Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (870-919)

870 ΜΥ. φιλῶ φιλῶ ᾽γὼ τοῦτον· ἀλλ᾽ οὐ βούλεται
ὑπ᾽ ἐμοῦ φιλεῖσθαι. σὺ δέ με τούτῳ μὴ κάλει.
ΚΙ. ὦ γλυκύτατον Μυρρινίδιον, τί ταῦτα δρᾷς;
κατάβηθι δεῦρο. ΜΥ. μὰ Δί᾽ ἐγὼ μὲν αὐτόσ᾽ οὔ.
ΚΙ. ἐμοῦ καλοῦντος οὐ καταβήσει Μυρρίνη;
875 ΜΥ. οὐ γὰρ δεόμενος οὐδὲν ἐκκαλεῖς ἐμέ.
ΚΙ. ἐγὼ οὐ δεόμενος; ἐπιτετριμμένος μὲν οὖν.
ΜΥ. ἄπειμι. ΚΙ. μὴ δῆτ᾽, ἀλλὰ τῷ γοῦν παιδίῳ
ὑπάκουσον. οὗτος, οὐ καλεῖς τὴν μαμμίαν;
ΠΑΙΔΙΟΝ
μαμμία, μαμμία, μαμμία.
880 ΚΙ. αὕτη, τί πάσχεις; οὐδ᾽ ἐλεεῖς τὸ παιδίον
ἄλουτον ὂν κἄθηλον ἕκτην ἡμέραν;
ΜΥ. ἔγωγ᾽ ἐλεῶ δῆτ᾽· ἀλλ᾽ ἀμελὴς αὐτῷ πατήρ
ἐστιν. ΚΙ. κατάβηθ᾽, ὦ δαιμονία, τῷ παιδίῳ.
ΜΥ. οἷον τὸ τεκεῖν. καταβατέον. τί γὰρ πάθω;
885 ΚΙ. ἐμοὶ μὲν αὕτη καὶ νεωτέρα δοκεῖ
πολλῷ γεγενῆσθαι κἀγανώτερον βλέπειν·
χἂ δυσκολαίνει πρὸς ἐμὲ καὶ βρενθύεται,
ταῦτ᾽ αὐτὰ δή ᾽σθ᾽ ἃ καί μ᾽ ἐπιτρίβει τῷ πόθῳ.
ΜΥ. ὦ γλυκύτατον σὺ τεκνίδιον κακοῦ πατρός,
890 φέρε σε φιλήσω, γλυκύτατον τῇ μαμμίᾳ.
ΚΙ. τί, ὦ πονήρα, ταῦτα ποιεῖς χἀτέραις
πείθει γυναιξί; κἀμέ τ᾽ ἄχθεσθαι ποεῖς
αὐτή τε λυπεῖ. ΜΥ. μὴ πρόσαγε τὴν χεῖρά μοι.
ΚΙ. τὰ δ᾽ ἔνδον ὄντα τἀμὰ καὶ σὰ χρήματα
895 χεῖρον διατίθης. ΜΥ. ὀλίγον αὐτῶν μοι μέλει.
ΚΙ. ὀλίγον μέλει σοι τῆς κρόκης φορουμένης
ὑπὸ τῶν ἀλεκτρυόνων; ΜΥ. ἔμοιγε νὴ Δία.
ΚΙ. τὰ τῆς Ἀφροδίτης ἱέρ᾽ ἀνοργίαστά σοι
χρόνον τοσοῦτόν ἐστιν. οὐ βαδιεῖ πάλιν;
900 ΜΥ. μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽, ἢν μὴ διαλλαχθῆτέ γε
καὶ τοῦ πολέμου παύσησθε. ΚΙ. τοιγάρ, ἢν δοκῇ,
ποήσομεν καὶ ταῦτα. ΜΥ. τοιγάρ, ἢν δοκῇ,
κἄγωγ᾽ ἄπειμ᾽ ἐκεῖσε· νῦν δ᾽ ἀπομώμοκα.
ΚΙ. σὺ δ᾽ ἀλλὰ κατακλίνηθι μετ᾽ ἐμοῦ διὰ χρόνου.
905 ΜΥ. οὐ δῆτα· καίτοι σ᾽ οὐκ ἐρῶ γ᾽ ὡς οὐ φιλῶ.
ΚΙ. φιλεῖς; τί οὖν οὐ κατεκλίνης, ὦ Μύρριον;
ΜΥ. ὦ καταγέλαστ᾽, ἐναντίον τοῦ παιδίου;
ΚΙ. μὰ Δί᾽ ἀλλὰ τοῦτό γ᾽ οἴκαδ᾽, ὦ Μανῆ, φέρε.
ἰδοὺ τὸ μέν σοι παιδίον καὶ δὴ ᾽κποδών·
910 σὺ δ᾽ οὐ κατακλινεῖ; ΜΥ. ποῦ γὰρ ἄν τις καί, τάλαν,
δράσειε τοῦθ᾽; ΚΙ. ὅπου; τὸ τοῦ Πανὸς καλόν.
ΜΥ. καὶ πῶς ἔθ᾽ ἁγνὴ δῆτ᾽ ἂν ἔλθοιμ᾽ εἰς πόλιν;
ΚΙ. κάλλιστα δήπου, λουσαμένη τῇ Κλεψύδρᾳ.
ΜΥ. ἔπειτ᾽ ὀμόσασα δῆτ᾽ ἐπιορκήσω, τάλαν;
915 ΚΙ. εἰς ἐμὲ τράποιτο· μηδὲν ὅρκου φροντίσῃς.
ΜΥ. φέρε νυν ἐνέγκω κλινίδιον νῷν. ΚΙ. μηδαμῶς.
ἀρκεῖ χαμαὶ νῷν. ΜΥ. μὰ τὸν Ἀπόλλω, μή σ᾽ ἐγὼ
καίπερ τοιοῦτον ὄντα κατακλινῶ χαμαί.
ΚΙ. ἥ τοι γυνὴ φιλεῖ με, δήλη ᾽στὶν καλῶς.

***
ΜΥΡ. (Κατεβαίνοντας)
870 Τον αγαπώ, τον αγαπώ, μα εκείνος
δε μ᾽ αγαπά. Δεν έρχομαι λοιπόν!
ΚΙΝ. Γλυκό μου Μυρρινάκι, τί ᾽ναι τούτα
τα καμώματα! Χάι, κατέβα κάτου!
ΜΥΡ. Να κατέβω; Για λόγου σου; Ποτές!
ΚΙΝ. Μυρρίνη, σε καλώ κι αρνιέσαι νά ᾽ρτεις;
ΜΥΡ. Δε με χρειάζεσαι. Νά γιατί δεν έρχομαι.
ΚΙΝ. Δε σε χρειάζομαι; Κοίτα, θα κρεπάρω!
ΜΥΡ. Φεύγω! ΚΙΝ. Μη. Για χατίρι του παιδιού μας
κατέβα.
(Στο παιδάκι του, που το βγάζει από τα παρασκήνια)
Γιόκα, κράξε τη μανούλα σου.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Μανούλα μου, μανούλα μου! ΚΙΝ. Τί κάνεις;
880 Δεν πονάς το παιδί σου; Έχει έξι μέρες
να βυζάξει και να λουστεί! ΜΥΡ. Μα εγώ
το πονάω, ο μπαμπάς δεν το φροντίζει.
ΚΙΝ. Για το παιδί σου, αγάπη μου, κατέβα!

ΜΥΡ. Νά τί ᾽ναι οι μάνες! Πρέπει να κατέβω.
Τ᾽ έχω να φοβηθώ; ΚΙΝ. Τώρα μου φαίνεται
πιο νια κι ορεχτική και τρυφερούλα!
Κι όσο μου κάνει ζόρια και τσαλίμια,
τόσο μου ανάβει πιότερη λαχτάρα.

ΜΥΡ. (Στο παιδί)
Έλα, χρυσό μου, τέκνο μου γλυκό,
890 στη μαμά σου να σε σφιχταγκαλιάσει.
ΚΙΝ. Γιατί ᾽σαι έτσι κακιά; Σε ξεμυαλίσαν
οι άλλες σκρόφες… Και μένανε με σκας
και συ στεναχωριέσαι.
(Κάνει να την αγκαλιάσει)
ΜΥΡ. Μη μ᾽ αγγίζεις.
ΚΙΝ. Και το νοικοκυριό μας που διαλύθηκε;
ΜΥΡ. Δε με νοιάζει. ΚΙΝ. Και δε σε νοιάζ᾽ οι κότες
να σου τραβολογάνε τ᾽ αργαλειού σου
το φάδι; ΜΥΡ. Δε με νοιάζει, ξαναλέγω.
ΚΙΝ. Τις γιορτάδες της Αφροδίτης είναι
καιρός που τις αμέλησες. Ξανάλα.
900 ΜΥΡ. Ποτές, με τους εχτρούς αν δε μονοιάσετε
και σταματήστε τη σφαγή. ΚΙΝ. Θα γίνει!
Ο Λαός θ᾽ αποφασίσει! ΜΥΡ. Κι εγώ τότες
θ᾽ αποφασίσω νά ᾽ρθω. Για την ώρα
είμαι δεμένη μ᾽ όρκο να μη στρέξω.
ΚΙΝ. Μα δεν είμαι κι εγώ δεμένος. Έλα
μαζί μου να πλαγιάσεις λίγην ώρα.
ΜΥΡ. Όχι. Και μολογώ, πως σ᾽ αγαπάω.
ΚΙΝ. Μ᾽ αγαπάς, Μυρρινάκι μου; Άιντε, πέσε.
ΜΥΡ. Αδιάντροπε, μπροστά στο μωρουδέλι;
ΚΙΝ. (Στο Μανή, τον υπηρέτη)
Πάρ᾽ το, Μανή, και πήγαινέ το σπίτι.
(Ο Μανής υπακούει)
Ορίστε! Το παιδί το ξαποστείλαμε.
910 Πέσε τώρα. ΜΥΡ. Και πού να πέσω μαύρε;
ΚΙΝ. Πού; ρωτάς! Νά, στο σπήλιο του Πανός.
ΜΥΡ. Κι ύστερα πώς θα εξαγνιστώ, για νά μπω
ξανά στο κάστρο; ΚΙΝ. Πλύσου στην Κλεψύδρα.
ΜΥΡ. Και να πατήσω, δύστυχε, τον όρκο μου;
ΚΙΝ. Απάνου μου να πέσ᾽ η οργή του θεού!
ΜΥΡ. Στάσου λοιπόν να πάω να φέρω στρώμα.
ΚΙΝ. Δεν θέλω στρωματσάδα. Καταγής.
ΜΥΡ. Όχι, μά τον Απόλλωνα, δε σ᾽ έχω
για το χώμα κι ας είσαι τόσο κάλπης.
(Φεύγει)
ΚΙΝ. Φανερό, με λατρεύ᾽ η γυναικούλα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου