Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (479-513)

ΟΡ. πάτερ, τρόποισιν οὐ τυραννικοῖς θανών,
480 αἰτουμένῳ μοι δὸς κράτος τῶν σῶν δόμων.
ΗΛ. κἀγώ, πάτερ, τοιάδε· σοῦ χρεία μ᾽ ἔχει
†φυγεῖν μέγαν προσθεῖσαν Αἰγίσθῳ† . . .
ΟΡ. οὕτω γὰρ ἄν σοι δαῖτες ἔννομοι βροτῶν
κτιζοίατ᾽· εἰ δὲ μή, παρ᾽ εὐδείπνοις ἔσῃ
485 ἄτιμος ἐμπύροισι κνισωτοῖς χθονός.
ΗΛ. κἀγὼ χοάς σοι τῆς ἐμῆς παγκληρίας
οἴσω πατρῴων ἐκ δόμων γαμηλίους·
πάντων δὲ πρῶτον τόνδε πρεσβεύσω τάφον.
ΟΡ. ὦ γαῖ᾽, ἄνες μοι πατέρ᾽ ἐποπτεῦσαι μάχην.
490 ΗΛ. ὦ Περσέφασσα, δὸς δέ γ᾽ εὔμορφον κράτος.
ΟΡ. μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης, πάτερ.
ΗΛ. μέμνησο δ᾽ ἀμφίβληστρον ὡς ἐκαίνισαν—
ΟΡ. πέδαις δ᾽ ἀχαλκεύτοις ἐθηρεύθης, πάτερ—
ΗΛ. αἰσχρῶς τε βουλευτοῖσιν ἐν καλύμμασιν.
495 ΟΡ. ἆρ᾽ ἐξεγείρῃ τοῖσδ᾽ ὀνείδεσιν, πάτερ;
ΗΛ. ἆρ᾽ ὀρθὸν αἴρεις φίλτατον τὸ σὸν κάρα;
ΟΡ. ἤτοι δίκην ἴαλλε σύμμαχον φίλοις,
ἢ τὰς ὁμοίας ἀντίδος λαβὰς λαβεῖν,
εἴπερ κρατηθείς γ᾽ ἀντινικῆσαι θέλεις.
500 ΗΛ. καὶ τῆσδ᾽ ἄκουσον λοισθίου βοῆς, πάτερ·
ἰδὼν νεοσσοὺς τούσδ᾽ ἐφημένους τάφῳ,
οἴκτιρε θῆλυν ἄρσενός θ᾽ ὁμοῦ γόον.
ΟΡ. καὶ μὴ ᾽ξαλείψῃς σπέρμα Πελοπιδῶν τόδε,
οὕτω γὰρ οὐ τέθνηκας οὐδέ περ θανών.
505 [παῖδες γὰρ ἀνδρὶ κληδόνες σωτήριοι
θανόντι· φελλοὶ δ᾽ ὣς ἄγουσι δίκτυον,
τὸν ἐκ βυθοῦ κλωστῆρα σῴζοντες λίνου.]
ΗΛ. ἄκου᾽, ὑπὲρ σοῦ τοιάδ᾽ ἔστ᾽ ὀδύρματα,
αὐτὸς δὲ σῴζῃ τόνδε τιμήσας λόγον.
510 ΧΟ. καὶ μὴν ἀμεμφῆ τόνδ᾽ ἐτείνατον λόγον,
τίμημα τύμβου τῆς ἀνοιμώκτου τύχης.
τὰ δ᾽ ἄλλ᾽, ἐπειδὴ δρᾶν κατώρθωσαι φρενί,
ἔρδοις ἂν ἤδη δαίμονος πειρώμενος.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω εσύ, πατέρα, που όπως σου άξιζε, δεν πήγες
με θάνατο βασιλικό, σου ζητώ δώσε
480 του αρχοντικού σου κατοχή να πάρει ο γιος σου.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κι εγώ είναι τέτοια που ζητώ από σε, πατέρα,
πώς να ξεφύγω απ᾽ τα δεινά, μ᾽ αφού μπορέσω
να δώσω πρώτα του Αίγιστου κακό μεγάλο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Γιατ᾽ έτσι μόνο θ᾽ αποχτήσεις τ᾽ άγια δείπνα
που ορίζει ο νόμος· ειδεμή δε θα ᾽χεις μέρος
στις κνισσωτές καλόδειπνες θυσίες της χώρας.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Χοές κι εγώ στους γάμους μου θενα σου φέρω
απ᾽ όλη μου των πατρικών σπιτιών την προίκα
κι απ᾽ όλα πρώτο αυτόν τον τάφο θα τιμήσω.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Βγάλ᾽ τον απάνω, ω Γη, τη μάχη να επιβλέπει.
ΗΛΕΚΤΡΑ
490 Κι ω Περσεφόνη, δωσ᾽ μας νίκη ευτυχισμένη.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Θυμήσου το λουτρό που σφάχτηκες, πατέρα.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Θύμου και κείνο που σου εγκαίνιασαν το δίχτυ.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Και πιάστηκες στ᾽ αχάλκευτά του τα πεδούκλια.
ΗΛΕΚΤΡΑ
Στ᾽ άτιμα που σοφίστηκαν τυλίγματά τους.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ακούς ντροπές και τέλος δε ξυπνάς, πατέρα;
ΗΛΕΚΤΡΑ
Κι ορθό τ᾽ αγαπητό κεφάλι δε σηκώνεις;
ΟΡΕΣΤΗΣ
Στείλε λοιπόν σύμμαχο στους δικούς τη Δίκη·
ή δωσ᾽ κι αυτοί με τα όμοια να παλέψουν όπλα,
αν θες τη νίκη πὄχασες να πάρεις πίσω.
ΗΛΕΚΤΡΑ
500 Άκου και τη στερνή μου αυτήν ευχή, πατέρα·
διες τα κλωσσόπουλά σου αυτά, που ᾽ν᾽ στριμωγμένα
πάνω στον τάφο σου· σπλαχνίσου γιο και κόρη
και των Πελοπιδών το σπέρμ᾽ αυτό μη σβήσεις,
γιατί έτσι και νεκρός θα ζεις πέρ᾽ απ᾽ τον τάφο.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Άκου κι είναι για σέν᾽ αυτά τα μοιρολόγια·
συ ᾽σαι που θα σωθείς, τα λόγι᾽ αυτά αν τιμήσεις,
αφού είναι τα παιδιά που σώζουν τ᾽ όνομά του
ενός νεκρού, και σαν φελλοί κρατούν το δίχτυ
κι απ᾽ το βυθό το κλώστινο πλεμάτι σώζουν.
ΧΟΡΟΣ
510 Μ᾽ όλα τα δίκια σας αυτός ο μακρός θρήνος,
τιμή του τάφου για την άκλαυτή του μοίρα·
μα μια πὄπιασ᾽ η απόφαση μες στην καρδιά σου,
καιρός στο έργο την τύχη σου να δοκιμάσεις.

Ο Επίκουρος και ο χρόνος

Όποιος ασχολείται με την επικούρεια φιλοσοφία χρειάζεται να έχει από πριν ξεκάθαρα στο μυαλό του όσα έχουν σχέση με τον χρόνο (δεῖ προσκατανοῆσαι σφοδρῶς)· γιατί η έννοια του χρόνου διαφέρει από τις έννοιες που ανάγονται στις προλήψεις· ο Επίκουρος εξετάζει τον χρόνο με βάση σαφείς, συγκεκριμένες παραστάσεις (αὐτό τό ἐνάργημα) και τις προφανείς σημασίες τους· μιλούμε για πολύν ἤ ὀλίγον χρόνον και όλοι μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό πρακτικά, χωρίς να χρησιμοποιούμε ιδιαίτερες λέξεις, φράσεις ή κάποια ειδική ορολογία, όπως κάνουν μερικοί, προκειμένου να περιγράψουν καλύτερα την έννοια (οὔτε διαλέκτους ὡς βελτίους μεταληπτέον). Είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε τους όρους που υπάρχουν ήδη και είναι γνωστοί (ταῖς ὑπαρχούσαις κατ’ αὐτοῦ χρηστέον), αφού δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τον χρόνο με κάτι που δήθεν έχει την ίδια ουσία με αυτόν (ὡς τήν αὐτήν οὐσίαν ἔχοντος), όπως κάνουν άλλοι· ωστόσο υπάρχουν πράγματα με τα οποία μπορούμε να συνδέσουμε την έννοια του χρόνου και μπορούμε γενικώς να τον υπολογίσουμε (ἐπιλογιστέον)· ας πούμε, όλοι γνωρίζουμε τη διαδοχή της μέρας και της νύχτας, τις υποδιαιρέσεις της ημέρας ή τις αλλαγές των εποχών, οι οποίες συνδέονται σαφώς με την έννοια της διάρκειας και του «χρόνου»[1]· ο χρόνος σχετίζεται ακόμη με τα συναισθήματα και τις καταστάσεις της ψυχής (τοῖς πάθεσι καί ταῖς ἀπαθείαις) ή με την κίνηση και τη στάση (κινήσεσι καί στάσεσιν). Είναι μάλλον κοινή αντίληψη ότι ο χρόνος «κυλάει»[2], μαζί με τις λύπες ή τις χαρές μας, και όλοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει «μισή ώρα δρόμος» ή «ενός λεπτού σιγή». Επομένως δεν χρειάζονται πρόσθετες αποδείξεις για την ύπαρξη και την «ουσία» του χρόνου (οὐκ ἀποδείξεως προσδεῖται), αρκεί να τον αντιλαμβανόμαστε με αναλογίες και συγκεκριμένα πρακτικά παραδείγματα της καθημερινής ζωής. (Παρ. 72, 73).
 
Σύμφωνα με τους πλατωνικούς, «ο χρόνος γεννήθηκε μαζί με τον ουρανό και θα χαθούν -αν επέλθει ποτέ κάποια καταστροφή τους- μαζί, αφού δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα και σύμφωνα με το πρότυπο της αμετάβλητης ουσίας, ώστε να της μοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο. Το πρότυπο υπάρχει στην αιωνιότητα, ενώ ο χρόνος από το άλλο μέρος υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει». Η δημιουργία των άστρων και των πλανητών είναι «συνέπεια αυτής της λογικής και των σχεδίων του θεού». Ο ήλιος, το φεγγάρι και «άλλα πέντε άστρα που ονομάζονται πλανήτες» δημιουργήθηκαν έτσι, «ώστε να προσδιοριστούν και να διατηρηθούν οι αριθμοί του χρόνου.» Ο Επίκουρος, σε λίγες γραμμές, απορρίπτει εξ ολοκλήρου την πλατωνική θεώρηση του κόσμου, αναφερόμενος εμμέσως πλην σαφώς στις ιδεαλιστικές θεωρίες για τη δημιουργία και τη λειτουργία του.[3] Στις Κύριες Δόξες[4] διαβάζουμε: «Ο άπειρος και ο περιορισμένος (πεπερασμένος) χρόνος ενέχουν ίση ηδονή, αν μετρήσει κανείς τα όρια της με βάση τη λογική (ἐάν τις αὐτῆς τὰ πέρατα καταμετρήσῃ τῷ λογισμῷ).» (19). Αφού δεν υπάρχουν όρια στις ηδονές της σάρκας (ἡ σὰρξ ἀπέλαβε τὰ πέρατα τῆς ἡδονῆς ἄπειρα), ο χρόνος που χρειάζεται για την ηδονή γίνεται κι αυτός άπειρος (ἄπειρος αὐτὴν χρόνος παρεσκεύασεν)· η σκέψη μας όμως (ἡ διάνοια) μπορεί να καταλάβει με τη λογική το σκοπό και τα όρια της υλικής μας φύσης (τῆς σαρκὸς τέλους καὶ πέρατος λαβοῦσα τὸν ἐπιλογισμὸν) και να διαλύσει τους φόβους μας σχετικά με την αιωνιότητα (ὑπὲρ τοῦ αἰῶνος φόβους ἐκλύσασα). Εξάλλου στην πλατωνική φιλοσοφία ο «χρόνος» συνδέεται με τις περιπέτειες της ψυχής και τις αρχαίες αντιλήψεις περί «μετενσάρκωσης»· στον Τίμαιο διαβάζουμε: «Κι όποιος περάσει σωστά τον χρόνο που έχει οριστεί γι’ αυτόν, θα επιστρέψει μετά τον θάνατο του στο άστρο απ’ όπου ξεκίνησε για να ζήσει εκεί ευτυχισμένα. Αν όμως δεν γίνει αυτό, τότε στη δεύτερη γέννηση του θα γίνει γυναίκα. Αν, ακόμα και τότε, δεν σταματήσει να κάνει κακό, θα συνεχίσει να μεταβάλλεται ανάλογα με το είδος της κακίας του στο αντίστοιχο άγριο θηρίο. Αυτές οι μεταμορφώσεις δεν θα σταματήσουν παρά μόνο όταν υποταχτεί στην περιφορά του αμετάβλητου και αναλλοίωτου που έχει μέσα του και, κυριαρχώντας με τη λογική σ’ εκείνη τη φοβερή μάζα φωτιάς, νερού, αέρα και γης που του δόθηκε μετά τη γέννηση του, θυελλώδη και παράλογη μάζα, επιστρέψει και πάλι στην αρχική άριστη μορφή του».[5]

Για τον Επίκουρο, το τέλος του χρόνου της ανθρώπινης ζωής -δηλαδή ο αναπόφευκτος θάνατος- δεν σημαίνει τίποτα: «Γιατί ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Κι ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά.»[6] · η ψυχή χάνεται οριστικά μαζί με το θνητό σώμα. Η πλήρης και γεμάτη νόημα ζωή (ὁ παντελῆς βίος) δεν χρειάζεται άπειρο χρόνο (οὐθὲν ἔτι τοῦ ἀπείρου χρόνου προσεδεήθη)· ο σοφός «ούτε αποφεύγει την ηδονή, ούτε, όταν έρθει η ώρα να εγκαταλείψει τη ζωή (ἡνίκα τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ ζῆν), πιστεύει ότι του έλειψε κάτι από τον άριστο βίο (ὡς ἐλλείπουσά τι τοῦ ἀρίστου βίου κατέστρεψεν.[7]).» Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε ξανά: «και είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία για αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, και ο καθένας μας πεθαίνει απασχολημένος.» [8]
-----------------
Παραπομπές
[
1] Τα μικρά παιδιά αντιλαμβάνονται την έννοια του χρόνου με παραδείγματα της καθημερινής ζωής: 1 λεπτό είναι ο χρόνος που προβάλλεται μια διαφήμιση, 10 λεπτά είναι περίπου ο χρόνος που χρειάζεται κάποιος για να γράψει την ορθογραφία του, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας διαρκεί 90 λεπτά, το σχολικό καλοκαίρι διαρκεί περίπου 90 μέρες ή 3 μήνες κλπ.
[2] Σχετικά με τον χρόνο και την αίσθηση της διάρκειας, ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας (4 π.Χ. – 65) γράφει: «Και, όπως είναι ανώφελο όσο νερό και να βάλεις σε ένα σκεύος, αν δεν έχει πυθμένα, να το κρατήσει, έτσι συμβαίνει και με το χρόνο – δεν έχει σημασία πόσος χρόνος δίνεται. Αν δεν υπάρχει τίποτε για να χωρέσει σε αυτόν, περνά από τις χαραμάδες του νου. Το παρόν είναι πολύ σύντομο, τόσο σύντομο, πράγματι, που σε κάποιους μοιάζει να είναι ελάχιστο. Καθώς είναι πάντα σε κίνηση, ρέει και περνά βιαστικά.» Βλ. & Λούκιος Ανναίος Σενέκας, Για το Σύντομον του Βίου. Μετάφραση: Ελένη Παπαντωνίου. Εκδ. Το Ποντίκι, Αθήνα.
[3] Βλ. & Πλάτων – Τίμαιος (ή περί φύσεως), σελ. 83.
[4] Οι Κύριες Δόξες περιλαμβάνονται στο 10ο βιβλίο του έργου «Βίοι φιλοσόφων» του Διογένη Λαέρτιου, το οποίο χρονολογείται τον 3ο αιώνα μ.Χ. Η αρίθμηση ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο.
[5] Βλ. & Πλάτων – Τίμαιος (ή περί φύσεως), σελ. 95.
[6] Επίκουρος. Κύριες Δόξες, 2. Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ͵ τὸ δ΄ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς.
[7] Βλ. & Κύριες Δόξες, 20.
[8] Επίκουρου προσφώνηση, 14.

Συνεχίζοντας να διεξάγουμε πολέμους

Όλοι οι πόλεμοι γίνονται για εγωισμούς.
Χωρίς εξαίρεση!

Δεν υπάρχει "δίκαιος πόλεμος". Ιστορικά!
Θα έπρεπε να είναι πλέον φανερό αλλά δεν είναι, εφόσον δεν έχουμε καταφέρει να τους σταματήσουμε, να τους εμποδίσουμε ή να μην τους δικαιολογούμε.
ΟΛΟΙ οι πόλεμοι έχουν αφετηρία μέσα μας.

Όταν αναλαμβάνουμε αυτή την ευθύνη, η εξωτερικοί αλλάζουν νόημα, έχουμε άλλες επιλογές που δεν βλέπαμε πριν. Είναι τα γκρεμίσματα που είναι αναγκαία για να χτιστεί το καινούργιο που θεωρούσαμε άπιαστο.

Αλλά τι είναι αλήθεια, τι ψέμα;
Όλα μπορούν και φαίνονται ανάποδα καθώς συνεχίζουμε να τα υποστηρίζουμε, χωρίς να εμβαθύνουμε σε αυτά που κρύβουμε από τον Εαυτό μας.
Η ειλικρίνεια με τον Εαυτό μας είναι πορεία που χρειάζεται να αναλάβουμε. Η μόνη που οδηγεί στην αλήθεια.

Το ψέμα είναι εύκολο και χρειάζεται πάντα την κατηγορία, όπως και την υπεράσπιση.
Το δικαστικό σύστημα που διατηρείς μέσα σου, θεωρώντας το δικαιοσύνη, ενώ ποτέ δεν έχουν πάψει οι πόλεμοι. Όσες δίκες κι αν κερδίσεις. Όσους πολέμους κι αν διεξάγεις.
Το δυσκολότερο να μετακινηθεί είναι ο εγωικός νους. Και απαιτεί πολλή ενέργεια, πολύ χρόνο, πολύ ξόδεμα για να διατηρείται. Ενέργεια που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί δημιουργικά αντί καταστροφικά. 
 
Τι είναι ο εγωισμός όμως;
Τα ζωώδη ένστικτά μας αναβαθμισμένα σε «λογική» που ζητά δικαίωση;
Αυτή είναι η εξέλιξη που έχουμε καταφέρει;
 
Εξακολουθούμε να θέλουμε να αλλάξει ο κόσμος προτού μετακινήσουμε εμείς τον δικό μας τρόπο σκέψης.

Βρες τρόπο να υπερβείς τον εγωισμό.
Κανείς δεν μπορεί να σου πει πώς.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να σου πει ποιος θέλεις να είσαι.
Κανείς δεν μπορεί να σού θυμίσει ποιος είσαι, εκτός από Εσένα. 
 
Δεν πονάει η Αγάπη.
Ο εγωισμός πονάει.
Και πονάει εξίσου αυτούς που αγαπάνε.

Παγώνει την καρδιά.
Διαχωρίζει, απομονώνει, οχυρώνει.
Και θέλει χρόνο να λιώσει ο πάγος, να ζεστάνει η καρδιά.

Η Αγάπη δεν χρειάζεται οχυρά.
Ο εγωισμός χρειάζεται.

Μόνο το θάρρος της ειλικρίνειας μπορεί να νικήσει τον εγωισμό.
Όταν η Αγάπη γίνεται πιο σημαντική από αυτόν.

Η αγάπη δεν βιάζεται, δεν επιβάλλεται.
Κερδίζεται. Διεκδικείται.
Ανοίγεσαι, ελευθερώνεσαι, απλώνεσαι, συνδέεσαι.
 
Μόνο η αλήθεια που δεν θέλουμε να δούμε πονάει. Είναι εύκολο να βάζουμε όποιον τη φανερώνει απέναντι. 
Η πρόκληση είναι άλλη...σε έναν κόσμο που προσκυνά τον πόλεμο, συνεχίζει να ζει στο ψέμα, υποκρίνεται την εξέλιξη.

Κι ακόμα οι άνθρωποι προσπαθούν να συναντηθούν...

Μόνο έξω απ’ το θέμα μπορείς να δεις καθαρά κι αντικειμενικά

Όλοι έχουμε προβλήματα –ή έστω προβληματισμούς– κι έτσι περνάμε τις περισσότερες μέρες μας εκνευρισμένοι και στεναχωρημένοι για τα αμέτρητα μικρά ή μεγάλα εμπόδια που έχει πετάξει μπροστά μας η ζωή. Εντούτοις, ο καθένας μας τα χειρίζεται και τα αντιμετωπίζει διαφορετικά ανάλογα με το χαρακτήρα, τις ικανότητες και την προσωπικότητα που διαθέτει. Τις περισσότερες φορές, όμως, έχουμε όλοι ένα κοινό χαρακτηριστικό: Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα, συμπεριφερόμαστε ανώριμα και δεν ακούμε ποτέ καμία γνώμη-συμβουλή, έστω κι αν τη ζητάμε σαν τρελοί.

Λοιπόν, μας έχω συνταρακτικά νέα! Δε γίνεται εμείς να είμαστε πάντα οι λογικοί κι ο υπόλοιπος κόσμος να είναι τρελός. Μπορεί ο Πλάτωνας να μας δίδαξε πως δεν πρέπει να τιμούμε τις γνώμες όλων των ανθρώπων αλλά μερικών κι όχι όλες αλλά μερικές, μήπως όμως κάποιες φορές πρέπει να ακούμε κιόλας; Αν μας υποδείξει ένας το λάθος μας δεν έχει σημασία, αν μας το πουν δύο ίσως να είναι σύμπτωση, αλλά αν μας πουν τρεις το ίδιο πράγμα, μήπως έχουν δίκιο; Σαφώς εξαρτάται κι απ’ το ποιοι είναι αυτοί που μας λένε τη γνώμη τους, τι σχέση έχουμε μαζί τους, αλλά κι αν μετράει η άποψή τους για εμάς. Σε κάθε μας πρόβλημα ζητάμε τη βοήθεια των σημαντικών ανθρώπων στη ζωή μας κι αν όχι, τότε απλά ψάχνουμε αφορμές να παρεκκλίνουμε απ’ το θέμα αποφεύγοντας να το λύσουμε.

Είναι πολύ πιο εύκολο κάποιος που δεν έχει άμεση επαφή με το πρόβλημα να μας δώσει μια πιο σωστή κι αντικειμενική οπτική, γιατί έχει απόσταση απ’ το θέμα. Η αντικειμενική άποψη δίδεται ανάλογα με το πόσο ενδιαφέρει τον συμβουλάτορα να μας επηρεάσει ή όχι. Ενδέχεται να μη μας πει τα πράγματα ως έχουν λόγω του συναισθηματικού δεσμού που διατηρούμε, με αποτέλεσμα απλά να μας χαϊδέψει τα αφτιά. Παρ’ όλα, αυτά οφείλουμε να ξεχωρίζουμε την αντικειμενική άποψη γιατί συνήθως είναι αυτή που δε μας αρέσει όταν την ακούμε. Βασίζεται μόνο στη λογική και στα γεγονότα της πραγματικότητας κι αν μας την εκφράσουν πολλοί, τότε πρέπει να τη λάβουμε υπόψη.

Δε νοείται να ζητάμε ουσιαστικά βοήθεια για κάτι που μας προβληματίζει και μετά να εθελοτυφλούμε γιατί απλά η καρδιά μας τρώει τον εγκέφαλό μας για πρόγευμα. Ακόμη κι έτσι να είναι, ας έχουμε το θάρρος να το παραδεχτούμε κι ας σταματήσουμε να ταλαιπωρούμε φίλους, συγγενείς και λοιπούς που ασχολούνται μαζί μας άδικα. Αν εμείς δεν είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε τη λογική, προφανώς κανένας δε θα μπορέσει να μας την επιβάλει.

Είναι ευρέως γνωστό πως όταν είμαστε πολύ κοντά σε ένα πρόβλημα θολώνει η οπτική μας και δεν μπορούμε να είμαστε οι ίδιοι αντικειμενικοί. Για αυτό, άλλωστε, ζητάμε γνώμη/συμβουλή/βοήθεια απ’ τον περίγυρό μας. Τη ζητάμε για να βρούμε τη λογική που μόνοι μας αδυνατούμε να δεχτούμε. Ζητάμε επιβεβαίωση καθώς βαθιά μέσα μας τις περισσότερες φορές το ξέρουμε ότι δε συμπεριφερόμαστε λογικά, αφού πριν ρωτήσουμε ή συζητήσουμε με οποιονδήποτε άλλο, έχουμε αναλύσει από μόνοι μας όλες τις αιτίες και τα πιθανά αποτελέσματα του προβλήματός μας.

Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, είναι να κοιτάξουμε το πρόβλημα από απόσταση, λες και πρόκειται για πρόβλημα κάποιου άλλου, βγάζοντας το συναίσθημα απ’ τη μέση, διαχειριζόμενοι το θέμα με ψυχρή λογική. Για να βρούμε τη λύση σε ένα πρόβλημα θέλει τρόπο κι όχι κόπο. Χρειάζεται να το δούμε σφαιρικά, από όλες τις οπτικές, όχι μόνο απ’ την οπτική αυτού που το βιώνει. Ας το δούμε σαν να μην είναι δικό μας. Τι θα προτείναμε σε κάποιον άλλο να κάνει στην ίδια περίπτωση; Εμείς γιατί να κάνουμε κάτι διαφορετικό; Εμείς γιατί να μην το λύσουμε με γνώμονα τη λογική;

Η κρίση μας επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως την έλλειψη αυτοεκτίμησης κι αυτοπεποίθησης ή τις προηγούμενες λανθασμένες επιλογές μας. Συχνά αρνούμαστε να αναλάβουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης. Ακόμη κι αν δεν προκαλέσαμε εμείς το πρόβλημα, φταίμε για το ότι του επιτρέπουμε να μας επηρεάζει. Δεν έχει σημασία πόσο μικρό ή μεγάλο το θεωρούμε, αλλά αν έχουμε τη διάθεση να κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να το λύσουμε.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι ο φόβος της αλλαγής που οδηγεί σε υπερανάλυση των καταστάσεων. Κάνουμε σενάρια επί σεναρίων κι αναλύουμε πιθανές πτυχές των επιλογών μας ψάχνοντας τις ιδανικές, οι οποίες θα μας λύσουν άμεσα κι ανώδυνα το πρόβλημα. Υπάρχει βέβαια η πιθανότητα να έχουμε όφελος απ’ την κατάσταση που ζούμε και για αυτό αποφεύγουμε τη λύση του προβλήματος. Επιτρέπουμε την ύπαρξη μιας άβολης κατάστασης γιατί κάπου εκεί υπάρχει κάτι που μας βολεύει.

Με αυτό τον τρόπο, όμως, δε λύνουμε ένα πρόβλημα. Δεν είμαστε ούτε εμείς διαφορετικοί ούτε οι συνθήκες μας κι ας μη γινόμαστε «δάσκαλοι που δίδασκαν». Δεν αποτελούμε εξαίρεση, απλά η καρδιά μας θέλει περισσότερο χρόνο να αποδεχτεί αυτό που ξέρει ήδη το μυαλό μας. Για αυτό ας ποντάρουμε στη λογική που υπάρχει γύρω μας, έτοιμη να μας χαριστεί απλόχερα και να μας βοηθήσει. Οι γύρω μας έχουν δίκιο, δεν είναι τρελοί, γιατί πολύ απλά έχουν καλύτερη οπτική, μιας και βρίσκονται έξω απ’ την κατάσταση.

Ας μην ξεχνάμε πως οι πολλές σύμφωνες υποκειμενικές γνώμες, οδηγούν σε μία αντικειμενική.

Καλλιεργώντας την αυτοαποδοχή

Μιλώντας για την αποδοχή του εαυτού, ο Ψυχολόγος Carl Rogers είχε πει: «Το παράδοξο είναι ότι, όταν αποδεχτώ τον εαυτό μου γι’ αυτό που είμαι, τότε ακριβώς μπορώ να αλλάξω».

Όταν αναφερόμαστε στον όρο «αυτοαποδοχή», εννοούμε ότι αποδεχόμαστε τον εαυτό μας έτσι όπως είναι, με τα ελαττώματα και τα προτερήματά του. Γνωρίζουμε, δηλαδή, τόσο τα αδύναμα όσο και τα δυνατά μας σημεία και δεν προσπαθούμε συνεχώς να διορθωνόμαστε, με σκοπό να γίνουμε τέλειοι. Με άλλα λόγια, αποδεχόμαστε ότι είμαστε «ατελείς» και δε στεκόμαστε διαρκώς απέναντι από τον εαυτό μας, προκειμένου να τον αλλάξουμε.

Πως αποκωδικοποιείται η συνεχής προσπάθεια για αυτοβελτίωση


Αυτή η ερώτηση μπορεί να απαντηθεί υπό όρους, καθώς δεν υπάρχει μια απάντηση που να καλύπτει όλα τα ενδεχόμενα. Η έννοια της αυτο-βελτίωσης, μπορεί να εξελιχθεί σε μια πολύ όμορφη και δημιουργική διαδικασία, μέσα από την οποία ανακαλύπτουμε πολλά και σημαντικά κομμάτια του εαυτού μας που πριν ίσως ήταν εντελώς άγνωστα για εμάς, ενώ παράλληλα μας δίνεται η ευκαιρία να διορθώσουμε και πιθανά λάθη που κάναμε στο παρελθόν.

Όπως αναφέρουμε και παραπάνω, όμως, το πιο σημαντικό είναι αρχικά να αποδεχτούμε τον εαυτό μας έτσι όπως είναι. Αυτό δε σημαίνει ότι αν, για παράδειγμα, γνωρίζω πως είμαι ασυνεπείς στα ραντεβού μου, θα αποδεχτώ ότι θα είμαι έτσι για μια ζωή και δε θα προσπαθήσω να βελτιωθώ. Η έννοια της αποδοχής σε αυτό το σημείο, σχετίζεται με την αποδοχή της «μη τελειότητάς» μου ως ανθρώπου, ότι, δηλαδή, είναι εντελώς φυσιολογικό κι αναμενόμενο να έχω μειονεκτήματα ως προσωπικότητα και ότι δεν επιζητώ την αυτοβελτίωση με σκοπό να φτάσω στην τελειότητα.

Ο σκοπός κάθε προσπάθειάς μας για να γίνουμε καλύτεροι πρέπει να έχει επίκεντρο εμάς τους ίδιους και την ευτυχία μας, όχι αόριστες και «σκληρές» έννοιες όπως είναι αυτή της τελειότητας. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι δεν είναι δυνατό να ζητάμε από τους άλλους ανθρώπους να μας αποδεχτούν όταν εμείς οι ίδιοι πρωτίστως δεν έχουμε αποδεχτεί τον εαυτό μας.

Χρειάζεται να καταστείλω τον επικριτικό μου εαυτό


Ωστόσο, για να μπορέσουμε πραγματικά να βελτιωθούμε και να διατηρήσουμε τις θετικές συνέπειες της εξέλιξης, είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να δούμε και να αξιολογήσουμε τον εαυτό μας σαν εξωτερικός παρατηρητής. Αυτό είναι αναγκαίο, γιατί, όταν προσπαθούμε να βελτιώσουμε πιθανά μας ελλείμματα εκ των έσω, τείνουμε να μην είμαστε αρκετά αντικειμενικοί και παλεύουμε με τον εαυτό μας, μεταπηδώντας συνεχώς σε αντίθετα άκρα, όπως για παράδειγμα το άκρο του «τί είναι καλό και τί κακό», «τί σωστό και τί λάθος», παραβλέποντας, παρόλα αυτά, τα ενδιάμεσα σημεία.

Έτσι, λοιπόν, οφείλω να σταθώ δίπλα κι όχι απέναντι στον εαυτό μου, χωρίς να ασκώ αυστηρή κριτική και χωρίς να γεμίζω με αρνητικά συναισθήματα την προσπάθειά μου. Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο παραπάνω παράδειγμα, μέχρι να καταφέρω να βρω αποτελεσματικούς τρόπους για να είμαι πιο συνεπείς στις υποχρεώσεις μου, καλό θα ήταν να μην «αυτο-μαστιγώνομαι» κάθε φορά που τύχει να αργήσω στο ραντεβού μου, ούτε να κατακρίνω τον εαυτό μου για την καθυστέρηση αυτή, αλλά να με αποδεχτώ εξ αρχής ως άτομο που έχει τα προτερήματα και τα ελαττώματά του.

Τί θα κερδίσω αν αποδεχτώ τον εαυτό μου όπως είναι


Κατ’ αρχάς, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η αποδοχή του εαυτού αποτελεί μια καθαρά εσωτερική – προσωπική διεργασία. Δε χρειάζεται να μας πει κανένας άλλος ότι μας αποδέχεται, παρά μόνο εμείς οι ίδιοι. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαι αυτό που θα ήθελαν οι άλλοι να είμαι, αλλά ούτε κι αυτό που θα ήθελα εγώ ο ίδιος να γίνω κάποια στιγμή στο μέλλον. Αποδέχομαι εγώ και μόνο τον εαυτό μου τώρα. 

Όταν καταφέρουμε να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο αποδοχής του εαυτού μας, τότε θα έχουμε απομακρύνει τις προσωπικές μας ανασφάλειες και τα κόμπλεξ, τα αισθήματα ζήλιας ή απομόνωσης που μπορεί να βιώνουμε κατά καιρούς και θα μειώσουμε τις ευέξαπτες στιγμές μας, καθώς θα είμαστε σε θέση πλέον να εξηγήσουμε τους λόγους που μπορεί να μας κάνουν να νιώθουμε δυσάρεστα συναισθήματα.

Εν κατακλείδι, το να αποδέχομαι τον εαυτό μου δεν είναι μέρος μιας διαδικασίας που καλούμαι να φέρω εις πέρας και μετά τελειώνει. Είναι τρόπος ζωής και με ακολουθά σε όλες μου τις φάσεις. Είναι η φιλοσοφία γύρω από τον τρόπο που επιλέγουμε να ζούμε και να δίνουμε νόημα στην καθημερινότητά μας. Είναι ο τρόπος για να αποκτήσουμε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, ξεκινώντας από εμάς τους ίδιους.

Νοιώθω μόνος... και μαζί με τους άλλους

Τελευταία παρατηρώ πόσο συχνότερα αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι το θέμα της μοναξιάς. Μπορεί να φαινόμαστε στους άλλους κοινωνικοί, να έχουμε φιλικές συναναστροφές ακόμα και ''συντροφική'' σχέση αλλά μέσα μας να νοιώθουμε μόνοι, διαφορετικοί, χωρίς αληθινή επαφή κι επικοινωνία. «Γιατί νοιώθω έτσι; Τι μου συμβαίνει;», «τι κάνω λάθος;» αναρωτιούνται οι άνθρωποι.

Έχουν δίκιο, μιλούν για μια από τις πρωταρχικές μας ανάγκες ως είδος, ν' ανήκουμε, να μοιραζόμαστε, ν' ανταλλάσσουμε μεταξύ μας.
 
Οι επιστημονικές έρευνες πάνω σε θέματα κοινωνικής συμπεριφοράς στο κοντινότερο μας είδος, τους πιθήκους , έδειξε πόσο απαραίτητη είναι η ουσιαστική κοινωνική επαφή.
 
Εκείνοι οι πίθηκοι που δεν τους αποδεχόταν η ομάδα, ήταν περισσότερο θλιμμένοι, μαζεμένοι και φοβισμένοι ή έγιναν περισσότερο επιθετικοί και ευερέθιστοι.
 
Η διαφορά μεταξύ μοναξιάς και μοναχικότητας…
Κάποιοι θέλουν να ζουν χωρίς πολλές συναναστροφές, έχουν επιλέξει ως  στάση ζωής (παροδικά ή μόνιμα), τη ‘’μοναχικότητα’’. Σ’ αυτήν την περίπτωση η μοναξιά δεν είναι τόσο οδυνηρή, μερικές φορές και ευχάριστα, εφόσον είναι μια συνειδητή επιλογή. Τις περισσότερες φορές όμως δεν διαλέγουμε τη μοναξιά, μας συμβαίνει χωρίς να καταλαβαίνουμε πως…
 
Ο "καταπληκτικός καινούργιος κόσμος" της μοναξιάς…
Φτιάξαμε ένα πολιτισμό για να ζούμε καλύτερα, και έτσι είναι όσον αφορά στις υλικές ανέσεις, δεν μάθαμε όμως πως να ‘’δημιουργούμε’’ πολιτισμό, πώς να ζούμε καλύτερα μεταξύ μας. Μαθαίνουμε πώς να χειριζόμαστε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, μια ηλεκτρική σκούπα, πώς να οδηγούμε ένα αυτοκίνητο, μαθαίνουμε πως μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι υπάλληλοι αλλά δεν μαθαίνουμε πώς μπορούμε να κάνουμε πραγματικές και ικανοποιητικές σχέσεις με τους άλλους. Γιατί κι αυτό είναι μια συναισθηματική δεξιότητα, που μαθαίνεται, εκτός σχολικού προγράμματος...
 
Οι άνθρωποι, αναπτύσσουμε έναν κοινωνικό κύκλο γύρω μας…
Οι συμμαθητές, οι συμφοιτητές,  οι συνεργάτες στη δουλειά, οι γνωστοί μας στη γειτονιά, η παρέα… Κι όμως, με ποιους μπορούμε, εκτός από το να γεμίσουμε ευχάριστα το χρόνο μας, να μοιραστούμε αυτά που πραγματικά νοιώθουμε ή σκεφτόμαστε; Με πόσους αισθανόμαστε εμπιστοσύνη και αποδοχή, ότι μας καταλαβαίνουν;
 
Κι όμως κρυβόμαστε πίσω από ''μάσκες'' και ρόλους…
Όσο μεγαλώνουμε τόσο περισσότερους ρόλους αναλαμβάνουμε π.χ. ως επαγγελματίες, ως σύζυγοι, ως γονείς. Οι ρόλοι μας συνδέονται με ευθύνες, επιβάλλουν περιορισμούς, συχνά επηρεάζουν τη συμπεριφορά και την έκφρασή μας, αφήνοντας σιγά σιγά μικρό περιθώριο στην αυθεντική, προσωπική μας έκφραση. 
 
Από κομμάτια της ζωής μας καταλαμβάνουν όλο το χρόνο της καθημερινότητάς μας, και τελικά τον ίδιο μας τον εαυτό. Καταλήγει να μας φαίνεται πιο εύκολο να συναναστρεφόμαστε εκείνους με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινούς ρόλους, τώρα - π.χ. επαγγελματικούς συνεργάτες, άλλους γονείς-,  ή μοιραστήκαμε στο παρελθόν, π.χ. παλιοί συμφοιτητές, συνάδελφοι από το στρατό, από το ν’ αναζητήσουμε εκείνους με τους οποίους μπορούμε να μοιραστούμε ένα πιο προσωπικό κομμάτι του εαυτού μας.
 
Ένα μέρος της επιτυχίας τηλεοπτικών σειρών όπως «Τα φιλαράκια», το «Sex and the City» οφείλεται στο ότι απολαμβάνουμε αυτό που μας λείπει περισσότερο σήμερα: φίλοι που θα μας ακούσουν και θα τους ακούσουμε, που θα μοιραστούμε μαζί τους τις ανησυχίες μας όσο ανόητες ή προσωπικές κι αν φαίνονται, όπως το σεξ, που θ’ ανταλλάξουμε απόψεις με ειλικρίνεια. Δεν θα πούμε αυτό που ‘πρέπει’,  ‘θέλει ν’ ακούσει ο άλλος’ ή αυτό που θα μας κάνει να φαινόμαστε ‘εντάξει στα μάτια των άλλων’, αλλά αυτό που πραγματικά νοιώθουμε. Στις συμβατικές σχέσεις, στις σχέσεις αναγκαιότητας ή συμφέροντος το τίμημα είναι ο πραγματικός μας εαυτός.
 
Οι συμβατικές σχέσεις σκοτώνουν τις αληθινή επαφή…
Όταν εκφραζόμαστε μέσα από ένα ρόλο, ένα προσωπείο ή μέσα από την εικόνα που θέλουμε να δείξουμε στους άλλους και όχι με τον πραγματικό μας εαυτό, με τις πραγματικές του σκέψεις και τ’ αληθινά του συναισθήματα, τότε νοιώθουμε μοναξιά. Όσο λιγότερα κομμάτια του αληθινού εαυτού μας μοιραζόμαστε με τους άλλους τόσο μεγαλύτερη μοναξιά νοιώθουμε. Συχνά το αίσθημα της μοναξιάς δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο: όσο πιο μόνοι νοιώθουμε τόσο περισσότερο φοβόμαστε ν’ ανοιχτούμε στους άλλους, παρόλο που βαθιά μέσα μας θέλουμε το αντίθετο. Μοιάζει σαν μια φωνή μέσα μας λέει μην το πεις αυτό θα φανείς γελοίος, χαζός, θα φανείς διαφορετικός, θα φανείς αγενής, οι άλλοι δεν θα σε καταλάβουν, θα σε κοροϊδέψουν, δεν θα σε θέλουν πια. Με δύο λόγια ενδόμυχα φοβόμαστε την απόρριψη και την ντροπή.
 
Ο φόβος της αρνητικής κριτικής…
Οι άνθρωποι που νοιώθουν έντονο αίσθημα μοναξιάς συνήθως κρύβουν στο βάθος ανασφάλεια για τις κοινωνικές τους ικανότητες ή και μια αίσθηση προσωπικής μειονεξίας. Ανησυχούν υπερβολικά για την εικόνα τους στα μάτια των άλλων. Συγκρίνουν τον εαυτό τους και νοιώθουν σαν να είναι «λίγοι», «όχι αρκετά καλοί, ικανοί ή εντάξει» σε σχέση με τους άλλους. Αυτό το αίσθημα μειονεξίας προσπαθούν να καλύψουν και να βρεθούν στην απέναντι όχθη,  δηλ. να νοιώσουν μαζί με τους άλλους, αλλά συχνά καταλήγουν να νοιώθουν ακόμα πιο μόνοι και πιο μόνοι ή διαφορετικοί.
 
Μάθαμε να ''κλεινόμαστε'' μέσα στα προβλήματά μας…
Το αίσθημα της μοναξιάς γίνεται ακόμα εντονότερο, όσο σημαντικότερα θέματα ζωής αντιμετωπίζουμε αλλά μας είναι δύσκολο να τα μοιραστούμε με τους άλλους… Αυτό συμβαίνει όταν αντιμετωπίζουμε κάποια σημαντικά προβλήματα π.χ. επαγγελματικά ή οικονομικά, όταν περνάμε κάποια κρίση π.χ. συναισθηματική, μια σημαντική απώλεια, ή όταν ζούμε κάποια ιδιαίτερη εξελικτική φάση ζωής, όπως η αλλαγή ηλικίας ή δεκαετίας. Τότε, μπορεί να είμαστε μαζί με τους άλλους αλλά να νοιώθουμε εξαιρετικά μόνοι.. Σαν να κινούμαστε σε διαφορετικά μήκη κύματος και να μην ξέρουμε πώς να γεφυρώσουμε την απόσταση.
 
Η γυναικεία μοναξιά γίνεται πιο έντονη…
Συχνά οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας των  30 αντιμετωπίζουν μια βαθιά κρίση ζωής. Σε κάποιες λείπει μια μόνιμη ή ικανοποιητική  σχέση ενώ το περιβάλλον τους αλλάζει, οι άλλοι παντρεύονται, οργανώνουν μια πιο ‘’συντροφική’’ ζωή, κάνουν παιδιά. Οι γυναίκες με παιδιά, περνάνε κρίση όταν αισθανθούν ότι  ‘’μεγαλώνουν’’ κι αρχίζουν ν’ αναρωτιούνται ‘’που’’ έχουν χάσει τον εαυτό τους όλα αυτά τα χρόνια που ήταν μόνο μητέρες ή εργαζόμενες-μητέρες, που πήγαν τα όνειρα τους, όλα αυτά που ήθελαν κάποτε αλλά…
 
Κι άντρες νοιώθουν μόνοι…
Από τα 40 και μετά, που βλέπουν τη φυσική κατάσταση ν’ αλλάζει, οι άντρες συνήθως περνούν μια εσωτερική κρίση. Μοιάζει ν’ αναρωτιούνται ‘’και τώρα τι κάνουμε; Νοιώθουν σαν να τους λείπει η ικανοποίηση και η χαρά που αντλούσαν από τη ζωή. Σ’ αυτές τις περιόδους μπορεί να συνεχίζουν να συναναστρέφονται τις παλιές τους παρέες, όμως μέσα τους στο βάθος να νοιώθουν ένα ‘’κενό’’,  αποκλεισμένοι μέσα στα τείχη της δικής τους μοναξιάς...
 
Ας ανακαλύψουμε την ξεχασμένη επαφή με τους άλλους…
Όλοι έχουμε ανάγκη μια ζεστή αγκαλιά, έστω ένα πρόσωπο για το οποίο θα είμαστε σημαντικοί, που θα μας ακούσει, θα προσπαθήσει να μας καταλάβει, θ’ ανταποκριθεί στις αγωνίες και τους προβληματισμούς μας, θα υποστηρίξει τις προσπάθειες μας έστω κι μ’ ένα εγκάρδιο χαμόγελο, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, που θα διασκεδάσουμε πραγματικά παρέα. Κι όμως αυτή η καλή παρέα συχνά λείπει. Οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν γίνονται  περισσότερο καχύποπτοι και επιφυλακτικοί  στους άλλους, πιο κλειστοί στο να μοιραστούν αυτά που τους αφορούν και τους αγγίζουν πραγματικά.
 
Συχνά δεν ξέρουν πώς να μιλήσουν και ν’ ανοιχτούν στους άλλους, πώς να διαλέξουν ή να κάνουν φίλους, έχουν αποκτήσει πάρα πολλά ‘’πρέπει’’ ή έχουν οργανώσει τη ζωή τους ώστε να μην υπάρχει χρόνος και χώρος για τους άλλους. Στις άκρες αυτού του προσωπικού κουβαριού βρίσκονται οι πραγματικές αιτίες της μοναξιάς μας… Το θέμα είναι  θέλουμε να ζούμε μόνοι επειδή φοβόμαστε, δεν ξέρουμε ή δεν τολμάμε να τις αντιμετωπίσουμε; Αν δώσουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία μπορεί ν’ ανακαλύψουμε αυτό που τώρα  φαίνεται απίστευτο: πόσοι άνθρωποι μπορεί να είναι ‘’έξω εκεί’’ και να περιμένουν κι εκείνοι μια ''επαφή'' …

Νίτσε: Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη

Τι είναι καλό; –Οτιδήποτε αυξάνει το συναίσθημα της δύναμης, η θέληση στη δύναμη, η ίδια δύναμη, στο άτομο.
 
Τι είναι κακό; –Οτιδήποτε που προέρχετε από την αδυναμία.
 
Τι είναι ευτυχία; –Το συναίσθημα ότι η δύναμη αυξάνεται–και όταν ένα εμπόδιο υπερνικείται.

Όχι ικανοποίηση, αλλά περισσότερη δύναμη όχι ειρήνη σε οποιαδήποτε τιμή, αλλά πόλεμος όχι αρετή, αλλά αποδοτικότητα (αρετή υπό την έννοια αναγέννησης, virtu, αρετή χωρίς ηθικό οξύ).
 
Οι αδύναμοι και οι αποτυχημένοι θα χαθούν: πρώτη αρχή της αγάπης μας. Και κάποιος πρέπει να τους βοηθήσει σε αυτό.
 
Τι είναι επιβλαβέστερη από οποιαδήποτε κακία; –Πρακτική συμπόνοια για τον αποτυχημένο και τον αδύναμο–Χριστιανισμός...
 
-Είμαστε σαν βιτρίνες μαγαζιών στις οποίες συνεχώς τακτοποιούμε, κρύβουμε ή φανερώνουμε τις υποτιθέμενες ιδιότητες που αποδίδουν άλλοι σε εμάς, για να εξαπατάμε τον εαυτό μας.
 
-Φιλολογία είναι η τέχνη να διαβάζεις καλά, να μπορείς να ξεχωρίζεις τα γεγονότα, χωρίς να τα παραποιείς με ερμηνείες, χωρίς να χάνεις την προσοχή, την υπομονή και τη λεπτότητα στην προσπάθεια σου να τα κατανοήσεις... Ο τρόπος με τον οποίο ένας θεολόγος ερμηνεύει, στο Βερολίνο ή στη Ρώμη, έναν «στίχο της Αγίας Γραφής» ή ένα γεγονός -λόγου χάρη μια νίκη των στρατευμένων της πατρίδας κάτω από το φως των «Ψαλμών» του Δαβίδ- είναι πάντα τόσο θρασύς που κάνει έξω φρενών τον φιλόλογο.
 
-Παλιότερα, όταν κάποιος προσπαθούσε να σκέφτεται —και ήταν αυτό κά­τι το πολύ σπάνιο— το καταλάβαινες αμέσως. Έβλεπες πώς προσπαθούσε, ήθελε να γίνει πιο σοφός και προετοιμαζόταν για μια ιδέα. Σταματούσε στη μέση του δρόμου, έπαιρνε ένα σοβαρό ύφος, σαν να προσευχόταν, έμενε ασάλευτος για ολόκληρες ώρες, στο ένα του πό­δι ή και στα δύο, σαν να «του έρχονταν ή Ιδέα». Ε, τό­τε το πράγμα «άξιζε τον κόπο αυτόν».
 
-Σήμερα σκεφτόμαστε αρκετά γρήγορα, στην πο­ρεία, την ώρα πού περπατάμε, μέσα σε κάθε λογής υπο­θέσεις, ακόμα και όταν σκεφτόμαστε τα σοβαρότερα πράγματα. Δεν έχουμε ανάγκη από πολλή προετοιμα­σία, ούτε και από πολλή σιωπή. Όλα πραγματοποιούν­ται σαν να είχαμε στο κεφάλι μας μια μηχανή πού να γυρίζει ασταμάτητα και πού συνεχίζει να δουλεύει, ακόμα και στις ασχημότερες συνθήκες.
 
-Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη.
 
-Ο παρασιτισμός, η μοναδική πρακτική της Εκκλησίας, που ρουφάει, με το ιδανικό της αναιμικότητας, της «αγιότητας», όλο το αίμα, όλη την αγάπη, όλη την ελπίδα για ζωή· το επέκεινα, ως θέληση για άρνηση κάθε πραγματικότητας· ο σταυρός, ως αναγνωριστικό σημάδι για την πιο υποχθόνια συνωμοσία που υπήρξε ποτέ εναντίον της υγείας, της ομορφιάς, οτιδήποτε καλοφτιαγμένου, εναντίον του θάρρους, του πνεύματος, της καλοσύνης της ψυχής, εναντίον της ίδιας της ζωής...

-Ο χριστιανισμός πήρε το μέρος όλων των αδύναμων, των παρακατιανών, των αποτυχημένων, έκανε ιδανικό τον λόγο των πνευματικά ισχυρότερων, διδάσκοντας ότι οι ανώτερες αξίες του πνεύματος είναι κάτι αμαρτωλό – κάτι παραπλανητικό... Πειρασμοί.

-Ο Χριστιανισμός ονομάζεται θρησκεία της ευσπλαχνίας. Η ευσπλαχνία έρχεται σε αντίθεση προς τα τονωτικά συναισθήματα που αυξάνουν τη ζωτικότητα μας· προκαλεί κατάπτωση. Χάνουμε δύναμη όταν νιώθουμε ευσπλαχνία. Με την ευσπλαχνία αυξάνεται και πολλαπλασιάζεται η απώλεια δύναμης που δημιουργείται στη ζωή απ’ τον πόνο. Η ευσπλαχνία κάνει μεταδοτικό τον πόνο.

-Όπως ξέρουμε, ο Αριστοτέλης έβλεπε στην ευσπλαχνία μια αρρωστημένη κι επικίνδυνη κατάσταση, την οποία καλά θα κάναμε να αντιμετωπίζουμε κάθε τόσο μ’ ένα καθαρτικό: Η τραγωδία ήταν γι’ αυτόν ένα τέτοιο καθαρτικό. Για να προστατέψουμε το ένστικτο της ζωής, θα πρέπει πράγματι να βρούμε ένα μέσο που θα τρυπήσει και θα κάνει κομμάτια αυτήν την αρρωστημένη και επικίνδυνη συσσώρευση ευσπλαχνίας...

-Μια αρετή πρέπει να είναι δική μας επινόηση, πρωταρχική μας άμυνα και ανάγκη· με οποιαδήποτε άλλη έννοια, δεν είναι παρά ένας κίνδυνος. Ό,τι δεν είναι απαραίτητος όρος για τη ζωή μας, τη βλάπτει· μια αρετή που εμπνέεται αποκλειστικά από ένα αίσθημα σεβασμού για την έννοια της «αρετής», είναι επιβλαβής...

-Ο Θεός: η θεοποίηση του μηδενός, η θέληση του μηδενός που εκφράζεται με άγια λόγια!...

-Η μοίρα του Χριστιανισμού έχει σχέση με την ακόλουθη αναγκαιότητα: Η πίστη έπρεπε να γίνει αρρωστημένη, παρακατιανή και χυδαία, επειδή οι ανάγκες τις οποίες όφειλε να ικανοποιήσει ήταν αρρωστημένες, παρακατιανές και χυδαίες.

-Ο Χριστιανισμός οφείλει τους θριάμβους του στο άθλιο λιβάνισμα της προσωπικής κενοδοξίας. Μ’ αυτό προσέλκυσε όλους τους αποτυχημένους, όλους τους πρόθυμους για εξέγερση, όλους τους απόκληρους, τα αποβράσματα και τα σκουπίδια της ανθρωπότητας.

-Έχει κατανοηθεί πραγματικά η περίφημη ιστορία που βρίσκεται στην αρχή της Βίβλου -η ιστορία του διαβολεμένου φόβου του Θεού για την γνώση δεν κατανοήθηκε... Ο άνθρωπος είχε γίνει το μεγαλύτερο λάθος του· ο Θεός είχε δημιουργήσει έναν ανταγωνιστή· η γνώση σε κάνει ίσον με τον Θεό· όταν την αγκαλιάσει ο άνθρωπος παίρνουν τέλος οι ιερείς και οι Θεοί. Ηθικό δίδαγμα: Η γνώση είναι το απαγορευμένο καθ’ εαυτό· μόνο αυτή είναι απαγορευμένη.

-Η ανάγκη για πίστη, για κάποιο είδος ανεπιφύλακτου «Ναι» ή «Όχι», είναι μια ανάγκη που γεννιέται από την αδυναμία. Ο άνθρωπος της πίστης, ο «πιστός» κάθε είδους, είναι αναγκαστικά ένας εξαρτώμενος άνθρωπος· ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να βάλει τον εαυτό ως σκοπό, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί καθόλου να βάλει κάποιον σκοπό από μόνος του.

-Έδωσα ένα όνομα στον πόνο μου και τον φωνάζω «σκύλο». Είναι το ίδιο πιστός, το ίδιο φορτικός και αδιάντροπος, το ίδιο διασκεδαστικός και έξυπνος όσο κάθε άλλος σκύλος – και μπορώ να τον μαλώνω και να ξεσπώ πάνω του, όταν έχω τις κακές μου, όπως κάνουν άλλοι με τους σκύλους, τους υπηρέτες και τις γυναίκες τους.

-Ο άνθρωπος της γνώσης δεν πρέπει να αγαπά μόνο τους εχθρούς του, αλλά και να μπορεί να μισεί τους φίλους του.

- Η συναναστροφή με τους ανθρώπους χαλάει το χαρακτήρα, ιδιαίτερα όταν δεν έχει κανείς τέτοιον.

-Ανταμείβει κανείς άσχημα το δάσκαλο, όταν μένει πάντα μαθητής.

-Κανένας δεν ψεύδεται τόσο όσο ο αγανακτισμένος άνθρωπος.

Όσο περισσότερους σπόρους σπείρετε, τόσο περισσότερα φυτά θα δείτε να μεγαλώνουν

Λένε, και είναι αλήθεια, ότι όσο πιο σκληρά δουλεύεις, τόσο πιο τυχερός είσαι. Ίσως απορείτε: «Είναι άραγε μια υπέροχη ζωή το αποτέλεσμα της τύχης ή λειτουργεί κάποια ακολουθία φυσικών νόμων που παράγει σπουδαία αποτελέσματα μόλις συμμορφωθούμε σε αυτούς;».

Η απάντησή μου, λοιπόν, είναι η εξής: Καλά πράγματα συμβαίνουν στους ανθρώπους που κάνουν καλά πράγματα. Κάντε τα σωστά πράγματα και αναπόφευκτα θα δείτε τα σωστά αποτελέσματα. Τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι πολύ τις αγροτικές εργασίες. Όχι, δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω αυτά τα πράγματα με την ηγεσία και την προσωπική επιτυχία και να αρχίσω να περνάω τις μέρες μου καλλιεργώντας καλαμπόκι (αν και θα ήταν ωραίος τρόπος να ζω).

Όμως, σκεφτείτε το: Οι νόμοι στη φάρμα και οι νόμοι στη φύση είναι οι ίδιοι νόμοι που ρυθμίζουν τις δουλειές μας και την προσωπική ζωή μας. Αυτά που σπέρνουμε, αυτά θα θερίσουμε. Αν φροντίσετε και καλλιεργήσετε καλά τη φάρμα σας, είναι αναπόφευκτο να θερίσετε μια πλουσιοπάροχη σοδειά.

Αν φροντίσετε και καλλιεργήσετε καλά τη σταδιοδρομία ή την υγεία ή τις σχέσεις σας, έχετε την εντύπωση ότι υπάρχει κάτι που θα μπορέσει, στ’ αλήθεια, να σας αρνηθεί την αφθονία όσων καλλιεργήσατε; Δεν υπάρχει.

Φυσικά, κάποιες φορές έχουμε τύχη. Είναι, όμως, απλώς το κερασάκι στην τούρτα. Για εμένα, η ζωή στις ψηλές βουνοκορφές είναι το αποτέλεσμα μιας ζωής ευθυγραμμισμένης με τους φυσικούς νόμους.

Σημαίνει να κάνετε πράγματα όπως να προσθέτετε αξία σε όσα προσφέρετε στους πελάτες σας και σε όσους σας περιστοιχίζουν. Να φέρεστε σε όλους όσους συναντάτε σαν να είναι σημαίνοντα πρόσωπα. Να είστε αναπάντεχα έντιμοι και εκπληκτικά ενθουσιώδεις. Απλώς συνεχίστε να κάνετε αυτά τα πράγματα και θα είστε εντάξει. Και να θυμάστε ότι όσο περισσότερους σπόρους σπείρετε, τόσο περισσότερα φυτά θα δείτε να μεγαλώνουν.

Όταν επικρατεί μέσα σου αβεβαιότητα για τις δικές σου αξίες, πώς μπορείς να διδάξεις κάτι σίγουρο στο παιδί σου;

Το άγγιγμα ενός ανθρώπινου χεριού, ο ήχος μιας ανθρώπινης φωνής και οι σπιτικές μυρωδιές είναι οι εμπειρίες με τις οποίες ένα μωρό αρχίζει να μαθαίνει τι είναι αυτός ο νέος κόσμος γύρω του. Ο τρόπος με τον οποίο ο γονιός αγγίζει το παιδί κι ο ήχος της φωνής του αποτελούν τη βάση γι’ αυτό που θα μάθει το παιδί. Το μωρό πρέπει να ξεδιαλύνει όλα τ’ αγγίγματα, τα πρόσωπα, τις φωνές και τις μυρωδιές των μεγάλων γύρω του και να βγάζει νόημα απ’ όλα αυτά. Μεγάλη σύγχυση κυριαρχεί στον κόσμο του νεογέννητου.

Στον πρώτο χρόνο της ζωής, ένα παιδί πρέπει να μάθει περισσότερα βασικά και διαφορετικά πράγματα απ’ ό,τι σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ποτέ άλλοτε το παιδί δεν πρόκειται να βρεθεί αντιμέτωπο με τόση μάθηση και γνώση, σε τόσα επίπεδα και σε τόσο λίγο διάστημα.

Η επίδραση απ' όλη αυτή τη μάθηση είναι πολύ πιο βαθιά απ’ όσο φαντάζονται οι περισσότεροι γονείς. Αν οι γονείς το καταλάβαιναν, θα μπορούσαν να εκτιμήσουν καλύτερα, τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα σ’ ό,τι κάνουν και στην τρομακτική δουλειά που έχει να κάνει το παιδί τους. Δώσαμε όλη μας την προσοχή σε μεθόδους πειθαρχίας και πολλή λίγη στην κατανόηση, στην αγάπη, στο χιούμορ και στην ανάπτυξη της πανέμορφης εκδήλωσης της ζωής που υπάρχει μέσα σε κάθε παιδί.

Υπάρχουν ακόμα τρία θέματα που δυσκολεύουν την εκτέλεση του οικογενειακού προσχέδιου. Βρίσκονται στο παγόβουνο, κάτω από την επιφάνεια του νερού, κάτω από την αντιληπτή λειτουργία της οικογένειας. Το πρώτο είναι η άγνοια. Απλά δεν ξέρεις κάτι.

Κι ακόμη, ίσως να μην ξέρεις ότι δεν ξέρεις, έτσι ώστε να μη συνειδητοποιήσεις την ανάγκη να μάθεις. Τα παιδιά μπορούν να βοηθήσουν πολύ σ’ αυτό, αν ο γονιός τούς επιτρέπει τα σχόλια. Να επαγρυπνάς συνέχεια για να αντλείς πληροφορίες από τις νύξεις που κάνουν τα παιδιά.

Το δεύτερο είναι πως ο τρόπος επικοινωνίας σου μπορεί να μην είναι αποτελεσματικός. Οπότε στέλνεις μηνύματα που δεν ξέρεις ότι τα στέλνεις ή νομίζεις ότι στέλνεις μηνύματα, ενώ δεν στέλνεις τίποτε. Έτσι τα αγαθά που έχεις να προσφέρεις στα παιδιά σου δε φτάνουν στον αποδέκτη. Για να το αντιληφθείς αυτό, πρόσεχε τις τυχόν απρόσμενες αντιδράσεις των άλλων.

Πολλοί γονείς ακούνε με κατάπληξη τι νόημα βγάζουν τα παιδιά τους από φαινομενικά αθώες παρατηρήσεις τους. Για παράδειγμα, ξέρω ένα ζευγάρι λευκών που ήθελε να διδάξει στο παιδί του φυλετική ανοχή. Μια μέρα, μαζί με κάποια άλλα παιδιά κάλεσαν στο σπίτι τους κι ένα μικρό μαύρο. Αργότερα ο πατέρας ρώτησε το παιδί του: «Πώς σου φάνηκαν τα πολύ κατσαρά του μαλλιά;» Αλλά το είπε μ’ ένα ύφος που υπογράμμιζε τη διαφορά, σχηματίζοντας έτσι τον πρώτο διαχωριστικό κύκλο ανάμεσα στα δυο παιδιά. Όσοι γονείς ανησυχούν μήπως συμβαίνει κάτι παρόμοιο, ας ελέγχουν πότε πότε τι κατάλαβαν απ’ τα λόγια τους τα παιδιά τους.

Θυμάμαι μιαν άλλη ιστορία. Μια νεαρή μητέρα εξήγησε με αρκετές λεπτομέρειες τα αληθινά περιστατικά της ζωής στον εξάχρονο γιο της, τον Άλεξ. Αρκετές μέρες μετά παρατήρησε πως ο Άλεξ την κοίταζε περίεργα. Τον ρώτησε γιατί, κι εκείνος απάντησε. “Μαμά, δεν κουράζεσαι φοβερά, όταν στέκεσαι με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω;” Ολότελα σαστισμένη η μάνα του ζήτησε να της εξηγήσει τι εννοούσε. “Ε, να” είπε ο μικρός, “ξέρεις… όταν ο μπαμπάς βάζει το σπόρο του μέσα”. Η μητέρα του παρέλειψε να εξωραΐσει τη διαδικασία της συνουσίας κι έτσι ο Άλεξ έφτιαξε τη δική του εικόνα.

Το τρίτο κομμάτι στο παγόβουνο αναφέρεται στις αξίες σου. Δεν είναι καθόλου απλό, όταν επικρατεί μέσα σου αβεβαιότητα για τις δικές σου αξίες, να διδάξεις σχετικά κάτι σίγουρο στο παιδί σου. Τι θα πρέπει να το διδάξεις, αφού κι εσύ δεν ξέρεις τίποτα; Και αν νιώθεις ότι δεν μπορείς να είσαι ειλικρινής για το πρόβλημά σου, τότε η κατάσταση μπορεί πολύ εύκολα να καταλήξει σε διατυπώσεις όπως «κάνε ό,τι σου λέω, όχι ό,τι κάνω» ή «δεν έχει καθόλου σημασία» ή «γιατί με ρωτάς;» ή «κρίνε μόνος σου κι απόφασε». Οποιαδήποτε απ’ αυτές τις απαντήσεις θα μπορούσε ν’ αφήσει στο παιδί μια αίσθηση αδικίας ή ψευτιάς.

Ένα άλλο αθέλητο μήνυμα που έδωσε ένας γονιός φαίνεται στην παρακάτω ιστορία. Είχα επισκεφθεί μια νεαρή γυναίκα που είχε ένα τετράχρονο κοριτσάκι. Χτύπησε το τηλέφωνο. Η νεαρή φίλη μου είπε: «Όχι, δεν μπορώ να έρθω σήμερα. Δεν αισθάνομαι καλά».

Η τετράχρονη κόρη της τη ρώτησε, με φανερό ενδιαφέρον στο προσωπάκι της: «Μαμά, είσαι άρρωστη;»

Η φίλη μου απάντησε: «Όχι, είμαι πολύ καλά».

Το κοριτσάκι προσπάθησε να τα βγάλει πέρα με τη φανερή αντίφαση: «Αλλά, μαμά, είπες στην κυρία στο τηλέφωνο ότι δεν αισθάνεσαι καλά».

Η απάντηση της μητέρας της ήταν: «Μη στεναχωριέσαι γι’ αυτό».

Μετά απ’ αυτήν την απάντηση το κοριτσάκι πήγε έξω να παίξει με τα χώματα. Την ώρα του φαγητού, η μάνα της τη φώναξε να έρθει μέσα. Το κοριτσάκι απάντησε: «Δεν μπορώ να έρθω, είμαι άρρωστη».

Η αντίδραση της μάνας ήταν να πάει έξω, προφανώς θυμωμένη, «θα σε μάθω εγώ να μη με υπακούς».

Μπήκα στη μέση, πριν η μητέρα προλάβει να τιμωρήσει το παιδί της και την πήρα απόμερα για να κουβεντιάσουμε. Της θύμησα ένα ένα με τη σειρά τα περιστατικά όπως έγιναν, δείχνοντάς της ότι το παιδί απλώς την είχε μιμηθεί. Είδε κι αυτή την αλληλουχία, που δεν είχε καθόλου αντιληφθεί. Ανατρίχιασε στη σκέψη και μόνο πως παραλίγο να αδικήσει το παιδί της τιμωρώντας το χωρίς λόγο.

Υπέδειξα στη μητέρα πως ο πιο χρήσιμος τρόπος για να τα βγάλει πέρα με την αρχική ερώτηση θα ήταν να είχε πει: «Δεν είμαι άρρωστη. Είπα αυτό το πράγμα σ’ αυτήν τη γυναίκα γιατί δεν ήθελα να είμαι μαζί της και δεν ήθελα να την πληγώσω. Μου είναι πολύ δύσκολο να λέω “όχι” στους ανθρώπους. Έτσι είπα ψέματα. Χρειάζομαι να μάθω καλύτερους τρόπους για να αντιμετωπίζω αυτές τις καταστάσεις. Ίσως μπορούμε να μάθουμε μαζί».

Η μάνα δεν ήταν κανένα τέρας και το παιδί κανένα ανυπάκουο παλιόπαιδο. Κι όμως σ’ αυτό το σενάριο το παιδί θα μπορούσε να τιμωρηθεί, γιατί έμαθε και χρησιμοποίησε το μοντέλο της μάνας. Το παιδί θ’ αποκτούσε την αναγκαία εμπειρία για να αρχίσει να μην εμπιστεύεται τη μάνα του και καμιά απ’ τις δυο δε θα ήξερε γιατί.

Όπως είπα και πριν, οι βασικές πληροφορίες, που μπαίνουν μέσα στο οικογενειακό προσχέδιο, προέρχονται από τις εμπειρίες που είχαμε στη δική μας οικογένεια, μα και στις άλλες, με τις οποίες είμαστε σε στενή επαφή. Όλα τα άτομα που φωνάζουμε με κάποιο γονικό όνομα ή που είμαστε υποχρεωμένοι να τους φερόμαστε σαν να ήταν γονείς μας, μας προμηθεύουν την πείρα την οποία χρησιμοποιούμε έτσι ή αλλιώς, όταν γινόμαστε εμείς γονείς. Ένα μέρος απ’ αυτήν μπορεί να μας βοηθήσει, άλλα ίσως ν’ υποδειχθούν ανώφελα. Όλα όμως άσκησαν την επίδρασή τους.

Όσοι από μας είμαστε αρκετά ελεύθεροι, ώστε να ερχόμαστε σ’ επαφή με την Εσωτερική Σοφία μας, κατέχουμε μιαν άλλη θαυμάσια πηγή. Χρειάζεται κουράγιο για να εμπιστευτείς αυτή τη Σοφία. Σημαίνει ότι έχουμε απελευθερωθεί από κριτική, μομφή και συμβιβασμό. Είμαστε πρόθυμοι όχι μόνο να φερθούμε με ευθύτητα αλλά και να διακινδυνεύσουμε.

Βιρτζίνια Σατίρ, Πλάθοντας ανθρώπους

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Οδύσσεια: Ο εξωτερικός νόστος

Tα δύο προοίμια του έπους και η "Θεῶν ἀγορά"

Στην πρώτη αφηγηματική ενότητα του εξωτερικού νόστου (ραψωδίες α-δ) προτάσσεται και εξέχει, όπως ήδη υπογραμμίστηκε, το ζεύγος "νόστος και αναζήτηση". O νόστος προφανώς αφορά στον Oδυσσέα· η αναζήτηση ανατίθεται στον Tηλέμαχο. Kαι τα δύο αυτά, συμπληρωματικά μεταξύ τους, προγράμματα εξασφαλίζονται στη θεῶν ἀγορά της πρώτης ραψωδίας από τη θεά Aθηνά. Έχει προηγηθεί, ωστόσο, το διπλό προοίμιο της Oδύσσειας (στ. 1-10 και 11-21), στο οποίο αναφέρονται τα επόμενα σύντομα σχόλια.
 
Στο κυρίως προοίμιο (στ. 1-10) συστήνεται, δίχως και να επονομάζεται, πολλαπλώς ο ήρωας του έπους: ως πολύτροπος (προεπικός χαρακτήρας)· ως πτολίπορθος (ἐπεὶ Tροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε, επικό σήμα του Oδυσσέα)· ως πολύπλαγκτος, πολύϊδρις και πολύτλας (ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη, πολλῶν δ' ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω, πολλὰ δ' ὅ γ' ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, μετατρωικές εμπειρίες του ήρωα). Oι προηγούμενοι χαρακτήρες του Oδυσσέα εφεξής συνδέονται με τους εταίρους του: παρά την εμμονή του να τους σώσει και να εξασφαλίσει τον νόστο τους, οι εταίροι αφανίζονται εξαιτίας της ανίερης ατασθαλίας τους· σφάζοντας και τρώγοντας τα ιερά γελάδια του Ήλιου, καθίστανται τελικώς ανόστιμοι. Aπό τους στίχους αυτούς, 5-9, προκύπτει ο κυριότερος, οδυσσειακός τώρα, χαρακτήρας του ήρωα, που τον ορίζει φιλέταιρο· πρόκειται σαφώς για σκόπιμη επιλογή του ποιητή της Oδύσσειας, με την οποία αίρεται, ή αντιστρέφεται, ένα σκάνδαλο της παράδοσης που ήθελε τον Oδυσσέα να επιστρέφει στην Iθάκη μόνος και χωρίς εταίρους, σε αντίθεση προς όλους τους άλλους επώνυμους ήρωες του τρωικού πολέμου.
 
H συγκέντρωση πάντως του κύριου προοιμίου της Oδύσσειας στην ατάσθαλη συμπεριφορά των εταίρων προοικονομεί μόνον το θεματικό περιεχόμενο των Aπολόγων, ορίζει επομένως το εγκιβωτισμένο ποιητικό παρελθόν της Oδύσσειας. Tο δεύτερο συμπληρωματικό προοίμιο (στ. 11-21) επιμένει τώρα στο ποιητικό παρόν του έπους. Tο ἔνθα τού στ. 11 χαράσσει το χρονικό σημείο αφετηρίας της Oδύσσειας, στον βαθμό που αναφέρεται στην κατ' εξαίρεση πολύχρονη καθήλωση του Oδυσσέα στο νησί της Kαλυψώς, η ερωτική επιμονή της οποίας επιβραδύνει αφύσικα, αν δεν ματαιώνει, τον νόστο του ήρωα, εξαιτίας και του αλύγιστου ακόμη θυμού του Ποσειδώνα.
 
H συντακτική ακολουθία των δύο προοιμίων (προηγείται η δήλωση του ποιητικού παρελθόντος, έπεται η χάραξη του ποιητικού παρόντος) προειδοποιεί ήδη για τον αφηγηματικό ελιγμό του εγκιβωτισμού του ποιητικού παρελθόντος μέσα στο ποιητικό παρόν. Tούτο σημαίνει ότι το έπος της Oδύσσειας αρχίζει κατά κάποιον τρόπο in medias res ― στην πραγματικότητα με αντίστροφη πορεία της αφήγησης από το τώρα προς το πριν.
 
Στο δεύτερο, εξάλλου, προοίμιο προοικονομείται και ο εσωτερικός νόστος του Oδυσσέα, με προδήλωση των οικείων πλέον άθλων του ήρωα στην Iθάκη. Έτσι, το αφηγηματικό τόξο ενώνει τον εξωτερικό με τον εσωτερικό νόστο, επιμένοντας στον κοινό τους παρονομαστή: στα πάθη και στα άθλα του Oδυσσέα.
 
Έπεται η αφηγηματική σκηνοθεσία της θεῶν ἀγορᾶς, στην οποία η εμπαθής παρέμβαση της θεάς Aθηνάς αποσπά της συγκατάθεση του Διός και των άλλων θεών (με την εξαίρεση του Ποσειδώνα), για να κινηθεί επιτέλους ο νόστος του Oδυσσέα. H αποστολή αυτή αποφασίζεται να ανατεθεί στον θεό Eρμή, ο οποίος εντέλλεται να μεταβεί στο νησί της Kαλυψώς για να αποδεσμεύσει τον ήρωα από τη μακρόχρονη καθήλωσή του. H ίδια η Aθηνά υπόσχεται να κατεβεί στην Iθάκη προκειμένου να κινητοποιήσει τον ενήλικο πλέον Tηλέμαχο προς αναζήτηση του πατέρα του. Mε τον τρόπο αυτόν σχηματίζεται το ζεύγος "νόστος και αναζήτηση".
 
Παρά πάσα όμως προσδοκία, τα δύο αυτά προγράμματα δεν συγχρονίζονται: η αποστολή του Eρμή αναβάλλεται· θα πραγματοποιηθεί, με επιμονή πάλι της Aθηνάς, μόλις στην αρχή της πέμπτης ραψωδίας, σε μια δεύτερη θεῶν ἀγορά. Aντιθέτως, το πρόγραμμα της αναζήτησης εγκαινιάζεται αμέσως με την κάθοδο της θεάς στην Iθάκη. Tι σημαίνει όμως η πρόταξη αυτή της αναζήτησης του Oδυσσέα από τον Tηλέμαχο, πριν από την εκκίνηση του αποφασισμένου ήδη νόστου του πατέρα του;