Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (783-799e)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΧΟ. νῦν παραιτουμένᾳ μοι, πάτερ [στρ. α]
Ζεῦ θεῶν Ὀλυμπίων,
785 δὸς τυχὰς τυχεῖν δόμου
κυρίοις τὰ σώφρον᾽ αὖ
μαιομένοις ἰδεῖν.
διὰ δίκας ἔπος ἅπαν ἔλακον, ὦ
Ζεῦ, σύ νιν φυλάσσοις.
αἰαῖ, πρὸ δὲ δὴ ᾽χθρῶν [ἐφύμν. α]
790 τῶν ἔσω μελάθρων,
ὦ Ζεῦ, θές, ἐπεί νιν μέγαν ἄρας
δίδυμα καὶ τριπλᾶ παλίμ-
ποινα θέλων ἀμείψῃ.

ἴσθι δ᾽ ἀνδρὸς φίλου πῶλον εὖ- [ἀντ. α]
795 νιν ζυγέντ᾽ ἐν ἅρμασιν
πημάτων, ‹σὺ δ᾽› ἐν δρόμῳ
προστιθεὶς μέτρον κτίσον
σῳζομένων ῥυθμόν,
διὰ πέδον τοῦτ᾽ ἰδεῖν ἀνομένων
βημάτων ὄρεγμα.
‹αἰαῖ, πρὸ δὲ δὴ ᾽χθρῶν [ἐφύμν. α]
τῶν ἔσω μελάθρων,
ὦ Ζεῦ, θές, ἐπεί νιν μέγαν ἄρας
δίδυμα καὶ τριπλᾶ παλίμ-
ποινα θέλων ἀμείψῃ.›

***
ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ
Τώρα σου δέομαι, των Ολύμπιων
θεών Δία πατέρα,
σε καλός τέλος δωσ᾽ να βγουν
όσα με ταπεινή καρδιά
οι δίκαιοι λαχταρούν να δουν·
έξω απ᾽ το δίκιο δε ζητούν
άλλο οι ευχές μας: Συ να τον φυλάγεις!
Ναι, κάμε, Δία, νικητής
790 μες στα παλάτια των εχθρών να γίνει·
κι αν τον υψώσεις συ τρανό,
διπλή τριπλή την οφειλή
πρόθυμα θα σου δίνει.

Φίλου σου ανθρώπου τ᾽ αρφανό
πουλάρι — εσύ το ξέρεις —
ζεύχτηκε σ᾽ άρμα συμφορών·
μ᾽ αν βάλεις μέτρο στη φορά
του δρόμου του, θενα τον δω,
μ᾽ ακέριο το τιμόνι, εμπρός
στο τέρμα να οδηγάει τα βήματά του.
Ναι, κάμε, Δία, νικητής
μες στα παλάτια των εχθρών να γίνει·
κι αν τον υψώσεις συ τρανό,
διπλή τριπλή την οφειλή
πρόθυμα θα σου δίνει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΘΕΟΙ - ΑΠΟΛΛΩΝ ή ΑΠΕΛΛΩΝ

Εισαγωγή

θεῶν ὀλοώτατε πάντων
(Ιλ., Χ15) [Πρβ. Πλ., Πολ. 391a.]
 
Ἄπολλον· Ἄπολλον·
ἀγυιᾶτ', ἀπόλλων ἐμός.
ἀπώλεσας γὰρ οὐ μόλις τὸ δεύτερον.
(Αισχ. Αγαμέμνων, 1080)
 
«Ένας από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, θεός του φωτός, της μαντικής, της μουσικής, της αρμονίας και της τάξης στον κόσμο. Ήταν γιος του Δία και της Λητώς και γεννήθηκε μαζί με τη δίδυμη αδελφή του, Αρτέμιδα, στο ιερό νησί της Δήλου, όπου είχε καταφύγει η Λητώ για να αποφύγει τη ζήλια και το θυμό της Ήρας. Το φθινόπωρο, ο Απόλλων εγκατέλειπε την Ελλάδα για τη χώρα των Υπερβορείων, και την άνοιξη επέστρεφε πάλι επάνω σε άρμα που το έσερναν κύκνοι. Λατρευόταν σε πολλούς τόπους και οι πιστοί τού είχαν αφιερώσει πολλά ιερά, με σπουδαιότερα αυτά της Δήλου και των Δελφών, όπου ο θεός είχε ιδρύσει το σημαντικότερο μαντείο της αρχαίας Ελλάδας, αφού πρώτα σκότωσε το μυθικό δράκοντα Πύθωνα, γι' αυτό και έφερε την ονομασία Πύθιος. Εκεί, μέσω της Πυθίας έδινε τους χρησμούς του, που ήταν διφορούμενοι, και γι' αυτό ονομαζόταν και Λοξίας.»
 
Αυτά είναι συνοπτικά τα στοιχεία που βρίσκει κανείς για τον θεό Απόλλωνα σε έντυπα και ηλεκτρονικά λεξικά. Περισσότερο αναλυτικά, πληροφορίες και συμπεράσματα για την υπόσταση και την καταγωγή συγκεκριμένα του θεού αντλούμε από τους σχετικούς με τη γέννησή του μύθους, τις γυναίκες με τις οποίες βρίσκεται ερωτικά (ποιες είναι, από πού κατάγονται), τους απογόνους (ιδιότητες, τόποι στους οποίους μεταβαίνουν), γενικά το γενεαλογικό του δέντρο, τα λαλούντα σύμβολά του, τα ζώα που τον συνοδεύουν. Και ακόμη: από τις περιπλανήσεις, τις δικές του ή δικών του ανθρώπων, συγγενών ή άλλων που σχετίζονται με τη λατρεία του, από τα επίθετα που του αποδίδονται, από τις εικαστικές παραστάσεις, από τα ιερά (τον τόπο όπου ιδρύονται, τον χρόνο ίδρυσής τους). Τα στοιχεία που προκύπτουν από όλες αυτές τις πληροφορίες δείχνουν ότι ο Απόλλωνας, αν και θεωρείται θεός δωρικός που τον φέρνουν μαζί τους τα δωρικά φύλα, ωστόσο λατρευόταν και νωρίτερα σε μυκηναϊκά κέντρα. Σταδιακά, και με την έλευση των Δωριέων, ο θεός υποτάχθηκε στην κυριαρχία του Δία ως γιος του, όπως υποτάχθηκε και η μητέρα του Λητώ μέσω του γάμου της με τον Δία, καθώς και η αδελφή του Άρτεμη, που ενώ υπήρξε μια πότνια θηρών, μια μητροπρεπής υπερ-θεά της φύσης, όχι μόνο υποτάχθηκε ως κόρη στον Δία αλλά και συντάχθηκε δίπλα σε έναν άρρενα αδελφό.

Ο Αριστοτέλης, οι περιπτώσεις της ακρατούς συμπεριφοράς και η ισχυρογνωμοσύνη

Το ξεκαθάρισμα ότι η ακρατής συμπεριφορά έχει να κάνει με τους ανθρώπους που ενδίδουν στις παρορμήσεις τους μη μπορώντας να ελέγξουν την ένταση των επιθυμιών ή των συναισθημάτων τους δε σημαίνει ότι όλες οι ακρατείς συμπεριφορές είναι το ίδιο πράγμα. Ο Αριστοτέλης διαχωρίζοντας τα κίνητρα που τις προκαλούν καταδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις που παρουσιάζουν και που κατ’ επέκταση σηματοδοτούν και τους διαφορετικούς τύπους των ακρατών ανθρώπων που μπορεί να συναντήσει κανείς.
 
Το πρώτο που διαχωρίζεται είναι η ακράτεια που προκαλείται από θυμό σε σχέση με την αποχαλίνωση της επιθυμίας. Για τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος που παρασύρεται από θυμό είναι λιγότερο επονείδιστος από εκείνον που παραφέρεται από κάποιον ανεξέλεγκτο πόθο: «η ακράτεια ως προς το θυμό είναι λιγότερο επονείδιστη από την ακράτεια ως προς τις επιθυμίες» (1149a 6, 28-29).
 
Ο θυμός, παρότι στοιχείο αναμφισβήτητα αρνητικό, όταν ξεπερνά τα όρια της μεσότητας, κρίνεται προτιμότερος (ή λιγότερο κακός) από την εμμονική επιθυμία για το λόγο ότι (παρά τις στρεβλώσεις που προκαλεί) εμπεριέχει τη λογική, έστω και με λανθασμένο τρόπο: «Καταρχήν φαίνεται ότι ο θυμός “ακούει” ως ένα σημείο τη λογική, όμως την “ακούει” λανθασμένα, ακριβώς όπως οι γρήγοροι υπηρέτες, που πριν καλά καλά ακούσουν όλα όσα τους λένε, βιάζονται να τρέξουν, και ύστερα κάνουν λάθος ως προς την εντολή που τους δόθηκε, ή όπως τα σκυλιά, που αρχίζουν να γαβγίζουν και μόνο που ακούν κάποιο θόρυβο από έξω, προτού ακόμη αντιληφθούν αν ο επισκέπτης είναι ένα γνωστό πρόσωπο» (1149a 6, 29-34).
 
Θα έλεγε κανείς ότι ο θυμός τίθεται σαν ένα είδος συναισθηματικής απροσεξίας που προκαλείται από την ταχύτητα των αντιδράσεων λόγω της εκρηκτικότητας του χαρακτήρα: «ο θυμός, εξαιτίας της έξαψης και της βιασύνης που είναι τα φυσικά του χαρακτηριστικά, “ακούει” τη λογική, δεν “ακούει” όμως την εντολή που του δίνει, και έτσι ορμάει να πάρει εκδίκηση. Γιατί η λογική ή η μέσω των αισθήσεων εντύπωση ειδοποιεί ότι υπήρξε μια προσβολή ή μια ολιγωρία, και τότε ο θυμός, σαν να έχει οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να αρχίσει πόλεμο εναντίον αυτού του πράγματος, αμέσως ξεσηκώνεται» (1149a 6, 34-39).
 
Ο θυμός όχι μόνο δεν προβάλλεται ως κάτι παράλογο, αλλά, αν εκπληρώνει τις επιταγές της μεσότητας, θεωρείται και σωστός. Είναι σωστό να ορθώνει κανείς ανάστημα όταν τον αδικούν. Είναι σωστό να διεκδικεί την αποκατάσταση της υπόληψής του όταν τον προσβάλλουν. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν χάνεται το μέτρο, πράξη που δεν έχει να κάνει με το παράλογο, αλλά με την ταχύτητα των αντιδράσεων.
 

Εκτός βέβαια, αν κάποιος οργίζεται με παράλογα πράγματα νιώθοντας συνεχώς ότι τον διαβάλλουν. Όμως και σ’ αυτή την περίπτωση το παράλογο έχει να κάνει με την πηγή του θυμού κι όχι με το θυμό καθαυτό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν έχει πρόβλημα επειδή οργίζεται, αλλά επειδή βλέπει παντού εχθρούς. Κι αυτό αφορά περισσότερο την ανασφάλεια του εαυτού (που βρίσκεται διαρκώς σε κίνδυνο και πρέπει να επιτεθεί) παρά την κακή διαχείριση του συναισθήματος, η οποία επέρχεται ως μοιραίο αποτέλεσμα.
 
Από την άλλη, οι επιθυμίες, ως συναισθηματική ένταση που προκαλεί ο πόθος για κάτι, δεν είναι βέβαιο ότι υπόκεινται από θέση αρχής στη λογική. Υπάρχουν επιθυμίες απολύτως παράλογες, που μπορεί να γεννιούνται είτε από τη μίμηση είτε από την έλλειψη κριτηρίων σε σχέση με τις ανάγκες είτε ακόμη κι από ανταγωνισμό. Η επιθυμία να έχει κανείς ό,τι έχει και κάποιος άλλος ή ό,τι προβάλλεται ως καταξίωση από την κοινωνία χωρίς τον έλεγχο του κατά πόσο αρμόζει αυτό στην προσωπικότητα του δεν έχει καμία σχέση με τη λογική, ασχέτως αν προβάλλεται έτσι. Είναι παράλογο να θέλει κανείς να έχει σπίτι εκατοντάδων τετραγωνικών, όταν δεν έχει τέτοιες ανάγκες.
 
Βεβαίως, οι εκλογικευμένες επιθυμίες είναι οπωσδήποτε θεμιτές και συμβάλλουν στην εξέλιξη της προσωπικότητας που θα προσπαθήσει να τις πραγματώσει. Όταν όμως έχει κανείς τέτοιες επιθυμίες δεν μπορεί να είναι ακρατής. Ως εκ τούτου, ο Αριστοτέλης είναι βέβαιο ότι δεν αναφέρεται σε κάτι τέτοιο, αφού (σ’ αυτό το σημείο) συγκρίνει την ακράτεια του θυμού με την ακράτεια της επιθυμίας.
 
Η ακρατής επιθυμία (που μόνο αυτή διερευνάται εδώ) δε σχετίζεται με τη λογική, αφού λειτουργεί μονάχα ως άκριτη συναισθηματική παρόρμηση: «Όσο για την επιθυμία, φτάνει η λογική ή η αίσθηση να πουν ότι κατιτί είναι ευχάριστο κι αμέσως» (ο ακρατής εννοείται) «ορμάει να το απολαύσει» (1149a 6, 39 και 1149b 6, 1-2).
 
Η φράση «φτάνει η λογική ή η αίσθηση να πουν ότι κατιτί είναι ευχάριστο», όπως είναι φανερό δεν αφορά τη λογική, με την έννοια της καθαυτού αξίας του ορθού λόγου, αλλά την επίφαση της λογικής που λειτουργεί ως υποχείριο των αισθήσεων, δηλαδή την απόλυτη απαξίωσή της. Το τελικό συμπέρασμα είναι σαφές: «Άρα: ο θυμός υπακούει ως κάποιο σημείο στη λογική, η επιθυμία όμως όχι. Επομένως η επιθυμία είναι πιο επονείδιστη από το θυμό· γιατί ο άνθρωπος που είναι ακρατής στο θυμό υποκύπτει κατά κάποιον τρόπο στη λογική, ενώ ο άλλος υποκύπτει στην επιθυμία κι όχι στη λογική» (1149b 6, 2-5).
 

Κι αν πρέπει να διατυπωθεί κι αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Ο θυμός λοιπόν και η δυστροπία είναι πράγματα πολύ πιο φυσικά από ό,τι είναι οι επιθυμίες για υπερβολικές ηδονές, θέλω να πω: για ηδονές που είναι πέρα από τις ανάγκες της ζωής μας» (1149b 6, 8-10).
 
Πέρα από αυτό, ο θυμός είναι επίσης προτιμότερος από τη διάθεση της προσβολής του άλλου: «κανένας δε λυπάται, όταν συμπεριφέρεται προσβλητικά σε κάποιον άλλον· αντίθετα: αυτός που ενεργεί κυριευμένος από θυμό ό,τι κάνει το κάνει με λύπη του, ενώ αυτός που συμπεριφέρεται προσβλητικά, το κάνει με ευχαρίστηση» (1149b 6, 23-25).
 
Με δεδομένο ότι και η διάθεση της προσβολής συγκαταλέγεται επίσης στην περιοχή της ακρατούς επιθυμίας ο Αριστοτέλης καταλήγει και πάλι στο ίδιο συμπέρασμα: «Αν λοιπόν τα πράγματα με τα οποία είναι κατά κύριο λόγο σωστό να οργιζόμαστε είναι τα πιο άδικα, τότε η ακράτεια που οφείλεται στην επιθυμία είναι πιο άδικη από την ακράτεια που οφείλεται στο θυμό· γιατί στο θυμό δεν υπάρχει το στοιχείο της απρόκλητης προσβολής» (1149b 6, 25-27).
 

Η ακράτεια όμως, δε σχετίζεται μόνο με τις επιθυμίες, αλλά και με τις σωματικές ηδονές. Αντιλαμβανόμενοι ότι οι σωματικές ηδονές έχουν να κάνουν με την ευχαρίστηση που προκαλούν οι αισθήσεις, γίνεται σαφές ότι οι κύριες αισθήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε ακρατείς συμπεριφορές είναι η αφή και η γεύση.
 
Οι άλλες αισθήσεις (όραση, ακοή και όσφρηση) ασφαλώς και λειτουργούν ενισχυτικά στην απόλαυση, αλλά δεν είναι κυρίαρχες σε σχέση με την πρόκλησή τους. Θα λέγαμε ότι είναι περισσότερο συμπληρωματικές. Και βέβαια, η στρέβλωση της συμπεριφοράς δεν αφορά μόνο την υπερβολή που προκαλείται από την ένταση της ευχαρίστησης, αλλά και από την έλλειψη που σχετίζεται με την αποφυγή της λύπης.
 
Ο Αριστοτέλης παραθέτει τα αντιθετικά ζεύγη των ανθρώπινων χαρακτήρων που προκύπτουν ως εξής: «Από τις περιπτώσεις αυτές αυτοί που έχουν σχέση με τις ηδονές είναι ο ακρατής και ο εγκρατής, ενώ αυτοί που έχουν σχέση με τις λύπες είναι ο μαλθακός και ο καρτερικός» (1150a 7, 15-17). Ο εγκρατής είναι ο εκφραστής του μέτρου σ’ αυτά που προκαλούν ευχαρίστηση, ενώ ο καρτερικός σ’ αυτά που προϋποθέτουν το μόχθο. Τα αντίθετά τους φανερώνουν την υπερβολή των άμετρων ηδονών (ακρατής) και την έλλειψη της προσπάθειας (μαλθακός).
 
Αν θα έπρεπε να συγκριθεί ο εγκρατής με τον καρτερικό, για τον Αριστοτέλη η περίπτωση του εγκρατή κρίνεται προτιμότερη: «Ο αντίθετος του ακρατούς είναι ο εγκρατής, και του μαλθακού ο καρτερικός: “είμαι καρτερικός” θα πει “αντέχω, υπομένω”, ενώ “είμαι εγκρατής” θα πει “είμαι κύριος, νικώ” και είναι, βέβαια, άλλο πράγμα το “αντέχω” και το “είμαι κύριος”, όπως είναι άλλο πράγμα το “δε νικιέμαι” και το “νικώ”· γι’ αυτό και η εγκράτεια είναι προτιμότερη από την καρτερία» (1150a 7, 36-40 και 1150b 7, 1).
 
Από την άλλη, μαλθακός είναι αυτός που αρνείται να καταβάλει οποιοδήποτε κόπο: «Ο άνθρωπος που είναι ελλιπής σε πράγματα που τα αντέχουν και μπορούν να τα αντέχουν οι περισσότεροι άνθρωποι, είναι άνθρωπος μαλθακός και τρυφηλός· γιατί και η τρυφηλότητα είναι ένα είδος μαλθακότητας» (1150b 7, 1-4).
 
Και για να γίνει κατανοητός ο Αριστοτέλης προτίθεται να φέρει και παραδείγματα: «Ένας τέτοιας λογής άνθρωπος αφήνει το ιμάτιό του να σέρνεται στο έδαφος, για να μην κάνει τον κόπο να το σηκώσει και να νιώσει έτσι τη λύπη που προκαλεί αυτός ο κόπος, και όταν κάνει τον άρρωστο, δε θεωρεί πως είναι ένας αξιολύπητος δυστυχισμένος άνθρωπος, μολονότι ο άρρωστος τον οποίο παριστάνει είναι ένας αξιολύπητος δυστυχισμένος άνθρωπος» (1150b 7, 4-6).
 
Με άλλα λόγια, ο μαλθακός, που φτάνει στα όρια της τρυφηλότητας, είναι πρόθυμος να παραστήσει οτιδήποτε χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας, αν πρόκειται να γλιτώσει τον κόπο. Σε μια ακραία περίπτωση μπορεί να αφήσει ακόμη και τα ρούχα του να σέρνονται, ακριβώς για να μην ασχοληθεί μαζί τους.
 
Αυτό που μένει είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στον ακρατή και τον ακόλαστο. Ο ακρατής είναι συμπαθέστερη φιγούρα από τον ακόλαστο, γιατί ό,τι κάνει δεν είναι από πεποίθηση, αλλά από παρορμητικότητα. Συνήθως έχει τύψεις μετά από τέτοιου είδους ενέργειες, σε αντίθεση με τον ακόλαστο που ενεργεί απολύτως συνειδητά, αφού οι πράξεις του είναι αποτέλεσμα επιλογής και προτίμησης: «ο άνθρωπος που κυνηγάει τις υπερβολές των ευχάριστων πραγμάτων ή κυνηγάει τις “αναγκαίες” ηδονές ως την υπερβολή με δική του επιλογή και προτίμηση, και που τις κυνηγάει γι’ αυτές τις ίδιες και όχι για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, ο άνθρωπος αυτός είναι ακόλαστος» (1150a 7, 22-24).
 

Κι επειδή ο ακόλαστος λειτουργεί συνειδητά (επιλέγει και προτιμά τις πράξεις του), είναι αδύνατο να μετανιώσει γι’ αυτές: «ένας τέτοιος άνθρωπος δεν πρέπει να έχει την παραμικρή τάση για μεταμέλεια, και επομένως είναι ανίατος· ο αμεταμέλητος, πράγματι, άνθρωπος είναι ανίατος» (1150a 7, 24-26).
 
Αυτός είναι και ο λόγος που κάνει τον ακρατή προτιμότερο από τον ακόλαστο, ασχέτως αν καταλήγουν στις ίδιες συμπεριφορές: «αντίθετα ο ακρατής είναι γεμάτος από μεταμέλειες, ανίατος είναι ο ακόλαστος και ιατός ο ακρατής· πραγματικά, η κακία της ακολασίας μοιάζει με μια αρρώστια του τύπου της υδρωπικίας ή της φθίσης, ενώ η ακράτεια μοιάζει με τις προσβολές της επιληψίας: η πρώτη είναι μια χρόνια κακία, ενώ η ακράτεια δεν είναι χρόνια» (1150b 8, 34-35 και 1150b 8, 36-38).
 
Η ειδοποιός διαφορά της επιλογής καθιστά σαφές ότι ο ακόλαστος δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον ακρατή. Θα έλεγε κανείς ότι ακόλαστος είναι ο συνειδητοποιημένος ακρατής. Το ότι και ο ακρατής (ασχέτως αν μετανιώνει) υποκύπτει διαρκώς στα ίδια λάθη (αν διορθωνόταν με την πρώτη δε θα ήταν ακρατής), δεν αλλάζει την ουσία του συλλογισμού ότι τελικά υπάρχει ελπίδα να συνετιστεί. Υπάρχουν περιπτώσεις τέτοιων ανθρώπων, που συμμορφώθηκαν. Για τον ακόλαστο όμως δεν υπάρχει αυτή η περίπτωση. Ο ακόλαστος δεν έχει καμία διάθεση να προσπαθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.
 
Ο Αριστοτέλης είναι απόλυτα διαφωτιστικός: «Από τη μια μεριά λοιπόν έχουμε έναν άνθρωπο, τον ακρατή, ο οποίος είναι έτσι καμωμένος ώστε να κυνηγάει –όχι όμως γιατί είναι πεπεισμένος ότι έτσι πρέπει να κάνει– τις σωματικές ηδονές σε βαθμό υπερβολής και αντίθετα με τον ορθό λόγο, και από την άλλη έναν άνθρωπο, τον ακόλαστο, που έχει πεισθεί ότι έτσι πρέπει να κάνει για το λόγο ότι είναι έτσι καμωμένος ώστε να κυνηγάει αυτού του είδους τις ηδονές. Ο πρώτος από αυτούς εύκολα μπορεί να μεταπεισθεί για να αλλάξει στάση, ο δεύτερος όμως όχι» (1151a 8, 13-17).
 
Επιπλέον, η συνειδητή επιλογή της ακόλαστης συμπεριφοράς υπονομεύει και το αχαλίνωτο της επιθυμίας. Όταν κάτι γίνεται μετά από σκέψη και προτίμηση δεν μπορεί παρά να ξεθυμαίνει και συναισθηματικά, αφού παίρνει τις διαστάσεις του φυσιολογικώς επαναλαμβανόμενου. Αντίθετα, ο ακρατής είναι σε διαρκή συναισθηματική υπερδιέγερση, καθώς γίνεται μέσα του πάλη μέχρι να ενδώσει. Κι ίσως η πάλη αυτή να διογκώνει το μέγεθος της επιθυμίας καθιστώντας την ακατανίκητη.
 
Από αυτή την άποψη, ο ακρατής κερδίζει ακόμη περισσότερο σε συμπάθεια, αφού τουλάχιστον φανερώνει τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Κι ενδέχεται να υποφέρει γι’ αυτές. Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Σε όλους θα φαινόταν χειρότερος ο άνθρωπος που κάνει κάτι το επονείδιστο δίχως να κατέχεται από καμιά επιθυμία ή, έστω, έχοντας μια αδύναμη επιθυμία παρά αν έκανε την πράξη αυτή κάτω από την πίεση μιας πολύ δυνατής επιθυμίας· το ίδιο και ο άνθρωπος που χτυπάει κάποιον δίχως να είναι θυμωμένος· αλήθεια, τι θα έκανε, αν ήταν κυριευμένος από πάθος; Αυτός είναι ο λόγος που ο ακόλαστος είναι χειρότερος από τον ακρατή» (1150a 7, 31-35).
 
Για να γίνει ακόμα πιο σαφής, ο Αριστοτέλης θα παραθέσει μια αναλογία βασισμένη στη νομοθεσία και στον τρόπο διοίκησης μιας πόλης: «Στην πραγματικότητα ο ακρατής άνθρωπος μοιάζει με την πόλη που εκδίδει όλα τα σωστά ψηφίσματα και έχει εξαίρετους νόμους, που δεν εφαρμόζει όμως τίποτε από όλα αυτά ενώ ο κακός άνθρωπος μοιάζει με την πόλη που εφαρμόζει τους νόμους, όμως κακούς νόμους» (1152a 10, 24-26 και 1152a 10, 29-30).
 

Και βέβαια, όπως η ακολασία δεν πρέπει να συγχέεται με την ακράτεια, έτσι δεν πρέπει ταυτίζεται και με τη μαλθακότητα: «Γενική είναι η πίστη ότι ακόλαστος είναι και ο άνθρωπος που αγαπάει τα παιχνίδια και τις διασκεδάσεις, στην πραγματικότητα όμως αυτός είναι ένας μαλθακός άνθρωπος. Γιατί τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις δεν είναι παρά μια χαλάρωση, δεδομένου ότι είναι μια ξεκούραση· ο άνθρωπος, πάντως, που αγαπάει τα παιχνίδια και τις διασκεδάσεις είναι ένας από αυτούς που ξεπερνούν ως προς αυτό τα όρια» (1150b 7, 18-21).

«Ισχυρογνώμονες είναι οι ιδιότροποι άνθρωποι, οι αμαθείς και οι άξεστοι. Οι ιδιότροποι άνθρωποι επηρεάζονται από την ηδονή και τη λύπη: χαίρονται για τη νίκη τους, στην περίπτωση που δεν πείθονται να αλλάξουν γνώμη, και λυπούνται όταν ακυρώνονται οι δικές τους γνώμες. Μοιάζουν λοιπόν πιο πολύ με τον ακρατή παρά με τον εγκρατή άνθρωπο» (1151b 9, 14-19).

Από κει και πέρα, με δεδομένο ότι άλλο ο ακρατής κι άλλο ο ακόλαστος είναι σαφές ότι το αντίθετο της ακράτειας είναι η εγκράτεια, ενώ το αντίθετο της ακολασίας η φρόνηση. Και δεν πρέπει να ταυτίζεται ο εγκρατής με τον σώφρονα, ασχέτως αν μοιάζει η συμπεριφορά τους: «ο εγκρατής, πράγματι, άνθρωπος και ο σώφρων είναι τέτοιας λογής άνθρωποι που να μην παρασύρονται από τις σωματικές ηδονές ώστε να κάνουν πράξεις αντίθετες προς τον ορθό λόγο, μόνο που ο ένας έχει ευτελείς επιθυμίες, ενώ ο άλλος όχι» (1152a 9, 1-3).
 
Με άλλα λόγια, ο σώφρων είναι ένα στάδιο πιο ψηλά από τον εγκρατή, γιατί έχει καταφέρει να ξεπεράσει τη ματαιότητα των ευτελών επιθυμιών (σε βαθμό που να μην τον απασχολούν), ενώ ο εγκρατής τρέφει ακόμη μέσα του τέτοιους πόθους και χρειάζεται να αγωνιστεί, για να τους ξεπεράσει. Κατ’ επέκταση: «ο ένας, επίσης» (σώφρων) «είναι τέτοιας λογής άνθρωπος που να μη βρίσκει ευχαρίστηση σε οτιδήποτε είναι αντίθετο προς τον ορθό λόγο, ενώ ο άλλος νιώθει ευχαρίστηση, όμως δεν αφήνεται να φέρεται και να άγεται από αυτήν» (1152a 9, 4-5). Θα έλεγε κανείς ότι η σωφροσύνη είναι η ολοκλήρωση της εγκράτειας, αφού μόνο με τον εθισμό σε εγκρατείς πράξεις, θα μπορέσει κάποιος να την κατακτήσει.
 
Από την άλλη, δε φτάνει να ειπωθεί ότι εγκρατής είναι απλά αυτός που παραμένει σταθερός στις απόψεις του χωρίς να παρασύρεται, αλλά ότι παραμένει συνεπής σε απόψεις που είναι ορθές. Σε τελική ανάλυση, δεν είναι η σταθερότητα σε μια άποψη που κάνει κάποιον εγκρατή, αλλά στην πρόθεση να ακολουθήσει τον ορθό δρόμο της μεσότητας. Γι’ αυτό και ο εγκρατής, αν αντιληφθεί ότι σφάλλει, είναι πρόθυμος να αλλάξει άποψη προκειμένου να υπηρετήσει το σωστό.
 
Κι αυτό ακριβώς τον διαχωρίζει από τον ισχυρογνώμονα: «Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μένουν σταθεροί στη δική τους γνώμη· αυτούς ο κόσμος τους λέει ισχυρογνώμονες, που θέλει να πει ότι είναι άνθρωποι δύσπιστοι, άνθρωποι που δεν αλλάζουν εύκολα γνώμη. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάποια ομοιότητα με τον εγκρατή (είναι η ομοιότητα που έχει ο άσωτος με τον ελευθέριο και ο θρασύς με το θαρραλέο), είναι όμως διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον από πολλές απόψεις. Ο ένας, ο εγκρατής, δεν αλλάζει γνώμη από πάθος ή επιθυμία: όταν το απαιτήσουν οι περιστάσεις, είναι πρόθυμος να μεταπεισθεί, τους ισχυρογνώμονες όμως κανένα λογικό επιχείρημα δεν τους αλλάζει γνώμη, γιατί είναι επιρρεπείς στις επιθυμίες, και πολλοί από αυτούς άγονται και φέρονται από τις ηδονές» (1151b 9, 5-14).
 
Ενώ η εγκράτεια είναι συνυφασμένη με τη σωστή στάση απέναντι στις ηδονές (αλλιώς δεν υφίσταται), η ισχυρογνωμοσύνη όχι. Κι ίσως αυτή είναι και η βασική διαφορά που διαχωρίζει τον εγκρατή από τον ισχυρογνώμονα. Ο ισχυρογνώμων δεν ενδιαφέρεται για την πραγμάτωση της αρετής, αλλά για τη διασφάλιση της δικής του ανωτερότητας σε σχέση με την άποψη του άλλου. Από αυτή την άποψη, δεν είναι παρά μια ακόμη στρέβλωση στον τρόπο που αντλεί κανείς ευχαρίστηση. Γι’ αυτό και η ισχυρογνωμοσύνη αποτελεί ακόμη μια έκφανση της ακρατούς συμπεριφοράς.
 
Το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη για τους ισχυρογνώμονες δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: «Ισχυρογνώμονες είναι οι ιδιότροποι άνθρωποι, οι αμαθείς και οι άξεστοι. Οι ιδιότροποι άνθρωποι επηρεάζονται από την ηδονή και τη λύπη: χαίρονται για τη νίκη τους, στην περίπτωση που δεν πείθονται να αλλάξουν γνώμη, και λυπούνται όταν ακυρώνονται οι δικές τους γνώμες. Μοιάζουν λοιπόν πιο πολύ με τον ακρατή παρά με τον εγκρατή άνθρωπο» (1151b 9, 14-19).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Τα Ζώδια και τα Ζώα. Ψευδο-επιστήμες στην εποχή της επιστήμης

Όταν κάποιος με ρωτάει: «Τι ζώδιο είστε;» με πιάνει απελπισία.

Ο άνθρωπος, σκέπτομαι, ζει στην εποχή των Σουμερίων και των Βαβυλωνίων! Είναι δυνατόν, μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια επιστημονική έρευνα, να πιστεύει ακόμα στην Αστρολογία!

Δυστυχώς δεν είναι ο μόνος. Σύμφωνα με μία δημοσκόπηση της Gallup (1990, δείγμα 12732 ενήλικες Αμερικανοί) το 52% του συνόλου εμπιστεύεται την Αστρολογία. Δηλαδή η πλειοψηφία! Κι ας μην έχει αποδειχθεί ποτέ (πειραματικά και στατιστικά) ότι υπάρχει αιτιολογική σχέση ανάμεσα στις κινήσεις των άστρων και των ανθρώπων. (Αντίθετα, ό,τι προσπάθειες έγιναν, απέδειξαν περίτρανα την έλλειψη κάθε αντιστοιχίας).

Κι όμως από καμία «σοβαρή» εφημερίδα μας δεν λείπει το ωροσκόπιο. Οι αστρολόγοι των ΜΜΕ γίνονται «μεντιατικές» προσωπικότητες, κι αντί να στιγματίζονται ως απατεώνες, πλουτίζουν χάρη στην ευπιστία των αφελών.

Ζούμε στην εποχή της επιστήμης και της τεχνολογίας. (Η δεύτερη δεν είναι άλλο από την εφαρμογή και υλοποίηση της πρώτης). Οι αποδείξεις για την εγκυρότητα της επιστημονικής μεθόδου είναι χειροπιαστές και καθημερινές – από τον διακόπτη που ανάβει το φως μέχρι το κινητό τηλέφωνο. Χάρη στην επιστήμη έχει διπλασιαστεί ο μέσος όρος της ζωής μας, έχουν καταργηθεί οι αποστάσεις, έχουν φωτιστεί μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος, έχουν εξαφανιστεί φοβερές ασθένειες, έχουν βελτιωθεί οι καθημερινές συνθήκες της ζωής μας.

Από όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, μόνο η επιστήμη προοδεύει. Μόνο αυτή ανακαλύπτει διαρκώς καινούργια «παραδείγματα» που είτε συμπληρώνουν είτε ανατρέπουν τα παλιά. Στις τέχνες, στην φιλοσοφία, στην ποίηση, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι υπάρχει πρόοδος σε σχέση με τους αρχαίους Κινέζους, Ινδούς ή Έλληνες. Αλλά η επιστήμη καλπάζει. Στα τελευταία πενήντα χρόνια έχει προσθέσει περισσότερη γνώση από όση είχε μαζέψει η ανθρωπότητα σε όλη της την ιστορία.

Τείνουμε να σνομπάρουμε την «πρόοδο» κι αυτό το κάνουμε από τις άνετες κατοικίες μας (με κλιματισμό και θέρμανση), από τα σύγχρονα νοσοκομεία μας, τα γεμάτα ψυγεία μας και τα γρήγορα αυτοκίνητα και αεροπλάνα μας. Ας πάει να μιλήσει κανείς εναντίον της προόδου σε φτωχούς του Τρίτου Κόσμου και θα τον πάρουν με τα λεμόνια (αν έχουν…) Αυτοί ζουν σαν τους μακρινούς πρωτόγονους προγόνους μας, κυνηγημένοι από την στέρηση, τα καιρικά φαινόμενα, τις επιδημίες, τους λιμούς.

Κι όμως. Παρόλη την ορατή πρόοδο της επιστήμης, παρόλη την καθημερινή επιβεβαίωση της επιστημονικής μεθοδολογίας, έχουμε γεμίσει ψευδο-επιστήμες, παρα-επιστήμες, δεισιδαιμονίες, μυστικιστικά και αποκρυφιστικά δόγματα, παράλογες θεωρίες. Άνθρωποι υποφέρουν (και ενίοτε πεθαίνουν) επειδή, αντί για την ιατρική επιστήμη, εμπιστεύονται «εναλλακτικές» θεραπείες. Άλλοι πληρώνουν μεγάλα ποσά σε μέντιουμ και μάντεις για να τους αποκαλύψουν αυτά που κανείς δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει.

Γιατί υπάρχει αυτή η τόσο χτυπητή αντίθεση; Γιατί στην εποχή της επιστήμης θάλλουν τόσο πολύ οι αντι-επιστημονικές δοξασίες; (Τέτοιες ονομάζω όσες ισχυρίζονται ότι περιγράφουν και ερμηνεύουν φαινόμενα, χωρίς να καταθέτουν την μεθοδολογία τους και χωρίς να εκτίθενται στον συστηματικό πειραματικό έλεγχο της δοκιμής και του λάθους).

Μία εξήγηση λέει πως η εξέλιξη της νοοτροπίας των ανθρώπων δεν συμβαδίζει με την ανάπτυξη της επιστήμης. Αν σήμερα το 52% πιστεύει στην Αστρολογία, τον Μεσαίωνα πρέπει να ήταν το 99%. Κι ίσως χρειασθούν ακόμα μερικοί αιώνες για να αποκτήσει ο μέσος άνθρωπος μία νοητική θωράκιση εναντίον όλων όσοι προσπαθούν να του υποβάλουν διάφορες παράλογες (αλλά χρήσιμες για τις ανάγκες του) ψευτοθεωρίες. Η επιστήμη μπορεί να πέτυχε πολλά – αλλά δεν έλυσε βασικά προβλήματα της ζωής: από την γνώση του μέλλοντος, μέχρι το μυστήριο του θανάτου.

Εκεί λοιπόν εισχωρεί η παρα-επιστήμη που διατείνεται ότι συμπληρώνει τα κενά. Μερικοί μάλιστα έχουν τρομάξει με την ταχύτητα της εξέλιξης και τις αρνητικές της πλευρές. Έτσι γυρίζουν το βλέμμα προς τα πίσω, προς την αγνή και «φυσική» ζωή, τις αθώες και άδολες ρίζες. (Όλα αυτά ξεκινάνε από τον «ευγενή άγριο» του Ρουσσώ και τους Ρομαντικούς απογόνους του).

Η διάδοση των ψευδοεπιστημών έχει άμεση σχέση με την παρακμή των θρησκειών και του θρησκευτικού συναισθήματος. Ο άνθρωπος, χάνοντας την πίστη του στις ξεκάθαρες συντεταγμένες του θρησκευτικού δόγματος, αναζητεί εναλλακτικές λύσεις.

Βέβαια και οι θρησκείες δεν είναι άλλο παρά θεσμοποιημένες δεισιδαιμονίες. Απλώς τις έχουμε συνηθίσει. (Είναι πιο εύκολο να το καταλάβουμε αυτό αν δούμε τις θρησκείες των άλλων – ή προσπαθήσουμε να δούμε ψύχραιμα την δική μας με τα μάτια των άλλων). Και είναι χαρακτηριστικό το πόσο συστηματικά και πεισματικά κυνηγάνε οι εκκλησίες τις λεγόμενες «αιρέσεις» αλλά και τις παραφυσικές πρακτικές, που δεν είναι άλλο από ανταγωνιστικά μαγαζιά.

Από τη στιγμή λοιπόν που ο άνθρωπος έχει ανάγκη από μεταφυσική παρηγοριά (εκεί η επιστήμη δεν έχει να προσφέρει) και δεν την βρίσκει πια στην παραδοσιακή πίστη του, είναι φυσικό να καταφεύγει σε κάθε είδους δοξασίες οι οποίες εμφανίζονται πιο εκσυγχρονισμένες (π. χ. αστρολογία με ηλεκτρονικούς υπολογιστές!).

Φτάσαμε στην ρίζα του προβλήματος. Η ανασφάλεια και αδυναμία του ανθρώπου τροφοδοτούν όλες αυτές τις καταστάσεις. Το ανθρώπινο ον αργεί να ενηλικιωθεί. Δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τον κόσμο χωρίς Πατρική Προστασία ή Μεταφυσική Παραμυθία. Ακόμα κουβαλάει μέσα του το δέος του πρωτόγονου. Βαθιά του κρύβει ένα φοβισμένο ζώο. Τον φόβο και το δέος εκμεταλλεύονται όλοι οι ψευδοπροφήτες. Πουλάνε ναρκωτικά του νου – συχνά πιο επικίνδυνα από την ηρωίνη.

Η μοναδική απόδειξη ζωής είναι η ωρίμανση

Αν τοποθετήσετε μια πέτρα κάτω από ένα μικροσκόπιο και την παρατηρήσετε προσεκτικά, θα δείτε ότι ποτέ δεν αλλάζει. Αλλά, αν τοποθετήσετε ένα κοράλλι κάτω απ’ το ίδιο μικροσκόπιο, θα διαπιστώσετε ότι μεγαλώνει κι αλλάζει.
 
Συμπέρασμα: το κοράλλι είναι ζωντανό, η πέτρα είναι νεκρή.
   
Πώς θα ξεχωρίσετε ένα ζωντανό λουλούδι από ένα νεκρό;
 
Ζωντανό θα είναι αυτό που ωριμάζει κα μεγαλώνει.
 
Η μοναδική απόδειξη ζωής είναι η ωρίμανση!
Το ίδιο ισχύει και στον ψυχολογικό κόσμο. Αν ωριμάζετε, είστε ζωντανοί. Αν δεν ωριμάζετε, είναι πολύ πιθανόν να είστε νεκροί.
 
Μπορεί να έχετε ως κινητήρια δύναμη περισσότερο την επιθυμία να ωριμάσετε παρά την ανάγκη να διορθώσετε τα ελαττώματά σας.
 
Αν δέχεστε ότι μπορείτε πάντα να ωριμάζετε, να βελτιώνεστε, να γίνεστε όλο και μεγαλύτεροι, τότε αυτό είναι αρκετό.
 
Όταν αποφασίσετε ν’ ακινητοποιηθείτε ή να νιώσετε επώδυνα συναισθήματα, έχετε αποφασίσει να μην ωριμάσετε.
 
Η κινητήρια δύναμη ωρίμανσης σημαίνει μάλλον να χρησιμοποιείτε την ενέργεια της ζωής για μεγαλύτερη ευτυχία παρά να πρέπει να βελτιώνεστε επειδή αμαρτήσατε ή επειδή είστε ελλιπείς.
 
Αποκορύφωμα της επιλογής της ωρίμανσης, ως κινητήριας δύναμης, είναι η προσωπική κυριαρχία σε κάθε τωρινή στιγμή της ζωής σας.
 
Κι αυτή η κυριαρχία σημαίνει να είστε εσείς που θ’ αποφασίζετε για τη μοίρα σας· δεν είστε απλά κάποιος που τα βγάζει πέρα, αγωνίζεται ή προσαρμόζεται στον κόσμο.
 
Αντί γι’ αυτό, διαλέξτε ποιος θα είναι για σας ο κόσμος.
 
Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω το διατυπώνει αυτό στο έργο του «Το επάγγελμα της κ. Γουώρρεν»:
 
«Οι άνθρωποι πάντα κατηγορούν τις συνθήκες ζωής τους γι’ αυτό που οι ίδιοι είναι. Δεν πιστεύω στις περιστάσεις και τις συνθήκες. Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν σ’ αυτό τον κόσμο είναι αυτοί που προχωρούν, διαλέγουν τις συνθήκες και τις περιστάσεις που θέλουν κι όταν δεν τις βρίσκουν τις δημιουργούν».
 
Όμως να θυμάστε, η αλλαγή του τρόπου που σκέφτεστε, νιώθετε ή ζείτε είναι πιθανή, αλλά ποτέ εύκολη.
 
Αν στ’ αλήθεια θέλετε να ζείτε ολοκληρωμένα και να ελέγχετε τις προσωπικές σας επιλογές, αν στ’ αλήθεια θέλετε να φτάσετε στην ευτυχία της τωρινής στιγμής, θα πρέπει να είστε το ίδιο αυστηρά προσηλωμένοι και στην προσπάθεια να αποβάλετε τον ηττοπαθή τρόπο σκέψης και στην εκμάθηση οποιουδήποτε δύσκολου εγχειρήματος.

Όλοι έχουμε ανάγκη από Αγάπη

Είναι προφανές πως μία σχέση δεν είναι δεδομένη, απαιτεί θυσίες και από κοινού προσπάθειες για να διατηρηθεί μέσα στο χρόνο. Ιδιαίτερα οι μακροχρόνιες σχέσεις φθείρονται και κατά συνέπεια, όπως είναι φυσικό, επέρχεται η ρουτίνα.
 
Στη σχέση, λοιπόν, υπάρχουν ανάγκες που έχουμε και εμείς και οι σύντροφοί μας. Πολλές φορές όμως σκεφτόμαστε εγωιστικά και δεν φροντίζουμε όσο θα έπρεπε τον άνθρωπό μας.
 
Και οι δύο σύντροφοι έχουν ανάγκες που πρέπει να καλύπτονται άρτια. Ποιες είναι αυτές...;
 
• Η Αγάπη, όλοι έχουμε ανάγκη από αγάπη. Κανένας δεν είπε: «Αχ... έσκασα, μη μου δίνεις άλλη αγάπη!». Ποτέ μην σταματάμε να λέμε «σε αγαπώ», είναι τόσο σημαντικό, είναι ένα συστατικό που διατηρεί τη σχέση.
 
• Η Φροντίδα και το Ενδιαφέρον. Είναι βασικό να αισθανόμαστε τον άλλον, να συζητάμε μαζί του για τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του και να τον αφήνουμε να μας εκφράζει τα ενδότερα συναισθήματά του. Αν δεν ενδιαφερθούμε εμείς που είμαστε ο άνθρωπός του, σε ποιον θα τα πει; Με λίγα λόγια να έχουμε ενσυναίσθηση και να μην αδιαφορούμε, να μπαίνουμε στη θέση του άλλου, όχι μόνο στις χαρές αλλά και στις λύπες και στις αποτυχίες του.
 
• Η Καλοσύνη. Το να είμαστε καλοί με τον/την σύντροφό μας και να μην κρατάμε κακίες. Για όλα υπάρχουν λύση αν τα συζητάς...
 
• Η Εμπιστοσύνη σε μία σχέση είναι το Α και το Ω. Το αντίθετό της... η Ζήλια το μεγαλύτερο ελάττωμα που μπορεί να είναι και το συστατικό της συντριβής της.
 
• Η Συγχώρεση είναι επίσης, σημαντική στη σχέση. Είναι φυσικό να γίνονται λάθη, κανένας δεν είναι τέλειος... Καλό είναι να συζητάμε τα λάθη μας και να συγχωρούμε τον/ την σύντροφό μας. Άλλωστε και εμείς θα θέλαμε να μας συγχωρέσουν αν κάπου σφάλαμε. Το να ξέρεις να συγχωρείς και να μην κρατάς κακίες είναι αρετή!
 
• Ο Ρομαντισμός και η Φαντασία είναι εξίσου σημαντικά συστατικά που καλύπτουν τις ανάγκες και διατηρούν την σχέση ζωντανή και λειτουργική.
 
Αγάπη, κατανόηση, τρυφερότητα, έρωτας είναι λοιπόν τα ουσιαστικά συστατικά που αναζωπυρώνουν τη σχέση και την κρατούν μακριά από τη φθορά και το τέλος της.
 
Μην ξεχνάμε να «ποτίζουμε» τη σχέση μας με αυτά τα τόσο θρεπτικά συστατικά...

Ευμένεια

Ευμένεια. Ανάμεσα στα μικρά αλλά εξαιρετικά άφθονα και συνεπώς πολύ αποτελεσματικά πράγματα που πρέπει να προσέξει η επιστήμη περισσότερο από όσο τα μεγάλα, σπάνια πράγματα, είναι και η ευμένεια. Εννοώ εκείνες τις εκφράσεις φιλικής διάθεσης στις ανθρώπινες σχέσεις, εκείνο το χαμόγελο των ματιών, εκείνες τις χειραψίες, εκείνη την άνεση που συνήθως αγκαλιάζει όλες σχεδόν τις πράξεις των ανθρώπων.

Κάθε δάσκαλος, κάθε υπάλληλος προσθέτει αυτό το συστατικό σε ό,τι θεωρεί καθήκον του˙ είναι η συνεχής εκδήλωση της ανθρωπιάς, τα κύματα τον φωτός της για να το πούμε έτσι, μέσα στα οποία μεγαλώνουν τα πάντα. Ειδικά στον πιο στενό κύκλο, εκείνον της οικογένειας, η ζωή βλασταίνει και ανθίζει μόνο χάρη σε αυτή την ευμένεια.

Η καλοκαγαθία, η φιλικότητα και η λεπτότητα της καρδιάς είναι ανεξάντλητες εκροές της μη εγωιστικής ενόρμησης και έχουν συνεισφέρει πολύ περισσότερο στην οικοδόμηση της κουλτούρας από εκείνες τις πιο διάσημες εκφράσεις τούτης της ενόρμησης που ονομάζονται συμπόνια, ευσπλαχνία και αυτοθυσία.

Τείνουμε όμως να τις υποτιμάμε, και, πράγματι, δεν υπάρχει πολύ μη εγωιστικό στοιχείο μέσα τους.

Το άθροισμα αυτών των ελάχιστων δόσεων είναι μολαταύτα μεγάλο – η συνολική τους δύναμη είναι από τις ισχυρότερες. Παρόμοια, μπορεί κανείς να βρει στον κόσμο πολύ περισσότερη ευτυχία από αυτήν που βλέπουν τα συννεφιασμένα μάτια˙ αρκεί να υπολογίσει σωστά και να μην ξεχάσει όλες εκείνες τις στιγμές ευχαρίστησης που είναι τόσο άφθονες σε κάθε μέρα της ανθρώπινης ζωής, ακόμη και της πιο βασανισμένης.

ΝΙΤΣΕ, Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο

Ικαρομένιππος

Ο Λουκρήτιος ο Επικούρειος, ο οποίος πίστευε ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε, ιδού τι λέει για την αιωνιότητα:

Αφού το διάστημα απλώνεται πολύ πέρα από τα όρια του κόσμου, στο άπειρο, ο νους μας προσπαθεί να κατανοήσει τι βρίσκεται μέσα σε αυτό το άπειρο, όπου ο νους μπορεί να βυθίσει το βλέμμα του με τη θέλησή του, και όπου οι σκέψεις του νου μπορούν να πετάξουν ελεύθερα.

Αυτή η οπτική γωνία αποκτά ζωή σε μία ιστορία του Λουκιανού, που ονομάζεται Ικαρομένιππος, όπου πρωταγωνιστεί ο χιουμορίστας Κυνικός, Μένιππος. Εκεί, συνειδητοποιεί ότι το πρόβλημα με τη φιλοσοφία είναι ότι ασχολούνται μαζί της άνθρωποι που πατούν γερά στη γη. Γι’ αυτό, παρ’ όλα όσα ισχυρίζονται για τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα δεν είναι:

Περισσότερο οξυδερκείς από τους διπλανούς τους, ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, είναι μισότυφλοι λόγω ηλικίας ή νωθρότητας. Κι όμως υποστηρίζουν ότι μπορούν να διακρίνουν τα όρια του ουρανού, υπολογίζουν την περιφέρεια του ηλίου, κάνουν περιπάτους στις περιοχές πάνω από τη σελήνη, και δίνουν συγκεκριμένα στοιχεία για τα μεγέθη και τα σχήματα των άστρων, σαν να έχουν πέσει από αυτά.

Ο Μένιππος ο ήρωας του Λουκιανού αποφασίζει ότι χρειάζεται φτερά κι, έτσι, τα κατασκευάζει. Κάνει κάποιες δοκιμαστικές πτήσεις και, μετά από μερικές προσπάθειες, πετά τόσο ψηλά που φθάνει στη σελήνη. Κοιτάζει πίσω στη γη και βλέπει πόσο ασήμαντα είναι τα προβλήματα των περισσοτέρων ανδρών και γυναικών. Έχει αποκτήσει μία κοσμική, περισσότερο αντικειμενική άποψη των πραγμάτων:

Πρέπει συχνά να παρατηρήσατε την κοινωνία των μυρμηγκιών, κάποια από αυτά σαν ταραγμένη μάζα, άλλα να απομακρύνονται, άλλα να επιστρέφουν στην πόλη. Το ένα είναι καθαριστής, το άλλο πολυάσχολος αχθοφόρος φορτωμένο με ένα κομμάτι από φασόλι ή μισό σιτάρι. Αναμφίβολα, στη δική τους μικρή κλίμακα για τα μυρμήγκια, έχουν τους αρχιτέκτονες και τους πολιτικούς τους, τους ανώτατους άρχοντες και τους συνθέτες και τους φιλοσόφους τους. Όπως και να έχει, από τόσο ψηλά οι άνθρωποι και οι πόλεις έμοιαζαν απλώς με μυρμηγκοφωλιές.

Αυτή η αίσθηση είναι μία παρηγοριά της φιλοσοφίας. Σχετίζεται και με την παρηγοριά της επιστήμης, την ελευθερία που έρχεται όταν, κατά μία έννοια, μαθαίνουμε ότι στην πραγματικότητα δεν είμαστε τίποτε. Όταν συνειδητοποιούμε ότι πριν από εμάς υπήρξαν αιώνες και ότι το ίδιο θα συμβεί και αφού φύγουμε. Είναι το αντίθετο από την εγωκεντρική ζωή του ατομιστή και τις υπεροπτικές ανησυχίες του σολιψιστή, για τον οποίον το νόημα προέρχεται μόνο από ένα σημείο, το σημείο εγώ.

Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους

Μας ενθουσιάζει να τα έχουμε όλα υπό έλεγχο. Να γνωρίζουμε την έκβαση κάθε κατάστασης, τη λύση σε κάθε πρόβλημα και να ξέρουμε τι γράφει ο δρόμος της ζωής.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι για να υπομένουμε την αβεβαιότητα· τη θεωρούμε απειλή και, σαν ζώα που είμαστε, έχουμε προγραμματιστεί για τον αγώνα για επιβίωση και μεταβίβαση των γονιδίων μας.

Αλλά η ζωή είναι αβέβαιη. Το μέλλον είναι ένας ορίζοντας άγνωστος στον οποίο δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει ήλιος ή μαύρα σύννεφα βαριά. Ακόμα κι όταν έχουμε ξεκάθαρα τα πράγματα και τα νήματα της ζωής μας καλά δεμένα, μπορεί να συμβούν χίλια πράγματα που θα την ανατρέψουν και θα μας αναγκάσουν να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Εκεί που βεβαίως έχουμε τον έλεγχο είναι στον τρόπο που θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ό,τι μας έρχεται, τόσο το καλό όσο και το άσχημο.

Για τα υπόλοιπα δε θα έπρεπε να αγωνιούμε, γιατί δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ανησυχώ σημαίνει νοιάζομαι για πράγματα πριν αυτά συμβούν, και το μόνο που καταφέρνει το να ανησυχούμε είναι να δημιουργεί μέσα μας ένα άγχος που φρενάρει την ενέργεια και περιορίζει την ευτυχία.

Επιπλέον, έχει αποδειχτεί ότι τα περισσότερα από τα πράγματα που φοβόμαστε ποτέ δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα.

Για την αποδοχή της αβεβαιότητας ήξερε πολλά η Μπέριλ Μάρκχαμ, μια Αγγλίδα γεννημένη στην Κένυα στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία ποτέ δεν θέλησε να μπει στο καλούπι που της υποδείκνυε η κοινωνία. Τόσο πολύ αγάπησε την περιπέτεια, τόσο πολύ αγκάλιασε την αβεβαιότητα, ώστε υπήρξε η δεύτερη γυναίκα η οποία διέσχισε τον Ατλαντικό με ανεμόπτερο, κάπου το 1936.

Στα απομνημονεύματά της η Μάρκχαμ μιλάει για το πώς αντιμετώπισε τη ζωή χωρίς να αφεθεί να παρασυρθεί από τους φόβους της:

Έμαθα πως, αν πρέπει ν’ αφήσεις ένα μέρος που έζησες κι αγάπησες κι όπου είναι θαμμένες όλες οι μέρες σου του χθες, πρέπει να το εγκαταλείψεις με κάθε τρόπο, αλλά να μη γίνει σιγά σιγά. Άφησέ το όσο πιο γρήγορα μπορείς. Μην ξαναγυρίσεις ποτέ κι ούτε ποτέ να σκεφτείς ότι μια ώρα που θυμάσαι θα είναι μια καλύτερη ώρα, γιατί είναι νεκρή. Τα περασμένα χρόνια φαίνονται ασφαλή, νικημένα, ενώ το μέλλον έρχεται μέσα σ’ ένα σύννεφο, τρομακτικό από μακριά. Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους.

Αυτό το έμαθα, αλλά, όπως όλος ο κόσμος, το έμαθα αργά.

Η ζωή, τελικά, είναι μια περιπέτεια. Δεν είναι πιο διασκεδαστικό να την ανακαλύπτεις καθώς σου παρουσιάζεται; Έτσι, λοιπόν, μπες μες τα σύννεφα.

Ζήσε, ανακάλυψε, ξαφνιάσου, γέλα και κλάψε.

Κάν’ τα όλα με ένταση, και θα δεις που στο τέλος των ημερών σου θ’ ανακαλύψεις ότι όλα, ακόμα και τα άσχημα, άξιζαν τον κόπο.

Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράιερ: Ο μεγαλύτερος ανθέλληνας όλων των εποχών

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη συγγραφή του βιβλίου «Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων» τα λεγόμενα του μεγαλύτερου ανθέλληνα όλων των εποχών Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράιερ συνεχίζουν να προκαλούν.

Σε αυτό το βιβλίο όπως και στο βιβλίο «Ιστορία της χερσονήσου της Πελοποννήσου κατά τους Μεσαιωνικούς Χρόνους», που γράφτηκαν στη δεκαετία του 1830, ο αυστριακός δημοσιογράφος, πολιτικός και ιστορικός διατυπώνει την άποψη πως οι Έλληνες της νεότερης εποχής δεν κατάγονται από την φυλή των αρχαίων Ελλήνων.

Κατά την άποψή του οι Έλληνες προέρχονται από Σλάβους που εισέβαλαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσαίωνα και Αλβανούς που εξαπλώθηκαν κατά τον ύστερο Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους και οι οποίοι αναμίχθηκαν με Ελληνόφωνους, αλλά μη Έλληνες πρόσφυγες, δημιουργώντας τον λαό των νέων Ελλήνων.

Το έργο έγινε ιδιαίτερα γνωστό στο εξωτερικό όταν παρουσιάστηκε στην Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών. Ο Φαλμεράιερ απέδειξε πως το πάλαι ποτέ ένδοξο αρχαίο Ελληνικό έθνος εκμηδενίσθηκε το 589 μ Χ., στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602), με την γενικευμένη επιδρομή των Αβαροσλάβων που κατέκλυσαν την Βαλκανική, όπως διαβεβαιώνει ο ιστορικός του 6ου αιώνα Ευάγριος.

Το τελειωτικό χτύπημα που εξολόθρευσε τον ελληνικό πληθυσμό ήρθε το 746 μ Χ., με την σαρωτική επιδημία της πανούκλας που θέρισε τους εναπομείναντες Έλληνες.

Το αιρετικό αυτό έργο δέχτηκε τα πυρά Ελλήνων λόγιων οι οποίοι προσπάθησαν να αποδείξουν ως αβάσιμους τους ισχυρούς του με συγκριτικές μελέτες της γλώσσας, των ηθών και των εθίμων των Ελλήνων διαχρονικά. Αρκετές εφημερίδες δημοσίευσαν πολεμικές και γελοιογραφίες εναντίον του και διάφοροι ρήτορες τον απαξίωναν σε διαλέξεις, ενώ τα παιδιά τον αποδοκίμαζαν στο δρόμο.

Στο εξωτερικό βρήκε πολλούς υποστηρικτές που δημιούργησαν Ιστορική Σχολή. Χαρακτηριστικός είναι ο επίλογος του βιβλίου στον οποίον ο Φαλμεράιερ αναφέρει επιγραμματικά:

«Ας αφήσουμε τους σημερινούς κάτοικους αυτής της χώρας στην πλάνη τους πως κατάγονται από τους αρχαίους Έλληνες. Αρκεί πως ο ίδιος ήλιος που φώτισε κάποτε τον Περικλή λάμπει ακόμα πάνω από τα κεφάλια τους».

Σε άλλο σημείο του το βιβλίο αναφέρει: «Η Ελληνική φυλή έχει τελείως εξολοθρευθή από την Ευρώπη. Η φυσική ομορφιά, το μεγαλείο του πνεύματος, η απλότητα των συνηθειών, η καλλιτεχνική δημιουργία, οι αθλητικοί αγώνες, οι πόλεις, τα χωριά, το μεγαλείο των μνημείων και των αρχαίων ναών, ακόμα και το όνομα του λαού, έχουν εξαφανισθεί από την Ελλάδα» αναφέρει ο Φαλμεράιερ.

«Ένα διπλό στρώμα από ερείπια και ο βόρβορος δύο νέων διαφορετικών λαών σκεπάζει τους τάφους των αρχαίων Ελλήνων. Τα αθάνατα έργα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και μερικά ερείπια, που βρίσκονται στην Ελλάδα, αποτελούν τώρα την μόνη απόδειξη πως πριν από πολλά χρόνια υπήρχε ένας λαός σαν τους Έλληνες» διαβάζει κανείς στο βιβλίο.

«Ούτε μία απλή σταγόνα αίματος, γνησίου ελληνικού αίματος, δεν τρέχει στις φλέβες των χριστιανών κατοίκων της σημερινής Ελλάδας. Μία τρομερή καταιγίδα διασκόρπισε έως την πιο απόμακρη γωνιά της Πελοποννήσου μια νέα φυλή συγγενή προς την μεγάλη φυλή των Σλάβων.

Οι Σκύθες-Σλάβοι, οι Ιλλυριοί-Αρβανίτες, οι συγγενικοί με τους Σέρβους και τους Βουλγάρους λαοί, είναι εκείνοι που τώρα ονομάζουμε Έλληνες. Ένας λαός με σλαβικά χαρακτηριστικά , τοξοειδείς βλεφαρίδες και σκληρά χαρακτηριστικά Αλβανών βοσκών του βουνού, που φυσικά δεν προέρχεται από το αίμα του Νάρκισου, του Αλκιβιάδη και του Αντίνοου. Μόνο μία δυνατή ρομαντική φαντασία μπορεί να ονειρεύεται ακόμα μια αναγέννηση των αρχαίων Ελλήνων» αναφέρει ο αιρετικός συγγραφέας…

Νέα στοιχεία αποκαλύπτουν με ποιο τρόπο δημιουργήθηκε η ζωή μετά τη Μεγάλη Έκρηξη

Η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης και το ερώτημα πώς ξεκίνησε η ζωή έχουν συνεπάρει τους επιστήμονες για δεκαετίες, όμως τώρα νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας (UWA) υποστηρίζει ότι οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν από τη Μεγάλη Έκρηξη είναι διαφορετικές από αυτές που νομίζουμε. Η Μεγάλη Έκρηξη, που ως θεωρία αναπτύχθηκε το 1927, θεωρήθηκε η πλέον αξιόπιστη επιστημονική εξήγηση για το πώς δημιουργήθηκε το Σύμπαν. Υποστηρίζει ότι μέσω μιας διαδικασίας επέκτασης και έκρηξης δημιουργήθηκε αέριο υδρογόνο το οποίο οδήγησε στο σχηματισμό των άστρων και ο θάνατός τους (υπερκαινοφανής) οδήγησε στη δημιουργία της ζωής.

Ερευνητές [Snezhana Abarzhi και Annie Naveh] από τη Σχολή Μαθηματικών Επιστημών του UWA πραγματοποίησαν μια μαθηματική ανάλυση των συνθηκών που δημιουργήθηκαν από μια υπερκαινοφανή έκρηξη. Όπως αναφέρουν στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου παρόλο που η υπερκαινοφανής έκρηξη ήταν βίαιη δεν ήταν τόσο τυρβώδης και ταχεία όπως προηγουμένως εθεωρείτο. Όπως αναφέρουν, ενώ παραδοσιακά θεωρήθηκε ότι η τυρβώδης ροή ήταν ο μηχανισμός για τη μεταφορά και συσσώρευση ενέργειας που οδήγησε στο να σχηματιστούν οι χημικές ουσίες στην υπερκαινοφανή έκρηξη, ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα, αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν η τυρβώδης κατάσταση, αλλά στην πραγματικότητα μια αργή διαδικασία κατά την οποία εντοπίστηκαν και παγιδεύτηκαν θερμά σημεία ενέργειας, οδηγώντας στο σχηματισμό, για παράδειγμα σιδήρου, χρυσού και αργύρου από άτομα που παρήχθησαν από τη Μεγάλη Έκρηξη.

Τα ευρήματα θεωρούνται ότι είναι σημαντικά επειδή αμφισβητούν την κατανόησή μας για τη θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης και για το πώς διαμορφώθηκε η ζωή. Οι ερευνήτριες δηλώνουν συνεπαρμένες που βλέπουν την πολυπλοκότητα του τρόπου που το σύμπαν μπορεί να έχει διαμορφωθεί. «Τα ανθρώπινα όντα ουσιαστικά ξεκίνησαν ως άτομα υδρογόνου και ενέργεια που στροβιλίζονται για να δημιουργήσουν άλλα χημικά στοιχεία και αυτές οι αλληλεπιδράσεις να οδηγήσουν στη ζωή», αναφέρουν. «Η δημιουργία της ζωής στη Γη πάντα θα συναρπάζει και θα μας προκαλεί, αφήνοντας περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις, όμως αυτή η τελευταία έρευνα μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην κατανόηση του πώς προέκυψε η ύπαρξή μας».

Κικέρων, ο καλύτερος σύμβουλος για να ομιλεί κανείς δημόσια

Ρητορική: Οι τεχνικές της πειθούς, που μας κληροδότησε η Αρχαιότητα, παραμένουν αρυτίδωτες. Οι Αρχαίοι, εφευρίσκοντας και διαμορφώνοντας την τέχνη της πειθούς, μάς κληροδότηταν όχι μόνο μεθόδους και τεχνικές, αλλά και ένα αληθινό πρότυπο κοινωνίας.

Η ρητορική», είναι μία διαδικασία προσέγγισης και πολιτισμού. Προμηθεύει ένα μοντέλο δημιουργίας ανθρωπίνων σχέσεων, που μπορεί να μας βοηθήσει να ζήσουμε λίγο καλύτερα και όλοι μαζί. Η βία και η καταπίεση αναπτύσσονται σε κοινωνίες που δεν αφήνουν θέση στον ελεύθερο λόγο και στην ανταλλαγή επιχειρημάτων. Δηλαδή, όπου υπάρχει η ρητορική, αποδέχεται κανείς την ύπαρξη του άλλου. Ένα από τα περίφημα συνθήματα του Μάη του ΄68 “Φτάνουν οι πράξεις, ας περάσουμε στα λόγια”, εννοεί ακριβώς αυτό.

Τι είναι η ρητορική; Σήμερα έχουμε γι΄ αυτή μία εικόνα αρκετά πεζή, που συνδέεται με κενά και ψεύτικα λόγια.

Πρέπει να ξεκινήσουμε από τον αρχαίο ορισμό της ρητορικής, δηλαδή την τέχνη της πειθούς. Η ρητορική είναι μία προσπάθεια κατανόησης και ρύθμισης της πειθούς, αυτού του αινιγματικού φαινομένου, που οδηγεί στο να μεταβάλλει κάποιος την άποψή του χωρίς καμία βία, μόνο με τον λόγο. Οι Έλληνες εφηύραν αυτή την τέχνη. Και το σημαντικότερο που είπαν, ήταν, νομίζω, πως υπάρχουν τρεις πηγές πειθούς. Υπάρχουν βεβαίως τα λογικά επιχειρήματα, αλλά επίσης υπάρχει η αυθεντία και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται αυτός που ομιλεί. Και έπειτα υπάρχει η ψυχολογία εκείνου, ο οποίος βρίσκεται στο ακροατήριο: είναι θυμωμένος, φοβάται, είναι αδιάφορος;

Το περίφημο «λόγος, ήθος, πάθος», που συναντάται στη «Ρητορική» του Αριστοτέλη;

Ακριβώς. Η πειθώ δεν έχει να κάνει μόνο με τη χρήση επιχειρημάτων (λόγος). Πρέπει επίσης να ληφθεί υπ΄όψιν η προσωπικότητα του ομιλητή (ἦθος) και το πάθος (αρχ. πάθος), που κινητοποιεί τα συναισθήματα του ακροατηρίου. Η άλλη μεγάλη ιδέα της ρητορικής είναι πως υπάρχει μία μέθοδος, για να δομήσει κανείς έναν λόγο. Η Αρχαιότητα πρόβλεψε πέντε κλασικά στάδια: τη σύλληψη των επιχειρημάτων (εὕρεσις), τη διάταξη των επιχειρημάτων με τρόπο αποτελεσματικό (τάξις), το ύφος και την έκφραση (λέξις), την απομνημόνευση (μνήμη), ώστε να παραμείνει ο λόγος στο νου του ομιλητή και την εκφώνηση (ὑπόκρισις). Είναι πολύ σημαντικό, διότι ο καθένας μπορεί να διαπρέψει στον έναν ή στον άλλον τομέα. Μπορεί να είναι έξυπνος, χωρίς όμως καλή φυσική παρουσία, και αντιστρόφως.

Γιατί η τέχνη αυτή αναπτύχθηκε στην Ελλάδα;

Υπήρχε φυσικά κάποια τέχνη του λόγου και σε άλλους πολιτισμούς, γιατί τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από τον ίδιο τον λόγο. Αλλά η θεωρητικοποίησή του, με τη μορφή ενός ιδιαίτερου κλάδου, αποτελεί εφεύρεση της Αρχαίας Ελλάδας. Η λέξη της «ρητορικής» πρέπει να ξαναμπεί στη σειρά των ελληνικών λέξεων, που υποδηλώνουν τις σημαντικές καινοτομίες στον πολιτισμό μας, δίπλα στην «πολιτική», την «ιστορία», τη «φιλοσοφία», την «ηθική», τα «μαθηματικά» …. Αυτό είναι το ελληνικό θαύμα, μία σειρά από θωρητικοποιήσεις με οικουμενική διάσταση.

Ήδη στον Όμηρο, ο λόγος αποτελεί χαρακτηριστικό του ομηρικού ήρωα, όπως και η ομορφιά και το θάρρος…

Πράγματι, οι ήρωες στον Όμηρο εκφωνούν τουλάχιστον τόσους λόγους, όσες και οι μάχες, στις οπoίες παίρνουν μέρος! Αλλά το πιο αξιοσημείωτο είναι πως στην «Ιλιάδα» και στην «Οδύσσεια», συναντούμε ήδη έναν προβληματισμό γύρω από τη ρητορική τέχνη. Κάποιος, για παράδειγμα, εκφράζει μία άποψη για έναν λόγο, που μόλις εκφωνήθηκε, και αμέσως ο Οδυσσέας, ο Φοίνιξ και ο Αίαντας εκφωνούν κι αυτοί με τη σειρά τους λόγους, ώστε να προκύπτουν οι συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων μορφών ευγλωττἰας.

Στη συνέχεια, κατά τον πέμπτο πκε αιώνα, συστηματοποιήθηκε η θεωρία της ρητορικής τέχνης. Πρέπει να προσδιορίσουμε το πλαίσιο αυτής της συστηματοποίησης. Γιατί, αν και η Ρητορική είναι η εννοιολογική ανάλυση της πειθούς, αντικατοπτρίζει επίσης και μία λειτουργία της κοινωνίας, έναν τρόπο συμβίωσης.

Στην Αθήνα συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της δημοκρατίας, υπόβαθρο της ρητορικής ήταν το δικαστικό πεδίο: οι αγορητές παραθέτουν τα επιχειρήματά τους και ακολουθεί η ετυμηγορία του λαού, ο οποίος όμως δεν θεωρεί πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αλλά μόνον τη δικαστική. Στο πολιτικό πεδίο συμβαίνει το ίδιο: όταν οι πολίτες πρέπει να λάβουν μία απόφαση, συγκεντρώνονται, μιλούν, ακούνε, και στο τέλους επικρατεί κάποια άποψη, έναντι μιας άλλης. Όπως σημείωσε ο Fénelon γενικεύοντάς το: «Στους Έλληνες όλα εξαρτώνταν από τον λαό, και ο λαός εξαρτώνταν από τον λόγο». Ο λόγος είναι το εργαλείο λειτουργίας της κοινωνίας.

Η πρώτη σημαντική σχολή είναι αυτή των σοφιστών, οι οποίοι έχουν σήμερα πολύ κακή φημη. Την άξιζαν;

Οι σοφιστές – ο Γοργίας, ο Πρωταγόρας … – αποτελούν την πρώτη σημαντική στιγμή της θεωρητικοποίησης της ρητορικής τέχνης. Έρχονταν από άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, και η παρουσία τους στην Αθήνα προκάλεσε αίσθηση. Ισχυριζόμενοι, όπως ο Πρωταγόρας, ότι «για κάθε πράγμα μπορούμε να υποστηρίξουμε εξ ίσου επιτυχώς μία άποψη, όσο και την αντίθετή της», χρησιμοποιώντας το ίδιο ισχυρά επιχειρήματα, αυτοί οι σοφιστές έδιναν εντύπωση ανηθικότητας και υποστήριζαν έναν σκανδαλώδη σχετικισμό. Επιτέλεσαν όμως ένα αξιοσημείωτο έργο ανάλυσης και μετάδοσης της ρητορικής τέχνης. Ο Πλάτων ονείδισε τη σοφιστική και τον σοφιστή, θεωρώντας τον σοφιστή κακέκτυπο του φιλοσόφου. Πρέπει επίσης να πούμε πως ο Πλάτων ήταν εξαιρετικά συγκρατημένος όσον αφορά στη ρητορική. Όντας αντίπαλος της δημοκρατίας, δεν μπορούσε παρά να καταγγείλει την τέχνη του λόγου, τη ρητορική, η οποία αποτελούσε κινητήρια δύναμη του αθηναϊκού καθεστώτος. Αυτό και για προσωπικούς λόγους, καθώς ο δάσκαλός του, ο Σωκράτης, είχε καταδικαστεί σε θάνατο, όχι τόσο από τη δημοκρατία, αλλά κυρίως από την ίδια τη ρητορική: ο Σωκράτης παρουσιάστηκε ενώπιον ενός λαϊκού δικαστηρίου και δεν έπεισε τους δικαστές. Κατά τη διάρκεια της Αρχαιότητας η φιλοσοφία και η ρητορική ήταν, μπορούμε να πούμε, αδελφές που εχθρεύονταν η μία την άλλη, ωστόσο αλληλοεμπλουτίζονταν.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Δημοσθένης (384-322), για να διορθώσει ένα πρόβλημα άρθρωσης, μιλούσε βάζοντας μικρά βότσαλα στο στόμα του, ή έτρεχε απαγγέλλοντας στίχους, για να δυναμώσει τη φωνή του…

Ο Δημοσθένης είχε διαμορφώσει μία υπόγεια αίθουσα, όπου εξασκούνταν στην αγόρευση. Λέγεται πως ξύριζε το μισό κεφάλι, όταν κατέβαινε εκεί, και ξανανέβαινε, όταν τα μαλλιά του είχαν μεγαλώσει. Μία προτομή του Δημοσθένη εμφανίζει μία παραμόρφωση στο στόμα, κάτι που εξηγεί ίσως το πρόβλημα του ρήτορα στην εκφορά του λόγου. Οι διηγήσεις που συνδέονται με τον Δημοσθένη, δείχνουν πως η ρητορική είναι πρωτευόντως αποτέλεσμα δουλειάς. Για τους Έλληνες η ρητορική εκπορεύεται από τρεις πηγές: το φυσικό ταλέντο (ωραία φωνή, ωραία φυσική παρουσία, διαύγεια πνεύματος), τη θεωρητική κατάρτιση (μέθοδοι) και τέλος την εξάσκηση.

Να γιατί η ρητορική είναι στην ουσία της δημοκρατική. Αν κάποιος εμφανίζει μειονεκτήματα – χαμηλή φωνή ή όχι εντυπωσιακή φυσική παρουσία – και πάλι μπορεί να καταφέρει να μιλήσει ωραία, αναπτύσσοντας τις δύο άλλες πλευρές. Κατά μία έννοια αυτό είναι ένα ηθικό δίδαγμα.

Σε τι μπορεί να μας χρησιμεύσει σήμερα η ρητορική;

Η ρητορική προσφέρει τον κώδικα. Έχουμε όλοι αισθανθεί κάποτε τον φόβο να μην ξέρουμε τι να πούμε ενώπιον ενός ακροατηρίου, να μας λείπουν τα κατάλληλα επιχειρήματα. Η ρητορική δεν προσφέρει έτοιμους λόγους, για να ανταπεξέλθει κάποιος σε αυτή την κατάσταση, αλλά ιδέες, έναν κατάλογο ερωτήσεων, που μπορεί κανείς να υποβάλει στον εαυτό του, ώστε να είναι ικανός να αναπτύξει αποτελεσματικά ένα θέμα. Το κλασικό σχεδιάγραμμα του δικανικού λόγου, με τα πέντε μέρη, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε άλλη περίσταση, αποτελεί ένα ενδεικτικό πλαίσιο.

Αρχίζει με το προοίμιο, που σκοπό έχει να κερδίσει την προσοχή του ακροατηρίου, επιδιώκοντας να καταδείξει πως αυτό που θα ειπωθεί το αφορά. Ο Κικέρωνας ήταν ειδικός στο είδος αυτό, όπως για παράδειγμα στον πρώτο λόγο του «Κατά Κατιλίνα»: «Ω καιροί, ώ ήθη. Αυτά όλα η Σύγκλητος τα ξέρει, ο ύπατος τα βλέπει, και όμως ο Κατιλίνας ζεί ακομη!». Ακολουθεί η διήγησις, που αφηγείται τα γεγονότα. Εδώ ο ομιλητής τοποθετείται ήδη στο ζήτημα, αφού εκθέτει τα γεγονότα με τον δικό του τρόπο, ντύνοντάς τα με τον μανδύα της αντικειμενικότητας. Τα γεγονότα αυτά πρέπει να παρουσιαστούν με τον πιο άμεσο τρόπο, τον ονομαζόμενο σήμερα storytelling. Σε τρίτη φάση έρχεται η πρότασις, που αναγγέλει τα σημεία που θα εξεταστούν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στον προφορικό λόγο, περισσότερο απ΄ ό,τι στον γραπτό, είναι απαραίτητο να καθοδηγήσει ο ρήτορας το ακροατήριό του. Στην τέταρτη θέση έρχεται η επιχειρηματολογία, η πίστις, που είναι και το σημαντικότερο.

Η ρητορική μάς «προμηθεύει» διάφορες λίστες επιχειρημάτων, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Αν θέλετε να προτείνετε κάποιο μέτρο, για παράδειγμα, πρέπει να αποδείξετε πως είναι δίκαιο, νόμιμο, δυνατό, χρήσιμο, απαραίτητο, ηθικό και σύμφωνο με τις παραδόσεις… Ο ομιλητής εξετάζει όλα αυτά τα σημεία και αναρωτιέται ποια είναι αποτελεσματικότερα στη δική του περίπτωση. Μπορείτε να το επιχειρήσετε σε μία συνεδρίαση, σε μια αίθουσα διδασκαλίας ή σε ένα διοικητικό συμβούλιο: η μέθοδος δουλεύει! Και τέλος υπάρχει ο επίλογος, που ήταν συνήθως σύντομος στους Αρχαίους. Είναι η στιγμή κατά την οποία μπορεί κανείς να κινητοποιήσει τα πάθη. Ο Κικέρων πάλι, ήταν κορυφαίος σε αυτό. Όταν υπήρχαν πολλοί δικηγόροι που αγόρευαν, άφηναν τον Κικέρωνα να αγορεύσει τελευταίος, γιατί ήξεραν πως μπορούσε να εξάψει το ακροατήριό του αλλά και να του προκαλέσει αγανάκτηση.

Ως προς τι ο Κικέρων ενσαρκώνει την ακμή της ρητορικής;

Ο Κικέρων πραγματοποιεί μία σύνθεση, καθώς ήταν ο σημαντικότερος ρήτορας της εποχής του, αλλά και ο θεωρητικός της ρητορικής και φιλόσοφος, ενώ το έργο του αποτελεί τη βάση της μελλοντικής ανθρωπιστικής παιδείας. Συνδυάζει την τιμιότητα με την ευχαρίστηση και αναζητά τη συμφιλίωση μεταξύ αλήθειας και καλλιέπειας. Είναι το ιδανικό της πολιτικής του Γάλλου προέδρου Μακρόν, της «ταυτόχρονης» διευθέτησης αντίθετων πραγμάτων. Και έπειτα ο Κικέρων είναι ο άνδρας της μοίρας, γιατί δολοφονήθηκε για τις ιδέες του, ενώ οι αντίπαλοί του, μεταξύ αυτών και ο Αντώνιος, κατέλαβαν την εξουσία με τη βία. Εκτός από τον αξιοθαύμαστο λόγο, ο Κικέρων ήξερε να προσαρμόζεται στο ακροατήριό του. Ο λατινιστής Guy Achard υπολόγισε ότι, όταν ο ρήτορας απευθυνόταν στη Σύγκλητο, αφιέρωνε το 16% της επιχειρηματολογίας του, για να καταδείξει την ευγένεια της πράξης, έναντι 1%, όταν βρισκόταν ενώπιον της συνέλευσης του λαού, οπότε και χρησιμοποιούσε επιχειρήματα, που αναφέρονταν στη χρησιμότητα της πράξης. Ο Κοϊντιλιανός εμπνεύστηκε από τον Κικέρωνα στη συγγραφή της Ρητορικής αγωγής (Instituto oratoria), δηλαδή της ρητορικής εκπαίδευσης. Το έργο αυτό αποτελεί το πιο ωραίο σύνολο όλων των εποχών στο είδος των εγχειριδίων ρητορικής.

Η ρητορική μπορεί να επιστρατευτεί στην ερωτική έλξη;

Ασφαλώς! Η «τέχνη του έρωτα» (Ars amatoria) του Οβίδιου, μπορεί να διαβαστεί και ως μία σάτιρα των εγχειριδίων ρητορικής: «Μελετήστε τις ελευθέριες τέχνες, σας το συνιστώ, νέοι Ρωμαίοι (…), η γυναίκα, ηττημένη θα καταθέσει τα όπλα στην ευγλωττία σας. Αλλά κρύψτε τα μέσα που διαθέτετε και μην αναλώνετε την ευφράδειά σας…» Και το αρχαιότερο κείμενο πάνω στη ρητορική, το «Ἑλένης ἐγκώμιον» του Γοργία, υπερασπίζεται εκείνη που θεωρούνταν η αιτία του Τρωικού Πολέμου, καθώς εγκατέλειψε τον άνδρα της και υπέκειψε στις προτάσεις του Πάρη. Ο Γοργίας την απενοχοποιεί εξετάζοντας τους διάφορους λόγους που θα μπορούσαν να την έχουν καθοδηγήσει. 1) Είτε οι θεοί το θέλησαν, και δεν είναι δικό της το σφάλμα. 2) Είτε αρπάχθηκε με τη βία, και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. 3) Είτε πείστηκε από τον λόγο του, και ποιος μπορεί να αντισταθεί στη δύναμη της πειθούς; 4) Είτε τον ερωτεύτηκε, και κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στο θεό Έρωτα. Σε κάθε περίπτωση ο Ελένη, κατά τον Γοργία, είναι αθώα.

Πώς κρίνουμε τους σύγχρονους πολιτικούς ρήτορες;

Οι μεγάλοι κοινοβουλευτικοί ρήτορες της τρίτης Δημοκρατίας, ο Κλεμανσώ, ο Ζορές, παρουσίασαν αληθινά έργα ρητορικής. Σήμερα ένας πολιτικός δεν θα τολμούσε κάτι τέτοιο από φόβο μήπως κατηγορηθεί πως κάνει επίδειξη. Η κομματική πειθαρχία έχει σκοτώσει την κοινοβουλευτική ρητορική. Στην αρχαία Αθήνα, μπορούσαν με τον λόγο να πείσουν στην Εκκλησία του Δήμου, ενώ σήμερα, αν η ψήφιση μιας ρύθμισης είναι αποφασισμένη εκ των προτέρων, και αν, επί πλέον, το θέμα της συζήτησης είναι, λόγου χάριν, ο καθορισμός της τιμής της πατάτας την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορούμε να πάμε πολύ μακριά με τη ρητορική.

Η ρητορική θεωρούνταν επί μακρόν η βασίλισσα των μαθημάτων. Ήταν καλό αυτό;

Η ρητορική είναι μία τέχνη φτιαγμένη για να διδάσκεται. Η ωραία έκφραση κάποιου δεν εξαρτώνταν μόνο από την επιδεξιότητά του. Προϋπέθετε επίσης παιδεία, την ανάγνωση και την ερμηνεία σπουδαίων κειμένων, γνώσεις λογικής, γλωσσολογίας, ιστορίας και δικαίου. Περιελάμβανε ασκήσεις διαφόρων ειδών. Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν κυρίως τα προγυμνάσματα της ρητορικής, τις μελέτες, μία μέθοδο ενεργούς παιδαγωγικής, που συνίστατο στη σύνθεση ενός υποτιθέμενου ρητορικού λόγου πάνω σε θέμα, που είχε δοθεί. Στη Ρώμη η μελέτη αποτελεί ένα κοσμικό γεγονός και παίρνει διαστάσεις υπερβολής, όταν οι φοιτητές πρέπει να αναπτύξουν θέματα περίτεχνα:

Μία νέα κοπέλα αρπάζεται και βιάζεται από πειρατές και στη συνέχεια συλλαμβάνεται από ληστές. Πρέπει να αποδειχθεί ότι είναι πολίτης, για να επανεναχθεί στην πόλη.

Ή ακόμη, ένας άνδρας κατηγορείται ότι βίασε δύο γυναίκες την ίδια νύχτα, ξέροντας ότι ένας νόμος ορίζει πως η γυναίκα που βιάστηκε, μπορεί να προτείνει, είτε να θανατωθεί ο βιαστής της, είτε να απαιτήσει να την παντρευτεί: τι θα συμβεί αν η μια γυναίκα ζητήσει την καταδίκη του σε θάνατο και η άλλη τον γάμο;

Μέσα από τέτοια αυθαίρετα παραδείγματα, εμπεδωνόταν μία αληθινή μάθηση των τεχνικών της επιχειρηματολογίας και της παρουσίασης. Ο Πετρώνιος στο «Σατυρικό» τα εμπαίζει. Όμως, νομίζω πως αυτή η διδασκαλία είναι αξιοπρόσεκτη. Σχετικά πρόσφατα μιλούσαν ακόμη για λειτουργία «τάξεων ρητορικής». Η ρητορική παρέμεινε παρούσα για δυόμιση χιλιάδες χρόνια στο ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό σύστημα.

Είναι ωστόσο εμφανές πως στην κοινωνία μας όλο και περισσότερο πρέπει να είναι κανείς ικανός να χειρίζεται αποτελεσματικά την τέχνη της δημόσιας ομιλίας, κυρίως στον χώρο της εργασίας. Αυτό είναι το καλύτερο, γιατί θα οδηγήσει τους εκπαιδευτικούς να σκύψουν περισσότερο στις μεθόδους της ρητορικής.

Ακούγοντάς σας, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως η ρητορική θα σώσει τον κόσμο…

Μα τον έχει κιόλας σώσει! Κάθε φορά που οι άνθρωποι κάθισαν γύρω από ένα τραπέζι ή σε ένα ημικύκλιο για να ανταλλάξουν επιχειρήματα, αντί να χρησιμοποιήσουν ύβρεις και βία, η ανθρωπότητα έκανε μία μικρή πρόοδο. Προφανώς δεν πρέπει να είναι κανείς αφελής. Ο λόγος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξαπάτηση και για τη χειραγώγηση. Ωστόσο, η διαδικασία της πειθούς περιλαμβάνει το να προσεγγίσει κάποιος έναν άλλον. Όταν σκέφτομαι μόνος, είμαι δυνατός για το δίκιο μου και είμαι σίγουρος ότι δε σφάλλω. Όταν όμως απευθύνομαι στον άλλο, αρχίζω να αντιλαμβάνομαι έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Υπό αυτή την έννοια η ρητορική είναι μία διαδικασία προσέγγισης και πολιτισμού. Προμηθεύει ένα μοντέλο δημιουργίας ανθρωπίνων σχέσεων, που μπορεί να μας βοηθήσει να ζήσουμε λίγο καλύτερα και όλοι μαζί. Η βία και η καταπίεση αναπτύσσονται σε κοινωνίες που δεν αφήνουν θέση στον ελεύθερο λόγο και στην ανταλλαγή επιχειρημάτων. Δηλαδή όπου υπάρχει η ρητορική, αποδέχεται κανείς την ύπαρξη του άλλου. Ένα από τα περίφημα συνθήματα του Μάη του ΄68 «Φτάνουν οι πράξεις, ας περάσουμε στα λόγια», εννοεί ακριβώς αυτό.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Ησιόδεια έπη - Θεογονία

Δομή και θέματα

Στη χειρόγραφη παράδοση η Θεογονία (καταγωγή και γενεαλογία τριακοσίων περίπου θεών) έχει 1.222 στίχους, και από αυτούς οι τελευταίοι 93 θεωρούνται μεταγενέστερη διασκευή. Πρόκειται, επομένως, για έργο συγκριτικώς μικρής ή μέσης, έστω, έκτασης, ισόστιχο περίπου με μια μεγάλη ομηρική ραψωδία. Παρά ταύτα, η αίσθηση από την ακρόαση ή την ανάγνωση του ποιήματος είναι πως έχουμε να κάνουμε με επιβλητική σύνθεση. Tούτο οφείλεται τόσο στην ποικιλία και στην εναλλαγή των επιμέρους θεμάτων όσο και στην ιδιόρρυθμη ποιητική σύνταξη, η οποία κυμαίνεται μεταξύ υμνολογίας, επικής αφήγησης, αλλά και λυρικής έκφρασης. Aπό την άποψη αυτή, ο Hσίοδος θεωρήθηκε πρόδρομος του αρχαϊκού λυρισμού, που χρονικά απέχει ελάχιστα από αυτόν.
 
H Θεογονία αρθρώνεται σε πέντε μεγάλες θεματικές ενότητες, καθεμιά με τις διαιρέσεις και τις υποδιαιρέσεις της, οι οποίες υπακούουν συνήθως σε κανόνες συμμετρίας, που παράγει κάποτε ισόστιχες δεκαδικές στροφές. H αυτονομία πάντως των μερών και των μορίων του έργου είναι σχετική· δεν καταργεί την ενότητά του, διάφορη οπωσδήποτε από την αφηγηματική ροή του ηρωικού έπους, της Iλιάδας και της Oδύσσειας.
 
H πρώτη θεματική ενότητα εκτείνεται στους στ. 1-115 και συστήνει το ευρύτερο προοίμιο του έργου. H σύνταξή του ελέγχεται κυκλική, με επίκεντρο τον ύμνο των Mουσών· εδώ ακούγονται πρωθύστερα η γέννησή τους από τον Δία και τη Mνημοσύνη, η είσοδός τους στον Όλυμπο, τα ονόματα και τα έργα τους, η σχέση τους με τους αοιιδούς.
 
H δεύτερη θεματική ενότητα ιστορεί την κοσμογονία και τη θεογονία από τον Oυρανό έως τον Kρόνο (στ. 116-452). Προτάσσονται η γένεση και η γενεαλογία του Xάους, της Γης και του Oυρανού (στ. 116-154). Έπεται ο ευνουχισμός του Oυρανού από τον Kρόνο, και σ' αυτό το πλαίσιο η γέννηση της Aφροδίτης (στ. 154-210). Oι στ. 211-232 γενεαλογούν τα παιδιά της Nύχτας και τους απογόνους της Έριδας. Aκολουθεί η γενεαλογία του Πόντου και της Γης (στ. 233-336), και επιβάλλονται οι γενεαλογίες του Ωκεανού και της Tηθύος, του Yπερίονα και της Θείας, του Kρείου και της Eυρύβιας, της Στυγός και του Πάλλαντα, της Φοίβης και του Kοίου, για να κλείσει η ενότητα με τον ύμνο της Eκάτης (στ. 233-452).
 
H άλλη θεματική ενότητα ορίζει το κέντρο της Θεογονίας, καθώς αφιερώνεται στη γέννηση, στην αριστεία και στην οριστική κυριαρχία του Διός (στ. 453-885). Oι γάμοι του Διός, που επιμερίζονται στην ένωση του θεού με τη Mήτιδα, τη Θέμιδα, την Ωκεανίδα Eυρυνόμη, τη Mνημοσύνη, τη Λητώ και την Ήρα, απολήγουν στην αυτόματη γέννηση της Aθηνάς από το κεφάλι του Δία, και του Hφαίστου από την Ήρα (στ. 886-929).
 
Tο επίμετρο της Θεογονίας (στ. 930-1022), κατά πάσα πιθανότητα διασκευασμένο, γενεαλογεί πρώτα ζεύγη θεών με θεές ή ηρωίδες, ύστερα ζεύγη θεαινών με θνητούς ήρωες. H σύνθεση κλείνει με νέα προσφώνηση του ποιητή προς τις Mούσες, η οποία θεωρήθηκε αρχή άλλου ποιήματος.