Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Ωκεανός

Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν καὶ μητέρα Τηθύν
(Ιλ., Ξ 302)
 
Στην Οδύσσεια ο Ωκεανός περιγράφεται σαν μια μεγάλη εξωτερική θάλασσα, ενώ στην Ιλιάδα, βαθύρροος, είναι ποταμός που περιβρέχει την κυκλική επιφάνεια της γης (Σ 607), γι' αυτό και ο Ήφαιστος τον τοποθετεί στον εξωτερικό κύκλο της ασπίδας του Αχιλλέα. Και στη Θεογονία του Ησιόδου ως ποταμός, πατέρας όλων των ποταμών (337-345), εκτείνεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα περιβάλλοντας τη γη, στα κυκλικά νερά του οποίου βυθίζεται ο ήλιος μέσα σε χρυσό κύπελλο και αφού τα διασχίσει από τον κήπο των Εσπερίδων μέχρι τη γη των Αιθιόπων φτάνει πάλι στην ανατολή λίγο πριν την αυγή. Ο Μίμνερμος γράφει (απ. 10):
 
[…] διασχίζει τα κύματα πάνω στο θεσπέσιο κρεβάτι του,
[…] πάνω στο κύμα
γοργογλιστράει κοιμισμένος απ' των Εσπερίδων τη χώρα
στη γη των Αιθιόπων, όπου το γρήγορο άρμα του και τ' άλογά του
σταματούν ως να 'ρθει η πουρνογέννητη Αυγή·
τότε του Υπερίονα ο γιος ανεβαίνει πάνω στο άρμα του.
 
Στο Φ της Ιλιάδας (στ. 194) περιγράφεται ως πηγή όλων των υδάτων, γλυκών και αλμυρών*, επίγειων και υπόγειων, τα οποία περικλείονται από τον ρου του, όπως ακριβώς και ο Ποσειδώνας θεωρούνταν θεός όλων των υδάτων, όχι μόνο των θαλασσίων. Προφανώς, γι' αυτό το λόγο εμφανίζεται να αποκτά με τη γυναίκα του, και αδελφή του, Τηθύ τρεις χιλιάδες παιδιά.
 
Αντίστοιχα, οι κόρες του Ωκεανίδες ενώθηκαν με θεούς και θνητούς και γέννησαν πολυάριθμα παιδιά. Και όπως ο πατέρας τους, έτσι κι αυτές είναι νύμφες της θάλασσας και των γλυκών νερών -πηγές, ρυάκια, λίμνες, προσωποποιούνται. Τις γνωρίζουμε και ως συνοδούς της Άρτεμης ή της Περσεφόνης. Σε αυτές αναθέτει ο Δίας το μεγάλωμα παιδιών, οπότε συνεργάζονται με τον Απόλλωνα και με τα αδέλφια τους, τους ποταμούς, είναι δηλαδή Κούραι και Κουροτρόφοι (Θεογονία 346-366). Ωκεανίδες είναι η Στύγα, η Ευρώπη, η Καλυψώ, η Μήτις και η Ευρυνόμη, πρώτη και τρίτη σύζυγος του Δία αντίστοιχα, η Διώνη.
 
Πάντως, από τη συνέλευση των θεών στον Όλυμπο, όπου ο Δίας προτρέπει όλους τους αθάνατους να ριχτούν στη μάχη στο πλευρό είτε των Τρώων είτε των Αχαιών, απουσιάζει ο Ωκεανός, ενώ περευρίσκονται Κανείς από καμιά νύμφη απ΄ όσες / κρατούν τα δάση, τες πηγές και τα χλωρά λιβάδια·(Ιλ., Υ 8-9).
 
1. Επειδή, λοιπόν, ο Ωκεανός προσδιόριζε το δυτικό όριο του αρχαίου κόσμου, τον Ατλαντικό Ωκεανό, θεωρούνταν όμως και ποταμός που περιβάλλει τη γη, οριακά τοποθετείται στην άκρη από τη μια πλευρά ερυθρόμορφης πελίκης (400-375 π.Χ.) να παρακολουθεί μαζί με μια νύμφη Εσπερίδα τη συνομιλία του Ηρακλή με μιαν άλλη.
 
2. Πάλι σε ανθρώπινη μορφή κάθεται στο κέντρο απέναντι από έναν άλλον ποταμό, τον Στρυμόνα, και τέσσερις άνδρες, προφανώς ποτάμιοι θεοί, ανάμεσά τους και ο Νείλος (ΝΙΛΟΣ), σε ομάδες με τέσσερις κοπέλες, Εσπερίδες ή Ωκεανίδες. Η παράσταση στον οξυπύθμενο μελανόμορφο αμφορέα του ζωγράφου της Κοπεγχάγης του 480/470 π.Χ. (ιδιωτική συλλογή) μας μεταφέρει και πάλι στον κήπο των Εσπερίδων, όπου η παρουσία τριών ποταμών και Εσπερίδων ή Ωκεανίδων, προφανώς υποδηλώνουν την αφθονία των υδάτων που εξασφαλίζουν την καρποφορία.
 
3. Σε αττικό ερυθρόμορφο καλυκωτό κρατήρα του Συρίσκου (Ζωγράφος της Κοπεγχάγης) απεικονίζεται η Γαία, ένθρονη, μεταξύ του γιου της Τιτάνα Ωκεανού και του Διόνυσου, που στέκονται όρθιοι, ο Ωκεανός, με λευκή γενειάδα, σε μια ιερατική ακινησία πίσω από τη Γαία, κρατώντας στα χέρια του το σκήπτρο της εξουσίας, όπως και η θηλυκή θεότητα, ο Διόνυσος, με μαύρη γενειάδα, θεός νεότερος, κρατά στο ένα χέρι κισσό, ενώ στο άλλο κλαδί δέντρου χωρίς φύλλα που τείνει προς τη Γαία και το οποίο μοιάζει να υποστηρίζει τη διακοσμητική ταινία γύρω από το χείλος του κρατήρα. Δίπλα του στέκεται πάνθηρας. Η απεικόνιση δεν φαίνεται να παραπέμπει σε κάποιον γνωστό μύθο. Ποια λοιπόν είναι η ιδέα που λανθάνει; Γιατί ο καλλιτέχνης έβαλε τις τρεις θεότητες σε μια κοινή σκηνή; Η υποψία για το νόημα της εικόνας ξεκινά από το ερώτημα: «Μήπως ο Διόνυσος δεν τείνει το κλαδί προς τη Γαία αλλά προς τη Γαία και τον Ουρανό;» Το ερώτημα αυτό μας παραπέμπει στους στίχους 726-728 από τη Θεογονία του Ησιόδου:
 
Γύρω από αυτόν [τον Τάρταρο] υπάρχει ένας χάλκινος φράχτης. και η νύχτα ολοτρόγυρα / σε τρεις σειρές είναι χυμένη γύρω από τον τράχηλο. και πάνωθε / είναι οι ρίζες της γης και της απέραντης θάλασσας.
 
Σύμφωνα με αυτό το κοσμοείδωλο η γη και η θάλασσα έχει ρίζες, και το χειμώνα τα κλαδιά ενός δένδρου μοιάζουν με μεγάλες αναποδογυρισμένες ρίζες, όπως παριστάνεται στον κρατήρα που συζητούμε. Θα θυμίσουμε επίσης ότι σύμφωνα με τον Φερεκύδη (DK 55) πάνω στα κλαδιά μιας βαλανιδιάς ο Ζας απόθεσε έναν πέπλο στολισμένο με τη Γη και τον Ωγηνό, που αντιπροσωπεύουν την επιφάνεια της γης, χωρίς όμως να μπορεί κανείς να αποφανθεί με βεβαιότητα αν ο Ωγηνός είναι το ποτάμι που περιρρέει τη γη ή η θάλασσα. Μήπως λοιπόν εδώ έχουμε την απεικόνιση αυτής της αντίληψης; Θα μπορούσε, βέβαια, να τεθεί το ερώτημα γιατί παριστάνεται ο Διόνυσος και όχι ο Δίας. Όμως ο Διόνυσος, ως υιος του Διός είναι μια του υπόσταση ή μια πλευρά της υπόστασής του.
 
Εξάλλου, η Γη και ο Ωκεανός, η γη και το νερό, είναι απαραίτητα στοιχεία για τη δημιουργία της ζωής. Ο Διόνυσος, από την άλλη πλευρά, ως θεός υδάτινος που διευκολύνει τη διέλευση στον κάτω κόσμο, είναι θεός χθόνιος. Και από αυτή την άποψη, θα μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει τις δύο πλευρές της ύπαρξης: τη ζωή και τον θάνατο. Και αν ο Διόνυσος προτείνει ένα κλαδί στη ζωοφόρο Γη είναι γιατί ως θεός χθόνιος είναι συγχρόνως και θεός πλουτοδότης: αν η γη δεν δεχτεί νεκρά σώματα δεν μπορεί να γονιμοποιηθεί.
 
4. Στη βόρεια ζωφόρο του βωμού του Δία στην Πέργαμο (180 π.Χ.) ο καλλιτέχνης επέλεξε να παραστήσει τον Νηρέα (γιο της Γης από τον Πόντο) με τη σύζυγό του Δωρίδα (από το ζευγάρι γεννήθηκαν οι πενήντα Νηρηίδες) και τους γονείς της Ωκεανό και Τηθύ, ένα από τα παλαιότερα ζευγάρια της ελληνικής θεογονίας, στον αγώνα τους εναντίον δαιμονικών εχθρών τους. Πρόκειται για εικαστική απόδοση προκοσμικής κατάστασης που ο παλαιο- ή προεπιστημονικός άνθρωπος φαντάζεται χαοτική, σκοτεινή, παγερή, ασταθή, υγρή, χωρίς καθαρά περιγράμματα, όχι εύ-μορφη, όμορφη, αλλά ά-μορφη, ά-σχημη. Η επιλογή του θέματος είναι, προφανώς, συνυφασμένη με τους πολέμους της Περγάμου εναντίον της Βιθυνίας και των Γαλατών. Και όπως η νίκη των Ολυμπίων εναντίον των Γιγάντων σηματοδοτούσε την καθιέρωση των αξιών του ελληνικού πολιτισμού, έτσι τώρα σηματοδοτούνταν και πάλι η νίκη του ελληνικού πνεύματος έναντι του βαρβαρικού. Οι Ατταλίδες αναδείκνυαν τους εαυτούς τους σε «θεματοφύλακες του ελληνικού πολιτισμού».
 
5. Σε χάλκινο ανάγλυφο, εξαιρετικής τεχνικής και υψηλής αισθητικής, ίσως από τη Μακεδονία (Βρετανικό Μουσείο 973) παριστάνονται στο κάτω μέρος τρεις ξαπλωμένες Ωκεανίδες (Ευρώπη, Ασία, Λιβύη) να στρέφουν το πρόσωπό τους προς τη μεγαλύτερη φιγούρα που καταλαμβάνει το επάνω μέρος του ανάγλυφου, τον Ωκεανό.
 
Στις παραστάσεις που αναφερθήκαμε ο Ωκεανός έχει τη μορφή ανθρώπου σε άλλες όμως περιπτώσεις εμφανίζεται με ουρά ή με κέρατα. Για παράδειγμα, σε αττικό δίνο του Σοφίλου (590 π.Χ.) με θέμα τον γάμο του Πηλέα και της Θέτιδας, ο Ωκεανός παριστάνεται με ουρά φιδιού, δηλαδή σαν θαλάσσια θεότητα όπως άλλοι θαλάσσιοι θεοί (Νηρέας, Τρίτων), κρατώντας στα χέρια του δελφίνι αλλά και φίδι, στοιχείο χθόνιο, αλλά και με κέρατα στο κεφάλι που είναι χαρακτηριστικό των ποτάμιων θεών -μάλιστα ο Ευριπίδης τον αποκαλεί «ταυρόκρανον» (Ορ., 1377).
 
Θεωρούμε ότι οι διάφορες απεικονίσεις του Ωκεανού δεν μπορεί παρά να σχετίζονται με τους σχετικούς επιμέρους μύθους ή με τις κοσμογονικές παραδόσεις. Ειδικά μάλιστα αυτή η τελευταία μοιάζει να συμπυκνώνει τις δύο βασικές παραδόσεις.
-------------------------
*Ωκεανός
Η ιδέα ότι ο Ωκεανός είναι ἀψόρροος, δηλαδή κυλάει προς τα πίσω, ξανακυλάει στον εαυτό του (Ιλ., Τ 399, Οδ., φ 65), πρέπει να γεννήθηκε στους μεγάλους παραποτάμιους πολιτισμούς της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μη ελληνική μυθολογική ιδέα που περιγράφει τον σχηματισμό της ξηράς από τα έλη που υπήρχαν ανάμεσα στα δύο ποτάμια της Μεσοποταμίας ή την ανάδυση της εύφορης γης, όταν τα νερά υποχωρούσαν μετά τις πλημμύρες του Νείλου. Η ξηρά αυτή εξακολουθεί να περιβάλλεται από νερό.
Η ιδέα ότι το αλμυρό νερό είναι απλώς γλυκό νερό που έχει μια μικρή πρόσμειξη χώματος ήταν πολύ κοινή στην επιστημονική περίοδο (Kirk -Raven -Schofield 1988, σ. 28-60).

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου