Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

Η ιστορία της ελληνικής πολεμικής μηχανής (ΜΕΣΑ ΤΟΥ 7ου ΑΙΩΝΟΣ π.χ)
 
Στη στρατιωτική  μεταρρύθμιση  της  οπλιτικής  φάλαγγας  κατά  την  αρχαϊκή  εποχή  οδήγησαν :
 
            1.  Η χρήση  του  σιδήρου.
 
      2.  Η μεταβολή  της  πολεμικής  τακτικής  στην  οποία  προέχει  πλέον  το  σύνολο  κι  όχι   
           το άτομο. (Cl. Mosse,   «Αρχαϊκή  κοινωνία»)
 
      3.  Οι τεχνικές  καινοτομίες  που  ακολούθησαν  τη  χρήση  του  σιδήρου.
 
      4.  Κυρίως  οι  κοινωνικές  μεταβολές  που  οδήγησαν  στον  υποσκελισμό  των  ευγενών  στρατιωτών
 
      5.  Η εμφάνιση  της  πόλεως.  Το  γεγονός  αυτό  σημαίνει  ιδιοποίηση  μιας  εδαφικής  περιοχής  και  επομένως καθορισμένα σύνορα,  με  τη συνακόλουθη  ανάγκη  υπερασπίσεώς  των.  Το  καθήκον  αυτό  των  πολιτών θα  οδηγήσει  στην  επινόηση της φάλαγγας  και  στη συμμετοχή  σ’ αυτή  όλων  όσων  μπορούν  ν’ αποκτήσουν πανοπλία.  
 
    «Το  φαινόμενο  της  οπλιτικής  φάλαγγας  συνιστά  ένα  νέο  τρόπο  διεξαγωγής  του  πολέμου, όπου  η  μάχη  δεν  είναι  μια  σειρά  μονομαχιών,  αλλά  σύγκρουση  δύο  πειθαρχειμένων  κι  ενοποιημένων  συνόλων  από  οπλίτες  και  προεκτείνεται  στον  πολιτικό  χώρο  ως  ένα  υπόβαθρο  για  την  εμφάνιση  της  δημοκρατίας.  Το  φαινόμενο  αυτό  όμως δεν  προέρχεται  κατά  βάθος  απ’ την  εφαρμογή  κάποιας  τεχνολογικής  ανακάλυψης, αλλά  έχει  κοινωνικό  και  πολιτικό  περιεχόμενο».  
 ( Κ. Καστοριάδης )
  
        Απ’ την  ισοτιμία  των  οπλιτών  της  φάλαγγας, που  ήταν  αποτέλεσμα  του  τρόπου  λειτουργίας  της, προέκυψε  και  η  απαίτηση  για  ίση  συμμετοχή  στη  λήψη  των  πολιτικών  αποφάσεων. 
 
    «Το  άτομο  αποτελεί  αναπόσπαστο  τμήμα  της  πόλης, και  για  να  έχει  ή  για  να  απαιτήσει  μια  θέση  στον  πολιτικό  της  κόσμο  πρέπει  να  συνεργάζεται  και  να  συμπάσχει  με  το  υπόλοιπο  τμήμα  των  πολιτών. Αυτό  το  πνεύμα  εκφράζεται  στη  νέα  τακτική  του  πολέμου  που  εισάγεται  κατά  τον  7ο  αιώνα  π.χ. ,την  οπλιτική  φάλαγγα.  Ενώ  παλαιότερα  οι  μάχες  έπαιρναν  τη  μορφή  συμπλοκών  μεταξύ  ευγενών  των  δύο  παρατάξεων, η  νέα  τακτική  απαιτεί  τις  μαχητικές  ικανότητες  του  συνόλου  των  πολεμιστών  προς  διατήρηση  αδιάσπαστης  της  πολεμικής  παράταξης. Η  πολεμική  ανδρεία  που  στα  ομηρικά  έπη  χαρακτήριζε  τους  ευγενείς  «καθίσταται  τώρα  καθήκον  προς  το  κράτος, καθήκον  στο  οποίο  όλοι  οι  πολίτες  είναι  χρεώστες.»
(Jaeger, «ΠΑΙΔΕΙΑ»)
 
     «Η  οικονομική  ανάπτυξη  και  οι  τεχνικές  πρόοδοι  που  συντελούνται  στη  μεταλλοτεχνία  καθιστούν  δυνατή  την  αλλαγή  που  πραγματοποιείται  τον  7ο  αιώνα  π. χ.  στον  οπλισμό  και  την  τακτική  του  πολέμου.  Ενώ  μέχρι  τότε  οι  έφιπποι  ιππείς  οπλισμένοι  με  ξίφος  και  λόγχη, και  προφυλαγμένοι  από  μεγάλη  σε  μέγεθος  ασπίδα  και  πανοπλία  έκριναν  την  έκβαση  της  μάχης, με  την  τακτική  της  αγωνιζόμενης  σε  συμπαγή  παράταξη  φάλαγγας  ο  ρόλος  του  ιππικού  μειώθηκε.» 
( «ΑΠΟ  ΤΗ  ΦΥΛΕΤΙΚΗ  ΚΟΙΝΩΝΙΑ  ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»,  Άννα  Ραμού-Χαψιάδη )         
 
     «Στην εποχή των τυράννων συντελέστηκαν πολλές αλλαγές. Μία από τις σημαντικότερες ήταν η σύσταση της φάλαγγας των οπλιτών, συνέπεια της οποίας υπήρξε ένα νέο είδος οπλισμού και τακτικής και κυρίως η προσέλκυση των μεσαίων τάξεων στον στρατό. Η παρεπόμενη ανέλιξη αυτών των τάξεων ίσως έπαιξε ρόλο στον σφετερισμό της εξουσίας από τους πρώτους τυράννους. Σε αυτή τη στρατιωτική καινοτομία αποδίδεται συνήθως καίριος ρόλος, ως παράγοντας προστασίας της δημοκρατίας.» 
( «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ»,  Christian Meier)
 
           «Κατ’ αρχάς ένας παράγοντας που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο ήταν ο στρατιωτικός παράγοντας. Η νεοσχηματιζόμενη πόλη, όπως την ορίσαμε πιο πάνω, αποτελείτο από μία αριστοκρατία πολεμιστών που κατείχαν άλογα και όπλα και εξασφάλιζαν την κοινή άμυνα. Όμως, με την ανάπτυξη των πόλεων, η ανάγκη κάθε πόλης να υπερασπίζεται τα εδάφη της από τις καταπατήσεις των γειτονικών πόλεων οδήγησε στη διεύρυνση της ιδιότητας του πολεμιστή.
 
Η ιδιότητα αυτή χαρακτήριζε όλους εκείνους που ήταν σε θέση να προμηθευτούν πανοπλία, δηλαδή τον βαρύ εξο­πλισμό του οπλίτη. Έτσι, αναφέρεται συχνά ο όρος «επανάσταση των οπλιτών», όπου οι άτακτες μάχες και οι ηρωικές μονομαχίες των επών αντικαταστάθηκαν από τον σχηματισμό σε φάλαγγα, στην οποία όλοι οι μαχόμενοι παρατάσσονταν σε γραμμές και σχημάτιζαν μια συμπαγή μάζα πίσω από την προστασία της περίφημης στρογγυλής ασπίδας που κρατούσαν στο αριστερό χέρι. Και μάλιστα, περισσότερο και από τη δημιουργία της φά­λαγγας, αυτό που είχε σημαντικές συνέπειες ήταν το άνοιγμά της σε όλο και μεγαλύτερο αριθμό μαχητών. Διότι μέσα στη φάλαγγα κανένας από τους μαχητές δεν ήταν αναντικατάστατος, ήταν συνεπώς όλοι ίσοι, και η νίκη συνεπαγόταν ίση κατανομή των λαφύρων, είτε επρόκειτο για όπλα, ζώα ή γαίες.
 
 Η διεύρυνση των στοίχων της φάλαγγας συνέβαλε στην ανάπτυξη της ιδέας της ισότητας. Και από την ισότητα στη διανομή των λαφύρων κα­τέστη δυνατό το πέρασμα στην ισότητα κατά τη διανομή της πολιτικής εξουσίας. Είναι ευνόητο ότι τα πράγματα δεν εξελί­χθηκαν τόσο απλά ούτε και με τον ίδιο τρόπο παντού. Στη Σπάρ­τη, για παράδειγμα, η ιδιότητα του πολίτη ταυτίζεται από πολύ νωρίς με την πολεμική ιδιότητα, καθώς οι Σπαρτιάτες ήταν κατ' αρχήν και πάνω απ' όλα στρατιώτες, εφόσον η υποδούλωση των ειλώτων τούς εξασφάλιζε πλήρη οικονομική ανεξαρτησία. Αλ­λού, μόνο εκείνοι που μπορούσαν να αποκτήσουν τον εξοπλισμό του οπλίτη είχαν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στις συνελεύ­σεις, και ο δήμος ταυτιζόταν με τους ένοπλους πολίτες. Αυτό τουλάχιστον αφήνει να εννοηθεί ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, που θεωρούσε αυτή την «πόλη των οπλιτών» ως την καλύτερη δυνατή». 
                                                             
Ἡ ὁπλιτική ἐπανάσταση
    
Σέ ἕνα μεγάλο καί πλούσια διακοσμημένο κορινθιακό ἀγγεῖο τῶν μέσων του 7ου αἰώνα, τήν οἰνοχόη Chigi, ὑπάρχει στό πάνω μέρος, ἀκριβῶς κάτω ἀπό τό λαιμό, μία σκηνή μάχης, ὅπου ἀντιπαρατάσσονται δυό ὁμάδες στρατιωτῶν. Ἴσως βέβαια νά πρόκειται γιά κάποια τελετουργική σκηνή. Ἐκεῖνο ὅμως πού μᾶς ἐντυπωσιάζει εἶναι ἡ διάταξη τῶν στρατιωτῶν καί στίς δυό ὁμάδες: προχωρώντας μέ κοινό βηματισμό κρατοῦν τίς ἀσπίδες τους ἔτσι ὥστε νά ἐφάπτονται καί νά σχηματίζουν ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος. Πρόκειται γιά τήν παλαιότερη ἀναπαράσταση στρατιωτικῆς φάλαγγας, πράγμα πού ἐνισχύει τήν ἄποψη ὅτι ἀπό τόν 7ο αἰώνα αὐτή ἡ μέθοδος ἄρχισε νά χρησιμοποιεῖται σέ ὅλες τίς ἑλληνικές πόλεις.
 
Αὐτή ὅμως ἡ «ἐπανασταση» στή στρατιωτική τακτική δέν ἐμφανίστηκε ἀπό τή μία στιγμή στήν ἄλλη. Πρέπει λοιπόν νά ἐρευνήσουμε σέ ποιές συνθῆκες δημιουργήθηκε ἡ φάλαγγα καί ποιές ἦταν οἱ ἐπιπτώσεις της στήν ἐξέλιξη τῆς ἀρχαϊκῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Στήν ἔρευνα αὐτή θά μᾶς βοηθήσουν τά κείμενα καί τά ἀρχαιολογικά δεδομένα. Χάρη σ’αὐτά τά τελευταῖα μποροῦμε νά διακρίνουμε τίς καινοτομίες στόν τομέα τῆς τεχνικῆς, πού ὁδήγησαν στήν ὁλοκλήρωση τῆς πανοπλίας τῶν ὁπλιτῶν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τήν ἀντικατάσταση τοῦ χαλκοῦ ἀπό τόν σίδηρο: ἀπό τόν 11ο αἰώνα ἐμφανίζονται σιδερένια ἀντικείμενα καί ὄπλα. Σιδερένια ξίφη τοῦ 10ου αἰώνα βρέθηκαν στίς νεκροπόλεις τῆς Κύπρου, στόν Κεραμεικό τῆς Ἀθήνας καί στό Ἄργος, καθώς καί δόρατα κοντότερα καί ἐλαφρότερα ἀπό τά μυκηναϊκά χάλκινα, τά ὁποῖα εἶναι πλέον ὅπλα ἑκηβόλα καί ὄχι ἀγχέμαχα. Κυρίως ὅμως ἡ ἀνακάλυψη τοῦ τάφου ἕνος πολεμιστῆ στό Ἄργος, πού περιεῖχε ὁλόκληρη τήν πανοπλία του, μαρτυρεῖ ὅτι εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἀπό τόν 9ο αἰώνα νά διαμορφώνεται ἡ μελλοντική πανοπλία τοῦ ὁπλίτη: κράνος μέ λοφίο σέ σχῆμα πέταλου, χάλκινος θώρακας, ζωστήρας κτλ. Ἡ ἀσπίδα μέ τή διπλή λαβή παρουσιάζεται μόνο στό τέλος τοῦ 8ου αἰώνα. ΙΙράγματι, ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζει τήν ἀσπίδα τοῦ ὁπλίτη πέρα ἀπό τό κυκλικό της σχῆμα, γνωστό ἤδη ἀπό τό τέλος τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, εἶναι ἡ δεύτερη λαβή, ἡ ἀντιλαβή, πού προστίθεται πλάι στήν κεντρική λαβή, τόν πόρπακα, γιά νά τήν κρατᾶ κάνεις πιό σταθερά, πράγμα πού μαρτυρεῖ μιά νέα λειτουργία τοῦ ὅπλου, ἄρα καί μιά ἀλλαγή τῆς πολεμικῆς μεθόδου. Ἐνῶ, δηλαδή, τήν ὁμηρική ἐποχή ὁ νικημένος πολεμιστής πετοῦσε τήν ἀσπίδα του καί τρεπόταν σέ φυγή, ὁ ὁπλίτης κρατᾶ ὡς τό τέλος τήν ἀσπίδα του, πού ἐξασφαλίζει ὄχι μόνο τήν ἄμυνά του, ἀλλά καί τήν προστασία τοῦ ὁπλίτη πού στέκεται ἀριστερά του.
 
Ἔτσι, ἡ ἰδιαιτερότητα τῶν «ἐπαναστατικῶν» ἐξελίξεων στόν στρατιωτικό τομέα δέν ἔγκειται τόσο στά στοιχεῖα τοῦ ὁπλισμοῦ, τά ὁποῖα ἄλλωστε, μέ ἐξαίρεση τήν ἀντιλαβή, ἦταν ἤδη γνωστά ἀπό τό τέλος τῆς μυκηναϊκῆς ἐποχῆς, ὅσο στήν υἱοθέτηση μιᾶς πολεμικῆς τακτικῆς ὅπου προέχει τό σύνολο καί ὄχι τό ἄτομο, καί ὅπου ἐκεῖνο πού ἔχει κυρίως σημασία εἶναι «νά κρατοῦν [οἱ ὁπλίτες] τή θέση τους στή γραμμή, νά ὁρμοῦν μέ ἕνα βῆμα ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, νά μάχονται μέ τίς ἀσπίδες ἑνωμένες καί νά ἐκτελοῦν ὅλους τούς ἑλιγμούς σάν ἕνας ἄνθρωπος». Ὁ αὐλητής πού ὑπάρχει στήν παράσταση τῆς οἰνοχόης Chigi ἀποδεικνύει τή σπουδαιότητα τῆς ρυθμικῆς κίνησης τῶν στρατιωτῶν, ἐκφράζοντας, θά ἔλεγε κανείς, τή σωφροσύνη, δηλαδή τήν αὐτοκυριαρχία, σέ ἀντίθεση μέ τή λύσσα, τή μανία πού κυριαρχοῦσε στή μάχη κατά τήν ὁμηρική ἔποχη.
 
Ὁ ἱστορικός ὅμως ἀντιμετωπίζει τό ἑξῆς πρόβλημα: Τί ὁδήγησε ἄραγε στήν ἐπινόηση τῆς φάλαγγας; Οἱ διάφορες τεχνικές ἐξελίξεις, πού κατέληξαν στή δημιουργία τῆς πανοπλίας, ἤ οἱ κοινωνικοί μετασχηματισμοί πού συμβαίνουν στόν ἑλληνικό κόσμο τήν αὐγή τῆς ἀρχαϊκῆς ἔποχης;
 
Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες ἔχουν ἀπαντήσει μέ διάφορους τρόπους. Ἄλλοι δέχονται ὡς αἴτια τίς τεχνικές καινοτομίες, ἄλλοι τίς κοινωνικές ἀλλαγές πού ὁδήγησαν στόν ὑποσκελισμό τῶν εὐγενῶν στρατιωτῶν ἀπό τους μικροεισοδηματίες ἀγρότες, οἱ ὁποῖοι μποροῦσαν τώρα νά προμηθευτοῦν μιά πανοπλία, μιά καί δέν στοίχιζε πιά τόσο ἀκριβά, θά ἔπρεπε ἴσως νά δεχτοῦμε καί τίς δυό προτάσεις, ἔτσι ὅμως τό πρόβλημα γίνεται ἀκόμα πιό περίπλοκο. Πρῶτα πρῶτα, ἐπειδή ὑπάρχουν διαφορές ἀνάμεσα στίς πόλεις. Ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι ὑποστηρίχτηκε συχνά, τό σύστημα τῆς φάλαγγας δέν υἱοθετήθηκε, ὅπως φαίνεται, παντοῦ ταυτοχρόνως, ἔστω καί ἄν ἡ υἱοθέτησή του ἀπό μιά πόλη εἶχε ἀργά ἤ γρήγορα ὡς ἀποτέ-λεσμα τή διάδοσή του καί στίς γειτονικές. Κυρίως ὅμως ἐπειδή, ὅπως ἀποδεικνύουν καί πρόσφατες μελέτες, δέν ὑπῆρξε ἀρχικά ὁλοκληρωτική διαφοροποίηση τῆς πολεμικῆς τακτικῆς, πλήρης δηλαδή ἀντικατάσταση τῶν ἀριστοκρατικῶν πολεμικῶν μεθόδων ἀπό τή φάλαγγα τῶν πολιτῶν ὁπλιτῶν. Πράγματι, εἶναι φανερό ὅτι οἱ ἀριστοκράτες ἦταν ἐκεῖνοι πού ἐφάρ-μοσαν πρῶτοι στήν πράξη τή συλλογική αὐτή πολεμική μέθοδο. Πρέπει ἐπίσης νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι οἱ ἀριστοκρατικές παραδόσεις ἑξακολουθούσαν νά ἰσχύουν καί γιά τούς ὁπλίτες μέ τή μορφή τῶν κανόνων τοῦ ἀγῶνος, στόν ὁποῖο ἐπιβάλλεται ἡ ἀνωτερότητα τῶν ἀρίστων: ἡ διατήρηση τῆς ὑπεροχῆς στό πεδίο τῆς μάχης, ἡ ἀνέγερση τροπαίου μέ τά ὅπλα τοῦ ἡττημένου ἐχθροῦ, μαρτυροῦν τήν ἐπιβίωση τῶν ἀριστοκρατικῶν ἐθίμων, πού ἐκδηλώνεται κυρίως στή διατήρηση, ὡς τήν κλασική ἐποχή, σωμάτων ἐπίλεκτων πολεμιστῶν στίς τάξεις τοῦ στρατοῦ τῶν πολιτῶν, τά ὁποῖα μάχονται κατά φάλαγγα, ὅπως οἱ «Τριακόσιοι» στή Σπάρτη ἤ στή Θήβα καί οἱ «Ἱππεῖς» στήν Ἀθήνα.
 
Ἡ διαπίστωση ὅμως τῆς ἐπιβίωσης τῶν ἀριστοκρατικῶν παραδόσεων δέν ἀρκεῖ γιά νά ἑρμηνεύσει τήν ἐμφάνιση τῆς φάλαγγας, οὔτε, κατά μείζονα λόγο, τή συμμετοχή σ’αὐτήν καί μελῶν τοῦ δήμου. Ἐδῶ πρέπει νά παρεμβληθεῖ ἕνα οὐσιαστικό στοιχεῖο: ὅπως ὑποστήριξε ὁ Μ. Detienne, ἡ πόλη καί ἡ φάλαγγα «παρουσιάζουν ὁμόλογη δομή». Ἡ φάλαγγα, ὅπως καί ἡ πόλη, ἀπαρτίζεται ἀπό «ἀλληλομετάθετες μονάδες», καί καθώς ἡ πόλη συγκροτεῖται βαθμηδόν ὡς πολιτικό σχῆμα, οἱ ἀριστοκράτες τοῦ στρατεύματος, ἡ ἐλίτ τῶν πολεμιστῶν, παύουν πιά νά ἐπιδιώκουν ἀνδραγαθίες στό ἀτομικό ἐπίπεδο καί πολεμοῦν «σέ πυκνή παράταξη». Ὅπως λοιπόν ἐμφανίζονται στά ὁμηρικά ἔπη τά πρῶτα σημάδια τῆς ἀστι-κῆς ζωῆς, ἔτσι κι ἐδῶ παρουσιάζονται οἱ πρῶτες μορφές συλλογικοῦ ἀγώνα.
 
Ἡ γέννηση ὅμως τῆς πόλης συνδέεται, ὅπως προαναφέραμε, μέ τήν ἰδιοποίηση μίας ἐδαφικῆς περιοχῆς καί τόν καθορισμό τῶν συνόρων της. Ἡ ὑπεράσπιση αὐτων τῶν συνόρων ἀποτελεῖ γιά τήν κοινότητα τῶν πολιτῶν ἐπιτακτικό καθῆκον καί ὁδηγεῖ στήν υἱοθέτηση τῆς φάλαγγας καί τή συμμετοχή σ’αὐτήν ὅλων ὅσοι μποροῦν νά ἀποκτήσουν πανοπλία. Νά λοιπόν ποιά εἶναι ἡ οὐσία: πέρα ἀπό τίς ἀντιστοιχίες μεταξύ πολεμιστή καί πολίτη παρατηροῦμε καί τή διεύρυνση τοῦ στρατεύματος, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τή διεύρυνση τῆς κοινότητας τῶν πολιτῶν. Ἡ προσχώρηση «ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ» στή φάλαγγα πλάι σέ «μέλη τοῦ δήμου» ἐπιφέρει βαθιές κοινωνικές ἀλλαγές, πού ἀρκετές φορές εἶναι τό ἀποτέλεσμα συγκρούσεων. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Μ. Detienne, οἱ «ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ» ἐπωφελήθηκαν ἀπό τή συμμετοχή τους στόν πόλεμο, ἐνῶ γιά τά «μέλη τοῦ δήμου» ἦταν μόνο πηγή δεινῶν. Ἐπιπλέον ἡ φάλαγγα, ἐπιβάλλοντας ἀναγκαστικά ἕνα πνεῦμα ἰσότητας, ἀπέβαινε τελικά εἰς βάρος τους, ἐπειδή θά ἀνέκυπταν διεκδικήσεις γιά ἴση κατανομή τῶν λαφύρων καί τῶν ἐδαφῶν πού εἶχαν κατακτηθεῖ, καθώς καί γιά δίκαιη κατανομή τῆς γῆς τῶν πόλεων, πράγμα πού συνέβη, ὅπως θά δοῦμε, στή Σπάρτη καί τήν Ἀθήνα. Τέλος, ἀπό αὐτή τήν ἰσοτιμία τῶν ὁπλιτῶν τῆς φάλαγγας προέκυψε καί ἡ ἀπαίτηση για ἴση συμμετοχή στή λήψη τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων.
 
Ἡ ἐμφάνιση λοιπόν τῆς φάλαγγας εἶναι ἕνας ἀπό τους κυριότερους παράγοντες τῆς κρίσης πού συνταράζει ἀπό τόν 8ο αἰώνα τήν ἑλληνική ἀριστοκρατική κοινωνία. Ὄντας γέννημα τῶν ἀναγκῶν τῆς ἴδιας της ἀριστοκρατικῆς πόλης, ἡ φάλαγγα ἄνοιξε τό δρόμο γιά τό καθεστώς ἰσονομίας στήν πόλη τοῦ 6ου αἰώνα. Αὐτή ἡ μετάβαση δέν ἔγινε παντοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο. Ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε ἰσχυρή ἐλεύθερη ἀγροτική τάξη γίνεται χωρίς μεγάλες ἀπώλειες, καί κυρίως χωρίς συγκρούσεις. Ὅπου ὅμως κατέχει τήν ἐξουσία μιά ἰσχυρή ἀριστοκρατία, ἀπό τήν ὁποία ἐξαρτᾶται μεγάλος ἀριθμός ὑποτελῶν, κυριαρχεῖ ἡ βία. Στήν πρώτη περίπτωση ὑπάρχουν οἱ «νομοθέτες», πού ἐξισορρόπησαν τίς δυό δυνάμεις, τούς ἀγαθούς καί τούς κακούς, καί γιά τούς ὁποίους μιλοῦν μέ σεβασμό ἀκόμα καί τήν κλασική ἐποχή. Στή δεύτερη περίπτωση ἐμφανίζονται οἱ τύραννοι, πού ἀνατρέπουν τήν κοινωνική ἰσορροπία, γύρω ἀπό τους ὁποίους δημιουργεῖται μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων μιά πλούσια παράδοση μέ θέματα πού ἐπαναλαμβάνονται μέ ζῆλο. Νομοθέτες καί τύραννοι ὑπῆρξαν σύγχρονοι. Καμιά φορά μάλιστα ἡ τυραννίδα παρεμβάλλεται ἀνάμεσα σέ δυό «νομοθεσίες», ὅπως στήν Ἀθήνα μεταξύ Σόλωνα καί Κλεισθένη. Γιά νά διευκολυνθεῖ ἡ ἀνάλυση, εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά ἐξετάσουμε τίς δύο περιπτώσεις χωριστά, μολονότι ἀναγνωρίζουμε ὅτι τέτοιοι διαχωρισμοί εἶναι αὔθαιρετοι.
 
Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ ΣΕ ΣΥΡΡΑΞΗ (Οπλιτικές τακτικές)
 

Η επίθεση της οπλιτικής παράταξης διενεργείτο με τους πολεμιστές των τριών ή των τεσσάρων πρώτων στοίχων να κρατούν τα δόρατα τους σε οριζόντια θέση, προτεταμένα προς τον εχθρό. Τρεις ή τέσσερις αιχμές δοράτων εμπόδιζαν τον εχθρό να φτάσει στον πρώτο στοίχο της φάλαγγας. Οι πολεμιστές των γραμμών που ακολουθούσαν, είχαν τα δόρατα τους σε κεκλιμένη θέση προκειμένου να μην τραυματίσουν με τις αιχμές τους οπλίτες των εμπρόσθιων στοίχων και για να έχουν τους σαυρωτήρες (Σαυρωτήρ: ορειχάλκινη αιχμή της πίσω απόληξης του οπλιτικού δόρατος) με κατεύθυνση προς τα κάτω, έτσι ώστε να σκοτώνουν τους τραυματισμένους εχθρούς όταν περνούσαν από πάνω τους. Ο κύριος σκοπός της κλίσης των δοράτων ήταν να ανακόπτουν τα βλήματα που δέχονταν από τους ψιλούς του εχθρού (ακόντια, βέλη, πέτρες, κ.α.).
 
Η μάχη ξεκινούσε με τις δύο αντίπαλες φάλαγγες να κινούνται η μια εναντίον της άλλης. Η είσοδος στο πεδίο της σύρραξης συνοδευόταν είτε από πολεμικά άσματα, τους παιάνες –όπως συνήθιζαν οι στρατοί των Σπαρτιατών και των άλλων Δωριέων – είτε από πολεμικές ιαχές. Όταν οι οπλιτικοί στρατοί πλησίαζαν μεταξύ τους σε απόσταση περίπου μισού έως ενός σταδίου (89-177 μέτρα), οι πολεμιστές άρχιζαν να τρέχουν με σκοπό να επιπέσουν ορμητικά επί του εχθρού. Αυτό έπραξαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς εναντίον των Περσών στον Μαραθώνα. Εξαίρεση σε αυτόν τον γενικό κανόνα αποτελούσαν οι Σπαρτιάτες οι οποίοι βάδιζαν μέχρι την εκ του συστάδην σύρραξη, με οργανωμένο σχηματισμό και συγχρονισμένο βηματισμό, τον ρυθμό του οποίου έδιναν οι ήχοι αυλών. Στόχευαν στην τρομοκράτηση του εχθρού με την ψυχραιμία και την «απάθεια» τους. Μερικοί ερευνητές έχουν υποθέσει ότι και άλλοι στρατοί δωρικών πόλεων ακολουθούσαν αυτήν την τακτική εισόδου στη μάχη.
 
Το πρώτο στάδιο της σύρραξης των οπλιτών ήταν ο «δορατισμός», η ανταλλαγή πληγμάτων με τα δόρατα ανάμεσα στους πρώτους στοίχους των αντιμαχόμενων φαλαγγών. Τα ξύλινα στελέχη αρκετών δοράτων έσπαζαν κατά τη σφοδρή συμπλοκή. Οι αντίπαλοι πλησίαζαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλον ώστε οι ασπίδες τους ακουμπούσαν. Το δόρυ ήταν πλέον δύσχρηστο σε τόσο περιορισμένο χώρο για αυτόν τον λόγο ο οπλίτης συχνά το εγκατέλειπε και ξιφουλκούσε. Επρόκειτο για την φάση της συμπλοκής που ονομαζόταν «ωθισμός». Κύριο στοιχείο της ήταν η διαρκής καταπόνηση της εχθρικής φάλαγγας με την επιφάνεια των ασπίδων των προμάχων (των οπλιτών των εμπρόσθιων στοίχων), με τα ξίφη τους καθώς και με τις λόγχες των οπλιτών των πίσω γραμμών οι οποίοι έπλητταν τους αντιπάλους χάρη στα μακριά ξύλινα στελέχη των δοράτων τους. Οι πολεμιστές των πίσω στοίχων ωθούσαν τους μπροστινούς τους προκειμένου να ενδυναμώσουν την προσπάθεια. Η σωματική δύναμη είχε μεγάλη σημασία κατά την διάρκεια αυτού του αγώνα.
 
Επιδίωξη του ωθισμού ήταν η «παράρρηξις», δηλαδή η επίτευξη ρήγματος στον εχθρικό σχηματισμό. Το ρήγμα οδηγούσε στη διάλυση της εχθρικής φάλαγγας και στην άτακτη οπισθοχώρηση των πολεμιστών της. Στο προηγούμενο σχετικό άρθρο (βλ. στην αρχή) αναφερθήκαμε στον έτερο τρόπο διάλυσης μιας οπλιτικής παράταξης, την πλαγιοκόπηση και την περικύκλωση της. Ειδικά ο πανίσχυρος σπαρτιατικός σχηματισμός οπλιτών ήταν ικανός να επιτύχει ταυτόχρονα ρήγμα και υπερκέραση της αντίπαλης παράταξης. Έως την εποχή των «Μηδικών», οι Σπαρτιάτες επιτύγχαναν συχνά τη νίκη χωρίς καν να χρειαστεί να πολεμήσουν αγχέμαχα με τον εχθρό. Η θρυλική μαχητικότητα τους ενίοτε οδηγούσε τον αντίπαλο στο να διαλύσει την παράταξη του πριν αυτοί προλάβουν να πλησιάσουν. Εντούτοις, όταν οι αντίπαλοι οπλίτες είχαν την τόλμη να συμπλακούν με τους Σπαρτιάτες, δεν επιτύγχαναν τίποτα περισσότερο από μια ηθική νίκη θάρρους. Σύντομα οι οπλίτες της Σπάρτης επικρατούσαν και τους νικούσαν χάρη στο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και αντοχής τους. Είναι χαρακτηριστικό πως επί τρεις αιώνες –από τη μάχη των Υσιών (669/8 π.Χ.) έως τη μάχη των Λεύκτρων (371)– οι Σπαρτιάτες δεν βίωσαν την ήττα σε καθαυτό μάχη οπλιτών. Η σπαρτιατική φάλαγγα έφερε τον οπλιτικό πόλεμο στον κολοφώνα του.
 
Οι νότιοι Έλληνες δεν κατεδίωκαν τον ηττημένο εχθρό προκειμένου να μη διασπάσουν τις τάξεις της φάλαγγας τους. Γενικά οι νότιοι Έλληνες θεωρούσαν ότι η μάχη τελείωνε όταν η μια από τις δύο αντιμαχόμενες φάλαγγες κατελάμβανε το πεδίο της. Αντίθετα, οι βόρειοι Έλληνες, ειδικότερα οι Μακεδόνες, φρονούσαν ότι νίκησαν πραγματικά μόνο αν κατεδίωκαν και εξόντωναν ή αιχμαλώτιζαν σημαντικό μέρος του εχθρικού στρατεύματος, μια αποστολή που εξεπλήρωναν το ιππικό και οι υπασπιστές. Αυτός ήταν ο λόγος που οι μακεδονικές νίκες κατέληγαν συνήθως στη γενική σφαγή των αντιπάλων.
 
Η νοτιοελληνική πρακτική έναντι του ηττημένου εχθρού ενείχε το χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας αλλά η βορειοελληνική ήταν ορθότερη, διότι επιτύγχανε την αποτροπή της ανάκαμψης του εχθρού για σημαντικό χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα ο άτυπος «κανόνας» της μεγαλοψυχίας έναντι του νικημένου τηρείτο μόνο μεταξύ Ελλήνων επειδή αυτοί φρονούσαν ότι δεν έπρεπε να χύνεται άδικα ελληνικό αίμα. Αν ο αντίπαλος ήταν βάρβαρος, μάλλον δεν μπορούσε να ελπίζει στο έλεος του νικητή. Οι νότιοι Έλληνες κατακρεούργησαν τους Ασιάτες πολεμιστές κατά τους Περσικούς πολέμους. Περίπου ενάμιση αιώνα αργότερα, οι Μακεδόνες του Αλεξάνδρου σφαγίασαν με τον ίδιο μαζικό τρόπο τους πολεμιστές του Δαρείου, του Πώρου, των Μαλλών, κ.α. Οι ίδιες συνήθειες επικρατούσαν στην μεταχείριση των αιχμαλώτων, τουλάχιστον μέχρι τα «Μηδικά». Αν επρόκειτο για Έλληνες, κατά κανόνα ανταλλάσσονταν μεταξύ των δύο εμπολέμων ή απελευθερώνονταν με το τέλος των εχθροπραξιών. Αν οι αιχμάλωτοι δεν ήταν Έλληνες, κατέληγαν στα σκλαβοπάζαρα.
 
Η επίσημη παραδοχή της ήττας ήταν το αίτημα των νικημένων για σπονδές από τον νικητή, προκειμένου να τους επιτραπεί η συλλογή των νεκρών τους από το πεδίο. Αλλά πριν από αυτό, οι νικητές διενεργούσαν τη «σκύλευση», δηλαδή την συλλογή των όπλων των νεκρών αντιπάλων ως λάφυρα. Ένα μέρος τους χρησιμοποιείτο προκειμένου να κατασκευαστεί τρόπαιο στο σημείο της νίκης. Το τρόπαιο δεν αποτελούσε μόνιμο μνημείο, κάτι που οφειλόταν στην προαναφερόμενη πολιτική σεβασμού μεταξύ Ελλήνων. Το τρόπαιο μπορούσε να είναι μόνιμο σε περιπτώσεις που ο ηττημένος ήταν μη-Ελληνας.
 
Η άνοδος και η πτώση της οπλιτικής φάλαγγας
 
Από την εμφάνισή τους κατά τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ και μέχρι τα μέσα του 4ου οι Έλληνες οπλίτες αποτελούσαν χωρίς αμφιβολία το φοβερότερο βαρύ πεζικό της αρχαιότητας. Οι Ελλαδίτες ειδικότερα ήταν περιζήτητοι μισθοφόροι σε ανατολή και δύση, καθώς είχαν αποκτήσει τεράστια πολεμική εμπειρία χάρη στις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις της περιόδου.
 
Ο σχηματισμός μάχης τους ήταν η φάλαγγα, ένας συμπαγής σχηματισμός κρούσης. Αν και σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς ο οπλιτικός τρόπος του μάχεσθαι σε φάλαγγα φέρεται να επινοήθηκε στην Μικρά Ασία και συγκεκριμένα από τους Κάρες (υπόθεση που αμφισβητείται), ο οπλίτης «γεννήθηκε» σίγουρα στον ελλαδικό χώρο αποτελώντας εξέλιξη του μυκηναϊκού και υστερομυκηναϊκού επέτη, του βαριά οπλισμένου με πανοπλία ευγενούς πολεμιστή που πλαισίωνε πάνω σε άρμα ή πεζός τους Αχαιούς άνακτες. Με την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος διοίκησης και με την σταδιακή ανάδειξη της πόλεως-κράτους ως τον πυρήνα της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα, στο πλευρό των φατριών των αριστοκρατών πολεμιστών για την υπεράσπιση της πατρώας γης στάθηκαν και οι έως τότε παρίες της πολιτικής ζωής αγρότες. Καθώς ο οπλιτικός τρόπος μάχης σε φάλαγγα δεν απαιτούσε ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στα πολεμικά, παρά μόνο καλή φυσική κατάσταση, πειθαρχία και καρτερία, αρετές που οι αγρότες-πολίτες των ελληνικών πόλεων-κρατών διέθεταν και με το παραπάνω, τα στρώματα των μεσαίων και μικρών ιδιοκτητών γης κυριάρχησαν στις τάξεις της φάλαγγας της πόλης τους. Σταδιακά και με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας ανά περιοχή, κατάφεραν κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά αυτήν την πραγματικότητα μειώνοντας την ισχύ των παλαιών αριστοκρατικών οικογενειών που αποτελούσαν την έως τότε στρατιωτική και πολιτική ελίτ.
   
Τα κριτήρια στρατολόγησης ήταν κυρίως περιουσιακά και διέφεραν από πόλη σε πόλη. Συνήθεις προϋποθέσεις ήταν η ιδιοκτησία γης και η δυνατότητα αγοράς του βασικού οπλιτικού εξοπλισμού, δηλαδή της ασπίδας (στρογγυλή «αργολική», γνωστή και ως «όπλον», ή οκτώσχημη «βοιωτική») και στιβαρού δόρατος, με ίδια έξοδα. Η στρατιωτική υπηρεσία θεωρείτο προνόμιο κατά την πρώιμη εποχή, καθώς συνδεόταν άμεσα με την δυνατότητα άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Έτσι συμμετείχαν μόνο οι πολίτες που πληρούσαν συγκεκριμένα οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια που διέφεραν ανά περιοχή.
 
Κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο (8ος-5ος αιώνας π.Χ.) δεν υπήρχε κάποιο θεσμοθετημένο σύστημα εκπαίδευσης. Οι πλουσιώτεροι πολίτες εκπαιδεύονταν στα όπλα από ιδιώτες οπλοδιδάσκαλους, ενώ οι φτωχότεροι λάμβαναν στοιχειώδη μόνο κατάρτιση όποτε καλούνταν για υπηρεσία και αναλόγως της διάθεσης του στρατηγού να ασχοληθεί.

Εξαίρεση αποτελούσε η Σπάρτη με την περίφημη Αγωγή, ενώ οι Αθηναίοι αναφέρεται πως είχαν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στα πολεμικά χάρη στις συγκρούσεις που είχαν λάβει χώρα κατά την διάρκεια ολόκληρου του 5ου αιώνα π.Χ.
 
Κατά την ύστερη περίοδο τα ελληνικά κράτη άρχισαν να ανθούν οικονομικά και να αποκτούν σημαντικό κρατικό ταμείο. Παράλληλα, χρειάζονταν όσο το δυνατόν περισσότερους στρατιώτες, ώστε να ανταπεξέλθουν στις μαζικές πολεμικές συγκρούσεις της εποχής. Τα περισσότερα κατέφυγαν στην πρόσληψη μισθοφόρων. Στην Αθήνα του ύστερου 4ου αιώνα π.Χ. από την άλλη, μετά την ήττα στην Χαιρώνεια από τους Μακεδόνες του Φιλίππου Β’, η πολιτεία επένδυσε στην εκπαίδευση των πολιτων της. Οι έφηβοι διεκπεραίωναν την «εφηβεία» τους, δηλαδή βασική στρατιωτική εκπαίδευση δύο χρόνων που αναλάμβανε να παρέχει η ίδια η πόλη στους πολίτες της. Με την επιτυχή περάτωση της εκπαίδευσης ο πολίτης-οπλίτης παραλάμβανε ως δωρεά από την πολιτεία την πανοπλία του.
 
     Η φάλαγγα διαιρείτο σε τακτικές υποδιαιρέσεις που διευκόλυναν την διοίκησή της. Μεγαλύτερη τακτική υποδιαίρεση της φάλαγγας ήταν η τάξις, που μπορούσε να περιλαμβάνει από 300 μέχρι και 1000 περίπου άνδρες και αντιστοιχούσε πολιτικά σε μία φυλή, η οποία μπορούσε να αποτελείται από αρκετές φατρίες/λόχους. Μικρότερες μονάδες ήταν η πεντηκοστύς/γένος (72-50 άνδρες) και η ενωμοτία (ομοσκηνία των 36 ανδρών που αποτελούνταν συνήθως από «αδελφότητες» πολεμιστών, συνήθως της ίδιας ηλικίας, που τους συνέδεαν συγγενικοί δεσμοί αίματος ή εξ αγχιστείας). Με την σταδιακή ένταξη όλο και περισσότερων πολιτών στην φάλαγγα που δεν άνηκαν στις παραδοσιακές φατρίες, η ένταξη στις τάξεις άρχισε να γίνεται με βάση γεωγραφικά κριτήρια παρά με τους οικογενειακούς δεσμούς, η ανάδειξη της ηγεσίας να γίνεται με διορισμό από το κράτος ή με εκλογές απευθείας από τους οπλίτες-πολίτες και να παρακάμπτει τις επιταγές της παραδοσιακής φυλετικής οργάνωσης και η ιεραρχία όλο και πιο καθετοποιημένη και με μεγαλύτερη έμφαση στο σώμα των υπαξιωματικών (στοιχιάρχης, ουραγός, σαλπιγκτές).
 
Κατά τη παράταξη σε μάχη η φάλαγγα αρχικά είχε βάθος 8 ζυγών, ενώ κατα τη περίοδο της μεγάλης ακμής της, στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. είχε βάθος 12-16 ζυγών. Η φάλαγγα διακρινόταν στο «δεξιό» και το «αριστερό κέρας» και το «μέσον» που αποκαλούνταν «ομφαλός».
Η κύρια τακτική που εφαρμοζόταν ήταν ο ωθισμός, η άσκηση, δηλαδή, πιέσεως στην αντίπαλη παράταξη. Πιο συγκεκριμένα, οι πίσω γραμμές έσπρωχναν (ωθούσαν) τις μπροστινές, οι οποίες με την σειρά τους, έσπρωχναν τις πρώτες γραμμές του εχθρού. Έτσι, στις πρώτες 2-4 γραμμές της αντίπαλης παράταξης, ασκείτο τρομερή πίεση, με αποτέλεσμα πολλοί πολεμιστές, μην αντέχοντας, να πέφτουν στο έδαφος και να ποδοπατούνται από την προελαύνουσα αντίπαλη παράταξη. Κατά αυτόν τον τρόπο κρίνονταν, κυρίως, οι μάχες μεταξύ οπλιτών, για αυτό και οι νεκροί της σύγκρουσης ήταν λίγοι. Εκεί όπου υπήρχαν οι περισσότερες απώλειες, ήταν η καταδίωξη, κατά την οποία οι ηττημένοι οπλίτες διέλυαν τον σχηματισμό τους και υποχωρούσαν άτακτα.
 
Αν και ανυπέρβλητη έναντι οποιουδήποτε σύγχρονου πεζικού, η φαλαγγα των οπλιτών μπορούσε να βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση αν αφηνόταν χωρίς υποστήριξη από αλλα σώματα έναντι ελαφρού πεζικού ή ιππικού. Γι’αυτό οι ελληνικοί στρατοί της ύστερης περιόδου αποτελούσαν καλά οργανωμένες δυνάμεις συνδυασμένων όπλων, όπου φάλαγγα, ακροβολιστές και ιππικό συνεργάζονταν αρμονικά. Σύμφωνα με τον Αθηναίο στρατηγό του 4ου αιώνα Ιφικράτη, ένας στρατός λειτουργούσε όπως το ανθρώπινο σώμα: ο στρατηγός αποτελούσε το μυαλό, η φάλαγγα τον κορμό, το ιππικό τα πόδια και οι ακροβολιστές τα χέρια. Μια καλά εκπαιδευμένη φαλαγγα οπλιτών όπως η σπαρτιατική ή αυτή των περίφημων Μυρίων, μπορούσε να επιδείξει μεγάλη ευελιξία στο πεδίο της μάχης χάρη στις τακτικές υποδιαιρέσεις της και, σε συνεργασία με τα τμήματα ιππικού και ελαφρού πεζικού που την συνόδευαν, να ανταπεξέλθει σχεδόν σε οποιαδήποτε πρόκληση.
 
Η ένδεια των ΑΘηναίων πολιτών των αρχών του 4ου αιώνα π.Χ, καθώς και η ανάγκη ύπαρξης ενός αξιόπιστου πεζικού πολλαπλών ρόλων που θα αναλάμβανε αποστολές που δύσκολα θα μπορούσαν να φέρουν σε πέρας οι κλασικοί βαριά οπλισμένοι οπλίτες, οδήγησε τον στρατηγό Ιφικράτη στην επινόηση ενός πεζικού μέσου τύπου που, αναλόγως της αποστολής του, θα μπορούσε να πολεμήσει αποτελεσματικά τόσο σε παράταξη, όσο και σε ακροβολισμό
 
Έφερε μικρότερη, ελαφρύτερη ασπίδα, την πέλτη, και μακρύτερο δόρυ για να διαθέτει το πλεονέκτημα του πρώτου πλήγματος έναντι του αντιπάλου. Από αυτόν τον τύπο πεζικού θεωρείται από κάποιους μελετητές πως εμπνεύστηκε ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας τους σαρισοφόρους φαλαγγίτες του.
 
Χάρη στη μεγαλη επιτυχία του, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Μηδικών, ο οπλιτικός τρόπος μάχης ξεπέρασε τα όρια του ελληνικού κόσμου και υιοθετήθηκε σύντομα και από τους στρατούς σημαντικών δυνάμεων της εποχής, όπως η Καρχηδόνα. Άλλες δυνάμεις όπως οι Αχαιμενίδες Πέρσες και η Αίγυπτος στρατολόγησαν αθρόα οπλίτες από την Ελλάδα και την Μικρά Ασία ελλείψει ιθαγενούς βαρέος πεζικού, ενώ η Ρώμη υιοθέτησε, εξέλιξε και βελτίωσε το ελληνικό υπόδειγμα, δημιουργώντας την σπειροειδή λεγεώνα της μέσης δημοκρατικής περιόδου.
 
Η οπλιτική φάλαγγα παρήκμασε κατά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ με την εμφάνιση της περίφημης μακεδονικής φάλαγγας που σταδιακά κυριάρχησε στον ελληνικό κόσμο, αλλά και με την ραγδαία φτωχοποίηση της Ελλάδας λόγω των συνεχών πολέμων και της αλλαγής των γεωοικονομικών δεδομένων που έφεραν η κατάκτηση της ανατολής από τον Μέγα Αλέξανδρο και η δημιουργία των ελληνιστικών βασιλείων.
 
Παράλληλα, οι εισβολές των Κελτών των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ στον ελληνικό κόσμο, έφεραν τους Έλληνες πολεμιστές σε επαφή με τον «θυρεό», μια παραλλαγή της κελτικής ασπίδας του πολιτισμού Λα Τεν σαφώς φθηνότερης και ελαφρύτερης από το παραδοσιακό «όπλον». Μέχρι το τέλος του αιώνα οι Έλληνες πολίτες των μικρότερων πόλεων-κρατών, που δεν διέθεταν την δυνατότητα οργάνωσης στρατών συνδυασμένων όπλων σαρισοφόρων-ακροβολιστών-ιππικού ελληνιστικού τύπου, εγκατέλειψαν σταδιακά τις βαριές οπλιτικές τους εξαρτήσεις και υιοθέτησαν τον νέο «θυρεό» μετατρεπόμενοι σε μέσο πεζικό πολλαπλών ρόλων, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις του σύγχρονού τους πεδίου μάχης. Οι αγέρωχοι πολεμιστές που σε παλαιότερες εποχές ταπείνωσαν τους Πέρσες σε Μαραθώνα και Πλαταιές, τον 3ο αιώνα π.Χ αποτελούσαν πλέον παρελθόν…
 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου