Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (706-728)

ΕΡ. ἴθι νυν, ἐπὶ τούτοις τὴν Ὀπώραν λάμβανε
γυναῖκα σαυτῷ τήνδε· κᾆτ᾽ ἐν τοῖς ἀγροῖς
ταύτῃ ξυνοικῶν ἐκποιοῦ σαυτῷ βότρυς.
ΤΡ. ὦ φιλτάτη, δεῦρ᾽ ἐλθὲ καὶ δός μοι κύσαι.
710 ἆρ᾽ ἂν βλαβῆναι διὰ χρόνου τί σοι δοκῶ,
ὦ δέσποθ᾽ Ἑρμῆ, τῆς Ὀπώρας κατελάσας;
ΕΡ. οὔκ, εἴ γε κυκεῶν᾽ ἐπιπίοις βληχωνίαν.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα τήνδε τὴν Θεωρίαν
ἀπάγαγε τῇ βουλῇ λαβών, ἧσπέρ ποτ᾽ ἦν.
715 ΤΡ. ὦ μακαρία βουλὴ σὺ τῆς Θεωρίας,
ὅσον ῥοφήσεις ζωμὸν ἡμερῶν τριῶν,
ὅσας δὲ κατέδει χόλικας ἑφθὰς καὶ κρέα.
ἀλλ᾽, ὦ φίλ᾽ Ἑρμῆ, χαῖρε πολλά. ΕΡ. καὶ σύ γε,
ὦνθρωπε, χαίρων ἄπιθι καὶ μέμνησό μου.
720 ΤΡ. ὦ κάνθαρ᾽, οἴκαδ᾽ οἴκαδ᾽ ἀποπετώμεθα.
ΕΡ. οὐκ ἐνθάδ᾽, ὦ τᾶν, ἐστι. ΤΡ. ποῖ γὰρ οἴχεται;
ΕΡ. ὑφ᾽ ἅρματ᾽ ἐλθὼν Ζηνὸς ἀστραπηφορεῖ.
ΤΡ. πόθεν οὖν ὁ τλήμων ἐνθάδ᾽ ἕξει σιτία;
ΕΡ. τὴν τοῦ Γανυμήδους ἀμβροσίαν σιτήσεται.
725 ΤΡ. πῶς δῆτ᾽ ἐγὼ καταβήσομαι; ΕΡ. θάρρει, καλῶς·
τῃδὶ παρ᾽ αὐτὴν τὴν θεόν. ΤΡ. δεῦρ᾽, ὦ κόρα,
ἕπεσθον ἅμ᾽ ἐμοὶ θᾶττον, ὡς πολλοὶ πάνυ
ποθοῦντες ὑμᾶς ἀναμένουσ᾽ ἐστυκότες.

***
ΕΡΜ. Ωραία. Και τώρα, να η Οπώρα· πάρ᾽ τη
γυναίκα σου· μαζί της στα χωράφια
θα ζεις, κι αυτή θα σου γεννά… σταφύλια.
ΤΡΥ. Γλυκιά μου, αχ έλα δω να σε φιλήσω.
710 Αφέντη Ερμή, καιρό έχω να χορτάσω·
τί λες; αν της ριχτώ, θα με πειράξει;
ΕΡΜ. Καθόλου, αν από πάνω πιεις φλησκούνι.
Αμέσως τη Θεωρία να πάρεις τώρα
και δώσ᾽ τη στη βουλή· δική της ήταν.
ΤΡΥ. Καλότυχη βουλή, να ᾽ναι δική σου
τέτοια θεά, πανηγυριών προστάτρα·
μωρέ ζουμί που θα ρουφάς τρεις μέρες
και τι πατσά και κρέατα μες στη χύτρα!
Και τώρα, Ερμή, σ᾽ αφήνω γεια. ΕΡΜ. Άνθρωπέ μου,
πήγαινε στο καλό· να με θυμάσαι.
720 ΤΡΥ. Σκάθαρε! Τα φτερά σου, για το σπίτι!
ΕΡΜ. Δεν είν᾽ εδώ. ΤΡΥ. Πού πάει; ΕΡΜ. Ζεμένος στο άρμα
του Δία, του κουβαλά τ᾽ αστροπελέκια.
ΤΡΥ. Και τί θα βρίσκει ο δύστυχος να τρώει;
ΕΡΜ. Θα τρώει την αμβροσία του Γανυμήδη.
ΤΡΥ. Κι εγώ πώς θα κατέβω; ΕΡΜ. Ωραία, κουράγιο·
εδώ πλάι στην Ειρήνη. ΤΡΥ. Εμπρός, κοπέλες,
μαζί μου εδώ· να ξέρατε σαν πόσοι
σας καρτερούνε κάτω ξαναμμένοι.
Φεύγουν όλοι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ

Μέσα στα πλαίσια της παράστασης των ποταμών ως ανθρωποκέφαλων ταύρων, ποια θέση άραγε θα μπορούσε να έχει η ακριβώς αντίθετη παράσταση, ενός ανθρώπου δηλαδή με κεφαλή ταύρου; Αναφερόμαστε βέβαια στον Μινώταυρο. Ο συσχετισμός αυτός, που προκύπτει εκ του αντιθέτου, ενισχύεται από δύο παραστάσεις του Μινώταυρου. Σε κυκλαδικό αμφορέα με ανάγλυφη διακόσμηση στον λαιμό, ο Μινώταυρος παριστάνεται με κεφάλι ανθρώπου και κέρατα - αυτό εικάζεται από το τμήμα του κεφαλιού που διασώθηκε - όπως περίπου ο Αχελώος. Σε άλλες παραστάσεις, ο Μινώταυρος, με τη συνήθη μορφή που τον γνωρίζουμε, προσπαθεί να διαφύγει από τον Θησέα, ο οποίος όμως τον έχει πιάσει από το κέρατο, κάτι που θυμίζει την παράσταση με τον Ηρακλή και τον Αχελώο. Θα μπορούσαμε άραγε να αποδώσουμε στον Μινώταυρο την ιδιότητα ενός ποταμίσιου θεού; Ή να εικάσουμε στον μύθο των νέων που κατέτρωγε την καταστρεπτική δράση των υδάτων ενός ποταμού και στον θάνατό του από τον Θησέα την τιθάσευσή του;

Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε υπόθεση θα πρέπει να παραθέσουμε τις ήδη γνωστές ερμηνείες γύρω από τον Μινώταυρο αλλά και γενικότερα τη σημασία και τον συμβολισμό του ταύρου, αφού πρώτα θυμίσουμε ποιος ήταν, ή μάλλον ποιος λεγόταν ότι ήταν ο Μινώταυρος.

Η Πασιφάη, σύζυγος του Μίνωα, ερωτεύτηκε τον ταύρο του Ποσειδώνα που ο βασιλιάς δεν θυσίασε στον θεό, όπως είχε υποσχεθεί, επειδή ήταν πολύ όμορφος. Ο Δαίδαλος, προκειμένου η βασίλισσα να ενωθεί με τον ταύρο, κατασκεύασε ομοίωμα αγελάδας, μέσα στο οποίο μπήκε η Πασιφάη. Το παιδί που γεννήθηκε, ο Μινώταυρος, έμενε στον Λαβύρινθο που βρισκόταν στα υπόγεια του παλατιού και ο οποίος είχε εύκολη είσοδο, όμως δύσκολη έξοδο με στροφές που δεν οδηγούσαν πουθενά. Ο βασιλιάς έκλεινε εκεί τους εχθρούς του για να χαθούν. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Μινώταυρος ήταν γιος του στρατηγού Ταύρου που βοήθησε τον Μίνωα να πάρει την εξουσία. Το παιδί ονομάστηκε Αστέριος αλλά, επειδή έμοιαζε του Ταύρου, επονομάστηκε Μινώταυρος. Λέγεται επίσης ότι το νόθο παιδί δεν κλείστηκε στον Λαβύρινθο αλλά έζησε στην αρχή στα βουνά σαν αγριάνθρωπος ή έγινε στρατηγός που μαζί με άλλους Κρήτες ακολούθησε τον Διόνυσο στις Ινδίες. Ύστερα πήγε στους Μασσαγέτες, κοντά στον ποταμό Φάση, όπου σκοτώθηκε και για να τον τιμήσουν είπαν Ταυρίδα ένα μέρος της Κολχίδας.
 
Α) Ο Λουκιανός ερμηνεύει την ένωση της Πασιφάης με τον ταύρο ως φυσική αλληγορία και με τον ίδιο τρόπο εξηγεί τον διαμεσολαβητικό ρόλο του Δαίδαλου. Σύμφωνα λοιπόν με τον Λουκιανό, ο Δαίδαλος γνώριζε τα μυστικά της Αστρολογίας και σε αυτά προσπάθησε να μυήσει τον γιο του, ο οποίος όμως φέρθηκε ασύνετα. Σε αυτά τα μυστικά ζήτησε και η Πασιφάη να τη μυήσει ο Δαίδαλος, ο οποίος καταρχάς της έδειξε τον ταύρο στον ουρανό. Αυτή η μύηση εκλήφθηκε ως γάμος: «τάχα δε και Πασιφάη παρά Δαιδάλου ακούσασα ταύρου τε περί του εν τοις άστροισι φαινομένου και αυτής αστρολογίης εις έρωτα του λόγου απίκετο, όθεν νομίζουσιν ότι Δαίδαλός μιν τω ταύρω ενύμφευσεν» (Λουκ., Περί αστρολογίης 16).
 
Β) Ο Πλούταρχος, στον Βίο του Θησέως (15-19), προσφέρει μιαν ευημεριστική ερμηνεία της πάλης του Θησέα με τον Μινώταυρο, θεωρώντας ότι ο Λαβύρινθος ήταν φρούριο που χρησιμοποιούνταν ως φυλακή και από την οποία δεν μπορούσε κανείς να διαφύγει· ότι ο Μίνωας καθιέρωσε γυμνικούς αγώνες προς τιμήν του γιου του, Ανδρόγεου, για τον οποίο ο πατέρας του είχε θεωρήσει πως είχε θανατωθεί με δόλο στην Αθήνα, καθιερώνοντας ως έπαθλο τους νέους που ήταν έγκλειστοι στον Λαβύρινθο· ότι ο Μινώταυρος ήταν ένας κρητικός στρατηγός που ονομαζόταν Ταύρος, με μεγάλη δύναμη στην αυλή του Μίνωα, που είχε νικήσει στους γυμνικούς αγώνες και ότι φερόταν με αλαζονεία και σκληρότητα στους νεαρούς Αθηναίους· ότι ο Θησέας νίκησε τον Ταύρο σε αγώνα πάλης και ότι ο Μίνωας κατήργησε τον φόρο που είχε επιβάλει στους Αθηναίους. Φυσικά, εμείς γνωρίζουμε την αθηναϊκή εκδοχή του μύθου, δουλεμένου μέσα σε ένα ευρύτερο μυθολογικό πλαίσιο, στο οποίο η δημοκρατική Αθήνα ξαναδούλευε τους αρχαίους μύθους για τους δικούς της ιδεολογικούς σκοπούς.
 
Γ) Γνωρίζουμε επίσης ότι οι νέοι, παίρνοντας μέρος σε διαβατήριες τελετές ενηλικίωσης, είναι πιθανό ότι χρησιμοποιούσαν προσωπεία ταύρου ή ότι αγωνίζονταν εναντίον κάποιου που φορούσε προσωπείο ταύρου. Για παράδειγμα, στο Καβείριο των Θηβών, σε θραύσμα σκύφου (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, αρ. 548) παριστάνεται ένας γυμνός άνδρας να φορά προσωπείο ταύρου, προφανώς συμμετέχοντας σε τελετουργικά δρώμενα και συνοδευόμενος από δύο άλλες γυμνές ανδρικές φιγούρες σε ιθυφαλλική κατάσταση. Δύο ερωτήματα προκύπτουν εδώ: α) Ποιος είναι ο συμβολισμός του ταύρου; β) Τι επιδιωκόταν με τη χρήση του προσωπείου;
 
Είναι γνωστό ότι οι μεσογειακοί πολιτισμοί (Αίγυπτος, Μεσοποταμία, Ελλάδα, Ρώμη) θεωρούσαν ότι οι προπάτορες θεοί ενσαρκώνονταν σε ταύρο ή συνοδεύονταν από ταύρους -στην Ανατολή μάλιστα έφερε τον κόσμο ανάμεσα στα κέρατά του. Και αυτό γιατί ο ταύρος ήταν ένα από τα στοιχεία που πολύ νωρίς οι άνθρωποι συνέδεσαν με τον ουρανό, ο οποίος, με την κίνηση των άστρων και των εποχών, κυβερνούσε τον κύκλο της φύσης και, κατ' επέκταση, τις αγροτικές ασχολίες. Οι γόνοι αυτών των προπατόρων θεών ήταν θεοί της γονιμότητας που έλεγχαν τη βροχή και τα νερά των ποταμών ή τον ήλιο. Στον ελλαδικό χώρο ο ταύρος συνδέθηκε με θεότητες που η αρχική τους υπόσταση ήταν χθόνια, όπως ο Δίας, η Αθηνά, ο Διόνυσος, ο Ποσειδώνας, ή με ήρωες όπως ο Ηρακλής και ο Θησέας -και οι δυο κατεβαίνουν στον κάτω κόσμο όσο ήταν ακόμη ζωντανοί, ενώ ο Ηρακλής μετά τον θάνατό του λατρεύτηκε στην Καλυδώνα ως θεός χθόνιος. Από τη σημειολογία αυτή προκύπτει αβίαστα και η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, για το τι επιδίωκε ο χρήστης του προσωπείου του ταύρου. Προφανώς ό,τι και ο ηθοποιός με το θεατρικό προσωπείο. Δηλαδή, τη μέθεξη με τις ιδιότητες του ταύρου, τη δύναμη και τη γονιμότητά του. Εξάλλου, νικώντας τον ταύρο*, ή κάποιον που ήταν μεταμφιεσμένος σε ταύρο, ο νέος έκανε μια επίδειξη του ανδρισμού και της φυσικής του δύναμης και τα αποδείκνυε. Επομένως, δικαιωματικά έμπαινε στον κόσμο των ενηλίκων. Μπορεί όμως η νίκη του να σηματοδοτούσε την επιβολή των δικών του αξιών έναντι της τυραννίας και της αναρχίας που προκαλεί η ασύδοτη κυριαρχία του ζώου ή ενός τυράννου, όπως λ.χ. του Μίνωα στην ερμηνεία του Πλουτάρχου· ή ακόμη τη νίκη του πολιτισμού έναντι της φύσης, του «ψημένου» έναντι του «ωμού».
 
Σε κάθε περίπτωση, και χωρίς να μπορούμε να απαντήσουμε επακριβώς για την ταυτότητα του κρητικού Μινώταυρου, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι εντάσσεται μέσα στα πλαίσια μιας μακριάς παράδοσης που θέλει τον ταύρο συνδεδεμένο με προπάτορες, δημιουργούς θεούς, γεννήτορες θεών της γονιμότητας και του υγρού στοιχείου. Και βέβαια, αν δεχτούμε ότι αυτός είναι ένας πρωταρχικός πυρήνας, είναι γνωστό ότι στη μυθοποιητική πρακτική ένας ισχυρός και ισχύων μύθος επενδύεται και με άλλα στοιχεία που εκμεταλλεύονται και αξιοποιούν το κύρος και την ισχύ του και για άλλους ιδεολογικούς στόχους.
--------------------
*Το ταξίδι του ήρωα
Η κατανίκηση ενός θηρίου με υπερφυσικές δυνάμεις ή δαιμόνων είναι κάτι συνηθισμένο για έναν ήρωα ή για ένα βασιλιά σε όλες τις μυθολογίες. Η κατανίκηση προϋποθέτει ταξίδι σε μακρινές περιοχές, ακόμη και καθόδους στον Άδη. Στην ελληνική μυθολογία χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Ηρακλή και του Θησέα, του Κάδμου αλλά και του Απόλλωνα. Ο βασιλιάς ή ο ήρωας κυριαρχεί στην περιοχή του τέρατος ή στην εποχή που το ζώο κυβερνά. Τις περισσότερες φορές αντίπαλός τους είναι ένας ταύρος ή κάποιος μεταμφιεσμένος σε ταύρο, οπότε η κατανίκησή του σηματοδοτεί τη, θεωρητική έστω, κυριαρχία του ήρωα στις εποχές, μια και ο ταύρος από παλιά είχε νοηματοδοτηθεί ως στοιχείο του ουρανού.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Τόσο ὁἩρόδοτος ὅσο και ὁ Θουκυδίδης μᾶς διδάσκουν αὐτό πού οἱ Ἕλληνες ἔμαθαν ἀπό τά ἐρείπια ταῶν άρχαίων ἀκροπόλεων: να εἶναι μετριόφρονες στην περηφάνια τους και περήφανοι για τη μετριοφροσύνη τους.

Ὁ ὅ­ρος Ἱ­στο­ρί­η - ἔτ­σι ὀ­νο­μά­ζει ὁ Ἡ­ρό­δο­τος το ἔρ­γο του – ση­μαί­νει ἔ­ρευ­να· ὁ ὅ­ρος αὐ­τός ὅ­μως δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζει μό­νον την ἀν­θρώ­πι­νη πνευ­μα­τι­κή προ­σπά­θει­α πού ὁ­δη­γεῖ στην εὕ­ρε­ση τῆς ἀ­λή­θει­ας, ἀλ­λά και την ἔκ­θε­ση αὐ­τῆς τῆς ἀ­λή­θει­ας σ’ ἕ­να σύγ­γραμ­μα, δη­λα­δή τη γρα­πτή ἱ­στο­ρί­α. Ἡ ἱ­στο­ρί­α πε­ρι­ε­λάμ­βα­νε ἀρ­χι­κά και τη γε­ω­γρα­φι­κή ἔ­ρυ­να. Αὐ­τή τη συ­στη­μα­τι­κή δι­ε­ρεύ­νη­ση τοῦ γνω­στοῦ κό­σμου την ἐγ­και­νί­α­σε λί­γο πρίν ἀ­π’ τον Ἡ­ρό­δο­το ὁ Ἑ­κα­ταῖ­ος…
 
            Με­θο­δο­λο­γι­κά δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος τις πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ ἔρ­γου του σε   τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες: (α) σ’ αὐ­τό πού ὁ ἴ­δι­ος εἶ­δε, (β) σ’ αύ­τό πού πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες, και (γ) σ’ αὐ­τό πού γνω­ρί­ζει μό­νο ἀ­πό φῆ­μες. Αὐ­τή ἡ με­θο­δι­κή ἀ­φε­τη­ρί­α ἔ­κα­νε την ἱ­στο­ρί­α ἐ­πι­στή­μη με τη ση­με­ρι­νή ἔν­νοι­α τῆς λέ­ξης…
 
            Η δι­ή­γη­ση τοῦ ἔ­πους δεν ἦ­ταν μι­α κε­νό­δο­ξη ποί­η­ση, ἀλ­λά θε­με­λι­ω­νό­ταν σέ γε­γο­νό­τα…
 
            Ὅ­ταν ὁ ποι­η­τής ἐλ­πί­ζει ὅ­τι θα μά­θει ἀ­πό τίς Μοῦ­σες την ἀ­λή­θει­α, πού οἱ ἴ­δι­ες ἔ­χουν γνω­ρί­σει, σκο­πεύ­ει κρι­τι­κά σ’ αὐ­τό πού μπο­ρεῖ να το θε­ω­ρή­σει γνή­σι­ο, πραγ­μα­τι­κό, και ὄ­χι στην ἀ­ό­ρι­στη φή­μη. Στο πλαί­σι­ο τῆς ποί­η­σης ἀρ­χί­ζει ἤ­δη ἕ­νας ὀρ­θο­λο­γι­σμός πού δι­ευ­κο­λύ­νει τη δη­μι­ουρ­γί­α τῆς φι­λο­σο­φί­ας, τα­ῶν φυ­σι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν, τῆς γε­ω­γρα­φί­ας και τῆς ἱ­στο­ρί­ας στην Ἑλ­λά­δα τοῦ 6ου και 5ου αἰ­ώ­να π.Χ….
 
            Ἡ προ­σπά­θει­α πάν­τως να δι­α­πι­στω­θεῖ μι­α σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στη μυ­θι­κή ἐ­πο­χή και στο πα­ρόν, με­τά τη με­σο­λά­βη­ση τῶν σκο­τει­νῶν αἰ­ώ­νων, ἀ­πο­τε­λεῖ την πρώ­τη δο­κι­μή να ἀ­να­γνω­ρι­στεῖ ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας· συγ­χρό­νως ὅ­μως δη­μι­ουρ­γοῦν­ται ἀμ­φι­βο­λί­ες ἄν οἱ δύ­ο ἐ­πο­χές, ἡ ἄ­γνω­στη πρώ­ι­μη ἐ­πο­χή και το γνω­στό πα­ρόν, μπο­ροῦν να συν­δε­θοῦν με­τα­ξύ τους. Ἔτ­σι τί­θε­ται το ἐ­ρώ­τη­μα: τι μπο­ροῦ­με να θε­ω­ρή­σου­με πραγ­μα­τι­κό; Τι εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό;…
 
            Ὅ­πως οἱ Μοῦ­σες με­τα­δί­δουν στον ποι­η­τή μι­α γνώ­ση φυ­σι­κή σχε­τι­κά με αὐ­τό πού ἔ­χουν «δεῖ» οἱ ἴ­δι­ες, ἔτ­σι και ὁ Μάν­της ἔ­χει μι­α σα­φή ἀν­τί­λη­ψη γι­α ὁ­ρι­σμέ­νες σχέ­σεις δρά­σης και ἀν­τί­δρα­σης πού ἁ­πλώ­νον­ται ἀ­πό το πα­ρελ­θόν ὡς το μέλ­λον. Ἄν και δεν ἐ­πι­τρέ­πε­ται να πα­ρα­βλέ­ψου­με ὅ­τι αὐ­τό πού οἱ Μοῦ­σες «εἶ­δαν» και ἀ­νή­κει στο πα­ρελ­θόν εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό ἀ­πό τις σχέ­σεις πού εἶ­ναι ση­μαν­τι­κές γι­α το μάν­τη, ὡ­στό­σο και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις συλ­λαμ­βά­νε­ται με νη­φα­λι­ό­τη­τα κά­τι πού ἀ­ξί­ζει να το μά­θει κά­ποι­ος, κά­τι το ὑ­παρ­κτό και πρα­ηγ­μα­τι­κό. Ἐ­δῶ συ­ναν­τοῦ­με σέ ἐμ­βρυ­ώ­δη μορ­φή ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἱ­στο­ρί­ας. Ὅ­ταν ὁ Κάλ­χας πε­ρι­γρά­φει μι­α αἰ­τι­ο­λο­γι­κή σχέ­ση – πράγ­μα πού το πε­τυ­χαί­νει με κά­πως πο­λύ­πλο­κο και ἐ­πί­πο­νο τρό­πο – αὐ­τό ἔ­χει ἐ­πι­πτώ­σεις και στις φυ­σι­κές ἐ­πι­στή­μες πού πά­νε να δη­μι­ουρ­γη­θοῦν.
 
            Βέ­βαι­α ἡ γνώ­ση τοῦ μάν­τη (ὅ­πως και τοῦ ποι­η­τῆ) δεν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα προ­σω­πι­κῆς πνευ­μα­τι­κῆς προ­σπά­θει­ας, ἀλ­λά ὀ­φεί­λε­ται σε θε­ϊ­κή ἔμ­πνευ­ση. Ὡ­στό­σο ἡ δι­α­τύ­πω­ση γί­νε­ται μ’ ἕ­ναν τό­σο προ­σω­πι­κό τρό­πο, μ’ ἕ­ναν τρό­πο πού προ­α­ναγ­γέλ­λει την ἀ­φη­ρη­μέ­νη σκέ­ψη, ὥ­στε ἐ­πι­τρέ­πε­ται να ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι αὐ­τός ὁ Κάλ­χας και τά λό­γι­α του γι­α τις «λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ πα­ρόν­τος» εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα ἐ­κεί­νου πού μπο­ροῦ­με να το ὀ­νο­μά­σου­με Ὅ­μη­ρο , ποι­η­τή τῆς μή­νι­δος. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ στρο­φή πού πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἦ­ταν πο­λύ ση­μαν­τι­κή γι­α την ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς σκέ­ψης…
 
            Ἡ βα­σι­κή σκέ­ψη εἶ­ναι ὅ­τι οἱ θε­οί ἐ­νερ­γοῦν ὅ­πως τους ἀ­ρέ­σει. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τή εἶ­ναι εὐ­ε­ξή­γη­τη, γι­α­τί ὁ ἄν­θρω­πος στην ἀ­πο­χή τοῦ Ὁ­μή­ρου δεν αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­κό­μη τό­σο ὑ­πεύ­θυ­νος γι­α τις πρά­ξεις του ὅ­σο π.χ. τον 5ο αἰ­ώ­να, και ἑ­πο­μέ­νως κα­νείς δεν ἀ­παι­τοῦ­σε ἀ­πό τους θε­ούς μι­ά αὐ­στη­ρή λο­γι­κή. Ἀ­πό την ἄλ­λη με­ρι­ά ὁ Ὅ­μη­ρος δι­α­κρί­νει κά­ποι­α «αἰ­τι­ώ­δη σχέ­ση» μό­νο στις συ­νέ­πει­ες πού ἔ­χει μι­α ἀν­θρώ­πι­νη πρά­ξη, ἀλ­λά ό­χι και σ’ αὐ­τό πού ἀ­πο­τε­λεῖ την «αἰ­τί­α» με τη ση­μα­σί­α πού ἔ­χει ἡ λέ­ξη στίς θε­τι­κές ἐ­πι­στῆ­μες. Αἴ­τι­ος ση­μαί­νει στον Ὅ­μη­ρο «ἔ­νο­χος» - πα­ρό­λο πού αὐ­τή ἡ ση­μα­σί­α δεν ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει ἀ­κό­μη πλῆ­ρες ἠ­θι­κό βά­ρος…
 
            Ὁ Σό­λων ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­τυ­πώ­νει την ἴ­δι­α σκέ­ψη ὡς γε­νι­κό κα­νό­να (1, 17 κ.ἐ.): ὁ Δί­ας τι­μω­ρεῖ κά­θε ἀ­δι­κί­α και ἄν ἡ τι­μω­ρί­α δεν βρί­σκει τον δρά­στη, τό­τε πε­τυ­χαί­νει τους ἀ­πο­γό­νους του· μό­λο πού οἱ ἴ­δι­οι εἶ­ναι ἀ­θῶ­οι, πρέ­πει να πλη­ρώ­σουν τά παι­δι­ά ἤ τά ἐγ­γό­νι­α…Αὐ­τό πού γνω­ρί­ζει ὁ Κάλ­χας με τη βο­ή­θει­α τοῦ Ἀ­πόλ­λω­να και ὁ Ἡ­σί­ο­δος με τη βο­ή­θει­α τῶν Μου­σῶν, το γνω­ρί­ζει, ἔτ­σι πι­στεύ­ει ὁ Σό­λων ἡ Δί­κη: γνω­ρί­ζει δη­λα­δή ὅ­τι το πα­ρελ­θόν συν­δέ­ε­ται ὑ­πο­χρε­ω­τι­κά με το μέλ­λον, ὅ­τι το ἄ­δι­κο τι­μω­ρεῖ­ται μέ τον και­ρό. Ἡ δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Σό­λω­να εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ὀρ­θο­λο­γι­κή…
 
            Δεν αἰ­σθά­νε­ται μάν­της ἀλ­λά δά­σκα­λος. Θά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε οἱ συμ­πο­λί­τες του να ἀ­πο­φεύ­γουν την ἀ­δι­κί­α χά­ρη στη γνώ­ση και ὄ­χι ἀ­πό φό­βο γι­α την ποι­νή. Ὁ Δι­α­φω­τι­σμός πού προ­ε­τοι­μά­ζουν οἱ στί­χοι τοῦ Σό­λω­να και ἡ ἀ­φυ­πνι­σμέ­νη συ­νεί­δη­ση γι­α την προ­σω­πι­κή εὐ­θύ­νη κά­νουν ἐ­πι­τα­κτι­κό­τε­ρο το ἐ­ρώ­τη­μα: γι­α­τί χά­θη­κε ἡ λάμ­ψη τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς ἐ­πο­χῆς; Δέν πρέ­πει να ἔ­γι­νε κά­τι φο­βε­ρό, γι­α το ὁ­ποῖ­ο οἱ θε­οί τι­μώ­ρη­σαν τό­σο αὐ­στη­ρά τον ἡ­ρω­ι­κό κό­σμο;…
 
            Οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πέ­κτη­σαν ἱ­στο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση, ἐ­πει­δή πί­στε­ψαν ὅ­τι με­τά ἀ­πό μι­α λαμ­πρή ἐ­πο­χή ἔ­πρε­πε να ζή­σουν μι­α σκο­τει­νή πε­ρί­ο­δο τι­μω­ρί­ας. Ἔτ­σι μα­θαί­νει ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι πρέ­πει να ἀ­πο­φεύ­γει την ὕ­βρη. Ἡ φρί­κη μπρο­στά στη φο­βε­ρή δύ­να­μη τοῦ ἐκ­δι­κη­τῆ θε­οῦ δί­δα­ξε τη σω­φρο­σύ­νη και τη σο­φή με­τρι­ο­φρο­σύ­νη πού θα γί­νει ἀρ­γό­τε­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρη ἑλ­λη­νι­κή ἀ­ρε­τή…
 
            Στα δη­μι­ουρ­γή­μα­τά τους οἱ Ἕλ­λη­νες προ­σπα­θοῦ­σαν να προ­φυ­λαχ­τοῦν ἀ­πό την ὑ­περ­βο­λή και την κα­τα­στρο­φή πού βρῆ­κε τον πα­λαι­ό μυ­θι­κό κό­σμο. Ὁ Σό­λων ἐκ­φρά­ζει αὐ­τή τη σκέ­ψη με τη με­γα­λύ­τε­ρη σα­φή­νει­α: ὁ Δί­ας τι­μω­ρεῖ γι­α το ἄ­δι­κο ἀ­κό­μη και τά παι­δι­ά ἤ τά ἐγ­γό­νι­α τοῦ ἐ­νό­χου. Ἡ Δί­κη γνω­ρί­ζει το μέλ­λον και το πα­ρελ­θόν και ζη­τᾶ με το πέ­ρα­σμα του χρό­νου την ἐ­ξι­λέ­ω­ση. Δεν πρό­κει­ται γι­α ἁ­πλά λό­γι­α πού συν­δέ­ον­ται με την ἐ­πι­κή πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λά ἔ­χουν συ­νέ­πει­ες στις ἴ­δι­ες τίς πο­λι­τι­κές πρά­ξεις τοῦ Σό­λω­να. Ὁ Σό­λων προ­σπα­θεῖ, θα λέ­γα­με, να με­τα­βι­βά­σει το με­τα­φυ­σι­κό γε­γο­νός σε ἀν­θρώ­πι­να χέ­ρι­α, να τι­μω­ρή­σει τις βι­αι­ο­πρα­γί­ες πού ἔ­γι­ναν, και ἔτ­σι να ἐμ­πο­δί­σει ἀ­δι­κί­ες στο μέλ­λον. Κά­τι πρισ­σό­τε­ρο: θέ­λει να ἐ­φαρ­μό­σει θε­τι­κά το δί­και­ο ὀρ­γα­νώ­νον­τας το κρά­τος, κα­τα­νέ­μον­τας ἰ­σόρ­ρο­πα την ἰ­δι­ο­κτη­σί­α, φρον­τί­ζον­τας γι­α τους ἀ­σθε­νε­στέ­ρους και χτυ­πών­τας τήν κα­τά­χρη­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας. Οἱ νό­μοι του θέ­λουν να ἐ­ξα­σφα­λί­σουν γι­α το μέλ­λον ὅ­λα αὐ­τά. Ἔτ­σι δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να νέ­ο κρι­τή­ρι­ο γι­α μι­α ἔλ­λο­γη πο­λι­τι­κή πρά­ξη.
 
            Με το μέ­τρο αύ­τό ἀ­πο­κτᾶ και ¨η ἡ ἱ­στο­ρί­α και­νούρ­γι­ο νό­η­μα. Τέ­τοι­ες σκέ­ψεις ἀ­παν­τοῦν ἀρ­χι­κά κυ­ρί­ως στην ἀτ­τι­κή τρα­γω­δί­α και φι­λο­σο­φί­α, και ἐ­κεῖ γί­νον­ται βα­σι­κές…
 
            Οἱ Ἕλ­λη­νες μέ­νουν πι­στοί στην ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Σό­λω­να ὅ­τι μι­α ὑ­πε­ράν­θρω­πη δύ­να­μη τι­μω­ρεῖ την ἀ­δι­κί­α, πα­ρό­λο πού νι­ώ­θουν την και­νούρ­γι­α ὑ­πο­χρέ­ω­ση να ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται το δί­και­ο ὡς προ­σω­πι­κή τους ὑ­πό­θε­ση. Και σ’ αὐ­τό το ση­μεῖ­ο δι­α­τή­ρη­σαν τη σύ­νε­ση και την ἔν­νοι­α τοῦ μέ­τρου…
 
            Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος εἶ­ναι γε­νι­κά προ­σε­κτι­κός μέ το θέ­μα τῆς ἄ­με­σης ἐ­πέμ­βα­σης τῶν θε­ῶν στην ἱ­στο­ρί­α. Ὡς ἱ­στο­ρι­κός προ­σπα­θεῖ να ἐ­ξη­γή­σει τά γε­γο­νό­τα ἀ­πο­δί­δον­τάς τα σε ἀν­θρώ­πι­νες αἰ­τί­ες. Αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να ση­μαν­τι­κό βῆ­μα ἀ­πό τη μυ­θι­κή στην ὀρ­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη. Ἀλ­λά ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δεν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πό­λυ­τα τους θε­ούς ἀ­πό την ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως κά­νει ὁ ἄ­με­σος δι­ά­δο­χός του, ὁ Θου­κυ­δί­δης…
 
            Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος ἀ­να­γνω­ρί­ζει τη θε­ϊ­κή πρό­θε­ση ἐ­κεῖ ὅ­που ἤ­δη ὁ Ὅ­μη­ρος και ἰ­δι­αί­τε­ρα ὁ Σό­λων ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὅ­τι ἡ θε­ό­τη­τα τι­μω­ρεῖ την ὕ­βρη. Με αὐ­τόν τόν τρό­πο εἰ­σά­γει ἠ­θι­κές τά­σεις στην ἱ­στο­ρί­α του. Ὡ­στό­σο ἡ θε­ό­τη­τα ἐ­πεμ­βαί­νει μό­νο σε ὁ­ρι­σμέ­νες και συγ­κε­κρι­μέ­νες κα­τα­στά­σεις, και – αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­κό­μη ση­μαν­τι­κό­τε­ρο – οἱ θε­ϊ­κές προ­θέ­σεις στρέ­φον­ται ἐ­ναν­τί­ον τοῦ κα­κοῦ, ἀλ­λά δεν συμ­βάλ­λουν στην ἐ­πι­τυ­χί­α ἑ­νός κα­λοῦ και εὐ­πρόσ­δε­κτου σκο­ποῦ. Στο ση­μεῖ­ο αὐ­τό ἡ σύλ­λη­ψη τοῦ θεί­ου δι­α­φέ­ρει ἀ­πό την ἰ­ου­δα­ϊ­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α, στην ὁ­ποί­α ὁ θε­ός κα­τευ­θύ­νει ἕ­να γε­γο­νός σε κά­ποι­ο σκο­πό…Ἡ ἑλ­λη­νι­κή ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α δεν σχε­τί­ζε­ται με τέ­τοι­ες τε­λε­ο­λο­γι­κές ἑρ­μη­νεί­ες…Ἔτ­σι ἡ ἱ­στο­ρι­ο­γρα­φί­α κα­τόρ­θω­σε να ἀ­πο­φύ­γει τους κιν­δύ­νους πού κα­ρα­δο­κοῦ­σαν: την ἰ­δε­ο­λο­γί­α, την οὐ­το­πί­α και την ἔλ­λει­ψη ἀ­νο­χῆς…
 
            Την πά­λη γι­α την λή­ψη μι­ᾶς ἀ­πό­φα­σης , με τον τρό­πο πού την τό­νι­σε ἡ τρα­γω­δί­α, την πε­ρι­γρά­φει ὁ Ἡ­ρό­δο­τος π.χ. στο 7ο βι­βλί­ο (12 κ.ἑ.), ὅ­ταν ὁ Ξέρ­ξης σκεύ­τε­ται ἄν πρέ­πει νά ἐκ­στρα­τεύ­σει ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἑλ­λά­δας. (Ὡ­στό­σο αὐ­τό πού θα ὀ­νο­μά­ζα­με πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα τοῦ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἄ­γνω­στο.)…
 
            Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δεν ἀ­νά­γει την ἱ­στο­ρί­α σε μι­α μο­να­δι­κή ἀρ­χή. Ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς ἔγ­κει­ται ἡ δύ­να­μή του: Μπο­ρεῖ π.χ. να πα­ρα­θέ­τει στην ἔκ­θε­ση τῶν γε­γο­νό­των την ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­προ­νο­η­σί­α, δη­λα­δή τις ἀ­νε­παρ­κεῖς προ­θέ­σεις τοῦ ἄν­θρώ­που, δί­πλα στη θε­ϊ­κή ἐ­πέμ­βα­ση, σε δι­α­φο­ρε­τι­κή κά­θε φο­ρά ἀ­να­λο­γί­α. Ἐ­πει­δή αὐ­τή ἡ πα­ρά­θε­ση γί­νε­ται με δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα και εὐ­αι­σθη­σί­α, οἱ δι­η­γή­σεις του ἀ­πο­κτοῦν τη γο­η­τεί­α μι­ᾶς πλού­σι­ας ποι­κι­λί­ας.
 
            Δυ­ό λό­γι­α ἀ­κό­μη γι­α τον Θου­κυ­δί­δη. Και γι’ αὐ­τόν το βα­σι­κό ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι: γι­α­τί πα­ρα­κμά­ζει μι­α δύ­να­μη; Ἡ ἀρ­χή τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ πα­ρόν­τος δί­νει στην ἱ­στο­ρί­α το νό­η­μά της. Γρά­φει (1, 22, 4): Ὅ­σο οἱ ἄν­θρω­ποι πα­ρα­μέ­νουν οἱ ἴ­δι­οι, θα συμ­βαί­νουν πάν­τα αὐ­τά πού πε­ρι­γρά­φω ἐ­δῶ· γι’ αὐ­τό και το βι­βλί­ο μου εἶ­ναι κτῆ­μα ἐς ἀ­εί. Ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι δι­α­θέ­τουν δύ­να­μη, πα­ρα­γνω­ρί­ζουν τίς δυ­να­τό­τη­τές τους και ἐμ­πι­στεύ­ον­ται τον ἑ­αυ­τό τους ὑ­περ­βο­λι­κά· ἔτ­σι κα­τα­στρέ­φον­ται. Ἑ­πο­μέ­νως, και ὁ Θου­κυ­δί­δης ἀ­να­γνω­ρί­ζει την ἀλ­λα­γή ὡς ἀρ­χή τα­ῆς ἱ­στο­ρί­ας: ἡ ἄ­νο­δος ὁ­δη­γεῖ στην πτώ­ση. Τώ­ρα ὅ­μως δεν πρό­κει­ται γι­α μι­α με­τα­φυ­σι­κή δύ­να­μη πού δρᾶ, ἀλ­λά γι­α ψυ­χο­λο­γι­κή δι­α­δι­κα­σί­α πού νπο­ρεῖ να πε­ρι­γρα­φεῖ με ἀ­κρί­βει­α. Ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α τοῦ Θου­κυ­δί­δη πού ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἕ­να νό­μο στην ἱ­στο­ρί­α συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πό μι­α ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α, γι­α­τί οἱ ἄν­θρω­ποι δεν δι­δά­σκον­ται ἀ­πό τις ἐμ­πει­ρί­ες τους. Ἐ­πι­τρέ­πε­ται να ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με ὅ­τι ἡ ἄ­πο­ψη αὐ­τή ἰ­σχύ­ει ὡς σή­με­ρα;
 
            Τό­σο ὁ Ἡ­ρό­δο­τος ὅ­σο και ὁ Θου­κυ­δί­δης μᾶς δι­δά­σκουν αὐ­τό πού οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­μα­θαν ἀ­πό τά ἐ­ρεί­πι­α τῶν ἀρ­χαί­ων ἀ­κρο­πό­λε­ων: να εἶ­ναι με­τρι­ό­φρο­νες στην πε­ρη­φά­νι­α τους και πε­ρή­φα­νοι γι­α τη με­τρι­ο­φρο­σύ­νη τους.

Στο τρένο της ζωής, χωράνε λίγοι και καλοί. Οι πολλοί κάνουν θόρυβο

Ξεκινάει η ζωή σου και αρχίζεις να μετράς τους ανθρώπους δίπλα σου.
Συνήθως είστε αρκετοί στο ίδιο βαγόνι. Και αρχίζει το ταξίδι σας.

Συνταξιδιώτες που αποκαλούνται φίλοι, γνωστοί, συμμαθητές, γείτονες, κολλητοί.

Και πέφτεις στην παγίδα να νομίζεις ότι η ζωή σου είναι πολύ γεμάτη με τόσους ανθρώπους να σε πλαισιώνουν.

Συνεχίζεται η ζωή σου, αρχίζεις να μεγαλώνεις και αλλάζουν οι προτεραιότητές σου. Βλέπεις ότι σιγά σιγά αρχίζει να αδειάζει το βαγόνι με τους συνοδοιπόρους σου. Κάποιους τους έδιωξες και κάποιοι αποχώρησαν οικειοθελώς.

Όχι, μην στεναχωριέσαι. Δεν θα σε λογοκρίνουν όλοι αυτοί, πιθανότατα ούτε και εσύ. Απλά έτσι είναι τα πράγματα στην ζωή. Δεν ταιριάζουμε με όλους, αποδέξου το. Έχουμε άλλους ηθικούς κανόνες, πρέπει και θέλω.

Συνεχίζεις λοιπόν το ταξίδι σου χωρίς να ξέρεις ότι στο βαγόνι σου προμηνύονται εκπλήξεις. Αποφασίζεις λίγο να σταματήσεις τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις των δικών σου ανθρώπων. Επιλέγεις να σταματήσεις να κάνεις έναν μικρό απολογισμό και ανεφοδιασμό των καυσίμων σου. Σταματάς για λίγο την αμαξοστοιχία της ζωής σου. Θεωρείς πως ακόμα έχουν μείνει αρκετοί και δεν σε επηρεάζουν οι αποχωρήσεις τους.

Ξαναξεκινάς και αντιλαμβάνεσαι ότι οι θέσεις δίπλα σου ολοένα και αδειάζουν.
Μα στην συνέχεια της διαδρομής προστίθενται μερικοί. Όχι πολλοί. Ελάχιστοι.

Μόλις κατάλαβες ότι κατέβηκαν από το βαγόνι όλοι αυτοί που πίστευες ότι δεν θα φύγουν ποτέ και έδωσαν την θέση τους σε όλους αυτούς που δεν πίστευες ποτέ ότι θα σε ακολουθήσουν.

Κοιτάζεις τους συνταξιδιώτες σου και σκέφτεσαι πόσοι λίγοι μείνατε και πόσοι από αυτούς είναι υποψήφιοι προς αποχώρηση. Νιώθεις αρχικά πανικό. Νομίζεις ότι τους έδιωξε η δική σου συμπεριφορά. Θεωρείς πως έκανες λάθος. Μα που πήγαν όλοι αυτοί, αναρωτιέσαι. Ρίχνεις κλεφτές και γρήγορες ματιές γύρω σου.
Λίγοι έμειναν, το ξέρω.

Ησύχασε όμως. Δεν φταις εσύ. Κανένας δεν φταίει. Διαφορετικές προσωπικότητες, χαρακτήρες και αντιλήψεις. Διαφορετική ματιά στην ζωή.
Άλλες οπτικές γωνίες.

Συνεχίζεις με αυτούς τους λίγους που απέμειναν. Αυτοί που δεν παραιτούνται από τους αγώνες που δώσατε ή που θα δώσετε παρέα στο μέλλον. Μετρημένοι στα δάχτυλα οι δικοί σου άνθρωποι.

Αφουγκράζεσαι την αύρα τους. Αισθητή και η παρουσία τους και η απουσία τους.
Χαμογελάς πλέον αφού έχεις αντιληφθεί ποιοι από όλους αυτούς κατέληξαν να είναι η «οικογένειά» σου.

Σταμάτησες να φοβάσαι αν αδειάσει κι άλλο το βαγόνι σου. Και αν ξεκίνησες με πολλούς και κατέληξες με ελάχιστους να είσαι ευτυχής. Λίγοι και καλοί.
Οι πολλοί κάνουν θόρυβο, μάτια μου.

Πώς καταλαβαίνεις αν είσαι ερωτευμένος;

Ο έρωτας∙ μία λέξη, χιλιάδες πρόσωπα, ένα ξεχωριστό για τον καθένα από εμάς, αμέτρητες στιγμές, ένα συναίσθημα που δε συγκρίνεται με κανένα άλλο. Όμορφη εμπειρία ο έρωτας. Ακόμα κι αν κάποια στιγμή σε κατέστρεψε, εσύ πάντα θα επιδιώκεις να τον ξανά βιώσεις. Θα τον αναζητάς σαν ένα μαγικό ξόρκι που σε αναζωογονεί, σε μεθάει και σε κάνει να υποκύπτεις σε κάθε του πρόκληση, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, φόβο ή δεύτερες σκέψεις.

Αβίαστο, απρόβλεπτο, ανεξέλεγκτο συναίσθημα. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Φιλιά που δε θα ξεχάσεις το ξημέρωμα, δύο αναπνοές που πλησιάζουν απειλητικά, δύο άνθρωποι που αποχωρίζονται, αφού ενωθούν. Αυτό, όμως, δε συνεπάγεται πως καθένας από αυτούς που μπήκαν στις σκέψεις μας κατάφερε να μας κάνει να τον ερωτευτούμε. Είτε το επιδίωξε είτε όχι. Κι αν πιστέψαμε πια στη σπανιότητα του έρωτα, πότε μπορείς με βεβαιότητα να πεις ότι είσαι ερωτευμένος;

Τα χαρακτηριστικά του ερωτευμένου δε χωράνε σε λίστες. Είναι, όμως, πάνω-κάτω κοινά για όλους μας, με μικρές παραλλαγές και διαφορετικό τρόπο έκφρασης. Ναρκωτικό είναι ο έρωτας. Αν εθιστείς σ’ αυτόν δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Η μόνη σου επιθυμία το αντικείμενο του πόθου σου. Λένε ότι οι εξαρτήσεις βλάπτουν, ότι ο εθισμός κάθε άλλο παρά καλό σου κάνει. Κι έτσι να είναι. Στην προκειμένη, όμως, αξίζει να το απολαύσεις όπως του αρμόζει, απόλυτα, ως το τέλος.

Όλα ή τίποτα. Κι αν απ’ αυτή τη φράση κρατάς μόνο το «όλα», τότε μάλλον ανήκεις στους ερωτευμένους. Όταν δε σκέφτεσαι το αύριο. Όταν φροντίζεις να εξαντλήσεις κάθε στιγμή του σήμερα. Όταν όσα φιλιά και να σου δώσει εκείνο το πρόσωπο δε θα ‘ναι ποτέ αρκετά, όταν όσες φορές κι αν βρεθείτε, πάντα θα περιμένεις την επόμενη κι αυτή η αναμονή θα σκάει εκρήξεις μέσα σου και θα σε τρελαίνει. Όταν δε θα ‘χεις καμία υπομονή, όχι από εγωισμό αλλά από απερίγραπτη επιθυμία. Τότε ξέρεις πως την έχεις πατήσει.

«Όταν κάποιος σε ρωτήσει αν είσαι ερωτευμένος, οποιαδήποτε απάντηση εκτός απ’ το “όχι” –κι αυτό παίζεται κιόλας, γιατί ίσως να ‘ναι ένα ψέμα ασφαλείας– σημαίνει αυτόματα “ναι”. Αν ήσουν σίγουρος πως δεν είσαι ερωτευμένος θα το έλεγες ευθύς αμέσως. Δε θα έμπαινε στη διαδικασία να αναρωτηθείς, να χαμογελάσεις και να ακούσεις τη φωνή μέσα σου που λέει “είμαι άραγε;”.» Αυτές είναι οι σκέψεις μιας φίλης σχετικά με το πότε ξέρουμε αν είμαστε ή όχι ερωτευμένοι.

Η αλήθεια είναι πως δεν ερωτευόμαστε κάθε περιπέτεια στη ζωή μας, και δε χρειάζεται να το κάνουμε. Ερωτευόμαστε τα άτομα αυτά που ξυπνάνε μέσα μας πρωτόγνωρα συναισθήματα κι αλλιώτικες, ίσως παράτολμες, επιθυμίες, εκείνους τους λίγους που μας κάνουν να αντιμετωπίζουμε διαφορετικά τη ζωή και τον εαυτό μας. Ερωτευμένος θεωρείσαι όταν σε έναν άνθρωπο αισθάνεσαι πως βρήκες όλα όσα έψαχνες. Παραμερίζοντας οποιοδήποτε ψεγάδι, εξιδανικεύοντάς τον. Όταν τα χάνεις κι αναρωτιέσαι αν όντως το ζεις αυτό, σε κάθε βλέμμα, κάθε άγγιγμα, κάθε φιλί.

«Όταν αντικρίζεις το άτομο που ‘χεις ερωτευτεί, αυτόματα αλλάζει όλη σου η διάθεση, ακόμα κι αν είχες τη χειρότερη μέρα της εβδομάδας μέχρι τότε. Χαμογελάς χωρίς λόγο σαν μικρό παιδί. Η παρουσία του και μόνο στον ίδιο χώρο με εσένα σου αρκεί. Γυρνάει συνεχώς στο μυαλό σου. Όλα όσα σκέφτεσαι είναι αυτός» είπε.

Πιάνεις κι εσύ τον εαυτό σου να ταυτίζεται με αυτή την περιγραφή ενός ερωτευμένου; Αν ναι, τότε ζήσ’ το δίχως υπεραναλυτική σκέψη και αμφιβολίες. Άσ’ το σε κυριεύσει. Μαγικά, αβίαστα, απόλυτα. Έτσι είναι ο έρωτας. Δε σε ρωτάει, απλά σε σημαδεύει και σε ταξιδεύει στο πιο έντονο κι απερίγραπτο συναίσθημα της ζωής. Εσύ θα το αφήσεις να σε προσπεράσει;

Σαδιστικά και μαζοχιστικά γνωρίσματα

Δεν υπάρχει αμφιβολία πώς, ως προς τις πρακτικές συνέπειες, η επιθυμία να εξαρτιέσαι ή να υποφέρεις είναι αντίθετο της επιθυμίας να κυριαρχείς ή να κάνεις τους άλλους να υποφέρουν. Ψυχολογικά όμως και οι δύο τάσεις είναι αποτέλεσμα μιας βασικής ανάγκης που πηγάζει από την ανικανότητα ανοχής της μοναξιάς και της αδυναμίας του εγώ.

Προτείνω να ονομαστεί η επιδίωξη που βρίσκεται στη βάση του σαδισμού και του μαζοχισμού συμβίωση.

Η συμβίωση, με την ψυχολογική της έννοια, σημαίνει τη συνένωση ενός ατομικού εγώ με ένα άλλο εγώ (ή μια άλλη δύναμη έξω από το εγώ) με τέτοιο τρόπο ώστε καθένα από τα εγώ να χάνει την ακεραιότητα του και καθένα να αλληλοεξαρτιέται απόλυτα από το άλλο.

Το σαδιστικό πρόσωπο έχει ανάγκη το αντικείμενο του, το ίδιο όπως το και το μαζοχιστικό έχει ανάγκη από το δικό του. Μόνο που αντί να αναζητήσει τη σιγουριά με το να απορροφηθεί, την κερδίζει απορροφώντας κάποιον άλλον.

Και στις δυο περιπτώσεις η ακεραιότητα του ατομικού εγώ χάνεται.

Στη μια περίπτωση διαλύω το εγώ μου μέσα σε μια εξωτερική δύναμη. Χάνω το εγώ.

Στην άλλη περίπτωση, μεγαλώνω το εγώ μου, κάνοντας ένα άλλο πρόσωπο μέρος του εαυτού μου και έτσι αποκτώ τη δύναμη που μου έλειπε σαν ανεξάρτητο εγώ.

Σε όλες τις περιπτώσεις στην παρόρμηση για τη δημιουργία σχέσης συμβίωσης με κάποιον άλλο οδηγεί η ανικανότητα να υποφέρει κανείς τη μοναξιά του ατομικού του εγώ.

Αυτό κάνει πρόδηλους τους λόγους για τους οποίους η σαδιστική και η μαζοχιστική τάση συμπλέκονται η μια πάντα με την άλλη. Μολονότι στην επιφάνεια παρουσιάζονται σαν αντιφάσεις, στην ουσία πηγάζουν από την ίδια βασική ανάγκη.

Οι άνθρωποι δεν είναι σαδιστές ή μαζοχιστές, αλλά υπάρχει μια σταθερή διακύμανση ανάμεσα στην ενεργητική και στην παθητική πλευρά του συμπλέγματος διαβίωσης, ώστε είναι συχνά δύσκολο να καθορίσουμε ποια πλευρά του συμπλέγματος αυτού ενεργεί σε δοσμένη στιγμή. Και στις δύο περιπτώσεις η ελευθερία και η ατομικότητα χάνονται.

Συχνά και όχι μόνο στη λαϊκή χρήση, ο σαδομαζοχισμός μπερδεύεται με τον έρωτα.

Ιδιαίτερα τα σαδομαζοχιστικά φαινόμενα ερμηνεύονται σαν ερωτικές εκδηλώσεις. Η στάση πλήρους αυταπάρνησης για το χατίρι ενός άλλου και η παράδοση των απαιτήσεων σου σ' ένα άλλον εξυμνούνται σαν παραδείγματα «μεγάλου έρωτα».

Φαίνεται πως δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη «αγάπης» από τη θυσία και την προθυμία να παραδοθείς για χατίρι του αγαπημένου σου προσώπου.

Στην πραγματικότητα σ' αυτές τις περιπτώσεις η «αγάπη» είναι ουσιαστικά μαζοχιστική επιθυμία που πηγάζει από την ανάγκη συμβίωσης του ενδιαφερόμενου προσώπου.

Αν λέγοντας έρωτα εννοούμε την ένωση δύο ανθρώπων πάνω στη βάση της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας των ενδιαφερόμενων προσώπων, τότε ο μαζοχισμός και ο έρωτας είναι αντίθετα.

Ο έρωτας βασίζεται στην ισότητα και την ελευθερία.

Αν βασίζεται στην υποταγή και την απώλεια της ακεραιότητας του ενός συντρόφους είναι μαζοχιστική εξάρτηση, ανεξάρτητα από το αν η σχέση έχει λογική μορφή.

Ο σαδισμός επίσης εμφανίζεται συχνά κάτω από τη μάσκα του έρωτα. Η κυριαρχία ενός άλλου, ο ισχυρισμός πως το να εξουσιάζεις κάποιον το κάνεις για το καλό του, εμφανίζεται συχνά σαν έκφραση αγάπης, ενώ ο ουσιαστικός παράγοντας είναι η χαρά της κυριαρχίας.
 
Erich Fromm, Ο Φόβος μπροστά στην ελευθερία

Εκείνο το «πολύ» σου πρέπει να ξέρεις πού να το χαρίζεις

Ο φόβος ανέκαθεν αποτελούσε δυσάρεστο συναίσθημα από καταβολής χρόνου. Ο φόβος για το άγνωστο, ο φόβος της μοναχικότητας, ο φόβος να δείξουμε τον πραγματικό μας εαυτό και να εκφράζουμε ό, τι νιώθουμε. Ως ανθρώπινα όντα είμαστε φύσει κοινωνικά.

Θέλουμε και επιζητούμε διακαώς να συναναστρεφόμαστε με ανθρώπους, να δημιουργούμε φιλίες, ερωτικούς δεσμούς και οικογένειες. Γνωρίζουμε καλά πως κανένας άνθρωπος δεν θέλει να είναι μόνος, να νιώθει μόνος, κι όμως εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε αυτές τις προϋποθέσεις αδυνατώντας να εκφράσουμε στον άλλον το πώς νιώθουμε.

Ίσως να μας το έχει περάσει έτσι η κοινωνία μας, πως αν δείχνουμε ό,τι νιώθουμε, γινόμαστε αυτομάτως πιο αδύναμοι, πιο ευάλωτοι και διατρέχουμε τον κίνδυνο να πληγωθούμε. Ναι, αλλά αυτό δεν είναι παρά μόνο η μία όψη του νομίσματος.

Η άλλη, η πιο όμορφη όψη είναι ότι εκφράζοντας ό,τι σκεφτόμαστε και ό,τι νιώθουμε, θα καταφέρουμε να δεθούμε περισσότερο με τον άλλον να μας αφουγκραστεί και γιατί όχι να μας αγαπήσει και να ερωτευτεί εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που του αποκρύβαμε.

Έτσι, οι διαπροσωπικές σχέσεις γίνονται πιο δυνατές, με την επικοινωνία και με το δόσιμο του εαυτού μας στον άλλον. Δεν πρέπει να φοβόμαστε μη τυχόν πληγωθούμε αν ανοίξουμε ολοκληρωτικά τον ψυχισμό μας ούτε να φοβόμαστε να εκφραστούμε τρυφερά εφόσον έτσι νιώθουμε, αφού ο έρωτας είναι το πιο όμορφο συναίσθημα που μπορούν να νιώσουν οι άνθρωποι. Και ας πληγωθούμε, τουλάχιστον θα ξέρουμε βαθιά μέσα μας πως προσπαθήσαμε να διώξουμε ένα βήμα παρά πέρα τη μοναχικότητά μας.

Και τελικά καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η μοναχικότητα δεν έχει να κάνει ούτε με τη ζωή, ούτε με τις λάθος επιλογές ανθρώπων ούτε ακόμη και ότι είναι δική μας προσωπική επιλογή. Πιστεύουμε ή εθελοτυφλούμε ότι είναι επιλογή μας, αλλά στην ουσία κανένας δεν επιλέγει να μείνει μόνος.

Επιλέγει όμως, να μην πληγωθεί, επιλέγει να μην ανοίξει τον δικό του ψυχισμό και επιλέγει να ζει με το φόβο της υποτιθέμενης απόρριψης από τον άλλον. Γιατί φοβάται πως αν δώσει ένα κομμάτι του εαυτού του, αυτός ο άλλος ίσως να μην ξέρει τι να το κάνει με αποτέλεσμα ο πρώτος να πληγωθεί.

Και πράγματι αυτό έχει μια δόση αλήθειας και κάποιες φορές εκείνο το «πολύ» σου πρέπει να ξέρεις πού να το χαρίζεις, γιατί αλλιώς και τόπο δεν πιάνει και εσύ λιγοστεύεις. Παρόλα αυτά όμως, αν δεν ρισκάρεις να αυτοεκφραστείς, δεν θα μάθεις ποτέ την αντίδραση του άλλου που μπορεί προσπερνώντας αυτόν τον άλλον να ήταν τελικά και το «έτερον ήμισυ».

Όταν επιμένουμε στο “εγώ κι αυτοί”, δεν είναι εύκολο να βρούμε την ευτυχία. Ας καλλιεργήσουμε το “εμείς”

Η «Μουντίτα» είναι τόσο σημαντική στο Βουδισμό που θεωρείται μία από τις Τέσσερις Πολύτιμες Αξίες που μπορούμε να καλλιεργούμε απεριόριστα. Οι άλλες τρεις είναι η αγάπη/ευγένεια, η συμπόνια και η αυτοκυριαρχία. Ο Τζίνπα μας εξήγησε τη λειτουργία της μουντίτα.

Αν κάποιος έχει κάτι που θέλουμε εμείς, για παράδειγμα ένα μεγαλύτερο σπίτι, μπορούμε συνειδητά να χαρούμε για την καλή του τύχη, λέγοντας: «Είναι καλό γι’ αυτόν. Όπως εγώ, έτσι κι αυτός, θέλει να είναι ευτυχισμένος. Θέλει να πετύχει. Θέλει να βοηθήσει την οικογένειά του. Μακάρι να είναι ευτυχισμένος. Τον συγχαίρω και του εύχομαι να πετύχει ακόμα περισσότερα».

Σύμφωνα με τη μουντίτα, η ζωή δεν είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, δηλαδή δεν υπάρχει μόνο ένα κομμάτι κέικ, από το οποίο αν κάποιος πάρει παραπάνω, σε εμάς θα απομείνει ένα μικρότερο κομμάτι. Η μουντίτα λέει ότι η χαρά είναι απεριόριστη.

Η μουντίτα είναι το αντίθετο του Schadenfreude, της γερμανικής λέξης που περιγράφει το αίσθημα της ικανοποίησης ή της χαράς που νιώθει κάποιος με τη δυστυχία του άλλου. Με το Schadenfreude βρισκόμαστε όλοι σε έναν ατέρμονο αγώνα ενάντια στους άλλους και αν κάποιος πετύχει κάτι, τότε νιώθουμε μειωμένοι, λιγότερο επιτυχημένοι, λιγότερο αποδεκτοί και λιγότερο αγαπητοί. Ενώ το Schadenfreude είναι η φυσική εξέλιξη του φθόνου, η μουντίτα είναι η φυσική εξέλιξη της συμπόνιας.

Πώς μπορούν οι άνθρωποι να καλλιεργήσουν τη μουντίτα;

Πρώτα πρώτα, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η ανθρωπότητα είναι συμμετέχουσα και “συνδικαιούχος”. Όλοι αυτοί είναι αδέλφια μας, που έχουν το ίδιο δικαίωμα και νιώθουν την επιθυμία να ζήσουν μια ευτυχισμένη ζωή.

Δεν είναι πνευματικό ζήτημα, είναι θέμα κοινής λογικής. Όταν η ανθρωπότητα είναι ευτυχισμένη, θα είμαστε κι εμείς.

Και όταν η ανθρωπότητα είναι ειρηνική, θα ζούμε κι εμείς ειρηνικά. Το ίδιο συμβαίνει με την οικογένεια. Όταν οι δικοί μας είναι χαρούμενοι, το ίδιο αισθανόμαστε κι εμείς. Όταν επιμένουμε στο “εγώ κι αυτοί”, δεν είναι εύκολο να εξασκηθούμε στη μουντίτα. Πρέπει να καλλιεργήσουμε το “εμείς”.

Όταν καταφέρουμε να καλλιεργήσουμε αυτή την ιδέα και την αίσθηση ενότητας της ανθρωπότητας, τότε δεν θα θέλουμε κανέναν πια να υποφέρει, αλλά, αντίθετα, να απολαμβάνουμε όλοι την ευτυχία.

Η επιθυμία μας για ευτυχία είναι κάτι φυσικό, κάτι που το νιώθουμε όλοι. Είναι μια αίσθηση ότι νοιαζόμαστε για το καλό των άλλων.

Δεν γεννήθηκες για να μιμηθείς, γεννήθηκες για να προσθέσεις κάτι στον κόσμο

Μπορείς να εκτιμήσεις την ομορφιά της ζωής μόνο όταν επαναστατήσεις στα πάντα, ενάντια στην παρούσα διεφθαρμένη κοινωνία, ενάντια στους πολιτικούς δυνάστες, ενάντια στην οργανωμένη θρησκεία, ακόμη και στον παλιό εαυτό σου. Ώστε εσύ ως Άνθρωπος να μάθεις μόνος σου τι είναι αληθινό και ουσιαστικό.

Όχι να μιμηθείς, αλλά να ανακαλύψεις. Δεν γεννήθηκες για να είσαι σκλάβος. Γεννήθηκες για να προσθέσεις κάτι, να προσθέσεις αξία σε τούτο τον κόσμο. Χωρίς εσένα κάτι θα λείπει από την ύπαρξη και κανείς δεν θα μπορεί να το αντικαταστήσει. Τα αστέρια και ο ήλιος και το φεγγάρι, τα δέντρα και τα πουλιά και η γη, το κάθε τι στο σύμπαν, θα νιώσει ότι είναι άδεια μια μικρή θέση, που μόνον εσύ μπορείς να τη γεμίσεις και κανένας άλλος.

Σου αξίζει να είσαι ευτυχισμένος. Μπορείς να κάνεις, να έχεις και να είσαι, όλα αυτά που οι άλλοι έλεγαν κάποτε ότι ήταν αδύνατο να κάνεις, να έχεις και να είσαι. H ζωή είναι μια παράσταση. Από σένα εξαρτάται με ποιο τρόπο θα παίξεις τον ρόλο σου. Μπορείς να τον παίξεις σαν κωμωδία ή να τον μετατρέψεις σ’ ένα ατέλειωτο δράμα αυτολύπησης. Είσαι ο συγγραφέας του βιβλίου της ζωής σου και κρατάς τη πένα στα χέρια σου!

Ποτέ δεν χάνω. Ή κερδίζω ή μαθαίνω.

Οι θεραπευτές οι ψυχολόγοι ή οι ψυχαναλυτές, επίσης, επιβεβαιώνουν ότι οι ασθενείς αρχίζουν να βελτιώνονται, όταν παύουν να αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους ως θύματα της αδικίας, όταν αρχίζουν να δέχονται τη ζωή τους όπως είναι, να λένε «έτσι είναι». Όχι ένα «έτσι είναι» πικρό και αγανακτισμένο, αλλά ένα «έτσι είναι» πλούσιο σε δύναμη και θάρρος, ένα «έτσι είναι» που παλεύει και χαρακτηρίζεται από ζωτική δύναμη. Δεν υπάρχει πλέον «είναι έτσι, δεν είχα πραγματικά καμία τύχη», αλλά «είναι έτσι: στο χέρι μου να το κάνω και να το κερδίσω». Έτσι είναι, η πραγματικότητα έχει ήδη διαμορφωθεί. Ακόμα κι η πιο ασήμαντη αξία της αποτυχίας μπορεί να μας δώσει, εντελώς στωικά, αυτή τη γενναιότητα να παραδεχτούμε τι είναι και τι δεν είναι στο χέρι μας.

Ο Ρέι Τσαρλς έχασε την όρασή του στα εφτά του χρόνια και τη μητέρα του στα δεκαπέντε. Προηγουμένως, είχε δει τον νεότερο αδελφό του να πνίγεται. «Είχα την επιλογή», λέει, «να καθίσω σε μια γωνιά του δρόμου με ένα λευκό ραβδί κι έναν δίσκο ή να κάνω τα πάντα για να γίνω μουσικός». Παραδοχή καθαρά στωική, η οποία ταιριάζει με τη φράση του Επίκτητου: «Το μόνο που εξαρτάται από εσένα είναι να αποδεχτείς ή να απορρίψεις αυτό που δεν εξαρτάται από εσένα». Και μόνο το γεγονός ότι λέει «είχα την επιλογή» είναι ήδη αποκαλυπτικό.

Ο Ρέι Τσαρλς δεν ξόδεψε άσκοπα τις δυνάμεις του μεμψιμοιρώντας. Δέχτηκε την τύφλωση που δεν εξαρτιόταν από αυτόν για να προσπαθήσει να γίνει ο μουσικός και ο τραγουδιστής ιδιοφυΐα στον οποίο οφείλουμε τραγούδια όπως το Whal’d I Say, το Hit the Road Jack ή το Georgia on My Mind. Ήταν σε θέση να δεχτεί, καθαρά στωικά, τη διαφορά μεταξύ του τι δεν εξαρτιόταν από τον ίδιο (την απώλεια της μητέρας του, του αδελφού του και της όρασής της) και του τι εξαρτιόταν από αυτόν (να αναπτύξει το ταλέντο του, να αντισταθμίσει την τύφλωσή του με μια καταπληκτική μνήμη). Ίσως ακόμα και ο ίδιος να έπρεπε να παρακινηθεί από τη δύναμη της παραδοχής για να γίνει ο Ρέι Τσαρλς. «Είμαι τυφλός, αλλά υπάρχει πάντα κάτι πιο λυπηρό από αυτό, θα μπορούσα να είμαι μαύρος!» αστειεύτηκε μία μέρα σε έναν δημοσιογράφο. Ο Ρέι Τσαρλς αποδείχτηκε ικανός, μπροστά στις αντιξοότητες, αυτού του μεγάλου «έτσι είναι», αποστασιοποιημένος από οποιαδήποτε παραίτηση, γεμάτος ζωντάνια, χιούμορ, κέφι για ζωή. Δεν είπε «είναι άδικο». Είπε «ναι» στην πραγματικότητα, ένα «ναι» που μοιάζει με το «μεγάλο “ναι” στη ζωή» του Ζαρατούστρα του Νίτσε. Μπόρεσε να συναινέσει σε αυτό που είναι.

Ακριβώς ο στωικός τρόπος δράσης: δεν μετανιώνω για ό,τι δεν μπορώ να αλλάξω, κάνω τα πάντα να αλλάξω αυτό που μπορώ. Έτσι, η στωική αποδοχή δεν είναι καθόλου παραίτηση. Είναι μια επιβεβαίωση, μια επικύρωση του τι είναι. Όταν αντιμετωπίζουμε μια αποτυχία ή κάποια δοκιμασία, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν είναι δίκαιη ή άδικη, αλλά το κατά πόσον ή όχι μπορούμε να αντλήσουμε από αυτή σοφία και αν μπορούμε να στηριχτούμε σε αυτή για να χτίσουμε κάτι άλλο.

«Αν μπορείς μ’ απλοχεριά όσα απόκτησες να δώσεις κι όταν έρθει η καταστροφή νέες λύσεις να βρεις…»

Έτσι αρχίζει το διάσημο ποίημα του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ Αν και τελειώνει με τον στίχο:

«Τότε, παιδί μου, θα ‘σαι άντρας κι άνθρωπος μαζί!»

Αυτοί οι στίχοι είναι γεμάτοι, επίσης, με στωική σοφία: πρέπει να ξέρεις να χάνεις για να γίνεις άνθρωπος. Να χάνεις και να αρχίζεις την ανοικοδόμηση. Οι διαμαρτυρίες ενάντια στην πραγματικότητα είναι μάταιες. Ακόμα χειρότερα: είναι αντιπαραγωγικές. Μας στερούν την τόσο χρήσιμη δύναμη για την ανοικοδόμηση. Mας εκτρέπουν από το πραγματικό. «Ούτε να γελάς ούτε να κλαις, να κατανοείς», έγραψε ο Σπινόζα στην Ηθική, με στωική διάθεση.

Υπάρχει κάτι από αυτό στο ποίημα του Κίπλινγκ: «Όταν έρθει η καταστροφή νέες λύσεις να βρεις»: χωρίς να παραπονιέσαι ότι είναι άδικο και να μεμψιμοιρείς. Με τη στωική δύναμη κάποιου που ξέρει ότι είναι ένα ασήμαντο κομμάτι του σύμπαντος, τόσο μικρός, που δεν μπορεί να αλλάξει την τάξη των πραγμάτων, αλλά ωστόσο ξέρει να συνδιαλέγεται με ό,τι είναι ισχυρότερο από αυτόν.
Η αποτυχία όταν υφίσταται, δεν εξαρτάται πλέον από εμάς. Από εμάς το μόνο που εξαρτάται είναι ο τρόπος που τη βιώσουμε. Μπορούμε να θρηνούμε για την «άδικη» μοίρα μας ή να δούμε την αποτυχία ως ευκαιρία να συναντηθούμε με την πραγματικότητα, μια πρόσκληση ώστε να γινόμαστε κάθε μέρα πιο στωικοί. Ο Ρέι Tσαρλς είχε δίκιο: έχουμε την επιλογή.

Eτοιμο το σεισμόμετρο στην επιφάνεια του πλανήτη Αρη - Το πρώτο βήμα για τη δημιουργία βάσεων

Τα πρώτα δεδομένα από τις μετρήσεις που θα ξεκινήσει να κάνει το αμέσως επόμενο διάστημα, αναμένουν οι επιστήμονες της NASA, καθώς ολοκληρώθηκε η ρομποτική κατασκευή και τοποθέτηση του σεισμομέτρου στην επιφάνεια του Άρη, από το Insight.

Το ρομποτικό πολυεργαστήριο προσεδαφίστηκε στην επιφάνεια του «κόκκινου πλανήτη» στις 19 Δεκεμβρίου και αμέσως ξεκίνησε την υλοποίηση του πρώτου βήματος από τη στιγμή της ολοκλήρωσης του μακρινού ταξιδιού του και έπειτα.

Η κατασκευή και τοποθέτηση του σεισμομέτρου θεωρείται κομβικής σημασίας για το πρότζεκτ της NASA, καθώς οι πληροφορίες που θα συλλέξει το ειδικό αυτό όργανο από το υπέδαφος του Άρη, θα καθορίσουν σε ικανό ποσοστό τον σχεδιασμό για τη δημιουργία βάσεων εκεί.

Η μοναδική εκκρεμότητα ενόψει της ενεργοποίησης του σεισμομέτρου, είναι η θολωτή ασπίδα που θα τοποθετηθεί για την προφύλαξη του ευαίσθητου οργάνου, κυρίως από τους ισχυρούς ανέμους και τις ηλιακές καταιγίδες που πλήττουν τον «κόκκινο πλανήτη».

Δείτε το σεισμόμετρο ολοκληρωμένο μέσω της νέας φωτογραφίας που έδωσε στη δημοσιότητα η NASA:

Η μεγάλη ανησυχία, ωστόσο, της επιστημονικής ομάδας που έχει επιφορτιστεί με την εποπτεία του φιλόδοξου πρότζεκτ για τη μελέτη στο υπέδαφος του Άρη, είναι η θερμοκρασία και ειδικότερα οι μεγάλες διαφορές που παρουσιάζει κατά τη διάρκεια του κύκλου της ημέρας.

Την ημέρα που προσγειώθηκε το Insight και στο σημείο που προσγειώθηκε, η θερμοκρασία κυμάνθηκε κατά 94 βαθμούς Κελσίου! Οι διαφορές είναι τεράστιες και ορισμένα όργανα, αν και είναι κατασκευασμένα με την τελευταία τεχνολογία, παραμένουν ευαίσθητα.

Στην επιφάνεια της Γης, οι σεισμογράφοι θάβονται σε βάθος πάνω από ένα μέτρο στο έδαφος, προκειμένου να έχουν μία φυσική θωράκιση έναντι των καιρικών φαινομένων. Στην Άρη αυτό δεν είναι εφικτό. Ως εκ τούτου, έχουν προβλεφθεί άλλα μέτρα για την προστασία του.

Παρόλα αυτά, οι προφυλάξεις ενδέχεται να μην αποδώσουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Για τον λόγο αυτόν, το σεισμόμετρο είναι προστατευμένο από ένα εξάγωνο μονωτικό δοχείο, το οποίο εγκλωβίζει αέρα και το εμποδίζει να παρασυρθεί από τον ισχυρό άνεμο. Σε αυτό το πρότζεκτ βοηθά η ατμόσφαιρα του «κόκκινου πλανήτη», η οποία είναι πλούσια σε διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο με τη σειρά του σε χαμηλή πίεση, έχει αποδειχθεί ιδιαιτέρως αργό στη διοχέτευση της θερμότητας.

Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει τρία θερμικά φράγματα για το σεισμόμετρο, ενώ τα όργανα του Insight θα φιλτράρουν όλες τις κατααγραφές από «ξένους» θορύβους και θα μεταδίδουν τα σήματα από τη δραστηριότητα στο υπέδαφος του πλανήτη.

Μόλις ολοκληρωθεί και η τοποθέτηση της τριπλής ασπίδας, ο Insight θα προχωρήσει στο επόμενο βήμα: Την επέκταση του αισθητήρα ροής θερμότητας στην επιφάνεια του Άρη. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, το συγκεκριμένο στάδιο θα ξεκινήσει την επόμενη εβδομάδα.

Ευρωπαϊκά σχέδια για αποστολή στον μικρότερο αστεροειδή που έχει φτάσει διαστημόπλοιο

Σε ένα νέο διαστημικό ρεκόρ αποβλέπει η αποστολή Hera (Ήρα) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος: Αν όλα πάνε καλά, το σκάφος δεν θα είναι απλά το πρώτο που θα εξερευνήσει δυαδικό αστεροειδή – το ζεύγος των Διδύμων -, μα κι ο μικρότερος εκ των δύο αστεροειδών, μεγέθους αντίστοιχου της Μεγάλης Πυραμίδας της Γκίζας στην Αίγυπτο. Θα γίνει ο μικρότερος αστεροειδής που έχει επισκεφθεί ποτέ διαστημόπλοιο. 
 
Ο μεγάλος αστεροειδής του ζεύγους είναι ο 780 μέτρων Δίδυμος – και ο μικρός ο «Didymoon», μόλις 160 μέτρων, ο οποίος θα είναι ο πιο μικρός όλων των αστεροειδών που έχουν εξερευνηθεί από ρομποτικά σκάφη, μικρότερος ακόμα και από τον 350 μέτρων Ιτοκάβα (τον επισκέφθηκε το ιαπωνικό Hayabusa) και τον 500 μέτρων Bennu, στον οποίο έχει φτάσει η αποστολή Osiris-REx της NASA. 
 
Αξίζει να σημειωθεί πως το μικρό μέγεθος του Didymoon είναι και ο λόγος που επελέγη για ένα πείραμα πλανητικής άμυνας: Το 2022, το διαστημόπλοιο DART της NASA θα πέσει πάνω του, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να αλλάξει η τροχιά που ακολουθεί γύρω από το ζευγάρι του, έτσι ώστε να εξεταστεί κατά πόσον είναι βιώσιμη επιλογή η εκτροπή της πορείας ενός απειλητικού αστεροειδή.
 
Μετά την πρόσκρουση αυτή, η αποστολή Hera θα εξερευνήσει το ζεύγος το 2026, συλλέγοντας πληροφορίες που δεν είναι δυνατό να αποκτηθούν μέσω παρατήρησης από τη Γη. Το σύστημα των δύο αστεροειδών παρουσιάζει έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον γενικότερα, καθώς θα παρέχει πολύτιμα στοιχεία για τη δημιουργία των δυαδικών αστεροειδών, που αποτελούν το 15% του γνωστού συνόλου.
 
Η αποστολή Hera βρίσκεται στο στάδιο της μελέτης, προκειμένου να παρουσιαστεί προς έγκριση στη συνάντηση Space19+ των αρμοδίων Ευρωπαίων υπουργών. Προορίζεται για εκτόξευση το 2023.

Τελικά υπάρχει Θεός;

Και ποιος είναι, τέλος πάντων, ή τί είναι;

Κι όταν λέω «Θεός», μην πάει ο νους σας αναγκαστικά και μόνο στον Θεό της Βίβλου, σ’ εκείνον που έδιωξε τον Αδάμ από τον Κήπο της Εδέμ «μην τυχόν, τώρα που έγινε σαν κι εμάς, απλώσει το χέρι του και φάει και από το δέντρο της ζωής και ζήσει αιωνίως…» (Γένεσις, γ΄ 22-23), ή στην πιο αγαθή εκδοχή του παππούλη με την τεράστια λευκή γενειάδα που κάθεται και ρεμβάζει στα σύννεφα.

Για παράδειγμα, υπάρχει ο Θεός του Φίλιπ Κ. Ντικ που πυροβολεί πληροφορίες στο κεφάλι μέσα από το VALIS (Vast Active Living Intelligence System). Υπάρχει ο Θεός του Τεϊλάρ ντε Σαρντέν που είναι η συλλογική πνευματική αξία της ύλης, και η αγνώστου προελεύσεως τάση για βαθμιαία αύξηση της βιοχημικής πολυπλοκότητας και της αναπτυσσόμενης συνείδησης, η Γαία ως υπερ-οργανισμός, κλπ, κλπ.

Υπάρχει ο Θεός του C. S. Lewis, ο Μάλελντιλ, που κατοικεί στο Νησί του Παραδείσου κάπου στο διάστημα και συγκαλεί κάθε τόσο τους Ογιάρσα (Ουσιάρχες) του κάθε πλανήτη, δηλαδή τα Μεγάλα Ελντίλα που είναι οι Μανού ή οι Φύλακες Άγγελοι των πλανητών (ενώ ο δικός μας είναι ο κακός της παρέας, ο Dark Eldila, που κρατά τη Γη αποκομμένη και κλειδωμένη από το υπόλοιπο θεϊκό σύμπαν, τη Γη που στη γλώσσα των Ελντίλα ονομάζεται Θουλκάντρα, που σημαίνει «ο Σιωπηλός Πλανήτης» επειδή κανένα μήνυμα δεν φεύγει από τη Γη και κανένα μήνυμα δεν φτάνει σ’ αυτήν, λόγω της σκοτεινής κατοχής)…

Υπάρχει ο Θεός των Τσοτσίμπας της Μαλαισίας, που είναι μία αρχαία βούρτσα για τα μαλλιά που ξέρει τι σκέφτεσαι ανά πάσα στιγμή, και κάνει τον εκάστοτε αρχηγό της φυλής αόρατο. Υπάρχει ο τυφλός και τρελός θεός Αζαθώθ που χάσκει ηλίθια σαν μιασματική μάζα στο κέντρο του απείρου, στο σύμπαν της Μυθολογίας Κθούλου του Χ. Φ. Λάβκραφτ. Υπάρχει ο Ρα των Αιγυπτίων (ο Ήλιος, κάτι που θα έκανε τα αντηλιακά, σατανικά κατασκευάσματα). Υπάρχει ο Θεός της Λιμνούπολης και του Μίκυ Σίτυ, ο Γουώλτ Ντίσνεϊ, που δεν θα τον γνωρίσουν ποτέ οι κόμικς χαρακτήρες του, αν και σύμφωνα με τις –μάλλον έγκυρες– πληροφορίες που κυκλοφορούν, ο πρώτος ανθρώπινος Κλώνος που είναι ήδη έξι χρονών στην Καλιφόρνια, είναι ο Γουώλτ Ντίσνεϊ (υποτίθεται ότι το σώμα του ήταν το πρώτο που μπήκε στην κρυονική κατάψυξη)…

Υπάρχει ο Θεός της τηλεόρασης, με τον οποίο βρίσκονται σε ουράνια επικοινωνία όλες οι τηλεοπτικές κεραίες του κόσμου (και οι ιερείς του είναι οι «τηλε-παρουσιαστές», οι αγγελιαφόροι ή άγγελοι της πληροφορίας –και του κουτσομπολιού– που παρ-ουσιάζονται εδώ από μακριά). Υπάρχει ο αρχαίος Θεός των Ελλήνων, ο Δίας ή Ζευς, ο πατέρας των θεών, που κυκλοφορούσε κάπου μεταξύ Κρήτης και Ολύμπου, είχε μια πολύ ζηλιάρα γυναίκα, σταύρωσε τον Προμηθέα, και του άρεσε πολύ να πετάει κεραυνούς και να κάνει αχαλίνωτο σεξ με τις θνητές γυναίκες, σκορπώντας παντού μεταλλαγμένα υβρίδια.

Αλλά και ο Θεός των Αζτέκων που ήθελε πολλές –εννοώ πολλές– ανθρωποθυσίες, και αίμα για να χορτάσει τη βαμπιρική δίψα του. Υπάρχει ο Θεός των μάγων, που είναι μια πολύ γρήγορη (ή εγρήγορη) λαμπερή δίνη, η οποία συνδέεται μαζί με όλες τις άλλες δίνες που περιδινούνται και ενώνονται στην ατέρμονη περιδίνηση της συμπαντικής μητέρας όλων των δινών (η λεγόμενη δυνητική πραγματικότητα).

Υπάρχει ο Θεός των αστρονόμων, που είναι ένας δρόμος από γάλα (the Milky Way), ο «Γαλαξίας», ουσιαστικά ένας άξονας από σπειροειδές γάλα (που, φυσικά, περιδινείται) και είναι ο μόνος από όλους τους γνωστούς γαλαξίες που δεν έχει όνομα, (γεγονός που υποδηλώνει ότι εδώ έχουμε μία θρησκεία «γαλαξιο-κεντρική» –κατά το γεωκεντρική– αφού ο δικός μας «Γαλαξίας» είναι ο αρχετυπικός νονός των υπολοίπων) και δεν ξέρω, με όλο αυτό το περιστρεφόμενο συμπαντικό γάλα, αν οι Γάλλοι νιώθουν ότι είναι ο επίλεκτος λαός του Θεού επί της Γης, (εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την Ανάσταση, αλλά με τη λεγόμενη Γαλλική Επανάσταση, the French Revolution, και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σας θυμίσω ότι Revolution σημαίνει και Περιστροφή, δηλαδή η περιστροφή του Γαλαξία και των πλανητών). Υπάρχει και ο Θεός των Περιστρεφόμενων Δερβίσηδων, που –φυσικά– περιστρέφεται…

Υπάρχει ο Θεός του κράτους, ο λεγόμενος Πρωθυπουργός (ή Προθεοπουργός, για τους δυσλεκτικούς, δηλαδή υπουργός προ του Θεού) με τη μυστηριώδη «βουλή» του, όπου συγκεντρώνονται οι αντιπρόσωποι των ανθρώπων για να κρίνουν και να ψηφίσουν (το λεγόμενο digital justice), ένας Θεός που παλαιότερα λεγόταν Βασιλιάς (ένας Θεός επί της Γης, εξ αίματος συγγενής του Θεού και των αγγέλων του) με τη μυστηριώδη «αυλή» του.

Υπάρχει ο Θεός των δικτατόρων, ο λεγόμενος και Μεγάλος Αδελφός, που βλέπει τα πάντα, ακούει τα πάντα, και τιμωρεί τα πάντα (προσοχή, «γνωρίζει κάθε σκέψη σας», δηλαδή παρακολουθεί τα τηλέφωνα). Υπάρχει ο Θεός των Ναζί, ο λεγόμενος και Φύρερ, που είναι ο μόνος Θεός με μουστάκι στην Ιστορία (και όχι με γενειάδα ή πλοκάμια). Υπάρχει και ο Θεός των Κομμουνιστών, μια συλλογική Gestalt οντότητα που λέγεται Προλεταριάτο, που πολεμάει με τον διάβολο που λέγεται Κεφάλαιο, και η εκκλησία του είναι το Κόμμα (οι ιερείς του λέγονται «Κομισάριοι», που σημαίνει Εντολοδόχοι).

Υπάρχει ο Θεός των Ινδιάνων, το Μεγάλο Μανιτού, (οι οποίοι πίστευαν ότι κάθε όν και κάθε πράγμα έχει το πνεύμα του, το Μανιτού του) που είναι το Μανιτού όλων των Μανιτού. Υπάρχει ο Θεός των Μαγισσών, ένας μαύρος ανθρωπόμορφος τράγος με οπλές, κέρατα και πολύ μεγάλα γεννητικά όργανα, που απαιτούσε να του φιλάς τα οπίσθια και να αλείφεσαι με λίπος νεκρών μωρών για να πετάς αμέσως στο ραντεβού σας όποτε σε καλούσε, (τον κυνηγούσε η Ιερά Εξέταση, αλλά δεν μπόρεσε να τον βρει, και από τη μανία της έκαψε όλους τους άλλους εκτός απ’ αυτόν). Υπάρχει το Τίποτα, το Κενό, που είναι ο Θεός των Βουδιστών, (αιώνες τώρα οι θεολόγοι τους προσπαθούν να εξηγήσουν στους πιστούς πως γίνεται να υπάρχει το Τίποτα). Υπάρχει η ΔΕΗ (μην της πληρώσεις τον επόμενο λογαριασμό και θα καταλάβεις γιατί είναι Θεός).

Υπάρχει ο «Αετός» ή το «Μεγάλο Πνεύμα» ή το «Καλούπι του Ανθρώπου» (δεν έχω καταλάβει ποιο από τα τρία), δηλαδή ο Θεός των Τολτέκων μεταμοντέρνων σαμάνων, δηλαδή του Καστανέντα και της παρέας του, που θεωρούν ότι τους έχει κάνει κάποιο δώρο. Υπάρχει ο Θεός των Γνωστικών που πολεμάει με το αρνητικό δίδυμό του που έχει κατασκευάσει λαθραία τον κόσμο μας (μια πολύ μπερδεμένη ιστορία). Υπάρχει και ο Θεός της γιαγιάς μου (Θεός σχωρέστην) που νομίζω ότι ζούσε σε ένα καντήλι στην κουζίνα. Υπάρχει ο Σίβα, ο Θεός των χορευτών, αλλά και ο Θεός του Καζαντζάκη που τον είχε βαφτίσει Οδυσσέα.

Ποιος είναι ο Θεός σου;

Και πως σχολιάζει (εσύ ή ο Θεός σου) όλους τους άλλους Θεούς;

Υπάρχει τελικά ένας Θεός για τον καθένα;

Είναι η δυναμική συλλογική οντότητα όλων των Θεών του καθενός, εκείνος ο ανέλπιστος τελικός Θεός που εκφράζεται μέσα από τους υπόλοιπους, κατά παραγγελία του κάθε εγκεφάλου και πολιτιστικής παράδοσης; Ή μήπως όλα τα περί Θεού είναι παραμύθια; Και τί είναι τελικά τα παραμύθια; Θα μπορούσε να υπάρχει κάποιος ύψιστος Παραμυθάς; Είσαι μια νευρωνική σύναψή του;

Αεί ο Θεός Γεωμετρεί;

«Θεός υπάρχει ή δεν υπάρχει; Ίσως πείτε δεν ξέρω, δεν μ’ ενδιαφέρει… Δεν μπορείτε όμως να ξεφύγετε τόσο απλά… Και μόνο που το σκέφτεστε, μπλέξατε! Λοιπόν, βάλτε στοίχημα ότι Θεός υπάρχει! Αν δεν υπάρχει και χάσετε, τελικά δεν χάνετε τίποτε. Έτσι κι αλλιώς καμιά ογδονταριά χρόνια θα ζήσετε στον αγώνα για το ανέφικτο και θα πεθάνετε. Αν όμως υπάρχει Θεός και κερδίσετε το στοίχημα, κερδίζετε τα πάντα! Πνευματική σχέση με το υπέρτατο ον, νόημα στη ζωή, αιώνια ζωή! Στοιχηματίστε λοιπόν ότι υπάρχει!». «Το στοίχημα του Πασκάλ»

Οι «Σκέψεις» του Πασκάλ, γραμμένες στο παλιό μοναστήρι του Port-Royal, όπου αποτραβήχτηκε για να μελετήσει τον άνθρωπο, όντας ήδη διάσημος για τη φυσικομαθηματική του διάνοια και έχοντας κάνει τη διάκριση ανάμεσα στον Θεό του Αβραάμ και του Ισαάκ και στον Θεό της φιλοσοφίας. Ο Πασκάλ, δύσπιστος μπροστά στον θρίαμβο της επιστήμης και στην παντοδυναμία της λογικής, διαπιστώνει πως άλλο επιστημονική βεβαιότητα και άλλο πραγματικότητα. Αποφασισμένος να μην ξεμακρύνει από την κατάσταση του ανθρώπου σπουδάζοντας φυσικομαθηματικά, διατυπώνει το «στοίχημά» του.

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση: Τα είδη της λυρικής ποίησης, Διαίρεση της λυρικής ποίησης

Διαίρεση της λυρικής ποίησης

Το είδος του συνοδευτικού οργάνου συνιστά τη βάση για την πρωτοβάθμια διαίρεση της λυρικής ποίησης σε δύο υποσύνολα: αφενός στην κυρίως λυρική ποίηση και αφετέρου στην ιαμβογραφία και την ελεγειακή ποίηση. Τα είδη, ωστόσο, δεν οριοθετούνται με σαφή και απόλυτο τρόπο καθώς ένα όργανο προσγράφεται σε περισσότερα από ένα λυρικά είδη ή ένα λυρικό είδος συνοδεύεται μουσικά από δύο όργανα.
 
Η διάλεκτος συνιστά ένα ακόμη κριτήριο για τη διάκριση των ποιητικών γενών και των ειδών τους. Στον αντίποδα της διαλεκτικής ποικιλίας που χαρακτηρίζει την επική ποίηση (την οποία ακολουθούν η ελεγεία και ο ίαμβος) στη χορική ποίηση κυριαρχεί σαφώς ένας δωρικός χρωματισμός, ενώ στη λεσβιακή μονωδία εμφανέστατο είναι το αιολικό στοιχείο. Η διαλεκτική αυτή διάκριση και η αντιστοιχία προς τις τρεις γεωγραφικές περιοχές του ελληνισμού οδήγησαν στην υπόθεση της ύπαρξης τριών ξεχωριστών σχολών λυρικής ποίησης με διαφορές τεχνικές και ιδεολογικές: μιας ιωνικής, μιας αιολικής και μιας δωρικής.
 
    Τριπλή είναι η διαίρεση της λυρικής ποίησης και ως προς τη μετρική μορφή. Στη θέση του στιχικά επαναλαμβανόμενου δακτυλικού εξαμέτρου της επικής ποίησης, στην κυρίως λυρική ποίηση χρησιμοποιείται μια μεγάλη ποικιλία μέτρων μη απαγγελτικού αλλά τραγουδιστικού χαρακτήρα, οργανωμένα σε (ποικιλομεγέθεις) στίχους, και κάποτε σε στροφές. Στην ελεγεία, το ποίημα αποτελείται από ελεγειακά δίστιχα με μετρικό κύτταρο τον δάκτυλο. Τέλος, στην ιαμβογραφία χρησιμοποιούνται άλλοτε ίαμβοι στη μορφή ιαμβικού τρίμετρου και άλλοτε τροχαίοι στη μορφή τροχαϊκού τετραμέτρου.
 
Η διαίρεση δευτέρου βαθμού αφορά κατ' αποκλειστικότητα την κυρίως λυρική ποίηση, η οποία ήδη από την αρχαιότητα και την εποχή του Πλάτωνα ταξινομείται σε χορική και μονωδική. Ωστόσο, τα όρια μεταξύ χορικού λυρισμού και μονωδίας δεν είναι πάντοτε απολύτως διακριτά, αφού είδη όπως ο ύμνος ή το σκόλιο εκτελούνται είτε solo είτε από χορό.
 
Κείμενο, μελωδία, μουσική συνοδεία και όρχηση συστήνουν τη χορική ποίηση ως την πιο σύνθετη από τις δύο μορφές λυρικής ποίησης. Ο μεγάλος αριθμός βηματισμών της χορικής εκτέλεσης απαιτεί τη δημιουργία στροφών μακρότερων εκείνων της μονωδίας, ενώ η τάση για την αποφυγή της μονοτονίας (πιεστικότερη στις μακρότερες συνθέσεις) επιβάλλει την κατασκευή ολοένα και πιο σύνθετων μέτρων, που εξελίσσουν και ανανεώνουν ριζικά τα παραδεδομένα, με ολοένα και πιο ποικίλους συνδυασμούς. Έτσι από τις απλούστερες μετρικές μορφές που απαντούν στον πρώιμο Στησίχορο φτάνουμε στις πολυσύνθετες πινδαρικές· ούτε μία από τις χορικές ωδές του Πινδάρου και του Βακχυλίδη δεν αντιγράφει το μετρικό σχήμα άλλης (γνωστής) ωδής. Αντίθετα οι σαπφικές ή οι αλκαϊκές ωδές είναι βραχείες με σταθερά επαναλαμβανόμενη και αναλλοίωτη μετρική μορφή. Τα εξόχως περίτεχνα χορικά της τραγωδίας έγιναν δυνατά ακριβώς μετά από την, και χάρη στην τεχνική αυτή πρόοδο της λυρικής ποίησης. Το χορικό άσμα εκφράζει ως επί το πλείστον τη συλλογική συνείδηση και λιγότερο την προσωπική άποψη του δημιουργού του, όπως συμβαίνει στη μονωδία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μονωδία αποτελεί μέσο έκφρασης της ενδόμυχης υποκειμενικότητας. Ο ίδιος ποιητής έχει τη δυνατότητα να συνθέτει μονωδικά και χορικά άσματα ταυτόχρονα. Η Σαπφώ είναι ένα παράδειγμα γι' αυτό.
 
Η διαίρεση τρίτου βαθμού αφορά τα λυρικά τραγούδια και την ταξινόμησή τους σε υποκατηγορίες ανάλογα με την ταυτότητα του αποδέκτη τους. Έτσι έχουμε τραγούδια αφιερωμένα σε θεούς που είναι ο Ὕμνος, το Προσόδιον και ο Διθύραμβος, ενώ στα αφιερωμένα σε ανθρώπους τραγούδια εγγράφονται το Ἐγκώμιον με τις επιμέρους μορφές του το Ἐπινίκιον, το Σκόλιον και το Ἐρωτικόν.