Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (997-1035)

Σχετική εικόναΠΑ. ἰδοὺ θέασαι, κοὐχ ἅπαντας ἐκφέρω.
ΑΛ. οἴμ᾽ ὡς χεσείω, κοὐχ ἅπαντας ἐκφέρω.
ΔΗ. ταυτὶ τί ἐστι; ΠΑ. λόγια. ΔΗ. πάντ᾽; ΠΑ. ἐθαύμασας;
1000 καὶ νὴ Δί᾽ ἔτι γέ μοὐστὶ κιβωτὸς πλέα.
ΑΛ. ἐμοὶ δ᾽ ὑπερῷον καὶ ξυνοικία δύο.
ΔΗ. φέρ᾽ ἴδω, τίνος γάρ εἰσιν οἱ χρησμοί ποτε;
ΠΑ. οὑμοὶ μέν εἰσι Βάκιδος. ΔΗ. οἱ δὲ σοὶ τίνος;
ΑΛ. Γλάνιδος, ἀδελφοῦ τοῦ Βάκιδος γεραιτέρου.
1005 ΔΗ. εἰσὶν δὲ περὶ τοῦ; ΠΑ. περὶ Ἀθηνῶν, περὶ Πύλου,
περὶ σοῦ, περὶ ἐμοῦ, περὶ ἁπάντων πραγμάτων.
ΔΗ. οἱ σοὶ δὲ περὶ τοῦ; ΑΛ. περὶ Ἀθηνῶν, περὶ φακῆς,
περὶ Λακεδαιμονίων, περὶ σκόμβρων νέων,
περὶ τῶν μετρούντων τἄλφιτ᾽ ἐν ἀγορᾷ κακῶς,
1010 περὶ σοῦ, περὶ ἐμοῦ. — τὸ πέος οὑτοσὶ δάκοι.
ΔΗ. ἄγε νυν ὅπως αὐτοὺς ἀναγνώσεσθέ μοι,
καὶ τὸν περὶ ἐμοῦ ᾽κεῖνον ᾧπερ ἥδομαι,
ὡς «ἐν νεφέλῃσιν αἰετὸς» γενήσομαι.
ΠΑ. ἄκουε δή νυν καὶ πρόσεχε τὸν νοῦν ἐμοί·
1015 φράζευ, Ἐρεχθεΐδη, λογίων ὁδόν, ἥν σοι Ἀπόλλων
ἴαχεν ἐξ ἀδύτοιο διὰ τριπόδων ἐριτίμων.
σῴζεσθαί σ᾽ ἐκέλευ᾽ ἱερὸν κύνα καρχαρόδοντα,
ὃς πρὸ σέθεν χάσκων καὶ ὑπὲρ σοῦ δεινὰ κεκραγὼς
σοὶ μισθὸν ποριεῖ. κἂν μὴ δρᾷς ταῦτ᾽, ἀπολεῖται·
1020 πολλοὶ γὰρ μίσει σφε κατακρώζουσι κολοιοί.
ΔΗ. ταυτὶ μὰ τὴν Δήμητρ᾽ ἐγὼ οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι λέγει.
τί γάρ ἐστ᾽ Ἐρεχθεῖ καὶ κολοιοῖς καὶ κυνί;
ΠΑ. ἐγὼ μέν εἰμ᾽ ὁ κύων· πρὸ σοῦ γὰρ ἀπύω·
σοὶ δ᾽ εἶπε σῴζεσθαι ᾽μ᾽ ὁ Φοῖβος τὸν κύνα.
1025 ΑΛ. οὐ τοῦτό φησ᾽ ὁ χρησμός, ἀλλ᾽ ὁ κύων ὁδὶ
ὥσπερ ἀθάρης σου τῶν λογίων παρεσθίει.
ἐμοὶ γάρ ἐστ᾽ ὀρθῶς περὶ τούτου τοῦ κυνός.
ΔΗ. λέγε νυν· ἐγὼ δὲ πρῶτα λήψομαι λίθον,
ἵνα μή μ᾽ ὁ χρησμὸς ὁ περὶ τοῦ κυνὸς δάκῃ.
1030 ΑΛ. φράζευ, Ἐρεχθεΐδη, κύνα Κέρβερον ἀνδραποδιστήν,
ὃς κέρκῳ σαίνων σ᾽, ὁπόταν δειπνῇς, ἐπιτηρῶν
ἐξέδεταί σου τοὔψον, ὅταν σύ ποι ἄλλοσε χάσκῃς·
ἐσφοιτῶν τ᾽ ἐς τοὐπτάνιον λήσει σε κυνηδὸν
νύκτωρ τὰς λοπάδας καὶ τὰς νήσους διαλείχων.
1035 ΔΗ. νὴ τὸν Ποσειδῶ πολύ γ᾽ ἄμεινον, ὦ Γλάνι.

***
(Γυρίζει ο Παφλαγόνας κουβαλώντας ένα βαρύ σεντούκι, που το απιθώνει μπροστά του).
ΠΑΦ. Νά, κοίτα! Κι άφησα κι άλλους μέσα!
(Γυρίζει ο Αλλαντοπώλης κουβαλώντας βαρύ σεντούκι).
ΑΛΛ. Άι, άι, μ᾽ έπιασε χεσούρα, κι άφησα κι άλλους μέσα!
ΔΗΜ. Τί είναι τούτα εδώ;
ΠΑΦ. Χρησμοί.
ΔΗΜ. Όλα;
ΠΑΦ. Ζαλίστηκες;
[1000] Και πού ᾽σαι ακόμα! Μά τον Δία, έχω κι άλλο σεντούκι γεμάτο.
ΑΛΛ. Κι εγώ, το επάνω πάτωμα και δυο διαμερίσματα γεμάτα.
ΔΗΜ. Γιά να δω, τίνος τέλος πάντων είναι οι χρησμοί;
ΠΑΦ. Οι δικοί μου είναι του Βάκη.
ΔΗΜ. (Στον Αλλαντοπώλη:) Και οι δικοί σου τίνος;
ΑΛΛ. Του Γλάνη, του μεγαλύτερου αδερφού του Βάκη.
ΔΗΜ. Και για τί κάνουν λόγο;
ΠΑΦ. Για την Αθήνα, για την Πύλο, για σένα, για μένα, για όλα τα πάντα.
ΔΗΜ. (Στον Αλλαντοπώλη:) Κι οι δικοί σου, για τί κάνουν λόγο;
ΑΛΛ. Για την Αθήνα, για τις φακές, για τους Λακεδαιμόνιους, για σκουμπριά φρέσκα, για τους αλευράδες της αγοράς που μας κλέβουν στο ζύγι, για σένα, για μένα. (Μονολογεί:)
[1010] Κι ετούτος ας δαγκώσει το πέος του.
ΔΗΜ. Άιντε λοιπόν, διαβάστε τους ν᾽ ακούσω· και πρώτα πρώτα τον χρησμό που μιλά για μένα και μου δίνει χαρά που θα γίνω «μέσα στα σύγνεφα αϊτός».
ΠΑΦ. Άκουε λοιπόν και δώσε προσοχή στα λόγια μου· (Διαβάζει:)
«Βάλε βαθιά στις φρένες σου, βλαστάρι του Ερεχθέα,
το πού το πάνε οι χρησμοί, που ο Απόλλωνας για σένα
χούγιαξε μες απ᾽ τ᾽ άδυτα, κι ακούστηκ᾽ η φωνή του
ανάμεσ᾽ απ᾽ τους τρίποδες τους σεβαστούς περίσσια:
Φύλαγε σαν τα μάτια σου τον ιερό το σκύλο
το καρχαρόδοντο-σκυλί, που χάσκοντας μπροστά σου
άγρια για σένα αλυχτά, μιστό να κονομήσει.
Την εντολή μου αν παραβείς, ο σκύλος θα ψοφήσει.
[1020] Οι κάργες, σμάρι, τον μισούν, τον τρων με τις κρωξιές τους».
ΔΗΜ. Μά τη Δήμητρα, δεν βγάζω νόημα από τούτα δω. Γιατί ποιά σχέση έχουν ο Ερεχθέας με τις καλιακούδες και τον σκύλο;
ΠΑΦ. Ο σκύλος είμ᾽ εγώ· γιατί αλυχτάω για χάρη σου. Κι ο Φοίβος σου ᾽δωσε εντολή να φυλάς σαν τα μάτια σου εμένα, τον σκύλο.
ΑΛΛ. Δεν λέει τέτοιο πράμα ο χρησμός, αλλά ετούτος ο σκύλος (δείχνει τον Παφλαγόνα) μασουλά τους χρησμούς σαν χυλό από κουρκούτι. Αν θες να μάθεις την αλήθεια για τούτον τον σκύλο, άκουσε τον δικό μου χρησμό.
ΔΗΜ. Λέγε λοιπόν, αλλά πρώτα θα πάρω πέτρα για να μη με δαγκάσει ο χρησμός με το σκύλο.
ΑΛΛ. (Διαβάζει:)
[1030] «Φυλάξου απ᾽ τον Κέρβερο, βλαστάρι του Ερεχθέα,
το σκύλο το δουλέμπορο, που, όταν δειπνάς, χαδιάρης
με την ουρά του σε πλανά, μ᾽ αυτός παραφυλάει,
σαν θα χαζεύεις κάπου αλλού, το πιάτο σου να φάει.
Κι όταν νυχτώσει, στα κλεφτά, ως φέρνονται οι σκύλοι,
τρυπώνει στην κουζίνα σου, χαμπάρι δεν τον παίρνεις,
και γλείφει τα τσουκάλια σου, γλείφει και τα νησιά σου».
ΔΗΜ. (Στον Αλλαντοπώλη:) Μά τον Ποσειδώνα, Γλάνη, τα λες πολύ καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου