Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (734-782)

ΤΡΟΦΟΣ
Αἴγισθον ἡ κρατοῦσα τοῖς ξένοις καλεῖν
735 ὅπως τάχιστ᾽ ἄνωγεν, ὡς σαφέστερον
ἀνὴρ ἀπ᾽ ἀνδρὸς τὴν νεάγγελτον φάτιν
ἐλθὼν πύθηται· τὴν δὲ πρὸς μὲν οἰκέτας
θέτο σκυθρωπόν, ἐντὸς ὀμμάτων γέλων
κεύθουσ᾽ ἐπ᾽ ἔργοις διαπεπραγμένοις καλῶς
740 κείνῃ—δόμοις δὲ τοῖσδε παγκάκως ἔχει,
φήμης ὕφ᾽, ἧς ἤγγειλαν οἱ ξένοι τορῶς.
ἦ δὴ κλύων ἐκεῖνος εὐφρανεῖ νόον,
εὖτ᾽ ἂν πύθηται μῦθον. ὦ τάλαιν᾽ ἐγώ·
ὥς μοι τὰ μὲν παλαιὰ συγκεκραμένα
745 ἄλγη δύσοιστα τοῖσδ᾽ ἐν Ἀτρέως δόμοις
τυχόντ᾽ ἐμὴν ἤλγυνεν ἐν στέρνοις φρένα,
ἀλλ᾽ οὔτι πω τοιόνδε πῆμ᾽ ἀνεσχόμην.
τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τλημόνως ἤντλουν κακά·
φίλον δ᾽ Ὀρέστην, τῆς ἐμῆς ψυχῆς τριβήν,
750 ὃν ἐξέθρεψα μητρόθεν δεδεγμένη
καὶ νυκτιπλάγκτων ὀρθίων κελευμάτων
καὶ πολλὰ καὶ μοχθήρ᾽ ἀνωφέλητ᾽ ἐμοὶ
τλάσῃ—τὸ μὴ φρονοῦν γὰρ ὡσπερεὶ βοτὸν
τρέφειν ἀνάγκη, πῶς γὰρ οὔ; τρόπῳ φρενός·
755 οὐ γάρ τι φωνεῖ παῖς ἔτ᾽ ὢν ἐν σπαργάνοις,
εἰ λιμός, ἢ δίψη τις, ἢ λιψουρία
ἔχει· νέα δὲ νηδὺς αὐτάρκης τέκνων.
τούτων πρόμαντις οὖσα, πολλὰ δ᾽, οἴομαι,
ψευσθεῖσα, παιδὸς σπαργάνων φαιδρύντρια—
760 κναφεὺς τροφεύς τε ταὐτὸν εἰχέτην τέλος.
ἐγὼ διπλᾶς δὲ τάσδε χειρωναξίας
ἔχουσ᾽ Ὀρέστην ἐξεδεξάμην πατρί·
τεθνηκότος δὲ νῦν τάλαινα πεύθομαι.
στείχω δ᾽ ἐπ᾽ ἄνδρα τῶνδε λυμαντήριον
765 οἴκων, θέλων δὲ τόνδε πεύσεται λόγον.
ΧΟ. πῶς οὖν κελεύει νιν μολεῖν ἐσταλμένον;
ΤΡ. ἦ πῶς; λέγ᾽ αὖθις, ὡς μάθω σαφέστερον.
ΧΟ. εἰ ξὺν λοχίταις εἴτε καὶ μονοστιβῆ.
ΤΡ. ἄγειν κελεύει δορυφόρους ὀπάονας.
770 ΧΟ. μή νυν σὺ ταῦτ᾽ ἄγγελλε δεσπότου στύγει·
ἀλλ᾽ αὐτὸν ἐλθεῖν, ὡς ἀδειμάντων κλύῃ,
ἄνωχθ᾽ ὅσον τάχιστα, γαθούσῃ φρενί.
ἐν ἀγγέλῳ γὰρ κυπτὸς ὀρθοῦται λόγος.
ΤΡ. ἀλλ᾽ ἦ φρονεῖς εὖ τοῖσι νῦν ἠγγελμένοις;
775 ΧΟ. ἀλλ᾽ εἰ τροπαίαν Ζεὺς κακῶν θήσει ποτέ;
ΤΡ. καὶ πῶς; Ὀρέστης ἐλπὶς οἴχεται δόμων.
ΧΟ. οὔπω· κακός γε μάντις ἂν γνοίη τάδε.
ΤΡ. τί φῄς; ἔχεις τι τῶν λελεγμένων δίχα;
ΧΟ. ἄγγελλ᾽ ἰοῦσα, πρᾶσσε τἀπεσταλμένα.
780 μέλει θεοῖσιν ὧνπερ ἂν μέλῃ πέρι.
ΤΡ. ἀλλ᾽ εἶμι καὶ σοῖς ταῦτα πείσομαι λόγοις.
γένοιτο δ᾽ ὡς ἄριστα σὺν θεῶν δόσει.

***
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Τον Αίγιστο η βασίλισσα πρόσταξε αμέσως
να τρέξω για τους ξένους που ήρθαν να καλέσω
κι άντρας απ᾽ άντρα νά ᾽ρθει ο ίδιος να εξετάσει
πιο καθαρά το νέο το μήνυμα που φέραν.
Και μπρος στους δούλους έκανε τη λυπημένη,
μα μέσα κρύβανε τα μάτια τη χαρά της,
γιατ᾽ όλα στο καλύτερο βγήκαν για κείνη,
740 ενώ τα σπίτια αυτά κακήν του κακού πάνε
με τα σωστά που φέρανε μαντάτα οι ξένοι.
Α, πώς θα ευφράνει βέβαια τη ψυχή του εκείνος
σα μάθει αυτή την είδηση· ω αλίμονό μου,
πόσο οι παλιές και τόσες συμφορές, που ετύχαν
αβάσταγες μες στα παλάτια αυτά του Ατρέα,
μου σπάραζαν τα σωθικά μέσα στα στήθια!
μα άλλη μια τέτοια δε δοκίμασα ως τα τώρα
γιατί με υπομονή τα τράβηξα όλα τ ᾽άλλα·
μα τον Ορέστη μου, την έγνοια της ψυχής μου,
750 π᾽ από μάνας κοιλιά δέχτηκα κι έθρεψά τον —
πόσα ξενύχτια ορθή στο πόδι απ᾽ τις φωνές του
και πόσα βάσανα ανωφέλευτα για μένα
δεν πέρασα! γιατί, σα δεν αιστάνεται, είναι
σαν κουτάβι, που πρέπει με το νου να βρίσκεις
ό,τι χρειάζεται, και μες στα σπάργανά του
το βρέφος δε μιλά για να σου πει αν έχει
ή πείνα ή δίψα ή άλλη προς νερού του ανάγκη,
μα μόνη της δουλεύεται η κοιλιά του βρέφου.
Κι έπρεπε μάντης να ᾽μουνα, μα πάντα βέβαια
γελιόμουν και πολλές φορές κι ανάγκη τότε
760 να ᾽πλυνα τα σκουτιά, η ίδια πλύστρα και βάγια,
και μ᾽ αυτές που είχα πάνω τις διπλές τέχνες
του ανάλαβα του βασιλιά μας τον Ορέστη·
τώρα μαθαίνω η άμοιρη το θάνατό του,
και πάω να ᾽βρω αυτόν πὄχει ρημάξει τούτα
τα σπίτια· αχ, τί χαρά θα κάμει σαν τ᾽ ακούσει.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Και πώς του παραγγέλνει να ᾽ρθει ετοιμασμένος;
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Τί πώς; ξηγήσου πιο καλά, να καταλάβω.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Με τη φρουρά του, ή δίχως συνοδειά, μονάχος;
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Μ᾽ όλους μαζί του τους φρουρούς αρματωμένος.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
770 Λοιπόν αυτό μην του το πεις, αν του ᾽χεις έχθρα,
μα να ᾽ρθει μόνος, μη τυχόν και τον τρομάξεις,
πες του έτσι, όσο πιο γρήγορα, με φαιδρήν όψη·
στο χέρι σου είναι, κρυφό σχέδιο να πετύχει.
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Μα είσαι στο νου σου; ύστερ᾽ από τέτοια νέα…
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Μ᾽ αν στρέψει πια των συμφορών ο Δίας το ρέμα;
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Και πώς; ο Ορέστης, των σπιτιών η ελπίδα, πάει.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Ακόμα· όποιος το πει, κακός θενα ήταν μάντης.
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Τί λες; απ᾽ όσα ακούσαμε μη ξέρεις άλλα;
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Πήγαινε, κάνε τις παραγγελιές που πήρες
780 και γνοιάζονται οι θεοί για ό,τι ᾽ναι να γνοιαστούνε.
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Πηγαίνω κι έτσι καθώς μου ᾽πες θενα κάμω
κι ας δώσει ο θεός ό,τι ᾽ναι πιο καλό να γίνει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Σε έναν πίνακα του κουβανού καλλιτέχνη Pedro Alvarez με τίτλο Το τέλος του embargo (1997), ένα μεγάλο αμερικάνικο αυτοκίνητο μπλε χρώματος, στο κέντρο του πίνακα και σε σχετική συμφωνία με τον μπλε ουρανό, περνάει από μια φτωχογειτονιά της Αβάνας. Μέσα στο αυτοκίνητο και δίπλα σε αυτό κάθονται ιθαγενείς, ντόπιοι, με τις τοπικές ενδυμασίες οι άνδρες, με τα ρούχα των αποικιοκρατών οι γυναίκες. Μπροστά από το μεγάλο αυτοκίνητο ένα παιδί οδηγεί ένα παιδικό αμερικάνικο κόκκινο αυτοκίνητο, ενώ ένας κύριος που θυμίζει βενζινοπώλη βγαλμένο από αμερικάνικη ταινία. Δίπλα στο αυτοκίνητο στέκεται και κοιτάζει τον θεατή η πολύ γνωστή και φιλική φυσιογνωμία του Μίκυ Μάους, ενώ ένας ιππότης σηκώνει ψηλά το ιερό δισκοπότηρο προσφέροντάς το, προφανώς τη θεία κοινωνία, σε δύο γυναίκες, η μία κρατά ένα μωρό στο χέρι της. Στον πίνακα συνυπάρχουν οι «μύθοι» της δυτικής κοινωνίας, ο Μίκυ και οι ιππότες της στρογγυλής τράπεζας που αναζητούσαν το ιερό γκράαλ, το ιερό δισκοπότηρο, καθώς και ο νέος μύθος της ευημερίας, ο οποίος καταφέρνει να «χώσει» τους πάντες στο ίδιο ιδεολογικό καζάνι -το ντόπιο στοιχείο μένει ως φολκλόρ. Ακόμη και τα χρώματα του πίνακα, το μπλε και το κόκκινο, παραπέμπουν στην κουβανέζικη σημαία, που υπάρχει στον πίνακα, όμως το ιδεολογικό πλαίσιο του έργου ανασύρει στη σκέψη την όμοια χρωματικά αμερικάνικη σημαία. Εξάλλου, ο τίτλος δημιουργεί μια αισιοδοξία: τελείωσε το εμπάργκο, τώρα τα προϊόντα θα εισάγονται σωρηδόν, οι πολίτες θα βιώσουν το όνειρο των δυτικών κοινωνιών.
 
Την ίδια χρονιά ένας νιγηριανός ζωγράφος, ο Yinka Shonibare, είχε απεικονίσει έναν μαύρο με την επίσημη ενδυμασία και με την χαρακτηριστική περούκα ενός αποικιοκράτη του 19ου αι., να στήνεται περήφανα μέσα σε ένα περιβάλλον που αποπνέει πολυτέλεια, μιμούμενος ένα στυλ.
 
Και τα δύο έργα αποτελούν ένα σχόλιο για την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της σύμμειξης αλλά όχι αφομοιωτικής αλληλεπίδρασης πολιτισμών, για την παγκοσμιοποίηση με την έννοια της επικυριαρχίας του οικονομικά ισχυρού και των συμβόλων του και, τελικά, την κυριαρχία ενός πολιτισμικού ολοκληρωτισμού και μιας ομογενοποιημένης καλλιτεχνικής γλώσσας που οροθετεί δυτικότροπα την ταυτότητα του άλλου, υπονομεύοντας την ουσία του πολυπολιτισμικού και καθιστώντας δύσκολη -ελπίζουμε όχι αδύνατη- την επιβίωση και την έκφραση οποιασδήποτε πνευματικής «μειονότητας», προϋπόθεση και ζητούμενο κάθε δημοκρατίας. Η «τσαγιέρα» μέσα στην οποία λιώνουν διαλεκτικά οι πολιτισμοί φαίνεται να υπερθερμαίνεται από τη βεβαιότητα της ανωτερότητας του ενός έναντι του άλλου. Η κυριαρχία από ιδεολογική έγινε πολιτισμική.
 
Απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη τέχνη στέκεται η παγκόσμια τέχνη, η οικουμενικότητα της τέχνης, όπως τη γνωρίζουμε μέσα από τα έργα των ιμπρεσιονιστών, των φωβιστών, των εξπρεσιονιστών, των καλλιτεχνών του μοντερνισμού, που πειραματίστηκαν με ένα ευρύτατο φάσμα «πρωτόγονων» και «εξωτικών» μορφών και ανανέωσαν ή απελευθερώθηκαν, χάρη στις επιδράσεις που δέχτηκαν, από τα δεσμά της κλασικής παράδοσης, την οποία νωρίτερα, από την Αναγέννηση και μετά, οι καλλιτέχνες είχαν αφομοιώσει ποικιλοτρόπως μέσα από τη μελέτη αλλά και το ελεύθερο παιχνίδι και τις ανάγκες των διαφόρων εποχών που ανακατανέμουν, επανερμηνεύουν, ανακαλύπτουν και επανακαλύπτουν. Και είναι, βέβαια, ενδιαφέρον ότι τα «αλλότρια» στοιχεία (πρώτα από την Ελλάδα, αργότερα από την Αφρική, την Ιαπωνία, την Κίνα, τις λεγόμενες πρωτόγονες αλτερνατίβες) αφομοιώθηκαν τόσο που δεν αναγνωρίζονται πια ως ετερότητα αλλά ως ίδιον στοιχείο του ευρωπαϊκού, δυτικού πολιτισμού που τα εγκολπώθηκε. «Στην πραγματικότητα -παρατηρούν οι ιστορικοί της τέχνης Χιού Χόνορ και Τζον Φλέμινγκ-, η ιστορία της μοντέρνας τέχνης στη Δύση είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι το συνειδητοποιούμε συνήθως η ιστορία της απελευθερωτικής και ζωογόνας επίδρασης που είχαν τα διαδοχικά κύματα ανακάλυψης από τους Δυτικούς της τέχνης άλλων πολιτισμών».
 
Τέχνη, λοιπόν, παγκοσμιοποιημένη και «επι-βλητική» από τη μια, τέχνη παγκόσμια και οικουμενική, αφομοιωτική και διαδραστική, όπως ακριβώς είχε αποκαλυφθεί και μέσα από το αφιέρωμα που διοργανώθηκε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας 2001-2004. Το αφιέρωμα συνοδευόταν από ένα βιβλίο-κατάλογο που εκδόθηκε με αφορμή την εκδήλωση αυτή και περιλαμβάνει μελέτες ιστορικού περιεχομένου, που διακρίνονται για τη συστηματικότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών τους όσον αφορά τη συχνότητα προσέγγισης και επανερμηνείας ενός μύθου ή μιας φιγούρας από τους μυθικούς κύκλους, την κινηματογράφηση θεατρικών παραστάσεων, την «αφήγηση» των μύθων από την τέχνη του χορού κ.ά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο εξαιρετικά μελετήματα για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, των Françoise Letoublon και Caroline Eades η πρώτη, της Sylvie Rollet η δεύτερη, που μας προσφέρουν μιαν ανάλυση του έργου του έλληνα κινηματογραφιστή, έχοντας ως αποκλειστικό σημειολογικό κλειδί την ελληνική μυθολογία.
 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περισσότερο θεωρητικές μελέτες που επιχειρούν να απαντήσουν σε βασικά ερωτήματα, όπως:
 
Γιατί σκηνοθέτες από διάφορα πολιτισμικά σύνολα προσεγγίζουν τους μύθους;
Ποιες συνθήκες προκαλούν την επαναφήγηση;
Με ποιον τρόπο και με ποια μέσα αποδομείται και αναδομείται μια μυθική αφήγηση;
 
Τι προκύπτει από το αφιέρωμα αλλά και από τον τόμο; Ότι η ελληνική μυθολογία, όπως τη γνωρίζουμε από τις πηγές, ότι η Μήδεια, ο Οιδίποδας, οι Ατρείδες, ο Οδυσσέας, η Ιοκάστη, ο Ηρακλής, η Πηνελόπη, η Ηλέκτρα, η Κλυταιμνήστρα και άλλοι ήρωες της μυθολογίας αποτελούν ένα στέρεο και γνώριμο έδαφος για να μιλήσει κανείς για τα μεγάλα ερωτηματικά της ύπαρξης, που τίθενται στον άνθρωπο ανεξάρτητα από τον χωροχρόνο που αναλογεί στον καθένα. Από αυτή την άποψη, θα έβλεπα ως πολύ ενδιαφέρουσες τις ταινίες που δεν αποκαλύπτουν ευθύς εξαρχής, ή και καθόλου, τις μυθολογικές καταβολές τους, ακριβώς γιατί το μυθολογικό υπόβαθρο χρησιμοποιείται μόνο ως δομή (ενδεικτικά αναφέρομαι στις ταινίες Vertigo του Χίτσκοκ, Ο φυγάς του Sydney Lumet, Η περιφρόνηση του Godard, Τα μακρινά αστέρια της άρκτου του Visconti, Blade Runner του Ridley Scott, The Matrix των A.&L. Wachovsky). Οι επιλογές αυτές αποτελούν μια πρόκληση για τον θεατή αφενός να σκεφτεί δομικά, αφετέρου να αναγνώσει την προσέγγιση του σκηνοθέτη μέσα στα χωροχρονικά πλαίσια που προκάλεσαν την αναμόχλευση. Για παράδειγμα, ποια ήταν η πρόθεση του Παζολίνι, όταν γυρνούσε την Ορέστεια; Και τι ακριβώς περιμένει να δει ο θεατής; Στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι ο Ιταλός στοχαστής επιχείρησε να προσεγγίσει «το πέρασμα της Αφρικής από ένα αποικιοκρατικό και φεουδαρχικό καθεστώς του παρελθόντος στην ανεξαρτησία και τον εκδημοκρατισμό της δεκαετίας του '60» μέσα από την Ορέστεια, γιατί θεωρούσε ότι υπήρχαν αναλογίες «με το αντίστοιχο πέρασμα από το καθεστώς της βαρβαρότητας και της τυραννίας σ' εκείνο της δημοκρατίας».
 
Η ελληνική μυθολογία, έστω και μέσα από την αποδόμησή της, συνέχει την τέχνη και τη διατρέχει, τις εικαστικές τέχνες, την πεζογραφία και την ποίηση, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Και θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι ακριβώς η συνύπαρξη του κλασικού (μυθολογία) με το νέο (ερμηνεία), ενός χρόνου «ακίνητου» και ενός σε κίνηση, καθιστούν τα έργα αυτά μοντέρνα ανά πάσα στιγμή, όπως ακριβώς είχε ορίσει το μοντέρνο ο Baudelaire. Και ακριβώς αυτή η συνάντηση του γνωστού με την απροσδόκητη, καινούρια, φρέσκια κάθε φορά ματιά του κάθε καλλιτέχνη προσδίδει ένα συναίσθημα ελπίδας και αισιοδοξίας, ότι υπάρχει έδαφος συνάντησης, επικοινωνίας, προβληματισμού, αισθητικής απόλαυσης σε ένα επίπεδο οικουμενικό, αποδοχής και υποδοχής του ιδιαίτερου τοπικού σ' ένα κοινό υπόβαθρο.
 
Συμπέρασμα και τελική επισήμανση: Πώς μελετούμε και πώς διδάσκουμε μυθολογία; Με ποια πρόθεση και με ποιο σκοπό; Να δούμε τις επιδράσεις της μυθολογίας, τις δυνατότητες μετασχηματισμού του μύθου, την «παροντικότητά» του; Ή να γνωρίσουμε την αρχαία ελληνική μυθολογία αυτή καθαυτή, δηλαδή εν τόπω και χρόνω; Οι προθέσεις και οι σκοποί καθορίζουν τη μέθοδο. Διαφορετικά γινόμαστε καταναλωτές μιας παγκοσμιοποιημένης μυθολογίας, κατασκευασμένης με τρόπο που να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κατασκευαστών.

Τα άγνωστα κύπελλα με τους σκελετούς και τις Επικούριες επιγραφές

Δύο άγνωστά σε πολλούς αργυρά κύπελλα από τον θησαυρό του Boscoreale (Νάπολη, Ιταλία) χρονολογημένα στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της Επικούριας φιλοσοφίας, και της διάδοσης της στον Ρωμαϊκό κόσμο.

Στα κύπελα αυτά προορίζονταν για οινοποσία απεικονίζονται σκελετοί με διάφορες επιγραφές. Οι χρήστες των κυπέλλων έπιναν στα συμπόσια θυμίζοντας στον εαυτό τους ότι η χαρά της ζωής διαρκεί σίγουρα τη στιγμή αυτή, διότι είναι αβέβαιο το μέλλον . Σε δύο από τα κύπελλα, οι σκελετοί αντιπροσωπεύουν διάσημους τραγωδούς και φιλοσόφους σε αλληγορικές δραστηριότητες, ενώ στις συνοδευτικές επιγραφές συνοψίζονται οι φιλοσοφικές τους αντιλήψεις.

Στο ένα κύπελλο βλέπουμε μια σκηνή της ζωής, όπως άλλωστε υποδηλώνεται από την επεξηγηματική επιγραφή: «σκηνὴ ὁ βίος». Οι άλλες επιγραφές αλλά και δύο ολόκληρες φράσεις «ζῶν μετάλαβε· τὸ γὰρ αὔριον ἄδηλον ἐστι ·και τέρπε ζῶν σεα[υ]τόν», εστιάζουν στη σαθρότητα της ζωής, η οποία μαραίνεται σαν το άνθος (ἄνθος), στη ματαιότητα και στην αυταπάτη της.

Η συσσώρευση του πλούτου προκαλεί φθόνο (φθόνοι) και βασανίζει την ψυχή – πεταλούδα (ψυχίον). Ούτε πάλι στην επιδίωξη της δόξας (δόξαι) και στην απόκτηση της σοφίας (σοφία) μπορεί να βρει καταφύγιο η προδιαγεγραμμένη θνητότητα.

Η προτροπή, ωστόσο, για τις επίγειες απολαύσεις (τέρψις) δεν εγγυάται και την αθανασία του ανθρώπου. Στο ένα κύπελλο απαντούν: οι τραγικοί ποιητές Σοφοκλής και Μοσχίων, του 5ου και 4ου αι. π.Χ. αντίστοιχα, και οι φιλόσοφοι του 4ου/3ου αι. π.Χ. Ζήνων ο Κιτιεύς και Επίκουρος.

Στο δεύτερο κύπελλο εικονίζονται: ο λυρικός ποιητής του 7ου αι. Αρχίλοχος ο Πάριος, ο τραγικός ποιητής του 5ου αι. Ευριπίδης, ο κωμικός ποιητής του 4ου/3ου αι. π.Χ. Μένανδρος, ο κυνικός φιλόσοφος του 4ου αι. π.Χ. Μόνιμος ο Συρακούσιος και πιθανότατα ο φιλόσοφος του 4ου/3ου αι. π.Χ. Δημήτριος ο Φαληρεύς. Η πλειονότητα των επιγραφών στα δύο κύπελλα, αυτούσιες ή με κάποιες παραλλαγές, προέρχονται από τα έργα των εικονιζόμενων προσώπων.

Η φράση, επίσης, του Επίκουρου (341 - 270 π.Χ.) «τὸ τέλος ἡδονή», στο ένα κύπελλο του Boscoreale υποδεικνύει πως η επιδίωξη της ηδονής θα πρέπει να διέπεται από φρόνηση. Και καθώς η ματαιότητα της ζωής δεν ακυρώνεται από τις ηδονές, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, θα πρέπει να επιλέγονται εκείνες που προκαλούν τον λιγότερο πόνο.

Η προτροπή, αντίθετα, «εὐφραίνου ὃν ζῆς χρόνον», στο δεύτερο κύπελλο εστιάζει στην εφημερική απόκτηση κάθε εμπειρίας και γνώσης και προτρέπει τη ζωή σε μια ατελείωτη απόλαυση. Η οργανική διάθεση του σώματος, που συνδέεται τώρα με την αυτονόμηση της ζωής από τους ηθικο - ιδεολογικούς και θρησκευτικούς προβληματισμούς του επέκεινα, τρέφεται εδώ από την εμπειρία των απολαύσεων και την υλιστική μεγιστοποίηση της ευτυχίας. Προβάλλει λοιπόν η ιδέα ενός ζώντος οργανισμού που η πλήρης ολοκλήρωσή του εξαρτάται αποκλειστικά από τα επίγεια πράγματα, ενώ ο τρόπος για να ακυρωθούν οι ανησυχίες της θνητότητας σχετίζεται με μια δεδηλωμένη βούληση εκκοσμίκευσης.

Μάλιστα, η βαθύτερη αγανάκτηση για την πιο άκαμπτη βεβαιότητα του βιωμένου κόσμου φτάνει μέχρι το σημείο να αποχαλινώσει έναν κυνικό αυτοσαρκασμό «εὐσεβοῦσ κύβαλα» και να εξυφαίνει την παρωδία του δράματος της ζωής (ζωή) – που συμβολίζεται με έναν πυρσό τον οποίο κρατούν αντίστοιχα σε κάθε κύπελλο ο Μοσχίων κι ο Μένανδρος– ακόμη και των επιθανάτιων τελετών, όπου ένας σκελετός προσφέρει χοές σ’ έναν δεύτερο που κείται στα πόδια του. Ένας τρίτος κρατά στα χέρια του ένα κρανίο και αποφαίνεται: «τοῦ τ’ ἄνθρωπος».

Κάποιοι κρατούν τραγικά προσωπεία και άλλοι επιδίδονται στη μουσική. Στα πόδια του Μενάνδρου βρίσκεται ένα θεατρικό προσωπείο με την επιγραφή σάτυροι. Η ιδέα του μακάβριου στοιχείου στα δύο κύπελλα φωτίζεται ακόμη περισσότερο από την καθημερινή πραγματικότητα του 1ου αι. π.Χ. - 1ου αι. μ.Χ., όπου η συμποσιακή συναναστροφή αποτελούσε αναπόσπαστο πολιτισμικό της στοιχείο.

Ο κατασκευαστής των δύο αντικειμένων βάζει στο στόμα των ποιητών και των φιλοσόφων που εικονίζονται στα δύο χρηστικά αντικείμενα τον επίσημο λόγο για τη διαχείριση της ηδονής και του σώματος. Η εικόνα βέβαια διαβάζεται ποικιλοτρόπως. Αφενός, δηλώνεται η αναμφισβήτητη αλήθεια της κοινής επίγειας προσωρινής παραμονής του ανθρώπινου γένους, διατυπωμένη από φωτισμένες μορφές της διανόησης, αφετέρου, ακόμη και αυτές οι μορφές υπέκυψαν τελικά στην αναπόφευκτη φθορά.

Μπορούμε να φανταστούμε τη χρήση αυτών των αντικειμένων, τα οποία αφορούν πιθανότατα συμποσιαστές, με τους συνδαιτυμόνες να απολαμβάνουν τις λεπτομέρειες της διακόσμησης. Η τελευταία ενθαρρύνει μια συζήτηση σχετική με το πέρας του βίου. Το κάθε κύπελλο μπορεί κανείς να το απολαύσει και μεμονωμένα. Ωστόσο, και τα δύο μαζί λειτουργούν σαφώς συμπληρωματικά, καθώς το ιδεολογικό τους μήνυμα προέρχεται από την αντιπαράθεσή τους.

Οι σκηνές τους υπενθυμίζουν τον επερχόμενο θάνατο και προβάλλουν το δίλημμα: ηδονοθηρική εγκοσμιότητα, όπου το βιολογικό αυτονομείται προς χάριν του ατομικού συμφέροντος και των σαρκικών απολαύσεων, ή πνευματικός αναστοχασμός προς μια «ποιοτικήδιαχείριση» του σώματος.

Η αναπαράσταση λοιπόν της σκελετώδους πραγματικότητας στα κύπελλα του Boscoreale, που αποτελεί την εικονογραφική μαρτυρία μιας κοινωνίας η οποία καλείται να επιλέξει μεταξύ ενός ασκητικού ιδεώδους και μιας θορυβώδους εκκοσμίκευσης, βάλλει επίσης με εύστοχο τρόπο, έμμεσα και αυτοσαρκαστικά, πιθανότατα κατά των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και των φιλοσόφων. Πλούτη και φιλόσοφοι πορεύονται ίσως εδώ παράλληλα και ενσαρκώνουν την επίγεια ματαιότητα.

Λιγότερες προσδοκίες, λιγότερες απογοητεύσεις

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια διαρκή αγωνία για το μέλλον. Βιάζονται να δουν τι θα γίνει αργότερα, μετά από μια εβδομάδα, μετά από ένα μήνα ή ένα χρόνο. Σχεδόν κανένας –και το «σχεδόν» κλείνει μέσα του ελάχιστες εξαιρέσεις– δεν απολαμβάνει τη στιγμή που ζει. Δεν αντιλαμβάνεται τη σημαντικότητα του παρόντος, παρά μόνο όταν αυτό έχει πια παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Το σημαντικό είναι να κατανοήσουμε ότι δεν υπάρχουμε στο παρελθόν και σίγουρα όχι στο μέλλον. Η μόνη απτή στιγμή που διαθέτουμε είναι το παρόν. Γι’ αυτό και μόνο θα έπρεπε να σταματήσουμε να επιφορτίζουμε οποιονδήποτε ή οτιδήποτε (κυρίως σε ό,τι αφορά τα προσωπικά μας) με σχέδια, προσδοκίες και τρελά σενάρια, που δεν κάνουν τίποτα άλλο πέρα απ’ το να καταστρέφουν μια σχέση -πολλές φορές πριν καλά-καλά αυτή αρχίσει.

Έχεις παρατηρήσει ποτέ ότι όταν θες κάτι πολύ να γίνει, όταν ανυπομονείς κι ασυναίσθητα στο μυαλό σου δημιουργείς ιστορίες για αγρίους, τότε είναι που τίποτα απ’ όσα ονειρευόσουν δε γίνεται; Μάλλον ακριβώς το αντίθετο σε σερβίρει η ζωή, να σε χορτάσει απογοητεύσεις.

Πριν βιαστείς να πεις «όχι», να σου πω πως δε θα σε πιστέψω, γιατί όλοι το έχουμε πάθει και δεν είναι δα και τόσο τρομερό. Ίσως απλά να σημαίνει κιόλας ότι δεν έπρεπε μια κατάσταση να προχωρήσει έτσι κι αλλιώς στη ζωή μας και να μας γλύτωσε από περιττά μπερδέματα. Επειδή, λοιπόν, όλοι έχουμε βρεθεί σε αυτή τη θέση, εγώ αποφάσισα να τα δω αλλιώς τα πράγματα. Καθότι όλα στη ζωή μας είναι ρευστά και διαπραγματεύσιμα κι όλα διαρκώς αλλάζουν, η καλύτερη αντιμετώπιση είναι να ζούμε απλά την κάθε στιγμή.

Να μην αντιμετωπίζουμε το καθετί γύρω μας σαν δεδομένο, αλλά σαν κάτι το οποίο ανά πάσα στιγμή μπορεί να μεταβληθεί, να αλλάξει ακόμα και να χαθεί. Έτσι, όχι μόνο δεν επαναπαυόμαστε, αλλά αντίθετα προσπαθούμε περισσότερο για κάτι που θέλουμε να ζήσουμε παραπάνω, για κάτι που θέλουμε να κρατήσει. Δεν αναλωνόμαστε σε φανταστικά σενάρια, σε θεωρίες και κυρίως δε δημιουργούμε μόνοι μας –γιατί συνήθως έτσι γίνονται αυτά– προσδοκίες, αφαιρώντας κάθε μαγεία κι ομορφιά της ανεπιτήδευτης κι αναπάντεχης εξέλιξης.

Στην ουσία αυτό είναι και το κλειδί. Να μπορεί κανείς να απολαμβάνει τη στιγμή και να απορροφά κάθε εμπειρία, ξεζουμίζοντας αυτό που λέμε ζωή. Τα σενάρια κι οι ιστορίες είναι για τους παραμυθάδες και τους σεναριογράφους και σε καμία περίπτωση δε μας ωφελούν στην πραγματική ζωή. Και δεν ωφελούν, όχι γιατί «όταν κάνουμε σχέδια ο Θεός γελάει», αλλά γιατί απλούστατα υπάρχουν ένα σωρό αστάθμητοι παράγοντες που μπορούν να αναδιαμορφώσουν μια κατάσταση ή μια συνθήκη, φυσικά χωρίς τη δική μας συγκατάθεση.

Οι νουθεσίες και το να «κουνάω το δάχτυλο» στους άλλους δεν είναι το φόρτε μου, αλλά εδώ θα γίνει μία εξαίρεση. Κυρίως για να ξυπνήσω εμένα, αφού πολλές φορές πέφτω στη λούμπα αυτή και κάνω το ίδιο λάθος. Περιμένω πιο πολλά από κάποιον άνθρωπο, δημιουργώ σενάρια για μια επικείμενη δουλειά και καταλήγω και χωρίς την αλλαγή που τόσο θέλω και με την προσδοκία μετέωρη να κρέμεται πάνω απ’ το κεφάλι μου.

Όσο μπορούμε ας ζούμε το τώρα. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο. Και θα δούμε έτσι πόσες νέες εμπειρίες θα κερδίσουμε και πόσα πιο πολλά πράγματα, χωρίς την αγωνία του μέλλοντος, αλλά με μια νέα αγωνία: να ζήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται, όσο έχουμε το παρόν κι όσο έχουμε κάτι για το οποίο αξίζει να δουλέψουμε για να μην το χάσουμε.

Το παρελθόν ας το αφήσουμε πίσω και το μέλλον θα γίνει –πολύ πιο σύντομα από όσο πιστεύουμε– παρόν, οπότε απλά απολαμβάνουμε την κάθε στιγμή, πριν αυτή χαθεί.

Λιαντίνης: Η επιταγή της ζωής σου

Ότι δίψασες, και ήπιες το κρύο νερό της πηγής. Αυτά πληρώνεις την ώρα που πεθαίνεις.
 
Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που εδιάλεξε η εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:
 
Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ΄ έναν πύρινο τάφο.
 
Θα περνάς τους αιώνες με το αίσθημα του ραγδαίου ιλίγγου ενός ανθρώπου που γκρεμίζεται από τον τριακοστό όροφο.
 
Θα περπατάς γυμνός σε άδεντρο τόπο, κάτου από ένα ορμητικό φλογοβρόχι.
 
Ρωτάς: ποια είναι η χρέωση, και ποια είναι η σπατάλη μου;
 
Μα είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή η δική σου που έζησες, με όλες τις χαρές που σου ‘δειξε.
 
Ότι είδες τον ήλιο το πρωί, και τη θάλασσα τον Ιούλιο. Ότι περπάτησες σε μια ρεματιά το Μάη μ’ ένα κορίτσι στο πλάι σου, κι ακούσατε τ’ αηδόνι.
 
Θα σε ρίχνουν χωρίς σταματημό σ΄ ένα βαθύ πηγάδι γιομάτο με κόκκινα, και μαύρα, και κίτρινα φίδια. Κόμπρες, οχιές, κροταλίες.
 
Θα βουτάς σε βόθρους. Και θα πνίγεσαι επαναληπτικά και ακαταύπαστα μπουκωμένος στα περιττώματα.
 
Μυτερώνυχοι διάβολοι θα σε καρφώνουν ανάσκελα με τεράστιες πηρούνες.
 
Θα’ σαι φυτεμένος αιώνια στους πάγους, και θα σε φυσάει κατάγυμνο ο δρεπανηφόρος Καικίας.
 
Θα μεταμορφώνεσαι σε δέντρο, σε φίδι, σε τέρας. Θα ζεις, δηλαδή το μαρτύριο της αλλαγής της σάρκας σου.
 
Και όλα αυτά τα φρικώδη στους αιώνες των αιώνων. Χωρίς την ελπίδα της παύλας. Ο Δάντης εκείνους που διαβαίνουν την πύλη της Κόλασης τους βάζει να διαβάζουν μια επιγραφή που δεν παρηγοριέται με τίποτα:
 
Την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε!
 
Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη – τι’ ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών! – να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;
 
Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Τα όνειρα είναι η φωνή της ψυχής μας

Όνειρα, ή αλλιώς εικόνες και ιστορίες ακατανόητες, πλούσιες σε συναισθήματα και αισθήσεις. Ένας κόσμος μαγικός, ένα παράλληλο σύμπαν, που ζούμε μέσα του ή υπάρχει μέσα μας για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας.

Κάποιοι λένε πως δεν βλέπουν όνειρα, μα αυτό δεν αληθεύει. Όλοι μας βλέπουμε πολλά όνειρα, και όχι μόνο κατά τη διάρκεια του σταδίου REM, όπου θεωρούταν παλιότερα το στάδιο του ύπνου που ονειρευόμαστε. Κάποιοι θυμούνται τα όνειρά τους μόλις ξυπνήσουν αλλά μετά από λίγο χάνονται απ’ τη μνήμη σαν να μην έχουν υπάρξει ποτέ, όσο αληθινά κι αν τους φάνηκαν.

Πολλές φορές, βλέπουμε επαναλαμβανόμενα όνειρα, ακόμα κι επί σειρά ετών. Τα τρομακτικά όνειρα, οι γνωστοί εφιάλτες, μας ταλαιπωρούν κάποιες νύχτες και ίσως να επηρεάζουν τη διάθεσή μας κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Είτε τα όνειρα που βλέπουμε μας δημιουργούν μια ευχάριστη αίσθηση, είτε μας γεμίζουν φόβο και αγωνία μήπως και γίνουν προφητικά, ας ονειρευτούμε ελεύθερα και άφοβα. Γιατί τα όνειρα είναι η συμβολική γλώσσα του ασυνείδητου. Είναι η ψυχή μας που μας μιλάει, που θέλει να μας δείξει με σοφό τρόπο το δρόμο που εκείνη θα ήθελε να ακολουθήσουμε ώστε να βρούμε την εσωτερική μας γαλήνη και αρμονία. Είναι ο τρόπος της για να διαχειριστεί τα ερεθίσματα της καθημερινότητας και τα έντονα συναισθήματα που προκύπτουν.

Αν επιθυμούμε να ακούσουμε την ψυχή μας, να έρθουμε σε επαφή με τον βαθύτερο εαυτό μας και τις επιθυμίες του, ας αφουγκραστούμε τα όνειρά μας. Sleep over it, λένε οι αγγλοσάξονες και εννοούν πως όταν κάτι μας απασχολεί, ας κοιμηθούμε και όταν ξυπνήσουμε θα έχουμε βρει τη λύση. Όταν λοιπόν, θέλουμε να πάρουμε μια απόφαση, όταν έχουμε να επιλέξουμε έναν δρόμο και έχουμε μια εσωτερική σύγκρουση, μια αντίφαση μέσα μας, τότε λίγο πριν κοιμηθούμε ας ζητήσουμε από τον εαυτό μας να μας δώσει την απάντηση. Να μας οδηγήσει στο δρόμο που χαράζει η ψυχή μας.

Αν έχουμε επαναλαμβανόμενα όνειρα, αυτό σημαίνει πως η ψυχή μας προσπαθεί κάποιο μήνυμα να στείλει στον συνειδητό εαυτό μας, αλλά εμείς επιμένουμε να το αγνοούμε. Το καλύτερο για εμάς είναι να σκύψουμε πάνω απ’ το όνειρο και να προσπαθήσουμε να το αποκωδικοποιήσουμε. Πολλές φορές μας είναι δύσκολο να βρούμε το νόημα του ονείρου μας.

Σ’ αυτή την περίπτωση, η βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας που έχει εκπαιδευτεί στην ανάλυση ονείρων, θα είναι πολύτιμη, ώστε να μπορέσουμε να γνωρίσουμε τον πλούσιο κόσμο της ψυχής μας. Ο ειδικός θα μας καθοδηγήσει να βρούμε τι συμβολίζει για εμάς προσωπικά η κάθε εικόνα, και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επιβάλλει τη δική του ερμηνεία.

Μπορούμε και μόνοι μας να αποκωδικοποιήσουμε τα όνειρά μας, σημειώνοντάς τα αμέσως μόλις ξυπνήσουμε. Ένα χαρτί και ένα μολύβι δίπλα στο κομοδίνο θα μας βοηθήσουν να καταγράψουμε με κάθε λεπτομέρεια το όνειρο που είδαμε.

Σημαντικό είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί στο όνειρο και μας δείχνει πώς νιώθει η ψυχή μας, ακόμα κι αν εμείς δεν νιώθουμε έτσι, γιατί επί της ουσίας τείνουμε να απωθούμε τα επώδυνα συναισθήματα. Τα πρόσωπα, τα αντικείμενα και οι καταστάσεις συμβολίζουν κομμάτια του εαυτού μας που συνήθως δεν τους δίνουμε φωνή, ή δεν θέλουμε καν να δούμε.

Χρειάζεται να αναρωτιόμαστε τι σημαίνει για μας για παράδειγμα η θάλασσα, ο σκύλος, το ασανσέρ. Αποκωδικοποιώντας τα σύμβολα και διερωτώμενοι κάθε φορά τι σημαίνουν για εμάς, ενώνουμε τα κομμάτια σε μια ιστορία που μπορεί να μας φανερώσει πού βρισκόμαστε στο σήμερα, να μας δείξει κάτι που δεν θέλουμε να δούμε συνειδητά, ή να μας δώσει μια απάντηση σε κάτι που μας απασχολεί.

Ας ονειρευτούμε λοιπόν ελεύθερα και άφοβα. Ας αναζητήσουμε τα όνειρά μας, γιατί σε αυτά θα βρούμε τη σοφία της ψυχής μας. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε τον βαθύτερο εαυτό μας και τον αφουγκραζόμαστε, τόσο περισσότερο θα αναπτυσσόμαστε ψυχικά και πνευματικά, βρίσκοντας τη γαλήνη που θα μας οδηγήσει στην προσωπική ολοκλήρωση και πληρότητα.

Η ράχη της καμήλας ή Πώς τα μικρά προβλήματα σταδιακά οδηγούν στην κατάρρευση

Οι περισσότεροι οργανισμοί δεν καταρρέουν εξαιτίας ενός και μόνο συντριπτικού χτυπήματος. Οι περισσότερες σχέσεις δεν τελειώνουν εξαιτίας μιας και μόνο μεγάλης φιλονικίας. Οι περισσότερες ζωές δεν γίνονται κομμάτια εξαιτίας ενός και μόνο θλιβερού γεγονότος. Όχι• αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι η οριστική αποτυχία προκαλείται από μικρές καθημερινές αμέλειες που στοιβάζονται με το χρόνο και οδηγούν σε μια εκρηκτική κατάρρευση.

Θυμηθείτε το μεταφορικό παράδειγμα με τη ράχη της καμήλας. Φόρτωναν το φτωχό ζώο με δεμάτια σανό. Κάθε δεμάτι μόνο του ήταν ελαφρύ και δεν προκαλούσε μεγάλο πρόβλημα. Τα δεμάτια συνέχισαν, όμως, να στοιβάζονται πάνω στη ράχη της καμήλας μέχρι τη στιγμή που το βάρος έγινε τόσο μεγάλο ώστε ένα μόνο άχυρο που έπεσε πάνω στη ράχη της να τη σπάσει.

Αυτό είναι που αποκαλώ σύνδρομο της ράχης της καμήλας. Μια μικρή αμέλεια οδηγεί αναπόφευκτα σε επιχειρήσεις και σε ζωές που είναι πραγματικά ερείπια. Οι κορυφαίοι μοχθούν και για τις μικρές λεπτομέρειες. Κάνουν σωστά ακόμα και τα φαινομενικά ασήμαντα πράγματα.

Έχουν την πειθαρχία να διακρίνονται ακόμα και σε μικρές εργασίες και δραστηριότητες και καθημερινές υποχρεώσεις, από όπου ξεπηδούν τα θεαματικά αποτελέσματα. Κατανοούν ότι οι ανθεκτικές επιτυχίες είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης και όχι της επανάστασης. Το ίδιο μπορείτε να κάνετε κι εσείς. Η οριστική αποτυχία προκαλείται από μικρές καθημερινές αμέλειες που στοιβάζονται με το χρόνο και οδηγούν σε μια εκρηκτική κατάρρευση.

Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση

Επειδή στην Οικουμένη:
η υποχώρηση φέρνει προώθηση·
το άδειασμα, πληρότητα·
το πάλιωμα, ανανέωση·
όταν επιζητάς λίγα, στο τέλος κερδίζεις πολλά·
όταν επιζητάς πολλά, χάνεις και τα λίγα…

Ο σοφός άνθρωπος
αποδέχεται ανεπιφύλακτα
την ενότητα των αντιθέτων.

Έτσι στη ζωή του:
Δεν αυτοπροβάλλεται·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
αναδεικνύεται .
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε του λόγος είναι δίκαιος·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
παινεύεται.

Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε πράξη του είναι σωστή·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
εκτιμάται.

Δεν έχει έπαρση·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
επιλέγεται για αρχηγός.

Δηλαδή φαίνεται ότι,
επειδή δεν διακατέχεται
από το πνεύμα του ανταγωνισμού,
κανείς μέσα στην κοινωνία
δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί .

Μήπως το παλιό ρητό:
«Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση»
είναι λόγια κούφια;
– Δεν νομίζω .
– Αλήθεια !

Αν κρατάς τέτοια στάση,
καταξιώνεσαι …

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΤΣΙΝΓΚ

Επομένως η αυτοεκτίμησις μας εις τον κόσμο αυτόν εξαρτάται απολύτως από το τι ωθούμε τον εαυτό μας να είναι και να πράττει

Για να είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας, σύμφωνα με τον Τζέιμς, δεν είναι απαραίτητο να πετυχαίνουμε επί παντός επιστητού. Οι δε αποτυχίες μας δεν είναι πάντα ταπεινωτικές- ταπείνωση νιώθουμε μόνο όταν αδυνατούμε να κατορθώσουμε τα επιτεύγματα εκείνα, στα οποία προηγουμένως έχουμε επενδύσει όλη την περηφάνια και την αξιοσύνη μας. Οι στόχοι μας, λοιπόν, καθορίζουν τι ερμηνεύουμε ως θρίαμβο και τι αναγκαζόμαστε να θεωρήσουμε αποτυχία. Ο Τζέιμς, καθηγητής ψυχολογίας στο Χάρβαρντ, αντλούσε περηφάνια από το ότι ήταν διακεκριμένος ψυχολόγος. Επομένως, αν μάθαινε ότι κάποιοι γνώριζαν για την ψυχολογία περισσότερα απ’ όσα εκείνος, ομολογούσε ότι θα αισθανόταν φθόνο και ντροπή.

Επειδή όμως του ήταν αδιάφορα τα αρχαία ελληνικά, δεν τον πείραζε ότι άλλοι μπορούσαν να μεταφράζουν ολόκληρο το Συμπόσίον, ενώ αυτός δεν καταλάβαινε ούτε την πρώτη αράδα.

«Άνευ εγχειρήματος δεν υφίσταται αποτυχία, άνευ δε αποτυχίας δεν υφίσταται ταπείνωσις. Επομένως η αυτοεκτίμησις μας εις τον κόσμο αυτόν εξαρτάται απολύτως από το τι ωθούμε τον εαυτό μας να είναι και να πράττει. Προκύπτει από τον λόγον του τι είμεθα επί του παρόντος ως προς αυτά που δυνητικά είμεθα:

Αυτοεκτίμησις =Επιτυχία / Φιλοδοξίες

Η εξίσωση του Τζέιμς δείχνει καθαρά πώς με κάθε αύξηση των προσδοκιών μας επαυξάνεται ο κίνδυνος που διατρέχουμε να ταπεινωθούμε. Επομένως, η ευτυχία μας επηρεάζεται σε κρίσιμο βαθμό από το τι έχουμε φτάσει να θεωρούμε “φυσικό” κι αναμενόμενο. Γι’ αυτό , εξάλλου, ελάχιστα βάσανα είναι εφάμιλλα με το μαρτύριο της ξεπεσμένης ντίβας, του πολιτικού που δεν έχει πέραση ή, όπως θα μπορούσε να είχε σχολιάσει ο Τοκβίλ, του αποτυχημένου Αμερικανού.

Η εξίσωση αυτή, ωστόσο, υπαινίσσεται και δύο ελιγμούς με τους οποίους μπορούμε να αυξήσουμε την αυτοεκτίμησή μας. Από τη μια πλευρά, να προσπαθήσουμε για περισσοότερες επιτυχίες κι από την άλλη, να μειώσουμε το πλήθος αυτών που θέλουμε να επιτύχουμε. Ο Τζέιμς μίλησε αναλυτικά για τα πλεονεκτήματα της δεύτερης προσέγγισης:

“Η παραίτησις από τις φιλοδοξίες μάς παρέχει πλήρη ανακούφισιν όσο και η εκπλήρωσίς του. Είναι παράξενο πόσο αλαφρώνει η καρδία μας όταν αποδεχόμεθα καλή τη πίστη ότι ουδέν είμεθα σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Πόσο ευχάριστη η ημέρα κατά την οποία παύουμε να πασχίζουμε να διατηρηθούμε νέοι και λυγεροί. “Δόξα τω Θεώ!¨- αναφωνούμε – “χάθηκαν αυτές οι ψευδαισθήσεις”. Οιαδήποτε προσθήκη εις τον εαυτόν είναι και άχθος εκτός από καύχος”.

Δυστυχώς όμως για την αυτοεκτίμησή μας οι δυτικές κοινωνίες δε φημίζονται ως αρωγοί μιας στάσης παραίτησης από τις βλέψεις μας – δεν επιτρέπουν να δεχτούμε “καλή τη πίστη” ότι γεράσαμε, ότι παχύναμε, πόσο μάλλον ότι είμαστε φτωχοί και αφανείς. Η διάθεση που επικρατεί σε αυτές μας ωθεί να επενδύουμε όλο μας το είναι σε δραστηριότητες και σε αποκτήματα που δε θα περνούσαν καν από το νου των προγόνων μας. Σύμφωνα με την εξίσωση του Τζέιμς, οι δυτικές κοινωνίες πολλαπλασιάζοντας τις φιλοδοξίες μας, το καθιστούν σχεδόν ανέφικτο να διατηρούμε σε ικανοποιητικό βαθμό την αυτοεκτίμησή μας.

Όποιος έχει καθ’ εαυτόν κάτι το αξιόλογο μπορεί ευκολότερα να τα βγάζει πέρα χωρίς τους ανθρώπους παρά μ’ αυτούς

«Δεν υπάρχει λωτός χωρίς μίσχο», λέγει μία ινδική παροιμία. Έτσι και η μοναχικότητα παρουσιάζει -μαζί με τα τόσα πλεονεκτήματα- και τα μικρά της επίσης μειονεκτήματα, τα μικρά της προβλήματα, τα όποια, όμως, συγκρινόμενα μ’ εκείνα της κοινωνικότητας, είναι ασήμαντα. Ως εκ τούτου, όποιος έχει καθ’ εαυτόν κάτι το αξιόλογο μπορεί ευκολότερα να τα βγάζει πέρα χωρίς τους ανθρώπους παρά μ’ αυτούς. Παρεμπιπτόντως, ανάμεσα σ’ εκείνα τα μειονεκτήματα της μοναχικότητας, υπάρχει κι ένα που δεν συνειδητοποιεί κανείς εύκολα όπως τα υπόλοιπα, και συγκεκριμένα το εξής: όπως, όταν παραμένουμε διαρκώς και παρατεταμένα μέσα στο σπίτι, το σώμα μας γίνεται τόσο ευαίσθητο σ’ εξωτερικές επιδράσεις που με κάθε δροσερό ρευματάκι αρρωσταίνει, έτσι και το πνεύμα μας, με τον διαρκώς αποτραβηγμένο και μοναχικό βίο, γίνεται τόσο ευαίσθητο που ανησυχούμε, θιγόμαστε ή πληγωνόμαστε από τα πλέον ασήμαντα συμβάντα, λόγια, μάλιστα και από μία απλή έκφραση του προσώπου· ενώ, αντίθετα, όποιος παραμένει διαρκώς στην οχλαγωγία δεν δίνει σημασία σε τέτοια πράγματα.

Σ’ εκείνον δε τον άνθρωπο, και ιδιαίτερα τον νεαρής ηλικίας, που δεν καταφέρνει να υπομείνει για πολύ την ερημιά της μοναξιάς, όσο συχνά και αν η δικαιολογημένη απέχθειά του για τους ανθρώπους τον έχει αναγκάσει να καταφύγει σ’ αυτήν, δίνω την συμβουλή να συνηθίσει να παίρνει μαζί του ένα μέρος της μοναξιάς του όποτε πρόκειται να βρεθεί με άλλους, να μάθει δηλ. να είναι σ’ έναν κάποιο βαθμό μόνος ακόμη και όταν βρίσκεται ανάμεσά τους. Τούτο σημαίνει πως δεν πρέπει να τους κοινοποιεί πάραυτα τις σκέψεις του ούτε να παίρνει τοις μετρητοίς τα όσα λέγουν, αλλά να ξέρει πως δεν πρέπει να περιμένει -τόσο από διανοητική όσο και από ηθική άποψη- και πάρα πολλά απ’ αυτούς κι έτσι ν’ αναπτύξει και να εδραιώσει μέσα του την αδιαφορία εκείνη για τις απόψεις τους που αποτελεί το ασφαλέστερο μέσο για να επιδεικνύει διαρκώς μία αξιέπαινη ανεκτικότητα. Τότε, παρότι ανάμεσα τους δεν θα βρίσκεται εντελώς μέσα στην κοινωνία τους, αλλά θα συμπεριφέρεται έναντι αυτής μάλλον κατά τρόπο αμιγώς αντικειμενικό- τούτο δε θα τον προστατεύει από την υπερβολική επαφή μαζί της κι επομένως και από κάθε αμαύρωση ή και πλήγωμα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Κλιματικά μοντέλα για τους επτά μακρινούς πλανήτες του άστρου TRAPPIST-1

Κλιματικά μοντέλα για τους επτά πλανήτες οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το άστρο TRAPPIST-1 δημιούργησαν αστρονόμοι του Πανεπισημίου Washington. Η συγκεκριμένη δουλειά μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη μελέτη πλανητών (εξωπλανητών) που βρίσκονται σε άστρα διαφορετικά από τον ήλιο, καθώς και στην καλύτερη αξιοποίηση των δεδομένων που θα προκύπτουν από το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb, που αναμένεται να εκτοξευτεί το 2021.
 
Το ψυχρό νάνο Μ αστέρι TRAPPIST-1 έχει πιθανώς επτά πλανήτες. Τα μοντέλα δείχνουν ότι και οι επτά εξωπλανήτες πιθανότατα εξελίχθηκαν όπως η Αφροδίτη , πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε ύδατα ή ωκεανοί θα είχαν εξατμιστεί νωρίς στο σχηματισμό του συστήματος

«Δημιουργούμε μοντέλα για άγνωστες ατμόσφαιρες, όχι απλά θεωρώντας ότι αυτά που βλέπουμε στο ηλιακό σύστημα θα μοιάζουν όπως μοιάζουν γύρω από ένα άλλο άστρο» είπε ο Andrew Lincowski,, διδακτορικός του UW και επικεφαλής του δημοσιευμένου άρθρου στο Astrophysical Journal. «Κάναμε αυτή την έρευνα για να δείξουμε πώς θα μπορούσαν να μοιάζουν αυτοί οι διαφορετικοί τύποι ατμοσφαιρών» ανέφερε.
 
Η ομάδα των ερευνητών διαπίστωσε πως, εξαιτίας μιας εξαιρετικά θερμής και φωτεινής πρώιμης αστρικής φάσης, και οι επτά κόσμοι του άστρου ενδεχομένως να εξελίχθηκαν όπως η Αφροδίτη – με πιθανούς αρχαίους ωκεανούς να εξατμίζονται, αφήνοντας πίσω πυκνές, αφιλόξενες ατμόσφαιρες. Ωστόσο, ένας πλανήτης, ο TRAPPIST-1 e, θα μπορούσε να είναι ένας κόσμος με ωκεανούς σαν τη Γη, ο οποίος αξίζει περαιτέρω μελέτη, όπως έχουν δείξει προηγούμενες έρευνες.
 
Ο TRAPPIST-1, 39 έτη φωτός ή περίπου 235 τρισεκατομμύρια μίλια μακριά, είναι ένα πολύ μικρό άστρο, ένας σχετικά ψυχρός «νάνος Μ», το πιο κοινό είδος στο σύμπαν, με περίπου το 9% της μάζας του ήλιου μας και γύρω στο 12% της ακτίνας του. Και οι επτά πλανήτες έχουν περίπου το μέγεθος της Γης, και τρεις από αυτούς – οι e,f και g – θεωρείται πως βρίσκονται στην κατοικήσιμη ζώνη: Την περιοχή του διαστήματος γύρω από ένα άστρο όπου ένας βραχώδης πλανήτης θα μπορούσε να έχει νερό σε υγρή μορφή στην επιφάνειά του, δημιουργώντας πιθανότητες για την ύπαρξη ζωής. Ο d βρίσκεται στην εσωτερική άκρη της ζώνης, ενώ o h είναι αμέσως έξω από την εξωτερική.
 
Προηγούμενες έρευνες έχουν δημιουργήσει μοντέλα για τους κόσμους του TRAPPIST-1, σημείωσε ο Andrew Lincowski,. Ωστόσο, ο ίδιος και η ομάδα του «προσπάθησαν να κάνουν την πιο εκτενή δημιουργία φυσικών μοντέλων που ήταν δυνατή από άποψης ακτινοβολίας και χημείας, προσπαθώντας να επιτύχουν τη φυσική και τη χημεία τους όσο το δυνατόν σωστότερα».
 
Τα μοντέλα ακτινοβολίας και χημείας δημιουργούν φασματικές (μήκους κύματος) «υπογραφές» για κάθε δυνατό ατμοσφαιρικό αέριο, επιτρέποντας σε παρατηρητές να προβλέπουν καλύτερα πού πρέπει να αναζητούν τέτοια αέρια σε ατμόσφαιρες εξωπλανητών. Ο Andrew Lincowski είπε πως, όταν ανιχνεύονται ίχνη αερίων από το James Webb ή άλλα, κάποια στιγμή «οι αστρονόμοι θα χρησιμοποιούν τις διακυμάνσεις που παρατηρούν στο φάσμα για να διαπιστώνουν ποια αέρια είναι παρόντα. Κατόπιν, θα συγκρίνουν αυτά τα δεδομένα με δουλειές σαν τις δικές μας, για να βγάζουν συμπεράσματα για τη σύνθεση, το περιβάλλον και ίσως την εξελικτική ιστορία του πλανήτη».
 
Ο συνδυασμός γήινων κλιματικών μοντέλων με μοντέλα φωτοχημείας έδειξε πως ο b, ο κοντινότερος στο άστρο πλανήτης, είναι ένας φλεγόμενος κόσμος, πολύ θερμός για τη δημιουργία ακόμα και νεφών θειϊκού οξέος. Οι c και d λαμβάνουν λίγο περισσότερη ενέργεια από το άστρο από ό,τι η Αφροδίτη και η Γη από τον ήλιο μας, και θα μπορούσαν να μοιάζουν με την Αφροδίτη, έχοντας πυκνή, αφιλόξενη ατμόσφαιρα. Ο e είναι ο πιο πιθανός υποψήφιος για να έχει νερό σε υγρή μορφή στην επιφάνεια, και θα ήταν πολύ καλή επιλογή για περαιτέρω μελέτες ως προς την κατοικησιμότητά του. Οι f, g και h θα μπορούσαν να μοιάζουν με την Αφροδίτη ή θα μπορούσαν να είναι παγωμένοι – ανάλογα με το πόσο νερό σχηματίστηκε στον κάθε πλανήτη κατά την εξέλιξή του.
 
Ο Lincowski σημείωσε πως στην πραγματικότητα όλοι οι πλανήτες του TRAPPIST-1 θα μπορούσαν να μοιάζουν με την Αφροδίτη, με αρχαία νερά ή ωκεανούς να έχουν εξαφανιστεί στο μακρινό παρελθόν. Όπως εξήγησε, όταν το νερό εξατμίζεται από την επιφάνεια ενός πλανήτη, υπεριώδες φως από το άστρο διασπά τα μόρια νερού απελευθερώνοντας υδρογόνο, που είναι το ελαφρύτερο στοιχείο και μπορεί να διαφύγει από τη βαρύτητα ενός πλανήτη. Αυτό θα άφηνε πίσω πολύ οξυγόνο, που θα μπορούσε να παραμείνει στην ατμόσφαιρα και θα απομάκρυνε νερό από τον πλανήτη χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Ένας τέτοιος πλανήτης θα είχε πυκνή ατμόσφαιρα οξυγόνου, η οποία όμως θα ήταν διαφορετική από ό,τι έχουμε δεν μέχρι σήμερα.
 
«Αυτό θα μπορούσε να είναι δυνατό εάν οι πλανήτες αυτοί είχαν αρχικά περισσότερο νερό από τη Γη, την Αφροδίτη ή τον Άρη. Αν ο TRAPPIST-1 e δεν έχασε όλο το νερό του κατά αυτή τη φάση, σήμερα θα μπορούσε να αποτελεί έναν υδάτινο κόσμο, εντελώς καλυμμένο από ωκεανό. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε να έχει κλίμα παρόμοιο με της Γης» συνέχισε ο Λινκόβσκι.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Ησιόδεια έπη

Εισαγωγή στα Ησιόδεια έπη

Ησίοδος και Όμηρος
O Aσκραίος ποιητής Hσίοδος φαίνεται, και είναι, από πολλές απόψεις παράξενος και εξ αυτού απροσδόκητος: συνάμα αρχαϊκός και νεωτερικός· συντηρητικός και ριζοσπαστικός. O αρχαϊκός συντηρητισμός του ελέγχεται σε ό,τι, καλώς ή κακώς, ονομάζουμε "ιδεολογία"· ο ριζοσπατικός νεωτερισμός, στον χειρισμό του μύθου αλλά και στις υποδοχές και στις φόρμες του ποιήματος, κατά κανόνα μικρόσχημες και φαινομενικώς αποσπασματικές.
 
H προηγούμενη όμως διάκριση παραμένει σχηματική και συχνά αποδεικνύεται αμφίβολη. Γιατί κάποτε ιδέες και φόρμες συμπορεύονται στον ριζοσπαστικό τους δρόμο, σε φανερό μάλιστα ή λανθάνοντα διάλογο του Aσκραίου ποιητή με τον Όμηρο· ειδικότερα με το έπος της Oδύσσειας, την ποιητολογική θεωρία της οποίας ο Hσίοδος, κατά περίπτωση, ελέγχει, διορθώνει και συμπληρώνει.
 
H ελληνική, εξάλλου, αρχαιότητα συνέτασσε δίχως ενδοιασμούς τον Aσκραίο ποιητή με τον Όμηρο. Eπιφανέστερος μάρτυρας της ισότιμης αυτής σύνταξης υπήρξε ο Hρόδοτος, ο οποίος αποφαίνεται (2.53): οὗτοι δέ (ενν. Ὅμηρος καὶ Ἡσίοδος) εἰσι οἱ ποιήσαντες θεογονίην Ἕλλησιν καὶ τοῖσι θεοῖσι τὰς ἐπωνυμίας δόντες καὶ τιμάς τε καὶ τέχνας διελόντες καὶ εἴδεα αὐτῶν σημήναντες. Σε νεοελληνική παράφραση: «αυτοί είναι που με τα ποιήματά τους όρισαν για τους Έλληνες την καταγωγή και τη γενεαλογία των θεών, τους έδωσαν ονόματα, τους μοίρασαν τιμές και τέχνες, σημάδεψαν τις μορφές τους».
 
H θεογονική και θεολογική αυτή απόφαση του Hροδότου μπορεί σήμερα εν μέρει να αμφισβητείται, φαίνεται όμως ότι απηχεί την κοινή πεποίθηση της πρώιμης, κλασικής και όψιμης αρχαιότητας, που ήθελε τον Όμηρο και τον Hσίοδο, γενικότερα, δίδυμους στυλοβάτες της επικής παράδοσης.
 
Βιογραφικά στοιχεία
Όσες βέβαιες πληροφορίες κατέχουμε για το πρόσωπο και τον βίο του Hσιόδου οφείλονται σε δικές του ομολογίες, διάσπαρτες στη Θεογονία και στα Έργα του. Πρόκειται για ελάχιστα αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα οποία ιχνογραφούν, αδρά έστω, τη μορφή του ποιητή.
 
Άγνωστη παραμένει η ακριβέστερη χρονολογία της γέννησης του Hσιόδου. H ακμή του πάντως πέφτει εκεί γύρω στα τέλη του 8ου προχριστιανικού αιώνα ή λίγο αργότερα. H πιθανή αυτή χρονολόγηση συνεπάγεται την προτεραιότηα των ομηρικών επών, τουλάχιστον της Iλιάδος.
 
O πατέρας του ποιητή ήλθε στη Bοιωτία από την Kύμη, αιολική πόλη της Mικράς Aσίας ανάμεσα στη Λέσβο και στη Xίο. Eυγενής στην καταγωγή, άτυχος όμως στις θαλασσινές, εμπορικές επιχειρήσεις του, άφησε, φαίνεται, οριστικά τις ριψοκίνδυνες περιπέτειες της θάλασσας, για να εγκατασταθεί ως κτηματίας στο βοιωτικό χωριό Άσκρα ― μια γωνιά γης που ο Hσίοδος την απαθανάτισε για την ασκήμια, το κακό κλίμα και τη μιζέρια της (Έργα,στ. 639-640).
 
Στα βέβαια βιογραφικά στοιχεία του ποιητή ανήκει και η διαβόητη δίκη, όπου αντίδικος του Hσιόδου υπήρξε ο αδελφός του Πέρσης ― η διαμάχη αυτή για κτηματικές διαφορές έγινε εμπειρική αφορμή για τη σύνθεση των Έργων.
 
Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, ο Hσίοδος ξεκίνησε τη ζωή του ως αγρότης και βοσκός. Mια μέρα όμως, ενώ έβοσκε τα πρόβατά του στον Eλικώνα, τον απάντησαν οι Mούσες και τον κάλεσαν να εγκαταλείψει το μίζερο και βάναυσό του επάγγελμα, για να αφιερωθεί στο μουσικό τραγούδι υπηρετώντας την αλήθεια. Aυτή η επιφάνεια των Mουσών υπήρξε σταθμός στη ζωή του Hσιόδου, όπως φαίνεται και από τη μεταφορά της στη Θεογονία (στ. 22-35) ― δεν πρόκειται για πλαστή επίνοια, αλλά για ένα είδος οραματικής εμπειρίας που ξύπνησε στον Hσίοδο την ποιητική του συνείδηση. Tήν οφειλή του πάντως στις Mούσες δεν την ξέχασε ποτέ ο ποιητής και, όταν αργότερα κέρδισε στη Xαλκίδα νικητήριο τρίποδα στους επιτάφιους αγώνες που έγιναν προς τιμή του Aμφιδάμαντα, τον αφιέρωσε στις Mούσες, στο ίδιο μάλιστα εκείνο μέρος όπου τον είχαν χρίσει αοιδό (Έργα, στ. 654-659).
 
Ως εντεταλμένος αοιδός των Mουσών και ραψωδός, ο Hσίοδος ταξίδεψε απαγγέλλοντας δικά του και ξένα ποιήματα. Δεν έκανε όμως ποτέ μεγάλο θαλασσινό ταξίδι, όπως το ομολογεί ο ίδιος (Έργα, στ. 650 κε.), γιατί το θεωρούσε ριψοκίνδυνο ― προτίμησε τα ταξίδια στη στεριά.
 
H σκληρή πείρα της αγροτικής ζωής, η πίκρα του μικροεισοδηματία, η συναίσθηση πως η παλιά τάξη των πραγμάτων είχε αρχίσει ήδη να κλονίζεται, ανακλώνται στο έργο του Hσιόδου· του προσδίδουν ρεαλισμό και απαισιοδοξία, η οποία όμως δεν τον κάνει να παραιτηθεί από το επίμονο αίτημα για δικαιοσύνη, φρόνηση και έντιμη εργασία.
 
Για τις συνθήκες του θανάτου του υπάρχει σχετική ανεκδοτολογία· πάντως στον βοιωτικό Oρχομενό έδειχναν τον τάφο του ποιητή, και η μαρτυρία αυτή μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη.
 
Εργογραφικά στοιχεία
Εκτός από τη Θεογονία και τα Έργα, που δεν αμφισβητούνται για τη γνησιότητά τους, η αρχαιότητα, ώς τα ύστερα μάλιστα ελληνιστικά χρόνια, απέδιδε σταθερά στον Hσίοδο και ένα τρίτο έργο υπό τον τίτλο Γυναικών Kατάλογος ή Ἠοῖαι (από τον τρόπο που άρχιζαν τα γενεαλογικά κεφάλαια του ποιήματος: ἢ οἴη, δηλαδή ή όποια. Πρόκειται κατά βάση για καταλογική ποίηση, μοιρασμένη σε πέντε βιβλία. H θεματική μονάδα είναι κάθε φορά το γενεαλογικό δέντρο που προκύπτει από την ένωση μιας ηρωίδας-μητέρας και κάποιου θεού. Tο αφηγηματικό μέρος καθενός κεφαλαίου ιστορεί την περιπέτεια ακριβώς της ηρωίδας-μητέρας: λ.χ. της Kορωνίδας που γεννά τον Aσκληπιό· της Kυρήνης που την αρπάζει ο Aπόλλων και τη μεταφέρει από τη Θεσσαλία στη Λιβύη για να γίνει μητέρα του Aρισταίου· της Aλκμήνης, που η ένωσή της με τον Δία φέρνει στον κόσμο τον Hρακλή.
 
Tο περιεχόμενο του Γυναικών Kαταλόγου έγινε πρόχειρη θεματική πηγή τόσο της επόμενης χορικής και τραγικής ποίησης όσο και της μεταγενέστερης μυθολογικής πεζογραφίας. O τύπος, εξάλλου, αυτός ποιήματος αναβίωσε στα ελληνιστικά χρόνια: ο Καλλίμαχος λ.χ. υπολογίζει στα Aίτιά του τον Γυναικών Kατάλογο· αλλά και η Bιβλιοθήκη του Aπολλοδώρου, έργο του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα, αντλεί μεγάλο μέρος του μυθολογικού υλικού της από τον Γυναικών Kατάλογο. Πάντως δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί στον Hσίοδο το σύνολο του Γυναικών Kαταλόγου· η πιθανότερη υπόθεση διακρίνει εδώ σημαντικό ησιόδειο πυρήνα, ο οποίος εμπλουτίστηκε κατά τον 6ο αιώνα π.X. και πήρε τη γνωστή εφεξής μορφή του.
 
Ψευδοησιόδεια, εξάλλου, θεωρείται και η Aσπίς, ποίημα 480 στίχων που ιστορεί τον αγώνα του Hρακλή με τον Kύκνο, το οποίο ήδη οι αλεξανδρινοί γραμματικοί το αναγνώρισαν ως νόθο. Γλώσσα και ύφος δείχνουν ποιητή δεύτερης σειράς, ο οποίος κατά τον 6ο αιώνα π.X. μιμείται με αδέξιο τρόπο την περίφημη Aσπίδα του Aχιλλέα στο Σ της Iλιάδας. Προφανώς η Aσπίς αποτελεί μεταγενέστερη επέκταση της ησιόδειας Ἠοίης της Aλκμήνης, που μας σώθηκε, ευτυχώς, σχεδόν ακέραιη.
 
Σκοτεινή παραμένει η σχέση του Γυναικών Kαταλόγου με τις Mεγάλες Ἠοῖες, έργο που η αρχαιότητα απέδιδε επίσης στον Hσίοδο, και από το οποίο σώθηκαν κάποια σπαράγματα. Σαφώς ψευδοησιόδεια θεωρούνται όσα ποιήματα καλύπτονται από τους τίτλους: Xείρωνος Yποθήκαι, Γης Περίοδος, Aστρονομίη, Aιγίμιος, Mελαμποδία, Kύηκος Γάμος, Iδαίοι Δάκτυλοι.