Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Προμηθεὺς δεσμώτης (397-435)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΧΟΡΟΣ
στένω σε τᾶς οὐ- [στρ. α]
λομένας τύχας, Προμηθεῦ·
δακρυσίστακτον [δ᾽] ἀπ᾽ ὄσσων
400 ῥαδινῶν λειβομένα ῥέος παρειὰν
νοτίοις ἔτεγξα παγαῖς·
ἀμέγαρτα γὰρ τάδε Ζεὺς
ἰδίοις νόμοις κρατύνων
ὑπερήφανον θεοῖς τοῖς
405 πάρος ἐνδείκνυσιν αἰχμάν.

πρόπασα δ᾽ ἤδη [ἀντ. α]
στονόεν λέλακε χώρα,
μεγαλοσχήμονά τ᾽ ἀρχαι-
οπρεπῆ ˘¯¯˘ στένουσι τὰν σὰν
410 ξυνομαιμόνων τε τιμάν·
ὁπόσοι τ᾽ ἔποικον ἁγνᾶς
Ἀσίας ἕδος νέμονται,
μεγαλοστόνοισι σοῖς πή-
μασι συγκάμνουσι θνατοί.

415 Κολχίδος τε γᾶς ἔνοικοι [στρ. β]
παρθένοι, μάχας ἄτρεστοι,
καὶ Σκύθης ὅμιλος, οἳ γᾶς
ἔσχατον τόπον ἀμφὶ Μαι-
ῶτιν ἔχουσι λίμναν,

420 Ἀραβίας τ᾽ ἄρειον ἄνθος, [ἀντ. β.]
ὑψίκρημνον οἳ πόλισμα
Καυκάσου πέλας νέμονται,
δάιος στρατός, ὀξυπρῴ-
ροισι βρέμων ἐν αἰχμαῖς.

425 † μόνον δὴ πρόσθεν ἄλλον ἐν πόνοις [στρ. γ]
δαμέντ᾽ ἀκαμαντοδέτοις
Τιτᾶνα λύμαις εἰσιδόμαν, θεὸν
Ἄτλανθ᾽, ὃς αἰὲν ὑπέροχον σθένος κραταιὸν
... οὐράνιόν τε πόλον
430 νώτοις ὑποστενάζει. †

βοᾷ δὲ πόντιος κλύδων [ἀντ. γ]
ξυμπίτνων, στένει βυθός,
κελαινὸς [δ᾽] Ἄιδος ὑποβρέμει μυχὸς γᾶς,
παγαί θ᾽ ἁγνορύτων ποταμῶν
435 στένουσιν ἄλγος οἰκτρόν.

***
ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ
Προμηθέα, την ασύντυχη
μοίρ᾽ αυτή σου θρηνώ
κι απ᾽ τα μάτια μου αβάστηγο
βρύση τρέχει
400 και την όψη μου βρέχει δάκρυ θερμό.
Γιατ᾽ ο Δίας με νόμους δικούς του σκληρά
κι άθεα αυτά κυβερνά
και στους πριν τους θεούς με περήφανο χέρι
ακουμπάει στο λαιμό τους μαχαίρι.

Πέρα και πέρ᾽ αντηχάει και περνά
πάσα χώρα οδυρμός,
κι όλα τώρα θρηνούν
τη δική σου και των δυο σου αδερφών
410 μεγαλόσχημη αρχαιόπρεπη τιμή.
κι όσοι θνητοί κατοικούν
την αγία πλατιά Ανατολή
συμπονούν
τα δικά του βαριόμοιρα πάθη.

Και μαζί της Κολχίδας οι ατρόμαχτες
στους πολέμους παρθένες,
κι οι ορδές των Σκυθών, που στην άκρη
της γης κάθουνται γύρω
στη Μαιώτιδα λίμνη,

420 Και της Αρίας O άρειος ο ανθός
που κρατούν το ψηλόγκρεμνο κάστρο
κοντά στου Καυκάσου τα μέρη
και φρουμάζουν, τρομάρα στρατός,
μ᾽ αθερόκοψες σπάθες στο χέρι.

[Ένα μόνον ώς τώρα έχω γνωρίσει
θεόν άλλο, που τέτοιο μαρτύριο άγριο
με πεδούκλια ατσαλένια δαμάζει,
τον Τιτάνα τον Άτλαντα – ω πόνοι!
που όλο πάντα το βάρος της γης
και τ᾽ ουράνιου του θόλου σηκώνει
430 και βουβά ᾽ναστενάζει.]

Και συμπονώντας ο πόντος βογγά,
στενάζει ο βυθός
κρυφανταριάζουν βαθιά
τα μαύρα της γης καταχθόνια
και με τ᾽ αγνά ρέματά τους θρηνούν
των ποταμών οι πηγές
στου φριχτού μαρτυρίου σου τη ψυχοπόνια.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ TOY ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Ἡ Ἀ­θη­να­ϊ­κή φι­λο­δο­ξί­α εἶ­χε τε­λι­κά ὑι­ο­θε­τή­σει, μέ τόν τρό­πο πού προ­σι­δι­ά­ζει σ' αὐ­τήν, τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τῶν βαρ­βά­ρων νά έγ­κα­τα­στή­σουν μι­άν Αὐ­το­κρα­το­ρί­α στίς ὄ­χθες τοῦ Αι­γαί­ου. Ἤ ταυ­τό­τη­τα τῆς βο­ύ­λη­σης τῶν βαρ­βά­ρων καί τῶν Ἀ­θη­να­ί­ων γιά κυ­ρι­αρ­χί­α ρη­τά ση­μει­ώ­νε­ται στήν εἰ­σή­γη­ση τῶν Κο­ριν­θί­ων πρέ­σβε­ων (Α 69) καί ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πό τόν Έρ­μο­κρά­τη στή σύ­να­ξη τῶν Σι­κε­λι­ω­τών στήν Κα­μά­ρι­να (Στ' 76 - 80). «Ἔ­τσι οὔ­τε οί Ἀ­θη­ναῖ­οι ἀν­τι­στά­θη­καν στό Μήδο γιά νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῶν Ἑλ­λή­νων... Ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν οί Ἀ­θη­ναῖ­οι νά ύ­πο­κα­τα­στή­σουν το­ύς Μήδους στήν ὑ­πο­δο­ύ­λω­ση τῶν Ἑλ­λή­νων καί οί Ἕλ­λη­νες ν' ἀλ­λά­ξουν ά­φέν­τη καί νά ἔ­χουν ἕ­να δε­σπό­τη ὄ­χι λι­γό­τε­ρο ἱ­κα­νό ἀλ­λά πε­ρισ­σό­τε­ρο έ­πι­κίν­δυ­νο» (Στ' 76).

Ἡ Σπάρ­τη, μέ τή σει­ρά της, θά συρ­θεῖ σ' αὐ­τή τήν ξέ­φρε­νη ἐ­πι­δί­ω­ξη κυ­ρι­αρ­χί­ας. Ἀ­πό τόν πα­ραλ­λη­λι­σμό τόν τρι­ῶν αὐ­τῶν πε­πρω­μέ­νων συ­νά­γε­ται ἕ­να: νό­μος πού κα­τά τόν Θου­κυ­δί­δη φα­ί­νε­ται ὅ­τι κυ­βερ­νᾶ τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἱ­στο­ρί­α. Ἡ βού­λη­ση κυ­ρι­αρ­χί­ας. Αὐ­τή ἐμ­φα­νί­ζε­ται σάν ἡ οὐ­σι­ώ­δης δι­ά­στα­ση, πού ἐ­πι­τρέ­πει συγ­χρό­νως νά κα­τα­νο­ή­σου­με τήν έν γέ­νει ἱ­στο­ρι­κή δρά­ση καί νά φέ­ρου­με σέ φῶς τό βά­θος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως. Ὁ Πε­λο­πον­νη­σια­κός πό­λε­μος, μέ τή δι­άρ­κειά του, τό εὖ­ρος του, τά δι­ά­φο­ρα καί πο­λύ χά­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἐ­πει­σό­διά του καί, τέ­λος, τή σκλη­ρό­τη­τά του εἶ­ναι σάν τό πε­ί­ρα­μα χά­ρη στό ὅ­ποι­ο ἀ­να­κα­λύ­πτε­ται σέ ὅ­λη τήν κα­θα­ρό­τη­τα του τό ὁ­δυ­νη­ρό πε­πρω­μέ­νο τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ ἀν­θρώ­που: Τά ἄ­σ­τε­α ὁ­δη­γοῦν­ται ν' ἀ­σκή­σουν βί­α­στά ἄ­στε­α, νά τά τυ­ραν­νή­σουν καί μ' αὐ­τόν τόν τρό­πο τε­λι­κά νά χα­θοῦν.

Ἡ ἀ­δυ­σώ­πη­τη αὐ­τή ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα, πού ὁ­δη­γεῖ τό πε­πρω­μέ­νο τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν εἶ­ναι ὡ­στό­σο ξέ­νη πρός τή βο­ύ­λη­σή τους. Στήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Θου­κυ­δί­δη δέν ὑ­πάρ­χει ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα στήν ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α καί σέ κά­ποι­ο νό­μο πού βα­ρα­ί­νει πά­νω σ' αὐ­τήν. Τίποτε δέν μοι­ά­ζει λι­γό­τε­ρο πρός ἑ­τε­ρο­κί­νη­τα ὄν­τα, ὅ­σο αὐ­τοί οἱ δι­ο­ρα­τι­κοί ἥ­ρω­ες, στο­ύς ὁ­πο­ί­ους έ­να­πο­τί­θε­ται ἡ τύ­χη τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Δέν ὑ­πάρ­χει δι­ά­στα­ση ἀ­νά­με­σα στήν ἱ­στο­ρι­κή αἰ­τι­ο­κρα­τί­α καί στήν ε­λευ­θε­ρί­α βο­ύ­λη­σης τῶν ἀ­τό­μων. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη βο­ύ­λη­ση, ὅ­ταν εί­ναι δι­ο­ρα­τι­κή, δέν μπο­ρεῖ πα­ρά νά ἐ­πι­ζη­τεῖ τό συμ­φέ­ρον τοῦ ἄ­στε­ως. Τό συμ­φέ­ρον αὐ­τό ὁ­δη­γεῖ ἀ­ναγ­κα­στι­κά στήν τυ­ραν­νί­α. Ἀ­πό κεῖ καί πέ­ρα οἱ δι­ά­φο­ρες βου­λή­σεις ἐμ­πλέ­κον­ται κα­τά τρό­πο ά­ναγ­κα­στι­κό καί συ­νι­στο­ΰν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή τήν ἀ­να­πό­τρε­πτη καί τρα­γι­κή ἀλ­λη­λου­χί­α. Ὁ Ἀλ­κι­βι­ά­δης πα­ρα­σύ­ρει τε­λι­κά τήν ἐκ­κλη­σί­α νά ἐγ­κρί­νει τή Σι­κε­λι­κή ἐκ­στρα­τε­ί­α μέ τό ἀ­κό­λου­θο ἐ­πι­χε­ί­ρη­μα: «Δέν μπο­ρο­ύ­σα­με νά κα­θο­ρί­ζου­με αὐ­στη­ρά τά ὅ­ρια τῆς ἡ­γε­μο­νί­ας μας... Ὁ κίν­δυ­νος γιά μᾶς εἶ­ναι νά ὑ­πα­χθοῦ­με ὑ­πό τήν ἡ­γε­μο­νί­α ἄλ­λων, ἄν δέν τήν ά­σκο­ύ­με ἐ­μεῖς στο­ύς ἄλ­λους» (Στ' 18).

Γιά τόν Θου­κυ­δί­δη οἱ ἄν­θρω­ποι δη­μι­ουρ­γοῦν τήν ἱ­στο­ρί­α τους. Ἀλ­λά ἡ φύ­ση τους το­ύς ὑ­πο­χρε­ώ­νει νά οἰ­κο­δο­μή­σουν αὐ­τή τήν ἱ­στο­ρί­α σύμ­φω­να μέ κα­θο­ρι­σμο­ύς, πού ἄν ἄ­γον­ται συγ­χρό­νως καί στή φύ­ση τους καί στήν κα­τά­στα­σή τους σάν ὄν­των πο­λι­τι­κῶν, πού ζοῦν μέ­σα σ' ἕ­να Ἄ­στυ πού ἐ­πι­θυ­μεῖ νά ἐ­πι­ζή­σει. Στήν Ἑλ­λά­δα τοῦ Ε' π.Χ αἰ­ώ­να γεν­νι­έ­ται μιά ι­στο­ρι­κή σκέ­ψη, ὅ­που συ­ναν­τι­οῦν­ται δύ­ο τύ­ποι κα­θο­ρι­σμῶν. Οί κα­θο­ρι­σμοί πού ά­να­φέ­ρον­ται στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί ἐ­κεῖ­νοι πού προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τήν κα­θα­ρή άλ­λη­λου­χί­α τῶν γε­γο­νό­των. Γιά τόν Θου­κυ­δί­δη τό ἱ­στο­ρι­κό συμ­βάν ἔ­χει μέν ἀ­σφα­λῶς σάν πη­γή του μι­άν αἰ­τι­ο­λο­γί­α άν­θρώ­πι­νη, δέν εἶ­ναι ὅ­μως ἱ­στο­ρι­κό γε­γο­νός πα­ρά για­τί έγ­γρά­φε­ται στό πλα­ί­σιο μιᾶς πο­λι­τι­κής βο­ύ­λη­σης, δη­λα­δή για­τί με­τέ­χει στή δύ­να­μη πού ὁ­δη­γεῖ τά κρά­τη, τά ἄ­στε­α, σέ δρά­ση.

Ὁ ἱ­στο­ρι­κός χρό­νος, πού κα­τα­λαμ­βά­νε­ται ά­πό τίς ἀν­θρώ­πι­νες πρά­ξεις, κά­θε ἰ­δι­α­ί­τε­ρη στιγμή του, ἄν καί δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τίς ἄλ­λες, ἑ­νώ­νε­ται μ' αὐ­τές σέ μιά ἀ­ναγ­κα­στι­κή ἀλ­λη­λου­χί­α. Δέν εἶ­ναι πιά ὁ χρό­νος τοῦ ά­νέκ­δο­του, ὅ­πως αὐ­τό συ­χνά συμ­βα­ί­νει μέ τόν Ἡ­ρό­δο­το. Σ' αὐ­τόν κά­θε πρά­ξη ὄ­χι ἀ­πλῶς δια­ρκεῖ ἀλ­λά ά­κό­μη ἔρ­χε­ται ἀ­πό κά­ποι­ο πα­ρελ­θόν καί πο­ρε­ύ­ε­ται πρός κά­ποι­ο μέλ­λον. Αὐ­τός ὁ χρό­νος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται πρό­σθε­τα σάν μιά δι­ά­στα­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

Ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ πο­λέ­μου φα­νε­ρώ­νει μιά βα­σι­κή ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α. Εἶ­ναι ἡ συ­στη­μα­τι­κή πε­ρι­γρα­φή τῆς χρε­ο­κο­πί­ας μιᾶς λύ­σης. Ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α τῆς φι­λο­δο­ξί­ας τῶν Ἀ­θη­να­ί­ων δε­ί­χνει, συμ­βο­λί­ζει, τήν ά­ναγ­κα­ί­α ἀ­πο­τυ­χί­α ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε λύ­σης, πού θά ὁ­δη­γοῦ­σε στήν ἑ­νο­πο­ί­η­ση τῶν Ἑλ­λή­νων. Ἀ­πο­τυ­χί­α καί στό πο­λι­τι­κό καί στό ἠ­θι­κό πε­δί­ο.

Στίς τα­ραγ­μέ­νες πε­ρι­ό­δους οἱ τυ­χο­δι­ῶ­κτες καί οἱ ἐγ­κλη­μα­τί­ες, ὅ­σοι δι­α­κρί­νον­ται γιά ἔλ­λει­ψη μέ­τρου, πε­τυ­χα­ί­νουν εὐ­κο­λό­τε­ρα πα­ρά στόν και­ρό τῆς εἰ­ρή­νης νά ἐμ­φα­νί­σουν τά ἐ­λατ­τώ­μα­τά τους γι' ἀ­ρε­τές. Γιά τόν Θου­κυ­δί­δη ὁ Κλέ­ων εἶ­ναι ὁ τύ­πος τοῦ τυ­χο­δι­ώ­κτη: θαρ­ρα­λέ­ος, κα­λός ὁ­μι­λη­τής, γο­η­τε­ύ­ει τόν ὄ­χλο μέ τήν εὐ­γλωτ­τί­α του. Αὐ­τοί ρί­χνουν τά ἔ­θνη σέ ἀ­πό­κο­τα ἐγ­χει­ρή­μα­τα. Κάνοντας νά θε­ω­ρη­θεῖ ἡ ἀ­λα­ζο­νε­ί­α τους σάν θάρ­ρος, ἡ πο­νη­ριά τους σάν ἄ­νε­ση, ἡ ἔλ­λει­ψη μέ­τρου σάν πο­λι­τι­κή με­γα­λο­φυ­ί­α, συν­τε­λοῦν στήν πλή­ρη ἀ­να­τρο­πή τῶν πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νων ἀ­ξι­ῶν. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ κοι­νω­νι­κή ζωή νο­θεύ­ε­ται ἀ­πό φό­βους, κιν­δύ­νους, πλε­ο­νε­ξί­α, φι­λο­δο­ξί­α ἤ ά­στο­χα­σιά. Ὁ πό­λε­μος βέ­βαι­α μᾶς δε­ί­χνει τίς αἰ­τί­ες τῆς δρά­σης τῶν ἀν­θρώ­πων. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἀ­ξί­α του. Δίνει ὅ­μως ταυ­το­χρό­νως μι­άν ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κή ὄ­ψη τῆς άν­θρω­πό­τη­τας. Φι­λί­α, τι­μή, πα­τρι­ω­τι­σμός, οἰ­κο­γέ­νεια πα­ύ­ουν νά εἶ­ναι σε­βα­στά. Δέν εἶ­ναι πιά πα­ρά ἐρ­γα­λεῖ­α πού, ἀ­νά­λο­γα μέ τίς πε­ρι­στά­σεις, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιά τό θρί­αμ­βο τῶν φι­λο­δο­ξι­ῶν ἀ­τό­μων ἤ ὁ­μά­δων. Αὐ­τή ἡ χρε­ο­κο­πί­α τῆς ἠ­θι­κῆς συ­νο­δε­ύ­ε­ται ἀ­πό μιά ἱ­στο­ρι­κή χρε­ο­κο­πί­α. Γιά νά μήν εἶ­ναι ὁ πό­λε­μος βα­σι­κά κα­κός, θά ἔ­πρε­πε ν' ἀ­πο­τε­λεΐ ἕ­να μέ­σο γιά τήν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς ει­ρή­νης. Στήν ἱ­στο­ρί­α του ὅ­μως ὁ Θου­κυ­δί­δης δέν ἐμ­φα­νί­ζει αὐ­τή τήν προ­ο­πτι­κή. Ὁ πό­λε­μος, μιά ὀ­δυ­νη­ρή ά­ναγ­και­ό­τη­τα πού ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἀ­πό τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, δέν μπο­ρεῖ πα­ρά νά προ­κα­λεῖ τόν πό­λε­μο. Ἡ εἰ­ρή­νη, ἡ ἡ­συ­χί­α εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά συμ­βάν­τα, πού προ­ο­ρι­σμό ἔ­χουν νά προ­ε­τοι­μά­σουν νέ­ες πρά­ξεις βί­ας. Τε­λι­κά, βρί­σκε­ται κα­νε­ίς μπρός στήν ἀ­κό­λου­θη τρα­γι­κή ἀν­τι­νο­μί­α: Τά κρά­τη δέν μπο­ροῦν πα­ρά νά ἐ­πι­δι­ώ­κουν τή δύ­να­μη καί τήν κυ­ρι­αρ­χί­α καί προ­σκρο­ύ­ουν στήν πα­ρό­μοι­α βο­ύ­λη­ση τῶν ἄλ­λων κρα­τῶν. Σύμφωνα μέ τήν Jacqueline de Romilly, ὁ Θου­κυ­δί­δης θε­ω­ροῦ­σε τήν αὐ­το­κρα­το­ρι­κή πο­λι­τι­κή, τόν ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμό τῆς Ἀ­θή­νας σάν στοι­χεῖ­ο τῆς ε­ξω­τε­ρι­κής της πο­λι­τι­κῆς. Ἄν ἡ Ἀ­θή­να νι­κη­θεῖ καί μα­ζί νι­κη­θεῖ ἡ δη­μο­κρα­τί­α, θά τήν ὑ­πο­κα­τα­στή­σει ἡ ὀ­λι­γαρ­χι­κή Σπάρ­τη.

Ἀ­πό το­ύς τρεῖς ἡ­γέ­τες τῆς Ἀ­θη­να­ϊ­κῆς δη­μο­κρα­τί­ας ὁ Θου­κυ­δί­δης ἐ­ξαί­ρει τόν Πε­ρι­κλῆ, ἐ­πι­κρί­νει σφο­δρά τόν Κλέ­ω­να καί εἶ­ναι γε­μά­τος ἐ­πι­φυ­λά­ξεις γιά τόν Ἀλ­κι­βι­ά­δη. Ἡ πα­ρα­δο­σια­κή ἐ­κτί­μη­ση πρός τόν με­γά­λο Πε­ρι­κλῆ ὀ­φε­ί­λε­ται κυ­ρί­ως στο­ύς ά­ξι­ο­θα­ύ­μα­στους λό­γους πού ὁ Θου­κυ­δί­δης τοῦ ἀ­πο­δί­δει στά δυό πρῶ­τα βι­βλί­α του. Οί δυό λό­γοι κι ὁ Ἐ­πι­τά­φιος φα­νε­ρώ­νουν ὑ­ψη­λό φρό­νη­μα, με­τρι­ο­πά­θεια καί μιά κα­τα­νό­η­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς θέ­σης τῆς Ἀ­θή­νας καί τοῦ τί τῆς ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ἀ­ξι­ώ­νει ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό της καί ἀ­πό το­ύς ἄλ­λους. Ἐκ­πλήσ­σε­ται κα­νε­ίς πώς, ὕ­στε­ρ' ἀ­πό τόν Πε­ρι­κλῆ, ἡ δη­μο­κρα­τί­α δι­ά­λε­ξε τό­σο ἀ­νά­ξιους δι­α­δό­χους. Ἡ δι­α­φο­ρά τοῦ πνε­ύ­μα­τος ἀ­νά­με­σα σέ Πε­ρι­κλῆ καί σέ Κλέ­ω­να εἶ­ναι ἔκ­δη­λη. Καί οἱ δυό εἶ­ναι ὀ­πα­δοί τοῦ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμοῦ, τῆς αὐ­το­κρα­το­ρι­κής πο­λι­τι­κῆς. Ὅ­μως ὁ Πε­ρι­κλῆς ἐ­ξα­ί­ρει τήν ὡ­ραι­ό­τη­τα μιᾶς κυ­ρι­αρ­χί­ας πού ἐγ­γυᾶ­ται τήν ἀ­σφά­λεια τοῦ κρά­τους, δί­νει στό ἄ­στυ δό­ξα ἀν­τά­ξια τῶν προ­γό­νων καί κά­νει νά συρ­ρέ­ουν στήν Ἀ­θή­να πλο­ύ­τη καί τι­μές. Ὁ ἄλ­λος κη­ρύσ­σει ὅ­τι δέν πρέ­πει ἡ ἰ­σχύς τῆς Ἀ­θή­νας νά δι­στά­ζει μπρός σέ κα­μιά πρά­ξη βί­ας. Γιά τόν Πε­ρι­κλῆ πρό­κει­ται νά δι­α­τη­ρη­θεῖ μιά αὐ­το­κρα­το­ρί­α κλη­ρο­δο­τη­μέ­νη ἀ­πό το­ύς προ­γό­νους. Γιά τόν Κλέ­ω­να νά ἐγ­κα­θι­δρυ­θεΐ μιά ἐ­πι­θε­τι­κή καί ἀ­νε­λέ­η­τη τυ­ραν­νί­α. Ἔ­τσι ἡ πε­ρι­ε­σκεμ­μέ­νη δρά­ση ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τε­ται στήν πιό ἀ­κό­ρε­στη βί­α. Ἡ ἀν­τί­θε­ση ξε­σπά­ει στή σύγ­κρου­ση Νι­κί­α - Ἀλ­κι­βι­ά­δη. Ὁ συ­νε­τός Νι­κί­ας ἐ­πι­μέ­νει: «Πρέ­πει... νά μήν ἐκ­θέ­σου­με σέ κίν­δυ­νο τήν πο­λι­τε­ί­α πού βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα σέ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, οὔ­τε νά ἐ­πι­δι­ώ­ξου­με νά ἐ­πε­κτε­ί­νου­με τήν ἡ­γε­μο­νί­α μας προ­τού ἐ­ξα­σφα­λί­σου­με ἐ­κε­ί­νη πού ἀ­σκοῦ­με». (Στ' 10). Ἀν­τί­θε­τος ὁ Ἀλ­κι­βι­ά­δης ύ­πο­στη­ρί­ζει: «θε­ω­ρῶ ὅ­τι μιά πο­λι­τε­ί­α πού δέν γνω­ρί­ζει τήν ἀ­δρά­νεια, θά κα­τα­στρα­φεῖ γρή­γο­ρα ἄν πα­ραι­τη­θεῖ ά­πό τή δρά­ση. Δέν ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι πιό ἀ­σφα­λεῖς ἀ­πό ἐ­κε­ί­νους πού πο­λι­τεύ­ον­ται σύμ­φω­να μέ τά δι­κά τους ἤ­θη καί ἔ­θι­μα, κι ἄν ἀ­κό­μα αὐ­τά δέν εἶ­ναι πο­λύ κα­λά» (Στ' 18). Τε­λι­κά, ὁ Νι­κί­ας πα­ρα­τη­ρεῖ: «εἶ­ναι ἀ­νο­η­σί­α νά ἐκ­στρα­τε­ύ­ει κα­νε­ίς ἐ­ναν­τί­ον ἐ­κε­ί­νων πού δέν θά μπο­ρέ­σει νά ὑ­πο­τά­ξει κι ἄν ἀ­κό­μα νι­κή­σει, ἐ­νῶ ἄν νι­κη­θεῖ δέν θά βρί­σκε­ται πιά στήν κα­τά­στα­ση ὅ­που ἦ­ταν πρίν. (Στ' 11).

Ἀ­π' αὐ­τή τή συμ­πα­ρα­βο­λή Πε­ρι­κλῆ - Κλέ­ω­νος - Ἀλ­κι­βιά­δη δέν προ­κύ­πτει κα­μιά κα­τα­δί­κη τῆς γε­νι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τῶν Ἀ­θη­να­ί­ων, τοῦ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμοῦ, ἀλ­λά τοῦ τρό­που μέ τόν ὅ­ποι­ον ἀ­σκεῖ­ται. Ἡ Ἀ­θή­να εἶ­ναι αὐ­τό­μα­τα ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κή. Ἐ­νῶ ὅ­μως ὁ Πε­ρι­κλῆς συγ­κρα­τεῖ τίς φι­λο­δο­ξί­ες τοῦ κρά­τους μέ­σα στά ὅ­ρια πού ἐ­πι­βάλ­λει ἡ σύ­νε­ση, οἱ δι­ά­δο­χοί του συγ­χέ­ουν φι­λο­δο­ξί­α καί ἄ­με­τρη ἀ­λα­ζο­νε­ί­α, θάρ­ρος καί ἀ­πο­κο­τιά.

Μιά λύ­ση θά εἶ­ναι ἡ ἐ­φαρ­μο­γή τῆς ἔ­ξυ­πνης καί ρε­α­λι­στι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τοῦ Πε­ρι­κλῆ. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ὅ­μως ἀ­πο­κλε­ί­ει νά ἐλ­πί­σου­με ὅ­τι πάν­το­τε θά συ­ζη­τι­οῦν­ται καί θά λαμ­βά­νον­ται ἀ­πο­φά­σεις μέ δι­α­ύ­γεια. Οί ἀν­τί­πα­λοι τῶν τυ­χο­δι­ω­κτῶν, ὁ Δι­ό­δο­τος καί ὁ Νι­κί­ας, δί­νουν τήν ἐν­τύ­πω­ση ὄ­χι συ­νε­τῶν ἀλ­λά δει­λῶν. Πῶς θά μπο­ροῦ­σε λοι­πόν ν' ἀν­τι­στα­θεῖ κα­νε­ίς στήν «ὕ­βριν», στήν ὑ­περ­φί­α­λη νο­ο­τρο­πί­α; Ὅ­μως ἡ βί­α καί μό­νη δέν μπο­ρεῖ νά λύσει τά προ­βλή­μα­τα πού τί­θεν­ται στά κρά­τη.

Γιά τόν Θου­κυ­δί­δη ὁ Πε­λο­πον­νη­σια­κός πό­λε­μος μοι­ά­ζει σ­άν μιά ἀ­πελ­πι­σμέ­νη ἔκ­κλη­ση γιά τήν ἑ­νο­πο­ί­η­ση τῶν Ἑλ­λήνων, πού ἐ­πι­τέ­λους θά '­φερ­νε τήν εἰ­ρή­νη. Δι­α­πι­στώ­νει ὅ­μως, ὅ­τι τέ­τοι­α ἐλ­πί­δα δέν ὑ­πάρ­χει, ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἑλ­λά­δας δέν εἶ­ναι πραγ­μα­το­ποι­ή­σι­μη. Ἡ Ἀ­θη­να­ϊ­κή δη­μο­κρα­τί­α κα­τεῖ­χε τή δύ­να­μη πού θά ἐ­πέ­τρε­πε τήν ἵ­δρυ­ση ἑ­νός στα­θε­ροῦ συγ­κεν­τρω­τι­κού κρά­τους. Ἀλ­λά τήν ἔ­χα­σε. Λύση δέν ὑ­πάρ­χει.

Ἡ ἠ­θι­κή ἀ­να­στά­τω­ση πού προ­κλή­θη­κε ἀ­πό τόν πό­λε­μο ἔ­φε­ρε σέ φῶς τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Ὁ πό­λε­μος εἶ­ναι ἀ­ποθέ­ω­ση τῆς βί­ας. Οί ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν τρεῖς ἀ­πο­φα­σι­στι­κές αἰ­τι­ο­λο­γί­ες: τήν τι­μή, τό φό­βο, τό συμ­φέ­ρον. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας συγ­κρο­τεῖ καί τόν προ­η­γο­ύ­με­νο τοῦ Ἀ­θη­να­ϊ­κοῦ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμό τῶν Περ­σῶν, κα­θώς καί τόν κα­το­πι­νό τῶν Λακε­δαι­μο­νί­ων. Ὁ Πλά­των κα­τα­δι­κά­ζει αὐ­στη­ρά τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή τῆς Ἀ­θή­νας ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων. Ἡ ἥτ­τα τοῦ 404 τοῦ ἐ­πι­τρέ­πει ἄ­νε­τα νά ἐ­πι­κρί­νει τίς τρε­λές φι­λο­δο­ξί­ες τοῦ ιμ­πε­ρι­α­λι­σμοῦ. Ὁ πό­λε­μος εἶ­ναι ἄ­σκη­ση βί­ας. Πη­γή ἔ­χει τήν ἀ­χόρ­τα­γη ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πλου­τι­σμοῦ, («γιά τήν ἀ­πό­κτη­ση πλο­ύ­του γί­νον­ται ὅ­λοι οἱ πό­λε­μοι» Φα­ί­δων 66, βλ. καί Πο­λι­τεί­α II 273). Ἡ­γέ­τες ὅ­πως ὁ Θε­μι­στο­κλῆς, ὁ Κίμων καί ὁ Πε­ρι­κλῆς, με­τα­τρέ­πον­τας τόν πο­λι­τι­κό ὀρ­γα­νι­σμό τῆς Ἀ­θή­νας σέ ὄρ­γα­νο ἡ­γε­μο­νί­ας πά­νω στό σύ­νο­λο τῶν Ἑλ­λή­νων, δι­έ­φθει­ραν τό νό­η­μα τοῦ ἄ­στε­ως.

Τόσο ὁ Θου­κυ­δί­δης ὅ­σο καί ὁ Πλά­των δι­α­πι­στώ­νουν ὅ­τι τό μί­σος γεν­νᾶ τό μί­σος καί ὅ­τι κα­νε­ίς ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κός πό­λε­μος δέν μπο­ρεῖ νά τε­λει­ώ­σει στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἡ ἥτ­τα βρί­σκε­ται πάν­το­τε στό τέρ­μα τῆς ἐ­ξά­πλω­σης.

Οἱ πρῶ­τοι σο­φι­στές ἀ­πο­τε­λο­ῦ­σαν μιάἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη ἔκ­φρα­ση τοῦ δη­μο­κρα­τι­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ. Ὅ­ταν ὅ­μως ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀ­νά­με­σα σέ ἄ­το­μα καί σέ κρά­τη κλο­νι­στεῖ, τό­τε ἡ παί­δευ­ση κιν­δυ­νε­ύ­ει νά γί­νει πη­γή ἀ­ναρ­χί­ας. Ἡ σο­φι­στι­κή δι­δασκα­λί­α ἀ­πό κεῖ καί πέ­ρα προ­πα­ρα­σκευ­ά­ζει τή δι­ά­λυ­ση. Ἡ φύ­ση ἀν­τι­πα­ρα­τί­θε­ται στό νό­μο. Στό Γορ­γί­α (482c) ὁ Καλ­λικλής ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅτι φύ­ση καί νό­μος εἶ­ναι δυό ὅ­ροι πού ἀν­τι­φά­σκουν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον. Ἀλ­λά οἱ νό­μοι δέν ἔ­χουν κα­μιά ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα, δέν ἔ­χουν ἱ­ε­ρό χα­ρα­κτή­ρα. Συμ­μορ­φώ­νε­ται κα­νε­ίς σ' αὐ­το­ύς εἴ­τε ἄ­πό συ­νή­θεια, εἴ­τε ἀ­πό συμ­φέ­ρον. Χτυ­πη­τή εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση μέ τήν παγ­κο­σμι­ό­τη­τα τῶν φυ­σι­κῶν νό­μων. Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πι­θυ­μοῦν τήν ἡ­δο­νή, τή δύ­να­μη, τή δό­ξα, τή ζωή. Ἔ­τσι ἡ σο­φι­στι­κή κα­τα­λή­γει νά ἀ­να­δει­χτεῖ σέ κρι­τή­ριο κά­θε ἀ­λή­θειας τό ἀ­το­μι­κό ὄ­φε­λος. Τό θε­με­λι­ῶ­δες φυ­σι­κό δί­και­ο εἶ­ναι ἡ βί­α. Ἡ πο­λι­τι­κή τῆς Ἀ­θή­νας στήν ὑ­πό­θε­ση τῆς Μήλου, ἀλ­λά καί γε­νι­κό­τε­ρα, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καί ἡ πο­λι­τι­κή τῆς Σπάρ­της, δε­ί­χνει τήν ὠ­μό­τη­τα πού δι­έ­πει ὅ­λη τή δι­ε­ξα­γω­γή τοῦ Πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ πο­λέ­μου.

Πρό­μα­χοι τῆς ὑ­πε­ρο­χῆς τῆς φύ­σης ἀ­πέ­ναν­τι στό νό­μο εἶ­ναι ὁ Πλά­των καί ὁ Καλ­λι­κλής στό Γορ­γί­α καί ὁ Θρα­σύ­μα­χος στήν Πο­λι­τε­ί­α. Ὁ κα­θέ­νας πρέ­πει νά '­ναι ἐ­λε­ύ­θε­ρος μέ­σα στό ἄ­στυ νά ἐ­νερ­γεῖ ὅ­πως τοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἔ­τσι ὅ­μως ἡ βί­α γί­νε­ται τό θε­μέ­λιο κά­θε ἐ­ξου­σί­ας. Προ­σω­πο­πο­ί­η­ση αὐ­τῶν τῶν ἰ­δε­ῶν εί­ναι ὁ Ἀρ­χέ­λα­ος, πού, φο­νι­άς καί ἐ­πί­ορ­κος, κα­τα­λαμ­βά­νει τό θρό­νο τῆς Μα­κε­δο­νί­ας καί εὐ­τυ­χεῖ.

Γιά τόν Θρα­σύ­μα­χο (Πο­λι­τε­ί­α A 338 c) δι­και­ο­σύ­νη εἶ­ναι τό «τοῦ κρε­ίτ­το­νος συμ­φέ­ρον», τό ὠ­φέ­λι­μο στόν ἰ­σχυ­ρό. Ὅ­που ὁ λα­ός κα­τέ­χει τήν ἐ­ξου­σί­α, ἐγ­κα­θι­δρύ­ει δη­μο­κρα­τι­κό πο­λί­τευ­μα. Ὅ­που ἐ­πι­κρα­τοῦν οἱ εὐ­γε­νεῖς ἤ οἱ πλο­ύ­σιοι, ἐ­πι­κρα­τεῖ τό ὀ­λι­γαρ­χι­κό σύ­στη­μα. Σέ κά­θε πο­λι­τε­ί­α, χω­ρίς κα­μιά ἐ­ξαίρε­ση, δί­και­ο εἶ­ναι αὐ­τό πού συμ­φέ­ρει στήν κρα­τοῦ­σα κυ­βέρ­νη­ση (Πο­λι­τε­ί­α A 339a). Ἄν ἡ Ἀ­θή­να ὑ­πε­ρα­σπί­ζει το­ύς συμ­μά­χους της, αὐ­τό γί­νε­ται γιά νά μπο­ρεῖ νά ἀ­παι­τεῖ ἀ­π' αὐ­το­ύς τό φό­ρο ὑ­πο­τέ­λειας, πού θά τή συν­τη­ρεῖ. Ὁ Πῶ­λος σκι­α­γρα­φεί τήν εἰ­κό­να τοῦ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νου ἀν­θρώ­που. Ὁ Θρα­σύ­μα­χος δι­και­ο­λο­γεῖ τίς ἀν­τι­λή­ψεις αὐ­τές μέ μιά ὀ­ξυ­δερκή ἀ­νά­λυ­ση τῆς πο­λι­τι­κο-κοι­νω­νι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ὁ Καλ­λι­κλής μέ στα­θε­ρό­τη­τα καί δύ­να­μη, πού δέν εἶ­χαν οὔ­τε ὁ­Πῶώ­λος οὔ­τε ὁ Θρα­σύ­μα­χος, δι­α­τυ­πώ­νει θέ­σεις πού πλη­σι­ά­ζουν μέ κεῖ­νες τοῦ Νίτσε.

Ὁ Σω­κρά­της λέ­ει γιά τόν Καλ­λι­κλή, ὅ­τι ά­γα­πά τό «δῆ­μο» ὄ­χι γιά νά τόν ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ, ἄλ­λα γιά νά τόν ὑ­πο­δου­λώ­σει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα. Ὁ Καλ­λι­κλής, στό πρῶ­το μέ­ρος τοῦ λό­γου του, ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι οί ά­δύ­να­τοι ἐ­πι­μέ­νουν πώς ὁ Νόμος εἶ­ναι ἱ­ε­ρός γιά τόν ἀ­κό­λου­θο λό­γο: «Ἐ­κε­ί­νους ἀ­πό το­ύς ὅ­μοι­ους τους πού εἶ­ναι πιό ἰ­σχυ­ροί καί πιό ἱ­κα­νοί νά ἐ­πι­κρα­τή­σουν, κα­τα­φέρ­νουν νά το­ύς πτο­ή­σουν γιά νά το­ύς ἐμ­πο­δί­σουν νά έ­πι­βλη­θο­ύν, λέ­γον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ἄ­σκη­μο («αἰ­σχρόν») καί ἄ­δι­κο νά ἐ­πι­κρα­τεῖ κα­νε­ίς πά­νω στο­ύς ἄλ­λους καί ὅ­τι αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀ­δι­κί­α, τό νά ἐ­πι­δι­ώ­κει κα­νε­ίς νά '­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τούς ἄλ­λους. Για­τί σάν κα­τώ­τε­ροι πού εἶ­ναι, ἀρ­κοῦν­ται στήν ἰ­σό­τη­τα (Γορ­γί­ας 483 c). Ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἔ­χει κα­τα­σκευα­στεῖ μέ τό σκο­πό νά εἰ­σα­γά­γει μι­άν ἀ­φη­ρη­μέ­νη ι­σό­τη­τα, πού δέν άν­τι­στοι­χε­ϊ στή φυ­σι­κή ἱ­ε­ραρ­χί­α. Στή φύ­ση ὅ­μως ὁ ἰ­σχυ­ρός δι­ευ­θύ­νει, καί θε­μι­τό εἶ­ναι νά ἐ­πι­βάλ­λει τίς θε­λή­σεις του στο­ύς λι­γό­τε­ρο προι­κι­σμέ­νους καί νά ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες του ὅ­πως τοῦ ἀ­ρέ­σει. Ξα­νάρ­χε­ται λοι­πόν ὁ Καλ­λι­κλής στήν ἀν­τί­θε­ση φύ­ση-νό­μος (στό ζω­ι­κό βα­σί­λει­ο βλέ­που­με ὅ­τι χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται σάν δί­και­ο τό νά δι­α­τάσ­σει ὁ ἰ­σχυ­ρός τόν ἀ­δύ­να­το καί νά '­χει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό αὐ­τόν, Γορ­γί­ας 483 d). Οἱ δυό ἰ­δέ­ες, νό­μος καί φύ­ση, ἀν­τι­φά­σκουν καί ἀλ­λη­λο­α­ναι­ροῦν­ται. Ἔ­τσι ὁ Καλ­λι­κλής ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν πραγ­μα­τι­κή ἰ­σχύ τῶν θε­τι­κῶν νό­μων, τό κύ­ρος, στήν πρά­ξη, τῆς συλ­λο­γι­κής γνώ­μης, ἀλ­λά κα­ταγ­γέλ­λει τήν ἀ­δι­κί­α τους. Ὁ νό­μος εἶ­ναι ἡ θέ­λη­ση τοῦ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρου. Πρέ­πει λοι­πόν νά γί­νει κα­νείς ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος καί νά νι­κή­σει το­ύς μέ­τριους, πού εἶ­ναι συ­να­σπι­σμέ­νοι γιά νά δι­α­τη­ρή­σουν τίς δι­α­τά­ξεις πού το­ύς εὐ­νο­οῦν. Ὅ­ποι­ος τό πε­τύ­χει ἀ­πο­κτά ἐ­κεῖ­νο στό ὁ­ποῖ­ο συ­νί­στα­ται ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ εὐ­τυ­χί­α («τρυ­φήν, ἀ­κο­λα­σί­αν, ἐ­λευ­θε­ρί­αν» Γορ­γί­ας 492 c). Ὁ Καλ­λι­κλής δι­α­κη­ρύσ­σει πώς ἡ φι­λο­σο­φί­α πού ἀ­ξι­ώ­νει νά βα­σί­σει τή δι­και­ο­σύ­νη πά­νω σέ ἄλ­λη βά­ση πα­ρά τή φύ­ση εἶ­ναι ἀ­νο­η­σί­α.

Ἔ­τσι ἡ σο­φι­στι­κή πού εἶ­χε ξε­κι­νή­σει σάν ἐκ­δή­λω­ση τοῦ δη­μο­κρα­τι­κού κοι­νοῦ λό­γου, φτά­νει στίς ἀρ­χές τοῦ Δ' αἰ­ώ­να νά εἶ­ναι ἕ­να δόγ­μα πού δι­και­ώ­νει κά­θε ἀ­να­τρε­πτι­κή κί­νη­ση τῶν ὀ­λι­γαρ­χι­κῶν.Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ Τ.Α. Sinclair (κα­θη­γη­τής στό βα­σι­λι­κό κολ­λέ­γιο τοῦ Belfast, στήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς πο­λι­τι­κῆς σκέ­ψης, τόμ. Ἀ', Ἀ­θή­να 1969, μέ πρό­λο­γο Γ. Κ. Βλά­χου):«Οί ἰ­δέ­ες τῶν φι­λο­σό­φων κι ὅ­ταν ά­κό­μη δέν ἔ­χουν ἄ­με­ση πρα­κτι­κή ἀ­ξία βρί­σκον­ται συ­χνά πί­σω ἀ­πό τίς με­γά­λες πο­λι­τι­κές καί κοι­νω­νι­κές ἀ­να­στα­τώ­σεις».

Τε­λι­κά, εἶ­χαν κα­κή τύ­χη καί οί δυό ὀ­λι­γαρ­χι­κές ἀ­πό­πει­ρες (τοῦ 411 καί τοῦ 404) γιά ἀ­να­τρο­πή. Τό σύ­νο­λο τῶν πο­λι­τῶν ἦ­ταν ἰ­σχυ­ρό­τα­τα προ­ση­λω­μέ­νο στό κοι­νω­νι­κό κα­θε­στώς τῆς δη­μο­κρα­τί­ας. Πιό ση­μαν­τι­κό ρό­λο ἔ­παι­ξε κα­τά τή δι­άρ­κεια τῶν συγ­κρο­ύ­σε­ων μιά μα­χη­τι­κή μά­ζα ἀ­γρο­τῶν ἤ ά­γρο­τι­κών μι­κρο­ί­δι­ο­κτη­τών τῆς Ἀτ­τι­κῆς. Στόν ἀ­γώ­να γιά τήν ἰ­σο­νο­μί­α ἡ «ά­γρο­τι­κή δη­μο­κρα­τί­α» συμ­μά­χη­σε μέ το­ύς δη­μο­κρά­τες τοῦ ἄ­στε­ως καί ἐ­ξα­σφά­λι­σε τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς. Πα­τρι­ῶ­τες μι­κρῆς μόρ­φω­σης, προ­ση­λω­μέ­νοι στίς πα­λι­ές θε­ό­τη­τες, ὀ­πα­δοί τῆς ἡ­συ­χί­ας, πού ἀ­γω­νί­ζον­ται νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τά φτω­χι­κά εἰ­σο­δή­μα­τά τους, οἱ χω­ρι­κοί αὐ­τοί ὑ­πέ­φε­ραν πο­λύ ἀ­πό τόν πό­λε­μο καί ἰ­δί­ως ἀ­πό τή στρα­τη­γι­κή τοῦ Πε­ρι­κλῆ, πού το­πο­θέ­τη­σε ὅ­λες του τίς έλ­πί­δες στή θά­λασ­σα κι ἐγ­κα­τέ­λι­πε τή στε­ριά στο­ύς Πε­λο­πον­νή­σιους. Ἔ­τσι, τό ά­στν κα­τέ­στρε­φε τήν ά­γρο­τιά. «Μέ θλί­ψη βα­ριά ἐγ­κα­τα­λε­ί­παν τά σπί­τια το­υς καί το­ύς να­ο­ύς το­υς, πού ἦ­σαν, ἀ­πό τα’ άρ­χαῖϊ­α χρό­νια, πα­τρο­πα­ρά­δο­τη κλη­ρο­νο­μιά κι ἔ­πρε­πε τώ­ρα ν' άλ­λά­ξουν τρό­πο ζωῆς. Εἶ­χαν ὁ κα­θέ­νας τό αἴ­σθη­μα ὅ­τι ἐγ­κα­τέ­λει­πε τήν πραγ­μα­τι­κή του πα­τρί­δα» (Θουκ. Β 16). Ὅ­σο λοι­πόν ἡ δη­μο­κρα­τί­α νι­κού­σε, τό πράγ­μα ύ­πο­φε­ρό­ταν. Ὅ­ταν ὅ­μως ἄρ­χι­σαν οἱ ἀ­πο­τυχί­ες καί δυ­νά­μω­νε ὁ φό­βος γιά μιά ἄτυχη ἔκ­βα­ση, ἡ «ἀ­γρο­τι­κή δη­μο­κρα­τί­α» ἀ­πο­σπά­στη­κε ὅ­λο καί πιό πο­λύ ἀ­πό το­ύς ­πα­λιούς συμ­μά­χους της καί, σέ ἀρ­κε­τά ση­μεί­α, συγ­κρό­τη­σε κοι­νό μέ­τω­πο με τήν «ἀν­τί­δρα­ση». Οἱ ἀ­στοί τῆς Ἀ­θή­νας καί τοῦ­ΰ Πει­ραι­ᾶ, κά­τω α­πό τά κη­ρύγ­μα­τα τῶν λε­γό­με­νων «δη­μα­γω­γῶν», εἶ­χαν συ­νεί­δη­ση το­ῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι ἡ ὑ­λι­κή τους ὑ­πό­στα­ση εἶ­ναι δε­μέ­νη μέ τή δη­μο­κρα­τί­α καί με τή φι­λο­πό­λε­μη πο­λι­τι­κή, ἐ­νῶ οἱ χω­ρι­κοί, ἤ­δη ἀ­πό τά πρῶ­τα χρό­νια τοῦ πο­λέ­μου, μο­λο­νό­τι αὐ­θόρ­μη­τα μι­σοῦ­σαν τούς ἀν­τι­πά­λους τῆς πα­τρί­δας τους, κα­τα­λά­βαι­ναν ὅ­τι τό τέ­λος τοῦ πο­λέ­μου θά τούς ἀ­πέ­δι­δε τήν πε­ρι­ου­σί­α τους καί τόν τρό­πο ζω­ῆς πού ἀ­γα­ποῦ­σαν. Ἄρ­χι­σαν νά μι­σοῦν τούς φι­λο­πό­λε­μους. Νο­σταλ­γοῦν τόν πα­λιό και­ρό, ὅ­που μπο­ροῦ­σε κα­νείς μέ ἡ­συ­χί­α νά ἀ­πο­λαύ­σει τά προ­ϊ­όν­τα τοῦ μό­χθου του. Ἔ­τσι σχη­μα­τί­ζον­ται δυ­ό ρεύ­μα­τα. Χρει­ά­στη­κε ἡ με­γά­λη κρί­ση τοῦ 404 - 403 γιά νά συ­ναι­σθαν­θοῦν τήν ἀ­πει­λή πού τό ὀ­λι­γαρ­χι­κό σύ­στη­μα ἔ­κα­νε νά βα­ραί­νει πά­νω στό σύ­νο­λο. Ἐ­πα­κο­λου­θοῦν οἱ προ­στρι­βές Σπάρ­της - Θή­βας. Ἡ κο­νι­ορ­το­ποί­η­ση τῆς Ἑλ­λά­δας φτά­νει στό ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Ἡ τά­ση γιά ἑ­νό­τη­τα προ­σκρού­ει στήν ἀ­να­νε­ω­μέ­νη βί­α. Ἡ Ἀν­ταλ­κί­ο­ει­ος εἰ­ρή­νη ἀ­να­μι­γνύ­ει στά ἐ­σω­τε­ρι­κά της Ἑλ­λά­δας τό βα­σι­λιά τῶν Περ­σῶν. Τά ἄ­στε­α εἶ­ναι πο­λύ τα­ραγ­μέ­να, οἱ πο­λί­τες ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νοι. Ση­μει­ώ­νον­ται βι­αι­ό­τη­τες, πο­λι­τι­κές ἐ­ξε­γέρ­σεις, μα­ζι­κές ὑ­πε­ρο­ρί­ες, φό­νοι, δη­ώ­σεις, κα­τα­στρο­φή ὁ­λό­κλη­ρων οἰ­κι­σμῶν. Πυ­ρε­τός δρα­στη­ρι­ό­τη­τας τῶν ἀ­τό­μων ποῦ ξε­κό­βον­ται ἀ­πό τήν ὁ­μά­δα. Πε­ρι­ου­σί­ες σω­ρεύ­ον­ται ἤ χά­νον­ται ξαφ­νι­κά. Εὐ­ρύ­νε­ται τό χά­σμα ἀ­νά­με­σα σέ πλού­σιους καί φτω­χούς. Οἱ ξε­πε­σμέ­νοι γί­νον­ται ὁ­λο­έ­να πο­λυ­α­ριθ­μό­τε­ροι. Πλῆ­θος μι­σθο­φό­ροι στήν Ἑλ­λά­δα καί στήν Ἰ­ω­νί­α εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νά που­λη­θοῦν στόν πλει­ο­δό­τη, δι­ψα­σμέ­νοι γιά λά­φυ­ρα καί γιά πε­ρι­πέ­τεια. Τό ἐμ­πό­ριο ἀ­να­πτύσ­σε­ται, εἶ­ναι ἡ πη­γή τῶν με­γά­λων κερ­δῶν. Ἀ­πε­ναν­τί­ας ἡ κτη­μα­τι­κή πε­ρι­ου­σί­α χά­νει τή ση­μα­σί­α της, οἱ μι­κρο­ϊ­δι­ο­κτῆ­τες ἐ­ξα­θλι­ώ­νον­ται. Τό ἄ­στυ δεί­χνει πό­σο εἶ­ναι εὔ­θραυ­στο. Στήν Ἀ­θή­να τήν ἰ­δέ­α τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ἀν­τι­κα­θι­στᾶ μιά με­τρι­ο­φρο­νέ­στε­ρη ἀλ­λά πιό πραγ­μα­το­ποι­ή­σι­μη. Ἐ­πά­νο­δος, μέ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­λυ­γι­σί­α, στήν ‘σρχι­κή γραμ­μή τῆς ἵ­δρυ­σης τῆς συμ­μα­χί­ας τῆς Δή­λου. Προ­σπα­θοῦν ν’ ἀ­πο­φύ­γουν τά λά­θη ποῦ προ­κά­λε­σαν τήν ἥτ­τα.

Ὁ Θου­κυ­δί­δης κα­τορ­θώ­νει νά συν­δέ­σει κά­θε μι­κρό­τε­ρη πρά­ξη πρός τό γε­νι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα μέ μα­θη­μα­τι­κή ἀ­κρί­βεια. Ἀλ­λά οἱ με­τα­γε­νέ­στε­ροι, ὅ­πως ὁ Ξε­νο­φῶν, δί­νουν στήν ἐ­ξι­στό­ρη­σή τους ἀ­νεκ­δο­τι­κή ὄ­ψη καί συ­νά­μα ἀ­φθο­νί­α ἠ­θι­κο­λο­γί­ας. Βλέ­πουν τήν ἱ­στο­ρί­α σάν βο­ή­θη­μα γιά τή δι­δα­σκα­λί­α τῆς ἀ­ρε­τῆς.

Γιά τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἡ ὀ­λι­γαρ­χί­α δέν γεν­νι­έ­ται ἀ­ναγ­κα­στι­κά ἀ­πό τήν ἀ­πλη­στί­α τῶν ἀρ­χόν­των, ἀλ­λά μᾶλ­λον ἀ­πό τήν αἴ­σθη­ση ποῦ ἔ­χουν οἱ πλού­σιοι ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πό τούς ἄλ­λους πο­λί­τες.

Ὁ Ἰ­σο­κρά­της στή διά­ρκεια ὅ­λης της ζω­ῆς του, σέ μιά θαρ­ρα­λέ­α δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ποῦ κρά­τη­σε μι­σόν αἰ­ώ­να, μέ­σα σέ ἀν­τι­φα­τι­κές συν­θῆ­κες, ἀ­γω­νί­στη­κε γιά τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ κό­σμου. Ἤ­θε­λε νά προ­τεί­νει κά­θε στιγ­μή πραγ­μα­το­ποι­ή­σι­μες λύ­σεις, γι’ αὐ­τό τοῦ βρί­σκουν σέ πολ­λά ση­μεῖ­α ἀ­συ­νέ­πει­ες. Ὁ Ἰ­σο­κρά­της εἶ­δε πιό μα­κριά ἀ­πό τόν Δη­μο­σθέ­νη. Με­τά τή Χαι­ρώ­νεια, τούς πρώ­τους μῆ­νες τοῦ 337, μέ πρω­το­βου­λί­α τῆς Κο­ρίν­θου πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μιά ἐ­νο­ποί­η­ση τῆς Ἑλ­λά­δας σέ ὁ­μο­σπον­δί­α κρα­τῶν ποῦ ἀ­να­θέ­τει τήν ἡ­γε­σί­α στό βα­σι­λιά τῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Κά­θε ἄ­στυ, μέ­σα στά ὅ­ριά του, δι­α­χει­ρί­ζε­ται τίς ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ ὅ­πως θέ­λει, δέν εἶ­ναι ὅ­μως ἀ­νε­κτή ἡ τυ­ραν­νί­α. Τό θα­λάσ­σιο ἐμ­πό­ριο καί ἡ ναυ­σι­πλο­ΐ­α εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρα. Κα­νέ­να ἀ­πό τά ὁ­μό­σπον­δα κρά­τη δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά δέ­χε­ται ξέ­νες φρου­ρές ἐ­κτός ἀ­πό τίς φρου­ρές Μα­κε­δό­νων στίς ἀ­κρο­πό­λεις τῶν ὁ­μό­σπον­δων. Ἐ­πί­σης δέν ὀ­φεί­λουν φό­ρο ἤ συ­νει­σφο­ρά. Μο­να­δι­κή τους ὑ­πο­χρέ­ω­ση εἶ­ναι νά πα­ρέ­χουν τήν ἀ­να­λο­γί­α τους στόν Πα­νελ­λή­νιο στρα­τό. Γιά νά μήν τοῦ ξε­φύ­γει ἡ ἐ­ξου­σί­α, ὁ Φί­λιπ­πος το­πο­θέ­τη­σε, δί­πλα στούς πλη­ρε­ξού­σιους τῶν πό­λε­ων, δι­κούς τους «ἐ­πι­τε­τραμ­μέ­νους». Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ δι­α­νο­μή τῆς γῆς ἤ ἡ μα­ζι­κή ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση σκλά­βων. Πολ­λοί πα­νη­γυ­ρί­ζουν τήν ἐ­πι­τυ­χῆ λύ­ση ποῦ δό­θη­κε ἔ­τσι στό πρό­βλη­μα τῆς ἑ­νό­τη­τας τῆς Ἑλ­λά­δας. Κυ­ρί­αρ­χη ἰ­δέ­α τῆς συμ­φω­νί­ας τῆς Κο­ρίν­θου εἶ­ναι ἡ κοι­νή εἰ­ρή­νη, πού ἐ­πι­τέ­λους φέρ­νει αὐ­τήν τή στα­θε­ρό­τη­τα, τήν ὁ­ποί­α οἱ πιό ὀ­ξυ­δερ­κεῖς Σπαρ­τιά­τες, Ἀ­θη­ναῖ­οι καί Θη­βαῖ­οι πο­λι­τι­κοί εἶ­χαν ἐ­πι­δι­ώ­ξει. Γιά τίς μά­ζες τῶν Ἑλ­λή­νων, πού εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλη­θεῖ οἰ­κο­νο­μι­κά ἀ­πό τούς πο­λέ­μους, μιά ἐλ­πί­δα χα­ρά­ζει, νά ξα­ναρ­χί­σουν τήν κα­τα­κτη­τι­κή τους πο­ρεί­α πρός ἀ­να­το­λᾶς καί νά ξα­να­βρο­ΰν τά κέρ­δη ἀ­πό τόν ἀ­ποι­κι­σμό καί ἀ­πό τή δή­ω­ση τῶν πλη­θυ­σμῶν τῆς Ἀ­σί­ας. Ὁ Θου­κυ­δί­δης εἶ­χε ὑ­πο­γραμ­μί­σει τήν κα­κή ἐν­τύ­πω­ση πού ἔ­κα­ναν στά μέ­λη τῆς ἀτ­τι­κο-δη­λια­κής συμ­μα­χί­ας οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι εἰ­σπρά­κτο­ρες, πού σέ λί­γο δέν ἔ­κρυ­βαν πιά ὅ­τι μέ τούς φό­ρους ἐ­πι­δί­ω­καν τό δυ­νά­μω­μα τῆς μη­τρό­πο­λης. Ἐ­νῶ ὁ Μα­κε­δό­νας βα­σι­λιάς ἀρ­κεῖ­ται νά ζη­τά­ει στρα­τι­ῶ­τες καί ξέ­ρει ὅ­τι αὐ­τούς μπο­ρεῖ νά τούς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει μέ τίς ἐλ­πί­δες λε­η­λα­σί­ας πού τούς προ­σφέ­ρει. Ξέ­ρει ἐ­πί­σης ὅ­τι οἱ «δῆ­μοι» δέν θά ἦ­ταν δυ­σα­ρε­στη­μέ­νοι, ἄν ἁ­παλ­λα­γοῦν ἀ­πό τούς τα­ρα­χο­ποι­ούς πο­λί­τες, στέλ­νον­τάς τους σέ μα­κρι­νά μέ­τω­πα.

Ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν Ἑλ­λή­νων, μέ τήν προ­ο­πτι­κή εἰ­ρή­νης, ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ἀ­σφά­λειας καί οἰ­κο­νο­μι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας εἶ­ναι μιά ἔν­νοι­α ἀ­γα­πη­τή στούς Ἕλ­λη­νες. Στόν Δ' αἰ­ώ­να, με­τά τήν ἀ­ποτυ­χί­α τοῦ Πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ πο­λέ­μου, τά δι­ο­ρα­τι­κά πνεύ­μα­τα κα­τα­νό­η­σαν ὅ­τι κα­μιά ἡ­γε­μο­νι­κή ἐ­πι­χεί­ρη­ση δέν εἶ­χε πι­θα­νό­τη­τα ἐ­πι­τυ­χί­ας. Ἤ­δη ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης πε­ρι­γε­λοῦ­σε τήν ἀ­νο­ησί­α τῶν πο­λέ­μων ἀ­νά­με­σα σέ ἀν­θρώ­πους μέ κοι­νή πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση. Ὁ Φί­λιπ­πος λοι­πόν πραγ­μα­το­ποι­εῖ μέ τή βί­α, ἄλ­λα καί μέ με­γά­λη δι­πλω­μα­τι­κή ἱ­κα­νό­τη­τα, τή λύ­ση πού τό Ἑλ­λη­νι­κό πνεῦ­μα εἶ­χεν ἤ­δη συλ­λά­βει καί πού, φυ­σι­ο­λο­γι­κά, θά ἔ­βρι­σκε τήν ὑ­πο­στή­ρι­ξη ὅ­λων τῶν με­τρι­ο­πα­θῶν.

Ὁ Ἰ­σο­κρά­της, πά­λι, ὑ­πο­γραμ­μί­ζει μα­ζί μέ τόν Πλά­τω­να ὅ­τι ἡ βί­α εἶ­ναι ἀ­νή­θι­κη, καί μέ τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη κα­τα­κρί­νει τούς κα­κούς συμ­βού­λους πού ἀ­πό φι­λο­δο­ξί­α δι­ε­γεί­ρουν τούς λα­ούς σέ ἀλ­λη­λο­ε­ξόν­τω­ση. Ἑ­πο­μέ­νως, πᾶ­με στίς ὑ­λι­κές ὄ­ψεις τοῦ πο­λέ­μου, στήνἀ­πελ­πι­σί­α ὅλων τῶν Ἑλ­λή­νων, στή γε­νι­κή πτώ­χευ­ση το­ϋ πλη­θυ­σμοῦ πού ρί­χνει στό δρό­μο χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν ἔ­χουν ἄλ­λους πό­ρους πα­ρά νά γί­νουν μι­σθο­φό­ροι σ' ὅ­ποι­ον προ­σφέ­ρει τά πε­ρισ­σό­τε­ρα. Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι κα­μιά στρα­τι­ω­τι­κή λύ­ση δέν μπο­ροῦ­σε νά δο­θεῖ οὔ­τε ἀ­πό τούς Σπαρ­τιά­τες, οὔ­τε ἀ­πό τούς Ἀ­θη­ναί­ους, οὔ­τε ἀ­πό τούς Θη­βαί­ους. Ὁ πό­λε­μος ἀ­νά­με­σα σέ Ἕλ­λη­νες ἐμ­φα­νί­ζε­ται σάν ἱ­στο­ρι­κά ἀ­νό­η­τος. Χρει­ά­ζε­ται νά βρε­θεῖ ἡ θε­ρα­πεί­α τῶν δει­νῶν του πο­λέ­μου - κι αὐ­τή εἶ­ναι ἡ εἰ­ρή­νη. Πι­στεύ­ει ὁ Ἰσοκράτης ὅ­τι ἄν, μέ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δι­α­κα­νο­νι­σμό, στα­μα­τή­σει ὁ ἀν­τα- γω­νι­σμός μέ τά ἄλ­λα κρά­τη τῆς Ἑλ­λά­δας, τό­τε τό ἐμ­πό­ριο καί ἡ βι­ο­τε­χνί­α θά μπο­ροῦν, νά δώ­σουν στα­θε­ρά εἰ­σο­δή­μα­τα, οἱ με­τα­φο­ρές νά εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρες κα­θώς καί οἱ ἀ­πό θα­λάσ­σης ἐ­ξα­γω­γές.

Στήν Ἀ­θή­να ἡ με­σαί­α τά­ξη ἀ­παρ­νι­έ­ται τά ἰ­δα­νι­κά τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να γιά αὐ­το­κρα­το­ρί­α. Ἡ ἐλ­πί­δα νά κυρι­αρ­χή­σει στήν Ἑλ­λά­δα εἶ­ναι πιά ἀ­δι­α­νό­η­τη καί ὁ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμός πρέ­πει νά ἀ­πο­δο­κι­μα­στεῖ στό ὄ­νο­μα τῆς φρο­νή­σε­ως.

Ὁ συσχετισμός ἀνάμεσα στά ἔργα τοῦ Θουκυδίδη καί τοῦ Ἰσοκράτη εἶναι γόνιμος. Ὁ Θουκυδίδης ἀφιέρωνε πολύ μέρος ἀπό τό ἔργο του στίς δημηγορίες. Στόν Ἰσοκράτη, ποῦ δέν εἶναι ἱστορικός, ἡ πραγματικότητα γίνεται ρητορική καί πολεμική. Λίγο ἐνδιαφέρεται ὁ Ἰσοκράτης γιά τήν αὐθεντικότητα τῶν ἀφηγήσεών του. Δέν νομίζει ὅτι τό ἱστορικό ἀφήγημα ἔχει ἀνάγκη ἀπό πλήρη πιστότητα. Πιστεύει ὅτι ἀρκεῖ στήν Ἑλλάδα ὁλόκληρη ἡ τάξη τῶν ἐμπόρων, τῶν βιοτεχνῶν καί τῶν γαιοκτημόνων ν' ἀποφύγει τά σφάλματα τοῦ παρελθόντος, τά σφάλματα τοῦ στενοῦ ἀποικισμοῦ καί τοῦ ἀνόητου ἰμπεριαλισμοῦ. Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι δυνατό, γιατί τά συμφέροντα ποῦ συγκρούονται ὄχι μόνο δέν μποροῦν νά συγκροτήσουν μιάν ὁλότητα, παρά διαμελίζονται σέ ἐχθρικές ἀναμεταξύ τους παρατάξεις. Ὁ Φί­λιπ­πος μέ ὑ­πο­μο­νή αὔ­ξη­σε τήν ἐ­δα­φι­κή του κυ­ρι­αρ­χί­α, τά εἰ­σο­δή­μα­τά του καί, μέ τήν προ­πα­γάν­δα του, τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ἀ­δυ­να­μί­α τῶν ἄ­στε­ων, ὑ­πο­θάλ­πον­τας τίς ἀν­τι­ζη­λί­ες τους καί τίς συγ­κρού­σεις συμ­φε­ρόν­των. Χρει­ά­στη­κε ὅμως καί νά πο­λε­μή­σει, ὅ­πως στή Χαι­ρώ­νεια.

Ἔχουμε ἐ­ξά­ρει, στό κε­φά­λαι­ο πού εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στό Θου­κυ­δί­δη, τή θαυ­μα­στή αὐ­στη­ρό­τη­τα πού κυ­ρια­ρχεῖ στήν ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α τῆς ἀ­φή­γη­σης, τόν βα­θιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἔ­ρευ­νας καί τήν κα­τα­πλήσ­σου­σα ἀ­κρί­βεια τῶν ἀ­να­λύ­σε­ων.

Ἡ οἰ­κο­νο­μί­α το­ῦ ἄ­στε­ως στη­ρί­ζε­ται πά­νω στήν ὕ­παρ­ξη μί­ας ἐ­ξαι­ρε­τι­κά πο­λυ­ά­ριθ­μης τά­ξης δού­λων πού δέν ἔ­χουν, μπο­ρεῖ νά λε­χθεῖ, κα­νέ­να δι­καί­ω­μα, πού τούς με­τα­χει­ρί­ζον­ται σάν ἔμ­ψυ­χα ἐρ­γα­λεῖ­α καί τῶν ὁ­ποί­ων ἡ γε­ωρ­γι­κή, με­τα­ποι­η­τι­κή καί οἰ­κια­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα εἶ­ναι ἡ πη­γή τῶν κα­τα­να­λω­τι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Ὅλοι οἱ πο­λί­τες ἀ­πο­τε­λοῦν μιά μο­να­δι­κή τά­ξη πού ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τήν ἐρ­γα­σί­α τῶν δού­λων. Στήν ἐ­πο­χή τοῦ Πε­ρι­κλῆ ὅ­λοι οἱ πο­λί­τες ἀ­πό κοι­νοῦ ἐ­πωφε­λοῦν­ται ἀ­πό τή μά­ζα τῶν δού­λων κι ἔ­τσι ἀ­πο­τε­λοῦν μιά ὁ­μοι­ο­γε­νῆ ὁ­μά­δα. Οἱ οἰ­κο­νο­μι­κές δι­α­φο­ρές ἀ­νά­με­σα στόν κτη­μα­τί­α, τόν στρα­τι­ώ­τη ἤ τόν ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ ἄ­στε­ως ὑ­πάρ­χουν βέ­βαι­α, ἄλ­λα δέν ἀ­πο­τε­λοῦν πα­ρά δευ­τε­ρεύ­ου­σες ἀν­τι­θέ­σεις. Χά­ρη στήν ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή το­ῦ Πε­ρι­κλῆ κά­θε πο­λί­της γί­νε­ται κι ἕ­νας μέ­το­χος, πού δου­λειά του εἶ­ναι νά συ­ζη­τᾶ, ν’ ἀ­πο­φα­σί­ζει καί νά πο­λε­μᾶ. Για­τί τό κέρ­δος ἀ­πό τους δού­λους κι ἀ­πό τά ὑ­πο­τε­λῆ ἄ­στε­α συ­νε­νώ­νει μέ σι­γου­ριά τό σύ­νο­λο τῶν πο­λι­τῶν σ' ἕ­να κοι­νό συμ­φέ­ρον. Τό ἄ­στυ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σάν ἑ­νια­ία πράγ­μα­τικό­της. Ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμός τοῦ Θου­κυ­δί­δη συν­δέ­ε­ται μέ τή γε­νι­κή ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν θε­τι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν, μέ τήν ἄν­θι­ση τοῦ ἄρ- χαι­ο­ελ­λη­νι­κοῦ δι­α­φω­τι­σμοῦ.

Ἀλ­λά μέ τίς πρῶ­τες ἀ­να­πο­δι­ές ἡ ἀ­ρι­στο­κρα­τί­α τῶν γαι­οκτη­μό­νων ἱ­δρύ­ει μυ­στι­κές ἐ­ται­ρί­ες καί προ­σπα­θεῖ νά ξε­ση­κώ­σει μιάν ἀν­τί­δρα­ση κα­τά τῆς δη­μο­κρα­τί­ας. Ὁ λί­βε­λος τοῦ πα­λιοῦ ὀ­λι­γαρ­χι­κοῦ καί οἱ κω­μω­δί­ες τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη ἐκ­φρά­ζα­νε αὐ­τό τό πνεῦ­μα. Βέ­βαι­α, τήν ἐ­πο­χή πού οἱ εἰ­σφο­ρές τῶν συμ­μά­χων εἰ­σπράτ­τον­ταν κα­νο­νι­κά καί τό κέρ­δος τῆς αὐ­τοκρα­το­ρί­ας ξε­περ­νά­ει τά βά­ρη πού ἐ­πι­βάλ­λει ἡ στρα­τι­ω­τι­κή δύ­να­μη, τό σύ­νο­λο τῶν πο­λι­τῶν βρί­σκει ὅ­τι τό δη­μο­κρα­τι­κό πο­λί­τευ­μα συμ­φέ­ρει. Ὅ­ταν ὅ­μως ἡ πε­λο­πον­νη­σια­κή συμ­μα­χί­α γί­νε­ται κυ­ρί­α τῶν κα­τά ξη­ράν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων καί κά­θε ἄ­νοι­ξη οἱ στρα­τι­ῶ­τες τῆς Σπάρ­της ξα­να­εμ­φα­νί­ζον­ται στούς κάμ­πους τῆς Ἀτ­τι­κῆς καί λε­η­λα­τοῦν, κα­τα­στρέ­φουν, δεν­δρο­κο­ποῦν, τό­τε ἡ «ἀ­γρο­τι­κή δη­μο­κρα­τί­α» στε­ρεῖ­ται ἀ­πό τά στα­θε­ρό­τε­ρα εἰ­σο­δή­μα­τά της. Ἡ με­σαί­α τά­ξη τῶν χω­ρι­κῶν καί οἱ «με­σαῖ­οι κα­τέ­χον­τες» δι­α­πι­στώ­νουν ὅ­τι ἡ συ­νέ­χι­ση τοῦ πο­λέ­μου τούς ζη­μι­ώ­νει. Ἀπαγκιστρώνονται ἀ­πό τήν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η πρός τούς ἄλ­λους πο­λί­τες καί τάσ­σον­ται στό πλευ­ρό τῶν ὀ­λι­γαρ­χι­κῶν.

Τό ἔρ­γο τοῦ Θου­κυ­δί­δη ἐ­πι­τρέ­πει νά εἰσ­δύ­σο­με στίς γε­νι­κό­τε­ρες ἀρ­χές πού κυ­βερ­νοῦν τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Ὁ Θου­κυ­δί­δης ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ἰ­δι­αί­τε­ρα τό φό­βο πού προ­κα­λοῦ­σε ὁ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμός τῆς Ἀθήνας, δέν πα­ρα­γνω­ρί­ζει οὔ­τε τά πο­λι­τι­κά οὔ­τε τά οἰ­κο­νο­μι­κά αἴ­τια τῆς συγ­κρού­σε­ως καί συμ­πε­ραί­νει ὅ­τι ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι γιά τούς ἰ­σχυ­ρούς τό ἔ­δα­φος πά­νω στό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἡ βί­α.

Ἀ­πο­κε­ΐ καί πέ­ρα οἱ συγ­κρού­σεις Κλέ­ω­να-Δι­ο­δό­του καί Ἀλ­κι­βιά­δη-Νι­κί­α γιά τήν Ἀθήνα, Ἀρ­χι­δά­μου-Σθε­νε­λα­ΐ­δα γιά τή Σπάρ­τη, Ἑρ­μο­κρά­τη-Ἄ­θη­να­γο­ρα γιά τίς Συ­ρα­κοῦ­σες, εἶ­ναι στήν οὐ­σία συγ­κρού­σεις ἀ­νά­με­σα σέ ἐξ­τρε­μι­στές καί με­τρι­ο­πα­θεῖς. Ό Chatelet (σέλ. 124) πι­στεύ­ει ὅ­τι ἡ Ἀ­θή­να εἶ­χε, κα­τά τή διά­ρκεια τοῦ Πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ πο­λέ­μου, ἐ­κεί­νους τούς κυ­βερ­νῆ­τες πού τῆς ταίρι­α­ζαν κά­θε φο­ρά. Στήν ἀρ­χή τόν συ­νε­τό Πε­ρι­κλῆ (Α 144), ἀρ­γό­τε­ρα τόν πα­ρά­φο­ρο δη­μα­γω­γό Κλέ­ω­να καί στό τέ­λος τόν τυ­χο­δι­ώ­κτη Ἀλκιβιάδη.

Ὁ κα­θη­γη­τής το­ϋ Cambridge John Β. Bury πά­λι (Οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ἱ­στο­ρι­κοί, ἔκδ. Δ. Πα­πα­δή­μα, 1970), στή σέλ. 73, δι­α­τυ­πώ­νει τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι ὁ Θου­κυ­δί­δης ἀ­ναγ­γέλ­λει μιά και­νού­ρια ἀν­τί­λη­ψη γιά τή συγ­γρα­φή τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἕ­να και­νού­ριο ἰ­δα­νι­κό γιά τήν ἱ­στο­ρι­κή ἔ­ρευ­να. Κα­τα­δι­κά­ζει τόν Ἡ­ρό­δο­το καί τούς Ἴ­ω­νες ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φους, ὅ­τι στό­χος τους ἦ­ταν νά προ­σφέ­ρουν πιό πο­λύ ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο ἀ­κρό­α­μα, ὅ­τι ἀ­φη­γοῦν­ται ἱ­στο­ρί­ες πού δέν ἦ­ταν δυ­να­τό νά ἐ­λεγ­χθοῦν, ἐ­νῶ αὐ­τός δέν ἐ­πε­δί­ω­κε νά προ­σφέ­ρει ψυ­χα­γω­γί­α ἀλ­λά νά γρά­ψει ἱ­στο­ρί­α μέ αἰ­ώ­νια ἀξία (κτῆ­μα ἐς αἰ­εί) καί προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­τι οἱ ἀ­να­γνῶ­στες του δέν θά βροῦν στήν ξυγ­γρα­φή του τί­πο­τε τό μυ­θῶ­δες - ὅ­πως κά­νει ὁ Ἡρόδοτος καί ὁ Ὅμηρος. Ἀπό τήν προ­σω­πι­κή του ἐμ­πει­ρί­α εἶ­χε μά­θει πό­σο εὔ­κο­λα τά γε­γο­νό­τα περ­νοῦν τά σύ­νο­ρά του μύ­θου κι αὐ­τό τόν δί­δα­ξε νά εἶ­ναι σκε­πτι­κι­στής καί νά μήν πα­ρα­δέ­χε­ται τί­πο­τα χω­ρίς ἐν­δε­λε­χῆ ἔ­ρευ­να.

Ἡ ἀ­να­στρο­φή μου μέ τό ἔρ­γο τοῦ Θου­κυ­δί­δη, λι­γό­τε­ρο ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρο, (αὐ­τό ἦ­ταν συ­νάρ­τη­ση τῶν ἄλ­λων μου ἀ­σχολι­ῶν) δέν εἶ­χε στα­μα­τή­σει ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῶν γυ­μνα­σια­κῶν μου σπου­δῶν. Ὅ­ταν ὅ­μως ἡ χούν­τα μ’ ἔ­κλει­σε γιά τρι­ά­μι­σι χρό­νια στό νο­σο­κο­μεῖ­ο τῶν φυ­λα­κῶν Ἀ­βέ­ρωφ (1967-1970), τόν πιό πο­λύ και­ρό σέ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­πο­μό­νω­ση, ἀ­πο­φά­σι­σα ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τή με­λέ­τη τοῦ Θου­κυ­δί­δη κα­θώς καί τῆς ἐ­πο­χῆς του. Ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α καί ἄλ­λες συν­το­μό­τε­ρες με­λέ­τες μέ βο­ή­θη­σαν. Ὁ ὄγ­κος τῶν ση­μει­ώ­σε­ων, τῶν δελ­τί­ων της ἀ­πό- δελ­τί­ω­σής μου καί τῶν ἐ­πί μέ­ρους με­λε­τῶν μου ἔ­γι­νε ση­μαν­τι­κό­τα­τος. Ἐλ­πί­ζω ὅ­τι, στρώ­νον­τας (καί πά­λι σέ συ­νάρ­τη­ση μέ τίς ἄλ­λες ἀ­σχο­λί­ες μου καί ὑ­πο­χρεώω­σεις μου) στό χαρ­τί τό ὑ­λι­κό αὐ­τό, θά δώ­σω ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­ναι ὁ στό­χος τοῦ δο­κι­μί­ου μου. Τό νά ἀ­νι­χνεύ­σω μέ­σα στό πυ­κνό καί σκο­λιό ἔρ­γο τοῦ Θου­κυ­δί­δη τήν ἰ­δέ­α πού τό δι­έ­πει, νά τα­ξι­νο­μή­σω, νά ἀ­ξι­ο­λογή­σω, νά συ­να­γά­γω συμ­πε­ρά­σμα­τα, εἶ­ναι, γιά μέ­να, τό­σες συ­ναρ­πα­στι­κές πλευ­ρές τοῦ δο­κι­μί­ου μου αὐ­τοῦ.

Ἡ ἰ­δέ­α πού κυ­ρια­ρχεῖ στό Θου­κυ­δί­δη εἶ­ναι κα­τά τή γνώ­μη μου ἡ ἀ­κο­λου­θη: Ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι χρή­σι­μη στούς με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Για­τί μέ­σα στή ρο­ή τοῦ χρό­νου ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση εἶ­ναι πάν­το­τε ἡ ἴδια. Πε­ρι­ο­δι­κά ἐμ­φα­νί­ζον­ται πα­ρα­πλή­σια ἤ ἀ­νάλο­γά ἐ­λα­τή­ρια που κα­θο­ρί­ζουν τίς πρά­ξεις τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ­μά­δων καί κοι­νω­νι­ῶν. Σέ μιά στιγ­μή τῶν ἀ­να­ζη­τή­σε­ών μου εἶ­δα κα­θα­ρά τήν Ἰδέα, πού ἐκ­θέ­τω σ’ αὐ­τό μου τό δο­κί­μιο.

Ὁ Θου­κυ­δί­δης στήν ἐ­ξι­στό­ρη­ση τῶν ὅ­σων ἔ­γι­ναν στόν Πελο­πον­νη­σια­κό πό­λε­μο - καί, συ­νο­πτι­κό­τε­ρα, πρίν ἀπ’ αὐ­τόν - ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νοι νό­μοι πού κι­νοῦν τήν ἱ­στο­ρί­α. Τά πο­ρί­σμα­τά του, πού γι' αὐ­τόν ἀ­πο­τε­λοῦν ἀρ­χές τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐ­πι­στή­μης πιό πο­λύ ὑ­παι­νι­κτι­κά, πα­ρά σά ρη­τή, ἀ­ξι­ω­μα­τι­κή, δι­α­τύ­πω­ση, ὁ Θου­κυ­δί­σης τά κα­τα­λεί­πει στούς ἐ­περ­χό­με­νους «κτῆ­μα ἐς αἰ­εί». Αὐ­τό εἶ­ναι τό μή­νυ­μα τοῦ Θου­κυ­δί­δη πρός τούς αἰ­ῶ­νες.

Δι­α­δη­λώ­νει μέ ἐ­πι­ση­μό­τη­τα, στήν ἀρ­χή τῶν Ἱ­στο­ρι­ῶν του (Ἅ 22), ὅ­τι κά­ποι­ο μή­νυ­μα ἐ­πι­δι­ώ­κει ν’ ἀ­φή­σει στούς με­τα­γε­νέ­στε­ρους. «Κτῆ­μα ἐς αἰ­εί μᾶλ­λον ἤ ἀ­γώ­νι­σμα ἐς τό πα­ραχρῆ­μα ἀ­κού­ειν». Ἔγραψα, λέ­ει, γιά νά ‘­ναι τό ἔρ­γο μου ἕ­να θη­σαύ­ρι­σμα παν­το­τι­νά χρή­σι­μο στούς ἐ­πι­γε­νο­μέ­νους «ὅ­σοι θε­λή­σουν νά ἔ­χουν ἀ­κρι­βῆ γνῶ­σιν τῶν γε­γο­νό­των, ὅ­σα ἤ­δη ἔ­χουν λά­βει χώ­ραν, καί ἐ­κεί­νων πού κα­τά τήν ἀν­θρώ­πι­νην φύ­σιν μέλ­λουν νά συμ­βοῦν πε­ρί­που ὅ­μοι­α. Δι­ό­τι τήν ἱ­στο­ρί­αν μου ἔ­γρα­ψα ὡς θη­σαυ­ρόν παν­το­τι­νόν καί ὄ­χι ὡς ἔρ­γον προ­ορι­σμέ­νον νά ὑ­πο­βλη­θῆ εἰς δι­α­γω­νι­σμόν καί ν’ ἀ­να­γνω­σθῆ εἰς ἐ­πῆ­κοον πολ­λῶν διά νά λη­σμο­νη­θῆ με­τ’ ὀ­λί­γον».

Καί ἀ­πό τό­τε πού μέ ἀ­πέ­λυ­σε ἡ χούν­τα, ἐ­νῶ, φα­νε­ρά ἄλ­λα καί πολ­λα­πλά εἶ­ναι τά θέ­μα­τα πού μέ ἀ­πα­σχο­λοῦν τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρό, δέν παύ­ω νά ἐ­πε­ξερ­γά­ζο­μαι γρα­πτά, ἤ ἐ­στω καί μό­νο νά συλ­λο­γί­ζο­μαι, τό θέ­μα, τό μή­νυ­μά του.

Σή­με­ρα ἀ­πο­φά­σι­σα πιά νά δώ­σω στή δη­μο­σι­ό­τη­τα ὅ,τι νο­μί­ζω ὅ­τι μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει μιάν ἐ­παρ­κῆ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ δο­κι­μί­ου. Φυ­σι­κά, ἔ­χω στό νοῦ μου μιά πλη­ρέ­στε­ρη ἐρ­γα­σί­α. Ἴσως μπο­ρέ­σω σέ δεύ­τε­ρη ἔκ­δο­ση νά τήν πα­ρου­σιά­σω. Ἀλλά «βρα­χύς ὁ βί­ος» καί σω­στό εἶ­ναι νά ἐγ­καρ­τε­ρεῖϊ κα­νείς νά δώ­σει, ἔ­στω καί κομ­μα­τια­στά, μιά ἐρ­γα­σί­α γιά τήν ὁ­ποί­α ἔ­χει ἀμ­φι­βο­λί­ες ἄν θά τοῦ δο­θεῖ ὁ χρό­νος καί ἡ εὐ­και­ρί­α νά τήν ὁ­λο­κλη­ρώ­σει. Πρέ­πει ἐ­ξάλ­λου ν' ἀ­να­γνω­ρί­σου­με ὅ­τι κι ἄν ἀ­κό­μη ἀ­πο­μα­κρύ­νου­με κά­θε ἰ­δέ­α πο­λύ πι­στῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης καί ἀν­τι­γρα­φῆς τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν συμ­βάν­των, πάν­το­τε εἶ­ναι πλε­ο­νέ­κτη­μα νά τά γνω­ρί­ζου­με, για­τί μπο­ροῦ­με νά δι­α­κρί­νου­με κά­ποι­ες συμ­πε­ρι­φο­ρές, κά­ποι­ες ἀν­τι­με­τω­πί­σεις πού ἀ­νή­κουν σέ ὅ­λες τίς ἐ­πο­χές. Ἡ ἐ­ξι­στό­ρη­ση τῶν γε­γο­νό­των μπο­ρεῖ νά συ­νε­πι­φέ­ρει μα­θή­μα­τα πού ἰ­σχύ­ουν γιά τούς ἀν­θρώ­πους ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.

Ο Γκράμσι για τις πολιτικές προβλέψεις και τη βούληση των ανθρώπων

Σύμφωνα με τον Γκράμσι, δεν υπάρχουν γενικώς ευνοϊκές καταστάσεις για την πολιτική δράση ενός συλλογικού υποκειμένου, μιας οργανωμένης πολιτικής δύναμης· ακόμα και σε περιόδους οικονομικής κρίσης και ακραίας φτώχειας, τα γεγονότα δεν παράγονται «μηχανικά».

Σε μια μελέτη του για τον Μακιαβέλι διαβάζουμε: «Μπορούμε να αποκλείσουμε ότι οι άμεσες οικονομικές κρίσεις από μόνες τους παράγουν βασικά γεγονότα. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να δημιουργήσουν ένα έδαφος πιο ευνοϊκό για τη διάδοση ορισμένων τρόπων σκέψης για την τοποθέτηση και λύση των ζητημάτων που συνδέονται με όλη την παραπέρα εξέλιξη της κρατικής ζωής.» Αυτό που ενδιαφέρει τον Γκράμσι είναι η δυνατότητα της πολιτικής παρέμβασης των κοινωνικών ομάδων στο κοινωνικό γίγνεσθαι, η δράση της οργανωμένης βούλησης των ανθρώπων. Οι πολιτικές αναλύσεις και οι πολιτικές προβλέψεις δεν είναι αυτοσκοπός, αποκτούν τη σημασία τους μόνο αν χρησιμεύουν στο να «δικαιώσουν μια πρακτική δραστηριότητα, μια «πρωτοβουλία της θέλησης.»
 
Το αποφασιστικό στοιχείο κάθε κοινωνικής κατάστασης είναι η «μόνιμα οργανωμένη δύναμη, έτοιμη από καιρό να επέμβει»· μόνο με αυτή την προϋπόθεση μια ιστορική περίοδος ή μια συγκυρία είναι «ευνοϊκή» για την πολιτική δράση, όπως την αντιλαμβάνεται ο Γκράμσι: ως πολύπλευρη εκδήλωση της οργανωμένης βούλησης των «υποτελών τάξεων» ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Σ’ ένα κείμενο του με τίτλο «Πρόβλεψη και προοπτική» γράφει τα εξής: «Είναι βέβαιο ότι προβλέπω σημαίνει μονάχα βλέπω καλά το παρόν και το παρελθόν σαν κίνηση: βλέπω καλά, δηλαδή διακρίνω με ακρίβεια τα βασικά και μόνιμα στοιχεία της διαδικασίας. Άλλα είναι παράλογο να σκεφτούμε μιά πρόβλεψη καθαρά αντικειμενική. Όποιος κάνει την πρόβλεψη, στην πραγματικότητα έχει ένα πρόγραμμα πού θέλει να το κάνει να θριαμβεύσει και η πρόβλεψη είναι ακριβώς στοιχείο αυτού του θριάμβου.»
 
Για τον Γκράμσι, η «πραγματικότητα», δεν είναι απλώς «φυσική», αλλά προκύπτει όταν εφαρμόζεται η ανθρώπινη «βούληση» και το «πάθος» για την πολιτική: «Αυτό δε σημαίνει ότι η πρόβλεψη πρέπει πάντα να είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη ή με καθαρή σκοπιμότητα. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι μονάχα στο βαθμό που η αντικειμενική πλευρά της πρόβλεψης συνδέεται μ’ ένα πρόγραμμα, αποκτάει αυτή η πλευρά αντικειμενικότητα: 1) διότι μονάχα το πάθος οξύνει το νου και συνεργεί στο να κάνει πιο καθαρή τη διαίσθηση 2) διότι, εφόσον ή πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα μιας εφαρμογής της ανθρώπινης θέλησης στην κοινωνία των πραγμάτων (του μηχανικού στη μηχανή) το να κάνουμε αφαίρεση κάθε βουλητικού στοιχείου ή να υπολογίζουμε την επέμβαση των θελήσεων των άλλων σα στοιχείο αντικειμενικό του γενικού παιγνιδιού ακρωτηριάζει την ίδια την πραγματικότητα. Μόνον όποιος θέλει έντονα, προσδιορίζει τα αναγκαία στοιχεία για την πραγματοποίηση της θέλησης του.»
 
Αξίζει να σημειώσουμε, ότι οι αναλύσεις του, στο βαθμό που προσεγγίζουν επιστημονικά ορισμένα κοινωνικά φαινόμενα, δεν έχουν συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο ή πρόσημο· ο Ιταλός στοχαστής, όπως και ο Μακιαβέλι άλλωστε, δίνει τις έννοιες και τα εργαλεία, δείχνει ποιους πρακτικούς και θεωρητικούς δρόμους μπορεί ν’ ακολουθήσει κάποιος, εφόσον θέλει να πετύχει συγκεκριμένους στόχους, να είναι αποτελεσματικός στην «πράξη»· με αυτή την έννοια λ.χ. όσα γράφονται περί «ιδεολογικής ηγεμονίας» αναφέρονται και στην ηγεμονία των «κυρίαρχων τάξεων». Η επαναστατικότητα του Γκράμσι, και του Μακιαβέλι, πηγάζει από το στοιχείο της «αποκάλυψης»: η πολιτική θεωρία και η «φιλοσοφία της πράξης», όπως τις διατύπωσε ο Γκράμσι, εντάσσονται σ’ ένα σχέδιο αλλαγής των πραγμάτων του κόσμου προς μια επιθυμητή κατεύθυνση· όπως είναι γνωστό από την ιστορία, τέτοιες αξιώσεις ισχύος προβάλλονται από πολλές κοινωνικές ομάδες ταυτόχρονα, στον ένα ή τον άλλο βαθμό· ωστόσο, αφού σε γενικές γραμμές οι διευθύνουσες ή άρχουσες τάξεις «ξέρουν» από τα γενοφάσκια τους την «επιστήμη» και την «τέχνη» της πολιτικής, η δημόσια αποκάλυψη αυτών των μυστικών ωφελεί τις υποτελείς τάξεις και τον ενδεχόμενο πολιτικό τους αγώνα για ριζικούς μετασχηματισμούς της κοινωνίας.
 
Μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο, ότι οι κοινωνίες αλλάζουν, ακόμα κι αν δε συμφωνούμε ως προς τις κινητήριες δυνάμεις των αλλαγών· κατά την εκτίμησή μου, αν και είναι «μαρξιστής», ο Γκράμσι δεν δέχεται το γραμμικό ή εξελικτικό σχήμα στην ερμηνεία ιστορίας. Το δίλημμα λ.χ. «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» έχει νομίζω το εννοιολογικό αντίστοιχό του στο «παράδεισος» ή «κόλαση» και δεν πρόκειται για φιλολογική σύμπτωση: για όποιον θέλει να δει καθαρά, οι ομοιότητες μιας πολιτικής ιδεολογίας με τη θρησκεία ως δομή, δεν περιορίζονται στις τελεολογικές ή μεσσιανικές αντιλήψεις. (Ως τελεολογία εννοούμε εδώ οποιαδήποτε φιλοσοφική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος, τα όντα και τα φαινόμενα έχουν μια προκαθορισμένη σκοπιμότητα). Στοιχεία όπως η «πίστη», οι «μάρτυρες», οι «ήρωες», τα σχεδόν ιερά «κείμενα», τα «πάθη», η αίσθηση της μακράς ιστορικής συνέχειας κλπ., ασφαλώς δεν περιορίζονται στις θρησκείες. Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόγραμμα ή ένα «κόμμα» μιλάει ούτως ή άλλως σε «μυθική» γλώσσα, εφόσον στον πυρήνα του βρίσκεται πάντοτε ένα στοιχείο «μεταφυσικό».
 
Σε ένα κριτικό κείμενο για τον «οικονομισμό» διαβάζουμε: «Το ότι η απόρριψη, από άποψη αρχής των συμβιβασμών, συνδέεται στενά με τον οικονομισμό είναι καθαρό, εφόσον η αντίληψη πάνω στην οποία θεμελιώνεται αυτή η απόρριψη δεν μπορεί να είναι άλλη από την ακλόνητη πεποίθηση ότι υπάρχουν για την ιστορική εξέλιξη, αντικειμενικοί νόμοι του ίδιου χαρακτήρα με τους φυσικούς νόμους, με επιπλέον την πίστη σε μιά μοιρολατρική τελεολογία που έχει παρόμοιο χαρακτήρα με τη θρησκευτική τελεολογία: αφού οι ευνοϊκές συνθήκες πρόκειται μοιραία να πραγματοποιηθούν και από αυτές να καθοριστούν, κατά τρόπο λιγάκι μυστηριώδη, γεγονότα παλιγγενεσίας, προκύπτει όχι μόνο το άχρηστο αλλά και το βλαβερό κάθε βουλητικής πρωτοβουλίας που τείνει να προετοιμάσει αυτές τις καταστάσεις σύμφωνα μ’ ένα σχέδιο.»
 
Τα προηγούμενα φαίνονται και από τις προβλέψεις που κάνουν οι λεγόμενοι «αμερόληπτοι»: «είναι γεμάτες από νωθρότητα, λεπτές μικρολογίες, συμπερασματικές κομψότητες». Μόνον όποιος προβλέπει έχοντας παράλληλα ένα πρόγραμμα «πραγματοποίησης» και δράσης μπορεί να κρατηθεί στο ουσιώδες, στα στοιχεία εκείνα της πραγματικότητας που επιδέχονται κατεύθυνση ή παρέκκλιση· μόνον τέτοια στοιχεία είναι «προβλέψιμα». Είναι λάθος, λέει ο Γκράμσι, «να θεωρείται γενικά ότι κάθε πράξη πρόβλεψης προϋποθέτει τον προσδιορισμό νόμων κανονικότητας», όπως συμβαίνει στις φυσικές επιστήμες: «Αλλά επειδή οι νόμοι αυτοί δεν υπάρχουν με την απόλυτη και μηχανική έννοια που υποτίθεται, δεν παίρνονται υπόψη οι θελήσεις των άλλων και δεν “προβλέπεται” η εφαρμογή τους. Γι αυτό οικοδομούνται πάνω σε μια υπόθεση αυθαίρετη και όχι πάνω στην πραγματικότητα.»
 
Η μορφή του «πολιτικού κόμματος», όπως την ορίζει ο Γκράμσι, συμπεριλαμβάνει τόσο τα κόμματα των «κυβερνωμένων» όσο κι εκείνα των «κυβερνώντων»· «κόμμα» είναι και μια εφημερίδα, ένα περιοδικό, η Εκκλησία, ένας σύλλογος, μια θρησκεία κλπ., εφόσον επηρεάζουν τη βούληση και την ιδεολογία των ανθρώπων· αυτό συμβαίνει επειδή αποδεδειγμένα μπορούν να παρακινήσουν τους ανθρώπους να πράξουν μ’ έναν ορισμένο τρόπο ή και να τους οδηγήσουν σε αδράνεια. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, «τα ιδεολογικά μαζικά γεγονότα βρίσκονται πάντοτε σε καθυστέρηση σε σχέση με τα οικονομικά μαζικά φαινόμενα και γι’ αυτό σε ορισμένες στιγμές η αυτόματη παρόρμηση που οφείλεται στον οικονομικό παράγοντα καθυστερεί, παρεμποδίζεται ή συντρίβεται στιγμιαία από παραδοσιακά ιδεολογικά στοιχεία.»
 
Καμιά αντίληψη για τον κόσμο δεν μπορεί να έχει από μόνη της μια «ανωτερότητα στην πρόβλεψη»· εντούτοις, οποιαδήποτε πρόβλεψη, εκ των πραγμάτων, συνδέεται με μια ορισμένη κοσμοαντίληψη και «το αν αυτή είναι μια ασυναρτησία αυθαίρετων ενεργειών της σκέψης ή ένα αυστηρό και με αλληλουχία όραμα δεν είναι χωρίς σημασία.» Όπως και να έχουν τα πράγματα, οποιαδήποτε πρόβλεψη αποκτά τη σημασία της «στο μυαλό αυτού που την κάνει και της δίνει ζωή με την ισχυρή του θέληση.»

Η Αλήθεια και η φύση της σκέψης

Η Πραγματικότητα μπορεί να Βιωθεί μόνο με την Άμεση Επαφή με αυτό που συμβαίνει, στο Απόλυτο Παρόν, Εδώ, Τώρα, κι όχι μέσα από άλλες γνωστικές διαδικασίες, όπως η σκέψη ή η έμμεση πληροφόρηση. Η σκέψη δεν αποτελεί άμεση γνωστική διαδικασία, δεν είναι άμεση επαφή με το πραγματικό που είναι και το αληθινό. Η σκέψη είναι μια έμμεση διαδικασία που συλλαμβάνει κι εκφράζει ένα «νόημα» για την πραγματικότητα και τα πράγματα. Το «νόημα» που εκφράζεται αποκτά περιεχόμενο κι αξία όχι από αυτό το ίδιο που «λέγεται» αλλά από την συσχέτισή του με αυτό στο οποίο αναφέρεται, με το «αντικείμενο». Ολόκληρη η σκέψη, κάθε σκέψη, κάθε νοητική σύλληψη-έκφραση, έχει αυτόν τον έμμεσο χαρακτήρα αφού μιλά για ένα αντικείμενο που είναι «μακριά», απέναντι.

Η σκέψη, από την φύση της, σαν αναπαραστατική διαδικασία, δεν ενώνει με το αντικείμενο αλλά απλά αναφέρεται σε αυτό, «μιλά» για αυτό, και δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει αυτό το χάσμα, δεν μπορεί ποτέ να γίνει άμεση γνώση, επαφή με το πραγματικό, που είναι βιωματική εμπειρία του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι όταν σκεφτόμαστε βρισκόμαστε στην αναπαραστατική τεχνητή πραγματικότητα της σκέψης κι όχι στην ζωντανή πραγματικότητα. Ό,τι κι αν συλλάβουμε με την σκέψη, την Αλήθεια, την Πραγματικότητα, θα μένει πάντα διαχωρισμένο από εμάς, δεν μπορούμε να το βιώσουμε με αυτόν τον τρόπο (όχι με την σκέψη), γιατί αυτό που συλλαμβάνουμε είναι η εικόνα, το «νόημα», όχι το πραγματικό.

Η λειτουργία της διανόησης, της σκέψης, μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν θεωρητική εξέταση που θα καθοδηγήσει την πρακτική εφαρμογή στον εξωτερικό κόσμο, αλλά αυτή η λειτουργία είναι τελείως άχρηστη όταν στρεφόμαστε εσωτερικά και θέλουμε να την εφαρμόσουμε στο Εσωτερικό Άγνωστο που Υπάρχει πέρα από την σκέψη, γιατί το Άγνωστο είναι Κάτι τελείως Αφηρημένο, Χωρίς Ιδιότητες. Είναι Κατάσταση Ύπαρξης κι όχι συγκεκριμένο αντικείμενο. Εισχωρώντας στον Χώρο του Αγνώστου πρέπει να μάθουμε να Είμαστε Διαφορετικοί, εμείς οι ίδιοι κι όχι (όπως στον κόσμο της δυαδικότητας) να προσεγγίσουμε ένα αντικείμενο. Με άλλα λόγια πρέπει να το Βιώσουμε Αυτό, να έχουμε βιωματική επαφή μαζί Του.

Για αυτό κι η Οδός που Οδηγεί στο Πραγματικό, στο Αληθινό, πηγαίνει πέρα από την σκέψη, πέρα από την λειτουργία της σκέψης, δηλαδή της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας που μιλά για το αντικείμενο, στην άμεση επαφή με το αντικείμενο, με αυτό που συμβαίνει πραγματικά, μέσα στην οποία (επαφή) διαλύεται κάθε «απόσταση», κάθε διαχωρισμός. Η Άμεση Επαφή με το Πραγματικό προϋποθέτει ακριβώς το ξεπέρασμα της έμμεσης γνωστικής διαδικασίας και της αυταπάτης ενός ξεχωριστού εαυτού (και της δυαδικότητας που συνεπάγεται αυτός ο «διαχωρισμός») και του εικονικού κόσμου που δημιουργούν αυτές οι διαδικασίες.

Η Αλήθεια Είναι Έξω από την σκέψη. Η σκέψη μπορεί να μιλά όσο θέλει για την Αλήθειας αλλά ποτέ δεν μπορεί να την προσεγγίσει, γιατί ποτέ το φανταστικό, το τεχνητό, το ψεύτικο, δεν μπορεί να γίνει Αληθινό.

Φ. Πεσσόα: Το σκέφτομαι είναι ζω

Σχετική εικόνα«Υπάρχει μια κούραση της αφηρημένης ευφυΐας, και είναι η πιο φρικτή κούραση που υπάρχει. Δεν βαραίνει όπως η σωματική κούραση, ούτε ανησυχεί όπως η κούραση της γνώσης που αποκτάται μέσω της συγκίνησης. Είναι το βάρος από τη συνείδηση του κόσμου, σαν να μη μπορείς να αναπνέεις από την ψυχή.»

«Αλλά η πόλη μού είναι άγνωστη, οι δρόμοι καινούριοι, και το κακό χωρίς θεραπεία. Περιμένω λοιπόν, σκυμμένος πάνω από τη γέφυρα, να μου περάσει η αλήθεια, και να ξαναβρεθώ μηδαμινός και πλασματικός, ευφυής και φυσιολογικός.»

«Είναι τα πρόσωπα που συνήθως με περιβάλλουν, είναι οι ψυχές που, χωρίς να με γνωρίζουν, με γνωρίζουν καθημερινά με τη συναναστροφή και την ομιλία, που μου βάζουν στο λαρύγγι του πνεύματός μου τον όλο σάλια κόμπο της σωματικής αποστροφής.»

«Για τον κοινό άνθρωπο, αισθάνομαι είναι ζω και σκέφτομαι είναι ξέρω να ζω. Για μένα, σκέφτομαι είναι ζω, και αισθάνομαι δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την τροφή της σκέψης.»

«Όσο πιο διαφορετικός είναι ο κάποιος από μένα, τόσο πιο πνευματικός μου φαίνεται, γιατί εξαρτάται λιγότερο από την υποκειμενικότητά μου. Και γι᾽ αυτό ακριβώς η επιμελής και διαρκής μου μελέτη είναι αυτή η κοινή ανθρωπότητα που απεχθάνομαι και από την οποία απέχω. Την αγαπώ γιατί τη μισώ. Μου αρέσει να τη βλέπω γιατί απεχθάνομαι να την αισθάνομαι.

Το τοπίο, τόσο θαυμάσιο ως πίνακας, είναι εν γένει άβολο ως κλίνη.»

«Όσο περισσότερο βυθίζομαι μέσα μου, όλα τα μονοπάτια του ονείρου με οδηγούν στα ξέφωτα της αγωνίας.»

«Η ζωή μου είναι σαν να με χτυπούσαν με αυτήν....

Εγώ την ημέρα είμαι μηδαμινός, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ.»

«Έχω δημιουργήσει μέσα μου πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες. Αδιάκοπα δημιουργώ προσωπικότητες. Κάθε ένα από τα όνειρα μου, τη στιγμή ακριβώς που ονειρεύομαι έχει ήδη ενσαρκωθεί σε ένα άλλο πρόσωπο που το ονειρεύεται, εκείνο, όχι εγώ. Για να δημιουργώ καταστρέφομαι. Έχω τόσο πολύ αποκαλύψει το εσωτερικό της ψυχής μου, ώστε μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η ζωντανή σκηνή όπου ανεβαίνουν διάφοροι ηθοποιοί και ζωντανεύουν διαφορετικά έργα.»

«Αλλά η αντίθεση δεν με συνθλίβει – με απελευθερώνει. Η ειρωνεία που υπάρχει σ΄ αυτήν είναι αίμα μου. Αυτό που θα έπρεπε να με ταπεινώνει είναι η σημαία που ξεδιπλώνω.

Και το γέλιο με το οποίο θα έπρεπε να γελάω με τον εαυτό μου είναι μια σάλπιγγα με την οποία χαιρετώ και δημιουργώ την αυγή στην οποία μεταλλάσσομαι.»

«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει.»
 
Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας

Για κάθε άνθρωπο που αποφεύγουμε στη ζωή, χάνουμε και ένα μάθημα

Αν αλήθεια υπήρχε σ ‘αυτή τη Γη ένα βιβλίο που μέσα θα είχε γραμμένη τη μοίρα μας, θα μπαίναμε στον κόπο να το διαβάσουμε απ’ την αρχή; Ναι, θα απαντούσαμε μεμιάς, μα λίγο αργότερα θα σκεφτόμασταν πως για κάθε άνθρωπο που έπρεπε να αποφύγουμε από τη ζωή μας, θα χάναμε ένα μάθημα που μέσα από αυτό θα βάζαμε ένα λιθαράκι στο χαρακτήρα που πλάσαμε σήμερα.

Αν δεν πονούσαμε, δεν θα λεγόμασταν άνθρωποι. Αν δεν χάναμε ανθρώπους απ’ το πλάι μας, δεν θα καταλαβαίναμε ποτέ πόσο σημαντικό είναι να ζεις και να αγαπιέσαι σε ετούτη την πλάση. Αν δεν δίναμε την αγάπη μας, δεν θα μαθαίναμε ποτέ πόσο μεγάλη γίνεται η καρδιά μας. Πόσα κομμάτια μπορεί να γίνει στα χέρια των ανθρώπων που τη χαρίσαμε.

Δεν την άξιζαν όλοι την καρδιά μας. Δεν τη δώσαμε σωστά την καλοσύνη μας. Γιατί η συναισθηματική απληστία που στολίζει την κοινωνία μας σήμερα, ζητά όλο και περισσότερα από ανθρώπους που μέσα τους κρύβουν το φόβο να δεθούν, να ερωτευθούν, να βγάλουν τις μάσκες και με γυμνές καρδιές στα χέρια να πουν την αλήθεια τους.

Ντύσαμε κάθε μας θέλω με ένα φόβο. Μάθαμε πίσω από κάθε χαρά να περιμένουμε δάκρυ. Παντρέψαμε στο μυαλό μας το καλό και το κακό και μάθαμε πως το ένα διαδέχεται το άλλο. Σταματήσαμε να ελπίζουμε. Σταματήσαμε να ζούμε και μάθαμε απλά να υπάρχουμε. Να γλείφουμε τις πληγές μας τα βράδια σε γωνιές που δεν πιάνει το μάτι. Μην έρθει το φως και φανούν.

Γεμίσαμε τη ζωή μας με μια βαλίτσα από χαμένες ευκαιρίες. Μ’ ένα τσουβάλι φορτωμένο στιγμές τραβώντας σιωπηλά προς το άγνωστο. Μα αλήθεια πόσες στιγμές έκαψε μέσα μας η φλόγα της ελπίδας; Αν αλήθεια μαθαίναμε να ζούμε με τις λάθος επιλογές μας και με το κεφάλι μας ψηλά, αφήναμε ένα χαμόγελο και μια συγχώρεση σε όποιον μας πλήγωσε, αλήθεια πόσο αλλιώς θα ζούσαμε; Πόσο χρόνο θα κερδίζαμε από ετούτη τη ζωή που θα βαδίσουμε μονάχα μια φορά;

Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή και στάσεις η ζωή μας. Έτσι θα έπρεπε να το ζούσαμε απ’ την αρχή. Να το απολαμβάναμε σε κάθε μέρος που περνά χωρίς να ξεχνάμε κομμάτια του εαυτού μας σε κάθε σταθμό που κάναμε στη ζωή μας. Κάθε άνθρωπος που κάθεται στο πλάι μας σε αυτή τη διαδρομή, κάτι φοβάται, κάτι ποθεί και κάτι ονειρεύεται. Κι είναι αλήθεια αυτά τα όνειρα που κάνουμε όλοι μας μια ανάσα. Μια σκιά σε μια μέρα του Αυγούστου χωρίς αέρα. Μια όαση σε κάθε καυτή έρημο που βάδισαν γυμνά τα πόδια μας.

Μια συγνώμη στον εαυτό μας και μια συγχώρεση σε ό,τι μας πλήγωσε. Σε ό,τι μας άλλαξε. Σε ό,τι μαζί του αφήσαμε κομμάτια του εαυτού μας. Η καρδιά μας μεγαλώνει. Αυτός ο μικρός ελαστικός μυς είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ τη γροθιά μας. Κι έχει τόση πολύ αγάπη να δώσει. Έχει τόσα πολλά να ζήσει και να λάμψει. Ας μη χάνουμε πια χρόνο σε ό,τι μας πλήγωσε. Μονάχη διαδρομή μας, ο δρόμος που μας πάει μονάχα μπροστά.

Ο κόσμος γίνεται καλύτερος όταν αφήνουμε τα παιδιά να ονειρευτούν

Η παιδική μας ηλικία έχει κάτι το μαγικό. Κάτι που δεν μπορούμε πια να ξαναζήσουμε. Ακόμη και όσοι δεν είχαν ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, όταν τα θυμούνται, νιώθουν μια αναπόφευκτη νοσταλγία. Ίσως επειδή τότε στα χρόνια που ήμασταν απλώς παιδιά ο κόσμος ήταν καινούργιος, άγνωστος, ανεξερεύνητος και μαγικός.

Κάθε μέρα νέες εμπειρίες, κάθε μέρα καινούργιες γνώσεις αποτυπώνονταν στο καθαρό μας μυαλό και αργά μετασχημάτιζαν τις εικόνες σε φαντασιώσεις που αργότερα, στα χρόνια της ενηλικίωσης, θα μας έδιναν βιώματα και ελπίδες να πορευτούμε στη ζωή. Κι όμως δεν είναι αυτός ο λόγος που τα παιδικά μας χρόνια έχουν τόση γοητεία, σχεδόν ανεξήγητη. O λόγος είναι ότι ζούσαμε μέσα στη μαγεία. Οι μεγάλοι μπορεί να μας εξηγούσαν γιατί σχηματίζονται τα σύννεφα στον ουρανό, άλλα εμείς κοιτάζαμε μαγεμένοι τους σχηματισμούς τους. Ακόμα και όταν δεν βλέπαμε τον ουρανό γεμάτο σύννεφα, αλλά με το μολύβι ζωγραφίζαμε, ακόμα και τότε ονειρευόμασταν τα σύννεφα χωρίς να κοιτάξουμε το μολύβι.

Ύστερα, μεγαλώνοντας, ο κόσμος πήρε τις κανονικές του διαστάσεις και το παιδί που τον αντίκρισε άρχισε να κρύβεται μέσα του σιγά – σιγά. Γνωρίσαμε τους νηπιαγωγούς, εκείνους που μαθαίνουν τα παιδιά ανάγνωση και γραφή πριν την ώρα τους ώστε να είναι προετοιμασμένα όταν πάνε στο δημοτικό, τους δασκάλους εκείνους που βάζουν υπερβολική δουλειά για το σπίτι με φωτοτυπίες και με οδηγίες προς τους γονείς για το πώς θα διαβάσουν τα παιδιά τους με την δικαιολογία ότι «στο γυμνάσιο ζορίζουν τα πράγματα», και τους καθηγητές Γυμνασίου εκείνους που κάνουν και λίγη ύλη λυκείου αφού «εκεί μερικά πράγματα θεωρούνται δεδομένα ότι τα ξέρετε ήδη». Τέλος, στους καθηγητές εκείνους του Λυκείου που κάνουν φροντιστήριο στο σχολείο αφού «ο στόχος είναι η προετοιμασία για την υπέρτατη στιγμή των εισαγωγικών εξετάσεων».

Αντιμετωπίζουμε λοιπόν τα παιδιά σαν αυριανούς ενήλικες. Η παιδική ηλικία, η εφηβική ηλικία θεωρούνται απλά μεταβατικά στάδια που οδηγούν στην ενήλικη ζωή. Έχουμε ξεχάσει την αξία τους. Έχοντας πειστεί ότι ο σκοπός ενός παιδιού θα πρέπει να είναι η προετοιμασία του και η εκπαίδευσή του για το μέλλον, ξεχνάμε ότι η βασική του εργασία είναι να παίζει, ότι η φυσική του προδιάθεση είναι το παιχνίδι.

Τα παιδιά μέσα από το παιχνίδι μαθαίνουν για τους εαυτούς τους και για τους άλλους. Το παιχνίδι επιτρέπει στα παιδιά να αρχίσουν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο και να προσδιορίζουν τη θέση τους μέσα σε αυτόν. Το κυριότερο είναι ότι προετοιμάζει τα παιδιά για τον κόσμο των ενηλίκων δηλαδή την ομαλή και αυθόρμητη μετάβαση σε αυτόν. Τι είναι όμως το παιχνίδι; Το παιχνίδι είναι κάθε αυθόρμητη δραστηριότητα του παιδιού, φυσική ή διανοητική, που συμβαίνει μόνο και μόνο για την ευχαρίστηση που προκαλεί.

Το μεγάλο λάθος που κάνουμε εμείς οι ενήλικες είναι πως πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τις ανάγκες του παιδιού, συχνά ταυτίζοντάς τες με τις δικές μας. Δηλαδή ότι πάσχουμε από “ενηλικιοκεντρισμό”. Στην πραγματικότητα όμως, προβάλλουμε στα παιδιά τις δικές ανάγκες, τους δικούς μας φόβους και τα δικά μας όνειρα. Ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό και αυτόνομο κόσμο.

Με αυτό τον τρόπο, εμείς οι ενήλικες εμποδίζουμε να παιδιά να εξασκήσουν το θάρρος τους, την ανεξαρτησία τους και όλα τα υπόλοιπα χρήσιμα πράγματα που τα παιδιά μαθαίνουν το ένα από το άλλο μακριά από τα μάτια των ενηλίκων. “Υπάρχουν μερικά πράγματα που τα παιδιά δεν κάνει να τα ξέρουν, διότι από την στιγμή που θα τα μάθουν, δεν θα είναι πια παιδιά!” (Ashleigh Brilliant). Δεν θα δημιουργήσουμε έναν καλύτερο κόσμο σκοτώνοντας τα όνειρα των παιδιών, αλλά αφήνοντάς τα να ονειρευτούν.

Ελέχθησαν αυτά με μεγάλο πόνο ψυχής βλέποντας λίγο το τηλεπαιχνίδι “masterchef junior” και άλλα παρόμοια “junior” που ακούω ότι υπάρχουν. Και ζω με την εντύπωση πως παρακολουθούμε απαθείς τον πρόωρο θάνατο της παιδικής ηλικίας. Τυγχάνει να μην έχω παιδιά, αυτό όμως δεν με εμποδίζει να προβληματιστώ για τους γονείς που εν αδρανεία ίσως να σπρώχνουν και αφήνουν τα παιδιά τους να ενηλικιωθούν πριν την ώρα τους. Αναρωτιέμαι εφόσον δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω το χρόνο, γιατί να τον πάμε πιο μπροστά από όσο χρειάζεται;

Ούτως ή άλλως, οι συνθήκες της ζωής δεν θα τους επιτρέψουν να ξαναζήσουν όπως στην παιδική τους ηλικία. Γιατί γινόμαστε συνεργάτες μιας κοινωνίας που οδεύει τα παιδιά μας σε μια πρόωρη (ανώριμη) ενηλικίωση; Κοιτάω τα μάτια των παιδιών και μαγεύομαι από την αθωότητά τους, ακούω μια σιωπηλή κραυγή “Μαμά, θέλω να είμαι παιδί (σου)”.

Ίσως από την αγωνία σας για το μέλλον του να μην το ακούτε αυτό, αλλά σας μιλάει ένας ενήλικας που προσπαθεί να είναι ακόμα παιδί. “Όταν δεν είμαστε πια παιδιά, είμαστε ήδη νεκροί” (C. Brancusi) και το ζητούμενο είναι να ζήσουμε εμείς σαν παιδιά και όχι τα παιδιά σαν εμάς.

Τι πιο ωραίο οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους να βασίζονται στην αλήθεια

Η ειλικρίνεια και η αλήθεια είναι χαρακτηριστικά που τα απαιτούμε στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Δεν δεχόμαστε ούτε τα ψέματα, ούτε τις παραποιημένες αλήθειες αλλά μόνο την πραγματικότητα.

Είναι αλήθεια πως σε κανέναν δεν αρέσει να του λένε ψέματα… ουσιαστικά να τον κοροϊδεύουν ή να υποτιμούν την νοημοσύνη του. Όμως, εμείς οι ίδιοι πως φερόμαστε; Εμείς είμαστε ειλικρινείς; Μήπως δεν είμαστε και οι άλλοι είναι μία αντανάκλαση του εαυτού μας; Μήπως οι άλλοι είναι ένας δικός μας καθρέφτης; Γνωστή και η παροιμία: «Ότι δίνεις… παίρνεις».

Ας διερευνήσουμε πρώτα τον εαυτό μας και ας παρατηρήσουμε κατά ποσό είμαστε ειλικρινείς πρώτα με τον εαυτό μας και ύστερα με τους άλλους. Ουσιαστικά, θα πρέπει το μυαλό με την καρδιά να συμπίπτουν. Πόσες φορές δεν μας έχει τύχει, άλλα να σκεφτόμαστε και άλλα να εκφράζουμε; Πόσες φορές η καρδιά μας προέτρεπε να κάνουμε μία κίνηση και εμείς την αγνοήσαμε επιδεικτικά; Ίσως τελικά να βρούμε πως υπάρχουν πολλά και εκλεπτυσμένα επίπεδα ειλικρίνειας προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Με θέληση μπορούμε να ανακαλύψουμε και άλλες πτυχές του εαυτού μας.

Με το να είμαστε ειλικρινείς με τους γύρω μας, αποκτούμε μία ηρεμία, μία σταθερότητα και μία ελευθερία καθώς δεν έχουμε να ανησυχούμε ή να φοβηθούμε για κάτι. Μην βγει η αλήθεια στην επιφάνεια ή να θυμόμαστε κάθε φορά τι ψέμα έχουμε πει. Πάντα το ψέμα φέρνει και άλλο ψέμα, που στο τέλος γίνεται μία αλυσίδα καταστάσεων που συνήθως είναι δύσκολο να απαγκιστρωθούμε. Προκαλεί μία αναστάτωση που η κατάληξη μόνο αρνητική μπορεί να είναι.

Η αρετή της ειλικρίνειας θέτει μία από τις πιο σημαντικές μας βάσεις για τις ηθικές μας αξίες. Με το να είμαστε ειλικρινείς, νιώθουμε μία πληρότητα και εμπνέουμε εμπιστοσύνη στους άλλους. Τι πιο ωραίο οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους να βασίζονται στην αλήθεια…

Να είσαι παρών στη ζωή σου. Σου ανήκει

Μέσα στους κύκλους του χρόνου, εκεί που συναντιέται το παρελθόν με το μέλλον, γίνεται μια μαγική ένωση, το παρόν. Μόλις που προλαβαίνουμε όμως να το αντιληφθούμε και έπειτα χάνεται, χαρίζεται στο παρελθόν ενώ το «τώρα» διαρκώς αναπλάθεται, γεννιέται από τις στάχτες του πριν και το φως του μετά. Κάπου εκεί στα ασαφή πλαίσια του χρόνου και του χώρου, όπου ορίζουμε εμείς οι άνθρωποι με «ασφάλεια» την πραγματικότητα μας, υπάρχει αυτό που ονομάζουμε ζωή.

Ο χρόνος, είναι η αέναη μετάβαση από το παρελθόν, στο παρόν και αμεσως μετά στο μέλλον. Είναι αψιλάφηστος, κυλά μέσα από τα χέρια μας σαν νερό και σαν να μην υπάρχει παρά μονάχα στο μυαλό μας.

Ανάμεσα στα λεπτά αυτά νήματα που ενώνουν τους χρόνους, η ζωή μοιάζει στιγμές, από τις οποίες απλά αντλούμε σταγόνες ευτυχίας. Από την φύση μας όμως είμαστε σε διαρκή αναζήτησή αυτής.

Είναι όμως εφικτό να ζήσουμε ουσιαστικά  ευτυχισμένοι, αρκεί να ζούμε το «τώρα» με όλη μας την καρδιά, το μυαλό και την ψυχή.

Το μέλλον άλλωστε, είναι αβέβαιο και το παρελθόν ανήκει στο χθες, όσο μάταια και αν προσπαθούμε ενίοτε να κρατηθούμε από αυτά. Αν ζούμε εστιάζοντας στο πρώτο θα έχουμε άγχος, αν ζούμε εστιάζοντας στο δεύτερο θα ζούμε με θλίψη. Ενώ αν ζούμε στο «τώρα», μπορούμε να είμαστε πιο ευτυχισμένοι.

Η ικανότητα να εστιάζουμε και να συγκρατούμε την προσοχή μας στην παρούσα στιγμή αναπτύσσεται με εξάσκηση και προσπάθεια.

Παρατηρώντας τον εαυτό μας κάθε λεπτό, τι κάνει, πως νιώθει, πως κινείται και ελέγχοντας την αναπνοή μας, βοηθάει στο να επαναφέρουμε την παρουσία μας στην στιγμή.

Η επαφή με την φύση μπορεί επίσης να μας ωθήσει στο να εστιάσουμε στο τώρα. Αρκεί να παρατηρήσουμε με προσοχή κάτι που δεν είναι φτιαγμένο από ανθρώπινα χέρια. Ένα αστέρι, ένα δέντρο, ένα λουλούδι, μια πεταλούδα. Να συγκεντρώσουμε όλες μας τις αισθήσεις στην μαγεία της φύσης, στις μελωδίες της. Στην ροή του ποταμού, στα κύματα της θάλασσας, στον αέρα που φυσά και στον τρόπο που μας χαϊδεύει τα μαλλιά και μας αγγίζει απαλά το δέρμα.

Κάτι τέτοιες στιγμές μπορούμε να νιώσουμε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον να γίνονται ένα. Ο χρόνος τότε μοιάζει να σταματά. Η αίσθηση της απόλυτης παρουσίας μας στη στιγμή, αρκεί ώστε να αρχίσει η ευτυχία να ρέει μέσα μας.

Πες πως η ίδια η φύση ξάφνου παίρνει το λόγο και μαλώνει έναν από μας

Και τέλος, πες πως η ίδια η φύση ξάφνου παίρνει το λόγο και μαλώνει έναν από μας:

«Γιατί, θνητέ, αφήνεσαι να βυθιστείς σ’ ένα τόσο αρρωστημένο πένθος;

Τι κλαίγεσαι κι αναστενάζεις για το θάνατο; Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει, κι αν όλες οι χάρες της δεν πήγαν χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από ένα τρύπιο πιθάρι, τότε γιατί δεν αποσύρεσαι σαν χορτάτος συνδαιτυμόνας από το συμπόσιο της ζωής και δεν προτιμάς, ανόητε, μια γαλήνη δίχως έγνοιες; Μα αν όσα αποκόμισες σκόρπισαν και χάθηκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τι γυρεύεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να χαθούν κι αυτά κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα, να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στα βάσανα;

Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ’ ευχαριστήσει.

Όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντα. Και ίδια θα παραμένουν, ακόμα κι αν το σώμα σου δεν έχει κιόλας μαραθεί απ’ τα χρόνια και τα μέλη σου δεν έχουν λιώσει ακόμα κι αν ζήσεις τόσο που να ξεπεράσεις όλες τις γενιές, ακόμα κι αν ποτέ σου δεν πεθάνεις.»

Τι θ’ απαντήσουμε, αν όχι ότι η φύση δίκαια μας δικάζει κι ότι είναι αληθινή η κατηγορία που απαγγέλλει; Κι αν πάλι κάποιος γέρος με χρόνια στην πλάτη, παραπονεθεί παραπάνω απ’ το κανονικό και κλαφτεί που θα πεθάνει, δεν θα ‘χει δίκιο η φύση να υψώσει τη φωνή και να τον μαλώσει ακόμα πιο σκληρά;

«Σκούπισε τα δάκρυα σου, ανάξιε, και σταμάτα τις κλάψες. Τώρα μαραίνεσαι, αφού πρώτα γεύτηκες όλα τα δώρα της ζωής. Μα επειδή πάντα ποθείς αυτό που δεν έχεις και περιφρονείς αυτά που έχεις, κύλησε η ζωή σου λειψή κι αχάριστη και ξάφνου στέκει πλάι στο προσκέφαλο σου ο θάνατος, και συ δεν έχεις τη δύναμη, χορτασμένος και ικανοποιημένος απ’ όλα, ν’ αποσυρθείς.

Όμως τώρα παράτα τα όλα τούτα που δεν ταιριάζουν στην ηλικία σου, κι άντε, με ήσυχη την ψυχή, κάνε τόπο και σε άλλους- έτσι πρέπει»

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Μην καταδικάζεις τη νέα γενιά - είναι λάθος

Το χάσμα των γενεών είναι ένα πολύ καινούριο πράγμα στον κόσμο. Μέχρι πριν από μόλις έναν αιώνα, κανείς δεν είχε ακούσει καν τον όρο «χάσμα γενεών». Και ο άνθρωπος υπάρχει για χιλιάδες χρόνια. Αλλά καμία κοινωνία, καμία κουλτούρα, κανένας πολιτισμός δεν ασχολήθηκε με το χάσμα των γενεών. Γι’ αυτό πρέπει να γίνουν κατανοητά ορισμένα πράγματα: πώς γεννήθηκε, τι είναι, και ποιες είναι οι τελικές του επιπτώσεις.

Στο παρελθόν, στην ηλικία των έξι ή επτά το πολύ, τα παιδιά ακολουθούσαν τα επαγγέλματα των πατεράδων τους, όποια κι αν ήταν αυτά, και όσο λίγο κι αν μπορούσαν να βοηθήσουν… Αν ο πατέρας ήταν μαραγκός, το αγόρι προσπαθούσε να φέρει ξύλο, για να τον βοηθήσει με τον δικό του μικρό τρόπο. Και αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος που είχε το παιδί για να μάθει.

Η παλιότερη γενιά ήταν πάντα η σοφότερη γένια. Το ότι ήσουν μεγαλύτερος ήταν αρκετό για να είσαι σοφός, επειδή η γνώση ερχόταν μόνο μέσα από μία πόρτα, και αυτή ήταν η εμπειρία. Και η εμπειρία χρειάζεται χρόνο.

Εκείνοι που είχαν ζήσει περισσότερο γίνονταν όλο και πιο σεβαστοί επειδή ήταν πιο έμπειροι. Ήξεραν περισσότερα πράγματα από άλλους. Αυτό δημιούργησε το φαινόμενο του σεβασμού για τους μεγαλύτερους. Έτσι, ό,τι κι αν έλεγαν οι μεγαλύτεροι ήταν αναπόφευκτο να είναι σωστό. Δεν υπήρχε δισταγμός, δεν υπήρχε ερώτηση, δεν υπήρχε αμφιβολία στο μυαλό των νεότερων.

Το χάσμα των γενεών δεν υπήρχε, οι γενιές συνέπιπταν. Η παλιότερη γενιά, πριν αποσυρθεί, προετοίμαζε τη νεότερη γενιά για να αναλάβει τη δουλειά. Έτσι υπήρχε μια περίοδος είκοσι, τριάντα χρόνων τα οποία συνέπιπταν, και κατά τα οποία η νεότερη γενιά δούλευε υπό τις οδηγίες της παλιότερης γενιάς. Και η παλιότερη γενιά είχε όλη τη δύναμη, όλο το κύρος, και διαμόρφωνε τη νέα γενιά σύμφωνα με τα δικά της ιδανικά, τη δική της ηθική, τους τρόπους και τις συμπεριφορές.

Οι νέοι δεν είχαν την ευκαιρία να διακηρύξουν την ατομικότητα τους. Αποτελούσαν κομμάτι και πακέτο της παλιότερης γενιάς. Είχαν βγει από τη μήτρα της μητέρας, αλλά δεν είχαν βγει ποτέ από τη μήτρα της παλιότερης γενιάς. Μέχρι να αποσυρθεί η παλιότερη γενιά, να γεράσει ή να πεθάνει, έγιναν ανεξάρτητα άτομα, αλλά τότε πια είχαν γεράσει και εκείνοι. Και έπρεπε να φροντίσουν τη νέα γενιά που είχε έρθει στον κόσμο. Έτσι ήταν ένας βαθιά συνδεδεμένος κόσμος.

Πώς αναπτύχθηκε το χάσμα των γενεών; Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Η επιστημονική πρόοδος έχει δώσει στους ανθρώπους χρόνο για να μορφωθούν τα παιδιά τους στα σχολεία, τα κολέγια, τα πανεπιστήμια. Τώρα έχει ανοίξει μια νέα πόρτα για μάθηση. Στο παρελθόν υπήρχε μόνο μία πιθανότητα να μάθεις και αυτό ήταν από την παλιότερη γενιά. Τώρα έχει ανοίξει μια νέα πόρτα για μάθηση, για γρήγορη μάθηση.

Η εμπειρία κινείται με πολύ αργό ρυθμό, αλλά η εκπαίδευση εξαρτάται από τη νοημοσύνη σας. Δεν είναι ανάγκη να εξαρτάστε από τον ρυθμό κατά τον οποίο κινείται η εκπαίδευση. Και κατά τη διάρκεια αυτών των είκοσι πέντε χρόνων της εκπαίδευσης, δεν βρίσκεστε πλέον υπό τον έλεγχο των γονιών σας ή της κοινωνίας σας.

Σ’ αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια δεν έχετε ευθύνη, δεν είστε παντρεμένοι. Στο παρελθόν, ο γάμος λάμβανε χώρα πάρα πολύ νωρίς.

Με άλλα λόγια, αυτό που θέλω να πω είναι ότι στο παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ η νεαρή ηλικία. Οι άνθρωποι γίνονταν από παιδιά ενήλικες. Η νεαρή ηλικία έλειπε. Η νεαρή ηλικία είναι ένα καινούριο φαινόμενο, η νεότερη γενιά είναι ένα καινούριο φαινόμενο. Είναι υποπροϊόν της επιστημονικής προόδου. Η επιστημονική πρόοδος έχει δώσει τόση πολλή τεχνολογία και τα παιδιά μπορούν να έχουν πολλά χρόνια στα πανεπιστήμια για να μάθουν.

Δεύτερον, όταν δεν υπήρχε επιστήμη -και δεν πάει πολύς καιρός από τότε, μόνο τριακόσια χρόνια- δεν άλλαζε τίποτε. Όλα ήταν όπως ήταν πάντα. Το κάρο με τα βόδια παρέμεινε για αιώνες. Εξακολουθούσε να είναι το μόνο όχημα. Έτσι η παλιότερη γενιά ήξερε τα πάντα, επειδή τα πάντα ήταν παλιά.

Με την επιστημονική πρόοδο ο κόσμος των σπουδαίων επιστημονικών βιβλίων έχει εξαφανιστεί τελείως. Και η πρόοδος πηγαίνει όλο και πιο γρήγορα, τόσο γρήγορα ώστε οι επιστήμονες δεν γράφουν πια μεγάλα βιβλία, από φόβο ότι αν γράψεις ένα μεγάλο βιβλίο, μέχρι να ολοκληρωθεί, θα είναι ξεπερασμένο· οι επιστήμονες γράφουν απλά εργασίες στα περιοδικά.

Ήταν απόλυτα σωστό να χρειαστεί ο Κάρολος Δαρβίνος τριάντα χρόνια για να γράψει ένα και μόνο βιβλίο. Τώρα μέχρι να το τελειώσετε, όλα όσα έχετε γράψει είναι λάθος. Η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο πολύ, και η ταχύτητα της επιστήμης είναι τόσο μεγάλη ώστε δεν μπορείτε να γράψετε με την ίδια ταχύτητα.

Και η επιστήμη έχει αναπτυχθεί σε ένα τόσο μεγάλο δένδρο, με τόσα πολλά κλαδιά, ώστε τώρα δεν είναι σωστό να αποκαλούμε κάποιον απλά επιστήμονα. Δεν σας δίνει τον σωστό ορισμό. Μπορεί να είναι φυσικός, μπορεί να είναι χημικός, μπορεί να είναι μαθηματικός. Και τα κλαδιά συνεχίζουν να χωρίζονται σε νέα κλαδιά. Τώρα υπάρχει μια νέα χημεία η οποία έχει τον δικό της ανεξάρτητο κόσμο: η βιοχημεία.

Τα μαθηματικά δεν είναι πια μόνο μια επιστήμη. Τα παλιά μαθηματικά που χρησιμοποιούνται στον συνηθισμένο κόσμο δεν είναι πια κατάλληλα για την πυρηνική φυσική. Χρειάζονται καινούρια μαθηματικά. Έτσι υπάρχουν καινούριοι μαθηματικοί. Τα θεωρήματα της Ευκλείδειας γεωμετρίας δεν είναι πια επαρκή· τώρα απέναντι τους υπάρχει μια τελείως νέα επιστήμη, η μη Ευκλείδεια γεωμετρία, η οποία δεν πιστεύει σε ορισμούς του Ευκλείδη. Για δύο χιλιάδες χρόνια ο Ευκλείδης ήταν έγκυρος.

Για δύο χιλιάδες χρόνια η λογική του Αριστοτέλη ήταν η μοναδική λογική. Δεν είναι πια έτσι. Δεν υπάρχει αριστοτέλεια λογική, δεν υπάρχει Ευκλείδεια γεωμετρία, και κάθε μέρα οι επιστήμες συνεχώς αναπτύσσονται σε διαφορετικές διαστάσεις. Και κάθε διάσταση είναι τόσο αχανής ώστε αυτός που ξέρει από πυρηνική φυσική ίσως να μη γνωρίζει καθόλου τι κάνει η χημεία, ή τι συμβαίνει στον κόσμο της βιολογίας, ή τι συμβαίνει στον κόσμο της ιατρικής επιστήμης. Ο επιστήμονας δεν είναι πια ένας άνθρωπος που εργάζεται μόνος, αλλά ένας ειδικός. Εξαιτίας της εξειδίκευσής του, τα πράγματα κινούνται πολύ γρήγορα. Όλοι έχουν ένα μικρό ρόλο και αναπτύσσεται ως το τελικό της άκρο.

Όταν ο φοιτητής επιστρέφει στο σπίτι μετά από πέντε χρόνια στο πανεπιστήμιο, γνωρίζει περισσότερα από την παλιότερη γενιά. Αυτό είναι το πρόβλημα, αυτό είναι που δημιουργεί το χάσμα των γενεών. Ακόμη και οι ίδιοι του οι γονείς τού φαίνονται ξεπερασμένοι, ότι δεν γνωρίζουν τίποτε. Αυτό του έχει στερήσει τον σεβασμό που στο παρελθόν θεωρούνταν δεδομένος. Δεν μπορείς να σέβεσαι κάποιον που σου φαίνεται τελείως ξεπερασμένος, παρωχημένος, ο οποίος δεν ξέρει τι έχει συμβεί τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια.

Η ανάπτυξη και ο ρυθμός της ανάπτυξης είναι τέτοιος ώστε αυτό που δεν είχε συμβεί πριν σε είκοσι πέντε αιώνες τώρα συμβαίνει σε είκοσι πέντε χρόνια. Φυσικά, δεν μπορεί παρά να δημιουργηθεί ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην παλιότερη και τη νεότερη γενιά. Είναι αναπόφευκτο. Η νεότερη γενιά γνωρίζει περισσότερα, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, από την παλιότερη γενιά.

Και αυτό το χάσμα μεγαλώνει. Έχει σταματήσει την επικοινωνία ανάμεσα στην παλιότερη γενιά και τη νεότερη γενιά, επειδή η συζήτηση είναι τόσο δύσκολη. Οι γονείς έχουν τον δικό τους εγωισμό, δεν πρόκειται να καθίσουν στα πόδια των ίδιων τους των παιδιών και να μάθουν από αυτά. Και τα παιδιά έχουν τον δικό τους εγωισμό, γνωρίζουν περισσότερα. Γιατί να καθίσουν στα πόδια των γονιών τους και να μάθουν από εκείνους πράγματα που έχουν αποδειχθεί τελείως λάθος; Μιλάνε σχεδόν διαφορετικές γλώσσες.

Και αυτό θα συμβαίνει όλο και περισσότερο επειδή η επιστήμη αναπτύσσεται κάθε μέρα με μεγαλύτερη ταχύτητα σε όλες τις διαστάσεις.

Η εξειδίκευση είναι κάτι καινούριο στον κόσμο. Στο παρελθόν, είχατε έναν οικογενειακό γιατρό. Τώρα δεν μπορείτε να έχετε οικογενειακό γιατρό επειδή υπάρχουν κάθε λογής ειδικοί. Ο οικογενειακός γιατρός σάς αντιμετώπιζε ως έναν ολόκληρο οργανισμό, αλλά τώρα έχετε χωριστεί σε μέρη, επειδή το κάθε μέρος είναι τόσο λεπτομερές ώστε ένα άτομο το ερευνά όλη του τη ζωή και ωστόσο δεν φτάνει στο τέλος.

Έτσι υπάρχουν ειδικοί που θα φροντίσουν μόνο τα μάτια σας. Για εσάς τα μάτια μοιάζουν μικρά, αλλά όταν μπείτε στον κόσμο της εξειδίκευσης, τα μάτια έχουν έναν δικό τους ολόκληρο κόσμο. Δεν είναι κάτι μικρό, είναι ένα πολύ περίπλοκο φαινόμενο. Υπάρχει ένας ειδικός που καταλαβαίνει τον εγκέφαλο. Υπάρχει ο ειδικός που φροντίζει το δέρμα σας. Η δερματολογία από μόνη της είναι μια τόσο μεγάλη επιστήμη ώστε το άτομο δεν έχει χρόνο να σκεφτεί άλλα πράγματα. Κάποιος θεραπεύει τα αυτιά σας, κάποιος θεραπεύει τη φυματίωσή σας, κάποιος θεραπεύει τον καρκίνο σας.

Δεν μπορείτε να έχετε μόνο ένα άτομο να σας φροντίζει πια, επειδή δεν υπάρχει αυτό που λέμε γιατρός, καθαρά μόνο γιατρός. Μάλιστα, υπάρχουν μόνο σύμβουλοι που σας κατευθύνουν… Όλη τους η δουλειά είναι να σας κατευθύνουν στον ειδικό που πρέπει να δείτε, επειδή η εξειδίκευση αποτελείται από τόσες πολλές μικροσκοπικές λεπτομέρειες ώστε χρειάζεστε έναν σύμβουλο για να αποφασίσει σε ποιον ειδικό πρέπει να πάτε.

Και το σώμα σας δεν γίνεται αντιληπτό πλέον ως ένας ολόκληρος οργανισμός, έχει διαμελιστεί. Η επιστήμη διαμελίζει τα πάντα σε τμήματα, επειδή κάθε τμήμα είναι τόσο μεγάλο ώστε ολόκληρο το σώμα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από έναν μόνο άνθρωπο. Έτσι όταν ένας φοιτητής γυρίσει σπίτι, με εξειδίκευση στα μάτια, δεν θα ακούσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του να του λένε για παλιές συνταγές για τη θεραπεία των ματιών. Ξέρει τόσα πολλά περισσότερα ώστε εκείνοι του φαίνονται αδαείς και οι συνταγές τους απλά ανόητες προκαταλήψεις.

Η παλιότερη γενιά θα πρέπει να μάθει ένα πράγμα: να μην περιμένει πια σεβασμό. Το αντίθετο, αν θέλετε να εξακολουθούν να σας σέβονται, δείξτε σεβασμό στα ίδια σας τα παιδιά. Αυτή η συμβουλή έχει νόημα μόνο εξαιτίας αυτού του χάσματος των γενεών. Στο παρελθόν δεν θα είχε νόημα. Η παλιότερη γενιά έδινε αγάπη και η νεότερη γενιά έδινε σεβασμό. Αυτό ήταν κάτι καθορισμένο για χιλιάδες χρόνια.

Τώρα όλα είναι ρευστά. Είναι ένα χάος. Και επειδή η παλιότερη γενιά δεν λαμβάνει τον σεβασμό, αποσύρουν την αγάπη τους. Η όλη επικοινωνία, η παλιά σχέση, κινδυνεύει να καταρρεύσει. Από τη νέα γενιά απαιτείται να εξακολουθεί να σέβεται, να ακούει, να ακολουθεί, πράγμα που είναι αδύνατο.

Μάλιστα, η παλιότερη γενιά τώρα θα πρέπει να ακούσει και θα πρέπει να δείξει σεβασμό στους νέους ανθρώπους. Και μόνο αν η παλιότερη γενιά είναι αρκετά ταπεινή ώστε να δείξει σεβασμό στα ίδια της τα παιδιά, θα μπορέσουν ίσως τα παιδιά να δείξουν σεβασμό. Δεν υπάρχει άλλη πιθανότητα. Όλες οι γραμμές επικοινωνίας έχουν κοπεί, επειδή μιλάνε διαφορετικές γλώσσες. Και δεν φταίνε εκείνοι, απλά έτσι είναι η κατάσταση.

«Δεν κοιμήθηκα ποτέ με άλλον άνδρα πριν κοιμηθώ με τον πατέρα σου», διακηρύσσει η αυστηρή μητέρα στην ατίθαση κόρη της. «Θα μπορέσεις να πεις κι εσύ το ίδιο στην κόρη σου;»
«Ναι», απαντά το κορίτσι, «αλλά όχι με τόσο σοβαρή έκφραση!»
«Απλά κοιτάξτε με!» ανακοινώνει ο γέρο-Ρουμπινστάιν. «Δεν καπνίζω, δεν πίνω και δεν κυνηγάω γυναίκες, και αύριο θα γιορτάσω τα ογδοηκοστά γενέθλιά μου».
«Αλήθεια;» ρώτησε ο υιός του με περιέργεια. «Πώς; Ούτε καπνίζεις, ούτε πίνεις, ούτε κυνηγάς γυναίκες. Πώς θα το γιορτάσεις;»

Όλες οι γραμμές επικοινωνίας είναι τελείως κομμένες, αλλά αυτό που κάνουν κάποιοι ηλικιωμένοι -να καταδικάζουν τη νέα γενιά- είναι λάθος. Μπορώ να δω τον λόγο για τον οποίο έχουν αλλάξει τα πράγματα. Δεν είναι υπεύθυνη η νέα γενιά. Το έγκλημα δεν είναι δικό τους. Είναι απλά ένα τελείως διαφορετικό σύνολο περιστάσεων. Και η παλιότερη γενιά πρέπει να δείχνει λίγη περισσότερη κατανόηση, λίγη περισσότερη διαύγεια, λίγη περισσότερη ετοιμότητα να ακούει τη νέα γενιά, επειδή αυτή είναι το μέλλον. Στο παρελθόν, το παρελθόν κυβερνούσε το μέλλον. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά: το μέλλον θα κυβερνά τα πάντα.

Τα ισχυρά μαγνητικά πεδία μπορεί να είναι το κλειδί για τη δραστηριότητα μιας μαύρης τρύπας

Μαύρες Τρύπες… Το μεγάλο μυστήριο του Διαστήματος, αλλά και η μεγάλη «βιβλιοθήκη» στην οποία περιέχονται -πιθανόν- τα μυστικά του Σύμπαντος. Χιλιάδες ερωτηματικά περιβάλλουν το πιο «σκοτεινό», αλλά συνάμα και πιο εντυπωσιακό φαινόμενο στο Διάστημα, καθώς οι επιστήμονες εξετάζουν διάφορα σενάρια, όπως η διασύνδεση μέσω μίας Μαύρης Τρύπας διαφορετικών σημείων μέσα σε έναν Γαλαξία, αλλά τη μεταφορά υλικών που συνθέτουν ένα ηλιακό σύστημα, ή ακόμη και ολόκληρους Γαλαξίες, σε μία πιο μεγάλη διάσταση.
 
Η αντίληψη του καλλιτέχνη για την πυρήνα του Κύκνου Α, συμπεριλαμβανομένου του γεμάτου σκόνη σε σχήμα ντόνατ που τον περιβάλει. Το “ντόνατς”, ονομάζεται τόρος (ένα στερεό εκ περιστροφής που παράγεται από την περιστροφή ενός κύκλου στον τρισδιάστατο χώρο γύρω από έναν άξονα συνεπίπεδο με τον κύκλο) και πίδακες υλικού εκτοξεύεται από το κέντρο του. Τα μαγνητικά πεδία παγιδεύουν την σκόνη στον τόρο. Αυτά τα μαγνητικά πεδία θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην τροφοδοσία της μαύρης οπής που είναι κρυμμένη στο πυρήνα του γαλαξία, περιορίζοντας τη σκόνη στον τόρο και κρατώντας την αρκετά κοντά ώστε να καταρρεύσει από την έλλειψη υλικού η μαύρη οπή.

Καθώς η έρευνα των αστροφυσικών ακολουθεί τη διαδρομή της στο σκοτεινό Διάστημα, η τελευταία διαπίστωση ότι οι Μαύρες Τρύπες «ενεργοποιούνται» μέσω των ισχυρών μαγνητικών πεδίων, ισοδυναμεί με ένα καθοριστικό βήμα προς την κατεύθυνση της κατανόησης του συμπαντικών διαστάσεων φαινομένου.
 
Όπως ανακοίνωσε η NASA, οι παράλληλοι πίδακες, στοιχείο που αποδεικνύει την παρουσία μίας Μαύρης Τρύπας, αποτελούν την ισχυρότερη ένδειξη-απόδειξη, ότι στο κέντρο των περισσοτέρων γαλαξιών κρύβονται υπερμεγέθεις Μαύρες Τρύπες. Κάποιες από αυτές, έχει αποδειχθεί ότι είναι ενεργές, απορροφώντας υλικό, ακόμη και ολόκληρα άστρα και πλανήτες,. Κοινή συνισταμένη των ενεργών Μαύρων Τρυπών, στην έως τώρα μελέτη, είναι η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων ισχυρών μαγνητικών πεδίων στη σφαίρα λειτουργίας τους.
 
<Δύο εικόνες του Cygnus A η μία πάνω στην άλλη που δείχνουν τους πίδακες του γαλαξία που λάμπουν με ραδιο-ακτινοβολία (που φαίνεται με κόκκινο χρώμα). Οι ήσυχοι γαλαξίες, όπως ο δικός μας Γαλαξίας, δεν έχουν πίδακες αυτού του είδους, που μπορεί να σχετίζονται με μαγνητικά πεδία. Η κίτρινη εικόνα δείχνει τα αστέρια του φόντου και το κέντρο του γαλαξία που περιβάλλεται από σκόνη όταν παρατηρείται στο ορατό φως. Η περιοχή που παρατήρησε το SOFIA είναι μέσα στο μικρό κόκκινο σημείο στο κέντρο.
 
 Πρόσφατες παρατηρήσεις του SOFIA, τουΣτρατοσφαιρικού Παρατηρητηρίου για την Υπέρυθρη Αστρονομία, ενισχύουν την παραπάνω διαπίστωση. Τα στοιχεία του SOFIA υποδεικνύουν ότι τα μαγνητικά πεδία παγιδεύουν και περιορίζουν τη σκόνη κοντά στο κέντρο του ενεργού γαλαξία Cygnus A, καθώς τροφοδοτούν με το υλικό αυτό την υπερμεγέθη μαύρη τρύπα που βρίσκεται στο κέντρο του.
 
Η μελέτη μέσω του συστήματος SOFIA δείχνει ότι τα μαγνητικά πεδία κάνουν τη… βρώμικη δουλειά, «παγιδεύοντας» τα υλικά, με τα οποία τροφοδοτείται και στην ουσία ενεργοποιείται η Μαύρη Τρύπα.
 
Η μελέτη του φαινομένου βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς μπροστά στα σύγχρονα «μάτια» της ανθρωπότητας, με την εξέλιξη της τεχνολογίας και τη σταδιακή κατάκτηση του Διαστήματος, ξεδιπλώνονται ένα-ένα τα μυστήρια ενός κόσμου που μοιάζει ολοένα και περισσότερο μαγευτικός. Πολλά απ’ όσα διαπιστώνουν οι επιστήμονες, αντρέπουν τους νόμους της φυσικής που ισχύουν στη Γη και καθορίζουν μία νέα πραγματικότητα, που απλώνεται σε έναν κόσμο που είναι αδύνατον να κατανοηθεί ως μέγεθος στην παρούσα φάση της ανθρώπινης εξέλιξης.
 
Μαύρες Τρύπες, πάλσαρ, σκουληκότρυπες, γέννηση άστρων, big bang, σκοτεινή ύλη, ζωή στο Σύμπαν, νεφελώματα και χιλιάδες άλλες πληροφορίες και φαινόμενα, αποτελούν εικόνες από το μέλλον της ανθρωπότητας. Η δε γνώση τους, ισοδυναμεί με προϋπόθεση επιβίωσης του είδους, καθώς ο χρόνος τρέχει και όπως τα πάντα στον κόσμο, έτσι και ο πλανήτης που μας προσφέρει απλόχερα τη φιλοξενία του, όσο και αν τον πληγώνουμε, θα γεράσει και δεν θα μπορεί πλέον να ανταποκριθεί -αρχικώς- στις ανάγκες μας και -ακολούθως- στις βασικές του λειτουργίες ως πλανήτης.
 
Η μελέτη του Διαστήματος αποτελεί μονόδρομο για την ανθρωπότητα. Οι Μαύρες Τρύπες δείχνουν να «κρύβουν» πολλά «ιερά» μυστικά. Μυστικά, τα οποία ενδέχεται να αποτελέσουν τη «Νέα Βίβλο» επιβίωσης του ανθρώπινου είδους. Η NASA, σε συνεργασία με επιστημονικές ομάδες σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του πλανήτη, «σαρώνει» τον Γαλαξία μας, αλλά και τους κόσμους εκτός του γαλαξία μας, προκειμένου να συσσωρεύσει τη γνώση που θα αποτελέσει τον οδηγό των επόμενων γενεών.
 
Κάποιοι ενδεχομένως να θεωρούν «παιχνίδια επιστημονικής φαντασίας» και σενάρια όλα τα παραπάνω, ή πρόωρες σκέψεις για έναν κόσμο που μπορεί να χαθεί. Σύμφωνα με κορυφαίους επιστήμονες, ωστόσο, η γνώση του Διαστήματος είναι μία «μάχη με τον χρόνο». Αν η ανθρωπότητα «κόψει» πρώτη «το νήμα», εξαρτάται εν πολλοίς από τις δυνάμεις που μας υπερβαίνουν, αλλά σε ένα ικανό ποσοστό και από εμάς τους ίδιους. Συνολικά ως είδος, αλλά και ο καθένας ξεχωριστά, έχουμε την ευθύνη να συμπεριφερθούμε υπεύθυνα, να μην είμαστε αλαζόνες και να βγάλουμε τις παρωπίδες από τα μάτια, αντικρίζοντας έναν κόσμο υπέροχο, θαυμαστό και εξίσου επικίνδυνο, που πάντως θα είναι ο κόσμος που οι επόμενες γενεές, θα κληθούν να κατακτήσουν, προκειμένου να διασωθεί και να επιβιώσει το ανθρώπινο είδος.

Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Το επικό στοιχείο - Η στιχομυθία

Στιχομυθία είναι ο διάλογος μεταξύ δύο ή, σπανιότερα, τριών υποκριτών με πυκνή και σύντομη διατύπωση, ο οποίος διεξάγεται με μονόστιχα. Εκτός όμως από αυτόν τον αυστηρό ορισμό της στιχομυθίας, ο όρος έχει διευρυνθεί και συμπεριλαμβάνει τόσο τις αντιλαβές, δηλαδή την κατανομή ενός στίχου σε δύο ομιλητές, όσο και τη διστιχομυθία, δηλαδή τη συνομιλία με ανταλλαγή διστίχων. Το μέτρο της στιχομυθίας είναι, κατά κανόνα, το ιαμβικό τρίμετρο, κάποτε όμως ο διάλογος μπορεί να διεξάγεται και σε τροχαϊκούς τετραμέτρους. Οι ποικίλες μορφές που καλύπτει ο όρος δεν εμφανίζονται πάντοτε αμιγείς αλλά και σε μικτές εκδοχές. Αν ο ρήτορας Θεμίστιος αποδίδει τη ρήση στον πρώτο τραγικό, τον Θέσπη, δεν είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε πότε εισάγεται στην τραγωδία η στιχομυθία. Έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες, από τις θρησκευτικές μυητικές διαδικασίες με ερωταποκρίσεις έως τον διάλογο μεταξύ υποκριτή και Χορού, αλλά η προέλευσή της θα παραμείνει μάλλον για πάντα στο σκοτάδι.
 
Η στιχομυθία έχει μικρή έκταση και απλό χαρακτήρα στον Αισχύλο (πρβ. τις αλλεπάλληλες ερωταποκρίσεις μεταξύ της Άτοσσας και του Χορού στους Πέρσες 231-244), ενώ στα όψιμα δράματα του Ευριπίδη (π.χ. στον Ορέστη και τις Βάκχες) αποκτά σημαντική έκταση, εις βάρος μάλιστα των ρήσεων, και σχηματοποιημένο χαρακτήρα. Ο λόγος δεν είναι ότι ο Αισχύλος αδυνατεί να συνθέσει σκηνές με στιχομυθία, αλλά ότι δεν τις χρειάζεται, γιατί το ενδιαφέρον του εστιάζεται περισσότερο στις καταστάσεις παρά στα πρόσωπα. Οι στιχομυθίες παρουσιάζουν αυξητική τάση, καθώς προχωρούμε από τους Πέρσες (472 π.Χ.) στην Ορέστεια (458 π.Χ.): τρεις στους Πέρσες, τέσσερις στους Επτά, έξι στις Ικέτιδες, οκτώ στον Προμηθέα Δεσμώτη, η πατρότητα του οποίου αμφισβητείται, και εικοσιπέντε στην Ορέστεια. Η μετάβαση από τη στιχομυθία στη ρήση ή αντίστροφα πραγματοποιείται στα πρώιμα έργα (Πέρσες, Επτά) με κάπως άκαμπτο τρόπο, αλλά από τις Ικέτιδες (463 π.Χ.) και εξής ο ποιητής φροντίζει να εισάγει τη στιχομυθία με ένα δίστιχο ή τρίστιχο, ενώ στον Προμηθέα Δεσμώτη και τον Αγαμέμνονα εντοπίζονται και τετράστιχα. Με τον ίδιο τρόπο ολοκληρώνεται η στιχομυθία, και έτσι λειαίνονται οι μεταβάσεις από τον συγκροτημένο λόγο στην κατά στίχο συνομιλία και αντιστρόφως.
 
Η στιχομυθία χαλαρώνει την αυστηρή μορφή της στις αισχύλειες Χοηφόρες 885-930, σε μια εξαιρετικά ζωηρή σκηνή λίγο πριν από τη μητροκτονία, όπου η Κλυταιμήστρα ικετεύει τον γιο της για τη ζωή της· ο Ορέστης διστάζει και προσφεύγει στη συμβουλή του Πυλάδη, ο οποίος, σιωπηλός καθ' όλη τη διάρκεια του δράματος, σε ένα κρίσιμο τρίστιχο θυμίζει στον φίλο του την εντολή του Απόλλωνα (900-902). Η Κλυταιμήστρα συνεχίζει τη στιχομυθία σε μια τελευταία αγωνιώδη προσπάθεια να μεταπείσει τον γιο της και παρακαλεί για ματαίωση της δολοφονικής πράξης επικαλούμενη τις Ερινύες που θα καταδιώξουν εκ μέρους της τον Ορέστη (924 κ.ε.). Οι 46 στίχοι διακόπτονται από μεγαλύτερες του ενός στίχου παρεμβάσεις, οι οποίες διασπούν το αυστηρό σχήμα της κατά στίχο συνομιλίας. Στην Ορέστεια μάλιστα η στιχομυθία αντικαθίσταται από διστιχομυθία (Αγαμέμνων 620-635, Χοηφόρες 1048-1064, Ευμενίδες 711-733). Στον Προμηθέα Δεσμώτη 964-986 η σκηνή της αντιδικίας ανάμεσα στον Τιτάνα και τον Ερμή παρουσιάζει μικτή μορφή: αρχίζει με δίστιχα, συνεχίζεται με το σχήμα 1:2 στίχοι και καταλήγει σε αυστηρή στιχομυθία, η οποία προσδίδει στη συνομιλία ταχύτερο ρυθμό. Στον Προμηθέα Δεσμώτη (36-81) επίσης συναντούμε μια μορφή συνομιλίας άπαξ μαρτυρούμενη στον Αισχύλο: στο Κράτος, που εκπροσωπεί και τη βουβή Βία, αναλογούν δύο στίχοι, ενώ στον Ήφαιστο ένας.
 
Οι στίχοι του κάθε συνομιλητή συνδέονται συντακτικά μεταξύ τους, οπότε ο δεύτερος ομιλητής μπορεί να συνεχίσει την πρόταση του συνομιλητή του υιοθετώντας τη σύνταξή της (π.χ. με απαρέμφατο, μετοχή ή δευτερεύουσα πρόταση), πράγμα που επιφέρει επιτάχυνση στη συνομιλία. Σε κάποιες περιπτώσεις ο πρώτος ομιλητής επανέρχεται ολοκληρώνοντας την αρχική του πρόταση που διακόπηκε από παρέμβαση του συνομιλητή του. Επιπλέον, ο διάλογος αποκτά λεπτές αποχρώσεις χάρη στη χρήση μορίων, που επιχωριάζουν στον προφορικό λόγο και σχετίζονται με τα λεγόμενα του συνομιλητή. Ερώτηση και απάντηση, απειλή και αντίδραση, μομφή και επιστροφή της μομφής, παράκληση και αποδοχή ή απόρριψη αποτελούν αντικείμενο της συζήτησης. Η επανάληψη της ίδιας λέξης συντελεί στην εξασφάλιση της επικοινωνίας, π.χ. στους αισχύλειους Επτά 253-256 ο έντρομος Χορός ικετεύει τους θεούς της πόλης να μην επιτρέψουν να πέσει στη σκλαβιά. Ο Ετεοκλής απαντά υποστηρίζοντας ότι με τη συμπεριφορά του ο Χορός θα οδηγήσει στη σκλαβιά τον ίδιο μαζί με την πόλη. Ο Χορός συνεχίζει ζητώντας από τον Δία να στείλει στους εχθρούς το βέλος του, δηλαδή τον κεραυνό. Ο Ετεοκλής επικαλείται επίσης τον Δία για να παραπονεθεί που έπλασε το γυναικείο γένος.
 
Η πληροφοριακή στιχομυθία περιλαμβάνει τις ακόλουθες υποκατηγορίες: (α) την καθαρή πληροφόρηση: ένα συνήθως νεοεισερχόμενο στη σκηνή πρόσωπο δέχεται ενημέρωση (π.χ. Πέρσες 232-245), (β) τη συμβουλευτική στιχομυθία: ένα πρόσωπο που διακατέχεται από ενδοιασμούς δέχεται συμβουλές για τον ενδεδειγμένο τρόπο δράσης (Αγαμέμνων 1347-1371), (γ) την ανακριτική στιχομυθία: ένας κατηγορούμενος ανακρίνεται ή ένας μάρτυρας δέχεται ερωτήσεις (π.χ. Ευμενίδες 585-608), και (δ) τη στιχομυθία μεταξύ ενός αποδέκτη κάποιας αγγελίας και ενός νεοεισερχομένου στη σκηνή αγγελιοφόρου.
 
Μια δεύτερη κατηγορία αποτελεί η στιχομυθία που εμπεριέχεται σε αγώνα λόγων (βλ. το δοκίμιο για το επεισόδιο). Στην περίπτωση αυτή (π.χ. Ικέτιδες 916-929) μια μομφή ή προσβολή επιστρέφεται, ένα επιχείρημα αντικρούεται με ένα αντεπιχείρημα.
 
Έναν τρίτο τύπο στιχομυθίας συνιστά η προσπάθεια να πειστεί με συζήτηση ένα πρόσωπο που εκφράζει ενδοιασμούς, δισταγμούς ή άρνηση. Στους Επτά ο Ετεοκλής επιχειρεί να καθησυχάσει τον τρομοκρατημένο Χορό (245-263). Αντιστρόφως ο Χορός στους στίχους 712-719 επιχειρεί να αποτρέψει τον Ετεοκλή να αναλάβει την υπεράσπιση της έβδομης πύλης εναντίον της οποίας επιτίθεται ο αδερφός του, ο Πολυνείκης. Κάποτε ο Χορός προσεύχεται σε στιχομυθία με κάποιον υποκριτή, όπως στις Ικέτιδες 204-221 (Χορός-Δαναός). Και σε σκηνές αναγνώρισης διεξάγεται μια στιχομυθία, όπως στις Χοηφόρες 212-224 (Ορέστης-Ηλέκτρα). Ένας ιδιότυπος διάλογος αναπτύσσεται ανάμεσα στις κραυγές του πληγωμένου Αγαμέμνονα που βρίσκεται στο εσωτερικό του παλατιού και τον ευρισκόμενο στην ορχήστρα Χορό, ο οποίος διαβουλεύεται για τον προσφορότερο τρόπο αντίδρασης στη δολοφονική πράξη της Κλυταιμήστρας (συμβουλευτική στιχομυθία), και κάθε μέλος του Χορού χωριστά εκφέρει ένα δίστιχο (1347-1371). Αυτή τη φορά πρόκειται για μια επικοινωνία ανάμεσα στον σκηνικό και τον εξωσκηνικό χώρο, η οποία επανέρχεται και στους άλλους δύο ομοτέχνους του Αισχύλου.
 
Συνοψίζοντας, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η στιχομυθία στον Αισχύλο εξελίσσεται ευθύγραμμα και περιστρέφεται γύρω από ένα μόνο θέμα. Οι συνομιλητές τηρούν ενιαία και αμετάβλητη στάση, με αποτέλεσμα να μη σημειώνονται εκπλήξεις, π.χ. κάποιος που επιχειρεί να πείσει κάποιον άλλον τελικά να πείθεται ο ίδιος, όπως συμβαίνει στο τέλος του σοφόκλειου Φιλοκτήτη. Ούτε κάποια πληροφοριακή στιχομυθία είναι δυνατόν να μετατραπεί σε στιχομυθία αντιδικίας, όπως συμβαίνει στον σοφόκλειο Οιδίποδα Τύραννο 316-379. Στην αισχύλεια τραγωδία, όταν υπάρχει αλλαγή θέματος ή στάσης του συνομιλητή, εγκαινιάζεται μια νέα στιχομυθία (π.χ. Ικέτιδες 291-347).
Ως προς τη λειτουργία της μια στιχομυθία μπορεί να επιβραδύνει τη δράση σε ένα κρίσιμο σημείο. Στους Επτά 712-719 ο Χορός προσπαθεί να μεταπείσει τον Ετεοκλή ώστε να μην αντιμετωπίσει τον αδερφό του στην έβδομη πύλη. Αυτή η στιχομυθία απλώς αναβάλει την οριστική απόφαση του ήρωα, η οποία θα οδηγήσει στον αφανισμό των γιων του Οιδίποδα. Στον στίχο 1290 του Αγαμέμνονα η Κασσάνδρα εκδηλώνει την πρόθεσή της να εισέλθει στο παλάτι, όπου γνωρίζει ότι την περιμένει ο θάνατος. Ωστόσο, η στιχομυθία που εκτείνεται στους στίχους 1299-1314 καθυστερεί αυτή την κρίσιμη είσοδο.
 
Μια δεύτερη κατηγορία ως προς τη δραματική οικονομία συνιστά η στιχομυθία που δεν προωθεί τη δράση προσφέροντας νέα στοιχεία, αλλά απλώς συνοδεύει τα γεγονότα εξηγώντας, υπογραμμίζοντας ή συνοψίζοντας τα ουσιώδη που έχει θίξει ο κύριος φορέας της δράσης, η ρήση. Έτσι, σε μια αντιδικία η στιχομυθία μπορεί να συνοψίζει και ταυτόχρονα να τονίζει με έμφαση τα προηγηθέντα επιχειρήματα. Στις Χοηφόρες η διστιχομυθία Χορού και Ορέστη συνοψίζει όσα είπε ο ήρωας στην προηγούμενη ρήση, η αναφορά όμως στις Ερινύες προετοιμάζει το τελευταίο έργο της τριλογίας (1051-1064). Σε οριακές περιπτώσεις είναι δυνατόν η στιχομυθία να παρουσιάζει συνοπτικά και εκ των προτέρων τα γεγονότα που θα αναπτύξει με λεπτομέρειες η αγγελική ρήση.
 
Ο τρίτος τύπος είναι σπανιότερος και αφορά στιχομυθίες που προωθούν τη δράση. Στις Χοηφόρες η Ηλέκτρα ανακαλύπτει στον τάφο του πατέρα της την πλεξούδα των μαλλιών που την αποδίδει στην παρουσία του Ορέστη· με αυτόν τον τρόπο προετοιμάζεται η αναγνώριση μεταξύ των δύο αδελφών (164-182), η οποία πραγματοποιείται στους στίχους 212 κ.ε. και έπεται ο μεγαλειώδης κομμός, όπου τίθενται οι βάσεις για τη μητροκτονία.
 
Γενικά, η στιχομυθία στον Αισχύλο έχει μικρή έκταση και συνοδεύει τη δράση, προάγοντάς την σπανίως. Συνήθως εισάγει ή ολοκληρώνει μια ρήση ή επιτελεί συνδετικό ρόλο μεταξύ δύο ρήσεων. Ο ποιητής ενδιαφέρεται περισσότερο για τη σχέση ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους παρά για τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων, κάτι που δικαιολογεί τον μικρό αριθμό στιχομυθιών.
 
Στον Σοφοκλή η στιχομυθία διαδραματίζει σημαντικότερο ρόλο, αποκτά μεγαλύτερη έκταση και παράλληλα χάνει την αυστηρότητα του αισχύλειου δράματος, καθώς διακόπτεται από δίστιχα ή τρίστιχα που καθιστούν πιο ευέλικτη τη μορφή της και γίνονται φορείς σημαντικού νοήματος. Επιπλέον, τα δίστιχα μπορεί να εισάγουν ένα νέο θέμα ή να σηματοδοτούν την αλλαγή κατεύθυνσης στη συνομιλία. Έτσι, στη στιχομυθία Ηρακλή-Ύλλου (Τραχίνιες 1203-1220) η πρώτη εντολή του άρρωστου ήρωα αφορά την καύση του. Την εντολή αυτή ακολουθεί ένα δίστιχο που παραπέμπει στα προηγούμενα (1214-1215). Η επόμενη εντολή, ο Ύλλος να νυμφευθεί την Ιόλη, εκφέρεται με τη μεσολάβηση πάλι ενός διστίχου (1216-1217), που παραπέμπει στα επόμενα. Η τεχνική της χαλάρωσης στην αυστηρότητα του διαλόγου απαντά συχνά στον Σοφοκλή, και ιδιαίτερα στα όψιμα έργα του (Φιλοκτήτης, Οιδίπους επί Κολωνώ), ενώ ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης προτιμούν την αυστηρή στιχομυθία. Νέο στοιχείο στον Σοφοκλή είναι και οι αντιλαβές, η κατανομή ενός στίχου σε δύο υποκριτές. Στον Αισχύλο είναι άγνωστες, με εξαίρεση το τέλος των Περσών (1002-1077) και των Επτά (961-1004), όπου σε θρηνητικά συμφραζόμενα συναντούμε την κατανομή μερών του στίχου ή και μεμονωμένων λέξεων σε δύο ομιλητές, δεν αποκλείεται μάλιστα το φαινόμενο αυτό να οδήγησε στη δημιουργία των αντιλαβών. Στον Σοφοκλή οι αντιλαβές επιστρατεύονται σε περιπτώσεις έντονης συναισθηματικής φόρτισης: έκφραση πόνου, φρίκης, έκπληξης, υπερβολικής χαράς ή οξείας αντιπαράθεσης. Αντίθετα, ο Ευριπίδης δεν αξιοποιεί πάντοτε στοχευμένα το μέσο αυτό, το οποίο χάνει στα δράματά του τον λειτουργικό του χαρακτήρα και διέπεται από σχηματοποίηση. Από αυτή την άποψη αξίζει να επισημανθεί ότι στον Αίαντα η ψυχρή αποστασιοποίηση του ομώνυμου ήρωα απέναντι στην Τέκμησσα σηματοδοτείται με την απότομη διακοπή του λόγου της τελευταίας, ενώ στον Οιδίποδα Τύραννο οι αντιλαβές πυκνώνουν όσο περισσότερο ο Οιδίπους πλησιάζει στην αποκάλυψη της ταυτότητάς του. Οι αντιλαβές αυξάνονται όσο ωριμότερο γίνεται το έργο του Σοφοκλή, ενώ από την Ηλέκτρα και εξής απαντούν στίχοι αποτελούμενοι από τρία ή ακόμη και τέσσερα μέρη (π.χ. Φιλοκτήτης 753).
 
Διπλή στιχομυθία επίσης απαντά στον Σοφοκλή, τα δύο μέρη της οποίας διακρίνονται ευκρινώς μεταξύ τους. Στις περιπτώσεις αυτές είτε ένα νεοεισερχόμενο στη σκηνή πρόσωπο συνομιλεί με ένα επί σκηνής πρόσωπο (Τραχίνιες 380-435) είτε ένα πρόσωπο παρεμβαίνει σε μια συζήτηση και αντικαθιστά έναν από τους συνομιλητές (Αντιγόνη 536-581).
 
Στις θεματικές κατηγορίες που προαναφέρθηκαν προστίθενται τώρα η στιχομυθία χαιρετισμού-υποδοχής (Οιδίπους επί Κολωνώ324-336, 1099-1109) ή αποχαιρετισμού-χωρισμού (Οιδίπους επί Κολωνώ 844-847) και θρήνου (Αίας 974-991). Στιχομυθία χρησιμοποιείται επίσης κατά την αναγγελία εισόδου ενός νέου προσώπου στη σκηνή (Αίας 103-106). Στα πρώιμα έργα του Σοφοκλή (Αίας, Τραχίνιες) η ρήση διαδραματίζει ακόμη σημαντικό ρόλο, ενώ η στιχομυθία εισάγει ή ολοκληρώνει μια ρήση ή συνδέει δύο ρήσεις μεταξύ τους. Ωστόσο, από τον Οιδίποδα Τύραννο και εξής η στιχομυθία αυτονομείται και γίνεται φορέας νέων θεμάτων. Στους στίχους 543-582 του Οιδίποδα Τυράννου, για παράδειγμα, η διαμάχη ανάμεσα στον Οιδίποδα και τον Κρέοντα, η ανάκριση του τελευταίου και η προσπάθειά του να υπερασπιστεί τον εαυτό του περιέχονται σε μία και μόνο στιχομυθία. Στον Σοφοκλή, επομένως, ο στατικός χαρακτήρας της αισχύλειας στιχομυθίας μετατρέπεται σε δυναμικό, ενώ το μονοθεματικό περιεχόμενό της γίνεται πολυθεματικό και επικρατούν μικτές μορφές, με την έννοια ότι μια στιχομυθία μπορεί να αρχίσει ως πληροφοριακή, να εξελιχθεί σε προσπάθεια πειθούς και να καταλήξει σε αντιπαλότητα, όπως συμβαίνει στην αρχή της Αντιγόνης. Αυτό που αρχίζει ως ευχάριστη είδηση, η αναγόρευση του Οιδίποδα σε βασιλιά της Κορίνθου μετά τον θάνατο του Πόλυβου, καταλήγει στη σιωπηλή αποχώρηση της Ιοκάστης και τη συνακόλουθη αυτοκτονία της στον Οιδίποδα Τύραννο. Ο Οιδίπους υποδέχεται με σεβασμό τον Τειρεσία (Οιδίπους Τύραννος 300), σύντομα όμως θα τον προσβάλει (334) και στη συνέχεια θα τον διώξει με σκαιότητα. Και ο Αίμων στην Αντιγόνη εκδηλώνει τη φιλική και σεβαστική του διάθεση απέναντι στον πατέρα του (635), σύντομα όμως το χάσμα ανάμεσά τους θα καταστεί αγεφύρωτο. Αν ο Αισχύλος ενδιαφέρεται πρωτίστως να εξηγήσει τα γεγονότα ή την ακλόνητη στάση των προσώπων, ο Σοφοκλής προσδίδει βαρύτητα στους χαρακτήρες και την ψυχική τους κατάσταση.
 
Η στιχομυθία στον Ευριπίδη χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα, μεγάλη έκταση και αρχιτεκτονημένη δομή, που προσλαμβάνει στερεοτυπικό χαρακτήρα. Οι διστιχομυθίες είναι σπάνιες και απαντούν στο όψιμο έργο μετά την Ελένη (412 π.Χ.). Σε κάποιες περιπτώσεις μια σειρά δίστιχα εισάγουν μια στιχομυθία (π.χ. Ανδρομάχη 64-78). Όταν ο ποιητής επιθυμεί να τονίσει μια σημαντική κατάσταση (π.χ. η Αγαύη συνέρχεται από τη μανία, Βάκχες 1269-1270) ή να αλλάξει θέμα, τότε παρεμβάλλει δίστιχα ή τρίστιχα που υπογραμμίζουν τα συγκεκριμένα σημεία. Ενώ ο Σοφοκλής χρησιμοποιεί τις αντιλαβές για να σηματοδοτήσει χωρία με υψηλή συναισθηματική φόρτιση, ο Ευριπίδης εισάγει, κυρίως στα όψιμα έργα μετά τις Φοίνισσες (409 π.Χ.), σωρεία αντιλαβών χωρίς συγκεκριμένη ψυχολογική λειτουργία αλλά από απλό μανιερισμό. Η συνομιλία τριών επί σκηνής υποκριτών συγχρόνως δεν απαντά, αλλά επιλέγεται η ανά ζεύγη συζήτηση ή η παρέμβαση στη στιχομυθία ενός τρίτου προσώπου που συνεχίζει τη συνομιλία με ένα από τα προηγούμενα πρόσωπα (π.χ. Ηλέκτρα 563-584). Ο Ευριπίδης προτιμά εκτενείς στιχομυθίες με πλούσιο πληροφοριακό υλικό και αφηγηματική πληρότητα ήδη από το αρχαιότερο σωζόμενο δράμα του, την Άλκηστη (438 π.Χ.), οι οποίες όμως είναι αρχιτεκτονικά δομημένες και στοχαστικά διαρθρωμένες. Στον ίδιο τραγικό παρατηρείται μια κίνηση από την ευελιξία στην αυστηρότητα, μια αντίστροφη κίνηση δηλαδή σε σχέση με τη στιχομυθία στον Σοφοκλή. Ιδιαίτερα τα δράματα με μηχάνημα (σκευωρία), Ηλέκτρα, Ίων, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, Ελένη, παρουσιάζουν ένα συγκεκριμένο σχήμα: αναγνώριση, κατάστρωση του σχεδίου, εκτέλεσή του (μόνο στον Ίωνα η εκτέλεση του σχεδίου προηγείται της αναγνώρισης ανάμεσα στη μητέρα και τον γιο). Πριν από την αναγνώριση τα συγγενικά πρόσωπα συνομιλούν, η αναγνώριση όμως πραγματοποιείται αργότερα είτε άμεσα, δηλαδή με τη συμμετοχή μόνο των προς αναγνώριση προσώπων, είτε έμμεσα, με τη βοήθεια δηλαδή ενός τρίτου προσώπου (του Παιδαγωγού στην Ηλέκτρα, του Πυλάδη στην Ιφιγένεια την εν Ταύροις). Η κατάστρωση του σχεδίου περιέχει προτάσεις για αντιμετώπιση του αντιπάλου και δισταγμούς, υπολογισμό των δυνατοτήτων και των ενδεχόμενων δυσκολιών. Η εκτέλεση του μηχανήματος περιλαμβάνει μια στιχομυθία με το προς εξαπάτηση θύμα.
 
Είναι αξιοσημείωτο ότι, όπου γίνεται λόγος για θύματα της θεϊκής δράσης, όπως στον Ιππόλυτο, ή για θύματα της θηριωδίας του πολέμου, όπως στις Τρωάδες, ή, αν το μήνυμα είναι πολιτικό (Ηρακλείδες, Ικέτιδες), και όχι διαπροσωπικό, τότε οι στιχομυθία που αφορά κυρίως χαρακτήρες διαδραματίζει μικρό ρόλο, και υπερισχύουν οι ρήσεις.