Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1-38)

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ἰοὺ ἰού·
ὦ Ζεῦ βασιλεῦ τὸ χρῆμα τῶν νυκτῶν ὅσον·
ἀπέραντον. οὐδέποθ᾽ ἡμέρα γενήσεται;
καὶ μὴν πάλαι γ᾽ ἀλεκτρυόνος ἤκουσ᾽ ἐγώ·
5 οἱ δ᾽ οἰκέται ῥέγκουσιν· ἀλλ᾽ οὐκ ἂν πρὸ τοῦ.
ἀπόλοιο δῆτ᾽, ὦ πόλεμε, πολλῶν οὕνεκα,
ὅτ᾽ οὐδὲ κολάσ᾽ ἔξεστί μοι τοὺς οἰκέτας.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὁ χρηστὸς οὑτοσὶ νεανίας
ἐγείρεται τῆς νυκτός, ἀλλὰ πέρδεται
10 ἐν πέντε σισύραις ἐγκεκορδυλημένος.
ἀλλ᾽ εἰ δοκεῖ, ῥέγκωμεν ἐγκεκαλυμμένοι.
ἀλλ᾽ οὐ δύναμαι δείλαιος εὕδειν δακνόμενος
ὑπὸ τῆς δαπάνης καὶ τῆς φάτνης καὶ τῶν χρεῶν
διὰ τουτονὶ τὸν υἱόν. ὁ δὲ κόμην ἔχων
15 ἱππάζεται τε καὶ ξυνωρικεύεται
ὀνειροπολεῖ θ᾽ ἵππους· ἐγὼ δ᾽ ἀπόλλυμαι
ὁρῶν ἄγουσαν τὴν σελήνην εἰκάδας·
οἱ γὰρ τόκοι χωροῦσιν. ἅπτε, παῖ, λύχνον,
κἄκφερε τὸ γραμματεῖον, ἵν᾽ ἀναγνῶ λαβὼν
20 ὁπόσοις ὀφείλω καὶ λογίσωμαι τοὺς τόκους.
φέρ᾽ ἴδω, τί ὀφείλω; δώδεκα μνᾶς Πασίᾳ.
τοῦ δώδεκα μνᾶς Πασίᾳ; τί ἐχρησάμην;
ὅτ᾽ ἐπριάμην τὸν κοππατίαν. οἴμοι τάλας,
εἴθ᾽ ἐξεκόπην πρότερον τὸν ὀφθαλμὸν λίθῳ.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
25 Φίλων, ἀδικεῖς· ἔλαυνε τὸν σαυτοῦ δρόμον.
ΣΤ. τοῦτ᾽ ἐστὶ τουτὶ τὸ κακὸν ὅ μ᾽ ἀπολώλεκεν·
ὀνειροπολεῖ γὰρ καὶ καθεύδων ἱππικήν.
ΦΕ. πόσους δρόμους ἐλᾷ τὰ πολεμιστήρια;
ΣΤ. ἐμὲ μὲν σὺ πολλοὺς τὸν πατέρ᾽ ἐλαύνεις δρόμους.
30 ἀτὰρ τί χρέος ἔβα με μετὰ τὸν Πασίαν;
τρεῖς μναῖ διφρίσκου καὶ τροχοῖν Ἀμεινίᾳ.
ΦΕ. ἄπαγε τὸν ἵππον ἐξαλίσας οἴκαδε.
ΣΤ. ἀλλ᾽, ὦ μέλ᾽, ἐξήλικας ἐμέ γ᾽ ἐκ τῶν ἐμῶν,
ὅτε καὶ δίκας ὤφληκα χἄτεροι τόκου
35 ἐνεχυράσεσθαί φασιν. ΦΕ. ἐτεόν, ὦ πάτερ,
τί δυσκολαίνεις καὶ στρέφει τὴν νύχθ᾽ ὅλην;
ΣΤ. δάκνει με δήμαρχός τις — ἐκ τῶν στρωμάτων.
ΦΕ. ἔασον, ὦ δαιμόνιε, καταδαρθεῖν τί με.

***
ΣΚΗΝΗ: Το σπίτι του Στρεψιάδη, ανοιχτό, ώστε να φαίνεται το εσωτερικό του· το σπίτι, κατοικία και σπουδαστήριο, του Σωκράτη.

Ο Στρεψιάδης και ο Φειδιππίδης, ξαπλωμένοι, ο καθένας στο κρεβάτι του· πιο πίσω, ξαπλωμένοι κι αυτοί, δυο υπηρέτες. Ο Στρεψιάδης ανακάθεται στο στρώμα του, τεντώνεται και χασμουριέται.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Βάι, βάι!
Αφέντη Δία, μεγάλες που είναι οι νύχτες·
ατέλειωτες· ποτέ πια δε θα φέξει;
Κι όμως είν᾽ ώρα που άκουσα κοκόρι.
Κι οι δούλοι ροχαλίζουν· πού έτσι πρώτα;
Πόλεμε, χάσου· για πολλά, και που ούτε
τους δούλους δεν τολμώ να τιμωρήσω.
Και νύχτα δε σηκώνεται ούτε τούτο
τ᾽ αγόρι το σπουδαίο· τις αμολάει
10 μέσα σε πέντε κάπες τυλιγμένος.
Ας σκεπαστώ κι εγώ κι ας ροχαλίσω.
Ξαπλώνει και σκεπάζεται, μα αμέσως πάλι ανασηκώνεται.
Μα δε με παίρνει ο ύπνος· με τσιμπούνε
κι έξοδα και παχνί και χρέη για τούτον
το γιόκα. Κι αυτός, πάντα μακρομάλλης,
καβάλα τρέχει με άρματα και με άτια
κι όλο άλογα ονειρεύεται· εγώ λιώνω
να βλέπω πως ο μήνας είναι τώρα
στο τρίτο του δεκάημερο· κι οι τόκοι
20 τρέχουν.
Φωνάζει.
Μικρέ! Γιά άναψε, βρε, ένα λύχνο
και βγάλε το τεφτέρι μου, τους τόκους
να λογαριάσω και να δω σε πόσους
χρωστώ.
Ένας δούλος εκτελεί τη διαταγή και ο Στρεψιάδης ανοίγει το τεφτέρι.
Νά, στον Πασία δώδεκα μνες.
Δώδεκα στον Πασία. Γιατί; Ποιός λόγος
να δανειστώ; Για ν᾽ αγοράσω εκείνο
τ᾽ άλογο τ᾽ αστεράτο. Α, στερημένο
μια πέτρα κάλλιο ας μ᾽ έκανε απ᾽ το φως μου.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ, παραμιλώντας πάνω στον ύπνο του.
Φίλωνα, στη γραμμή σου! Ζαβολιάρη!
ΣΤΡ. Νά το κακό που μ᾽ έχει χαντακώσει·
και στον ύπνο του βλέπει ιπποδρομίες.
ΦΕΙ., πάντα πάνω στον ύπνο του.
Ποιό γύρο κάνουν τα άτια του πολέμου;
ΣΤΡ. Εσύ τον κύρη σου όλο γυροφέρνεις.
30 Μα ας δούμε τί άλλο χρέος. Στον Αμυνία
τρεις μνες για δυο τροχούς κι ένα σκαμνάκι.
ΦΕΙ., πάντα κοιμισμένος.
Μπρος! Το άτι στην κυλίστρα και στο στάβλο!
ΣΤΡ. Έξω απ᾽ το βιος μου εσύ μ᾽ έχεις τσουλήσει·
και πρόστιμα έχω φάει και για τους τόκους
κατάσχεση άλλοι λεν πως θα μου κάμουν.
ΦΕΙ., μισοξυπνώντας.
Πατέρα, πες μου, αλήθεια, τί γρινιάζεις
κι έτσι στριφογυρίζεις όλη νύχτα;
ΣΤΡ. Ο… κλητήρας τσιμπά και ξεπετιέμαι.
ΦΕΙ. Άσε να κοιμηθώ, καλέ μου, λίγο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου