Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (380-404)

ΟΡ. τοῦτο διαμπερὲς οὖς [στρ. δ] 380
ἵκεθ᾽ ἅπερ τε βέλος.
Ζεῦ Ζεῦ, κάτωθεν ἀμπέμπων
ὑστερόποινον ἄταν,
βροτῶν τλάμονι καὶ πανούργῳ
385 χειρί, τοκεῦσι δ᾽ ὅμως τελεῖται.

ΧΟ. ἐφυμνῆσαι γένοιτό μοι πυκά- [στρ. ε]
εντ᾽ ὀλολυγμὸν ἀνδρὸς
θεινομένου, γυναικός τ᾽
ὀλλυμένας· τί γὰρ κεύ-
θω †φρενὸς θεῖον ἔμπας†
390 ποτᾶται, πάροιθεν δὲ πρῴρας
δριμὺς ἄηται κραδίας
θυμός, ἔγκοτον στύγος.

ΗΛ. καὶ πότ᾽ ἂν ἀμφιθαλὴς [ἀντ. δ]
395 Ζεὺς ἐπὶ χεῖρα βάλοι,
φεῦ φεῦ, κάρανα δαΐξας;
πιστὰ γένοιτο χώρᾳ.
δίκαν [δ᾽] ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ.
κλῦτε δὲ Γᾶ χθονίων τε τιμαί.

400 ΧΟ. ἀλλὰ νόμος μὲν φονίας σταγόνας
χυμένας ἐς πέδον ἄλλο προσαιτεῖν
αἷμα· βοᾷ γὰρ λοιγὸς Ἐρινὺν
παρὰ τῶν πρότερον φθιμένων ἄτην
ἑτέραν ἐπάγουσαν ἐπ᾽ ἄτῃ.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
380 Αυτός σου ο λόγος χτύπησε στ᾽ αυτί
σα βέλος που τρυπά πέρα για πέρα.
Ω Δία, που στέλλεις κάτω από τη γη
την εκδικήτρα συμφορά μια μέρα,
αργά ή νωρίς, σε κείνους που τολμούν
τα πάντα με κακούργα χέρια,
και γονιοί να ᾽ναι, θα το βρουν.

ΧΟΡΟΣ
Να θε αξιωθώ τον άγιο ολολυγμό
μ᾽ όλη μου τη φωνή να ψάλω,
σαν πέφτουν άντρας και γυναίκα, οι δυο,
σφαγμένοι ο ένας πάνω από τον άλλο!
Γιατί, τί θέλω να το κρύβω αυτό
που ξεπετά και μόνο απ᾽ την καρδιά μου,
390 αφού δριμύ μου πνέει κατάπρωρα
το πάθος της ψυχής, η άγρια η μάνητά μου;

ΗΛΕΚΤΡΑ
Πότε λοιπόν κι ο παντοδύναμος
ο Δίας το χέρι του θα βάλει;
αχ κι αχ! σα σκίσει τα κεφάλια τους,
στη χώρα η πίστη θα γυρίσει πάλι.
Το δίκιο από τους άδικους ζητώ,
μ᾽ ακούστε, ω Γη κι ω σεβαστές
του κάτω κόσμου εσείς θεές!

ΧΟΡΟΣ
400 Μα είναι νόμος, το αίμα που εχύθη στη γη
νέον αίμα να θέλει· κι ο φόνος βοά,
ως που νά ᾽ρθει η Ερινύα και φέρει γι᾽ αυτούς
που σκοτώθηκαν πριν,
συμφορ᾽ άλλην στην πρώτην απάνω.

Η ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Το έργο του Θουκυδίδη κατέχει ξεχωριστή θέση ως η πρώτη καταγραφή της ιστορίας που διακρίνεται από επιστημονικό και ορθολογιστικό πνεύμα. Ο Θουκυδίδης αποτυπώνει καλύτερα από οποιονδήποτε σύγχρονό του το πνευματικό κλίμα της εποχής του. Πρώτος αυτός ζητά να ερμηνεύσει τα ιστορικά συμβάντα ορθολογιστικά, δηλαδή ως αποτελέσματα της δράσης ενδοκοσμικών παραγόντων, αποκλείοντας από το έργο του κάθε αναφορά στους θεούς και στην επίδραση υπερφυσικών δυνάμεων.
 
Η Ἱστορία του Θουκυδίδη αποτελεί μία μελέτη της προσπάθειας του ανθρώπου να υποτάξει τον κόσμο μέσα από τη νόηση (Parry 1981: 181). Σαφώς επηρεασμένος από τη διδασκαλία των σοφιστών, ο Θουκυδίδης προβάλλει την πίστη του στον νου και τον ανθρώπινο λόγο, αναγνωρίζοντας ότι «η ζωή είναι σε μεγάλο βαθμό λογική και διέπεται από τάξη» (Finley 2006: 318). Σε αυτήν ακριβώς την πίστη βασίζεται και η δυνατότητα της προγνώσεως, που όχι μόνο διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο μέσα στο έργο αλλά το καταξιώνει και ως κτῆμα ἐς ἀεὶ.
 
          Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θουκυδίδης αναγνώριζε την αδυναμία της σκέψης να εξουσιάσει πλήρως τη ζωή, καθώς υπάρχει πάντοτε μια περιοχή της ζωής που δεν μπορεί ποτέ να προβλεφθεί ακριβώς (Finley 2006: 317-8). Εδώ έγκειται αυτό που ονομάζουμε τύχη, η έννοια της οποίας στον Θουκυδίδη φαίνεται να είναι σύμφωνη με την αντίληψη των Ιπποκρατικών. Η τύχη στον Ιπποκράτη και τη σχολή του δεν έχει υπερφυσικό χαρακτήρα, γίνεται όρος για εκείνο που δεν μπορεί να προσδιορίσει η ανθρώπινη διάνοια, για το αστάθμητο (όχι όμως και υπερφυσικό) στοιχείο εκείνο που πολλές φορές επιδρά στα ανθρώπινα.
 
          Έτσι, ενώ στον Θουκυδίδη όλα τα ανθρώπινα μέσα υποτάσσονται, τελικά, στην πνευματική ικανότητα, υπάρχει ένα στοιχείο που μένει στο περιθώριο. Αυτό δεν είναι άλλο από την τύχη, στην οποία παραχωρεί την πρέπουσα θέση μέσα στο έργο του, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι η τύχη έχει κυρίαρχη θέση στην Ἱστορία (De Romilly 1988: 175). Ο Θουκυδίδης οργανώνει την Ἱστορία του με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε δύο περιοχές της ανθρώπινης δράσης, τη σκέψη, που εκφράζεται με τον λόγο, και την κατεξοχήν δράση, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα, και διερευνά τη μεταξύ τους σχέση (Parry 1981: 182, Edmunds 1975: 212). Στο πλαίσιο αυτό προβάλλεται ιδιαίτερα η αντίθεση γνώμητύχη, η οποία απαντά πολύ συχνά μέσα στο έργο, αν και όχι πάντοτε ρητώς εκπεφρασμένα.

Πόσο αληθινοί γίνονται οι άνθρωποι, όταν μιλούν για εκείνο που αγαπούν;

Οι άνθρωποι, όταν μιλούν γι’ αυτό που αγαπούν, λάμπουν!
Παρατήρησέ τους. Πως τα μάτια τους έχουν σπίθες θάρρους και ζωντάνιας. Πως το χαμόγελό τους είναι αλλιώτικο από κάθε άλλο, που σου έχουν χαρίσει. Παρατήρησε πως παίρνει χρώμα η φωνή τους, πως οι λέξεις τους σαν μουσική αγκαλιάζουν το χώρο.

Δεν στέκουν ακίνητοι. Το σώμα τους βρίσκεται σε μια εγρήγορση. Σε μια αναστάτωση, σαν να αντικρίζουν τον εφηβικό τους έρωτα! Παρατήρησε τις κινήσεις τους. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να σε μεταφέρουν στο όνειρό τους. Γρήγορες κινήσεις, η μία να διαχέεται την άλλη τόσο αρμονικά όμως, που νομίζεις πως τις έχουν μάθει σαν ρόλο το τι πρέπει να κάνουν.

Εκείνοι, όμως τη στιγμή αυτή βλέπουν μπροστά τους το όνειρό τους να παίρνει σάρκα και οστά. Η αναπνοή τους γίνεται πιο γρήγορη. Και θέλουν να πουν τόσα πολλά, που προσπαθούν να τα πουν όλα μαζί και γρήγορα, με αποτέλεσμα να κομπιάζουν. Γιατί δεν ξέρουν από που να ξεκινήσουν! Σε εκείνο το κόμπιασμα λοιπόν παίρνουν βαθιά ανάσα και συνεχίζουν να λένε, να λένε, να λένε…με ακόμα πιο μεγάλο ενθουσιασμό και πάντα σε κοιτάζουν μέσα στα μάτια!

Έχουν έξω το στέρνο τους και είναι οπλισμένοι με τόλμη. Ξέρουν τι θέλουν. Πατούν γερά στη γη για να αγγίξουν ό,τι αγαπούν! Θαρρείς πως αντικρίζεις άλλον άνθρωπο. Και οι κλειστοί, ναι, οι κλειστοί χαρακτήρες, αν μιλήσουν για ό,τι αγαπούν, τότε δεν τους αναγνωρίζεις.

Και δεν υπάρχει πιο όμορφος άνθρωπος, από εκείνον που σου μιλάει ή μάλλον που σου αφηγείται ό,τι αγαπάει! Από τον άνθρωπο που κατέχει ξεχωριστή θέση στην ζωή του, μέχρι εκείνο το όνειρο που είχε από μικρός. Εκείνο που παλεύει να πραγματοποιήσει για να φτάσει και να φτιάξει την ευτυχία του!

Αλλιώτικοι όμως γίνονται οι άνθρωποι και όταν σου μιλούν για ότι τους πόνεσε! Δες πως αλλάζει η όψη τους. Πως ο πόνος αγγίζει το πρόσωπό τους. Κοίταξε πως τα μάτια τους γεμίζουν από θάλασσες. Θάλασσες που ήταν γαλήνιες κάποτε και τώρα, τώρα δεν θυμίζουν τίποτα από πριν. Μα μια φουρτούνα μονάχα μπορείς να αντικρίσεις.

Παρατήρησε πως, όταν οι άνθρωποι μιλούν για ότι τους έχει πονέσει, δεν σε κοιτούν στα μάτια. Το βλέμμα τους ατενίζει αλλού. Και είναι πιο ήρεμοι, πιο ήσυχοι. Θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν κατάματα όταν φτάσουν στο τέλος της αφήγησής τους, λέγοντας κοφτά, πόνεσα πολύ! Μα πάει, πέρασε αυτό. Και θα το συνοδέψουν με ένα μικρό χαμόγελο. Σε εκείνο το χαμόγελο κρύβεται και η δύναμή τους. Εκείνη που έχουν για να συνεχίσουν να ονειρεύονται, να αγαπούν, να ερωτεύονται και να ελπίζουν!

Παρατήρησε τους ανθρώπους πόσο αληθινοί γίνονται όταν σου μιλούν για ότι αγαπούν και για ότι τους έχει πονέσει στη ζωή τους. Παρατήρησε πως η αλήθεια τους αλλάζει. Πως αντικρίζεις την ίδια την ζωή εκείνη τη στιγμή. Παρατήρησε πως ότι ζούμε είναι η ίδια η ζωή!

Νίτσε: Η γνωριμία με τους μεγάλους Έλληνες, ήταν ο μεγάλος δάσκαλός μου

Μ’ έναν μεγάλο λαό, μεγαλοφυή, συμβαίνει ό,τι και με τον άνθρωπο τον μεγαλοφυή. Και οι παραμικρότερες εκδηλώσεις τη ζωής, έχουν το σημάδι της μεγαλοφυΐας...

Οι Έλληνες είναι όπως και η μεγαλοφυΐα: Απλοί. Γι’ αυτό είναι διδάσκαλοι αθάνατοι.

Οι θεσμοί τους, τα δημιουργήματά τους, φέρνουν τη σφραγίδα της απλότητας, τόσο, που συχνά μένει κανείς εκστατικός, βλέποντας ως τι σημείο είναι μοναδικοί σ’ αυτή τους την απλότητα.

Και, παραδόξως, είν’ εξίσου τόσο «βαθιές», όσο και απλοί. Μολοντούτο, σπάνια μας αποκαλύπτουν τα βάθη της σοφίας και της γνώσης τους...

Ανάμεσα στον μεγάλο άνθρωπο της διάνοιας, το Αριστοτέλη, και στα ήθη και την τέχνη των Ελλήνων, υπάρχει άβυσσος τεράστια, έτσι που ο καθείς από εμάς φαίνεται ρηχός και άτονος, συγκρινόμενος με το απροσμέτρητο μεγαλείο του ελληνικού ενστίκτου.

Είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες αρετές των Ελλήνων το να μην θέλουν να μεταπλάσουν σε διανόημα ό,τι καλύτερο κλείνουν μέσα τους.

Μ’ άλλα λόγια, είναι «αφελείς»· είναι μια λέξη που συνοψίζει την απλότητα και το βάθος. Έχουνε μέσα τους κάτι από το έργο της τέχνης.

Ο κόσμος μπορεί να είναι όσο θέλει σκοτεινός, όμως αρκεί να παρεμβάλλουμε ένα κομμάτι ελληνικής ζωής για να φωτιστεί αμέσως άπλετα...

Θα προσπαθήσουμε να διδαχτούμε από τους Έλληνες και θα διδάξουμε με οδηγό τα παραδείγματά τους. Αυτό θα είναι το έργο μας...

Άλλοι λαοί έχουν αγίους. Οι Έλληνες έχουν σοφούς.

Ο Έλληνας δεν είναι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος· είναι, στη βαθύτατη ουσία του, «ανδρικός». Βλέπει τα τρομερά πράματα, όπως είναι και δεν τα κρύβει από τον εαυτό του.

Η φιλανθρωπία των Ελλήνων συνίσταται στην αφέλεια που χαρακτηρίζει στον κόσμο τους τον άνθρωπο, το κράτος, την τέχνη, το δίκαιο του πολέμου και το διεθνές δίκαιο, τις φυλετικές σχέσεις, την αγωγή, τη ζωή των κομμάτων· είναι ο ίδιος ανθρωπισμός που εκδηλώνεται σ’ όλους τους λαούς, όμως στους Έλληνες εμφανίζεται με τέτοια γύμνια, με τέτοιον απανθρωπισμό, που μας δίνει ένα μάθημα δυσαναπλήρωτο.

Αν η εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού έχει τέτοια σημασία, είναι γιατί ολόκληρος ο δυτικός μας κόσμος πήρε απ’ αυτόν τον παλμό του· η μοίρα θέλησε να είναι ο πιο πρόσφατος και πιο εκφυλισμένος Ελληνισμός που παρουσίασε τη μεγαλύτερη ιστορική δύναμη. Γι' αυτό, ο πρωτόγονος Ελληνισμός εκτιμήθηκε πάντοτε σφαλερά. Πρέπει να γνωρίσουμε και τον πρόσφατο Ελληνισμό για να τον ξεχωρίσουμε απ’ τον παλιό. Απομένει ακόμα ν’ ανακαλύψουμε πολλές δυνατότητες. Οι Έλληνες ανακάλυψαν άλλες και κατόπιν ανακάλυψαν εκ νέου.

Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί και τούτο είναι ζήτημα ύφους. Οι Έλληνες, αξιοθαύμαστοι, χωρίς σπουδή. Πρόγονοί μου: Ο Ηράκλειτος, ο Εμπεδοκλής, Ο Σπινόζα, ο Γκέτε.

Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν, που να έχει εμπνεύσει τόσο σεβασμό, όσον οι Έλληνες φιλόσοφοι.

Δεν θα κουραστώ ν’ αναπολώ με τα μάτια της ψυχής, ολόκληρη σειρά από φιλοσόφους που ο καθένας τους ενσωματώνει αυτή την ακατανόητη ιδιομορφία και ξυπνάει αυτή την ίδια την κατάπληξη με την δυνατότητα της ζωής που μπόρεσε ν’ ανακαλύψει μόνο για τον εαυτό του. Εννοώ τους φιλοσόφους που έζησαν στη ρωμαλεότερη και γονιμότερη εποχή, στον αιώνα που προηγήθηκε των μηδικών πολέμων και στα χρόνια των πολέμων αυτών.

Οι Έλληνες, λαός αληθινά υγιής, δικαίωσαν τη φιλοσοφία μια για πάντα, από το γεγονός και μόνο ότι φιλοσόφησαν. Φιλοσόφησαν δε, περισσότερο από τους άλλους λαούς.

Να μην μας επιβάλουν το συμπέρασμα πως η φιλοσοφία στην Ελλάδα, δεν υπήρξε ποτέ τίποτε άλλο παρά είδος εισαγωγής από το εξωτερικό· ότι δεν βλάστησε από το εθνικό και φυσικό χώμα κι ακόμα πως, όντας ξενικό προϊόν, οδήγησε τους Έλληνες στην καταστροφή μάλλον παρά στην πρόοδο... Αν πήγαν τόσο μακριά, ήταν γιατί μπόρεσαν να σηκώσουν για να το πετάξουν πιο μακριά, ένα δόρυ που κάποιος άλλος είχε αφήσει καταγής.

Οι Έλληνες, ασφαλώς, δεν υπερεκτιμηθήκανε ποτέ, γιατί θα έπρεπε να είχαν εκτιμηθεί στην πραγματικοί τους αξία κι αυτό είναι αδύνατον. Πώς θα τους αποδίδαμε δικαιοσύνη; Αλλά τους εκτιμήσαμε λαθεμένα.

Όλα τα φιλοσοφικά συστήματα είναι ξεπερασμένα· οι Έλληνες ακτινοβολούν με μια λάμψη δυνατότερη παρά ποτέ, ειδικά οι Έλληνες πριν τον Σωκράτη.

Ο Έλληνας, είναι ως την ώρα, εκείνος που έφερε τον άνθρωπο μακρύτερα.

Οι Έλληνες ανακάλυψαν τους κυριότερους τύπους φιλοσοφικού πνεύματος, στους οποίους οι μεταγενέστερες γενεές δεν πρόσθεσαν τίποτε το ουσιαστικό.

Οι αρχαίοι Έλληνες είναι οι αθάνατοι διδάσκαλοι της ανθρωπότητας.

Στα λόγια των φιλοσόφων, από τον Θαλή ως τον Σωκράτη, όπως άλλωστε και στις προσωπικότητές τους, προβάλλουν τα μεγάλα χαρακτηριστικά της ελληνικής μεγαλοφυΐας.

Ξεχωρίζω με βαθύτατο σεβασμό το όνομα του Ηράκλειτου. Ενώ το υπόλοιπο φιλοσοφικό έθνος περιφρονούσε τη μαρτυρία των αισθήσεων γιατί φανερώνουν την πολλαπλότητα και την αλλαγή, αυτός περιφρονούσε τη μαρτυρία τους γιατί δίνουν στα πράγματα τη μορφή της διάρκειας και της ενότητας.

Ο Δημόκριτος, είναι ο πρώτος που απέκλεισε αυστηρά από τη θεωρία το μυθικό στοιχείο. Είναι ο πρώτος ορθολογιστής.

Ο Σωκράτης, ξορκίζοντας τον φόβο του θανάτου, είναι ο τελευταίος τύπος του σοφού που μας δόθηκε· ο σοφός νικητής των ενστίκτων διά της σοφίας.

Η γνωριμία με τους μεγάλους Έλληνες, ήταν ο μεγάλος δάσκαλός μου. Υπάρχουν περισσότερα πράγματα για να σεβαστεί κανείς στον Ηράκλειτο, στον Εμπεδοκλή, στον Παρμενίδη, στον Αναξαγόρα, στον Δημόκριτο (παρά στους νεότερους)· αυτοί είναι πληρέστεροι. Ο Χριστιανισμός το φέρει βάρος στη συνείδησή του ότι χάλασε πολλές πλήρεις προσωπικότητες, όπως λ.χ. τον Πασκάλ και πριν απ’ αυτόν, τον διδάσκαλο Έκαρτ.

Ο Επίκουρος πολέμησε τη διαφθορά των ψυχών από τις έννοιες της ενοχής, της τιμωρίας και της αθανασίας. Πολέμησε τις υποχθόνιες λατρείες που ήταν σχεδόν μια λανθάνουσα μορφή του Χριστιανισμού. Η απόρριψη της αθανασίας, ήταν τότε πραγματική σωτηρία. Κι ο Επίκουρος κέρδισε τη μάχη· κάθε έντιμο πνεύμα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν επικούρειο.

Η σοφία δεν προχώρησε ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του.

Ό,τι μας χωρίζει από τον Καντ, όπως κι απ’ τον Πλάτωνα και τον Λάιμπνιτς, είναι ότι παραδεχόμαστε το «γίγνεσθαι», ακόμη και σ’ αυτά τα άυλα πράγματα· είμαστε ολότελα εμποτισμένοι από το ιστορικό πνεύμα. Αυτή είναι η μεγάλη καμπή. Ο Λαμάρκ και ο Χέγκελ -κι αυτός ο Ντάρβιν-, δεν είναι παρά μια συνισταμένη. Η σκέψη του Ηράκλειτου και του Εμπεδοκλή αναστήθηκε.

Οι Έλληνες ξέρουν να μαθαίνουν... Στους Έλληνες, όλα γίνονται ζωή! Σ’ εμάς, τα πάντα μένουν στο στάδιο της γνώσης.

Η κορυφή της φιλοσοφίας: Στους Ελεάτες και στον Εμπεδοκλή.

Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνώνονταν, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα. Έτσι, ξανά και ξανά, μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του. Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους. Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Βέβαια, που και που, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα.

Φυλαχτείτε από την ιδέα να χλευάζετε τη μυθολογία των Ελλήνων με το πρόσχημα ότι μοιάζει τόσο λίγο με τη δική σας βαθιά μεταφυσική! Οφείλετε να θαυμάζετε έναν λαό που επέβαλε εδώ μια διακοπή στην οξύνοιά του και που είχε για πολλά χρόνια αρκετή διακριτικότητα ώστε να ξεφύγει από τον κίνδυνο του σχολαστικισμού και της σοφιστικής πρόληψης.

Να κάνουμε τα πιο αποκρουστικά πράγματα για τα οποία δεν τολμά κανείς να μιλήσει, αλλά που είναι χρήσιμα και αναγκαία, είναι κι αυτό κάτι ηρωικό. Οι Έλληνες δεν ντρέπονταν να συγκαταλέγουν στα μεγάλα κατορθώματα του Ηρακλή τον καθαρισμό ενός στάβλου.

Χρόνια και χρόνια τώρα τίποτα δεν μου φαίνεται πιο έκδηλο από το γεγονός ότι ο αρχαιοελληνικός κόσμος που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε και που μας παρουσιάζεται απλά και καθαρά, είναι στην πραγματικότητα δυσκολονόητος, δυσπρόσιτος, και ότι η συνηθισμένη ευκολία με την οποία μιλούμε για τους αρχαίους είναι, είτε ελαφρότητα, είτε η παλιά κληρονομημένη ματαιοδοξία της απερισκεψίας...

Οι Έλληνες σε μια ζωή όπου οι μεγάλοι κίνδυνοι και οι κατακλυσμοί παραμόνευαν σε κάθε στιγμή, ζητούσαν στον διαλογισμό και στη γνώση ένα είδος ασφάλειας του συναισθήματος και ένα τελευταίο καταφύγιο. Εμείς που ζούμε σε μια ασύγκριτα μεγαλύτερη ηρεμία, έχουμε φέρει τον κίνδυνο στον στοχασμό και στη γνώση, και είναι μέσα στη ζωή που επαναπαυόμαστε και ηρεμούμε.

Οι κύριες ηθικές εντολές που πάντα διδάσκουν και κηρύσσουν σε έναν λαό, σχετίζονται με τα κύρια σφάλματά του και γι’ αυτό δεν τις βρίσκει καθόλου ενοχλητικές. Οι Έλληνες που τηρούσαν τόσο συχνά τη μετριοπάθεια, την ψυχραιμία, την έννοια της δικαιοσύνης και γενικά, τη σύνεση, έδιναν βάση στις τέσσερις σωκρατικές αρετές, επειδή είχαν τόση ανάγκη απ’ αυτές τις αρετές και ακριβώς τόση λίγη τάση σ’ αυτές!

Τι σημαίνει η φλυαρία μας για τους Έλληνες; Τί καταλαβαίνουμε λοιπόν από την τέχνη τους που η ψυχή της είναι το πάθος για τη γυμνή αρσενική ομορφιά; Μόνο ξεκινώντας από δω συναισθάνθηκαν τη θηλυκή ομορφιά. Είχαν λοιπόν γι’ αυτή, μια τελείως διαφορετική προοπτική από τη δική μας. Και το ίδιο έγινε με την αγάπη τους για τη γυναίκα: Σέβονταν διαφορετικά, περιφρονούσαν διαφορετικά.

«Ας γίνεται να μη νιώθουμε ότι περνούμε πολύ άνετα!». Αυτός ήταν ο μυστικός φόβος των Ελλήνων της παλιάς καλής εποχής. Να γιατί κήρυτταν το μέτρο. Κι εμείς!

«Η δύναμη την οποία κακολογούν πολύ, αξίζει περισσότερο από την αδυναμία στην οποία συμβαίνει μόνο κάτι καλό». Αυτή ήταν η νοοτροπία των Ελλήνων. Αυτό σημαίνει ότι εκτιμούσαν περισσότερο το αίσθημα της δύναμης από κάθε ωφέλεια ή καλή φήμη.

Οι ανησυχίες των εφήβων σχετικά με την εικόνα τους


Η εφηβεία είναι μία περίοδος που οι νέοι διέπονται από πολλές ανησυχίες και άγχη. Μία από αυτές είναι και το θέμα της εξωτερικής εμφάνισης.
 
Τους απασχολεί πάρα πολύ πως νιώθουν οι ίδιοι με αυτή και πως φαίνονται στους τρίτους.
 
Μάλιστα, αρκετές φορές συμβαίνει να έχουν διαστρεβλωμένη εικόνα από αυτή που ισχύει στην πραγματικότητα.
   
Αυτό έχει να κάνει με την αυτοεκτίμησή που έχουν, δηλαδή ποια είναι τα πρότυπα τους και ποια κριτήρια έχουν υιοθετήσει μεγαλώνοντας.
 
Όμως, σημασία έχει πώς αισθάνονται οι ίδιοι αντικρίζοντας το είδωλο τους στον καθρέφτη.
 
Πρέπει να παρατηρήσουν αν η αίσθηση που έχουν για τον εαυτό τους ταιριάζει με τα λεγόμενα των περίγυρο τους.
 
Αν παρατηρήσουν πως είναι διαφορετικά, τότε θα πρέπει να εξετάσουν αν οι προσδοκίες τους είναι ρεαλιστικές για την εξωτερική τους εμφάνιση.
 
Σε αυτή την ηλικία επηρεάζονται με τα πρότυπα που προβάλλονται σε ΜΜΕ και σε social media, που συνήθως είναι φωτογραφίες καλαίσθητες αλλά επεξεργασμένες στην τελειότερη εικόνα.
 
Πολύ συχνά θα υποστηρίξει ένα όμορφο αγόρι «Η μύτη μου είναι χάλια... ντρέπομαι πολύ για αυτή. Μακάρι να είχα τη μύτη του Τάδε μοντέλου» ή ένα αδύνατο κορίτσι θα πει «Θεέ μου, πως πάχυνα έτσι. Μακάρι να ήμουν σαν την Τάδε ηθοποιό».
 
Προσοχή σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να παγιδευτούν σε έναν τρόπο ζωής που μπορεί να θέσουν την ζωής τους σε καταστάσεις καταστροφικές τόσο για την υγεία τους όσο και για την ψυχολογία τους.
 
Για παράδειγμα, αν τους δημιουργηθεί η εμμονή πως στερούνται ομορφιάς, η διάθεση τους θα είναι μόνιμα κακή, ανασφαλής και εσωστρεφής.
 
Αν τους δημιουργηθεί η εμμονή του πάχους θα οδηγηθούν σε εξαντλητικές δίαιτες.
 
Όλα αυτά θα έχουν ως αποτέλεσμα, να μην τους απομένει ενέργεια για να απολαύσουν στιγμές και δραστηριότητες που έχουν ανάγκη τη δεδομένη χρονική περίοδο της ζωής σου, όπως οι φιλίες και τα φλερτ.
 
Τέλος, δεν είναι κακό να μιλήσουν για τις όποιες ανασφάλειες τους ή προβληματισμούς έχουν για την εμφάνιση τους με τους γονείς τους ή με τους φίλους τους και γιατί όχι αν χρειάζεται να λάβουν ιατρική και ψυχολογική βοήθεια. 
 
Πριν όμως φτάσουν σε αυτό το σημείο, ας σκεφτούν ότι όσο περισσότερο αποδεχόμαστε τον εαυτό μας όπως είναι εξωτερικά, καταβάλλοντας παράλληλα την κάθε δυνατή προσπάθεια για μια υγιεινή ζωή (δηλαδή σωστή διατροφή και άθληση) τόσο περισσότερο θα εκπέμπουν αυτοπεποίθηση και ομορφιά στους γύρω τους.

Αυτοσυμπόνια: Μαθαίνοντας να αγαπώ τον εαυτό μου

Όταν κάποιος φίλος μας ή κάποιος για τον οποίο ενδιαφερόμαστε κι αγαπάμε, βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση, πονάει ή βιώνει κάποια αποτυχία, προσπαθούμε να τον βοηθήσουμε και δείχνουμε συμπόνια. Συνηθίζουμε να είμαστε πιο επιεικείς μαζί του, να του προσφέρουμε ό,τι χρειάζεται και να είμαστε δίπλα του υπενθυμίζοντάς του τα θετικά στοιχεία στη ζωή του. Άραγε, μπορούμε να το κάνουμε αυτό και στον εαυτό μας, όταν το χρειαστούμε;

Η αυτοσυμπόνια αποτελεί συναισθηματικά θετική στάση προς τον εαυτό σε μια πιθανή αποτυχία και τον προστατεύει έναντι των αρνητικών συνεπειών της αυτοκριτικής, της απομόνωσης και του μηρυκασμού. Συνδέεται με ρεαλιστικές αυτo-αξιολογήσεις οι οποίες με τη σειρά τους συνδέονται με κίνητρο την αυτό-βελτίωση κι έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ψυχολογικής ανθεκτικότητας και της συναισθηματικής ευεξίας. Τα τρία βασικά συστατικά της αυτοσυμπόνιας είναι:
α) η ευγένεια απέναντι στον εαυτό
β) η αποδοχή της ανθρώπινης φύσης και
γ) η ενσυνειδητότητα

Η ευγένεια απέναντι στον εαυτό ουσιαστικά σημαίνει να δείχνουμε κατανόηση στον εαυτό μας όταν δυσκολεύεται και να του φερόμαστε ευγενικά, κι όχι να αυτομαστιγωνόμαστε με αρνητική κριτική και αυστηρότητα. Συχνά, όταν μας συμβαίνει μια αποτυχία, όταν αισθανόμαστε λυπημένοι κι αδύναμοι έχουμε την τάση να θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Αυτό που λέμε στον εαυτό μας είναι φράσεις όπως «Ποτέ δε θα τα καταφέρεις» ή «Κοίτα πόσο αδύναμος είσαι».

Ο λόγος που συχνά επαναλαμβάνουμε τέτοιου είδους σκέψεις στο μυαλό μας είναι γιατί έχουμε την πεποίθηση ότι θα μας βοηθήσουν να αλλάξουμε την κατάσταση. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, διότι όσο πιο πολύ προσπαθούμε να τιθασεύσουμε τα δυσάρεστα συναισθήματά μας, τόσο εκείνα θεριεύουν αντί να ηρεμούν.

Το δεύτερο συστατικό αναφέρεται στην αποδοχή ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε θνητοί και ατελείς, αισθανόμαστε πόνο και περνάμε δυσκολίες. Δεν είμαστε οι μόνοι που αισθανόμαστε θλίψη. Επομένως, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να μην βιώνουμε αρνητικά συναισθήματα, καθώς είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Οι επικριτικές αυτές σκέψεις, λοιπόν, μας αποδυναμώνουν. Με το να παλεύουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό που πονάει, του προσφέρουμε κάθε άλλο παρά αυτό που χρειάζεται εκείνη την στιγμή.

Τα αρνητικά συναισθήματα αυξάνονται, νιώθουμε άγχος καθώς προσπαθούμε να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε. Συνεπώς, δε θα μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε τον «απαιτητικό» εαυτό μας σε μια τέτοια στιγμή. Αν, από την άλλη, αποδεχτούμε ότι αποτύχαμε σε κάτι, ότι βιώνουμε θλίψη για το δύσκολο που μας συνέβη σαν να είναι κάτι ανθρώπινο, κατευθείαν το άγχος μας μειώνεται και δεν προσπαθούμε να γίνουμε κάτι άλλο πέρα από αυτό που εκείνη την στιγμή είμαστε.

Τέλος, η ενσυνειδητότητα αναφέρεται στην αποδοχή και την επίγνωση των συναισθημάτων μας στο παρόν, έτσι ακριβώς όπως είναι, χωρίς ούτε να τα υποτιμάμε και να τα καταπιέζουμε αλλά ούτε να ταυτιζόμαστε με αυτά και να υπερβάλλουμε. Δοκιμάστε την επόμενη φορά που θα αισθανθείτε δυσάρεστα συναισθήματα να δείτε τι είναι αυτό που σας δυσκολεύει, να αποδεχτείτε αυτό που νιώθετε χωρίς να προσπαθείτε να το αλλάξετε. Παρατηρήστε τον τρόπο που μιλάτε στον εαυτό σας και μειώστε την αυτο-κριτική. Ακόμη, δείτε ποιες είναι οι ανάγκες σας και τι θα σας έκανε να αισθανθείτε καλύτερα.

Ένας κατώτερος νους εκβιάζει το συναίσθημα. Ένας ανώτερος το κερδίζει

Δεν γίνονται δικοί μας οι άνθρωποι επειδή θα τους προσφέρουμε συναίσθημα. Ούτε επειδή θα τους πούμε πόσο τους αγαπάμε. Δεν είναι στοίχημα με τον εαυτό μας η καρδιά του άλλου να το βάλουμε κάτω και να το κερδίσουμε ή να το χάσουμε. Όχι.

Ο άνθρωπος για να είναι μαζί με κάποιον άλλον πρέπει να βλέπει ότι υπάρχει χημεία. Πρέπει να το θέλουν και οι δύο. Εάν θέλει μονάχα ο ένας, όσο και να προσπαθεί, δεν θα μπορέσει να μπει στην ψυχή ενός άλλου ανθρώπου και να την μαγέψει. Αυτό ή συμβαίνει από την αρχή ή δεν συμβαίνει ποτέ.

Γι’ αυτό, μην εκβιάζετε συναισθήματα από κάποιον άνθρωπο και μην δηλητηριάζετε τον εαυτό σας. Δεν είναι υποχρεωτικό να σας αγαπήσει ο άλλος επειδή τον αγαπάτε εσείς ή να σας ερωτευτεί επειδή νιώθετε εσείς έτσι. Κανένας με το στανιό δεν αγάπησε. Κανένας με το ζόρι δεν ένιωσε.

Αφήστε τη στενή πολιορκία, εάν δεν αποδίδει, το φλερτ και την πολυλογία, εάν δεν ανταποκρίνεται ο άλλος. Καταλαβαίνει πολύ σωστά, απλά δεν θέλει. Υπάρχει κι αυτή η λέξη στο λεξιλόγιο. Δεν θέλει. Δεν ενδιαφέρεται. Δεν γουστάρει πολύ απλά και μην πιάνεστε από λεπτομέρειες, κάνοντας ανάλυση ώρες και μέρες την απουσία του. Η απουσία είναι αδιαφορία, ξεχάστε τις συζητήσεις περί φανταστικών υπονοούμενων στα λόγια του ή στα μηνύματα και την δήθεν ντροπή.

Κανένας δεν ντρέπεται εάν θέλει πολύ κάτι. Απλώνει το χέρι του και το αρπάζει. Όποιος ερωτεύεται, φαίνεται. Θα το καταλάβετε. Μην θυμίζετε ποτέ με την βία την παρουσία σας σε κάποιον. Κανένας δεν σας ξέχασε άθελά του. Απλά δεν είστε προτεραιότητα του, ίσως δεν του περάσατε καθόλου από το μυαλό όλη μέρα.

Να έχετε την περηφάνια να φεύγετε από εκεί που νιώθετε πως περισσεύετε. Να μπορείτε όμως να το ξεχωρίζετε και να μην ταπεινώνετε τον εαυτό σας. Αξίζετε σίγουρα κάτι καλύτερο από ένα δήθεν ενδιαφέρον και μια σχέση φάντασμα. Οπότε ας τρέξετε να το βρείτε, αντί να κάθεστε να περιμένετε να θυμηθεί την ύπαρξη σας, το κέντρο του κόσμου σας. Η αγάπη δεν είναι γρίπη να κολλήσουμε. Είναι ιδέα και δεν αγοράζεται.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ - Ιλιαδική ομιλία

Ο Πλάτων, στον συνοπτικό αλλά άκρως ενδιαφέροντα περί ραψωδικής τέχνης διάλογό του, τον Ίωνα, διά στόματος Σωκράτη ενοποιεί τα επιμέρους θέματα της επικής ποίησης (αλλά και της ποίησης γενικότερα) σε δύο μεγαθέματα· στον "πόλεμο" και στην "ομιλία": οὐ περὶ πολέμου τε τὰ πολλὰ διελήλυθεν καὶ περὶ ὁμιλιῶν πρὸς ἀλλήλους ἀνθρώπων ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν καὶ ἰδιωτῶν καὶ δημιουργῶν; (531c3-4). Στο πλατωνικό κείμενο οι δύο κρίσιμοι όροι εμφανίζονται σε πληθυντικό αριθμό· πιθανώς για να δηλωθούν διάφορες, κατά περίπτωση, τροπές τους μέσα στο ίδιο έργο, αλλά και από έργο σε έργο.
 
Ας πούμε λοιπόν ότι οι πάσης φύσεως ὁμιλίαικαι ομιλητικές σκηνές στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια μορφώνονται σε φιλικό ή και ερωτικό διάλογο και λειτουργούν ως άρση ή ανάπαυλα της πολεμικής δράσης, γενικότερα της θανάσιμης σύγκρουσης.
 
Αναλόγως προς το φύλο των ομιλητικών υποκειμένων, τα ομιλητικά ζεύγη μοιράζονται σε ομόφυλα και σε ετερόφυλα. Ο πρώτος τύπος παράγει τις εκδοχές της "εταιρικής ομιλίας": παράδειγμα ο συμφιλιωτικός διάλογος Διομήδη και Γλαύκου στο πρώτο μισό της έκτης ιλιαδικής ραψωδίας· ή η μακρά συνομιλία Αχιλλέα και Πριάμου στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας, με την οποία εξασφαλίζεται ο νεκρώσιμος νόστος του Έκτορα. Ο δεύτερος τύπος δίνει ζεύγη άντρα-γυναίκας. Αν η σύζευξή τους είναι νόμιμη, μιλάμε για "συζυγική ομιλία" (παράδειγμα η ομιλητική σκηνή και σχέση Έκτορα και Ανδρομάχης)· αν πρόκειται για παράνομο ή αμφισβητούμενο ζευγάρι, τότε η ομιλία ορίζεται ως "παρασυζυγική" (παράδειγμα το τρωικό και ιλιαδικό ζεύγος Αλεξάνδρου - Ελένης).
 
Όπως το μεγάθεμα "πόλεμος", έτσι και το μεγάθεμα της "ομιλίας" έχει τη δική του διακριτική σήμανση. Ο προσφορότερος χώρος και χρόνος του πολέμου είναι αντιστοίχως το ανοιχτό πεδίο της μάχης και η ημέρα· προσφορότερος χώρος και χρόνος της ομιλίας θεωρούνται ο κλειστός και προστατευμένος τόπος (λ.χ. τειχισμένη πόλη, θάλαμος, σκηνή) και η νύχτα. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν προφανείς ή λαθραίες εξαιρέσεις, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια, οι οποίες τροποποιούν την προηγούμενη κατανομή, εξασφαλίζουν όμως πάντοτε τις απαραίτητες λειτουργικές συνθήκες. Εύκολα αναγνωρίζονται και επιμέρους σήματα της ομιλίας, που αντιδιαστέλλονται προς τα σήματα του πολέμου. Έτσι, λ.χ., στην ορμητική κίνηση της πολεμικής δράσης αντιστοιχεί η ομιλητική ανάπαυση ή και κατάκλιση των ομιλητικών υποκειμένων· στη συμβολή των όπλων η διαπλοκή των λόγων· στον εξοπλισμό ο μερικός ή ολικός αφοπλισμός· στη φονική συμπλοκή η σωματική επαφή, ο εναγκαλισμός, η ερωτική ένωση· στην αγριότητα το γέλιο, έστω το δακρυσμένο χαμόγελο.
 
Πόλεμος, εξάλλου, και ομιλία συγκρούονται μεταξύ τους με το άνισο σθένος τους: στο καθαρώς ηρωικό έπος της Ιλιάδας ο πόλεμος αποδεικνύεται πολυσθενής· η ομιλία ασθενής. Αποτέλεσμα: οι ομιλητικές σχέσεις διαλύονται ή τουλάχιστον τραυματίζονται υπό την πίεση του πολέμου. Αντιθέτως, στο μεταηρωικό έπος της Οδύσσειας η ομιλία αποδεικνύεται πολυσθενέστερη του πολέμου, ο οποίος εμφανίζεται τροποποιημένος σε μνηστηροφονία.
 
Κατά κανόνα, που έχει κι αυτός τις εξαιρέσεις του, φορείς του πολέμου είναι οι πολεμιστές άντρες, που διεκδικούν το κλέος· φορείς της ομιλίας οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά.