Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Όμηρος και ιστορία, Πώς ήταν μια «πόλη» στα «ομηρικά» χρόνια;

Δεν είναι σαφές αν στα χρόνια από τον 11ο μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. υπάρχουν πόλεις με την έννοια που τις αντιλαμβάνεται κανείς σήμερα. Ίσως είναι προτιμότερο, λοιπόν, να γίνεται λόγος για οικισμούς.
 
Η αρχαιολογική έρευνα διαπιστώνει μια εξέλιξη στη μορφή αυτών των πόλεων-οικισμών κατά τη διάρκεια των παραπάνω αιώνων (Μαζαράκης-Αινιάν 2009: 29). Κατά τον 10ου αι. π.Χ., μια ενιαία επιμήκης οικία, τύπου Λευκαντιού, που αποτελούνταν από δωμάτια το ένα πίσω από το άλλο, δέσποζε ως η κατοικία (;) του άρχοντα σ' έναν οικισμό, όντας απομονωμένη μερικές φορές από αυτόν. Από το 900 μέχρι το 700 π.Χ., στην περίοδο που στο τέλος της φαίνεται πως καταγράφονται τα έπη δηλαδή, παρατηρείται από την ίδια έρευνα, κάτω από την επίδραση, ίσως, και της ομηρικής αφήγησης και έρευνας, παρουσία σύνθετων «οίκων», που αποτελούνται από ανεξάρτητες μονάδες οργανωμένες μέσα σε περιβόλους. Στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. και στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., τέλος, σε μια άλλη πιθανή περίοδο «γέννησης» των επών, οι οικίες έχουν περισσότερα δωμάτια και είναι προσανατολισμένες, περιμετρικά, προς μια κεντρική στον οικισμό αυλή. Ελλειψοειδή, αψιδωτά και κυκλικά κτίρια μέσα στους οικισμούς επιτελούν, παράλληλα διάφορες λειτουργίες από αποθηκευτικές μέχρι λατρευτικές.
 
Η περίπτωση του Ωρωπού της Αττικής απέναντι από την Ερέτρια της Εύβοιας είναι χαρακτηριστική περίπτωση των παραπάνω «οίκων». Ο ανασκαφέας της αρχαιολογικής αυτής θέσης θεωρεί ότι ο οικισμός επιμερίζεται σε ανεξάρτητες ή ημιαυτόνομες οικογενειακές μονάδες, σε «οίκους», που διαφοροποιούνται μεταξύ τους από περιβόλους οι οποίοι περικλείουν ένα ή περισσότερα σπίτια μιας οικογένειας (Μαζαράκης-Αινιάν 2009: 26). Μαζί με τα σπίτια βρίσκονταν και άλλα κτίσματα που περιλάμβαναν αποθηκευτικούς και εργαστηριακούς χώρους, χώρους σταβλισμού των ζώων, αλλά, ακόμα και λατρευτικούς χώρους. Κάποια από τα παραπάνω σπίτια αναγνωρίζονται, εξάλλου, με βάση τις διαστάσεις τους ως χώροι κατοικίας της ελίτ της συγκεκριμένης κοινωνίας. Ανάλογη οργάνωση πιθανολογείται, επίσης, για τους οικισμούς των ίδιων χρόνων στη Λαθούριζα Αττικής και στην Ερέτρια της Εύβοιας.
 
Ένα καλό παράδειγμα της μορφής των πόλεων-οικισμών στα ομηρικά χρόνια προσφέρει η Ζαγορά της Άνδρου). Ο γεωμετρικός οικισμός της βρίσκεται σε υψόμετρο 160μ., στο οροπέδιο ενός απόκρημνου ακρωτηρίου στα νοτιοδυτικά του νησιού. Είναι λιθόκτιστος και το εμβαδόν του προσεγγίζει τα 64 στρέμματα. Όπως προέκυψε από τις ανασκαφές που έγιναν εκεί από το 1960 μέχρι το 1975, περίπου, από μια Αυστραλιανή αρχαιολογική αποστολή, η Ζαγορά κατοικήθηκε, κυρίως, κατά τον 8ο αι. π.Χ. Οι κάτοικοι οχύρωσαν τον οικισμό τους προς τη μεριά της ξηράς με ισχυρό τείχος. Από τη μεριά της θάλασσας ήταν προσβάσιμος από δυο μικρούς κολπίσκους που πλαισιώνουν και σήμερα το ακρωτήριο που υπάρχει εκεί. Το γεγονός ότι στη Ζαγορά εντοπίστηκε επείσακτη ευβοϊκή, κυρίως, κεραμική αποδεικνύει τις εμπορικές δραστηριότητες των Ευβοέων και προς τις Κυκλάδες. Θεωρήθηκε, μάλιστα, ότι μπορεί να ήταν και αποικία των Ερετριέων. Το γεγονός, μάλιστα, ότι η πόλη εγκαταλείπεται ξαφνικά γύρω στο 700 π.Χ. συνδέεται με την κατάρρευση του ευβοϊκού εμπορίου εξαιτίας του πολέμου στο Ληλάντιο πεδίο.
 
Το τείχος που χτίστηκε προς την ενδοχώρα είχε μήκος 110 μέτρα και πάχος που σε ορισμένα του σημεία φτάνει τα επτά μέτρα, ενώ φαίνεται πως είχε μόνο μια πύλη συνοδευόμενη από πύργο στο νότιο άκρο του, μέσω της οποίας ένας δρόμος οδηγούσε στα σπίτια της πόλης. Στην κορυφή του ακρωτηρίου υπήρχε ναός που ανακατασκευάστηκε τον 6ο αι. π.Χ. μετά την εγκατάλειψη της πόλης. Τα σπίτια στη Ζαγορά ήταν κυρίως τετράγωνα, ενώ μερικές φορές είχαν προστώο, όπως τα μέγαρα. Εντοπίστηκαν αρκετές υπαίθριες αυλές, μια από τις οποίες οδηγεί σε μια εντυπωσιακή αίθουσα που είναι εξοπλισμένη με λίθινο πάγκο που περιτρέχει τους τρεις της τοίχους, με μια κεντρική εστία από σχιστολιθικές πλάκες, με μια λεκάνη, πάλι από σχιστόλιθο, στο δάπεδο και μια πλακόστρωτη πλατφόρμα που θεωρήθηκε βάση για σκάλα που κατέληγε στον επάνω όροφο. Η κεντρική θέση του οικήματος και η γειτνίασή του με το ιερό του οικισμού πιθανολογεί την απόδοσή του στην κατοικία κάποιου αρχηγού. Μέσα στις οικίες της Ζαγοράς βρέθηκαν ίχνη των δραστηριοτήτων των κατοίκων της. Η διασπορά αγνυθών και σφοντυλιών, για παράδειγμα, σε όλα σχεδόν τα σπίτια του οικισμού δείχνουν ότι η υφαντική και το γνέσιμο, τόσο γνωστά από τα ομηρικά έπη, αποτελούσαν σημαντική ενασχόληση των κατοίκων.
 
Σύμφωνα με ένα αρχαίο επίγραμμα η Σμύρνη θεωρούνταν μια από τις πιθανές πατρίδες του Ομήρου. Γύρω στο 850 π.Χ. χρονολογούνται τα πρώτα ευρήματα της γεωμετρικής πόλης, ή καλύτερα αγροτικής κωμόπολης, της αρχαίας Σμύρνης, η οποία καταλάμβανε ένα ακρωτήριο κοντά στη σημερινή ομώνυμη πόλη της Μικράς Ασίας. Το εντυπωσιακό στοιχείο που συνδέεται μαζί της ήταν ότι η πυκνοκατοικημένη αυτή πόλη περιβαλλόταν από ένα δυσανάλογο σε σχέση με τις φτωχικές κατοικίες τείχος.
 
Το τελευταίο δίνει την εντύπωση μιας ογκώδους οχυρωματικής, σχεδόν κυκλώπειας, κατασκευής με πύργους, ενώ τα σπίτια αποτελούν ένα συνονθύλευμα, ένα ανακάτεμα διαφόρων τύπου κατασκευών (εικ. 4.141α). Άλλα είναι καμπυλόγραμμα, αψιδωτά, και ωοειδή, άλλα ορθογώνια, δεν ακουμπούν το ένα στο άλλο, ενώ σπάνια, περιλαμβάνουν και μια αυλή. Ένα από αυτά αναγνωρίστηκε ως σιταποθήκη. Μέχρι το 700 π.Χ. αυτή η εικόνα των στριμωγμένων μέσα στο τείχος οικιών φαίνεται πως κυριαρχεί. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν, όμως, ότι είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν διαφορετικές οικίες στο κεντρικό τμήμα της οχυρωμένης πόλης που παραμένει ανεξερεύνητο.
 
Η ανασκαφή στο Εμποριό της Χίου προσέφερε, επίσης, την εικόνα ενός τειχισμένου γεωμετρικού οικισμού, στον οποίο δεσπόζει ένα ορθογώνιο επίμηκες οικοδόμημα, το αποκαλούμενο "Megaron Hall" (αίθουσα Μεγάρου), μέσα σε μια οχυρωμένη ακρόπολη με τα υπόλοιπα σπίτια να βρίσκονται έξω από αυτήν.
 
Οι τειχισμένοι οικισμοί φαίνεται, λοιπόν, πως ήταν ο κανόνας στο Ανατολικό Αιγαίο κατά τη γεωμετρική περίοδο, ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα και στις Κυκλάδες κυριαρχούσαν τα μικρά χωριά κοντά σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή οι οικισμοί με άμεση πρόσβαση σε βοσκοτόπια και στη θάλασσα. Μια ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα κατηγορία αποτελούν οι λεγόμενοι «οικισμοί φυγάδων» στην Κρήτη των Σκοτεινών Χρόνων (Κούρου 1997, 11). Πρόκειται για βραχύβιους οικισμούς, ιδρυμένους στα ορεινά της ανατολικής Κρήτης (π.χ. στις τοποθεσίες Καβούσι και Καρφί) με αρκετό πληθυσμό και πολεοδομική οργάνωση. Στο Καρφί, για παράδειγμα, σε υψόμετρο πάνω από 1100 μέτρα, τα οικήματα χτίζονται σε σχέση με έναν δρόμο, ενώ μεγαρόσχημα κτίσματα συσχετίζονται με την παρουσία αρχηγού, αλλά και δημόσιων θρησκευτικού χαρακτήρα κτιρίων. Πήλινα είδωλα στο κεντρικό από αυτά τα κτίρια μαρτυρούν τον ισχυρό ρόλο της θρησκείας για τη διατήρηση της συνοχής της κοινότητας κατά τη διάρκεια της μετάβασής της προς την αστική ζωή των μεταγενέστερων χρόνων. Το αν οι οικισμοί αυτοί σχετίζονται με τις αναστατώσεις που παρατηρούνται στο Αιγαίο στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. και με πιθανή άνθιση της πειρατείας, παραμένει υπό διερεύνηση.
 
Η επισκόπηση των οικισμών αυτής της περιόδου, πάντως, δείχνει ότι οι «οίκοι» που περιγράφονται στο ομηρικά έπη είναι δύσκολο να αναγνωριστούν. Υφίστανται, όμως, διαφοροποιήσεις μεταξύ των κατοικιών, και υπάρχουν και ειδικά κτίσματα όπως τα ιερά, οι αποθήκες, καθώς και σπίτια πιθανών αρχηγών.
 
Οι πρώτοι αυτόνομοι ναοί κάνουν, επίσης, την εμφάνιση τους. Πρόκειται στην αρχή για υπαίθρια ιερά, για κτίσματα, δηλαδή, που έχουν δημόσιο χαρακτήρα και μοιάζουν περισσότερο με μεγάλες κατοικίες σε σχήμα μεγάρου. Κατά τον 8ο αιώνα γίνονται πιο ευρύχωρα για να δεχθούν και τα λατρευτικά, ξύλινα στην αρχή, αγάλματα των θεών, τα ξόανα. Ένα ομοίωμα ανάλογου «ιερού» που είχε αφιερωθεί στο Ηραίο, ναό της Ήρας, στο Άργος είναι χαρακτηριστικό αυτών των κτισμάτων. Στην Ερέτρια μνημειακά αψιδωτά δημόσιου χαρακτήρα κτίσματα της Μέσης και Ύστερης Γεωμετρικής Περιόδου αντικαθίστανται τον 7ο αι. π.Χ. από τον αψιδωτό εκατόμπεδο, μήκους εκατό ποδών (1 πόδι = 0,3048 μέτρα) δηλαδή, ναό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα, ο οποίος θεωρείται ο παλαιότερος ναός πόλης στον ελλαδικό χώρο,
 
Στο Ηραίο της Σάμου στις αρχές του 8ου αι. π.Χ. οικοδομείται ο πρώτος μεγάλος διαστάσεων, εκατόμπεδος, επίσης, ξύλινος ναός. Στις αρχές του 7ου αιώνα ο λεγόμενος «Οίκος των Ναξίων» στη νήσο Δήλο, στο κέντρο του Αιγαίου, διαιρείται από δυο ξύλινες κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη. Εκτός από τους πρώτους ελεύθερους ναούς εμφανίζονται και τα πρώτα υπαίθρια τεμένη που περιβάλλουν βωμούς και «ιερούς» χώρους σε πανελλήνια ιερά όπως αυτό της Δωδώνης στην Ήπειρο, όπου τον 8ο αι. π.Χ. η «βελανιδιά» του Δία περικλείεται για πρώτη φορά σε περίβολο μαζί με ένα υποτυπώδες ιερό κτίσμα.
 
Ναοί και ιερά αναφέρονται, άλλωστε, και στα ομηρικά έπη με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τον ναό της Αθηνάς στην Τροία και κάποια ιερά στους Δελφούς, στη Δήλο, στην Ολυμπία και στην Κύπρο. Όλα αυτά δεν μπορούν να ταυτιστούν απόλυτα, βέβαια, με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η ιστορία του ιερέα Χρύση και της κόρης του Χρυσηίδας που αποτελεί και το αρχικό επεισόδιο της Ιλιάδας είναι σαφές ότι καταδεικνύει την ύπαρξη ανθρώπων επιφορτισμένων με την τέλεση της λατρείας σε «ειδικούς» χώρους, κατασκευασμένους για αυτόν τον σκοπό.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου