Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (209-266)

ΕΠ. ἄγε σύννομέ μοι, παῦσαι μὲν ὕπνου,
210 λῦσον δὲ νόμους ἱερῶν ὕμνων,
οὓς διὰ θείου στόματος θρηνεῖς
τὸν ἐμὸν καὶ σὸν πολύδακρυν Ἴτυν,
ἐλελιζομένη διεροῖς μέλεσιν
γένυος ξουθῆς. καθαρὰ χωρεῖ
215 διὰ φυλλοκόμου μίλακος ἠχὼ
πρὸς Διὸς ἕδρας, ἵν᾽ ὁ χρυσοκόμας
Φοῖβος ἀκούων τοῖς σοῖς ἐλέγοις
ἀντιψάλλων ἐλεφαντόδετον
φόρμιγγα θεῶν ἵστησι χορούς·
220 διὰ δ᾽ ἀθανάτων στομάτων χωρεῖ
ξύμφωνος ὁμοῦ
θεία μακάρων ὀλολυγή.

ΕΥ. ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, τοῦ φθέγματος τοὐρνιθίου·
οἷον κατεμελίτωσε τὴν λόχμην ὅλην.
225 ΠΙ. οὗτος. ΕΥ. τί ἐστιν; ΠΙ. οὐ σιωπήσει; ΕΥ. τί δαί;
ΠΙ. οὕποψ μελῳδεῖν αὖ παρασκευάζεται.

ΕΠ. ἐποποποῖ ποποῖ, ποποποποῖ ποποῖ,
ἰὼ ἰὼ ἴτω ἴτω
ἴτω τις ὧδε τῶν ἐμῶν ὁμοπτέρων·
230 ὅσοι τ᾽ εὐσπόρους ἀγροίκων γύας
νέμεσθε, φῦλα μυρία κριθοτράγων
σπερμολόγων τε γένη
ταχὺ πετόμενα, μαλθακὴν ἱέντα γῆρυν·
ὅσα τ᾽ ἐν ἄλοκι θαμὰ
235 βῶλον ἀμφιτιττυβίζεθ᾽ ὧδε λεπτὸν
ἡδομένᾳ φωνᾷ·
—τιοτιοτιοτιοτιοτιοτιοτιο—
ὅσα θ᾽ ὑμῶν κατὰ κήπους ἐπὶ κισσοῦ
κλάδεσι νομὸν ἔχει,
240 τά τε κατ᾽ ὄρεα τά τε κοτινοτράγα τά τε κομαροφάγα,
ἁνύσατε πετόμενα πρὸς ἐμὰν αὐδάν·
—τριοτο τριοτο τοτοβριξ·—
οἵ θ᾽ ἑλείας παρ᾽ αὐλῶνας ὀξυστόμους
245 ἐμπίδας κάπτεθ᾽, ὅσα τ᾽ εὐδρόσους γῆς τόπους
ἔχετε λειμῶνά τ᾽ ἐρόεντα Μαραθῶνος, ὄρ-
νις ‹τε› πτεροποίκιλος, ἀτταγᾶς ἀτταγᾶς·
250 ὧν τ᾽ ἐπὶ πόντιον οἶδμα θαλάσσης
φῦλα μετ᾽ ἀλκυόνεσσι ποτῆται,
δεῦρ᾽ ἴτε πευσόμενοι τὰ νεώτερα·
πάντα γὰρ ἐνθάδε φῦλ᾽ ἁθροΐζομεν
οἰωνῶν ταναοδείρων.
255 ἥκει γάρ τις δριμὺς πρέσβυς
καινὸς γνώμην
καινῶν ἔργων τ᾽ ἐγχειρητής.
ἀλλ᾽ ἴτ᾽ εἰς λόγους ἅπαντα,
δεῦρο δεῦρο δεῦρο δεῦρο·
260 τοροτοροτοροτοροτιξ,
κικκαβαυ κικκαβαυ,
τοροτοροτορολιλιλιξ.

ΠΙ. ὁρᾷς τιν᾽ ὄρνιν; ΕΥ. μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ μὲν οὔ.
καίτοι κέχηνά γ᾽ εἰς τὸν οὐρανὸν βλέπων.
265 ΠΙ. ἄλλως ἄρ᾽ οὕποψ, ὡς ἔοικ᾽, εἰς τὴν λόχμην
ἐμβὰς ἐπῶζε χαραδριὸν μιμούμενος.

***
Ο Τσαλαπετεινός μπαίνει στο σύδεντρο, και από κει ακούγεται η φωνή του.ΤΣΑ. Ξύπνα, ξύπνα συντρόφισσα εσύ,
και τους ύμνους σου πες τους ιερούς,
210 που γοερούς για τον Ίτη μας χύνει,
τον πολύκλαυτο γιο μου και γιο σου,
το θεϊκό σου το στόμα·
μελωδίες κρουσταλλένιες σκορπά ο καστανός σου λαιμός,
κι ανεβαίνει καθάριος ο αχός,
απ᾽ τα φύλλα ως περνά φουντωτής σμιλακιάς,
προς το θρόνο του Δία·
πάνου ο Φοίβος εκεί
ο χρυσομάλλης τους θρήνους σου ακούοντας
τη χρυσή ελεφαντόδετη λύρα χτυπά
κι έτσι στήνει χορούς των θεών·
και μαζί, ταιριαστή,
220 από στόματ᾽ αθάνατα τότε η φωνή
η θεϊκιά των μακάρων ξεσπάει.

Ακούονται ήχοι αυλού όμοιοι με αηδονολαλήματα.
ΕΥΕ. Ω το πουλάκι, τί γλυκιά η λαλιά του!
Το σύδεντρο το γέμισε όλο μέλι.
ΠΙΣ. Ε συ,... ΕΥΕ. Τί τρέχει; ΠΙΣ. σώπαινε. ΕΥΕ. Γιατί;
ΠΙΣ. Ο Τσαλαπετεινός θα ξαναρχίσει.

ΤΣΑ., τραγουδιστά, πίσω από τα δέντρα, με συνοδεία αυλού.
Εποπόποποποπόι, εποπόποποποπόι!
Λαλαλά, ω ελάτε δω,
φτερωτά συντρόφια εσείς·
όσα μέσα στα χωράφια
230 τα καλόσπαρτα βοσκάτε των ξωμάχων,
αναρίθμητες φυλές κριθαροφάγες,
ράτσες σπορολόγες, ω
απαλόφωνα, γοργόφτερα πουλιά·
κι όσα γύρω από το βόλο
τιτιβίζετε στ᾽ αυλάκι
με ψιλούτσικη χαρούμενη λαλιά·
—τσιουτσίου, τσιουτσίου, τσιουτσίου·—
κι όσα, μες στα περιβόλια, στου κισσού
λημεριάζετε τα κλώνια·
κι όσα πάνω στα βουνά
240 αγριλιές και κουμαριές τσιμπολογάτε·
τη φωνή μου ακούστε, ελάτε,
τρέξτε, ανοίξτε τα φτερά·
—τριοτό τριοτό τοτοβρίξ·—
όσα μέσα στα στενά, στα βαλτοτόπια,
βελονόστομα κουνούπια χάφτετε, όσα
σε δροσόλουστες φωλιάζετε μεριές
και στου Μαραθώνα το λιβάδι
το μυριόχαρο· κι εσύ,
παρδαλόφτερο πουλί,
πέρδικα των λιβαδιών,
ω λιβαδοπέρδικα·
250 κι όσα πάνω από το κύμα του πελάγου
μ᾽ αλκυόνες φτερουγίζετε, ω ελάτε,
τρέξτε δω, τα νέα ν᾽ ακούσετε μαντάτα·
γιατί εδώ των μακρολαίμικων πουλιών
σύναξη καλούμ᾽ εμείς.
Έφτασ᾽ ένας γέροντας
τώρα τετραπέρατος·
νέες ιδέες σοφίζεται
κι έργα νέα επιχειρεί.
Όλα εδώ γοργά γοργά
τρέξτε για τη συντυχιά·
260 τοροτόροτοροτόρο τοροτίξ,
κουκουβάου κουκουβάου,
τοροτόρο τοροτόρολιλιλίξ.

ΠΙΣ. Βλέπεις πουλί κανένα; ΕΥΕ. Ούτ᾽ ένα· κι όμως
κοιτάω τον ουρανό μ᾽ ανοιχτό στόμα.
ΠΙΣ. Του κάκου μπήκε κι έκραζε στο λόγγο
ο Τσαλαπετεινός σα βροχοπούλι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΣΤΡΑΙΑ

ΑΣΤΡΑΙΑ
(αστερισμός)
 
Κόρη του Δία και της Θέμιδας (δικαιοσύνης) και αδελφή της Αιδώς. Άλλες παραδόσεις (Υγίνος 2.25.1) τη θεωρούν κόρη της Ηώς και του Αστραίου, γιου της Γαίας και του Τάρταρου. Από καταγωγή (τη μία ή και την άλλη) και ονομασία συνδέεται με το αίσθημα της δικαιοσύνης και της αρετής -γι' αυτό και κάποιοι συγγραφείς την ταυτίζουν με Δίκη- αλλά και με αστερισμό στον ουρανό.
 
Βρισκόταν στη γη την εποχή του χρυσού γένους, όταν οι λαοί δεν έκαναν επιθέσεις ο ένας εναντίον του άλλου ούτε διέσχιζαν τις θάλασσες, μόνο ασχολούνταν με τα χωράφια τους. Οι θνητοί όμως που γεννήθηκαν μετά από αυτούς εκφυλίστηκαν και άφησαν την κακία και την απληστία να κυριαρχούν στον κόσμο. Και η Αστραία έμεινε λίγο ακόμη στη γη, στην ύπαιθρο μαζί με τους χωρικούς, και μετά ανέβηκε στον ουρανό ως ο αστερισμός της Παρθένου*.
 
Κάποιοι συγγραφείς ταυτίζουν την Αστραία με τη Δίκη, ακριβώς λόγω της σχέσης της Αστραίας με τη δικαιοσύνη, από καταγωγή (μητέρα) και στάση ζωής. Στον αστερισμό της Παρθένου άλλοι συγγραφείς έβλεπαν την Ηριγόνη, τη Θέσπια, την Παρθένο, τη Δήμητρα.
---------------------------
*Αστερισμός της Παρθένου
 
Ταύτην Ἡσίοδος ἐν Θεογονίᾳ εἴρηκε θυγατέρα Διὸς καὶ Θέμιδος, καλεῖσθαι δὲ αὐτὴν Δίκην· λέγει δὲ καὶ Ἂρατος παρὰ τούτου λαβὼν τὴν ἱστορίαν ὡς οὖσα πρότερον ἀθάνατος καὶ ἐπὶ τῆς γῆς σὺν τοῖς ἀνθρώποις ἦν καὶ ὅτι Δίκην αὐτὴν ἐκάλουν· μεταστάντων δὲ αὐτῶν καὶ μηκέτι τὸ δίκαιον συντηρούντων, οὐκέτι σὺν αὐτοῖς ἦν, ἀλλ' εἰς τὰ ὄρη ὑπεχώρει· εἶτα στάσεων καὶ πολέμων αὐτοῖς ὄντων [διὰ] τὴν παντελῆ αὐτῶν ἀδικίαν ἀπομισήσασαν εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνελθεῖν. λέγονται δὲ καὶ ἕτεροι λόγοι περὶ αὐτῆς πλεῖστοι· οἱ μὲν γὰρ αὐτήν φασιν εἶναι Δήμητρα διὰ τὸ ἔχειν στάχυν, οἱ δὲ Ἲσιν, οἱ δὲ Ἀταργάτιν, οἱ δὲ Τύχην, διὸ καὶ ἀκέφαλον αὐτὴν σχηματίζουσιν.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,9

Όσο λιγότερο πληγώσουμε, τόσο λιγότερο θα πληγωθούμε

Πληγώνεσαι, λες, και κάθεσαι μουτρωμένος/η στη γωνιά, με τα πόδια μαζεμένα και το κεφάλι σκυφτό. Κλαις κι οδύρεσαι. Διαολίζεσαι κι εκσφενδονίζεις κατάρες. Για τον κόσμο που είναι άδικος. Και δεν μπορείς να καταλάβεις πώς είναι λογικό να πληγώνονται οι άνθρωποι.

Κι έπειτα τα βάζεις με τον άλλον. Το λάθος σου. Εκείνον που κακώς εμπιστεύτηκες και κακώς αγάπησες. Εκείνον που αναγνωρίζεις ως την αφετηρία όλων των αναστεναγμών σου. Και λες πώς γίνεται κι απορείς πώς μπόρεσε; Πώς ζει με τον εαυτό του; Και γιατί δεν προσπάθησε να μπει στη θέση σου; Τίποτα δε σεβάστηκε;

Και μ’ αυτά κι εκείνα περνάς τον χρόνο σου έτσι. Γεμάτος πίκρα κι απογοήτευση. Γεμάτος θυμό. Και χάνεσαι στη θάλασσα των σκέψεών σου που, όμως, κατευθύνονται προς μία και μόνο κατεύθυνση∙ τις ευθύνες των άλλων στο μικρό εργάκι, δράμα θα μπορούσαμε να το πούμε, αυτό τέλος πάντων της εξαπάτησης και της πληγής σου.

Στιγμή δε σκέφτηκες πως κάπου, κάποτε υπήρξες κι εσύ το λάθος κάποιου. Πως καθόλου αθώος δε χαρακτηρίζεσαι. Διότι με τον ίδιο τρόπο που πληγώθηκες, πλήγωσες κι εσύ, και με τον ίδιο τρόπο που πόνεσες, έκανες να πονέσουν. Και τότε εσύ ήσουν που δε σκέφτηκες τι κάνεις (ή που απλά δε σε ένοιαξε) και που κατάφερες να ζήσεις με τον εαυτό σου και που δεν προσπάθησες να μπεις στη θέση του άλλου. Εσύ ήσουν εκείνος που δε σεβάστηκε τίποτα.

Βέβαια, τώρα στη λογική σου τα ‘χεις τακτοποιήσει. Κι έχεις δημιουργήσει στη συνείδησή σου τα ελαφρυντικά σου. Σε έπεισες πως είχες λόγο που έδρασες με τον τρόπο που έδρασες. Έτσι, για να μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια. Μέσα σου, όμως, ξέρεις την αλήθεια και ξέρεις τι άφησες πίσω σου, κι ας μην το παραδέχεσαι ούτε στον καθρέφτη σου. Με τον ίδιο τρόπο κι αυτός που άφησε εσένα πίσω του, να μετράς τα πλακάκια στο πάτωμα, έχει δημιουργήσει κι αυτός τα δικά του άλλοθι και κοιμάται επίσης τα βράδια με υπνωτισμένη συνείδηση.

Είμαστε θύματα και θύτες στο ίδιο παιχνίδι. Στον ίδιο πόλεμο. Στο πεδίο μάχης που ονομάζουμε «έρωτα». Δημιουργούμε ένα φαύλο κύκλο και μπλεκόμαστε σ’ αυτόν. Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε πως είμαστε θύματα. Είναι πιο εύκολο. Κανείς δεν είπε πως δεν είμαστε. Με τον ίδιο τρόπο που είμαστε και θύτες. Κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Τη στιγμή που καταριόμαστε κι επιρρίπτουμε ευθύνες, καλό θα ήταν να αναλογιστούμε λίγο και τις δικές μας. Κι αν μας πόνεσαν, δεν είναι τρόπος να το ξεπεράσουμε μεταβιβάζοντας τον πόνο σε κάποιον άλλον, πληγώνοντας κι εμείς με τη σειρά μας τον επόμενο στη σειρά. Όσο λιγότερο πληγώσουμε, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να μη μας πληγώσουν.

Γιατί, ξέρετε, οι άνθρωποι όταν πονούν, σπάζουν. Και χάνουν κάποια κομμάτια τους. Και μένουν με ρωγμές. Κι έπειτα χάνουν λίγη απ’ την ικανότητά τους να αγαπούν και να εμπιστεύονται και να δίνουν. Κι ύστερα είναι πιο πιθανό να πληγώσουν. Και να δημιουργήσουν κι άλλους όμοιούς τους. Κι όλο αυτό συνεχίζεται αενάως.

Μέχρι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Μέχρι να καταλάβουμε πως δε μιλούμε για παιχνίδια αλλά για ανθρώπινες ψυχές και συνειδήσεις. Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως δε μας παίρνει να το παίζουμε χαλαροί κι άνετοι, και ν’ αρχίζουμε να μετράμε τα λόγια μας και τις πράξεις μας. Είμαστε υπόλογοι για ό,τι αφήνουμε πίσω μας.

Και κανένα ελαφρυντικό δεν υπάρχει, όταν σπάσεις έναν άνθρωπο. Γιατί μετά θα ‘σαι υπεύθυνος και για τον επόμενο που θα σπάσει και για όλο το ντόμινο που θα ακολουθήσει. Κι όταν αυτό σωριαστεί πάνω σου, κι είσαι κι εσύ ακόμα ένας στη σειρά, τότε δεν είσαι άμοιρος των ευθυνών σου και, στα σίγουρα, δεν είσαι μόνο θύμα. Δε φταίει μόνο το σύμπαν, ούτε οι άνθρωποι, ούτε μόνο εκείνος που σε πλήγωσε.

Φταις κι εσύ. Φταις κι εσύ που δε σταμάτησες τον τροχό. Και συνέχισες τη ροή του ξέροντας τις συνέπειες. Φταις κι εσύ, φταίω κι εγώ, φταίμε όλοι μας. Γιατί όσο υπάρχουν πληγωμένοι, υπάρχουν κι αυτοί που πληγώνουν. Κι αυτό δε θα σταματήσει όταν κλαις την ώρα που πληγώνεσαι. Θα σταματήσει, όταν σκεφτείς διπλά πριν πληγώσεις.

Το Μανιφέστο της Πρακτικής Σκέψης

Θα προειδοποιήσω τους αναγνώστες πως τα λόγια αυτά δεν θα είναι απαλά, δεν θα είναι στρογγυλεμένα, δεν θα είναι συναισθηματικά. Θα είναι όπως και η πραγματικότητα, σκληρά και πρακτικά. Γι’ αυτό, όσοι νιώθουν πως δεν μπορούν να τα αντέξουν, καλύτερα να μην συνεχίσουν την ανάγνωση.
 
Για αυτούς που ψάχνουν την αλήθεια, μέσα από μοτίβα, πολιτικά ή θεολογικά, που ψάχνουν την αρμονία και την προστασία σε ένα μεσσιανικό τέλος, να ξέρουν πως η αλήθεια είναι η εκδήλωση των γεγονότων που υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο, αυτά που νιώθετε, αυτά που σας επηρεάζουν.
 
Πραγματικότητα είναι η εκδήλωση όλων των συμφερόντων, μέσα στα πλαίσια των φυσικών – βιολογικών δυνάμεων. Η δύναμη που διαθέτει ένας οργανισμός, κάνει το συμφέρον του πραγματικό ή μη πραγματικό. Κάθε πεποίθηση, πολιτική ή θρησκευτική, που προσπαθεί να φτιάξει ένα σύστημα ελεγχόμενο, προστατευμένο και φιλικό προς τον άνθρωπο, είναι απλά για ανακούφιση.
 
Η πραγματικότητα δεν είναι όμορφη, γιατί δεν την ενδιαφέρει να είναι.
 
Η μέθοδος για να είστε πραγματιστές, για να σκέφτεστε ρεαλιστικά και για να αποβάλλετε από μέσα σας τις ρομαντικές σκέψεις, είναι η εστίαση σε κάθε έννοια αναζητώντας τις ιδιαίτερες πρακτικές της συνέπειες. Οποιαδήποτε έννοια και να έχετε στο μυαλό σας, οποιαδήποτε ιδέα και να επεξεργάζεστε, να ξέρετε πως το νόημα της κάθε έννοιας ή ιδέας, που έχουμε κατά νου είναι η πρακτική συνέπεια που αυτή έχει. Αν δεν έχει κάποια πρακτική συνέπεια, τότε είναι χάσιμο χρόνου. Αν δεν μπορείτε να τις εξετάσετε επιστημονικά, τότε επιλέξτε με τη βούλησή σας, στη βάση της χρησιμότητας που έχουν. Ποτέ μην αγκυλώνεστε σε μια ιδέα, να είστε ευέλικτοι και προσαρμοστικοί.
 
Όλες οι θεωρίες που έχουν κατασκευαστεί από τον άνθρωπο, είναι εργαλεία που του επιτρέπουν για να επιλύσει προβλήματα. Αν δεν επιλύει τα προβλήματα, τότε η θεωρία προσαρμόζεται. Στη ζωή σας θα έχετε πολλά προβλήματα και δεν θα μπορείτε να τα αποφύγετε. Ο μόνος τρόπος που υπάρχει για να επιβιώσετε, είναι να τα λύσετε με επιτυχία για το άτομό σας. Αν δεν τα λύσετε θα σας νικήσουν. Αν ζητήσετε να σας τα λύσουν άλλοι, να ξέρετε πως θα χάσετε την ανεξαρτησία σας.
 
Πως πρέπει να λύνετε προβλήματα:
 
1. εντοπίστε το πρόβλημα
2. ορίστε το πρόβλημα – κατανοήστε όλα τα χαρακτηριστικά του, μην κρύψετε τίποτα
3. διαμορφώστε πιθανές λύσεις
4. εξετάστε και αξιολογήστε τις πιθανές λύσεις
5. εντοπίστε την αποδοτικότερη και απορρίψτε τις άλλες
6. ελέγξτε την επίλυση και καλύτερα να έχετε εφεδρικά σχέδια αν κάτι δεν πάει καλά
 
Η θεωρία έχει αξία για έναν πραγματιστή, όταν στο βαθμό που του να πιστεύει σε αυτήν, είναι επωφελής για την ζωή του.
 
Κάθε οργανισμός ή μια ομάδα που έχει έναν σκοπό λειτουργεί βάση τριών χαρακτηριστικών:
 
1. επιβίωση
2. ανάπτυξη - εξέλιξη
3. εξάπλωση
 
Όταν η θεωρία εξυπηρετεί αυτά τα χαρακτηριστικά, τότε είναι για εμάς πρακτική.
 
Όταν λέμε πως μια παράσταση είναι αληθής, είναι επειδή μπορούμε να την αφομοιώσουμε, να την επικυρώσουμε, να την βεβαιώσουμε και να την επαληθεύσουμε, ενώ ψευδής είναι εκείνη που δεν μπορούμε. Μια παράσταση καθίσταται αληθής, μέσω των συμβάντων που εκδηλώνει. Η εγκυρότητα που έχει, είναι η διαδικασία της επικύρωσής της, η διαδικασία ότι επαληθεύει τον εαυτό της.
 
Με τον όρο «αλήθεια», ονομάζουμε οποιαδήποτε παράσταση θέτει τη διαδικασία επαλήθευσης της σε κίνηση.
 
Ενώ, με τον όρο «χρήσιμη», ονομάζουμε την ολοκληρωμένη λειτουργία της στην εμπειρία.
 
Η έννοια μιας αλήθειας, που απαιτεί να συμφωνούμε μαζί της χωρίς κανέναν λόγο, παρά απλώς επειδή η αξίωσή της είναι απροϋπόθετη ή υπερβατική, είναι ανούσια.
 
Τέτοιες αλήθειες είναι οι θρησκευτικές και δεν έχουν καμία χρησιμότητα για ένα πρακτικό μυαλό. Οι θρησκευτικές αλήθειες αποπνέουν ένα ισχυρό αίσθημα γαλήνης, ειρήνης και ηρεμίας.
 
Η μετάβαση από μια κατάσταση απορίας, αναζήτησης και κατάκτησης, στη θρησκευτική αντίληψη της νηνεμίας, είναι γεμάτη με ανακούφιση και ευχαρίστηση. Κάνοντας το άτομο ευνουχισμένο από τις δυνάμεις της πραγματικότητας.
 
Από τις δυνάμεις που μπορεί να χρησιμοποιήσει για το συμφέρον του.
 
Μην γίνεστε σκλάβοι των αισθημάτων, κάνοντας τα οδηγούς για τη ζωή σας. Τα αισθήματα είναι και η αδυναμία σας και όποιος το αντιληφθεί μπορεί να σας χειραγωγήσει, μέσω αυτών. Τα αισθήματα που δεν έχουν χρησιμότητα, δεν έχουν νόημα και πραγματικότητα. Δεν έχουν ουσία, ώστε να χρειάζονται την ενέργειά σας. Αλλά, εάν έχουν κάποια χρησιμότητα, για τα συμφέροντά σας, αυτή είναι και το νόημά τους. Και το νόημα θα είναι αληθές, εάν η χρήση αποκτά ευρύτερο περιεχόμενο στη καθημερινή σας ζωή.
 
Ο πραγματιστής απομακρύνεται από τα υπερβατικά αφαιρετικά σχήματα και την ανεπάρκεια, από τα κούφια λεκτικά παιχνίδια, από τις πάγιες δογματικές αρχές, από τα περίκλειστα συστήματα και τις υποτιθέμενες απολυτότητες.
 
Προσεγγίζει την ακρίβεια και την επάρκεια, τα γεγονότα, την πράξη και την ισχύ. Η μέθοδός του είναι ρεαλιστικά επιστημονική και δεν κατευθύνεται από καμία αυθεντία

Σωκράτης: Τα άδεια σακιά τα φουσκώνει ο αέρας και τους ανόητους η έπαρση

Ο Σωκράτης, ο Έλληνας Αθηναίος φιλόσοφος και μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού και παγκόσμιου πνεύματος και πολιτισμού και ένας από τους ιδρυτές της Δυτικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε το 470 πΧ

Πιθανότατα σπούδασε αστρονομία και γεωμετρία όταν ήταν νέος. Ήταν ανάμεσα στους Αθηναίους που πολέμησαν στην μάχη της Αμφίπολης, στην μάχη στο Δήλιο της Βοιωτίας και στην πολιορκία της Ποτίδαιας. Αν και πριν την συμμετοχή του στον Πελοποννησιακό πόλεμο δεν είχε σχέση με την πολιτική η εμπειρία του στην διάρκεια του πολέμου τον ώθησε να είναι ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή της πόλης του. Βέβαια το πραγματικό του ενδιαφέρον σε όλη την διάρκεια της ζωής του ήταν η φιλοσοφία. Ο Σωκράτης δεν άφησε γραπτά κείμενα, θεωρώντας ότι ένα κείμενο θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για την στείρα μάθηση ενός σχολείου, αλλά δεν ήταν διόλου χρήσιμο για την τόνωση της ίδιας της έρευνας.

Η φιλοσοφία του Σωκράτη ασχολείται κατά κύριο λόγο με τον άνθρωπο και τις σχέσεις του στην κοινότητα την οποία ζει. Ο Σωκράτης απέρριψε εντελώς να ασχοληθεί με την μελέτη της φύσης όπως οι Σοφιστές. Οι πρώτοι φιλόσοφοι λοιπόν αναζητούσαν την αρχή της δημιουργίας του κόσμου, ενώ ο Σωκράτης αναζήτησε την αρχή κάθε ηθικής έννοιας, που δεν επηρεάζεται από ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες αλλά ούτε από τη δυνατότητα της αντίληψης του κάθε ανθρώπου. Αναζήτησε δηλαδή το απόλυτο και απέρριψε το σχετικό, μελέτησε την ηθική ουσία και απέρριψε τα ηθικά φαινόμενα.

Ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που διείσδυσε εις βάθος στη μελέτη της πραγματικής ουσίας του ανθρώπου. Μίλησε πρώτος για την ψυχή ως την πραγματική ουσία του ανθρώπου και την αρετή ως αυτό που επιτρέπει την πλήρωση της ανθρώπινης φύσης μέσα από την διαρκή αναζήτηση και βελτίωση της ψυχής. Ο Σωκράτης επιθυμούσε να δημιουργήσει μία στέρεα θεωρία που θα ορίζει οριστικά και αμετάκλητα τις έννοιες του καλού, της αρετής και της σοφίας.

Για τον Σωκράτη η πρώτη προϋπόθεση για την επίτευξη της γνώσης, είναι το ίδιο το άτομο να αναγνωρίσει την άγνοιά του. Προσποιούμενος λοιπόν τον αδαή συζητούσε προσπαθώντας να παίξει τον ρόλο της συνείδησης. Έκανε ερωτήσεις, ειρωνευόταν και προσπαθούσε να εκμαιεύσει την αλήθεια από τον συνομιλητή του. Πολλές φορές βύθιζε τον άνθρωπο που συζητούσε μαζί του σε σκέψεις και τον γέμιζε με αμφιβολίες ωθώντας τον έτσι να αναζητήσει νέες αλήθειες. Αυτή η διαδικασία γίνεται μέσω του διαλόγου και είναι αυτό που ο Σωκράτης έλεγε μαιευτική μέθοδος, θεωρώντας πως φέρνει στον άνθρωπο την αληθινή γνώση.


Ο Σωκράτης δεν δημιούργησε ποτέ σχολή. Δίδασκε μέσα στους δρόμους και τις πλατείες της Αθήνας, σε εξωτερικούς και σε εσωτερικούς χώρους τους ανθρώπους που ήθελαν να τον ακούσουν. Ο λόγος του Σωκράτη ελεύθερος, ανατρεπτικός, αντίθετος στην παραδοσιακή θρησκεία, ενάντια στους κανόνες και τις πεποιθήσεις της εποχής τον έφερε αντιμέτωπο με τις αρχές. Κατηγορήθηκε για ασέβεια προς τους θεούς και για διαφθορά των νέων. Αρνούμενος να αναιρέσει τις απόψεις του επιβεβαίωσε την ορθότητα της διδασκαλίας του ενώπιον των δικαστών και αποδέχθηκε στωικά την ποινή του, το θάνατο.

Ενώ ανάμενε 30 μέρες την εκτέλεση της απόφασης (γιατί ο νόμος απαγόρευε την εκτέλεση της θανατικής ποινής πριν από την επιστροφή του ιερού πλοίου από τις γιορτές της Δήλου) οι φίλοι, οι σύντροφοι και οι μαθητές του καθημερινά προσπαθούσαν με κάθε δυνατό μέσο να τον παρακινήσουν να φύγει, αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας ότι ο ίδιος είχε κηρύξει την πίστη στη δικαιοσύνη και τον σεβασμό του νόμου.

Έτσι το 399 π. Χ. σεβόμενος την δικαιοσύνη και τους νόμους ήπιε το κώνειο και πέθανε μιλώντας στους μαθητές του.

Τους μεν κενούς ασκούς η πνοή διίστησι, τους δ’ ανοήτους, το οίημα.
μτφ.: Τα άδεια σακιά τα φουσκώνει ο αέρας και τους ανόητους η έπαρση
 
Ο Σωκράτης είπε:

Ού τό ζήν περί πλείστου ποιητέου,αλλά τό εύ ζήν.
(Δεν πρέπει να βάζουμε σε ανώτερη μοίρα την πεζή ζωή, αλλά την έντιμη, ηθική, ανώτερη ζωή).

Αισχρόν δε μήδεν πράττε, μηδέ μανθάνε

Ούτε να πράττης ,ούτε να μανθάνης κάτι το αισχρόν

Αν έχεις κάτι δύσκολο να κάνεις, ανάθεσέ το σε έναν τεμπέλη. Θα βρει έναν εύκολο τρόπο να το κάνει.

Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν ξέρουν ότι δεν ξέρουν αυτά που δεν ξέρουν.

Πήγαινε να δεις ένα ακρωτήρι, ένα βουνό, μια θάλασσα κι ένα ποτάμι και τα είδες όλα!

Σε συμβουλεύω να παντρευτείς. Αν βρεις μια καλή γυναίκα, θα είσαι ευτυχισμένος. Αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.

Εν οίδα ότι ουδέν οίδα.

Δεν είμαι Αθηναίος, ούτε Έλληνας πολίτης, αλλά πολίτης του κόσμου.

Εκείνος που περισσότερο μοιάζει με Θεό είναι εκείνος που δεν εξαρτάται από τίποτα.

Ο μέν δειλός τής πατρίδος, ό δέ φιλόδοξος τής πατρώας ουσίας εστί προδότης.
(Ο δειλός γίνεται προδότης της πατρίδας του, ενώ ο φιλόδοξος της πατρικής
κληρονομίας).

Η αγάπη προς τις διακρίσεις παροτρύνει προς τα καλά και τα έντιμα.

Αρχή της σοφίας είναι η γνώση της άγνοιας.

Η παιδεία, καθάπερ ευδαίμων χώρα, πάντα τ’ αγαθά φέρει.

Αι μεν ποδήρες εσθήτες τα σώματα, αι δε υπέρμετροι περιουσίαι τας ψυχάς εμποδίζουσιν.

Τοίς νόμοις γάρ τών πολιτών εμμενόντων,οί πόλεις ισχυρόταταί τε καί ευδαιμονέσταται γίγνονται.
(Όταν οι πολίτες μένουν σταθεροί στους νόμους, οι πόλεις γίνονται και πιο
ισχυρές και πιο ευτυχισμένες).

Το ασήμι και η πορφύρα είναι χρήσιμα στους τραγωδούς, όχι στη ζωή.

Ο άνθρωπος πράττει κακώς από άγνοια.

Αγαθοί άνθρωποι δε γίνονται μόνο με επιστήμη αλλά και με ορθή γνώμη.

Κάθε πράξη που γίνεται με δικαιοσύνη είναι αρετή

Πρέπει να προκαλούμε την κρητική των κωμικών, γιατί αν μιλήσουν για κάτι πραγματικό, μας βοηθούν να το διορθώσουμε, διαφορετικά μας αφήνουν αδιάφορους.

Καλό είναι οι νέοι να καθρεπτίζονται συνεχώς, έτσι ώστε αν είναι ωραίοι, να γίνονται αντάξιοι του εαυτού τους, και αν είναι άσχημοι να προσπαθούν να συγκαλύψουν την ασχήμια με μόρφωση.

Είτε αν παντρευτείς, είτε αν δεν παντρευτείς, ό,τι και αν κάνεις από τα δυο, θα μετανιώσεις.

Το καλό ξεκίνημα δεν είναι βέβαια ασήμαντο πράγμα, ούτε όμως σημαίνει πολλά πράγματα.

Ο χορός είναι εξάσκηση που βοηθάει στη σωματική ευεξία.

Υπάρχει ένα μόνο καλό, η γνώση και ένα κακό, η αμάθεια.

Το σπουδαιότερο απόκτημα είναι οι ελεύθερες ώρες.

ΣΤΟΒΑΙΟΣ: ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

2.31.22
Ο Ξενοκράτης κάποιον νέο που ήθελε ν’ ασχοληθεί με τη φιλοσοφία τον ρώτησε αν έχει ασχοληθεί με τη γεωμετρία· όταν απάντησε αρνητικά, τον ρώτησε αν έχει ασχοληθεί με την αστρονομία· όταν απάντησε και σ’ αυτό αρνητικά, τον ρώτησε αν έχει διαβάσει τα έργα των ποιητών· εκείνος είπε όχι και σ’ αυτό. Τότε τον ρώτησε αν ξέρει γράμματα· ο νέος απάντησε ότι ούτε αυτά τα ξέρει. «Λοιπόν», είπε ο Ξενοκράτης, «δεν πλένει το μαλλί ο γραφέας».

2·31.28
Ο Αρκεσίλαος, βλέποντας κάποιον νεαρό ν’ ακούει με προσοχή φιλοσοφικές συζητήσεις προτού εκπαιδευτεί, είπε ότι και οι «καρποί της Δήμητρας, που είναι πολύ ωραίοι και πολύ θρεπτικοί, δεν είναι κατάλληλοι για τα παιδιά αμέσως μόλις γεννηθούν, αλλά το γάλα που παίρνουν από τις παραμάνες τους.

2. 31. 54Ο Σωκράτης, όταν τον ρώτησαν πώς θα μπορούσε κάποιος να οδηγήσει σωστά τα παιδιά του, είπε: «Μορφώνοντάς τα όταν είναι σε μικρή ηλικία· και όταν μεγαλώσουν, διδάσκοντάς τα να συμβαδίζουν με όσα συμβαίνουν και μοιράζοντάς τους την περιουσία για να μη δημιουργήσουν εξαιτίας της έχθρες μεταξύ τους».

2.31.95
Eκ των Αρίστωνος Ομοιωμάτων
Ο καπετάνιος δεν θα πάθει ναυτία ούτε σε μικρό ούτε σε μεγάλο πλοίο, οι άμαθοι όμως θα πάθουν και στα δύο. Έτσι ο πεπαιδευμένος δεν θα ταραχτεί ούτε στον πλούτο, ούτε στη φτώχια, ενώ ο απαίδευτος και στα δύο.

2.31. 98
Ο Σωκράτης συμβούλευε τους νέους να κοιτάζονται συχνά στον καθρέφτη, και όσοι είναι ωραίοι να κάνουν τη συμπεριφορά τους όμοια με τη μορφή τους, ενώ όσοι είναι άσχημοι να περιορίζουν την ασχήμια τους με την καλή τους συμπεριφορά.

2.31.115
Ο Αλέξανδρος ζήτησε από τον γεωμέτρη Μέναιχμο να του μάθει γρήγορα τη γεωμετρία.
Κι εκείνος του απάντησε: “Βασιλιά, στη χώρα υπάρχουν δρόμοι ιδιωτικοί και βασιλικοί.
Για τη γεωμετρία ο δρόμος είναι για όλους ένας”.

Σελήνη: Υπολογίστηκε η ηλικία της - Είναι μόνο 4,5 δισεκατομμυρίων ετών

Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη προσελήνωση και τη συλλογή σεληνιακών δειγμάτων βάρους 21,6 κιλών από τον Νιλ Αρμστρονγκ και τον Μπαζ Ολντριν, επιστήμονες έκαναν νέες γεωχημικές αναλύσεις σε εκείνα, καθώς και σε κατοπινά δείγματα που είχαν φέρει οι αστροναύτες των αποστολών «Απόλλων» και υπολόγισαν ότι η Σελήνη είναι γηραιότερη από ό,τι νομίζαμε.

Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις, το φεγγάρι της Γης άρχισε να σχηματίζεται πριν περίπου 4,51 δισεκατομμύρια χρόνια, μόλις 50 εκατομμύρια χρόνια μετά το σχηματισμό του ηλιακού μας συστήματος και όχι μετά από 150 εκατομμύρια χρόνια, όπως πιστευόταν μέχρι σήμερα.

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Γεωλογίας και Ορυκτολογίας του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, με επικεφαλής τον δρα Μάξγουελ Θίμενς, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό γεωεπιστημών «Nature Geoscience», εστίασαν στις χημικές «υπογραφές» των διαφορετικών ειδών σεληνιακών δειγμάτων.

Από τι σχηματίστηκε η Σελήνη;

Η Σελήνη πιθανότατα σχηματίσθηκε μετά από μια γιγάντια σύγκρουση ανάμεσα σε ένα σώμα με το μέγεθος του 'Αρη και την πρώιμη Γη. Σταδιακά το φεγγάρι δημιουργήθηκε από την προσκόλληση των περιφερόμενων υλικών που είχαν εκτιναχθεί σε τροχιά γύρω από το νεαρό πλανήτη μας. Αρχικά ο νεογέννητος δορυφόρος μας καλυπτόταν από ένα καυτό ωκεανό μάγματος, από όπου -καθώς ψυχόταν- σχηματίσθηκαν διάφορα σεληνιακά πετρώματα.

Η ΝΑΣΑ βρήκε εξωπλανήτες που περιφέρονται γύρω από ένα άστρο - Η απόσταση «μόνο» 73 ετη φωτός από τη Γη

Το τηλεσκόπιο TESS (Transiting Exoplanet Survey Satellite), της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA), ανακάλυψε τρεις νέους εξωπλανήτες, οι οποίοι είναι ανάμεσα στους μικρότερους που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα σχετικά κοντά. Οι πλανήτες περιφέρονται γύρω από ένα άστρο σε απόσταση «μόνο» 73 ετών φωτός από τη Γη. Ένας από αυτούς φαίνεται να είναι μια μικρή βραχώδης υπερ-Γη και οι άλλοι δύο είναι αέριοι και έχουν περίπου το μισό μέγεθος του Ποσειδώνα.

Ο πιο μακρινός από το άστρο του εξωπλανήτης εκτιμάται ότι διαθέτει μια ατμόσφαιρα που θα μπορούσε η ίδια να υποστηρίξει δυνητικά κάποιες μορφές ζωής, αλλά πιθανότατα είναι πολύ πυκνή, λειτουργώντας ως παγίδα θερμότητας και καθιστώντας την επιφάνεια του πλανήτη υπερβολικά ζεστή για την ύπαρξη νερού ή επιφανειακής ζωής.

Οι τρεις κόσμοι στο πλανητικό σύστημα με την ονομασία ΤΟΙ-270 έχουν σχετικά παρόμοιο μέγεθος, κάτι διαφορετικό από το δικό μας ηλιακό σύστημα των άκρων, όπου συνυπάρχουν ο μικροσκοπικός Ερμής και οι γίγαντες Δίας και Κρόνος, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου πλανήτες με ενδιάμεσο μέγεθος (ανάμεσα σε αυτό της Γης και εκείνο του Ποσειδώνα), κάτι που συμβαίνει με δύο πλανήτες του ΤΟΙ-270.

Το άστρο ΤΟΙ-270, που φαίνεται στον ουρανό του νοτίου ημισφαιρίου της Γης, είναι ένας «ηλικιωμένος» μικρός νάνος τύπου Μ, ήσυχος, αρκετά φωτεινός και σχετικά ψυχρός (περίπου με τη μισή θερμότητα του Ήλιου), κάτι που θα διευκολύνει τη μελέτη του πλανητικού συστήματος του με τα μελλοντικά μεγαλύτερα τηλεσκόπια όπως το υπό κατασκευή James Webb της NASA.

Οι τρεις πλανήτες ΤΟΙ b, c και d χρειάζονται αντίστοιχα περίπου τρεις, πέντε και 11 μέρες για μια πλήρη περιφορά γύρω από το άστρο τους (αυτές είναι και οι αντίστοιχες διάρκειες του έτους τους), σύμφωνα με τους επιστήμονες, με επικεφαλής τον Μαξιμίλιαν Γκίντερ του Ινστιτούτου Αστροφυσικής και Διαστημικής Έρευνας του Πανεπιστημίου ΜΙΤ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστρονομίας «Nature Astronomy».

Μέχρι σήμερα το τηλεσκόπιο TESS, το οποίο έχει συμπληρώσει περίπου ένα έτος λειτουργίας, έχει ανακαλύψει 21 εξωπλανήτες στον ουρανό του νοτίου ημισφαιρίου και πλέον στρέφει την προσοχή του στον ουρανό του βορείου ημισφαιρίου. Έχει ακόμη εντοπίσει πάνω από 850 υποψήφιους (προς το παρόν μη επιβεβαιωμένους) εξωπλανήτες, ενώ έχει συλλέξει στοιχεία και για άλλα φαινόμενα, όπως μαύρες τρύπες, κομήτες και υπερκαινοφανείς αστέρες (σούπερ-νόβα).

Οι πλανήτες περιφέρονται γύρω από ένα άστρο σε απόσταση «μόνο» 73 ετών φωτός από τη Γη

Το τηλεσκόπιο TESS (Transiting Exoplanet Survey Satellite), της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA), ανακάλυψε τρεις νέους εξωπλανήτες, οι οποίοι είναι ανάμεσα στους μικρότερους που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα σχετικά κοντά. Οι πλανήτες περιφέρονται γύρω από ένα άστρο σε απόσταση «μόνο» 73 ετών φωτός από τη Γη. Ένας από αυτούς φαίνεται να είναι μια μικρή βραχώδης υπερ-Γη και οι άλλοι δύο είναι αέριοι και έχουν περίπου το μισό μέγεθος του Ποσειδώνα.

Ο πιο μακρινός από το άστρο του εξωπλανήτης εκτιμάται ότι διαθέτει μια ατμόσφαιρα που θα μπορούσε η ίδια να υποστηρίξει δυνητικά κάποιες μορφές ζωής, αλλά πιθανότατα είναι πολύ πυκνή, λειτουργώντας ως παγίδα θερμότητας και καθιστώντας την επιφάνεια του πλανήτη υπερβολικά ζεστή για την ύπαρξη νερού ή επιφανειακής ζωής.

Οι τρεις κόσμοι στο πλανητικό σύστημα με την ονομασία ΤΟΙ-270 έχουν σχετικά παρόμοιο μέγεθος, κάτι διαφορετικό από το δικό μας ηλιακό σύστημα των άκρων, όπου συνυπάρχουν ο μικροσκοπικός Ερμής και οι γίγαντες Δίας και Κρόνος, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου πλανήτες με ενδιάμεσο μέγεθος (ανάμεσα σε αυτό της Γης και εκείνο του Ποσειδώνα), κάτι που συμβαίνει με δύο πλανήτες του ΤΟΙ-270.

Το άστρο ΤΟΙ-270, που φαίνεται στον ουρανό του νοτίου ημισφαιρίου της Γης, είναι ένας «ηλικιωμένος» μικρός νάνος τύπου Μ, ήσυχος, αρκετά φωτεινός και σχετικά ψυχρός (περίπου με τη μισή θερμότητα του Ήλιου), κάτι που θα διευκολύνει τη μελέτη του πλανητικού συστήματος του με τα μελλοντικά μεγαλύτερα τηλεσκόπια όπως το υπό κατασκευή James Webb της NASA.

Οι τρεις πλανήτες ΤΟΙ b, c και d χρειάζονται αντίστοιχα περίπου τρεις, πέντε και 11 μέρες για μια πλήρη περιφορά γύρω από το άστρο τους (αυτές είναι και οι αντίστοιχες διάρκειες του έτους τους), σύμφωνα με τους επιστήμονες, με επικεφαλής τον Μαξιμίλιαν Γκίντερ του Ινστιτούτου Αστροφυσικής και Διαστημικής Έρευνας του Πανεπιστημίου ΜΙΤ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστρονομίας «Nature Astronomy».

Μέχρι σήμερα το τηλεσκόπιο TESS, το οποίο έχει συμπληρώσει περίπου ένα έτος λειτουργίας, έχει ανακαλύψει 21 εξωπλανήτες στον ουρανό του νοτίου ημισφαιρίου και πλέον στρέφει την προσοχή του στον ουρανό του βορείου ημισφαιρίου. Έχει ακόμη εντοπίσει πάνω από 850 υποψήφιους (προς το παρόν μη επιβεβαιωμένους) εξωπλανήτες, ενώ έχει συλλέξει στοιχεία και για άλλα φαινόμενα, όπως μαύρες τρύπες, κομήτες και υπερκαινοφανείς αστέρες (σούπερ-νόβα).

Το TESS χρησιμοποιεί τέσσερις μεγάλες κάμερες και επικεντρώνεται σε άστρα με απόσταση έως 300 ετών φωτός από το ηλιακό σύστημα μας. Οι εξωπλανήτες που έχει ήδη βρει, κυμαίνονται από έναν με μέγεθος μικρότερο της Γης (το 80%) μέχρι πλανήτες μεγαλύτερους από το Δία και τον Κρόνο.

Όπως και ο προκάτοχος του, το διαστημικό τηλεσκόπιο «Κέπλερ», το TESS βρίσκει πολλούς ενδιάμεσους πλανήτες, που είναι μικρότεροι από τον Ποσειδώνα, αλλά μεγαλύτεροι από τη Γη. Τέτοιοι πλανήτες θεωρούνται ο χαμένος «κρίκος» στο δικό μας ηλιακό σύστημα.

Περιγράφει ο Ησίοδος πανάρχαιο πυρηνικό ολοκαύτωμα;

Στα κείμενα των αρχαίων λαών υπάρχει η περιγραφή ενός τρομερού πολέμου που συγκλόνισε όλη τη Γη. Αυτός ο πόλεμος, που ίσως στάθηκε και η αφορμή για την αρχή της παρακμής εκείνου του πολιτισμού, διεξήχθη με την χρησιμοποίηση εξελιγμένων όπλων. Οι περιγραφές των αρχαίων κειμένων μας μεταφέρουν την εικόνα μίας σύγκρουσης, η οποία επέφερε σφοδρές καταστροφές. Εκείνη η πανάρχαια σύγκρουση κατέληξε κατά πάσα πιθανότητα σε ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Φαντάζει ακραίο, όμως διαβάζοντας κανείς τις περιγραφές των αρχαίων παραδόσεων δεν μπορεί να μην πάει ο νους του σε μία τέτοια πιθανότητα. Οι αναφορές σε «ένα βλήμα που μέσα του έκλεινε την δύναμη του σύμπαντος», σε μία «λευκό-φωτη λάμψη» και μία «φωτιά πρωτόφαντη που χυνόταν παντού», σε «μία θανατηφόρα σκόνη» που σκέπασε όσους σώθηκαν από τον όλεθρο, δύσκολα μπορούν να περάσουν απαρατήρητες. Αξίζει να μεταφέρουμε τα κείμενα των λαών, μέσα στα οποία εκτός των άλλων, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τις μεγάλες ομοιότητες που υπάρχουν, και να εξάγει τα συμπεράσματα του.

Από την Θεογονία του Ησιόδου, όπου γίνεται η περιγραφή του τρομερού εκείνου πολέμου μεταξύ των «Θεών» και των ‘Τιτάνων», μεταφέρουμε το εξής χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Έβραζε η γη και η θάλασσα η απέραντη, και τους Τιτάνες τους τύλιξε μια καυτή πνοή. Κι όπως η φλόγα ανέβαινε στον ουρανό, όσο γενναίοι κι αν ήσαν, οι Τιτάνες τυφλώθηκαν. Τους τύφλωσε η λευκόφωτη από τους κεραυνούς λάμψη. Ζέστη, φωτιά πρωτόφαντη χύνονταν παντού. Κι ότι έβλεπαν τα μάτια, κι ότι τα αυτιά άκουγαν ήτανε σαν να είχαν σμίξει ο ουρανός κι η γη»

Ένας ερευνητής θα μπορούσε κάλλιστα να υποψιαστεί ότι ο «κεραυνός του Δία» που ήταν το όπλο που έδωσε την νίκη της Τιτανομαχίας στους «Θεούς», στην πραγματικότητα δεν ήταν κάτι διαφορετικό από την σημερινή πυρηνική βόμβα.

Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η περιγραφή που υπάρχει στο ινδιάνικο κείμενο «Popol Vux»:

«Ένας σιδερένιος κεραυνός έπεσε από τον ουρανό στη γη. Τα πτώματα των ανδρών της φυλής των Βρίσχνες, και των Αγχίκας. έγιναν αγνώριστα. Τα μαλλιά τους και τα νύχια τους είχαν πέσει, τα φτερά των πτηνών άλλαξαν χρώμα, οι τροφές δηλητηριάστηκαν κι όσοι άνθρωποι σώθηκαν από τον όλεθρο σκεπάστηκαν με μία θανατηφόρα σκόνη

Η Ινδική βίβλος «Μαχαμπαράτα» αναφέρει σχετικά:

«Ήταν ένα βλήμα που μέσα του έκλεινε την δύναμη του Σύμπαντος. Ήταν μία στήλη από καπνό και φλόγα λαμπρή, σαν δέκα χιλιάδες ήλιοι, που σηκώθηκε μ’ όλη τη δύναμή της. Ήταν ένα νέο και άγνωστο όπλο, ένας σιδερένιος κεραυνός που έκανε στάχτη τη φυλή των Βρίσνις και των Ανδάκας.
Τα κορμιά κάηκαν, και κανείς δεν μπορούσε να τα αναγνωρίσει. Τα μαλλιά και τα νύχια έπεσαν από τα σώματα. Τα πουλιά έγιναν κάτασπρα. Λίγες ώρες αργότερα όλα τα τρόφιμα είχαν μολυνθεί. Για να γλυτώσουν από τη φωτιά αυτή, οι στρατιώτες έπεσαν στα ποτάμια με τα ρούχα και τα όπλα τους. 'Αρχισε να φυσάει ένας καυτός άνεμος.
Το Σύμπαν τυλίχτηκε με τόση ζέστη σαν να ήταν άρρωστο με δυνατό πυρετό. Οι ελέφαντες και τ’ άλλα ζώα του πολέμου χτυπήθηκαν από την δύναμη του όπλου… Τα νερά ζεστάθηκαν τόσο, ώστε ότι ζεί μέσα τους, άρπαξε φωτιά.
Ένα ακόντιο μοιραίο, σαν ραβδί του θανάτου. Μετρούσε τρία κύβιτα και έξι πόδια. Προικισμένο με την δύναμη του κεραυνού του Ίντρα με τα χίλια μάτια…καταοτρεπτικό για όλα τα ζωντανά πλάσματα
».

Η καταπληκτική ομοιότητα των περιγραφών της «ΡοροΙ Vux» και της «Μαχαμπαράτα», αλλά και οι προκλητικά όμοιες ονομασίες των φυλών «Βρίσχνες και Αγχίκας» από την μία και «Βρίσνις και Ανδάκας» από την άλλη, μας ωθούν στο συμπέρασμα ότι δεν αποκλείεται τα δύο αυτά κείμενα να περιγράφουν το ίδιο γεγονός.

Σε ένα άλλο σημείο της «Μαχαμπαράτα» διαβάζουμε για την σύγκρουση στον αέρα δύο όπλων από αυτά που προαναφέραμε:

«Τα δύο όπλα συνάντησαν το ένα τ’ άλλο στη μέση του αέρα. Τότε η γη άρχισε να τρέμει μαζί με όλα τα βουνά της και τις θάλασσες και τα δέντρα, και όλα τα ζωντανά πλάσματα κάηκαν από την ενέργεια των όπλων και επηρεάστηκαν άσχημα. Τα ουράνια φλέγονταν και τα δέκα σημεία του ορίζοντα γέμισαν με καπνό».

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο που μας μεταφέρουν οι αρχαίες παραδόσεις, είναι αυτό της κατασκευής του περίφημου κεραυνού του Διός από τους Κύκλωπες. Σύμφωνα με την Αρχαία Ελληνική μυθολογία, οι Κύκλωπες ήταν αυτοί που δημιούργησαν το ανίκητο αυτό όπλο, το οποίο και έδωσαν στον Δία για να κατατροπώσει τους Τιτάνες.

Από τα «Σχόλια του Αρτεμιδώρου» διαβάζουμε την γνώμη του Ερατοσθένη που υποστήριζε ότι η συνωμοσία των Θεών κατά των Τιτάνων έγινε στο «θυτήριο», όπου οι Κύκλωπες κατασκεύαζαν το φοβερό όπλο, «έχων επί του πυρός κάλυμμα, όπως μη ιδώσει την του κεραυνού δύναμιν».

Μήπως εδώ μιλάμε για ένα πυρηνικό εργοστάσιο, του οποίου τα τοιχώματα προστάτευαν τους εργαζόμενους σε αυτό από «την του κεραυνού δύναμιν», και του οποίου οι επιστήμονες, που θα φορούσαν προφανώς μία ιδιόμορφη στολή με κράνος, η οποία τους προσέδιδε μία διαφορετική περίεργη εικόνα, ονομάστηκαν από την μυθολογία «Κύκλωπες»;

Αρκετά τολμηρή ετούτη η υπόθεση, αλλά και αρκετά πιθανή, αν λάβει κάποιος υπόψιν του τις παραπάνω περιγραφές, καθώς και μία βραχογραφία 10000 ετών, που βρέθηκε σε σπηλιά της κοιλάδας Τασσιλί, στις παρυφές της ερήμου της Σαχάρας, η οποία παρουσιάζει την μορφή ενός ανθρώπου, ντυμένου με μία παράξενη στολή, που θυμίζει έντονα αυτή των αστροναυτών ή των εργαζομένων σε πυρηνικό εργοστάσιο. Το κράνος της στολής φέρνει στην μνήμη μας την περιγραφή ενός Κύκλωπα, αφού έχει στο μέτωπο έναν στρογγυλό φεγγίτη για να επιτρέπει την όραση.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (617-686)

Ὀβριάρεῳ δ᾽ ὡς πρῶτα πατὴρ ὠδύσσατο θυμῷ
Κόττῳ τ᾽ ἠδὲ Γύγῃ, δῆσε κρατερῷ ἐνὶ δεσμῷ,
ἠνορέην ὑπέροπλον ἀγώμενος ἠδὲ καὶ εἶδος
620 καὶ μέγεθος· κατένασσε δ᾽ ὑπὸ χθονὸς εὐρυοδείης.
ἔνθ᾽ οἵ γ᾽ ἄλγε᾽ ἔχοντες ὑπὸ χθονὶ ναιετάοντες
εἵατ᾽ ἐπ᾽ ἐσχατιῇ μεγάλης ἐν πείρασι γαίης
δηθὰ μάλ᾽ ἀχνύμενοι, κραδίῃ μέγα πένθος ἔχοντες.
ἀλλά σφεας Κρονίδης τε καὶ ἀθάνατοι θεοὶ ἄλλοι
625 οὓς τέκεν ἠύκομος Ῥείη Κρόνου ἐν φιλότητι
Γαίης φραδμοσύνῃσιν ἀνήγαγον ἐς φάος αὖτις·
αὐτὴ γάρ σφιν ἅπαντα διηνεκέως κατέλεξε,
σὺν κείνοις νίκην τε καὶ ἀγλαὸν εὖχος ἀρέσθαι.
δηρὸν γὰρ μάρναντο πόνον θυμαλγέ᾽ ἔχοντες
631 ἀντίον ἀλλήλοισι διὰ κρατερὰς ὑσμίνας
630 Τιτῆνές τε θεοὶ καὶ ὅσοι Κρόνου ἐξεγένοντο,
632 οἱ μὲν ἀφ᾽ ὑψηλῆς Ὄθρυος Τιτῆνες ἀγαυοί,
οἱ δ᾽ ἄρ᾽ ἀπ᾽ Οὐλύμποιο θεοὶ δωτῆρες ἐάων
οὓς τέκεν ἠύκομος Ῥείη Κρόνῳ εὐνηθεῖσα.
635 οἵ ῥα τότ᾽ ἀλλήλοισι † μάχην θυμαλγέ᾽ ἔχοντες
συνεχέως ἐμάχοντο δέκα πλείους ἐνιαυτούς·
οὐδέ τις ἦν ἔριδος χαλεπῆς λύσις οὐδὲ τελευτὴ
οὐδετέροις, ἶσον δὲ τέλος τέτατο πτολέμοιο.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ κείνοισι παρέσχεθεν ἄρμενα πάντα,
640 νέκταρ τ᾽ ἀμβροσίην τε, τά περ θεοὶ αὐτοὶ ἔδουσι,
πάντων ‹τ᾽› ἐν στήθεσσιν ἀέξετο θυμὸς ἀγήνωρ,
[ὡς νέκταρ τ᾽ ἐπάσαντο καὶ ἀμβροσίην ἐρατεινήν,]
δὴ τότε τοῖς μετέειπε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·
«κέκλυτέ μευ Γαίης τε καὶ Οὐρανοῦ ἀγλαὰ τέκνα,
645 ὄφρ᾽ εἴπω τά με θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι κελεύει.
ἤδη γὰρ μάλα δηρὸν ἐναντίοι ἀλλήλοισι
νίκης καὶ κάρτευς πέρι μαρνάμεθ᾽ ἤματα πάντα,
Τιτῆνές τε θεοὶ καὶ ὅσοι Κρόνου ἐκγενόμεσθα.
ὑμεῖς δὲ μεγάλην τε βίην καὶ χεῖρας ἀάπτους
650 φαίνετε Τιτήνεσσιν ἐναντίον ἐν δαῒ λυγρῇ,
μνησάμενοι φιλότητος ἐνηέος, ὅσσα παθόντες
ἐς φάος ἂψ ἀφίκεσθε δυσηλεγέος ὑπὸ δεσμοῦ
ἡμετέρας διὰ βουλὰς ὑπὸ ζόφου ἠερόεντος.»
ὣς φάτο· τὸν δ᾽ αἶψ᾽ αὖτις ἀμείβετο Κόττος ἀμύμων·
655«δαιμόνι᾽, οὐκ ἀδάητα πιφαύσκεαι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ
ἴδμεν ὅ τοι περὶ μὲν πραπίδες, περὶ δ᾽ ἐστὶ νόημα,
ἀλκτὴρ δ᾽ ἀθανάτοισιν ἀρῆς γένεο κρυεροῖο,
σῇσι δ᾽ ἐπιφροσύνῃσιν ὑπὸ ζόφου ἠερόεντος
ἄψορρον ἐξαῦτις ἀμειλίκτων ὑπὸ δεσμῶν
660 ἠλύθομεν, Κρόνου υἱὲ ἄναξ, ἀνάελπτα παθόντες.
τῷ καὶ νῦν ἀτενεῖ τε νόῳ καὶ πρόφρονι θυμῷ
ῥυσόμεθα κράτος ὑμὸν ἐν αἰνῇ δηιοτῆτι,
μαρνάμενοι Τιτῆσιν ἀνὰ κρατερὰς ὑσμίνας.»
ὣς φάτ᾽· ἐπῄνησαν δὲ θεοὶ δωτῆρες ἐάων
665 μῦθον ἀκούσαντες· πολέμου δ᾽ ἐλιλαίετο θυμὸς
μᾶλλον ἔτ᾽ ἢ τὸ πάροιθε· μάχην δ᾽ ἀμέγαρτον ἔγειραν
πάντες, θήλειαί τε καὶ ἄρσενες, ἤματι κείνῳ,
Τιτῆνές τε θεοὶ καὶ ὅσοι Κρόνου ἐξεγένοντο,
οὕς τε Ζεὺς ἐρέβεσφιν ὑπὸ χθονὸς ἧκε φόωσδε,
670 δεινοί τε κρατεροί τε, βίην ὑπέροπλον ἔχοντες.
τῶν ἑκατὸν μὲν χεῖρες ἀπ᾽ ὤμων ἀίσσοντο
πᾶσιν ὁμῶς, κεφαλαὶ δὲ ἑκάστῳ πεντήκοντα
ἐξ ὤμων ἐπέφυκον ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσιν.
οἳ τότε Τιτήνεσσι κατέσταθεν ἐν δαῒ λυγρῇ
675 πέτρας ἠλιβάτους στιβαρῇς ἐν χερσὶν ἔχοντες·
Τιτῆνες δ᾽ ἑτέρωθεν ἐκαρτύναντο φάλαγγας
προφρονέως· χειρῶν τε βίης θ᾽ ἅμα ἔργον ἔφαινον
ἀμφότεροι, δεινὸν δὲ περίαχε πόντος ἀπείρων,
γῆ δὲ μέγ᾽ ἐσμαράγησεν, ἐπέστενε δ᾽ οὐρανὸς εὐρὺς
680 σειόμενος, πεδόθεν δὲ τινάσσετο μακρὸς Ὄλυμπος
ῥιπῇ ὕπ᾽ ἀθανάτων, ἔνοσις δ᾽ ἵκανε βαρεῖα
τάρταρον ἠερόεντα ποδῶν, αἰπεῖά τ᾽ ἰωὴ
ἀσπέτου ἰωχμοῖο βολάων τε κρατεράων.
ὣς ἄρ᾽ ἐπ᾽ ἀλλήλοις ἵεσαν βέλεα στονόεντα·
685 φωνὴ δ᾽ ἀμφοτέρων ἵκετ᾽ οὐρανὸν ἀστερόεντα
κεκλομένων· οἱ δὲ ξύνισαν μεγάλῳ ἀλαλητῷ.

***
Και το Βριάρεω, τον Κόττο και το Γύγη, απαρχήςμες στην καρδιά του τους μίσησε ο πατέρας τους, τους έδεσε με ισχυρά δεσμά,γιατί φθονούσε την υπερβολικά ανδρεία τους, το ανάστημα,620 τον όγκο τους. Και κάτω από τη γη τούς εγκατέστησε με τους πλατιούς τους δρόμους.Εκεί μένανε αυτοί κάτω απ᾽ τη γη υποφέρονταςκαι κάθονταν στα έσχατα, στα πέρατα της μεγάλης γηςκαιρό πολύ θλιμμένοι, κι είχανε πένθος μέγα στην καρδιά τους.Μα αυτούς ο γιος του Κρόνου και οι αθάνατοι θεοί οι άλλοι,που γέννησε η Ρέα η καλλίκομη από τον έρωτα του Κρόνου,και πάλι τους ανέβασαν στο φως με συμβουλές της Γης.Γιατί αυτή λεπτομερώς τους τα εξέθεσε όλα,πως δηλαδή μ᾽ αυτούς τη νίκη και τη δόξα τη λαμπρή θα πάρουν.Γιατί καιρό πολέμαγαν κι είχανε πόλεμο που θλίβει την ψυχή,ενάντια μεταξύ τους σε μάχες κρατερές,630 οι θεοί Τιτάνες κι όσοι απ᾽ τον Κρόνο γεννηθήκανε,οι ένδοξοι Τιτάνες από την Όθρη την ψηλή,κι από τον Όλυμπο οι θεοί, των αγαθών οι χορηγοί,αυτοί που η Ρέα γέννησε σαν πλάγιασε με τον Κρόνο.Κι εκείνοι πολέμαγαν μεταξύ τους συνεχώς για δέκα ολόκληρα χρόνιακι είχανε μάχη που θλίβει την ψυχή.Της φοβερής της έριδας λύση καμία και τέλος δεν υπήρχεκαι για τις δυο πλευρές, και του πολέμου η έκβαση ήταν ισόρροπη.Μα όταν πια σ᾽ εκείνους ο Δίας πρόσφερε όλα τα απαραίτητα,640 νέκταρ και αμβροσία, αυτά που και οι ίδιοι οι θεοί τα τρώνε,και σ᾽ όλων τα στήθη η καρδιά δυνάμωσε η γενναία,[σαν φάγανε νέκταρ και ποθητή αμβροσία,]τότε τους είπε των θεών και των ανθρώπων ο πατέρας:«Ακούστε με τέκνα λαμπρά της Γης και τ᾽ Ουρανού,για να σας πω αυτά που μες στα στήθη μου η καρδιά προστάζει.Γιατί είναι πια καιρός πολύς που ενάντια μεταξύ μαςτην κάθε μέρα για τη νίκη και την εξουσία πολεμάμε,οι θεοί Τιτάνες κι όσοι εμείς από τον Κρόνο γεννηθήκαμε.Μα εσείς τη μεγάλη δύναμη και τ᾽ απλησίαστα τα χέρια σας650 να δείξετε ενάντια στους Τιτάνες μες στην ολέθρια μάχη,την προσηνή φιλία μας έχοντας στο νου και πόσα αφού υποφέρατεήρθατε ξανά στο φως απ᾽ τα ανήλεα δεσμά σας,από το νεφελώδη ζόφο, με τη δική μας θέληση.»Έτσι είπε. Κι αμέσως του απάντησε ο άψογος ο Κόττος:«Θεϊκέ, πράγματα άγνωστα δε μας φανερώνεις. Κι εμείςοι ίδιοι ξέρουμε ότι πολλή είναι η σοφία, πολύς και ο νους σου,πως έγινες προστάτης στους αθάνατους από την παγερή τη συμφορά,και πως με τη δική σου σύνεση από το νεφελώδη ζόφοκαι πάλι πίσω ήρθαμε από τ᾽ αμείλικτα δεσμά μας,660 βασιλιά, του Κρόνου γιε, καλό ανέλπιστο παθαίνοντας.Γι᾽ αυτό και τώρα με νου ακλόνητο και πρόθυμη ψυχήθα προασπίσουμε την εξουσία σου στο φοβερό αγώνα,με τους Τιτάνες πολεμώντας στις κρατερές τις μάχες.»Έτσι είπε. Κι επαίνεσαν οι θεοί, των αγαθών οι χορηγοί,το λόγο σαν ακούσανε. Και η ψυχή τους ακόμη πιο πολύ από πριντον πόλεμο ποθούσε. Και μάχη αζήλευτη σηκώσανε όλοι,αρσενικοί και θηλυκοί θεοί, τη μέρα εκείνη,οι θεοί Τιτάνες κι όσοι απ᾽ τον Κρόνο γεννηθήκανε,μα κι όσοι ο Δίας απ᾽ το έρεβος, κάτω απ᾽ τη γη, στο φως τούς έφερε,670 δεινοί και κρατεροί, που δύναμη υπερβολική κατείχαν.Από τους ώμους τους χέρια εκατό σαλεύανε,σε όλους όμοια, και στον καθένα κεφαλές πενήνταφυτρώνανε απ᾽ τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη.Και τότε αυτοί ενάντια στους Τιτάνες στάθηκαν μες στην ολέθρια μάχηκαι βράχια απόκρημνα στα στιβαρά τα χέρια τους βαστούσαν.Μα οι Τιτάνες πρόθυμα απ᾽ την άλλη τις φάλαγγές τους δυναμώνανε.Κι οι δυο πλευρές φανέρωναν της δύναμης και των χεριών τουςκατορθώματα κι ο πόνος ο απέραντος ολόγυρα φοβερά αντηχούσε,αντιβοούσε δυνατά η γη και στέναζε μαζί κι ο ουρανός ο ευρύς680 καθώς σειόταν, κι απ᾽ τα θεμέλια τιναζότανε ο ψηλός ο Όλυμποςαπ᾽ την ορμή των αθανάτων, και των ποδιών η δόνηση ισχυρήστο νεφελώδη Τάρταρο έφτανε και η βοή η οξείααπό την άφατη την καταδίωξη κι από τις δυνατές ριξιές.Έτσι ο ένας στον άλλο έριχναν βλήματα που φέρνουν στεναγμούς.Κι έφτανε και των δυο η φωνή στον έναστρο ουρανόκαθώς φωνάζανε. Και με μεγάλο αλαλαγμό συγκρούστηκαν.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (171-208)

ΕΠ. νὴ τὸν Διόνυσον εὖ γε μωμᾷ ταυταγί.
τί οὖν ποιῶμεν; ΠΙ. οἰκίσατε μίαν πόλιν.
ΕΠ. ποίαν δ᾽ ἂν οἰκίσαιμεν ὄρνιθες πόλιν;
ΠΙ. ἄληθες, ὦ σκαιότατον εἰρηκὼς ἔπος;
175 βλέψον κάτω. ΕΠ. καὶ δὴ βλέπω. ΠΙ. βλέπε νυν ἄνω.
ΕΠ. βλέπω. ΠΙ. περίαγε τὸν τράχηλον. ΕΠ. νὴ Δία
ἀπολαύσομαί ‹τί› γ᾽, εἰ διαστραφήσομαι.
ΠΙ. εἶδές τι; ΕΠ. τὰς νεφέλας γε καὶ τὸν οὐρανόν.
ΠΙ. οὐχ οὗτος οὖν δήπου ᾽στὶν ὀρνίθων πόλος;
180 ΕΠ. πόλος; τίνα τρόπον; ΠΙ. ὥσπερ ‹ἂν› εἴποι τις τόπος.
ὅτι δὲ πολεῖται τοῦτο καὶ διέρχεται
ἅπαντα διὰ τούτου, καλεῖται νῦν πόλος.
ἢν δ᾽ οἰκίσητε τοῦτο καὶ φράξηθ᾽ ἅπαξ,
ἐκ τοῦ πόλου τούτου κεκλήσεται πόλις.
185 ὥστ᾽ ἄρξετ᾽ ἀνθρώπων μὲν ὥσπερ παρνόπων,
τοὺς δ᾽ αὖ θεοὺς ἀπολεῖτε λιμῷ Μηλίῳ.
ΕΠ. πῶς; ΠΙ. ἐν μέσῳ δήπουθεν ἀήρ ἐστι γῆς.
εἶθ᾽ ὥσπερ ἡμεῖς, ἢν ἰέναι βουλώμεθα
Πυθώδε, Βοιωτοὺς δίοδον αἰτούμεθα,
190 οὕτως, ὅταν θύωσιν ἄνθρωποι θεοῖς,
ἢν μὴ φόρον φέρωσιν ὑμῖν οἱ θεοί,
διὰ τῆς πόλεως τῆς ἀλλοτρίας καὶ τοῦ χάους
τῶν μηρίων τὴν κνῖσαν οὐ διαφρήσετε.
ΕΠ. ἰοῦ ἰοῦ·
μὰ γῆν, μὰ παγίδας, μὰ νεφέλας, μὰ δίκτυα,
195 μὴ ᾽γὼ νόημα κομψότερον ἤκουσά πω·
ὥστ᾽ ἂν κατοικίζοιμι μετὰ σοῦ τὴν πόλιν,
εἰ ξυνδοκοίη τοῖσιν ἄλλοις ὀρνέοις.
ΠΙ. τίς ἂν οὖν τὸ πρᾶγμ᾽ αὐτοῖς διηγήσαιτο; ΕΠ. σύ.
ἐγὼ γὰρ αὐτοὺς βαρβάρους ὄντας πρὸ τοῦ
200 ἐδίδαξα τὴν φωνήν, ξυνὼν πολὺν χρόνον.
ΠΙ. πῶς δῆτ᾽ ἂν αὐτοὺς ξυγκαλέσειας; ΕΠ. ῥᾳδίως.
δευρὶ γὰρ ἐμβὰς αὐτίκα μάλ᾽ εἰς τὴν λόχμην,
ἔπειτ᾽ ἀνεγείρας τὴν ἐμὴν ἀηδόνα,
καλοῦμεν αὐτούς· οἱ δὲ νῷν τοῦ φθέγματος
205 ἐάνπερ ἐπακούσωσι θεύσονται δρόμῳ.
ΠΙ. ὦ φίλτατ᾽ ὀρνίθων σύ, μή νυν ἕσταθι·
ἀλλ᾽ ἀντιβολῶ σ᾽ ἄγ᾽ ὡς τάχιστ᾽ εἰς τὴν λόχμην
εἴσβαινε κἀνέγειρε τὴν ἀηδόνα.

***
ΤΣΑ. Έχεις δίκιο που αυτό το κατακρίνεις.
Τί λες λοιπόν να κάμουμε; ΠΙΣ. Νά! Ιδρύστε
μια χώρα. ΤΣΑ. Εμείς πουλιά, σαν τί είδους χώρα
να ιδρύσουμε μπορούμε; ΠΙΣ. Αλήθεια; Λόγος
ανόητος που σου ξέφυγε απ᾽ το στόμα!
Γιά κοίτα κάτω. ΤΣΑ. Βλέπω. ΠΙΣ. Κοίτα πάνω.
ΤΣΑ. Βλέπω. ΠΙΣ. Γιά φέρε βόλτα το λαιμό σου.
ΤΣΑ. Αν στραβολαιμιαστώ, τί ωραία που θα ᾽ναι!
ΠΙΣ. Είδες τίποτε; ΤΣΑ. Ναι, ουρανό και νέφη.
ΠΙΣ. Αυτός δεν είναι των πουλιών ο χώρος;
180 ΤΣΑ. Χώρος; Τι χώρος; ΠΙΣ. Σα να λέμε τόπος·
αλλά επειδή όλα μέσα του χωρούνε
και προχωρούν, γι᾽ αυτό τον λέμε χώρο.
Τώρα, αν τον χτίσετε, αν τον φράξετε όλον,
αντίς για χώρο θα τον λένε χώρα.
Κι έτσι, όπως είστε αφέντες των ακρίδων,
θα γίνετε κι αφέντες των ανθρώπων,
κι οι θεοί θα εξοντωθούν από την πείνα.
ΤΣΑ. Και πώς αυτό; ΠΙΣ. Νά! Ανάμεσα στη γη
και στους θεούς είναι, θαρρώ, ο αέρας.
Λοιπόν, όπως εμείς απ᾽ την Αθήνα,
σα θέλουμε να πάμε στους Δελφούς,
απ᾽ τους Βοιωτούς ζητούμε να επιτρέψουν
το πέρασμα, έτσι, αν δεν πληρώνουν φόρο
190 οι θεοί σ᾽ εσάς, θυσίες σα θα προσφέρνουν
σ᾽ αυτούς οι ανθρώποι, εσείς μέσ᾽ απ᾽ το χάος
κι ανάμεσ᾽ απ᾽ τη χώρα σας, που θα ᾽ναι
ξένη γι᾽ αυτούς, την άδεια δε θα δίνετε
να πάει στους θεούς η κνίσα της θυσίας.
ΤΣΑ. Βάι βάι!
Μά τη γη, μά τα δίχτυα, μά τα βρόχια,
μα τις καπάντζες, πιο έξυπνο εγώ σχέδιο
δεν άκουσα ποτέ μου· αν σύμφωνα είναι
και τ᾽ άλλα τα πουλιά, μαζί σου αμέσως
εγώ ιδρυτής θα γίνω αυτής της χώρας.
ΠΙΣ. Και ποιός σ᾽ αυτά θα εισηγηθεί το θέμα;
ΤΣΑ. Εσύ. Τη γλώσσα την κατέχουν· τόσα
200 χρόνια μαζί τους, τους την έχω μάθει,
ενώ ήταν βαρβαρόφωνα πριν έρθω.
ΠΙΣ. Μπορείς να τα μαζέψεις; ΤΣΑ. Εύκολο είναι.
Νά, μπαίνω εδώ στο σύδεντρο, ευθύς κιόλας,
ξυπνώ και την αηδόνα μου, και τότε
τα κράζουμε· το λάλημα των δυο μας
μόλις ακούσουν, θά ᾽ρθουνε τρεχάτα.
ΠΙΣ. Μη στέκεσαι λοιπόν, ω φίλτατο όρνιο·
θερμοπαρακαλώ, στο σύδεντρο έμπα
γοργά γοργά και ξύπνα την αηδόνα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΣΤΕΡΙΑ

ΑΣΤΕΡΙΑ
(ορτύκι, νησί)
 
Κόρη του Τιτάνα Κοίου και της αδελφής του Τιτανίδας Φοίβης, εγγονή του Ουρανού και της Γης, αδελφή της Λητώς που γέννησε τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Η Αστερία ενώθηκε με τον Πέρση, γιο του Τιτάνα Κρείου και της Ευρύβιας, και απέκτησαν μια κόρη, την Εκάτη (Ησ. Θεογ. 414 κ.ε.*).
 
Την ερωτεύτηκε ο Δίας που την κυνήγησε, κι εκείνη, για να τον αποφύγει, μεταμορφώθηκε σε ορτύκι. Και με αυτή τη μορφή έπεσε στη θάλασσα, όπου έγινε νησί με το όνομα Ορτυγία, για τα πολλά ορτύκια που είχε, πλεούμενο και άγονο. Εκεί, πάνω στη μεταμορφωμένη σε νησί αδελφή της, γέννησε η Λητώ τα παιδιά της, τον θεό του φωτός Απόλλωνα και την παρθένα θεά του κυνηγιού και των θηραμάτων Άρτεμη.
 
Ευγνώμων ο θεός για το νησί που δέχτηκε την κυνηγημένη από την Ήρα Λητώ και δεν της άφηνε τόπο να γεννήσει, στερέωσε το νησί με τέσσερις στήλες στον βυθό της θάλασσας, στο κέντρο του ελληνικού κόσμου, και το ονόμασε Δήλο, δηλαδή λαμπρή.
--------------------------
*Αστερία και Λητώ
 
Η Φοίβη ήλθε στο κρεββάτι του πολυπόθητου Κοίου και από έρωτα θεάς με θεό έμεινε έγκυος και γέννησε τη Λητώ με τα γαλάζια πέπλα, πάντα γλυκιά, γλυκιά απ' την πρώτη μέρα, που είναι η πιο καταδεκτικιά μέσα στον Όλυμπο και τρυφερή στους ανθρώπους και στους αθάνατους θεούς. Γέννησε και την Αστερία με το ωραίο όνομα που κάποτε ο Πέρσης την οδήγησε στο μεγάλο παλάτι του να γίνει η αγαπημένη του σύντροφος. Κι αυτή έμεινε έγκυος και γέννησε την Εκάτη, που αυτήν πάνω απ' όλους τίμησε ο Ζευς… (Ησ. Θεογ. 414 κ.ε)

Επιλέγοντας την ευγνωμοσύνη έναντι της γκρίνιας

Ο τρόπος που αντιμετωπίζεις τον κόσμο επηρεάζει τον τρόπο που ο κόσμος σε αντιμετωπίζει.

Φανταστείτε την Κ, η οποία προσπαθεί πάντα να κάνει το καλύτερο σε κάθε περίσταση ακόμη και όταν η πλειονότητα των πιθανοτήτων είναι εναντίον της. Αγωνίζεται να πληρώσει τους λογαριασμούς της, να βεβαιωθεί ότι τα παιδιά της είναι υγιή και χαρούμενα και να είναι μια καλή κόρη και φίλη.

Η Κ γνωρίζει ότι η ζωή της θα μπορούσε να χειροτερέψει με μία μόνο κακοτυχία ή με μια σειρά από μικρές αναποδιές - το έχει δει να συμβαίνει σε φίλους. Βεβαίως και συγκρίνει τον εαυτό της με ανθρώπους που έχουν περισσότερα από εκείνη, αλλά δίνει ισάξια προσοχή και σε εκείνους που δεν έχουν όσα η ίδια έχει. Σε γενικές γραμμές, όμως, η Κ αισθάνεται τεράστια ευγνωμοσύνη για όσα έχει στη ζωή της.

Φανταστείτε τώρα τον Τ, ο οποίος πάντα παρατηρεί ότι το ποτήρι του είναι μισοάδειο ενώ τα ποτήρια των άλλων είναι γεμάτα με κάτι το εξαιρετικό. Ο  θεωρεί πάντα ότι τον υποτιμούν και τον αδικούν. Πιστεύει ότι δεν πήρε προαγωγή στη δουλειά του επειδή ο προϊστάμενός του αισθάνεται να «απειλείται» από την παρουσία του. Ο υπάλληλος του καταστήματος ήταν αγενής απέναντί του γιατί ζηλεύει την επιτυχία του. Είναι επίσης ο γιος που κάνει τα πάντα για τους γονείς του, ενώ τα αδέλφια του δεν κάνουν τίποτα. Κοιτάζει αυτούς που έχουν περισσότερα από αυτόν και πιστεύει ότι κάποια από τα κεκτημένα τους είναι δικαιωματικά δικά του. Και εκείνοι που έχουν λιγότερα από αυτόν, προφανώς δεν έχουν εργαστεί τόσο σκληρά όσο ο ίδιος. Σε γενικές γραμμές, ο Τ παραπονιέται σε μεγάλο βαθμό για όλα όσα δεν έχει.

Η ευγνωμοσύνη και η γκρίνια δεν είναι μόνο συναισθήματα


Από πολλές απόψεις, η Κ και το Τ ζουν στον ίδιο κόσμο, ωστόσο οι κόσμοι τους είναι ριζικά διαφορετικοί. Η ευγνωμοσύνη είναι το κλειδί στη ζωή τής Κ, ενώ το κλειδί στη ζωή τού Τ είναι η γκρίνια. Η ευγνωμοσύνη και η γκρίνια δεν είναι μόνο συναισθήματα. Ούτε είναι παροδικές διαθέσεις. Αντίθετα, αποτελούν στοιχεία που καθοδηγούν την προσοχή και το ενδιαφέρον τού ατόμου -καθορίζουν τους όρους με τους οποίους η Κ και ο Τ βλέπουν και αντιμετωπίζουν τον κόσμο. Η ευγνωμοσύνη και η γκρίνια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των προσδοκιών και στην αξιολόγηση του βαθμού εκπλήρωσης αυτών των προσδοκιών, ενώ ταυτόχρονα καθίστανται τρόποι ζωής και για τους δύο τύπους ανθρώπων, αντίστοιχα.

Κάποιος σαν την Κ είναι σε θέση να διακρίνει την πληρότητα εκεί όπου ένας άλλος βλέπει μόνο ανεπάρκεια. Ενώ οι πραγματικότητες και τα γεγονότα παρουσιάζουν προκλήσεις, παρουσιάζουν επίσης ευκαιρίες. Η Κ μπορεί να είναι ευγνώμων για μια ευκαιρία που της δόθηκε, ακόμα κι αν δεν είχε την εξέλιξη που ήλπιζε. Εάν, για παράδειγμα ένας καθηγητής της την προέτρεψε να υποβάλει αίτηση για μια απίστευτα ανταγωνιστική υποτροφία, η Κ θα μπορούσε να αισθάνεται ευγνωμοσύνη τόσο για την εμπιστοσύνη του καθηγητή στη δουλειά της όσο και για την καθοδήγησή του.

Μπορεί επίσης να είναι ευγνώμων για την ευκαιρία να επιτύχει κάτι το οποίο ίσως ποτέ να μην είχε σκεφτεί. Λειτουργώντας υπό το πρίσμα της ευγνωμοσύνης, η Κ είναι σε θέση να πάρει κάποια ρίσκα γνωρίζοντας ότι δεν έχει τίποτα να χάσει με το να υποβάλει αίτηση για την υποτροφία αυτή. Αντιθέτως, μπορεί να αποκτήσει μια πολύτιμη εμπειρία που θα την εξυπηρετήσει αργότερα και θα την βοηθήσει να επιτύχει νέους στόχους. Η ευγνωμοσύνη, λοιπόν, διευρύνει τον κόσμο ενός ατόμου.

Η αναγνώριση της συμβολής των άλλων ανθρώπων


Επιπλέον, μία τέτοια στάση απέναντι στον κόσμο βοηθά το άτομο να είναι πιο ισορροπημένο. Οι ευγνώμονες άνθρωποι, όπως η Κ, αναγνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι τους βοηθούσαν στο πέρασμα του χρόνου. Οποιεσδήποτε επιτυχίες έχουν, αναγνωρίζουν τον ρόλο που οι άλλοι γύρω τους έπαιξαν ως προς την επίτευξή τους.

Μία τέτοια στάση δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην ελαχιστοποίηση της δικής τους σκληρής δουλειάς, αλλά μάλλον τοποθετεί την προσωπική προσπάθεια σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

Ίσως κάποιος άγνωστος τους φέρθηκε με καλοσύνη ή ένας καθηγητής αφιέρωσε παραπάνω ώρες για να τους διδάξει κάτι ή ο προϊστάμενος διαμόρφωσε ένα πιο ευέλικτο πρόγραμμα ώστε η Κ να προλαβαίνει να παρακολουθεί και το απαιτούμενο μάθημα για να πάρει το πτυχίο της. Όταν κάποιος μπορεί να αναγνωρίσει τη βοήθεια των άλλων, προστατεύει αυτόματα τον εαυτό του από την αλαζονική οπτική ότι όσα κατάφερε είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της σκληρής του δουλειάς. Αυτή η στάση αποτελεί μέρος του τι σημαίνει να είναι κανείς ισορροπημένος. Η Κ μπορεί να αναγνωρίσει ότι είναι πλέον σε θέση να βοηθήσει άλλους με τον τρόπο που εκείνη κάποτε το χρειαζόταν. Πρόκειται για τον δεύτερο τρόπο ισορρόπησης. Έτσι, διευρύνεται περαιτέρω ο κόσμος εκείνων που αντιμετωπίζουν τα πράγματα με ευγνωμοσύνη.

Το πρόβλημα της ανεπάρκειας


Κάποιος σαν τον Τ, που λειτουργεί με άξονα την γκρίνια, διακρίνει μόνο την ανεπάρκεια εκεί όπου άλλοι βλέπουν πληρότητα. Η πιθανότητα απογοήτευσης έχει πάντοτε κεντρικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων -έχει πάντα μεγαλύτερο βάρος από ό,τι η πιθανότητα ενός καλού αποτελέσματος. Το σκεπτικό του Τ είναι το εξής: «ξέρω πως δεν πρόκειται να πάρω την προαγωγή, οπότε δεν υπάρχει λόγος να σπαταλήσω χρόνο προσπαθώντας και να δώσω την ευκαιρία στο αφεντικό μου να με απορρίψει». Οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται όπως ο Τ, αποφεύγουν να παίρνουν ρίσκα, τείνουν να επιμένουν σε όσα γνωρίζουν, ακόμα και αν αυτά δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστα, κι αυτό γιατί πιστεύουν ότι κάτι διαφορετικό θα μπορούσε να αποβεί πολύ χειρότερο. Αυτός είναι ένας τρόπος με τον οποίο η θέαση του κόσμου με βάση τα παράπονα και την γκρίνια κάνει τον κόσμο του ατόμου να «συρρικνώνεται».

Ο Τ παρουσιάζει επίσης πρόβλημα με το να είναι ισορροπημένος. Εάν πιστεύει πραγματικά ότι όλα όσα έχει επιτύχει οφείλονται αποκλειστικά στις δικές του πράξεις και ότι έχει κατορθώσει τόσα πολλά παρά την άδικη μεταχείριση που έχει υποστεί, τότε υπερεκτιμά τον εαυτό του. Δυσκολεύεται να δει ότι υπάρχουν άνθρωποι που τον έχουν βοηθήσει, επειδή οι περισσότερες από τις αλληλεπιδράσεις του με τους άλλους είναι μέσα από ένα φίλτρο αδικίας ή παραπόνου. Επίσης, αδυνατεί να δει τις επιτυχίες των άλλων επειδή πιστεύει ότι έχουν ωφεληθεί ή βοηθηθεί με τρόπους που ο ίδιος δεν έχει βιώσει. Θεωρεί ότι βρίσκεται πάντα σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους άλλους γύρω του, κατάσταση που τον εμποδίζει να αναγνωρίζει περιστάσεις όπου θα μπορούσε να βοηθήσει άλλους ή που ο ίδιος θα είχε κάποια πλεονεκτήματα. Η αδυναμία τού Τ να είναι ισορροπημένος περιορίζει σημαντικά τον κόσμο του.

Η συμβουλή του Επίκτητου


Παρόλο που δεν αφορά ρητά την ευγνωμοσύνη και την γκρίνια, ο στωικός φιλόσοφος Επίκτητος (50-135 μ.Χ.) προσφέρει μια σημαντική συμβουλή για το πώς πρέπει κανείς να βλέπει και να αντιμετωπίζει τον κόσμο:

«Να θυμάσαι ότι πρέπει πάντα στη ζωή να συμπεριφέρεσαι όπως σε ένα συμπόσιο. Περιφέρεται γύρω σου κάποιος δίσκος; Τέντωσε το χέρι και πάρε ευγενικά μια μερίδα. Περνάει στον επόμενο; Μην τον σταματήσεις. Δεν ήρθε ακόμα σ’ εσένα; Συγκράτησε την όρεξή σου και περίμενε να φτάσει σ’ εσένα. Το ίδιο κάνε με τα παιδιά σου, τη γυναίκα σου, τις αρχές και τον πλούτο. Έτσι, κάποτε θα είσαι άξιος συνδαιτυμόνας των θεών

Μη γίνεσαι άνθρωπος που εξετάζει πόσο παίρνουν οι άλλοι από τον δίσκο και μην εκνευρίζεσαι προκαταβολικά ότι δε θα έχει μείνει τίποτα για σένα μέχρι να έρθει η σειρά σου. Μ’ αυτή τη στάση, δεν πρόκειται να απολαύσεις όσα καλά υπάρχουν ήδη στο πιάτο σου.

Να διεκδικείς αυτό που θέλεις και όχι ό,τι είναι διαθέσιμο

Να διεκδικείς αυτό που θέλεις και όχι ό,τι είναι διαθέσιμο.

Ίσως γιατί αυτή η ρήση, κρύβει μέσα της τόση ωριμότητα και σοφία, και τόσο ουσιαστικές λέξεις σημαντικές για την αυτο-εικόνα μας και την τοποθέτηση του εαυτού μας μέσα στις σχέσεις.

Διεκδίκηση. Διαθεσιμότητα. Επιλογή. Να διεκδικείς λοιπόν και να επιλέγεις. Να μην αφήνεις τον εαυτό σου να σκορπίζεται. Να μην αφήνεις τον εαυτό σου να εξαντλείται μόνο σε αυτούς που είναι διαθέσιμοι.

Να επιλέξεις αυτό που σου αρέσει, αυτό που θαυμάζεις, αυτό που σε ελκύει. Να επιλέξεις και να μην τα παρατάς εύκολα. Γιατί έτσι θα βοηθήσεις και τον εαυτό σου, την αυτο-εικόνα σου.

Να νιώθεις δυνατός και να νιώθεις ότι μπορείς να κατακτήσεις αυτό που θέλεις. Να μην είσαι ηττοπαθής και να μη θεωρείς δεδομένο από την αρχή ότι θα αποτύχεις, γιατί έτσι θα έχεις παρατήσει τον αγώνα από την αρχή.

Να δίνεις στον εαυτό σου πάντα ευκαιρία να πολεμήσει και να αποδείξει τι αξίζει. Και ξέρεις κάτι; Αν αποτύχεις, δεν πειράζει. Γιατί θα έχεις ήδη αναμετρηθεί με τον εαυτό σου, θα έχεις ήδη αναμετρηθεί με τον κακό σου εαυτό που είχε μάθει δεδομένο ότι δεν μπορείς να διεκδικήσεις κάτι καλύτερο. Θα έχεις ήδη δώσει μία μάχη και θα έχεις βγει πιο σοφός, πιο σοφή.

Να μη φοβάσαι να δοκιμάσεις. Να μη φοβάσαι το λάθος, την απόρριψη. Να μαθαίνεις από αυτά. Να φοβάσαι το φόβο της αποτυχίας, το φόβο της απόρριψης.

Γιατί ο φόβος πάντα θα σε κρατάει πίσω, θα σε κάνει δειλό, δειλή και θα σε γεμίζει με ανασφάλειες. Και να θυμάσαι ότι όποιος αποφεύγει την αποτυχία, αποφεύγει και την επιτυχία. Γι’ αυτό πίστεψε ότι μπορείς. Δοκίμασε.

Πρωτογενής φόβος: Ο φόβος επιβίωσης μόλις ερχόμαστε στη ζωή

Ίσως να μην το θυμάσαι, αλλά πριν από πολύ καιρό ζούσες μέσα στη μήτρα της μητέρας σου. Ήσουν ένα μικροσκοπικό, ζωντανό πλασματάκι. Μέσα στο σώμα της μητέρας σου. Ήσουν ένα μικροσκοπικό, ζωντανό πλασματάκι. Μέσα στο σώμα της μητέρας σου χτυπούσαν δύο καρδιές: η δική της και η δική σου.

Εκείνο το διάστημα, η μητέρα σου έκανε τα πάντα για σένα⋅ ανέπνεε για σένα, έτρωγε για σένα, έπινε για σένα. Συνδεόσουν μαζί της μέσω του ομφάλιου λώρου. Έπαιρνες οξυγόνο και τροφή από τον ομφάλιο λώρο κι ένιωθες ασφαλής κι ευτυχισμένος μέσα στη μητέρα σου. Δεν ζεσταινόσουν ούτε κρύωνες. Ένιωθες απολύτως άνετα. Αναπαυόσουν σε ένα μαλακό μαξιλάρι από νερό. Στην Κίνα και στο Βιετνάμ αποκαλούμε τη μήτρα παλάτι ου παιδιού. Πέρασες περίπου εννέα μήνες σ’ αυτό το παλάτι.

Οι εννέα μήνες που πέρασες μέσα στη μήτρα ήταν από τις πιο απολαυστικές περιόδους της ζωής σου. Κι ύστερα ήρθε η μέρα που γεννήθηκες. Ένιωσες τα πάντα γύρω σου να αλλάζουν και βρέθηκε ξαφνικά σε ένα καινούριο περιβάλλον. Πρώτη φορά ένιωσες να κρυώσεις και να πεινάς. Οι ήχοι παραήταν δυνατοί⋅ τα φώτα παραήταν φωτεινά. Πρώτη φορά ένιωσες φόβο. Αυτός είναι ο πρωτογενής φόβος.

Μέσα στο παλάτι του παιδιού δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιείς τα πνευμόνια σου. Αλλά τη στιγμή που γεννήθηκες κάποιος έκοψε τον ομφάλιο λώρο και μαζί έκοψε και τη σωματική σύνδεση με τη μητέρα σου. Η μητέρα σου δεν μπορούσε πια να αναπνέει για λογαριασμό σου.

Έπρεπε να αναπνεύσεις μόνος σου για πρώτη φορά. Αν δεν κατάφερνες να αναπνεύσεις μόνος σου, θα πέθαινες. Η στιγμή της γέννησής σου ήταν μια στιγμή απόλυτης ανασφάλειας. Σε έσπρωξαν έξω από το παλάτι κι αμέσως άρχισες να υποφέρεις. Προσπαθούσες να εισπνεύσεις, αλλά δυσκολευόσουν.

Στα πνευμόνια σου υπήρχε υγρό και, για να μπορέσεις να ανασάνεις, έπρεπε πρώτα να βγάλεις αυτό το υγρό. Όταν γεννηθήκαμε, μαζί μας γεννήθηκε και ο φόβος⋅ όπως και η επιθυμία μας να επιβιώσουμε. Αυτή είναι η πρωτογενής επιθυμία.

Όταν ήμασταν βρέφη, γνωρίζαμε ότι για να επιβιώσουμε χρειαζόμασταν κάποιον να μας φροντίζει. Ακόμη κι αφού είχε κοπεί ο ομφάλιος λώρος, η επιβίωσή μας εξακολουθούσε να εξαρτάται από τους ενήλικες. Όταν η επιβίωσή σου εξαρτάται από κάποιον ή από κάτι, ανάμεσά σας, υπάρχει ένας δεσμός, κάτι σαν αόρατος ομφάλιος λώρος.

Όταν μεγαλώνουμε, εξακολουθούμε να νιώθουμε τον πρωτογενής φόβο και την πρωτογενή επιθυμία. Παρότι δεν είμαστε πια μωρά, εξακολουθούμε να φοβόμαστε ότι δεν θα καταφέρουμε να επιβιώσουμε, ότι δεν θα βρεθεί κανείς να μας φροντίσει. Κάθε επιθυμία που έχουμε στη ζωή μας έχει τις ρίζες της σ’ αυτή την πρωτογενή, θεμελιώδη επιθυμία να επιβιώσουμε.

Ως βρέφη, όλοι μας βρήκαμε τρόπους να διασφαλίσουμε την επιβίωσή μας. Πρέπει να νιώθαμε εντελώς αβοήθητοι. Είχαμε πόδια, αλλά δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε. Είχαμε χέρια, αλλά δεν μπορούσαμε να αδράξουμε τίποτα. Έπρεπε να βρούμε κάποιον άλλον να μας προστατεύει, να μας φροντίζει και να διασφαλίσει την επιβίωσή μας.

Όλοι φοβόμαστε πότε πότε. Φοβόμαστε τη μοναξιά, την εγκατάλειψη, τα γηρατειά, τον θάνατο, την ασθένεια, κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Μερικές φορές αισθανόμαστε φόβο χωρίς να ξέρουμε για τι ακριβώς. Όταν μαθαίνουμε να κοιτάζουμε σε βάθος, βλέπουμε ότι αυτός ο φόβος είναι αποτέλεσμα του πρωτογενούς φόβου από την εποχή που ήμασταν βρέφη, αβοήθητα και ανίκανα να κάνουμε το παραμικρό για τον εαυτό μας.

Και παρότι μεγαλώσαμε και γίναμε ενήλικες, ο πρωτογενής φόβος και η πρωτογενής επιθυμία ζουν ακόμη μέσα μας. Η επιθυμία μας να έχουμε έναν σύντροφο είναι, εν μέρει, η προέκταση της επιθυμίας μας να έχουμε κάποιον να μας φροντίζει.

Πώς επηρεάζουν τα αρνητικά συναισθήματα και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις τις ερωτικές σχέσεις

Στις μέρες μας ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος έχει μεγαλώσει, οι πεποιθήσεις βάσει των οποίων έχει γαλουχηθεί, οι αντιλήψεις – στερεοτυπικές συνήθως – που έχει εμφορηθεί από το οικογενειακό και το ευρύτερο περιβάλλον του καθώς και χαρακτηριστικά συναισθήματα που τον συνοδεύουν, τείνουν να αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά εμπόδια για τη δημιουργία ερωτικών σχέσεων αλλά και για τη διατήρηση των ήδη υπαρχουσών.

Ωστόσο, η δυσκολία δεν έγκειται στην ύπαρξη των παραπάνω δυσκολιών, αλλά στο γεγονός πως τα άτομα δεν τις κατανοούν, διότι είναι βασικά στοιχεία του χαρακτήρα τους και λειτουργούν με έναν μηχανικό τρόπο, ώστε τις ευθύνες, τα λάθη και τις κακές συμπεριφορές τις αποδίδουν σε «προβληματικούς» συντρόφους.

Στη συνέχεια, θα σημειωθούν αναλυτικά ορισμένες ανεπιθύμητες αντιλήψεις και αρνητικά συναισθήματα που κυριαρχούν συχνά στον άνθρωπο, τα οποία είναι καθοριστικής σημασίας, διότι μπορούν να δημιουργήσουν οριστική ρήξη σε μια σχέση ή ακόμα και να μην επιτρέψουν σε κάποιο άτομο να δημιουργήσει μια. Πιο συγκεκριμένα, ο φόβος της μοναξιάς και η πεποίθηση πως η ζωή δεν έχει νόημα χωρίς μια ερωτική σχέση, ο φόβος της κοινωνικής κριτικής απέναντι σε όσους δεν έχουν ερωτική σχέση και η ανασφάλεια πως δεν θα είναι κοινωνικά αποδεκτοί και, επίσης, η εσφαλμένη αντίληψη πως ένας άνθρωπος είναι ευτυχισμένος μόνο μέσα από τη σύναψη μιας σχέσης. Αναμφίβολα τα παραπάνω είναι ανεπιθύμητα συναισθήματα και αρνητικές σκέψεις, οι οποίες συνιστούν επικίνδυνα «θεμέλια» για τη δημιουργία μιας σχέσης.

Συμπληρώνοντας, η ανάγκη που αισθάνονται ορισμένοι άνθρωποι για ανταγωνισμό απέναντι στον οποιονδήποτε, η τάση για άσκηση ελέγχου απέναντι στον σύντροφό τους – μολονότι δεν επιθυμούν κάτι ανάλογο για τους ίδιους -, η ανάγκη να αποδείξει κάποιος επί παντός θέματος πως έχει δίκιο και ο σύντροφός του άδικο, οι εκρήξεις θυμού όταν ο σύντροφός του δεν ικανοποιεί τις επιθυμίες του ή δε συμβαδίζει εξ ολοκλήρου με τη βούλησή του, σκηνές ακραίας ζήλιας όταν ο σύντροφος δείχνει και αλλού την προσοχή του και φυσικά η απόρριψη ενός εκ των δύο συντρόφων όταν θεωρεί ο ένας πως ο δεύτερος δεν τον επιβεβαιώνει όσο θα επιθυμούσε. Οι συμπεριφορές και αντιλήψεις που προαναφέρθηκαν συνήθως αποτελούν αιτίες καθημερινών συγκρούσεων και καυγάδων μεταξύ των συντρόφων, και όχι χαρακτηριστικά του χαρακτήρα που παρουσιάζονται σπάνια.

Θα ήταν παράλειψη να μην σημειωθεί, επίσης, ο φόβος που νοιώθει a priori κάποιος μην πληγωθεί, με αποτέλεσμα να αποφεύγει να συνάψει σχέση. Παράλληλα, ο φόβος για την είσοδο σε κοντινή σχέση και η δέσμευση που συνεπάγεται μια τέτοια απόφαση, η ανασφάλεια που αισθάνονται πολλοί άνθρωποι σχετικά με τον εαυτό τους και άρα η φοβία πως αν ο σύντροφός τους τούς γνωρίσει περισσότερο θα απομακρυνθεί, το αίσθημα ντροπής για απέναντι στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά του συντρόφου και, τέλος, ο φόβος για το θυμό του συντρόφου.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν νωρίτερα, μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι κάθε μια από τις αντιλήψεις, τις συμπεριφορές, τις πεποιθήσεις και τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα ενός ανθρώπου αποτελούν δυνητικά σημαντικό εμπόδιο για την εξέλιξη μιας ερωτικής σχέσης ή ακόμα περισσότερο σοβαρό λόγο για να μην μπει κάποιος σε σχέση με έναν άνθρωπο που δεν δουλεύει τον χαρακτήρα του και που ίσως φέρει χαρακτηριστικά σαν τα παραπάνω. Κανείς δεν πρέπει να επαναπαύεται με τον εαυτό του ούτε φυσικά να θεωρεί πως ο σύντροφος του σε μια σχέση παίζει το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου.

Το μακροχρόνιο άγχος βάζει σε δοκιμασία τα εσωτερικά μας χαρίσματα

Αρχίζουμε να νιώθουμε άγχος, μόλις θεωρήσουμε ότι απειλείται η ύπαρξή μας. Αμέσως μπαίνουν στο χορό και τα συναισθήματα του θυμού ή του φόβου ή και των δύο μαζί. Σχεδόν αμέσως ενεργοποιείται μια αλυσιδωτή αντίδραση νευροχημικών αντιδράσεων, που απλώνεται σε ολόκληρο το σώμα μας για να το προετοιμάσει για μάχη ή φυγή.

Το άγχος δεν είναι πάντοτε βλαβερό για τον οργανισμό μας. Οι ειδικοί στον τομέα της αντιμετώπισής του συμφωνούν ότι υπάρχει ωφέλιμο και βλαβερό άγχος. Το ωφέλιμο άγχος είναι εκείνο που σε υποκινεί να πετύχεις ένα στόχο ή σε παρακινεί να κάνεις κάτι. Το βλαβερό, που ονομάζεται και καταπόνηση, σε σπρώχνει πέρα από τα όρια εκείνα μέσα στα οποία νιώθεις καλά. Το συναίσθημα της καταπόνησης μπορεί να είναι οξύ και σύντομο ή λιγότερο οξύ και μακροχρόνιο. Το οξύ άγχος είναι έντονο, αλλά σύντομο. Είναι, για παράδειγμα, το άγχος που νιώθεις όταν ο τροχονόμος σου δίνει κλήση για υπερβολική ταχύτητα ή όταν ανακαλύπτεις ότι έχεις αφήσει τα κλειδιά σου μέσα στο κλειδωμένο αυτοκίνητο. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, η “απειλή” περνάει πολύ γρήγορα και η ζωή σου επιστρέφει στον κανονικό της ρυθμό. Το χρόνιο άγχος έχει μεγάλη διάρκεια, μπορεί να κρατάει μήνες ή χρόνια, και το αισθάνεσαι όταν, για παράδειγμα, έχεις συζυγικά ή οικονομικά προβλήματα, όταν κάποιος υπονομεύει την καριέρα σου ή όταν ο εργοδότης σου είναι καταπιεστικός. Οι περισσότεροι επιστήμονες που ασχολούνται με το θέμα συμφωνούν ότι οι χρόνιες καταστάσεις άγχους σχετίζονται με τις χρόνιες ασθένειες. Το σώμα μπορεί να παραμείνει σε επιφυλακή ακολουθώντας το ρυθμό του άγχους μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, γιατί κάποια στιγμή τα διάφορα όργανα αρχίζουν να παρουσιάζουν σημάδια δυσλειτουργίας. Το μακροχρόνιο άγχος βάζει σε δοκιμασία τα εσωτερικά μας χαρίσματα, όπως είναι το χιούμορ, η δημιουργικότητα, η πίστη, η υπομονή, το θάρρος, η συμπόνια, η ικανότητα να συγχωρούμε και η δύναμη της θέλησης.

Τη στιγμή που αρχίζει να μας κυριεύει το άγχος, ένα πλήθος συναισθημάτων μας κατακλύζει: ανυπομονησία, στενοχώρια, ανησυχία, απογοήτευση και πολλά άλλα. Ο θυμός εμφανίζεται με τη μορφή της ενοχής, της προκατάληψης, του φθόνου, της ζήλιας, της επιθετικότητας και της οργής. Ο φόβος έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε μπορεί να ακινητοποιήσει όλες τις σκέψεις και τις πράξεις μας και είναι στενά δεμένος με την κατάθλιψη.

Διαφέρει ο θυμός από το φόβο; Κάποιοι επιμένουν πως δεν υπάρχει διαφορά. Ισχυρίζονται ότι ο θυμός είναι απλώς μια έκφραση του φόβου. Παρ’ όλο που αυτή η θεωρία μπορεί να έχει κάποια δόση αλήθειας, ωστόσο, όσον αφορά στην αντιμετώπιση του άγχους, υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσά τους. Η μάχη και η φυγή δεν είναι ταυτόσημες. Ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε ότι ο θυμός και ο φόβος είναι οι δύο όψεις του νομίσματος του άγχους.

Όπως η αγάπη και η χαρά, έτσι και ο θυμός και ο φόβος είναι βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα δύο τελευταία έχουν τη δική τους θέση στο εκκρεμές των ανθρώπινων συναισθημάτων και συχνά δημιουργούν άφθονη αρνητικότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να βιώσουμε αρκετά τα θετικά συναισθήματα. Τότε επέρχεται ανισορροπία στη συναισθηματική μας ευεξία. Η τάση προς τις αρνητικές σκέψεις δεν παρατηρείται μόνο στη νέα γενιά. Είναι ευρύτατα εξαπλωμένη σε όλες τις ομάδες των ανθρώπων, ανεξάρτητα από την ηλικία, το επάγγελμα ή το ύψος των εισοδημάτων τους. Στο χώρο της ψυχολογίας, αυτή η τάση είναι γνωστή ως “συνειδητότητα θύματος”.

Σωκράτης & Πλάτωνας: η Ουτοπία

Σωκράτης: Ο φιλόσοφος που ανακάλυψε την πολιτική
 
Για τον Σωκράτη η πολιτική είναι το καθήκον του πολιτικού να «επιμελείται» των ψυχών όλων των συμπολιτών του και να τους κάνει «όσο το δυνατόν καλύτερους». Ήταν ο πρώτος που υπέβαλε σε «έλεγχο» και τους πολιτικούς, ενώ καταλόγιζε σε όλους σχεδόν τους επώνυμους άρχοντες ακόμη και της λαμπρής πεντηκονταετίας της Αθήνας το ότι κανένας τους δεν βελτίωσε ηθικά τους πολίτες της. Ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που αγωνίστηκε για τη συνάφεια ηθικής και πολιτικής, που απέρριψε τη συμβατική πολιτική κι όχι μόνο της ταραγμένης εποχής του, που αμφισβήτησε την αξία και τη χρησιμότητά της, αλλά και ο μόνος που απέκρουσε την κατηγορία για πολιτική απραξία με τον προκλητικό ισχυρισμό ότι «μόνος αυτός έπραττε τα πολιτικά».
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
 
Ο Σωκράτης (470-399 π.κ.ε.) ήταν ταπεινής καταγωγής και δύσμορφος, που στους μεταγενέστερους χρόνους μετατράπηκε σε σύμβολο της φιλοσοφίας και που ακροβατεί ανάμεσα στον θρύλο και στην πραγματικότητα. Η μνήμη του συγκινεί όλους τους μελετητές της φιλοσοφίας, ακόμη και σήμερα που έχουν περάσει σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια από την δολοφονία του στην αρχαία Αθήνα. Ο Σωκράτης ήταν ο μεγαλομάρτυρας της φιλοσοφίας, αντί της πολιτικής, ο σοφός που εξέταζε και έλεγχε τους ανθρώπους και οι άνθρωποι τον σκότωσαν.
 
Ήταν υιός ενός λιθοξόου, του Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης (από την οποία ίσως να εμπνεύστηκαν τον όρο «μαιευτική μέθοδος»). Από τη μητέρα του αλλά από άλλο της σύζυγο, είχε και έναν αδελφό, τον Πατροκλέα. Η οικογένεια του κάθε άλλο παρά εύπορη ήταν κι όλοι μαρτυρούν ότι ο Σωκράτης έζησε όλη του τη ζωή «εν μυρίαι πενίαι» σε μεγάλη πενία. Από πολύ μικρό παιδί είχε δείξει μια φυσική ιδιοφυΐα για όλα τα πράγματα, αλλά ποτέ για κάτι συγκεκριμένο, ενώ, μάλλον λόγω της φτώχειας, δεν είχε καμία εκπαίδευση ούτε παιδεία κανενός πράγματος. Ακόμη κι όταν μεγάλωσε, καλά-καλά δεν γνώριζε ούτε να γράφει και μάλιστα γελοιοποιούταν κάθε φορά που αναγκαζόταν να γράψει ή να αναγνώσει κάτι, γιατί έκανε πολλές ανορθογραφίες και φριχτά λάθη στην προφορά, όπως τα μικρά παιδιά.
 
Όταν τον ρωτούσαν ποιοι ήταν οι δάσκαλοι του, εκείνος απαντούσε ότι ήταν «αυτοδίδακτος» μια λέξη που τη χρωστάμε σε αυτόν, που την επινόησε για να πει ότι ο ίδιος δίδαξε τον εαυτό του. Ήταν, λοιπόν, αυτοδίδακτος στη φιλοσοφία ή, όπως έλεγε άλλες φορές, «αυτουργός της φιλοσοφίας» και όλοι γελούσαν. (Αν και υπάρχουν κάποιες ενδείξεις πως ίσως για λίγον καιρό ήταν μαθητής του Αρχέλαου, μαθητή του Αναξαγόρα).
 
Ο ίδιος διηγούταν πως όταν ήταν παιδί, ήταν πολύ άτακτος και δεν είχε καλή συμπεριφορά, δείχνοντας πλήρη ανυπακοή ακόμη και στον πατέρα του. Όταν ο πατέρας του τον διάταζε να πάρει τα εργαλεία της τέχνης του και να πάει να τον συναντήσει σε κάποιο μέρος για να τον βοηθήσει, εκείνος παραμελούσε την προσταγή και έτρεχε όπου του άρεσε και έπειτα όλοι τον έψαχναν. Έλεγε ότι ακολούθησε τη φιλοσοφία για να κάνει ότι του αρέσει και να το δικαιολογεί όπως θέλει. Ο Σωκράτης ήταν άνθρωπος με εξαιρετικά πολύ χιούμορ.
 
Κανένας γύρω του δεν χειριζόταν τόσο καλά τον λόγο όσο αυτός, ήταν ένας αξιοθαύμαστος συζητητής, κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει ακόμη και μία απλή συζήτηση με τον Σωκράτη και σίγουρα θα τη θυμόταν σε όλη του τη ζωή. Ο Σωκράτης έλεγε ότι από την παιδική του ηλικία άκουγε μια εσωτερική φωνή, το «δαιμόνιο» του, η οποία πάντα τον απέτρεπε, να κάνει ή να πει κάποια πράγματα και ποτέ δεν τον προέτρεπε και επίσης τον συμβούλευε.
 
Αγαπούσε τη φιλοσοφία όσο τίποτε άλλο στη ζωή του. «Εγώ, όταν ήμουν νέος, σε υπερβολικά θαυμαστό βαθμό καταλήφθηκα από τη σφοδρή επιθυμία να αποκτήσω αυτή τη σοφία, την οποία ως γνωστόν ονομάζουν έρευνα αναφερόμενη στη φύση» Από μικρός, λοιπόν, ασχολήθηκε με τη φυσική φιλοσοφία και έρευνα (η οποία στην εποχή του απαγορευόταν με νόμο, και γι’ αυτό αρνήθηκε στο περιβόητο δικαστήριο ότι ασχολήθηκε ποτέ μ’ αυτήν), αργότερα με τη σοφιστεία, αλλά τελικά ήταν ο ιδρυτής της ηθικής φιλοσοφίας και της λεγόμενης ανθρωπολογικής, ενώ εντρύφησε και στα γνωσιολογικά προβλήματα και στις νοητικές διαδικασίες. Δίδασκε, στους ανθρώπους πώς να σκέφτονται σωστά.
 
Ήταν παντρεμένος και η σύζυγός του ονομαζόταν Ξανθίππη (που έμεινε θρυλική για τον εξαιρετικά δύστροπο χαρακτήρα της) και είχε τρία παιδιά: τον Λαμπροκλή, τον Σωφρονίσκο και τον Μενέξενο. Η Ξανθίππη φαίνεται ότι τυραννούσε πολύ τον Σωκράτη, ο οποίος εξαντλούσε όλη του την υπομονή για να την υποφέρει. Στο έργο Συμπόσιο του Ξενοφώντα, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό σημείο στο οποίο αναφέρεται ότι ο Σωκράτης, όταν του είπαν ότι οι γυναίκες είναι ανεπίδεκτες μαθήσεως και σοφίας, εξέφρασε τη γνώμη ότι «η γυναικεία φάσις είναι επιδεκτική διδασκαλίας».
 
Τότε, ο Αντισθένης, απαντώντας στον Σωκράτη, εκφράζει την απορία του γιατί τότε δεν κατορθώνει να αλλάξει με τη διδασκαλία του τον χαρακτήρα της Ξανθίππης: «Πώς, λοιπόν, ω Σωκράτη, και εσύ δεν βελτιώνεις δια της διδασκαλίας την Ξανθίππη, αλλά έχεις γυναίκα η οποία είναι εις ύψιστον βαθμόν δυσκολομεταχείριστη εξ όλων των γυναικών αίτινες υπάρχουν, υπήρξαν και θα υπάρξουν;»
 
Ο Σωκράτης δίνει την ακόλουθη απάντηση: «Διότι βλέπω ότι και εκείνοι: οι οποίοι θέλουν να γίνουν ικανοί ιππείς, προσπαθούν να αποκτήσουν όχι ευπειθέστατους αλλά θυμοειδείς ίππους. Διότι νομίζουν ότι αν έχουν τη δύναμη να δαμάζουν αυτούς τους ίππους, με ευκολία θα μπορούν να οδηγούν όλους τους άλλους ίππους. Και εγώ, λοιπόν, επειδή θέλω να αποκτήσω ικανότητα να έχω σχέση και συναναστροφή με τους ανθρώπους, έχω ως σύζυγο αυτήν, διότι γνωρίζω καλώς ότι εάν κατορθώσω να υποφέρω αυτήν, ευκόλως θα κάνω συναναστροφή με οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο». Υπήρξε γενναίος πολεμιστής και πολέμησε σε μάχες επιδεικνύοντας μεγάλη αντοχή και δεξιοτεχνία, κερδίζοντας τον θαυμασμό των συμπολεμιστών του.
 
Ο Σωκράτης που ήταν κοντός και καθόλου όμορφος κι όλοι έλεγαν ότι έμοιαζε με σάτυρο, βάδιζε στους δρόμους με βήμα αγέρωχο, κρατώντας το κεφάλι ψηλά προς τα επάνω και πίσω, και συνήθιζε να ρίχνει πλάγια βλέμματα. Το συχνό πλάγιο βλέμμα του Σωκράτη, που ήταν σαν να μην ήθελε να του ξεφύγει τίποτε ή σαν να επιτιμούσε όποιον έβλεπε, παρομοιαζόταν με το βλέμμα του ταύρου. Η εξωτερική εμφάνιση του ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακή και παράδοξη, άσχημη και αποκρουστική. Ήταν πάντα ξυπόλητος, ατημέλητος και απαθής, απέφευγε τα λουτρά, φορούσε το ίδιο σκοροφαγωμένο ένδυμα και το χειμώνα και το καλοκαίρι και αγαπούσε την παρέα με φίλους.
 
Παρουσιάζεται ως άνθρωπος που καταφρονούσε τις απολαύσεις της ζωής, «του οποίου η σκέψη είχε στραφεί σε κάτι το Οποίο ευρίσκεται πέραν του συνηθισμένου κόσμου». Συχνά άκουγε το δαιμόνιο του να του μιλά, και τότε προσπαθούσε να απομονωθεί για να το ακούει καλύτερα και σε όποιον του μιλούσε του ζητούσε να σιωπήσει και ακόμη πιο συχνά έπεφτε σε ένα είδος έκστασης ή βαθιάς αυτοσυγκέντρωσης, για πολλές ώρες.
 
Ο Πλάτωνας διηγείται ότι ο Σωκράτης βάδιζε μαζί του για να πάνε στο σπίτι ενός φίλου που τους κάλεσε για δείπνο, και είχαν φτάσει κοντά στο σπίτι όπου περίμεναν οι προσκεκλημένοι, βαδίζοντας αργά έμενε διαρκώς πίσω και τελικά σταμάτησε στα πρόθυρα ενός γειτονικού σπιτιού. «Ο Σωκράτης, λοιπόν, έχοντας στρέψει την προσοχή του κατά τέτοιον τρόπο προς τον εαυτό του, πορευόταν μένοντας πίσω και, όταν ο φίλος του τον περίμενε, εκείνος τον προέτρεπε να προχωρεί. Ο Σωκράτης, λοιπόν, αφού στάθηκε στο πρόθυρο μιας γειτονικής οικείας, έχει σταματήσει εκεί, και παρόλο που εγώ του φωνάζω, δεν θέλει να εισέλθει. Αλλά, αφήστε τον, διότι έχει αυτή τη συνήθεια, κάποτε παραμερίζει και ίσταται ακίνητος όπου τύχει, θα έλθει όμως συντόμως, όπως νομίζω. Μην τον ταράζετε, αλλά αφήνετε τον ήσυχο. Έπειτα, λοιπόν, ήλθε ο Σωκράτης μόνος, όπως άλλωστε συνήθιζε επί πολύ, αλλά ήλθε όταν αυτοί βρισκόντουσαν στα μέσα περίπου του δείπνου».
 
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο Αλκιβιάδης διηγείται ένα άλλο περιστατικό με τον Σωκράτης κατά την εκστρατεία της Ποτίδαιας: «Ήταν ανώτερος στην αντοχή από όλους τους άλλους. Ακόμη και στις οινοποσίες τους νικούσε όλους και, πράγμα το οποίο είναι θαυμαστό, ουδείς άνθρωπος είδε ποτέ τον Σωκράτη μεθυσμένο, θαυμαστός ήταν και στην αντοχή του ψυχρού κλίματος. Εξερχόταν από τη σκηνή, ενδεδυμένος το ένδυμα το οποίο συνήθιζε να φορεί, ξυπόλητος μέσα στους πάγους, και βάδιζε καλύτερα από εκείνους που φορούσαν υποδήματα.

Σε άλλη περίσταση, βυθισμένος σε μία αυτοσυγκέντρωση από το πρωί, είχε σταθεί στο μέρος όπου βρέθηκε απασχολημένος με κάποια σκέψη. Και επειδή μάλλον δεν κατόρθωνε να προχωρήσει στις σκέψεις του, δεν διέκοψε την αυτοσυγκέντρωση του, αλλά εξακολούθησε να στέκει απασχολημένος με την εξέταση του ζητήματος. Και είχε πλέον φτάσει η μεσημβρία, και τον αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι και θαυμάζοντας έλεγαν ο ένας στον άλλον ότι ο Σωκράτης έχει μείνει ακίνητος εκεί από το πρωί, απασχολημένος με κάποιο ζήτημα. Εν τέλει μερικοί εξ εκείνων οι οποίοι τον είδαν, όταν έγινε εσπέρα, δείπνησαν, κι αφού έβγαλαν από τις σκηνές τα στρώματα τους κοιμόντουσαν στην παγωνιά, αλλά συγχρόνως τον παραφυλούσαν για να δουν αν θα σταθεί ακίνητος εκεί και κατά τη νύκτα. Αυτός στάθηκε ακίνητος μέχρι ότου ήλθε η αυγή και βγήκε ο ήλιος. Έπειτα απομακρύνθηκε αφού απέτεινε χαιρετισμό προς τον ήλιο».
 
Ο Σωκράτης, ήταν αφοσιωμένος στην παρατήρηση του εαυτού του και περνούσε τελικά στην παρατήρηση όλων των άλλων εαυτών γύρω του, εξετάζοντας τους, γι’ αυτό και αποκαλούσε τον εαυτό του «ψύλλο», ίσως για να δείξει ότι ήταν ταπεινός και ασήμαντος και μικρός σαν ένας ψύλλος, ίσως για να δείξει ότι ενοχλούσε επίμονα τους ανθρώπους όπως ο ψύλλος, αλλά μάλλον εννοούσε και τα δύο. Παρόλο που παλαιότερα είχε ασχοληθεί με το επάγγελμα του πατέρα του σκαλίζοντας την πέτρα, ο ίδιος έλεγε ότι αισθανόταν πιο κοντά στο επάγγελμα της μητέρας του που ήταν μαία: «Γιατί κι εγώ βοηθάω τους ανθρώπους να γεννήσουν: όχι παιδιά, αλλά ιδέες».
 
Δεν τον πρόσβαλλε ποτέ τίποτε και είχε το χάρισμα να λέει τα πιο πολύπλοκα και βαθυστόχαστα πράγματα με τις πιο απλές λέξεις. Να δύο παραδείγματα γι’ αυτά: Ο αθυρόστομος Αλκιβιάδης τον πείραζε λέγοντάς του: «Δεν μπορείς να αρνηθείς, αγαπητέ Σωκράτη, ότι μοιάζεις με σάτυρο» κι εκείνος απαντούσε «Έχεις δίκιο και μοιάζω κυρίως στην κοιλιά. Πρέπει να αρχίσω να χορεύω για να κομψήνουν οι διαστάσεις της».
 
Όταν τον ρωτούσαν για τη φιλοσοφία, έλεγε: «Α, είναι πολύ απλό. Η φιλοσοφία δεν είναι κατοχή γνώσεων, αλλά συνεχής έρευνα αναφερόμενη όχι σε έναν περιορισμένο κύκλο θεμάτων αλλά στην ανθρώπινη ζωή γενικώς. Η φιλοσοφία είναι ο έρως και η εκζήτηση της γνώσεως. Ο θεός δεν φιλοσοφεί, γιατί κατέχει τη σοφία, φιλοσοφεί όμως ο άνθρωπος, διότι η ύπαρξη του είναι πεπερασμένη και ενδεής. Η κατάσταση που διεγείρει στον άνθρωπο την ορμή για φιλοσοφική έρευνα, είναι η απορία. Γι’ αυτό ρωτώ τους πάντες, αλλά συνήθως αποκρίσεις δεν δίδω, διότι δεν είμαι κάτοχος γνώσεων, γι’ αυτό και έχω πολλές απορίες και γι’ αυτό φιλοσοφώ. Αλλά, κατέχω την τέχνη να κάνω και τους άλλους να απορούν».
 
Αληθινά, ο Σωκράτης συντάρασσε τον νου και την ψυχή των συνομιλητών του και τους έκανε να χάνουν την ψευδαίσθηση ότι ήταν κάτοχοι σταθερών γνώσεων. Όταν συζητούσε, δήλωνε πάντοτε πλήρη άγνοια σε σχέση με το συζητούμενο θέμα και έκανε συνεχώς ερωτήσεις. Άκουγε με υπομονή τους μαθητές του και ύστερα άρχιζε να διατυπώνει τις ερωτήσεις ή τις αντιρρήσεις του: «Όταν μιλάς για την αρετή, τι ακριβώς εννοείς με αυτή τη λέξη;» Πολύ σωστά, απαιτούσε ακριβείς συλλογισμούς, καθαρές διατυπώσεις, συνειδητή γνώση κι όχι παιχνίδια με τις λέξεις. «Τι είναι αυτό;» ήταν η αγαπημένη του ερώτηση για οποιοδήποτε θέμα κι αν συζητούσε με τους ανθρώπους.
 
«Θεωρώ τον εαυτό μου τον σοφότερο μεταξύ των ανθρώπων, γιατί ξέρω πως δεν ξέρω τίποτε» (μια αξιοθαύμαστα ρητορική δήλωση, αφού δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν αυτός που την κάνει είναι αλαζονικός ή μετριόφρων). Ο Αριστοτέλης έλεγε για τον Σωκράτη: «Δύο πράγματα πρέπει να του αναγνωριστούν: οι επαγωγικοί συλλογισμοί και οι ορισμοί».
 
Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι ο Σωκράτης ήταν ένας πάρα πολύ ενοχλητικός και αντιπαθής άνθρωπος για όλους τους εξυπνάκηδες, τους πονηρούς και δόλιους ανθρώπους, τους μισαλλόδοξους, τους υποκριτές, τους ημιμαθείς, τους άδικους, τους μικρόνοες, τους κρυψίνοες, τους εξουσιαστές, τους εγωιστές, τους ξεροκέφαλους, τους βλάκες, τους κομπλεξικούς, κλπ δηλαδή για το 80% του πληθυσμού οποιασδήποτε εποχής. Είναι ο φιλόσοφος που αποτέλεσε το αρχετυπικό θύμα της μισαλλοδοξίας και της αλαζονείας των ανθρώπων, της κρατικής εξουσίας και του παρωπιδισμού, του ιερατείου και του σκοταδισμού.
 
Αγαπούσε τους νέους και οι νέοι τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν, μαζεύονταν πάντοτε γύρω του στους δρόμους και στην αγορά και παρακολουθούσαν τις συζητήσεις του με τους ανθρώπους που εξέταζε: μετά από μερικές ερωτήσεις και επισημάνσεις, ο Σωκράτης αποδείκνυε ότι ο φαφλατάς συνομιλητής του είτε δεν ήξερε τι έλεγε, είτε καυχιόταν για γνώσεις που δεν κατείχε, είτε υποκρινόταν και δεν ενδιαφερόταν στ’ αλήθεια για τα πράγματα που έλεγε ότι ενδιαφερόταν, είτε ήταν ημιμαθής.
 
Η αναμόρφωση των πολιτών
 
Όπως προκύπτει από την Απολογία, από κάποιους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους και κυρίως από τον Γοργία, αλλά και από τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, ο Σωκράτης δεν ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική. Είτε τον απέτρεπε το «δαιμόνιο» είτε γιατί γνώριζε ότι, αν το έκανε σύμφωνα με τις αρχές του, θα είχε καταδικασθεί από τους Αθηναίους πολύ ενωρίτερα. Έτσι, σύμφωνα με το πνεύμα του Επιταφίου του Περικλή, θα μπορούσε, περιοριζόμενος στον ιδιωτικό και όχι τον δημόσιο έλεγχο και αγώνα για το δίκαιο, να χαρακτηρισθεί «αχρείος».
 
Κάποιες, με το σημερινό πνεύμα γνήσια πολιτικές, πράξεις και αντιστάσεις που πρόβαλε απέναντι τόσο στη δημοκρατία όσο και στην τυραννία της εποχής του, ο ίδιος δεν φαίνεται να τις αξιολογούσε πολιτικά αλλά ηθικά όταν ομολογούσε απολογητικά ότι πράγματι με την τρέχουσα έννοια «δεν έπραττε τα πολιτικά» περιοριζόμενος στην ιδιωτική κριτική πολιτικών πρακτικών, όπως της εκκλησίας του δήμου και του αιτήματος να έχει ο καθένας λόγο για τα κοινά, της κλήρωσης των αρχών από τους «τυχόντες» κτλ. και δημοσίων προσώπων γιατί διεκδικούσαν σοφία που δεν είχαν και δεν συνέβαλλαν στην ηθική βελτίωση των πολιτών.
 
Κύριο μέλημα της πολιτικής για τον Σωκράτη ήταν η ηθική θωράκιση και αναμόρφωση των πολιτών. Έτσι, παρά τα όποια επιτεύγματά τους για την ασφάλεια, την οικονομική άνθηση και το γόητρο της πόλης ­ πολιτικές στρατηγικές για μας σήμερα θεμελιωδώς σημαντικές ­, καταλόγιζε σε όλους σχεδόν τους επώνυμους άρχοντες ακόμη και της λαμπρής πεντηκονταετίας της Αθήνας το ότι κανένας τους δεν βελτίωσε ηθικά τους πολίτες της. Ισχυριζόταν λοιπόν ότι από μια άποψη αυτός «έπραττε τα πολιτικά» καλύτερα γιατί, αντί να τα πράττει μόνος του, φρόντιζε να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερους ικανούς για τούτο. Καταδίκαζε και αυτός την πολιτική αδιαφορία ενθαρρύνοντας, με τεχνοκρατικό κάπως, ανάλογο με το πλατωνικό, πνεύμα, την ενεργό ανάμειξη στην πολιτική των «επισταμένων άρχειν». «Άνευ παρασκευής και επιμελείας» δεν μπορεί κάποιος να «πράττει τα πολιτικά» γιατί η πολιτική τέχνη είναι η «μεγίστη τέχνη» και η «καλλίστη αρετή».
 
Με την πεποίθηση ότι «ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω» και ότι κανείς δεν έπρεπε να «ιδιωτεύει της αρετής» αγωνιζόταν ο Σωκράτης σαν την αλογόμυγα να αφυπνίσει τις συνειδήσεις, να κεντρίσει την αυτογνωσία και να επιτύχει την ηθική αναμόρφωση. Είχε απόλυτη επίγνωση ότι η για πολλούς ενοχλητική αυτή πρακτική, με το πολύ βαρύ, όπως αποδείχθηκε, τίμημα, ήταν αυθεντική πολιτική πράξη, όπως φαίνεται από την τελική του σχετική απάντηση στον Γοργία.
 
Ενώ παραδέχεται ότι «ουκ έστι των πολιτικών» και σημειώνει ότι γινόταν συχνά περίγελως με την άγνοιά του των πολιτικών πραγμάτων, μη ξέροντας ούτε καν να «επιψηφίζει» και εξηγεί ότι δεν θα τον ξαφνιάσει καθόλου η καταδίκη του, διακηρύσσει: «Οἶμαι μετ’ ὀλίγων Ἀθηναίων, ἵνα μή εἴπω μόνος, ἐπιχειρεῖν τῇ ὡς ἀληθῶς πολιτική τέχνη καί πράττειν τά πολιτικά μόνος τῶν νύν· ἅτε οὖν οὐ πρός χάριν λέγω τούς λόγους οὖς λέγω ἑκάστοτε, ἀλλά πρός τό βέλτιστον, οὐ πρός τό ἥδιστον, καί οὐκ ἐθέλων ποιεῖν ἅ σύ παραινεῖς, τά κομψά ταῦτα»(521d). Στο χωρίο αυτό δίνει ο Σωκράτης την πρώτη απάντηση στην ιστορία του πνεύματος στο ερώτημα «σε τι χρησιμεύει η πολιτική;»: Η αληθινή πολιτική αποσκοπεί κυρίως στην καλλιέργεια της ηθικής ακεραιότητας των πολιτών.
 
Πολλά από τα επιχειρήματα του Σωκράτη δεν αντέχουν στην κριτική. Η δημοκρατία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι τα ύψιστα πολιτισμικά γεγονότα του αιώνα μας. Μερικοί σοφιστές, θεωρητικοί της δημοκρατίας και της ιδεολογίας οικουμενικών δικαιωμάτων βρίσκονται γενικώς εγγύτερα από τον Σωκράτη στο πνεύμα των καιρών. Αλλά μετά τον Μακιαβέλι, τη realpolitik και τα πρόσφατα «σύνδρομα», κεφαλαιώδες αίτημα της εφαρμοσμένης και της δημόσιας ηθικής είναι η επαναπροσέγγιση ηθικής και πολιτικής. Η πολιτική δεν επιτρέπεται να παρέχει στα δημόσια πρόσωπα ηθικό άλλοθι. Η απάντηση του Σωκράτη, παρά τις υπερβολές και τις παραλείψεις της, είναι σήμερα από την άποψη αυτή μοναδικά επίκαιρη. Ας την ενστερνισθούν οι πολιτικοί μας κατά το «Έτος Σωκράτη» και κατά την «Ημέρα της φιλοσοφίας».

Το τέλος του Σωκράτη από την ανθρώπινη πανούκλα
 
Οι υποκριτές άνθρωποι οργίζονταν, κατηγορώντας τον Σωκράτη, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι τον αντιπαθούσαν ή τον μισούσαν θανάσιμα γιατί τους ξεμπρόστιαζε. Και οι ανήσυχοι -και πάντα ριζοσπάστες- νέοι, που συνήθως τα παρακολουθούσαν όλα αυτά, έπαιρναν πάντα το μέρος του Σωκράτη, μάθαιναν απ’ αυτόν ή διασκέδαζαν, τον ακολουθούσαν παντού για να μάθουν περισσότερα. Αυτός είναι ο λόγος που -οι θιγμένοι αλαζόνες που όλο και πλήθαιναν- κατηγόρησαν τον Σωκράτη στην πολιτεία για «διαφθορά των νέων».
 
Αντί να αναγνωρίσουν έναν σοφό άνθρωπο και να μάθουν απ’ αυτόν και να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι ή να εμπνευστούν, αυτό που στα αλήθεια εννοούσαν κατηγορώντας τον για διαφθορά της νεολαίας ήταν ότι τους ξεγύμνωνε ηθικά και νοητικά, φανέρωνε τη βλακεία τους μπροστά στους νέους, και εκείνοι έχαναν το σεβασμό τους προς αυτούς. Δεν μπορούσαν πλέον να ασκήσουν εξουσία επάνω τους. Ο Σωκράτης απομυθοποιούσε την εξουσία των φαύλων που παρίσταναν τους ενάρετους και τους δημοκράτες, τους διανοούμενους και τους ειδικούς.
 
Τον κατηγόρησαν για ασέβεια και «εισαγωγή νέων θεών», επειδή έλεγε ότι είχε ένα δικό του δαιμόνιο, δηλαδή έναν ολόδικό του θεό που μιλούσε μόνο σ’ αυτόν προσωπικά και σε κανέναν άλλον και επειδή έφερνε στο φως της εξέτασης και της έρευνας όλες τις αφελείς δεισιδαιμονίες τους και τις ανόητες δοξασίες και πεποιθήσεις τους, αναζητώντας τη λογική, τη διάνοια, το δίκαιο και την ηθική, που ήταν οι αληθινοί «θεοί» του Σωκράτη. Και το γελοίο της υπόθεσης ήταν ότι ο Σωκράτης ποτέ δεν έδειξε ασέβεια προς το θείο, αντιθέτως μάλιστα, ήταν άνθρωπος μετρημένος και ευσεβής, ούτε καταφρόνησε ποτέ έκδηλα την πολιτεία.
 
Στην αναπτυσσόμενη δυσαρέσκεια των φαύλων απέναντι στον Σωκράτη και στη δυσφήμηση του από αυτούς προς το λαό, συντέλεσε και ο φαφλατάς και άξεστος είρωνας Αριστοφάνης, που τον παρουσίαζε στην κωμωδία Νεφέλες και αλλού, ως άνθρωπο γελοίο, τεμπέλη, ονειροπαρμένο και πρόστυχο, πιθανώς τρελό και επικίνδυνο, και το παράδειγμα του συκοφάντη Αριστοφάνη μιμήθηκαν και άλλοι κωμικοί συγγραφείς της γελοιότητας και της γελοιογραφίας. Τα έργα αυτά δημιούργησαν μια τελείως δυσφημιστική εικόνα του Σωκράτη κι επηρέασαν σημαντικά την ετυμηγορία της δίκης που θα ακολουθούσε, με αποτέλεσμα την άνανδρη δολοφονία του σοφού ανθρώπου της φιλοσοφίας.
 
Ήταν ένας άνθρωπος που ποτέ δεν απέκρυψε τη γνώση και τις ιδέες, όπως έκαναν οι μυστικιστές χειραγωγοί των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, που ωθούσε προς τη σοφία όλους τους φίλους του, αποστρεφόταν τα πλούτη και τις πόζες και ήταν ένας πολύ φτωχός άνθρωπος, ένας αυθεντικός διανοούμενος και ένας αληθινός δάσκαλος.
 
«Εγώ βρίσκω μεγάλη ευχαρίστηση με τους καλούς φίλους κι εάν αποκτήσω μίαν ωφέλιμον γνώση, την ανακοινώνω εις αυτούς δια της διδασκαλίας, και τους συνιστώ και εις άλλους ανθρώπους, από τους οποίους νομίζω ότι θα έχουν κάποια καλή ωφέλεια ως προς την αρετή. Και τους θησαυρούς των παλαιών σοφών, τους οποίους εκείνοι τους κληροδότησαν εις ημάς γράψαντες αυτούς σε βιβλία, όταν βρίσκω τα βιβλία αυτά από κοινού με τους φίλους τα αναγιγνώσκω, και αν βλέπωμεν κάτι το οποίον είναι καλό, το εκλέγομεν και νομίζομεν μέγα κέρδος εάν γινόμεθα ωφέλιμοι προς αλλήλους.» Αυτόν τον άνθρωπο σκότωσαν οι Αθηναίοι. Ενώ ακόμη και τους τυράννους απλά τους εξόριζαν, τους τσαρλατάνους μάντεις τους θαύμαζαν, τους κόλακες και τους πονηρούς απατεώνες τους έδιναν πολιτικά αξιώματα, (όπως έδωσαν αξιώματα και τιμές στους κατήγορους του που τον οδήγησαν στο θάνατο).
 
Να τι έγραφε το κατηγορητήριο ενάντια στον Σωκράτη: «Ο Σωκράτης είναι ένοχος μεγίστου αδικήματος, επειδή δεν αναγνώριζει ως θεούς εκείνους τους οποίους αναγνωρίζει η πόλης, εισηγείται δε νέας θεότητας. Είναι προσέτι ένοχος αδικήματος και επειδή διαφθείρει τους νέους. Η προτεινόμενη ποινή είναι θάνατος…» Αυτό είναι ουσιαστικά το κατηγορητήριο ενάντια στη φιλοσοφία, και ο Σωκράτης είναι ο μεγαλομάρτυρας της φιλοσοφίας.
 
Ο Σωκράτης ξεκινάει την απολογία του λέγοντας ότι οι κατήγοροί του, είπαν τόσες αναλήθειες και τόσο πειστικά που λίγο ακόμα και θα έπειθαν και τον ίδιο για όλα αυτά. Οι κατήγοροι είχαν ήδη προτρέψει τους δικαστές να μην τον πιστέψουν διότι είναι δεινός ρήτορας, ο Σωκράτης όμως καταρρίπτει το επιχείρημά τους αυτό, με την απόδειξη ότι πρώτη φορά σε ηλικία εβδομήντα ετών παρουσιάζεται μπροστά σε δικαστήριο, οπότε είναι και εντελώς ξένος ως προς την γλώσσα που χρησιμοποιείται εκεί.
 
Στην συνέχεια ο Σωκράτης ενημερώνει τους δικαστές ότι υπάρχουν δύο ειδών κατήγοροι, οι πρόσφατοι Άνυτος, Μέλητος και Λύκωνας και οι παλαιότεροι. «Το κατηγορητήριο λοιπόν λέει ότι αυτός ερευνά με περιττό ζήλο τα φαινόμενα που συμβαίνουν κάτω από την γη και στον ουρανό, τα άδικα τα κάνει να φαίνονται δίκαια και όλα αυτά τα διδάσκει στους άλλους». Ο Σωκράτης καλεί όλους τους παρευρισκόμενους να πουν αν ποτέ τον άκουσαν να λέει κάτι από τα παραπάνω, όπως και το αν ποτέ πήρε χρήματα για την διδασκαλία του, όπως κάνουν πολλοί άλλοι, όχι κακώς. Κανείς δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο. Ο Σωκράτης αφού έδωσε εικόνα για την αιτία των πρώτων κατηγόρων συνεχίζει στην εξέταση των προσφάτων κατηγόρων ξεκινώντας από τον Μέλητο.

Ο Σωκράτης ξεκινάει επιθετικά λέγοντας ότι ένοχος είναι ο Μέλητος επειδή σέρνει σε δικαστήρια ανθρώπους προσποιούμενος ότι ενδιαφέρεται και φροντίζει για πράγματα που ποτέ δεν νοιάστηκε. Με τις ερωτήσεις του προτρέπει τον Μέλητο να επιδείξει ποιοι είναι αυτοί που ωφελούν τους νέους. Ο Μέλητος απαντάει ότι είναι οι όλοι οι δικαστές, οι ακροατές, οι βουλευτές, τα μέλη της εκκλησίας του δήμου, οι εκκλησιαστές κτλ.
 
«Δηλαδή όλοι εκτός από εμένα έτσι;» ρωτάει ο Σωκράτης, «έτσι ακριβώς» απαντάει ο Μέλητος. Ο Σωκράτης λέγει ότι «είναι δυνατόν στα άλογα οι πολλοί να τα εκπαιδεύουν και οι λίγοι δηλαδή οι ιπποκόμοι να τα διαφθείρουν, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, έτσι θα ήταν πολύ ευτυχισμένοι οι νέοι αν μόνο ένας υπήρχε να τους διαφθείρει και όλοι οι υπόλοιποι να τους ωφελούσαν».
 
Ο Άνυτος υποστήριξε μπρος στους δικαστές (εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς) ότι είτε από την αρχή δεν θα έπρεπε καθόλου να δικαστεί ο Σωκράτης είτε αφού ξεκίνησε η δίκη δεν γίνεται να μην καταδικαστεί εις θάνατον, διότι αν δεν καταδικάσουν τον Σωκράτη αυτός μετά θα καταστρέψει τα παιδιά τους και τους ίδιους με τις φιλοσοφίες του. Στην συνέχεια ο Σωκράτης κάνει λόγο για το γνωστό «Σωκρατικό Δαιμόνιο» (στο οποίο στάθηκε ο Πλούταρχος με το βιβλίο του “Περί Σωκράτους Δαιμόνιον” ) εξηγώντας τον λόγο για τον οποίο δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πολιτική.
 
«Ίσως σας φαίνεται παράξενο που ενώ τριγυρνάω ανάμεσα σας και σας συμβουλεύω, ποτέ δεν ανέβηκα στο βήμα μιλώντας στο πλήθος να συμβουλέψω την πόλη. Αιτία αυτού είναι εκείνο που πολλές φορές σε πολλά μέρη με έχετε ακούσει να λέω, ότι δηλ. μέσα μου κάτι θεϊκό και δαιμόνιο, μια φωνή. Αυτή η φωνή υπάρχει από τότε που ήμουν παιδί, που πάντα την ακούω η οποία με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω αλλά ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα. Αυτή λοιπόν με αποτρέπει να ασχοληθώ με την πολιτική, και ξέρετε καλά ότι αν είχα ασχοληθεί με την πολιτική από καιρό θα είχα αφανισθεί και ούτε εσάς θα είχα ωφελήσει ούτε και τον εαυτό μου».
 
Στην συνέχεια ο Σωκράτης περνάει στο σημείο της κατηγορίας περί των θεών. Καταρρίπτει την κατηγορία του άθεου εφόσον η ίδια η κατηγορία είναι ότι διδάσκει και φέρνει καινούριες θεότητες, οπότε δεν μπορεί να είναι άθεος. Και ενώ ο Μέλητος επιμένει στην κατηγορία ότι δεν πιστεύει σε θεούς, ο Σωκράτης απαντά ότι είναι δυνατόν να κατηγορείται για αθεΐα την στιγμή που εισάγει νέους θεούς; Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος της απολογίας, το δικαστήριο αποφασίζει ότι είναι ένοχος με τριάντα ψήφους διαφορά, οπότε θα πρέπει να περάσει σε δευτερολογία για να επιχειρηματολογήσει επάνω στο φλέγον ζήτημα της ποινής που θα του επιβληθεί.
 
«Όντας βέβαιος ότι δεν έχω αδικήσει κανέναν, δεν πρόκειται φυσικά να αδικήσω τον εαυτό μου» συνεχίζει ο Σωκράτης.
 
Οι δικαστές όμως τον καταδίκασαν εις θάνατον και ο Σωκράτης κάνει τον επίλογό του.
 
Μετά ο Σωκράτης απευθύνεται σε αυτούς που έριξαν αθωωτική βουλή φανερώνοντας τους ότι η συνηθισμένη μαντική ικανότητα του δαιμονίου που του εμφανιζόταν πολύ συχνά, και που ακόμα για απλά πράγματα τον εμπόδιζε αν ήταν να πράξει κάτι που δεν ήταν σωστό, αυτή την φορά δεν τον εμπόδισε να μην πει αυτά που είπε στο δικαστήριο. Όπως λοιπόν φαίνεται ήταν γι' αυτόν καλό. Τέλος τους παροτρύνει να πιστέψουν ότι η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει για τον καλόν άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθαίνει και ότι δεν αμελούν οι θεοί να φροντίζουν για τις υποθέσεις τους. Ο Σωκράτης κλείνει την απολογία του με τα εξής λόγια: «Αλλά τώρα είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω και σεις για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον θεό».
 
Δεν έγραψε ποτέ τίποτε, τη φιλοσοφία του την κατέγραψαν οι μαθητές του, κυρίως ο Πλάτωνας (ο μαθητής που τον αγαπούσε πιο πολύ απ’ όλους) σε μορφή διαλόγων. Αν δεν μιλούσαν γι’ αυτόν ο Πλάτωνας, ο Ξενοφώντας, ο Διογένης Λαέρτιος, ο Πλούταρχος, ο Πορφύριος και μερικοί Σωκρατικοί φιλόσοφοι, δεν θα γνωρίζαμε τίποτε για τον Σωκράτη.
 
Ενώ του δόθηκε μια ευκαιρία μέσω των μαρτύρων υπεράσπισης να αποφύγει τον θάνατο, όταν τον ρώτησαν τι ποινή θα πρότεινε για τον εαυτό του αντί του θανάτου, εκείνος εξόργισε ακόμη περισσότερο το πλήθος και τους δικαστές όταν αντιπρότεινε ότι όχι μόνο δεν έπρεπε να τον καταδικάσουν αλλά ζήτησε και την τιμητική συντήρηση και ενίσχυση του από το πρυτανείο!
 
Οι φίλοι του προσπάθησαν να τον πείσουν να τους αφήσει να τον βοηθήσουν να αποδράσει, όπως είχαν φυγαδευτεί και γλιτώσει από την καταδίκη ο Πρωταγόρας και ο Αναξαγόρας πριν από, αυτόν, αλλά εκείνος αρνήθηκε, είτε από κούραση, είτε από υπερηφάνεια, είτε γιατί δεν είχε ταξιδέψει μακριά ποτέ του, είτε αποδεχόμενος το ρόλο του ως μάρτυρα. Τον οδήγησαν στη φυλακή, όπου έμεινε για λίγο τριγυρισμένος από τους μαθητές του που έκλαιγαν απαρηγόρητοι και από τα μικρά παιδιά του που τα είχε φέρει η σαστισμένη Ξανθίππη για να τον αποχαιρετήσουν.
 
Όταν ο δήμιος του έδωσε να πιει το κώνειο, παρηγορούσε τους αγαπημένους του φίλους και μαθητές μέχρι την τελευταία του ανάσα, λέγοντας: «Γιατί απελπίζεστε; Δεν ξέρετε άραγε πως από τη μέρα που γεννήθηκα η φύση με είχε καταδικάσει σε θάνατο; Καλύτερα λοιπόν εγκαίρως και όσο είμαι υγιής, αποφεύγοντας την παρακμή. Είθε να είναι ευτυχής η μετοίκηση μου στον άλλο κόσμο, ο οποίος ίσως να είναι καλύτερος απ’ αυτόν εδώ»
 
«Εγώ όσα πράγματα γνωρίζω, το πλήθος τα αποδοκιμάζει, κι όσα το πλήθος επιδοκιμάζει, εγώ δεν τα γνωρίζω καθόλου» (Επίκουρος)

Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΟΥΤΟΠΙΑ
 
Ο Πλάτωνας (427-346 μ.κ.ε.) είναι ίσως ο πιο γνωστός κι ο πιο πολυδιαβασμένος στην εποχή μας φιλόσοφος της αρχαιότητας. Το αληθινό όνομα του Πλάτωνα ήταν Αριστοκλής. Το όνομα Πλάτωνας ήταν ένα παρατσούκλι του, τον φώναζαν έτσι επειδή ήταν «πλατύς», είχε πλατιούς και δυνατούς ώμους, πλατύ στέρνο και αθλητικό παράστημα. Καταγόταν από παλαιά οικογένεια ευγενών, που θεωρούσε ως προγονό της τον Σόλωνα. Κατ’ επέκταση, ήταν ευκατάστατος.
 
Ήταν όντως πολύ αθλητικός και δυνατός, στον πόλεμο είχε τιμηθεί πολλές φορές ως πολεμιστής, ο πρώτος του δάσκαλος στη φιλοσοφία ήταν ο Κρατύλος, ο οποίος τον ώθησε να μελετήσει τους Ίωνες φιλοσόφους και τελικά περισσότερο τον Εμπεδοκλή, τον Αναξαγόρα και τον Ηράκλειτο, αλλά στα είκοσι δύο του χρόνια γνώρισε τον Σωκράτη και μεταμορφώθηκε σε διανοούμενο. Μέχρι τότε ο Πλάτωνας ήταν ένας ποιητής, συνέθετε κυρίως ελεγείες και επιγράμματα. Ήταν μάλλον ο πιο πιστός και ο πιο επιμελής μαθητής του δασκάλου του, τον οποίο αγαπούσε με πάθος, τον θαύμαζε και τον υποστήριζε ακόμη και με κίνδυνο της ζωής του.
 
Η άδικη δολοφονία του Σωκράτη τον συγκλόνισε βαθύτατα, τόσο που τον ώθησε να εκπατριστεί, εγκατέλειψε την Αθήνα και τους ανόητους και μισαλλόδοξους συμπολίτες του και άρχισε τις περιπλανήσεις. Πήγε στα Μέγαρα όπου έμεινε κοντά στον Ευκλείδη, έπειτα στην Κυρήνη (όπου έμεινε για κάποιον καιρό μαζί με τον Αρίστιππο), στην Ιωνία, και κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου θέλησε να ζήσει με ηρεμία μελετώντας τα μαθηματικά και τη θεολογία. Δεν ήθελε να επιστρέψει στην Αθήνα, γιατί έπειτα από τη νομιμοποιημένη δολοφονία του Σωκράτη που προκάλεσε μέγιστο τραύμα στην ψυχή του Πλάτωνα, από τις εμπειρίες του, την εξέταση και τη βαθύτερη κριτική παρατήρηση της κοινωνίας, είχε απογοητευτεί πλήρως από το τοπικό πεδίο των πολιτικών ανδρών, των νόμων, της θρησκείας, και των παραδοσιακών εθίμων και ηθών.
 
Επέστρεψε για λίγο στην Αθηναίο το 395 μ.κ.ε. αλλά έφυγε ξανά άπρακτος και αηδιασμένος για να ταξιδέψει στον Τάραντα της Κάτω Ιταλίας και στη Σικελία για να ερευνήσει την Πυθαγόρεια φιλοσοφία, όπου και γνώρισε τον αινιγματικό φιλόσοφο και επιστήμονα Αρχύτα, ο οποίος τον εξάσκησε σε ειδικές μεθόδους και γνώσεις των Πυθαγορείων και στη σκέψη του Δημόκριτου.
 
Δεν θα αναφερθώ εκτενώς στην Πλατωνική φιλοσοφία, όχι μόνο γιατί είναι πολυσχιδής και περίτεχνη, στο βάθος της μυστικιστική και με πολλές ερμηνείες, αλλά διότι, οι βασικές της θεωρίες είναι αρκετά γνωστές και διαδεδομένες. Η φιλοσοφία του Πλάτωνα επικεντρώνονταν κυρίως στις Ιδέες -έννοια που αυτός εισήγαγε στον κόσμο της σκέψης- και στον περιβόητο Κόσμο των Ιδεών και των Αρχετύπων, στη θεωρία, στην ηθική, στη θετική διαλεκτική (που ως τις μέρες του είχε αρνητικό χαρακτήρα), στην τέχνη του διαλόγου, στη γεωμετρία και στην ιστορία, στη νομική και σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική (ή μάλλον, θα έλεγε κανείς, στην κυβερνητική).
 
Αν και, δεν υπήρχε τομέας της γνώσης που να μην είχε εντρυφήσει και είχε τη σοφία να συνδυάζει τις γνώσεις και τις θεωρίες όχι μόνο τις δικές του αλλά και των άλλων φιλοσόφων που είχε υπ’ όψιν του, καθώς και όλες τις γνωστές επιστήμες και αρκετές δικής του επινόησης. Ήταν αληθινά ένας πανεπιστήμονας. Ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος συγκρητιστής, ίσως και ο πρώτος σημειολόγος. Φυσικά, ήταν και μεγάλος λογοτέχνης και συναρπαστικός ρήτορας. Το κύριο χαρακτηριστικό των πάμπολλων έργων του Πλάτωνα είναι ότι τα περισσότερα γράφτηκαν με τη μορφή διαλόγου, με ήρωα τον Σωκράτη, και παρουσιάζονται ως Σωκρατικοί διάλογοι.
 
Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ξέρει αν οι διάλογοι αυτοί είναι αυθεντικοί, αν έγιναν δηλαδή στ’ αλήθεια από τον Σωκράτη και τους συνομιλητές του, ή είναι φανταστικοί. Το πιθανότερο είναι πως ισχύουν και τα δύο. Μοιάζει αδύνατον να θυμόταν ο Πλάτωνας όλους αυτούς τους εξαιρετικά περίτεχνους διάλογους του Σωκράτη, λέξη προς λέξη, αλλά δεν είναι και απίθανο, μιας και ο Πλάτωνας ήταν ένας πολύ ασυνήθιστος άνθρωπος με πολλά ιδιαίτερα χαρίσματα.
 
(Το μόνο αντίστοιχο στη λογοτεχνία που μπορώ να φανταστώ, είναι οι πολύτομοι διάλογοι του Δον Χουάν με τον Κάρλος Καστανέντα, πρότυπο των οποίων είναι φανερό ότι υπήρξαν οι Σωκρατικοί διάλογοι του Πλάτωνα). Η λογοτεχνική αυτή μέθοδος αποτελεί εξαιρετικό συγγραφικό κόλπο, αφού ο συγγραφέας βάζει έναν ήρωα να μιλήσει για λογαριασμό του κι έτσι περνάει αυτά που έχει να πει ξεπερνώντας τις επιφυλάξεις του αναγνώστη, ο οποίος ταυτίζεται με τον άλλο συνομιλητή.
 
Είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον Πλάτωνα και στον αναγνώστη του.
 
Επιπλέον, έτσι ο συγγραφέας δεν μπορεί να αποδοκιμαστεί άμεσα για κάτι που έγραψε, επειδή το έχει βάλει στα χείλη κάποιου άλλου. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Πλάτωνας ζούσε σε επικίνδυνες εποχές κι ο Σωκράτης είχε ήδη πληρώσει το τίμημα. Πέρα από όλα αυτά, το βέβαιο είναι πως οι συγγραφείς αυτών των διαλόγων αποτέλεσαν και ένα είδος εκδίκησης του Πλάτωνα για λογαριασμό του δασκάλου του, όχι μόνο καταδεικνύοντας αναμφισβήτητα πόσο σοφός ήταν ο Σωκράτης, αλλά και εξασφαλίζοντας ότι οι εχθροί της φιλοσοφίας δεν θα μπορούσαν να σβήσουν εύκολα τη μνήμη του από την Ιστορία. Είναι αμφίβολο αν θα θαυμάζαμε σήμερα τόσο πολύ τον Σωκράτη, αν δεν υπήρχαν τα έργα αυτά του Πλάτωνα.
 
Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι το πιο σημαντικό έργο του ήταν η Πολιτεία κι έλεγε ότι τα περισσότερα γραπτά του συνέκλιναν σ’ αυτό του το έργο. Ήταν η αρχετυπική ουτοπία, το τέλειο πολιτικό σύστημα, η φιλοσοφική πολιτεία των τελείων, σύμφωνα με την οποία τους πολίτες κυβερνούσαν οι σοφοί και οι ενάρετοι κάτω από έναν βασιλιά φιλόσοφο. Ο Πλάτωνας δεν είχε μείνει μόνο στο θεωρητικό κομμάτι της Πολιτείας του, αλλά σε όλη του τη ζωή αναζητούσε με επιμονή τον τρόπο να την εφαρμόσει σε κάποιο μέρος της Ελλάδας, των αποικιών ή του υπόλοιπου γνωστού κόσμου.
 
Ήταν ένας μεταφυσικός στοχαστής, ιδεαλιστής και ελιτιστής
 
Ο Πλάτωνας ήταν ανοιχτά και δηλωμένα αρνητής της δημοκρατίας (την οποία τη θεωρούσε στη χειρότερη περίπτωση ως εφαρμοσμένη υποκριτική ή θεατρικό δρώμενο και στην καλύτερη ως ανεπαρκές πολιτικό σύστημα). Ήταν ένας εκ φύσεως αριστοκράτης του πνεύματος (και θα έλεγε κανείς ότι ενσάρκωνε έναν τύπο φιλόσοφου Δον Κιχώτη).
 
Στο ταξίδι του εκείνο στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, κατά το οποίο τον συνόδευαν δύο από τους «εταίρους» του (όπως αποκαλούσε τους συνεργάτες του και τους μαθητές του, που τους θεωρούσε «συνόντες») ο Ξενοκράτης και ο Σπεύσιππος, έκανε μία κομβική γνωριμία, συναντήθηκε και έγινε φίλος με τον Δίωνα, έναν λαμπρό νέο που έγινε ίσως ο πιο πιστός μαθητής του και πολύ καλός φίλος. Η αδελφή του Δίωνα, Αριστομάχη, είχε παντρευτεί τον τύραννο των Συρακουσών, Διονύσιο Α΄ τον πρεσβύτερο, κι έτσι ο Δίωνας είχε άμεση πρόσβαση στη βασιλική αυλή.
 
Ο Δίωνας προσκάλεσε τον Πλάτωνα στις Συρακούσες και τον παρουσίασε στον τύραννο Διονύσιο Α’. Είναι φανερό ότι ο Πλάτωνας, μέσω της γνωριμίας του με τον Δίωνα και με τον Διονύσιο, είδε στο πρόσωπο του βασιλιά την ευκαιρία να τον κατηχήσει και να τον χρησιμοποιήσει για να εφαρμόσει στις Συρακούσες το ουτοπικό πολιτικό σύστημα που περιγράφει στην Πολιτεία του.
 
Είχε έρθει η στιγμή για το μεγάλο πείραμα. Αλλά η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Ο τύραννος, που διακατεχόταν από έντονο σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στους διανοούμενους (όπως, άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι με κάποια εξουσία), αρεσκόταν στο να τους ταπεινώνει και να τους υποτιμά, και μια μέρα είπε στον Πλάτωνα: «Όσα λες είναι τελείως ανόητα, γιατί είσαι ένας ανόητος» κι ο Πλάτωνας απάντησε: «Κι εσύ είσαι ένας μικρόνοος αυθάδης».
 
Έτσι, ο Διονύσιος τον απέλασε από τις Συρακούσες, τον έβαλε μέσα σε ένα καράβι για να επιστρέψει στην Ελλάδα, αλλά διέταξε το πλήρωμα να τον συλλάβει και να τον αλυσοδέσει μόλις σαλπάρουν και να τον πουλήσουν σαν σκλάβο. Το καράβι προσάραξε στην Αίγινα, ένα νησί που ήταν σε στενή συμμαχία με τους Σπαρτιάτες βρισκόταν σε εμπόλεμη σχέση με την Αθήνα, και έτσι ο Αθηναίος Πλάτωνας θεωρήθηκε αιχμάλωτος πολέμου, και πουλήθηκε ως δούλος. Ευτυχώς, εκεί τον αναγνώρισε κάποιος πλούσιος άνθρωπος ονόματι Αννίκερις από την Κυρήνη, πλήρωσε το μεγάλο ποσό των τριών χιλιάδων δραχμών για να τον αγοράσει, και έπειτα του πρόσφερε την ελευθερία του αρνούμενος να δεχθεί τα χρήματα από τους φίλους του Πλάτωνα που στο μεταξύ είχαν ειδοποιηθεί και τα είχαν συγκεντρώσει για να τον εξαγοράσουν. Με το κεφάλαιο αυτών των συγκεντρωμένων χρημάτων ιδρύθηκε η «Ακαδημία»!
 
Η Ακαδημία του Πλάτωνα, ιστορικά, δεν ήταν το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης όπως έχει ειπωθεί λανθασμένα, αφού είχε προηγηθεί ήδη τουλάχιστον η σχολή του Πυθαγόρα στον Κρότωνα και η σχολή του Ισοκράτη στην Αθήνα, αλλά ουσιαστικά ήταν όντως το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης όπως το καταλαβαίνουμε σήμερα, διότι πραγματικά δίδασκε όλες τις επιστήμες: εκεί μπορούσες να διδαχθείς γεωμετρία, μαθηματικά, νομικά, μουσική, ιστορία, ηθική, διαλεκτική, ρητορική, κ.ά.. Υπήρχαν βοηθοί που δίδασκαν είτε με διαλέξεις, είτε με διάλογους, δημόσιες συζητήσεις, κλπ. φυσικά, η Ακαδημία δεχόταν και γυναίκες, μια και ο Πλάτωνας ήταν ένθερμος φεμινιστής.
 
Στην Αθήνα, η Ακαδημία ήταν αφιερωμένη στις Μούσες και υποτίθεται ότι οι Μούσες λατρεύονταν εκεί από τους εταίρους. Ο Πλάτωνας είχε μάθει το μάθημα του από το πάθημα του Σωκράτη και των πάμπολλων άλλων φιλοσόφων που είχαν καταδικαστεί για αθεΐα και καινοτομία. Οι Μούσες ήταν το τέλειο και το πιο έντιμο άλλοθι. Αντιπροσώπευαν συμβολικά τις τέχνες και την έμπνευση, που πραγματικά τις λάτρευαν οι ακαδημαϊκοί, αλλά ήταν και θεές, οπότε τα είχαν καλά και με το ιερατείο. Αυτό το άλλοθι αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από τις πρώτες μεγάλες βιβλιοθήκες, όπως αυτή της Αλεξάνδρειας και γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν επίσημα τον τίτλο «μουσείο» που στην πάροδο του χρόνου μεταλλάχθηκε στην έννοια που του δίνουμε σήμερα.
 
Στην Ακαδημία ο Πλάτωνας και οι εταίροι του, μεταξύ άλλων έδιναν και θεματικές εργασίες στους μαθητές, σχεδόν πάντα τελείως ασυνήθιστες και παράξενες στα μάπα των αμύητων.
 
Να ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου θέματος: «Βρείτε τους νόμους που διέπουν τη φαινομενικά άτακτη κίνηση των πλανητών και αντιπαραβάλετε τους με τους νόμους που κυβερνούν τις πράξεις των ανθρώπων» Έτσι, λοιπόν, ο Πλάτωνας είχε επιστρέψει στην Αθήνα, οργανώνοντας την Ακαδημία του, φτιάχνοντας ένα ιδεατό ορμητήριο. Αφού η Αθήνα ήταν αυτό που ήταν, ο Πλάτωνας θα έφτιαχνε έναν δικό του μικρόκοσμο, ένα καταφύγιο της γνώσης και των ιδεών, ένα ιδεατό καταφύγιο καταμεσής στην απογοητευτική καθημερινή πραγματικότητα, μια μικρή ουτοπία μέσα στην ατοπία.
 
Στον μικρόκοσμο αυτόν, μπορούσε μαζί με τους φίλους του να ασχοληθεί, απερίσπαστος και προστατευμένος, με τα πνευματικά πράγματα και τις μελέτες και τις διδασκαλίες, κλείνοντας απ’ έξω όλον τον υπόλοιπο υλικό κόσμο. Στο αέτωμα της εισόδου της σχολής υπήρχε μία επιγραφή που διέταζε: «Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω». Μια ανάμνηση του Πυθαγόρα.
 
Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς μιλούν για την Ακαδημία του Πλάτωνα με επικριτικό τρόπο, θεωρώντας την ως ένα ίδρυμα που φιλοξενούσε πλούσιους κουλτουριάρηδες τύπους, εξαιρετικά σνομπ και επιδειξίες, οι μαθητές -οι περισσότεροι γόνοι καλών και αριστοκρατικών οικογενειών- ντύνονταν με κομψά και ακριβά ρούχα- είχαν δικές τους αναγνωριστικές χειρονομίες και χαιρετισμούς, μιλούσαν όλοι με ένα ιδιαίτερο ύφος και λεξιλόγιο και είχαν τη συνήθεια να ανταλλάσσουν μεταξύ τους με επιδεικτικό τρόπο πανάκριβα δώρα. Ανάμεσα στους μαθητές του Πλάτωνα υπήρχαν και άνθρωποι που θα εξελίσσονταν σε πολύ αξιόλογα μέλη της Ακαδημίας, όπως ο Αριστοτέλης και ο Εύδοξος.
 
Στην Αθήνα, ο Πλάτωνας τα πήγαινε αρκετά καλά με τις αριστοκρατικές οικογένειες, σε μια από τις οποίες ανήκε και ο ίδιος και στις οποίες ανήκαν οι περισσότεροι από τους μαθητές του και, σε συνδυασμό με τη λατρεία των Μουσών, αυτό μάλλον εξηγεί γιατί δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα τελικά. Μπορεί να εφάρμοζε πλέον έστω και σε μικρή μυστική κλίμακα στην Ακαδημία την Πολιτεία του κατά προσέγγιση, αλλά αυτό δεν τον έκανε να παρατήσει τις ελπίδες και τις βλέψεις του να τα καταφέρει να εφαρμόσει την ουτοπία του και σε μεγαλύτερη κλίμακα.
 
Παραδόξως, η δεύτερη ευκαιρία ήρθε και πάλι από τις Συρακούσες πάλι μέσω του καλού του φίλου Δίωνα. Ο τύραννος Διονύσιος είχε πεθάνει και στον θρόνο τον διαδέχτηκε ο υιός του, ο Διονύσιος ο Β΄. Αλλά ο νέος τύραννος δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος για την ανάληψη των καθηκόντων του, διότι ο πατέρας του, δυστυχώς και καχύποπτος όπως ήταν, είχε φροντίσει να κρατήσει τον γιο του μακριά από τα πολιτικά πράγματα. Κι έτσι, στην αρχή ο Διονύσιος Β΄ βρισκόταν υπό την επιρροή του θείου του, του Δίωνα, ο οποίος και τον παρότρυνε να προσκαλέσει τον Πλάτωνα στις Συρακούσες για να του διδάξει πώς να κυβερνά και να τον καθοδηγήσει προς τη σοφία.
 
Ο Διονύσιος Β’ έστειλε ογδόντα τάλαντα στην Ακαδημία, (κι ίσως γι’ αυτό ο Πλάτων να είχε αργότερα τόσο υπομονή μαζί του). Ο Πλάτωνας αποδέχτηκε την πρόσκληση, αφού είδε να αναζωπυρώνονται οι ελπίδες του για την εφαρμογή της Πολιτείας του και, αν και εξήντα χρονών πια, έκανε το ταξίδι και ξαναγύρισε έτσι στον τόπο που του είχε προκαλέσει την άσχημη περιπέτεια της δουλείας, προσδοκώντας ότι η επιρροή του Δίωνα θα εξασφάλιζε να μην επαναληφθεί κάτι παρόμοιο. Ο Δίωνας παρίστανε τον τύραννο ως μέγα εραστή της φιλοσοφίας και της παιδείας, λέγοντας στον Πλάτωνα ότι αν υπήρχε μια ευκαιρία να εφαρμόσει τις ιδέες του, αυτή η ευκαιρία ήταν τώρα.
 
Όταν έφτασε ο Πλάτωνας στην αυλή των Συρακουσών, απογοητεύτηκε και πάλι, γιατί βρήκε το περιβάλλον να είναι γεμάτο από συκοφαντίες και διαβολές εναντίον του Δίωνα, στην κοινωνική επιρροή του οποίου τόσες ελπίδες είχε στηρίξει. Προσπάθησε για πολλούς μήνες και με πολλούς τρόπους να αναστρέψει το κλίμα που υπήρχε κατά του φίλου του, αλλά τελικά ο Δίωνας εξορίστηκε από τον Διονύσιο, με την κατηγορία ότι υπονόμευε την εξουσία του. Ο Δίωνας κατέφυγε στην Ελλάδα, και ο Πλάτωνας συνέχισε να μένει φιλοξενούμενος του Διονυσίου, ή μάλλον αιχμάλωτός του, περιμένοντας πότε ο τύραννος θα αποκτήσει τη ροπή της φιλοσοφικής ζωής.
 
Όμως, μία πολεμική κινητοποίηση ανάγκασε τον Διονύσιο να εγκαταλείψει τις Συρακούσες, κι έδωσε στον Πλάτωνα την άδεια για την επιστροφή του στην Ελλάδα, με την υπόσχεση ότι στο τέλος του πολέμου θα ξανακαλέσει και αυτόν και τον Δίωνα. Έτσι ο Πλάτωνας ξαναγύρισε στην Ακαδημία του. Λίγα χρόνια αργότερα, η πρόσκληση του τυράννου εμφανίστηκε και πάλι, όπως είχε υποσχεθεί, αλλά ήταν μόνο για τον Πλάτωνα και όχι για τον Δίωνα, ο οποίος ήδη ζούσε σε ένα κτήμα δίπλα στην Ακαδημία. Στην προσπάθεια του να πείσει τον Πλάτωνα να έλθει πάλι στις Συρακούσες, ο Διονύσιος έστειλε μία τριήρη για να τον παραλάβει.
 
Έτσι, ο Πλάτωνας πείστηκε και ξεκίνησε για τρίτη φορά το ταξίδι, γιατί είχε λάβει επιστολές και από τον Αρχύτα και από άλλους Πυθαγορείους του Τάραντα που ήθελε να τους συναντήσει κι αυτούς. Μαζί του πήρε αρκετά επιφανή μέλη της Ακαδημίας, όπως τον Σπεύσιππο, τον Ξενοκράτη και τον Εύδοξο, αφήνοντας τον Ηρακλείδη τον Ποντικό να διοικεί την Ακαδημία. Όταν όμως έφτασε στις Συρακούσες, οι εντυπώσεις του ήταν πλέον οδυνηρές, διότι ο τύραννος όχι μόνο δεν τήρησε καμία από τις υποσχέσεις του, όχι μόνο δεν πείστηκε να ανακαλέσει τον Δίωνα, όχι μόνο κατάσχεσε όλη την περιουσία του, όχι μόνο δεν έκανε καμία κίνηση αποδοχής της φιλοσοφίας, όχι μόνο ασκούσε απαράδεκτη πολιτική, αλλά όταν ο Πλάτωνας προσπάθησε να τον νουθετήσει τελικά τον κατηγόρησε κι αυτόν για υπονόμευση της εξουσίας του και για συνωμοσία. Έμεινε αιχμάλωτος του Διονυσίου μαζί με τους φίλους του, ώσπου ο Αρχύτας και οι Πυθαγόρειοι κατάφεραν να τους φυγαδεύσουν από τις Συρακούσες με περιπετειώδη τρόπο, και τελικά μπόρεσαν να επιστρέψουν στο καταφύγιο της Ακαδημίας!!!

Αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί
 
Ο Δίωνας, όταν τα έμαθε όλα αυτά, κατάφερε να μαζέψει στρατό και να εκστρατεύσει εναντίον των Συρακουσών για να εκθρονίσει τον Διονύσιο Β΄. Απώτερος σκοπός του ήταν να καταφέρει να εγκαθιδρύσει επιτέλους εκεί την Πλατωνική Πολιτεία. Η εκστρατεία πέτυχε, ο Διονύσιος δραπέτευσε, και ο Δίωνας άρχισε να ασχολείται με την εσωτερική οργάνωση του κράτους, καλώντας και πάλι τον Πλάτωνα να έλθει μαζί με όλους τους εταίρους του για να εγκαθιδρύσουν επιτέλους την ουτοπία. Καθώς όμως όλοι ετοίμαζαν τις αποσκευές τους, ήρθαν τα νέα ότι ο Δίωνας δολοφονήθηκε από το μαχαίρι του Αθηναίου Καλίππου, ο οποίος μάλιστα ήταν και μαθητής του Πλάτωνα και μέλος της Ακαδημίας. Έπειτα από αυτό, ο Πλάτωνας ένιωσε μεγάλη ντροπή και θλίψη, και έπεσε σε βαθιά μελαγχολία.
 
Ο ανιψιός του Δίωνα, ο Ιππαρίνος, κατάφερε να εκδιώξει τον δολοφόνο και να καταλάβει την εξουσία, δηλώνοντας ότι ήθελε να συνεχίσει το έργο του Δίωνα, και κάλεσε τον Πλάτωνα να του δώσει οδηγίες για το πολιτικό έργο που απαιτούταν. Ο Πλάτωνας, όμως, είχε ήδη απογοητευτεί πάρα πολύ και δεν έτρεφε πλέον ελπίδες ότι θα εφαρμοζόταν ποτέ το σύστημα της Πολιτείας του. Έστειλε κάποιες συμβουλευτικές επιστολές κι αυτό ήταν όλο, ένιωθε πια πολύ γέρος για νέες μεγάλες περιπέτειες.
 
Δεν έφευγε πια από την Αθήνα παρά σε ελάχιστα ταξίδια. Η Ακαδημία τον είχε πλέον απορροφήσει τελείως. Όταν δεν δίδασκε και δεν μελετούσε, έβγαινε μαζί με τους αγαπημένους του μαθητές και φίλους κάνοντας μεγάλους περιπάτους, εξασκώντας τους στην τέχνη του διαλόγου. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την πεζή πραγματικότητα και την κοινωνία.
 
Ο Πλάτωνας μπορεί να μην είδε την ουτοπία να πραγματοποιείται, αλλά είχε κερδίσει το φως της γνώσης, των ιδεών, της φιλίας, είχε κατακτήσει πολλά από τα μυστήρια του κόσμου, ήταν ένας συγκλονιστικός δάσκαλος. Είχε εξελιχθεί σε ένα σπανιότατο ανθρώπινο ον. Ο Πλάτωνας ήταν ένας αγνός άνθρωπος, έντιμος άνδρας, ευθύς, ήρεμος, καθόλου υπεροπτικός, ακτινοβολούσε από σοφία και γνώση, και ήταν φανερό πως είχε μια θερμή αγάπη για τον άνθρωπο και για την ανώτερη αποστολή του. Ήταν ένας αληθινά ευγενής σοφός.
 
Πέρα από τις ιδέες του και τη σοφία του, του άρεσε να διηγείται πολύ διασκεδαστικές ιστορίες και ανέκδοτα, και είχε εξαιρετικό χιούμορ, και ήταν ένας πολύ καλός φίλος για όλους τους φίλους του. Με διασκεδαστικές αφηγήσεις από τη ζωή του και συναρπαστικούς φιλοσοφικούς διάλογους με φίλους καρδιακούς, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ενοικώντας πλέον αποκλειστικά στον κόσμο του πνεύματος. Ήταν ευτυχισμένος.
 
Κάποιες πληροφορίες λένε ότι ο Πλάτωνας πέθανε γράφοντας, όταν έσπασε η καλαμένια πένα του την ώρα που κατέγραφε κάποιες σημαντικές ιδέες. Αλλά υπάρχει και μια άλλη εκδοχή για τον θάνατό του, που ακούγεται πολύ πιο πιθανή και έγκυρη. Μια μέρα ένας από τους καλούς μαθητές του παντρευόταν και ζήτησε από τον δάσκαλο να γίνει κουμπάρος του. Ο γερο-Πλάτωνας, παρά την ηλικία του των ογδόντα ετών, πήγε στη γιορτή, διασκέδασε μαζί με τους νεαρούς μέχρι αργά τη νύχτα, κι ίσως να ήπιε λίγο παραπάνω απ’ ότι έπρεπε. Ένιωσε κουρασμένος και αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά για να κοιμηθεί, ενώ η γιορτή συνεχιζόταν. Το επόμενο πρωί τον βρήκαν εκεί νεκρό. Είχε πεθάνει στον ύπνο του χωρίς να το καταλάβει, όπως πεθαίνουν όλοι οι ευτυχισμένοι και γαλήνιοι άνθρωποι.