Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Βάτραχοι (1119-1161)

ΕΥ. καὶ μὴν ἐπ᾽ αὐτοὺς τοὺς προλόγους σοι τρέψομαι,
1120 ὅπως τὸ πρῶτον τῆς τραγῳδίας μέρος
πρώτιστον αὐτοῦ βασανιῶ τοῦ δεξιοῦ.
ἀσαφὴς γὰρ ἦν ἐν τῇ φράσει τῶν πραγμάτων.
ΔΙ. καὶ ποῖον αὐτοῦ βασανιεῖς; ΕΥ. πολλοὺς πάνυ.
πρῶτον δέ μοι τὸν ἐξ Ὀρεστείας λέγε.
1125 ΔΙ. ἄγε δὴ σιώπα πᾶς ἀνήρ. λέγ᾽, Αἰσχύλε.
ΑΙ. «Ἑρμῆ χθόνιε, πατρῷ᾽ ἐποπτεύων κράτη
σωτὴρ γενοῦ μοι σύμμαχός τ᾽ αἰτουμένῳ.
ἥκω γὰρ εἰς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι»—
ΔΙ. τούτων ἔχεις ψέγειν τι; ΕΥ. πλεῖν ἢ δώδεκα.
1130 ΔΙ. ἀλλ᾽ οὐδὲ πάντα ταῦτά γ᾽ ἔστ᾽ ἀλλ᾽ ἢ τρία.
ΕΥ. ἔχει δ᾽ ἕκαστον εἴκοσίν γ᾽ ἁμαρτίας.
ΔΙ. Αἰσχύλε, παραινῶ σοι σιωπᾶν· εἰ δὲ μή,
πρὸς τρισὶν ἰαμβείοισι προσοφείλων φανεῖ.
ΑΙ. ἐγὼ σιωπῶ τῷδ᾽; ΔΙ. ἐὰν πείθῃ γ᾽ ἐμοί.
1135 ΕΥ. εὐθὺς γὰρ ἡμάρτηκεν οὐράνιον ὅσον.
ΑΙ. ὁρᾷς ὅτι ληρεῖς. ΕΥ. ἀλλ᾽ ὀλίγον γέ μοι μέλει.
ΑΙ. πῶς φῄς μ᾽ ἁμαρτεῖν; ΕΥ. αὖθις ἐξ ἀρχῆς λέγε.
ΑΙ. «Ἑρμῆ χθόνιε, πατρῷ᾽ ἐποπτεύων κράτη.»
ΕΥ. οὔκουν Ὀρέστης τοῦτ᾽ ἐπὶ τῷ τύμβῳ λέγει
1140 τῷ τοῦ πατρὸς τεθνεῶτος; ΑΙ. οὐκ ἄλλως λέγω.
ΕΥ. πότερ᾽ οὖν τὸν Ἑρμῆν, ὡς ὁ πατὴρ ἀπώλετο
αὐτοῦ βιαίως ἐκ γυναικείας χερὸς
δόλοις λαθραίοις, ταῦτ᾽ ἐποπτεύειν ἔφη;
ΑΙ. οὐ δῆτ᾽ ἐκεῖνον, ἀλλὰ τὸν Ἐριούνιον
1145 Ἑρμῆν χθόνιον προσεῖπε, κἀδήλου λέγων
ὁτιὴ πατρῷον τοῦτο κέκτηται γέρας.
ΕΥ. ἔτι μεῖζον ἐξήμαρτες ἢ ᾽γὼ ᾽βουλόμην·
εἰ γὰρ πατρῷον τὸ χθόνιον ἔχει γέρας—
ΔΙ. οὕτω γ᾽ ἂν εἴη πρὸς πατρὸς τυμβωρύχος.
1150 ΑΙ. Διόνυσε, πίνεις οἶνον οὐκ ἀνθοσμίαν.
ΔΙ. λέγ᾽ ἕτερον αὐτῷ· σὺ δ᾽ ἐπιτήρει τὸ βλάβος.
ΑΙ. «σωτὴρ γενοῦ μοι σύμμαχός τ᾽ αἰτουμένῳ.
ἥκω γὰρ εἰς γῆν τήνδε καὶ κατέρχομαι»—
ΕΥ. δὶς ταὐτὸν ἡμῖν εἶπεν ὁ σοφὸς Αἰσχύλος.
1155 ΔΙ. πῶς δίς; ΕΥ. σκόπει τὸ ῥῆμ᾽· ἐγὼ δέ σοι φράσω.
«ἥκω γὰρ εἰς γῆν,» φησί, «καὶ κατέρχομαι»·
ἥκειν δὲ ταὐτόν ἐστι τῷ κατέρχομαι.
ΔΙ. νὴ τὸν Δί᾽, ὥσπερ γ᾽ εἴ τις εἴποι γείτονι·
«Χρῆσον σὺ μάκτραν, εἰ δὲ βούλει, κάρδοπον.»
1160 ΑΙ. οὐ δῆτα τοῦτό γ᾽, ὦ κατεστωμυλμένε
ἄνθρωπε, ταὔτ᾽ ἔστ᾽, ἀλλ᾽ ἄριστ᾽ ἐπῶν ἔχον.

***
ΕΥΡ., στον Αισχύλο.
Και τώρα τους προλόγους σου θα πιάσω·
1120τ ων τραγωδιών του, του άξιου αυτού τεχνίτη
το πρώτο μέρος πρώτο θα εξετάσω.
Με ασάφεια πάντα ανάπτυσσε το θέμα.
ΔΙΟ. Ποιόν πρόλογό του θα εξετάσεις; ΕΥΡ. Πλήθος.

Στον Αισχύλο.
Για πες μου πρώτα αυτόν απ᾽ την Ορέστεια.
ΔΙΟ. Όλοι σιωπή λοιπόν. Μπρος, λέγε, Αισχύλε.
ΑΙΣ. «Χθόνιε Ερμή, εξουσίας πατρώας επόπτη,
σωτήρας και βοηθός μου, δέομαι, γίνε.
Στη χώρ᾽ αυτή γυρίζω κι επιστρέφω…

ΔΙΟ., στον Ευριπίδη.
Βρίσκεις εδώ κανένα λάθος; ΕΥΡ. Πάνω
1130από δώδεκα. ΔΙΟ. Μέσα σε τρεις στίχους;
ΕΥΡ. Μα ο κάθε στίχος είκοσι έχει λάθη.

ΔΙΟ., βλέποντας τον Αισχύλο να δυσφορεί.
Σώπαινε, Αισχύλε, αν θέλεις το καλό σου·
αλλιώς, πάνω απ᾽ τους τρεις θα πάει το χρέος.
ΑΙΣ. Για τούτον να σωπάσω; ΔΙΟ. Εγώ έτσι λέω.
ΕΥΡ. Έκαμε απ᾽ την αρχή τεράστιο λάθος.
ΑΙΣ. Βλέπεις πως λες βλακείες. ΕΥΡ. Μα δε με νοιάζει.
ΑΙΣ. Και ποιό είν᾽ το λάθος, λες; ΕΥΡ. Γιά ξαναπές τα.
ΑΙΣ. «Χθόνιε Ερμή, εξουσίας πατρώας επόπτη.»
ΕΥΡ. Αυτά, θαρρώ, ο Ορέστης δεν τα λέει
1140στον τάφο του πατέρα του; ΑΙΣ. Ο Ορέστης.
ΕΥΡ. Λοιπόν ο Ορέστης, επειδή ο γονιός του
με δόλο από γυναίκειο χέρι εχάθη,
γι᾽ αυτό τον λέει επόπτη τον Ερμή;
ΑΙΣ. Δεν είπε χθόνιο τον Ερμή των δόλων,
είπε έτσι τον βοηθόν Ερμή· εννοούσε
πως του είναι πατρικό το αξίωμα τούτο.
ΕΥΡ. Το λάθος πιο βαρύ κι απ᾽ ό,τι θέλω·
αν το κατωκοσμίτικό του αξίωμα
το κρατά απ᾽ το γονιό του… ΔΙΟ. τότε θα ᾽ναι
από σόι τυμβωρύχων. ΑΙΣ. Διόνυσέ μου,
1150πίνεις κρασί που δεν ανθομυρίζει.
ΔΙΟ. Πες του άλλο· εσύ να δεις αν θα έχει λάθος.
ΑΙΣ. «Σωτήρας και βοηθός μου δέομαι, γίνε.
Στη χώρ᾽ αυτή γυρίζω κι επιστρέφω»…
ΕΥΡ. Λέει το ίδιο δυο φορές· σοφός ο Αισχύλος!
ΑΙΣ. Γιατί; ΕΥΡ. Θα σου εξηγήσω· άκου τη φράση:
«Στη χώρ᾽ αυτή γυρίζω κι επιστρέφω.»
Τί γυρισμός, τί επιστροφή; Ένα πράμα.
ΔΙΟ. Ναι, αλήθεια· σα να λες στο γείτονά σου:
«Δάνεισέ μου μια σκάφη ή ζυμωτήρι.»
1160ΑΙΣ. Α εσύ, που ᾽σαι όλο εκζήτηση! Δεν είναι
καθόλου το ίδιο· είν᾽ έξοχος ο στίχος.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΛΑΒΔΑΚΙΔΕΣ, ΚΑΔΜΟΣ - ΑΡΜΟΝΙΑ

Οι μύθοι παραδίδουν τις μετακινήσεις του Κάδμου σε πολλές περιοχές της Μεσογείου, προκειμένου να βρει την αδελφή του Ευρώπη την οποία είχε αρπάξει ο Δίας. Από την Τύρο της Φοινίκης στη Θράκη και τη Σαμοθράκη μαζί με τη μητέρα του Τηλέφασσα, από τη Φωκίδα στη Βοιωτία, μετά στην Ιλλυρία και στα Ηλύσια πεδία μαζί με τη γυναίκα του Αρμονία.
 
Καταγωγή
Πατέρας του ήταν ο Αγήνορας της Τύρου και μητέρα του η Τηλέφασσα (ή Αργιόπη). Τα αδέλφια του έγιναν οι επώνυμοι ήρωες διαφόρων περιοχών -ο Κίλικας της Κιλικίας, ο Φοίνικας της Φοινίκης, ο Θάσος της Θάσου, ενώ από την αδελφή τους Ευρώπη ονομάστηκε η ήπειρος.
 
Και επειδή ο Κάδμος ήταν ιδρυτής των Θηβών, μεταγενέστερη βοιωτική παράδοση τον κατέστησε γέννημα θρέμμα της γης, εντόπιο, γιο του αυτόχθονα Θηβαίου ήρωα Ώγυγου. Ο Κάδμος δεν ήταν πλέον ο ξένος ιδρυτής της πόλης τους.
 
Αιτία των περιπλανήσεων
Μετά την απαγωγή της αδελφής τους Ευρώπης από τον Δία, ο πατέρας τους Αγήνορας ζήτησε από τα αρσενικά παιδιά του να τη βρουν και να τη φέρουν πίσω. Τους ακολούθησε η μητέρα τους Τηλέφασσα. Οι αδελφοί του Κάδμου εγκατέλειψαν την προσπάθεια ανεύρεσης της κόρης και εγκαταστάθηκαν σε περιοχές ως οικιστές και επώνυμοι ήρωες. Ο Κάδμος και η Τηλέφασσα έγιναν ευνοϊκά δεκτοί από τους Θρακιώτες. Εκεί, στη Σαμοθράκη, τελέστηκε και ο γάμος του με την Αρμονία.
 
Ίδρυση των Θηβών
Μετά τον θάνατο της Τηλέφασσας ο Κάδμος ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών για το τι έπρεπε να κάνει. Το μαντείο ζήτησε να εγκαταλείψει την αναζήτηση της Ευρώπης και να ιδρύσει πόλη. Με ποιον τρόπο όμως; Μυθολογική νομιμοποίηση και κύρος προσέδιδε η ίδρυση πόλεων με τη βοήθεια φυσικών στοιχείων, κυρίως ζώων ή πολεμώντας τα. Αγελάδες, κοράκια, σκυλιά, γλάροι, αετοί, αλεπούδες, αρουραίοι, φώκιες οδηγούν τους ιδρυτές αποικιών. Ο Κάδμος ακολούθησε μιαν αγελάδα, εξουδετέρωσε τον δράκο που φυλούσε την πηγή στη Βοιωτία και προκάλεσε τη γέννηση γηγενών κατοίκων στη Θήβα.
 
α) Ο Κάδμος, διασχίζοντας τη Φωκίδα, είδε στα κοπάδια του Πελάγοντα, γιου του Αμφιδάμαντα, μια αγελάδα που ξεχώριζε, και στα δυο πλευρά της υπήρχε ένας άσπρος δίσκος που έμοιαζε με ολόγιομο φεγγάρι. Και θυμίζουμε ότι και στις θυσίες τα ζώα που επιλέγονταν να προσφερθούν στους θεούς ήταν αυτά που ξεχώριζαν, είτε γιατί ήταν νεογέννητα είτε γιατί ξεχώριζαν για κάποιον άλλον λόγο, ένα σημάδι ξεχωριστό στο δέρμα, όμορφο μαλλί κτλ., ποτέ δεν θυσιαζόταν το ασθενικό ή το μεγάλης ηλικίας και «άχρηστο» ζώο. Κυνήγησε το ζώο και εκεί που αυτό κουρασμένο έκατσε, ο Κάδμος ίδρυσε την πόλη των Θηβών και την ακρόπολή της Καδμεία, ενώ την περιοχή την ονόμασε Βοιωτία από την αγελάδα (βοῦς).
 
β) Το ζώο έπρεπε να θυσιαστεί. Για τη θυσία χρειαζόταν νερό για τον καθαρμό του ζώου και των συμμετεχόντων στη θυσία. Όμως το νερό της μοναδικής πηγής της περιοχής, που ονομαζόταν Πηγή του Άρη, το φυλούσε ένας δράκος από τη γενιά του Άρη, εξού και το όνομα της πηγής. Ο Κάδμος σκότωσε τον δράκοντα, που είχε στο μεταξύ εξοντώσει όλους τους απεσταλμένους του, και καθ' υπόδειξη της Αθηνάς, προς τιμή της οποίας θα θυσίαζε την αγελάδα, έσπειρε τα δόντια του δράκου από τα οποία προέκυψαν σπαρμένοι άνδρες, οι Σπαρτοί. Αυτά τα αυτόχθονα δημιουργήματα της γης των Θηβών ήταν απειλητικά. Όμως, και σε αυτή την περίπτωση απέναντι στη βία ορθώθηκε η ευφυΐα του Κάδμου. Έριξε πέτρες ανάμεσά τους κι εκείνοι, μη γνωρίζοντας τον υπαίτιο, αλληλοκατηγορήθηκαν και τελικά αλληλοσκοτώθηκαν εκτός από πέντε. Το γένος των Καδμείων, και των Λαβδακιδών μεταγενέστερα, προήλθαν από τους γάμους Σπαρτών ή απογόνων των Σπαρτών με απογόνους του Κάδμου· για παράδειγμα, η κόρη του Κάδμου Αγαύη παντρεύτηκε τον Σπαρτό Εχίονα, η εγγονή του Σπαρτού Χθόνιου Νυκτηίς τον Καδμείο Πολύδωρο.
 
γ) Ο Κάδμος έπρεπε να καθαρθεί για τον φόνο που είχε διαπράξει, και μάλιστα φόνο του απογόνου ενός θεού. Σε αυτόν τον θεό υπηρέτησε ως δούλος για οκτώ χρόνια και μετά ανέλαβε τη βασιλεία στη Θήβα έχοντας την εύνοια της Αθηνάς αλλά και του Δία που του έδωσε γυναίκα την κόρη του Άρη και της Αφροδίτης (θηβαϊκή παράδοση), ή του Δία και της Ηλεκτρυώνης/Ηλέκτρας, κόρης του Άτλαντα (παράδοση της Σαμοθράκης).
 
Γάμος - Απόγονοι
Κάδμῳ δ᾽ Ἁρμονίη, θυγάτηρ χρυσέης Ἀφροδιτης,
Ἰνὼ καὶ Σεμέλην καὶ Ἀγαυὴν καλλιπάρῃον
Αὐτονόην θ᾽, ἣν γῆμεν Ἀρισταῖος βαθυχαίτης,
γείνατο καὶ Πολύδωρον ἐυστεφάνῳ ἐνὶ Θήβῃ.
(Ησ., Θεογ. 975-978)
 
Τόσο στη θηβαϊκή παράδοση, που θέλει την Αρμονία κόρη του Άρη και της Αφροδίτης, όσο και στην παράδοση της Σαμοθράκης που τη θέλει κόρη του Δία και της Ηλεκτρυώνης/Ηλέκτρας, ο γάμος του Κάδμου και της Αρμονίας, στην ακρόπολη των Θηβών Καδμεία ή τη Σαμοθράκη, είναι ο πρώτος στον οποίο παρευρέθηκαν θεοί και άνθρωποι.
 
Στον γάμο αυτό [του Κάδμου και της Αρμονίας] παρακάθισαν για πρώτη φορά σε γαμήλιο γεύμα οι θεοί, και η Δήμητρα, που ερωτεύτηκε τον Ιασίονα, του χάρισε τον καρπό του σιταριού, ο Ερμής τη λύρα, η Αθηνά το περίφημο περιδέραιο και πέπλο και αυλούς και η Ηλέκτρα τα μυστήρια της λεγόμενης μεγάλης μητέρας των θεών που τελούνται με κύμβαλα (Η λέξη παραπέμπει στην ονομασία της Κυ(μ)βέλης, Μεγάλης Μητέρας των θεών) και τύμπανα και ό,τι άλλο ταιριάζει στις οργιαστικές τελετές· και ο Απόλλωνας έπαιξε κιθάρα και οι Μούσες τον αυλό και οι άλλοι θεοί με λέξεις ευοίωνες (Η λέξη «εὐφημῶ» σημαίνει μεταχειρίζομαι λέξεις ευοίωνες, αποφεύγω κάθε δυσοίωνη λέξη, κάτι που απαιτούνταν στις ιερές τελετές . επειδή όμως η σιωπή ήταν το ασφαλέστερο μέσο για να αποφύγει κανείς τις δυσοίωνες λέξεις, η λέξη σημαίνει επίσης τηρώ θρησκευτική σιωπή. Η προστακτική «εὐφήμει», «εὐφημεῖτε», σημαίνει σιγάτε, σιωπή. Θα μπορούσαν δηλαδή οι θεοί εκείνη την ώρα να είχαν σιωπήσει. Επειδή όμως το όλο σκηνικό του γάμου χαρακτηρίζεται από κίνηση, με την ανταλλαγή των δώρων και τη μουσική, θεωρώ ότι η ιερή σιωπή στο επίπεδο των λόγων δεν συνάδει με τη θεϊκή μουσική. Γι' αυτό και απέδωσα τη λέξη με την πρώτη της σημασία) συνεργούσαν για την ευγονία αυτού του γάμου. (Διόδ. Σ., 5.49.1)
 
Και όλοι οι θεοί άφησαν τον ουρανό και ευλόγησαν τον γάμο στην Καδμεία τρώγοντας και πίνοντας. Και ο Κάδμος της χάρισε πέπλο και περιδέραιο που το 'χε φτιάξει ο Ήφαιστος -κάποιοι λένε ότι ο Ήφαιστος το έδωσε στον Κάδμο, ο Φερεκύδης πάλι υποστηρίζει πως ήταν η Ευρώπη που κι αυτή το είχε πάρει από τον Δία. (Απολλόδωρος, 3.25-26)
 
Από τον γάμο προέκυψαν ένας γιος, ο Πολύδωρος, και τέσσερις κόρες, η Αγαύη, η Ινώ/Λευκοθέα, η Σεμέλη, η Αυτονόη, που συνδέθηκαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με τη λατρεία του Διόνυσου.
 
Στην Ιλλυρία - Θάνατος και αθανασία
Κάδμος και Αρμονία άφησαν τον θρόνο στον εγγονό τους Πενθέα και μετοίκησαν στην Ιλλυρία. Σύμφωνα με χρησμό οι Εγχελείς ή Εγχέλιοι θα μπορούσαν να νικήσουν τους Ιλλυριούς που τους είχαν επιτεθεί αν είχαν οδηγούς τον Κάδμο και την Αρμονία. Ο Κάδμος βασίλεψε στην Ιλλυρία, εκεί απέκτησε ένα γιο, τον Ιλλυριό και εκεί έδειχναν τον τάφο τους. Ωστόσο, με τον θάνατό τους το ζευγάρι απέκτησε την αθανασία. Μεταμορφωμένοι σε φίδια οδηγήθηκαν από τον Δία στα Ηλύσια Πεδία.
 
Θήβα - Σαμοθράκη
Η σύνδεση της Θήβας, ήδη από την ίδρυσή της, με το πανελλήνια σεβαστό ιερό της Σαμοθράκης, ενίσχυε την πολιτική της θέση.
 
1. Ο Κάδμος λέγεται ότι μυήθηκε στα μυστήρια των Μεγάλων Θεών της Σαμοθράκης, όπως και πολλά άλλα πρόσωπα του μύθου και της ιστορίας, και ότι εκεί τελέστηκαν οι γάμοι του με την Αρμονία.
2. Η Αρμονία, για να τιμήσει τη μητέρα της Ηλεκτρυώνη ή Ηλέκτρα, ονόμασε τις πύλες της Θήβας «Ηλεκτρίδες».
3. Σαμοθράκη, Θήβα, Λήμνος, Θεσσαλονίκη αναφέρονται ως τα κύρια λατρευτικά κέντρα των Καβείρων, που στη Σαμοθράκη είναι γνωστοί ως Μεγάλοι Θεοί της Σαμοθράκης, την Ίμβρο σε όχι τόσο σημαντικό ρόλο, και πιθανό πέμπτο κέντρο τον Άθω. Στη Θήβα, όπου υπήρχε Καβείριο, μόλις λίγα χιλιόμετρα από την πόλη των Θηβών, ο χαρακτήρας της λατρείας τους ήταν διονυσιακός και σε σχέση με την κορυφαία θεά Δήμητρα Καβειραία.
 
Η οργή των Καβείρων ήταν αδυσώπητη στους ανθρώπους, όπως αποδείχθηκε σε μερικές περιπτώσεις. Κάποιοι πολίτες στη Ναύπακτο τόλμησαν να τελέσουν τα μυστήρια, τα ίδια ακριβώς που τελούνταν στη Θήβα, γρήγορα όμως τιμωρήθηκαν. Όσοι πάλι από τον στρατό του Ξέρξη, που έμειναν στη Βοιωτία μαζί με τον Μαρδόνιο, μπήκαν στο ιερό των Καβείρων, ίσως με την ελπίδα να βρουν κανένα θησαυρό, κυρίως όμως, πιστεύω, για να δείξουν την περιφρόνησή τους προς το θείο. Όλοι όμως αυτοί παραφρόνησαν αμέσως και χάθηκαν άλλοι στη θάλασσα και άλλοι πέφτοντας από τα βράχια. Όταν πάλι ο Αλέξανδρος, μετά τη νίκη του, έβαλε φωτιά στην πόλη της Θήβας και σε όλη τη χώρα, μερικοί Μακεδόνες μπήκαν στο ιερό των Καβείρων, επειδή βρίσκονταν σε εχθρική περιοχή, και σκοτώθηκαν από κεραυνούς και αστραπές που έπεσαν από τον ουρανό. Έτσι λοιπόν αυτό το ιερό ήταν ανέκαθεν άγιο. (Παυσανίας, 9, 25-26)

Ο Αριστοτέλης, η δικαιοσύνη, η ισότητα και οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια

Το ότι η βασιζόμενη στην αρετή φιλία είναι το ανώτερο είδος που υπερτερεί από τις σχέσεις της ωφέλειας ή της ευχαρίστησης μπορεί να επιβεβαιωθεί και από τον τρόπο που λειτουργεί ο κόλακας: «Φαίνεται ότι πάρα πολλοί άνθρωποι, εξαιτίας του ότι αγαπούν τις τιμές, θέλουν μάλλον να δέχονται παρά να προσφέρουν αγάπη· αυτός είναι και ο λόγος που πάρα πολλοί άνθρωποι αγαπούν τους κόλακες» (1159a 8, 16-17).
 
Η σχέση του κόλακα με τον κολακευόμενο, ως καθαρή σχέση εξουσίας, εμπεριέχει το αμοιβαίο συμφέρον, δηλαδή το όφελος, και των δύο πλευρών. Ο κόλακας είναι πρόθυμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του προσδοκώντας μελλοντικά οφέλη από τον άνθρωπο που κολακεύει. Γι’ αυτό και απευθύνεται πρωτίστως σε πρόσωπα κύρους κι εξουσίας. Το να κολακεύει κανείς κάποιον που είναι αδύνατο να του προσφέρει οτιδήποτε είναι πράξη απολύτως μάταιη, αφού καταλύεται το κίνητρο της κολακείας. Ο κόλακας είναι πριν από όλα υποκριτής: «ο κόλακας είναι ένας φίλος κατώτερος του άλλου, ή που προσποιείται ότι είναι κατώτερός του και ότι πιο πολύ επιθυμεί να προσφέρει παρά να δέχεται αγάπη» (1159a 8, 18-19).
 
Φυσικά η φράση «είναι ένας φίλος κατώτερος του άλλου…» δεν υποδηλώνει την αληθινή οπτική της γνήσιας φιλίας, αλλά τη φιλική στάση προς τη σύναψη των σχέσεων, δηλαδή το κατώτερο είδος της ωφελιμιστικής φιλίας, που στην ουσία δεν είναι φιλία. Από την άλλη, ο κολακευόμενος είναι η προσωπικότητα που θέλει να εισπράξει αγάπη, είτε με τη μορφή της αναγνώρισης είτε με τη μορφή της τιμής, έστω κι αν αυτό γίνεται υποκριτικά. Η ανάγκη για εξύψωση είναι τόσο ισχυρή, που από ένα σημείο και μετά η αλήθεια και το ψέμα στερούνται νοήματος.
 
Ο κολακευόμενος καθίσταται ευάλωτος από ένα ψυχικό κενό που σχετίζεται με την τόνωση του εαυτού. Κι αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την ευφυΐα (κι ο πιο ευφυής μπορεί να πέσει θύμα κολακείας), όσο με τη συναισθηματική είσπραξη της αποδοχής ή του επαίνου προκειμένου να τραφεί ένα υπερτροφικό εγώ, που έχει διαρκή ανάγκη για χειροκρότημα, ή μια προσωπική ανασφάλεια που μπορεί να έχει ρίζες στο απώτατο παρελθόν. Σε τελική ανάλυση, η ανάγκη για κολακεία γεννιέται από την έλλειψη της ισορροπίας που χρειάζεται κάτι επιπλέον για να αποκατασταθεί και που δεν αφορά τον ολοκληρωμένο άνθρωπο, γιατί αυτός βιώνει την ευτυχία νιώθοντας την αγάπη του εαυτού χωρίς υποκατάστατα.

Ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για είσπραξη αγάπης, που σχετίζεται με την τιμή, ακόμη κι αν αυτή προέρχεται από σύμπτωση: «το να δέχεται κανείς αγάπη θεωρείται ότι είναι παρόμοιο με το να απολαμβάνει τιμές, και αυτό είναι, ως γνωστόν, που επιδιώκουν για τον εαυτό τους πάρα πολλοί άνθρωποι. Στην πραγματικότητα όμως οι άνθρωποι αυτοί δεν επιδιώκουν την τιμή παρά μόνο κατά σύμπτωση» (1159a 8, 20-22). Κι ως σύμπτωση εκλαμβάνεται ο ανειλικρινής έπαινος του κόλακα, που ξέρει να εκμεταλλεύεται τέτοιου είδους καταστάσεις.
 
Θα έλεγε κανείς ότι οι σχέσεις κόλακα και κολακευόμενου είναι σχέσεις αμοιβαίας ανακούφισης, αφού ο ένας καλύπτει μια ψυχική του ανάγκη κι ο άλλος καρπώνεται οποιοδήποτε όφελος μπορεί να του προσφερθεί. Το ότι οι σχέσεις αυτού του είδους αποδεικνύονται εύθραυστες και πολλές φορές καταστροφικές (κυρίως για τον κολακευόμενο) καταδεικνύει την ευτέλειά τους, που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αδιέξοδα.
 
Η φιλία της κολακείας είναι η υποβάθμιση των σχέσεων σε κάτι τιποτένιο, αφού δεν έχει να προβάλει τίποτε άλλο πέρα από την κυνική εκδοχή του ωφελιμισμού (πρωτίστως από τη μεριά του κόλακα). Το αμέσως χειρότερο είναι οι φιλικές σχέσεις των συνενόχων, αφού είναι πρόθυμοι να προδώσουν ο ένας τον άλλο αν πρόκειται να γλυτώσουν ή για να αρπάξουν μεγαλύτερο μερίδιο.
 
Η διαφοροποίηση των επιφανειακών σχέσεων του συμφέροντος από τη γνήσια φιλία έγκειται στην έλλειψη της ανιδιοτελούς αγάπης. Η προσφορά του κόλακα έχει να κάνει με την τιμή και τον έπαινο που λειτουργεί χρησιμοθηρικά και που παρουσιάζεται σαν αγάπη, αλλά βέβαια δεν είναι. Οι γνήσιοι φίλοι εισπράττουν και ανταποδίδουν αγάπη με τρόπο που τους κάνει να νιώθουν σίγουροι ο ένας για τον άλλον. Ο έπαινος, η παρηγοριά, η προσφορά ενός δώρου, η συζήτηση ή οι κοινές διασκεδάσεις έχουν αξία μόνο όταν εμπεριέχουν την αγάπη που ενώνει τους ανθρώπους. Κι αυτό έχει σχέση με την αρετή.
 
Αν αυτό δεν υπάρχει, τότε όλες οι ενδείξεις αγάπης (έπαινος, παρηγοριά, δώρα κλπ) δεν έχουν καμία αξία, αφού μετατρέπονται σε πράξεις κούφιες περιεχομένου. Από αυτή την άποψη, ο ευάλωτος στην κολακεία είναι ο άνθρωπος που νιώθει στερημένος από αγάπη και την αναζητά στα υποκατάστατα που μπορεί να προσφέρει ένας κόλακας. Και δεν μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερο ψυχικό κενό από αυτό: «Αντίθετα, το να δέχεται κανείς αγάπη είναι κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση καθαυτό· γι’ αυτό και το να δέχεται κανείς αγάπη θα μπορούσε ασφαλώς να θεωρηθεί ανώτερο από το να τιμάται, καθώς και ότι η φιλία είναι κάτι που το επιζητεί και το επιλέγει κανείς ως μια αξία καθαυτή» (1159a 8, 29-31).
 
Κι όχι μόνο αυτό: «Κατά την κοινή, πάντως, αντίληψη, η φιλία συνίσταται μάλλον στο να προσφέρει κανείς παρά στο να δέχεται αγάπη» (1159a 31-32). Κι αυτός είναι ο λόγος που η μητρότητα είναι η ύψιστη μορφή φιλίας: «Απόδειξη οι μητέρες, που αισθάνονται ευχαρίστηση προσφέροντας αγάπη». (1159a 8, 32-33). Το συμπέρασμα είναι προφανές: «Δεδομένου ότι η φιλία έχει να κάνει πιο πολύ με την προσφορά αγάπης και ότι επαινούνται αυτοί που αγαπούν τους φίλους τους, η προσφορά αγάπης μοιάζει να είναι η αρετή των φίλων. Αυτό θα πει ότι αυτοί στους οποίους αυτό γίνεται με κριτήριο την αξία είναι μόνιμοι φίλοι, μόνιμη και η φιλία τους» (1159a 8, 38-40 και 1159b 8, 1).
 
Η παράμετρος της αξίας που προστίθεται επισημαίνει την ισότητα ως κριτήριο καθορισμού της ομοιότητας των ανθρώπων. Η αξία, ως αναπόσπαστο κομμάτι της αρετής, επιβεβαιώνει ότι η φιλία απευθύνεται σε ανθρώπους που πριν απ’ όλα είναι ίσοι ως προς την ποιότητά τους, γεγονός που θα εξασφαλίσει και τη σύμπλευση των προτεραιοτήτων: «Η ισότητα και η ομοιότητα είναι φιλία, και κατά κύριο λόγο η ομοιότητα αυτών που είναι όμοιοι στην αρετή· γιατί, καθώς είναι σταθεροί και αμετάβλητοι καθεαυτούς, σταθερές και αμετάβλητες είναι και οι μεταξύ τους σχέσεις, και ούτε ζητούν ο ένας από τον άλλον ούτε προσφέρουν ο ένας στον άλλον κακές υπηρεσίες· ίσα ίσα θα λέγαμε ότι και τις αποτρέπουν· γιατί των καλών ανθρώπων γνώρισμα είναι ούτε οι ίδιοι να κάνουν σφάλματα ούτε τους φίλους τους να τους αφήνουν να κάνουν σφάλματα» (1159b 8, 2-8).
 
Για τον Αριστοτέλη η φιλία μεταξύ ανόμοιων, άνισων ανθρώπων δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην ωφέλεια: «Η φιλία που συνάπτεται για το όφελος θεωρείται πως είναι η κατεξοχήν φιλία που συνάπτεται μεταξύ αντιθέτων, επιπαραδείγματι ανάμεσα στο φτωχό και τον πλούσιο, ανάμεσα στο μορφωμένο και τον αμόρφωτο· ο λόγος είναι ότι ο κάθε άνθρωπος, θέλοντας να αποκτήσει αυτό που τυχαίνει να του λείπει, δίνει ως αντάλλαγμα κάτι άλλο» (1159b 8, 13-16).
 
Η αναφορά του πλούσιου και του φτωχού ως δείγμα ωφελιμιστικής φιλίας που αδυνατεί να βασίζεται στην αρετή, δεν πρέπει να εκληφθεί ως ταξική διαφοροποίηση προς υποτίμηση του φτωχού (όπως εξίσου δεν υπάρχει πρόθεση υποτίμησης του αμόρφωτου), αλλά ως ένδειξη διαφορετικών αξιών με την προϋπόθεση ότι τόσο ο πλούτος του πλούσιου όσο και η φτώχεια του φτωχού είναι συνυφασμένες με την αξία τους.
 
Με άλλα λόγια, αν σε μια αξιοκρατική κοινωνία ο καθένας έχει την περιουσία που πράγματι αξίζει, τότε είναι φυσικό μέσω αυτής να καθρεφτίζεται και η αξία του. Κι αυτή ακριβώς η διαφορά στην αξία καθιστά δύσκολη τη φιλία τους. Το πράγμα θα γίνει ακόμη πιο έντονο, αν το θέσει κανείς σε μια αναξιοκρατική κοινωνία, όπου ο πλούσιος είναι άδικα πλούσιος και ο φτωχός άδικα φτωχός. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνουν φίλοι, αφού η αδικία έχει εκ των προτέρων δηλητηριάσει τις σχέσεις τους και η αληθινή φιλία οικοδομείται μόνο στη βάση της ισότητας που προϋποθέτει τη δικαιοσύνη: «Φαίνεται πάντως    -όπως το είπαμε και στην αρχή της συζήτησής μας- ότι η φιλία και η δικαιοσύνη έχουν ως αντικείμενό τους τα ίδια πράγματα και σχετίζονται με τα ίδια πρόσωπα» (1159b 9, 28-29).
 
Και ο Αριστοτέλης θα γίνει σαφέστερος: «Σε κάθε, πράγματι, μορφή συνύπαρξης και συνάφειας ανθρώπων υπάρχει, κατά την κοινή αντίληψη, κάποια μορφή δικαίου, αλλά και φιλία. Ονομάζουν επιπαραδείγματι, οι άνθρωποι φίλους τους, τους συνταξιδιώτες τους και τους συστρατιώτες τους, καθώς και όλους αυτούς με τους οποίους γενικά συνυπάρχουν και έρχονται σε κάποια άλλη τέτοια συνάφεια. Κι όσο κρατάει η συνύπαρξη και η συνάφειά τους, τόσο κρατάει και η φιλία τους· γιατί τόσο κρατάει ανάμεσά τους και η δικαιοσύνη» (1159b 9, 30-34).
 
Οι σχέσεις που οικοδομούνται είναι αλληλένδετες με τη δικαιοσύνη και όσο περισσότερο συσφίγγονται, τόσο μεγαλύτερες οι σχέσεις δικαίου που διαμορφώνονται. Από αυτή την άποψη, οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια είναι (ή τουλάχιστον πρέπει να είναι) σχέσεις υψίστης δικαιοσύνης, αφού διαφορετικά θα καταλυθεί η φιλία που πρέπει να τις διέπει: «… η δικαιοσύνη παρουσιάζεται με ποικιλία μορφών. Από την άποψη, πράγματι, αυτή οι σχέσεις των γονιών με τα παιδιά τους και οι σχέσεις των αδερφών μεταξύ τους δεν είναι ίδιες, όπως δεν είναι ίδιες και οι σχέσεις των συντρόφων και των πολιτών μεταξύ τους – το ίδιο ισχύει και στις άλλες μορφές φιλίας» (1160a 9, 1-4).
 
Αυτός είναι και ο λόγος που η αδικία θεωρείται ακόμη μεγαλύτερη, αν στρέφεται σε κοντινά πρόσωπα με τα οποία έπρεπε να υπάρχουν σχέσεις δικαίου. Για την ακρίβεια, όσο πιο κοντινό είναι το πρόσωπο που αδικεί κανείς, τόσο πιο επονείδιστο θεωρείται και το αδίκημα: «Παράδειγμα: είναι φοβερότερο να κλέψει κανείς ένα σύντροφο παρά ένα συμπολίτη· είναι φοβερότερο να μη βοηθήσει τον αδερφό του παρά έναν ξένο· είναι φοβερότερο να χτυπήσει τον πατέρα του παρά οποιονδήποτε άλλον» (1160a 9, 6-8).
 
Το συμπέρασμα τίθεται και πάλι ξεκάθαρα: «Η φύση έτσι το όρισε, ώστε μαζί με τη φιλία να αυξάνει και το δίκαιο· ο λόγος είναι ότι η φιλία και το δίκαιο υπάρχουν μεταξύ των ίδιων ανθρώπων και απλώνονται σε κάθε έκταση» (1160a 9, 8-10). Η δικαιοσύνη και η με βάση την αξία ισότητα τίθενται ως βασικότερες παράμετροι της σταθερής φιλίας. Αν ανατραπούν, τότε η συνέχιση της φιλίας κρίνεται επίφοβη.
 
Από κει και πέρα αυτό που πρέπει να διερευνηθεί είναι οι σχέσεις που συνάπτονται μέσα στην οικογένεια και για τον Αριστοτέλη οι δεσμοί των γονιών προς τα παιδιά είναι ισχυρότεροι από των παιδιών προς τους γονείς: «Οι γονείς είναι σε μεγαλύτερο βαθμό βέβαιοι ότι τα παιδιά προήλθαν από τους ίδιους από ό,τι είναι βέβαια τα παιδιά ότι προήλθαν από αυτούς, και ο δεσμός του γεννήτορα προς το παιδί του είναι ισχυρότερος από το δεσμό του παιδιού με το γεννήτορά του» (1161b 12, 22-25).

Η μεγαλύτερη αγάπη των γονιών προς τα παιδιά επιβεβαιώνεται και από το χρόνο: «Έπειτα υπάρχει και η διάσταση του χρόνου: οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους αμέσως μόλις αυτά γεννηθούν, ενώ τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους αφού περάσει κάποιος χρόνος και αρχίσουν πια να καταλαβαίνουν ή να αισθάνονται. Από όλα αυτά γίνεται φανερό και γιατί οι μητέρες αγαπούν περισσότερο» (1161b 12, 27-31).
 
Το κατά πόσο η σχέση της αγάπης των γονιών προς τα παιδιά οφείλεται στη βεβαιότητα ότι προήλθαν από αυτούς ή ότι οι μητέρες τα αγαπούν περισσότερο (προφανώς γιατί η κυοφορία τις δίνει μεγαλύτερο χρόνο επαφής μαζί τους) επιδέχεται κριτικής και μπορεί να εγείρει αντιρρήσεις. Εξάλλου, και το ζήτημα της αντίληψης των παιδιών που, επειδή έρχεται με καθυστέρηση, τα κάνει να υστερούν σε αγάπη έναντι των γονιών τους, δε φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις σύγχρονες έρευνες που θεωρούν ότι ακόμη και κατά την κύηση το παιδί εισπράττει μηνύματα του περιβάλλοντος.
 
Το ζήτημα, όμως, εδώ δεν είναι να ασκηθεί κριτική, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο (έως παράλογο). Δεν μπορεί να προβαίνει κανείς σε τέτοιου είδους παρατηρήσεις από την ασφαλή απόσταση των δυόμισι χιλιάδων ετών, προκειμένου να καταδείξει το εσφαλμένο σε ένα τόσο εξειδικευμένο πεδίο, που μέχρι και σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. Το ζήτημα είναι η ευρύτερη απόδοση της αριστοτελικής οπτικής για την οικογένεια, που βασίζεται πρωτίστως στο γεγονός της γέννησης, δηλαδή της αντίληψης ότι οι σχέσεις είναι ιερές γιατί πρόκειται για την ίδια σάρκα: «Οι γονείς λοιπόν αγαπούν τα παιδιά τους σαν αυτά να είναι ο εαυτός τους (τα παιδιά τους είναι σαν ένας άλλος εαυτός τους, έτσι που είναι χωριστή η ύπαρξή τους), ενώ τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους επειδή γεννήθηκαν από αυτούς» (1161b 12, 31-34).
 
Αυτός είναι και ο λόγος των ισχυρών σχέσεων του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος: «Και είναι φανερό ότι αυτό, πράγματι, κάνουν οι άνθρωποι: στους γάμους καλούν τους συγγενείς τους, γιατί αυτοί έχουν κοινή καταγωγή, και, φυσικά, κοινές είναι και όλες οι σχετικές με αυτήν πράξεις και ενέργειες· αλλά και στις κηδείες θεωρούν ότι κατά κύριο λόγο πρέπει να συναντούν τους συγγενείς τους – για τον ίδιο λόγο» (1165a 2, 20-24).
 
Η εστίαση όμως στις σαρκικές σχέσεις που δομούνται δημιουργεί προβληματική, όταν τίθεται το ζήτημα της ισότητας που οφείλει να διαμορφώνει τις σχέσεις φιλίας. Η ισότητα στην περίπτωση του γεννήτορα με το τέκνο, που (όπως σε κάθε περίπτωση) είναι συνυφασμένη με την αξία (αλλιώς δεν είναι ισότητα, αλλά ισοπέδωση), δίνει ξεκάθαρο προβάδισμα στο γονιό, αφού εκείνος, ως γεννήτορας, είναι ο ύψιστος ευεργέτης του παιδιού του.
 
Από αυτή την άποψη, το παιδί οφείλει να υπακούει εφ’ όρου ζωής το γονιό, καθώς οποιαδήποτε αντίρρηση θα ήταν εκδήλωση αχαριστίας προς κάτι ανώτερο: «Η φιλία των παιδιών προς τους γονείς, και των ανθρώπων προς τους θεούς, είναι φιλία προς κάτι καλό και ανώτερο· οι γονείς, πράγματι, τους έχουν κάνει πολύ μεγάλες ευεργεσίες, αφού αυτοί τους έδωσαν τη ζωή, την τροφή και, στη συνέχεια, την ανατροφή τους» (1162a 12, 5-9).
 
Ο παραλληλισμός της φιλίας των ανθρώπων προς τους θεούς και των παιδιών προς τους γονείς, όσο κι αν είναι συμβολικός ή κατά σύμβαση δεν μπορεί να αποκρύψει την αντίληψη της αιώνιας υποχρέωσης από την πλευρά του παιδιού ή της πίστης ότι για το παιδί οι γονείς είναι οι θεοί του, προς τους οποίους ό,τι κι αν κάνει είναι αδύνατο να ανταποδώσει την ευεργεσία που δέχτηκε. Εξάλλου, κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο: «γιατί η φιλία είναι να κάνει κανείς αυτό που μπορεί, όχι αυτό που αντιστοιχεί στην αξία της προσφορά που δέχτηκε – κάτι που, άλλωστε, δεν είναι καν δυνατό σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επιπαραδείγματι στις περιπτώσεις των τιμών προς τους θεούς και προς τους γονείς· κανείς, αλήθεια, δε θα μπορούσε ποτέ να τους ανταποδώσει αυτό που πραγματικά τους οφείλει, αυτός όμως που τους υπηρετεί και τους τιμά στο βαθμό που μπορεί λογαριάζεται καλός άνθρωπος» (1163b 14, 18-22).
 
Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί στο τελικό συμπέρασμα της αιώνιας υπακοής και της πεποίθησης του γονικού αλάθητου, αφού ο θεός είναι αδύνατο να κάνει λάθος. Από αυτή την άποψη, η ισότητα δε θα επέλθει ποτέ. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Αυτός λέω πως είναι ο λόγος που θεωρείται ότι ο γιος δεν μπορεί να αποκηρύξει και να εγκαταλείψει τον πατέρα του, ενώ ο πατέρας το γιο του μπορεί· γιατί, όντας χρεώστης, ο γιος πρέπει να ξεπληρώσει το χρέος του, και ό,τι κι αν έχει κάνει, δεν έκανε τίποτε ισάξιο προς αυτά που πρώτος τού πρόσφερε ο πατέρας του, και έτσι ο γιος μένει πάντοτε χρεώστης. Αυτοί, πάντως, στους οποίους οφείλεται κάτι έχουν το ελεύθερο να χαρίσουν το χρέος, άρα και ο πατέρας» (1163b 14, 22-26).
 
Το ότι ο πατέρας έχει το ελεύθερο να χαρίσει το χρέος δε μετριάζει την κατάσταση, αφού άμα δε θέλει δεν το χαρίζει: «Την ίδια όμως στιγμή ισχύει και τούτο, ότι κανένας πατέρας δε θα ξέκοβε ποτέ τελείως από το γιο του, εκτός κι αν αυτός έφτανε στην έσχατη κακία» (1163b 14, 26-28). Η περίπτωση του πατέρα να φθάνει στην έσχατη κακία δε φαίνεται πιθανή. Μόνο ο γιος είναι ικανός για κάτι τέτοιο: «Ο γιος όμως, αν είναι κακός, κοιτάζει πώς να αποφύγει τη βοήθεια και τη συμπαράσταση ή πώς να μη δείξει κανένα ιδιαίτερο ζήλο γι’ αυτό· γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δέχονται ευεργεσίες, αποφεύγουν όμως να κάνουν οι ίδιοι ευεργεσίες, επειδή το θεωρούν ασύμφορο» (1163b 14, 29-32).
 
Όμως, ακόμη και στην περίπτωση ενός τέτοιου αχάριστου γιου δεν μπορεί παρά να καθρεφτίζεται η ανεπάρκεια των ανθρώπων που τον γαλούχησαν, καθώς δεν μπόρεσαν να του περάσουν τις αξίες της αρετής. Σε τελική ανάλυση, υπεύθυνος για την ανατροφή του παιδιού είναι πρωτίστως ο γονιός. Από αυτή την άποψη, βρίσκεται μπροστά στα δικά του λάθη.
 
Κι εδώ βέβαια, δεν υπάρχει η πρόθεση να καταδειχθεί το ακαταλόγιστο του παιδιού που δικαιούται να κάνει ό,τι θέλει. Κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολή προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό που τίθεται εδώ είναι η αποκατάσταση των ισορροπιών και οι σχέσεις ισότητας που πρέπει να υπάρχουν, όταν πια το παιδί περάσει την ενηλικίωση. Η αντίληψη του αιώνιου χρέους είναι μορφή λανθάνουσας (κι όμως τόσο φανερής) εξουσίας που δηλητηριάζει τις σχέσεις οδηγώντας στο ανελεύθερο. Ο Αριστοτέλης στο σημείο αυτό δεν ξεπερνά το πλαίσιο της εποχής του.
 
Για τις σχέσεις του άντρα με τη γυναίκα οι θέσεις του Αριστοτέλη είναι σταθερές: «Η φιλία ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα φαίνεται ότι υπάρχει εκ φύσεως· γιατί ο άνθρωπος κλίνει από τη φύση του πιο πολύ στο να ζει ζευγαρωμένος παρά στο να ζει μαζί με άλλους σε πόλη, ακριβώς όπως η οικογένεια είναι κάτι που προηγείται από την πόλη, κάτι που έχει περισσότερο από ό,τι εκείνη το χαρακτήρα της ανάγκης, και η επιθυμία για τεκνοποίηση είναι πιο κοινή σε όλα τα ζώα. Ενώ όμως στα άλλα ζώα η συνύπαρξη και η συνάφεια φτάνει ως αυτό μόνο το σημείο, οι άνθρωποι συνοικούν όχι μόνο για την τεκνοποίηση, αλλά και για όλες τις άλλες ανάγκες της ζωής» (1162a 12, 19-25).
 
Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο η τεκνοποίηση που ωθεί το ζευγάρι στη συμβίωση, αλλά η ίδια η ζωή και η φύση του ανθρώπου. Δεν υπάρχει ολοκλήρωση σε ατομικό επίπεδο έξω από το πλαίσιο της συνύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον και τα φύλα ορίζεται από τη φύση να συνυπάρχουν. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι η ύπαρξη παιδιών λειτουργεί ενωτικά στο ζευγάρι: «Τα παιδιά θεωρούνται ένας σύνδεσμος· αυτός είναι ο λόγος που τα άτεκνα ζευγάρια χωρίζουν γρηγορότερα· γιατί τα παιδιά είναι ένα αγαθό κοινό και για τους δύο, και το κοινό είναι κάτι που ενώνει» (1162a 12, 31-34).
 
Πέραν τούτου, οι ρόλοι των φύλων είναι σαφείς και διαχωρισμένοι. Η γυναίκα οφείλει να υπακούει στον άνδρα στο πλαίσιο μιας άτυπης αριστοκρατικού τύπου οργάνωσης της οικογένειας. Η δεσποτική εξουσία δεν αρμόζει στη γυναίκα. Κάτι τέτοιο αφορά τους δούλους: «άλλοι οι ρόλοι του άντρα κι άλλοι της γυναίκας· βοηθούν λοιπόν ο ένας τον άλλον με το να καταθέτουν στην κοινή υπόθεση ο καθένας το δικό του μερτικό. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους όλοι θεωρούμε ότι σ’ αυτή τη φιλία υπάρχει και το όφελος και η ευχαρίστηση. Μπορεί όμως η φιλία αυτή να βασίζεται και στην αρετή, στην περίπτωση που και τα δύο μέλη του ζευγαριού είναι ενάρετοι άνθρωποι· γιατί ο καθένας τους έχει τη δική του αρετή, και αυτό είναι κάτι για το οποίο μπορούν να χαίρονται ο ένας τον άλλον» (1162a 12, 26-31).
 
Ο Αριστοτέλης υιοθετεί πλήρως το πνεύμα της εποχής του αποδίδοντας στην οικογένεια αυστηρά πατριαρχική δομή. Τόσο η γυναίκα, όσο και τα παιδιά οφείλουν υπακοή στον άντρα, που εν τέλει θα πάρει όλες τις αποφάσεις. Τις απόψεις αυτές τις αναλύει διεξοδικότερα στο πρώτο βιβλίο από τα «Πολιτικά» του.
 
Όσο για τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα αδέρφια, προσομοιάζουν περισσότερο στη συντροφικότητα: «Στην αδελφική, πάλι, φιλία, υπάρχουν τα χαρακτηριστικά που υπάρχουν στη φιλία των συντρόφων· τα χαρακτηριστικά μάλιστα αυτά υπάρχουν στην αδελφική φιλία σε μεγαλύτερο βαθμό όταν τα αδέλφια είναι καλοί άνθρωποι και, γενικά, όταν μοιάζουν μεταξύ τους, αφού τα αδέρφια είναι στενότερα δεμένα μεταξύ τους και αγαπούν ο ένας τον άλλον κιόλας από τη γέννησή τους, και, ακόμη, αφού τα άτομα που γεννήθηκαν από τους ίδιους ανθρώπους, που μεγάλωσαν μαζί και πήραν την ίδια ανατροφή παρουσιάζουν μεταξύ τους μεγαλύτερη ομοιότητα στο χαρακτήρα. Αλλά και η δοκιμασία του χρόνου είναι στην περίπτωσή τους μεγαλύτερης διάρκειας και ασφαλέστερη» (1162a 12, 11-17).
 
Ολοκληρώνοντας την εικόνα των οικογενειακών σχέσεων ο Αριστοτέλης θα κάνει μια αναφορά και στους υπόλοιπους συγγενείς: «Όσο για τα ξαδέρφια και για τους άλλους συγγενείς, τους δένει τον έναν με τον άλλον ο ίδιος δεσμός που δένει και τα αδέρφια: ο δεσμός που ξεκινάει από την ίδια καταγωγή. Βρίσκονται, πάντως, πιο κοντά ή πιο μακριά ο ένας από τον άλλον ανάλογα με το πόσο κοντινός ή πόσο μακρινός είναι ο κοινός αρχηγός της γενιάς τους» (1162a 12 2-5).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Ο πόνος που συγκαλύπτεται θα επιστρέφει

Ο άνθρωπος απ’ τη φύση του επιδιώκει την ηδονή, στην όποια μορφή της -είτε αυτή είναι σωματική, είτε πνευματική, είτε ψυχική. Όλα όσα κάνουμε καθημερινά στοχεύουν στην ευχαρίστηση και την ευδαιμονία. Ιδεολογίες και κοινωνικά συστήματα, που υποτίμησαν την έμφυτη ανάγκη για προσωπική ή συλλογική ικανοποίηση, δεν κατάφεραν να αντέξουν στο χρόνο κι αυτοαναιρέθηκαν.

Αυτά που αποκαλούμε στόχους, επιδιώξεις ή κίνητρα οδηγούν ακριβώς στον ίδιο παρονομαστή, την ευχαρίστηση που προσφέρει στο άτομο η αίσθηση της επιτυχίας. Κι η επιτυχία ισοδυναμεί με απόλαυση, που εξαργυρώνεται με υλικές και πνευματικές χαρές. Αυτοπροσδιοριζόμαστε με βάση τις μικρές ή μεγάλες μας νίκες και κυρίως με τις ακόμα μεγαλύτερες ηδονές που αυτές μας προσφέρουν. Ήδη απ’ τη γέννηση, κάθε νέα ζωή, αρχικά ενστικτωδώς μα έπειτα συνειδητά, επιστρατεύει κάθε μέσο που μπορεί για να ικανοποιήσει την έμφυτη ανάγκη της απόλαυσης.

Σε αυτό το «δια βίου» κυνήγι της ευτυχίας και κυρίως της ηδονής, οι μικρές ή μεγάλες αποτυχίες είναι ανεπιθύμητες. Γι’ αυτόν κιόλας τον λόγο κανείς δε μας εκπαιδεύει πώς να τις αντιμετωπίσουμε. Το σχολείο, η οικογένεια και τα πρότυπα που αδιάλειπτα προβάλλονται από παντού, σκοπό έχουν να μας μάθουν πώς να πετύχουμε, πώς να αντλήσουμε χαρά κι ευχαρίστηση.

Όμως ο πόνος, η αποτυχία, η λύπη, η απογοήτευση κι η απώλεια, είναι καταστάσεις που τρομάζουν και δημιουργούν στρεσογόνα συναισθήματα, γι’ αυτό και τείνουμε να τις αποφεύγουμε, όσο κι όποτε μπορούμε. Όμως είναι σύμφυτες με τη ζωή, συνοδοιπόροι και πολλές φορές επίμονοι και διαρκείς εταίροι του βίου μας. Μια επαγγελματική αποτυχία, ένας χωρισμός, μια ανίατη ασθένεια, ένας θάνατος, είναι σενάρια της καθημερινότητας και δυστυχώς γι’ αυτά κανείς δε μας έχει προετοιμάσει. Όλη μας η προπαίδεια κτίστηκε πάνω στον άξονα της επιτυχίας και της απόλαυσης, με αποτέλεσμα στα μεγάλα χτυπήματα να ‘μαστε άοπλοι κι ανεπαρκείς.

Ο πόνος τείνει να κουκουλώνεται όπως-όπως. Αρνούμαστε να πενθήσουμε τις απώλειές μας όπως τους ταιριάζει, κρυβόμαστε αμήχανα πίσω από ένα σωρό υποκατάστατα, κοροϊδεύουμε στην ουσία τον ψυχισμό μας, αποκοιμίζουμε την κραυγή, την απόγνωση, τη θλίψη και την οδύνη. Τα συναισθήματα, όμως, που δεν εκφράστηκαν ποτέ δε διαγράφονται, μα κρύβονται καταπιεσμένα σε μια μυστική αθέατη πλευρά της ύπαρξής μας κι έχουν τη τάση να επιστρέφουν δριμύτερα σε ανύποπτο χρόνο.

Πολλές φορές μέσα στη δίνη της καθημερινότητας, αδυνατούμε να ακούσουμε τις μυστικές φωνές της θλίψης που κουβαλούμε μέσα μας, το κλάμα που δεν έγινε ποτέ λυτρωτικό δάκρυ, ακόμα κι όταν το σώμα μας φωνάζει με χίλιους τρόπους και μας προειδοποιεί. Η απώθηση ως διαδικασία ασυνείδητη λειτουργεί αμυντικά, μας προστατεύει και πολλές φορές τα καταφέρνει περίφημα και για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Θα ‘ρθει, όμως, εκείνη η οριακή στιγμή που όλα τα απωθημένα μέσα μας θα βγουν στο φως. Σε κάποιους ανθρώπους η εκτόνωση γίνεται αργά κι ελεγχόμενα, μας δίνεται χρόνος να καταλάβουμε, να ζητήσουμε βοήθεια, να αλλάξουμε ρυθμούς, να αναστοχαστούμε, να αντικρίσουμε χωρίς φόβο και πάθος τις πληγές μας, να βιώσουμε τον πόνο μας –έστω κι ετεροχρονισμένα– και να τον θεραπεύσουμε σε όποιο βαθμό μπορούμε. Σε άλλους η εκτόνωση παίρνει τη μορφή χιονοστιβάδας. Έρχεται ορμητική και παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της. Τότε διαλυόμαστε, αδυνατούμε να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει και βυθιζόμαστε στην ένταση των συναισθημάτων που καταπιέζαμε τόσο καιρό.

Γι’ αυτό ακριβώς ο πόνος πρέπει να βιώνεται. Τη στιγμή που τον νιώθουμε, την ώρα της ήττας, της αποτυχίας, ή της όποιας απώλειας, δικαιούμαστε να κλάψουμε, να αποσυρθούμε σε μια γωνιά μόνοι μας και να γλείψουμε τις πληγές μας την ώρα που είναι ανοιχτές, να τις θεραπεύσουμε όσο ακόμα πονούν.

Αν μπορούσαμε να διαλέξουμε ανάμεσα στην ηδονή και τον πόνο, σίγουρα θα διαλέγαμε το πρώτο. Όταν, όμως, μας διαλέγει αυτός –είτε τον προκαλούμε εμείς με τις επιλογές μας– οφείλουμε να τον σεβαστούμε. Να τον βιώσουμε βαθιά κι αληθινά κι όχι να τον κουκουλώσουμε, να μην προσπαθήσουμε να τον αποκοιμίσουμε με υποκατάστατα, γιατί –όπως όλα τα μεγάλα κι αληθινά στη ζωή μας– σιχαίνεται τους δειλούς και τους ψεύτες. Και στην τελική, μαθαίνουμε από αυτόν, μετρούμε τις αλήθειες και τις αντοχές μας, καθώς και την ανθρωπιά και το μεγαλείο της ύπαρξής μας.

Μια μικρή παρεξηγημένη κατάθλιψη

Μπορεί η κακή διάθεση να παίρνει πολλές ονομασίες και να αντανακλά με ακρίβεια τη βιωμένη εμπειρία, όπως αίσθημα μελαγχολίας, αίσθημα κενού, ανηδονία, δυσθυμία ή κυκλοθυμία. Μπορεί ακόμα και να φαντάζει σχεδόν αδύνατον να απαλλαγούμε από αυτή τη συναισθηματική κατάσταση, όσο και αν το επιθυμούμε ή όποιες στρατηγικές και αν υιοθετούμε για την αντιμετώπισή της.

Ωστόσο μια αλλαγή στάσης απέναντι σε αυτές τις πτυχές μας, που μας οδηγούν σε αυτό τον υπαρξιακό πνιγμό ίσως να μας οδηγήσει στο να τις αντιμετωπίσουμε με περισσότερη συμπόνοια και κατανόηση. Ίσως εάν δείξουμε το κατάλληλο ενδιαφέρον να μπορέσουμε να γνωρίσουμε την επιμέρους ιστορία αυτών των πτυχών καθώς και το πόσο κουρασμένες μπορεί να είναι από το σκληρό έργο το οποίο είναι αφοσιωμένες να φέρουν καθημερινά εις πέρας. Ίσως κι αυτές τότε να μπορέσουν να μας αποκαλύψουν τα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οδηγήθηκαν στην ανάληψη αυτού του ρόλου, του ρόλου του να μας κατά-θλίβουν.

Η επιθετική και η αμυντική διάσταση της κατάθλιψης

Όταν η κατάθλιψη χτυπάει την πόρτα των ανθρώπων, εκείνοι βιώνουν την απελπισία και μια αμετάβλητη παράλυση του πνεύματος που απέχει παρασάγγας από μια βαθιά θλίψη ή μια συναισθηματικά δύσκολη περίοδο. Φαίνεται ότι αυτό το καταθλιπτικό κομμάτι μπορεί να αποκτήσει τη δύναμη να απαγάγει ολόκληρο το ανθρώπινο σύστημα, ακόμη και το βλέμμα που μοιάζει συχνά να περιπλανάται στο κενό. Δεν είναι απλά ένα αίσθημα κενού αλλά το απόλυτο βίωμα του κενού χωρίς καμία έξοδο διαφυγής.

Και όμως αυτό το καταθλιπτικό κομμάτι αν μπορούσε να μας αποκαλύψει την δική του ιστορία θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ότι οι αρχικές του προθέσεις έχουν υπάρξει αρκετά υγιείς και με μεγάλες δόσεις προστασίας προς εμάς, απλά ο τρόπος που επέλεξε προκειμένου να μας προστατέψει είναι ιδιαίτερα τοξικός.

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την κατάσταση ως μια άμυνα που δημιουργήθηκε ως απάντηση σε κάποια αρνητικά γεγονότα, που αρχικά είχε προστατευτικό χαρακτήρα, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να εξελιχθεί και να μετουσιωθεί σε κάτι πιο λειτουργικό, μένοντας παγωμένη στην ίδια κατάσταση για πολύ-πολύ καιρό.

Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτή η άμυνα ή αυτό το καταθλιπτικό κομμάτι δεν είναι τίποτα άλλο από μια ασπίδα προστασίας που περιβάλλει ένα τραυματισμένο μικρό παιδί και που πάση θυσία οφείλει να διασφαλίσει πως ποτέ κανένας πια δεν θα το ξανατραυματίσει.

Αυτή η άμυνα αναδύθηκε στη σκιά της ζωής προκειμένου να επιτρέψει τη συνέχιση της, εκεί όπου δεν υπήρξε το κατάλληλο συναισθηματικό κράτημα, κάτι που αν γίνει τώρα από το άτομο προς τον εαυτό του θα υπάρξει μια μεγάλη μεταμόρφωση που θα δημιουργήσει τον κατάλληλο ψυχικό χώρο για την επούλωση του τραύματος.

Ο άνθρωπος που αισθάνεται «νεκρωμένος» συναισθηματικά καταλήγει να παραιτείται από τη ζωή.

Η ανάσταση ενός συναισθηματικά νεκρού έρχεται όταν ο ίδιος καταλάβει πραγματικά τι του έχει συμβεί, όταν βρει τις κατάλληλες λέξεις που θα δώσουν όνομα στα γεγονότα και φτάσει σε σημείο να νιώσει συμπόνια και κατανόηση για τον εαυτό του και για τις στρατηγικές που χρειάστηκε να αναπτύξει προκειμένου να επιβιώσει. Τότε θα χάσει και την ανάγκη για αρνητική αυτοκριτική και θα έχει πλησιάσει τον πυρήνα του αληθινού του εαυτού, ενός εαυτού που γνωρίζει να θεραπεύει ολόκληρο το σύστημα, φτάνει να του επιτραπεί να φανερωθεί ώστε να λειτουργήσει.

Μπορεί να ακούγεται αλλόκοτο ότι η κατάθλιψη έχει προστατευτικό χαρακτήρα αλλά στην κλινική πράξη αυτό που διαφαίνεται στα πλαίσια μιας καταθλιπτικής συνθήκης είναι μια ασυνείδητη απόφαση των ανθρώπων να πάψουν να έχουν επαφή με τους ίδιους και με τους άλλους γύρω τους.

Η ζωντανή αίσθηση ευθύνης σχετικά με τη φροντίδα του εαυτού ή των άλλων μπαίνει σε αναστολή.

Είναι σαν κάθε φορά που υπάρχει η πρόθεση να συνδεθούν ή να προσφέρουν κάτι να ανάβει μια εσωτερική φωτεινή ένδειξη που δηλώνει εμφατικά «κίνδυνος τραυματισμού». Όμως αυτός που κινδυνεύει να τραυματιστεί δεν είναι το ίδιο το άτομο στο παρόν αλλά μια νεότερη εκδοχή του που έχει εκλάβει κάποια παρελθοντικά γεγονότα ως τραυματικά, και ο χρόνος φαίνεται να έχει παγώσει σε εκείνο το σημείο.

Αυτοθεραπεία & ανάκτηση του χαμένου ελέγχου

Ο οργανισμός μας όπως έχει την ικανότητα να αυτό-θεραπεύεται, έχει και την ικανότητα να αυτό-προστατεύεται. Εάν τότε και προκειμένου να προστατεύσει από περαιτέρω τραυματισμό, δημιούργησε μια συνθήκη αποφυγής κατά την οποία τα συναισθήματα καταπιέζονται για να μη νιώθει πλέον τον κατακλυσμιαίο πόνο, αυτή η εξέλιξη υπήρξε μια κίνηση επιτυχούς προστασίας. Ωστόσο η μακροχρόνια παραμονή σε αυτή την συναισθηματική κατάσταση δείχνει μια καθήλωση που δε συμβαδίζει με τον ρέοντα χρόνο της ζωής. Η τραυματισμένη νεότερη ύπαρξη μας έχει μείνει εκεί πίσω καθορίζοντας το παρόν μας, ενώ μέρος του συστήματος μας εργάζεται σκληρά για να την προστατεύσει, βουλιάζοντας ωστόσο ολόκληρο το σύστημα.

Πολλές φορές το να ακούσουμε τι έχει να μας πει το κομμάτι μας, που έχει αναλάβει χρέη σωματοφύλακα είναι αποκαλυπτικό αλλά και σοκαριστικό γιατί όχι μόνο δεν έχουμε συνειδητή επίγνωση της κατάστασης αλλά και όλες μας οι ενέργειες κατευθύνονται προς την αποσιώπηση του. Ίσως ακούγοντάς το μπορέσουμε να εισχωρήσουμε και στο τραύμα και να το φροντίσουμε δημιουργώντας ένα θεραπευτικό περίβλημα, έτσι ώστε να απομακρυνθεί από τον τόπο εξορίας του και να ενσωματωθεί εντός του ψυχικού χώρου του περιβλήματος προκειμένου να νιώσει την απαραίτητη αποδοχή και ασφάλεια για να απελευθερώσει το βάρος που κουβαλάει.

Η εμπειρία μιας τέτοιας διαδικασίας επιφέρει μια μεταμόρφωση στο σύστημα και μια επανάκτηση του χαμένου ελέγχου. Τον έλεγχο πλέον διατηρεί το ίδιο το άτομο και όχι οι παρεξηγημένες φωνές που είχαν αναλάβει τα ηνία της συναισθηματικής του κατάστασης.

Μια μικρή λοιπόν και παρεξηγημένη κατάθλιψη που το μόνο που θέλει είναι να ζήσει το υπό προστασία της μέλος, εις βάρος όμως του όλον και συχνά και των άλλων.

Μπέρτραντ Ράσελ: Ο Μπέρκλεϋ, ο Χιουμ, ο Καντ κι η... "κατηφορική προστακτική"

Μια νέα μέθοδο απολογητικής επινόησε o συμπαθέστατος Επίσκοπος Μπέρκλεϋ. Επιτέθηκε κατά των υλιστών της Εποχής του, με επιχειρήματα που ξανά ζωντάνεψε στις μέρες μας ο σερ Τζαίημς Τζήνς. Ό σκοπός του ήταν διπλός: πρώτο, ν' αποδείξει ότι δεν μπορεί να υπάρχει αυτό που ονομάζεται ύλη δεύτερο, να συναγάγει απ’ την αρνητική αυτή πρόταση την απαραίτητη ύπαρξη θεού.

Στο πρώτο ζήτημα, οι ισχυρισμοί του δεν βρήκαν καμιά ανταπόκριση. Αμφιβάλλω όμως ότι θα έκανε τον κόπο να τους διατυπώσει, αν δεν πίστευε ότι έδιναν υποστήριξη στη θεολογική ορθοδοξία.

Όταν νομίζετε ότι βλέπετε ένα δέντρο, λέει ο Μπέρκλεϋ, εκείνο που γίνεται γνώση σας είναι όχι ένα αντικείμενο του εξωτερικού κόσμου, αλλά μια τροποποίηση του εαυτού σας, ένα συναίσθημα η, όπως το ονομάζει ο ίδιος, μια «ιδέα». Αυτή η γνώση, η μόνη που αποκτάτε άμεσα, παύει μόλις κλείσετε τα μάτια. οτιδήποτε μπορείτε ν’ αντιληφθείτε, βρίσκεται από πριν στη νόησή σας, δεν είναι ένα εξωτερικό υλικό αντικείμενο. Ή ύπαρξη ύλης, επομένως, είναι μια περιττή υπόθεση. Εκείνο που είναι πραγματικό σχετικά με το δέντρο, είναι οι εντυπώσεις των αισθήσεων εκείνων που υποτίθεται ότι το «βλέπουν». Όλα τα άλλα δεν είναι παρά άχρηστη μεταφυσική.

Ως εδώ, η επιχειρηματολογία του Μπέρκλεϋ είναι αξιόλογη και σε μεγάλο μέρος της έγκυρη. Αλλά τώρα, ξαφνικά, αλλάζει τόνο και, αφού διατυπώσει μια τολμηρή παραδοξολογία, γλιστρά στις προκαταλήψεις του αφιλοσόφητου, που αποτελούν τη βάση για την επόμενη θέση του. Βρίσκει άτοπο το να υποθέσουμε ότι τα δέντρα και τα σπίτια, τα βουνά και τα ποτάμια, ο ήλιος και η σελήνη και τ’ αστέρια, υπάρχουν μόνο τη στιγμή που τα κοιτάζουμε, ότι δηλαδή υποστήριζε με τους προηγούμενους ισχυρισμούς του. Πρέπει, λέει, να υπάρχει κάτι το μόνιμο στα φυσικά αντικείμενα και κάποια ανεξαρτητοποίηση από τ’ ανθρώπινα όντα. Αυτό το θεμελιώνει, κάνοντας την υπόθεση, ότι το δέντρο είναι πραγματικά μια ιδέα στη διάνοια του θεού και επομένως εξακολουθεί να υπάρχει και όταν κανένα ανθρώπινο ον δεν το κοιτάζει. Οι συνέπειες της ίδιας του της παραδοξολογίας, αν τις αναγνώριζε με ειλικρίνεια, θα του φαίνονταν τρομερές. Αλλά, με μιαν απότομη στροφή, διασώζει την ορθοδοξία και μαζί της μερικά «κομμάτια» του κοινού νου.

Την ίδια ατολμία παραδοχής των συνεπειών των σκεπτικιστικών επιχειρημάτων του έδειξαν και όλοι οι οπαδοί του, εκτός απ’ τον Χιουμ. Οι πιο σύγχρονοι μαθητές του δεν έχουν σημειώσει ούτε ένα βήμα πιο πέρα, στο ζήτημα αυτό. Κανένας τους δεν τολμά να παραδεχτεί ότι αφού γνωρίζω μόνο «ιδέες», δεν γνωρίζω παρά μόνο τις δικές μου ιδέες και επομένως, δεν μπορεί να έχω λόγο να πιστεύω, ότι υπάρχει οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ τις διάφορες καταστάσεις της διάνοιάς μου. Όσοι δέχτηκαν σαν έγκυρο αυτό το τόσο απλοϊκό επιχείρημα δεν ήταν μαθητές του Μπέρκλευ, αφού βρήκαν ένα τέτοιο συμπέρασμα ανυπόφορο. Υποστήριξαν, λοιπόν, ότι δεν είναι μόνο «οι ιδέες» εκείνο που γνωρίζουμε.

Ο Χιουμ, το «τρομερό παιδί» της φιλοσοφίας, παρουσίαζε το ιδιαίτερο, ότι δεν είχε βαθύτερα μεταφυσικά κίνητρα. Ήταν όχι μόνο φιλόσοφος, άλλα και ιστορικός και δοκιμιογράφος, είχε ατάραχη ιδιοσυγκρασία και έβρισκε ίσως τόση ευχαρίστηση στο να πειράζει τους φιλόσοφους για τις γκάφες τους, όση θα έβρισκε κι αν τους τις σκάρωνε ο ίδιος. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητάς του ήταν να παροτρύνει σε γκάφες δύο ολόκληρες σχολές, μια στην Αγγλία και μια στη Γερμανία. Ή γερμανική παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Ο πρώτος Γερμανός που πρόσεξε τον Χιουμ ήταν ο Ιμμανουέλ Καντ, που, ως τα σαρανταπέντε του χρόνια, έμενε ευχαριστημένος με τη δογματική παράδοση που ξεκινούσε απ’ τον Λάϊμπνιτς. Τότε, όπως λέει ο ίδιος, ο Χιουμ τον «αφύπνισε απ’ τη δογματική νάρκη». Αφού βυθίστηκε σε στοχασμούς δώδεκα ολόκληρα χρόνια, έφερε στο φως το μεγάλο του έργο, την Κριτική του Καθαρού Λόγου. Εφτά χρόνια αργότερα, στα εξήντα τέσσερα χρόνια του, έδωκε την Κριτική του Πρακτικού Λόγου, όπου ξαναβυθίζεται στη δογματική του νάρκη, ύστερα από είκοσι σχεδόν χρόνια ταραγμένης αγρύπνιας.

Οι βασικές του επιθυμίες ήταν δύο: ήθελε να είναι βέβαιος για το αμετάβλητο της καθημερινής πραγματικότητας και ήθελε να πιστέψει στα ηθικά αξιώματα πού είχε μάθει στη νηπιακή του ηλικία.

Ό Χιουμ τον αναστάτωσε και στις δύο αυτές πεποιθήσεις του υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε το νόμο της αιτιότητας και προκαλώντας την αμφιβολία για την ύπαρξη μέλλουσας ζωής, το καλό δεν ήταν βέβαιο ότι θα έβρισκε ανταμοιβή στον ουρανό. Τα πρώτα δώδεκα χρόνια των στοχασμών του πάνω στον Χιουμ, ο Καντ τα αφιέρωσε στο νόμο της αιτιότητας και βρήκε τελικά μια αξιόλογη λύση. Ναι είπε, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν υπάρχουν αίτια στον πραγματικό κόσμο, αλλά, τότε δεν μπορούμε και να ξέρουμε τίποτα για τον πραγματικό κόσμο. Ο κόσμος των φαινομένων, ο μόνος τον όποιο μπορούμε να αντιληφτούμε, έχει όλες τις ιδιότητες που του αποδίδουμε, όπως ακριβώς, όταν κάποιος φοράει πράσινα γυαλιά, που δεν μπορεί να τα βγάλει, είναι βέβαιος ότι βλέπει τα πράγματα πράσινα. Τα φαινόμενα που αντιλαμβανόμαστε με την εμπειρία έχουν αιτίες, που είναι κι αυτές άλλα φαινόμενα. Δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχούμε αν υπάρχει ή όχι αιτιότητα στην πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω απ’ τα φαινόμενα, αφού δεν μπορούμε να την αντιληφτούμε εμπειρικά.

Ο Καντ έβγαινε περίπατο την ιδία ακριβώς ώρα καθημερινά κι ο υπηρέτης του τον ακολουθούσε κρατώντας την ομπρέλα του. Τα δώδεκα χρόνια που χρειάστηκαν για την «Κριτική του Καθαρού Λόγου» έπεισαν τελικά το γέρο - φιλόσοφο ότι, αν τύχαινε να βρέξει, η ομπρέλα θα τον προστάτευε απ’ το να αισθάνεται βρεγμένος, κι ας έλεγε ότι ήθελε ο Χιουμ για τις πραγματικές ψιχάλες.

Αυτό ήταν παρήγορο, αλλά την παρηγοριά αυτή την πλήρωσε πανάκριβα. Ο χώρος κι ο χρόνος, όπου συμβαίνουν τα φαινόμενα, είναι μη πραγματικοί: τους είχε κατασκευάσει ο ψυχικός μηχανισμός του Καντ. Για το χώρο δεν ήξερε πολλά πράγματα, αφού ποτέ του δεν είχε ταξιδέψει περισσότερο από δέκα μίλια πέρα απ’ την Καινιξβέργη. Ίσως, αν είχε ταξιδέψει, να αμφέβαλλε για το εάν η υποκειμενική του επινοητικότητα ήταν ικανή να συλλάβει νοερά τη γεωγραφία όλων των τόπων που θα είχε δει. Ήταν ευχάριστο πράγμα, ωστόσο, το ότι ήταν βέβαιος για την αλήθεια της γεωμετρίας, επειδή, έχοντας επινοήσει ο ίδιος τον χώρο, ήταν απόλυτα σίγουρος ότι τον είχε κατασκευάσει όπως θα τον ήθελε ο Ευκλείδης — και ήταν σίγουρος γι’ αυτό, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά έξω απ’ τον εαυτό του. Με τον τρόπο αυτό, τα μαθηματικά ήταν ασφαλισμένα κάτω απ’ την ομπρέλα.

Αν όμως τα μαθηματικά ήταν ασφαλισμένα, η ηθική εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνδυνο. Στην «Κριτική του Καθαρού Λόγου», ο Καντ δίδαξε, ότι ο καθαρός λόγος δεν είναι ικανός να αποδείξει την ύπαρξη μέλλουσας ζωής η την ύπαρξη θεού. Δεν μπορεί επομένως να μας διαβεβαιώσει, ότι υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο. Και υπήρχε και μια άλλη ακόμα δυσκολία, αναφορικά με την ελεύθερη βούληση. Οι πράξεις μου, ως το βαθμό που μπορώ να τις αντιληφθώ με την παρατήρηση, είναι φαινόμενα και, σαν τέτοια, έχουν αιτίες. Όσο για το τι είναι οι πράξεις μου «καθεαυτές», ο καθαρός λόγος δεν έχει τίποτα να μου πει κι έτσι δεν ξέρω αν είναι «ελεύθερες» ή όχι.

Ωστόσο, Ο «καθαρός» λόγος δεν είναι ο μοναδικός. Υπάρχει κι ένας άλλος — όχι «μη καθαρός», όπως ίσως θα υπέθετε κανείς, αλλά «πρακτικός». Αυτός αρχίζει με την πρόταση, ότι όλα τα ηθικά διδάγματα που έμαθε ο Καντ στα παιδικά του χρόνια είναι αλήθειες. (Μια τέτοια πρόταση, φυσικά, χρειάζεται κάποια μεταμφίεση. Εισάγεται λοιπόν στη φιλοσοφική κοινωνία με το όνομα «κατηφορική προστακτική»). Απ’ αυτό συνάγεται, ότι η βούληση είναι ελεύθερη, γιατί θα ήταν άτοπο να λέμε «πρέπει να κάνεις αυτό κι’ εκείνο», αν δεν μπορείς να το κάνεις. Συνάγεται, επίσης, ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή, γιατί, διαφορετικά, το καλό δεν θα έβρισκε αρκετή ανταμοιβή, ούτε το κακό αρκετή τιμωρία. Συνάγεται, ακόμα, ότι πρέπει να υπάρχει ένας Θεός, για να τα κανονίζει όλα αυτά. Ό Χιουμ μπορεί να θεμελίωσε τον «καθαρό» λόγο, αλλά ο ηθικός νόμος, τελικά, ξανάδωσε τη νίκη στους μεταφυσικούς. Κι έτσι, ο Καντ πέθανε ευτυχισμένος και τον τιμούν οι γενεές από τότε. Ή διδασκαλία του, μάλιστα, ανακηρύχθηκε επίσημη φιλοσοφία του ναζιστικού κράτους.

Μπέρτραντ Ράσελ, Αντιδημοφιλή δοκίμια

Φερνάντο Πεσσόα: Ο οδοιπόρος

Μην κοιτάζεις το δρόμο. Ακολούθησε τον.

Αλλά πώς να τον ακολουθήσω και μέχρι πού;

Να τον ακολουθήσω σαν αυτούς που έρχονται από την πόλη ή πάνε σ’ αυτήν, σαν αυτούς που φεύγουν ή αυτούς που επιστρέφουν, σαν αυτούς που έρ­χονται να αγοράσουν και να πουλήσουν, σαν αυ­τούς που έρχονται να δουν και να ακούσουν ή σαν αυτούς που φεύγουν κουρασμένοι απ’ όσα είδαν και άκουσαν;

Σαν ποιους απ’ όλους αυ­τούς;

Ή σαν τι κοινό σε όλους αυτούς;

Ή με ποιον άλλο τρόπο διαφορετικό από όλων αυτών;

Όπως και να ’ταν, δεν μπορούσα παρά να φύγω. Όποιο κι αν ήταν το νόημα και η φύση της αγωνίας μου, η ανακούφισή της -και όχι το φάρμακό της, αυτό το ήξερα καλά- ήταν να φύγω, να ακολουθήσω εκείνο το δρόμο μέχρις εκεί που ήθελε το Πεπρωμένο.

Γιατί, για ποιο σκοπό, αναζητώντας τι; Δεν ήξερα τίποτα πε­ρισσότερο απ’ ό,τι ήξερα και για το νόημα και τη φύση της αγωνίας μου.

Φερνάντο Πεσσόα, Ο οδοιπόρος

Δεν χρειάζομαι κανέναν για να είμαι καλά. Μονάχα εμένα

Δεν υποβόσκει η ευτυχία μου ούτε η ισορροπία μου σε εσένα. Εγώ είμαι μια μονάδα, ανεξάρτητη από εσένα. Δεν μπορεί να με συμπληρώσει κανείς, είμαι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Με αγάπη και συνειδητότητα, επιλέγουμε από κοινού να συμπορευόμαστε στο ταξίδι της ζωής.

Όταν είμαστε ερωτευμένοι δείχνουμε τα καλύτερα «φρούτα» μας. Είμαστε η καλύτερη δυνατή εκδοχή του εαυτού μας.

Όταν όμως ο έρωτας γίνεται ρουτίνα και χάνει τα χρώματα του, μαζί του και εμείς ξεθωριάζουμε. Παύουμε να φροντίζουμε τον εαυτό μας όσο όταν ο ενθουσιασμός μας κατακλύζει. Δεν βγαίνει αβίαστα η καλοσύνη και αγάπη στην καθημερινότητα μας.

Σαν να έχουμε ανάγκη κάποιον για να ανθίσουμε, σαν να μην αξίζει να το κάνουμε για εμάς τους ίδιους. Σαν να μην αρκεί η αγάπη που έχουμε για τον εαυτό μας για να διατηρήσει την φλόγα ζωντανή μέσα μας.

Πρέπει να φροντίζουμε τον νου μας, το σώμα μας και την ψυχή μας με τον ίδιο ενθουσιασμό, όπως όταν προσέχουμε κάποιον αλλά και εμάς τους ίδιους, όταν είμαστε ερωτευμένοι. Η σχέση με τον εαυτό μας είναι η πιο σημαντική και ο πυρήνας όλων.

Να μην γίνουμε νάρκισσοι και εγωκεντρικοί, αλλά να αγαπάμε τον εαυτό μας περισσότερο από όσο συνήθως τολμάμε.

Το να αγαπάμε τον εαυτό μας δεν μειώνει την αγάπη μας προς τους άλλους, αντιθέτως την μεγεθύνει.

Αν αγαπάμε τον εαυτό μας, θα αγαπάμε και τους γύρω μας ουσιαστικά.

Αν αγαπάμε πρωτίστως τον εαυτό μας, παύουμε να είμαστε θύματα καταστάσεων. Σταματάμε να συμβιβαζόμαστε με ψίχουλα που κάποτε νομίζαμε πως μας άξιζαν.

Αν αγαπάμε τον εαυτό μας, θα σταματήσουμε τις σχέσεις εξάρτησης, τις σχέσεις από συνήθεια και αυτές που στηρίζονται στις ανασφάλειες μας και θα χαρίζουμε την αγάπη μας εκεί που πραγματικά αξίζει.

Η αγάπη προς τον εαυτό μας θέτει όρια.

Η αγάπη προς τον εαυτό μας διδάσκει στα παιδιά μας να σέβονται το εαυτό τους. Αφού τα παιδιά μαθαίνουν καλύτερα μέσα από το παράδειγμα.

Η αγάπη προς τον εαυτό μας, μας ωθεί να κλείσουμε πόρτες που αφήσαμε μισάνοιχτες πίσω μας να αναμένουν και να μας κρατάνε μεταίωρους ανάμεσα στο παρελθόν και στον μέλλον.

Η αγάπη προς τον εαυτό μας, μπορεί να μας αλλάξει, να μας απελευθερώσει από δεσμά που μας πνίγουν και να μας ανοίξει νέους ορίζοντες.

Η αγάπη προς τον εαυτό μας θέτει την ψυχή μας ελεύθερη, να μην είναι πια δέσμια θυμού, αποθημένων και ανθρώπων.

Η ελευθερία αυτή μας ωθεί ένα βήμα πιο κοντά στην αγαλλίαση.

«Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα «υγιή εγωισμό». Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι ΑΥΤΑΓΑΠΗ.» Τσάρλι Τσάπλιν

Αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αλλά ούτε και να μας το δώσει

Αυτό που έχουμε μέσα μας, αυτό που μας συντροφεύει ακόμα και στην άκρα μοναξιά, αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αλλά ούτε και να μας το δώσει, είναι πολύ πιο ουσιαστικό απ’ όλα τα αγαθά που μπορεί να διαθέτουμε, απ’ όλες τις εντυπώσεις που μπορεί να δίνουμε στους άλλους.

Ο πλούσιος πνευματικά άνθρωπος απασχολείται και διασκεδάζει έξοχα, ακόμα και σε απόλυτη μοναξιά με τις δικές του σκέψεις και φαντασιώσεις: ενώ ο περιορισμένος, παρά τη συνεχή εναλλαγή έργων, εορτών και ταξιδιών, νιώθει αγιάτρευτη πλήξη. – Ένας καλός, ολιγαρκής, ελαφρός χαρακτήρας μπορεί να νιώθει ικανοποιημένος ακόμα και σε συνθήκες στέρησης, ενώ ένας κακός, άπληστος, ζηλόφθονος χαρακτήρας δε νιώθει ευτυχία όσα πλούτη κι αν κατέχει. (Λέει πολύ σωστά ο Γκαίτε στο Ντιβάν: «Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η προσωπικότητα».

Ο άνθρωπος μπορεί ν’ αφομοιώσει από έξω πολύ λιγότερα πράγματα απ’ ό,τι συνήθως νομίζουμε). – Πόσες και πόσες απολαύσεις δεν είναι περιττές, ίσως μάλιστα ενοχλητικές και επαχθείς για τον άνθρωπο που διαθέτει τη μόνιμη απόλαυση μιας εξαίρετης ατομικότητας!*
-------------------
*Σωκράτης, Οράτιος [εδώ ο Σοπενχάουερ παραπέμπει στην πρόταση του Σωκράτη σε σχέση με μια έκθεση ειδών πολυτελείας: «Πόσα πράγματα υπάρχουν λοιπόν που αν δεν τα’χω δε θα μου λείψουν καθόλου» και στο στίχο του Οράτιου: «Φίλντισι, μάρμαρο, κοσμήματα, τυρρηνικά αγάλματα, πίνακες, ασημικά, λουσάτα ρούχα βαμμένα στην πορφύρα. Τα λιμπίζονται πολλοί, αλλά υπάρχουν μερικοί που ούτε καν ρωτούν γι’ αυτά». (Οράτιος, Επιστολές, II, 2,180-182.)]

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ

Αυτό που διοχετεύει την ενέργεια της ολικής μας ύπαρξης είναι γνωστό ως θέληση

Ο δον Χουάν μου είχε περιγράψει το ονείρεμα με διάφορους τρόπους. Ο πιο αφηρημένος απ’ όλους, τώρα, μου φαίνεται πως είναι αυτός που το περιγράφει καλύτερα. Είπε πως το ονείρεμα στην ουσία είναι η μη πράξη του ύπνου. Σαν τέτοιο, προσφέρει στους ασκούμενους το τμήμα της ζωής τους που διαφορετικά θα ξοδευόταν σε λήθαργο. Μοιάζει σαν να μην κοιμούνται πια οι ονειρευτές. Ωστόσο δεν προκαλείται καμιά ασθένεια απ’ αυτό. Οι ονειρευτές δε στερούνται τον ύπνο, όμως το αποτέλεσμα του ονειρέματος φαίνεται σαν αύξηση του χρόνου εγρήγορσης, χάρη στη χρησιμοποίηση ενός υποτιθέμενου παραπανίσιου σώματος —του ονειρικού.

Ο δον Χουάν μου είχε εξηγήσει πως το ονειρικό σώμα μερικές φορές ονομάζεται «διπλό» ή «ο άλλος», γιατί αποτελεί ακριβές αντίγραφο του σώματος του ονειρευτή. Είναι στην ουσία η ενέργεια ενός φωτεινού όντος —μιας υπόλευκης, φασματικής εκπόρευσης— η οποία προβάλλεται από την εστίαση της δεύτερης προσοχής σαν μια τρισδιάστατη εικόνα του σώματος. Ο δον Χουάν μου εξήγησε πως το ονειρικό σώμα δεν είναι ένα φάντασμα, αλλά κάτι τόσο πραγματικό όσο και οτιδήποτε άλλο με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή σε τούτο τον κόσμο. Η δεύτερη προσοχή μας εστιάζεται αναπόφευκτα πάνω στο ενεργειακό πεδίο της ύπαρξής μας και μεταμορφώνει αυτή την ενέργεια σε ό,τι είναι αναγκαίο. Το ευκολότερο, βέβαια, είναι η εικόνα του φυσικού σώματος, με το οποίο έχουμε εξοικειωθεί απόλυτα από την καθημερινή μας ζωή και τη χρήση της πρώτης προσοχής.

Αυτό που διοχετεύει την ενέργεια της ολικής μας ύπαρξης ώστε να παράγει οτιδήποτε υπάρχει μέσα στα όρια των δυνατοτήτων είναι γνωστό ως θέληση. Ο δον Χουάν δεν ήταν σε θέση να πει μέχρι πού φτάνουν αυτά τα όρια, παρά μόνο ότι στο επίπεδο των φωτεινών όντων η ακτίνα δράσης είναι τόσο εκτεταμένη, ώστε είναι ανώφελο να προσπαθήσει κανείς να καθορίσει τα όριά της. Έτσι η ενέργεια ενός φωτεινού όντος μπορεί να μεταμορφωθεί, μέσω της θέλησης, σε οτιδήποτε.

«Το Ναγκουάλ έλεγε πως το ονειρικό σώμα εμπλέκεται και προσκολλιέται στο καθετί. Οι άντρες, έλεγε, είναι πιο αδύναμοι από τις γυναίκες, γιατί το ονειρικό σώμα ενός άντρα έχει την πιο έντονη αίσθηση της κτητικότητας.»

CARLOS CASTANEDA, Το δώρο του αετού

Όποιος, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία

Το ν’ αρκείται κανείς στον εαυτό του, το να είναι γι’ αυτόν τα πάντα σ’ όλες τις περιστάσεις και να μπορεί να λέγει omnia mea mecum porto [όλα τα δικά μου τα έχω επάνω μου] είναι αναμφίβολα η ιδιότητα που προάγει την ευτυχία μας περισσότερο από κάθε τι άλλο. Για τον λόγο αυτό, η ρήση του Αριστοτέλη η ευδαιμονία των αυτάρκων εστί [η ευτυχία ανήκει στους αυτάρκεις] (Ηθ. Ευδ. Ζ’ 2) δεν μπορεί να τύχει ποτέ υπερβολικής επαναλήψεως· και τούτο, αφενός, διότι μόνο στον εαυτό του μπορεί να βασίζεται κανείς με αρκετή βεβαιότητα και, αφετέρου, διότι τα δεινά που συνδέονται με την κοινωνικότητα, οι κόποι και οι ζημίες, οι κίνδυνοι και οι θλίψεις – όλα τούτα είναι αναρίθμητα και αναπόφευκτα.

Κατ’ αρχάς, κάθε κοινωνική διασύνδεση απαιτεί κατ’ ανάγκη μία αμοιβαία προσαρμογή κι έναν συγκερασμό. Για τον λόγο αυτό, όσο περισσότερα άτομα συμμετέχουν σ’ αυτήν τόσο πιο άνοστη γίνεται. Να είναι κανείς απόλυτα ο εαυτός του δεν μπορεί παρά μόνον όσο είναι μόνος- όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία, καθώς μόνον όταν είναι κανείς μόνος είναι και ελεύθερος – ο καταναγκασμός είναι ο αχώριστος σύντροφος κάθε κοινωνίας. Κατά συνέπεια, το πόσο ο κάθε άνθρωπος αποφεύγει, αντέχει ή αγαπά την μοναξιά του αντιστοιχεί ακριβώς στην αξία του ίδιου του εαυτού του, καθώς στην μοναξιά του νιώθει ο μεν ενδεής τω πνεύματι την πνευματική του ένδεια, ο δε μεγαλοφυής τη μεγαλοφυΐα του – κοντολογής, ο καθένας το πώς όντως είναι. Περαιτέρω, όσο υψηλότερα βρίσκεται κανείς στη Ιεραρχική κλίμακα της φύσης τόσο πιο μοναχικός είναι, και μάλιστα κατ’ ουσίαν και κατ’ ανάγκη. Τότε, όμως, συνιστά γι’ αυτόν ευεργεσία ν’ αντιστοιχεί στην πνευματική μοναξιά – ειδάλλως, η συχνή παρουσία πλασμάτων ετερογενών εισβάλλει οχληρά μέσα του, μάλιστα εχθρικά, και του στερεί τον εαυτό του χωρίς να έχει τίποτε να του προσφέρει ως αποζημίωση.

Κατόπιν, ενώ η φύση έχει εισαγάγει ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο σε ηθικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο, την μέγιστη δυνατή διαφορετικότητα, η κοινωνία, θεωρώντας αυτή τη διαφορετικότητα ως ένα τίποτε, καθιστά όλους ίσους, ή, μάλλον, υποκαθιστά τις φυσικές με τις τεχνητές διαφορές και τις ιεραρχίες των τάξεων και των βαθμών, οι οποίες πολύ συχνά, είναι αντιδιαμετρικά αντίθετες από την φυσική ιεραρχία. Χάρη σε αυτή τη διάταξη εκείνοι που η φύση είχε τοποθετήσει χαμηλά έχουν καλή θέση, ενώ εκείνοι, αντίθετα, για τους οποίους προέβλεψε υψηλή θέση αδικούνται – για αυτό τον λόγο, τούτοι οι τελευταίοι προσπαθούν να αποσπαστούν από κάθε συνάθροιση, αφού σε κάθε τέτοια κυριαρχεί, όσο περισσότεροι μετέχοντες, το κοινό κι ευτελές.

Η καλούμενη “καλή κοινωνία” αναγνωρίζει κάθε λογής προτερήματα πλην των πνευματικών- τούτα, μάλιστα, τα θεωρεί λαθραίο εμπόρευμα μας εξαναγκάζει, λοιπόν, να αποδεικνύουμε άπειρη μακροθυμία με κάθε ανοησία, μούρλα, διαστροφή, ηλιθιότητα- τα προσωπικά προτερήματα, αντίθετα, πρέπει να εκλιπαρούν τη συγγνώμη της ή να κρύβονται. Κατά συνέπεια, η κοινωνία που καλείται “καλή κοινωνία” δεν έχει μόνο το μειονέκτημα ότι μας παρουσιάζει ανθρώπους που δε μπορούμε ούτε να επαινέσουμε ούτε να αγαπήσουμε ακόμα αλλά και δε μας επιτρέπει να είμαστε ο εαυτός μας όπως αρμόζει στη φύση μας- απεναντίας, μας εξαναγκάζει, χάριν του αρμονικού συγκερασμού μας με τους άλλους, να συρρικνωθούμε, ή μάλιστα και να παραμορφώσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Ώστε να μπορούν οι άνθρωποι -που μέχρι τότε βυθισμένοι στην αμάθεια διαχειρίζονταν άσχημα και βίαια τις ζωές τους- να ζουν καλύτερα

Θα εκφράσω μια άποψη για την αρχαία φιλοσοφία, ενός διανοούμενου που γράφει από τη σκοπιά κάποιου που βρίσκεται έξω από τον χώρο της φιλοσοφίας – του Λουκιανού από τα Σαμόσατα. Ο σατιρικός αυτός συγγραφέας του 2ου αιώνα μ.Χ., στον διάλογό του Δραπέται, βάζει τη Φιλοσοφία να υπενθυμίζει στον πατέρα της Δία τον λόγο που την έστειλε στη Γη: ώστε να μπορούν οι άνθρωποι -που μέχρι τότε βυθισμένοι στην αμάθεια διαχειρίζονταν άσχημα και βίαια τις ζωές τους- να ζουν καλύτερα. Αρχικά, λέει, επισκέφθηκε την Ινδία, τους Βραχμάνες, κατόπιν την Αιθιοπία, την Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα και τέλος τη Θράκη, τον άγριο Βορρά. Τελικά έφθασε στους Έλληνες, όπου πίστευε πως θα εκτελούσε με ευκολία την αποστολή της. Όπως αποδείχτηκε όμως, τα πράγματα ήταν δυσκολότερα από ό,τι περίμενε.

Ύστερα από ένα ενθαρρυντικό ξεκίνημα, εμφανίστηκαν οι Σοφιστές και ανακάτεψαν τη φιλοσοφία με τις σοφιστείες. Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι εκτέλεσαν τον Σωκράτη! H Φιλοσοφία συνέχισε παραπονούμενη για την όχι και τόσο υπέροχη διαμονή της στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι άνθρωποι, λέει, την εκτιμούν αν και δεν την πολυκαταλαβαίνουν. και υπάρχουν γνήσιοι φιλόσοφοι που αγαπούν και αναζητούν την αλήθεια, κι έτσι το όλο εγχείρημά της αξίζει τον κόπο. Υπάρχουν όμως και ψευτοφιλόσοφοι, που στοχεύουν μόνο στα λεφτά και τη φήμη, κι αυτοί την καθιστούν ανυπόληπτη και την κάνουν έξω φρένων. Και τώρα χρειάζεται λίγη θεϊκή βοήθεια για να βελτιώσει την κατάσταση.

Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο η φιλοσοφία, καλώς ή κακώς, καθιερώθηκε ως ξεχωριστό γνωστικό πεδίο, με τις δικές του πρακτικές, τα δικά του κείμενα, τους δικούς του θεσμούς. Για τους λειτουργούς και για το ακροατήριό της είχε πολύ πιο επιτακτικό χαρακτήρα από ό,τι έχει για μας σήμερα. Η φιλοσοφία ήταν τότε για τον κόσμο μια φυσική προέκταση της συνηθισμένης καλής εκπαίδευσης, δεδομένης της σπουδαιότητας του καλώς ζήν και του σημαντικού ρόλου της φιλοσοφίας ως προς αυτό. Σε εμάς σήμερα -σε αντίθεση με τους αρχαίους— υπάρχει μια ένταση ανάμεσα στην ιδέα ότι η φιλοσοφία μάς δίνει τη δυνατότητα να καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο και στην ιδέα ότι η φιλοσοφία είναι μια αυστηρή και διανοητικά απαιτητική ενασχόληση. O σημαντικός ρόλος στη ζωή τον οποίο κατείχε η φιλοσοφία στην αρχαιότητα έχει υποκατασταθεί από μια ποικιλία ενδιαφερόντων και επιδιώξεων· όμως η φιλοσοφία μετράει ακόμη, εξακολουθεί να έχει σημασία, και μπορούμε ακόμη με πολλούς τρόπους να συσχετίσουμε τα ενδιαφέροντά μας με εκείνα των αρχαίων και να διαπιστώσουμε πως η μελέτη τους οδηγεί με τον φυσικότερο τρόπο σε άμεση δέσμευση. Το παλιό πρόβλημα της Φιλοσοφίας παραμένει και, ελλείψει θεϊκής βοήθειας, θα πρέπει τη δουλειά να την κάνουμε εμείς και, για χάρη μας, να αναζητούμε την αλήθεια και να ξεσκεπάζουμε το ψεύδος.

Σκοτεινή ύλη σε κίνηση που θέτει νέους περιορισμούς και ωθεί προς την καλύτερη κατανόησή της

Οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει στοιχεία ότι η σκοτεινή ύλη μπορεί να θερμανθεί και να κινηθεί ως αποτέλεσμα της διαμόρφωσης άστρων σε γαλαξίες. Τα ευρήματα παρέχουν το πρώτο παρατηρησιακό στοιχείο για το φαινόμενο που είναι γνωστό ως «θέρμανση σκοτεινής ύλης» και παρέχει νέα στοιχεία ως προς το τι αποτελεί τη σκοτεινή ύλη. Η έρευνα δημοσιεύθηκε 3 Ιανουαρίου 2019 στο περιοδικό Monthly Notices of the Royal Astronomical Society.

Στη νέα εργασία, επιστήμονες από τρία πανεπιστήμια [University of Surrey, Carnegie Mellon University and ETH Zürich] σχεδίασαν να ψάξουν στοιχεία για σκοτεινή ύλη στα κέντρα των κοντινών νάνων γαλαξιών. Οι νάνοι γαλαξίες είναι μικροί, αδύνατοι γαλαξίες που τυπικά βρίσκονται να περιφέρονται γύρω από μεγαλύτερους γαλαξίες, όπως ο δικός μας. Μπορεί να περιέχουν στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν για να κατανοήσουμε καλύτερα τη φύση της σκοτεινής ύλης. Η σκοτεινή ύλη θεωρείται ότι αποτελεί τη περισσότερη από την μάζα του σύμπαντος. Ωστόσο καθώς δεν αλληλεπιδρά με το φως με τον ίδιο τρόπο όπως η κανονική ύλη, μπορεί να παρατηρείται μόνο μέσω των βαρυτικών της φαινομένων. Το κλειδί για τη μελέτη μπορεί ωστόσο να βρίσκεται στο πώς διαμορφώνονται τα άστρα σε αυτούς τους γαλαξίες.

Όταν σχηματίζονται άστρα, ισχυροί άνεμοι μπορούν να σπρώχνουν αέριο και σκόνη μακριά από την καρδιά του γαλαξία. Ως αποτέλεσμα, το κέντρο του γαλαξία έχει λιγότερη μάζα, η οποία επηρεάζει πόσο η βαρύτητα γίνεται αισθητή από την σκοτεινή ύλη που απομένει. Με λιγότερη βαρυτική έλξη, η σκοτεινή ύλη κερδίζει ενέργεια και μετακινείται μακριά από το κέντρο, φαινόμενο που αποκαλείται «θέρμανση σκοτεινής ύλης».

Η ομάδα των αστροφυσικών μέτρησε το ποσό της σκοτεινής ύλης στα κέντρα 16 νάνων γαλαξιών με πολύ διαφορετικές ιστορίες σχηματισμού άστρων. Βρήκαν ότι γαλαξίες που σταμάτησαν να διαμορφώνουν άστρα από πολύ πριν, είχαν υψηλότερες πυκνότητες σκοτεινής ύλης στα κέντρα τους από ότι αυτοί που σχηματίζουν ακόμη άστρα σήμερα. Αυτό υποστηρίζει τη θεωρία ότι οι παλιότεροι γαλαξίες είχαν λιγότερη θέρμανση σκοτεινής ύλης. «Βρήκαμε μια αληθινά αξιοσημείωτη σχέση μεταξύ του ποσού της σκοτεινής ύλης στα κέντρα αυτών των μικροσκοπικών νάνων και της ποσότητας του σχηματισμού άστρων που έχουν υπάρξει στη ζωή τους. Η σκοτεινή ύλη στα κέντρα των νάνων που σχηματίζουν άστρα εμφανίζεται να έχει “θερμανθεί” και σπρωχθεί προς τα έξω», αναφέρει ο καθηγητής Justin Read, επικεφαλής της μελέτης [Head of the Department of Physics at the University of Surrey].

Τα ευρήματα παρέχουν ένα νέο περιορισμό στα μοντέλα σκοτεινής ύλης: Η σκοτεινή ύλη θα πρέπει να μπορεί να σχηματίζει νάνους γαλαξίες που παρουσιάζουν ένα εύρος κεντρικών πυκνοτήτων και αυτές οι πυκνότητες πρέπει να σχετίζονται με την ποσότητα σχηματισμού άστρων.

Στην αριστερή εικόνα φαίνεται η πυκνότητα αερίου υδρογόνου της προσομοίωσης νάνου γαλαξία, όπως φαίνεται από πάνω. Η δεξιά εικόνα δείχνει το ίδιο για ένα πραγματικό νάνο γαλαξία, του IC 1613 (μικρή εικόνα κειμένου). Στην προσομοίωση, η επαναλαμβανόμενη εισροή και εκροή αερίου προκαλεί τη διακύμανση της ισχύος του βαρυτικού πεδίου στο κέντρο του νάνου γαλαξία. Η σκοτεινή ύλη ανταποκρίνεται σε αυτό με τη μετανάστευση από το κέντρο του γαλαξία, φαινόμενο γνωστό ως «θέρμανση σκοτεινής ύλης».

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η μελέτη μπορεί να είναι το στοιχείο μαρτυρία που μας πάει ένα βήμα πλησιέστερα στην κατανόηση τι είναι η σκοτεινή ύλη. Το εύρημα ότι μπορεί να θερμανθεί και να κινηθεί βοηθάει να παρακινηθούν έρευνες για ένα σωμάτιο σκοτεινής ύλης. Η ομάδα ελπίζει να διευρύνει την εργασία της αυτή με τη μέτρηση της κεντρικής πυκνότητας σκοτεινής ύλης σε ένα μεγαλύτερο δείγμα νάνων, που σπρώχνει ακόμη πιο αδύνατους γαλαξίες και με τον έλεγχο ενός μεγαλύτερου εύρους μοντέλων σκοτεινής ύλης.

Οι πέντε τρόποι που μπορεί να τελειώσει το σύμπαν και ο ρόλος της σκοτεινής ενέργειας

Κοιτάζοντας έξω στο Σύμπαν σήμερα, είναι εύκολο να είμαστε τρομαγμένοι από όλα αυτά που μπορούμε να βρούμε. Τα αστέρια που βλέπουμε στον νυχτερινό μας ουρανό είναι ένα μικρό κλάσμα – λίγες χιλιάδες από τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια – που υπάρχουν στον Γαλαξία μας. Ο ίδιος ο Γαλαξίας είναι ένας μοναχικός γαλαξίας από τα τρισεκατομμύρια που υπάρχουν στο παρατηρούμενο Σύμπαν, το οποίο όμως εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις μήκους περίπου 46 δισεκατομμύρια έτη φωτός.

Στην αποκρυπτογράφηση του κοσμικού παζλ η ανακάλυψη της φύσης της σκοτεινής ενέργειας θα μας αποκαλύψει καλύτερα τη μοίρα του Σύμπαντος. Το εάν η σκοτεινή ενέργεια μεταβάλλεται είναι το κλειδί για να μάθουμε αν θα τελειώσουμε με ένα Μεγάλο Σχίσμα ή όχι. Όμως τώρα τα δεδομένα δείχνουν ότι η σκοτεινή ενέργεια να είναι σταθερή.

Και όλα ξεκίνησαν πριν από περίπου 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια από μια καυτή, πυκνή, ταχέως αναπτυσσόμενη κατάσταση, γνωστή ως Μεγάλη Έκρηξη. Αυτή είναι η πρώτη στιγμή κατά την οποία μπορούμε να περιγράψουμε το Σύμπαν μας ως χώρο γεμάτο από ύλη και ακτινοβολία και να προχωρήσουμε από αυτήν την κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη τους γνωστούς νόμους της φυσικής. Αυτοί οι νόμοι μας δίνουν τη δυνατότητα να εξηγήσουμε πώς ο Κόσμος πήρε το σχήμα του και καθώς όλα εξελίσσονται ακόμα, σχηματίζονται νέα αστέρια συνεχώς. Πώς όμως θα τελειώσει ο Κόσμος μας; Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η επιστήμη.
 
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι επιστήμονες που μελέτησαν τη δομή και την εξέλιξη του Σύμπαντος εξέτασαν τρεις δυνατότητες, με βάση την απλή φυσική της Γενικής Σχετικότητας και το πλαίσιο του διαστελλόμενου Σύμπαντος. Από τη μία πλευρά, η βαρύτητα λειτουργεί για να έλκει τα πάντα μαζί. Είναι μια ελκτική δύναμη που διέπεται από την ύλη και την ενέργεια, σε όλες τις μορφές τους, που υπάρχουν στο Σύμπαν. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο αρχικός ρυθμός επέκτασης, που δουλεύει για να οδηγήσει τα πάντα χωριστά και μακριά.
 
Το Big Bang σηματοδοτεί την εκκίνηση της μάχης, του μεγαλύτερου αγώνα όλων των εποχών: μεταξύ της βαρύτητας και του ρυθμού διαστολής του σύμπαντος. Ποιός θα κερδίσει τελικά στον Κόσμο μας; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση, με την κλασική συλλογιστική θα πρέπει να καθορίσει τη μοίρα του σύμπαντος μας.
Ένα Σύμπαν που υπακούει στους νόμους της σχετικότητας και γεμίζει ισοτροπικά και ομοιογενώς με  ύλη και / ή ακτινοβολία, δεν μπορεί να είναι στατικό. Πρέπει να επεκταθεί ή να συρρικνωθεί, ανάλογα με το τι υπάρχει μέσα και σε ποια ποσά.
 
Εδώ βλέπουμε τι δυνατότητες υπάρχουν:
  1. Το σύμπαν επανα-καταρρέει με μία Μεγάλη Σύνθλιψη . Η διαστολή ξεκινάει γρήγορα αλλά η μεγάλη ποσότητα της ύλης και της ακτινοβολίας λειτουργεί με τέτοιο τρόπο που ‘τραβάει’ λόγω έλξης τα πάντα πίσω. Για πολύ καιρό το Σύμπαν θα επεκτείνεται έως κάποιο μέγιστο μέγεθος, μετά η διαστολή θα αντιστραφεί σε συστολή και το Σύμπαν θα καταρρεύσει.
  2. Το Σύμπαν θα διαστέλλεται για πάντα, με αποτέλεσμα ένα Big Freeze . Όλα ξεκινούν στο σύμπαν όπως παραπάνω, μόνο που τώρα το ποσό της ύλης και ενέργειας είναι ανεπαρκές για να εξουδετερώσει την αντιβαρύτητα (σκοτεινή ενέργεια).  Το Σύμπαν θα συνεχίζει να επεκτείνεται για πάντα και ο ρυθμός διαστολής θα συνεχίζει να πέφτει, αλλά ποτέ δεν θα φτάσει στο μηδέν.
  3. Η διαστολή του Σύμπαντος ασυμπτωτικά πηγαίνει στο μηδέν . Φανταστείτε την οριακή κατάσταση μεταξύ των δύο παραπάνω παραδειγμάτων. Εάν υπήρχε ένα ακόμα πρωτόνιο, θα κατέρρεε. με ένα λιγότερο θα επεκταθεί το σύμπαν για πάντα. Σε αυτήν την κρίσιμη περίπτωση (ή Goldilocks), το Σύμπαν επεκτείνεται για πάντα, αλλά με πιο αργό ρυθμό.
Για να μάθουμε ποια δυνατότητα είναι σωστή, το μόνο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να μετρήσουμε πόσο γρήγορα το Σύμπαν επεκτεινόταν και πώς αυτός ο ρυθμός επέκτασης άλλαξε με την πάροδο του χρόνου. Η φυσική θα καθορίσει τα υπόλοιπα.
 
Ενώ η ύλη και η ακτινοβολία γίνονται λιγότερο πυκνές καθώς το Σύμπαν επεκτείνεται εξαιτίας του αυξανόμενου όγκου του, η σκοτεινή ενέργεια είναι μια μορφή ενέργειας εγγενής στον ίδιο το χώρο. Καθώς δημιουργείται νέος χώρος στο διαστελλόμενο Σύμπαν, η πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας παραμένει σταθερή (γιατί αυξάνει η σκοτεινή ενέργεια και ο χώρος).
 
Ήταν μια από τις μεγάλες αναζητήσεις της σύγχρονης αστροφυσικής. Μετρήστε το ρυθμό με τον οποίο επεκτείνεται το Σύμπαν και θα ξέρετε πώς αλλάζει σήμερα ο ιστός του χώρου. Μετρήστε τον τρόπο με τον οποίο η ταχύτητα διαστολής έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου, και ξέρετε πώς άλλαξε ο ιστός του χώρου στο παρελθόν.
 
Βάλτε τα δύο αυτά στοιχεία μαζί, το πόσος είναι ο ρυθμός επέκτασης αλλά και πόσο έχει αλλάξει, και θα σας επιτραπεί να καθορίσετε από τι είναι φτιαγμένο το Σύμπαν και σε ποιά αναλογία.
 
Από όσο γνωρίζουμε, με βάση αυτές τις μετρήσεις, διαπιστώσαμε ότι το Σύμπαν αποτελείται από ακτινοβολία περίπου 0,01%, από νετρίνα 0,1%, από φυσική βαρυονική ύλη 4,9%, από σκοτεινή ύλη 27% και σκοτεινή ενέργεια 68%. Αυτή η αναζήτηση, η οποία ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1920 για μερικούς, πήρε μια απροσδόκητη απάντηση στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
 
Έτσι, αν η σκοτεινή ενέργεια κυριαρχεί στην διαστολή του Σύμπαντος, τι σημαίνει άραγε αυτό για τη μοίρα μας; Όλα εξαρτώνται από το πώς – ή αν – η σκοτεινή ενέργεια εξελίσσεται με το χρόνο. Εδώ είναι οι πέντε δυνατότητες που υπάρχουν.
 
1.) Η σκοτεινή ενέργεια να είναι η κοσμολογική σταθερά Λ που να κυριαρχεί στην διαστολή. Αυτή είναι η προεπιλεγμένη επιλογή δεδομένου των καλύτερων δεδομένων που έχουμε σήμερα. Ενώ η ύλη γίνεται λιγότερο πυκνή καθώς το Σύμπαν επεκτείνεται, γιατί αραιώνει όσο αυξάνεται ο όγκος, η σκοτεινή ενέργεια αντιπροσωπεύει μια μη μηδενική ποσότητα ενέργειας εγγενής στον ιστό του ίδιου του χώρου. Καθώς λοιπόν το Σύμπαν επεκτείνεται, η πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας παραμένει σταθερή, αναγκάζοντας το ρυθμό διαστολής να τείνει ασυμπτωτικά προς το μηδέν, αλλά με μια θετική τιμή.
 
Αυτό οδηγεί σε ένα εκθετικά διαστελλόμενο Σύμπαν που τελικά θα απομακρύνει όλα όσα δεν ανήκουν στην τοπική ομάδα του Γαλαξία. Ήδη, το 97% του ορατού Σύμπαντος είναι απρόσιτο κάτω από αυτές τις συνθήκες.
Το σενάριο Big Rip (Μεγάλο Σχίσμα) θα συμβεί αν διαπιστώσουμε ότι η σκοτεινή ενέργεια αυξάνεται σε ισχύ, ενώ παραμένει απωστική με την πάροδο του χρόνου. Τότε όλα τα άστρα, οι πλανήτες και όλα τα άτομα θα ‘σχιστούν’ σε 22 δισ. έτη από τώρα.
 
2.) Η σκοτεινή ενέργεια να είναι δυναμική και να μεγαλώνει με την πάροδο του χρόνου . Η σκοτεινή ενέργεια φαίνεται να είναι μια νέα μορφή ενέργειας που είναι εγγενής στο ίδιο το διάστημα, υποδηλώνοντας ότι έχει μια σταθερή ενεργειακή πυκνότητα. Αλλά θα μπορούσε επίσης να αλλάζει με την πάροδο του χρόνου. Ένας πιθανός τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αλλάξει είναι ότι θα μπορούσε να ενισχυθεί σε μέγεθος, γεγονός που θα μπορούσε να επιταχύνει το ρυθμό επέκτασης του σύμπαντος με την πάροδο του χρόνου.
 
Όχι μόνο θα φαίνονταν τα πιο μακρινά αντικείμενα να επιταχύνονται μακριά από εμάς, αλλά θα το έκαναν με αυξανόμενο ρυθμό. Ακόμα χειρότερα, τα αντικείμενα που τώρα είναι βαρυτικά δεσμευμένα σήμερα – όπως τα σμήνη των γαλαξιών, οι μεμονωμένοι γαλαξίες, το ηλιακό σύστημα και ακόμη και τα άτομα – θα έσπαγαν τους δεσμούς τους κάποια στιγμή καθώς θα ενισχυόταν η σκοτεινή ενέργεια. Στις τελευταίες στιγμές του Σύμπαντος, τα υποατομικά σωματίδια και ο ιστός του ίδιου του χώρου θα ξεριζωθούν. Αυτή η μοίρα του σύμπαντος «Big Rip» είναι η δεύτερη δυνατότητα που υπάρχει.
 
Ενώ οι πυκνότητες ενέργειας της ύλης, της ακτινοβολίας και της σκοτεινής ενέργειας είναι πολύ γνωστές, εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα στην εξίσωση της κατάστασης της σκοτεινής ενέργειας. Θα μπορούσε να είναι σταθερή, αλλά θα μπορούσε είτε να μεγαλώσει ή να μειωθεί σε ισχύ με την πάροδο του χρόνου.
 
3.) Η σκοτεινή ενέργεια να είναι δυναμική και να αποσυντίθεται με την πάροδο του χρόνου . Πώς θα μπορούσε να αλλάξει η σκοτεινή ενέργεια; Αντί να ενισχύεται, θα μπορούσε να αποδυναμώνεται. Σίγουρα ο ρυθμός διαστολής είναι σύμφωνος με μια σταθερή ποσότητα ενέργειας που ανήκει στον ίδιο τον χώρο, αλλά αυτή η ενεργειακή πυκνότητα θα μπορούσε επίσης να μειώνεται.
 
Εάν αυτή αποσυντεθεί προς το μηδέν, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία από τις αρχικές δυνατότητες που εκφράστηκαν παραπάνω: το Big Freeze – τη Μεγάλη Ψύξη. Το Σύμπαν θα εξακολουθούσε να επεκτείνεται, αλλά χωρίς αρκετή ύλη και άλλες μορφές ενέργειας ώστε να επανακαταρρεύσει.
 
Εάν όμως αυτή η σκοτεινή ενέργεια αποσυντεθεί για να γίνει αρνητική, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια άλλη από τις υπάρχουσες δυνατότητες: τη Μεγάλη Σύνθλιψη (Big Crunch). Το Σύμπαν θα μπορούσε να γεμίσει με ενέργεια εγγενή στο χώρο που ξαφνικά άλλαξε πρόσημο και ανάγκασε τον χώρο να επανα-καταρρεύσει (recollapse). Ενώ ο χρόνος για αυτές τις αλλαγές είναι πολύ πολύ μεγαλύτερος από το χρόνο που πέρασε από τη Μεγάλη Έκρηξη, θα μπορούσε ακόμα και να συμβεί. 
 
Οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους η σκοτεινή ενέργεια θα μπορούσε να εξελιχθεί στο μέλλον. Να διατηρηθεί σταθερή ή να αυξηθεί σε ισχύ (με ένα Big Rip στο τέλος του Κόσμου) που θα μπορούσε ενδεχομένως να αναζωογονήσει το Σύμπαν, ενώ η αναστροφή του πρόσημου θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια Μεγάλη Σύνθλιψη
 
4.) Η σκοτεινή ενέργεια θα μπορούσε να μετατραπεί σε άλλη μορφή ενέργειας, αναζωογονώντας το Σύμπαν . Αν η σκοτεινή ενέργεια δεν καταρρεύσει, αλλά αντίθετα παραμένει σταθερή ή ακόμα και να αυξάνει, προκύπτει ότι υπάρχει μια άλλη πιθανότητα. Αυτή η ενέργεια, εγγενής του χώρου σήμερα, δεν μπορεί να παραμείνει σε αυτή τη μορφή για πάντα. Αντίθετα, θα μπορούσε να μετατραπεί σε ύλη και ακτινοβολία, παρόμοια με αυτά που συνέβησαν όταν ο κοσμικός πληθωρισμός τελείωσε και ξεκίνησε το καυτό Big Bang.
 
Εάν η σκοτεινή ενέργεια παραμείνει σταθερή μέχρι εκείνο το σημείο, θα δημιουργήσει μια πολύ, πολύ ψυχρή και διάχυτη εκδοχή του καυτού Big Bang, όπου μόνο τα νετρίνα και τα φωτόνια θα μπορούν να αυτο-δημιουργήσουν. Αλλά αν η σκοτεινή ενέργεια αυξήσει την τιμή της (την ισχύ της), θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση που να μοιάζει με πληθωρισμό ακολουθούμενη από ένα καινούργιο, πραγματικά καυτό Big Bang για άλλη μια φορά. Αυτός είναι ο πιο απλός τρόπος για να αναζωογονηθεί το Σύμπαν και να δημιουργηθεί ένα σύνολο παραμέτρων σαν κύκλος, όπου το νεοσύστατο Σύμπαν αποκτά άλλη μια ευκαιρία να συμπεριφέρεται ακριβώς όπως το δικό μας.
 
Το απλούστερο μοντέλο πληθωρισμού είναι ότι ξεκινήσαμε από την κορυφή ενός ενεργειακού ‘λόφου’ , από όπου ξεκίνησε ο πληθωρισμός και φτάσαμε σε μια κοιλάδα, όπου ο πληθωρισμός έληξε και οδήγησε στο καυτό Big Bang. Εάν η κοιλάδα αυτή δεν έχει τιμή μηδέν, αλλά κάποια θετική, μη μηδενική τιμή, μπορεί να είναι δυνατή η κβαντική σήραγγα σε κατάσταση κατώτερης ενέργειας, η οποία θα είχε σοβαρές συνέπειες για το σύμπαν που γνωρίζουμε σήμερα.
 
5.) Η σκοτεινή ενέργεια σχετίζεται με την ενέργεια μηδενικού σημείου του κβαντικού κενού και θα αποσυντεθεί, καταστρέφοντας το Σύμπαν που ξέρουμε . Αυτή είναι η πιο καταστροφική πιθανότητα από όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν. Τι γίνεται όμως αν η σκοτεινή ενέργεια δεν είναι η πραγματική τιμή του κενού χώρου στο σημείο – κατάσταση χαμηλότερης ενέργειας, αλλά είναι το αποτέλεσμα των συμμετριών στις απαρχές του σύμπαντος και έχουν σπάσει σε μια κατάσταση ψευδο-ελάχιστης ενέργειας;
 
Αν αυτή η άποψη είναι αληθινή, θα υπήρχε ένας τρόπος να γίνει η κβαντική σήραγγα σε μια κατάσταση κατώτερης ενέργειας, αλλάζοντας τους νόμους της φυσικής και καταστρέφοντας σήμερα όλες τις δεσμευμένες καταστάσεις (δηλαδή τα σωματίδια) των κβαντικών πεδίων. Εάν το κβαντικό κενό είναι ασταθές με τον συγκεκριμένο τρόπο, οπουδήποτε και αν συμβεί αυτή η διάσπαση θα καταλήξει στην καταστροφή των πάντων μέσα στο Σύμπαν σε μια φυσαλίδα, που διαστέλλεται προς τα έξω με την ταχύτητα του φωτός. Εάν ένα τέτοιο σήμα φτάσει σε μας, θα συνοδευόταν από την στιγμιαία καταστροφή μας.
 
Παρόλο που δεν γνωρίζουμε ποιά από αυτές τις δυνατότητες για το μέλλον του σύμπαντος μας είναι αληθινή, τα δεδομένα είναι απίστευτα συμβατά με την πρώτη επιλογή: η σκοτεινή ενέργεια να είναι πραγματικά σταθερή. Αυτή τη στιγμή, οι παρατηρήσεις μας για το πώς εξελίχθηκε το Σύμπαν – ιδιαίτερα λόγω της κοσμικής μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου και της μεγάλης κλίμακας δομής του Σύμπαντος – θέτουν αυστηρούς περιορισμούς αν υπάρχει χώρος για να αλλάξει η σκοτεινή ενέργεια.
 
Με την ερχόμενη έλευση της ναυαρχίδας των διαστημικών αποστολών της NASA στην επόμενη δεκαετία του 2020. με σκοπό να απαντήσει σε ζωτικής σημασίας ερωτήσεις τόσο στην ανίχνευση εξωπλανητών όσο και στην έρευνα σκοτεινής ενέργειας, το WFIRST ή Wide Field Infrared Survey Telescope, θα είμαστε έτοιμοι να δούμε την σκοτεινή ενέργεια ίσως με έναν καλύτερο παράγοντα κατά 10 περίπου. Εάν η σκοτεινή ενέργεια προσφέρει οποιεσδήποτε ενδείξεις ότι η μοίρα μας θα είναι διαφορετική από αυτή που προβλέπουμε σήμερα, το παρατηρητήριο WFIRST θα είναι αυτό που έχει την καλύτερη ευκαιρία για να αποκαλύψει επιστημονικά αυτή τη νέα αλήθεια για το σύμπαν μας. Μέχρι τότε, το μόνο που έχουμε είναι οι πιθανότητες που γνωρίζουμε να τις εξετάσουμε. Τα υπόλοιπα εξαρτώνται από την επιστήμη.