Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Οι ελληνικές Πόλεις

Η αθηναϊκή ζωή, στη διάρκεια των καλύτερων στιγμών της, αποτελούσε μια ολότητα που στηριζόταν στην ισορροπία και την ενότητα της ίδια της πόλεως. Σε έναν Έλληνα, θα φαινόταν εξωφρενικό να διαχωρίζουμε το πνεύμα από το σώμα, την τέχνη από την κοινωνία, τον άνθρωπο από τη φύση, την παιδεία από την πολιτική. Η πόλις ήταν ο άνθρωπος και ο άνθρωπος η πόλις. Ο εξοστρακισμός από την πόλιν ήταν ένας αφανισμός χειρότερος κι από το θάνατο.
 
Ο Έλληνας πολίτης τρεφόταν από την κοινότητά του, όπως το δένδρο από το χώμα. Τόσο αδιάσπαστος ήταν ο δεσμός ανθρώπων και κοινωνίας ώστε ένα κοινωνικό φως έλουζε κάθε τι το ελληνικό. Ποτέ δεν παύουμε να απορούμε πόσο ισχύουν οι κωμωδίες του Αριστοφάνη ακόμα και σήμερα, πόσο πιο εξελιγμένες είναι σε σύγκριση με ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονής μας αντίστοιχης λογοτεχνίας, πόσο ανυπέρβλητη είναι η δύναμη τους, πόσο δροσερός ο ρεαλισμός τους, πόσο μεγαλόψυχη η ανθρωπιά τους και πόσο φιλοσοφικές οι αποχρώσεις τους. Κι ωστόσο, αυτές οι κωμωδίες ήταν πολιτικά έργα - δηκτικές σάτιρες των κορυφαίων πολιτικών της εποχής και σκληροί σχολιασμοί των άμεσων πολιτικών προβλημάτων. Την ανυπέρβλητη θέση τους στη δυτική λογοτεχνία την οφείλουν στην ξεκάθαρη ορθολογικότητα του ελληνικού πνεύματος, στην ουσιαστικότητα όλων των σχέσεων μέσα στην πόλιν, στην ειλικρίνεια απέναντι στη ζωή που έδιωξε όλες τις ψεύτικες σκιές της ενδοσκόπησης και τις επιτηδεύσεις του νευρωτικού αισθητισμού.
 
Από την ολότητα της πόλεως αναδύθηκε η ελληνική άποψη που τόσο γλαφυρά περιγράφει ο Paul Landis στο δοκίμιο του για το αθηναϊκό δράμα: «Μια στάση απέναντι στη ζωή, τόσο τίμια και ταυτόχρονα τόσο ευφυής, ώστε ο νους των ανθρώπων, όσο κι αν παραπλανάται από την φαντασία και τη φιλοσοφία, θα πρέπει στο τέλος να επιστρέψει σ΄ αυτήν. Χάρη σε κάτι που μοιάζει σχεδόν δαιμόνιο της φυλής, οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα π.χ. κατόρθωσαν να κοιτάζουν τη ζωή με έναν τελείως ισορροπημένο τρόπο. Δεν την αντιμετώπιζαν ούτε παράτολμα και με λεονταρισμούς, ούτε με φόβο και δειλία ούτε με την απατηλή πεποίθηση ότι την εξουσίαζαν, ούτε μ΄ ένα εξίσου αμαθές και άτολμο συναίσθημα κατωτερότητας».
 
Το μήνυμα του αθηναϊκού δράματος είναι:
 «Αυτή η ειλικρινής άσκηση του πνεύματος, αυτό το πάθος για την αλήθεια, αυτό το ήρεμο και ισορροπημένο βλέμμα προς τη ζωή - και αυτό ανέκαθεν υπήρξε το σύγχρονο πνεύμα... Είναι ο αγώνας για να απελευθερωθεί ο νούς, να παραμερίσει τα πέπλα της ελπίδας και του φόβου, ώστε να κοιτάζει καθαρά και άφοβα το πρόσωπο της ζωής και να το γνωρίσει όπως ακριβώς είναι, τρομερό, αξιολύπητο, περίλαμπρο και απόλυτα παράλογο».
 
Δε χρειάζεται καν να τονίσουμε ότι η ελληνική κοινωνία σπιλωνόταν από τη δουλεία και από ένα αυστηρά πατριαρχικό σύστημα απέναντι στις γυναίκες. Αυτά τα σκληρά χαρακτηριστικά είναι κοινά σε όλες τις πόλεις - κράτη που άρχισαν να πληθαίνουν στις ακτές της Μεσογείου - χαρακτηριστικά που αποτελούν τμήμα της γενικής βαρβαρότητας της εποχής. Αλλά δεν μας εξηγούν γιατί η πόλις κατόρθωσε με τόσο αξιοθαύμαστο τρόπο να ξεπεράσει αυτήν τη βαρβαρότητα και ιδιαίτερα, τη φρίκη που έμελλε να επακολουθήσει την παρακμή της πόλεως, δηλαδή την εμφάνιση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του πρώιμου μεσαίωνα. Αν δε θέλουμε να χάσουμε κάθε αίσθηση προοπτικής προς την εξέλιξη της πόλις. Το κοινοτικό πνεύμα των Αθηνών πηγάζει από τις αρετές των ανεξάρτητων μικρών παραγωγών, όχι από τη δουλεία ή την πατριαρχία. Η εσωτερική ενότητα των Αθηνών ξεπηδά από άνδρες με ισχυρό χαρακτήρα, με αμείωτη την αφοσίωση τους στην κοινωνία και με εκλεπτυσμένους τρόπους, διότι είχαν σταθερούς με τη γη και ανεξάρτητη οικονομική θέση. Εργασία και γη, πόλη και ύπαιθρος, άνθρωποι και κοινωνία ήταν συνδεδεμένοι σε μια κοινή μοίρα.
 
Στην αστική κοινωνία, η κοινότητα διασπάται σε ανταγωνιστικές μονάδες και κατακλύζεται από την πνευματική μετριότητα αμέσως μόλις η υλική υπόσταση του ανθρώπου φτάνει σε μια σχετική ελευθερία, ανεξαρτησία και ολοκλήρωση. Στην αστική κοινωνία, το εμπόρευμα που μεσολαβεί σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, όχι μόνο «ενώνει» την κοινωνία σ΄ ένα χρηματικό δεσμό και μια λεπτομερή κατανομή εργασίας, αλλά ταυτόχρονα χωρίζει τον άνθρωπο από τα εργαλεία παραγωγής, την εργασία από τη δημιουργικότητα, το αντικείμενο από το υποκείμενο και τελικά, τον άνθρωπο από τον άνθρωπο. Στην πόλιν, η σχετική ανεξαρτησία του ατόμου δίνει τη δυνατότητα να κατανοηθεί η πραγματική εξάρτηση του ανθρώπου από την κοινότητα, ταυτίζοντας απόλυτα το Αθηναίο με την κοινωνία του.
 
Τέλος, ακριβώς επειδή στην αστική κοινωνία, ο άνθρωπος έχει «υποτάξει» τη φύση χωρίς να συντονίσει ορθολογικά την κοινωνική ζωή του, αρκεί η συνειδητοποίηση να στραφεί προς την υπάρχουσα κοινωνία για να επιφέρει τα πιο καταστροφικά και τα πιο ανόητα αποτελέσματα. Η απαίδευτη σκέψη τίθεται στην υπηρεσία πραγμάτων τόσο φρικτών που ακόμα και οι πιο τυφλές δυνάμεις της φύσης δε θα μπορούσαν να προκαλέσουν.
 
Όσο πιο παθητική παραμένει η σκέψη, όταν είναι αντιμέτωπη με συνθήκες που δε μπορεί πια να κατανοήσει, τόσο πιο ενεργά δαιμονική γίνεται, απλώς μ το να συγκατατίθεται στο status quo. Στην πόλιν, η σκέψη φτάνει στα απώτατα ύψη της φιλοσοφίας, της ποίησης, και της τέχνης, αποκλειστικά χάρη στην αλληλεγγύη, την ελευθερία και την ανεξαρτησία που προσφέρει στον άνθρωπο μια ανεξαρτησία ριζωμένη όχι μόνο στις πολιτικές συνθήκες αλλά και στις υλικές.
 
Το κλασικό αθηναϊκό δράμα δεν τελειώνει με έναν ακόμα Αισχύλο, που οι τραγωδίες του επικεντρώνονται στη σταθεροποίηση της πόλεως, αλλά με τον Αριστοφάνη, που η άγρια κοροϊδία του εκφράζει την τραγική επίγνωση της κοινωνικής διάλυσης. Η ειρωνεία των ελληνικών συνθηκών βρίσκει εδώ την κατάλληλη μορφή της, διότι οι ίδιες δυνάμεις που δημιούργησαν τους ανεξάρτητους μικρούς παραγωγούς - τους «άντρες του Μαραθώνα» - οδηγούν και στην εξόντωσή τους. Εξαιτίας της περιορισμένης υλικής βάσης της ελληνικής κοινωνίας, η αριστοκρατία που αναδύθηκε μέσα από τις φυλές, δεν μπορεί ν΄ αντικατασταθεί από το μικρό παραγωγό, χωρίς να δημιουργηθούν συγχρόνως όροι ευνοϊκοί για μια νέα πιο πεζή αριστοκρατία - την αριστοκρατία του εμπορίου, της τοκογλυφίας και του πλούτου.
 
Αυτή η κρίση δεν ήταν διόλου κάτι το νέο για την ελληνική κοινωνία.
 
Ήδη από την εποχή του Ησίοδου, τον 8ο αιώνα π.χ., οι έμποροι και οι τοκογλύφοι άρχισαν να καταπατούν τις μικρές ιδιοκτησίες, συνενώνοντας τα μικρά κτήματα σε μεγάλα, και υποχρεώνοντας πολλούς πολίτες σε μια θέση οφειλετών - δούλων. Στους δύο αιώνες που χωρίζουν τον Ησίοδο από τον Κλεισθένη, η Αττική σπαράσσεται από έντονους κοινωνικούς αγώνες, που αργότερα θα παραλληλιστούν με τις αντίστοιχες συγκρούσεις στην πρώιμη ρωμαϊκή δημοκρατία. Αντίθετα με τη Ρώμη που οι ληστρικές επιδρομές πέρα από τα σύνορά της ενίσχυσαν τη δύναμη και τον πλούτο των κυρίαρχων τάξεων, η κρίση της Αττικής παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό εσωτερική και η πόλις κατόρθωσε να φτάσει σε μια πιο ορθολογική λύση των προβλημάτων της.
 
Ενώ η Ρώμη σύντομα υπέκυψε στο σύστημα των λατιφούντιων (μια μορφή γεωργίας με φυτείες που τις διαχειρίζονταν πλούσιοι γαιοκτήμονες και τις δούλευαν ομάδες σκλάβων), η Αττική επέστρεψε ξανά στη μικρή ιδιοκτησία. Ο Σόλων, ο Πεισίστρατος και ο Κλεισθένης μοίρασαν τα μεγάλα κτήματα μεταξύ των άκληρων και επέτρεψαν ένα μικρό περιθώριο ανεξαρτησίας στους τεχνίτες και τους εμπόρους. Ο Πεισίστρατος, μετά από τη δεύτερη εξορία του, ξερίζωσε ανελέητα τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Τα κτήματά τους κατασχέθηκαν και μοιράστηκαν στους αγρότες, τους άκληρους εργάτες γης και τους Αθηναίους φτωχούς.
 
Ο Κλεισθένης ήρθε και συμπλήρωσε αυτό το τεράστιο έργο: κατέπνιξε κάθε απόπειρα για την αναστήλωση της αριστοκρατίας και θέσπισε την αθηναϊκή δημοκρατία, που έμελλε να περάσει στην ιστορία ως το πολιτικό πρότυπο της κλασικής πόλεως.
 
Ήταν λοιπόν «κάτι που έμοιαζε σχεδόν ως φυλετικό δαιμόνιο», όπως το θέτει ο Paul Landis ή μήπως ήταν πιο εγκόσμιοι οι παράγοντες που ώθησαν τους Αθηναίους σε μια τόσο ορθολογική επίλυση των κοινωνικών τους προβλημάτων; Το ότι οι Έλληνες υπήρξαν, με τα λόγια του Μάρξ, «φυσιολογικά παιδιά» της αρχαίας ιστορίας μπορεί εν μέρει να δικαιολογηθεί από το βάρος της παράδοσής τους και τη γεωγραφική του θέση. Η αθηναϊκή κοινωνία δεν είχε τόσο απομακρυνθεί από τη φυλετική καταγωγή της, ούτε τόσο ζαλιστεί από τα σκουπίδια της ιστορίας, ώστε να χάσει την καθαρή, άμεση και ανθρωπιστική αντίληψη των κοινωνικών της προβλημάτων. Η ανάμνηση της πρωτόγονης δημοκρατίας της ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να βρει την πιο αιώνια εκπλήρωσή της στην ίδρυση της Εκκλησίας.
   
Κοντά στη φύση και σ΄ ένα ευνοϊκό κλίμα, η Αττική, όχι τόσο πλούσια ώστε να οδηγήσει σε καταπιεστικά πρότυπα αφθονίας, ούτε τόσο φτωχή ώστε να πνίγεται από την καταπιεστική φτώχεια, αποκεντρωμένη εξαιτίας του ορεινού εδάφους αλλά και με συνεχείς πολιτιστικές ενισχύσεις από τη θάλασσα, παρέμεινε εξαιρετικά ελαστική και ιδιαίτερα ευαίσθητη στα πολιτιστικά ρεύματα της εποχής. Παρόμοια, οι Αθηναίοι ηγέτες είχαν κάθε ευκαιρία να δράσουν με σύνεση - να συμφιλιώσουν και να βασίσουν τα συμφέροντα της κοινότητας σε μια κοινή και αρμονική κοινωνική προοπτική.
 
Ο H.D.F. Kitto έχει απόλυτο δίκιο όταν θέτει σε μια αντιπαράθεση την πορεία που ακολούθησαν ο Σόλων, ο Πεισίστρατος και ο Κλεισθένης με την πορεία της σύγχρονης Ευρώπης: στην Αθήνα, η συμφιλίωση της κοινότητας με τις νέες κοινωνικές απαιτήσεις έγινε σ΄ ένα υψηλό σημείο κοινωνικού σφρίγους, όταν όλα τα στρώματα της πόλεως ήταν σε θέση να συνεισφέρουν ζωτικά στην κοινότητα, στην Ευρώπη, αυτό συνέβη μετά από την ολοκληρωτική εξάντληση και παρακμή της παλιάς κοινωνίας, όταν ελάχιστα μόνον είχαν διασωθεί από τις παλαιότερες παραδόσεις. Η ελληνική κοινωνία επέλυσε τα προβλήματα της ορθολογικά η Ευρώπη δεν είχε ακόμα απελευθερωθεί από τις τυφλές και δαιμονικές δυνάμεις.
 
Χάρις στο γεγονός ότι η αθηναϊκή κοινωνία βασιζόταν στους μικροπαραγωγούς και τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία, η πόλη και η ύπαιθρος έφτασαν σε μια λεπτή ισορροπία. Με τη σειρά της, η διατήρηση αυτής της ισορροπίας εξαρτιόταν από την εσωτερική αυτάρκεια που δημιουργούσε ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ αστικής και αγροτικής κοινωνίας.
 
Η πόλις ανθούσε, μόνο όσο η μια δεν υπερίσχυε της άλλης.
 
Για τους Έλληνες, αυτή η κοινωνική ισορροπία συνοψιζόταν στο όρο αυτάρκεια: μια έννοια ολότητας, υλικής αυτοδυναμίας και ισορροπίας, που αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής νοοτροπίας. Όμως, η νοοτροπία αυτή δεν αποδείχτηκε άτρωτη από τις ισχυρές οικονομικές δυνάμεις που συγκεντρώνονταν στη λεκάνη της Μεσογείου και που βαθμιαία μετέβαλαν την ελληνική κοινωνία. Με την εξάπλωση της χειροτεχνίας και των εμπορικών επαφών με τον έξω κόσμο, η νεογέννητη ελληνική αστική τάξη γινόταν ολοένα και πιο δυνατή και άρχισε να αλλοιώνει την ισορροπία πόλης και υπαίθρου, πάνω στην οποία βασιζόταν η ενότητα της πόλεως. Τα αθηναϊκά συμφέροντα ξέφυγαν από την τοπική κλίμακα για να περιλάβουν ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου. Η πόλις γινόταν πια κοσμόπολις, μια αλλαγή που την οδήγησε σε σύγκρουση με την αυτάρκη μικρή ιδιοκτησία και φυσικά με τις άλλες ελληνικές πόλεις. Το 432 π.χ., με το ξέσπασμα του Πελοπονησιακού πολέμου, η Αθήνα του Περικλή ξεκινά έναν ολέθριο αγώνα για ηγεμονία πάνω στις άλλες ελληνικές πόλεις και για μια ηγεμονική θέση στο εμπόριο της Μεσογείου. Ο πόλεμος διήρκησε τριάντα περίπου χρόνια, ερημώνοντας τα χωράφια της Αττικής και εξαντλώντας τους πόρους της.
 
Ο «Πελοπονησιακός Πόλεμος», παρατηρεί ο Kitto, «ουσιαστικά σημαίνει το τέλος της πόλεως - κράτους ως δημιουργικής μορφής που διαμορφώνει και ολοκληρώνει τις ζωές όλων των μελών της». Μολονότι η αθηναϊκή οικονομία συνήλθε από αυτόν τον πόλεμο, η Αθήνα έπαψε να είναι μια σταθερή κοινότητα μικρό-ιδιοκτητών, σχεδιασμένη να ικανοποιεί τις τοπικές ανάγκες. Η γεωργία της Αττικής προσανατολίστηκε προς το εμπόριο της Μεσογείου. Ο πλούτος και η ιδιοκτησία συγκεντρώνονταν ολοένα και σε λιγότερα χέρια η πολιτική ζωή ατονούσε και διαφθειρόταν όλο και περισσότερο, ώσπου στο τέλος η ανεξαρτησία των Αθηνών ποδοπατήθηκε από τη μακεδονική φάλαγγα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου