Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Βάτραχοι (268-322)

ἔμελλον ἄρα παύσειν ποθ᾽ ὑμᾶς τοῦ κοαξ.
ΧΑ. ὢ παῦε, παῦε, παραβαλοῦ τὼ κωπίω.
270 ἔκβαιν᾽, ἀπόδος τὸν ναῦλον. ΔΙ. ἔχε δὴ τὠβολώ.
ὁ Ξανθίας. ποῦ Ξανθίας; ἤ, Ξανθία.
ΞΑ. ἰαῦ. ΔΙ. βάδιζε δεῦρο. ΞΑ. χαῖρ᾽, ὦ δέσποτα.
ΔΙ. τί ἐστι τἀνταυθοῖ; ΞΑ. σκότος καὶ βόρβορος.
ΔΙ. κατεῖδες οὖν που τοὺς πατραλοίας αὐτόθι
275 καὶ τοὺς ἐπιόρκους, οὓς ἔλεγεν ἡμῖν; ΞΑ. σὺ δ᾽ οὔ;
ΔΙ. νὴ τὸν Ποσειδῶ ᾽γωγε, καὶ νυνί γ᾽ ὁρῶ.
ἄγε δή, τί δρῶμεν; ΞΑ. προϊέναι βέλτιστα νῷν,
ὡς οὗτος ὁ τόπος ἐστὶν οὗ τὰ θηρία
τὰ δείν᾽ ἔφασκ᾽ ἐκεῖνος. ΔΙ. ὡς οἰμώξεται.
280 ἠλαζονεύεθ᾽ ἵνα φοβηθείην ἐγώ,
εἰδώς με μάχιμον ὄντα, φιλοτιμούμενος.
οὐδὲν γὰρ οὕτω γαῦρόν ἐσθ᾽ ὡς Ἡρακλῆς.
ἐγὼ δέ γ᾽ εὐξαίμην ἂν ἐντυχεῖν τινι
λαβεῖν τ᾽ ἀγώνισμ᾽ ἄξιόν τι τῆς ὁδοῦ.
285 ΞΑ. νὴ τὸν Δία· καὶ μὴν αἰσθάνομαι ψόφου τινός.
ΔΙ. ποῦ ποῦ ᾽στιν; ΞΑ. ἐξόπισθεν. ΔΙ. ἐξόπισθ᾽ ἴθι.
ΞΑ. ἀλλ᾽ ἔστιν ἐν τῷ πρόσθε. ΔΙ. πρόσθε νυν ἴθι.
ΞΑ. καὶ μὴν ὁρῶ νὴ τὸν Δία θηρίον μέγα.
ΔΙ. ποῖόν τι; ΞΑ. δεινόν. παντοδαπὸν γοῦν γίγνεται·
290 τοτὲ μέν γε βοῦς, νυνὶ δ᾽ ὀρεύς, τοτὲ δ᾽ αὖ γυνὴ
ὡραιοτάτη τις. ΔΙ. ποῦ ᾽στι; φέρ᾽ ἐπ᾽ αὐτὴν ἴω.
ΞΑ. ἀλλ᾽ οὐκέτ᾽ αὖ γυνή ᾽στιν, ἀλλ᾽ ἤδη κύων.
ΔΙ. ἔμπουσα τοίνυν ἐστί. ΞΑ. πυρὶ γοῦν λάμπεται
ἅπαν τὸ πρόσωπον. ΔΙ. καὶ σκέλος χαλκοῦν ἔχει;
295 ΞΑ. νὴ τὸν Ποσειδῶ, καὶ βολίτινον θἄτερον,
σάφ᾽ ἴσθι. ΔΙ. ποῖ δῆτ᾽ ἂν τραποίμην; ΞΑ. ποῖ δ᾽ ἐγώ;
ΔΙ. Ἱερεῦ, διαφύλαξόν μ᾽, ἵν᾽ ὦ σοι ξυμπότης.
ΞΑ. ἀπολούμεθ᾽, ὦναξ Ἡράκλεις. ΔΙ. οὐ μὴ καλεῖς μ᾽,
ὦνθρωφ᾽, ἱκετεύω, μηδὲ κατερεῖς τοὔνομα.
300 ΞΑ. Διόνυσε τοίνυν. ΔΙ. τοῦτ᾽ ἔθ᾽ ἧττον θἀτέρου.
ΞΑ. ἴθ᾽ ᾗπερ ἔρχει. δεῦρο δεῦρ᾽, ὦ δέσποτα.
ΔΙ. τί δ᾽ ἐστί; ΞΑ. θάρρει· πάντ᾽ ἀγαθὰ πεπράγαμεν,
ἔξεστί θ᾽ ὥσπερ Ἡγέλοχος ἡμῖν λέγειν·
«ἐκ κυμάτων γὰρ αὖθις αὖ γαλῆν ὁρῶ.»
305 ἥμπουσα φρούδη. ΔΙ. κατόμοσον. ΞΑ. νὴ τὸν Δία.
ΔΙ. καὖθις κατόμοσον. ΞΑ. νὴ Δί᾽. ΔΙ. ὄμοσον. ΞΑ. νὴ Δία.
ΔΙ. οἴμοι τάλας, ὡς ὠχρίασ᾽ αὐτὴν ἰδών.
ΞΑ. ὁδὶ δὲ δείσας ὑπερεπυρρίασέ σου.
ΔΙ. οἴμοι, πόθεν μοι τὰ κακὰ ταυτὶ προσέπεσεν;
310 τίν᾽ αἰτιάσομαι θεῶν μ᾽ ἀπολλύναι;
ΞΑ. αἰθέρα Διὸς δωμάτιον ἢ χρόνου πόδα;
ΔΙ. οὗτος. ΞΑ. τί ἐστιν; ΔΙ. οὐ κατήκουσας; ΞΑ. τίνος;
ΔΙ. αὐλῶν πνοῆς. ΞΑ. ἔγωγε, καὶ δᾴδων γέ με
αὔρα τις εἰσέπνευσε μυστικωτάτη.
315 ΔΙ. ἀλλ᾽ ἠρεμεὶ πτήξαντες ἀκροασώμεθα.

ΧΟΡΟΣ
Ἴακχ᾽, ὦ Ἴακχε.
Ἴακχ᾽, ὦ Ἴακχε.
ΞΑ. τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἐκεῖν᾽, ὦ δέσποθ᾽· οἱ μεμυημένοι
ἐνταῦθά που παίζουσιν, οὓς ἔφραζε νῷν.
320 ἄδουσι γοῦν τὸν Ἴακχον ὅνπερ δι᾽ ἀγορᾶς.
ΔΙ. κἀμοὶ δοκοῦσιν. ἡσυχίαν τοίνυν ἄγειν
βέλτιστόν ἐστιν, ὡς ἂν εἰδῶμεν σαφῶς.

***
ΧΑΡ., στο Διόνυσο.

Σταμάτα πια, και δίπλα τα κουπιά σου.
270 Έβγα. Το ναύλο. ΔΙΟ. Δυο οβολοί· νά, πάρ᾽ τους.—
Ξανθία! Πού είν᾽ ο Ξανθίας; Εε, Ξανθία!

ΞΑΝ., από μακριά.

Εδώ. ΔΙΟ. Περπάτησε, έλα. ΞΑΝ. (παρουσιάζεται.) Γεια σου, αφέντη.
ΔΙΟ. Τα εδώ πώς είναι; ΞΑΝ. Λάσπη και μαυρίλα.
ΔΙΟ. Μην είδες πατροκτόνους κι ορκοπάτες
που ᾽λεγε ο Ηρακλής; ΞΑΝ. Ναι· εσύ δεν είδες;

ΔΙΟ., ρίχνοντας τα βλέμματά του στους θεατές.

Ναι, μα τον Ποσειδώνα· ακόμα βλέπω.
Και τώρα τί θα κάμουμε; ΞΑΝ. Πιο πέρα
καλύτερα να πάμε· εδώ είν᾽ ο τόπος
των φοβερών θεριών που ᾽λεγε. ΔΙΟ. Βράσ᾽ τον.
280 Με ξέρει παλικάρι, κι από φθόνο
αράδιαζε ψευτιές, να με τρομάξει.
Α, ο Ηρακλής! Στην ξιπασιά είναι πρώτος.
Μακάρι να βρεθεί θεριό, κι αντάξιο
του ταξιδιού μου αγώνισμα να κάμω.
ΞΑΝ. Σωστά· κι αλήθεια, κάποιον κρότο ακούω.

ΔΙΟ., τρομαγμένος.

Πού πού; ΞΑΝ. Από πίσω. ΔΙΟ. Πήγαινε από πίσω.
ΞΑΝ. Όχι· μπροστά. ΔΙΟ. Μπροστά; Μπροστά να τρέξεις.
ΞΑΝ. Θεριό μεγάλο βλέπω, μα τον Δία.
ΔΙΟ. Πώς είναι; ΞΑΝ. Φοβερό. Κι όλο όψη αλλάζει·
290 μια βόδι, μια μουλάρι, μια γυναίκα
πανέμορφη. ΔΙΟ. Πού πού; Θα πάω κοντά της.
ΞΑΝ. Δεν είναι πια γυναίκα, έγινε σκύλα.
ΔΙΟ. Έμπουσα τότε. ΞΑΝ. Κόκκινο, ίδιο φλόγα
το μούτρο της. ΔΙΟ. Και μπρούντζος το κανί της;
ΞΑΝ. Μα το θεό, κι από σβουνιά είναι τ᾽ άλλο,
να ξέρεις. ΔΙΟ. Πού να πάω; ΞΑΝ. Κι εγώ, πού τάχα;

ΔΙΟ., στον ιερέα του Διόνυσου, που κάθεται σε τιμητική θέση και παρακολουθεί την παράσταση.

Ιερέα μου, φύλαξέ με, να τα πιούμε
μαζί κατόπι. ΞΑΝ. Αχ, Ηρακλή! Χαμένοι…
ΔΙΟ. Μη με καλείς, μην κράζεις τ᾽ όνομά μου.
300 ΞΑΝ. Διόνυσε, τότε. ΔΙΟ. Αυτό χειρότερο είναι.
ΞΑΝ. Έτσι όπως πας, περπάτα· δώθε, αφέντη.

Του δείχνει το δρόμο.

ΔΙΟ. Τί ᾽ναι; ΞΑΝ. Κουράγιο· όλα καλά· μπορούμε
κι εμείς σαν τον Ηγέλοχο να πούμε:
«Πάει η φουρτούνα, τώρα πια… μπουγάτσα.»
Η Έμπουσα πάει. ΔΙΟ. Ορκίσου. ΞΑΝ. Μα το Δία.
ΔΙΟ. Πες… ΞΑΝ. Μα το Δία. ΔΙΟ. Ορκίσου. ΞΑΝ. Μα το Δία.
ΔΙΟ. Πώς χλώμιασα, ο καημένος, σαν την είδα!
ΞΑΝ., δείχνοντας το κροκωτό φόρεμα του Διόνυσου από πίσω.
Κοκκίνισε κι αυτός για σε απ᾽ το φόβο.
ΔΙΟ. Ποιά είν᾽ η πηγή των συμφορών μου τούτων;
310 Ποιός θεός με κυνηγά; ΞΑΝ. «Του Δία το σπίτι,
ο Αιθέρας·» ή «του Χρόνου το ποδάρι».
ΔΙΟ. Βρε. ΞΑΝ. Τί με θέλεις; ΔΙΟ. Άκουσες; ΞΑΝ. Τί πράμα;
ΔΙΟ. Φύσημα αυλών. ΞΑΝ. Ναι, τ᾽ άκουσα· και μια αύρα
δαδιών, μυστηριακή, μέσα μου μπήκε.
ΔΙΟ. Μαζέψου, σιωπηλοί ν᾽ αφογκραστούμε.

Ακούονται από μακριά φωνές των μυημένων.

ΦΩΝΕΣ
Ίακχε, ω Ίακχε.
Ίακχε, ω Ίακχε.
ΞΑΝ. Αφέντη, οι μύστες που μας έλεγε είναι·
γιορτάζουν κάπου εδώ· τον Ίακχο λένε·
320 κι όταν περνούν την αγορά, έτσι ψάλλουν.
ΔΙΟ. Έτσι θαρρώ κι εγώ. Μα ας μη μιλούμε,
να μάθουμε ξεκάθαρα τί κάνουν.

Παραμερίζουν και αφογκράζονται· ο Χορός των μυστών πλησιάζει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΘΕΟΙ - ΑΡΤΕΜΗ, Ατρείδες και στον τρωικό πόλεμο

Άρτεμη και Ατρείδες

Στενή φαίνεται ότι είναι η σχέση των δύο Ατρειδών, του Μενέλαου και του Αγαμέμνονα, με τη θεά. Τα δυο ζώα που κρατά η θεά στη λάρνακα του Κύψελου -λεοπάρδαλη και λεοντάρι- στην Ιλιάδα φέρονται ως δύο από τα σύμβολα των Αχαιών (το τρίτο είναι ο δράκων-όφις) (Κ 21-33).

Η Άρτεμη στον τρωικό πόλεμο

Μαζί με τον αδελφό της Απόλλωνα στέκεται στο πλευρό των Τρώων. Ωστόσο, στη θεομαχία που τελείται λίγο πριν τη μονομαχία του Έκτορα με τον Αχιλλέα, και η οποία έχει μάλλον κωμικό χαρακτήρα, η Άρτεμη τον επιπλήττει, γιατί ο Απόλλωνας παραιτείται από τον αγώνα του εναντίον του Ποσειδώνα από σεβασμό για τον αδελφό του πατέρα του (Ιλ., Φ 468-469). Γι' αυτή της τη στάση δέχθηκε την οργή της Ήρας που της αφαίρεσε τον οπλισμό και τη χτύπησε. Αφοπλισμένη, δαρμένη και κλαμένη κατέφυγε στην αγκαλιά του πατέρα της παραπονούμενη για τη συμπεριφορά της ομόκλινής του Ήρας (Ιλ., Φ 470-513).

Οι άνθρωποι σε μειώνουν όταν οι ίδιοι μειονεκτούν

Εκείνοι που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται σαν παιδιά, σαν παιδιά που δυστυχώς διδάχτηκαν ορισμένα μόνο μαθήματα. Κάποιοι δεν τους κάλυψαν την ύλη, δεν τους έδωσαν ένα βασικό μάθημα που θα αποτελούσε εφόδιο για τη ζωή τους.

Το μάθημα αυτό είναι δύσκολο και έχει περισσότερες απαιτήσεις απ’ αυτόν που θα το διδάξει παρά από αυτόν που θα το διδαχθεί. Γι’ αυτό, η παιδεία που έχει κανείς έχει πολλές φορές να κάνει με το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, τους μέντορές του αν είχε, τους ανθρώπους εκείνους που βρέθηκαν μπροστά του κ.ά.

Οι άνθρωποι σε μειώνουν όταν οι ίδιοι μειονεκτούν και δεν μπορούν να το αποδεχτούν, ώστε να διώξουν το αίσθημα μειονεξίας απ’ το οποίο διακατέχονται, αλλάζοντας και προχωρώντας. Άρα το μάθημα έχει να κάνει με το πως πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς αυτούς τους ανθρώπους που οι ίδιοι υποφέρουν αλλά και πως να μην επηρεάζεται απ’ τις κουβέντες τους και απ’ τις κακίες τους.

Το μάθημα λέγεται «ΣΕΒΑΣΜΟΣ». Αυτή η λέξη αν υπήρχε στο λεξιλόγιο και στη ζωή όλων δε θα υπήρχαν φαινόμενα που υποτιμούν τον άνθρωπο. Εκείνον που δε σέβεται και χωρίς λόγο ρίχνει την ψυχολογία του άλλου δεν αξίζει να κάθεται κανείς και να τον ακούει. Άρα όποιος έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση πρέπει να καταλάβει ότι δεν θα έπρεπε να αισθάνεται έτσι. Εκείνοι που τον οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση προφανώς και είχανε πρόβλημα με τον εαυτό τους. Το θέμα είναι αυτή η νοοτροπία να μη συνεχίζεται, να μη δίνονται μαθήματα που μειώνουν και ταυτόχρονα πληγώνουν. Γιατί υπάρχουν και καρδιές σ’ αυτόν τον σκληρό κόσμο που ζούμε πολύ ευαίσθητες που χρειάζονται δύναμη και λόγια που θα ακουμπούν απαλά την ψυχή τους και δεν θα τους πονάνε.

Η ευθύνη πέφτει στους δασκάλους και δάσκαλοι αυτού του μαθήματος οφείλουμε να είμαστε όλοι, ο καθένας στη γειτονιά του, στο χώρο της εργασίας του, στην καθημερινότητά του. Κι αυτό γιατί όποιος τη μάθει αυτή τη λέξη και ξέρει να σέβεται, τότε είναι δάσκαλος γι’ αυτόν που ακόμα δεν την γνωρίζει.

Διασχίζοντας το Όνειρο

Η ελευθερία έρχεται με κόστος. Κανένας δεν θέλει να πληρώσει το τίμημα με συνειδητή βούληση και ευθύνη, κι έτσι το πληρώνουν ανάποδα: για να παραμένουν σκλαβωμένοι.

Η απαλλαγή από το τίμημα δεν είναι επιλογή, κανείς δεν εξαιρείται. Ούτε να κρυφτούμε μπορούμε από τη Δικαιοσύνη που διέπει τους κόσμους και εμείς ακόμα ανακαλύπτουμε, κατανοώντας τις παρανοήσεις μας (που είναι πάρα πολλές).

Μπορεί να κολυμπάμε στις ψευδαισθήσεις προσωρινά, μπορεί να βαυκαλιζόμαστε είτε για την κουτοπονηριά μας είτε για την υποτιθέμενη αρετή στον συμβιβασμό των κοινωνικών προσταγών μας, όμως ο χρόνος κάνει κύκλους και δεν αντιλαμβανόμαστε πως περνάμε από τα ίδια σημεία.

Γιατί όλα είναι αλληλένδετα, κι ας χάσαμε την ικανότητα να συνδέουμε. Ας εμπιστευτήκαμε να διχάζουμε, να απομονώνουμε, να κομματιάζουμε τον εαυτό μας. Οι δικές μας αντιλήψεις του κόσμου, αποτελούν ζωντανά ονειρέματα, πολύ πειστικά για την ακεραιότητα και την αλήθεια τους. Ταυτισμένοι και εξαρτημένοι, αδυνατούμε να αντιληφθούμε οτιδήποτε πέρα από ό,τι έχουμε ήδη καταχωρήσει, πιστέψει, υιοθετήσει...είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, δεν έχει σημασία.

Η ζωή μας όλη, πόνοι και χαρές είναι αφορμές για να βοηθήσουν στις διασυνδέσεις: να καταλάβουμε, ν' αποδεσμεύσουμε, να ενώσουμε, να κάνουμε πιο ανάλαφρο το πέρασμά μας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ουσίας μας: της σημαντικότητας ΚΑΙ ασημαντότητάς μας.

Τίποτα απ' όλα αυτά όμως δεν βγάζει νόημα, ενόσω εξακολουθούμε να πορευόμαστε με τον υφιστάμενο προγραμματισμό μας, όποιος κι αν είμαστε, ό,τι άλλο κι αν έχουμε καταφέρει. Τα βάρη που μας κρατάνε εξαρτημένους από τον υλικό κόσμο είναι πολλά, τα περισσότερα από αυτά αόρατα κι ας θεριεύουν οι προσπάθειες "αποκάλυψής" τους.

Γιατί δεν αποκαλύπτονται απ' έξω, από άλλους, ούτε από οποιαδήποτε ποσότητα πληροφοριών κι αν συλλέξουμε. Θα εξακολουθήσει να είναι αόρατο το κελί της φυλακής μας, γιατί απλούστατα ΕΜΕΙΣ το κρατάμε κρυφό από τη συνείδησή μας, συνεχίζοντας την πλάνη μας.

Η σοφία είναι αυτή που βλέπει καθαρά, όλα τα δυαδικά και αντίθετα, χωρίς φόβο, χωρίς απειλή, χωρίς την ανάγκη να κοιτάξει αλλού, να πείσει, να πολεμήσει με συνηθισμένους τρόπους που ουσιαστικά ενισχύουν ό,τι οι ίδιοι διαχωρίζουμε.

Η σοφία είναι πέρα από κάθε περιγραφή, πέρα από κάθε ομολογία, πέρα από κάθε αποσπασματική λεκτικοποίηση, κάποιου τμήματος της αλήθειας που είναι αδύνατον να χωρέσει στην περιοριστική αντίληψή μας. Κατανοεί και συμπονεί, μα συμμετέχει επιλεκτικά και μόνο εφόσον υπάρχει Λόγος καθαρός.

Η ενασχόληση με τον καθένα, το κάθε Άτομο/Άνθρωπο που επιλέγει να συνειδητοποιήσει βιωματικά την πλάνη, που αναλαμβάνει το κόστος της ελευθερίας του, αξίζει και είναι έργο...δεν μπορεί να ορίζεται από επιφανειακές ανάγκες απαλλαγής από τον πόνο, θεραπείας κάποιας αρρώστιας κλπ, αν και αυτά αποτελούν τις αφορμές που έχουμε ακόμα ανάγκη για να εστιάσουμε την προσοχή μας.  Όμως οι συνδέσεις είναι βαθύτερες και τις επιλέγουμε σε επίπεδο Εαυτού.

Και η κοινωνία, η "κατάντια του κόσμου", η αδικία που μαστίζει όλους τους τομείς της ζωής μας είναι έργο δικό μας, θετικό ή αν θέλεις, επιλεγμένο, για να αναλάβουμε κάποια στιγμή την ευθύνη μας...τη ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη, ατομικά, συνειδητά, με θάρρος και πειθαρχία στο ξύπνημά μας, αλλάζοντας μια μια τις επιλογές μας!

Ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας είναι αντανάκλαση του εσωτερικού μας κόσμου

Κάθε μέρα ζούμε στον κόσμο έξω από εμάς, την πραγματικότητα που έχουμε νωρίτερα διαμορφώσει στον κόσμο μέσα μας. Ακούω συχνά να λένε: «Μα τι κόσμος είναι αυτός στον οποίο θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας;». Η απάντησή μου είναι: «Θα ήθελες τα παιδιά σου να μεγαλώσουν μέσα σου; Στον εσωτερικό σου κόσμο δηλαδή; Αν η απάντηση είναι «όχι», τώρα ξέρεις γιατί ο κόσμος έξω από μας δεν είναι κατάλληλος για τα παιδιά μας.

Ο εσωτερικός σου κόσμος είναι γεμάτος φόβο, άγχος και οργή ή αρμονία, αγάπη και χαρά; Ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας είναι αντανάκλαση του εσωτερικού μας κόσμου. Και η μετάφρασή μας απέναντι στα πράγματα, στους ανθρώπους, στην ίδια τη ζωή ορίζει τον εσωτερικό μας κόσμο. Το περιβάλλον γύρω μας είναι σαν ένας πίνακας ζωγραφικής στον οποίο ο καθένας βλέπει ό,τι θέλει και τον μεταφράζει όπως θέλει.

Η λύση γι’ άλλη μια φορά κρύβεται μέσα μας. Η αλλαγή περνάει από μας. Οι άλλοι είμαστε εμείς, αλλά δεν το ξέρουμε ακόμα. Αν αλλάξουμε εμείς, αλλάζουν όλοι. Εμείς θα μεγαλώσουμε τα παιδιά που θα μας κυβερνήσουν τα επόμενα χρόνια. Αν τους μαθαίνουμε ότι o αναξιόπιστος και ο κλέφτης ξεχωρίζει, να παίρνουν ό,τι μπορούν χωρίς να ενδιαφέρονται για τους άλλους, ότι είναι ανήθικο να αδικούνται, αλλά ανεκτό να αδικούν, αν πρόκειται για το υποτιθέμενο βραχυπρόθεσμο καλό τους, πώς περιμένουμε ν’ αλλάξουν τα πράγματα;

Αν ζητάμε ρουσφέτια, κλέβουμε τη σειρά του μπροστινού μας απλώς και μόνο γιατί δεν μας βλέπει, κρατάμε τα παραπάνω ρέστα που κατά λάθος ο άμοιρος εργαζόμενος μας έδωσε, τι θα κάνουν τα παιδιά μας μόλις βγουν στην εξουσία; Θα κάνουν ό,τι έβλεπαν τόσα χρόνια. Ακριβώς τα ίδια σε μεγέθυνση.

Πλέον δεν θα αφορούν ρέστα οι πράξεις τους, αλλά μίζες. Δεν θα προσπερνούν στη σειρά τον μπροστινό τους, θα υποβαθμίζουν τον καλύτερο για να αναδείξουν τα δικά τους παιδιά. Η αξιοκρατία και η αξιοπιστία θα ακούγονται στα αυτιά τους μακρινές έννοιες, που προκαλούν γέλιο ακριβώς γιατί ακούγονται τόσο σπάνια, που μοιάζουν γραφικές.

Γονείς με σαθρές αξίες θα μεγαλώσουν παιδιά με σαθρές αξίες. Θυμάσαι νωρίτερα που λέγαμε ότι ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας είναι αντανάκλαση του εσωτερικού μας κόσμου; Οι αξίες των παιδιών μας είναι αντανάκλαση των δικών μας αξιών.

Αναλαμβάνω την ευθύνη σημαίνει έχω δύναμη. Δεν φταίνε μόνο οι πολιτικοί για την πολιτική κατάσταση. Δεν φταίνε μόνο οι γονείς μου που δεν έχω αυτοπεποίθηση. Δεν φταίει μόνο η κρίση που δεν πηγαίνω καλά οικονομικά. Φταίω εγώ, δεν σημαίνει «Είμαι αδύναμος που δεν τα κατάφερα ακόμα», αλλά «Έχω δύναμη να αλλάξω τα δεδομένα από δω και πέρα».

Σε ό,τι αφορά την πολιτική, η δύναμή μας θα γίνει η ψήφος μας όταν θα αλλάξουμε κουλτούρα, ώστε τα παιδιά μας, οι πολιτικοί του μέλλοντος, να κυβερνήσουν με άλλες αρχές. Αν κυβερνούν συνεχώς πολιτικοί με αξίες όπως η αναξιοπιστία, ο ατομισμός, η αγένεια ‒ χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι είναι έτσι ή ότι εμείς είμαστε όλοι έτσι ‒, πώς ν’ αλλάξει κάτι;

Αν πραγματικά θέλουμε να αλλάξουμε έναν, που θα αλλάξει μία, που θα αλλάξει έναν και έτσι να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ το εγώ. Να βάλουμε στη ζωή μας την ηθική, την αγάπη, την προσφορά, την ενσυναίσθηση, την ευθύνη, την ευγένεια, την αξιοπιστία. Να βρίσκουμε τρόπο να πραγματώνουμε κάθε μέρα αυτές τις αρχές.

Αν το κάνουμε όλοι, σε μερικές δεκάδες χρόνια μία από τις κόρες μας, ένας από τους γιους μας θα κυβερνήσει, αυτή τη φορά ακολουθώντας ένα νέο σύστημα αξιών: αγάπη, αξιοπιστία, προσφορά, ειλικρινές ενδιαφέρον. Αυτά θα αλλάξουν τον κόσμο. Και τότε θα έρθει η πραγματική αλλαγή. Πρωτίστως θα έχει ξεκινήσει από μέσα μας.

Ο Μακρυγιάννης κάποτε μίλησε για την ανάγκη να είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Ήρθε η ώρα να διαφωνήσουμε μαζί του. Γιατί όταν το «εμείς» τείνει προς το συλλογικό κακό, ίσως πρέπει να επιστρέψουμε πίσω στο «εγώ». Αυτή τη φορά όχι για να το χαϊδέψουμε κι άλλο, μα για να το επαναπροσδιορίσουμε.

Πώς μπορεί η φαντασία να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε τους φόβους μας

Η φαντασία μας είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο. Μπορεί να μας ανακουφίσει στις δύσκολες στιγμές και να μας βοηθήσει να επιλύσουμε προβλήματα, να δημιουργήσουμε και να εξετάσουμε πιθανές πορείες δράσης.

Κάποιοι ερευνητές έχουν υποστηρίξει πως η φαντασία μας, η οποία μας δίνει την ικανότητα να εξετάσουμε διαφορετικά σενάρια, βρίσκεται στον πυρήνα αυτού που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα. Επιπλέον, οι υπάρχουσες έρευνες έχουν δείξει πως αυτό που φανταζόμαστε μπορεί πραγματικά να επηρεάσει το νου και το σώμα μας.

Για παράδειγμα, μια έρευνα στο Psychological Science βρήκε πως όταν φανταζόμαστε ότι κάνουμε κάτι, ο νους και το σώμα μας ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο σαν να ήταν πραγματική πράξη. Τώρα, νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Colorado Boulder και τη Σχολή Ιατρικής Icahn στη Νέα Υόρκη, αποδεικνύει ότι αυτό που φανταζόμαστε, ο εγκέφαλός μας το αντιλαμβάνεται σαν μια πραγματική εμπειρία. Και όπως εξηγούν οι ερευνητές, μπορούμε να καλλιεργήσουμε τη «μαγική δύναμη» της φαντασίας μας για να ξεπεράσουμε επίμονους φόβους, ακόμα και την αγχώδη διαταραχή.

Η δύναμη αυτού που φανταζόμαστε

Σε περιπτώσεις φοβίας ή αγχώδους διαταραχής, οι ψυχολόγοι συστήνουν «θεραπεία έκθεσης». Αυτή η προσέγγιση έχει στόχο την απευαισθητοποίηση ενός ατόμου από το ερέθισμα που πυροδοτεί την απόκριση φόβου, εκθέτοντάς το συνεχώς σε αυτό το ερέθισμα σε ένα όμως εντελώς ασφαλές περιβάλλον. Αυτό μπορεί να το βοηθήσει να αποσυνδέσει αυτά τα ερεθίσματα από μια αίσθηση απειλής.

Στη νέα έρευνα, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν μαγνητική τομογραφία για να αξιολογήσουν τους εγκεφάλους των συμμετεχόντων τόσο σε πραγματικές όσο και σε φανταστικές καταστάσεις που περιλαμβάνουν δυσάρεστα ερεθίσματα. Ο σκοπός ήταν να δουν αν και πώς η φαντασία μπορεί να μας βοηθήσει τελικά να απομακρύνουμε αρνητικές συσχετίσεις. Πρόκειται για την πρώτη μελέτη σε επίπεδο νευροεπιστήμης που δείχνει πως όταν φανταζόμαστε μια απειλή, μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που αυτή αναπαρίσταται στον εγκέφαλο.

68 υγιείς συμμετέχοντες έπρεπε να συσχετίσουν έναν συγκεκριμένο ήχο με τη λήψη ηλεκτρικού σοκ, που ήταν άβολο, αλλά όχι επώδυνο. Στη συνέχεια, τους χώρισαν σε τρεις ομάδες. Στην πρώτη ομάδα, οι ερευνητές αναπαρήγαγαν τον ήχο που οι συμμετέχοντες είχαν συσχετίσει με μια δυσάρεστη σωματική εμπειρία. Στη δεύτερη ομάδα, έπρεπε να φανταστούν ότι ακούνε τον ίδιο ήχο, ενώ στην τρίτη έπρεπε να φανταστούν ευχάριστους ήχους.

Η επανάληψη μιας απειλής στη φαντασία μας

Ενώ οι εθελοντές άκουγαν ή φαντάζονταν τον ήχο, οι ερευνητές αξιολογούσαν την εγκεφαλική τους δραστηριότητα. Βρήκαν ότι η εγκεφαλική δραστηριότητα ήταν παρόμοια στους συμμετέχοντες που άκουγαν ή φαντάζονταν τον ήχο. Σε όλους τους εθελοντές ενεργοποιήθηκε κανονικά ο ακουστικός φλοιός του εγκεφάλου, αλλά και ο προμετωπιαίος φλοιός (που ενεργοποιείται σε περίπτωση έκθεσης σε κίνδυνο).

Όμως, αφού οι συμμετέχοντες άκουσαν ή φαντάστηκαν πολλές φορές αυτό τον ήχο, σταμάτησαν σταδιακά να φοβούνται. Η διαδικασία είχε εξαφανίσει τη συσχέτιση ανάμεσα στον ήχο και στη δυσάρεστη εμπειρία. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική και φανταστική έκθεση σε απειλή είχαν ακριβώς την ίδια εγκεφαλική αντίδραση.

Όταν τα πρόσωπα των ανθρώπων στον δρόμο θα φανερώνουν ελευθερία, ζωντάνια και χαρά

Αναρωτιέσαι πότε η ζωή σου θα γίνει όμορφη και ασφαλής, Ανθρωπάκο. Η απάντηση όμως είναι ξένη προς τον τρόπο σκέψης σου.

Η ζωή σου θα γίνει όμορφη και ασφαλής όταν η ζωντάνια αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για σένα από την ασφάλεια, όταν το δίκαιο γίνει πιο σημαντικό από τα χρήματα, όταν η ελευθερία σου γίνει πιο σημαντική από την κομματική γραμμή ή την κοινή γνώμη, όταν η διάθεση που προκαλεί η μουσική του Μπετόβεν και του Μπαχ γίνει η διάθεση της συνολικής σου ύπαρξης (την έχεις μέσα σου, Ανθρωπάκο, θαμμένη σε μια γωνίτσα της ύπαρξής σου),όταν η σκέψη σου θα είναι σε αρμονία, και όχι σε αντιδιαστολή, με τα συναισθήματά σου, όταν θα είσαι σε θέση να αναγνωρίζεις στην ώρα τους τα χαρίσματα σου και τα γηρατειά σου, όταν θα ζεις με βάση τους στοχασμούς των σπουδαίων ανθρώπων, και όχι με βάση τις ανομίες των μεγάλων πολεμιστών, όταν οι δάσκαλοι των παιδιών σου θα πληρώνονται καλύτερα από τους πολιτικούς σου, όταν θα σέβεσαι περισσότερο τον έρωτα μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας απ’ ό,τι μια ληξιαρχική πράξη γάμου, όταν θα αντιλαμβάνεσαι εγκαίρως τα λάθη στη σκέψη σου, και όχι όταν θα είναι πια αργά, όπως κάνεις τώρα, όταν θα ευφραίνεσαι ακούγοντας την αλήθεια και θα απεχθάνεσαι τις τυπικότητες, όταν θα έχεις απευθείας επαφή με τους συναδέλφους σου, και όχι μέσω μεσαζόντων, όταν η ευτυχία της έφηβης κόρης σου στον έρωτα θα σε χαροποιεί, αντί να σε εξοργίζει, όταν θα κουνάς το κεφάλι σου με αποδοκιμασία ενθυμούμενος τις εποχές που τιμωρούσαν τα μικρά παιδιά επειδή άγγιζαν τα γεννητικά τους όργανα, όταν τα πρόσωπα των ανθρώπων στον δρόμο θα φανερώνουν ελευθερία, ζωντάνια και χαρά, και όχι άλλο θλίψη και μιζέρια, όταν οι άνθρωποι δεν θα περπατούν πια πάνω σε αυτή τη γη άκαμπτοι, λες κι έχουν καταπιεί μπαστούνι – και με νεκρωμένα σεξουαλικά όργανα.

Θες καθοδήγηση και συμβουλές, Ανθρωπάκο. Λάμβανες καθοδήγηση και συμβουλές, καλές και κακές, επί χιλιάδες χρόνια. Εξακολουθείς να ζεις στην αθλιότητα όχι εξαιτίας κακών συμβουλών, αλλά λόγω της μικροψυχίας σου. Θα μπορούσα να σου προσφέρω καλές συμβουλές, αλλά, έτσι όπως είσαι και με τον τρόπο που σκέφτεσαι, δεν θα μπορούσες να τις εφαρμόσεις προς το συμφέρον όλων.

ΒΙΛΧΕΜ ΡΑΪΧ, Άκου, Ανθρωπάκο!
 

Τίποτε δεν είναι αφ’ εαυτού όμορφο ή δύσμορφο

Αν μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια αρχή που μαθαίνουμε από τη φιλοσοφία, αυτή που νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί ως βέβαιη και αδιαμφισβήτητη είναι ότι τίποτε δεν είναι αφ’ εαυτού αξιόλογο ή καταφρονητέο, επιθυμητό ή απωθητικό, όμορφο ή δύσμορφο· όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά πηγάζουν από την ιδιαίτερη σύσταση και την υφή των ανθρώπινων συναισθημάτων και διαθέσεων. Το φαγητό που είναι γευστικό για ένα ζώο είναι αηδιαστικό για κάποιο άλλο. Ό,τι ευφραίνει τις αισθήσεις κάποιου προκαλεί δυσφορία σε κάποιον άλλο. Αυτό ισχύει κατά γενική ομολογία αναφορικά με όλες τις αισθήσεις του σώματος. Αν όμως διερευνήσουμε το ζήτημα πιο προσεκτικά, θα βρούμε ότι το ίδιο ισχύει και όπου το πνεύμα συμπράττει με το σώμα και συμμειγνύει τα συναισθήματά του με τις εξωτερικές ορέξεις.

Παρακαλέστε έναν φλογερό εραστή να σας σκιαγραφήσει τα χαρακτηριστικά της ερωμένης του: Θα σας πει ότι δεν έχει λόγια για να περιγράψει τα θέλγητρά της και θα σας ρωτήσει πολύ σοβαρά αν έχετε ποτέ γνωρίσει μια θεά ή έναν άγγελο. Αν απαντήσετε αρνητικά, τότε θα σας πει ότι είναι αδύνατο να σχηματίσετε μια ιδέα για τόσο θεϊκές ομορφιές, όπως αυτές που διαθέτει η μάγισσά του· πόσο τέλεια είναι η μορφή της· πόσο καλοσχηματισμένα τα χαρακτηριστικά της· πόσο αξιαγάπητο το παρουσιαστικό της· πόσο γλυκιά η διάθεσή της, πόσο πρόσχαρη η συμπεριφορά της. Από την υμνολογία αυτή όμως μπορεί μόνο κανείς να συμπεράνει ότι ο δυστυχής αυτός είναι ερωτευμένος και ότι η γενική προδιάθεση, που η φύση έχει εμφυτέψει σε όλα τα πλάσματα, σ’ εκείνον προσδιορίζεται από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο με βάση κάποια χαρακτηριστικά που του δίνουν ευχαρίστηση. Το ίδιο θεϊκό πλάσμα έχει τη μορφή ενός απλού θνητού και αντιμετωπίζεται με άκρα αδιαφορία από κάποιον άλλο.

Η προσέγγισή μας στη ζωή γίνεται σήμερα ολοένα και πιο μηχανική. Συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν αριθμοί

Η προσέγγισή μας στη ζωή γίνεται σήμερα ολοένα και πιο μηχανική. Ο βασικός στόχος μας είναι να παράγουμε πράγματα και στη διαδικασία αυτής της ειδωλολατρίας των πραγμάτων μεταμορφώνουμε τους εαυτούς μας σε εμπορεύματα. Συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν αριθμοί. Το ερώτημα εδώ δεν είναι κατά πόσο τους συμπεριφερόμαστε καλά και αν είναι καλοταϊσμένοι (μπορεί κανείς να συμπεριφέρεται καλά και στα αντικείμενα)- το ερώτημα είναι κατά πόσο οι άνθρωποι είναι πράγματα ή έμβια όντα. Οι άνθρωποι αγαπούν τα μηχανικά μαραφέτια περισσότερο από τα έμβια όντα. Προσεγγίζουμε τους ανθρώπους νοητικά-αφαιρετικά. Ενδιαφερόμαστε για τους ανθρώπους σαν αντικείμενα, τα κοινά τους χαρακτηριστικά, τους στατιστικούς κανόνες της μαζικής συμπεριφοράς, και όχι για τα ζωντανά άτομα.

Όλα αυτά συμβαδίζουν με τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο των γραφειοκρατικών μεθόδων. Σε τεράστια κέντρα παραγωγής, τεράστιες πόλεις, τεράστιες χώρες, οι άνθρωποι διοικούνται σαν να ήταν πράγματα- οι άνθρωποι και οι διοικητές τους μετασχηματίζονται σε πράγματα και υπακούν στους νόμους των πραγμάτων. Όμως ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι ένα πράγμα. Καταστρέφεται αν γίνει πράγμα- και προτού συμβεί αυτό, φτάνει σε απόγνωση και επιθυμεί να σκοτώσει κάθε ζωή.

Σε ένα γραφειοκρατικά οργανωμένο και συγκεντρωτικό βιομηχανισμό, οι προτιμήσεις χειραγωγούνται, ώστε οι άνθρωποι να καταναλώνουν όσο το δυνατόν περισσότερο και σε προβλέψιμες και προσοδοφόρες κατευθύνσεις. Η ευφυΐα και ο χαρακτήρας τους κανονικοποιείται από τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο των τεστ που επιλέγουν τους μέτριους και δειλούς σε σύγκριση με τους ευρηματικούς και τολμηρούς. Μάλιστα, ο γραφειοκρατικός-βιομηχανικός πολιτισμός, που έχει επικρατήσει στην Ευρώπη και στη βόρεια Αμερική, έχει δημιουργήσει έναν νέο τύπο ανθρώπου- μπορούμε να τον περιγράψουμε ως τον οργανωτικό άνθρωπο, ως τον αυτόματο άνθρωπο και ως τον homo mechanicus (μηχανικός άνθρωπος). Με αυτό εννοώ έναν άνθρωπο των “συσκευών” (gadget), που έλκεται βαθιά από οτιδήποτε μηχανικό και έχει μια τάση κατά οτιδήποτε ζωντανού. Είναι αλήθεια ότι ο βιολογικός και φυσιολογικός εξοπλισμός του ανθρώπου τον εφοδιάζει με τόσο ισχυρές σεξουαλικές παρορμήσεις, που ακόμη και ο homo mechanicus συνεχίζει να έχει σεξουαλικές επιθυμίες και να αποζητά γυναίκες. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ενδιαφέρον του για τις γυναίκες μειώνεται. Μια γελοιογραφία στην εφημερίδα New Yorker το υπέδειξε αυτό με πολύ κωμικό τρόπο. Μια πωλήτρια που προσπαθεί να πουλήσει μια συγκεκριμένη μάρκα αρώματος σε μια νεαρή πελάτισσα το προτείνει λέγοντας: “Μυρίζει σαν καινούριο σπορ αυτοκίνητο”. Πράγματι, κάθε παρατηρητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς σήμερα θα επιβεβαιώσει ότι αυτό το σκίτσο είναι κάτι παραπάνω από ένα έξυπνο αστείο. Υπάρχει, όπως φαίνεται, μεγάλος αριθμός αντρών που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα σπορ αυτοκίνητα, τις συσκευές τηλεόρασης και ραδιοφώνου, τα διαστημικά ταξίδια και ένα σωρό άλλα μαραφέτια, απ’ ό,τι για τις γυναίκες, την αγάπη, τη φύση, την τροφή- άντρες που διεγείρονται περισσότερο από τη μεταχείριση μη οργανικών, μηχανικών πραγμάτων παρά από τη ζωή. Δεν θα ήταν υπερβολικό ακόμη και να υποθέσουμε ότι ο homo mechanicus περισσότερο γοητεύεται και νιώθει υπερηφάνεια για συσκευές που μπορούν να σκοτώσουν εκατομμύρια ανθρώπους σε απόσταση αρκετών χιλιάδων χιλιομέτρων μέσα σε μερικά λεπτά, παρά αισθάνεται φόβο και θλίψη από την πιθανότητα μιας τέτοια μαζικής καταστροφής. Ο homo mechanicus συνεχίζει να απολαμβάνει το σεξ και το ποτό. Όμως όλες αυτές τις ηδονές τις αναζητά μέσα στο πλαίσιο αναφοράς του μηχανικού και του άβιου. Περιμένει ότι πρέπει να υπάρχει ένα κουμπί που, αν το πατήσει, θα φέρει ευτυχία, αγάπη, ικανοποίηση. (Πολλοί πηγαίνουν σε ψυχαναλυτή έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να τους διδάξει πώς να βρουν αυτό το κουμπί.) Κοιτάζει τις γυναίκες όπως θα κοίταζε κανείς ένα αυτοκίνητο: ξέρει ποια είναι τα σωστά κουμπιά που πρέπει να πατήσει, απολαμβάνει τη δύναμη που έχει να την κάνει να “τρέξει” και παραμένει ένας ψυχρός παρατηρητής. Τον homo mechanicus τον ενδιαφέρει ολοένα και περισσότερο η μεταχείριση των μηχανών παρά η συμμετοχή και η αντίδραση στη ζωή. Έτσι, γίνεται αδιάφορος απέναντι στη ζωή.

Σκεφτείτε τον ρόλο που παίζει ο σκοτωμός στις διασκεδάσεις μας. Ο κινηματογράφος, τα κόμικς, οι εφημερίδες είναι τόσο συναρπαστικά, επειδή είναι γεμάτα με αναφορές καταστροφής, σαδισμό και βαρβαρότητα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μια ανιαρή αλλά άνετη ζωή- και τίποτα δεν τους συναρπάζει περισσότερο από το να παρακολουθούν ή να διαβάζουν για σκοτωμούς, είτε πρόκειται για έναν φόνο είτε για ένα μοιραίο ατύχημα σε έναν αυτοκινητιστικό αγώνα. Αυτό δεν αποτελεί ένδειξη για το πόσο βαθύ έχει γίνει ήδη αυτό το πάθος για τον θάνατο; Ή σκεφτείτε εκφράσεις όπως “μέχρι θανάτου” ή “πεθαίνω να” κάνω αυτό ή εκείνο ή την έκφραση “με σκοτώνει”. Σκεφτείτε την αδιαφορία για τη ζωή που εκδηλώνεται στα ποσοστά των τροχαίων ατυχημάτων.

Εν συντομία, η διανοητικοποίηση, η ποσοτικοποίηση, η αφαιρετικοποίηση, η γραφειοκρατικοποίηση και η πραγματικοποίηση – οι οποίες αποτελούν χαρακτηριστικά της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας- όταν εφαρμόζονται στους ανθρώπους, αντί στα πράγματα, δεν αποτελούν τις αρχές της ζωής αλλά της μηχανικής. Οι άνθρωποι που ζουν σε ένα τέτοιο σύστημα αναπτύσσουν αδιαφορία προς τη ζωή ή ακόμη και έλξη προς τον θάνατο. Οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται. Περνούν τις εξάψεις των συγκινήσεων για τις χαρές της ζωής και ζουν με την ψευδαίσθηση ότι είναι ζωντανοί όταν έχουν πολλά πράγματα στην κυριότητά τους ή προς χρήση. Η έλλειψη διαμαρτυρίας κατά του πυρηνικού πολέμου, οι συζητήσεις των “ατομολόγων” μας για το ισοζύγιο της ολοκληρωτικής ή σχεδόν ολοκληρωτικής καταστροφής δείχνει πόσο βαθιά έχουμε προχωρήσει ήδη στην “κοιλάδα της σκιάς του θανάτου”.

Erich Fromm, Η Καρδιά του Ανθρώπου

Αυτή η έλλειψη μέτρου μάς σαγηνεύει αλλά επίσης μας καταστρέφει

Εδώ και πενήντα χρόνια ζούμε μια παράξενη περιπέτεια των ηθών: μια χειραφέτηση που απελευθερώνει και ταυτοχρόνως καταπιέζει.

Πολλά ταμπού έχουν ξεπεραστεί, καινούργιες επιταγές και απαιτήσεις έχουν συσσωρευτεί. Αυτές χαρακτηρίζονται από το ότι δεν απαγορεύουν κάτι· εκβιάζουν όμως πολλά και δημιουργούν μια συνεχή τάση μεγιστοποίησης. Πρέπει να απολαμβάνουμε περισσότερο, να αγαπάμε περισσότερο, να κερδίζουμε περισσότερο, να καταναλώνουμε περισσότερο, να στοχαζόμαστε περισσότερο, να παίζουμε περισσότερο, να ζούμε περισσότερο χωρίς νεκρούς χρόνους.

Σε όλα αυτά τα πεδία, η υπερβολή οφείλεται σε μια λογική του κέρδους που είναι γνώρισμα του συστήματος της αγοράς.

Παντού οι θεωρητικοί του παροξυσμού μετράνε, θα έλεγε κανείς, με το “παροξυσμόμετρο”.

Παράξενη αυτή η ατυχία για τη γενιά μας, που παρασύρθηκε από το μυθιστορηματικό στοιχείο της ζωής, που αγάπησε τη δικαιοσύνη για να διαπιστώσει – λίγο αργά – ότι οι επαναστατικές λέξεις – ο πυρετός στο αίμα, η ένταση, η έκσταση – έγιναν διαφημιστικά συνθήματα και ότι ο ηδονισμός εξελίχθηκε στο έσχατο στάδιό του.

Αυτό που πρέπει να επινοήσουμε σήμερα είναι ένας ηδονισμός μη αγοραίος, που περικλείει την έκπληξη, την ισορροπία, τη σκέψη και το μέτρο και που είναι κατ’ αρχήν μια τέχνη της ζωής ανάμεσα σε άλλες και όχι αυτοσκοπός.

Καλούμαστε λοιπόν διαρκώς να μην είμαστε ικανοποιημένοι από όσα αισθανόμαστε και να πρέπει να προχωρούμε πιο πέρα.

Αυτή η έλλειψη μέτρου μάς σαγηνεύει αλλά επίσης μας καταστρέφει, δηλητηριάζει τις μικρότερες χαρές μας, μας παραδίδει σε μια αχόρταγη αναζήτηση. Η αντίσταση σ’ αυτές τις πλάνες πρέπει να γίνει η φρόνηση του σήμερα.

Μια αχαλίνωτη απελευθέρωση αντιφάσκει εξαρχής και στήνει το σκηνικό της ίδιας της της ήττας: χρειάζονται λοιπόν όρια.

Στις εποχές της λογοκρισίας των ηθών πρέπει να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα στην επιθυμία, στις εποχές της “επιτρεπτικότητας” πρέπει να υπερασπιζόμαστε την αρχή της ευγένειας και της ευπρέπειας.

Εφόσον η κοινωνία έπαψε να μας περιορίζει αλλά επιμένει να μας χειρίζεται, ο καθένας μας πρέπει να τοποθετήσει τους κανόνες του.

Τα καλύτερα όπλα μας είναι η επιείκεια και η αβρότητα: να συγχωρούμε τις αδυναμίες των άλλων και να μην πληγώνουμε εκείνους που αγαπάμε.

Ας τους αφήσουμε να ζουν τη ζωή τους κι ας μας δέχονται κι εκείνοι όπως είμαστε.

Αυτό σημαίνει γλυκύτητα της ζωής, τέχνη της διαβίωσης.

Όταν πιέζομαι, μπορώ να δώσω μια υπόσχεση με την πρόθεση να μηv την τηρήσω;

Ας εξεταστεί π.χ. το ερώτημα: όταν πιέζομαι, μπορώ να δώσω μια υπόσχεση με την πρόθεση να μην την τηρήσω; Θα κάνω διάκριση ανάμεσα στις δυο σημασίες που μπορεί να έχει αυτό το ερώτημα: Το να δίνω μια ψεύτικη υπόσχεση: α) είναι συνετό; β) είναι σύμφωνο με το καθήκον; Το πρώτο χωρίς αμφιβολία συμβαίνει συχνά. Βλέπω καθαρά ότι δεν αρκεί να ξεγλιστρήσω από μια παρούσα δυσκολία με μια τέτοια απάτη, αλλά πρέπει να προσέξω μήπως απ’ αυτό το ψέμα προκύψουν αργότερα πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες απ’ αυτές που τώρα γλυτώνω- αφού παρ’ όλη την πονηριά που πιστεύω πως έχω, δεν μπορώ τόσο εύκολα να προβλέψω όλες τις συνέπειες, πρέπει να σκεφτώ ότι αν χάσω την εμπιστοσύνη των άλλων, μπορεί να πάθω πολύ μεγαλύτερο κακό από εκείνο που προσπαθώ τώρα να αποφύγω- πρέπει να σκεφτώ μήπως είναι συνετότερο, εάν συμμορφωθώ με ένα καθολικό γνώμονα και συνηθίσω να μη δίνω ποτέ υπόσχεση που δεν έχω πρόθεση να τηρήσω. Αλλά είναι σαφές ότι ένας τέτοιος γνώμονας βασίζεται πάντα στο φόβο των συνεπειών. Το να είμαι ειλικρινής από καθήκον, είναι εντελώς άλλο πράγμα από το να είμαι ειλικρινής από φόβο για τα βλαβερά επακόλουθα.

Για να ανακαλύψω με τον πιο σύντομο και ασφαλή τρόπο την απάντηση στο ερώτημα, εάν μια ψεύτικη υπόσχεση είναι σύμφωνη με το καθήκον, θα αναρωτηθώ: Θα ήμουν ευχαριστημένος, αν ο υποκειμενικός μου γνώμονας (το να ξεφεύγω από τη δυσκολία με μια ψεύτικη υπόσχεση) ίσχυε ως καθολικός νόμος τόσο για εμένα όσο και για τους άλλους; Θα μπορούσα να πω στον εαυτό μου: «καθένας ας δίνει μια ψεύτικη υπόσχεση όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση, μια και δεν μπορεί να ξεφύγει με άλλο τρόπο»; Θα έβλεπα τότε ότι μπορεί να προτιμώ το ψέμα, όχι όμως και να γίνει το ψέμα ένας καθολικός νόμος. Γιατί κάτω από έναν τέτοιο νόμο δεν θα δίνονταν πια υποσχέσεις, εφόσον θα ήταν μάταιο να εκθέσω τις προθέσεις μου ως προς τις μελλοντικές μου πράξεις σ’ εκείνους που δεν θα με πίστευαν, και αν αυτοί κάποτε απερίσκεπτα μου έδειχναν εμπιστοσύνη, θα με αντάμειβαν αργότερα με το ίδιο νόμισμα λοιπόν αυτός ο υποκειμενικός μου γνώμονας γινόταν καθολικός νόμος, αναγκαστικά θα αυτοκαταστρεφόταν.

Δεν χρειάζομαι λοιπόν καμιά εξαιρετική οξυδέρκεια, για να διακρίνω το τί πρέπει να κάνω για να είναι η θέλησή μου ηθικά καλή. Όσο άπειρος και αν είμαι ως προς τα πράγματα του κόσμου και ανίκανος να προβλέψω όλα τα ενδεχόμενα περιστατικά, αρκεί μόνο να αναρωτηθώ: Μπορείς να θέλεις να γίνει ο υποκειμενικός σου γνώμονας ένας καθολικός νόμος; Εάν όχι, τότε ο γνώμονας πρέπει να απορριφτεί, όχι γιατί μπορεί να βλάψει κι εσένα και τους άλλους, αλλά γιατί δεν μπορεί να υψωθεί σε αξίωμα μιας ενδεχόμενης καθολικής νομοθεσίας, και η λογική μου επιβάλλει άμεσο σεβασμό προς μια τέτοια νομοθεσία.

IMMANUEL KANT, Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών

Νέοι υπολογισμοί για το πόσοι εξωγήινοι πολιτισμοί τελικά υπάρχουν

Το 1961 ήταν ένα ιδιαίτερο έτος: ο ρώσος κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν έγινε ο πρώτος άνθρωπος που έφτασε στο διάστημα, ενώ ο Αμερικανός αστρονόμος Frank Drake ανέπτυξε τη διάσημη Εξίσωση Ντρέικ. Αυτή η εξίσωση εκτιμά τον αριθμό των ανιχνεύσιμων εξωγήινων πολιτισμών στον Γαλαξία μας, και είναι η εξής:
Ν = Ν s x f ρ x n ε x f l x f i x f c x f L

N = αριθμός εξωγήινων πολιτισμών στον Γαλαξία
N s ή R  = εκτιμώμενος αριθμός σχηματισμού νέων άστρων στον Γαλαξία.
f p = κλάσμα ή ποσοστό αυτών των αστεριών με πλανήτες στις τροχιές του.
n e = μέσος αριθμός αυτών των πλανητών με δυνατότητα να φέρει και να φιλοξενήσουν τη ζωή όπως την ξέρουμε.
f l = ποσοστό αυτών των πλανητών που έχουν αναπτύξει πραγματικά τη ζωή.
f i = ποσοστό αυτών των πλανητών που έχουν αναπτύξει οι κάτοικοι τους νοημοσύνη.
f c = ποσοστό αυτών των πολιτισμών που έχουν αναπτύξει ηλεκτρομαγνητική τεχνολογία που εκπέμπει ακτινοβολία.
f L  = ποσοστό αυτών των πολιτισμών που συνεχίζουν να εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητικά σήματα στο διάστημα. Αυτός ο παράγοντας είναι εξαιρετικά εξαρτώμενος από τη διάρκεια ζωής ενός πολιτισμού που μπορεί να επικοινωνεί με ηλεκτρομαγνητικά σήματα.
 
Εξετάζοντας τους παράγοντες της εξίσωσης Drake, είναι προφανές ότι κανένας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη σύγχρονη επιστήμη. Και καθώς πάμε από αριστερά προς τα δεξιά στην εξίσωση, η εκτίμηση κάθε παράγοντα γίνεται πιο αμφιλεγόμενη. Οι μεταγενέστεροι όροι είναι εξαιρετικά δύσκολοι να υπολογιστούν και οι τιμές που μπορεί κανείς να αποδώσει σε κάθε μία από αυτές, μπορεί να λένε περισσότερα για τις πεποιθήσεις ενός ατόμου παρά για τα επιστημονικά δεδομένα.
 
Αλλά η εξίσωση Drake δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο από τις αριθμητικές τιμές που παράγει. Κάποιοι λένε ότι η εξίσωση Drake είναι ένας τρόπος να οργανώσουμε την άγνοιά μας. Εκθέτοντας μαθηματικά την υπόθεση της εξωγήινης νοημοσύνης, περιορίζουμε τις πραγματικές δυνατότητες σε κάθε όρο και προσεγγίζουμε την τελική απάντηση: πόσοι εξωγήινοι πολιτισμοί υπάρχουν;
 
Ο τελευταίος όρος L θεωρείται ο πιο σημαντικός στην εξίσωση Drake. Δεν έχουμε ιδέα πόσο μπορεί να διαρκέσει ένας τεχνολογικός πολιτισμός. Ακόμα κι αν μόνο ένας εξωγήινος πολιτισμός διαρκεί εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια, και γίνεται αθάνατος, ο παράγοντας L θα είναι αρκετός για να μειώσει την εξίσωση του Drake στο Ν = L. Στην πραγματικότητα, ο Frank Drake το είχε αναγνωρίσει στον τύπο “NEQLSL»
 
Μεταξύ δεκάδων εργασιών που έχουν γραφτεί για την εξίσωση Drake, ορισμένοι έχουν προτείνει νέες σκέψεις για τη φόρμουλα. Ένα τέτοιο έγγραφο ξεχωρίζει για την προσθήκη καθιερωμένων πιθανολογικών αρχών από τα στατιστικά στοιχεία. Το 2010, ο Ιταλός αστρονόμος Claudio Maccone δημοσίευσε στο περιοδικό Acta Astronautica την Στατιστική Drake Equation (SDE). Είναι μαθηματικά πιο σύνθετη και ισχυρότερη από την Κλασική εξίσωση Drake (CDE).
 
Η Στατική Εξίσωση Drake SDE βασίζεται στο Θεώρημα Κεντρικού Ορίου, το οποίο δηλώνει ότι δεδομένου του αριθμού των ανεξάρτητων τυχαίων μεταβλητών με πεπερασμένο μέσο όρο και διακύμανση, αυτές οι μεταβλητές θα κατανέμονται κανονικά σαν μια καμπύλη Gauss που έχει τη μορφή της καμπάνας.  Στην εργασία του, ο Maccone εξέτασε την SDE του με βάση τις τιμές που συνήθως δέχεται η κοινότητα SETI και τα αποτελέσματα μπορεί να είναι καλά νέα για τους κυνηγούς εξωγήινων πολιτισμών.
 
Αν και τα αριθμητικά αποτελέσματα δεν ήταν ο στόχος του, ο Maccone εκτιμά με την εξίσωση του ότι ο Γαλαξίας μας μπορεί να φιλοξενήσει 4.590 εξωγήινους πολιτισμούς. Υποθέτοντας τις ίδιες τιμές για κάθε όρο, η Κλασική Εξίσωση του Drake υπολογίζει μόνο 3.500. Έτσι, η SDE προσθέτει περισσότερους από 1.000 πολιτισμούς στην προηγούμενη εκτίμηση.
Η καμπύλη Gauss που δείχνει την πιθανότητα να βρεθεί ο πλησιέστερος εξωγήινος πολιτισμός από τη Γη.
 
Ένα άλλο πλεονέκτημα της SDE του Maccone είναι ότι ενσωματώνει την έννοια της τυπικής διακύμανσης, η οποία δείχνει πόση διαφοροποίηση υπάρχει από τη μέση τιμή. Στην περίπτωση αυτή η έννοια της τυπικής διακύμανσης είναι αρκετά υψηλή: 11.195. Με άλλα λόγια, εκτός από την ανθρώπινη κοινωνία, στον Γαλαξία μας θα μπορούσε να υπάρχει από μηδενική έως 15.785 προηγμένες τεχνολογικές κοινωνίες.
 
Εάν αυτές οι γαλαξιακές κοινωνίες ήταν ισαπέχουσες, θα μπορούσαν να βρίσκονται σε μέση απόσταση 28.845 έτη φωτός. Αυτή η απόσταση είναι πάρα πολύ μεγάλη και μακρινή για να υπάρξει διάλογος μαζί τους, ακόμη και μέσω ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός. Έτσι, ακόμη και με έναν τέτοιο δυνητικά μεγάλο αριθμό προηγμένων πολιτισμών, η διαστρική επικοινωνία θα αποτελούσε ακόμα μια σημαντική τεχνολογική πρόκληση.
 
Ακόμα, σύμφωνα με την Στατική Εξίσωση Drake (SDE), η μέση απόσταση που θα πρέπει να αναμένουμε να βρούμε οποιαδήποτε εξωγήινη νοητή μορφή ζωής μπορεί να είναι 2.670 έτη φωτός από τη Γη. Υπάρχει 75% πιθανότητα να βρούμε ET μεταξύ 1.361 και 3.979 έτη φωτός μακριά μας.
 
Στα 500 έτη φωτός μακριά μας, η πιθανότητα ανίχνευσης οποιουδήποτε σήματος από έναν προηγμένο πολιτισμό πλησιάζει το μηδέν. Και αυτό είναι ακριβώς το εύρος στο οποίο η σημερινή τεχνολογία μας αναζητά εξωγήινα ραδιοσήματα. Έτσι, η «Μεγάλη Σιωπή» που εντοπίστηκε από τα τηλεσκόπια μας δεν μας αποθαρρύνει καθόλου. Τα σήματα μας πρέπει απλώς να ταξιδέψουν λίγο περισσότερο – τουλάχιστον 900 έτη φωτός περισσότερο – προτού να έχουν μεγάλη πιθανότητα να συναντήσουν έναν προηγμένο εξωγήινο πολιτισμό.
 
Οι πρώτες 3 παράμετροι της αυθεντικής εξίσωσης Drake λαμβάνουν τιμές οι οποίες προκύπτουν από αστρονομικές παρατηρήσεις, ενώ οι ενδεχόμενες τιμές των τελευταίων 4 παραμέτρων είναι εντελώς θεωρητικές από την στιγμή που δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί εξωγήινη ζωή εκτός του πλανήτη Γη.
 
Οι αρχικές εκτιμήσεις του Ντρέηκ για τις μεταβλητές ήταν R= 1 έτος−1 , fp = 0,2 με 0,5, ne = 1 με 5, fl = 1, fi = 1, fc = 0,1 με 0,2, L = 1.000 με 100.000.000 έτη. Βάσει των χαμηλών τιμών, ο αριθμός των εξωγήινων πολιτισμών που προκύπτει είναι 20, ενώ βάσει των υψηλών τιμών 50.000.000. 
 
Οι σύγχρονες τιμές για τις μεταβλητές που μπορούν να μετρηθούν εκτιμώνται ως:
  • R= 1,5 με 3 νέοι αστέρες ανά έτος (βάση της ηλιακής μάζας ανά έτος)
  • fp = 1 πλανήτης ανά αστέρα
  • ne = 3 με 5 πλανήτες ανά άστρο που διαθέτει πλανήτες και οι οποίοι μπορούν να υποστηρίξουν ζωή (αν και ο αριθμός αυτός έχει αμφισβητηθεί ως πολύ αισιόδοξος)

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Όμηρος και ιστορία - Η «εύπυργος» Τροία

Η ιστορία της αναζήτησης της ομηρικής ευπύργου, με πολλούς δηλαδή πύργους, Τροίας είναι μυθιστορηματική. Από την αρχαιότητα, ήδη, υπήρχε αρκετή αμφισβήτηση για την ύπαρξή της, παρά το γεγονός ότι το όνομά της διεκδικήθηκε από τους κατοίκους μιας συγκεκριμένης περιοχής (Πανταζής 2001: 40). Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα κυριαρχούσε η αντίληψη ότι αποτελούσε προϊόν της ομηρικής ποιητικής φαντασίας. Η επιμονή, ή για άλλους η εμμονή, ενός ανθρώπου, του Ε. Σλήμαν, ο οποίος πίστευε ότι οι εικόνες που είδε σε ένα παιδικό βιβλίο με θέμα τον Τρωικό πόλεμο που του χάρισε ο πατέρας του όταν ήταν μικρός, συνετέλεσε αποφασιστικά στο να θεωρείται σαν ιστορική πραγματικότητα ό,τι περιγράφεται στα ομηρικά έπη. Η «κατάλληλη» τοποθεσία εντοπίστηκε στη Μικρά Ασία, στη σημερινή Τουρκία και στο λόφο του Χισαρλίκ, κοντά στα Δαρδανέλια, στο Βορειοανατολικό Αιγαίο.
 
Οι πρώτες ανασκαφές στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (1870-1890), απέδωσαν ευρήματα που ο Ερρίκος Σλήμαν -ο άνθρωπος που έμελλε να γίνει ο πιο γνωστός παγκοσμίως αρχαιολόγος, ένα γεγονός που αποδεικνύει τόσο τη διαχρονική απήχηση των ομηρικών επών στο ευρύτερο κοινό, όσο και το κύρος που του προσέδωσε η συγκεκριμένη ενασχόληση με τα έπη- τα συσχέτισε με την κατεστραμμένη και λεηλατημένη από τους Αχαιούς πόλη του Πριάμου, του Έκτορα, της Εκάβης, της Ανδρομάχης και του Πάρη. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε αργότερα ένας διακεκριμένος ερευνητής με αυτά τα ευρήματα «ο μύθος έγινε αρχαιολογία» (Manning 1992).
 
Επτά πόλεις σύμφωνα με τον Σλήμαν, που αργότερα αποδείχθηκαν εννέα, είχαν ιδρυθεί -η μία πάνω στην άλλη μετά την καταστροφή της προηγούμενης, γεγονός που δείχνει, ασφαλώς, επιμονή κατοίκησης στο ίδιο μέρος, η οποία συνδέεται, προφανώς, με την επίκαιρη θέση της στην περιοχή του Βορειοανατολικού Αιγαίου- στον λόφο του Χισαρλίκ. Οι πόλεις αυτές ονομάστηκαν, από την παλαιότερη προς τη νεότερη, με το ρωμαϊκό αλφάβητο (Ι, ΙΙ μέχρι ΙΧ). Ο Σλήμαν θεώρησε ότι η ομηρική Τροία είναι η δεύτερη πόλη (Τροία ΙΙ). Η πίστη του αυτή βασίστηκε σε ένα σύνολο αντικειμένων από πολύτιμες ύλες που ο ίδιος απέδωσε στην τρωική βασιλική οικογένεια και ονόμασε «θησαυρό του Πριάμου». Πρόκειται για το πιο διάσημο σύνολο ανάμεσα στα κινητά ευρήματα που συνδέονται με την Τροία Η περιγραφή του ίδιου του Σλήμαν στο ημερολόγιό του, στις 31 Μαΐου 1873, για τις συνθήκες εύρεσής του είναι κατατοπιστική:
 
«Πίσω από τον τελευταίο (τοίχο) αποκάλυψα σε βάθος 8 έως 9 μέτρων τη συνέχεια του τείχους μετά τις Σκαιές Πύλες και βρήκα, σε ένα από τα δωμάτια του Σπιτιού του Πριάμου που συνορεύουν με το τείχος, ένα δοχείο… Αυτό το δοχείο ήταν γεμάτο με μεγάλα ασημένια βάζα και με ασημένια και χρυσά κύπελλα που εγώ, για να τα σώσω από την πλεονεξία των εργατών, τα έβγαλα, τα έκρυψα και τα φυγάδευσα με τόση βιασύνη που ούτε τον αριθμό των αντικειμένων ξέρω ούτε είμαι σε θέση να περιγράψω το σχήμα τους» (Κρις 1995: 118).
 
Ο Σλήμαν ήταν σίγουρος ότι έσκαβε το παλάτι του Πριάμου, ότι είχε βρει σημαντικούς χώρους που αναφέρονται στην Ιλιάδα, όπως οι Σκαιές Πύλες. Ήταν, όμως, και μόνος χωρίς άλλους ανθρώπους κοντά του, όταν εντόπισε τον «θησαυρό», τον οποίο έκρυψε και φυγάδευσε, δικαιολογώντας την πράξη του, ότι απέφευγε μ' αυτόν τον τρόπο να βάλει σε πειρασμό την «πλεονεξία» των εργατών που δούλευαν στην ανασκαφή του.
 
Οι περιπέτειες του συγκεκριμένου «θησαυρού», παρότι αποδείχτηκε, τελικά, ότι χρονολογείται 1250 χρόνια πριν από τη συμβατική ιστορική χρονολογική τοποθέτηση του Τρωικού πολέμου -ενώ κάποιοι ισχυρίστηκαν και ισχυρίζονται ακόμα ότι επρόκειτο για μια κορυφαία αρχαιολογική «απάτη» του ευρετή του, Ε. Σλήμαν (Traill 1990)- ενίσχυσαν και διαιώνισαν τη μυθιστορηματική διάσταση της Τροίας και στη σύγχρονη εποχή. Φυγαδεύτηκε από την οθωμανική αυτοκρατορία όπου ανήκε το Χισαρλίκ, μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου η σύζυγος του Σλήμαν, η Ελληνίδα Σοφία Εγκαστρωμένου, φωτογραφήθηκε φορώντας κάποια από τα κοσμήματα που τον αποτελούσαν, και κατέληξε, τελικά, στο Μουσείο του Βερολίνου. Η δωρεά του το 1881 στο παραπάνω μουσείο έγινε το διαβατήριο για να γίνει ο Σλήμαν αποδεκτός στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Όπως ήταν φυσικό έγινε και εξέχων μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας της εποχής του. Έχτισε σε κομβικό σημείο της πρωτεύουσας την κατοικία του, το περίφημο «Ιλίου Μέλαθρον» όπως ονομάστηκε, το οποίο σήμερα στεγάζει το Νομισματικό Μουσείο. Εξασφάλισε επίσης, μια επιτύμβια στήλη στον τάφο του που η επιγραφή της, «ΤΩ ΗΡΩΙ» («στον ήρωα»), τον εξίσωνε με τα παιδικά του ινδάλματα, τους ήρωες της Ιλιάδας.
 
Στον 20ο αιώνα το μυθιστόρημα του «Θησαυρού» συνεχίστηκε. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, η είσοδος των Σοβιετικών στρατιωτών στο Βερολίνο τον οδήγησε στη Ρωσία. Εκεί ξαναανακαλύφτηκε το 1993, ύστερα από την πολιτική αλλαγή που οδήγησε στην κατάρρευση της παλαιάς και κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης, στις αποθήκες του Μουσείου Πούσκιν, στη Μόσχα, μετά από χρόνια κατά τα οποία δηλωνόταν «χαμένος».
 
Μετά τον θάνατο του Σλήμαν (1890) οι ανασκαφές στην Τροία συνεχίστηκαν, για μικρό διάστημα (1893-1894), από τον βοηθό του, Γερμανό αρχιτέκτονα Νταίρπφελντ (Wilhelm Doerpfeld). Από το 1932 μέχρι το 1938 η θέση επανεξετάζεται από μια αποστολή του αμερικανικού πανεπιστημίου του Σινσινάτι (Cincinnati) με επικεφαλής τον Κάρλ Μπλέγκεν (Carl Blegen), αρχαιολόγο που ανέσκαψε και στην Ελλάδα, στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου.
 
Όλοι οι παραπάνω πίστευαν στην ταύτιση της θέσης με την ομηρική Τροία, αλλά την τοποθετούσαν σε διαφορετικά στρώματα της ανασκαφής, τα οποία χρονολογούνταν στο 1275 π.Χ. (στην έκτη πόλη, στο τέλος της φάσης Τροία VI ο Νταίρπφελντ) ή μεταξύ 1275 και 1100 π.Χ. (στην έβδομη πόλη, φάση Τροία VIIa, o Μπλέγκεν). Ο Κ. Μπλέγκεν, πάντως, έδειχνε σιγουριά:
 
«Δεν μπορούμε πλέον να αμφιβάλλουμε, με τις γνώσεις που έχουμε σήμερα, ότι υπήρξε πραγματικά ένας Τρωικός πόλεμος στην ιστορία, στον οποίο μια συμμαχία Αχαιών ή Μυκηναίων, υπό την καθοδήγηση ενός βασιλιά του οποίου αναγνώριζαν την κυριαρχία πολέμησε εναντίον του λαού της Τροίας και των συμμάχων του»
 
έγραφε στα 1963 στο βιβλίο του Troy and the Trojans(Η Τροία και οι Τρώες). Πού στήριζε αυτή του τη βεβαιότητα; Σε πολύ λίγα, είναι η αλήθεια, ευρήματα. Θεώρησε ότι στη φάση Τροία VIIa υπήρχαν ίχνη πολιορκίας και άλωσης της πόλης: πιθάρια είχαν θαφτεί μέσα στις οικίες, τα σπίτια «συνωστίζονταν» κοντά στα τείχη, μέρη του σκελετού ενός άταφου κατοίκου και μια αιχμή βέλους, τουλάχιστον, βρέθηκαν κατά την ανασκαφή.
 
Από το 1988 μέχρι τον θάνατό του το 2005 ο Γερμανός αρχαιολόγος Μ. Κόρφμαν (Manfred Korfmann) από το πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν, επικεφαλής διεθνούς και πολυμελούς διεπιστημονικής ομάδας, ξαναμελέτησε τη θέση και επανέφερε στο προσκήνιο την παλαιά διαμάχη, τον «πόλεμο» για την ιστορικότητα ή μη της Τροίας (Easton, Hawkins, Sherratt & Sherratt 2002). Τασσόμενος με την πρώτη εκδοχή, ο παραπάνω αρχαιολόγος θεώρησε ότι η ομηρική Τροία είναι αυτή του τέλους της φάσης VI - αρχής της φάσης VII στο Χισαρλίκ. Θεώρησε, όμως, επίσης ότι η φάση αυτή εκτείνεται από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (13ος αι. π.Χ.) μέχρι τα μέσα του 10ου αι π.Χ.
 
Η ισχυρότερη αντίδραση που γνώρισαν οι απόψεις του προερχόταν από έναν συνάδελφό του, καθηγητή της Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν. Σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, το 2010, ο καθηγητής αυτός, ο Φ. Κόλμπ (F. Kolb), χαρακτηρίζει στον τίτλο του την Τροία ως «Τόπο του Εγκλήματος» (βλ. Kolb 2010). Θεωρεί ότι σε όλες τις ερμηνείες για αυτήν εμπλέκονται πολιτικές κρατών, όπως του τουρκικού όπου ανήκει η σύγχρονη Τροία, καθώς επίσης και χρήματα χορηγών που ενισχύουν τις εκεί ανασκαφές με στόχο να αποδειχθεί ότι η ομηρική Τροία υπήρξε, μέσα μαζικής επικοινωνίας που κυνηγούν την «είδηση», αλλά και «φιλοδοξίες» αρχαιολόγων που αναζητούν επαγγελματικές επιτυχίες.
 
Είναι γεγονός, πάντως, ότι με τις έρευνες του Κόρφμαν το ενδιαφέρον για την Τροία αναθερμάνθηκε, νέες σύγχρονες ανασκαφικές μέθοδοι εφαρμόστηκαν και επιχειρήθηκε να απαντηθούν παλαιά και νέα ερωτήματα, ενώ μια μεγάλη αρχαιολογική έκθεση το 2001-2002 στη Στουτγκάρδη, με τον εύγλωττο τίτλο >Τροία, Μύθος και Πραγματικότητα< (http://www.uni-tuebingen.de/troia/eng/ausstellung.html), προσείλκυσε ξανά το κοινό και επανέφερε τη θρυλική πόλη στο προσκήνιο.
 
Ο Κόρφμαν πίστεψε, λοιπόν, ότι η Τροία υπήρξε και ότι τη γνώριζε καλά ο Όμηρος, ο οποίος μάλιστα είχε επισκεφτεί τα ερείπιά της ή του τα είχαν περιγράψει, και για αυτό και η δική του περιγραφή είναι ακριβής. Υποστήριξε ότι η ομηρική Τροία ήταν μια μεγάλη πόλη, με έκταση 200.000-270.000 τετραγωνικά μέτρα και πληθυσμό 5.000-10.000 κατοίκους. Αποτελούνταν από τειχισμένη «ακρόπολη» και «κάτω πόλη», μια τυπική μορφή που ακολουθούνταν σε όλες τις πόλεις της Ανατολής, στο τέλος της Εποχής του Χαλκού, μετά το 1300 π.Χ. Ένα λιμάνι που εντοπίστηκε πολύ κοντά στην αρχαία πόλη, στην περιοχή των Δαρδανελλίων, στον όρμο του Μπεσίκ συνδέθηκε μαζί της και θεωρήθηκε ότι ήταν το σημείο όπου αποβιβάστηκαν και στρατοπέδευσαν οι Αχαιοί όταν πολιορκούσαν την πόλη. Σύμφωνα με τον Κόρφμαν η πόλη, όμως, είχε ανατολικά και όχι ελληνικά χαρακτηριστικά. Την ταύτισε μάλιστα με την πόλη Βιλούσα ένα όνομα που υπάρχει στα αρχεία των Χετταίων, του σημαντικότερου λαού της Μικράς Ασίας κατά τη 2η χιλιετία π.Χ.
 
Το όνομα Βιλούσα διαβάστηκε, κατόπιν, κατά τη δεκαετία του 1990 στη λεγόμενη «συνθήκη του Αλακσάντου», που βρέθηκε στη Χαττούσα (σημερινό Μπογάζκιοϊ), πρωτεύουσα των παραπάνω Χετταίων, οι οποίοι παρουσίαζαν αρκετές ομοιότητες με τους Μυκηναίους, όσον αφορά, τουλάχιστον στη μορφή και την οργάνωση των ακροπόλεών τους. Η συνθήκη αναφέρεται στη σύναψη συμφωνίας με την οποία η Βιλούσα, κατά τον 13ο αι. π.Χ., αναγνωρίζει την κυριαρχία του κράτους των Χετταίων. Ακολουθώντας, τελικά, τις παραπάνω απόψεις, η σύγκρουση της Βιλούσας με τους Μυκηναίους, πιστοποιείται μέσα από χεττιτικά κείμενα και λιγότερο από τα αρχαιολογικά ευρήματα, ενώ αυτή η σύγκρουση θεωρείται ότι απηχείται στην ομηρική Ιλιάδα. Το ερώτημα, βέβαια, παραμένει: είναι η Βιλούσα το (Β)Ιλιον και ο Αλακσάντου ήταν βασιλιάς της; Τι σχέση είχε επίσης ο Αλακσάντου με τους ομηρικούς Τρώες;
 
Η συνέχιση του ανασκαφικού έργου στην Τροία θεωρείται σήμερα δεδομένη, ενώ αποτελεί και τουριστικό πόλο έλξης για πολλούς επισκέπτες. Τους τελευταίους υποδέχεται ένας τεράστιος Δούρειος Ίππος ο οποίος απευθύνεται περισσότερο στη φαντασία και την προσωπική απήχηση του Ομήρου στην καρδιά κάθε τουρίστα, παρά στην ιστορική ή ακόμα και ποιητική πραγματικότητα.
 
Η Τροία κατοικείται από το 3000 π.Χ. (αρχή της Εποχής του Χαλκού, ενώ υπάρχουν και κάποιες ενδείξεις για προηγούμενη νεολιθική κατοίκηση) μέχρι το 500 μ.Χ. (ρωμαϊκά χρόνια). Στην αρχή της ύπαρξής της, σε μια εποχή που στο βορειοανατολικό Αιγαίο ανθεί η Πολιόχνη στο νησί της Λήμνου, η Τροία ήταν μια τειχισμένη ακρόπολη. Γύρω στο 2500 π.Χ. (δεύτερη πόλη της Τροίας, Τροία ΙΙ, η ομηρική Τροία του Σλήμαν) μεγαροειδείς οικίες χτισμένες παράλληλα, η μία δίπλα στην άλλη, στην ακρόπολη, περιβάλλονται, επίσης, από τείχος. Από την τρίτη μέχρι την πέμπτη πόλη (Τροία ΙΙΙ-V) οι ανασκαφείς θεωρούν ότι υπήρξε μια μεταβατική περίοδος που συνοδεύτηκε, ίσως, και από κάποιες κλιματικές αλλαγές.
 
Μέχρι τις τελευταίες έρευνες του Μ. Κόρφμαν η μελέτη της έκτης πόλης της Τροίας, της Τροίας VI αφορούσε τη διερεύνηση των τειχών, των πυλών και των πύργων τους, τα οποία περιέβαλλαν την ακρόπολη. Στις νεότερες ανασκαφές του 1990 εντοπίστηκε ένα σύστημα οχύρωσης το οποίο εκτεινόταν και έξω από την ακρόπολη, και το οποίο περιέβαλλε, μια «κάτω πόλη» σύμφωνα με τον ανασκαφέα, τυπικό χαρακτηριστικό των μεγαλουπόλεων της Ανατολής της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Η ακρόπολη θεωρήθηκε το μέρος όπου κατοικούσαν οι βασιλείς της πόλης. Κοντά στην «κάτω πόλη» εντοπίστηκε ένα νεκροταφείο καύσεων, αλλά και μια σπηλαιοπηγή που εξασφάλιζε νερό από τα ποτάμια της περιοχής για την πόλη σε περίπτωση πολιορκίας.
 
Ανάκτορο δεν βρέθηκε, γεγονός που αποδόθηκε στην κατασκευή του ναού της Αθηνάς στα ελληνιστικά χρόνια (μετά το 300 π.Χ.) που κατέστρεψε ό,τι υπήρχε στην κορυφή της ακρόπολης. Μέσα στο ισχυρό τείχος που την περιέβαλλε, όμως, εντοπίστηκαν οικίες μεγάλες, στο σχήμα του «μεγάρου», πολύχωρες και διώροφες, με επίπεδες στέγες, αλλά και εργαστήρια όπου δούλευαν σιδεράδες, κεραμουργοί και άλλοι επαγγελματίες. Κάποιοι από αυτούς παρασκεύαζαν πορφύρα από όστρεα.
 
Αυτή η έκτη πόλη της Τροίας γνώρισε μια εκτεταμένη καταστροφή που συνοδεύτηκε από φωτιά. Σήμερα θεωρείται ότι αυτή η καταστροφή δεν οφειλόταν σε ανθρώπινη επέμβαση, αλλά προκλήθηκε από κάποιο μεγάλο σεισμό. Ακολούθησε το χτίσιμο της έβδομης πόλης της Τροίας, της Τροίας VII, η οποία εκατό χρόνια αργότερα γνωρίζει και αυτή μια καταστροφή που αποδίδεται τώρα σε ανθρώπινο παράγοντα. Οι οπαδοί του ιστορικού υπόβαθρου της Ιλιάδας, όμως, αναγνωρίζουν σ' αυτήν την καταστροφή τα αποτελέσματα του Τρωικού πολέμου.
 
Στην Τροία VII παρατηρούνται, πάντως, αξιοσημείωτες αλλαγές στην ακρόπολη οι οποίες συνδέονται, στο πλαίσιο της ταύτισής της με την ομηρική Τροία, με την ενίσχυση της υπεράσπισής της. Στην ανατολική πλευρά του ισχυρού τείχους της Τροίας VI προστέθηκε ένας πύργος, ενώ ανανεώθηκε και η οχύρωση στο επάνω μέρος, αφού κατασκευάστηκαν από πλιθιά πολεμίστρες. Τα μεγαροειδή οικήματα της Τροίας VI δεν υπάρχουν πια και αντικαθίστανται από μικρότερα οικήματα χτισμένα πάνω στο οχυρωματικό τείχος στα οποία συναντώνται αξιοσημείωτοι αποθηκευτικοί χώροι. Η υποψία των ερευνητών ότι οι κάτοικοι ήταν «ανήσυχοι» αναμένοντας κάποιον «κίνδυνο» μπορεί να έχει κάποια βάση, αλλά πρέπει να ενισχυθεί με περισσότερα ευρήματα. Κάποια ανθρώπινα σκελετικά υπολείμματα που βρέθηκαν σε οικίες και δρόμους, και ένας ανθρώπινος σκελετός με κρανιακές κακώσεις και σπασμένη γνάθο, μαζί με τρεις χάλκινες αιχμές βελών που βρέθηκαν, δύο στην ακρόπολη και μία στην πόλη, δεν επαρκούν, επίσης, για να στηρίξουν ανάλογες θεωρίες.
 
Ποιοι, όμως, ήταν, τελικά, οι Τρώες της Ιστορίας; Ο ιστορικός Ντ. Πέϊτζ (D. Page) πιθανολογούσε ότι ήταν Μυκηναίοι Έλληνες. Η γκρίζα μινυακή κεραμική (βλ., λ.χ., εικ. 4.26, 4.27) και η εύρεση για πρώτη φορά οστών αλόγων στην Τροία VI ήταν γι' αυτόν επαρκείς και ικανοί δείκτες για να προσδιορίσουν τη φυλετική συγγένεια των Τρώων με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο Μ. Κόρφμαν, όμως, θα μας απαντούσε ότι οι Τρώες κατοικούσαν σε μια μεγαλούπολη της Ανατολίας, μιλούσαν τη δική τους γλώσσα, είχαν σχέσεις με τους Χετταίους και δεν καλοδέχτηκαν τους Έλληνες. Η πιθανότητα, βέβαια, να μην υπήρξαν καν και να ήταν προϊόν της ομηρικής ποιητικής φαντασίας πρέπει να ληφθεί, επίσης, σοβαρά υπόψη.
 
Συνοψίζοντας τις απόψεις με βάση τα παραπάνω δεδομένα, θα λέγαμε πως, τελικά υπάρχουν πολλές Τροίες:
 
· Η ποιητική Τροία των ομηρικών επών με το τραγικό της τέλος εξαιτίας μιας γυναίκας, της ωραίας Ελένης.
· Η Τροία του Σλήμαν, ο οποίος πάσχισε να αποδείξει την ύπαρξή της και την ιστορική υπόσταση των ηρώων της, εντοπίζοντας -και κάνοντας, βέβαια, αρχαιολογική καριέρα με αυτόν- τον «θησαυρό» του ομηρικού βασιλιά της, του Πριάμου.
· Η Τροία του Κ. Μπλέγκεν, μια Τροία κοντά, επίσης, στις ομηρικές διηγήσεις και τα μυκηναϊκά αρχαιολογικά ευρήματα των μέσων του 20ου αιώνα.
· Η Τροία του πιο πρόσφατου ανασκαφέα της, του Κόρφμαν, που είδε σ' αυτήν μια μεγαλούπολη της Ανατολίας, η οποία καταστράφηκε, ύστερα από μια μοιραία σύγκρουση, στις αρχές του 12ου αι. π.Χ. από τους Μυκηναίους, με τους οποίους δεν είχε καμιά φυλετική συγγένεια.
· Η Τροία του Φ. Κόλμπ, η οποία είναι προϊόν ερμηνειών που χρησιμοποιούν και «εκμεταλλεύονται» τον τρωικό μύθο για να πραγματώσουν πολιτικές, ιδεολογικές, επαγγελματικές και άλλες επιδιώξεις του παρόντος.
· Η διαφιλονικούμενη Τροία που συνεχώς θα τη διεκδικούν και θα την οικειοποιούνται για τους δικούς τους σκοπούς, διάφοροι ηγέτες και κράτη, από τον Ξέρξη και τον Αλέξανδρο τον Μέγα, μέχρι τους Ρωμαίους, τον Οθωμανό σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ και τη σύγχρονη Τουρκία.
· Η Τροία των μη ειδικών, του φιλάρχαιου κοινού και των επισκεπτών της, που άκουσαν για αυτήν στο σχολείο και τη φαντάστηκαν ο καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο.
 
Είναι, πάντως, σίγουρο, ότι όσες Τροίες και αν υπάρχουν θα λειτουργούν πάντοτε με έναν θαυμαστό τρόπο στη σκέψη όσων ανθρώπων ασχολούνται με το παρελθόν και στις ποικίλες, ιστορικές και ποιητικές αφηγήσεις και μεταπλάσεις αυτού του παρελθόντος. Όπως σημειώνουν κάποιοι ειδικοί μελετητές:
 
«όλα αυτά οφείλονται στο ότι ο Τρωικός Πόλεμος του Ομήρου, ως ένα ισχυρό και ατελείωτα προσαρμόσιμο ιδεολογικό μοτίβο και ακριβώς για το πιο διάσημο "γεγονός" της ιστορίας (μετά τον Κατακλυσμό) από το οποίο μπορεί κανείς να εξαρτήσει μια μακρά και ένδοξη καταγωγή, είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στη συλλογική ψυχή, στις πολιτιστικές παραδόσεις, στην εθνική κληρονομιά και στη συνείδηση της ταυτότητας τόσο πολλών Ευρωπαίων ώστε κάποιος να σκεφτεί να ασχοληθεί με το αν είναι πραγματική ιστορία ή όχι» (Sherratt 2010: 18).
 
Οι ιδέες και η πίστη στην ύπαρξη ενός συγκεκριμένου παρελθόντος, με λίγα λόγια, θα ξεπερνάει κάποιες φορές την ανάγκη για περισσότερο χειροπιαστές αποδείξεις. Οι αρχαιολόγοι, παρόλα αυτά, θα έρχονται και θα επανέρχονται στη θέση που πιστεύεται πως ήταν η Τροία ελπίζοντας να βρουν απαντήσεις τόσο στα παλαιά, όσο και σε νέα ερωτήματα.