Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἄλκηστις (935-961)

935 ΑΔ. φίλοι, γυναικὸς δαίμον᾽ εὐτυχέστερον
τοὐμοῦ νομίζω, καίπερ οὐ δοκοῦνθ᾽ ὅμως·
τῆς μὲν γὰρ οὐδὲν ἄλγος ἅψεταί ποτε,
πολλῶν δὲ μόχθων εὐκλεὴς ἐπαύσατο.
ἐγὼ δ᾽, ὃν οὐ χρῆν ζῆν, παρεὶς τὸ μόρσιμον
940 λυπρὸν διάξω βίοτον· ἄρτι μανθάνω.
πῶς γὰρ δόμων τῶνδ᾽ εἰσόδους ἀνέξομαι;
τίν᾽ ἂν προσειπών, τοῦ δὲ προσρηθεὶς ὕπο,
τερπνῆς τύχοιμ᾽ ἂν ἐξόδου; ποῖ τρέψομαι;
ἡ μὲν γὰρ ἔνδον ἐξελᾷ μ᾽ ἐρημία,
945 γυναικὸς εὐνὰς εὖτ᾽ ἂν εἰσίδω κενὰς
θρόνους τ᾽ ἐν οἷσιν ἷζε, καὶ κατὰ στέγας
αὐχμηρὸν οὖδας, τέκνα δ᾽ ἀμφὶ γούνασι
πίπτοντα κλαίῃ μητέρ᾽, οἳ δὲ δεσπότιν
στένωσιν οἵαν ἐκ δόμων ἀπώλεσαν.
950 τὰ μὲν κατ᾽ οἴκους τοιάδ᾽· ἔξωθεν δέ με
γάμοι τ᾽ ἐλῶσι Θεσσαλῶν καὶ ξύλλογοι
γυναικοπληθεῖς· οὐ γὰρ ἐξανέξομαι
λεύσσων δάμαρτος τῆς ἐμῆς ὁμήλικας.
ἐρεῖ δέ μ᾽ ὅστις ἐχθρὸς ὢν κυρεῖ τάδε·
955 Ἰδοῦ τὸν αἰσχρῶς ζῶνθ᾽, ὃς οὐκ ἔτλη θανεῖν,
ἀλλ᾽ ἣν ἔγημεν ἀντιδοὺς ἀψυχίᾳ
πέφευγεν Ἅιδην· εἶτ᾽ ἀνὴρ εἶναι δοκεῖ;
στυγεῖ δὲ τοὺς τεκόντας, αὐτὸς οὐ θέλων
θανεῖν. τοιάνδε πρὸς κακοῖσι κληδόνα
960 ἕξω. τί μοι ζῆν δῆτα κέρδιον, φίλοι,
κακῶς κλύοντι καὶ κακῶς πεπραγότι;

***
ΑΔΜ. Φίλοι μου, η τύχη της γυναίκας μου είναι
καλύτερη, νομίζω, απ᾽ τη δική μου,
κι ας φαίνεται το αντίθετο· κανείς πια
δε θα την γγίξει πόνος, κι από χίλια
βάσανα έχει γλιτώσει, δοξασμένη.
Εγώ, που να πεθάνω ηταν γραμμένο,
ξεπέρασα τη μοίρα, και θα ζήσω
940 πικρή ζωή· τώρα το νιώθω. Αλήθεια,
με τί καρδιά να μπω μέσα στο σπίτι;
Ποιός θα μου πει, σε ποιόν θα πω ένα χαίρε,
που ευχάριστα να μπαίνω; Πού θα πάω;
Το σπίτι κι η ερημιά του θα με διώχνουν,
όταν άδεια θα βλέπω τα θρονιά
που καθόταν, το στρώμα που κοιμόταν,
το πάτωμα ασυγύριστο, να κλαίνε
τη μάνα τα παιδιά πεσμένα εμπρός μου,
και την καλή κυρά τους οι υπηρέτες.
950 Αυτά στο σπίτι· απέξω, θα με διώχνουν
οι γάμοι και οι χαρές των Θεσσαλών
κι οι συντροφιές που θα ᾽ναι και γυναίκες·
γιατί η καρδιά μου δε θα το βαστάει
τις συνομήλικές της ν᾽ αντικρίζω.
Κι αν με μισεί κανείς, αυτά θα λέει:
«Νά τος αυτός που ζει μες στην ντροπή,
που δεν είχε το θάρρος να πεθάνει,
που ξέφυγε τον Άδη, την καλή του
για αντάλλαγμα, ο δειλός, προσφέρνοντάς του.
Άντρας λογιέται αυτός; Κι ενώ είχε ο ίδιος
λιγοψυχήσει, μισεί τους γονιούς του.»
Κοντά στη συμφορά, και τέτοια λόγια!
960 Τί μ᾽ ωφελεί η ζωή, καλοί μου φίλοι,
μες στην καταλαλιά και μες στον πόνο;
Αποτραβιέται παράμερα και σκεπάζει το πρόσωπό του με το ιμάτιό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου