Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Προμηθεὺς δεσμώτης (527-560)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΧΟΡΟΣ
μηδάμ᾽ ὁ πάντα νέμων [στρ. α]
θεῖτ᾽ ἐμᾷ γνώμᾳ κράτος ἀντίπαλον Ζεύς,
μηδ᾽ ἐλινύσαιμι θεοὺς ὁσίαις
530 θοίναις ποτινισσομένα
βουφόνοις παρ᾽ Ὠκεανοῦ πατρὸς ἄσβεστον πόρον,
μηδ᾽ ἀλίτοιμι λόγοις·
ἀλλά μοι τόδ᾽ ἐμμένοι
535 καὶ μήποτ᾽ ἐκτακείη·

ἡδύ τι θαρσαλέαις [ἀντ. α]
τὸν μακρὸν τείνειν βίον ἐλπίσι, φαναῖς
θυμὸν ἀλδαίνουσαν ἐν εὐφροσύναις,
540 φρίσσω δέ σε δερκομένα
μυρίοις μόχθοις διακναιόμενον ˘˘¯˘.
Ζῆνα γὰρ οὐ τρομέων
ἰδίᾳ γνώμᾳ σέβῃ
θνατοὺς ἄγαν, Προμηθεῦ.

545 φέρε, πῶς χάρις ἁ χάρις, ὦ [στρ. β]
φίλος; εἰπέ, ποῦ τις ἀλκά;
τίς ἐφαμερίων ἄρηξις; οὐδ᾽ ἐδέρχθης
ὀλιγοδρανίαν ἄκικυν,
ἰσόνειρον, ᾇ τὸ φωτῶν
550 ἀλαὸν γένος ἐμπεποδισμένον; οὔποτε ˘˘
τὰν Διὸς ἁρμονίαν θνατῶν παρεξίασι βουλαί.

ἔμαθον τάδε σὰς προσιδοῦσ᾽ [ἀντ. β]
ὀλοὰς τύχας, Προμηθεῦ.
555 τὸ διαμφίδιον δέ μοι μέλος προσέπτα
τόδ᾽ ἐκεῖνό θ᾽ ὅ τ᾽ ἀμφὶ λουτρὰ
καὶ λέχος σὸν ὑμεναίουν
ἰότατι γάμων, ὅτε τὰν ὁμοπάτριον ἕδνοις
560 ἄγαγες Ἡσιόναν πιθὼν δάμαρτα κοινόλεκτρον.

***
ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ


ΧΟΡΟΣ
Μη μ᾽ αξιώσει αντίδικη τη δύναμή του ο Δίας,
οπού τα πάντα κυβερνά,
να στήσει στη δική μου γνώμη ενάντια.
κι εγώ ας μη λείψω στους θεούς αγνής βοδιών θυσίας
530 να κάνω προσφορά
στ᾽ άσωστα του πατέρα Ωκεανού ακρογιάλια,
κι ούτε ποτέ με λόγο ας αμαρτήσω,
μ᾽ άσβηστη πάντα μες στο νου τη γνώμη αυτή ας κρατήσω.

Είναι γλυκό με θαρρετές ελπίδες της ζωής μου
όλες τις μέρες να περνώ,
και ν᾽ ανασταίνω με χαρές καθάριες τη ψυχή μου.
540 Μα εσένα – σύγκορμη σπαρνώ
να βλέπω μύρια να ξεσκούν μαρτύρια, Προμηθέα,
γιατί, χωρίς να φοβηθείς το Δία,
πας στους ανθρώπους τους θνητούς με τη δική σου ιδέα
και δίνεις τόση αξία.

Άδωρο δώρο η χάρη τους· τί τ᾽ όφελος, αλήθεια
και ποιά από τους λιγόζωους βοήθεια;
Δεν το είδες; πόσο αδύναμο κι ολιγοδρανισμένο,
τυφλό σα μέσα σ᾽ όνειρο ζαλεύει
550 τ᾽ ανθρώπινο κοπάδι ᾽μποδεμένο;
Όμως του Δία την πάνσοφη αρμονία
βουλή θεού δεν την παρασαλεύει.

Το ᾽μαθ᾽ αυτό, τα πάθη σου σαν είδα τα φριχτά
κι ένας αλλιώτικος σκοπός
στο νου μου, Προμηθέα, πετά
όχι σαν κείνο πὄψαλλα μια μέρα, όταν γαμπρός
στο νυφικό κρεβάτι σου μ᾽ αρίθμητα προικιά
την κέρδισες κι οδήγαες μόνος μόνη
560 την κόρη του πατέρα μου Ησιόνη.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ: Ο εμφύλιος των Κερκυραίων και η έσχατη λογική της Πολιτειακής νομιμότητας ενός κράτους

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ Πελοποννησιακός Πόλεμος, μετάφραση Ελευθέριου Βενιζέλου. Ακολουθούν αποσπάσματα και σχολιασμός από τον εμφύλιο των Κερκυραίων (διατηρείται η ορθογραφία του αρχικού). Συνιστάται ανάγνωση όλων των περιστατικών κάτω στα «Κερκυραϊκά», Βιβλίο Γ, καθώς και όλο το βιβλίο της μετάφρασης του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ακολουθούν συνοπτικά σχόλια για συγκεκριμένα εδάφια των οποίων και παρατίθενται αποσπάσματα. Ολοκληρώνω με σύντομη ανάλυση όπου επιχειρείται να γίνει ένας ευρύτερος, βαθύτερος και πολιτικά νοούμενος ορισμός  της Πολιτειακής νομιμότητας.
 
Εισαγωγή. Η Κέρκυρα σύρθηκε στον εμφύλιο πόλεμο επειδή ροκανίστηκε και σταδιακά κατεδαφίστηκε η Πολιτειακή νομιμότητα. Συνοπτικά, πιο κάτω, θα υποστηριχθεί ότι η Πολιτειακή νομιμότητα είναι εκείνη η πολιτική ουσία που συγκροτεί και συγκρατεί το κράτους, τους νόμους και τους ανθρώπους. Αποτελεί υπαρξιακή προϋπόθεση βιωσιμότητας της πολιτείας, συνοχής της κοινωνίας και λειτουργίας της πολιτικής. Όταν υπονομευτεί υπονομεύονται τα πάντα, το κράτος και η κοινωνία γίνονται έρμαιο των ξένων, κλιμακώνονται τα εμφύλια σύνδρομα και η πλήρης καταστροφή είναι αναπόδραστη. Τα κύρια αίτια, θα υποστηριχθεί, είναι η αλληλουχία στρατηγικών λαθών που σταδιακά καθιστούσαν την Κέρκυρα έρμαιο των ξένων και έθρεφαν τα εμφύλια σύνδρομα. Ο Θουκυδίδης, ο μέγιστος και έσχατος πολιτικός επιστήμων, όχι μόνο περιγράφει αλλά και ερμηνεύει τα αίτια που οδήγησαν στον εμφύλιο των Κερκυραίων και στην καταρράκωση των νομιμοποιητικών θεμελίων και των έσχατων πολιτειακών λογικών της Κέρκυρας.
 
Ο Θουκυδίδης θα είναι πάντα επίκαιρος και κατά την εκτίμησή μου ο Πελοποννησιακός Πόλεμος θα συνεχίσει να είναι το πιο διδακτικό κείμενο των τριών επιπέδων ανάλυσης της πολιτικής θεωρίας, δηλαδή του ανθρώπου, του κράτους και της διεθνούς πολιτικής. Κορυφώνει την πολιτική θεωρία συγκροτώντας το συνδυαστικό επιστημονικό πεδίο της πολιτικής θεωρίας του διεθνούς συστήματος που συνδέει τα τρία επίπεδα κάθε κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Από τον Θουκυδίδη μπορεί να αντληθεί η κρατική θεωρία κάθε πολιτείας και να ευαισθητοποιηθεί η κοινωνία της για τις έσχατες λογικές που διέπουν την ύπαρξή της και την βιωσιμότητά της.
 
Είναι επιπλέον ένα κείμενο επιστημονικής αντικειμενικότητας. Η διαχρονική αξία και η αντικειμενικότητα του Θουκυδίδη αιτιολογήθηκε με εξαίρετο τρόπο από την Jacqueline de Romilly (1988). Στην αριστουργηματική αποτίμηση του έργου και της μεθόδου του Θουκυδίδη, σημειώνει πως αυτό το θεμελιώδες έργο, που «με τόσο συγκινητικό τρόπο τείνει στην απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή» (σ. 15), οφείλει τη μεγάλη αξία του στο γεγονός πως κατόρθωσε «να θέσει την πιο αυστηρή αντικειμενικότητα στην υπηρεσία μιας εντονότατα προσωπικής δημιουργίας». Αυτό επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, επειδή βλέπει τη λεπτομέρεια σε συνάρτηση με το σύνολο (βλ. σ. 43), παραθέτει και αξιολογεί μόνο εκείνες τις πληροφορίες που αναφέρονται σε κάποιο σημαντικό σκοπό (βλ. σ. 48), εξετάζει ό,τι έχει γνώρισμα καθολικό (βλ. σ. 49), παραθέτει «προθέσεις» ή «γνώμες» διαχρονικής αξίας και ανεξάρτητων των ατομικών περιπτώσεων (βλ. σ. 50) και εστιάζει την προσοχή με αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας και με τρόπο που μας επιτρέπει «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα: αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες» (σ. 52).
 
Ακολουθούν συνοπτικά σχόλια επί συγκεκριμένων παραγράφων των εδαφίων για τον εμφύλιο των Κερκυραίων, παρατίθενται σύντομες αυτούσιες παράγραφοι από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και προστίθεται στο τέλος σύντομη περιγραφή των πολιτικών και ανθρωπολογικών παραμέτρων της πολιτειακής νομιμότητας.
 
 Εισαγωγικό σχόλιο για το 70
 
  • Λανθασμένες αποφάσεις εθνικής στρατηγικής εκ μέρους των Κερκυραίων
  • Διαρκή λάθη εσωτερικής και εξωτερικής εξισορρόπησης αντιπάλων και λανθασμένες συμμαχικές επιλογές
  • Soft power ξένων κρατών που διάβρωσαν πολλούς πολίτες
  • Διαρκής παραπληροφόρηση των πολιτών από εγχώριους και ξένους.
  • Αποδυνάμωση κοσμοθεωρητικών και ηθικών θεμελίων της Πόλεως
  • Ο πνευματικός, οικονομικός και ηθικός κατήφορος οδηγεί στον ανταγωνισμό μεταξύ των Κερκυραίων για το ποιος θα είναι ο πιο κατευναστής και ο πιο εθελόδουλος
  • Αυτιστική ανάπτυξη εμφύλιων συνδρόμων και δρομολόγηση εμφύλιων αποφάσεων που ενθάρρυναν έξωθεν δυνάμεις και συμφέροντα.
 
70. Ο εμφύλιος σπαραγμός των Κερκυραίων ήρχισε τωόντι, αφ’ ότου οι αιχμάλωτοι, οι οποίοι είχαν συλληφθή εις τας ναυμαχίας που έλαβαν χώραν εξ αφορμής της Επιδάμνου, απελύθησαν από τους Κορινθίους και επέστρεψαν εις την Κέρκυραν. Η απόλυσίς των έγινε κατ’ επίφασιν επί τη βάσει εγγυήσεως οκτακοσίων ταλάντων, η οποία είχε δοθή από τους προξένους των, πράγματι όμως διότι είχαν αναλάβει να μεταστρέψουν την πολιτικήν της Κερκύρας υπέρ των Κορινθιακών συμφερόντων. Και ήρχισαν πραγματικώς ραδιουργούντες και προσπαθούντες να κατηχήσουν ένα έκαστον από τους οπλίτας, όπως παρασύρουν την πόλιν ν’ αποσπασθή από την Αθηναϊκήν συμμαχίαν. Μετά την άφιξιν, τωόντι, ενός Αθηναϊκού και ενός Κορινθιακού πλοίου, τα οποία έφεραν πρέσβεις, και την διεξαχθείσαν συζήτησιν, οι Κερκυραίοι εψήφισαν όπως εξακολουθήσουν να είναι σύμμαχοι των Αθηναίων, κατά τους όρους της συμφωνίας που είχαν κάμει, ανανεώσουν όμως συγχρόνως και την προηγουμένην φιλίαν των με τους Πελοποννησίους. Αλλά συγχρόνως οι αιχμάλωτοι, που είχαν επιστρέψει από την Κόρινθον, ενήγαγαν εις δίκην τον Πειθίαν, εθελοπρόξενον των Αθηναίων, και αρχηγόν της δημοκρατικής φατρίας, κατηγορούντες αυτόν ότι επιδιώκει να υποδουλώση την Κέρκυραν εις τους Αθηναίους. Εκείνος, εξ άλλου, απαλλαγείς της κατηγορίας, αντενάγει εις δίκην τους πέντε πλουσιωτέρους απ’ αυτούς, ισχυριζόμενος ότι κόπτουν στηρίγματα αμπέλων από τα ιερά άλση του Διός και του Αλκινόου, αδίκημα, το οποίον ετιμωρείτο με χρηματικήν ποινήν ενός στατήρος [10] δι’ έκαστον στήριγμα. Επειδή δ’ οι εναχθέντες κατεδικάσθησαν, εκάθισαν ικέται εις τους ναούς, ζητούντες, ένεκα του μεγέθους της χρηματικής ποινής, να καταβάλουν αυτήν εις δόσεις. Ο Πειθίας έπεισε την Βουλήν, της οποίας επίσης ήτο τότε μέλος, να προβούν εις αναγκαστικήν εκτέλεσιν, σύμφωνα με τον νόμον. Οι πέντε καταδικασθέντες, επειδή όχι μόνον ο νόμος απέκλειε την αποδοχήν της αιτήσεώς των, αλλά και έμαθαν συγχρόνως ότι εφόσον ο Πειθίας ήτο μέλος της Βουλής θα επέμενε να πείση την πλειοψηφίαν, όπως συνάψουν επιθετικήν και αμυντικήν συμμαχίαν με τους Αθηναίους, συνώμοσαν με τους φίλους των, και οπλισθέντες με εγχειρίδια, εισώρμησαν εις την Βουλήν και εφόνευσαν τον Πειθίαν και άλλους εκ των βουλευτών και ιδιωτών, εξήντα τον αριθμόν. Ολίγοι από τους ομόφρονας του Πειθίου κατέφυγαν εις την Αθηναϊκήν τριήρη, η οποία δεν είχεν ακόμη αποπλεύσει.
 
Εισαγωγικό σχόλιο για 71-81.
 
  • Αλληλουχία λανθασμένων αποφάσεων, εκβιαστική επιβολή επί της κοινωνίας «λύσεων» από εφήμερες εξουσιαστικές ομάδες
  • Μικρές και μεγάλες εισβολές ξένων δυνάμεων, απειλές και ποικιλότροπες αναιρέσεις της κυριαρχίας από ξένα κράτη, άλλοτε συμμαχικά και άλλοτε εχθρικά
  • Η ανασφάλεια, η αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών, τα οικονομικά προβλήματα και η αλληλουχία διπλωματικών λαθών προκάλεσε διαρκή καταβύθιση των Κερκυραίων όχι μόνο σε εμφύλιες λογικές και σε διαρκή πολιτειακή αποδυνάμωση.
  • Ως συνέπεια έχουμε κλιμάκωση των εμφύλιων συρράξεων, προβοκάτσιες, φόνους, φωτιές, καταστροφή περιουσιών.
  • Ολοένα και μεγαλύτερη ανάμειξη τρίτων στις υποθέσεις της Κέρκυρας, ολοένα μεγαλύτερες βίαιες πράξεις, φόνοι, στημένες δίκες, αλλοφροσύνη και ανορθολογισμός χωρίς τέλος
  • Στο 81 ο Θουκυδίδης σημειώνει: «Καμμία από τας φρικαλεότητας που είναι συνήθεις εις τοιαύτας περιστάσεις δεν έλειψε και χειρότεραι ακόμη έλαβον χώραν. Διότι πατέρες εφόνευαν τα τέκνα των, και ικέται απεσπώντο από τους ναούς και εφονεύοντο πλησίον. Μερικοί μάλιστα απέθαναν εντός του ναού του Διονύσου, του οποίου αι θύραι απεφράχθησαν δια τοίχου.»
 
71. 72. 73. 74. Η κατατρόπωσις των ολιγαρχικών επήλθε περί την δύσιν του ηλίου, και επειδή ήρχισαν να φοβούνται μήπως οι δημοκρατικοί, εάν προελάσουν, καταλάβουν με τον πρώτον αλαλαγμόν της επιθέσεως το νεώριον και τους περάσουν εν στόματι μαχαίρας, έβαλαν φωτιά εις τας πέριξ της Αγοράς ιδιωτικάς οικίας και τας πολυκατοικίας δια να προληφθή τοιουτοτρόπως η επίθεσις, χωρίς να φεισθούν ούτε τας ιδικάς των, ούτε τας ξένας οικοδομάς, εις τρόπον ώστε και εμπορεύματα πολλά εμπόρων κατεκάησαν και εάν κατά την διάρκειαν της πυρκαϊάς εσηκώνετο άνεμος προς την διεύθυνσιν της πόλεως, θα διέτρεχε κίνδυνον να καταστροφή ολόκληρος. Η Κορινθιακή, εξ άλλου, τριήρης, μετά την επικράτησιν των δημοκρατικών, απέπλευσε λάθρα και οι περισσότεροι από τους μισθοφόρους επέρασαν κρυφίως εις την στερεάν.
 
 75. Την ακόλουθον ημέραν, ήλθεν εις βοήθειαν από την Ναύπακτον με δώδεκα πλοία και πεντακοσίους Μεσσηνίους οπλίτας ο Νικόστρατος, υιός του Διειτρέφους, στρατηγός των Αθηναίων, αφήρεσαν τα όπλα από τα σπίτια των εχθρών των και θα εφόνευαν μερικούς απ’ αυτούς, τους οποίους συνήντησαν κατά τύχην, εάν δεν ημποδίζοντο από τον Νικόστρατον.
 
 77. Οι δημοκρατικοί, ευρισκόμενοι εις πολλήν ταραχήν και φόβον, ένεκα και της εσωτερικής καταστάσεως και του επερχομένου εχθρικού στόλου, Καθώς επλησίαζαν προς τον εχθρικόν στόλον τα Κερκυραϊκά πλοία μεμονωμένα, δύο απ’ αυτά ηυτομόλησαν αμέσως, ενώ εις άλλα πάλιν οι αποτελούντες τα πληρώματα ήλθαν εις χείρας μεταξύ των, και γενική επεκράτει αταξία.
 
78. 79.  80. 81. Ήλθαν επίσης εις τον ναόν της Ήρας, και αφού έπεισαν περί τους πενήντα από τους εκεί ικέτας να υποβληθούν εις δίκην, τους κατεδίκασαν όλους εις θάνατον. Οι περισσότεροι από τους ικέτας, όσοι δεν είχαν δεχθή να δικασθούν, βλέποντες τα γινόμενα, ήρχισαν ν’ αλληλοσκοτώνονται μέσα εις τον ίδιον τον ναόν. Μερικοί απηγχονίζοντο από τα δένδρα και άλλοι ηυτοκτόνουν όπως ημπορούσε ο καθείς. Ολόκληρον άλλωστε την εβδομάδα, κατά την οποίαν ο Ευρυμέδων με τα εξήντα πλοία του παρέμεινεν εκεί μετά την άφιξίν του, οι Κερκυραίοι εξηκολούθουν να φονεύουν όσους από τους συμπολίτας των εθεώρουν εχθρούς των, και μολονότι ισχυρίζοντο ότι καταδιώκουν μόνον εκείνους που ήθελαν να καταλύσουν το δημοκρατικόν πολίτευμα, πράγματι όμως μερικοί εφονεύθησαν προς ικανοποίησιν προσωπικών παθών, και άλλοι, οι οποίοι είχαν δανείσει χρήματα, από τους οφειλέτας των. Ημπορούσε κανείς να ίδη τον θάνατον υπό όλας του τας μορφάς. Καμμία από τας φρικαλεότητας που είναι συνήθεις εις τοιαύτας περιστάσεις δεν έλειψε και χειρότεραι ακόμη έλαβον χώραν. Διότι πατέρες εφόνευαν τα τέκνα των, και ικέται απεσπώντο από τους ναούς και εφονεύοντο πλησίον. Μερικοί μάλιστα απέθαναν εντός του ναού του Διονύσου, του οποίου αι θύραι απεφράχθησαν δια τοίχου.
 
Εισαγωγικό σχόλιο για 82-83
 
  • Η κρίση σταδιακά οδηγούσε σε ολοένα μεγαλύτερη και στο τέλος ανεπίστροφη εσωτερική πολιτική διαίρεση στην βάση καθεστωτικών και ιδεολογικών θέσεων που αναιρούσαν την πολιτειακή συνοχή, ροκάνιζαν την πολιτειακή νομιμοποίηση στα όμματα των πολιτών και διαιρούσαν εμφύλια την κοινωνία. Ο εμφύλιος πόλεμος όλων εναντίον όλων καθίστατο σταδιακά αναπόφευκτος.
  • Εμπλοκή των υπόλοιπων ελληνικών κρατών ανάλογα με τα συμφέροντά τους ή όπως αυτοί τα έβλεπαν εν μέσω αστάθειας και αβεβαιότητας.
  • Τυπολογία διαχρονικής αξίας για την ανθρώπινη φύση και τις προϋποθέσεις που προκαλούν ταλάντωσή της προς την μια ή άλλη κατεύθυνση και για τους λόγους που η εμφύλια κλιμάκωση καθίσταται ανεξέλεγκτη: «Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή ελαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων.»
  • Οι ταλαντώσεις της ανθρώπινης φύσης σταθεροποιούνται μέσα σε Πολιτειακές δομές με κοσμοθεωρητικό και ηθικό περιεχόμενο κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένο και νόμους η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική για όλους. Ο Θουκυδίδης μας προσφέρει μια εξίσου σημαντική διαχρονική τυπολογία της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ από την μια πλευρά της ασφάλειας, ευημερίας, κοινωνικής συνοχής και από την άλλη πλευρά του φαύλου κύκλου ανασφάλειας, φόβου, τρόμου, φτώχιας και συνεπαγόμενων ταλαντώσεων της ανθρώπινης φύσης προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις: «Αλλ’ ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ’ ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευημερίαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος και τείνει ν’ αφομοιώση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν. Αι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, δια της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. Και κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα. Τωόντι η μεν παράλογος τόλμη εθεωρήθη ως ανδρεία, ετοίμη εις θυσίαν χάριν των πολιτικών ομοφρόνων, η προνοητική διστακτικότης ως εύσχημος δειλία, η σωφροσύνη ως πρόσχημα ανανδρίας, η δια κάθε τι σύνεσις ως θραδυκινησία.»
  • Διαχρονικής σημασίας περιγραφή και ερμηνεία των συνεπειών απουσίας Πολιτειακής τάξης / δικαιοσύνης και της συνεπαγόμενης ανάπτυξης της ιδιωτείας και των φυγόκεντρων τάσεων που εξαλείφουν τον πολιτικό πολιτισμό και επιστρέφουν ένα κράτος στην εποχή της βαρβαρότητας. Γράφει σε ένα σημείο ο Θουκυδίδης: «Καθόσον οι φατριαστικοί σύνδεσμοι δεν συνιστώντο χάριν αμοιβαίας βοηθείας, επί τη βάσει των κειμένων νόμων, αλλά χάριν ιδιοτελών σκοπών, αντιθέτων προς τους καθεστώτας νόμους. Και η προς αλλήλους εμπιστοσύνη ενισχύετο όχι τόσον δια των προς τους θεούς όρκων, όσον δια της από κοινού διαπράξεως εγκλημάτων.». Τις συμπράξεις, λοιπόν, δεν τις δημιουργούσε η πολιτική, οι κοινωνική έλεγχοι και η προσπάθεια όλων να συγκροτήσουν μια δομή διανεμητικής δικαιοσύνης και νομιμοποιημένων κοινωνικών ιεραρχιών. Προέρχονταν από σύνδρομα ιδιωτείας και συμμαχίες που σκοπό είχαν τη διάπραξη εγκλημάτων.
  • Η ιδιωτεία είναι το θανατηφόρο δηλητήριο μιας Πολιτείας. Και για αυτό το θέμα ο Θουκυδίδης προσφέρει μια ανεκτίμητη περιγραφή και ερμηνεία του καθοδικού φαύλου κύκλου όταν η πολιτική εκλείπει και η ατομική ιδιοτέλεια κυριαρχεί με συνέπεια την Πολιτειακή αποδυνάμωση: «Οι περισσότεροι τωόντι άνθρωποι προτιμούν να είναι αχρείοι και να ονομάζωνται επιτήδειοι, παρά να είναι χρηστοί και να λέγωνται ευήθεις, και δια το τελευταίον τούτο μεν εντρέπονται, ενώ δια το πρώτον υπερηφανεύονται. Αιτία όλων αυτών ήτο η δίψα της εξουσίας, την οποίαν γεννά η πλεονεξία και η φιλαρχία, και το φατριαστικόν πνεύμα, το οποίον εκτρέφουν τα δύο αυτά πάθη, εις όσους περιπέσουν άπαξ εις φατριαστικάς έριδας.». Έτσι έχουμε κλιμάκωση τάσης προς βαρβαρότητα και ιδιωτεία λόγω απουσίας Πολιτειακής τάξης/δικαιοσύνης: «Αγωνιζόμενοι, εξ άλλου, να υποσκελίσουν αλλήλους με κάθε μέσον, ετόλμησαν τα τερατωδέστερα πράγματα»
  • Τι σημαίνει, πιο συγκεκριμένα η κατεδάφιση της Πολιτειακής τάξης/δικαιοσύνης: «Τοιουτοτρόπως, ένεκα των εμφυλίων σπαραγμών, όλαι αι μορφαί της μοχθηρίας ενεφανίσθησαν εις τον Ελληνικόν κόσμον. Η αγαθότης, η οποία συνδέεται στενώς με την ευγένειαν του χαρακτήρος, κατεγελάτο τόσον, ώστε εξηφανίσθη, ενώ επεκράτησεν ο πλήρης δυσπιστίας αμοιβαίος ανταγωνισμός, καθόσον δεν υπήρχε τίποτε που να ημπορή να οδηγήση εις συνδιαλλαγήν, ούτε υποσχέσεις πανηγυρικαί, ούτε όρκοι φοβεροί. Έκαστος, εφόσον ήτο ισχυρότερος, σκεπτόμενος πόσον απελπιστικώς αναξιόχρεοι ήσαν αι διδόμεναι εγγυήσεις, ελάμβανε τ’ αναγκαία δια την ασφάλειάν του μέτρα, χωρίς να ημπορή να στηριχθή εις άλλους. Και οι έχοντες ασθενεστέραν την αντίληψιν επεκράτουν ως επί το πλείστον.»
 
82. Εις τοιαύτας υπερβολάς ωμότητος έφθασεν ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος εθεωρήθη ακόμη ωμότερος της πραγματικότητος, λόγω του ότι υπήρξεν ο πρώτος. Διότι βραδύτερον τουλάχιστον, όλος σχεδόν ο Ελληνικός κόσμος συνεταράχθη, καθόσον ο ανταγωνισμός των αρχηγών των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, εις τας διαφόρους πόλεις, αποτέλεσμα είχεν οι μεν πρώτοι να επικαλούνται την βοήθειαν των Αθηναίων, οι δε δεύτεροι των Λακεδαιμονίων. Και εν καιρώ μεν ειρήνης ούτε πρόφασιν είχαν ούτε διάθεσιν να επικαλούνται την επέμβασίν των. Τώρα όμως που αι δύο αυταί πόλεις ευρίσκοντο εις πόλεμον, και οι δημοκρατικοί και οι ολιγαρχικοί των άλλων πόλεων επεδίωκαν βιαίας πολιτικάς μεταβολάς, εύρισκαν ευκόλως την ευκαιρίαν να εξασφαλίζουν συγχρόνως την βοήθειαν των συμμάχων, δια να κατατροπώσουν τους αντιπάλους των, και με το ίδιον μέσον ενισχυθούν οι ίδιοι. Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή ελαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων. Διότι εν καιρώ μεν ειρήνης και ευημερίας και αι πόλεις και οι ιδιώται διαπνέονται από ευγενέστερα αισθήματα, καθόσον δεν περιπίπτουν υπό την πίεσιν αναποτρέπτων αναγκών. Αλλ’ ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ’ ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευημερίαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος και τείνει ν’ αφομοιώση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν. Αι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, δια της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. Και κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα. Τωόντι η μεν παράλογος τόλμη εθεωρήθη ως ανδρεία, ετοίμη εις θυσίαν χάριν των πολιτικών ομοφρόνων, η προνοητική διστακτικότης ως εύσχημος δειλία, η σωφροσύνη ως πρόσχημα ανανδρίας, η δια κάθε τι σύνεσις ως θραδυκινησία. Η τυφλή παραφορά εκρίθη ως ανδρική αρετή, ενώ η χάριν ασφαλείας περαιτέρω σκέψις ως εύσχημος πρόφασις υπεκφυγής. Ο τα πάντα επικρίνων και τους πάντας κακολογών εθεωρείτο άξιος εμπιστοσύνης εις κάθε περίστασιν, ενώ ο αντιτιθέμενος προς αυτόν, ύποπτος. Ο στήνων επιτυχή παγίδα εθεωρείτο άνθρωπος ευφυής, αλλά πολύ περισσότερον ικανός, ο οσφραινόμενος εγκαίρως αυτήν. Ενώ εκείνος που εφρόντιζε να μην ευρεθή εις την ανάγκην να κάμη ούτε το εν, ούτε το άλλο, εθεωρείτο διαλυτής του κόμματος και πανικόβλητος απέναντι των αντιπάλων. Με μίαν λέξιν, ο προτρέχων άλλου εις την διάπραξιν κακού εκρίνετο άξιος επαίνων, καθώς και ο παρακινών άλλον εις διάπραξιν κακού, το οποίον εκείνος δεν είχε διανοηθή. Και ο ίδιος άλλωστε ο συγγενικός ακόμη δεσμός εθεωρήθη ολιγώτερον στενός του μεταξύ πολιτικών ομοφρόνων δεσμού, διότι οι τελευταίοι ήσαν προθυμότεροι εις το να τολμήσουν κάθε τι χωρίς δισταγμόν. Καθόσον οι φατριαστικοί σύνδεσμοι δεν συνιστώντο χάριν αμοιβαίας βοηθείας, επί τη βάσει των κειμένων νόμων, αλλά χάριν ιδιοτελών σκοπών, αντιθέτων προς τους καθεστώτας νόμους. Αλλ’ εκείνος, ο οποίος, δοθείσης ευκαιρίας, πρώτος ανέκτα το θάρρος του, εάν έβλεπε τον αντίπαλον απροφύλακτον, εξεδικείτο με μεγαλυτέραν ευχαρίστησιν, λόγω του ότι εξηπάτα την προς τον όρκον εμπιστοσύνην του αντιπάλου του, παρά εάν εξεδικείτο παλληκαρίσια. Διότι υπελόγιζεν ότι εκτός του πλεονεκτήματος της ασφαλείας, εκέρδιζε και το βραβείον της επιτηδειότητος αφού επεκράτησε δι’ απάτης. Οι περισσότεροι τωόντι άνθρωποι προτιμούν να είναι αχρείοι και να ονομάζωνται επιτήδειοι, παρά να είναι χρηστοί και να λέγωνται ευήθεις, και δια το τελευταίον τούτο μεν εντρέπονται, ενώ δια το πρώτον υπερηφανεύονται. Αιτία όλων αυτών ήτο η δίψα της εξουσίας, την οποίαν γεννά η πλεονεξία και η φιλαρχία, και το φατριαστικόν πνεύμα, το οποίον εκτρέφουν τα δύο αυτά πάθη, εις όσους περιπέσουν άπαξ εις φατριαστικάς έριδας. Διότι οι αρχηγοί των φατριών εις τας διαφόρους πόλεις, προβάλλοντες εκατέρωθεν εύηχα συνθήματα, οι δημοκρατικοί την πολιτικήν ενώπιον του νόμου ισότητα του πλήθους, οι ολιγαρχικοί την σώφρονα αριστοκρατίαν, λόγω μεν υπηρέτουν τα κοινά, πράγματι όμως καθίστων αυτά βραβείον του προσωπικού των ανταγωνισμού. Αγωνιζόμενοι, εξ άλλου, να υποσκελίσουν αλλήλους με κάθε μέσον, ετόλμησαν τα τερατωδέστερα πράγματα. Και ήσαν έτοιμοι να κορέσουν τον πόθον της αμέσου εκδικήσεως, είτε δι’ αδίκων καταδικών, είτε επιβαλλόμενοι δια της βίας. Και ενώ καμμία από τας δύο μερίδας δεν ενεπνέετο από αισθήματα ευσεβείας, εκείνοι που κατώρθωναν να συγκαλύψουν απεχθείς πράξεις υπό ωραίους λόγους επηνούντο πολύ περισσότερον. Οι πολίται, εξ άλλου, όσοι δεν ανήκαν εις καμμίαν από τας δύο μερίδας, έπιπταν θύματα και των δύο, είτε διότι ηρνούντο ν’ αγωνισθούν παρά το πλευρόν των, είτε διότι τους εφθόνουν δια την ακίνδυνον και ήσυχον ζωήν που εζούσαν.
 
83. Τοιουτοτρόπως, ένεκα των εμφυλίων σπαραγμών, όλαι αι μορφαί της μοχθηρίας ενεφανίσθησαν εις τον Ελληνικόν κόσμον. Η αγαθότης, η οποία συνδέεται στενώς με την ευγένειαν του χαρακτήρος, κατεγελάτο τόσον, ώστε εξηφανίσθη, ενώ επεκράτησεν ο πλήρης δυσπιστίας αμοιβαίος ανταγωνισμός, καθόσον δεν υπήρχε τίποτε που να ημπορή να οδηγήση εις συνδιαλλαγήν, ούτε υποσχέσεις πανηγυρικαί, ούτε όρκοι φοβεροί. Έκαστος, εφόσον ήτο ισχυρότερος, σκεπτόμενος πόσον απελπιστικώς αναξιόχρεοι ήσαν αι διδόμεναι εγγυήσεις, ελάμβανε τ’ αναγκαία δια την ασφάλειάν του μέτρα, χωρίς να ημπορή να στηριχθή εις άλλους. Και οι έχοντες ασθενεστέραν την αντίληψιν επεκράτουν ως επί το πλείστον. Διότι, φοβούμενοι, ως εκ της ιδικής των ανεπαρκείας και της ευφυΐας των αντιπάλων των, μήπως όχι μόνον ηττηθούν κατά την συζήτησιν, αλλά και ένεκα της ευστροφίας του πνεύματος των τελευταίων πέσουν πρώτοι θύματα των μηχανορραφιών των, έφθαναν τολμηρώς μέχρις εγκλήματος. Ενώ εκείνοι, επειδή ένεκα καταφρονήσεως των αντιπάλων των ενόμιζαν ότι ημπορούν εγκαίρως ν’ αντιληφθούν τους σκοπούς των, και ότι δεν υπάρχει ανάγκη να επιδιώξουν δια της δυνάμεως ό,τι ηδύνατο να επιτευχθή δια της ευφυΐας, κατελαμβάνοντο απροφύλακτοι και εφονεύοντο ως επί το πλείστον.
 
Τα αίτια της κρατικής αποδυνάμωσης και της υπονόμευσης της Πολιτειακής νομιμότητας, της ευημερίας, την δημοκρατίας, της ασφάλειας και της ελευθερίας
 
Η ευημερία, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η ελευθερία, η ασφάλεια και η κοινωνική συνοχή των μελών μιας κοινωνικής οντότητας είναι συνάρτηση μερικών αξονικών παραγόντων και κριτηρίων.
 
Α) Κοινωνικής συνοχής και κοινωνικής συσπείρωσης γύρω από κοσμοθεωρητικές παραδοχές και ηθικά κριτήρια δικαιακά θεμελιωμένα. Η Πολιτειακή νομιμότητα είναι εδραία και η Πολιτεία συνεκτική και ισχυρή όταν η ηθική και το δίκαιο που συγκροτούν τις δομές του οικείου συστήματος διανεμητικής δικαιοσύνης διασφαλίζει μια σταθερή και κοινωνικοπολιτικά εδραιωμένη και νομιμοποιημένη εσωτερική τάξη. Αυτό συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, κοινωνικές ιεραρχίες που αναζητούν την χρυσή τομή μεταξύ παραγωγικότητας/αποτελεσματικότητας, αλληλεγγύης, αξιοκρατίας, κοινωνικής αποδοχής, ιδιοκτησίας, σχέσης κατανάλωσης/αποταμίευσης/επένδυσης και διασφάλιση πόρων επαρκών για την συγκρότηση εθνικής ασφάλειας στο εξ ορισμού ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα. Έτσι νοούμενη η πολιτική συγκρότηση είναι ένα άθλημα κοινού κατ’ αλήθειαν βίου και ένα άθλημα συλλογικής αναζήτησης κοινού τρόπου ζωής. Είναι συνάμα άθλημα και σχοινοβασία. Κάθε εισροή αλλότριων συμφερόντων και κάθε επιβολή αποφάσεων έξωθεν υποκινούμενων προκαλεί αστάθεια και τελικά πτώση.
 
Β) Απαιτείται τόσο σωστή κατανόηση των προϋποθέσεων της πολιτειακής συγκρότησης και συγκράτησης όσο και των προϋποθέσεων του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος. Η κατανόηση της διεθνούς πολιτικής είναι προϋπόθεση χάραξης σωστών στρατηγικών επιλογών που είναι συμβατές με την εθνική ασφάλεια και την συλλογική ελευθερία των πολιτών. Χωρίς εθνική ασφάλεια και εθνική ανεξαρτησία δεν διασφαλίζεται η δημοκρατία, η ευημερία, η κοινωνική συνοχή και οι οικονομικές δραστηριότητες. Όπως βλέπουμε και στα Αρχαία χρόνια με υποκίνηση ξένων ροκανίστηκαν η κοινωνικοπολιτική ενότητα και ο στρατηγικός προσανατολισμός των Κερκυραίων. Η εθνική στρατηγική πάντοτε και πολύ περισσότερο σήμερα απαιτεί προσεγγίσεις διαφύλαξης της διάβρωσης των μελών της κοινωνίας κατά στρατηγικών «soft power» άλλων κρατών. Ακριβώς, soft power λέγεται στις μέρες μας ένας μεγάλος τομέας της εθνικής στρατηγικής των κρατών όταν μεθοδεύεται η πολιτικοανθρωπολογική διάβρωση των κοινωνιών άλλων κρατών («φίλων» και «εχθρών»).
 
Μεταξύ άλλων, soft power σημαίνει: 1. Εξαγορές συνειδήσεων κάθε είδους όσων Εφιαλτικά κινούμενοι είναι έτοιμοι να βλάψουν τα συμφέροντα του οικείου κράτους προς όφελος κάποιου άλλου, 2. Επικοινωνιακά παραμυθιάσματα. 3. Παραπληροφόρηση κάθε είδους. 4. Πολιτική παραπλάνηση εκ μέρους ξένων και εγχώριων πραιτοριανών τους. 5. Πνευματικό/πολιτικό αποκοίμισμα μερίδων της κοινωνίας. 5. Προβοκατόρικη  εξώθηση προς αποφάσεις και στάσεις που εξυπηρετούν συμφέροντα άλλων κρατών.
 
Στην σύγχρονη εποχή το κυριότερο εργαλείο soft power των κρατών είναι αγράμματοι, ημιμαθείς, παρασιτικά ζώντες σε χώρους της επιστήμης (δήθεν), ασθενείς ψυχές που παρασύρονται εύκολα ή εκβιάζονται ποικιλότροπα, παραδόπιστοι και χρήσιμοι ηλίθιοι κάθε είδους και απόχρωσης. Όλα αυτά και πολλά άλλα εισρέουν στην δίνη του διακρατικού ανταγωνισμού και για τα οργανωμένα κράτη χρησιμοποιούνται με τρόπο που τα εντάσσει στον σχεδιασμό και εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής. Η εθνική στρατηγική εκπληρώνει τα εθνικά συμφέροντα βλ. πίνακα στο τέλος.
 
Όταν παρατηρούνται τα πιο πάνω σταδιακά η Πολιτεία εκμηδενίζεται, η Πολιτειακή νομιμότητα αποδυναμώνεται και η το κράτος σείεται. Η Πολιτειακή νομιμότητα είναι το κρισιμότερο ζήτημα συνοχής και ισχύος που διασφαλίζει τόσο την εύτακτη και εύρυθμη κοινή ζωή (δηλαδή την τήρηση των νόμων) όσο και την εξωτερική τάξη (δηλαδή την ασφάλεια της εθνικής επικράτειας). Η εξουσία βρίσκεται ανά πάσα στιγμή υπό την νομιμοποιητική αίρεση των μελών της κοινωνίας. Ιδεατές καταστάσεις δεν υπήρξαν και ποτέ δεν θα υπάρξουν. Οδύσσεια είναι η ζωή των κρατών και των ανθρώπων. Πλην υπάρξει μια κρίσιμη νομιμοποιητική βάση που καθιστά τις διανεμητικές εξουσίες των κυβερνώντων κοινωνικά παραδεκτές και εμπράγματα αποδεκτές. Η εξεζητημένη επιβολή διεφθαρμένων ή ξενόδουλων κυβερνητών έχει πάντα τα όριά της. Όσο οι αντοχές της κοινωνίας φθάνουν στα όριά τους και όσο οι ξένοι παίρνουν το πάνω χέρι στις εγχώριες αποφάσεις τόσο περισσότερο υπονομεύεται η Πολιτειακή ύπαρξη.
 
            Η Πολιτεία κλασικά και σωστά νοούμενη δεν είναι μια υλιστική δομή αλλά η ενσάρκωση τόσο του πνευματικού κόσμου όσο και του αισθητού κόσμου των μελών μιας κοινωνικής οντότητας, καθώς και του τρόπου που τα δύο συνδέονται. Ο κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένος τρόπος ζωής που καθημερινά σμιλεύεται, ρυθμίζεται κανονιστικά και διαιωνίζει ένα έθνος, είναι ακριβώς ο άξονας της Πολιτειακής ζωής.
 
            Η Πολιτική που το επιτυγχάνει, εξάλλου, είναι η σύμμειξη και μέθεξη των πνευματικών και των αισθητών των μελών της κοινωνίας σε μια διαρκή αναζήτηση του κατ’ αλήθειαν κοινού βίου και του συμβατού με αυτή κοινού τρόπου ζωής. Η αναζήτηση της κοινής αλήθειας ατόμων διαφορετικής ανθρωπολογικής ετερότητας είναι ένα διαρκές άθλημα και η σταθεροποίηση μιας Πολιτειακής νομιμότητας είναι μια διαρκής ριψοκίνδυνης σχοινοβασίας. Εσωτερικά και εξωτερικά λάθη οδηγούν στην πτώση. Καταμαρτυρούμενα τόσο συχνά παλαιόθεν και στις μέρες μας.
 
             Η Πολιτειακή νομιμότητα δεν αφορά άψυχα όντα ή υλικά αντικείμενα. Τα μέλη μιας κοινωνίας είναι ανθρώπινες ετερότητες απέραντης ανθρωπολογικής ποικιλομορφίας. Ο ψυχικοπνευματικός πυρήνας που προσδιορίζει κάθε μια ξεχωριστή ανθρώπινη Ύπαρξη είναι εξ ορισμού αγνώστων ιδιοτήτων. Οτιδήποτε άλλο είναι προϊόν ευφάνταστων κοινωνικών ψυχολόγων που ψάχνουν για συνταγές ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δεν υπάρχει συνταγή για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Εάν μια συνταγή υπάρχει είναι: Πολιτική δημοκρατικά συγκροτημένη και διαρκής πάλη για συμβατότητα μεταξύ της Πολιτειακής νομιμότητας και των κανονιστικών ρυθμίσεων της πολιτειακής διακυβέρνησης.
 
Η ανθρώπινη φύση κάθε μιας ανθρώπινης οντότητας είναι πολιτικά πολιτισμένη όταν είναι ενταγμένη μέσα σε ένα Πολιτειακό πλαίσιο κοινωνικοπολιτικά προσδιορισμένο και διαρκώς σμιλευμένο από την Πολιτική διαδικασία. Το νόμιμο δεν είναι πάντα νομιμοποιημένο και η νομιμότητα εντός της Πολιτείας συναρτάται με την συμβατότητα και των δύο με το άθλημα της σύμμειξης και μέθεξης πνευματικών και αισθητών στο πλαίσιο της πολιτικής. Όσο περισσότερο διίστανται τόσο πιο ασταθής και ευάλωτη είναι η Πολιτεία και τόσο περισσότερο είναι τρωτή σε εξωτερικές εισροές ανταγωνιστικών κρατών.
 
Απαιτείται να επιμείνουμε στο γεγονός ότι ανεξαρτήτως ιδιοτήτων της ανθρώπινης φύσης (καλή, κακή, αγγελική, διαβολική κα οτιδήποτε ενδιάμεσο) τα ανθρώπινα ενεργήματα ταλαντώνονται πάνω σε ένα εκκρεμές με τρόπο αστάθμητο και απρόβλεπτο. Η ανθρώπινη φύση για να είναι πολιτικά ενταγμένη και γι’ αυτό πολιτισμένη απαιτείται το άτομο-πολίτης να πειθαρχεί στην ισχύουσα τάξη. Η ισχύουσα τάξη είναι ποικίλων βαθμίδων νομιμοποίησης ανάλογα και αντίστοιχα με τις βαθμίδες δημοκρατικής συγκρότησης. Η επισήμανση αυτή καμιά σχέση δεν έχει με τους ορισμούς που κάνουν τα μοντερνιστικά ιδεολογικά δόγματα για την δημοκρατία.
 
 Δημοκρατία εδώ νοείται κλασικά και γι’ αυτό ορθολογιστικά. Δημοκρατία σημαίνει ο πολίτης να ασκεί τον ρόλο του εντολέα επί της εντολοδόχου εξουσίας. Όσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο ρόλος του εντολέα τόσο περισσότερη δημοκρατία έχουμε και με φορά κίνησης που κατατείνει στην κορύφωση και στην πραγμάτωση της πολιτικής ελευθερίας.
 
Αυτό το ζωντανό άθλημα, ζωντανών ανθρώπων που επιδιώκει σταθερό κοσμοθεωρητικό, ηθικό και δικαιακό περιβάλλον δεν υπακούει σε ιδεολογικές τυπολογίες παρά μόνο απαιτείται να είναι συμβατό με τις ανά πάσα στιγμή προϋποθέσεις της συλλογικής κοινωνικής ετερότητας μιας κοινωνικής οντότητας. Προϋποθέσεις που διαρκώς σμιλεύονται και εξελίσσονται.
 
            Η ισχύουσα τάξη είναι στέρεη όταν πέραν μιας αποδεκτής/παραδεκτής σχέσης εντολέα πολίτη και εντολοδόχου εξουσίας υπάρχουν νομιμοποιημένες διαδικασίες εσωτερικών αλλαγών σύμφωνα με την πολιτική διάδραση και τις πολιτικές αποφάσεις. Πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες, για να τηρούνται πρέπει να εκπληρώνουν τους κοινούς εθνικούς σκοπούς. Αλληθώρισμα των πολιτών και της πολιτικής ηγεσίας ως προς αυτούς τους σκοπούς σημαίνει πάντα πρόβλημα.
 
Αλληθώρισμα  βασικά σημαίνει ότι αντί ακλόνητης προσκόλλησης στις έσχατες πολιτειακές λογικές μερικοί προσδοκούν έσχατους άλλους πολιτικούς τόπους ιδεολογικά-διεθνιστικά προσδιορισμένους που ποτέ δεν υπήρξαν, δεν υπάρχουν και ποτέ δεν θα υπάρξουν. Για να παραφράσουμε τον μεγάλο και ποιητικό Αλεξανδρινό πολιτικό φιλόσοφο, η Πόλις πάντα ακολουθεί όλους τους πολίτες. Άλλους τόπους δεν θα βρουν όπου και να πάνε ότι και να κάνουν. Πλην δεν ακούνε όλοι την βοή των επερχόμενων γεγονότων εάν η πίστη και η νομιμοφροσύνη στην οικεία Πολιτεία αποδυναμωθεί και διαβρωθεί.
 
Η Πολιτειακή νομιμότητα είναι κοινωνικοπολιτικά νομιμοποιημένη όταν υπάρχει συμβατότητα μεταξύ των πολιτειακών δομών διακυβέρνησης και της συνισταμένης της κοινής θέλησης των μελών της κοινωνίας. Αυτό απαιτεί τόσο εθνική ανεξαρτησία που διασφαλίζεται με μια ορθολογιστική εθνική στρατηγική που εκτιμά σωστά τις προϋποθέσεις της διεθνούς πολιτικής όσο και διαρκή πάλη για την σμίλευση εσωτερικής συνοχής δικαιακά θεμελιωμένης. Το δικαιακά σημαίνει διαρκή συγκρότηση νομιμοποιημένων νομικών κανόνων ρύθμισης του προαναφερθέντος κατ’ αλήθειαν κοινού βίου.
 
Το δίκαιο είναι η τάξη. Η νομιμοποίηση της τάξης και του δικαίου που την ορίζει εξαρτάται από την «δικαιοσύνη». Η αντίληψη περί δικαιοσύνης του κάθε ατόμου, είναι, πολύ φυσιολογικά, διαφορετική από κάθε άλλου ατόμου. Η συλλογική κρατούσα αντίληψη δικαιοσύνης κάθε στιγμής προσδιορίζει το δίκαιο και την τάξη κάθε στιγμής και συμψηφίζει τις ατομικές αντιλήψεις δικαιοσύνης.
 
Αυτός ο συμψηφισμός και η σταθεροποίηση νομιμοποιημένου δικαίου και νομιμοποιημένης τάξης, υπαινιχθήκαμε πιο πάνω, συναρτάται με το ανά πάσα στιγμή Πολιτειακό «σύστημα» διανεμητικής δικαιοσύνης που σμιλεύει διαρκώς, σταθεροποιεί και αλλάζει από την Πολιτική που αναπτύσσεται εντός της Πολιτείας. Η ιδιωτεία ροκανίζει την Πολιτεία και το αντίστροφό της, δηλαδή ο βαθμός ένταξης της ατομικής ζωής στην Πολιτειακή ζωή δυναμώνει το κράτος.
 
Όποιος νομίζει ότι τα πιο πάνω είναι εύκολα και γραμμικά είναι τουλάχιστον πολιτικά ανεύθυνος. Όποιος με αποφάσεις, ιδιαίτερα αυτές που επιβάλλουν ή υποβάλλουν ξένοι, ροκανίζει την Πολιτειακή νομιμότητα εγκληματεί κατά της Πολιτείας.
 
Η Πολιτειακή νομιμότητα δεν είναι οι νόμοι με την στενή νομική έννοια του όρου. Είναι κάτι πάρα πολύ βαθύτερο. Είναι το πνεύμα που διαχέει και διαποτίζει τους πάντες ενισχύοντας την πίστη, την νομιμοφροσύνη στο κράτος και την φιλοπατρία. Είναι το συμφέρον του καθενός που, για να παραφράσουμε τον Θουκυδίδη, αποτελεί την μεγαλύτερη γέφυρα μεταξύ ανθρώπων και κρατών. Είναι τόσο το πνευματικό όσο και το υλικό συμφέρον όπως το αντιλαμβάνεται ο καθείς και που τελικά όλοι μαζί αποφασίζουν να το επιδιώξουν στο εσωτερικό μιας Πολιτείας. Είναι οι προϋποθέσεις εσωτερικής τάξης που επιτρέπει την απόλαυση της συμπεφωνημένης διανεμητικής δικαιοσύνης και είναι το αίσθημα ασφάλειας ότι η εθνική ανεξαρτησία, δηλαδή η συλλογική ελευθερία μιας κοινωνίας, δεν κινδυνεύει.
 
            Σε τελευταία ανάλυση, ένας και μοναδικός τρόπος υπάρχει να οριστεί η Ελευθερία με όρους πολιτικού πολιτισμού. Ελευθερία είναι το δικαίωμα απόλαυσης της ανθρωπολογικής ετερότητας του ατόμου και της κοινωνίας. Η απόλαυση αυτή σημαίνει δυνατότητα αυτοδιάθεσης, κάτι που διόλου τυχαία όλα τα κράτη μαζί συμφώνησαν ότι διασφαλίζεται εάν και όταν διασφαλίζεται η εσωτερική και εξωτερική κυριαρχία (Υψηλές Αρχές του διεθνούς δικαίου στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ). Είναι η κοινή κοσμοθεωρία όλων των Εθνών, δηλαδή η Εθνική Ανεξαρτησία. Στην κλασική εποχή ονομαζόταν το ιδεώδες της ανεξαρτησίας και αποτελούσε την μια όψη του ίδιου νομίσματος και προϋπόθεση της πολιτειακής δημοκρατίας, ευημερίας και ασφάλειας.
 
            Η διάβρωση των κοσμοθεωρητικών παραδοχών από λανθασμένες ή ξενόδουλες αποφάσεις που υπηρετούν αλλότρια συμφέροντα και η πρόκληση ασυμβατότητας μεταξύ των νομικών ρυθμίσεων και Πολιτειακής νομιμότητας πλήττει τον πυρήνα των έσχατων λογικών της Πολιτείας και θίγει θανάσιμα το έσχατο συμφέρον επιβίωσης. Το συμφέρον επιβίωσης ασφαλώς και είναι έσχατο και προϋπόθεση αυτοσυντήρησης είναι να εδράζεται πάνω σε μια ακλόνητη Πολιτειακή νομιμότητα. Ακόμη και όταν αυτές οι προϋποθέσεις υπάρχουν, όμως, η απουσία αποτελεσματικής στρατηγικής οδηγεί στην κατεδάφιση όπως συνέβη στην Κέρκυρα αλλά και σε χιλιάδες άλλες πολιτείες έκτοτε.
 
            Οι φύλακες του Άρειου Πάγου μιας Πολιτείας φέρουν μεγάλη ευθύνη για την διαφύλαξη της Πολιτειακής νομιμότητας με την ευρύτερη, βαθύτερη και πρωτίστως πολιτική έννοια του όρου. Ιδιαίτερα όταν οι νόμοι ψηφίζονται κατ’ εντολή ξένων και συνοδεύονται από ύπουλες πνευματικές διαβρώσεις κάθε είδους. Όταν επίσης η ψήφιση συνοδεύεται από εκφοβισμούς και εκβιαστικά διλήμματα που υποθηκεύουν την πολιτική Ελευθερία και την Εθνική Ανεξαρτησία. Οι πολίτες, κατ’ ουσία, καμιά συμμετοχή δεν έχουν. Πολύ περισσότερο, εάν αυτοί οι αντί-Πολιτειακοί νόμοι κατεδαφίζουν την κοινωνία, θρέφουν εμφύλια σύνδρομα, ενθαρρύνουν την ιδιωτεία και ενθαρρύνουν την ακύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας.

Καντ: η φύση του ανθρώπου και η αγωγή

O Ιμμάνουελ Καντ (Immanuel Kant), γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1724 στο Καίνιξμπεργκ της Πρωσίας (σήμερα ονομάζεται Καλίνινγκραντ και ανήκει στη Ρωσία) και πέθανε στην ίδια πόλη στις 12 Φεβρουαρίου του 1804. Ήταν το τέταρτο παιδί ενός σαμαρά («σαγματοποιού»), ο οποίος είχε καταγωγή από την Σκωτία· ο Καντ έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία εννέα ετών και ανατράφηκε από τη μητέρα του, με αυστηρές προτεσταντικές αρχές. Αρχικά σπούδασε Θεολογία και στη συνέχεια Μαθηματικά και Φιλοσοφία. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το έργο του Νεύτωνα, του Jean-Jacques Rousseau και τον σκεπτικισμό του David Hume. Μετά το πέρας των σπουδών του, για βιοποριστικούς λόγους, εργάστηκε ως παιδαγωγός σε πολλές οικογένειες, ενώ από το 1775 δούλεψε ως δημόσιος εκπαιδευτικός λειτουργός· το 1770, σε ηλικία 46 ετών, διορίστηκε καθηγητής Λογικής και Μεταφυσικής στο Πανεπιστήμιο, και κράτησε την πανεπιστημιακή έδρα μέχρι το 1797.
 
Το βιβλίο του «Περί Παιδαγωγικής» συγκροτήθηκε από χειρόγραφες σημειώσεις που βρέθηκαν μετά τον θάνατό του. Ο άνθρωπος, γράφει ο Καντ, είναι το μόνο πλάσμα που έχει ανάγκη «ανατροφής»· με τη λέξη ανατροφή εννοείται κυρίως η «περίθαλψη», δηλαδή η συντήρηση και η περιποίηση, η «πειθαρχία» και η διαπαιδαγώγηση μέσω της μόρφωσης. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, ο Καντ, παροιμιώδες υπόδειγμα οργανωτικού τακτικού νου ο ίδιος, ορίζει επακριβώς και με σαφήνεια το περιεχόμενο των εννοιών που χρησιμοποιεί, κατορθώνοντας ωστόσο να είναι κατανοητός και σ’ ένα ευρύτερο κοινό. Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, τα ζώα μεταχειρίζονται τις δυνάμεις τους αμέσως μόλις τις αποκτήσουν, με τρόπο που να μην γίνουν επιζήμιες για τα ίδια· λόγου χάρη, είναι αξιοθαύμαστο, πώς τα νεαρά χελιδόνια, νεογέννητα και σχεδόν τυφλά, γνωρίζουν να τοποθετούν το σώμα τους κατάλληλα, ώστε τα απορρίμματά τους να πέφτουν έξω απ’ τη φωλιά. Επομένως, τα ζώα δεν έχουν ανάγκη περίθαλψης, χρειάζονται όμως κι αυτά τροφή, θέρμανση και καθοδήγηση ή προστασία από κάποιον· ας πούμε, αν ένα ζώο, μετά τη γέννησή του, έκλαιγε ή φώναζε όπως τα νεογέννητα βρέφη, θα γινόταν βορά των λύκων ή άλλων άγριων θηρίων· το ζώο χρειάζεται λοιπόν τροφή, αλλά όχι «περίθαλψη», αφού γνωρίζει ενστικτωδώς και με τη γέννησή του βασικές δεξιότητες της επιβίωσης.
 
Η πειθαρχία λοιπόν και η ανατροφή μεταφέρουν τον άνθρωπο από την κατάσταση του «ζώου» σ’ εκείνη του «ανθρώπου»· το ζώο, δια του ενστίκτου, είναι ήδη ό,τι μπορεί να είναι, αφού «ξένος νους» φρόντισε για κάθε του ανάγκη. Ο άνθρωπος όμως χρειάζεται το ίδιο το μυαλό του («του ιδίου αυτού νου»)· δεν διαθέτει αντίστοιχα ένστικτα και οφείλει μόνος του «να χαράξει το σχέδιο της συμπεριφοράς του»· έρχεται όμως στον κόσμο «βάρβαρος», επομένως άλλοι οφείλουν να το πράξουν αντί γι’ αυτόν.

Το «ανθρώπινο γένος» συνολικά, με τις δικές του δυνάμεις, οφείλει λίγο λίγο ν’ ανασύρει, να φέρει στην επιφάνεια τις «φυσικές ιδιότητές» του ανθρώπου· έτσι, η μια γενιά διαπαιδαγωγεί την άλλη, και την «πρώτη αρχή» θα πρέπει να την αναζητήσουμε σε μια κατάσταση «βαρβαρότητας» ή και «τέλειου πολιτισμού· αν παραδεχθούμε ότι συνέβη το δεύτερο, τότε ο άνθρωπος ξανάπεσε έκτοτε στην αγριότητα και την κατάσταση του «βαρβάρου.»

«Επίσης, σε τίποτα δεν ωφελεί τον νέο η έλλειψη αυστηρότητας, επειδή η μητέρα του ήταν υπερβολικά τρυφερή· διότι αργότερα, και ακριβώς εξαιτίας αυτής της τρυφερότητας, θα συναντήσει παντού περισσότερα εμπόδια και θ’ αντιμετωπίσει πολλά χτυπήματα, αμέσως μόλις ριχτεί στην θορυβώδη περιπέτεια («τύρβη») του βίου.»

Η πειθαρχία εμποδίζει τον άνθρωπο ν’ αποκλίνει από τον «ανθρώπινο» προορισμό του, παρασυρόμενος από τις «ζωώδεις ορμές» του· για παράδειγμα, με την πειθαρχία, ο άνθρωπος δεν περιφέρεται σαν «άγριος» και δεν εκτίθεται σε παράλογους κινδύνους· σ’ αυτή την περίπτωση η πειθαρχία είναι «αρνητική» περιορίζεται δηλαδή στο ν’ αφαιρέσει από τον άνθρωπο την «αγριότητά» του ή τουλάχιστον ένα μέρος της· απεναντίας, η «διαπαιδαγώγηση» είναι το θετικό μέρος της αγωγής.
 
Κατά τον Καντ, «απειθαρχία είναι η μη υπαγωγή στους νόμους»· η πειθαρχία υποτάσσει τον άνθρωπο στους «νόμους του ανθρωπισμού» και τον κάνει ν’ αρχίζει να αισθάνεται την δύναμη, «το κράτος», του νόμου. Αυτό πρέπει όμως να γίνει αρκετά νωρίς· π.χ. τα παιδιά στέλνονται αρχικά στο σχολείο όχι για να μάθουν οπωσδήποτε κάτι, αλλά με σκοπό να συνηθίσουν να «κάθονται ήσυχα» και να τηρούν κάποιους κανόνες, ώστε στο μέλλον να μην κάνουν άμεσα οτιδήποτε τους έρθει στο μυαλό. (παρ. 4)
 
Ο άνθρωπος έχει «εκ φύσεως» τόσο μεγάλη «κλίση» προς την ελευθερία, ώστε, αν από την αρχή και για κάποιο χρονικό διάστημα συνηθίσει σ’ αυτήν, θυσιάζει «το παν» για να την αποκτήσει ξανά. Εξαιτίας αυτής της φυσικής τάσης πρέπει να προσφύγουμε πολύ νωρίς στο μέσο της πειθαρχίας· αν αυτό δε συμβεί, θα είναι δύσκολο κατόπιν ν’ αλλάξουμε τον άνθρωπο· μαθημένος στην ελευθερία και χωρίς πειθαρχία, θ’ ακολουθήσει «πάσαν φαντασιοπληξίαν του.» Αυτό παρατηρούμε άλλωστε και στα «άγρια έθνη», τα οποία, κι όταν ακόμη μένουν για πολύ καιρό στην υπηρεσία των Ευρωπαίων, «ουδέποτε συνηθίζουν» τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής· αυτό, λέει ο Καντ, δεν είναι «ευγενής κλίση προς την ελευθερία», όπως πίστευε ο Rousseau και άλλοι, αλλά «είδος τι βαρβαρότητας»· κατά κάποιον τρόπο, «ο άνθρωπος δεν αναπτύχθηκε ακόμα μέσα στο ζώο.» Ως εκ τούτου, ο άνθρωπος οφείλει να συνηθίσει νωρίς την υποταγή «στα παραγγέλματα του λογικού»: «Αν κατά την νεότητά του αφήσουμε τον άνθρωπο ελεύθερο ν’ ακολουθήσει τις επιθυμίες του, χωρίς να του προβάλλουμε ουδεμία αντίσταση, θα διατηρήσει κάποιου είδους αγριότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Επίσης, σε τίποτα δεν ωφελεί τον νέο η έλλειψη αυστηρότητας, επειδή η μητέρα του ήταν υπερβολικά τρυφερή· διότι αργότερα, και ακριβώς εξαιτίας αυτής της τρυφερότητας, θα συναντήσει παντού περισσότερα εμπόδια και θ’ αντιμετωπίσει πολλά χτυπήματα, αμέσως μόλις ριχτεί στην θορυβώδη περιπέτεια («τύρβη») του βίου.» Το σφάλμα αυτό είναι σύνηθες σε παιδιά ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων («των μεγάλων»), επειδή είναι προορισμένα ν΄ ασκήσουν εξουσία, κι επομένως ουδείς πραγματικά στέκεται αντίθετος κατά τη νεότητά τους.» Είναι απαραίτητη λοιπόν στους ανθρώπους «η λείανση της βαρβαρότητας», ενώ στα ζώα κάτι τέτοιο καθίσταται περιττό, λόγω των ενστίκτων τους. (παρ. 5)
 
Ο άνθρωπος χρειάζεται περίθαλψη (προστασία, φροντίδα) και μόρφωση. Η μόρφωση (Βildung) περιλαμβάνει την πειθαρχία και την εκπαίδευση. Κανένα ζώο, λέει ο Καντ, δεν έχει ανάγκη μόρφωσης· διότι κανένα δεν μαθαίνει από τα μεγαλύτερα σε ηλικία ζώα, εκτός ίσως από τα πτηνά, τα οποία διδάσκονται το κελάϊδισμά τους. Ας πούμε, αν αντικαταστήσουμε τ’ αυγά ενός καναρινιού με αυγά σπουργίτη, οι νεοσσοί θα μάθουν το τραγούδι των καναρινιών, κι έτσι θα έχουμε σπουργίτια να κελαηδούν σαν καναρίνια. Δεν έχει φυσικά σημασία ν΄ αναφέρουμε κι άλλα είδη του ζωικού βασιλείου που ακολουθούν ανάλογες πρακτικές από ένστικτο· το σημαντικό είναι ότι ο Καντ εξαρτά την ίδια την ανθρώπινη ιδιότητα από τη μόρφωση και την αγωγή. Το καναρίνι δεν έχει καμιά δυνατότητα εξέλιξης: ακόμα κι αν μάθει κι άλλους πολλούς περίτεχνους σκοπούς, ή εξέλιξη του είναι προγραμματισμένη από τη «Φύση» ή την «Πρόνοια»· ο άνθρωπος, όπως θα δούμε και παρακάτω, έχει έναν άλλο, ανώτερο, οικουμενικό προορισμό. (παρ. 6)
 
Ο άνθρωπος μόνον «δια της αγωγής» μπορεί να γίνει «άνθρωπος»· και γίνεται τέτοιος ή διαφορετικός, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της αγωγής του. Το σοβαρό έργο της διαπαιδαγώγησης μόνον άλλοι άνθρωποι μπορούν να το αναλάβουν· η έλλειψη πειθαρχίας και παιδείας διαμορφώνει «κακούς» γονείς και «παιδαγωγούς». Εάν, σημειώνει ο Καντ, «κάποιο άτομο υψηλότερης φύσης αναλάμβανε ποτέ την ανατροφή μας, θα βλέπαμε τότε τι δύναται ο άνθρωπος να γίνει. Επειδή όμως η ανατροφή εν μέρει μεν διδάσκει κάτι στον άνθρωπο, εν μέρει δε απλώς κάτι εξελίσσει σ’ αυτόν, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε μέχρι ποιο σημείο μπορούν ν’ αναπτυχθούν οι φυσικές του ιδιότητες. Επιπλέον, αν μπορούσε να γίνει ένα πείραμα, με τη βοήθεια των «μεγάλων» κι εφόσον ενώσουν τις δυνάμεις τους πολλά άτομα, θα είχαμε ήδη αντιληφθεί μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος.» Ωστόσο, είναι καθαρή για «τον διανοούμενο» και θλιβερή για τον «φίλο του ανθρώπου» η παρατήρηση ότι «κατά το πλείστον οι μεγάλοι φροντίζουν μόνον για τον εαυτό τους και ουδέποτε συμμετέχουν στα σοβαρά πειράματα επί της αγωγής, ώστε να κάνει η φύση άλλο ένα βήμα προς την τελειότητα.» (παρ. 7)
 
Στην ηλικία πλέον της ωριμότητας, οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται την ενδεχόμενη παραμέληση της αγωγής τους, είτε ως προς την πειθαρχία, είτε ως προς τη «μόρφωση» ή αλλιώς την «εκπαίδευση.» Οποιοσδήποτε αμόρφωτος είναι «βάρβαρος», και κάθε απειθάρχητος είναι «άγριος»· η έλλειψη πειθαρχίας είναι κακό μεγαλύτερο από την παράλειψη της μόρφωσης, εφόσον η τελευταία μπορεί ν’ αποκτηθεί και βραδύτερα· η αγριότητα όμως «ουδόλως αποβάλλεται» και κάθε παραμέληση της πειθαρχίας δεν μπορεί αργότερα να επανορθωθεί. Το «μέγα μυστικό» για την τελειοποίηση της ανθρώπινης φύσης βρίσκεται στην ανατροφή: όσο αυτή γίνεται όλο και καλύτερη, καθώς συσσωρεύεται πολύτιμη πείρα, κάθε φορά η επερχόμενη γενιά θα πλησιάζει ένα βήμα προς την «τελειότητα της ανθρωπότητας.» Αυτά μπορούν πραγματικά να τα πετύχουν οι άνθρωποι, πίστευε ο Καντ, αφού «τώρα μόλις αρχίζουμε να κρίνουμε επακριβώς και ν’ αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια σε τι ακριβώς συνίσταται η καλή αγωγή. Είναι πολύ ευχάριστο να συλλογίζεται κάποιος ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί πάντοτε να εξελιχθεί προς το καλύτερο δια της αγωγής, και ότι μπορούμε να δώσουμε σ’ αυτήν μορφή ανάλογη με τον ανθρωπισμό. Αυτό ανοίγει τους ορίζοντές μας προς ένα μέλλον ευτυχέστερο για το ανθρώπινο είδος.» (παρ. 7)
 
Το σχέδιο για μια «Θεωρία της Αγωγής», αν και η ανθρωπότητα δεν είναι σε θέση να το πραγματοποιήσει αμέσως, είναι «ιδανικό ευγενές.» Θα ήταν λάθος, συνεχίζει ο Καντ, να θεωρήσουμε χιμαιρικό το σχέδιο για μια Θεωρία της αγωγής και να το παρουσιάσουμε ως «ωραίο όνειρο», μόνο και μόνο επειδή πολλά και διάφορα εμπόδια θα βρεθούν στο δρόμο για την πραγματοποίησή της. Άλλωστε, τι πράγμα είναι η ιδέα; Τίποτα άλλο, λέει ο Καντ, παρά «η αντίληψη της τελειότητας», όπως δεν την έχουμε γνωρίσει εμπειρικά μέχρι τώρα· λόγου χάρη, η ιδέα μιας «τέλειας πολιτείας», η οποία θα κυβερνάται κατά τους νόμους του δικαίου, μπορεί να θεωρηθεί «αδύνατη»; Κατά πρώτον, γράφει ο Γερμανός παιδαγωγός, «η ιδέα μας πρέπει να είναι ακριβής»· όποια εμπόδια κι αν σταθούν στο δρόμο της δεν μπορεί να θεωρηθεί «αδύνατη»: αν όλοι έλεγαν ψέματα θα ήταν η αλήθεια μια απλή «παραδοξολογία»; Επομένως, καταλήγει ο Καντ, η ιδέα μιας αγωγής που αναπτύσσει όλες τις φυσικές ιδιότητες του ανθρώπου είναι «εξ άπαντος αληθής.» (παρ. 9)
 
Με την σημερινή αγωγή, ο Καντ αναφέρεται στον 18ο αιώνα, «ο άνθρωπος δεν επιτυγχάνει εξ ολοκλήρου τον σκοπό της ύπαρξής του»· οι άνθρωποι ζουν πολύ διαφορετικά ο καθένας και η ομοιομορφία μπορεί να υπάρξει μόνον όταν ενεργούν σύμφωνα με τις ίδιες αρχές, οι οποίες καθίστανται τελικά «δεύτερη φύση.» Μπορούμε λοιπόν να επεξεργαστούμε ένα «σχέδιο αγωγής» ανάλογο με τον σκοπό της και ν’ αφήσουμε κάποιες σχετικές οδηγίες στους επερχόμενους, ώστε σιγά σιγά να το πραγματοποιήσουν. Αν ένα νυχτολούλουδο πολλαπλασιαστεί από τις ρίζες του, βγάζει άνθη με το ίδιο χρώμα, εφόσον όμως πολλαπλασιαστεί με σπορά, βλέπουμε άνθη με άλλα και διαφορετικά χρώματα· κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον άνθρωπο.
 
Εναπόκειται σ’ εμάς ν’ αναπτύξουμε τα «πολλά σπέρματα που υπάρχουν στην ανθρωπότητα» και να εξελίξουμε αναλόγως αυτές τις φυσικές ιδιότητες, ώστε να κάνουμε τον άνθρωπο ικανό να εκπληρώσει τον «ανώτερο προορισμό του.» Τα ζώα εκπληρώνουν «αφ’ εαυτών» τον προορισμό τους, κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο για τον άνθρωπο, εάν πρωτύτερα δεν έχει κάποια ιδέα γι’ αυτόν τον προορισμό. Οι γονείς δίνουν το παράδειγμα στα παιδιά τους, τα παιδιά το μιμούνται, κι έτσι εξελίσσονται κάποιες φυσικές ιδιότητες· ωστόσο, δεν είναι δυνατόν ν’ αναπτυχθούν όλες με τον τρόπο της μίμησης, αφού τα «παραδείγματα» ή τα πρότυπα προσφέρονται στα παιδιά περιστασιακά και σχεδόν τυχαία. Άλλοτε, γράφει παρακάτω ο Καντ, «ουδεμίαν ιδέα είχαν οι άνθρωποι σχετικά με την τελειότητα που επιδέχεται η ανθρώπινη φύση. Ακόμη δε κι εμείς δεν έχουμε καθαρή την ιδέα αυτή.» (παρ. 10). Για ένα πράγμα όμως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: «Οι ατομικές προσπάθειες για την μόρφωση των παιδιών δεν μπορούν να τα καταστήσουν ικανά, ώστε να εκπληρώσουν μόνα τους («αφ’ εαυτών») τον προορισμό του ανθρώπου. Όχι τα άτομα αλλά το ανθρώπινο γένος δύναται να το πετύχει αυτό.»

Η Οδός

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΑΥΤΟΣ  Είναι η Αιώνια Βάση Πάνω στην Οποία χτίζονται όλες οι πρόσκαιρες αντιλήψεις, εμπειρίες, δραστηριότητες. Είναι ο Ουρανός που «φιλοξενεί» τα διαβατάρικα σύννεφα που εμφανίζονται από το «πουθενά» και χάνονται στους ορίζοντες του χρόνου.
 
Η Κατανόηση της Ζωής είναι Σύλληψη του πραγματικού νοήματος «αυτού που συμβαίνει». Αυτή η Κατανόηση δεν αποκτιέται με την συσσώρευση γνώσεων, εμπειριών, ή με δραστηριότητες.
Η Πραγματική (Πραγματωμένη) Γνώση του Εαυτού, δηλαδή η Βιωματική Μετοχή στην Αληθινή Ουσία μας, είναι η Πραγματική Ζωή και Ελευθερία. Είναι η Βιωματική Μετοχή στο Απεριόριστο, στην Ενότητα της Ύπαρξης, Όπου Όλα Συνδέονται με Αληθινή Αγάπη και Μετουσιώνονται σε Κοινή Ουσία.
Αυτή είναι η Μόνη Αληθινή Αυτογνωσία κι όχι η αυτογνωσία του περιορισμένου, του διαχωρισμένου εαυτού, του «φαινομενικού εαυτού», του «άρρωστου εαυτού»,  αυτό είναι μονάχα απλή «ψυχολογική» αυτογνωσία.
Η ειλικρινής αυτογνωσία είναι απλά ένα Δίλλημα: Ή θα γιατρευτούμε, ή θα παραμένουμε μέσα στην αρρώστια.
Η ΟΔΟΣ της Αληθινής Αυτογνωσίας (όχι της απλής ψυχολογικής αυτογνωσίας) είναι η ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ που Οδηγεί στην Ελευθερία και στην Αληθινή Ζωή, στη Χώρα της Αλήθειας.
Όχι η αποδοχή μιας διδασκαλίας ή η «πίστη» στα λόγια ενός άλλου ανθρώπου. Κανείς δεν μπορεί να «χορτάσει» για λογαριασμό μας, ή να «ξεδιψάσει» για εμάς… είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε μόνοι μας. Η καταφυγή σε διδασκαλίες, ή στα λόγια άλλων (συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος) είναι όχι μόνο απόρριψη της Αληθινής Αυτογνωσίας, της Ελευθερίας της Ύπαρξης και της Δράσης, είναι όχι απλά πνευματική αδυναμία, είναι καταφυγή σε ένα «τεχνητό παράδεισο», δηλαδή στη φαντασία, στο όνειρο, στη ψευδαίσθηση.
Η Πραγματική Ελευθερία (κι η Αληθινή Πνευματική Επανάσταση) είναι η Απελευθέρωση από τις «ψευδαισθήσεις», δηλαδή από όλες τις δραστηριότητες που «παραποιούν» την Πραγματικότητα, «αυτό που συμβαίνει», όχι μια δραστηριότητα στο χώρο του γίγνεσθαι (της αντιληπτικής διαδικασίας και του χρόνου), όχι μια δραστηριότητα μέσα στην σκέψη, όχι μια διαδικασία (μια εξέλιξη) μέσα στον χρόνο.
Όλες οι δραστηριότητες μέσα στο γίγνεσθαι (όλες οι διαδικασίες μέσα στον χρόνο) είναι «ψευδαισθητικά ταξίδια» που μας αφήνουν στη «μέση». Όσες γνώσεις κι εμπειρίες κι αν συσσωρεύσουμε, μας αφήνουν πάλι μέσα στον χώρο της ψευδαίσθησης.
Η «Έξοδος» δεν γίνεται μέσω μιας τέτοιας δραστηριότητας. Η Έξοδος είναι μάλλον μια Ολοκληρωτική «Παραίτηση» από κάθε τέτοια δραστηριότητα.
Η Πραγματική Ελευθερία, η Πραγματική Επανάσταση είναι η Γνώση του Αληθινού Εαυτού μας κι όχι η διερεύνηση των «ψευδαισθητικών καταστάσεών» του.
Η ειλικρινής αυτογνωσία είναι η Αρχή της Σοφίας, αλλά αυτή η αυτογνωσία πρέπει να Ανθίσει σε Αληθινή Αμάραντη Αυτογνωσία… όπως το «μπουμπούκι» πρέπει να ολοκληρωθεί σε λουλούδι για να είναι λουλούδι.
Όταν, Μέσα στην «Άγνωστη στο Βάθος» της Ύπαρξή μας, «πάψουν» όλες οι ψευδαισθητικές δραστηριότητες, τότε Μέσα σε Αυτή την «Υπαρξιακή Σιωπή» Γεννιέται η Αντίληψη, η «Αίσθηση» Μιας Διαφορετικής Πραγματικότητας, που «Αναγνωρίζεται» σαν το Αληθινό, Ζωντανό αλλά Χωρίς Ιδιότητες, Χωρίς Αλλοιώσεις, Χωρίς Όρια και Περιορισμούς… Η «Γεύση» της Αληθινής Ύπαρξης, της Αληθινής Ζωής, της Αληθινής Εμπειρίας.
Είναι Μια «Αντίληψη» Τελείως Διαφορετική, Καθαρή Αντίληψη, χωρίς «παρατηρητή», χωρίς «εμπειρία», χωρίς «μνήμη», που υφίσταται μόνο όσο εκδηλώνεται.
Το Αληθινό Μπορεί να Υπάρξει Μονάχα Μέσα στη Σιωπή.
Όταν προσπαθούμε με την αντίληψη, την σκέψη, κάποια δραστηριότητα, να κατακτήσουμε το Αληθινό, να το ζήσουμε, τότε αυτό που συλλαμβάνουμε είναι απλά μια εμπειρία της σκέψης, μια ακόμα ψευδαίσθηση, κάτι που η ίδια η σκέψη προβάλει και ζει και «βεβαιώνει» τον εαυτό της ότι είναι πραγματικό.
Η σκέψη μπορεί να ολοκληρωθεί μονάχα στην Σιωπή, να φτάσει μονάχα μέχρι την Σιωπή. Από Εκεί και Πέρα Απλώνονται τα Άγνωστα Βάθη της Πραγματικότητας.
Πρέπει να Υπάρξει Σιωπή, να «τελειώσουν» όλες οι δραστηριότητες, οι προσπάθειες, οι επιθυμίες, οι «εμπειρίες», για να Αποκαλυφθεί το Πραγματικό.
Αυτή ακριβώς η Υπαρξιακή Σιωπή (να Βιώνεις την Σιωπή) είναι η Ελευθερία από τους περιορισμούς, από την συσσωρευμένη γνώση, την μνήμη, την φαντασία, από τον χρόνο (σαν διαδικασία εξέλιξης).
Όταν Υπάρξει Πραγματικά Αυτή η Σιωπή, που δεν είναι προϊόν προσπάθειας, επιθυμίας, δραστηριότητας, το πραγματικό τελείωμα των ψευδαισθήσεων, τότε Βιώνουμε το Άχρονο. Το Βιώνουμε με τους δικούς Του όρους, στην δική Του Κατάσταση, «εμείς» απουσιάζουμε τελείως.
Τότε, μονάχα τότε, Βιώνουμε την Αληθινή Ουσία μας, τον Αληθινό Εαυτό μας, την Πραγματική Ελευθερία, την Αληθινή Ζωή, την Αιωνιότητα. Τότε η Αίσθηση της Απεραντοσύνης Έχει Περιεχόμενο, η Ειρήνη Έχει Απέραντο Βάθος, και η Μακαριότητα Έχει Ατελείωτη Έκταση.

Richard Layard: Η οικονομία της ευτυχίας

Ο Ρίτσαρντ Λέιγιαρντ (1934-), είναι Βρετανός οικονομολόγος, ιδρυτής και διευθυντής από το 1990 του Κέντρου Οικονομικών Επιδόσεων στο London School of Economics. Σχεδιάζει μια σειρά επιστημονικών ερευνών σε τομείς όπως η ψυχολογία, η κοινωνιολογία και η εφαρμοσμένη οικονομία που αποκαλύπτουν πώς οι καθημερινοί άνθρωποι δεν είναι πιο ευτυχισμένοι από ό, τι πριν από πενήντα χρόνια, παρά τους υψηλότερους μισθούς, Η μελέτη του επιδιώκει να καθορίσει την ευτυχία, και τα μέσα που είναι διαθέσιμα στα καθημερινά άτομα για να την επιδιώξουν. Τον τελευταίο καιρό έχει στρέψει την προσοχή του στη λεγόμενη «Οικονομία της ευτυχίας».

Η θεωρία αυτή ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι το χρήμα είναι κακό μέσον για να προσεγγίσει κάποιος, αποκλειστικά με αυτό, την ευτυχία. Στο  βιβλίο του Ευτυχία: Μαθήματα από μια Νέα επιστήμη έχει εγείρει πολλές συζητήσεις, κυρίως στην Αγγλία και την Αμερική. Πιστεύει ότι «το μέγα λάθος της οικονομικής πολιτικής σήμερα είναι ότι μοιάζει να εξισώνει τις αλλαγές που θα επέλθουν στην ευτυχία μιας κοινωνίας με αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην αγοραστική της δύναμη». Με απλά λόγια, εάν έχω χρήματα να αγοράσω εκείνα που πιστεύω ότι θα με κάνουν ευτυχισμένο, δεν σημαίνει ότι τελικά θα είμαι κιόλας.
 
Αυτό, βεβαίως, αφορά τις δικές μας, πιο εύπορες κοινωνίες της Δύσης. Για τις κοινωνίες που βιώνουν διαρκή φτώχεια, η αύξηση του εισοδήματος ασφαλώς και μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ευτυχίας και στην ανακούφιση της αβάσταχτης δυστυχίας και απόγνωσης που η φτώχεια προκαλεί. Όμως, όπως λέει ο Λέιγιαρντ, έρευνες που έχουν γίνει τα τελευταία 50 χρόνια έδειξαν ότι στις δυτικές κοινωνίες, τις κοινωνίες της αφθονίας, όπως τις ονόμαζε ο Κένεθ Γκαλμπρέιθ, οι άνθρωποι δεν έχουν γίνει πιο ευτυχισμένοι παρά την τεράστια αύξηση του εισοδήματός τους, των αγαθών που μπορούν να απολαμβάνουν και των κοσμογονικών αλλαγών στην τεχνολογία.
 
Κάνει μια έκκληση προς τους πολιτικούς ο Λέιγιαρντ: τα οικονομικά είναι σημαντικά, αλλά η κοινωνική πολιτική δεν πρέπει να αρχίζει από αυτά και να τελειώνει σε αυτά. Η λεγόμενη «νέα ψυχολογία», η «επιστήμη του εγκεφάλου», η κοινωνιολογία και η φιλοσοφία, είναι επιστημονικά πεδία που πρέπει να «παντρευτούν» με την οικονομία και από αυτόν τον γάμο να αναζητηθεί η χρυσή, εάν υπάρχει, συνταγή της ευτυχίας. Σε άπειρες έρευνες των τελευταίων χρόνων, εκείνα που ξεχωρίζουν οι άνθρωποι ως «στοιχεία της ευτυχίας» που τους λείπουν, είναι: πιο δεμένη οικογενειακή ζωή, ασφάλεια, καθαρή ατμόσφαιρα και περισσότερος ελεύθερος, ποιοτικός χρόνος. «Στοιχεία» που είναι σαφές ότι δεν εμπίπτουν, ασφαλώς, σε αυτό που αυστηρά θα ονομάζαμε «οικονομικό πεδίο».
 
Επίσης, στο βιβλίο του τόνισε τη σημασία των μη εισοδηματικών μεταβλητών στη συνολική ευτυχία. Συγκεκριμένα τόνισε τον ρόλο της ψυχικής υγείας και υποστήριξε ότι οι ψυχολογικές θεραπείες θα έπρεπε να είναι πολύ ευρύτερα διαθέσιμες.
 
Άρα, όπως λέει ο Λέιγιαρντ, όταν καταστρώνουμε κοινωνική πολιτική, μαζί με τα οικονομικά μεγέθη καλό είναι να κοιτάζουμε εκείνα τα «πεδία» απ’ όπου, με ολοένα και αυξανόμενους ρυθμούς ξεπετάγονται εκείνα τα αρνητικά «στοιχεία», που κάνουν τους ανθρώπους σήμερα πιο δυστυχισμένους (εγκληματικότητα, διαζύγια, ψυχικές παθήσεις, περιβαλλοντική ρύπανση κ.λπ.) και σ’ αυτά να επικεντρώσουμε την προσοχή μας.
 
«Οι κοινωνίες μας σήμερα δεν έχουν κοινωνικότητα. Δεν γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Ο γείτονας με τον γείτονα. Ο δάσκαλος με τους γονείς. Ο καταστηματάρχης με τον πελάτη. Ο δήμαρχος με τον ψηφοφόρο του. Ακόμα κι ο πατέρας με τον γιο ή την κόρη. Δεν τρώμε πια γύρω από το ίδιο τραπέζι. Ξεχάσαμε πώς είναι να συζητάς γύρω από ένα τραπέζι. Ξεχάσαμε τα μεσημεριανά φαγοπότια της Κυριακής. Στην τηλεόραση σπάνια καθόμαστε μαζί. Ο καθένας βλέπει σε διαφορετική συσκευή αυτό που θέλει. Άρα, δεν υπάρχει εδώ η υπέροχη έννοια της υποχωρητικότητας – όλοι απαιτούν να είναι ευχαριστημένοι κατ’ ιδίαν. Δεν βρισκόμαστε σε κοινές εκδηλώσεις. Δεν διεκδικούμε τα ίδια πράγματα», λέει ο συγγραφέας.
 
Τελευταίες δε έρευνες σε 1,7 εκατ. άτομα από 164 χώρες, με διαφορετικό βιοτικό επίπεδο και διαφορετικό κόστος ζωής, σύγκριναν τα εισοδήματα των ανθρώπων με το πόσο ικανοποιημένοι είναι από τη ζωή τους. Διαπίστωσαν, επίσης, πως για να νιώθει συναισθηματικά καλά ένας άνθρωπος πρέπει να έχει ετήσιο εισόδημα από 48.000 έως 60.000 ευρώ. Την έννοια της καλής συναισθηματικής κατάστασης την όρισαν με κριτήριο τα αισθήματα χαράς, λύπης, ενθουσιασμού ή οργής που κυριαρχούν στην καθημερινότητά του. Από την εν λόγω έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Human Behavior, το πιο ενδιαφέρον πόρισμα είναι, αναμφίβολα, η διαπίστωση ότι πάνω από ένα ύψος εισοδήματος οι άνθρωποι νιώθουν λιγότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους.
 
Ευτυχία και ευημερία
Ο Layard άρχισε να ασχολείται με τη μελέτη του τι είναι γνωστό από τότε ως οικονομία ευτυχίας . Ο κλάδος αυτός της οικονομικής ανάλυσης ξεκινά από το επιχείρημα ότι το εισόδημα είναι μια κακή προσέγγιση για την ευτυχία. Με βάση τη σύγχρονη έρευνα ευτυχίας, αναφέρει τρεις παράγοντες που οι οικονομολόγοι δεν λαμβάνουν υπόψη:
 
Κοινωνικές συγκρίσεις: Σε αντίθεση με όσα προβλέπει η παραδοσιακή οικονομία, η ευτυχία προέρχεται από το σχετικό εισόδημα καθώς και από το απόλυτο εισόδημα. Δηλαδή, αν ο καθένας κερδίσει την αγοραστική δύναμη, κάποιοι μπορεί να αποδειχθούν ακόμα δυστυχισμένοι εάν η θέση τους σε σύγκριση με τους άλλους είναι χειρότερη. Αυτή η επίδραση δεν μπορεί να μετατρέψει την οικονομική ανάπτυξη σε παιχνίδι με μηδενικό άθροισμα , αλλά θα μειώσει πιθανώς τα οφέλη που οι άνθρωποι αντλούν από τη σκληρή δουλειά τους. Σε μια οικονομία στην οποία όχι μόνο οι εταιρείες, αλλά και τα άτομα αναγκάζονται συνεχώς να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, η ζωή και η δουλειά βιώνουν την κούρσα των αρουραίων.
 
Προσαρμογή: Καθώς οι άνθρωποι συνηθίζουν σε υψηλότερα επίπεδα εισοδήματος, η ιδέα τους για ένα επαρκές εισόδημα αυξάνεται με το εισόδημά τους. Εάν αποτύχουν να προβλέψουν αυτό το αποτέλεσμα, θα επενδύσουν περισσότερο χρόνο για εργασία από ό, τι είναι καλό για την ευτυχία τους.
 
Μεταβαλλόμενες προτιμήσεις: Οι οικονομολόγοι υποθέτουν ότι οι ατομικές προτιμήσεις είναι σταθερές, όταν στην πραγματικότητα τέτοιες προτιμήσεις δεν είναι σταθερές αλλά όλο και πιο μεταβαλλόμενες, μεταβάλλοντας συνεχώς σύμφωνα με τις τελευταίες τάσεις και πολιτιστικά πρότυπα. Με τη σειρά τους, οι σχετικές αξίες των συσσωρευμένων περιουσιακών στοιχείων υπόκεινται σε υποτίμηση, έχοντας τελικά αρνητική επίδραση στην ευτυχία.
 
Από αυτές τις παρατηρήσεις, ο Layard καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι φόροι εξυπηρετούν έναν άλλο σκοπό εκτός από την πληρωμή για δημόσιες υπηρεσίες (συνήθως για δημόσια αγαθά ) και την αναδιανομή του εισοδήματος. Ο τρίτος σκοπός είναι να αντισταθμιστεί η γνωστική προκατάληψη που προκαλεί την εργασία των ανθρώπων περισσότερο από ό, τι είναι καλό για την ευτυχία τους. Δηλαδή, οι φόροι πρέπει να βοηθούν τους πολίτες να διατηρούν μια υγιή ισορροπία εργασίας-ζωής.

ΝΑ ΦΕΓΓΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΦΩΣ

Σε αυτή την Επιστολή, ο Σενέκας απευθύνεται στον συνομιλητή και παραλήπτη της Λουκίλιο, σε απάντηση προηγούμενης επιστολής, θέλοντας να τον βοηθήσει να αντιληφθεί αυτό που τον εμποδίζει να είναι ευτυχισμένος.

Πιστεύεις ότι έχεις μπελάδες με αυτά τα άτομα για τα οποία μου έχεις γράψει; Στην πραγματικότητα, σε απασχολούν περισσότερο οι στεναχώριες που βρίσκεις από μόνος σου. Δεν έχεις ξεκάθαρο μέσα σου αυτό που θέλεις- βρίσκεις πιο εύκολο να επαινείς την αρετή παρά να την ακολουθείς- βλέπεις πού βρίσκεται η ευτυχία, αλλά δεν τολμάς να τη φτάσεις. Και καθώς δεν καταφέρνεις από μόνος σου να διακρίνεις αυτό που σε εμποδίζει να προχωρήσεις, θα σου το πω εγώ. Δίνεις υπερβολική σημασία σε αυτό που πρέπει να αφήσεις, και αφότου έχεις ονειρευθεί την ηρεμία που σκοπεύεις να αγγίξεις, δεν ξέρεις πώς να απομακρυνθείς από την ψευδή λάμψη της ζωής σου- λες και μετά θα πρέπει να πέσεις σε μια ζωή κατώτερη και σκοτεινή. Κάνεις λάθος, αγαπητέ Λουκίλιε: από την τωρινή σου ζωή για να φτάσεις στην άλλη πρέπει να ανέβεις. Ανάμεσα στις δύο συνθήκες ζωής υπάρχει η ίδια διαφορά που υπάρχει μεταξύ ενός πράγματος που λάμπει από αντανακλώμενο φως και από ένα άλλο που έχει μέσα του τη φωτεινή πηγή. Το πρώτο αντανακλά ένα φως που προέρχεται απέξω και αν κάποιος βρεθεί στη μέση, αμέσως θα ρίξει μια πηχτή σκιά- το δεύτερο φωτίζεται από το δικό του έντονο φως. Η αφοσίωση στη φιλοσοφία θα σε κάνει να φεγγοβολήσεις με αυτό το φως.

Σενέκας, Επιστολές στον Λουκίλιο 21, 1-2

Ἄτη: Η θεά της σύγχυσης, της φθοράς και της πλάνης των ανθρώπων

Η άτη είναι ψυχολογική κατάσταση, που αναφέρεται στο ξαφνικό θόλωμα του νου, σ᾽ ένα είδος πνευματικής τύφλωσης ή σύγχυσης, που σπρώχνει τους θνητούς σε λανθασμένες κρίσεις και πράξεις με καταστροφικές συνέπειες. Γι᾽ αυτό και η σχετική λέξη σημαίνει γενικότερα την αφροσύνη, την πλάνη και τη συμφορά.

Στις περιπτώσεις, ειδικότερα, όπου ένας ήρωας ή μια ηρωίδα, δρώντας με τη θέλησή τους και όχι υπό καθεστώς εξαναγκασμού εξηγούν το κίνητρο της πράξης τους, η κατηγορία συχνά μετατοπίζεται έξω από τον εαυτό τους: στους άλλους θνητούς, αλλά και κυρίως στους θεούς, σε κάποιο δαίμονα ή ακόμη και σε ανεξήγητες, υπερφυσικές δυνάμεις. Παράδειγμα τέτοιας δύναμης είναι η ἄτη, η οποία συχνά εμφανίζεται και προσωποποιημένη ως Ἄτη.

Η Άτη ήταν θεά της ελληνικής μυθολογίας, προσωποποίηση της πλάνης. Ως προσωποποιημένη δύναμη η Άτη θεωρείται μεγαλύτερη κόρη του Δία που σταλμένη από τον πανίσχυρο θεό στους θνητούς, τους βλάπτει με την ακαταμάχητη δύναμη και την ταχύτητά της.

Κατά τον Ησίοδο εμφανίζεται ως θυγατέρα της Έριδος, κατά τον Όμηρο δε θυγατέρα του Διός.

Ως θεά της βλάβης και της φθοράς των ανθρώπων έστελνε σε εκείνους συμφορές. Οι Λιταί έρχονταν αργότερα για να θεραπεύσουν ό,τι έστελνε η Άτη. Η Άτη, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν η καταστροφή, ή το "θεό φθονεί'.

Ακολουθούνταν από την Νέμεση, που ήταν η εκδίκηση και την ύβρι ή αλαζονεία.

Ήταν θυγατέρα του Διός, -όπως προαναφέραμε-και αυτή ήταν που τον παρέσυρε να ορκιστεί τρομερό όρκο, που τον ανάγκασε κατόπιν να επιβάλει στον γιο του τον Ηρακλή να μπει στη δούλεψη του Ευρυσθέα, εκτελώντας τους φοβερούς άθλους που εκείνος του ζητούσε. Σύμφωνα με την παράδοση, αυτή ήταν και η αρχή των κακών για τους ανθρώπους.

Όταν ο Ζευς κατάλαβε το πάθημά του, άρπαξε την Άτη από τα μαλλιά και την έδιωξε από τον Όλυμπο. Έτσι αυτή ήρθε στη γη, προκαλώντας στους ανθρώπους το κακό την αταξία την αναστάτωση, αναταραχή, την σύγχυση, την απάτη, τους αφανισμούς τα σφάλματα και τις παραβάσεις.

Είναι γοργοπόδαρη και γι' αυτό προλαβαίνει να κάνει κακό στους ανθρώπους. Δεν κάνει εξαιρέσεις και τυφλώνει ακόμα και τους γενναίους και τους ιεραρχικά ανώτερους. Και δυστυχώς έτσι πρέπει να γίνει.. Κατά διαστήματα κάποιοι πρέπει να χάσουν τα λογικά τους για να στηθεί ο πόλεμος και οι διαμάχες.

Ας δούμε πως μας ερμηνεύει την παράλογη αυτή δύναμη ο Όμηρος μέσα από τα Έπη του.

Μια πρώτη αναφορά συναντάμε στην διάσημη απολογία του Αγαμέμνονα προς τον Αχιλλέα. Μετά τον θάνατο του Πάτροκλου, ο Αχιλλέας εγκαταλείπει τον θυμό του προς τον βασιλιά των Αχαιών, για να στρέψει την εκδικητική του οργή εναντίον του Έκτορα. Από τη δική του μεριά, ο βασιλιάς Αγαμέμνονας, προσφέροντας ξανά αμέτρητη αποζημίωση στον Αχιλλέα, απολογείται δημόσια για την πράξη της αρπαγής της Βρισηίδας από τον Αχαιό ήρωα (Τ 86-96):

όμως δεν είμαι εγώ ο αίτιος· είναι ο Δίας και η Μοίρα και η Ερινύα που τριγυρνά μέσα στα σκοτάδια, αυτοί που στη συνέλευση έριξαν το νου μου σε άγρια σκότιση [ἄτην], την ημέρα εκείνη που μοναχός μου πήρα το τιμητικό δώρο του Αχιλλέα.

Όμως τι μπορούσα να κάμω; Θεός είναι αυτός που τα τελειώνει όλα, η Άτη, η σεβάσμια κόρη του Δία, που όλους τους τυφλώνει, η καταραμένη. Τα πόδια της είναι απαλά, γιατί δεν πατάει στο χώμα, μόνο περπατά πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων, βλάφτοντάς τους, και μπλέκει μέσα στους δυο, τον έναν. Κάποτε τυφλώθηκε [ἄσατο] και ο Δίας, αυτός που λένε πως είναι ο πιο δυνατός και από τους ανθρώπους και από τους θεούς.


Με τη στάση του αυτή ο βασιλιάς των Αχαιών ζητάει κατά κάποιον τρόπο μετανιωμένος συγγνώμη, καθώς αναγνωρίζει ότι η πράξη του ήταν ολέθρια όταν άρπαξε το τιμητικό δώρο από τον Αχιλλέα· εννοεί ότι δεν πρέπει να κατηγορηθεί ο ίδιος για ό,τι έπραξε, αλλά ο Δίας, η Μοίρα και η Ερινύα.

Οι μυστηριώδεις αυτές δυνάμεις τού θόλωσαν τον νου στέλνοντας την ἄτην, αναίτια, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αφαιρέσει το τιμητικό δώρο από τον Αχιλλέα. Αν μάλιστα ο ίδιος ο παντοδύναμος θεός νικήθηκε κάποτε από την ακαταμάχητη δύναμη της κόρης του, της Ἄτης, πώς θα μπορούσε να αντιδράσει ένας κατώτερος θνητός;..

Ό,τι έγινε ήταν μοιραίο και αναπόφευκτο να συμβεί, γι᾽ αυτό ο βασιλιάς αξίζει τη συμπάθεια του Αχιλλέα, ο οποίος καλείται να δεχτεί τη συγγνώμη του.

Ο Αχιλλέας ακούει τη συγγνώμη του Αγαμέμνονα, καθώς έχει εφαρμοστεί πλέον η ολέθρια βουλή του Δία, συμφωνεί με την απολογητική στάση του και ρίχνει και αυτός το φταίξιμο της εμφυλιακής έριδας στον Δία (Τ 270-273):

Δία πατέρα, αλήθεια μεγάλες συμφορές [ἄτας] δίνεις στους ανθρώπους· αλλιώς ποτέ δε θα άναβε ο γιος του Ατρέα το θυμό βαθιά στα στήθη μου, ούτε και θα έπαιρνε την κόρη με τόσο πείσμα χωρίς να το θέλω εγώ.

Σε μιαν ανάλογη περίπου μετανιωμένη θέση με του Αγαμέμνονα βρέθηκε κάποτε η Ελένη στην Τροία. Στην Οδύσσεια διηγείται στον Τηλέμαχο, που μαζί με τον φίλο του Πεισίστρατο επισκέπτεται τον Μενέλαο στη Σπάρτη για να μάθει νέα σχετικά με τον πατέρα του, τη διείσδυση του μεταμφιεσμένου Οδυσσέα μέσα στην Τροία.

Αφού ο πολύτροπος ήρωας έσφαξε πολλούς εχθρούς, γύρισε στο στρατόπεδο των Αχαιών, γνωρίζοντας πλέον καλά τον τόπο των Τρώων. Αν και η Ελένη ήταν η μόνη που αναγνώρισε τον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα, κράτησε το στόμα της κλειστό. Σε αντίθεση μάλιστα προς τις άλλες Τρωαδίτισσες που, βλέποντας την ανελέητη σφαγή των Τρώων, ξέσπασαν σε ολολυγμούς, η ίδια χαιρόταν μέσα της, γιατί είχε, λέει, πλέον αλλάξει γνώμη (δ 259-263):

Τσίριξαν τότε οι άλλες Τρωαδίτισσες· όμως εμένα γέμισε χαρά
η καρδιά μου· γιατί είχα αλλάξει μέσα μου, ήθελα πια
σπίτι μου να γυρίσω μετανιωμένη για την τύφλα μου [ἄτην], που μου τη φόρτωσε
η Αφροδίτη· όταν με πήρε να με φέρει εδώ, μακριά
απ᾽ τη γλυκιά πατρίδα μου και χωρισμένη από τη θυγατέρα μου,
από την κάμαρή μου, τον νόμιμο άντρα μου.


Όσο για την ἄτην της Ελένης, φαίνεται ότι η φήμη της έχει φτάσει μέχρι την Ιθάκη. Την επικαλείται ακόμη και η Πηνελόπη, απολογούμενη κατά κάποιον τρόπο στον Οδυσσέα για την ψυχρή υποδοχή που του επιφύλαξε, καθώς, μετά τη μνηστηροφονία, θέλησε να τον δοκιμάσει πρώτα για να τον αποδεχθεί ως σύζυγό της (ψ 222-223):

Ένας θεός την έσπρωξε [την Ελένη] στην άσεμνή της πράξη· η άτη που τυφλώνει δεν ήταν στην ψυχή της εξαρχής.

Αν η θεόσταλτη ἄτη της Ελένης την οδήγησε στην προδοσία του συζύγου της Μενελάου, τότε για την Πηνελόπη, η κόρη του Δία δεν είναι η ίδια μόνο ένοχη που ξελογιάστηκε και έσμιξε με τον Πάρη. Στην ίδια παγίδα θα μπορούσε πάντως να πέσει και η βασίλισσα της Ιθάκης· γι᾽ αυτό και πήρε τα μέτρα της, ζητώντας τα απαραγνώριστα σημάδια από τον Οδυσσέα. Έτσι η ἄτη της Ελένης για ό,τι έπραξε επιστρατεύεται από την Πηνελόπη, για να εξηγήσει στον άντρα της τι θα μπορούσε η ίδια να πράξει, αν δεν ήταν επιφυλακτική και καχύποπτη απέναντι στους ξένους της.

Άτη λοιπόν είναι η τύφλωση του νου η οποία οδηγεί στην ύβρη, δηλαδή στην αλαζονική συμπεριφορά που ξεπερνά το μέτρο. Αυτή θα προκαλέσει την οργή των θεών, δηλαδή τη νέμεση, η οποία θα επιφέρει την τίση, δηλαδή την τιμωρία του αλαζόνα υβριστή.

Είναι το είδος του δαίμονα που προκαλεί στους ανθρώπους σύγχυση και τυφλό πάθος και παρασύρει τον άνθρωπο να πει λόγια που δε θα έλεγε και να κάνει πράξεις που δε θα έκανε αν ήταν κύριος του εαυτού του.

Πώς το Hubble ξεκλείδωσε το Σύμπαν

Η μέτρηση των αποστάσεων που έχουν απομακρυσμένα αντικείμενα στο διάστημα από τη Γη, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αποδεικνύεται ότι λέγοντας κάτι συνηθισμένο όπως «ο γαλαξίας της Ανδρομέδας είναι περίπου 2,5 εκατομμύρια έτη φωτός μακριά» είναι στην πραγματικότητα πολύ δύσκολο να καταλάβεις πως βρέθηκε αυτή η απόσταση. Οι σύγχρονες αστρονομικές μετρήσεις βασίζονται σε μια σειρά αλληλεπικαλυπτόμενων, αλληλοσυνδεόμενων τεχνικών που λειτουργούν σταθερά προς τα έξω σε όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις, σε όλη τη διαδρομή από το φεγγάρι μέχρι την άκρη του παρατηρούμενου Σύμπαντος. 
 
Ένα από τα βασικά εργαλεία σε αυτή τη λεγόμενη «κλίμακα κοσμικών αποστάσεων», είναι κάτι παράξενα αστρονομικά αντικείμενά γνωστά ως μεταβλητές Κηφείδες. Ονομάστηκαν έτσι από τον μεγαλοπρεπή αστερισμό όπου ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά, ενώ α αστέρια αυτά έχουν μια πολύ περίεργη και πολύ χρήσιμη ιδιότητα: εκπέμπουν παλμούς σαν τους φάρους.
 
Μέσα σε ένα διάστημα λίγων ημερών, αυτά τα αστέρια γίνονται με σταθερό τρόπο φωτεινότερα και ακτινοβολούν πιο έντονα, ακολουθώντας μετά ένα κανονικό, επαναλαμβανόμενο μοτίβο φωτεινότητας. Το φαινόμενο οφείλεται σε περιοδικές αναπάλσεις (συστολή και διαστολή) της ατμόσφαιρας των άστρων αυτών.

Και στις αρχές του 1900 μια θαυμάσια ταλαντούχος αστρονόμος, η Henrietta Leavitt ανακάλυψε ότι αυτές οι μεταβλητές Κηφείδες δεν είναι μόνο βαρετά μεταβλητές – αλλά και είναι ενδιαφέρουσα μεταβλητές.  Η Leavitt κατάφερε να δείξει ότι υπάρχει μια σχέση μεταξύ της απόλυτης φωτεινότητας (άρα και απόλυτου μεγέθους, όχι το πόσο φωτεινοί μας φαίνονται) και της περιόδου του φωτεινού παλμού, που συνήθως είναι μερικές ώρες η και ημέρες ακόμη.
 
Έτσι οι κηφείδες μικρής περιόδου είναι καλοί δείκτες της απόστασης στο διάστημα, επειδή η απόσταση έχει άμεση σχέση με τη φωτεινότητα τους – άρα οι αστρονόμοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν την φωτεινότητα τους για τον υπολογισμό της απόστασης. Το Βόρειο Άστρο ή Πολικός είναι ένας πολύς γνωστός και κλασικός κηφείδης. Και αν ξέρετε πόσο φωτεινό είναι κάτι μπορείτε να υπολογίσετε την απόσταση του. 
 
Θα μπορούσατε έτσι να ξέρετε με βεβαιότητα ποιό αστέρι είναι πιο μακριά και ποιό είναι πιο κοντά. Για κάθε αστέρι θα μπορούσατε να συγκρίνετε την πραγματική του φωτεινότητα με τη φωτεινότητα που μετράτε στον ουρανό, να κάνετε λίγο τριγωνομετρία γυμνασίου και θα γνωρίζετε την απόσταση σας από αυτά τα αστρικά αντικείμενα.
 
Τα μεταβλητά αστέρια Κηφείδες λοιπόν έχουν μια εξαιρετικά χρήσιμη ιδιότητα: ο ρυθμός των παλμών τους συσχετίζεται άμεσα με την πραγματική (εγγενή) τους φωτεινότητα. Αυτή η πραγματική φωτεινότητα μπορεί να συγκριθεί με την φαινόμενη φωτεινότητα (που βλέπουμε) στον ουρανό, δίνοντάς μας έναν τρόπο να εκτιμήσουμε την απόστασή τους. Καθαρά πράγματα. 
 
Αυτό είναι δύσκολο να γίνει με οποιοδήποτε παλιό αστέρι, επειδή είναι δύσκολο να γνωρίζουμε την πραγματική τους φωτεινότητα. Αλλά ευτυχώς οι Κηφείδες δεν είναι απλώς κάποιο παλιό αστέρι. Επειδή μπορείτε να μετρήσετε την μεταβλητότητα της λαμπρότητας τους και η μεταβλητότητα αυτή συνδέεται άμεσα με την εγγενή ή πραγματική φωτεινότητα τους, μπορείτε να υπολογίσετε τις αποστάσεις τους με (σχετική) ευκολία.
 
Αργότερα ο Edwin Hubble διαπίστωσε για πρώτη φορά ότι ο γαλαξίας της Ανδρομέδας είναι 1ον ένας άλλος γαλαξίας και 2ον βρίσκεται πολύ μακριά, κάνοντας έτσι το πρώτο μας μεγάλο άλμα στην ευρύτερη κοσμολογική σκηνή. Και τώρα ξέρετε γιατί το Hubble (το διαστημικό τηλεσκόπιο) πήρε το όνομά του από τον αστρονόμο Hubble.
 
Αλλά οι Κηφείδες μπορούν να μας πάνε πολύ μακριά. Μπορείτε να παρατηρήσετε ένα μεμονωμένο αστέρι και με ένα ευαίσθητο τηλεσκόπιο να καταγράψετε την διακύμανση της φωτεινότητας του με την πάροδο του χρόνου. Αυτό φυσικά δεν είναι εύκολο και είναι πολύ, πολύ πιο δύσκολο όσο πιο μακριά πάτε.
 
Για να φτάσουμε στις πραγματικά τεράστιες κοσμολογικές αποστάσεις που γνωρίζουμε και μας εκπλήσσουν σήμερα, μεταβαίνουμε σε άλλες τεχνικές. Αλλά αυτές οι τεχνικές (για παράδειγμα, κοιτάζοντας ορισμένα είδη σουπερνόβας ή κβάζαρ ή με τη βοήθεια βαρυτικών κυμάτων) δεν είναι καθόλου καλές για τις σχετικά κοντινές αποστάσεις, έτσι οι Κηφείδες παρέχουν τις κρίσιμες πληροφορίες για να τις υπολογίσουμε. 
 
Και εδώ μας βοήθησε απίστευτα το Hubble, που μπορεί να δει πολύ μακρινούς Κηφείδες. Και βρίσκεται στο διάστημα, οπότε δεν χρειάζεται να ανησυχούμε για την ενοχλητική ατμόσφαιρα που αλλοιώνουν τις μετρήσεις. Με αυτά τα πλεονεκτήματα και άλλες προόδους, οι αστρονόμοι καταφέρνουν να εντοπίσουν τις αποστάσεις έως τρεις δωδεκάδες γαλαξίες σε απόσταση 65 εκατομμυρίων ετών φωτός, με πολλαπλές μετρήσεις Κηφείδων ανά γαλαξία, για να επιβεβαιώσουν τις μετρήσεις των αποστάσεων τους. 
 
Αυτό το μοναδικό αποτέλεσμα του Hubble βοήθησε πάρα πολύ για να μάθουμε τις κοσμικές αποστάσεις, βοηθώντας μας να μάθουμε περισσότερα για τα πάντα, από την ιστορία του σύμπαντος μας μέχρι τη φύση της σκοτεινής ενέργειας. Και αυτή η βοήθεια ήταν μόνο ένα μικρό κομμάτι από αυτά που έχουν επιτευχθεί με το Hubble. Όπως η ακριβής μέτρηση της σταθεράς του Hubble και της ηλικίας του σύμπαντος.
 
Οι νέες μετρήσεις του Hubble με τη βοήθεια μακρινών Κηφείδων, των υπερκαινοφανών τύπου Ia και II μακρινών κβάζαρ, δίνουν σήμερα στην σταθερά του Hubble H0 μια συνδυασμένη πολύ ακριβή τιμή:   H0 = 72,5 (+2,1/-2,3)  km / sec / Mpc).
 
Όμως τα τελικά αποτελέσματα με την αποστολή Planck έδωσαν ότι η σταθερά  είναι H0 = 67,66 ± 0,42
 
Γνωρίζοντας δε με ακρίβεια την σταθερά του Hubble H0 υπολογίζουμε ότι η ηλικία του σύμπαντος T=1/H0 είναι περίπου 13.8 δισ. ετών.