Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (429-455)

ΗΛ. ἰὼ ἰὼ δαΐα [στρ. θ]
430 πάντολμε μᾶτερ, δαΐαις ἐν ἐκφοραῖς
ἄνευ πολιτᾶν ἄνακτ᾽,
ἄνευ δὲ πενθημάτων
ἔτλης ἀνοίμωκτον ἄνδρα θάψαι.

ΟΡ. τὸ πᾶν ἀτίμως ἔλεξας, οἴμοι. [στρ. ι]
435 πατρὸς δ᾽ ἀτίμωσιν ἆρα τείσει,
ἕκατι μὲν δαιμόνων,
ἕκατι δ᾽ ἀμᾶν χερῶν.
ἔπειτ᾽ ἐγὼ νοσφίσας ὀλοίμαν.

ΧΟ. ἐμασχαλίσθη δέ γ᾽, ὡς τόδ᾽ εἰδῇς, [ἀντ. ι]
440 ἔπρασσε δ᾽ ἅπερ νιν ὧδε θάπτει,
μόρον κτίσαι μωμένα
ἄφερτον αἰῶνι σῷ.
κλύεις πατρῴους δύας ἀτίμους.

ΗΛ. λέγεις πατρῷον μόρον· ἐγὼ δ᾽ ἀπεστάτουν [ἀντ. η]
445 ἄτιμος, οὐδὲν ἀξία.
μυχῷ δ᾽ ἄφερκτος πολυσινοῦς κυνὸς δίκαν
ἑτοιμότερα γέλωτος ἀνέφερον λίβη,
χέουσα πολύδακρυν γόον κεκρυμμένα.
450 τοιαῦτ᾽ ἀκούων ἐν φρεσὶν γράφου, ‹πάτερ.

ΧΟ. γράφου·› δι᾽ ὤτων δὲ συν- [ἀντ. θ]
τέτραινε μῦθον ἡσύχῳ φρενῶν βάσει.
τὰ μὲν γὰρ οὕτως ἔχει,
τὰ δ᾽ αὐτὸς ὀργᾷ μαθεῖν.
455 πρέπει δ᾽ ἀκάμπτῳ μένει καθήκειν.

***
ΗΛΕΚΤΡΑ
Οϊμένα, οϊμένα, φόνισσα
κακούργα μάνα!
430 σα να ᾽ταν ξόδι ενός εχθρού
και δίχως ν᾽ ακλουθά ο λαός
την εκφορά του βασιλιά του,
απένθητο κι αθρήνητο τον άντρα σου
να θάψεις βάσταξε η καρδιά σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ
Είπες, την πάσα, οϊμέ, ατιμία της,
μα βέβαια και θα την πλερώσει
την καταφρόνια του πατέρα μας·
πρώτα οι θεοί κι έπειτα αυτό
το χέρι το δεξί μου,
θα την σκοτώσω κι ας χαθώ.

ΧΟΡΟΣ
Κι ακόμη, του κολόβωσε το λείψανο,
— αν θέλεις όλα να τα μάθεις —
440 και το ᾽καμε κι έτσι τον έθαφτε
σ᾽ αυτό το χάλι,
τέτοιο ζητώντας ανυπόφερτο
ντρόπιασμα στη ζωή σου να σου βάλει.
Άκουσες του πατέρα σου τ᾽ άτιμα πάθη.

ΗΛΕΚΤΡΑ
Λες για την τύχη του πατέρα μας·
μα εγώ παράμερα εστεκόμουν
για τίποτ᾽ άξια, καταφρονεμένη·
κι όξω απ᾽ το σπίτι, σαν πολύ
κακούργικο σκυλί κλεισμένη,
δάκρυα από γέλια πιο έτοιμα
μου ανέβαιναν και στα κρυφά βογγούσα
χύνοντας κλάιμα ατέλειωτο·
450 μ᾽ άκου τα συ και γράφε τα στο νου σου.

ΧΟΡΟΣ
Κι ας τριβελίσει ο λόγος μας
τ᾽ αυτιά σου, να κατασταλάξει
στα ήσυχα της ψυχής σου βάθη.
Έτσ᾽ είν᾽ αυτά, όπως τ᾽ άκουσες.
Για τ᾽ άλλα — η οργή σου θα σ᾽ τα μάθει·
όποιος σ᾽ αγώνα μπαίνει, αλύγιστη
πρέπει τη γνώμη της καρδιάς του να ᾽χει.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ: Η πολιορκία των Συρακουσών από τους Αθηναίους

Στρατηγικός θρίαμβος – τακτικός όλεθρος

Iστορικό πλαίσιο
 
         Το καλοκαίρι του 415 π.Χ ο Δήμος της Αθήνας αποφάσισε να τερματίσει την εκεχειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου με μία πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής επιχείρηση, την Σικελική Εκστρατεία. Αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας ήταν η κατάληψη των Συρακουσών, μιας πόλης που δεν υπολειπόταν σε πληθυσμό και πλούτο από την Αθήνα και κατόπιν ολόκληρης της Σικελίας. Μια επιχείρηση 1300 χιλιόμετρα μακριά από τη βάση που αν πετύχαινε τον στόχο της θα καθιστούσε την Αθήνα μία μικρή αυτοκρατορία και θα έθετε τις βάσεις για την επικράτηση της Ιωνικής πόλης σε ολόκληρη τη Μεσόγειο!

Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το όλο εγχείρημα ήσαν πολλά και τα κυριότερα ήσαν τα εξής:

٭  Το μέγεθος των Συρακουσών

٭  Το πολίτευμα τους που ήταν δημοκρατικό

٭  Το έδαφος της Σικελίας που επέτρεπε την εκτεταμένη χρήση ιππικού

٭  Οι δυσκολίες στην επικοινωνία με την Αθήνα για ενισχύσεις σε άντρες και οπλισμό.
 
            Παρά τις δυσκολίες όμως, η Αθηναίοι κατάφεραν και αποβιβάστηκαν με επιτυχία στο νησί και προέλασαν ενάντια στις Συρακούσες. Στην πρώτη οπλιτική σύγκρουση επικράτησαν με ευκολία των Συρακούσιων αλλά δεν μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν τη νίκη τους εξαιτίας της δράσης του εχθρικού ιππικού. Οι 1200 Σικελοί ιππείς ανέκοψαν την ορμή της Αθηναϊκής φάλαγγας και επέτρεψαν στον ηττημένο στρατό των Συρακουσών να επιστρέψει στην πόλη και να αποφύγει τον αφανισμό. Από τις πρώτες δηλαδή εβδομάδες οι Αθηναίοι έφτασαν πολύ κοντά στον στόχο τους!
     
Κάπου εκεί φάνηκε και το μεγαλύτερο πρόβλημα της εκστρατείας. Η πολυφωνία λόγω έλλειψης κεντρικής διοίκησης ως μειονέκτημα μιας αμεσοδημοκρατίας εν καιρώ πολέμου! Οι Αθηναίοι όρισαν ως στρατηγούς τρείς άνδρες (συνήθως δύο ήταν οι στρατηγοί) πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. Τον εμπνευστή της επιχείρησης, τον παράτολμο και δολοπλόκο Αλκιβιάδη, τον αναβλητικό γερασμένο Νικία που ήταν αντίθετος στην ιδέα της εκστρατείας (!) και τον Λάμαχο, τον μόνο ικανό στρατιωτικό που όμως δεν διέθετε το πολιτικό κύρος να επιβάλλει τις απόψεις του στο στράτευμα. Λίγες εβδομάδες μετά την απόβαση και την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων ανακλήθηκε ο Αλκιβιάδης (που κατέφυγε, φοβούμενος για τη ζωή του, στη Σπάρτη) και έτσι επικεφαλής της εκστρατείας ήταν ουσιαστικά ο μεγαλύτερος πολέμιος της σε πολιτικό επίπεδο, ο Νικίας!

Ο Νικίας
 
Ο γηραιός στρατηγός, αντί να εκμεταλλευτεί την οπλιτική νίκη και το σοκ που προκάλεσε αυτοί στον λαό της μεγαλύτερης Σικελικής πόλης, αποφάσισε να περάσει τον χειμώνα στην Κατάνη προσπαθώντας να μαζέψει αρκετούς ιππείς, είτε από την Αθήνα, είτε από Σικελιώτες συμμάχους, ώστε να μπορεί ανεμπόδιστα πλέον να προχωρήσει στην πολιορκία. Η αναβλητικότητα του αυτή όμως έδωσε θάρρος στις Συρακούσες που συνειδητοποίησαν πως το ιππικό τους και μόνο μπορεί να εμποδίσει την κατάληψη της πόλης τους από τους εχθρούς!
 
Αντίθετα οι Συρακούσιοι είχαν ως φυσικό ηγέτη τον στρατηγό Ερμοκράτη, έναν άντρα που παρά το αξίωμα του πολεμούσε δίπλα στους στρατιώτες του εμπνέοντας τους κάθε στιγμή. Στις στιγμές μεγάλης απελπισίας των συμπολιτών τους, όρθωνε το ανάστημα του και απέρριπτε κάθε πρόταση συνθηκολόγησης. Πέραν των προσπαθειών του Αλκιβιάδη να εκδικηθεί την πατρίδα του, οι άριστες σχέσεις του Ερμοκράτη με τη Σπάρτη συνέβαλαν στην καθοριστική αποστολή βοήθειας των Λακεδαιμονίων προς τις Συρακούσες στο τελευταίο μέρος της πολιορκίας.

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
 
Παρά τους οκτώ μήνες εγκληματικής απραγίας στην Κατάνη, ο Αθηναϊκός στρατός διέθετε ακόμη την πρωτοβουλία κινήσεων στη Σικελία. Οι προσπάθειες του Νικία για την απόκτηση ιππικού τελεσφόρησαν καθώς η Αθήνα έστειλε 250 έμπειρους από τις συνεχείς παρενοχλήσεις του Σπαρτιατικού πεζικού ιππείς και 30 ιπποτοξότες, καθώς και τριακόσια τάλαντα για τη στελέχωση του ιππικού σώματος. Εν τέλει, το εκστρατευτικό σώμα απέκτησε μία δύναμη 650 ιππέων, όχι ικανή για ανοικτή μάχη με τους Συρακούσιους ιππείς, αλλά υπεραρκετή για τη προστασία του πεζικού αλλά και τον κτιστών στην επερχόμενη τειχομαχία. Ο αξιόπιστος στρατηγός Λάμαχος, ανέβασε το ηθικό των αντρών και έπεισε τον Νικία να επιτεθούν επιτέλους στον αντικειμενικό τους σκοπό. Με ένα αξιοθαύμαστο τέχνασμα ο στρατός επιβιβάστηκε στα καράβια στην Κατάνη και αποβιβάστηκε δίπλα από τις Συρακούσες, αποφεύγοντας έτσι τις παρενοχλήσεις και τις ενδεχόμενες απώλειες.
 
Μετά την αποβίβαση τους, οι Αθηναίοι κατέλαβαν το οροπέδιο των Επιπολών, που τότε δεν ήταν τειχισμένο, και έστησαν το οχυρό τους. Οι Επιπολές, που αργότερα αποτέλεσαν την πέμπτη και πολυπληθέστερη συνοικία των Συρακουσών, είναι το οροπέδιο που υψώνεται πάνω από την πόλη και όποιος το κατέχει μπορεί να ελέγχει τη ροή εφοδίων και ανθρώπων στην άτυπη πρωτεύουσα της Σικελίας. Αυτή ήταν η δεύτερη μεγάλη ευκαιρία των Αθηναίων να κερδίσουν τον πόλεμο καθώς οι Συρακούσιοι ήταν άπειροι στις τειχομαχίες ενώ οι ίδιοι εμπειροπόλεμοι, είτε ως αμυνόμενοι (Μακρά Τείχη, οχύρωση Πειραιά) είτε ως επιτιθέμενοι με τις επιτυχίες τους στην Ποτίδαια και στην Δήλο. Το μόνο που είχε να κάνει πλέον ο Νικίας ήταν να αξιοποιήσει όλη τη δυναμική του στρατεύματος του ώστε να περιτειχίσουν εξωτερικά τις Συρακούσες, βόρεια προς τον Τρωγίλο και νότια προς το Μεγάλο Λιμάνι. Αυτός ο χερσαίος αποκλεισμός σε συνδυασμό με τον ναυτικό αποκλεισμό που είχε σχεδόν επιβάλλει το Αθηναϊκό ναυτικό θα ανάγκαζε τους Σικελιώτες να παραδοθούν αργά ή γρήγορα! Δεδομένου πως διέθετε πλέον το απαραίτητο ιππικό για να προστατεύει τους στρατιώτες/κτίστες τίποτε δε μπορούσε να τον σταματήσει από τον θρίαμβο… εκτός από τον ίδιο του τον χαρακτήρα!
 
Το μήκος του τείχους που έπρεπε να κτιστεί μπορεί να φαντάζει μεγάλο, γύρω στα οκτώ χιλιόμετρα, αλλά όπως μας πληροφορεί στο βιβλίο/ανάλυση του ο καθηγητής Hanson ήταν εφικτό από έναν οργανωμένο στρατό και μας παραθέτει και ως παραδείγματα αντίστοιχες ενέργειες των Αθηναίων στη Νίσαια, στο Δήλιο και στην Πύλο, των Σπαρτιατών στις Πλαταιές με διπλό τείχος μέσα σε τρεις μήνες, αλλά και την περιτείχιση της Ιερουσαλήμ από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο (ίσο περίπου μήκος περιτειχίσματος και ισάριθμο στράτευμα) μέσα σε λίγες μόνο μέρες(!) ως προς τεκμηρίωση. Στον αντίποδα οι Συρακούσιοι, πολύ σωστά ξεκίνησαν να κτίζουν αντιτειχίσματα, τείχη ακριβώς κάθετα στο τείχος που προσπαθούσαν να κτίσουν οι Αθηναίοι ώστε να τους σταματήσουν. Ήταν ένας αγώνας δρόμου μεταξύ των μηχανικών αλλά και των απλών ανθρώπων και στρατιωτών. Ένας αγώνας που θα καθόριζε την έκβαση του πολέμου.
 
Οι εργασίες στο στρατόπεδο των Αθηναίων αργούσαν υπερβολικά και η πολιορκία φάνταζε να έφτανε σε τέλμα ώσπου ο Λάμαχος αποφάσισε και κατάφερε να πάρει πρωτοβουλία κινήσεων. Ξεκίνησε μια σειρά επιθετικών κινήσεων κατά των αντιτειχισμάτων που είχαν σοβαρό αντίκτυπο τόσο στις εργασίες, όσο και στο ηθικό των Συρακούσιων. Όμως η τύχη δεν ήταν με το μέρος των Αθηναίων καθώς ο γενναίος και πραγματιστής στρατηγός σκοτώθηκε σε μία από αυτές τις επιδρομές, τερματίζοντας έτσι την περίοδο που οι πολιορκητές είχαν τη πρωτοβουλία των κινήσεων. Το εκστρατευτικό σώμα λοιπόν, έμεινε να διοικείται από τον μοναδικό εκ των τριών στρατηγών ήταν κατά της εκστρατείας, τον άβουλο Νικία.
 
Οι Αθηναίοι έλαβαν σημαντικές ενισχύσεις με τον στρατηγό Δημοσθένη επικεφαλής εβδομήντα τριηρών και πλέον των πέντε χιλιάδων αντρών να καταφθάνει για να βοηθήσει τον Νικία και τους ταλαιπωρημένους άντρες αλλά πλέον ήταν πολύ αργά. Ο Δημοσθένης είδε πολύ σοφά πως η κατάσταση είναι κρίσιμη και θα χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. Αποφάσισε λοιπόν κατά μέτωπο σύγκρουση το συντομότερο. Η βραδινή επίθεση όμως που επιχείρησε ο Δημοσθένης κατέληξε σε τραγωδία με πάνω από δύο χιλιάδες νεκρούς για τους πολιορκητές. Το περιτείχισμα δεν είχε τελειώσει ούτε από τη βόρεια, ούτε από τη νότια πλευρά της πόλης και έτσι μπόρεσε να μπει εντός και να βοηθήσει στην άμυνα ο Σπαρτιάτης στρατηγός Γύλιππος με σημαντικές δυνάμεις, ύστερα από τις συνεχείς παροτρύνσεις του Αλκιβιάδη για την αποστολή βοήθειας προς τις Συρακούσες.
 
Οι Αθηναίοι, πέραν της «ατυχίας» του θανάτου του Λάμαχου, είχαν επίσης την ατυχία να στερηθούν των υπηρεσιών του Ευρυμέδοντα. Ενός ικανότατου στρατηγού, ήρωα για την Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, που σκοτώθηκε σε ναυμαχία έξω από τη Σικελία στη προσπάθεια του να ενισχύσει με δέκα τριήρεις και τη στρατηγική του δεινότητα τους δοκιμαζόμενους συμπολίτες του που πολεμούσαν τόσο μακριά από την πατρίδα.
 
Πέραν της στρατιωτικής ενδυνάμωσης, οι ενισχύσεις από την Πελοπόννησο, ανύψωσαν και το ηθικό των Συρακούσιων που ήταν πλέον βέβαιοι για την νίκη τους και την γρήγορη λύση της πολιορκίας. Μια τελευταία απόπειρα του Δημοσθένη απέτυχε οικτρά και έτσι οι Αθηναίοι αποσύρθηκαν από τις Επιπολές και στρατοπέδευσαν στο ακρωτήριο Πλημμύριον δίπλα στον στόλο. Η πολιορκία λύθηκε, οι Αθηναίοι πλέον πολεμούσαν για τη ζωή τους. Η μάχη είχε κριθεί.

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
 
Στην επικείμενη ναυμαχία εντός του Μεγάλου Λιμανιού των Συρακουσών, ο Αθηναϊκός στόλος υπέστη συντριπτική ήττα κυρίως λόγω της μη στεγανότητας των τριηρών του (βρισκόταν στο νερό πολλούς συνεχόμενους μήνες λόγω της αδυναμίας των Αθηναίων να τις προστατέψουν στη στεριά) αλλά και των παγίδων που είχαν στήσει οι Σικελιώτες ναυτικοί. Οι Ελλαδίτες οπλίτες παρακολούθησαν με τρόμο αυτή την εξέλιξη καθώς αυτά τα πλοία ήταν η μοναδική τους σωτηρία. Η υποχώρηση τους έγινε άτακτα και ολοκληρώθηκε με τη μάχη/σφαγή του Ασσίναρου ποταμού. Ο Αθηναϊκός στρατός έπαψε να υφίσταται, πολλοί σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι αιχμαλωτίστηκαν για να δουλέψουν στα λατομεία των Συρακουσών. Ο Νικίας και ο Δημοσθένης πιάστηκαν αιχμάλωτοι και εκτελέστηκαν. Αντίθετα ο Ερμοκράτης έγινε ο ήρωας σωτήρας των Συρακουσών όπου ακόμη και σήμερα υπάρχει κεντρική οδός στην πόλη που φέρει το όνομα του. Η συντριπτική αυτή ήττα μπορεί να συγκριθεί μόνο με την καταστροφή του Ρωμαίου στρατηγού Κράσσου στις Κάρρες έναντι των Πάρθων και του Ναπολέοντα στη Ρωσική εκστρατεία.
 
Ένα ιδιοφυές σχέδιο κατέληξε σε καταστροφή λόγω της πολυφωνίας και της έλλειψης κεντρικής διοίκησης. Παρόλα αυτά, η Αθήνα έφτασε λίγα χρόνια αργότερα, με τη νίκη της στη ναυμαχία των Αργινουσών, πολύ κοντά στην επικράτηση επί των Σπαρτιατών. Η πολυφωνία/πολυγνωμία όμως την οδήγησε στην εκτέλεση των ναυάρχων των Αργινουσών και στην ολοκληρωτική ήττα, λόγω έλλειψης ικανής ναυτικής διοίκησης, την επόμενη χρονιά σε ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς η οποία οδήγησε στη συνθηκολόγηση των Αθηνών.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Δεν σου ταιριάζει να παιδιαρίζεις άλλο, δεν είσαι πια μικρό παιδί
                                           Όμηρος, Οδύσσεια [α, 296-297]
 (Η Αθηνά στον Τηλέμαχο)
 
Δεν υποστηρίζουμε πως η διάσωση των Ελληνικών είναι εύκολη υπόθεση, στην αλλαγή μάλιστα της χιλιετίας είναι σχεδόν αδύνατη. Ακόμη κι αν γράφουμε πράγματα που οι άνθρωποι μπορούν να κα­τανοήσουν, ακόμα κι αν εννοούμε να παραμένουμε στις τάξεις, απαρνιόμαστε τα συνέδρια και διδάσκουμε τους αμύητους, πάλι είναι δύ­σκολο να προωθούμε τις Κλασικές Σπουδές. Η διδασκαλία των Ελ­ληνικών στους σημερινούς φοιτητές απαιτεί ένα ιδιαίτερο είδος αφο­σίωσης, συνειδητή αποκοτιά, επιθυμία να ριχτείς με τα μούτρα αντί να ξεγλιστρήσεις κρυφά και αφοσίωση ακριβώς σ’ αυτό που ένας κλασικιστής απέρριψε πρόσφατα ως «μεσοαστική ευσυνειδησία» (D. Konstan, Classical World 89, 1995, σ. 32).
 
Αν θέλουμε να διδαχτεί σωστά ο δυτικός πολιτισμός, αν θέλουμε να μάθουμε τι σημαίνει να σκέφτεσαι σαν Έλληνας, τότε κάποιος πρέπει να διδάξει Ελληνικά. Αν πρόκειται να διδάξουν κάποιοι για την Ελλάδα και τη Ρώμη, τότε πρέπει να απομείνουν τουλάχιστον μερικοί στην Αμερική που να γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, κι όχι μόνο τη γραμματεία από μετάφραση και την ιστορία της Μεσογείου. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα Ελληνικά είναι πολύ δύσκολα, κατοι­κούν στο σκιώδη κόσμο των Κλασικών Σπουδών, στις πανεπιστη­μιακές σχολές και στα προγράμματα που προσφέρουν διδασκαλία της λατινικής γλώσσας, σε μαθήματα μετάφρασης και σε ελάχιστους που παραδίδουν μαθήματα ελληνικής και λατινικής λογοτεχνίας για αρ­χαρίους και προχωρημένους. Εκεί, τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται από κάποιον για να γίνει πραγματικός γνώστης της ελληνικής γλώσσας — υπακοή, συμμόρφωση και υποταγή— έρχονται σε αντί­θεση με τις διδαχές που προκύπτουν από τα ελληνικά κείμενα και, εν τέλει, έρχονται σε αντίθεση ίσως με την ιδεαλιστική και παρορμη­τική ώθηση να μάθει κανείς Ελληνικά. Με άλλα λόγια, για να μάθει κανείς τώρα Ελληνικά πρέπει να υιοθετήσει στάση και συμπεριφορά ακριβώς αντίθετες από εκείνες των κλασικών Ελλήνων, που δεν ήταν δάσκαλοι γραμματικής ούτε θιασώτες της πολυπολιτισμικότητας ούτε σχολιαστές ούτε αποδομιστές. Ωστόσο τα αδάμαστα πνεύματα που λαχταράνε για περισσότερο Όμηρο και Σοφοκλή δεν είναι απαραίτη­το να τσακίσουν και να ηττηθούν από τις συζυγίες και τις κλίσεις. Όσοι καταφέρνουν να επιβιώσουν της σύνταξης και της γραμματι­κής δεν είναι απαραίτητο να αναδυθούν, όπως γίνεται συχνά, μη θέλοντας να έχουν οποιαδήποτε σχέση πλέον με το πνεύμα της Ιλιάδας ή του Αίαντα.
    
ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ;
 
Κατ’ αρχάς, τι εννοούμε με αυτό τον ευρύ όρο «Ελληνικά»; Τα γράμματα από το άλφα ως το ωμέγα; Θεούς και ήρωες; Πολέμους, λοιμούς και συνθήκες; Σπονδύλους κιόνων και βυθισμένες τριήρεις; Βεβαίως συμπεριλαμβάνονται όλα αυτά, αλλά στην ουσία τα Ελλη­νικά αρχίζουν και τελειώνουν με τη γνώση της γλώσσας της αρχαίας Αθήνας. Τώρα πλέον, η Αττική Διάλεκτος είναι αναπόσπαστα δε­μένη με τις Κλασικές Σπουδές, ωστόσο πρέπει να γνωρίζουμε ότι Ελληνικά και Κλασικές Σπουδές δεν υπήρξαν ποτέ συνώνυμοι όροι. Οι Κλασικές Σπουδές είναι η αντλία, ένα τεχνητό και πολύ συχνά αναξιόπιστο σύστημα μετάδοσης. Τα Ελληνικά —άλλοτε τόσο κρυ­πτογραφικά που σε τρελαίνουν, άλλοτε διαυγή και χωρίς λεπτές δια­φορές — εξακολουθούν να είναι το αθάνατο νερό που δίνει ζωή στη μάθηση, ένα δώρο που η απόκτησή του μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που δουλεύει ο νους του ανθρώπου.
 
Τα Ελληνικά, όμως, έχουν ένα αντίτιμο. Το αρχαίο ελληνικό ρήμα έχει πάνω από 350 τύπους. Εμφανίζεται σε επτά χρόνους: ένας για το παρόν (ενεστώτας), δύο για το μέλλον (απλός και τετελεσμένος μέλλοντας), τρεις για το παρελθόν (παρατατικός, αόριστος και υπερ­συντέλικος) και ένας που καλύπτει παρελθόν και παρόν (παρακείμε­νος). Υπάρχουν τρεις φωνές: ενεργητική, μέση και παθητική. Τα ρήματα στα Ελληνικά έχουν επίσης εγκλίσεις —οριστική, υποτακτι­κή, ευκτική, προστακτική— καθώς και τους ονοματικούς τύπους του απαρεμφάτου και της μετοχής. Έχουν εξ άλλου και τρία πρό­σωπα: Εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό. Τα ρήματα στα αρχαία Ελλη­νικά έχουν, όπως και τα πτωτικά, τρεις αριθμούς: τον ενικό (όταν πρόκειται για ένα), τον δυϊκό (όταν πρόκειται για δύο) και τον πλη­θυντικό (όταν πρόκειται για πολλά).
 
Αυτός που φιλοδοξεί να σπουδάσει τα Ελληνικά πρέπει να αφομοι­ώσει τους μυριάδες κανόνες που αφορούν στα ρήματα, στην προσθήκη προθεμάτων, στον αναδιπλασιασμό γραμμάτων, στις συναιρέσεις, στις επενθέσεις κ.ο.κ.
 
Μόνο μετά την πλήρη κατανόηση αυτών των δυναμικών λειτουρ­γιών, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτοί οι μυστηριώδεις κανόνες κάμπτονται πολύ συχνά: με δυο λόγια, το ελληνικό ρήμα είναι μεγάλος μπελάς. Δεν δαμάζεται ούτε καν χαλιναγωγείται. Ο μέλλων του ρήματος φέρω, δεν είναι, όπως μπορεί να νομίζατε, φέρω, αλλά οἴσω. Ο αόριστος δεν είναι ἔφερσα, σύμφωνα με τον κανόνα, αλλά ἤνεγκον και μερικές φορές ἤνεγκα. Οι τύποι της μέσης και της παθητικής φωνής των ρημάτων είναι όμοιοι σε μερικούς χρόνους, διαφορετικοί σε άλλους, οι τύποι της ενεργητικής και της μέσης δεν είναι ποτέ ίδιοι, όμως δεν υπάρχουν παρά μόνο καμιά εικοσιπενταριά ρήματα σε όλη τη γλώσ­σα όπου υπάρχει σημαντική και σταθερή διαφορά νοήματος μεταξύ των δύο τύπων. Ενώ οι συνήθεις κανόνες του σχηματισμού των αρ­χαίων ελληνικών ρημάτων που με τόσο κόπο αποστηθίζεις δεν έχουν καμιά ισχύ στα ρήματα εἰμί, οἶδα, ράω-ῶ, ή εἶμι, στα ανώμαλα ρήματα που, δυστυχώς, είναι τα πιο κοινά ρήματα εν χρήσει.
 
Ως επί το πλείστον προσπερνάμε τα ουσιαστικά και τα επίθετα. Να θυμάστε όμως ότι κι αυτές οι ελληνικές λέξεις αλλάζουν συνεχώς τη γραφή τους ανάλογα με το πώς χρησιμοποιούνται γραμματικά σε μια πρόταση, όπως κάνουν ακόμη ελάχιστες αγγλικές αντωνυμίες. Κάθε ελληνικό ουσιαστικό έχει γένος, αλλά γιατί η φλέψ να είναι θηλυκό, ο γέλως αρσενικό, το κρίνον ή το παιδίον ουδέτερα; Τα Ελ­ληνικά «μπερδεύουν» επίσης τα γράμματα, όταν μια λέξη εμφανίζε­ται στον ενικό, στον πληθυντικό ή στο δυϊκό αριθμό.
 
Ωστόσο αυτές οι αλλαγές είναι ασήμαντες αν συγκριθούν με τη γραμματική έννοια της πτώσης: η ονομαστική, η γενική, η δοτική, η αιτιατική και η κλητική διοικούν τη γραφή ουσιαστικών, επιθέτων και αντωνυμιών. Σχεδόν όλα τα ουσιαστικά στα Ελληνικά εμφανίζο­νται σε δέκα περίπου διαφορετικές μορφές. Τα επίθετα —που απα­ντούν σε τρία γένη— τριπλασιάζουν τον αριθμό των ορθών γραφών. Ωστόσο, όταν πια έχεις απομνημονεύσει όλες αυτές τις αλλαγές της γραφής που σχετίζονται με τον αριθμό, την πτώση και το γένος, πληροφορείσαι ότι τα ελληνικά ουσιαστικά και επίθετα δεν μεταβάλ­λονται με τον ίδιο τρόπο. Στην πραγματικότητα, το κάνουν με τρεις διαφορετικούς τρόπους: την πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη κλίση, χώρια τις πολυάριθμες εξαιρέσεις. Ξεχάστε τα μόρια, τις προθέσεις και τις τελικές προτάσεις: οι κλίσεις και οι συζυγίες απαιτούν ήδη βαρύ τίμημα για την ανάγνωση μιας σελίδας του Αισχύλου. Ή όπως το έθεσε ένας φοιτητής: «Μπορούσα να τα βγάλω πέρα με τα Ελ­ληνικά, μέχρι που έμαθα ότι τα ονόματα όλων μπορούσαν να γρα­φτούν με πέντε διαφορετικούς τρόπους».
 
Ο δρόμος είναι ακόμη πιο μοναχικός τώρα γι’ αυτούς τους νεαρούς φοιτητές, επειδή, καθώς οι αριθμοί των ειδικεύσεων μειώνονται, υπάρ­χουν όλο και πιο λίγοι παλαίμαχοι που μπορούν να τους πουν γιατί τα Ελληνικά πρέπει να είναι ζωντανά το 1998. Ωστόσο, η ανταμοι­βή εκείνων που θα αρχίσουν Ελληνικά είναι σχεδόν άμεση. Ήδη από το τέλος του πρώτου έτους, οι φοιτητές μπορούν να καταλάβουν τον Κρίτωνα του Πλάτωνα, παρακολουθώντας τον Σωκράτη, στη γλώσ­σα του, να αρνείται την άκριτη ζωή:
 
Σωκράτης·. Σκέψου πάλι αυτό εδώ, αν ακόμα εμείς δεχόμαστε ή όχι ότι δεν πρέπει να νοιαζόμαστε περισσότερο για το «ζην» αλλά για το «ευ ζην».
Κρίτων: Και βέβαια ισχύει.
Σωκράτης: Δεχόμαστε και τώρα ή όχι ότι το «ευ», το «καλώς» και το «δικαίως» ζην είναι το ίδιο πράγμα;
[Πλάτων, Κρίτων, 48b]
 
Υπάρχουν εδώ πολλά για συζήτηση. Η εύκολη μετάφραση του «ευ ζην» σε «καλή ζωή» δεν μπορεί να αποδώσει το αληθινό νόημα, αλλά η προσοχή στη λεπτομέρεια που πρέπει να δίνει ο πρωτοετής σπουδαστής των ελληνικών μεταμορφώνει το συναίσθημα σε κάτι πιο απτό. Η διαφορά ανάμεσα σε μια αφηρημένη έννοια όπως η «κα­λή ζωή» —κάτι που έχουμε (ή δεν έχουμε)— και η ενεργός συμ­μετοχή που απαιτείται στο «ευ ζην» —κάτι που κάνουμε— απαιτεί περαιτέρω σκέψη. Η εκπληκτική ιδέα του Σωκράτη —εκπληκτική και για πολλούς συμπατριώτες του Έλληνες — είναι ότι το να ζει κανείς καλά δεν έχει καμιά σχέση με υλικές συνθήκες, καμιά σχέση με το τι μπορούν να σου κάνουν «οι πολλοί» (και, όπως επισημαίνει ο Κρίτων, οι πολλοί μπορούν να σε σκοτώσουν).
 
Μπορεί αυτό να αληθεύει; Πώς λοιπόν ζει κανείς καλά σύμφωνα με το Σωκράτη; Δεν υπάρχουν ιερά κείμενα που να είναι οδηγοί στην πορεία (τουλάχιστον δεν υπάρχουν για τους περισσότερους Έλληνες), δεν υπάρχουν πλάκες χαραγμένες από τον Θεό ή λόγια κάποιου εν­σαρκωμένου Θεού για να καθοδηγούν. Το «ευ ζην», όπως υποδηλώ­νουν τα Ελληνικά, είναι μια διαδικασία δίχως αρχή και τέλος, δίχως στόχο, δίχως ανταμοιβή, είναι απλώς μια καθημερινή και μερικές φορές απογοητευτική προσπάθεια αγνόησης του υλικού και αναζή­τησης του πνευματικού. Τότε απότομα ο κόσμος των Ελλήνων γκρε­μίζεται γύρω από το σπουδαστή: Εννοείτε δηλαδή ότι εξαρτάται από μένα να βρω την αλήθεια και μετά να ζω σύμφωνα μ’ αυτή και όχι απλώς να την πρεσβεύω;
 
Η φωνή των Ελλήνων δεν είναι φωνή ιεροκήρυκα, αλλά εισχωρεί βαθιά και μπορεί να αλλάξει ζωές. Η ελληνική φράση ου το ζην άλλα το ευ ζην είναι σκαλισμένη σε τσιμέντο έξω από τη Σχολή Κλασικών Σπουδών σε ένα μικρό κολέγιο στη νότια Καλιφόρνια, α­φιέρωμα στις ζωές που άλλαξαν από τους Έλληνες. Παραμένει επίσης ως μαρτυρία για τον καθηγητή που ζωντάνεψε τον αρχαίο κόσμο, που οδήγησε μια φθινοπωρινή μέρα τα σαστισμένα του «Ελληνάκια» έξω, για να μας διδάξει, επί τόπου, την ελληνική σοφία. Σήμερα θα μπορούσε να βρίσκεται σε κάποιο συνέδριο, σε άδεια, ή θα ανυπομονούσε να μας αποδείξει ότι το «ευ ζην» είναι ένα «κατασκεύασμα για τους προνομιούχους» μιας καταπιεστικής ελίτ, ή ότι στην πραγμα­τικότητα δεν είναι τίποτε περισσότερο από «πραγμάτευση» και «θέ­μα προς συζήτηση».
 
Είναι λοιπόν «ζόρικο» να διδάξεις τους φοιτητές Ελληνικά, όταν το θέμα σου είναι αντίθετο προς τα πάντα σχεδόν μέσα στην πανεπιστημιούπολη. Τι πρέπει να πεις στους σημερινούς προπτυχιακούς φοι­τητές σε ένα πολιτειακό πανεπιστήμιο; Κάντε οικονομίες και μην αγοράζετε «σινιέ» τζιν για να αγοράσετε τα Κλασικά Κείμενα της Οξφόρδης ή τα ξαδέρφια τους της Τόιμπνερ από τη Γερμανία; Μην ξεχάσετε να πάρετε μια «δόση» μέσης φωνής το Σάββατο; Μην παραλείψετε να κάνετε το αφεντικό σας στο πρατήριο ενδυμάτων που εργάζεστε να καταλάβει ότι μάθατε τον Κρίτωνα του Πλάτωνα νεράκι αλλά ότι βρήκατε τον Μένανδρο κοινότοπο; Μην παίξετε α­πόψε παιχνίδια στο κομπιούτερ για να μελετήσετε με πάθος εκείνους τους παλαβούς λεξικογράφους, το ντουέτο Λίντελ και Σκοτ; Οι νυχτε­ρινές αποστηθίσεις και η συνεχής χρήση ενός λεξικού ηλικίας ενός αιώνα δεν συνδυάζονται εύκολα με την καφετέρια, τα CD και τα πάρτι, ούτε βέβαια με δεκαπέντε άλλα μαθήματα συν μια δουλειά τριά­ντα ωρών την εβδομάδα στο φαστφουντάδικο της γειτονιάς.
 
Μετά τις πρώτες τρεις εβδομάδες εισαγωγής στα Ελληνικά, το 20% των φοιτητών δυστυχώς «κωλώνουν», θύματα των πρωτόκλι­των αρσενικών ουσιαστικών. Άλλοι «βαράνε μπιέλες» χάρη στην αντωνυμία αυτός. Ανακαλύπτουν ότι το τέρας αυτός μπορεί να ση­μαίνει τρία εντελώς διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με την πτώση του και τη θέση του στην πρόταση. Οι φοιτητές παρατάνε το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών προτού πάρουν μια γεύση από Πλάτωνα ή τα Ευαγγέλια, οι βαριεστημένοι, ενοχλημένοι και εξαντλημένοι αυτοί δεκαεννιάχρονοι, αυτοί που κάποτε ελπίζατε ότι θα συνέχιζαν με τον Θουκυδίδη και ότι ίσως θα ήταν κάποιοι από τους 600 κάθε χρόνο στην Αμερική που εξακολουθούν να ειδικεύονται στις Κλασικές Σπου­δές. Τώρα ξεγλιστρούν προς την άλλη πλευρά του διαδρόμου για να στριμωχτούν μαζί με εκατοντάδες άλλους στη Θεωρία του Βαδίσμα­τος, στην Αναρρίχηση με Σκοινί και στο Σταρ Τρεκ και Ανθρωπιστι­κές Σπουδές που θα τους παρηγορήσουν και θα τους διαβεβαιώσουν ότι είναι, σε γενικές γραμμές, μια χαρά παιδιά, σε μαθήματα που θα τους προσφέρουν το λούστρο της αυτοεκτίμησης, αλλά που εγγυημένα θα τους κάνουν να χάσουν ακόμη κι εκείνη την ελάχιστη αίσθηση επιτεύγματος που διέθεταν αρχικά. Μπορείς να ακούσεις σχεδόν όλους εκείνους τους δόκτορες της θεραπευτικής, τους καθηγητές της ανάρ­ρωσης στην πόρτα της τάξης να λένε: «Ελάτε, λαβωμένα μου Ελληνάκια. Δεν φταίτε εσείς. Δεν είχαν καμιά δουλειά να σας υποβάλουν σε όλη αυτή την αποστήθιση. Εμείς εδώ δουλεύουμε διαφορετικά. Χαλαρώστε, καθίστε αναπαυτικά, πάρτε μερικές βαθιές εισπνοές και πείτε μας πώς αισθάνεστε». Η αληθινή ευφυΐα λοιπόν του καθηγητή των Ελληνικών στην αλλαγή της χιλιετίας δεν έγκειται στο να γράφει «αυτή η επιταγή επιβάλλει τη δομή της μεταφοράς στην αντιπαρά­θεση της αναλογίας, αλλά η ίδια η παρομοίωση κάνει επίσης το μετωνυμικό της πόλο εμφανή», αλλά στο να βρει τρόπο να πείσει τους σημερινούς δεκαοχτάχρονους να καταπιαστούν με εξαντλητική απο­μνημόνευση, να διαβάσουν τον Πλάτωνα, να κατανοήσουν τον Σω­κράτη, να αλλάξουν τον τρόπο που σκέπτονται και δρουν, να γίνουν, μ’ άλλα λόγια, καλοί πολίτες σε μια καλή κοινωνία.
     
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
 
«Μα ποιος μιλάει Ελληνικά;» αντεπιτίθενται οι φοιτητές.
 
Ποιος τα μιλάει; Ας μην ξεχνάμε πως ο Έλληνας του πέμπτου π.Χ. αιώνα μάθαινε τα Ελληνικά του όπως εμείς στην Αμερική μα­θαίνουμε τα Αγγλικά. Τα έπιανε με το αφτί τυχαία, σωστά ή λάθος, μέσω όσμωσης και διαπότισης του προφορικού λόγου, χωρίς να γνω­ρίζει και πολλά για την επίσημη, τεχνητή γραμματική και συντα­κτικό. Οι πιο αμόρφωτοι Αθηναίοι μπορούσαν ίσως να απαγγείλουν απ’ έξω μεγάλα κομμάτια από την Ιλιάδα, αλλά δεν μπορούσαν να κλίνουν σωστά το ρήμα φέρω σε όλους τους χρόνους, όπως πολλές φορές δεν μπορούν και οι σημερινοί Αμερικανοί φοιτητές να πουν σω­στά τον ενεστώτα, τον αόριστο και τον παρακείμενο του αγγλικού ανώμαλου ρήματος go. Η διδασκαλία των Ελληνικών στο σύγχρονο πανεπιστήμιο πρέπει να είναι μια εντελώς τεχνητή διαδικασία (στα χέρια εκείνων που πολύ συχνά νομίζουν ότι είναι εντελώς φυσιολογι­κή). Δεν τα μιλάμε, δεν τα γράφουμε μετά το πρώτο έτος, ενώ πολύ σπάνια τα διαβάζουμε φωναχτά. Αναγκαζόμαστε να μάθουμε μια γλώσσα εξαιρετικής χάρης με τον πιο επιτηδευμένο δυνατό τρόπο.
 
Το να μάθει κανείς Ελληνικά γράφοντας λίγο, σπάνια ακούγοντας και ποτέ μιλώντας τη γλώσσα, όπως διδάσκεται συνήθως και ανα­γκαστικά σήμερα, είναι μια μελαγχολική, μοναχική εμπειρία στο σύγ­χρονο κόσμο των γουόκμαν, της τηλεόρασης, του βίντεο, των CD, των φαξ, του e-mail και των κινητών τηλεφώνων. Είναι μια υπερβο­λικά σιωπηλή εμπειρία, που δεν αμβλύνεται καν από κάποιον εκατό­νταρχο, με το κορμί γεμάτο ουλές από τις μάχες, που, ακόμη κι αν είχε άδικο, θα μπορούσε να σου ρίξει ένα φούσκο λέγοντας: «Μαθαί­νεις Ελληνικά για να καταλάβεις τι σημαίνει θάρρος μπροστά στο θάνατο από τον Σωκράτη· την ανθρώπινη μοίρα, χάρη στα λόγια του Ιησού. Μελετάς τα Ελληνικά για να μεταδώσεις στον αμύητο ότι υπάρχουν πάντα καλύτερα, πιο μυστηριώδη πράγματα στον κόσμο από το συμφέρον, την ευτέλεια και τα παπούτσια Reebok». Με κατακόκκινο πρόσωπο που θα τσούζει ακόμη, έκπληκτος που κάποιος θα ήθελε να μάθεις Ελληνικά, θα μπορούσες τότε να χαιρετήσεις τουλά­χιστον την αποτυχημένη προσπάθεια και να αποκριθείς: «Ευχαρι­στώ, λοχία, μου χρειαζόταν!»
 
Δεν υπάρχουν φιλικά Como estas? στην τάξη των Αρχαίων Ελ­ληνικών. Ουδείς απαγγέλλει στην καλή του Lamor che muove il sole e Ialte stelle. Ο βιβλιοφάγος στο μπροστινό θρανίο δεν φέρνει στην τάξη τη Λατινική Λειτουργία, δεν υπάρχουν ευφρόσυνα Gaudeamus igitur μόλις φτάσουν τα Χριστούγεννα. Τα Ελληνικά είναι εντελώς διαφορετικά. Οι λίγοι μεταφυτευμένοι φοιτητές από τη σημερινή Ελ­λάδα μαθαίνουν ότι η σύγχρονη μητρική γλώσσα τους μόνο σύγχυση προκαλεί και παρατάνε πολύ σύντομα το μάθημα, όταν ο δάσκαλος αρνείται να προφέρει τα φωνήεντα όπως αυτοί ή δεν επιδεικνύει και μεγάλη υπομονή με το Κυπριακό πρόβλημα κατά τη διάρκεια της εξήγησης του μέλλοντα διαρκείας.
 
Οι δυστυχείς φοιτητές των Ελληνικών πρέπει να έχουν ολόκληρη τη γλώσσα —τόσο τη γλώσσα των βοσκών της Αρκαδίας όσο και του Θουκυδίδη— στο κεφάλι τους. Το βραχυκυκλωμένο κρανίο τους βγάζει σπίθες από την επανάληψη του λύω, λύεις, λύει, λύομεν, λύετε, λύουσι στο αυτοκίνητο, στο μαγαζί, στο μπάνιο, στον ύπνο. Οι μαθητές σας μπορεί να μην ακούσουν ούτε μια φράση ελληνική να διαβάζεται επί μέρες και κάποια μέλη της νέας Ελληνικής αδελφότητας μπορεί να μην προφέρουν ούτε ένα ουσιαστικό επί εβδομάδες. Η ελληνική γλώσσα, όπως η Γραμμική Β και η σφηνοειδής γραφή, είναι μουγκή, είναι ιδέα, όχι γλώσσα. Είναι κλειδωμένη για να διαβάζεται, σπάνια να γράφεται, σπάνια να απαγγέλλεται, ποτέ να μη μιλιέται, ποτέ να μη μοιράζεται με κάποιον άλλο, ποτέ να μην είναι κάτι περισσότερο από μια αλλόκοτη δέσμευση με το παρελθόν. Ποιο είναι το κοινό ρεφρέν όλων των εξαντλημένων φοιτητών που είναι έτοιμοι να τα παρατήσουν; «Ξοδεύω τρεις φορές περισσότερο χρόνο μελετώντας γι’ αυτό το μάθημα απ’ όσο για οποιοδήποτε άλλο· για ποιο λόγο;»
 
Δεν υπήρχε όμως σιωπηλός και μοναχικός Έλληνας στην αρ­χαιότητα. Κάθε λέξη προφερόταν δυνατά, τραγουδιόταν, απαγγελλό­ταν ή ψαλλόταν. Αν και να προσεγγίσουμε μόνο μπορούμε τους αρχι­κούς ήχους —τα Ελληνικά είχαν προσωδιακή προφορά, με τονισμό που ανέβαινε και κατέβαινε, και όχι με τον τονισμό που διδάσκουμε σήμερα τους φοιτητές μας —, η αρμονία τους γίνεται αντιληπτή α­κόμη και από τον αρχάριο. Ακόμη και ο πεζός λόγος έχει μια κομ­ψότητα ήχου που δεν μπορεί να μεταδοθεί με τη μετάφραση.
 
Πάρτε, για παράδειγμα, μια αράδα ενός από τα πιο φημισμένα αποσπάσματα στην ελληνική λογοτεχνία, του επιταφίου λόγου του Περικλή για τους Αθηναίους που πέθαναν κατά τον πρώτο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η μετάφραση της Penguin κάνει ό,τι μπορεί για να συλλάβει τη ροή των Ελληνικών (αν και μερικοί λόγιοι υποστηρίζουν ότι οι πρώτες λέξεις θα έπρεπε να μεταφραστούν ως «Η αγάπη μας για το ευγενές»): «Η αγάπη μας για το ωραίο δεν οδηγεί σε υπερβολή· η αγάπη μας για τα πράγματα του νου δεν μας κάνει μαλθακούς». Ωστόσο, ποιος θα μπορούσε να μιμηθεί τη λεπτή ισορροπία του πρωτοτύπου [Β΄, 40];
 
φιλοκαλοϋμέν τε γάρ μετ’ εὐτελείας
καί
φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας.
 
Οι δύο προτάσεις που συνδέονται με το «και» έχουν σχεδόν τον ίδιο αριθμό συλλαβών, ενώ τόσο οι πρώτες λέξεις όσο και οι τελευταίες ομοιοκαταληκτούν. Η ελληνική σοφία διαχέεται βαθιά μέσα μας όχι απλώς για το τι λέει, αλλά και λόγω της δύναμης και της χάρης του τρόπου με τον οποίο το λέει. Έτσι, εμείς οι κλασικιστές βρισκό­μαστε αντιμέτωποι με το ανέφικτο του να διδάξουμε την ωραιότερη ακουστικά γλώσσα στον κόσμο που όμως δεν μιλιέται ποτέ και ακούγεται σπάνια.
 
Δεν έπρεπε λοιπόν να προσπαθήσουν τουλάχιστον οι κλασικιστές να μιλούν Ελληνικά για να κάνουν τη γλώσσα τους να ζωντανέψει μέσω της φωνής και του αφτιού; Όσοι γενναίοι προσπαθούν να μετα­τρέψουν μια νεκρή γλώσσα σε γλώσσα καθημερινής συζήτησης, των οποίων η εφευρετικότητα καταφέρνει για λίγο να διδάξει τους φοιτη­τές να μιλάνε στην αττική διάλεκτο του πέμπτου π.Χ. αιώνα για τον καιρό ή για τα χριστουγεννιάτικα δώρα που πήραν και έδωσαν, είναι, δυστυχώς, ελαφρώς βλαμμένοι. Αν συνεχίσουν, τους συναντάμε συνήθως σχεδόν παράφρονες, να εμφανίζονται σε αφίσες και σε φτηνοτυπωμένα διαφημιστικά φέιγ βολάν που ρυπαίνουν την πανεπιστημιούπολη: «Μοναδική προσφορά! Ο καθηγητής Μπέρναρ Λάζουλι δια­βάζει μεγαλοφώνως όλο τον Όμηρο με αριστοτεχνικό συνδυασμό εξα- μέτρου και αληθινού προσωδιακού τονισμού. Τώρα έξι κασέτες στην τιμή των δύο». Ή: «Ο Μπράιαν Ντάκουερθ θα επισκεφτεί το πρόγραμμά σας ως Σωκράτης, Περικλής ή Δημοσθένης. Τα τρέχοντα αρχαία Ελληνικά του προκαλούν την απόκοσμη αίσθηση ότι περπα­τάει κανείς στους δρόμους της Αθήνας. Κλείστε τον τώρα για παρα­στάσεις την εαρινή περίοδο». Ωστόσο, αυτοί οι καλοπροαίρετοι κρά­χτες των πανηγυριών είναι πιθανώς οι μοναδικοί «άνθρωποι των έρ­γων» που διαθέτουμε —αυτοί οι ακαδημαϊκοί επιχειρηματίες, οι μικροπωλητές του Ομήρου και οι «αρκουδιάρηδες» του Πλάτωνα για λίγο χαρτζιλίκι. Ωστόσο, δεν μπορείς να μιλήσεις μια γλώσσα, όταν δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι στον πλανήτη για να κουβεντιάσεις, δεν μπορείς να μιλήσεις μια γλώσσα, όταν όλο σχεδόν το λεξιλόγιο και ο τρόπος ομιλίας επιβιώνουν σε μια γραμματεία, κι όχι σε μια χαμένη καθομιλουμένη γλώσσα.
 
Τα προκαταρκτικά μαθήματα των Ελληνικών λοιπόν, είναι κυ­ρίως, πρέπει να ομολογήσουμε, απομνημόνευση κλίσεων σε συζυγιών, καρυκευμένη με ασκήσεις λεξιλογίου και στοιχειώδους γραμματικής. Για τους περισσότερους προπτυχιακούς φοιτητές, που δεν γνωρίζουν την αγγλική γραμματική, που δεν μπορούν να βοηθηθούν από ετυμο­λογίες και συγγενείς λέξεις λόγω της πενίας του δικού τους μητρικού λεξιλογίου, που δεν είναι συνηθισμένοι να παίρνουν σπίτι τους και να μαθαίνουν επακριβώς μια σελίδα με ορνιθοσκαλίσματα, που δεν τους ζητήθηκε ποτέ στη ζωή τους να απομνημονεύσουν έστω και μια χρονολογία —πόσο μάλλον μια κλίση — , είναι τραυματική εμπειρία. Ο μέσος Αμερικανός φοιτητής πρέπει σήμερα να πειστεί με καλοπιά­σματα να ξαναμάθει αγγλική γραμματική (η γραμματική δεν διδά­σκεται πια στο δημοτικό, ελάχιστα στοιχεία διδάσκονται πλέον στη «στοιχειώδη» εκπαίδευση, λίγα γυμνάσματα στο «γυμνάσιο», και φυσικά τίποτα ανώτερο στην «ανώτερη» εκπαίδευση). Πρέπει να τους πηγαίνουμε «με το μαλακό» στις ασκήσεις και στα γυμνάσματα, για να μείνει έστω ένα 30% στα Ελληνικά και στα Λατινικά για ένα ολόκληρο χρόνο. Καθώς τα Ελληνικά γίνονται πιο ακατανόητα και οι νεαροί οπαδοί τους πιο ξεκομμένοι από τη σύγχρονη εμπειρία του βίντεο, γίνεται ακόμη πιο σημαντικό για τους μέντορες να οδηγήσουν το κοπάδι πίσω στην πεδιάδα και να μην ενθαρρύνουν τα μέλη του να ξεκόβουν από τους υπόλοιπους μέσα σε γραμματικές σπηλιές και συντακτικά φαράγγια. Ο Μοντέν προειδοποιούσε πριν από τέσσερις αι­ώνες σχετικά με τους μελετητές της γραμματικής: «Αναμφίβολα τα Ελληνικά και τα Λατινικά είναι πανέμορφα στολίδια και πάρα πολύ χρήσιμα, αλλά τα αγοράζουμε πολύ ακριβά». Κανένας καθηγητής Ελληνικών σήμερα δεν μπορεί να έχει την απαίτηση από νεαρούς Αμερικανούς να ξοδεύουν 400 με 600 ώρες στη διάρκεια της σχολι­κής χρονιάς για να επαναλαμβάνουν μέσα τους γραμματικά παρα­δείγματα χωρίς να προβάλει συνεχώς μπροστά τους το «προς τι;»
 
Η μόνη ελπίδα γι’ αυτή την επιβίωση βρίσκεται σε κάποιον προι­κισμένο με φαντασία δάσκαλο των Κλασικών, που μπορεί κάθε ώρα, κάθε λεπτό να επιδεικνύει κάποια σχέση ανάμεσα στα τριτόκλιτα ουσιαστικά και στον τελευταίο λόγο του Σωκράτη και μετά πάλι ανάμεσα στον τελευταίο λόγο του Σωκράτη και στις ζωές των ίδιων των μαθητών. Όμως για να γίνουν όλα αυτά απαιτείται φαντασία, ευρεία παιδεία, εναίσθηση για το βάσανο των άλλων, δηλαδή πολλά περισσότερα από την τέλεια γνώση της ελληνικής φιλολογίας: γνώση γραμματικής χωρίς να είσαι γραμματικός, γνώση της θεωρίας χωρίς να είσαι θεωρητικός, εξοικείωση με το ακαδημαϊκό τοπίο χωρίς να είσαι ακαδημαϊκός. Δεν μπορεί πια κανείς να βρει στρουμπουλές και καλοκάγαθες θείτσες Γερτρούδες με την ποδίτσα τους στις Κλασικές Σπουδές ούτε χαμογελαστούς καθηγητές που προχωρούν με πηδη­χτά βηματάκια μέσα στην τάξη με μπισκοτάκια και κόκα κόλα, που σφουγγίζουν ιδρωμένα μέτωπα και σφίγγουν χέρια στα πίσω θρανία, που πότε λιγοψυχούν και πότε ξεφυσάνε, λέγοντας: «Ελάτε παιδά­κια, δεν είναι και τόσο άσχημα τα πράγματα, μην παρατάτε τα Ελ­ληνικά. Να, πάρτε ένα κομματάκι πίτα για να μάθετε τα ανώμαλα παραθετικά των επιθέτων». Ακόμη και για πεινασμένους προπτυχια­κούς φοιτητές, τρεις ώρες κάθε νύχτα στη βιβλιοθήκη παραείναι α­κριβό αντίτιμο για επιδόρπιο. Οι κλασικιστές δεν μπορούν πια να κρύ­βονται στα μετόπισθεν, ενώ φουρνιές ολόκληρες από «πρωτάκια» των Ελληνικών και των Λατινικών σωριάζονται πολυβολημένα στην άμ­μο. Αν πρόκειται να χάσουμε τα Ελληνικά, ας τα χάσουμε τουλάχι­στον με ρωμαλέους καθηγητές με το πούρο καρφωμένο μονίμως α­νάμεσα στα δόντια, με μάτια κατακόκκινα από τις επί πλέον ώρες μαθημάτων, με ανοιχτές πληγές που αιμορραγούν από τις μάχες με τη γραφειοκρατία, με το στήθος να στραφτοκοπάει απ’ τα μετάλλια για τα μαθήματα στην κοινότητα και τα στυλό που τους χάρισε ο Ροταριανός Όμιλος για δωρεάν διαλέξεις, να δίνουν κοφτές διαταγές και να οδηγούν δεκάδες κορμιά μπροστά καθώς αντιμετωπίζουν με θάρρος τα πυρά της διοίκησης, δίχως να δίνουν σημασία στις επερχόμενες ορδές από τις Λαογραφικές Σπουδές και τον Σύγχρονο Κινηματογράφο.
     
ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΓΕΝΝΑΙΟΙ
 
Μερικοί καθηγητές Ελληνικών προσπαθούν πράγματι να αντιμετω­πίσουν με ανδρεία τη θύελλα και να απλώσουν το χέρι. Κάποτε, ένας φαινομενικά μανιοκαταθλιπτικός καθηγητής μας στρίμωξε όλους στο θέατρο των Δελφών, κραυγάζοντας μέσα στη σκιά που έριχνε ο Παρ­νασσός καθώς σουρούπωνε, για το Βιετνάμ, την εκστρατεία στη Σι­κελία και το τι μπορεί να έγραφε ο Θουκυδίδης για την Αμερική του 1973. Έπειτα, σχεδόν σε κατάσταση κατάρρευσης, απομακρύνθηκε αθόρυβα από τους άλλους αμήχανους καθηγητές. «Λυπάμαι πολύ για όλ’ αυτά», μουρμούρισε ο διευθυντής στους γοητευμένους δεκαεννιάχρονους, «δεν είχαμε ιδέα ότι θα έκανε τόσο προσωπική τη διά­λεξή του και θα κατέστρεφε το πρόγραμμα που είχαμε ετοιμάσει για τα προσκήνια και τις παρόδους των θεάτρων του τέταρτου αιώνα». Εμείς οι φοιτητές — προπτυχιακοί, όχι μεταπτυχιακοί — θεωρούσαμε εκείνον, όχι αυτούς, ισορροπημένο.
 
Υπάρχουν κλασικιστές που μπορούν να σας πουν γιατί τα Ελληνι­κά πρέπει να είναι ζωντανά το 1998. Κάποτε, σε ένα μοναστήρι του δέκατου μ.Χ. αιώνα, έξω από το δρόμο Λιβαδειάς-Δελφών, ένας άλλος καθηγητής έκανε τα αρχαία λόγια να ζωντανέψουν, ρίχνοντας «μαρ­γαριτάρια σε χοίρους» —μεταπτυχιακούς, όχι προπτυχιακούς φοιτη­τές — μέχρι που τα γουρουνάκια τον έφαγαν ζωντανό. Ο αείμνηστος Κόλιν Έντμοντσον μιλούσε σύγχρονα Ελληνικά καλύτερα από τους περισσότερους Έλληνες. Μιλούσε για 150 διαφορετικούς αρχαιολογικούς χώρους από μνήμης, χόρευε ταγκό, διαφωνούσε με τον Έλληνα ορθόδοξο ιερέα για λεπτομέρειες της λειτουργίας και άφηνε πίσω τους φοιτητές που είχαν τα μισά του χρόνια σκαρφαλώνοντας στην κορφή του Ακροκόρινθου, με ένα μπουκάλι ούζο και δυο πακέτα τσιγάρα την ημέρα. Ήταν ίσως απερίσκεπτος στον υπερβολικό ενθουσιασμό του για τους Έλληνες, αλλά ήταν επίσης η ίδια η ενσάρκωση αυτού που κάποτε ονομάζαμε «άνθρωπο της Αναγέννησης», του οποίου τον ενθουσιασμό χρειαζόμαστε απελπισμένα και που πρέπει πάντα να είμαστε ανεκτικοί με τις υπερβολές του, ως ελάχιστο τίμημα για τη σωτηρία μας.
 
Περί τα τέλη της ενεργού καριέρας του, ο Έντμοντσον «έκλε­ψε» κάποτε την’ προγραμματισμένη διάλεξη μιας συναδέλφου του σ’ ένα μοναστήρι. Την παραμέρισε, έκλεψε την προσοχή μας και όρμησε στο καθολικό της εκκλησίας, συνοψίζοντας τις ελληνικές λειτουργι­κές εκφράσεις δείχνοντας τις μουχλιασμένες τοιχογραφίες. Να μια αγάπη, πιο κει ένας λόγος. Ένα μικρό τέλος αντηχεί από τους τοί­χους, καθώς δείχνει απελπισμένα τα μάτια Του που μοιάζουν να κι­νούνται εκεί ψηλά στο κεντρικό κλίτος και το αποστεωμένο δάχτυλό Του να τεντώνεται προς το κούφωμα της πόρτας. Έλληνες δαίμονες και άγγελοι μοιάζουν να φτεροκοπούν πάνω από το νάρθηκα, και, σε αρμονία με το κήρυγμα του Κόλιν, αρχίζουν να αποδεσμεύονται από τον τοίχο. Αρχιτεκτονική, λειτουργία, ορθοδοξία, τοιχογραφίες, παγα­νισμός, τοπίο, μοναστηριακή ζωή και μεσαιωνική Ελλάδα, όλα συνυφασμένα σε ένα λαμπερό, πολύχρωμο χαλί αυτοσχέδιας ερμηνείας, χωρίς στόμφο, χωρίς μνημονικά βοηθήματα ή τις συνηθισμένες κάρτες που έχουν οι καθηγητές για να θυμούνται αυτά που πρέπει να πουν, όλα καρυκευμένα με ενεργητικότητα και πειθώ, καθώς ο Έντμοντ­σον αποκαλύπτει ταυτόχρονα στους Δελφούς πέρα μακριά, τους Έλ­ληνες ιερείς που περνούν βιαστικά και το πέτρινο ανάγλυφο στον τοίχο. Τέσσερις από τους είκοσι μεταπτυχιακούς φοιτητές στέκουν σαν υπνω­τισμένοι. Ήταν, στο κάτω κάτω, μια αντίφαση που βάδιζε, πηδούσε και ανάσαινε —και κλασικιστής και ζωντανός. Ο Κόλιν Έντμοντσον, για να παραφράσουμε τον καθηγητή Κόνσταν, ολοφάνερα «πλασά­ριζε ακαδημαϊκά διεγερτικά».
 
Τα αποκαλυπτικά λόγια του Έντμοντσον διαχέονταν από το ιερό κι έφταναν τους τουρίστες έξω που άρχισαν να συγκεντρώνονται για να κρυφακούσουν, ευχαριστημένοι για πρώτη ίσως φορά στη ζωή τους που κάποτε, παιδιά, περνούσαν τα κυριακάτικα πρωινά τους στο κατηχητικό. Αγανακτισμένοι όμως που άκουγαν τα αρχαία Ελ­ληνικά να συσχετίζονται με κάτι αληθινό στην Ελλάδα, οι ενοχλη­μένοι εικοσιπεντάχρονοι μεταπτυχιακοί φοιτητές, που το συναρπα­στικότερο που ήξεραν να κάνουν ήταν να κρατούν σχολαστικές ση­μειώσεις, άρχισαν να χασκογελούν με τον εξοντωμένο πια μέντορά τους. Μόλις η πυρετική φρενίτιδά του καταλάγιασε, ο Κόλιν πήγε στο πούλμαν για ένα τσιγάρο. Παρά την ψυχρή υποδοχή που του ε­πιφυλάχτηκε, εξακολουθούσε να μουρμουρίζει: «Όλα συνδέονται, στ’ αλήθεια συνδέονται, η αρχαία με τη σύγχρονη Ελλάδα. Όμως πρέ­πει να εξετάζετε, να κρίνετε, να αμφισβητείτε τα πάντα γύρω σας, να ρισκάρετε πότε πότε». Στο μεταξύ, τα περισσότερα μέλη της αγέλης των νηφάλιων φοιτητών του, ακόνιζαν τα μαχαίρια τους (αυ­τοί οι ίδιοι επικριτές θα γίνονταν «τσιράκια» του όταν θα ερχόταν η ώρα να τους γράψει ο Κόλιν συστατικές επιστολές στο τέλος της χρονιάς).
 
«Αντιεπαγγελματικό!»
«Η χειρότερη συμπεριφορά που είδα μέχρι σήμερα στη σχολή· σκέφτομαι μάλιστα να μην του ζητήσω καν συστατική επιστολή».
«Μας ρεζίλεψε. Δεν μπορούσε κάποιος να τον σταματήσει πριν γελοιοποιήσει κι εμάς και τον εαυτό του και τη σχολή;»
«Και υποτίθεται ότι πρέπει να είναι πρότυπο για μας!»
«Ο Έντμοντσον οικειοποιήθηκε τα πάντα· κανένας άλλος δεν πρό­λαβε να σταυρώσει κουβέντα για το bigio antico και τους κιονίσκους».
 
Όμως, για εκείνους τους άλλους τέσσερις από τους είκοσι φοιτη­τές, ο αείμνηστος Κόλιν Έντμοντσον, που δίδασκε με αυτό τον τρόπο αδιάκοπα για μέρες ολόκληρες από τη μια άκρη της Ελλάδας ως την άλλη, που μας πέρασε με το πούλμαν μέσα από τα κτήματα του Ξενοφώντα και μας έδειξε την κατοικία των Στυμφαλίδων Ορνίθων, βρίσκεται στο Κλασικό Πάνθεο, σ’ αυτό το σπάνιο χώρο όπου ελά­χιστοι κλασικιστές συνταιριάζουν το λόγο με την πράξη, ζουν τη ζωή των Ελλήνων που διαβάζουν, και, ως δάσκαλοι, πασχίζουν να φτιά­ξουν μαργαριτάρια από στόκο.
 
Αλλά και με την ενεργητικότητα ενός Κόλιν Έντμοντσον στην τάξη, η κατανόηση των Ελληνικών είναι δύσκολη και μοναχική υπόθεση. Οι περισσότεροι νεοφώτιστοι φοιτητές, μετά τη συμπλήρωση ενός ή δύο ετών στα Ελληνικά, κάνουν μια παύση για να σκεφτούν για την επένδυση του χρόνου τους και τις πενιχρές ανταμοιβές τους. Να σκε­φτούν τις αμφιβολίες τους σχετικά με την ορθότητα της νεανικής επιλογής τους. Φοβούνται ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ να καταλάβουν τη γλώσσα, ότι έχουν ξεκοπεί από τη σύγχρονη κοινωνία, ότι έχουν κερδίσει μια ζωή φτώχειας και ανεργίας, ότι δεν μπορούν να προχω­ρήσουν πιο πέρα χωρίς να τους δοθεί αληθινή, χειροπιαστή απόδειξη της αξίας της ελληνικής γλώσσας, εκτός από το απλό «σύντομα θα μπορείς να διαβάζεις ελληνική λογοτεχνία στο πρωτότυπο». Μου α­ναπτύσσουν τα Ελληνικά τη νοητική ικανότητα να εντοπίζω αμέ­σως την ασυνέπεια και την εκτροπή; Την ικανότητα να εκτιμώ την παγκόσμια ομορφιά στη γλώσσα και στα ιδιώματα; Την αντίληψη του πώς η γλώσσα, η όποια γλώσσα, περιγράφει την πραγματικότητα; Το μέγεθος του λεξιλογίου, η χρήση του συστήματος των πτώσεων, η πολυπλοκότητα των χρόνων, υποδηλώνουν μια εναλλακτική, κα­λύτερη ή χειρότερη, μέθοδο έκφρασης; Αποκαλύπτουν αυτά τα εισα­γωγικά κομματάκια από τον Πλάτωνα και τον Ευριπίδη έναν κόσμο διαφορετικό από το δικό μας; Αν ναι, δεν μπορούμε να διαβάσουμε αυτά τα έργα από μετάφραση είκοσι φορές πιο γρήγορα;
 
Αυτοί οι προβληματισμένοι σπουδαστές των Ελληνικών βρίσκο­νται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Εκεί ακριβώς χρειάζονται έναν Κόλιν Έντμοντσον, αν όχι για να τους οδηγήσει μέσω του παρελθόντος στη σύγχρονη Ελλάδα, τουλάχιστον για να τους περάσει μέσα από τις προκλήσεις του Θουκυδίδη ή του Σοφοκλή. Εδώ βρίσκονται οι απαντήσεις στα ερωτήματά τους, σε μια σελίδα του Ηροδότου ή σε λίγους στίχους από τον Αισχύλο. Τα Ελληνικά δεν είναι Αγγλικά. Υπάρχουν εξαιρετικές μεταφράσεις της τριλογίας του Αισχύλου, της Ορέστειας, για παράδειγμα, αλλά καμιά δεν πλησιάζει (ούτε ισχυρίζεται ότι πλησιάζει) τον πλούτο και τη δισημία της πρωτότυπης ελ­ληνικής ποίησης. Ο Αισχύλος δουλεύει με εικόνες και ιδέες, δημιουρ­γώντας μεταφορές που σιγά σιγά γίνονται πιο συγκεκριμένες καθώς προχωρεί το έργο. Η δημιουργική χρήση της γλώσσας εκ μέρους του είναι ένας από τους λόγους που τόσο συχνά, ακόμη και ειδικοί, βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία σε σχέση με το ακριβές του νόημα — οι λόγιοι υπολογίζουν ότι υπάρχουν περίπου 50.000 εικασίες (προτά­σεις για το πώς θα έπρεπε να ερμηνευτεί το ελληνικό κείμενο) πάνω σε περίπου 8.000 μόνο σωζόμενους στίχους του Αισχύλου. Ακόμη και οι Έλληνες προβληματίζονταν με κάποια σημεία της γλώσσας του Αισχύλου. Ο Ευριπίδης, στους Βατράχους του Αριστοφάνη, κατη­γορεί τον Αισχύλο ότι γράφει ακατανόητα: «... σου πέταγε μια ντου­ζίνα βοϊδοκουβέντες με φρύδια και λοφία, κάτι φοβερούς μπαμπού­λες, εντελώς άγνωστους στους θεατές» [στ. 924-926], Χωρίς φρο­ντίδα, οι ευκαιρίες που προσφέρει η ποίηση θα χαθούν, και ο σημε­ρινός σπουδαστής των Ελληνικών θα νιώσει το ίδιο.
 
Τελικά αποδεικνύεται ότι οι Κόλιν Έντμοντσον των Κλασικών Σπουδών που εισάγουν τους Έλληνες στο νου των νέων, που μπορούν να πείσουν τους ταλαντούχους να συνεχίσουν την αναζήτησή τους, είναι σπάνιοι θησαυροί. Αποδεικνύουν ότι η γραμματική δεν κατακτιέ­ται με αντίτιμο την ανθρωπιά. Η ειδίκευση σε μια γλώσσα μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερη, όχι στενότερη, γνώση. Η απομόνωση από τον όχλο μπορεί να είναι επιλογή, όχι καταναγκασμός. Ο εμπνευσμένος, ο άντρας ή η γυναίκα της δράσης, ο περιοδεύων ηθοποιός, ακόμη και ο ελαφρώς ανισόρροπος, όχι ο γραμματικός και ο φιλόλογος, και πολύ λιγότερο ο οπαδός της μόδας των μελετών φύλου, είναι ο Αληθινός Έλληνας.
 
Ο Γιουτζίν Βάντερπουλ υπήρξε ένας απ’ αυτούς. Θεοποιημένος τώ­ρα, γνώριζε κάθε πετραδάκι της Αττικής. Οι τυχαίες ανακαλύψεις του κατά τους σαββατιάτικους περιπάτους του παραδίδονταν ανώ­νυμα στους ενδεείς και άστεγους του πανεπιστημιακού κόσμου για αμέτρητες διατριβές, άρθρα και βιβλία. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να γίνει μια ιδέα κτήμα όλων και σχεδόν ποτέ ατομική ιδιοκτησία κάποιου συγκεκριμένου καθηγητή. Στα εβδομήντα του, συνέχιζε να σέρνει τα βήματά του στην εξοχή, δείχνοντας τις σπάνιες άγριες ορχιδέες της Αττικής ή φέρνοντας στο νου του την εγκατάσταση σιδηροδρομικής γραμμής από τους Γάλλους. Υπολόγιζε στα γρήγορα την ποσότητα του μεταλλεύματος που μπορεί να μετέφερε και μετά θρηνούσε για το πώς οι Αθηναίοι πριν από πολλά χρόνια μπόρεσαν να κάνουν κάτι τόσο φριχτό όσο το να αλυσοδένουν ανθρώπους για να σκάβουν αυτή την ίδια φλέβα μεταλλεύματος και να μεταφέρουν παρόμοια φορτία στις πλάτες τους και πρόσθετε ξερά: «Αυτοί δεν ήταν που ανησυχούσαν για τη δημοκρατική ισονομία; Υποθέτω πως κανένας από τους αλυσοδεμένους μεταλλωρύχους δεν άκουσε ποτέ τους λόγους στην εκκλησία του δήμου, εδώ έξω, κάτω από τα βράχια».
 
Ακόμη και οι ξακουστοί κλειδοκράτορες των μεγάλων σχολείων στέκονταν στη σειρά για να γονατίσουν μπρος στο μεγάλο δάσκαλο που δεν είχε διδακτορικό. («Θα περάσω δυο βδομάδες στην Αθήνα με τον Γιουτζίν Βάντερπουλ, για να συζητήσουμε τη δημοσίευση που πρόκειται να κάνω για εκείνη την επιγραφή», ανακοίνωναν με πε­ρηφάνια.) Αλλά στους περιπάτους του, ακόμη κι αυτοί έμεναν από σεβασμό τρία μέτρα πιο πίσω, με δέος προς την Αγιότητά Του, λατρεύοντάς τον μόνο από ασφαλή απόσταση. Ο Γιουτζίν Βάντερ­πουλ μιλούσε για την αρχαία και τη σύγχρονη Ελλάδα σαν να ήταν ένα, μας έλεγε πώς μπορούσαμε να συνδεθούμε κι εμείς μ’ αυτό τον κόσμο, πώς μπορούσαμε να σώσουμε τις Κλασικές Σπουδές, αν ζούσαμε και σκεφτόμαστε σαν Έλληνες, ενώ όλοι στέκονταν πίσω φοβισμένοι μήπως πάρουν φωτιά μέσα στον αιθέρα του, στην ουρά του κομήτη του εκκεντρικού εκείνου ανθρώπου με την παράξενη εμ­φάνιση, του οποίου η καθημερινή ζωή ήταν εναρμονισμένη με ό,τι διάβαζε και ασπαζόταν. Τι θα έλεγε τώρα ο Βάντερπουλ αν του έλε­γαν ότι οι αρχαίοι του δεν ήταν παρά «κατασκευάσματα», αν του έλεγαν ότι ήταν πιο σημαντικό να εξασφαλίζουν ελεύθερο χρόνο για να γράφουν άρθρα και βιβλία για τους μυημένους από το να τριγυρνάνε τους φοιτητές τους στην Ελλάδα;
 
Για να το πούμε ωμά, θα ήταν εξαιρετική ευκαιρία αν γινόταν να ρίξουμε είκοσι από αυτούς κάτω απ’ την Ακρόπολη για να δώσουμε σ’ αυτόν το υπερεβδομηκοντούτη ασθματικό γεροντάκο ένα δυο χρό­νια ακόμη ζωής. Ο Γιουτζίν Βάντερπουλ δεν έδινε δεκάρα για τίτλους και για πανεπιστημιακές αναγνωρίσεις. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν αν κάποιος, οποιοσδήποτε, μοιραζόταν την αγάπη του για τους Έλληνες, αν ενεργούσε σαν Έλληνας κι όχι σαν κλασικιστής, αν επιδίωκε τη μάθηση μάλλον παρά την καριέρα. Με τριμμένα ρούχα, πεσμένα δόντια, τρεμάμενα χέρια και σερνάμενο βήμα, συχνά προ­σπερνούσε τους μεγάλους καθηγητές για να ρωτήσει έναν εικοσά­χρονο προπτυχιακό φοιτητή πώς ήταν ο καιρός στην Πάρνηθα την περασμένη εβδομάδα. Ανακοίνωνε ότι θα πήγαινε για περπάτημα στα βουνά, έδινε ακριβείς οδηγίες για τη στάση του λεωφορείου απ’ όπου θα έφευγε, και έλεγε πονηρά ότι όποιος ήθελε μπορούσε και έπρεπε να τον συναντήσει στις έξι αύριο το πρωί, χωρίς να τον νοιάζει αν το άλλο πρωί στη στάση εμφανιζόταν ο διάσημος συγγραφέας μιας μο­νογραφίας με θέμα Μια Νέα Επιγραφή από τη Νότια Αοχρίδα ή ο Τζον Σμιθ από την Οκλαχόμα.
 
Υπήρξε πρότυπο και του Κόλιν Έντμοντσον. Ο Κόλιν Έντμοντσον θα πρέπει να επιδίωκε την υπερβολή μόνο όταν, παρά τις ώρες της έρευνας και του στοχασμού του, επιχειρούσε να φτάσει το δάσκαλο και προκάτοχό του. Υπήρξε και δική του πρόθεση να αποδείξει ότι τα Ελληνικά δεν έχουν καμιά σχέση με τις Κλασικές Σπουδές, αλλά με το να ζεις τη ζωή του πνεύματος και της διάνοιας που πρεσβεύεις. Αλλά το να προσπαθήσει κανείς να ξαναδώσει σάρκα και οστά σε μια Πλατωνική Μορφή όπως ο Βάντερπουλ, σ’ έναν αθάνατο που μόνο αυτός μπορούσε να κάνει μεγάλους καθηγητές, μεταπτυχιακούς φοιτητές, τυπολάτρες, γραμματικούς και αρχαιολόγους, διάσημους και άσημους, να συμφωνούν όλοι ότι, πράγματι, ένας είναι ο Γιουτζίν Βάντερπουλ, είναι καταδικασμένο. Ωστόσο, ο Κόλιν Έντμοντσον βρίσκεται επιτέλους πλάι στον Γιουτζίν Βάντερπουλ στο Κλασικό Πάνθεο, σ’ εκείνο το διαχρονικό, αιθέριο κόσμο των Ελληνικών, όπου κατοικούν οι άντρες και οι γυναίκες της δράσης, της φαντασίας και της γενναιοφροσύνης, χαραγμένοι για πάντα με πυρωμένο σίδερο στον εγκέφαλο κάθε καλού ή κακού κλασικιστή, ιερές εικόνες που μας δείχνουν τι θα μπορούσαμε να κάνουμε αν είχαμε την απαιτούμενη φαντασία και το κουράγιο ώστε αυτά που διαβάζουμε, μαθαίνουμε και βλέπουμε να αλλάζουν τον τρόπο που ζούμε.
     
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ
 
Με μια χονδρική κατανόηση της ελληνικής γραμματικής και συ­ντακτικού, η πόρτα προς την ελληνική γραμματεία, επιτέλους, ανοίγει — μια σταλιά. Αλλά τότε τα ονόματα, μυθικά και ιστορικά, που συ­νωστίζονται σε μια τυχούσα σελίδα αρχαίων Ελληνικών σε σαστίζουν. Για να καταλάβεις τις κοροϊδίες του Αριστοφάνη, για να πάρεις μια ιδέα περί του τι φλυαρεί ο Καλλίμαχος, πρέπει να συνδέσεις το όνομα με ένα γεγονός, έναν άνθρωπο ή έναν τόπο. Τι κι αν ξέρεις ότι η σπάνια λέξη ψάρ σημαίνει ένα μεγάλο μαύρο πουλί, το ψαρόνι; Δεν πρόκειται να σε βοηθήσει και πολύ, αν προχωρώντας πιο κάτω στη σελίδα δεν έχεις ιδέα ποιος ήταν ο Πέρδιξ ή ο Πάνθους, πού είναι ο Φενεός και η Πελασγιώτις, ή τι στην ευχή ήταν η Ναΐς. Η γλώσσα συνδέει αληθινούς ανθρώπους και τόπους. Είναι εργαλείο των ανθρώ­πων και των θεών, όχι αυτοσκοπός. Οι Έλληνες ήταν περιηγητές, κουτσομπόληδες, σνομπ και τους άρεσε να πετούν διάφορα ονόματα στις κουβέντες τους για να κάνουν φιγούρα, με αποτέλεσμα να στοι­βάζονται στις παραγράφους μπερδεμένες γενεαλογίες και ταξιδιωτι­κές εντυπώσεις, καθώς μια σελίδα Ελληνικών σε πηγαίνει σε έναν άλλο, ολότελα ξένο, κόσμο, πέρα από συζυγίες και κλίσεις.
 
Σιγά σιγά μαθαίνεις πως η μελέτη της ελληνικής γλώσσας, παρά τους τρομερούς κανόνες και αρχές της, είναι μια ματιά από την κλει­δαρότρυπα στο άλλο δωμάτιο. Είναι ένα γυμνό δωμάτιο, που πρέπει να γεμίσει και να διακοσμηθεί με τόνους παραφορτωμένα έπιπλα του δέκατου ένατου αιώνα, όπως προσωπογραφία, επιγραφική, νομισμα­τολογία και παπυρολογία. Η μισή ελληνική γλώσσα φαίνεται να εί­ναι κύρια ονόματα που αλλάζουν τη γραφή τους ανάλογα με την πτώση: υπάρχουν Αγαμέμνονες στην ονομαστική, Ελένες στη γενική και Κασσάνδρες στη δοτική. Για τον Αγησίπολι, τον Δημώνακτα, τη Θράσσα και τους Τριάκοντα, τους Τετρακοσίους, τους Μυρίους, τους Τριακοσίους και τους Ένδεκα, συμβουλεύεσαι την επιτομή των Σπαρτιατικών Ονομάτων, το κοινωνικό μητρώο 1.500 Αθηναίων, το εγχειρίδιο της ονοματολογίας των δούλων, τους σχολιασμούς στην Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη —την επιτομή της ζωής εκατο­ντάδων αναχωρητών και συμβασιούχων του πανεπιστημίου μετα­πτυχιακών Τευτόνων φοιτητών του δέκατου όγδοου και δέκατου ένα­του αιώνα, που νήστευαν και πάγωναν γράφοντας τις νύχτες με κερί για να μπορείς εσύ σήμερα να καταλάβεις μια σελίδα Ελληνικών.
 
Υπάρχουν όμως κι άλλοι τομείς στη γνώση των Ελληνικών πέρα από τα απλά κύρια ονόματα και ουσιαστικά. Ολόκληρο το κόρπους της ελληνικής γραμματείας χιλίων τριακοσίων ετών, από τον Όμηρο έως τον Προκόπιο, διαιρείται σε ποίηση και πεζό λόγο. Ουδείς κλα­σικός Έλληνας γράφει, όπως ένας σύγχρονος καθηγητής Αγγλικών, πέντε ή έξι γραμμές πεζού λόγου, χωρίζοντας τις γραμμές εκεί που νομίζει ότι είναι χαριτωμένο ή ίσως σημαντικό, και αποκαλεί αυτό που έγραψε «ποίηση». Ακόμη και στην Ελληνική Ανθολογία δεν βρί­σκεις κάτι σαν το παρακάτω:
 
Προχτές μια αράχνη
μου έκλεισε
το μάτι
την ώρα που ήμουν
έτοιμος
να πέσω
στο κρεβάτι
 
να σέρνεται σαν φίδι στη σελίδα. Λέξεις μη ποιητικές, διατεταγμένες από τον μη ποιητή στη σελίδα χωρίς προφανή λόγο, γραμμές χωρι­σμένες αυθαίρετα χωρίς προφανή κανόνα. Αντί γι’ αυτό, ένα εντελώς διαφορετικό ελληνικό λεξιλόγιο — μια ολότελα διαφορετική γλώσσα — υπάρχει για την προσωδία· μια ακόμη πιο απόκρυφη και ειδική διά­λεκτος τροφοδοτούν το στίχο του Ομήρου, της Σαπφούς και του Θεόκριτου. Τα ελληνικά μέτρα, σαν τα κουνέλια, πολλαπλασιάζονται. Ουδείς λογικός άνθρωπος στον κόσμο γνωρίζει την ορολογία· ψυχή δεν θα νοιαζόταν κι αν την ήξερε. Πολύ συχνά ο κλασικιστής είναι περήφανος μόνο και μόνο επειδή γνωρίζει τις φυσικές ποσότητες των περισσότερων ελληνικών λέξεων, επειδή μπορεί να προφέρει ακόμπιαστα τις διαιρέσεις, τις τομές, τους αμφίμακρους και τις ανακρούσεις. Νομίζεις πως μπορείς να διαβάσεις τα χορικά του Ευριπίδη με τη νεοαποκτημένη σου γνώση του τροχαίου, του τρίβραχυ και του κρητικού; Αυτοί είναι απλοί πόδες, σου λέει ο κλασικιστής, μερικά κρυπτόμετρα, κύβοι «Λέγκο» που ταιριάζουν στην πιο φανταχτερή αρχιτε­κτονική του Αριστοφάνη, του Αισχύλου, της Σαπφούς και του Πιν­δάρου: Επίτριτοι, Αδώνιοι, Δεύτεροι Φερεκράτειοι και αμέτρητες μορ­φές δοχμίων, ποιητικά μέτρα που μοιάζουν με χαμαιλέοντες, συνεχώς μεταβαλλόμενα, βραχεία συλλαβή /μακρά /μακρά / βραχεία /μακρά. Πολύ σύντομα ο δύστυχος πρωτοετής σπουδαστής των Ελληνικών, που επέζησε της εισαγωγικής γραμματικής και συντακτικού, τώρα θάβεται κάτω από μύθους, μέτρα και εκατοντάδες κύρια ονόματα των οποίων τις μεταβαλλόμενες πτώσεις μπορεί να αναγνωρίσει, αλ­λά που η σημασία τους παραμένει μυστήριο. Με το που μπαίνει ο προπτυχιακός φοιτητής στον κόσμο των Κλασικών Σπουδών, υπάρ­χουν χιλιάδες προϋποθέσεις έτοιμες να τον εξοντώσουν και να τον θάψουν, αν ξεχάσει έστω και για μια στιγμή τον λόγο που αποφάσισε να μάθει Ελληνικά.
 
Ωστόσο, παρ’ όλο που τα Ελληνικά απαιτούν σχόλια, λεξικά και επιτομές, πάλι δεν χρειάζεται να γίνουν παιχνίδι του τύπου «Σε τσά­κωσα!» από τους εποπτεύοντες λόγιους και γραμματικούς. Τα ίδια τα έπη του Ομήρου, κείμενα λαμπρής σαφήνειας, δράσης που σε κα­θηλώνει και βαθυστόχαστων νοημάτων, είναι διαθέσιμα στο δευτερο­ετή σπουδαστή με κάθε φιλολογική και θεωρητική λεπτομέρεια. Υ­πάρχουν, φυσικά, και δύσκολοι κλασικοί συγγραφείς. Ο Πίνδαρος και ο Αισχύλος γράφουν συχνότατα δυσνόητους στίχους, ενώ η λογική της λατινικής ποίησης του Προπέρτιου εμφανίζεται τόσο παράξενη, ώστε οι λόγιοι έχουν αναγάγει σε επιστήμη την αντιμετάθεση τυχαίων στίχων από διάφορα ποιήματά του. Αυτές όμως οι δυσκολίες, αυτές οι αμφισημίες, δεν έχουν σκοπό να συσκοτίσουν το νόημα ή να αποκλείσουν κάποιους από την ανάγνωσή τους, όπως οι σκόπιμες συσκο­τίσεις του καθηγητή των Κλασικών, αλλά έχουν θεμελιώδη σημασία για τον πλούτο της ποίησης και αποτελούν τμήμα μιας λογοτεχνικής τεχνικής διαθέσιμης σε γνώστες μιας εξαιρετικά εύκαμπτης γλώσ­σας. Ακόμη και οι καλύτερες μεταφράσεις δεν μπορούν να συλλάβουν απόλυτα την ομορφιά του Ομήρου, του πιο άμεσου από τους ποιητές. Η εξαιρετική μετάφραση των πρώτων στίχων της Ιλιάδας από τον Ρόμπερτ Φαγκλς,
 
Οργή — Θεά, τραγούδησε την οργή του γιου τού Πηλέα Αχιλλέα,
φονική, δυσοίωνη, που στοίχισε στους Αχαιούς αμέτρητες απώλειες...
 
είναι αδύνατον να αποδώσει την αίσθηση του πρωτοτύπου, παρά το ότι διατηρεί την κρίσιμης σημασίας πρώτη θέση της «οργής», καθυ­στερώντας προσεκτικά τα τροπικά επίθετα «φονική» και «δυσοίωνη» μέχρι την αρχή του δεύτερου στίχου (μια ελληνική μετοχή απαιτεί δύο αγγλικά επίθετα για να πλησιάσει κανείς τη σημασία της). Γιατί ο Όμηρος έχει διευθετήσει την αναφορική πρόταση που περιγράφει την οργή — ἥ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε — με τρόπο ώστε να πε­ρικλείει τους Αχαιούς στο μέσον των αμέτρητων συμφορών. Οι τρεις κεντρικές λέξεις από μόνες τους — μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’— αρκούν για να συνοψίσουν όλη την ιστορία: οι Έλληνες παγιδευμένοι εν μέσω μύριων συμφορών. Ο σπουδαστής νιώθει τη διαφορά ανάμεσα στο πρωτότυπο και στη μετάφραση, χωρίς να γνωρίζει την ιστορία του ομηρικού τρόπου έκφρασης ή όλες τις ανωμαλίες του εξάμετρου στίχου.
 
Ωστόσο ο ελληνικός αγώνας είναι πολύ μεγαλύτερος από τη βαθιά γνώση του πεζού λόγου ή της ποίησης στο πρωτότυπο. Θυμηθείτε το άλλο, μεγαλύτερο τέρας στο ντουλάπι των Κλασικών Σπουδών, την ιστορία της Ελλάδας, με την οποία έρχεται κάποια στιγμή αντιμέτωπος ο νεαρός σπουδαστής της ελληνικής γλώσσας, το κεφαλόβρυσο όλου του μετέπειτα δυτικού πολιτισμού. Ιστορία και λογο­τεχνία, αντίθετα από τα Αγγλικά, τα Γερμανικά ή τα Γαλλικά στο πανεπιστήμιο, εδώ βρίσκονται στον ίδιο τομέα, στην ίδια σχολή. Για κάθε θεατρικό έργο και ποίημα υπάρχει μια χρονολογία, μια γενεά, ένα κίνημα, ένας πολιτισμός, ένας πόλεμος, μια συμφορά, μια μόδα.
 
Υπήρχαν πάνω από χίλιες πόλεις-κράτη στον ελληνόφωνο κόσμο, από την Ιταλία ως την Κριμαία, από τα Βαλκάνια μέχρι τη βόρεια Αφρική, η καθεμιά με το δικό της ρόλο σε ένα συγκεκριμένο φονικό, σε μια κοινή ειρήνη, σ’ ένα φορολογικό κατάλογο, σ’ ένα ιδρυτικό μύθο ή σε μια αναγκαστική μετανάστευση. Αυτά τα λιγότερο γνω­στά μέρη και εποχές δεν είναι απλώς οι ιστορίες του Πλούταρχου, του Πολύβιου ή του Προκόπιου, είναι και ιστορίες στις αφιερώσεις πάνω σε πέτρα, στα αττικά νομίσματα, στο ψήφισμα του Θεμιστο­κλή, στους παπύρους από την Οξύρυγχο και στις μολυβένιες πινακίδες με τις κατάρες από ξεχασμένα πηγάδια. Καλύτερα να ονομάσουμε αυτό το πολιτιστικό, εθνικό, γεωγραφικό και τοπογραφικό κυνήγι που κρατάει μια ολόκληρη ζωή «Ελληνικό Πολιτισμό», γιατί πρέπει να ξεσκονίσουμε σαράντα αιώνες στην πορεία από την κυκλαδική στη βυζαντινή Ελλάδα. Αν είσαι από τους κλασικιστές που διδάσκουν, ξεκινάς με πήλινες στεατοπυγικές γυναικείες φιγούρες από τη Σάμο της λίθινης εποχής και καταλήγεις με ανορεξικές Μαντόνες από τη χριστιανική Σμύρνη. Σε ρωτούν για ένα ιδεόγραμμα την ώρα του μεσημεριανού φαγητού και μετά για έναν καρολίγγειο γραφέα την ώρα του δείπνου. Μόλις ένας σπουδαστής αρχίσει τον Κρίτωνα του Πλάτωνα, εμείς, για κάποιο περίεργο λόγο, περιμένουμε απ’ αυτόν να ξέρει τη Γραμμική Β και τα μεσαιωνικά Λατινικά ταυτοχρόνως. Στην πορεία ξεχνάει τον Κρίτωνα και πολύ σύντομα κι εμάς τους ίδιους.
 
Σαν το φιλόσοφο Διογένη, ενώ είσαι βουτηγμένος μέσα σε τέσσερις χιλιετίες εσωτερισμού, μπορεί μερικές φορές να περιπλανιέσαι μάταια για να βρεις κάποιο ειλικρινές άτομο στις Κλασικές Σπουδές που να λέει: «Ποιος μπορεί να γνωρίσει σε βάθος τους Μυκηναίους, τους Μακεδόνες και τους Μιλήσιους; Για τ’ όνομα του Θεού, παιδάκι μου, θέλεις να γίνεις λόγιος; Μην αισθάνεσαι άσχημα, αν μετά από πενήντα χρόνια καταφέρεις να καταλάβεις το αθηναϊκό ημερολόγιο· και μόνο αυτό φτάνει». Ελπίζεις πως ο τελευταίος αγνός άνθρωπος στα Σόδομα μπορεί να πει: «Ξεχάστε όλα τα ασήμαντα που περιβάλλουν τις Κλασικές Σπουδές. Εδώ δεν μιλάμε για Μονόπολη! Ποιος μπορεί να υποτάξει ολόκληρο τον κόσμο; Αφήστε κάτω τα χαραγμένα σε πέτρα μισθωτήρια από το Θορικό, νεαροί μου, και διαβάστε λιγάκι Πλάτωνα». Στο κάτω κάτω, σε κάθε στροφή και παράκαμψη κατά τη διάρκεια της απόκτησης βαθιάς γνώσης των Ελληνικών, προσπα­θείς ακόμη να διαβάσεις και να καταλάβεις την ελληνική σκέψη, προσπαθείς να πάρεις μαζί σου στο ταξίδι περισσότερους, όχι λιγότερους. Κι αυτό είναι δύσκολο όταν εσύ, ως δάσκαλος, πρέπει μερικές φορές να φέρνεις μαζί ένα χαμένο κόσμο ιστορίας, πολιτισμού και θρησκείας για να αποσαφηνίσεις μια σελίδα ελληνικών.
 
Για να βγάλουν νόημα από τους Αχαρνής του Αριστοφάνη οι ιστορικοί μαθαίνουν την αγροτική ζωή του χωρικού της Αττικής. Για να μάθουν γιατί τα ομηρικά άρματα μεταφέρουν τους στρατιώ­τες στη μάχη, γιατί μερικά πτώματα καίγονται ενώ άλλα θάβονται, ξεφλουδίζουν στρώσεις ιστορίας — Μυκηναϊκή Εποχή, Σκοτεινούς Αι­ώνες και Αρχαϊκή Εποχή— μαριναρισμένα, σοταρισμένα και γαρνι­ρισμένα με σάλτσα αρχαιολογίας,' ιστορίας, προφορικής ποίησης και λαογραφίας. ΙΊώς λειτουργούσε ο Άρειος Πάγος, αναρωτιέται ο σπου­δαστής των Ελληνικών, όταν εμφανίζεται στις Ευμενίδες του Αι­σχύλου; Τα Έργα και ημέραι είναι πολύ ωραία, αλλά ποιο, τέλος πάντων, ήταν το μήνυμα του Ησίοδου; Ο αγώνας του καταπιεζόμενου χωρικού, η εμφάνιση του βέβαιου για τον εαυτό του μικροκτηματία αγρότη ή η απελπισία μιας κλονιζόμενης αριστοκρατίας; Η δια­πίστωση είναι αποθαρρυντική: δεν υπάρχει αληθινή γραμματεία χωρίς Ιστορία, δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή μεταξύ Κοινωνικής Επι­στήμης και Ανθρωπιστικών σπουδών στις Κλασικές Σπουδές. Είναι όλα συνυφασμένα, είναι ένα πλέγμα, που ο σπουδαστής των Ελληνι­κών πρέπει να κατακτήσει, αν πρέπει να απαντήσει στο «προς τι;»
 
Πρέπει να γίνεις κάτοχος αυτού του πλέγματος, αλλά το κόλπο είναι να μην του επιτρέψεις να γίνει αυτό κάτοχός σου. Πρέπει να γνωρίζεις τα εργαλεία του κλασικιστή, αλλά να μη γίνεις ο ίδιος ερ­γαλείο. Να εκτιμάς τη δουλειά των λογίων, αλλά να μη συγχέεις αυτό τον αναγκαίο και ζωτικής σημασίας μόχθο με τη δημιουργικό­τητα ή τη φαντασία. Να τιμάς τον ταξινομητή, αλλά να σκέφτεσαι ότι η ταξινόμηση ίσως να ήταν η μοναδική δουλειά που μπορούσε να κάνει καλά. Να σέβεσαι την έρευνα αιώνων και μετά να αναγνωρί­ζεις ότι μεγάλο μέρος της δεν είναι «ιερό», αλλά συχνά καταφύγιο για τον ανιαρό και τον άτολμο που επιδίωκε να ξεφύγει, όχι να ζήσει ανάμεσα στους Έλληνες. Τα σχόλια, τα λεξικά, η γραμματική και οι θησαυροί είναι σφυριά, πυρσοί και πριτσίνια, δεν είναι η γέφυρα. Εμείς οδηγούμε πάνω στη γέφυρα. Χρησιμοποίησε τη γέφυρα, θαύμασε τη να διαγράφεται στον ορίζοντα, αλλά, terribile dictu, μη θεοποιείς τις βαριές και τα μπουλόνια που μας έδωσαν τη γέφυρα. Έξω από τις Κλασικές Σπουδές, δεν χτίζουμε μνημεία σε σκαλωσιές και αερόσφυρες. Χρησιμοποίησε το σχολιασμό για να καταλάβεις καλύτερα τη γλώσσα του Πλάτωνα, αλλά ο αληθινός στόχος είναι να κατανοήσεις το τι, όχι το πώς, έγραφε ο Πλάτωνας. Διάβασε περισσότερο Πλά­τωνα, λιγότερα σχόλια. Μην ξεχνάς πως, αν δημοσιεύουμε 16.000 άρθρα το χρόνο στις Κλασικές Σπουδές, μπορούμε να διαβάζουμε ή τι γράψαμε εμείς ή τι έγραψαν οι Έλληνες, αλλά όχι πια και τα δύο.
 
Κόλλησες σε μια μυθολογική αναφορά; Εμείς, ως κλασικιστές, πρέ­πει να μάθουμε να λέμε στους φοιτητές μας να στρέφονται απ’ ευθείας στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, πριν αρχίσουν να εξερευνούν τις εγκυκλοπαίδειες. Οι προπτυχιακοί φοιτητές, που δεν έχουν κανένα υπόβαθρο στις Κλασικές Σπουδές, θαυμάζουν το πνεύμα του Οβίδιου, εκπλήσσονται από το αδυσώπητο μάτι του για παράδοξες λεπτομέ­ρειες, απολαμβάνουν την ικανότητά του να αφηγείται ιστορίες, ανα­ρωτιούνται για τη μυθολογία του βιασμού. Ο Οβίδιος παρέχει κοινή γλώσσα στο μοναχό του Μεσαίωνα, στο ζωγράφο της Αναγέννησης, στο γιατρό του Διαφωτισμού και στο σύγχρονο αθλητή. Αφήστε στην άκρη τις αλληγορίες, το συμβολισμό και τις μεταμοντέρνες αποσκευές που έχουν επιβληθεί στο έπος. Οι αναγνώστες των Μεταμορφώσεων παντού και πάντα καταλαβαίνουν τη νουθεσία σχετικά με την άνοδο του Γανυμήδη στον Όλυμπο, με το ανόητο εγχείρημα του Φαέθοντα και την πτώση του Ίκαρου όταν έλιωσαν τα φτερά του. Ο Όλυμπος, η Τροία και ο Λαβύρινθος του Μίνωα είναι οικείο έδαφος. Αν και κάτοικοι αστικών κέντρων, μπορούμε ακόμη να αναγνωρίσουμε την αγελάδα της Ιούς, την αρκούδα της Καλλιστούς, τον ταύρο του Δία, τη δάφνη στην οποία μεταμορφώθηκε η Δάφνη και το δάγκωμα του Λυκάονα.
 
Άραγε δεν βλέπουμε το δικό μας καταναλωτικό κόσμο —και το μεγαλόσχημο ακαδημαϊκό— στη θλιβερή μοίρα του Ερυσίχθονα του Οβίδιου; Έχοντας προσβάλει σκόπιμα και βάρβαρα τη θεά Δήμητρα, ο Ερυσίχθων τιμωρείται με αιώνια και ακόρεστη πείνα. Καταβροχθί­ζει τραπέζια ολόκληρα με φαγητά, τροφή αρκετή να θρέψει πόλεις και έθνη, ονειρεύεται συμπόσια την ώρα που βρίσκεται σε συμπόσια και κάποια στιγμή πουλάει και την ίδια του την κόρη με αντάλλαγμα φαγητό. Τελικά, όταν δεν του απόμεινε τίποτ’ άλλο, «άρχισε να ξε­σκίζει τα ίδια του τα μέλη με t%c κοφτερά του δόντια και τρεφόταν τρώγοντας την ίδια του τη σάρκα».
 
Ο ανεκπαίδευτος αλλά πρόθυμος αναγνώστης δημιουργεί ένα λο­γικό όλο από τα αποσπασματικά μέρη του Οβίδιου, συνδυάζοντας τα μάτια του Άργου, το κεφάλι της Γοργώς και τη γλώσσα της Φιλο­μήλας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει ποτέ την ψύχωση του Νάρκισσου με τον εαυτό του ή τη θανάσιμη περηφάνια της Νιόβης; Όταν ο Πύραμος πιστεύει λανθασμένα ότι η αγαπημένη του Θίσβη είναι νε­κρή και σκοτώνεται πέφτοντας πάνω στο σπαθί του, δεν βλέπουμε τον Ρωμαίο να κρύβεται πίσω από τους θάμνους; Επί 2.000 χρόνια τώρα, παγιδευμένοι στο άχρονο μυθολογικό έπος, ο Απόλλων ερωτο­τροπεί, η Άρτεμις δυσπιστεί και η Σεμέλη κεραυνοβολείται. Μολονότι κατάντησε αμάρτημα στις Κλασικές Σπουδές να μιλάει κανείς για ομορφιά, δύναμη, χάρη, πνεύμα ή απλώς νόημα στη λογοτεχνία και να μη μιλάει για φιλολογία ή για θεωρία, αλλά να τις χρησιμοποιεί και τις δύο, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι μπορούν ακόμη να είναι ζω­ντανοί το 1998.
 
Υπάρχουν όμως και άλλα προφανή χάσματα μεταξύ έργων και λό­γων· τα προκαταρκτικά Ελληνικά μπορεί τελικά να σε οδηγήσουν στο πέρασμα στην ίδια την Ελλάδα. Υπάρχει ακόμη. Η γενέτειρα του Ησίοδου, η Άσκρα, είναι εκεί, πλάι στον Ελικώνα. Η περικεφα­λαία του στρατηγού Μιλτιάδη βρίσκεται σ’ ένα ράφι του μουσείου της Ολυμπίας. Ο θηβαϊκός Ιερός Λόχος κοιμάται ακόμη —μέχρι τούτο τον αιώνα — ανενόχλητος κάτω από το περήφανο λιοντάρι στη Χαιρώνεια. Ο κλασικιστής οφείλει κάποια στιγμή να επισκεφτεί την Ελλάδα, να «πλατσουρίσει» μέσα στην παράξενη σύγχρονη γλώσσα, να περπατήσει στα πεδία των μαχών, να δοκιμάσει τις ικανότητές του με το φτυάρι και το μυστρί, πότε για να καθαρίσει μια αρχαία στέρνα ή ένα ρωμαϊκό θέατρο παρέα με τους υπομονετικούς ειδικούς στην Κόρινθο, πότε για να ανέβει στην Πάρνηθα, πότε για να χαθεί το σούρουπο ακολουθώντας τους μαιάνδρους του Αλφειού. Για να καταλάβετε τον Δύσκολο του Μένανδρου, επισκεφθείτε τη σπηλιά του Πανός στην Πάρνηθα, μισοκρυμμένη μέσα στη βλάστηση. Ο Κρίτων του Πλάτωνα ζωντανεύει όταν γονατίζετε στη φυλακή του Σωκράτη στην Αγορά. Σαλπάρετε για τη Θάσο και δείτε το όνομα του φίλου του Αρχίλοχου σκαλισμένο σ’ ένα βράχο. Προχωρήστε στο μονοπάτι δίπλα στα μεταλλεία αργύρου του Λαυρίου και δείτε πήλινα βαρίδια αργαλειού ηλικίας 2.500 ετών να λιώνουν μες στο χώμα ή ένα πύργο κι ένα αγρόκτημα της εποχής του Αριστοτέλη να ξεπρο­βάλλουν στα δεξιά. Πιστεύετε πως η Αθηναϊκή Ηγεμονία βασιζόταν στην εκμετάλλευση των δούλων που εργάζονταν στα μεταλλεία; Συρθείτε οι ίδιοι μέσα στο ασημένιο βουνό τους, ρουφήξτε την κοιλιά και απολαύστε το δύσοσμο οξυγόνο που έρχεται από έναν αεραγωγό πενήντα πόντων, ξεχνώντας την αγέλη των μεταπτυχιακών φοιτητών των Κλασικών Σπουδών απ’ έξω που μουρμουράει: «Μπα, δεν ήταν και τόσο άσχημα τα πράγματα· άλλωστε ήταν πιο μικροκαμωμένοι από μας».
 
Δεν έχει γίνει πια αυτή η παράκαμψη μέσα στο φυσικό τοπίο της Ελλάδας ένας εντελώς ξεχωριστός και μικροσκοπικός τομέας «αρχαι­ολογίας», άλλο ένα αδιέξοδο στο λαβύρινθο του σχολαστικισμού που δεν έχει σχέση με την απόκτηση της ελληνικής παιδείας; Όχι βέ­βαια, αρκεί να σε οδηγούν στην Ελλάδα οι σωστοί άνθρωποι, αρκεί να μπορείς να αποστασιοποιηθείς από τους στεγόσαυρους της Ακαδη­μίας, να μπορείς να δεις ότι η αρχαιολογία δεν είναι παρά εργαλείο, όχι η ίδια η γέφυρα. Εσείς, κλασικιστές στην Ελλάδα, μην ξεχνάτε: δεν χρειάζεται πάντα να κολλάτε αγγεία, να μετράτε τα ύψη των τύμβων, να σχολιάζετε για το πιθανό σχήμα μιας χαμένης σιαγόνας. Μπορείτε — πολλοί το κάνουν ακόμη — να διατηρείτε την αποστολή σας στη σημερινή Αθήνα και να μη μετατρέπεστε σε ένδοξους συναρμολογητές παζλ ή σε αρχιτέκτονες κήπων. Η Αττική, η Βοιωτία, η Πελοπόννησος και η Θεσσαλία μπορούν να είναι μέρος του ίδιου πλέγ­ματος, του φυσικού χώρου των νεκρών Ελλήνων, το παλιό πεδίο α­ναζήτησης ιερών κειμένων και ξεχασμένων λόγων που γνωρίζετε σε βάθος. Αλλιώς, καλύτερα να εγκαταλείψετε το στόχο σας να μάθετε Ελληνικά. Στην καλύτερη περίπτωση, η τοπογραφία και η λογοτε­χνία, η σύνδεση του Πενθέα με τα δέντρα του Κιθαιρώνα, του Λαέρ­τη με τη βραχώδη, ορεινή γη του, μπορούν να διαμορφώσουν και να διαπλάσουν τον ευαίσθητο νου και να δείξουν ότι η νεοαποκτημένη σας ελληνική γλώσσα ανήκει σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον που ο­νομάζεται Ελλάδα. Η γνώση του ελληνικού εδάφους μπορεί να δημι­ουργήσει γίγαντες μέσα στο χώμα κι όχι τέρατα κάτω από τη γέφυ­ρα. Ελάχιστοι, ή και κανένας, κλασικιστές γίνονται φιλέλληνες, αλ­λά πάρα πολλοί άνθρωποι που γνωρίζουν την Ελλάδα, γίνονται. Τό­σο ο Κόλιν Έντμοντσον όσο και ο Γιουτζίν Βάντερπουλ έγιναν.
 
Όμως ακόμη κι αν γνωρίζει κάποιος τους επώνυμους άρχοντες, τους μήνες του αθηναϊκού ημερολογίου ή τα «παρατσούκλια» των ιερών πλοίων της Δηλιακής Συμμαχίας, ακόμη κι αν μπορεί κάποιος να αρκεστεί στην αποκρυπτογράφηση των μετρικών ποδών και σε όλες τις ελληνικές ποιητικές λέξεις για τη θάλασσα, ακόμη κι αν «κάνεις ιστορία» και έχεις καθίσει με τον Γιουτζίν Βάντερπουλ στο μελαγχολικό βράχο της δύστυχης Σφίγγας, πάλι αυτό δεν είναι «Ελ­ληνικά», όχι τουλάχιστον όπως ορίζονται σήμερα στην Αμερική. Το μόνο που έκανες κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών σου ήταν να μελετάς τα βασικά κείμενα, να σκύβεις πάνω σε νομίσματα και αρχαία χαρτιά και να βαδίζεις σε καθαγιασμένο έδαφος, ενώ αναρωτιέσαι αν θα ζήσεις για να περπατήσεις στα ερείπια των εκατό τουλάχιστον από τις 1.000 πόλεις-κράτη. Το μόνο που έχεις κάνει, μ’ άλλα λόγια, είναι ότι διοχέτευσες την τριμερή πλατωνική ύπαρξή σου —λογική, αίσθημα και αίσθηση— στην υπηρεσία της ελληνικής γλώσσας.
 
Υπάρχει βέβαια και το άλλο εμπόδιο που πρέπει να υπερπηδήσεις, η μεγάλη διαχωριστική γραμμή, το χάσμα που ανοίγεται από την πρώτη μέρα στα προκαταρκτικά μαθήματα των Ελληνικών, που δεν μετάφραση. Η Ευρυδίκη, όπως έχουμε δει, θα νιώσει την ίδια άφατη θλίψη με τον αφηγητή. Πράγματι, ο ποιητής εμπλέκεται στην ιστο­ρία, νιώθοντας φρίκη καθώς αφηγείται τα γεγονότα. Αυτός ο στίχος έχει μια παύση σπάνια για το μέτρο του Βιργίλιου, ένα θανάσιμο σταμάτημα πριν το τέλος του στίχου με τη λέξη-κλειδί respexit: «γύρισε και την κοίταξε». Ο κόσμος σταματάει για μια φριχτή στιγμή.
 
Οι συνέπειες είναι άμεσες και η αντιστροφή της τύχης περιγράφεται γοργά. Ο labor του Ορφέα, ο αδιάκοπος ανθρώπινος μόχθος για τον οποίο έχουν τόσο πολλά να πουν τα Γεωργικά, υπήρξε μά­ταιος, όπως τόσο συχνά συμβαίνει στο ποίημα. Omnis /effusus labor: «όλη του η προσπάθεια πήγε χαμένη» —το επίθετο omnis, ξεχειλίζει από το τέλος του δεύτερου στίχου προς την αρχή του τρίτου. Ο ποι­ητής είχε υποστηρίξει προηγουμένως, με μια πασίγνωστη φράση στο Βιβλίο I, ότι η δουλειά, η προσπάθεια νικάει τα πάντα (labor omnia vicit —ή μήπως η φράση σημαίνει ότι κάθε ανθρώπινη δραστηριό­τητα νικιέται από το μόχθο;) αλλά η αποτυχία του Ορφέα αποκαλύ­πτει την οδυνηρή αλήθεια: η δουλειά δεν νικάει τα πάντα. Η απώλεια είναι παγκόσμια, αλλά παίρνει επίσης και μια σαφώς πολιτική χροιά με το rupta... foedera, «η συμφωνία παραβιάστηκε». Ο Έλληνας Ορ- φέας έχει παραβιάσει όχι μόνο τη θεϊκή αλλά και τη ρωμαϊκή συμ­φωνία! Κανένας, ούτε καν ο εμπνευσμένος αοιδός, δεν μπορεί να ξε- φύγει από την πικρή πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου. Πρέπει κι αυτός να ενδώσει, ηττημένος (victus). Ο μουσικός που μπορεί να ελέγξει τη φύση, να μαγέψει βράχια, δέντρα και ζώα με τη μουσική του, ο μαγικός αοιδός που το τραγούδι του συγκίνησε τους νεκρούς και τους έκανε να δείξουν έλεος, δεν μπορεί να ξεπεράσει τη δική του ανθρώπινη αδυναμία. Η γυναίκα του την αποκαλεί furor, την ίδια μανία του έρωτα που καταστρέφει τη Διδώ στο μεγάλο έπος του Βιργιλίου, την Αινειάδα. Η Ευρυδίκη χάνεται για πάντα. Για πάντα. Δεν λογαριάζονται οι καλές προθέσεις ούτε τα ελαφρυντικά ούτε οι αγχογόνοι παράγοντες ούτε οι όποιες διαταραχές της προσο­χής. Καλή η προσπάθεια αλλά... Για πάντα.
 
Ολόκληρο αυτό το απόσπασμα είναι τόσο έξοχο, ώστε μετά το θάνατό του γεννήθηκε η φήμη ότι ο Βιργίλιος είχε αντικαταστήσει ολόκληρη την ιστορία του Ορφέα και το πλαίσιό της με ένα παλαιότερο, «πολιτικώς μη ορθό» τέλος του ποιήματος, χωρίς να πολυενδιαφερθεί για το περιεχόμενο. Όμως αυτό το περιεχόμενο είναι που μας ενδιαφέρει τώρα, ο συνδετικός κρίκος αυτής της τραγικής ερω­τικής ιστορίας, της τέχνης και της ζωής και του ίδιου του τετράτομου ποιήματος, ενός ποιήματος που μιλάει για τον αδιάκοπο αγώνα των ανθρώπων να αντιμετωπίσουν τα φυσικά και τραγικά τους όρια (όλα με το μανδύα ενός διδακτικού φυλλαδίου για τη γεωργία).
 
Οι Ρωμαίοι του Βιργίλιου, ο Ορφέας, ο ηρωικός Αινείας αλλά και οι ανώνυμοι αγρότες των Γεωργικών, πρέπει να παραδώσουν την ομορφιά, την τέχνη και την αγάπη στο αυτοκρατορικό πεπρωμένο και στον πολιτισμό. Άραγε εξισορροπούνται ο πόνος και ο θάνατος της Ευρυδίκης και του Ορφέα (σκοτώνεται επίσης, και το κομμένο κεφάλι του τραγουδάει ακόμη για την Ευρυδίκη του) από την ανα­γέννηση της ζωής και την αποκατάσταση του πολιτισμού με τη μορφή ενός σμήνους μελισσών, όπως φαίνεται να υποδηλώνει η ιστο­ρία; Αντισταθμίζονται οι θλιβεροί θάνατοι της Κρέουσας, της Διδούς, αθώων Ιταλών και του ευγενούς Τύρνου στην Αινειάύα με την εγκα­θίδρυση της ρωμαϊκής φυλής; Διαβάζουμε τον Βιργίλιο στα Λατινικά για να μάθουμε, με κάθε ρωμαλέα λέξη, για τον ηρωικό αγώνα του ανθρώπου με τη φύση που μακροπρόθεσμα θα τον νικάει πάντα, για τη μοιραία αντιμετώπιση των ορίων της ανθρωπότητας από την ίδια την ανθρωπότητα.
 
Αλλά για να το κάνουμε αυτό καλά, πρέπει να γνωρίζουμε κάποια πράγματα για την «ηθικολογία του Ησίοδου», για τις «δημεύσεις της Μάντοβας», για «το χαμένο έργο του Νίκανδρου περί των μελισ­σών», για τη «μετάφραση των Φαινομένων του Άρατου από τον Κι- κέρωνα», για την «κατάρριψη της θεωρίας του Κλίνγκνερ από τον Μπίχνερ» και για το De Lingua Latina του Μάρκου Τερέντιου Ουάρρωνα. Ο Βιργίλιος μπορεί να είναι ζωντανός το 1998, μόνο αν θυμό­μαστε το γιατί μάθαμε κατ’ αρχήν όλα αυτά τα άλλα πράγματα.
 
Γιατί όμως πρέπει να περάσει κάποιος όλα αυτά για να μελετήσει την ελληνική (και τη λατινική) γλώσσα; Για να αποκτήσει αισθητική άποψη; Ίσως. Για να γίνει κάτοχος της γλώσσας; Φυσικά. Για να διαβάζει σπουδαία λογοτεχνία; Πάντα. Στη σημερινή εποχή όμως οι ελάχιστοι σπουδαστές που επιβιώνουν μας λένε ότι συνεχίζουν τα Ελ­ληνικά και τα Λατινικά επειδή τους παρέχουν ένα σταθερό «μπούσουλα» σε έναν ολοένα πιο χαοτικό κόσμο. Οι γλώσσες γίνονται μια άμεση εξήγηση του καλού και του κακού, του μόνιμου και του πα­ροδικού, του σχετικού και του απόλυτου, του εδώ και του μετά από εδώ, που δεν μπορούν να βρουν πουθενά αλλού στο πανεπιστήμιο. Ίσως οι αιτίες για ν’ αντέξει κάποιος τις τρομερές δυσκολίες των Ελληνικών να αλλάζουν με κάθε γενιά. Αν είναι έτσι, για μας είναι σαφές ότι τώρα περισσότερο από ποτέ η αρχαία γλώσσα και η γραμ­ματεία της προσφέρουν ένα μέτρο για να μετρήσει κανείς τον σύγ­χρονο παραλογισμό που έχει ενσκήψει ανάμεσά μας, ένα ασφαλές καταφύγιο από το θόρυβο και την ανοησία στο πανεπιστήμιο που τό­σο συχνά περνιέται για μάθηση. Όπως το έθεσε πρόσφατα ένας από τους φοιτητές μας: «Το μάθημα της λογοτεχνίας αποδεικνύεται φύλο, το μάθημα της ιστορίας ρατσισμός, το μάθημα της φιλοσοφίας ενο­χή, της ψυχολογίας αυτοεκτίμηση, της ανθρωπολογίας αποικιοκρα­τία, των Αγγλικών προσωπικό ημερολόγιο και των Ελληνικών όλα τα υπόλοιπα». Στο κάτω κάτω, πού αλλού, εκτός από το σαρανταπεντάλεπτο μάθημα για τριάντα στίχους του Σοφοκλή, μπορεί να έρθει ένας εικοσάχρονος σε επαφή χωρίς προκατάληψη με τη γραμ­ματική, το συντακτικό, τη μουσική, τη λογική, την αισθητική, τη φιλοσοφία, την ηθική, τη θρησκεία, την πολιτική και τη λογοτεχνία;
 
Μέσα στα περασμένα είκοσι χρόνια οι κλασικιστές προσπάθησαν να περιορίσουν τη μελέτη των Ελληνικών σε έναν πολύ μικρό αριθμό πολιτικών προγραμμάτων: «Οι φεμινίστριες και οι θεωρητικοί που είναι διάσπαρτοι στο χώρο μας έχουν ανάγκη να ξεκινήσουν ένα πιο συνεπές πρόγραμμα διαμαρτυρίας, αντικαθιστώντας την πολιτική των κλασικών σπουδών με φεμινιστική πολιτική... Ακόμη κι αν οι φοιτητές έρχονται στο τμήμα κλασικών σπουδών για να ξεφύγουν από προ­βλήματα φύλου, σεξουαλικότητας και φυλής, οφείλουμε να αρνηθούμε να τους επιτρέψουμε να είναι μακάριοι...» (Ν. Rabinowitz, «Εισα­γωγή» στο Feminist Theory and the Classics, N. S. Rabinowitz and A.Richlin [επ.], Νέα Υόρκη/Λονδίνο, 1993, σσ. 6-7). Αλλά δεν έπρεπε να αναρωτιούνται οι κλασικιστές γιατί έρχονται οι φοιτητές σ’ αυτούς για να «ξεφύγουν» από τις πολιτικές «φύλου, σεξουαλικότητας και φυλής»; Πρόκειται για μια παραδοχή ότι οι Κλασικές Σπουδές, έστω και στο παρά πέντε, αναγνωρίζονται ως διαφορετικές από τα συνη­θισμένα μαθήματα στο πανεπιστήμιο και θα μπορούσαν να προσφέ­ρουν μια εναλλακτική λύση αντί του πολιτικοποιημένου προγράμμα­τος μαθημάτων, αν βέβαια εμείς οι ίδιοι δεν φροντίζαμε να τους απο­κλείουμε την ευκαιρία να «ξεφύγουν». Μια τέτοια προσέγγιση είναι επονείδιστα περιοριστική, γιατί πού αλλού παρά σε μερικούς στίχους του Ομήρου ή του Σοφοκλή — εργασία κατάλληλη για την αρχή του δεύτερου κιόλας έτους των Ελληνικών — μπορεί ο φοιτητής να αξιοποιήσει όλες τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες;
      
ΟΜΗΡΟΣ
 
Από ένα πασίγνωστο απόσπασμα του ζ της Οδύσσειας μπορούν να αντληθούν ένα σωρό πολύτιμες πληροφορίες αξιοποιήσιμες σε δεκά­δες άλλους επιστημονικούς κλάδους. Ο Οδυσσέας έχει ξεβραστεί στην ακτή των Φαιάκων μετά από είκοσι μέρες στη θάλασσα, τις τελευ­ταίες από τις οποίες κολυμπούσε για να σωθεί. Η Ναυσικά, η έφηβη θυγατέρα του βασιλιά, σκοντάφτει πάνω στο γυμνό ήρωα που πρέπει να χρησιμοποιήσει όλες του τις ικανότητες για να μετατρέψει αυτή τη λεπτή κατάσταση σε σωτήρια για τον ίδιο. Ο Όμηρος χαρακτη­ρίζει αυτούς τους τριάντα πέντε στίχους «γλυκές και κολακευτικές κουβέντες», και αυτό είναι. Οι τριβές στη σχέση φιλοξενούμενος - οικοδεσπότης, τόσο σημαντικές σε ένα έπος που εστιάζει στην παρα­βίαση του οίκου του Οδυσσέα από τους μνηστήρες, βγαίνουν αμέσως στην επιφάνεια. Τι υποχρεώσεις έχει η Ναυσικά απέναντι στον ξένο; Εκείνος τονίζει αργότερα την απόλυτη εξάρτησή του από εκείνη, καθώς δεν γνωρίζει κανέναν άλλον και έτυχε να συναντήσει εκείνη πρώτη. Η φύση της ικεσίας του Οδυσσέα φέρνει τον αναγνώστη σε ζητήμα­τα ομηρικής σύνθεσης και θρησκευτικής ευπρέπειας. Πρέπει άραγε να αγκαλιάσει τα γόνατα της έφηβης και να ικετεύσει συμπόνια, ό­πως συνηθίζεται; Μάλλον όχι, συμπεραίνει ο Οδυσσέας, και δεν χρει­άζεται να μελετήσει κανείς τις τριάντα και παραπάνω σκηνές ικεσίας στον Όμηρο για να εκτιμήσει και να χαμογελάσει με την απόφαση του γυμνού και σκεπασμένου με αλάτια ήρωα.
 
Οι πρώτες λέξεις του μας βάζουν να εξετάσουμε τη θρησκευτικό­τητα του Ομήρου. Ο Οδυσσέας ρωτάει αν το κορίτσι είναι θεά ή θνητή, παρομοιάζοντάς τη με την Άρτεμη. Βεβαίως και είναι έξυπνη κολακεία, όπως σημείωσαν οι αρχαίοι σχολιαστές, αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο. Ο Οδυσσέας έχει ήδη αφήσει δύο θεές με ανθρώπινη μορφή να τον αποχαιρετούν από την ακτή και πρόκειται να συναντή­σει τη μεταμφιεσμένη Αθηνά στην παραλία, όταν τελικά επιστρέφει στην πατρίδα του. Στον ομηρικό κόσμο οι θεότητες πράγματι εμφα­νίζονται με σάρκα και οστά ή μεταμφιεσμένες. Επί πλέον, η σύγκρι­σή της με την Άρτεμη, την παρθένο θεά, μπορεί να καθησυχάσει τη νεαρή κοπέλα ότι είναι ασφαλής, ότι η πιθανότητα να είναι πράγματι η θεά θα εμπόδιζε κάθε άντρα από το να της επιτεθεί. Εδώ γίνεται απαραίτητη και μια ματιά στην ελληνική μυθολογία: γυναίκες μόνες σε παραλίες βιάζονται (όπως, για παράδειγμα, η Καινίς από τον Ποσειδώνα) και απάγονται στη θάλασσα (όπως η Ευρώπη από τον Δία). Η Ναυσικά, λοιπόν, είχε κάθε λόγο να ανησυχεί, άλλωστε οι θερα­παινίδες της το είχαν βάλει στα πόδια.
 
Οι κοινωνιολόγοι, βεβαίως, θα σχολίαζαν τον έξυπνο τρόπο με τον οποίο προσπαθεί ο Οδυσσέας να επωφεληθεί από πολιτισμικά στοι­χεία. Παρατηρεί πόσο τυχεροί πρέπει να είναι οι γονείς, τα αδέλφια της και, κυρίως, όποιος γίνει άντρας της. Ο Όμηρος μας έχει ήδη πει ότι η Ναυσικά σκέφτεται το γάμο, αλλά ο Οδυσσέας πατάει αυτό το «κουμπί» κρίνοντας απλώς από την ηλικία της: έχει βγει στην αγορά για γαμπρό. Οι ανθρωπολόγοι μπορούν να παρέμβουν με τη συζήτηση επί μιας ελληνικής φράσης που αναφέρεται στην «τιμή της νύφης», που σχεδόν πάντα φαίνεται να σημαίνει «προίκα». Τι νόημα πρέπει να βγάλουμε από την ευελιξία του λόγου; Η ελληνική αισθητική εμφανίζεται αναπόφευκτα, όταν ο Οδυσσέας δηλώνει ότι δεν έχει δει ποτέ του άντρα ή γυναίκα σαν τη Ναυσικά' το μόνο που μπορεί να παραβληθεί μαζί της είναι ένα δροσερό κλωνάρι φοινικιάς που είδε κάποτε δίπλα στο βωμό του Απόλλωνα στη Δήλο.
 
Τώρα όμως πρέπει να ερευνηθούν ζητήματα σχετικά με την ιστο­ρία και την αρχαιολογία: Πού βρίσκεται η Δήλος; Υπάρχουν λείψανα της Εποχής του Χαλκού ή των Σκοτεινών Αιώνων; Τι υπήρχε εκεί κατά την εποχή του Ομήρου (όγδοος π.Χ. αιώνας); Είχε καθιερωθεί η λατρεία του Απόλλωνα, που γνωρίζουμε τόσο καλά από την Κλα­σική περίοδο; Η ιστορία του Οδυσσέα, ιστορία ενός περιπλανώμενου στρατιώτη με μια ομάδα πολεμιστών, αντανακλά το χάος που επικρα­τούσε στα τέλη της Εποχής του Χαλκού, τις επιδρομές των Σκοτει­νών Αιώνων ή τη διερεύνηση των πέριξ και τις κατακτήσεις της πρώιμης πόλης-κράτους; Και γιατί συνδέεται η Δήλος με φοίνικες; (Κατά το μύθο, η Λητώ είχε γεννήσει τον Απόλλωνα και την Άρτεμη πλάι σε ένα φοίνικα στη Δήλο.) Ο Κικέρων, τον πρώτο π.Χ. αιώνα, σημείωνε ότι μπορούσε κανείς να δει ακόμη το δέντρο του Οδυσσέα στο νησί. (Μήπως τώρα χρειαζόμαστε βοτανολόγο για να μας πει τι είδους δέντρο μπορούσε να συγκριθεί με μια νεαρή κοπέλα ή να μας θυμίσει τη διάρκεια ζωής των φοινίκων στη Μεσόγειο;) Ο ειδικός επί των αγγειογραφιών από το τμήμα Εικαστικών Τεχνών μπορεί επίσης να μας βοηθήσει εδώ, αφού μερικά πρώιμα αγγεία συνδέουν το φοίνικα με την Άρτεμη και με την προετοιμασία μιας νεαρής κοπέλας για γάμο. Μήπως το δέντρο υποδήλωνε στη Ναυσικά το γάμο;
Ο Οδυσσέας αποκαλεί το νησί πόλιν και ζητάει από τη Ναυσικά να του δείξει το άστυ. Και οι δύο λέξεις μεταφράζονται ως «πόλη», αλλά οι σημασίες τους, ιδίως στην κλασική Ελλάδα, μπορεί να δια­φέρουν πολύ. Ποιες είναι οι πολιτικές επιπτώσεις αυτών των λέξεων στον Όμηρο; Μήπως είναι το βασίλειο κατά κάποιο τρόπο πόλις ή πόλη-κράτος, που πρωτοεμφανίζεται τον όγδοο ακριβώς αιώνα; Ο όρος πόλις αναφέρεται στους ανθρώπους, στην κοινωνική οργάνωση ή είναι το ίδιο με το άστυ, απλώς και μόνο τα φυσικά όρια του οικι­σμού ως προς την εξοχή; Τι σημαίνει ο όρος λαός, λέξη που χρησι­μοποιεί ο Οδυσσέας γι’ αυτούς που τον ακολούθησαν στη Δήλο; Έχει στρατιωτική σημασία μόνο —«στρατιώτες» — , σημαίνει «έθνος» ή «υπήκοοι»; Ποια πολιτική δομή υποδηλώνεται με αυτές τις λέξεις;
 
Ο Οδυσσέας κλείνει την ομιλία του επιστρέφοντας στο θέμα που αρέσει στη Ναυσικά (πρόσεξε άραγε κάποιο κοκκίνισμα στα μάγουλά της όταν το πρωτοανέφερε;), στην εύρεση συζύγου. Ελπίζει να της δώσουν οι θεοί ένα σύζυγο, ένα σπίτι και «ευτυχή ομοφροσύνη». Και καταλήγει με μια δόση του ηθικού στοχασμού που διαποτίζει τον ελληνικό κόσμο. Τίποτε δεν είναι πιο ωραίο και επιθυμητό, υποστηρί­ζει, από ένα σπίτι που κυβερνιέται από αντρόγυνο με σύμφωνη γνώ­μη. «Αυτό προκαλεί λύπη στους εχθρούς τους και χαρά στους φίλους τους. Αλλά το μεγαλύτερο όφελος το έχουν αυτοί οι ίδιοι». Το να βοηθάει κανείς τους φίλους του και να βλάπτει τους εχθρούς του αποτελεί το κεντρικό αξίωμα για την αρχαϊκή ελληνική ηθική που ποτέ δεν εξαφανίστηκε. Ποιες είναι οι πρακτικές επιπτώσεις αυτού του είδους της προσωκρατικής ηθικής αρχής; Ποιες είναι οι δυνα­τότητες και ποιες οι αδυναμίες της; Πώς ταιριάζει με την ιστορία της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη; Τι μας λέει για το ελληνικό ιδεώδες περί γάμου; Η ώρα του μαθήματος κυλάει γρήγορα με αυτό το θέμα και μόνο — και δεν αγγίξαμε καν τις ψυχολογικές διαστάσεις του γεγονότος ότι μια νεαρή, όμορφη παρθένα έρχεται αντιμέτωπη με έναν ώριμο, κοσμογυρισμένο ήρωα που αναδύεται γυμνός από τα κύματα. Ούτε μιλήσαμε για την αλλαγή της τύχης του ίδιου του Οδυσσέα όταν φτάνει στο νησί, από εδώ και πέρα αρχίζει να παίρνει στα χέρια του τη μοίρα του, να προετοιμάζει την αρχή της θανάσι­μης εκδίκησής του και ξαναμαθαίνει το πώς να απολαμβάνει μάλλον παρά να υποφέρει.
 
Τα δομικά στοιχεία της ομηρικής σύνθεσης είναι πανταχού παρό­ντα. Όταν ο Οδυσσέας συγκρίνει τη Ναυσικά με την Άρτεμη, αναφέρεται στη θεά ως «κόρη του μεγάλου Δία», διατύπωση που σχε­δόν πάντα αφορά αποκλειστικά στην Αθηνά. Μήπως ο Οδυσσέας ελπίζει ότι η νεαρή κοπέλα είναι η θεά-σωτήρας του μεταμφιεσμένη; Οι σχολιαστές σπεύδουν να σημειώσουν την περίφημη «κυκλική σύν­θεση» που συνδέεται με τα έπη, και ένα καλό παράδειγμα εμφανίζε­ται στην κολακεία του Οδυσσέα: (α) Ο Οδυσσέας δεν έχει δει ποτέ του κανέναν σαν κι αυτή, (β) μένει έκθαμβος από το θέαμα, (γ) έχει δει ένα παρόμοια πανέμορφο κλαδί φοίνικα, (δ=β) είχε μείνει έκθαμβος από το θέαμα, (ε=α) δεν έχει ξαναδεί κάτι σαν κι αυτό στη ζωή του. Τα λεξικογραφικά και γραμματικά θέματα μερικές φορές απει­λούν να κατακλύσουν την τάξη των δευτεροετών: ασυνήθιστες γλωσ­σικές χρήσεις (όπως το δόρυ που χρησιμοποιείται μόνο εδώ για το κλαδί της φοινικιάς), σπάνιες λέξεις (η λέξη εὐμενέτησι στο τέλος του αποσπάσματος που χρησιμοποιείται για τους φίλους, εμφανίζεται μόνο άλλη μια φορά σε όλη την ελληνική γραμματεία, σε μια επιγραφή περίπου 1.000 χρόνια αργότερα), και ασυνήθιστη γραμματική (το νό­ημα του δεύτερου μισού του τελευταίου στίχου έχει προκαλέσει πολ­λές διαφωνίες).
 
Σημειώστε ότι ακόμη δεν είπαμε τίποτα σχετικό με τα κίνητρα πίσω από τις περισσότερες λεπτομέρειες της ευφυέστατης ομιλίας του Οδυσσέα, σχετικά με το πώς η περιγραφή του για τη Δήλο υποδηλώνει στη Ναυσικά ότι είναι κοσμογυρισμένος, ότι έχει επισκεφθεί εξωτικούς τόπους ή ότι είναι ηγέτης ανθρώπων (δεν ήταν πάντα ένας γυμνός ναυτικός). Πουθενά αλλού σε όλο το έπος δεν αναφέρεται ο Οδυσσέας σε ταξίδι του στη Δήλο, μήπως λοιπόν πρόκειται για άλλο ένα ευφυές ψέμα; Μπορούμε να πιστέψουμε τη θαυμαστή περι­πέτεια των περιπλανήσεών του που εξιστορεί στους γονείς της πριγκίπισσας; Όλο το χωρίο όμως αξίζει να διερευνηθεί από τον καλύτερο ειδικό επί της ρητορικής στο Τμήμα των Αγγλικών (μερικά πανεπι­στήμια διαθέτουν αυτόνομο Τμήμα Ρητορικής) και από τον καλύτερο αναλυτή δημοσίων σχέσεων στο Τμήμα Επικοινωνίας. Μα, βεβαίως, και τα θέματα φύλου, σεξουαλικότητας και φυλής (άλλωστε η Ναυ­σικά είναι μια εξωτική, ημιβάρβαρη πριγκίπισσα) θα είναι επίσης μέ­ρος της συζήτησης. Ωστόσο, το να περιορίζει κανείς τον Όμηρο σε μερικά θέματα συζήτησης θεωρητικού ενδιαφέροντος είναι εξαιρετικά φτωχή προσέγγιση στους Έλληνες και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο θάνατό του μέσα στην τάξη.
 
Οι περισσότεροι προπτυχιακοί φοιτητές, κυρίως εκείνοι που διαβά­ζουν τα έπη από μετάφραση, προτιμούν την Οδύσσεια από την Ιλιάδα. Η Οδύσσεια φαίνεται κάπως σύγχρονη. Είναι οικεία και προσεγγίσιμη, ιδιαίτερα οι περιπέτειες του Οδυσσέα με τους Κύκλωπες, τους Λωτοφάγους, την Κίρκη και την Καλυψώ, που θυμίζουν στους φοιτη­τές περιπετειώδεις ταινίες, επιστημονική φαντασία και ιστορίες μα­γείας. Έτσι, για παράδειγμα, τα σύγχρονα σχολικά βιβλία για το μάθημα της λογοτεχνίας συνήθως περιλαμβάνουν όλη την Οδύσσεια καί επιλογές μόνο από την Ιλιάδα. Πολλοί σύγχρονοι μελετητές επί­σης συμφωνούν ότι βρίσκουν την Οδύσσεια περισσότερο της αρεσκείας τους. Το κατά 3.000 περίπου στίχους μικρότερο έπος παρέχει περισ­σότερη τροφή για τις σύγχρονες θεωρητικές αναλύσεις, καθώς υπάρ­χουν δυναμικές γυναίκες «με το τσουβάλι», σεξουαλικές «αντιστρο­φές», αφηγηματικές «στρατηγικές», θέματα ταυτότητας και ωρίμανσης, ανθρωπολογικές εντάσεις μεταξύ φύσης και πολιτισμού και ε­πιδέξιος λογοτεχνικός χειρισμός της πονηριάς, της μεταμφίεσης και της αναγνώρισης. Οι κλασικιστές επομένως τα βρίσκουν όλα αυτά πιο ευχάριστα από την πιο μελαγχολική τραγωδία των ορίων των ανθρωπίνων δυνατοτήτων και τους καταδικασμένους άντρες που διερευνώνται στην Ιλιάδα.
 
Παρ’ ότι μεγάλο μέρος της επιστημοσύνης της τωρινής γενιάς επί της Οδύσσειας είναι απελπιστικά ανιαρό και ναρκισσιστικό, όπως τεκμηριώσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, δεν μπορεί να θαμπώσει τη λάμψη του Ομήρου. Οι μάγισσες, τα μονόφθαλμα τέρατα, τα μα­γικά νησιά, τα ταξίδια στον Άδη και το ευτυχισμένο τέλος του έ­πους, διατηρούν αμείωτη την προσοχή του προπτυχιακού ακροατη­ρίου, έστω κι αν ο καθηγητής τους συνεχίζει να μουρμουρίζει μονό­τονα ότι «η ίδια αναχαιτισμένη μετάδοση μιμητικής μήτιος βρίσκε­ται κάτω από την οδυσσειακή αρχιτεκτονική θεωρία» ή να θρηνεί ότι «η συνεχής άρνηση της ολοκλήρωσης των γυναικείων σκευωριών, που είναι επίσης άρνηση της γυναικείας επιθυμίας, τονίζει τη θηλυκή υποτέλεια». Ο «πολύτροπος» Οδυσσέας έχει πάντα μια νέα περιπέτεια που περιμένει τον περίεργο αναγνώστη μόλις στρίψει τη γωνία, κα­θώς το έπος διασχίζει με ταχύτητα το χρόνο και το χώρο, γεμάτο με «φλας μπακ», ριζικές αλλαγές σκηνικού και αλλόκοτους χαρα­κτήρες που μπαινοβγαίνουν.
 
Ωστόσο, όσο υπέροχη και προσιτή κι αν είναι η Οδύσσεια, η Ιλιάδα είναι το μέγα ποίημα, η δύσκολη και σημαντική πρόκληση για όσους διδάσκουν Ελληνικά, που, αν θέλουν να είναι πραγματικοί δά­σκαλοι των Ελληνικών, πρέπει να διδάσκουν την Ιλιάδα και να τη διδάσκουν συχνά. Οι περισσότερες ελληνικές ιδέες που διερευνήσαμε στο δεύτερο κεφάλαιο με την Αντιγόνη του Σοφοκλή —η γνώση αποκτιέται με πόνο, η μοίρα είναι το όριο της λογικής, ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, η αλήθεια προκύπτει μόνο μέσω διαφωνίας και ανοιχτής κριτικής, η ανθρώπινη ζωή είναι τραγικά σύντομη και κατά συνέπεια συνοδεύεται από υποχρεώσεις, ο χαρακτήρας είναι θέμα συμ­φωνίας λόγων και έργων, το πιο επικίνδυνο ζώο είναι το θηρίο μέσα μας, η θρησκεία είναι χωριστή και υπόκειται στην πολιτική εξουσία, η ατομική ιδιοκτησία πρέπει να είναι απαλλαγμένη από κυβερνητι­κούς καταναγκασμούς, ακόμη και οι αριστοκρατικοί ηγέτες αγνοούν το θέληση της εκκλησίας με κίνδυνο της ζωής τους — ξεκινούν από τον Όμηρο και κυρίως από την Ιλιάδα, και ποτέ ξανά δεν παρου­σιάζονται τόσο ειλικρινά, χωρίς απολογίες ή λογική επεξεργασία.
 
Μια σύντομη αντιπαραβολή του τέλους της Ιλιάδας με αυτό της Οδύσσειας μπορεί να φωτίσει μερικά από τα διαφορετικά ιδεώδη που είναι ενσωματωμένα στα ποιήματα και ίσως αποκαλύψει πιο σύντο­μα τις προκλήσεις αλλά και τις ανταμοιβές από τη διδασκαλία της Ιλιάδας. Τα δύο έπη είναι συμπληρωματικά στην έκφραση της ελ­ληνικής ιδέας για τον ήρωα. Η ρομαντική Οδύσσεια πρέπει να εξισορ­ροπηθεί με την βαθύτερη τραγική θεώρηση του κόσμου που διαποτίζει την Ιλιάδα και το μεγαλύτερο μέρος της μεταγενέστερης ελ­ληνικής σκέψης. Η Οδύσσεια είναι πιο ξεκάθαρη στις αξίες της, η Ιλιάδα πιο διφορούμενη- η πρώτη είναι πιο αισιόδοξη, η δεύτερη πιο μελαγχολική· η μια εμφανίζεται εξωτερική και κινητική, η άλλη ε­σωτερική εξερεύνηση ανθρώπων που μένουν σε έναν τόπο. Ωστόσο οι φοιτητές που δεν διαβάζουν την Ιλιάδα δεν μπορούν ποτέ να κατα­νοήσουν πλήρως την ελληνική λυρική ποίηση, την τραγωδία ή την ιστορία, που όλα τους αποτελούν κατά κάποιο τρόπο αντηχεία των ιδεών του μεγαλύτερου έπους του Ομήρου.
 
Διαλέγουμε στην τύχη δέκα σημεία σύγκρισης, ωστόσο ο κατά­λογος θα μπορούσε να μην έχει τέλος.
 
Πράγματα.
Με το τέλος της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας έχει ξαναποκτήσει όλα σχε­δόν τα υλικά υπάρχοντά του —σπίτι, υπηρέτες, βασίλειο, ακόμη και τα κοπάδια του. Η παραβίαση της βασιλικής φιλοξενίας από τους μνηστήρες απεικονίστηκε κυρίως με την κατασπατάληση των «α­γαθών» του Οδυσσέα απ’ αυτούς, και το έπος κλείνει με τον πολύτρο­πο να έχει αποκτήσει πλήρη έλεγχο όλων όσα του ανήκουν. Σύμφω­νοι, και ο Αχιλλέας, στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας, έχει ξαναπάρει το πολύτιμο απόκτημά του, αλλά από καιρό έχει απορρίψει το νόημα και την εγγενή αξία αυτού του «δώρου». Συνεπώς, η Ιλιάδα δίνει ένα πολύ διαφορετικό μήνυμα σχετικά με τη σπουδαιότητα των υλικών πραγμάτων στην όλη ιδέα του «ηρωισμού».
 
Τόσο στο ένα όσο και στο άλλο έπος, ο Όμηρος απεικονίζει έναν πολιτισμό όπου η κατοχή των μοιρασμένων πολεμικών λαφύρων είναι η χειροπιαστή και η μοναδική απόδειξη τιμής και όπου η τιμή είναι εκείνο για το οποίο πρέπει να ζουν και να πεθαίνουν οι άνθρωποι. Στον ανταγωνισμό του να είσαι «πάντα καλύτερος και ανώτερος από τους άλλους» ο νικητής δέχεται δημόσια αναγνώριση του αριστείου του με υλικά δώρα που του απονέμουν οι σύντροφοί του. Αυτή η τιμή, με τη σειρά της, μπορεί να του δώσει φήμη και δόξα, την έσχατη ανταμοιβή για το ότι διακινδύνευσε να πεθάνει στη μάχη σε έναν κόσμο που ελάχιστες άλλες μορφές αθανασίας προσφέρει.
 
Ωστόσο ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα υφίσταται μια σταδιακή αλλά εκπληκτική μεταμόρφωση στην άποψή του για τέτοιου είδους αντα­μοιβές και για την ίδια την κοινωνία που μόνο αυτές χρησιμοποιεί για να καθορίσει και να διαβαθμίσει την τιμή. Οργίζεται δικαιολογημένα (οι Έλληνες σύντροφοί του συμφωνούν ότι έχει αδικηθεί) και αποσύρεται από τη μάχη, όταν ο Αγαμέμνων, ο αρχηγός των Ελλήνων, του παίρνει το έπαθλό του, μια νεαρή αιχμάλωτη. Οι συνέπειες αυ­τής της «οργής» (που είναι και η πρώτη λέξη του έπους) — όλα τα γεγονότα που επακολουθούν συμβαίνουν επειδή εκείνος αποσύρθηκε από τη μάχη — οδηγούν τον Αχιλλέα μόνο του στη συνειδητοποίηση ότι το όλο πολεμικό σύστημα τιμής είναι χρεοκοπημένο και βασι­σμένο σ’ ένα ψέμα. Ο Όμηρος μας παρουσιάζει πρώτα των ηρωικό κώδικα τιμής και τώρα ξαφνικά τον υπονομεύει. Ακόμη και στο πιο απλό επίπεδο ερμηνείας — η αξία μας δεν καθορίζεται από το μέγεθος του σπιτιού μας, την ταχύτητα του αυτοκινήτου μας, την ηλικία της/του συζύγου μας ή την τιμή των παπουτσιών μας — η νέα ε­πίγνωση του Αχιλλέα έρχεται σε αντίθεση με τον υλισμό πολλών από τους σημερινούς φοιτητές, γονείς και αναρριχησίες καθηγητές και κατά συνέπεια αποτελεί ισόβαθμο αντίβαρο στην παραδοσιακή ηρωική περηφάνια του Οδυσσέα για τα υπάρχοντά του. Οι κλασικοί Έλληνες, όπως είδαμε, εμπιστεύονται τον μέσο άνθρωπο· δεν ξέχασαν ποτέ ότι οι θεοί ζηλεύουν την ευημερία και ότι το πιο πιθανό εί­ναι να χτυπήσουν την ψηλότερη βελανιδιά στο δάσος. Κανένας, στην αρχή της Ιλιάδας, δεν επιθυμούσε περισσότερο από τον Αχιλλέα τα υλικά πράγματα- στο τέλος της, κανένας δεν τα ήθελε λιγότερο.
 
Οικογένεια.
Ο Οδυσσέας επιστρέφει στον πατέρα και στο γιο του και παίρνει ξανά τη θέση του στην οικογένεια ως γιος και πατέρας. Ο Λαέρτης, ο πατέρας του, ακτινοβολεί από χαρά: «Ποια είναι αυτή η μέρα για μένα, αγαπητοί θεοί; Αλήθεια χαίρομαι πολύ· και ο γιος κι ο εγγονός μου άμιλλα έχουν για την ανδρεία» (Οδύσσεια, ω 514-15). Ο Οδυσ­σέας φτάνει σε αυτό που θα ονομάζαμε τώρα «περάτωση» και με τη νεκρή του μητέρα, την οποία επισκέπτεται στον κάτω κόσμο όπου του ομολογεί ότι πέθανε «από τη λαχτάρα» για το γιο της.
 
Ο Αχιλλέας, από την άλλη, αναφέρει απλώς τα παιδιά του στην Ιλιάδα, ενώ στην Οδύσσεια το φάντασμά του λαχταράει να ακούσει για τα κατορθώματα του γιου του (μια άλλη μορφή αθανασίας). Εί­ναι σαφές ότι η παράλειψη σχεδόν του γιου του ήρωα στην Ιλιάδα σκοπό έχει να κάνει ακόμη μεγαλύτερη την απομόνωσή του. Στην περίφημη συνάντησή του με τον Πρίαμο, το βασιλιά της Τροίας, στην τελευταία ραψωδία, ο Πρίαμος θυμίζει στον Αχιλλέα τον πατέρα του που, όπως παρατηρεί ο Πρίαμος, σίγουρα
 
... χαίρεται στην ψυχή του και ελπίζει αέρα με τη μέρα ότι θα δει το
γιο του τον αγαπητό να γυρίζει πίσω από την Τροία.
                                                                                     Ιλιάς, Ω 491-492
     
Ο Αχιλλέας όμως γνωρίζει ότι σύντομα θα πεθάνει στην Τροία και δεν θα ξαναδεί ποτέ πια τον πατέρα του
... γιατί σ’ αυτόν δεν γεννήθηκαν πολλά παιδιά στα ανάκτορά του που θα βασίλευαν, αλλά ένα παιδί γέννησε λιγόζωο, ούτε και τώρα αυτόν που γέρασε βέβαια τον περιποιούμαι...
                                                                                                       Ιλιάς, Ω 538-541
 
Η μητέρα του, η Θέτις, είναι θεά, και η αθανασία της τονίζει συνε­χώς, διά της αντιθέσεως, τον επικείμενο θάνατο του γιου της. Άλλωστε εκείνη είπε στον Αχιλλέα ότι ήταν μοιραίο να πεθάνει στην Τροία, αν αποφάσιζε να ξαναμπεί στη μάχη. Ο τελικός ηρωισμός του Αχιλλέα απαιτεί να χάσει όλα όσα κάποτε θεωρούσε πολύτιμα και του επι­φυλάσσει μια δυστυχισμένη μοναξιά σε ένα αδιάφορο σύμπαν. Οι Έλ­ληνες έδιναν μεγάλη αξία στην οικογένεια, ως πολιτισμικό θεσμό, και τόσο το ένα όσο και το άλλο έπος του Ομήρου διερευνούν με τους δικούς τους αθόρυβους τρόπους την αποδιοργάνωση των οικογενειών μέσα στη βαρβαρότητα του πολέμου: ο Οδυσσέας ξαναβρίσκει τους συγγενείς του χάρη στη δύναμη του νου, της ευφυΐας του· ο Αχιλλέας χάνει την οικογένεια που είχε, για να διεκδικήσει μια νέα αίσθηση τιμής πολύ πέρα από έναν κόσμο στον οποίο δεν θέλει πια να ανήκει.
 
Ευτυχισμένο τέλος;
Όπως είναι, βεβαίως, γνωστό, ο Οδυσσέας ξανασμίγει τελειωτικά και ευτυχισμένα με τη γυναίκα του, την εξίσου έξυπνη και πολύ πιο πιστή Πηνελόπη. Ο Αχιλλέας, όμως, δεν θα ξαναδεί ποτέ τον πιο στενό του φίλο, τον Πάτροκλο. Και το χειρότερο, θα πρέπει να ζήσει με την επίγνωση ότι ο δικός του θυμός, η δική του εγωιστική και πεισματική άρνηση να ξαναμπεί στη μάχη, οδήγησε στο θάνατο του Πατρόκλου. Ο Πάτροκλος, πιο ευαίσθητη ψυχή, λυπήθηκε τους λα­βωμένους και ετοιμοθάνατους Έλληνες που χρειάζονταν απελπισμέ­να τη βοήθεια του Αχιλλέα και γι’ αυτό φόρεσε την πανοπλία του Αχιλλέα για να πολεμήσει στη θέση του φίλου του που ήταν καλύτερος πολεμιστής από τον ίδιο. Όταν ο Πάτροκλος σκοτώνεται από τον Έκτορα, ο Αχιλλέας χάνει κάθε επαφή με την ανθρωπιά και καταλαμβάνεται από μια φονική μανία που τελειώνει μόνο με την εκδίκηση και το φόνο του μεγαλύτερου εχθρού του. Το αντίτιμο αυτής της εκδίκησης, όπως έχει μάθει από καιρό ο Αχιλλέας από τη μητέρα του, θα είναι ο δικός του θάνατος που θα επακολουθήσει σύντομα. Στο τέλος του έπους, ο Αχιλλέας πρέπει να μάθει και να δεχτεί τις συνέπειες των πράξεών του: «... ο Αχιλλέας έκλαιγε για τον πατέρα του, κι άλλοτε πάλι για τον Πάτροκλο» (Ιλιάς, Ω 511-12).
 
Τα λάθη του Οδυσσέα έχουν κι αυτά το αντίτιμό τους, αφού προ- καλούν το θάνατο τόσων συντρόφων του (ιδιαίτερα στη σπηλιά του Κύκλωπα). Ωστόσο δεν χάνει κανένα αγαπημένο του πρόσωπο και μαθαίνει από τα λάθη του πώς να σώσει την οικογένειά του την κατάλληλη στιγμή. Η αισιοδοξία της Οδύσσειας πρέπει να ζυγιαστεί έναντι της σκληρής πραγματικότητας της Ιλιάδας, όπου ο αντίκτυ­πος των αποφάσεων του Αχιλλέα καταστρέφει ό,τι αγαπάει περισσό­τερο. Μέσα στη σφαγή μπροστά στην Τροία, μαθαίνει, αλλά είναι πια αργά, να ξαναποκτάει ό,τι έχει χάσει. Ο Λαέρτης έχει επιτέλους το γιο του στο πλευρό του· ο Πρίαμος αρκείται να ικετεύσει το φονιά του γιου του να του παραδώσει το σώμα του.
 
Εκδίκηση.
Υπάρχουν κακοί άνθρωποι στην Οδύσσεια, και ο ήρωας τους σκοτώνει όλους σε μια τελική, ικανοποιητική σκηνή εκδίκησης. Οι μνηστήρες είναι άπληστοι, λάγνοι, κοιλιόδουλοι, φονικοί, σκληροί, ψεύτες και σφετεριστές, βέβηλοι όλων όσα είναι ιερά στον ομηρικό κόσμο, και πραγματικά παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Χειροκροτούμε όταν αυτοί οι καυχησιάρηδες το παρακάνουν με τους παλικαρισμούς τους και συναντούν τελικά κάποιον που δεν μπορούν να πάρουν με το μέρος τους ούτε να εξαγοράσουν. Ο Όμηρος χτίζει με αψεγάδιαστη μέθοδο δέκα ραψωδίες, για να οδηγήσει τον Οδυσσέα αργά, προσεκτικά, από τα πρώτα βήματά του στην ακτή της Ιθάκης μέχρι την καταστρο­φή των εχθρών του στο ανάκτορό του. Όταν πια φτάνουμε στη φ, ζητωκραυγάζουμε με κάθε βέλος που απελευθερώνεται από τη χορδή του τόξου τού εκδικητή Οδυσσέα, του πρώτου και καλύτερου κό­μη Μοντεχρίστου που επιστρέφει από τη λήθη. Οι μνηστήρες με την άγνοια και την ξιπασιά τους μαθαίνουν πολύ αργά ποιας ολκής άντρα είχαν ξεγράψει ως νεκρό.
 
Η Ιλιάδα, από την άλλη, δεν έχει ξεκάθαρα αναγνωρίσιμους «κα­κούς». Ο Έκτωρ, η νέμεση του Αχιλλέα, είναι ο πιο συμπαθής χα­ρακτήρας στο ποίημα, ένας ηρωικός αλλά όχι αλάθητος πολεμιστής που πιστεύει πως η απαγωγή της Ελένης από τον αδερφό του ήταν λάθος. Ο Έκτορας δεν πολεμάει μόνο για την τιμή αλλά και για να προστατέψει τη σύζυγο που τον αγαπάει, το βρέφος γιο του, τους πολυαγαπημένους γονείς και την πατρίδα, για να υπερασπίσει μια υπόθεση που δεν είναι δυνατόν να τύχει υπερασπίσεως. Είναι ο τελευ­ταίος και μοναδικός άντρας ανάμεσα στους φονικούς, εκδικητικούς Έλληνες και τις αθώες γυναίκες και παιδιά μέσα από τα τείχη της Τροίας. Στην πραγματικότητα, ο Αγαμέμνων και ο ίδιος ο Αχιλλέας, οι ηγέτες των Ελλήνων του Ομήρου, είναι πιο αμφιλεγόμενοι ηθικά απ’ ό,τι οποιοσδήποτε από τους Τρώες, με εξαίρεση τον Πάρη. Κι έτσι, ο φόνος του Έκτορα από τον Αχιλλέα, σε συνδυασμό με την κατοπινή κακομεταχείριση του νεκρού, εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη φύση της εκδίκησης. Αντί να ικανοποιηθεί ο πόθος μας για αίμα, για δίκαιη ανταπόδοση, νιώθουμε αποστροφή για τόσο πόσο μακριά το τραβάει ο Αχιλλέας. Το να σκοτώνεις έναν κοιλιόδουλο μνηστήρα που ποθεί τη γυναίκα σου και προσπαθεί να σκοτώσει το γιο σου είναι ένα πράγμα, το να διαμελίζεις το πτώμα ενός γενναίου μπροστά στα μάτια της γυναίκας, των παιδιών και των γονιών του είναι άλλο. Δεν είναι να απορεί κανείς που αυτή η πράξη εκδίκησης φέρνει στον Αχιλλέα —και στον αναγνώστη— μικρή παρηγοριά. Όλοι θα προτιμούσαμε να εκδικιόμαστε τους εχθρούς μας με το λαμπρό τρόπο του Οδυσσέα- στην πραγματικότητα, είναι πιθανότερο να νιώσουμε άδειοι, όπως ο Αχιλλέας, αν το κάνουμε.
 
Πόλεμος -ή Ειρήνη;
Η Οδύσσεια τελειώνει απότομα (οι περισσότεροι λόγιοι δεν πιστεύουν πια ότι η τελευταία ραψωδία αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στο κείμενο) με τη συμφιλίωση του Οδυσσέα και της οικογένειας του με τους συγγενείς των σκοτωμένων μνηστήρων. Καθώς η μάχη ξαναρ­χίζει πάνω από τους νεκρούς πρίγκιπες της Ιθάκης (ο γερο-Λαέρτης δίνει το μοναδικό θανατηφόρο χτύπημα, καθώς διαπερνάει με το α­κόντιο το κεφάλι ενός από τους επιτιθέμενους), η Αθηνά τρομοκρατεί τους συγγενείς των μνηστήρων και τους κάνει να τραπούν σε φυγή και να επιστρέφουν στα σπίτια τους. Εμπλέκεται μάλιστα και ο ίδιος ο Δίας, ρίχνοντας κεραυνό για να προειδοποιήσει τον Οδυσσέα να στα­ματήσει. Το έπος τελειώνει με τέσσερις ακόμη στίχους, με την ειρή­νη να βασιλεύει και πάλι στην Ιθάκη και με τη συμφιλίωση να είναι η τελική έκβαση της εμφύλιας έριδας.
 
Σε αντίθεση με τον απογοητευτικό κατά κάποιον τρόπο κατευνα­σμό των παθών, η συμφιλίωση στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας αποτελεί την καρδιά του έπους. Ο Πρίαμος, ο πατέρας του Έκτορα, πρέπει να συρθεί στα πόδια του ανθρώπου που σκότωσε το γιο του, ικετεύοντας για την επιστροφή του πτώματος για ταφή, και ο φονιάς πρέπει να απολογηθεί για τις ευρύτερες συνέπειες των πράξεών του:
 
«Εγώ μάλιστα είμαι πολύ πιο αξιολύπητος· γιατί υπέμεινα τόσα, όσα κανείς άλλος θνητός πάνω στη γη, να φέρω στο στόμα μου το χέρι ανθρώπου που σκότωσε τα παιδιά μου».
Έτσι είπε- και στην ψυχή αυτού [του Αχιλλέα] βαθιά ξεσήκωσε τον πόθο να κλάψει για τον πατέρα του- αφού έπιασε από το χέρι το γέροντα, τον απώθησε μαλακά, και οι δυο θυμήθηκαν, ο ένας τον ανδροφόνο Έκτορα, και έκλαιγε πολύ, αφού σερνόταν στα πόδια του Αχιλλέα, ενώ ο Αχιλλέας έκλαιγε για τον πατέρα του, κι άλλοτε πάλι για τον Πάτροκλο.
                                                                                                                Ιλιάς, Ω 505-512
 
Ο Αχιλλέας βλέπει τώρα, για πρώτη φορά πραγματικά, τα απο­τελέσματα των πράξεών του σε άλλους: πατέρες και μητέρες, γυναί­κες και παιδιά, μένουν απροστάτευτοι, μια ολόκληρη γενιά νεαρών πολεμιστών έχει μακελευτεί άσκοπα, ο ηρωικός κώδικας από τον οποίο εξαρτάται το νόημα της ίδιας της ζωής αποδεικνύεται απελ­πιστικά ανεπαρκής. Επιστρέφει το σώμα του μεγαλύτερου εχθρού του, του φονιά του καλύτερου φίλου του, προσπαθώντας ακόμη να ελέγξει το θυμό του. Εδώ τα διαμειβόμενα είναι εσωτερικά όσο και εξωτερικά· ο Αχιλλέας αρχίζει να αντιλαμβάνεται την κοινή τραγω­δία της ζωής, αντικρίζοντας το φριχτό νόημα του θανάτου για πρώ­τη φορά. Ο απότομα ενηλικιωμένος ήρωας μαθαίνει ότι είμαστε όλοι — Τρώες και Έλληνες όμοια— πλάσματα μιας μέρας, υποκείμενα στην ίδια ιδιότροπη μοίρα, που μοιράζονται την κοινή ανθρώπινη ιδιό­τητα που μας κάνει να είμαστε κοντότερα ο ένας στον άλλον απ’ όσο νομίζουμε. Ωστόσο, η συμφιλίωση των εχθρών είναι στιγμιαία, ψυχο­λογικά και συναισθηματικά, η μάχη θα συνεχιστεί μετά από την εκεχειρία για να ταφεί ο Έκτωρ. Όπως παρατηρεί θλιμμένα ο Πρία­μος με τα τελευταία του λόγια προς τον Αχιλλέα:
 
Εννιά μέρες θα τον μοιρολογούμε μέσα στ’ ανάκτορα, τη δέκατη θα τον θάψουμε και ο λαός θα πάρει μέρος σε δείπνο, την ενδέκατη θα στήσουμε τύμβο σ’ αυτόν και τη δωδέκατη θα πολεμήσουμε, αν βέβαια είναι ανάγκη.
                                                                                                                        Ιλιάς, Ω 664-67
 
Πράγματι, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι αυτό ακριβώς θα «είναι ανά­γκη» να κάνουν και πάλι οι Τρώες. Η Οδύσσεια είναι ουσιαστικά ένα ποίημα για την εγκαθίδρυση της ειρήνης σε έναν ταραγμένο κόσμο. Η Ιλιάδα εξετάζει τον πόλεμο, τόσο τις ηρωικές όσο και τις κτηνώ­δεις πλευρές του, χωρίς υπόσχεση ότι θα τελειώσει με τους κακούς νεκρούς, τους καλούς ζωντανούς —χωρίς υπόσχεση ότι θα τελειώσει γενικώς.
 
Θεία δίκη;
Όπως είδαμε πιο πάνω, η Αθηνά συνεργάζεται αρμονικά με τον Δία στην Οδύσσεια για να διασφαλίσει την απονομή δικαιοσύνης στους θνητούς. Η Αθηνά καθοδηγεί, συμβουλεύει, μεταμφιέζεται, προστα­τεύει και πολεμάει ακόμα στο πλευρό του Οδυσσέα. Πολύ λογικά, ο Δίας και η Αθηνά είναι οι πρώτοι χαρακτήρες που μιλάνε στη ραψω­δία α, και η Αθηνά, η «κόρη του Δία», προφέρει τους τελευταίους στίχους του έπους, προειδοποιώντας τον προστατευόμενό της να στα­ματήσει τη μάχη «μήπως και θυμώσει μαζί σου ο γιος του Κρόνου». Πράγματι, απονέμεται δικαιοσύνη με τη βοήθεια των θεών: οι κακοί τιμωρούνται (ακόμη και οι υπηρέτριες που κοιμήθηκαν με τους μνηστήρες απαγχονίζονται) και οι καλοί ανταμείβονται, ανεξάρτητα από τη θέση τους —η πιστή γριά υπηρέτρια του Οδυσσέα και ο αφοσιωμένος του χοιροβοσκός ανταμείβονται όπως τους πρέπει.
 
Όμως η ολοένα και πιο βαθιά επίγνωση του Αχιλλέα σχετικά με τη φύση του κόσμου αποκαλύπτει ότι οι θεοί είναι αναξιόπιστοι ως προς τη φροντίδα τους για απόδοση δικαιοσύνης. Οι καλοί υποφέρουν στην Ιλιάδα όσο και οι κακοί, οι γενναίοι πεθαίνουν το ίδιο γρήγορα με τους δειλούς, τα έπαθλα σε τούτο τον κόσμο πηγαίνουν σε εκεί­νους που δεν τα κερδίζουν. Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο ο Αχιλλέας αποκαλύπτει στον Πρίαμο τη νέα του οπτική που αντανακλάται στην εικόνα των δύο πιθαριών του Δία:
 
Γιατί έτσι όρισαν οι θεοί για τους δυστυχισμένους θνητούς, να ζούνε δηλαδή πικραμένοι, ενώ αυτοί είναι χωρίς βάσανα. Γιατί δυο πιθάρια βρίσκονται στο κατώφλι του Δία με δώρα που δίνει, με δυστυχίες το ένα και το άλλο με αγαθά· σ’ όποιον τώρα ο Δίας που χαίρεται με τους κεραυνούς δώσει ανακατωμένα, αυτόν πότε τον βρίσκει το κακό και πότε το καλό- σ’ όποιον δώσει από τα δεινά, τον κάνει καταφρονεμένο, κι αυτόν καταστρεπτική αθλιότητα πάνω στη θεία γη τον καταδιώκει, και τριγυρίζει χωρίς να είναι τιμημένος ούτε από τους θεούς ούτε από τους ανθρώπους.
                                                                                                                          Ιλιάς, Ω 525-33
 
Βλέπουμε την «καβγατζίδικη» οικογένεια των Ολύμπιων για τε­λευταία φορά στην αρχή της τελευταίας ραψωδίας, αλλά το τέλος της Ιλιάδας μένει σχεδόν δίχως θεούς, μόνο ο αγγελιαφόρος Ερμής εμφανίζεται σε ένα πολύ μικρό ρόλο. Ο Δίας και ο Απόλλωνας μπορεί να νοιάζονται για τον Έκτορα — τους πρόσφερε άλλωστε πολλές θυ­σίες — αλλά το καλύτερο που μπορούν να προσφέρουν αυτές οι θεό­τητες είναι η επιστροφή του ακρωτηριασμένου κορμιού του στον α­δύναμο πατέρα του. Ο Αχιλλέας, που η ίδια του η μάνα είναι θεά, πρέπει να περιμένει ακόμη λιγότερα και τώρα το ξέρει. Αυτοί οι αμοραλιστές θεοί της Ιλιάδας τάραζαν πάντα, ή και ενοχλούσαν, τον ιουδαιοχριστιανικό κόσμο, και η παραβολή του Αχιλλέα επιβεβαιώνει τόσο τη δύναμη όσο και τις ιδιοτροπίες τους. Οι λόγιοι μερικές φορές μιλούν ακόμη (και στους φοιτητές αρέσει να ακούν) για τη θεολογική ή φιλοσοφική «πρόοδο» που αντιπροσωπεύεται από τους (αλλοπρό­σαλλα) «δίκαιους» θεούς της Οδύσσειας, αλλά, στην πραγματικότη­τα, το θεϊκό πάνθεον της Ιλιάδας εξηγεί καλύτερα τα γεγονότα της ζωής και τον κόσμο που εμείς οι ίδιοι είναι πιθανότερο να γνωρίσουμε. Στην Τροία ή στην Αμερική, οι δίκαιοι δεν ανταμείβονται πάντα, συ­χνότερα ευημερούν οι άδικοι, και, αν υπάρχουν θεοί (ο Αχιλλέας δεν είναι άθεος), η πιο προσιτή και χαριστική εξήγηση ίσως να είναι ότι οι αθάνατοι είναι απλώς αδύναμοι ή επιλήσμονες.
 
Αλήθεια και ψέματα.
Ο Οδυσσέας είναι μάστορας παραμυθάς και σώζει άπειρες φορές τη ζωή του δημιουργώντας μια νέα ταυτότητα επί τόπου. Είναι τόσο συνηθισμένος στο ψέμα και στις ψεύτικες ταυτότητες, ώστε κατά την επιστροφή του αποφασίζει, με σκληρότητα, να δοκιμάσει τον γέρο και τσακισμένο από τη θλίψη πατέρα του αντί να αποκαλυφθεί αμέ­σως. Για περισσότερους από εβδομήντα στίχους, ο Οδυσσέας υφαίνει ξανά το παραμύθι του, προσποιούμενος ότι είναι ξένος ταξιδευτής που πριν πέντε χρόνια είχε φιλοξενήσει τον Οδυσσέα. Μόνο όταν ο Λαέρ­της αρχίζει να βογκάει και να θρηνεί ρίχνοντας χώμα στο κεφάλι του, ο γιος του σπάει και ομολογεί ποιος πραγματικά είναι. Αυτό είναι το τελευταίο ψέμα του Οδυσσέα, ενώ ακόμη και ο ίδιος θεωρεί ότι το έχει παρακάνει στην τέχνη της εξαπάτησης. Είναι από τους λίγους ήρωες που αφήνουν το πεδίο της μάχης στην Τροία και μπορεί, αλλά και θέλει, να ξανακόψει και να ξαναράψει τον εαυτό του σε ό,τι χρειαστεί.
 
Το εσωτερικό ταξίδι του Αχιλλέα καλύπτεται επίσης από την αφή­γηση ιστοριών, αλλά διαφορετικού είδους που ίσως δεν θα περιμέναμε από αυτό τον ήρωα. Ο Αχιλλέας, που πρόκειται να πεθάνει σύντομα και βρίσκει τον κόσμο του όλο και περισσότερο δίχως νόημα, συνει­δητοποιεί ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να δεχτεί τη ματαιότητα της ζωής και να συνεχίσει· τα ψέματα, τα ταξίδια και οι εξερευνήσεις δεν μπορούν να μασκαρέψουν τη μοίρα του. Η καθαρότητα αυτής της ριζικά νέας θεώρησης σημαδεύεται από την ανάγκη του να ξεπεράσει τη θλίψη του, να ελέγξει το θυμό του, και να κάνει και ο Πρίαμος το ίδιο. «Αλλά έλα λοιπόν», λέει στο βασιλιά, «κάθισε στο θρόνο, τις θλίψεις όμως ας τις αφήσουμε να κατακάτσουν στην ψυχή μας, κι ας είμαστε πικραμένοι. Γιατί δεν βγαίνει τίποτε από τον πικρό θρήνο» (Ιλιάς, Ω 521-524). Αφού μιλήσει στον Πρίαμο για τα δυο πιθάρια του Δία, τον προτρέπει ξανά «κάνε όμως υπομονή και μην κλαις αδιάκοπα στην ψυχή σου. Γιατί τίποτε δεν θα κάνεις με το να θρηνείς για το γιο σου ούτε θα τον αναστήσεις και γρήγορα κι άλλο κακό θα πάθεις» (Ιλιάς, Ω 549-551).
 
Ο Πρίαμος, φυσικά, προσπαθεί να απορρίψει αυτή τη χειρονομία φιλοξενίας του φονιά, ανυπόμονος να γυρίσει στην Τροία με το σώμα του Έκτορα, αφού δεν έχει κοιμηθεί ούτε φάει από τότε που σκοτώθηκε ο γιος του, έντεκα μέρες πριν. Ο θυμός του Αχιλλέα φουντώνει και τρέχει έξω για να πάρει τα λύτρα και να τοποθετήσει προσωπικά το σώμα του Έκτορα στην άμαξα. Τελικά, υφαίνει μια παράδοξη εκδοχή του μύθου της Νιόβης, μια δημιουργική απόπειρα με πρόθεση να πείσει τον Πρίαμο να φάει. Η Νιόβη έχασε έξι γιους και έξι θυγατέ­ρες, αλλά ακόμη κι αυτή «θυμήθηκε το φαγητό, αφού απόκαμε να χύνει δάκρυα» (Ιλιάς, Ω 613). Κι έτσι, οι δυο εχθροί κάθονται να φάνε μαζί, ο πατέρας με το φονιά του γιου του, ο ήρωας με τον πα­τέρα του φονιά του πιο καλού του φίλου. Η ευωχία, όπως συχνά συμβαίνει, αντιπροσωπεύει τη δημιουργία κοινότητας και τη συνέχι­ση της ζωής. Σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή —που δεν διαρκεί παρά ελάχιστα — ο Αχιλλέας και ο Πρίαμος βλέπουν πέρα από το προσω­πικό τους δράμα:
 
Αλλά αφού χόρτασαν από φαγητό, αληθινά ο Πρίαμος ο απόγονος του Δαρδάνου, θαύμασε τον Αχιλλέα πόσο μεγαλόσωμος και πόσο όμορφος ήταν γιατί έμοιαζε με τους θεούς όταν τον αντίκριζες, κι αυτός ο Αχιλλέας θαύμαζε το Δαρδανίδη Πρίαμο βλέποντας την ευγενική του μορφή και ακούοντας τα λόγια του.
                                                                                                                      Ιλιάς, Ω 628-632
 
Το τελευταίο ψέμα του Οδυσσέα ξεχειλίζει πια το ποτήρι. Έχει μάθει ότι μπορεί, ότι πρέπει, να παραμερίσει ένα μέρος της καπατσοσύνης του τώρα που βρίσκεται ασφαλής στο σπίτι του. Εκείνη τη στιγμή ο Οδυσσέας αρχίζει ν’ αφήνει το πολυτάραχο παρελθόν του πίσω του. Αλλά και η ιστορία του Αχιλλέα συνοψίζεται στο δικό του ταξίδι, ένα ταξίδι μεταφυσικό που τον έβγαλε από τον πολιτισμό του για να τον ξαναφέρει μέσα, αλλαγμένο για πάντα, αφού ξανακέρ­δισε την ανθρωπιά του (έστω και αργά). Με τη δύναμη της δημιουρ­γικής αφήγησης που αποκτά, δημιουργεί, έστω και στιγμιαία, μια συναίσθηση συμμετοχής στην κοινή ανθρώπινη μοίρα. Φαίνεται πως και ο Αχιλλέας γίνεται επιτέλους άνθρωπος τόσο του λόγου όσο και της δράσης. Οι Έλληνες γοητεύονταν από τη δύναμη της γλώσσας και τη σχέση της με τη δράση και την ηθική. Στο τέλος των Ομη­ρικών επών, αυτά τα ζητήματα διερευνώνται από εντελώς διαφορε­τικές οπτικές γωνίες. Τα λόγια πρέπει να συνδέονται με τα έργα, και σ’ αυτό, αναπάντεχα ίσως, ο Αχιλλέας μας δείχνει το δρόμο και όχι ο ευφραδής Οδυσσέας.
 
Από δω και πέρα τι;
Τι περιμένει τους ήρωες όταν τελειώνουν τα έπη; Ο Οδυσσέας μα­θαίνει ότι: «Ο θάνατος σ’ εσένα τον ίδιο θα έρθει πολύ ήσυχος από τη θάλασσα μακριά και τέτοιος που θα σε πάρει κάτω από το βάρος ευτυχισμένων γηρατειών. Και γύρω ο λαός σου ευτυχισμένος θα εί­ναι» (Οδύσσεια, λ 134-137). Τον Αχιλλέα, αντίθετα, ο θάνατος θα τον βρει γρήγορα, ίσως μέσα σε εβδομάδες. Νέος και στην ακμή του, μακριά από την πατρίδα, χωρίς φίλους, πατέρα, γυναίκα ή παιδιά, θα χαθεί μαχόμενος σ’ έναν πόλεμο που δεν πιστεύει πια, για ένα είδος δόξας που δεν θέλει πια να δεχτεί, ανάμεσα σε συντρόφους που δεν σέβεται πια. Ο επικείμενος θάνατος του Αχιλλέα — προλέγεται κατ’ επανάληψη— πλανάται πάνω από το σύνολο έπος, που άλλωστε είναι γεμάτο περιγραφές φριχτών θανάτων. Ο θάνατος έχει κάτι το τελεσίδικο κι είναι το θέμα που διαπερνάει την Ιλιάδα. Σε τούτο το έπος δεν υπάρχει χώρος για την υπόσχεση αθανασίας που δίνεται στον Μενέλαο και στον Οδυσσέα στην Οδύσσεια. Ο Οδυσσέας μπορεί να επισκέπτεται τον κόσμο των νεκρών και να επιστρέφει, αλλά για τον Αχιλλέα κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Ο Όμηρος μάλιστα επισημαίνει ειρωνικά αυτή ακριβώς τη διαφορά, καθώς στην Οδύσσεια βά­ζει τον Αχιλλέα στον κάτω κόσμο να μέμφεται τον Οδυσσέα για τη συμβουλή του να μην αγανακτεί που πέθανε αφού έχει μεγάλη δύνα­μη ανάμεσα στους νεκρούς: «Μη με παρηγορείς για το θάνατο, δοξασμένε Οδυσσέα. Θα επιθυμούσα ακόμη και εργάτης στη γη να ήμουνα και να δουλεύω με μισθό σε άλλον άντρα, ακτήμονα και χω­ρίς άλλη περιουσία, παρά να βασιλεύω σε όλους τους πεθαμένους» (Οδύσσεια, λ 488-491).
 
Στην Ιλιάδα δεν υπάρχει παράδεισος που να περιμένει ακόμη και τους πιο εξαίρετους θνητούς. Οι νεκροί έχουν μια δίχως νόημα, δίχως σώμα ύπαρξη στον Άδη. Το τελεσίδικο του θανάτου φαίνεται στους φοιτητές ιδιαίτερα σκληρό, μια ειδωλολατρική ιδέα που κάνει τον πόνο πάνω σε τούτη τη γη δίχως νόημα. Φυσικά, για τους Έλληνες είναι ως επί το πλείστον το αντίθετο: ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή, περιβάλλει και προσδιορίζει την ανθρώπινη κατάσταση. Όσοι αμφι­βάλλουν ας ρίξουν μια ματιά στις αμοραλιστικές και κατά συνέπεια ασήμαντες ζωές των Ολύμπιων, εκείνων που «δεν γερνούν και ζουν για πάντα». Το γεγονός της θνητότητας αναγκάζει τους ανθρώπους να βρίσκουν κάποιο νόημα για την ύπαρξή τους εδώ και τώρα, να ανακαλύπτουν κάθε μέρα τι σημαίνει το «ευ ζην». Από τους δυο ήρωες, ο Αχιλλέας αντιμετωπίζει και αποδέχεται το θάνατο πιο έντι­μα και, κατά ειρωνικό τρόπο, με μεγαλύτερη κατανόηση.
 
Εχθροί.
Η κυρίως πάλη του Οδυσσέα είναι εναντίον εξωτερικών «κακών», γοησσών σαν την Καλυψώ και την Κίρκη (και εν δυνάμει σαν τη Ναυσικά), ανθρωποφάγων όπως ο Πολύφημος, οι Λαιστρυγόνες και η Σκύλλα, των στασιαστών και απερίσκεπτων αντρών του και των μνηστήρων στο σπίτι του. Το ταξίδι προς την πατρίδα του είναι τόσο επικίνδυνο ώστε μόνο εκείνος, από τα δώδεκα πλήρως επανδρωμένα πλοία του, επιστρέφει ζωντανός. Στην πορεία, κάνει επίσης κι ένα εσωτερικό ταξίδι, καθώς μαθαίνει να τροποποιεί την ηρωική του ταυ­τότητα για να επανενταχθεί στην οικογένεια και την κοινότητά του. Στην Οδύσσεια οι «φυσικές» δυνάμεις, που αντιτίθενται στον πολιτισμό και στην επιτυχία του Οδυσσέα, αντιπροσωπεύονται κατά το πλείστον από τέρατα και πειρασμούς —δυνάμεις της φύσης και της ημιάγριας κατάστασης που επικρατούν έξω από την πόλιν.
 
Η ασυνείδητη πάλη του Αχιλλέα, όμως, είναι με τον εαυτό του, ακόμα και οι εξωτερικές μάχες που δίνει είναι κατ’ αρχήν αντανα­κλάσεις της διαπάλης με το θηρίο εντός του. Ο Αχιλλέας, ο άριστος των Αχαιών, έχει αδικηθεί από τους συμπατριώτες του. Είναι θυμω­μένος. Ως εκ τούτου, δικαιολογημένα εγκαταλείπει τους Έλληνες να σφαχτούν από τον Έκτορα και τους απελπισμένους Τρώες. Το πείσμα του αποζημιώνεται με ένα είδος συγνώμης από τον Έλληνα αρχηγό Αγαμέμνονα, καθώς και με δώρα που κάποτε θεωρούσε ότι προσδιό­ριζαν τη θέση του στον κόσμο. Ο θυμός του δεν θα τον αφήσει να τα δεχτεί: «Αλλά φουσκώνει από οργή η καρδιά μου, σαν θυμηθώ το πόσο εξευτελιστικά με αδίκησε ο Ατρείδης ο Αργείος, σαν να ήμουν άτιμος μέτοικος» (Ιλιάς, I 646-648). Ωστόσο μαλακώνει αρκετά ώ­στε να αφήσει τον Πάτροκλο να πολεμήσει στη θέση του, αλλά η οργή τον καταλαμβάνει και πάλι όταν ο φίλος του σκοτώνεται. Το όργιο των φόνων στις ραψωδίες Τ, Φ και X δείχνει τον Αχιλλέα στην πιο θηριώδη του μορφή, να επιθυμεί μόνο να κομματιάσει και να φάει ωμή τη σάρκα του Έκτορα. Η πάλη του με το θηρίο στη ραψωδία Ω εξυψώνει το έπος σε υψηλή ποίηση και μας φέρνει αντι­μέτωπους με τις τάσεις, τις σύμφυτες της ανθρώπινης φύσης, που ελλοχεύουν σε όλους μας κάτω από το επίχρισμα της παιδείας και του πολιτισμού. Αυτή η εικόνα της εγγενούς καταστροφικότητας της ανθρώπινης φύσης βρίσκεται, όπως είδαμε στο δεύτερο κεφάλαιο, στον πυρήνα της ελληνικής σοφίας. Πιο ολέθριος από την απόσυρση του Αχιλλέα από την κοινότητα είναι μόνο ο τρομακτικός τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να παρακάμψει εντελώς την κοινότητα με την α­πάνθρωπη καταδίωξη του Έκτορα. Και τα δύο έπη υποδηλώνουν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός είναι πάντα μέσα, όχι έξω, αλλά, ενώ ο Αχιλλέας μπορεί να ήταν πολύ κακός σύντροφος στο ταξίδι του Οδυσσέα, επιδεικνύει μεγαλύτερο θάρρος με το να κοιτάξει μέσα του και να μην του αρέσει αυτό που βλέπει.
 
Άνθρωποι και ιδέες.
Τέλος, η Οδύσσεια είναι η ιστορία του Οδυσσέα (η πρώτη λέξη του κειμένου είναι ἄνδρα), της επιστροφής του στην πατρίδα και η απο­κατάσταση της κοινωνικής τάξης. Από την ε μέχρι και την ω ρα­ψωδία σπάνια χάνουμε από τα μάτια μας τον ήρωα. Ακόμη και οι εξαιρετικές τέσσερις πρώτες ραψωδίες, στις οποίες ο Οδυσσέας δεν εμφανίζεται άμεσα, χτίζουν το θέμα της κρυμμένης ταυτότητας, της ωρίμανσης, της δικαιοσύνης και της οικογενειακής ζωής που κυριαρ­χούν στο έπος. Η Ιλιάδα, από την άλλη, δεν είναι για τον Αχιλλέα αλλά για τις συνέπειες της οργής του πάνω στον ίδιο και τους άλ­λους. Ο ίδιος ο Αχιλλέας δεν είναι το επίκεντρο της δράσης παρά σε τρεις μόνο από τις πρώτες δεκαοκτώ ραψωδίες. Εξαφανίζεται επίσης στο τέλος του έπους, αφού δεν υπάρχει στους τελευταίους 130 στί­χους. Η Ιλιάδα δεν κλείνει με θεούς, με θρίαμβο ή με ξανασμίξιμο, αλλά με ένα ολότελα διαφορετικό είδος αναγέννησης:
 
Και όταν ύψωσαν τον τύμβο, γύρισαν πίσω· αλλά έπειτα, αφού μα­ζεύτηκαν όλοι με τάξη, έτρωγαν σε μεγαλόπρεπο τραπέζι στ’ ανά­κτορα του Πριάμου, του διαπρεπούς βασιλιά. Κι έτσι αυτοί τέλεσαν την ταφή του ιπποδαμαστή Έκτορα.
                                                                                                                    Ιλιάς, Ω 801-804
 
Θάνατος και αναγέννηση, θυμός και συμπόνια, ταφή και ευωχία, πό­νος και επιβεβαίωση είναι οι τελευταίες εικόνες της Ιλιάδας. Ο Αχιλλέας βλέπει ξαφνικά μπροστά του, καθαρότερα από κάθε άλλον, μια μεγάλη άβυσσο, τα όρια που θέτει η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση. Ο ηρωισμός του είναι η προσπάθειά του να δεχτεί αυτό τον μάλλον μελαγχολικό κόσμο με το θάνατο και τη λύπη του και να προχωρήσει μπροστά. Αυτή η πίστη στο κουράγιο και στην αξιοπρέπεια του αν­θρώπινου πνεύματος καθρεφτίζεται πιο οικουμενικά στη λάμψη της νεκρικής πυράς και στην ευωχία στην Τροία. Η τραγωδία και η καρ­τερικότητα — τόσο του Αχιλλέα όσο και της ανθρωπότητας γενι­κά— συγκινούν ακόμη και τον δεκαοκτάχρονο, αν βέβαια πλησιά­σουμε αρκετά αυτό το τρομερό είδος για να το δούμε.
 
Η διδασκαλία, λοιπόν, είναι η πρωταρχική υπευθυνότητα ενός μέ­λος του διδακτικού προσωπικού και η βασικότερη προϋπόθεση της εκπαίδευσης. Συλλογιζόμαστε τα πρότυπα από τη Δύση, έναν Ιησού ή έναν περίεργο Σωκράτη. Δεν είχαν γραφείο, τίτλους, θητείες σε αξιώματα, δεν πέρασαν από πανεπιστημιακές σχολές, δεν έγραψαν το παραμικρό, δεν κέρδισαν τίποτε, τους μίσησαν πολλοί, ενώ απέρριψαν ακόμη και την «ταμπέλα» του δασκάλου. Το μόνο που έκαναν ήταν να αναζητούν με προσοχή την αλήθεια στις απρόθυμες αποκρί­σεις κάποιου αμήχανου συνομιλητή. Οτιδήποτε άλλο συνδέεται συνή­θως με το πανεπιστήμιο είναι γαρνιτούρα στην εκπαιδευτική τούρτα. Στον πυρήνα του εγχειρήματος παραμένει η μετάδοση ιδεών και ικανο­τήτων. Μέσω τις δικής τους γνώσης, ενθουσιασμού και προσπάθειας να εμπλέξουν τους φοιτητές τους και να τους φέρουν αντιμέτωπους με προκλήσεις, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι μπορούν, τον καλό και­ρό, να κάνουν αλχημιστικά θαύματα.
 
Όπως προσπαθήσαμε να αποδείξουμε όμως, οι Έλληνες δεν είναι εύκολοι σύντροφοι, και τα Ελληνικά απαιτούν μεγάλες θυσίες και προσπάθειες. Ακόμη και η Ιλιάδα —η λαμπρότερη έναρξη που θα μπορούσε να επιθυμήσει ποτέ πολιτισμός— είναι ξένο κείμενο, ένα μακρύ ποίημα συντεθειμένο με αρχαιοπρεπή τρόπο και ασχολούμενο με δυσάρεστες πλευρές της ανθρώπινης φύσης, όπως ο θυμός, η περη­φάνια, η θηριωδία στον πόλεμο και η θνητότητα. Στην τελευταία ίσως ραψωδία, μετά από 15.000 στίχους, μπορεί ο αναγνώστης που τη διαβάζει για πρώτη φορά να αρχίσει να αντιλαμβάνεται το «ταξί­δι» του Αχιλλέα και να μετέχει στην απότομη συνειδητοποίηση του ήρωα ότι η τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο δεσμός που μας ενώνει όλους.
 
Τα θέματα που προβάλλει το έπος είναι δύσκολα. Το ομηρικό όρα­μα είναι απωθητικό για το σύγχρονο κοινό που είναι μεγαλωμένο σ’ έναν κόσμο ρομαντικής φαντασίωσης, ψυχοθεραπείας, ενός πανάγαθου Θεού ή ενός επιπόλαιου κυνισμού. Η αμήχανη συμπόνια του Αχιλλέα προς τον εχθρό του μοιάζει, για τον πρωτοετή φοιτητή, θλιβερά ανε­παρκής αποζημίωση για τις ώρες που ξόδεψε με τα παράξενα ονό­ματα, τις ατέλειωτες εχθροπραξίες, τα παιδιάστικα πείσματα και τους θανάσιμους τραυματισμούς. Ωστόσο είναι δουλειά και καθήκον κάθε νέας γενιάς δασκάλων και λογίων, τόσο στην τάξη όσο και στα έντυ­πα, να κάνει τις προκλήσεις της ανάγνωσης αυτού του έπους —και της συμμετοχής στην ελληνική παιδεία— να αξίζουν τον κόπο. Δεν πρόκειται για εύκολη δουλειά, προσφέρει ελάχιστες χειροπιαστές α­νταμοιβές και συχνά αποκομίζει την περιφρόνηση των ίδιων των φοι­τητών που προσπαθούμε να διδάξουμε. Η διδασκαλία των Ελληνι­κών δεν είναι εύκολη υπόθεση.
 
Δυστυχώς, πολλοί κλασικιστές δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κα­ταλάβουν το δίλημμα του επαγγέλματος τους, με αποτέλεσμα να μην κάνουν τις απαιτούμενες θυσίες. Πολύ συχνά η ορμητικότητα του προπτυχιακού φοιτητή δίνει τη θέση της στην κατάθλιψη του μεταπτυχιακού· οι Κλασικές Σπουδές παύουν να είναι ολονύχτια ανάγνωση της δύστυχης καταδικασμένης Ανδρομάχης πάνω στο τεί­χος να τραγουδάει: «Αλλά συ, Έκτορα, είσαι για μένα πατέρας και σεβαστή μητέρα κι αδερφός, εσύ ’σαι για μένα και δυνατός σύζυ­γος». Τώρα πρέπει να προλάβει να διαβάσει όλο τον τεχνητό κόσμο που έχουν χτίσει οι κλασικιστές με πρακτικά συνεδρίων, υπομνήμα­τα, σύμμεικτα, μονογραφίες και βιβλιοκρισίες γύρω από τον αληθινό κλασικό κόσμο. Τις περισσότερες φορές, μετά από λίγους μήνες στο μεταπτυχιακό τμήμα, ο φοιτητής που πριν πάρει το πτυχίο του λα­χταρούσε να διαδώσει τη γνώση των Ελλήνων, αναζητάει καταφύγιο στο κλειστό κύκλωμα των μυημένων των Κλασικών Σπουδών.
 
Είναι φανερό ότι έχει έρθει η στιγμή για ένα νέο ορισμό της «δι­δασκαλίας των Ελληνικών στο πανεπιστήμιο»: δεν πρέπει να ση­μαίνει συγγραφή κάποιου εξειδικευμένου άρθρου σε επιστημονικό πε­ριοδικό, διάλεξη επισκέπτη καθηγητή στην άλλη άκρη της χώρας σ’ ένα ελάχιστο κοινό λογίων, επίσκεψη σε «δεξαμενή σκέψης», παρα­κολούθηση κάποιου συνεδρίου, ομιλία σε 300 ανώνυμους μαθητές δυο φορές την εβδομάδα ούτε συμβουλές μια στο τόσο σε κάποιο φοιτη­τή σχετικά με το θέμα της διατριβής του. Το να διδάσκεις Ελληνικά σημαίνει να αναλαμβάνεις την ευθύνη για την καθοδήγηση, τη βελτί­ωση και την ανάπτυξη των φοιτητών σου μέσω διαλέξεων, ερωτή­σεων και απαντήσεων στην τάξη, σημαίνει επίσης διάβασμα, βαθμολόγηση και συζήτηση κάθε εργασίας τους, καθώς και συναντήσεις με μέλη της τάξης ατομικά για εξέταση υλικού ή για συμβουλές όταν αναφύονται προβλήματα. Το να διδάσκεις Ελληνικά σημαίνει να δημιουργείς νέες τάξεις, νέες θέσεις διδακτικού προσωπικού και να διευρύνεις το πεδίο οπουδήποτε και οποτεδήποτε κάποιος λέει ή γρά­φει κάτι για τους Έλληνες. Σημαίνει να βάζεις τους Έλληνες στην καρδιά σου, να συνταιριάζεις τα λόγια τους με τα έργα σου, να είσαι ένας Οδυσσέας που μπορεί να γοητεύσει, να ηγηθεί, να πολεμήσει, να υποφέρει, να θυσιάζει και να έχει συνέχεια το νου του στο γιατί γίνο­νται όλα αυτά και πώς θα επιστρέφει σπίτι του, και ταυτόχρονα να είσαι ένας Αχιλλέας που βλέπει τον τοίχο να πλησιάζει και, με μια διεστραμμένη χαρά, να «σανιδώνεις» το γκάζι.