Σάββατο 17 Αυγούστου 2019

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και πρακτική σοφία για τη ζωή

Φιλοσοφία και ζωή

§1

     Ι. Η αριστοτελική φιλοσοφία, πολυσχιδής και πολύπτυχη καθώς είναι, δεν αποτελεί άθροισμα προγραμματικών φιλοσοφικών προτάσεων, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να απομνημονεύσει και στη συνέχεια να αναπαραγάγει εν είδει αντιγράφου. Δεν ανήκε στις προθέσεις του μεγάλου αυτού Έλληνα φιλόσοφου να σχεδιάσει εκ των προτέρων εγκεφαλικά σχήματα, μέσα από τα οποία θα ατένιζε το σύμπαν και τον κόσμο. Απεναντίας, όλη η σκέψη του ξετυλίχτηκε ως μια ακατάπαυστη φιλοσοφική ανάγνωση της ζωής: ως μια φιλοσοφική μάθηση, που τελικά θα εξελισσόταν σε ερευνητική αναζήτηση της πρώτης φιλοσοφίαςˑ αυτής δηλαδή που μεταγενέστεροι σχολιαστές του αποκάλεσαν: Μετά τα φυσικά. Η πραγματεία Μετά τα φυσικά ονομάστηκε έτσι, γιατί κατατάχτηκε μετά την πραγματεία Φυσικά.

    ΙΙ. Από την πλευρά των περιεχομένων της ωστόσο αποτέλεσε μια πρώτη επιστημονική άρθρωση της φιλοσοφικής κατεύθυνσης, που σήμερα είναι γνωστή ως μεταφυσική. Γιατί ο ίδιος ο Αριστοτέλης ονομάζει την τελευταία τούτη πρώτη φιλοσοφία; Πέραν του ότι ο όρος μεταφυσική ήταν άγνωστος στην εποχή του, με την πρώτη φιλοσοφία δίνει προτεραιότητα στη διερεύνηση των πρώτων αρχών ή της πρώτης αρχής του όντος:

«Αν δεν υπήρχε καμιά άλλη ουσία πέρα από τις ουσίες που έχουν συσταθεί από τη φύση, τότε η φυσική θα ήταν η πρώτη επιστήμη. Αν όμως υπάρχει κάποια ουσία ακίνητη, τότε η επιστήμη που τη μελετάει θα προηγείται της φυσικής και θα είναι η πρώτη φιλοσοφία· και θα είναι καθολική επιστήμη, ακριβώς γιατί είναι πρώτη» (Μετά τα φυσικά E 1026a27-32)

 Η διερεύνηση αυτή, μεθοδολογικά, ακολουθεί δυο πτυχές. Πρώτα-πρώτα διασαφηνίζονται όροι και σημασίες τους, ώστε η προχωρητική διαδικασία να φωτίζει την αλήθεια και να επιτρέπει τη συγκρότηση εννοιώνˑ δεύτερο η σκέψη εκδιπλώνεται απορητικά και όχι δογματικά, γραμμικά. Έτσι η έννοια της αλήθειας αποκτά ουσιαστικό σημασιολογικό και δια-νοηματικό περιεχόμενο: αποτελεί την αντικειμενική, υποστασιακή σταθερά της πραγματικότητας και συνάμα την εναρμονισμένη με τούτη την πραγματικότητα γνώση του υποκειμένου.

§2

     Ι. Πώς συγκεκριμενοποιείται περαιτέρω η εν λόγω φιλοσοφία; Προχωρεί στην εξέταση θεμελιωδών εννοιών και στην εύρεση/ανακάλυψη, διασάφηση και αποτύπωση των καθολικών –και κοινών– χαρακτηριστικών που συνθέτουν την πραγματικότητα των όντων. Τούτο υποδηλώνει την πρόθεση του Αριστοτέλη να εισχωρήσει στην κατανόηση της πραγματικότητας ως ενός όλου και να καταστήσει συναφώς τη φιλοσοφία πρωταρχικό και αδιάψευστο τρόπο βίωσης για τους ανθρώπους. Η ανθρώπινη ύπαρξη παύει έτσι να έρπει ανήμπορη μέσα στα θραύσματά της που πολλαπλασιάζονται αθώρητα και αντικρίζεται στην πληρότητα του Είναι της. Πλησιάζεται μέσα από την καθαρή θεωρία, που συνιστά θανάσιμο εχθρό για τον στείρο διανοητικισμό. Η διανοητική/εγκεφαλική γνώση περιορίζει τον πνευματικό ορίζοντα του ανθρώπου σε μια λογοκρατική θεώρηση του κόσμου, άκρως πνιγηρή και πλαστή: αποτελματώνει το φυσικό ορέγεσθαι του ανθρώπου για γνώση, του αφαιρεί και το παραμικρό σκίρτημα χαράς και ευφορίας, τον αδρανοποιεί, τον ρίχνει σε μια παραλυτική αβουλία, σε απόλυτη αστοχασιά, που όλα «τα παγώνει, τα ζαρώνει και τελικά τα απονεκρώνει» (Βρεττάκος), ως εκ τούτου σε αφόρητη πλήξη, που τον κλείνει ερμητικά στον εαυτό του.

   ΙΙ. Απέναντι σε μια τέτοια παραλυσία, ο Αριστοτέλης διατυπώνει το φιλοσοφικό αίτημα: να εξετάζονται οι πρώτες αιτίες και αρχές. Απ’ αυτή την άποψη, η φιλοσοφική σκέψη, η μεθοδικά οργανωμένη γνώση, δεν ασχολείται μονοσήμαντα και αποσπασματικά με το ένα ή το άλλο τεμάχιο του πραγματικού· αυτό το «έργο» το αφήνει για τους/στους διάσπαρτους σήμερα, εντός και εκτός ελληνικών μορφωτικών ιδρυμάτων, επαγγελματίες στην «επιστημονική» τους φλυαρία, άκρως απαίδευτους φιλοσοφικά, πολύ «ικανούς» όμως στις μικροπολιτικές τους επιδόσεις. Απεναντίας, η φιλοσοφική θεωρία και πράξη του Αριστοτέλη προβάλλει πολύ συγκεκριμένα και καλλιεργεί ένα είδος φιλοσοφικής-διαφωτιστικής μύησης: εισχωρεί σε μια ενοποιητική σύλληψη του χωρόχρονου και της ολότητας των πραγμάτων, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν όντα.

§3

     Ι. Όποιος συμβαίνει να εγκλωβίζεται μέσα στους συσσωρευμένους ογκόλιθους του διανοητικισμού, με την ελπίδα να φτάσει στις κορφές του Ολύμπου, αν ποτέ φτάσει εκεί, δεν θα βρει καμιά θεία βουλή, καμιά εκ θεών σωτηρία. Είναι ακριβώς, μέσω της ανώφελης ελπίδας, που αυτός ο διανοητικισμός, από την εποχή ακόμη του Ηράκλειτου, στερείται παντελώς την τέχνη του Λόγου και του στοχασμού και όσο υποφέρει από τούτη τη στέρηση, τόσο διεκδικεί μια απόλυτη κυριαρχία. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε περιβάλλοντα ζωής, καθυστερημένα κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά και πνευματικά, περίπου σαν αυτό της νεοελληνικής πραγματικότητας, όπου η ζωή των ανθρώπων, θεμελιωδώς στη σφαίρα κατευθυνόμενων «διανοουμένων», είναι διαμελισμένη, ασύνταχτη, α-συν-εννόητη ως την έσχατη κατάπτωση κάθε όμορφου και ωραίου. Ο Αριστοτέλης βρίσκεται σε διαρκή αντι-παράθεση με τέτοια αστόχαστα περιβάλλοντα. Κατά την παραμονή και διαμονή του στην Αθήνα, ως δασκάλου πλέον και όχι μόνο την πρώτη περίοδο ως μαθητή του Πλάτωνος, νιώθει ξένος. Παράλληλα στρέφει τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις στη βαθιά στοχαστική θεώρηση των όντων, ήτοι των πραγμάτων που διακρίνονται για την αυθεντική τους ύπαρξη, για την ουσιαστική τους υπόσταση, χωρίς ποτέ να πιστεύει ότι μπορεί να φτάσει σε μια οριστική και τελεσίδικη γνώση του κόσμου. Κατά το ίδιο πνεύμα ενδιαφέρεται και για τον άνθρωπο όχι ως μοναχικό ον ‒γιατί τότε δεν είναι άνθρωπος παρά θηρίο‒ αλλά ως πολίτη, στον οποίο αποδίδει ως ύψιστη αρετή για μια αυθεντική πορεία στη ζωή του τη φρόνηση:

«Πιστεύουμε πως το χαρακτηριστικό του φρόνιμου ανθρώπου είναι να μπορεί να σκέφτεται και να αποφασίζει σωστά για αυτά που είναι καλά και συμφέροντα για τον ίδιο, αλλά όχι γι’ αυτά που είναι εν μέρει καλά (τι είναι καλό για την υγεία του ή την ισχύ του), αλλά γι’ αυτά που συμβάλλουν εν γένει στην καλή ζωή» (Hθικά Nικομάχεια 1140a25-28).

     ΙΙ. Χωρίς ο Αριστοτέλης να ταυτίζει την πρακτική σοφία με την έγκυρη γνώση, δηλ. με τη φιλοσοφική επιστήμη, την πρώτη φιλοσοφία, αναζητεί συγκεκριμένα περιεχόμενα και με μελετημένα βήματα μεθόδου διαγιγνώσκει πως, χωρίς το τόδε τι της φιλοσοφικής έρευνας και της γενικότερης φιλοσοφικής στάσης στη ζωή, ο κόσμος αποβαίνει το πιο επικίνδυνο και υποχθόνιο φράγμα: εμποδίζει την ανθρώπινη ύπαρξη να αναπτύξει, εδώ και τώρα, το σύνολο των δυνατοτήτων δράσης της και να μετατοπιστεί στον ξάστερο ορίζοντα της οντολογικής θεώρησης του Eαυτού. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει τη φιλοσοφία, σε όλα τα επίπεδά της, ως ένα αγώνισμα, κατά κάποιο τρόπο, της ζωής· κάτι που του επιτρέπει να διαλέγεται φιλοσοφικά τόσο με αντί-παλες φιλοσοφικές θεωρήσεις όσο και με τον εαυτό του:

«Διεξάγουμε μια έρευνα όχι προσβλέποντας στο αντικείμενό της, αλλά έχοντας κατά νου εκείνον που υποστηρίζει τα αντίθετα από µας. Μα και όταν ερευνούµε µόνοι µας κάτι, φτάνουμε ως εκείνο το σημείο, όπου δεν έχουμε πια να αντιτάξουμε τίποτα στον εαυτό µας. Γι’ αυτό και όποιος πρόκειται να ερευνήσει κάτι σωστά πρέπει να προβάλει εκείνες τις ενστάσεις που ταιριάζουν στο ίδιο το αντικείμενό του, και αυτήν τη δεξιότητα την αποκτά όταν έχει εξετάσει όλες τις σχετικές διαφορές» (Περί ουρανού 294b6-13).

Αυτό που αποτυπώνει εδώ ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος συνδέεται με την πρόθεσή του να ανυψώσει τη φιλοσοφία σε μια διαρκή κίνηση στοχασμού και αναστοχασμού και να συγκροτήσει μια φιλοσοφική γλώσσα, που θα μένει απρόσβλητη από τις ασχήμιες της μαζικής κοινωνίας, όχι όμως και ακατανόητη.

   ΙΙΙ. Στη συνάφεια τούτη η αριστοτελική φιλοσοφία, μέσα και από πολλαπλές δομές εγκυκλοπαιδικών γνώσεων που μας προσφέρει, τείνει να μας εξοικειώνει με μια αναφορική σχέση νοήματος: το αποκλεισμένο ον εντός των συρματοπλεγμάτων, με τα οποία τον φιλοδωρεί ο διανοητικισμός, αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, την αληθινή του ύπαρξη, στο έξω ον, σε μια άλλη ενδοκοσμική πραγματικότητα, που θα συνιστά υπέρβαση της μαζικής συνείδησης και θα επιτρέπει στον Εαυτό να σκέπτεται εν ελευθερία τον εαυτό του: νοήσεως νόησις. Ό,τι υπάρχει τώρα δεν είναι ο ελαφρόμυαλος ισχυρισμός του υποκειμένου –πολιτικού, διανοητικού, επιστημονικού κ.λπ.– αλλά η επιτευχθείσα αντιστοιχία σκέψης και πραγματικότητας. Τούτο σημαίνει πως όλη η φιλοσοφική ζήτησις προς το έξω ον, κατά την επίπονη ανέλιξή της, ερευνά την ουσία που δηλώνει τι είναι το τόδε τι, την ουσία δηλαδή ως το κατ’ Αριστοτέλη υπο-κείμενο, ως αυτό που υφίσταται σταθερά και συγκεντρώνει όλες εκείνες τις ιδιότητες, που κάνουν το συγκεκριμένο ον να είναι ον. Αυτή η ουσία ως υποκείμενο, με σημερινούς όρους, είναι η υπόσταση. Με τούτο το νόημα και ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος γράφει: «το παν εξαρτάται από τούτο: να συλλαμβάνουμε και να εκφράζουμε το αληθές όχι μόνο ως υπόσταση, αλλά και ως υποκείμενο» (Φαινομενολογία του πνεύματος, εκδ. Δωδώνη, §17). Δηλαδή εσωτερική διαλεκτική, ήτοι αλληλο-νοηματοδότηση, υπόστασης και υποκειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου