου θα περνούσε η κοπέλα κουβαλώντας νερό. Η κοπέλα γλίστρησε και ο Ερμής την έπιασε. Ο μύθος παραπέμπει στον αρχέγονο μύθο του κατακλυσμού, που έχει συνδεθεί με τελετουργίες για τη σπορά και την αρχή του νέου χρόνου, του ετήσιου κύκλου των εργασιών της κοινότητας. Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε τον μύθο εκείνο σύμφωνα με τον οποίο οι Μούσες, κατά τη διάρκεια της πορείας τους υπό βροχή από τον Ελικώνα στον Παρνασσό, βρίσκουν κατάλυμα στο παλάτι του βασιλιά Πυρηνέα στη Δαυλίδα, ο οποίος πρόσφερε φιλοξενία, με απώτερο σκοπό να τις βιάσει (Οβ., Μεταμ. 5.275 κ.ε.).
 
***Κατάρες (Αραί)
1. Πέλοπας: Ο Πέλοπας καταράστηκε τους γιους του Ατρέα και Θυέστη, καθώς και τη μητέρα τους Ιπποδάμεια, διότι σκότωσαν τον ετεροθαλή αδελφό τους και αγαπημένο γιο του πατέρα τους Χρύσιππο που ο Πέλοπας είχε αποκτήσει από τη νύφη Αξιόχη. Εξόριστοι κατέφυγαν στις Μυκήνες, στον Ευρυσθέα ή μάλλον στον πατέρα του Ευρυσθέα Σθένελο.
2. Θυέστης: Ο Θυέστης εξέφερε «βαρείαν αράν» εναντίον των Ατρειδών, όταν αντιλήφθηκε ότι το γεύμα που του παρέθεσε ο αδελφός του Ατρέας αποτελούνταν από τις σάρκες των παιδιών του.
Δια της αράς, το κακό μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, σαν ένα είδος κληρονομικότητας.
 
****Εγκατάλειψη, απομάκρυνση, εξορία παιδιών
1. Αίγισθος: Εξόριστος από τη γη της Αργολίδας ο Θυέστης ενώθηκε με την κόρη του Πελοπία. Στην εκδοχή που θέλει η ένωση να υπήρξε αποτέλεσμα βιασμού της κόρης από τον πατέρα στον βωμό της Αθηνάς στη Σικυώνα, η μητέρα εγκατέλειψε το βρέφος αμέσως μόλις γεννήθηκε στο βουνό, όπου το έθρεψε με το γάλα της μια αίγα, γι' αυτό και ονόμασαν το παιδί Αίγισθο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή η ένωση έγινε, ανεπίγνωστα για την ταυτότητα των δύο εραστών, στο παλάτι του βασιλιά Θεσπρωτού, όπου η Πελοπία είχε βρει προστασία μετά την απομάκρυνση της οικογένειας του Θυέστη από την Αργολίδα. Διαδοχικά ανέλαβε την προστασία της και το μεγάλωμα του παιδιού της ο Ατρέας, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα των δύο προσώπων, ότι δηλαδή ήταν η κόρη του αδελφού του και ο γιος του αδελφού του από την ίδια του την κόρη.
2. Ορέστης: Νήπιο ο Ορέστης είχε μεταφερθεί στη Φωκίδα, όπου και ανατράφηκε. Σύμφωνα με την Ορέστεια του Στησιχόρου ο Ορέστης σώθηκε χάρη στην πιστή τροφό του Λαοδάμεια, που στον Πίνδαρο ονομάζεται Αρσινόη (11ος Πυθιόνικος, στ. 16-37), η οποία τον απέσυρε από τη σκηνή του φόνου του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας και τον έστειλε στον Στρόφιο, βασιλιά της Φωκίδας και θείο των παιδιών από αγχιστεία. Σύμφωνα με τους τραγικούς, η Ηλέκτρα έσωσε τον Ορέστη και τον παρέδωσε στον παιδαγωγό, και εκείνος με τη σειρά του στον Στρόφιο που τον μεγάλωσε με τον γιο του Πυλάδη. Τέλος, σύμφωνα με μεταγενέστερους συγγραφείς (Νικόλαος Δαμασκηνός, 1ος αι. π.Χ.), η σωτηρία του δεκάχρονου παιδιού οφειλόταν στον κήρυκα του Αγαμέμνονα Ταλθύβιο και όχι σε μια παραμάνα, η ύπαρξη της οποίας ήταν αταίριαστη για την ηλικία του διαδόχου.
 
ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ: ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΑΣΥΔΑΙΟ ΤΟΝ ΘΗΒΑΙΟ, ΝΙΚΗΤΗ ΣΕ ΑΓΩΝΑ ΑΓΟΡΙΩΝ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΩΝ
 
Του Κάδμου κόρες, ω Σεμέλη εσύ,
που γειτονεύεις με του Ολύμπου τις θεές,
κι ω Λευκοθέα Ινώ,
συθάλαμη με τις Νεράιδες του γιαλού,
πάρτε την αριστογέννα μάνα του Ηρακλή
κι ελάτε στη Μελία, [4]
μες στο άδυτο του θησαυρού με τα χρυσά τριπόδια,
που απ' τους άλλους πιότερο τον τίμησε ο Λοξίας [5]
 
Ιβ
και Ισμήνιο τον είπε,
τον θώκο των αλάθητων των μάντεων.
Εκεί και τώρα σας καλεί ο θεός, της Αρμονίας ω κόρες,
να συναχθείτε όλες μαζί, ο ντόπιος στρατός των ηρωίδων,
τη δίκαιη τάξη την ιερή να υμνήσετε και την Πυθώ [9]
και τον δικαιοκρίτη ομφαλό της γης, [10]
την ώρα την εσπερινή,
 
τιμώντας την εφτάπυλη τη Θήβα
και της Κίρρας τους αγώνες,
εκεί που ο Θρασυδαίος τη μνήμη της εστίας
της πατρικής ζωντάνεψε και τρίτο της χάρισε στεφάνι,
σαν νίκησε στις εύφορες πεδιάδες του Πυλάδη [15]
που τον Ορέστη τον Λάκωνα είχε για φίλο·
 
IIα
αυτόν, που όταν σκοτώναν τον πατέρα του,
τον άρπαξε απ' τα σκληρά της Κλυταιμήστρας χέρια
η Αρσινόη, η παραμάνα του,
και τον εγλίτωσε απ' τη φριχτή συνωμοσία,
την ώρα που του Δαρδανίδη Πριάμου την κόρη, την Κασσάνδρα,
την έστελνε, απ' τον αστραφτερό χαλκό χτυπημένη, [20]
με την ψυχή του Αγαμέμνονα αντάμα,
στις βαθύσκιωτες όχτες του Αχέροντα
 
IIβ
η άσπλαχνη γυναίκα. Κι ήτανε τάχα η Ιφιγένεια,
σαν σφάχτηκε στον Εύριπο μακριά απ' την πατρίδα,
που τέτοιο χόλιασμα τρομαχτικό τής έφερε,
ή πόθος άλλος την εδάμασε και παραστράτησε
σε νύχτιο ερωτικό κρεβάτι; [25]
Δεν έχει παραστράτημα πιο άσκημο για νέα και παντρεμένη,
και δεν υπάρχει τρόπος να κρατηθεί μακριά
 
IIγ
από τα στόματα των άλλων·
ο κόσμος είναι κακόγλωσσος.
Γιατί διόλου μικρός δεν είναι ο φθόνος
που γεννά η μεγάλη ευτυχία·
τον ταπεινό, ακόμα κι αν βροντοφωνεί, κανείς δεν τον ακούει. [30]
 
Σκοτώθηκε λοιπόν ο ήρωας Ατρείδης,
μετά καιρό σαν γύρισε στις ένδοξες Αμύκλες,
 
IIIα
την κόρη την προφήτισσα παίρνοντας στον λαιμό του
κι αφού για χάρη της Ελένης επυρπόλησε
των Τρώων τα σπίτια και την ευδαιμονία τους εχάλασε. [34]
Όμως ο Ορέστης, το νιο το παλικάρι, στον γέρο φίλο του
έφτασε, στον Στρόφιο, που κατοικούσε [35]
στου Παρνασσού τα ριζοβούνια· [36]
και σαν επέρασε καιρός, με τη βοήθεια του Άρη
τη μάνα του τη σκότωσε
κι έπνιξε τον Αίγιστο στο αίμα.
 
IIIβ
Ωστόσο, φίλοι, μήπως παρασύρθηκα
και τρίστρατο μπλεγμένο πήρα,
ενώ πρωτύτερα σε ίσιο τραβούσα δρόμο;
ή μήπως κάποιος άνεμος έξω απ' την πορεία μ' έριξε
σαν βάρκα μες στο πέλαγο; [40]
Όσο για σένα, Μούσα, αν με αμοιβή
συμφώνησες να δίνεις τη φωνή σου,
κι έργο σου είναι κάθε φορά
τούτο ή τ' άλλο ν' ανακινείς μ' ασημωμένη γλώσσα,
 
IIIγ
τώρα είναι η σειρά του Πυθόνικου, του πατέρα,
και του Θρασυδαίου, που δόξα τούς λαμπρύνει κι ευφροσύνη. [45]
Από καιρό με το άρμα τους εκέρδισαν τη νίκη
στης Ολυμπίας τους ξακουστούς αγώνες
κι απόχτησαν με τ' άτια τους της φήμης την αχτίδα
που γοργά τριγύρω απλώνεται.
 
IVα
Και στην Πυθώ κατέβηκαν γυμνοί δρομείς στο στάδιο
και με τη γρηγοράδα των ποδιών τους
ντροπιάσαν όλη των Ελλήνων τη στρατιά. [50]
Άμποτε να επιθυμώ όσα αγαθά οι θεοί δίνουν
και πάντα να ποθώ ό, τι στην ηλικία μου είναι εφικτό.
Γιατί μέσα στην πόλη βρίσκω
πως οι μετρημένοι μακρότερα χαίρονται την ευτυχία·
των τυράννων τη μοίρα δεν ζηλεύω·
 
IVβ
ποθώ τις αρετές που για όλων είναι το καλό,
ενώ οι φθονεροί τις πολεμούνε.
Την κορυφή τους αν κανείς αγγίξει, [55]
γαλήνια ζώντας κι αποφεύγοντας την άγρια υπεροψία,
στο τέρμα του μελανού θανάτου καλύτερα θα φτάσει
και στην ευτυχισμένη του γενιά για χτήμα θε ν' αφήσει
όνομα καλό, το πιο ακριβό αγαθό.
 
IVγ
Για τούτο και τον Ιόλαο, του Ιφικλή το τέκνο, [60]
παντού ανυμνούν και την αντρεία του Κάστορα,
και σένα άρχοντα Πολυδεύκη, παιδιά θεών,
που τη μια μέρα στη Θεράπνη ζείτε,
και στου Ολύμπου τα παλάτια την άλλη κατοικείτε.
 
*****Συζυγοκτονία
Κατά την απουσία του Αγαμέμνονα στην Τροία η σύζυγός του Κλυταιμνήστρα συνήψε σχέσεις με τον εξάδελφο του άνδρα της, αδελφό του πρώτου άνδρα της Τάνταλου και γιο του Θυέστη, τον Αίγισθο, που είχε επιστρέψει από τα ξένα, για να εκδικηθεί τη σφαγή των αδελφών του από τον Ατρέα, πατέρα του Αγαμέμνονα. Σχεδίασε (μόνη της[2] ή σε συνεργασία με τον Αίγισθο[3] ή μόνος ο Αίγισθος[4]) τη δολοφονία του άνδρα της, αμέσως μετά την επιστροφή του από την Τροία, καθώς και την προφήτισσα Κασσάνδρα, αιχμάλωτη, κόρη του Πριάμου, λάφυρο του άνδρα της. Ως κίνητρά της εμφανίζονται στην τραγωδία η θυσία της Ιφιγένειας αλλά και το γεγονός ότι ο άνδρας της φέρνει μαζί του την Κασσάνδρα, στον Όμηρο όμως, σε αντίθεση με τους Ησιοδικούς Καταλόγους[5], δεν είναι γνωστή η θυσία της Ιφιγένειας, επομένως τα κίνητρά της είναι μόνο η μοιχεία και δεν έχουν κανένα ηθικό έρεισμα, ενώ αυτό λανθάνει στον 11ο Πυθιόνικο του Πινδάρου (στ. 16-37).
 
Σημειώσεις:
2. Οδ.., λ 430, ω 199-200.
3. Οδ., α 409-420.
4. Οδ. Α 36, γ 249-250, 304-305, δ 534-535.
5. Βλ. Παυσ. 1.1.43.
 
ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ: ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΑΣΥΔΑΙΟ ΤΟΝ ΘΗΒΑΙΟ, ΝΙΚΗΤΗ ΣΕ ΑΓΩΝΑ ΑΓΟΡΙΩΝ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΩΝ
 
Του Κάδμου κόρες, ω Σεμέλη εσύ,
που γειτονεύεις με του Ολύμπου τις θεές,
κι ω Λευκοθέα Ινώ,
συθάλαμη με τις Νεράιδες του γιαλού,
πάρτε την αριστογέννα μάνα του Ηρακλή
κι ελάτε στη Μελία, [4]
μες στο άδυτο του θησαυρού με τα χρυσά τριπόδια,
που απ' τους άλλους πιότερο τον τίμησε ο Λοξίας [5]
 
Ιβ
και Ισμήνιο τον είπε,
τον θώκο των αλάθητων των μάντεων.
Εκεί και τώρα σας καλεί ο θεός, της Αρμονίας ω κόρες,
να συναχθείτε όλες μαζί, ο ντόπιος στρατός των ηρωίδων,
τη δίκαιη τάξη την ιερή να υμνήσετε και την Πυθώ [9]
και τον δικαιοκρίτη ομφαλό της γης, [10]
την ώρα την εσπερινή,
 
τιμώντας την εφτάπυλη τη Θήβα
και της Κίρρας τους αγώνες,
εκεί που ο Θρασυδαίος τη μνήμη της εστίας
της πατρικής ζωντάνεψε και τρίτο της χάρισε στεφάνι,
σαν νίκησε στις εύφορες πεδιάδες του Πυλάδη [15]
που τον Ορέστη τον Λάκωνα είχε για φίλο·
 
IIα
αυτόν, που όταν σκοτώναν τον πατέρα του,
τον άρπαξε απ' τα σκληρά της Κλυταιμήστρας χέρια
η Αρσινόη, η παραμάνα του,
και τον εγλίτωσε απ' τη φριχτή συνωμοσία,
την ώρα που του Δαρδανίδη Πριάμου την κόρη, την Κασσάνδρα,
την έστελνε, απ' τον αστραφτερό χαλκό χτυπημένη, [20]
με την ψυχή του Αγαμέμνονα αντάμα,
στις βαθύσκιωτες όχτες του Αχέροντα
 
IIβ
η άσπλαχνη γυναίκα. Κι ήτανε τάχα η Ιφιγένεια,
σαν σφάχτηκε στον Εύριπο μακριά απ' την πατρίδα,
που τέτοιο χόλιασμα τρομαχτικό τής έφερε,
ή πόθος άλλος την εδάμασε και παραστράτησε
σε νύχτιο ερωτικό κρεβάτι; [25]
Δεν έχει παραστράτημα πιο άσκημο για νέα και παντρεμένη,
και δεν υπάρχει τρόπος να κρατηθεί μακριά
 
IIγ
από τα στόματα των άλλων·
ο κόσμος είναι κακόγλωσσος.
Γιατί διόλου μικρός δεν είναι ο φθόνος
που γεννά η μεγάλη ευτυχία·
τον ταπεινό, ακόμα κι αν βροντοφωνεί, κανείς δεν τον ακούει. [30]
 
Σκοτώθηκε λοιπόν ο ήρωας Ατρείδης,
μετά καιρό σαν γύρισε στις ένδοξες Αμύκλες,
 
IIIα
την κόρη την προφήτισσα παίρνοντας στον λαιμό του
κι αφού για χάρη της Ελένης επυρπόλησε
των Τρώων τα σπίτια και την ευδαιμονία τους εχάλασε. [34]
Όμως ο Ορέστης, το νιο το παλικάρι, στον γέρο φίλο του
έφτασε, στον Στρόφιο, που κατοικούσε [35]
στου Παρνασσού τα ριζοβούνια· [36]
και σαν επέρασε καιρός, με τη βοήθεια του Άρη
τη μάνα του τη σκότωσε
κι έπνιξε τον Αίγιστο στο αίμα.
 
IIIβ
Ωστόσο, φίλοι, μήπως παρασύρθηκα
και τρίστρατο μπλεγμένο πήρα,
ενώ πρωτύτερα σε ίσιο τραβούσα δρόμο;
ή μήπως κάποιος άνεμος έξω απ' την πορεία μ' έριξε
σαν βάρκα μες στο πέλαγο; [40]
Όσο για σένα, Μούσα, αν με αμοιβή
συμφώνησες να δίνεις τη φωνή σου,
κι έργο σου είναι κάθε φορά
τούτο ή τ' άλλο ν' ανακινείς μ' ασημωμένη γλώσσα,
 
IIIγ
τώρα είναι η σειρά του Πυθόνικου, του πατέρα,
και του Θρασυδαίου, που δόξα τούς λαμπρύνει κι ευφροσύνη. [45]
Από καιρό με το άρμα τους εκέρδισαν τη νίκη
στης Ολυμπίας τους ξακουστούς αγώνες
κι απόχτησαν με τ' άτια τους της φήμης την αχτίδα
που γοργά τριγύρω απλώνεται.
 
IVα
Και στην Πυθώ κατέβηκαν γυμνοί δρομείς στο στάδιο
και με τη γρηγοράδα των ποδιών τους
ντροπιάσαν όλη των Ελλήνων τη στρατιά. [50]
Άμποτε να επιθυμώ όσα αγαθά οι θεοί δίνουν
και πάντα να ποθώ ό, τι στην ηλικία μου είναι εφικτό.
Γιατί μέσα στην πόλη βρίσκω
πως οι μετρημένοι μακρότερα χαίρονται την ευτυχία·
των τυράννων τη μοίρα δεν ζηλεύω·
 
IVβ
ποθώ τις αρετές που για όλων είναι το καλό,
ενώ οι φθονεροί τις πολεμούνε.
Την κορυφή τους αν κανείς αγγίξει, [55]
γαλήνια ζώντας κι αποφεύγοντας την άγρια υπεροψία,
στο τέρμα του μελανού θανάτου καλύτερα θα φτάσει
και στην ευτυχισμένη του γενιά για χτήμα θε ν' αφήσει
όνομα καλό, το πιο ακριβό αγαθό.
 
IVγ
Για τούτο και τον Ιόλαο, του Ιφικλή το τέκνο, [60]
παντού ανυμνούν και την αντρεία του Κάστορα,
και σένα άρχοντα Πολυδεύκη, παιδιά θεών,
που τη μια μέρα στη Θεράπνη ζείτε,
και στου Ολύμπου τα παλάτια την άλλη κατοικείτε.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Μόνο στην Ἑλλάδα δημιουργήθηκε ἡ θεωρητική σκέψη αὐτόνομα, μόνον ἐδῶ ὑπάρχει γηγενής ἐπιστημονική ὁρολογία.

Ἡ γλώσσα εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς δομῆς τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος πού ἐξελίσσεται παράλληλα με τη ἐξέλιξη τοῦ λόγου και κορυφώνεται στη φιλοσοφία
. -Bruno Snell
 
Ἑλληνικά, γιατί μόνον ἐδῶ οἱ ἔννοιες προκύπτουν ὀργανικά ἀπό τη γλώσσα. Μόνο στην Ἑλλάδα δημιουργήθηκε ἡ θεωρητική σκέψη αὐτόνομα, μόνον ἐδῶ ὑπάρχει γηγενής ἐπιστημονική ὁρολογία. Ὅλες οἱ ἄλλες γλώσσες ἀντλοῦν ἀπό αὐτήν· εἴτε δανείζονται αὐτούσια τους ὅρους εἴτε τους μεταφράζουν και τους διευρύνουν. Αὐτό το κατόρθωμα τῶν Ἕλλήνων συνέβαλλε ὥστε οἱ ἄλλοι λαοί να ἀναπτυχθοῦν στον τομέα τῆς ὁρολογίας περισσότερο ἀπό ὅ, τι ἐπέτρεπε ἡ δική τους γλώσσα…
 
             Δεν μποροῦμε π.χ. να φανταστοῦμε πῶς θα ἦταν δυνατό να δημιουργηθοῦν ἐπιστήμη και φιλοσοφία στην Ἑλλάδα, ἄν δεν ὑπῆρχε στη γλώσσα το ὁριστικό ἄρθρο…Πῶς θά ἦταν δυνατό να ἐξεικευτεῖ το καθολικό, να ἀναπτυχθεῖ μια ἀφηρημένη ἔννοια ἀπό ἕνα ἐπίθετο ἤ ἕνα ρῆμα, ἄν δεν πρόσφερε το ὁριστικό ἄρθρο τη δυνατότητα να σχηματιστοῦν τέτοιες «ἀφαιρέσεις», ὅπως θα τις ὀνομάζαμε σήμερα; Ἡ ὁμηρική γλώσσα εἶναι περισσότερο ἄναπτυγμένη ἀπό τά κλασικά λατινικά ὅσον ἀφορᾶ στη χρήση τοῦ ὁριστικοῦ ἄρθρου. Ὁ Κικέρων καταβάλλει προσπάθεια, για να ἀποδώσει και τις πιο ἁπλές φιλοσοφικές ἔννοιες, γιατί δεν ἔχει στη διάθεσή του το ἄρθρο, και ἔτσι μόνο περιφραστικά μπορεῖ να σχηματίζει ἔννοιες, οἱ ὁποίες στα ἑλληνικά εἶναι σύντομες και φυσικές…
 
            Το ὁριστικό ἄρθρο, πού ἀποτελεῖ μιά ἀφετηρία για τη δημιουργία έπιστημονικῶν ὅρων, ἀναπτύχθηκε στα ἑλληνικά βαθμιαῖα ἀπό τη δεικτική ἀντωνυμία, ἡ ὁποία ἔγινε πρῶτα εἰδικό και ἔπειτα γενικό ἄρθρο…
 
            Και ὁ Ἡσίοδος δεν γνωρίζει ἀκόμη τη χρήση τοῦ ἄρθρου πού συνοδεύει τους ἐπιστημονικούς ὅρους…
 
            Ἡ τραγωδία το χρησιμοποιεῖ ἀπό την ἀρχή, ἰδιαίτερα πρίν ἀπό οὐσιαστικοποιημένα ἐπίθετα πού δηλώνουν κάποια ἀξιολόγηση. Ἀλλά ὁ Αἰσχύλος δεν το χρησιμοποιεῖ ἀκόμη με ἀφηρημένες ἔννοιες…
 
            Την ἐποχή τοῦ Αἰσχύλου ὁ Ἡράκλειτος μιλᾶ για «τή» λειτουργία τῆς σκέψης (ἀπ. 112, 113), για «τό» καθολικό (ἀπ. 2, 14), για «τόν» Λόγο (ἀπ. 50), παρόλο πού χρησιμοποιεῖ τό ἄρθρο σπανιότερα ἀπό ὅ, τι ὁ Πλάτων. Ἡ φιλοσοφική σκέψη του ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτή τη χρήση τοῦ ἄρθρου, και ὁ σχηματισμός τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση για τις ἀφαιρέσεις του. Το ἄρθρο ἔχει την ἰδιότητα να οὐσιαστικοποιεῖ ἕνα ἐπίθετο ἤ ἕνα ρῆμα. Αὐτές οἱ «οὐσιαστικοποιήσεις» τῆς ἐπιστημονικῆς και φιλοσοφικῆς γλώσσας προσφέρουν στη σκέψη σταθερά «ἀντικείμενα»…
 
            Ὑπάρχουν προφανῶς τρεῖς διαφορετικοί τύποι οὐσιστικῶν: τά κύρια ὀνόματα, τά συγκεκριμένα και ἀφηρημένα οὐσιαστικά. Το κύριο ὄνομα χαρακτηρίζει κάτι μεμονωμένο· το συγκεκριμένο οὐσιαστικό ὅμως περικλείει την ἀρχή ἑνός συστήματος, ἀποτελεῖ την κυτταρική μορφή ἐπιστημονικῆς ἀναγωγῆς και ταξινόμησης…
 
            Ὄνομα και συγκεκριμένο οὐσιαστικό εἶναι μᾶλλον δύο παράλληλες μορφές τῆς γλώσσας πού χαρακτηρίζουν τά υλικά ἀντικείμενα τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος περιβάλλει τον ἄνθρωπο. Ὡστόσο τά οὐσιαστικά δεν περιορίζονται μόνο στό ρόλο αὐτόν. Ἀφαιρέσεις ὅπως «ἡ σκέψη», «το καθολικό» οὔτε ὀνόματα εἶναι, γιατί δεν δηλώνουν κάτι τό ἀτομικό και προσωπικό, οὔτε περιλαμβάνουν, ὅπως τά συγκεκριμένε οὐσιαστικά, ἕνα πλῆθος ἀντικείμενα· γι’ αὐτόν τον λόγο ἄλλωστε και δεν μποροῦν να σχηματίσουν πληθυντικό ἀριθμό…Το ἀφηρημένο οὐσιαστικό ὅμως, δημιουργεῖται για πρώτη φορά στην ἐξελιγμένη σκέψη…Πολλές λέξεις, πού ἀργότερα θεωροῦνται ἀφηρημένα οὐσιαστικά, ἦταν ἀρχικά (μυθικά) ὀνόματα…
 
            Μια δεύτερη προδρομική μορφή ἀφηρημένης σκέψης εἶναι ἡ ἀναφορά στα ὄργανα τοῦ σώματος, κάθεφορά πού πρέπει να δηλωθεῖ ἡ λειτουργία τους…
 
            Αὐτές οἱ δύο προδρομικές μορφές τῶν ἀφηρημένων οὐσιαστικῶν, το μυθικό ὄνομα και το συγκεκριμένο οὐσιαστικό, πού χρησιμοποιεῖται μεταφορικά, ἀφοροῦν σε κάτι ἄυλο – ζωντανό, ἔμψυχο, πνευματικό, δυναμικό κ.τ.λ. – το ὁποῖο δεν μπορεῖ να το ἐκφράσει το κύριο ὄνομα ἤ το συγκεκριμένο οὐσιαστικό. Τόσο ἡ μεταφορά ὅσο και ἡ προσωποποίηση συλλαμβάνουν το ἄυλο στοιχεῖο ἀνθρωπομορφικά ἤ φυσιογνωμικά, δηλαδή ὡς ἀποτέλεσμα ἤ ἔκφραση ἑνός ὑλικοῦ ὄντος. Ἡ ὕπαρξη ὅμως ἐπιστήμης εἶναι δυνατή μόνο ὅταν ὑλικό και ἄυλο διαχωρίζονται ἀπόλυτα, ὅταν γίνεται διάκριση ἀνάμεσα σε κινοῦν και κινούμενο, ἀνάμεσα σε ὕλη και δύναμη, ἀνάμεσα σε αντικείμενο και ἰδιότητα. Αὐτές οἱ διακρίσεις δημιουργοῦνται για πρώτη φορά, ὅταν μπορεῖ να περιγράψει κάποιος το ἄυλο με ἀξιόπιστο και ἀπαρεξήγητο τρόπο. Ἡ κατάλληλη γλωσσική μορφή στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἡ οὐσιαστικοποίηση τῶν ρημάτων και τῶν ἐπιθέτων. Οἱ ἀφαιρέσεις τοῦ Ἡράκλειτου ἀποτελοῦν ἑπομένως ἀπαραίτητη προϋπόθεση για την ἀνάπτυξη τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης, ἔστω κι ἄν ὁ ἴδιος δεν ἐνδιαφέρεται γι αὐτήν. ἀλλά θέλει να συλλάβει το νόημα τῆς ζωῆς στο σύνολό της, δηλαδή τόσο την ὑλική ὅσο και την ἄυλη πλευρά της.
 
            Ἡ λειτουργία τοῦ ὁριστικοῦ ἄρθρου στις οὐσιαστικοποιήσεις εἶναι τριπλή: (α) ὁρίζει το μη συγκεκριμένο· (β) το καθιστᾶ καθολικό, και (γ) ἐπαναπροσδιορίζει και ἐξειδικεύει το καθολικό, ὥστε να μποροῦμε να ἐκφέρουμε κρίσεις σχετικά με αὐτό…
 
            Ἡ ἀνάγκη σχηματισμοῦ τοῦ ἄρθρου προκύπτει ὅταν σ’ ἕνα συγκεκριμένο οὐσιαστικό ἡ γενική σημασία του ὑπερισχύει σε τέτοιο βαθμό, ὥστε για να δηλωθεῖ το μεμονωμένο, το συγκεκριμένο ἀντικείμενο, ἀπαιτεῖται ἡ προσθήκη ἑνός προσδιορισμοῦ πού ἐξατομικεύει…
 
            Ἑπομένως ἡ ἔννοια παρουσιάζει τά χαρακτηριστικά πού ἀνήκουν στους τρεῖς τύπους τοῦ οὐσιαστικοῦ: το ὄνομα, το συγκεκριμένο και το ἀφηρημένο οὐσιαστικό. Ἡ λογική σκέψη εἶναι προϊόν διασταύρωσης και τῶν τριῶν τύπων, γι’ αὐτό και εἶναι δύσκολο να συλλάβουμε την ἰδιότυπη φύση της.
 
            Τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά πού δημιουργήθηκαν ἀπό οὐσιαστικοποίηση ἐπιθέτων και ρημάτων ἐκφράζουν αὐτόν τόν μετασχηματισμό μιᾶς κρίσης σε ἀντικείμενο μιᾶς κρίσης με την ἴδια σαφήνεια ὅπως και τά γνήσια οὐσιαστικά…
 
            Πραγματικά, τά ὅρια ἀνάμεσα στο οὐσιαστικό και το ἐπίθετο εῖναι ρευστα. 
      
            Ἡ ἀφετηρία οὐσιαστικοποίησης τοῦ ρήματος βρίσκεται στους λεγόμενους ὀνοματικούς τύπους τοῦ ρήματος, το ἀπαρέμφατο και τη μετοχή, πού ἀποτελοῦν συγχρόνως και τις μοναδικές δυνατότητες οὐσιαστικοποίησης τοῦ ρήματος…Το πρῶτο βῆμα στο σχηματισμό μιᾶς ἀφηρημένης ἔννοιας εἶναι ἡ χρήση τοῦ ἀπαρεμφάτου στη θέση κατηγορουμένου, γιά να δηλωθεῖ το «καθολικό». Το ἑπόμενο βῆμα εἶναι ἡ προσθήκη τοῦ ὁριστικοῦ ἄρθρου στο ἀπαρέμφατο, το ὁποῖο με τη σειρά του μετασχηματίζεται σε ἄντικείμενο μιᾶς κρίσης πού ἔχει ὡς κατηγορούμενο μιά ἀκόμη πιο γενική ἔννοια…
 
            Ἡ ἐνεργητική μετοχή ἀποτελεῖ ἕνα περιεκτικό τύπο πού χαρακτηρίζει ἕνα ὄργανο και τη λειτουργία του…Η παθητική μετοχή ἐκφράζει το ἀποτέλεσμα μιᾶς δράσης καί εἶναι ἰδιαίτερα σημαντική για το σχηματισμό ἀφηρημένων οὐσιαστικῶν, ἰδίως στήν περιοχή τῆς νόησης, ὅπου το ἀποτέλεσμά της, δηλαδή ἡ συγκεκριμένη σκέψη, δεν ὑπάρχει χωριστά ἀπό τη δράση, ἑπομένως ἔξω ἀπό τη νοητική διαδικασία…
 
            Τά οὐσιαστικά πού παράγονται ἀπό ρήματα μποροῦν να δηλώνουν συγχρόνως το ὄργανο, τη λειτουργία του και το ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς λειτουργίας…
 
            Ἡ πολυσήμαντη ζωτικότητα τοῦ ρήματος ἐγκαταλείπεται για χάρη τῆς ἐννοιολογικῆς σαφήνειας, και ἔτσι ὁλοκληρώνεται μι α ἐξέλιξη πού ἄρχισε ἤδη στην πρωτόγονη γλώσσα. Σε μια μακρόχρονη και σύνθετη ἐξελικτική πορεία διασταυρώνονται μεταξύ τους ὀνοματικοί και ρηματικοί γλωσσικοί τύποι, καθώς ἐπίσης και οἱ τρεῖς βασικές μορφές τοῦ οὐσιαστικοῦ - το ὄνομα, το συγκεριμένο και το ἀφηρημένο ουσιαστικό. Χάρη σ’ αὐτές τις διασταυρώσεις δημιουργεῖται το λογικό στοιχεῖο, ἡ ἔννοια…
 
            Ἡ ἴδια τέλος δασταύρωση παρατηρεῖται και στην ἀφηρημένη σύλληψη τοῦ πνεύματος, την ὁποία προετοίμασαν οἱ λυρικοί ποιητές και ὁλοκλήρωσε ὁ Ἡράκλειτος….
 
            Ἡ λογική ἐπίσης δεν εἰσέρχεται στη γλώσσα ὡς ξένο στοιχεῖο· ἡ ἀρχική της θέση εἶναι στην ἴδια τη γλώσσα. Ὡστόσο ἡ γλώσσα ἀνέπτυξε βαθμιαῖα ὅλα ἐκεῖνα τά μέσα με τά ὁποῖα ἐκφράζει τη λογική σκέψη…
 
Ἀπό τη στιγμή ὅμως πού καβάλλεται ἡ προσπάθεια να γίνει κατανοητό το αὐτονόητο, το πνεῦμα ἀποκτᾶ την ἀκπληκτική ἱκανότητα να ἀνακαλύπτει τον ἑαυτό του. Ἡ ἀνακάλυψη τοῦ πνεύματος δεν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ ἀνακάλυψη τοῦ πνεύματος ἀπό τον ἴδιο τον ἑαυτό του…
 
            Το γεγονός αὐτό κάνει δυνατή την παρμενίδεια ταύτιση ἀνάμεσα σ’ αὐτό πού ὑπάρχει και στη σκέψη…
 
            Οἱ Ἕλληνες δεν προχώρησαν πέρα ἀπό τη μέτρηση ἀποστάσεων, βαρῶν και τοῦ χρόνου, Σε ἕνα μόνο σημεῖο προσπάθησαν να προχωρήσουν βαθύτερα. Οἱ Πυθαγόρειοι ἐξίσωσαν το ὕψος τῶν ἤχων με το μῆκος τῶν χορδῶν…
 
            Ἦταν εὔκολο για τους Ἕλληνες να συλλάβουν τις ἰδιότητες ὡς μορφές στο χῶρο, γιατί πίστευαν ὅτι οἱ μορφές αὐτές ἀναπαριστοῦν τήν ἀντικειμενική πραγματικότητα. Βασικά, ἐδῶ συναντοῦμε την ἀρχή τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης, ἡ ὁποία ἀνάγει τά δεδομένα τῶν αἰσθήσεων σε μορφές μαθηματικά κατανοητές, ἐνῶ ἡ μη ἐπιστημονική μεταφυσική τοῦ Ἡράκλειτου π.χ. προσπαθεῖ να κατανοήσει τις ἀντιθέσεις πού προστατεύουν οἱ αἰσθήσεις ὡς ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς πραγματικότητας…
 
            Ὁ Πλάτων ἐνδιαφέρεται κυρίως για τη «δράση», ἐνῶ ὁ Ἡράκλειτος για την ψυχή, ἡ ὁποία στην πραγματικότητα οὔτε δρᾶ οὔτε κνεῖται, ἀλλά «ζεῖ» και «μεταβάλλεται» χάρη στις ἀντιθέσεις. Ὁ Δημόκριτος, ἀντίθετα, τονίζει με ἔμφαση την κίνηση ὄχι μόνο στον τομέα τῆς ψυχολογίας, ἀλλά και στην παρατήρηση τῆς φύσης, γιατί ἡ ἐπιστημονική σκέψη θεωρεῖ κίνηση ὅ, τι συλλαμβάνεται και ἐκφράζεται με ρῆμα…
 
            Ὁ Ἀριστοτέλης διαχωρίζει για πρώτη φορά με σαφήνεια το πνευματικό ἀπό το σωματικό στοιχεῖο θεωρώντας το πρῶτο αἰτία και το δεύτερο ἀποδέκτη τῆς κίνησης…
 
            Ἡ γλώσσα συλλαμβάνει τις δραστηριότητες ἀνάλογα με τις ἐντυπώσεις πού προκαλοῦν στις αἰσθήσεις. Ἡ ἑλληνική γλώσσαα ἀντιλαμβάνεται μια πράξη εἴτε ὡς κατάσταση – πού ἐκφράζεται με το ἐστωτικό θέμα – εἴτε ὡς συμβάν - ὁπότε χρησιμοποιεῖται ὁ ἀόριστος – εἴτε ὡς ἀποτέλεσμα - ὁπότε χρησιμοποιεῖται ὁ παρακείμενος…
 
            Οἱ Ἕλληνες δεν ἀναγνώρισαν την ἀποσία τῆς λογικῆς στην κίνηση. Μόνο ὁ Ζήνων πλησίασε, ἀλλά ἡ ἀπουσία τῆς λογικῆς τον ὁδήγησε στο συμπέρασμα ὅτι δεν μπορεῖ να ὑπάρχει κίνηση. Οἱ Ἕλληνες δεν γνωρίζουν την πραγματική ἔννοια τῆς κίνησης. Δε εἶναι ἑπομένως περίεργο το γεγονός ὅτι δεν διατύπωσαν κανόνες για την κίνηση, ἐκτός ἴσως ἀπό τη διαπίστωση τῶν ἁπλῶν περιόδων.
 
            Ἀπό τους τομεῖς τῆς σύγχρονης φυσικῆς μόνο ἡ μηχανική και ἡ ὀπτική ἀπέκτησαν ἐπιστημονική σημασία στη Ἑλλάδα. Ἴσως θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και την ἀκουστική πού καλλιέργησαν οἱ Πυθαγόρειοι. Αὐτές οἱ περιοχές ἔρευνας ἀσχολοῦνται με τις σταθερές, τις στατικές θέσεις…
 
Ἡ γλώσσα εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς δομῆς τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος πού ἐξελίσσεται παράλληλα με τη ἐξέλιξη τοῦ λόγου και κορυφώνεται στη φιλοσοφία…

Συν-παρουσία: μια άλλη επικοινωνία

Δεν θα έπρεπε ποτέ να απαντάμε βιαστικά, αυτόματα. (Η εκβιαστική λειτουργία των σχολείων είναι μόνο μια πιστή αντανάκλαση/αντίγραφο της διαμορφωμένης δικής μας λειτουργίας και στάσης ζωής).
 
Δεν έχουμε άμεσα, ποτέ, ολόκληρη την πληροφορία. Η ανταπόκριση δεν υπακούει σε νόμους του εγώ, παρόλο που ανήκει, προσωρινά, σε συγκεκριμένο χωροχρόνο.

Πώς όμως τότε να βρισκόμαστε παρόντες, δράστες στη ζωή μας, στο δευτερόλεπτο της στιγμής που αναμένει μια απάντηση/ανταπόκριση; Στην πίεση του χρόνου. Στην αμηχανία της στιγμής...

Με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο από αυτόν που υπηρετούμε.

Απενεχοποιημένα.
Ελεύθερα, χωρίς κριτική ή κατάταξη.
Γαλήνια, ταπεινά.

Κάτι που δεν είναι εφικτό ακόμα σε συλλογική κλίμακα.

Αν «καθίσεις σε μια γωνία και παρακολουθήσεις», μαθαίνεις αρκετά. Το εγώ σου θέλει/έχει ανάγκη να απαντήσει αμέσως. Να εξηγήσεις αυτά που θεωρείς πως δεν κατάλαβε/παρεξήγησε ο άλλος, να γεμίσεις τα κενά της μη κατανόησής του, να, να, να… Βλέπεις το σκηνικό, το αναγνωρίζεις. Ακόμα και προτού διαδραματιστεί.

Αντιλαμβάνεσαι τον πόνο του εγώ σου, τις ανάγκες του, τις διαδρομές της σκέψης του, την επιλεκτική μνήμη του που φωνάζει να παρουσιάσει, να αμυνθεί, να αποδείξει. Όλα είναι οικεία.

Κι όμως, όσες φορές κι αν ακολουθήσεις αυτή την οικειότητα, την αναγκαιότητα, που είναι στρωμένη με τις καλύτερες προθέσεις, ποτέ δεν είναι αρκετό, δε φτάνει, δε σε γεμίζει.

Ποτέ δεν λυτρώνεσαι, όσο κι αν υπερασπίζεσαι, εξηγείς, αποδεικνύεις. Οι γνώριμοι αυτοί δρόμοι δεν σου δίνουν πίσω την ολότητά σου. Δεν δημιουργούν ενότητα ή αρμονία. Ενισχύουν μόνο την απομόνωση, τον εγωισμό.

Οι οποιοιδήποτε δισταγμοί στο ν’ απαντήσεις έχουν παρόμοιες συνέπειες και επίσης αντιφατικές αντιδράσεις. Αδυναμία, ανικανότητα, άγνοια, αυτό-αμφισβήτηση. Κάπως έτσι στήνεται το πάρτι μέσα στο νου σου. Ένα γνώριμο σκηνικό. Που δεν είναι διαδικασία πια αλλά μια ήδη επιτυχημένη, αυτοματοποιημένη εφαρμογή: ένα πρόγραμμα.

Η ανάγκη να απαντήσεις σε πιέζει, είναι πραγματική. Την αισθάνεσαι στο σώμα και στο συναίσθημά σου. Σε βασανίζει, άσχετα τι κάνεις. Δεν είναι θεωρία. Όπως και η αποφυγή, η δραπέτευση, η σιωπή είναι το ίδιο, καθώς συνεχίζεις άηχα τον διάλογο που έχεις ανάγκη, μέσα σου, εσωτερικά, στην «ασφάλεια» της μη φανερωμένης/μη ομολογουμένης, αλλά παρ’ όλα αυτά, διαμορφωμένης θέσης σου.

Είναι αστείο το τι θεωρούμε κρυφό, άρα «ακίνδυνο».

Είναι ακόμα πιο αστεία η επίμονη διαβεβαίωση πως ακούμε…
Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν πραγματικά για να ξεδιαλύνουν, να πληροφορήσουν ή να εξηγήσουν. Όλα αυτά είναι προ-στάδια και ανάγκες μιας εσωτερικής επικοινωνίας με τον Εαυτό μας που δεν συμβαίνει. Κενά που πιέζουν να γεμίσουν.
 
Οι άνθρωποι επικοινωνούν πραγματικά όταν είναι για να μοιραστούν αυτά που ήδη γνωρίζουν και οι δυο. Είναι μια εντελώς ισότιμη, συν-παρουσία που δεν μπορεί παρά να ενώσει, να συνδέσει, να εναρμονίσει.

Κάτι που είναι ακόμα σπάνιο, άγνωστο, απειλητικό για τα φοβισμένα εγώ.

Οι σχέσεις-επικοινωνίες που δεν προτάσσουν το «παντοδύναμο» εγώ, παραμένουν λίγες και άχρονες. 
Δεν φθείρονται.

Είναι φτιαγμένες σε άλλες διαστάσεις, άλλες συχνότητες και δεν επιβάλλονται, δεν εμποδίζονται, δεν δεσμεύονται. Εκούσια εκφράζονται, από την ίδια την υπηρεσία της Αλήθειας/φανέρωσης. Δεν ελέγχονται. Συμβαίνουν. Δεν τις ορίζεις, δεν τις επιβάλλεις. Πάντα προσφέρουν, ποτέ δεν στραγγίζουν, δεν κλέβουν. Προσθέτουν, δεν περιορίζουν, δεν στερούν. 
 
Πρέπει να τις ζήσεις για να τις ξέρεις. Τότε τις αναγνωρίζεις. Και τις υπηρετείς, τις τιμάς, τις σέβεσαι. Γιατί είσαι Εσύ, γιατί και ο άλλος είσαι Εσύ. Δεν υπάρχει διαφορά γιατί βρίσκεστε σε κοινό έδαφος. Μέρη του Όλου, εκφράσεις του Ενός.
 
Απλά μείνε μακριά από τις καρδούλες, τα λουλουδάκια, την "αγάπη", τις έτοιμες εικόνες των ονείρων σου. Γιατί αυτή η επικοινωνία, η συν-παρουσία δημιουργείται. Δεν έχεις δεδομένα. Βρίσκεσαι σε άγνωστο έδαφος. 
 
Ένα κλειδί για το δρόμο σου (όχι το μοναδικό ούτε χαραγμένο "σε πέτρα" αλλά στα όνειρα, στο χρόνο).... 
Είναι το Θηλυκό που δημιουργεί αυτές τις επικοινωνίες... Το Αρσενικό τις φωτίζει. Μαζί διαπερνούν τις ψευδαισθήσεις του διαχωρισμού, της απομόνωσης.
Και το Παιδί γεννιέται... Η Ιερή Οικογένεια.
Πέρα από το φόβο...

Πορεία στη μαγεία

Είναι κύκλοι, είναι μοτίβα, είναι γεωμετρία, είναι χρώμα η πορεία μας στο χρόνο και στο χώρο. Πολλές φορές θα ήθελα να μπορώ να την περιγράψω με λόγια, μα δεν υπάρχουν.

Ποτέ δεν το βλέπεις όλο αυτό από την αρχή. Δεν αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος, το βάθος, την απεραντοσύνη, που κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως δεν έχει τέλος, δεν έχει τελικό προορισμό. Έχει μόνο αναχωρήσεις, αφίξεις, στάσεις, και όλα όσα μπορούν να χρωματίσουν το καθένα με τη σκοτεινή ή τη φωτεινή πλευρά της ζωής.

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, λένε. Και έτσι είναι! Μόνο που είναι δύσκολο να καθορίσεις ακόμα και αυτήν την "αρχή", που αποφασίζεις, συνειδητά, πως είναι το μοναδικό πράγμα που οφείλεις να κάνεις: να τιμήσεις την ύπαρξή σου στο χρόνο, που δεν έχεις ιδέα πόσος θα είναι. Ξέρεις μόνο πως θέλεις και οφείλεις, με το ίδιο πάθος, την ίδια πειθαρχία και αφοσίωση ΚΑΙ στο καθήκον σου ΚΑΙ στην επιθυμία σου, να υπηρετήσεις.

Και ξεκινάς. Δύσκολα στην αρχή, όσο κι αν διαρκέσει αυτή η αρχή. Γιατί σ' αυτό το δρόμο που έχεις διαλέξει, δεν μετράει ο χρόνος ή οτιδήποτε άλλο με συνηθισμένους όρους.

Η πλάνη των προγραμμάτων που διαμορφώνουν τη θέασή σου φαίνονται αδιαπέραστα και τόσο πραγματικά που θεωρείς πως τίποτα δεν μπορεί να τα διασπάσει. Ένα βήμα μπρος και τρία πίσω. Πόνος, αδιέξοδα, καθώς ο νους κλονίζεται, μπερδεύεται, προσπαθεί με κάθε τρόπο να δραπετεύσει, να αποδείξει πως κυνηγάς χωρίς πυξίδα, πως προχωράς σε επικίνδυνα μονοπάτια.

Οι περισσότεροι κάπου εδώ τα παρατάνε. Σε όλα τα στάδια, πολλές φορές και με πολλούς τρόπους υπάρχουν άπειροι, αόρατοι πειρασμοί για να μας πείσουν είτε για την οπισθοχώρηση είτε για να ρίξουμε άγκυρα και να νομίζουμε πως έχουμε φτάσει στον προορισμό μας. Το να επιστρέψουμε στον κόσμο που ξέραμε, σ' αυτό το στάδιο, μοιάζει σωτήριο και η μοναδική επιλογή. Και έτσι πρέπει να είναι!

Αντέχεις όμως. Μια αόρατη δύναμη μέσα σου σε κρατάει σ' αυτό που φωνάζει μέσα σου ν' αναδυθεί. Πέφτεις, σηκώνεσαι, αναρωτιέσαι αν ο πόνος έχει πάτο κι αν τον έχεις φτάσει.

Και βγαίνει ο ήλιος, αυτός ο μαγικός ζωοδότης, που μεταμορφώνει τα πάντα στη λάμψη του. Κοιτάς πίσω σου όλα όσα πέρασες και αισθάνεσαι πως επιτέλους έπιασες στεριά. Μπορείς να σταματήσεις να κουνιέσαι, να ζαλίζεσαι και να αμφιβάλλεις. Όμως ο ήλιος θα ξαναδύσει, πολλές φορές. Κάθε αυγή θα μοιάζει ακόμα πιο όμορφη και κάθε νύχτα θα είναι λιγότερο σκοτεινή.

Μα η ψυχή σου είναι πολύ μεγαλύτερη από το μπόι σου και ο νους πολύ πιο βαθύς απ' ότ,ι φαντάζεσαι πως μπορείς να ελέγξεις. Τη μεγαλύτερη καταιγίδα της ζωής σου δεν την περιμένεις ποτέ, δεν έχεις τρόπο να προετοιμαστείς γι' αυτήν λογικά, ούτε να την αποτρέψεις. Άλλωστε, τη ζήτησες! Επέλεξες το ύψιστο καθήκον και την βαθύτερη επιθυμία που μπορεί να αγγίξει ανθρώπου καρδιά.

Και δεν υπάρχει τρόπος να επιζήσεις. Πεθαίνεις! Και πρέπει να αναδυθείς από τις στάχτες σου, αν θέλεις να ζήσεις. Χωρίς τίποτα: χωρίς εγγυήσεις, χωρίς δεκανίκια, χωρίς ψεύτικες υποσχέσεις, χωρίς κανένα προσωρινό απόκτημα, ούτε καν τη γνώση που κοπίασες για να κατακτήσεις όλο το προηγούμενο διάστημα. Μόνος, γυμνός, ευάλωτος, κανένας... τίποτα!

Μα οι κύκλοι, τα μοτίβα, η γεωμετρία, το χρώμα, όλα αλλάζουν καθώς αναδημιουργούνται από την αρχή. Μια αρχή που κάνει όλες τις προηγούμενες να μοιάζουν προθέρμανση, άσκηση, για να φτάσεις σε αυτό εδώ το σημείο "μηδέν". Και δεν υπάρχει επιστροφή. Δεν υπάρχει αμνησία. Δεν υπάρχει προσποίηση, φόβος, δειλία, αλαζονεία, έπαρση, εγωισμός.

Υπάρχει ο άγρυπνος παρατηρητής που σε συντροφεύει πάντα και παρακολουθεί/καταγράφει την κάθε σου κίνηση για να σου προσφέρει τη σοφή του επίγνωση. Υπάρχει η αλάνθαστη διάκριση που σε καθοδηγεί και σε κρατάει σε ισορροπία. Υπάρχει η καρδιά που τίποτα πια δεν την τρομάζει, δεν την κλείνει, δεν την παρασύρει. Υπάρχουν οι άλλοι που δεν είναι πλέον απέναντι, εχθροί, ξένοι, μα κομμάτια του Είναι σου, εκφράσεις τις καρδιάς σου, συμμέτοχοι στον κόσμο σου.

Το ξέρεις πλέον πως έχεις πολύ δρόμο ακόμα μπροστά σου. Έχεις όμως αλλάξει τους κανόνες του χρόνου. Δεν δεσμεύεσαι πια ούτε δειλιάζεις να κοιτάξεις προς όλες τις κατευθύνσεις, ισότιμα και με σταθερή ταπεινότητα, ορίζοντας τη βούλησή σου.

Και η μαγεία δεν περιγράφεται! Οι στιγμές μέσα στην απλότητα, όπου ο χρόνος ενώνεται και σταματά, βρίσκονται έξω από τα πεδία που πριν αντιλαμβανόσουν και κανένας δεν μπορούσε να σου εξηγήσει. Μόνο δέος, ευγνωμοσύνη, ακούραστη διάθεση να μάθεις, να διεισδύσεις και να πετάξεις πέρα από τα όρια  του γνωστού κόσμου. Με αθωότητα και πάθος μαζί, που τώρα όμως χρωματίζονται με συνείδηση.

Ζεις! Μοναδικά, αυθεντικά, με συμπόνια μα και σοφία τη ζωή σου, κι ας φαίνονται όλα όσα είσαι απατηλά, ίδια, συνηθισμένα, στους πολλούς. Δεν ανήκετε όμως στον ίδιο κόσμο, και δεν το μαρτυρά η όψη σου. Το μεταφέρει όμως η ενέργειά σου, σε πεδία που δεν γίνονται αντιληπτά, μα εσύ βλέπεις την επίδρασή τους.

Τώρα, δεν έχει σημασία αν θα συνεχίσεις να ζεις. Γιατί ζεις, το κάθε μοναδικό λεπτό, με απόλυτη αφοσίωση, με όλες σου τις αισθήσεις, έχοντας δαμάσει και επανεκπαιδεύσει το νου σου να σε υπηρετεί. Και κάθε ηλιοβασίλεμα σημαίνει τον επικείμενο γαλήνιο θάνατό σου και κάθε δύση φανερώνει μια νέα μεγαλόπρεπη αρχή...

Κι αν το σύμπαν τελικά δεν συνωμοτεί;

«Όταν θέλεις κάτι πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να πετύχεις το προσωπικό σου όνειρο», έγραψε ο Κοέλιο κι αυτή του η φράση αγαπήθηκε από πάρα πολλούς.  Διαβάστε πέντε συνηθισμένες φράσεις που έχουμε λίγο πολύ ακούσει όλοι μας και αυτοί είναι οι λόγοι που καλό θα ήταν να πάψουμε να τις ακούμε.

1. Αγνόησε οτιδήποτε αρνητικό
Μια από τις πιο διαδεδομένες αντιλήψεις του κινήματος αυτού είναι η πεποίθηση ότι δίνεις “δύναμη” σε κάτι αρνητικό μόνο και μόνο επειδή το σκέφτεσαι ή το συνειδητοποιείς.

ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Το να βλέπεις κάτι αρνητικό με ρεαλισμό, σου δίνει τη δυνατότητα να το αντιμετωπίσεις και να προετοιμαστείς κατάλληλα, ακόμα και να το αποτρέψεις. Η άρνηση να ακούσεις οποιαδήποτε αρνητική πληροφορία, μόνο και μόνο επειδή σε κάνει να αισθάνεσαι φόβο ή ανησυχία, σημαίνει απλώς ότι επιλέγεις να παραμείνεις σε μία κατάσταση άγνοιας και δε θα βοηθήσει με κανέναν τρόπο στην εξάλειψη του προβλήματος.  

2. Μη θυμώνεις ποτέ
Πολλοί έχουν φτάσει να πιστεύουν ότι ο θυμός είναι κάτι “κακό”, που πρέπει με κάθε τρόπο να αποφεύγεις. Σου λένε ότι πρέπει να μετατρέψεις τον θυμό σου σε αγάπη, ειρήνη, φως και τέτοια συναφή. Το πρόβλημα με αυτή την αντιμετώπιση είναι ότι δημιουργεί απάθεια και ανοχή απέναντι στην αδικία που επικρατεί αυτή τη στιγμή στον κόσμο.

ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Υπάρχει κάποιος λόγος που έχουμε μάθει να λειτουργούμε βάσει ενός ηθικού κώδικα. Για παράδειγμα ένας αθώος που βασανίζεται, ή ένα παιδί που κακοποιείται, είναι πράγματα που θα προκαλέσουν οργή σε κάθε υγιώς σκεπτόμενο ενήλικα. Η οργή δεν είναι κάτι που πρέπει απαραίτητα να καταπιεστεί, αλλά αντίθετα κάτι που πρέπει να διοχετευτεί με τρόπο δημιουργικό, με σκοπό να αποτραπεί, ει δυνατόν, η αιτία που τη δημιουργεί.

3. Δεν υπάρχει σωστό και λάθος
Μια πολύ συνηθισμένη, λανθασμένη αντίληψη είναι ότι δεν υπάρχει “σωστό” και “λάθος” και ότι αυτή είναι μια “μανιχαϊστική” προσέγγιση του κόσμου.

ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Αυτός ο τρόπος σκέψης, γνωστός ως “ηθικός ρελατιβισμός” (moral relativism), δεν είναι μόνο λανθασμένος αλλά και επικίνδυνος. Σε κάνει να νιώθεις ότι κάθε σου πράξη δικαιολογείται και σε αποτρέπει από το να αναλαμβάνεις την ευθύνη των πράξεών σου και των επιπτώσεων που αυτές μπορεί να έχουν στους γύρω σου. Προφανώς και υπάρχει το αντικειμενικά “καλό” και το “κακό”, αυτό το ξέρουν και τα παιδιά. Δεν είναι όλα ΟΚ. 

4. Δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια: Η πραγματικότητα είναι αυτό που αντιλαμβάνεται ο καθένας.
Σου λένε ότι δεν μπορείς ποτέ πραγματικά να ξέρεις την απόλυτη αλήθεια για τίποτα απολύτως, αφού “όλα είναι σχετικά”. Οι ρίζες αυτής της παραδοχής βρίσκονται σε αυτό που ονομάζουμε “σολιψισμό”, μια θεωρία που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει μία “πραγματική” και ρεαλιστική πραγματικότητα, αλλά μόνο υποκειμενικές αναπαραστάσεις αυτής, που βρίσκονται στο μυαλό του καθενός μας.

ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Ενώ η θεωρία αυτή ενδύεται με ένα πέπλο φιλοσοφίας, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια δικαιολογία για να βρεθείς τελείως αποκομμένος από την πραγματικότητα. Υπάρχει κάτι που λέγεται αντικειμενικότητα, όπως και κάτι που λέγεται υποκειμενικότητα. Όχι, η αντίληψη του κάθε ανθρώπου δεν συμπίπτει απαραίτητα με την πραγματικότητα κι αυτό κατά βάθος το ξέρουμε όλοι. Η αλήθεια υπάρχει. Καλό είναι να βγαίνει και στο φως.

5. Αυτό στο οποίο εναντιώνεσαι γιγαντώνεται. Οπότε μην αντιστέκεσαι.
Ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας είναι -λέει- μέσα από τη γιόγκα και το διαλογισμό, ότι πρέπει να “αφεθούμε” και να σταματήσουμε να αντιστεκόμαστε, αφού ο μόνος δρόμος είναι η “αποδοχή”. Χαλάρωσε και ευχαριστήσου το δηλαδή.

ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Ανοησίες! Και θα συμφωνούσαν απόλυτα, πιστεύω, και ο Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Μαντέλα, και όλοι αυτοί οι αγωνιστές που έδωσαν και τη ζωή τους για την ελευθερία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Προσευχήσου αν θες, αλλά μάζεψε και καμιά κουβέρτα για τους πρόσφυγες που έχουν μαζευτεί έξω από την πόρτα σου, πιο χρήσιμη θα τους φανεί.

Η πραγματικότητα αυτού του κόσμου είναι λογικό να σε κάνει να νιώθεις άσχημα. Χρησιμοποίησε αυτή τη δυσαρέσκεια σαν κινητήριο δύναμη για να γίνεις οργανικό κομμάτι της πραγματικής αλλαγής. Όσο σημαντικές κι αν είναι η εσωτερική ειρήνη, η γαλήνη και η αυτογνωσία, άλλο τόσο σημαντικό είναι να μην ξεχνάμε ότι είμαστε υπεύθυνοι πολίτες και ότι έχουμε καθήκον να στηρίζουμε τους πιο αδύνατους, να υποστηρίζουμε τη δικαιοσύνη, να αγωνιζόμαστε για την αλλαγή που θέλουμε να έρθει και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των πράξεών μας.

Θα αρχίσεις να παρατηρείς τις ευκαιρίες που κρύβονται ακόμα και στην κατάσταση που ήδη βρίσκεσαι

Η λέξη-κλειδί για τις περιόδους κρίσης είναι η εστίαση. Να εστιάζεις ξανά και ξανά την προσοχή σου σε αυτά που είναι σημαντικά για σένα. Να ψάχνεις κάθε μέρα πράγματα που σου δίνουν χαρά. Μπορεί να είναι κάτι απλό, όπως μια βόλτα, μια συζήτηση στο τηλέφωνο με ένα θετικό φίλο, ένα χαλαρωτικό μπάνιο· κάν’ το! Επίσης εστίασε την προσοχή σου με αποφασιστικότητα και θάρρος στα πράγματα που πραγματικά έχουν σημασία για σένα, σε αυτά που συμφωνούν με τους στόχους σου. Άκου την προσωπική σου διαίσθηση και ακολούθησέ την.

Καθώς επανακτάς την αυτοεκτίμησή σου, καθώς νιώθεις ξανά την προσωπική σου αξία και μειώνεις τους φόβους σου, θα αρχίσεις να παρατηρείς τις ευκαιρίες που κρύβονται ακόμα και στην κατάσταση που ήδη βρίσκεσαι. Όταν νιώθουμε να μας επιβάλλεται κάποια αλλαγή, συχνά γινόμαστε πολύ πεισματάρηδες. Ασφαλώς πρέπει να κάνουμε τις ανάλογες ενέργειες για να βεβαιωνόμαστε ότι δε μας εξαναγκάζουν σε πράγματα που είναι εναντίον των συμφερόντων μας, αλλά επίσης πάντα βοηθάει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για τυχόν ευκαιρίες που θα προσφέρει αυτή η αλλαγή.

Αν και στην αρχή μπορεί να μην το πιστεύεις, να είσαι ανοιχτός στο ενδεχόμενο η αλλαγή να είναι προς το καλύτερο και όχι προς το χειρότερο, και τελικά να βγεις κερδισμένος σε σχέση με πριν. Για παράδειγμα, μπορεί να έχασες τη δουλειά σου λόγω περιορισμού των θέσεων εργασίας, αλλά έτσι ίσως να μη χρειάζεται πια να κάνεις μια δουλειά που μισείς. Μπορεί αυτή τη στιγμή να αντιμετωπίζεις δυσκολίες σχετικά με τα δικαιώματά σου ως άτομο, ως καταναλωτής, ως ενοικιαστής ή ως υπάλληλος. Ωστόσο πιθανόν να καταλήξεις να έχεις περισσότερα δικαιώματα από αυτά είχες προηγουμένως. Αφού αποδεχτείς αυτά τα ενδεχόμενα, άρχισε να εξετάζεις πώς θα ήθελες να εξελιχθούν τα πράγματα. Για παράδειγμα, ποια δουλειά θα ήθελες πραγματικά να κάνεις, ή πώς θα ήθελες να σε αντιμετωπίζουν οι άλλοι; Άρχισε να σχηματίζεις στο μυαλό σου τις ανάλογες εικόνες. Πώς μπορείς να δημιουργείς ευκαιρίες; Άρχισε να κάνεις θετικές σκέψεις και άκου προσεκτικά την προσωπική σου διαίσθηση.

Οι αλλαγές ενδέχεται να είναι πολύ θετικές· μπορεί να σου προσφέρουν κάθε είδους καινούριες και συναρπαστικές ευκαιρίες – καινούριους ανθρώπους, νέους και καλύτερους τρόπους διεξαγωγής των δραστηριοτήτων σου, μεγαλύτερη ευτυχία και εσωτερική εκπλήρωση. Ίσως θυμάσαι κάποιες αλλαγές που σου επιβλήθηκαν αναγκαστικά και μετά ανακάλυψες ότι ήταν για το καλό σου. Από μια θέση υψηλής αυτοεκτίμησης εστίασε την προσοχή σου στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, σε αυτό που σου φέρνει χαρά και είναι σύμφωνο με τους στόχους σου· ψάξε για άμεσα καθώς και για μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα. Χαλάρωσε και παρατήρησε.

Η καλή θέληση ως το μοναδικό κριτήριο της έντιμης συμπεριφοράς

Από όλα όσα μπορούν να νοηθούν μέσα στον κόσμο ή και έξω απ' αυτόν δεν υπάρχει τίποτε άλλο, που να μπορεί να θεωρηθεί ως καλό χωρίς περιορισμό, εκτός από μια καλή θέληση. Ο νους, η οξυδέρκεια, η κριτική ικανότητα και όπως αλλιώς λέγονται τα ταλέντα του πνεύματος, ή το θάρρος, η αποφασιστικότητα, η επιμονή στην απόφαση, ως ιδιότητες της ιδιοσυγκρασίας, είναι αναμφίβολα από πολλές απόψεις καλές και επιθυμητές· μπορούν όμως να γίνουν κι εξαιρετικά κακές και βλαβερές, εάν δεν είναι καλή η θέληση που πρόκειται να τις χρησιμοποιήσει και που μέσα σ’ αυτή την ιδιοτυπία της ονομάζεται χαρακτήρας.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις δωρεές της τύχης. Η δύναμη, ο πλούτος, η δόξα, ακόμα και η υγεία, η ευημερία, οι απολαύσεις, και γενικά οτιδήποτε ονομάζεται ευτυχία, εμπνέουν περηφάνια συχνά μάλιστα και έπαρση εάν απουσιάζει η καλή θέληση που θα βάλει μέτρο στην επίδρασή τους πάνω στο πνεύμα, θα υποτάξει τις πράξεις σε ένα γενικό αξίωμα και θα τις εναρμονίσει με τους γενικούς σκοπούς- ένας λογικός και αμερόληπτος θεατής που βλέπει την αδιάκοπη ευημερία ενός όντος, το οποίο δεν είναι κοσμημένο με μια καθαρή και καλή θέληση, δεν μπορεί ποτέ να ευχαριστηθεί- η καλή θέληση φαίνεται λοιπόν να είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι κανείς άξιος ευτυχίας.

Μερικές ιδιότητες υποβοηθούν αυτή την καλή θέληση και διευκολύνουν το έργο της, ωστόσο δεν έχουν καμιά δική τους απόλυτη αξία, αλλά προϋποθέτουν πάντα μια καλή θέληση- αυτό περιορίζει τη μεγάλη εκτίμηση που δίκαια τρέφουμε γι' αυτές τις ιδιότητες, και δεν τους επιτρέπει να θεωρούνται απόλυτα καλές. Η εγκράτεια στις ορμές και στα πάθη, η αυτοκυριαρχία και η νηφάλια σκέψη δεν είναι μόνο πολλαπλά καλές, αλλά και φαίνονται να αποτελούν ένα μέρος της εσωτερικής αξίας του προσώπου εντούτοις τους λείπουν πολλά για να θεωρηθούν απεριόριστα καλές (όσο και αν τις επαινούσαν οι αρχαίοι). Γιατί χωρίς τα αξιώματα μιας καλής θέλησης αυτές οι ιδιότητες μπορούν να γίνουν εξαιρετικά κακές- η ψυχραιμία ενός κακούργου τον καθιστά όχι μόνο πιο επικίνδυνο, αλλά και πιο αποτρόπαιο στα μάτια μας, από όσο θα τον θεωρούσαμε χωρίς αυτή την ψυχραιμία.

Η καλή θέληση δεν είναι καλή εξαιτίας όσων πετυχαίνει ή δημιουργεί, και ούτε εξαιτίας της ικανότητάς της να πραγματοποιεί έναν προτιθέμενο σκοπό, αλλά μόνο με το ότι θέλει, δηλαδή με το ότι είναι καθ’ εαυτήν καλή- και εάν ιδωθεί καθαυτή, είναι ασύγκριτα πολυτιμότερη από κάθε τι που θα μπορούσε ποτέ η ίδια να πετύχει για να ικανοποιήσει κάποια ροπή, ή έστω ακόμα και όλες μαζί τις ροπές. Αν από κάποια μεγάλη δυσμένεια της τύχης ή από ελαττωματική φυσική διάπλαση έλειπε εντελώς από αυτή τη θέληση η ικανότητα να πετύχει τους σκοπούς της· αν ακόμα και με τις πιο μεγάλες της προσπάθειες δεν κατόρθωνε τίποτα, κι έμενε μόνο η καλή θέληση (όχι βέβαια ως απλή επιθυμία, αλλά ως επιστράτευση όλων των μέσων που βρίσκονται στη διάθεσή μας): ακόμα και τότε η καλή θέληση θα έλαμπε σαν διαμάντι, που έχει μέσα του ολόκληρη την αξία του. Το εάν είναι χρήσιμη ή άκαρπη, δεν μπορεί ούτε να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει κάτι από αυτή την αξία.

IMMANUEL KANT, Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών

Αριστοτέλης: Η παιδεία ως θεμέλιο της δημοκρατίας

Η παιδεία περιέχει την πολιτική και όχι αντίστροφα

§1 Προκαταρκτικές υποσημάνσεις

    Ι. Σε μια εποχή άκρατης απαιδευσίας και βαρβαρότητας των ολίγων εκείνων που θέλουν να διαχειρίζονται την πολιτική μοίρα των ανθρώπων, δηλ. τη μοίρα μιας ολόκληρης πολιτείας, η επιστροφή στον Αριστοτέλη φωτίζει αληθινά τη σύγχρονη κοινωνία αλλά και δραματικά σχετικά με το πόσο εκφυλισμένοι και διεφθαρμένοι, κατά την εσωτερική τους δομή, είναι οι άνθρωποι-μαριονέτες της πολιτικής εξουσίας. Στο έργο του Πολιτικά ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος εξετάζει, ανάμεσα στα άλλα, τη σημασία της ουσιαστικής συμμετοχής των πολλών στην άσκηση της εξουσίας και τη δυνατότητά τους να συλλέγουν τις γνώσεις, να διαμορφώνουν τεκμηριωμένη γνώμη και να αποφαίνονται με παραδειγματική ευστοχία για θέματα πολιτικής δημοκρατίας, όχι σπάνια μάλιστα πιο εύστοχα και από τους ειδήμονες. Μόνο εκεί όπου αποφασίζει ουσιαστικά και όχι τυπικά η πλειοψηφία των πολιτών, μπορεί να ευδοκιμεί η δημοκρατία, μας λέει ο φιλόσοφος. Μια τέτοια πλειοψηφία όμως δεν συλλέγει μόνο γνώσεις και αρετές, αλλά διέπεται και από ανεξέλεγκτα πάθη, είναι δέσμια μιας απαιδευσίας, η οποία την εμποδίζει να αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά. Αυτό λοιπόν που συγκροτεί το ήθος των πολιτών και πιο ειδικά των νέων ανθρώπων, ώστε να κατακτούν ουσιωδώς την πολιτική αρετή και να συμμετέχουν με ορθό λόγο και έργο στα κοινά, είναι η παιδεία.

     ΙΙ. Αλλά ποια παιδεία; Η ιδιωτική ή η δημόσια; Ο Αριστοτέλης δηλώνει ρητά: η δημόσια παιδεία. Ιδιωτική ή δημόσια παιδεία όχι με την τρέχουσα έννοια αλλά ουσιωδώς με την έννοια του ιδιωτικού ή του κοινού/καθολικού Λόγου στον Ηράκλειτο. Η ενιαία και δημόσια παιδεία, ως καθολικός Λόγος: κοινός τοις πάσι, οφείλει να εισχωρεί ερμηνευτικά στην ενύπαρκτη αλήθεια των πραγμάτων και να μεταστοχάζεται την πραγματικότητα, να την σκέπτεται ως τέτοια που μπορεί να μετασχηματιστεί. Μια τέτοια παιδεία είναι και πρέπει να είναι ο ύψιστος σκοπός της πολιτείας, αποφαίνεται ο φιλόσοφος, διότι αυτή μόνο καλλιεργεί στους νέους τα κοινά ενδιαφέροντα της πολιτείας· ενδιαφέροντα που συνδέονται με την αυτάρκεια και την ευδαιμονία της πόλης, άρα και με την ευτυχία των ατόμων. Απεναντίας, η ιδιωτική παιδεία, ως ιδιωτική φρόνηση, τόσο ως προς τα περιεχόμενά της όσο και ως προς τους σκοπούς της, υπηρετεί συμφέρονται που δεν εναρμονίζονται με τα συμφέροντα της κοινότητας. Επομένως παιδαγωγεί τους νέους με βάση τις ιδιωτικές γνώμες και τα ιδιωτικά συμφέροντα, απομακρύνοντάς τους έτσι από την υπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και από την αναζήτηση, κατ’ επέκταση, της ευτυχίας εντός της κοινότητας. Μια τέτοια ιδιωτική «παιδεία» χαρακτηρίζει τους αλλόφρονες πολιτικούς, με εξαιρέσεις πάντοτε, γι’ αυτό και το επίπεδο νόησης, προσληπτικής τους ικανότητας και μορφωτικής τους καταξίωσης αντιστοιχεί σε εκείνο του νηπιαγωγείου και αναλογικά του μεταποιεί σε λυσσασμένους για εξουσιαστικό θώκο, σε πολιτικούς απατεώνες, σε διεφθαρμένους ως το κόκαλο.  

§2 Κείμενο (Πολιτικά, 1337a33-b11)

«Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να ορίσουμε νόμους για την παιδεία και να της δώσουμε δημόσιο χαρακτήρα· ποιος όμως θα πρέπει να είναι ο χαρακτήρας αυτής της παιδείας και πώς πρέπει αυτή να παρέχεται [ή να ασκείται], αυτά δεν πρέπει να διαφύγουν την προσοχή μας. Γιατί σήμερα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Πράγματι, δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη για το τι πρέπει να μαθαίνουν οι νέοι ούτε σε σχέση με την αρετή ούτε σε σχέση με την άριστη ζωή, ούτε είναι φανερό αν η παιδεία πρέπει να έχει στόχο της την άσκηση και καλλιέργεια του νου ή τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα· αν ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα, η έρευνά μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλη σύγχυση και καθόλου δεν είναι φανερό τι πρέπει να επιδιώκει η παιδεία: αυτά που είναι χρήσιμα για τη ζωή ή αυτά που οδηγούν στην αρετή ή αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση (γιατί όλες αυτές οι απόψεις έχουν βρει κάποιους υποστηρικτές)· και για εκείνα τα θέματα που σχετίζονται με την αρετή δεν υπάρχει καμιά απολύτως συμφωνία (αφού, πρώτα-πρώτα, δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη για την αρετή που τιμούν, άρα είναι φυσικό να υποστηρίζουν διαφορετικές γνώμες και ως προς την άσκησή της). Είναι λοιπόν φανερό πως οι νέοι πρέπει να διδάσκονται από τα χρήσιμα τα πιο απαραίτητα· είναι ακόμη φανερό ότι δεν πρέπει να τα διδάσκονται όλα, καθότι οι ασχολίες διακρίνονται σε αυτές που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και σε όσες δεν ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και [είναι φανερό] πως από τα χρήσιμα πράγματα οι νέοι πρέπει να μαθαίνουν όσα δεν κάνουν αγροίκο/ευτελή/τιποτένιο αυτόν που τα μαθαίνει. Πρέπει όμως να θεωρούμε ευτελή κάθε ασχολία και τέχνη ή μάθηση που κάνει άχρηστο το σώμα ή το νου/μυαλό/πνεύμα των ελεύθερων ανθρώπων για τα έργα και τις πράξεις της αρετής». 

§3 Σχολιασμός

1. Γενικό πνεύμα:

· Οι απόψεις, που εκφράζει εδώ ο Αριστοτέλης, συνυφαίνονται με τη γενική ιδέα που διατύπωσε σε προηγούμενα κείμενά του: δηλαδή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει «πολιτικόν ζώο». Η υπόθεση της παιδείας επομένως είναι κατεξοχήν πολιτική πράξη: το ατομικό καλό συμπορεύεται με το γενικό, το κοινό καλό, δηλαδή με το καλό της πόλεως/πολιτείας. Έτσι η πλήρης ανάπτυξη του ατόμου επιτυγχάνεται μόνο εντός της πολιτικής κοινότητας.

· Η παιδεία, που πρέπει να στοχεύει στην άσκηση της αρετής και στη διαμόρφωση πολιτών με ολοκληρωμένη προσωπικότητα, είναι δημόσιο αγαθό και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται από την πολιτεία. Συναφώς, η πολιτική δεν νοείται ξεχωριστά από την ηθική: το ήθος της πόλεως καλλιεργείται και διαφυλάσσεται, όταν αυτή παρέχει δημόσια και για όλους παιδεία και αγωγή.

2. Ανάλυση:

· Πρώτη αναγκαιότητα: η θέσπιση νόμων για τη παιδεία. Δημόσιος και όχι ιδιωτικός χαρακτήρας της παιδείας. Ως προς τη «διδακτέα ύλη»: το τι θα πρέπει να διδάσκεται απαιτεί προσεχτική αντιμετώπιση: η εκπαίδευση των νέων θα αποβλέπει στην καλλιέργεια του ήθους ή στην ανάπτυξη της νόησης; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, γιατί υπάρχουν διαφορετικές γνώμες επί του θέματος.

· Εδώ έχει αξία, μεταξύ των άλλων, η διαχρονική ισχύς της αριστοτελικής σκέψης σχετικά με το συνδυασμό: πρακτική γνώση, που είναι χρήσιμη για τη ζωή και προάγει την αρετή, αφενός και θεωρητική γνώση αφετέρου. Επίσης ως προς την αρετή: δεν εννοούν όλοι το ίδιο πράγμα με αυτή την έννοια. Προϋπόθεση λοιπόν για οιονδήποτε σχετικό προβληματισμό είναι η γνώση και η επίγνωση: τι είναι αρετή; Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται και τα πρακτικά, τα χρήσιμα γνωστικά αντικείμενα που πρέπει να διδάσκονται. Εδώ συγκαταλέγονται, από άποψη αρχής, τα απολύτως απαραίτητα. Όλα τα χρήσιμα δεν είναι πάντοτε κατάλληλα για διδασκαλία. Ούτε η αποδόμηση της ιστορικής ρίζας είναι στόχος της διδασκαλίας.

· Τα μαθήματα που διδάσκονταν την εποχή του Αριστοτέλη:

α) ανάγνωση και γραφή, χρήσιμα για τη ζωή («χρήσιμα πρὸς τὸν βίον»).
β) γυμναστική για την καλλιέργεια της ανδρείας.
γ) μουσική, χρήσιμη για τη ζωή και την ηθική διάπλαση των νέων.
δ) ορισμένες φορές σχέδιο και ζωγραφική, δεξιότητες χρήσιμες κι αυτές για τη ζωή. Απ’ αυτή την άποψη, το πρόγραμμα εκπαίδευσης των νέων δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνει ασχολίες που δεν ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους.

· Ποιες τελικά ταιριάζουν στους ελεύθερους ανθρώπους; Εκείνες οι ενασχολήσεις που δεν κάνουν τον άνθρωπο και μάλιστα τον νέο άξεστο, αγροίκο, βάναυσο. Βάναυση είναι, κατά τον φιλόσοφο, εκείνη η ασχολία, η τέχνη, η μάθηση, που καθιστά το σώμα και το πνεύμα των ελεύθερων ανθρώπων ακατάλληλο, δηλαδή άχρηστο, για τη χρήση και την άσκηση της αρετής.

· Τέτοιες βάναυσες τέχνες και ασχολίες ήταν, στην εποχή του Αριστοτέλη, οι χειρωνακτικές εργασίες. Αυτές προορίζονταν για τους δούλους και όχι για τους ελεύθερους. Κρίνονταν ασυμβίβαστες με το ήθος και την κοινωνική υπόσταση του ελεύθερου πολίτη.

3. Κατανόηση:

· Η παιδεία, ως ανθρώπινο αγαθό, συνδέεται με την ορθή διακυβέρνηση της πολιτείας. Επηρεάζει και διαμορφώνει ουσιαστικά το μέλλον όχι μόνο των πολιτών ως ατόμων, αλλά και της ίδιας της πολιτείας ως θεσμού. Επειδή οι πολίτες μιας πολιτικής κοινότητας έχουν ενιαίο σκοπό ως συλλογικά όντα, η παιδεία πρέπει να είναι κοινή και δημόσια: ίδια και ουσιώδης για όλους.

· Η παιδεία, ως προς τα περιεχόμενα, πρέπει να αποτελεί έναν συνδυασμό πρακτικής διδασκαλίας και θεωρητικής ανάπτυξης. Και εδώ ο Αριστοτέλης ακολουθεί τη μέση οδό: πρόκειται για την περιώνυμη μεσότητα. Όχι όπως σήμερα, ο εκπαιδευτικός πρακτικισμός, ιδιάζων και σε ένα ζώο, να δολοφονεί τη θεωρητική, φιλοσοφική παίδευση του ανθρώπου, με συνέπεια ζωοποιημένα ανθρώπινα όντα να κρατούν τις τύχες της μιας ή της άλλης πολιτείας στα χέρια τους.

· Με βάση τα περιεχόμενα και τους σκοπούς της παιδείας, οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν πρέπει να καταγίνονται με χρηστικές μόνο ή αταίριαστες για τη φύση τους απασχολήσεις. Η επιδίωξη έτσι της αρετής για να είναι τελεσφόρος και δημιουργική, πρέπει να είναι σαφής η γνώση σχετικά με το τι είναι αρετή. Όσο πιο σαφής γίνεται μια τέτοια γνώση, τόσο πιο πολύ αποδυναμώνονται όλα τα στίφη των ‒ισμών: φασ-ισμών, σοσιαλ-ισμών, αναρχ-ισμών, λενιν-ισμών, φανατ-ισμών, σολοικισμών, βαρβαρ-ισμών κ.ο.κ

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση: Τα μουσικά όργανα

Αυλός: γοητεία και ενθουσιασμός
Ο αυλός είναι το πιο σημαντικό πνευστό όργανο της αρχαιότητας. Αν και η τελειοποιημένη μορφή του πρέπει να προήλθε από την Ανατολή (Φρυγία), κάποιο απλούστερο είδος αυτόχθονος αυλού πρέπει να προϋπήρχε και στον ελληνικό κόσμο.
 
Με ένα ήθος δαιμονικό, που ταιριάζει στην ανυπόταχτη φύση της έμπνευσης (που συνεπαίρνει και παρασύρει με τη δύναμη του αλόγου), χρησιμοποιήθηκε σε τελετές (κοινές και μυστηριακές), ιδίως σε εκείνες του Διονύσου, σε πομπές, στο δράμα, στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες, και στα συμπόσια. Ακόμη, συνόδευε τους περισσότερους χορούς, θρησκευτικούς και μη, και ρύθμιζε τις κινήσεις των κωπηλατών και το βήμα των στρατιωτών.
 
Αποτελούνταν από έναν κυλινδρικό σωλήνα με τρύπες (τέσσερις έως δεκαπέντε) που κατέληγε κάποτε σε έναν ανοιχτό, ελαφρά διευρυμένο «κώδωνα». Στο επάνω άκρο έμπαινε «επιστόμιο» στο οποίο εφάρμοζε η γλωσσίδα (γλῶσσα). Το αν η γλωσσίδα ήταν απλή ή διπλή προκάλεσε πολλές συζητήσεις: μάλλον υπήρχαν δύο τύποι αυλού: με διπλή γλωσσίδα, όπως το όμποε, και με απλή, όπως το κλαρινέτο. Ο αυλός συνήθως χρησιμοποιούνταν διπλός (γι' αυτό το όνομα απαντά στον πληθυντικό: οι αυλοί, δίαυλος), καθένας με το δικό του επιστόμιο.
 
Η λύρα: συντροφιά και εκπαίδευση
Το κατεξοχήν εθνικό έγχορδο όργανο: για τον ήχο του τον διαυγή, και τον γαλήνιο, το αριστοκρατικό και αρρενωπό ήθος του (σε άκρα αντίθεση προς τον «κοινό» και μυστηριώδη αυλό), συνδέθηκε με τη λατρεία του θεού του φωτός και της αρμονίας, του Απόλλωνα, και χρησιμοποιήθηκε ως το κατεξοχήν όργανο για την εκπαίδευση των νέων. Ούτε πολύπλοκο ούτε ιδιαίτερα ηχηρό, ήταν κατάλληλο για κοινωνικές εκδηλώσεις -και συμπόσια- κλειστών χώρων, αλλά ανεπαρκές για τους μεγάλους υπαίθριους μουσικούς αγώνες, όπου οι μουσικοί υποχρεώνονταν να καταφύγουν στη συγγενική του τη βαθύφωνη κιθάρα.
 
Το «ηχείο» (χέλυς, από το καύκαλο της χελώνας, που χρησιμοποιήθηκε αρχικά), αργότερα από ξύλο· πάνω από το κοίλο μέρος του τεντωνόταν για να πάλλεται μια μεμβράνη από δέρμα βοδιού. Σε κάθε πλευρά του όστρακου στερεώνονταν οι δύο βραχίονες, ελαφροί, λίγο κυρτοί, από κέρατο αγριοκάτσικου· στο πάνω μέρος τους γεφυρώνονταν από μια ράβδο, που ονομαζόταν ζυγός. Οι χορδές, από έντερα ή νεύρα (τένοντες), στερεώνονταν σταθερά στο κάτω μέρος του ηχείου και ρυθμίζονταν κατάλληλα περισφιγγόμενοι στο άνω μέρος, στον ζυγό.
 
Πέρα από τις διαμετρικά αντίθετες τεχνικές δυνατότητες που είχαν μεταξύ τους τα δύο όργανα, η λύρα και ο αυλός, άβυσσος ήταν και η κοινωνική απόσταση που τα χώριζε. Γιατί η απαλή λύρα θεωρούνταν το ευγενές όργανο της αριστοκρατίας, ενώ ο οξύς και διαπεραστικός αυλός εξέφραζε το κίνημα των οργιαστικών λατρειών, που συνεπήρε τις μεγάλες μάζες του πληθυσμού και σχετίζεται με τις σφοδρές εμφύλιες ταραχές που ξέσπασαν στις πόλεις των αρχαϊκών χρόνων. Δεν είναι διόλου τυχαίο ούτε το μυθικό επεισόδιο του μουσικού ανταγωνισμού μεταξύ του Απόλλωνα και του σιληνού Μαρσύα, ούτε το ιστορικό γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε ως νέος να μάθει τον αυλό!
 
Η κιθάρα: όργανο συναυλίας
Βαρύ και γεροδεμένο έγχορδο όργανο, τελειοποιημένη και επεξεργασμένη μορφή της λύρας: λόγω του εν γένει μεγέθους της, αλλά κυρίως της κατασκευής του ηχείου της, έβγαζε τόνο ηχηρότερο, πλατύτερο, πλουσιότερο. Ο εκτελεστής στεκόταν όρθιος και την κρατούσε σε όρθια θέση με κλίση προς τα μέσα, αντίθετα με την ελαφρότερη λύρα, που κρατιόταν με κλίση προς τα έξω. Πάλι αντίθετα με τη λύρα η οποία ως όργανο ερασιτεχνικό χρησιμοποιήθηκε κατεξοχήν στην εκπαίδευση των νέων, η κιθάρα ήταν όργανο επαγγελματικό, και χρησιμοποιόταν στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες. Ο αριθμός των χορδών της ποίκιλλε: από τρεις έως επτά στους προκλασικούς χρόνους· την έβδομη χορδή την προσέθεσε ο Τέρπανδρος, την όγδοοη ο έκτος αιώνας, τις λοιπές (μέχρι δωδεκάτης) ο πέμπτος αιώνας.
 
Η φόρμιγξ (-γγος)
Παραλλαγή της αρχαϊκής λύρας. Ίσως το αρχαιότερο έγχορδο στα χέρια των ομηρικών και προομηρικών αοιδών. Με τέσσερις συνήθως χορδές, που ανήλθαν κάποτε σε επτά. Ιερό και σεβάσμιο όργανο, που έδωσε τη θέση του στη λύρα.
 
Η ιαμβύκη
Έγχορδο όργανο, τριγωνικού σχήματος.
 
Ο κλεψίαμβος
Έγχορδο (εννεάχορδο) όργανο που συνόδευε τους ιάμβους του Αρχίλοχου.
 
Η βάρβιτος
Τρίχορδη, κατ' άλλους, πολύχορδη. Ως πιο μακρόστενη παραλλαγή τη λύρας, διέθετε χορδές μακρύτερες και έκταση χαμηλότερη. Το ότι η εύρεση της βαρβίτου αποδιδόταν από τους αρχαίους πότε στον Τέρπανδρο και πότε στον Ανακρέοντα συμβαδίζει καλά με τη μεγάλη τιμή που περιέβαλλε το όργανο αυτό στη λεσβιακή σχολή (Τέρπανδρος, Αλκαίος, Σαπφώ, Ανακρέων).