Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (931-948)

ΞΕ. ὅδ᾽ ἐγών, οἰοῖ, αἰακτός, [στρ. α]
μέλεος γέννᾳ γᾷ τε πατρῴᾳ
κακὸν ἄρ᾽ ἐγενόμαν.

935 ΧΟ. νόστου σοι τὰν πρόσφθογγον
κακοφάτιδα βοάν, κακομέλετον ἰὰν
Μαριανδυνοῦ θρηνητῆρος
940 πέμψω πέμψω, πολύδακρυν ἰαχάν.

ΞΕ. ἵετ᾽ αἰανῆ [καὶ] πάνδυρτον [ἀντ. α]
δύσθροον αὐδάν. δαίμων γὰρ ὅδ᾽ αὖ
μετάτροπος ἐπ᾽ ἐμοί.

ΧΟ. ἥσω τοι τὰν πάνδυρτον,
945 ζαπαθέα τε σέβων ἁλίτυπά τε βάρη,
πόλεως γέννας πενθητῆρος.
‹κλάγξω› κλάγξω δὲ γόον ἀρίδακρυν.

***
ΞΕΡΞΗΣ
Κι είμ᾽ εγώ – να με κλαις
τον τρισάθλιο – που, αλίμονο,
για δυστυχία εγεννήθηκα
της γενιάς και της χώρας μου.

ΧΟΡΟΣ
Κακόσυρτο ξεφωνητό,
κακομελέτητο σκοπό
Μαρυανδυνού θα βγάλω μοιρολόγου
μέσα στα δάκρυά μου πνιχτό
940 να χαιρετήσω, οϊμέ, το γυρισμό σου.

ΞΕΡΞΗΣ
Κόψετε κλάμα κι οδυρμό
και κακοβούητο στρίγγιασμα, οϊμέ,
αφού έτσι τώρα η μοίρα μου
ενάντια έχει στραφεί για με.

ΧΟΡΟΣ
Θα σύρω, ναι, βαριόκλαυτο οδυρμό,
φόρο άξιο για τ᾽ ανάκουστά μας πάθη,
που πάνω μας βαρέσανε στη θάλασσα
και θρηνολόγος της γενιάς και χώρας μας
θα σκούζω βουτημένος μες στο δάκρυ.

Θουκυδίδης: ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΠΕΚΤΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΩΣ ΤΗΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ ΤΟ 415 π.Χ.

Η πλήρης διαπραγμάτευση του θέματος απαιτεί τη μελέτη των πηγών για τη δυτική πολιτική των Αθηνών προ του Πελοποννησιακού πολέμου και τη μελέτη των γεγονότων του Πελοποννησιακού πολέμου, που διαδραματίζονται δυτικά των Αθηνών από την άποψη που αυτά προωθούν τις βλέψεις των Αθηναίων. Στο άρθρο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε συνοπτική παρουσίαση του θέματος με την πρόθεση να κατανοηθεί η εκστρατεία στη Σικελία το 415 ως η κορύφωση της δυτικής πολιτικής των Αθηνών στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.
 
             1. Ο Περικλής στον Επιτάφιο στους νεκρούς της πρώτης χρονιάς του Πελοποννησιακού πολέμου, αναλύοντας τον τρόπο ζωής που είχε δημιουργηθεί στο μητροπολιτικό κέντρο της αυτοκρατορίας, την Αθήνα, χάρις στο δημοκρατικό πολίτευμα λέγει και τα εξής: «Επειδή το κράτος μας είναι τόσο μεγάλο εισάγονται σε μας τα προϊόντα, που παράγονται σ’ όλο τον κόσμο. Καί έχομε την καλή τύχη να καρπωνόμαστε με όμοια σιγουριά και απόλαυση τα καλά που παράγονται στον τόπο μας και τα αγαθά που παράγουν άλλοι άνθρωποι στον κόσμο». Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές, αλλά και από κάποιο φανατικό ολιγαρχικό, που πιθανώς, λίγα χρόνια προ του Πελοποννησιακού πολέμου, έγραψε ένα φυλλάδιο επικριτικό για τη δημοκρατία, το οποίο σώθηκε με τα έργα του Ξενοφώντα ως «Αθηναίων Πολιτεία». Στο φυλλάδιο αυτό γράφει ο ανώνυμος ολιγαρχικός: «Αλλ’ αν χρειάζεται ν’ αναφέρουμε και μικρότερες ωφέλειες, που έχουν οι Αθηναίοι εξαιτίας της κυριαρχίας τους στη θάλασσα, πρώτον έχουν ανακαλύψει διάφορους τρόπους απολαύσεων, καθώς επικοινωνούν με άλλες πόλεις σε διάφορα μέρη. Έτσι ό, τι είναι ευχάριστο στη Σικελία, στην Ιταλία ή στην Κύπρο ή στην Αίγυπτο ή στη Λυδία και τον Πόντο ή στην Πελοπόννησο ή οπουδήποτε αλλού, όλα αυτά έχουν συγκεντρωθεί στην Αθήνα, εξαιτίας της κυριαρχίας της στη θάλασσα. 
 
            2. Στην Αθήνα του Περικλή συγκρούονταν δύο τρόποι ζωής: ο παλιός, ο αριστοκρατικός, που προσπαθούσαν να συντηρήσουν οι ολιγαρχικοί και στηρίζονταν στη διάκριση με βάση την καταγωγή και την έγγειο ιδιοκτησία και είχε ως ιδεώδες τη σχολή για τους απογόνους των παλιών γενών, και ο νέος τρόπος ζωής της δημοκρατικής πολυπραγμοσύνης, δηλ. της πολιτικής και επιχειρησιακής δραστηριότητας, ο οποίος τρόπος έδωσε οικονομική άνεση σ’ όλους τους ελεύθερους, αλλά και στους δούλους που εργάζονται στο ναυτικό. Γιατί, όπως γράφει ο Πλούταρχος, οι δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν στην Αθήνα σχεδόν ὅλην ποιοῦσιν ἔμμισθον τήν πόλιν. Με το νέο πολίτευμα και την αυτοπεποίθηση που απέκτησαν οι Αθηναίοι, μετά τις νίκες κατά των Περσών, έδιναν στους άλλους Έλληνες την εντύπωση, που αποκαλύπτουν στη Σπάρτη οι Κορίνθιοι, λαός επίσης δραστήριος και επιχειρησιακός πεφυκέναι ἐπί τῷ μήτε αὐτούς ἔχειν ἡσυχίαν μήτε τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἐᾶν. Το σύστημα αξιών, που βλέπει ο Περικλής να δημιουργείται μέσα στις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες της επεκτεινόμενης δημοκρατίας και που άμεσα ή έμμεσα αντιδιαστέλλει με τον τρόπο ζωής των εχθρών της δημοκρατίας, είναι πραγμάτωση της ελευθερίας. Οι Αθηναίοι, στην καθημερινή τους ζωή, δεν βλέπουν με καχυποψία ο ένας τον άλλο, ούτε αγανακτούν με τον τρόπο ζωής που προτιμάει ο συμπολίτης τους. Η πειθαρχία στους νόμους και ο σεβασμός στους άρχοντες πηγάζουν από εσωτερική παρόρμηση. Οι Αθηναίοι αγαπούν την ομορφιά συνδυασμένη με την απλότητα και καλλιεργούν τη σκέψη, χωρίς να χάνουν την ενεργητικότητα που απαιτούν άλλοι τομείς της ζωής. Ο πλούτος είναι μέσο για έργα και όχι ευκαιρία για καύχηση. Η παραδοχή της φτώχειας δεν είναι ντροπή, όσο ντροπή είναι να μην κάνει κανείς ό, τι μπορεί για ν’ αποφύγει τη φτώχεια. Τις αξίες αυτές βλέπει ο Περικλής να δημιουργούνται στην ἔμμισθον πόλιν, όπου η πολιτική ελευθερία και η συσσώρευση πλούτου δίνουν τις προϋποθέσεις για πληρέστερη απελευθέρωση του ατόμου. 
 
            3. Οι συγγραφείς της κλασσικής εργασίας “The Athenian Tribute List, B. D. Merrit, H.D. Wade – Gerry και M. F. McGregor, τ. I – IV, Cambridge – Mass 1939 – 53, έχουν μελετήσει από τις επιγραφές που σώθηκαν τους φόρους που πλήρωναν στην Αθήνα οι πόλεις – κράτη, οι οποίες είχαν ενταχθεί στη συμμαχία της Δήλου. Υπάρχουν πληροφορίες για την περίοδο 453 – 420 και για τις αναπροσαρμογές των φόρων. Για να κατανοηθεί σχετικά η αγοραστική δύναμη των 460 ταλάντων ή των 350 το χρόνο, που έμπαιναν στην Αθήνα ως συμμαχικός φόρος, ας λάβουμε υπόψη ότι ένα σολώνειο τάλαντο ισοδυναμεί με 5.044 χρυσά φράγκα. Στους καταλόγους του φόρου, που έχομε μέχρι σήμερα αναγράφονται 35 πόλεις από την περιοχή της Ιωνίας, 45 από τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα, 62 από την περιοχή της Θράκης, 79 από την περιοχή της Καρίας, 27 από τα νησιά του Αιγαίου και την Εύβοια. Σύνολο 248 πόλεις – κράτη. Δεν περιλαμβάνονται το 441/40 η Σάμος, η Λέσβος και η Χίος, οι οποίες ήταν αυτόνομες, τω ονόματι, όπως λένε οι ίδιοι οι Λέσβιοι, και είχαν την υποχρέωση να δίνουν πολεμικά πλοία στην Αθήνα. Κάθε χρόνο και για οκτώ μήνες ο Περικλής έστελνε 60 τριήρεις με έμμισθο πλήρωμα στα διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. 
 
            4. Στο σύνολο της η αθηναϊκή αυτοκρατορία εκτείνονταν στην Ανατολή. Αλλά υπήρχαν εμπορικές σχέσεις και με τη Δύση. Καί στον 5ο αι. η Αθήνα αισθάνεται την ανάγκη να αναπτύξει πολιτική επιρροή στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία, κυρίως στο ιωνικό στοιχείο των περιοχών αυτών. Είναι πολύ πιθανό ότι η δυτική πολιτική των Αθηνών αρχίζει με το Σόλωνα. Γιατί τότε ξέρομε ότι η Αθήνα αισθάνεται την ανάγκη εισαγωγής τροφίμων. Ο Σόλωνας απαγόρευσε την εξαγωγή όλων των αγροτικών προϊόντων που παράγονταν στην Αττική εκτός από το λάδι. Βέβαια οι Αθηναίοι στράφηκαν προς την Ανατολή. Ο δρόμος ήταν γνωστός από τον Τρωικό πόλεμο και παλιότερα. Όμως γύρω στα 750 υπάρχουν κέντρα για το εμπόριο ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Είναι η Χαλκίδα και η Ερέτρια, οι οποίες έπεσαν σε παρακμή εξαιτίας του μακροχρόνιου πολέμου για τον έλεγχο του Ληλάντιου Πεδίου. Ο Θουκυδίδης ξεχωρίζει αυτό το πόλεμο, γιατί οδήγησε σε σχηματισμό δύο μπλοκ δυνάμεως. Με τη Χαλκίδα τάχτηκαν η Κόρινθος, η Σάμος,  η Θεσσαλία. Με την Ερέτρια τα Μέγαρα, η Μίλητος, η Αίγινα. Από τη γεωγραφική θέση. Από τη γεωγραφική θέση των δυνάμεων που συμμάχησαν και από το γεγονός ότι η Μίλητος είχε συμμαχία με τη Σύβαρη στην Κάτω Ιταλία και η Σάμος με τον Κρότωνα, φαίνεται ότι στη σύγκρουση Χαλκίδος-Ερέτριας διακυβεύονταν μεγάλα συμφέροντα, για τι οι πόλεις αυτές ήταν τα κανάλια από τα οποία περνούσε το εμπόριο της Δύσης με την Ανατολή. Εξάλλου οι Ευβοείς ίδρυσαν και τις πρώτες αποικίες στη Δύση: Ισχια (αρχές 8ου αι.), Κύμη (757). 
 
            5. Με την παρακμή της Χαλκίδας και της Ερέτριας μεγάλη επίδοση στο δυτικό εμπόριο έχει η Κόρινθος, η οποία ίδρυσε σειρά αποικιών για να ελέγχει σίγουρα τους δρόμους προς τη Δύση. Το 733 ίδρυσε τις Συρακούσες και την Κέρκυρα, στην οποία είχε προηγηθεί αποικία των Ερετριέων. Για τον N.G.L Hammond “η Κέρκυρα ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη αποικία που εξασφάλιζε για την Κόρινθο τον  έλεγχο των δρόμων”. Γύρω στα 700 η Κόρινθος ίδρυσε τη Χαλκίδα την Αιτωλική, απέναντι από την Πάτρα, τη Μαικύνια, το Μολύκριο και τις Οινιάδες. Γύρω στα 600 ιδρύθηκε η Απολλώνια Illyrika, το 627 η Κέρκυρα ίδρυσε την Επίδαμνο, το 625 η Κόρινθος ίδρυσε την Λευκάδα, την Αμβρακία και την ίδια χρονιά μαζί με την Κέρκυρα το Ανακτόριο. Ετσι ο δρόμος για τις δυτικές αγορές δέθηκε από την Κόρινθο και την ισχυρή  αποικία της, την Κέρκυρα. 
 
             6. Όμως από το 550 τα μελανόμορφα αγγεία της Αττικής έφταναν στην Ετρουρία. Το 459 η Αθήνα κατέλαβε τη Ναύπακτο και είχε ένα σταθμό δικό της στο δρόμο για την Δύση. Αλλά δεν είχε την δική της αποικία στην Κάτω Ιταλία ή την Σικελία  ως το 443 που ιδρύθηκαν οι Θούριοι. Αν και ο Περικλής εγκατέστησε σ’ αυτήν την αποικία Έλληνες από διάφορα μέρη(Πελοπόννησο, ανατολική και κεντρική Ελλάδα, Αιγαίο, Ιωνία και φυσικά Αθηναίους),πιθανώς για να μη προκαλέσει τη Σπάρτη, που δεν δέχτηκε την πρόσκληση των Συβαριτών για την νέα αποικία, όμως ο πραγματικός σκοπός των Θουρίων ήταν να ενισχύσει την επιρροή της Αθήνας σ’ αυτή την περιοχή.
 
              7. Η παρακολούθηση της δυτικής πολιτικής της Αθήνας είναι από τα δύσκολα προβλήματα της αρχαίας ιστορίας, γιατί δεν υπάρχουν αρκετές και αποδεκτές μαρτυρίες. Στα 480 ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους Λυκομήδης (528-462) λέγει στον Ευρυβιάδη, προσπαθώντας να τον πείσει να μην εγκαταλείψει τα στενά της Σαλαμίνας: εἰ δε ταῦτα μή ποιήσῃς, ἡμείς μέν ὡς ἔχομεν ἀναλαβόντες τούς οἰκέτας κομιούμεθα ἐς Σίριν τήν ἐν Ἰταλίῃ, ἥπερ ἡμετέρῃ τε ἐστί ἐκ παλαιοῦ ἔτι, καί τά λόγια λέγει ὑπ’ ἡμέων αὐτήν δεῖν κτισθῆναι. Η Σίρη ήταν ανάμεσα στον Τάραντα και την Σύβαρη και είναι πιθανό ότι ο Θεμιστοκλής εδώ απλώς απειλεί τον Ευρυβιάδη με την μετανάστευση των Αθηναίων στην Σίρη, για να μην εγκαταλείψει με τις δυνάμεις του τα στενά της Σαλαμίνας. Όμως πρέπει να υπήρχαν κάποιοι παλιοί χρησμοί, που συνέδεαν, κατά κάποιο τρόπο τους Αθηναίους με την Σίρη, η οποία ήταν αποικία των Κολοφωνίων (680-670),και τους χρησμούς αυτούς γνώριζε ο Ευρυβιάδης. Καί είναι γνωστό ότι οι χρησμοί δεν δίνονταν αυτόματα και χωρίς να εξυπηρετούν κάποια σκοπιμότητα, αλλά δεν μπορούμε να καθορίσουμε το είδος σχέσεων, που επιδίωκαν οι Αθηναίοι με την Δύση. Αργότερα όμως από κάποιες ενέργειες του Θεμιστοκλή θα γίνουν σαφέστερες οι προθέσεις της Αθηναϊκής δημοκρατίας για την Δύση.
 
              8. Χαρακτηριστικά είναι τα ονόματα που έδωσε ο Θεμιστοκλής στις θυγατέρες του: Μνησηπτολέμα, Νικομάχη, Ιταλία, Σύβαρις, Ασία, που δεν μπορεί κανείς παρά να τα συσχετίσει με την πολιτική σταδιοδρομία του Θεμιστοκλή και την νίκη στη Σαλαμίνα, ενώ η Ιταλία και η Σύβαρις δείχνουν τα σχέδια του Θεμιστοκλή για άσκηση πολιτικής επιρροής στο δυτικό ελληνισμό, όπου δέσποζαν οι Κορίνθιοι. Τέλος η Ασία αντανακλά πιθανώς τα τελευταία δυσάρεστα χρόνια του εξόριστου Θεμιστοκλή. Είναι εξάλλου γνωστό ότι και άλλοι Αθηναίοι πολιτικοί έδιναν στα τέκνα τους ονόματα, με τα οποία εξέφραζαν τις πολιτικές τους διαθέσεις απέναντι σε άλλες χώρες. Έτσι ο Πεισίστρατος (560-27) ονόμασε ένα γιό του Θεσσαλό προφανώς για να κολακεύσει τους φίλους του Θεσσαλούς. Αλλά γιο Θεσσαλό είχε και ο Κίμωνας (512-449),ο οποίος ήταν υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης με την Σπάρτη και ονόμασε τα δύο δίδυμα αγόρια του το ένα Λακεδαιμόνιο και το άλλο Ηλείο.
 
               9. Ακόμη ο Θεμιστοκλής, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, είχε αναπτύξει ειδικούς δεσμούς με την Κέρκυρα, γιατί προφανώς είχε κατανοήσει τη δεσπόζουσα γεωγραφική της θέση για την επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας. Έτσι ως κριτής σε διαφορά Κορινθίων και Κερκυραίων αποφάσισε υπέρ της Κέρκυρας και υποχρέωσε τους Κορίνθιους να πληρώσουν είκοσι τάλαντα πρόστιμο και να διαχειρίζονται την Λευκάδα από κοινού με τους Κερκυραίους. Την ειδική σχέση του Θεμιστοκλή με την Κέρκυρα μαρτυρεί και ο Θουκυδίδης. Αλλά ο Πλούταρχος με βάση το βιογράφο Στησίμβροτο το Θάσιο (τέλος 5ου αι.) δίνει και άλλες πληροφορίες για τον Θεμιστοκλή σε σχέση με την Δύση, τις οποίες ο ίδιος απορρίπτει ως αντιφατικές. Έτσι γράφει ότι από την Ήπειρο ο Θεμιστοκλής πήγε στον Ιέρωνα, τύραννο των Συρακουσών από το 487,και του ζήτησε τη θυγατέρα του σε γάμο με αντάλλαγμα να του κάμει τους Έλληνες υπηκόους. Όμως ο ίδιος ο Στησίμβροτος γράφει ότι στην Ήπειρο ο Θεμιστοκλής ανταμώθηκε με την οικογένιά του, που έβγαλε κρυφά από την Αθήνα ο φίλος του Επικράτης, ο οποίος τιμωρήθηκε αργότερα γι’ αυτό με θάνατο από τον Κίμωνα. Την αντίφαση του Στησίμβροτου ελέγχει Πλούταρχος επικαλούμενος το Θεόφραστο(372/69-288/85), «Περί βασιλείας α΄». Σύμφωνα με το Διογένη το Λαέρτιο ο Θεμιστοκλής μίλησε ενώπιον των Ελλήνων στην Ολυμπία, πιθανώς το 476 και τους παρακίνησε να διαρπάσουν τη σκηνή του τυράννου Ιέρωνα και να εμποδίσουν τ’ άλογά του να πάρουν μέρος στους ολυμπιακούς αγώνες. Ακόμη ο Πλούταρχος ελέγχει την αντίφαση του Στησίμβροτου επικαλούμενος και την περιγραφή της πορείας του Θεμιστοκλή από την Ήπειρο στην Ασία, που δίνει ο Θουκυδίδης. Οπωσδήποτε όμως ο λόγος του Θεμιστοκλή, δείχνει καθαρά τις διαθέσεις του έναντι του τυράννου και ίσως και τα σχέδιά του για τη Σικελία.
 
            10. Το 480 Αθηναίοι και Σπαρτιάτες ζήτησαν από τον Γέλωνα (450 – 478) τύραννο των Συρακουσών αδελφό και προκάτοχο του Ιέρωνα, να τους βοηθήσει εναντίον των Περσών. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Γέλωνας δέχτηκε να τους βοηθήσει αν του ανέθεταν την αρχιστρατηγία και την ηγεμονία όλων των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων. Είναι πολύ πιθανό ότι ο Γέλωνας, όπως κάθε τύραννος, δεν τολμούσε να απομακρυνθεί από την εστία του από το φόβο μήπως ανατραπεί. Καί ήξερε ότι η πρότασή του δεν μπορούσε να γίνει γνωστή ούτε από τους δημοκρατικούς Αθηναίους και φυσικά από τους Σπαρτιάτες, που αυτή την εποχή διεκδικούσαν την πρώτη θέση στην Ελλάδα. Αλλά η βοήθεια που υπόσχεται να δώσει ο Γέλωνας είναι αποκαλυπτική του πλούτου της Σικελίας, όση κι αν είναι η δυσπιστία μας στους στρογγυλούς αριθμούς, που δίνει ο Ηρόδοτος. Ο Γέλωνας υπόσχεται να δώσει διακόσιες τριήρεις, είκοσι χιλιάδες οπλίτες, δύο χιλιάδες ιππείς, από δύο χιλιάδες τοξότες, σφενδονήτες και ελαφρά οπλισμένους ασκημένους να μάχονται μεταξύ των ιππέων ιππόδρομοι ψιλοί. Επίσης αναλάμβανε τη διατροφή όλου του Ελληνικού στρατού όσο θα διαρκούσε ο πόλεμος. Ακόμη ο Γέλωνας διαμαρτύρεται στους Έλληνες ότι δεν τον βοήθησαν στον πόλεμό του με τους Καρχηδονίους, αν και ήταν υποχρεωμένοι από ηθικούς λόγους να εκδικηθούν το θάνατο του Δωριέα, ετεροθαλή αδελφού του βασιλιά Κλεομένη (519 – 487) της Σπάρτης, που τον φόνευσαν Φοίνικες και Εγεσταίοι το 510 στην προσπάθειά του να χτίσει νέα πόλη, σύμφωνα με χρησμό των Δελφών. Καί οι Έλληνες είχαν συμφέρον να βοηθήσουν τον Γέλωνα, γιατί τους υποσχέθηκε τά ἐμπόρια συνελευθεροῦν ἀπ’ ὧν … μεγάλαι ὠφελίαι τε καί ἐπαυρέσιες γεγόνασι, δηλ. με κοινό αγώνα θα ελευθέρωναν τους εμπορικούς σταθμούς, που κατείχαν οι Φοίνικες στα δυτικά παράλια της Σικελίας και εμπόδιζαν έτσι τα προϊόντα της Ελληνικής βιοτεχνίας, πήλινα κυρίως, που από παλιότερα Ρόδος, Κόρινθος και Αθήνα εξήγαν στην Ιταλία και Σικελία και έπαιρναν σιτάρι, λάδι, κρασί, προβατοειδή, άλογα κ.α.
 
            11. Ίσως πρέπει να δεχτούμε τις πληροφορίες του Ηροδότου, χωρίς μεγάλες επιφυλάξεις, γιατί ο ιστορικός είχε πάρει μέρος στην ίδρυση των Θουρίων και πιθανώς είχε συγκεντρώσει έγκυρες πληροφορίες για τα Σικελικά πράγματα. Πάντως από το τέλος του 6ου αιώνα είχε αναπτυχθεί μια φιλόδοξη και πλούσια δύναμη στη Σικελία, στη Γέλα και τις Συρακούσες κυρίως, με τους τυράννους Γέλωνα (540 – 478), Ιέρωνα (478 – 467) και Ιπποκράτη (498 – 491). Οι How και Wells υποθέτουν ότι ο Γέλωνας είχε διαμορφώσει ευρύτερα ιμπεριαλιστικά σχέδια να ανοίξει το εμπόριο της μακρινής Δύσης και ειδικότερα της Ισπανίας στο Ελληνικό εμπόριο και στην εγκατάσταση Ελληνικών αποικιών. Κι έτσι να χτυπήσει το μονοπώλιο των Φοινίκων και των Καρχηδονίων. Ονειρευόταν ίσως από τις αρχές του 5ου αιώνα μια πανελλήνια συμμαχία, που θα χτυπούσε τους Σημίτες στη Δύση και τους Πέρσες στην Ανατολή.
 
            12. Αλλά ένα τέτοιο σχέδιο μετά τη δημοκρατική μεταρρύθμιση στην Αθήνα και κυρίως την αυτοπεποίθηση που απέκτησε ο δήμος μετά τις νίκες του στα Μηδικά, δεν μπορούσε παρά να προσκρούσει στις φιλοδοξίες των Αθηναίων και βασικά του δημοκρατικού κόμματος, που ηγούνταν ο Θεμιστοκλής και είχε υιοθετήσει ναυτική επεκτατική πολιτική. Ήταν ανάγκη για την Αθήνα να διαμορφώσει μία δυτική πολιτική και για να εξασφαλίσει και επεκτείνει τα εμπορικά της συμφέροντα και για να ασκεί την πολιτική της επιρροή στην Σικελία και Κάτω Ιταλία και στη διάρκεια της τυραννίας και στην περίοδο της δημοκρατίας 467/66-404/03,η οποία ανέδειξε ικανό ηγέτη στις Συρακούσες, τον Ερμοκράτη του Έρμωνα, που είχε αντιαθηναική πολιτική. Ο Θεμιστοκλής φαίνεται ότι είχε καταλάβει την ανάγκη για διαμόρφωση δυτικής πολιτικής, αλλά δεν πρόφτασε να αναπτύξει τις γραμμές της, αφού οστρακίστηκε από την Αθήνα το 471/70.καί είναι πολύ πιθανό ότι ο λόγος του στην Ολυμπία το 476 δεν υπαγορεύτηκε μονο από τα αντιτυραννικά του φρονήματα, αλλά και από τα σχέδιά του για τον ελληνισμό της Δύσης.
 
           13. Ο Περικλής(495-429),που από το 462/61 ασκεί μεγάλη επιρροή στην εκκλησία του δήμου και εφαρμόζει το πολιτικό του πρόγραμμα, είναι ο κύριος συνεχιστής της πολιτικής του Θεμιστοκλή. Βασική του αρχή είναι η σταθεροποίηση και επέκταση της θαλασσοκρατίας των Αθηνών στην Ανατολή και συγχρόνως η αποτελεσματική αντιμετώπιση της Σπάρτης. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, μετά την καταστροφή στην Αίγυπτο το 454/53,στην Αθήνα είχαν αναπτυχθεί τάσεις για ένταση της επεκτατικής πολιτικής. Υπήρχε η άποψη ότι πρέπει να επαναληφθεί η εκστρατεία στην Αίγυπτο και να γίνουν επιθέσεις στην παραθαλάσσια επικράτεια του Μ. Βασιλέα. καί μερικοί κατέχονταν από το πάθος, που άναψε αργότερα ο Αλκιβιάδης, να εκστρατεύσουν εναντίον της Σικελίας καί άλλοι ονειρεύονταν να κατακτήσουν την Καρχηδόνα και Τυρρηνία. Αλλά ο Περικλής προσπαθούσε να συγκρατεί αυτές τις υπερβολές και περιέκοπτε την πολυπραγμοσύνην.
 
           14. Έτσι οι επεκτατικές τάσεις προς τη Δύση, που υπήρχαν από πολύ παλιά, στην Αθήνα του 450 είχαν πάρει συγκεκριμένη μορφή : Κατάκτηση της Σικελίας, της Καρχηδόνας και της Τυρρηνίας. Το 433 δημιουργήθηκε ένα διπλωματικό ζήτημα, στο οποίο δοκιμάζεται η δυτική πολιτική των Αθηνών. Ήρθαν στην Αθήνα πρέσβεις των Κερκυραίων να ζητήσουν συμμαχία, γιατί φοβούνταν την πολεμική προετοιμασία που έκανε η Κόρινθος εναντίον τους, εξ αιτίας της διαφοράς τους για την κοινή τους αποικία Επίδαμνο. Η Κέρκυρα ήταν αποικία της Κορίνθου, αλλά επειδή βρίσκονταν στο σημείο απ’ όπου περνούσαν δύο κύριοι εμπορικοί δρόμοι: για τις Ιλλυρικές ακτές και μέσω του Αδριατικού πελάγους για τη Σικελία και την Ιταλία, είχε αποκτήσει δύναμη και πλούτο και περιφρονούσε τη μητρόπολη. Ο Ηρόδοτος λέγει ότι από την εποχή της ίδρυσης της Κέρκυρας μητρόπολη και αποικία δεν είχαν καλές σχέσεις. Η Κέρκυρα κράτησε πολιτική ουδετερότητας απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις και αποτελεί κλασικό παράδειγμα στην αρχαιότητα πόλεως, που δεν ήθελε να ενταχθεί σε συμμαχίες και να αντιμετωπίσει κινδύνους για πολιτική, που θα εφάρμοζαν άλλοι και θα υπηρετούσε τα συμφέροντα άλλων. Με την εμπλοκή της όμως με την Κόρινθο αισθάνεται την ανάγκη να παρατήσει τη σοφή ουδετερότητα και να ζητήσει τη συμμαχία της Αθήνας. Μόλις οι Κορίνθιοι έμαθαν τις ενέργειες των κερκυραίων, έστειλαν και αυτοί πρεσβεία στην Αθήνα για να εμποδίσουν τη συμμαχία της Κέρκυρας με την Αθήνα.
 
            15. Οι Κερκυραίοι μίλησαν πρώτοι στην εκκλησία του δήμου και τα ουσιαστικότερα επιχειρήματα με τα οποία προσπαθούν να πείσουν τους Αθηναίους ήταν ότι ο μεγάλος πόλεμος επίκειται, ότι έχουν ισχυρό στόλο και η γεωγραφική θέση του νησιού είναι τέτοια ώστε να γίνεται εχθρός ή φίλος στις κρισιμότερες περιστάσεις, τῆς τε γάρ Σικελίας καί Ίταλίας καλῶς παράπλου κεῖται, ὥστε μήτε ἐκεῖθεν ναυτικόν ἐᾶσαι Πελοποννησίοις ἐπελθεῖν τό τε ἐνθένδε πρός τἀκεῖ παραπέμψαι καί ἐς τἆλλα ξυμφορώτατόν ἐστιν. Το τελευταίο αυτό επιχείρημα βάρυνε στη λήψη απόφασης, γιατί το επαναλαμβάνει ο ίδιος ο Θουκυδίδης, όταν εξηγεί την τελική απόφαση των Αθηναίων.
 
            16. Στην περίπτωση αυτή οι Αθηναίοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, γιατί η διεθνής κατάσταση ήταν τεταμένη και η συμμαχία με την Κέρκυρα μπορούσε να θεωρηθεί παραβίαση της τριαντάχρονης ειρήνης του 445. Οι Κερκυραίοι αποκρούουν πειστικά αυτό υποστηρίζοντας ότι άρθρο της ειρήνης του 445 προβλέπει ότι οι ουδέτερες πόλεις επιτρέπεται να συμμαχήσουν με όποια δύναμη θέλουν, ενώ οι Κορίνθιοι, που μίλησαν στη συνέχεια στην εκκλησία του δήμου, ερμηνεύουν στενά και προς το συμφέρον τους το άρθρο αυτό της ειρήνης και συνιστούν στους Αθηναίους ή να κρατηθούν μακριά από τη διένεξη ή να συνταχθούν μ’ αυτούς εναντίον των Κερκυραίων. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι την καίρια γεωγραφική θέση της Κέρκυρας για τη δυτική πολιτική των Αθηνών είχε ήδη εκτιμήσει ο Θεμιστοκλής και αργότερα οι εμποροβιομηχανικοί κύκλοι των Αθηνών, που ζητούσαν πλάτεμα των αγορών, και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι, όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Cornford. Νεότεροι μελετητές όπως ο Cagan θεωρούν, άδικα κατά τη γνώμη μου, την άποψη του Cornford τελείως φανταστική. Το πρόβλημα για τους Αθηναίους ήταν μεγάλο και συγκάλεσαν δύο φορές την εκκλησία του δήμου. Στην πρώτη, γράφει ο Θουκυδίδης, που τότε ήταν στην Αθήνα, έκλιναν μάλλον προς τις απόψεις των Κορινθίων, ενώ στη δεύτερη άλλαξαν γνώμη και αποφάσισαν να συνάψουν αμυντική συμμαχία με τους Κερκυραίους, γιατί πίστευαν ότι ο πόλεμος με τους Πελοποννησίους επίκειται και δεν ήθελαν να χάσουν την Κέρκυρα, που ήταν η Τρίτη ναυτική δύναμη και στην επικείμενη σύγκρουση με την Κόρινθο επιθυμούσαν να εξαντλήσουν το εχθρικό ναυτικό για την περίπτωση που θα χρειάζονταν αργότερα να ν’ αντιμετωπίσουν αυτό το ναυτικό. Τέλος οι Αθηναίοι εκτίμησαν την εξαιρετική θέση της Κέρκυρας για τα ταξίδια στην Ιταλία και τη Σικελία.
 
            17. Είναι προφανές ότι στην πλειοψηφία που διαμορφώθηκε στην εκκλησία του δήμου βάρυνε η άποψη ότι ο μεγάλος πόλεμος ήταν αναπόφευκτος, και αυτή είναι και η άποψη του Περικλή, καθώς και η γεωγραφική θέση της Κέρκυρας από στρατηγική κι εμπορική άποψη για την επικοινωνία με τη Δύση. Το 415, στη μεγάλη εκστρατεία εναντίον της Σικελίας, η Κέρκυρα χρησιμοποιήθηκε ως βάση, στην οποία συγκεντρώθηκαν οι δυνάμεις, που πήραν μέρος στην εκστρατεία. Όμως στις διαπραγματεύσεις με την Κέρκυρα ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί σταθερά συλλογικό υποκείμενο: οι Αθηναίοι. Δεν φαίνεται πουθενά ο Περικλής. Και είναι θέμα ερμηνείας της γενικότερης πολιτικής για να καταλάβει κανείς ποιοι Αθηναίοι υποστήριξαν τις θέσεις της Κορίνθου και ποιοι κέρδισαν την πλειοψηφία και έκλεισαν ἐπιμαχίαν με την Κέρκυρα. Είναι σίγουρο ότι η πλειοψηφία διαμορφώθηκε από το δημοκρατικό κόμμα και τον Περικλή, το οποίο σίγουρα επηρεάζονταν και από την τάξη των ισχυρών εμπόρων και βιοτεχνών, που είχε αναπτυχθεί στη μητρόπολη και ζητούσε συνεχή διεύρυνση των αγορών. Αντίθετα οι ολιγαρχικοί – φιλολάκωνες και οι συντηρητικοί, που πίστευαν ότι η ρήξη με τη Σπάρτη δεν ήταν αναπόφευκτη είδαν στην αίτηση της Κέρκυρας μια επιπλέον αφορμή για την επιδείνωση στις σχέσεις των υπερδυνάμεων της εποχής. Αυτό φαίνεται και από τη ναυτική μοίρα, που έστειλαν στη συνέχεια στα νερά του Ιονίου, στην οποία ήταν στρατηγός και ο γιος του Κίμωνα Λακεδαιμόνιος. Πιθανώς γιατί έλπιζαν ότι δεν θα προκαλούσαν ιδιαίτερα τους Σπαρτιάτες, αφού ο Κίμωνας ήταν ο αρχιτέκτονας της πολιτικής της ειρηνικής συνύπαρξης των δυο μεγάλων δυνάμεων.
 
            18. Όμως ο Περικλής υιοθετεί συντηρητική πολιτική στις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου. Πιστεύω, λέγει στους Αθηναίους, ότι θα νικήσουμε τους Σπαρτιάτες, αν αφήσουμε στη διάκρισή τους την Αττική και στρέψουμε την προσοχή μας στη φρούρηση της πόλης, στη διατήρηση της θαλασσινής μας αυτοκρατορίας και ἤν ἐθέλητε ἀρχήν μή ἐπικτᾶσθαι ἅμα πολεμοῦντες. Δηλ. ο Περικλής δεν εγκαταλείπει την επεκτατική πολιτική, αλλά συνιστά αναστολή της στη διάρκεια του πολέμου. Και επειδή η ανατολική επέκταση είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και για επέκταση στην ενδοχώρα δεν είχαν κατάλληλες δυνάμεις οι Αθηναίοι, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Περικλής θέλει να αναστείλει σχέδια επέκτασης προς τη Δύση. Επίσης ο Περικλής δεν ήθελε τη σύγκρουση με τη σπάρτη στην ξηρά, που θα στοίχιζε στην Αθήνα πολλούς νεκρούς χωρίς αποτέλεσμα. Φαίνεται και από την εκστρατεία του στη Σάμο (441/39) ότι έδειχνε ιδιαίτερη περίσκεψη για το έμψυχο υλικό της μητρόπολης. Γιατί πίστευε ότι η νίκη για την Αθήνα είναι υπόθεση χρημάτων, χρόνου και σοφής ναυτικής πολιτικής. Αλλά η πολιτική της μη επέκτασης της δύναμης, σ’ ένα ιμπεριαλιστικό σύστημα, Δε μπορεί να διατηρηθεί για πολύ χρόνο., γιατί θα υποσκάψει οικονομικά και πολιτικά την ίδια τη μητρόπολη, και μάλιστα όταν περικλείει στους κόλπους της και φίλους του εχθρού, που συνωμοτούν, όπως οι φιλολάκωνες ολιγαρχικοί της Αθήνας. Εξάλλου η επεκτατική πολιτική της Αθήνας είναι βέβαιο ότι είχε ισχυρούς υποστηρικτές, που δίχαζαν το δημοκρατικό κόμμα. Ο Comford παρατηρεί πολύ σωστά ότι ο Θουκυδίδης «συνδέει όσο πιο στενά μπορεί τα μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της Δύσης με τον Αλκιβιάδη και αποσυνδέει απ’ αυτά τον Περικλή». Από τους «Ιππείς» όμως του Αριστοφάνη (Λήναια του 424) έχομε μια μαρτυρία για τους πολιτικούς, που υποστήριζαν την επέκταση στη Δύση αυτή την εποχή:
 
            "φασίν ἀλλήλαις ξυνελθεῖν τάς τριήρεις ἐς λόγον,
            καί μίαν λέξαι τιν' αὐτῶν ἥτις ἦν γεραιτέρα·
            οὐδέ πυνθάνεσθε ταὺτ' ὦ παρθένοι τἄν τῇ πόλει;
            φασίν αἰτεῖσθαί τιν' ἡμῶν ἑκατόν ἐς καρχηδόνα
            ἄνδρα μοχθηρόν πολίτην ὀξίνην Ὑπέρβολον.
 
Ο Υπέρβολος ήταν ριζοσπαστικός ηγέτης, ίδιας κοινωνικής προέλευσης με τον Κλέωνα, τον οποίον διαδέχτηκε ὥς προστάτης του δήμου. Και είναι πολύ πιθανό ότι σχεδίαζε την κατάκτηση της Καρχηδόνας από τα 424. Ο Θουκυδίδης αναφέρει μόνο το θάνατο του Υπέρβολου από ολιγαρχικούς στη Σάμο το 411 και τον κοσμεί με τα ίδια επίθετα, όπως ο Αριστοφάνης μοχθηρόν ἄνθρωπον, ὠστρακισμένον δια πονηρίαν καί αἰσχύνην της πόλεως. Βέβαια ο Θουκυδίδης συντάσσονταν πλήρως με την πολιτική του Περικλή και αποδοκίμαζε τα σχέδια για κατάκτηση της Σικελίας και Καρχηδόνας, που πρότειναν πολιτικοί προερχόμενοι από την ισχυρή εμποροβιοτεχνική τάξη, όπως ο Κλέωνας και ο Υπέρβολος. Στο Θουκυδίδη η πολιτική για την κατάκτηση της Σικελίας ξεδιπλώνεται με πληρότητα το 416/15 και συνδέεται στενά με τον Αλκιβιάδη.
 
            19. Αλλά η Αθήνα είχε συνάψει συμμαχίες με πόλεις της Σικελίας από τα μέσα του αιώνα. Με την Έγεστα το 458/7 ή το 454/3 και στα 454/3 ή 446-440 με τους Αλυκαίους, το Ρήγιο και τους Λεοντίνους. Η συμμαχία με τις δύο τελευταίες πόλεις πιθανώς έγινε με την ίδρυση των Θουρίων και ανανεώθηκε το 433/2 με αίτηση Λεοντίνων και Ρηγίνων πρέσβεων. Αυτές τις συμμαχίες οι Συρακούσες τις έβλεπε ως εμπόδιο στα επεκτατικά της σχέδια και κίνδυνο για την ίδια. Εξάλλου στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου το δωρικό στοιχείο της Σικελίας συντάχτηκε με τους Σπαρτιάτες. Αλλά και οι Θούριοι, σύμφωνα με τον Hammond, “προορίζονταν να εξουδετερώσουν τη δύναμη του Τάραντα, που ήταν η κύρια εστία της Σπάρτης στη Ν. Ιταλία». Υπήρχε δηλ. έντονη σύγκρουση συμφερόντων Αθήνας – Σπάρτης στο δυτικό Ελληνισμό. Αλλά ο Θουκυδίδης από το 433 που έγινε η επιμαχία με την Κέρκυρα, ως το 427, που γίνεται η πρώτη επέμβαση των Αθηναίων στη Σικελία, δεν ασχολείται με τη δυτική πολιτική των Αθηνών. Είναι πιθανό ότι στα δύο και μισό χρόνια του πολέμου, που ζούσε ο Περικλής και βάρυναν τα αποτελέσματα του λοιμού, οι οπαδοί της δυτικής επεκτατικής πολιτικής Δε μπορούσαν να κερδίσουν έδαφος στην εκκλησία του δήμου. Αργότερα οι διάδοχοι του Περικλή και κυρίως ο Κλέωνας και ο Υπέρβολος, άρχισαν να εγκαταλείπουν τη συντηρητική πολιτική του περικλή ἀρχήν μή ἐπικτωμένους ἐν τῷ πολέμῳ για λόγους οικονομικούς και στρατηγικούς.
 
            20. Αφορμή για την επέμβαση των Αθηναίων στη Σικελία το 427 έδωσε η ρήξη μεταξύ Συρακουσίων και Λεοντίνων. Με τους Συρακουσίους συμπαρατάχθηκαν όλες οι δωρικές πόλεις, εκτός από την Καμάρινα, ενώ με τους Λεοντίνους οι Χαλκιδικές πόλεις, δηλ. οι Ίωνες και η Καμάρινα. Οι Λεντίνοι έστειλαν πρεσβεία στην Αθήνα με αρχιπρεσβευτή τον περίφημο ρήτορα Γοργία, η οποία ζητούσε τη βοήθεια των Αθηνών με βάση την προϋπάρχουσα συμμαχία και γιατί ήταν Ίωνες και υπέφεραν από τους Δωριείς. Οι Αθηναίοι έστειλαν είκοσι πλοία με τον Λάχητα και τον Χαροιάδη με πρόφαση τη συγγένεια με τους Λεοντίνους, αλλά στην πραγματικότητα για να εμποδίσουν την εισαγωγή σίτου στην Πελοπόννησο και να κάνουν ένα πείραμα κατά πόσο τα Σικελικά πράγματα μπορούν να μπουν κάτω από τον έλεγχό τους. Αρχίζουν μικροεπιχειρήσεις γύρω από τη Σικελία και την επόμενη χρονιά, 426, για λόγους που δεν εξηγεί ο Θουκυδίδης οι Σικελιώτες εμπλέκονται σε πολέμους μεταξύ τους και έχουν και τον πόλεμο των Αθηναίων και των συμμάχων τους. Σε σύγκρουση φονεύτηκε ο ένας Αθηναίος στρατηγός, ο Χαροιάδης και ο Λάχης έμεινε μόνος του και σημείωσε ορισμένες επιτυχίες. Αλλά οι σύμμαχοι των Αθηναίων στη Σικελία έστειλαν και άλλη πρεσβεία στην Αθήνα και ζητούν περισσότερη στρατιωτική βοήθεια για να πολεμήσουν τους Συρακουσίους. Οι Αθηναίοι ετοίμασαν άλλα σαράντα πλοία και γιατί πίστευαν ότι έτσι ο πόλεμος θα τελειώσει γρηγορότερα  και γιατί ήθελαν να ασκούν το ναυτικό τους. Έστειλαν πρώτα νέο στρατηγό, τον Πυθόδωρο, που παρέλαβε στο Ρήγιο τη στρατηγία από τον Λάχη και στη συνέχεια σχεδίαζαν να στείλουν τον Ευρυμέδοντα και το Σοφοκλή. Το καλοκαίρι του 425 οι Συρακούσιοι κερδίζουν από τους Αθηναίους τη Μεσσήνη, στρατηγική τοποθεσία για τον έλεγχο των στενών μεταξύ Ιταλίας και Σικελίας και για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων εναντίον της Σικελίας. Την ίδια χρονιά οι Αθηναίοι έχουν ορισμένες, όχι σημαντικές επιτυχίες, αλλά ο πόλεμος μεταξύ των πόλεων της Σικελίας κατά ξηράν γενικεύεται και χωρίς τη συνεργασία των Αθηναίων πλέον, όπως παρατηρεί ο Θουκυδίδης.
 
            21. στο μεταξύ ο Ευρυμέδοντας και ο Σοφοκλής δεν έφτασαν εγκαίρως στη Σικελία με τα σαράντα πλοία, γιατί είχαν εντολή από την Αθήνα, καθώς θα περνούν στην Κέρκυρα, να φροντίσουν για τους Κερκυραίους, που ληστεύονταν από τους εξόριστους ολιγαρχικούς, που είχαν καταλάβει το όρος Ιστώνη, και να επιτρέψουν στο στρατηγό Δημοσθένη να χρησιμοποιήσει τα σαράντα πλοία σε επιχειρήσεις στα παράλια της Πελοποννήσου. Έτσι η ναυτική αυτή μοίρα, αφού συνέβαλε αποφασιστικά στη μεγάλη επιτυχία στην Πύλο και υποβοήθησε την τελευταία αιματηρή φάση του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα, έφτασε στη Σικελία στο τέλος του 425.
 
            22. Αλλά από το θέρος του 424 η κατάσταση στη Σικελία άλλαξε ριζικά για τους Αθηναίους, γιατί ο ηγέτης της συντηρητικής δημοκρατίας των Συρακουσών Ερμοκράτης σημείωσε εξαιρετική πολιτική νίκη έναντι των Αθηνών. Πέτυχε τη σύγκλιση συνεδρίου όλων των Σικελιωτών στη Γέλα με σκοπό τον τερματισμό του πολέμου μεταξύ των διαφόρων πόλεων. Από το συνέδριο αυτό ο Θουκυδίδης μας μεταφέρει μόνο το λόγο, που υποτίθεται ότι εκφώνησε ο αντιπρόσωπος της μεγάλης Σικελικής πόλεως, ο Ερμοκράτης ο Συρακούσιος.
    
            23. Στο λόγο του ο Ερμοκράτης λέγει ότι όλοι γνωρίζουν τα δεινά του πολέμου, αλλά δεν τον αποφεύγουν, γιατί επιθυμούν να επεκτείνουν τα συμφέροντά τους. Οι Αθηναίοι επεμβαίνουν στη Σικελία, γιατί τους καλούμε εμείς, αν και είναι πρόθυμοι να εκστρατεύσουν εναντίον άλλων και χωρίς το πρόσχημα της συμμαχίας, με το οποίο νομιμοποιούν τις επεμβάσεις τους. Με τους πολέμους μεταξύ μας ανοίγουμε το δρόμο στην αύξηση της δύναμης των Αθηνών. Και μπορεί κάποτε με μεγαλύτερη προετοιμασία να προσπαθήσουν να υποτάξουν όλη τη Σικελία. Οι Αθηναίοι Δε μισούν τους Δωριείς και αγαπούν τους Ίωνες, αλλά επεμβαίνουν, γιατί επιθυμούν τα αγαθά της Σικελίας, που κατέχουμε όλοι από κοινού. Ο Ερμοκράτης δεν καταδικάζει την ιμπεριαλιστική πολιτική των Αθηνών "οὐ τοῖς ἄρχειν βουλομένοις μέμφομαι, ἀλλά τοῖς υπακούειν ἑτοιμοτέροις οὗσιν· πέφυκε γάρ τό ἀνθρώπειον διά παντός ἄρχειν μέν τοῦ εἴκοντος, φυλάσσεσθαι δέ τό ἐπιόν", γιατί, όπως ο Θουκυδίδης, κατανοεί τον ιμπεριαλισμό ως φυσική ορμή του ανθρώπου, που αναπτύσσεται μέσα σε ανταγωνιστικές συνθήκες. Στή συνέχεια ο Ερμοκράτης συνιστά ειρήνη και ειρηνικές λύσεις των διαφορών, γιατί τα αποτελέσματα των πολέμων είναι αβέβαια και προτείνει να πάρουν οι ίδιοι οι Σικελιώτες στα χέρια τους την τύχη της Σικελίας, να ενεργούν από κοινού εναντίον κάθε ξένου επιδρομέα και ποτέ να μην ζητήσουν την επέμβαση ξένου στα εσωτερικά τους. Κηρύσσει έτσι ένα είδος δόγμα Μονρόε, η Σικελία για τη Σικελία και πετυχαίνει τη συνδιαλλαγή όλων των Σικελιωτών, εκτός από τους Λοκρούς με γενική βάση το status quo, ἔχοντες ἅ ἔχουσι. Και οι σύμμαχοι των Αθηναίων κάλεσαν τους στρατηγούς και τους ζήτησαν να εγκαταλείψουν τη Σικελία, πιθανώς δίδοντάς τους διαβεβαιώσεις για την ασφαλή αποχώρηση και ίσως την υπόσχεση ότι δεν θα αναμιχθούν στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Αλλά είναι περίεργο ότι ο Θουκυδίδης αναφέρει μόνο ότι ο στόλος απέπλευσε για την Αθήνα.
 
            24. Όταν οι στρατηγοί έφτασαν στην Αθήνα, οι Αθηναίοι τιμώρησαν με εξορία τον Πυθόδωρο και το Σοφοκλή και με πρόστιμο τον Ευρυμέδοντα με την κατηγορία ότι, ενώ μπορούσαν να υποτάξουν τη Σικελία, δωροδοκήθηκαν και έφυγαν από τη Σικελία. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη οι Αθηναίοι έφτασαν σε τέτοια υπερβολή, για βρίσκονταν σε άλογη αυτοπεποίθηση εξ αιτίας των προσφάτων επιτυχιών τους. Η εξήγηση αυτή είναι περισσότερο ποιητική παρά ιστορική, σύμφωνα με την τάση του Θουκυδίδη να ερμηνεύει ψυχολογικά τα γεγονότα. Γεγονός είναι ότι ενώ ο Ερμοκράτης, εφαρμόζοντας ο ίδιος ιμπεριαλιστική πολιτική έναντι των άλλων Σικελιωτών, και χωρίς να αποκηρύξει τον ιμπεριαλισμό, σημείωσε μεγάλη νίκη έναντι των Αθηνών. Ο Grundy παρατηρεί ότι η δημοκρατία των Συρακουσών δεν είναι ευχαριστημένη να παίξει μικρότερο ρόλο στα Σικελικά πράγματα απ’ ότι η τυραννία στις πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα. Είναι επομένως πιθανό ότι οι Αθηναίοι έκριναν πως οι στρατηγοί τους, ως ισχυρότεροι και εμπειρότεροι ιμπεριαλιστές, έπρεπε να ματαιώσουν τα σχέδια του Ερμοκράτη για ένωση των Σικελιωτών, πείθοντας τις Σικελικές πόλεις για τα πραγματικά σχέδια του Ερμοκράτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ευρυμέδοντας τιμωρήθηκε επιεικέστερα από τους άλλους δύο. Πιθανώς γιατί έδειξε υπερβάλλοντα ζήλο στην τελική αιματοχυσία στην Κέρκυρα το 427 και ήταν πιστός στην επεκτατική πολιτική, ενώ ο Σοφοκλής και ο Πυθόδωρος πιθανώς Δε συμμερίζονταν στον ίδιο βαθμό τη δυτική επεκτατική πολιτική της Αθήνας.
 
            25. Μεσολάβησαν δύο χρόνια, στα οποία οι Αθηναίοι δεν έχουν καμιά ανάμειξη στα Σικελικά, αλλά το καλοκαίρι του 422 στέλνουν έναν όχι πολύ γνωστό πολιτικό, το Φαίακα με δύο τριήρεις, για να προωθήσει τα Αθηναϊκά συμφέροντα στη Σικελία με πολιτικά μέσα αυτή τη φορά. Αφορμή της αποστολής έδωσε το γεγονός ότι το δημοκρατικό κόμμα στους Λεοντίνους, μετά την ειρήνη της Γέλας (424), για να ενισχυθεί, έδωσε πολιτικά δικαιώματα σε πολλούς και σκέφτονταν να κάμει αναδασμό των μεγάλων κτημάτων. Οι ολιγαρχικοί ιδιοκτήτες των κτημάτων αντέδρασαν έντονα, ζήτησαν την επέμβαση των Συρακουσών και έδιωξαν από τους Λεοντίνους τους οπαδούς του δημοκρατικού κόμματος. Αλλά και οι ολιγαρχικοί, επειδή δεν αισθάνονται ασφαλείς στους Λεοντίνους, προτίμησαν, να ερημώσουν την πατρίδα τους παρά να δεχτούν δίκαιη μοιρασιά της γης, και εγκαταστάθηκαν ως πολίτες στις Συρακούσες. Αργότερα ορισμένοι ολιγαρχικοί δυσαρεστήθηκαν από τους Συρακουσίους, πιθανώς γιατί ο Ερμοκράτης ζητούσε πολλά από αυτούς, και ξαναγύρισαν σε μια περιοχή της πόλης τους. Εκεί συγκεντρώθηκαν και οι περισσότεροι περιπλανώμενοι δημοκρατικοί και πολεμούσαν τους Συρακουσίους. Πολύ αργότερα γύρισαν και οι άλλοι ολιγαρχικοί στους Λεοντίνους.
 
            26. Εξαιτίας αυτών των γεγονότων έστειλαν τη διπλωματική τους αποστολή οι Αθηναίοι με το Φαίακα, αν μπορέσει να πείσει τους συμμάχους τους και τους άλλους Σικελιώτες να αναλάβουν κοινή εκστρατεία εναντίον των Συρακουσίων, που γίνονταν επικίνδυνοι, και να σώσουν το δημοκρατικό κόμμα των Λεοντίνων. Ο Φαίακας απέτυχε στον κύριο στόχο του και γύρισε στην Αθήνα. Με βάση όσα ξέρουμε ο Φαίακας ήταν από πλούσια Αθηναϊκή οικογένεια, μέτριος πολιτικός. Έπαιξε ρόλο στον οστρακισμό του Υπερβόλου (417) και απόγονός του ήταν μεταξύ των τριάκοντα τυράννων. Δεν είναι γνωστό αν ήταν οπαδός της δυτικής επεκτατικής πολιτικής των Αθηνών και οι Αθηναίοι συχνά έκαναν το λάθος να εμπιστεύονται καίρια αξιώματα σε πολίτες, που δεν πίστευαν σε ορισμένη πολιτική. Κλασικό παράδειγμα η αποστολή του Νικία στη Σικελία. Αλλά και αν ο Φαίακας ήταν ικανός πολιτικός και οπαδός της επεκτατικής πολιτικής, η αποστολή αυτή των Αθηνών ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία γιατί οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν στο συνέδριο της Γέλας δεν επέτρεπαν ελπίδες να διασπαστεί τόσο γρήγορα το Σικελικό μέτωπο και μάλιστα με διπλωματικά μέσα. Εξάλλου ήταν γνωστή στους Αθηναίους και η ικανότητα και η δύναμη του Ερμοκράτη των Συρακουσών. Αλλά και ο Φαίακας εγκατέλειψε την αποστολή του πολύ εύκολα στα πρώτα εμπόδια που βρήκε στη Γέλα. Είναι επομένως πολύ πιθανό ότι η αποστολή αυτή των Αθηναίων ήταν μια θεαματική ενέργεια για να μη χάσουν επαφή με τους δημοκρατικούς της Σικελίας. Όλα αυτά όμως είναι ερμηνεία του γεγονότος, γιατί η εξήγηση του Θουκυδίδη δεν ικανοποιεί, καθώς φαίνεται ότι είναι η επίσημη και φανερή δικαιολογία, που έδωσαν οι ίδιοι οι Αθηναίοι για την αποστολή τους αυτή και η οποία θα ικανοποιούσε τους φίλους τους στη Σικελία.
 
            27. από το 422 ως το 416, που αρχίζει η πολιτική προετοιμασία της μεγάλης εκστρατείας, ο Θουκυδίδης δεν θα ασχοληθεί καθόλου με τη δυτική πολιτική των Αθηνών. Και μόνο στις παραμονές της μεγάλης εκστρατείας θα μιλήσει άμεσα για τα μεγάλα επεκτατικά σχέδια των Αθηνών και θα τα συνδέσει κυρίως με τις προσωπικές φιλοδοξίες του Αλκιβιάδη, ενώ είναι γνωστό από τον Πλούταρχο ότι και άλλος πολιτικός, ο Δημόστρατος ήταν ὁ μάλιστα τῶν δημαγωγῶν ἐπί τόν πόλεμον παροξύνων τούς Ἀθηναίους. Και μετά την απόδρασή του στη Σπάρτη ο Αλκιβιάδης σε λόγο του θουκυδίδειο, με τον οποίο αποκαλύπτει με λεπτομέρειες τα δυτικά επεκτατικά σχέδια των Αθηνών, χρησιμοποιεί σταθερά πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, συνδέοντας έτσι τη δυτική πολιτική τουλάχιστον με την πλειοψηφία του δήμου. Αντίθετα δεν αποφεύγει να συνδέσει άμεσα με τον εαυτό του την πολιτική, που οδήγησε του 420 στη συμμαχία των Αθηναίων με το Άργος τη Μαντίνεια και την Ηλεία και κατέληξε στη μάχη στη Μαντίνεια το 418 μεταξύ των Αθηναίων και των συμμάχων τους και των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους.
 
            28. Η μάχη στη Μαντίνεια έδειξε ότι ήταν αδύνατο για την Αθήνα να επεκτείνει την κυριαρχία της στην ενδοχώρα. Και οι επεκτατικοί κύκλοι της Αθήνας δεν εκτίμησαν σωστά την αποτυχία της στεριανής πολιτικής του Αλκιβιάδη και συνέχισαν να ακολουθούν τις πολιτικές του συμβουλές. Έτσι ορισμένοι ιστορικοί εξηγούν τη μεγάλη εκστρατεία του 415 ως αποτέλεσμα παραπλάνησης του δήμου από τον Αλκιβιάδη. Βέβαια ένας ικανός, αλλά ιδιοτελής πολιτικός, μπορεί στην άμεση δημοκρατία να παραπλανήσει το λαό. Αλλά στην περίπτωση της Αθήνας του 415 χρειάζεται να επισημάνουμε ότι και η επεκτατική πολιτική ήταν πίστη της πλειοψηφίας των Αθηναίων και οι αντικειμενικές οικονομικές συνθήκες, που προέκυψαν από τον πόλεμο, έκαναν εύκολη την αποδοχή της πολιτικής του Αλκιβιάδη. Ο Θουκυδίδης αναλύοντας την ψυχολογία των Αθηναίων στο ξεκίνημα της εκστρατείας γράφει ότι το μέγα πλήθος και ο στρατός έλπιζαν ότι, όχι μόνο θα πάρουν μισθό, όσο διαρκούσε η εκστρατεία, αλλά ότι και θ’ αποκτήσουν παραπάνω εκτάσεις, που θα είναι παντοτινή ανεξάντλητη πηγή μισθού. 
     
             Είναι βέβαιο ότι η δυτική επεκτατική πολιτική των Αθηνών συνδέεται με την ανάγκη εισαγωγής τροφίμων κυρίως και την εξαγωγή ειδών βιοτεχνίας. Πιθανώς αρχίζει με τον 6ο αιώνα, και βαθμηδόν η ανάπτυξη της φιλόδοξης δύναμης των τυράννων στη Σικελία και η αύξηση της δύναμης της δημοκρατίας των Αθηνών, κάνουν αναγκαία τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης δυτικής πολιτικής. Πρώτος ο Θεμιστοκλής καταλαβαίνει την ανάγκη για άσκηση επιρροής στη δύση. Ο Περικλής συνεχίζει την πολιτική του Θεμιστοκλή με τις συμμαχίες, που συνάπτει με πόλεις της Σικελίας και την ίδρυση των Θουρίων στην κάτω Ιταλία. Αλλά στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου εφαρμόζει συντηρητική πολιτική, γιατί πιστεύει, και αυτό πίστεψε και ο Θουκυδίδης, ότι ο πόλεμος θα κερδηθεί με τη μεθοδική και μακροχρόνια εξάντληση της Σπάρτης. Μετά το θάνατό του (429) η δυτική επεκτατική πολιτική κερδίζει έδαφος, γιατί ήδη στον Αρχιδάμειο πόλεμο είναι ανάγκη να μπει φραγμός στην εισαγωγή σιτηρών από τη Σικελία στην Πελοπόννησο. Κορύφωση της δυτικής πολιτικής αποτελεί η μεγάλη εκστρατεία του 415, η οποία για την Αθήνα είναι η αποφασιστική καμπή στο μεγαλείο και τη δύναμή της.

Πίνδαρος, ο ιεροπρεπής ποιητής του Ωραίου

Η σχέση του με τον Ησίοδο
 
Ο Πίνδαρος υπήρξε ο δεύτερος μεγάλος ποιητής που χάρισε η Βοιωτία στον ελληνικό κόσμο, στον ελληνικό πολιτισμό, μετά τον Ησίοδο. Από καλλιτεχνικής και κοινωνικής απόψεως ο Πίνδαρος πόρρω απέχει από τον ποιητή της Θεογονίας, όμως υπάρχουν δύο στοιχεία που τον συνδέουν με αυτόν: αφενός η απόλυτη σοβαρότητα μιας θρησκευτικότητας που αγκαλιάζει όλες τις εκδηλώσεις και αφετέρου η αυστηρότητα της έκφρασης, που αποφεύγει κάθε συμβιβασμό.
 
Ο Πίνδαρος γεννήθηκε στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. στις Κυνός Κεφαλές, έναν οικισμό που ανήκε στη Θήβα, και απεβίωσε μετά το 446 π.Χ., πιθανώς στο Άργος.
 
Ο ίδιος ο ποιητής, μεγάλος λάτρης του δελφικού θεού, του Απόλλωνα, αναφέρει ότι η γέννησή του συνέπεσε με τη γιορτή των Πυθίων (δε γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας αν πρόκειται για τα Πύθια του 522 ή του 518 π.Χ.).
 
Η αρχαία παράδοση δίνει διάφορα ονόματα στον πατέρα του Πινδάρου —Δαΐφαντος, Σκοπελίνος, Παγώνδας ή Παγωνίδας—, ενώ στις σωζόμενες βιογραφίες του ποιητή, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, πολλές είναι οι φανταστικές, ψεύτικες ιστορίες.
 
Ο ίδιος ο Πίνδαρος, μιλώντας για τους προγόνους του (Πυθιόνικος 5, 76), αναφέρεται στους Αιγείδες, γενιά που εμφανίζεται στους θηβαϊκούς, τους σπαρτιατικούς και τους θηραϊκούς θρύλους. Μπορούμε να δεχτούμε ότι καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Θήβας, καθώς και ότι, όταν στάλθηκε στην Αθήνα σε παιδική ηλικία, απέκτησε μουσική μόρφωση και συνδέθηκε με την παλαιά αριστοκρατία της πόλης, που εξακολουθούσε να κυριαρχεί στον πολιτικό στίβο.
 
Η παραμονή του νεαρού Πινδάρου στην Αθήνα έθεσε τα θεμέλια των στενών σχέσεών του με τους Αλκμεωνίδες, αριστοκρατικό γένος που διαδραμάτισε έναν ιδιαίτερα σημαντικό —αν και όχι πάντα ευεργετικό— ρόλο στην ιστορία της πόλης. Το μοναδικό επινίκιο που έγραψε ο Πίνδαρος για Αθηναίο, το 486 π.Χ., αφορούσε τον Αλκμεωνίδη Μεγακλή, ανιψιό του Κλεισθένη, που λίγο πρωτύτερα είχε εξοστρακιστεί.
 
Σύμφωνα με τη βιογραφική παράδοση, μουσικοί δάσκαλοι του Πινδάρου υπήρξαν ο Απολλόδωρος και ο Αγαθοκλής, ενώ επίδραση άσκησαν ενδεχομένως στον νεαρό ο Λάσος ο Ερμιονεύς και ο Σιμωνίδης ο Κείος.
 
Η ποιητική δραστηριότητα του Πινδάρου τον συνέδεσε με πολλά από τα τότε κέντρα δύναμης και παιδείας. Όμως, τα ταξίδια που πραγματοποίησε για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του δεν τον έκαναν να αποστασιοποιηθεί από την πατρίδα του και τους συγγενείς του, όπως είχαν πράξει αρκετοί περιπλανώμενοι ποιητές των Αρχαϊκών Χρόνων.
 
Το αρχαιότερο από τα σωζόμενα επινίκια του Πινδάρου, ο 10ος Πυθιόνικος, φανερώνει τη σχέση του ποιητή με τη Θεσσαλία: στα Πύθια του 498 π.Χ. ο Ιπποκλέας από την Πέλιννα (Πελινναίον) επικράτησε στο δίαυλο των παιδιών, και ο Θώραξ, ο πρεσβύτερος της μεγάλης γενιάς των Αλευαδών, παρήγγειλε το τραγούδι για τον επινίκιο πανηγυρισμό στον Πίνδαρο, το νέο ποιητή με τον οποίον τον συνέδεαν δεσμοί φιλοξενίας.
     
Οι Περσικοί Πόλεμοι και η Αίγινα στη ζωή του Πινδάρου
 
Στην πρώιμη περίοδο του Πινδάρου τα λατρευτικά ποιήματα ήταν, κατά τα φαινόμενα, πιο πολλά, κι επειδή αυτά χάθηκαν στη συντριπτική πλειονότητά τους, δεν ξέρουμε αρκετά για τη δημιουργία του σε αυτά τα χρόνια.
 
Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι περί το 490 π.Χ. συνέθεσε έναν παιάνα για τη γιορτή των Θεοξενίων στους Δελφούς, στον οποίον έπλεξε το εγκώμιο της Αίγινας —επικίνδυνης αντιζήλου της Αθήνας, πολιτικά δεμένης με τη Θήβα— και τραγούδησε για τον Νεοπτόλεμο, απόγονο του αιγινήτη ήρωα Αιακού.
 
Την ίδια εποχή ο Πίνδαρος υμνεί με τον 6ο και το 12ο Πυθιόνικο δύο άνδρες από τον Ακράγαντα της Σικελίας, τον Θρασύβουλο, ανιψιό του τυράννου Θήρωνα, και τον αυλητή Μίδα.
 
Η πατρίδα του Πινδάρου, η Θήβα, βρέθηκε σε κρίσιμη καμπή μετά την έναρξη των Περσικών Πολέμων, καθώς υπήρξε μια από τις ελληνικές πόλεις που μήδισαν κατά την εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον των Ελλήνων. Ο κίνδυνος εξολόθρευσής της από τους έλληνες νικητές αποσοβήθηκε μόνο μετά την παράδοση των σπουδαιότερων φίλων των Περσών.
 
Ο Πίνδαρος, που είχε σχέσεις με την περσόφιλη αριστοκρατία της πόλης του και ύμνησε επανειλημμένα διάφορα μέλη από εκείνες τις γενιές που είχαν συνεργαστεί με τους Πέρσες, επιχείρησε, στα χρόνια που ακολούθησαν τη νίκη των Ελλήνων, να εξιλεωθεί για το πολιτικό λάθος του αναπτύσσοντας ιδιαίτερες σχέσεις με την Αίγινα και αναζητώντας την υποστήριξη των Αιγινητών.
     
Η Σικελία και ο ελληνισμός της Δύσης στη ζωή του Πινδάρου
 
Πάντως, αποφασιστικής σημασίας για την καταξίωση του Πινδάρου σε πανελλήνιο επίπεδο ήταν οι σικελικές επιτυχίες του. Ο ποιητής απέκτησε στενές σχέσεις και με τους δύο ισχυρούς άνδρες εκείνης της περιόδου στη Σικελία, τον Ιέρωνα Α’, τύραννο των Συρακουσών, και τον Θήρωνα, τύραννο του Ακράγαντα. Ανάμεσα στα έτη 476 και 474 π.Χ. ο βοιωτός ποιητής έζησε αρκετόν καιρό στις αυλές του Ιέρωνα και του Θήρωνα, βιώνοντας τη δύναμη και τη λάμψη του ελληνισμού της Δύσης.
 
Στη Σικελία πρέπει να βρέθηκαν στο δρόμο του Πινδάρου οι δύο Κείοι, ο Σιμωνίδης και ο ανιψιός του Βακχυλίδης. Σύμφωνα μάλιστα με την άποψη ορισμένων, αρκετοί στίχοι του στρέφονταν εναντίον των δύο κείων ποιητών, που επιχειρούσαν να εξασφαλίσουν την εύνοια των σικελιωτών δεσποτών.
 
Μεγάλα ήταν τα οικονομικά αλλά και τα καλλιτεχνικά οφέλη που αποκόμισε ο Πίνδαρος από την παραμονή του στη Δύση, στις αυλές των ισχυρών ανδρών της Σικελίας. Ακολούθησε μια εξόχως δημιουργική περίοδος για εκείνον, καθώς από όλα τα μέρη του ελλαδικού χώρου υπήρχε έντονο ενδιαφέρον για τα έργα του ποιητή, που μπορούσε πλέον να διεκδικεί την πρώτη θέση ανάμεσα στους χορικούς ποιητές της εποχής του.
 
Βεβαίως, δεν έλειψαν και τα ζηλόφθονα σχόλια για τα επιτεύγματα του Πινδάρου στη Σικελία, όπως και οι κατηγορίες ότι ήταν φίλος των δικτατόρων και παραμελούσε την πατρίδα του.
     
Ο βοιωτός ποιητής υμνεί το μεγαλείο της Αθήνας
 
Περί τα τέλη της δεκαετίας 480-470 π.Χ., στον κολοφώνα της δόξας του, και μέσα στο κλίμα αισιοδοξίας που είχε καλλιεργηθεί μετά τη νίκη επί των Περσών, ο Πίνδαρος ύμνησε το μεγαλείο της Αθήνας: «Ω ται λιπαραί και ιοστέφανοι και αοίδιμοι, Ελλάδος έρεισμα, κλειναί Αθάναι, δαιμόνιον πτολίεθρον».
 
Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, οι μεν Θηβαίοι τον τιμώρησαν με πρόστιμο χιλίων δραχμών γι’ αυτόν τον έπαινο της μισητής πόλης, οι δε Αθηναίοι τον αντάμειψαν με προξενίαν (προνομιακή φιλική σχέση μεταξύ της αθηναϊκής πολιτείας και ενός πολίτη άλλης πόλης) και ένα μεγάλο τιμητικό ποσό.
 
Στα κατοπινά χρόνια, οι νέες σχέσεις του Πινδάρου δεν έχουν τελειωμό. Ανάμεσα στους νικητές των αγώνων που ήθελαν να εξασφαλίσουν ένα μνημείο της επιτυχίας τους με το τραγούδι του συγκαταλέγονται Ρόδιοι, Κορίνθιοι, αλλά και ο Αρκεσίλαος Δ’, βασιλιάς της Κυρήνης, της ακμαίας ελληνικής πόλης της Λιβύης.
   
Ο τελευταίος είχε νικήσει με το άρμα του στους Δελφούς το 462 π.Χ., κι ο Πίνδαρος ύμνησε το γεγονός με δύο ωδές: η μια (5ος Πυθιόνικος) προοριζόταν για τον πανηγυρισμό της νίκης στην Κυρήνη, στη γιορτή του δωρικού Καρνείου Απόλλωνα, κι η άλλη (4ος Πυθιόνικος) τραγουδήθηκε στη γιορτή που έλαβε χώρα μέσα στο παλάτι.
 
Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο αποτέλεσε η σταθερή φιλική σχέση του Πινδάρου με την Αίγινα. Ο ποιητής ύμνησε κατ’ επανάληψιν αιγινήτες νικητές, και οι τελευταίες λέξεις που ακούσαμε από αυτόν —8ος Πυθιόνικος, το 446 π.Χ.— αφορούσαν το αγαπημένο του νησί.
     
Τα Επινίκια του μεγάλου βοιωτού ποιητή
 
Στην τελευταία περίοδο της ζωής του ο Πίνδαρος πρέπει να παρακολουθούσε ανήσυχος τις πολιτικές εξελίξεις, καθώς η αντίθεση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη γιγαντωνόταν. Μόνο δύο επινίκια, ο 4ος Ολυμπιόνικος και ο 7ος Ισθμιόνικος, είναι δυνατόν να τοποθετηθούν σε αυτήν την περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ποιητής έζησε την καταθλιπτική κυριαρχία της Αθήνας επί της Βοιωτίας (μετά τη μάχη των Οινοφύτων, το 457 π.Χ.), αλλά και την αποκατάσταση της βοιωτικής ελευθερίας (μετά τη μάχη της Κορώνειας, το 447 π.Χ.).
 
Δυστυχώς, τα υπολείμματα που έχουμε στη διάθεσή μας για τον Πίνδαρο είναι πενιχρά σε σχέση με τα δεκαεπτά βιβλία που εξέδωσε την εποχή των Αλεξανδρινών ο περίφημος γραμματικός Αριστοφάνης ο Βυζάντιος. Έντεκα βιβλία ποιημάτων είχαν σχέση με τη λατρεία (Ύμνοι, Παιάνες, Διθύραμβοι, Προσόδια, Παρθένια, Υπορχήματα), ενώ σώζονταν ακόμη Εγκώμια και Θρήνοι, από ένα βιβλίο για το κάθε είδος, καθώς και τέσσερα βιβλία Επινικίων.
 
Οι Αλεξανδρινοί κατέταξαν τα Επινίκια του Πινδάρου σε Ολυμπιονίκους, Πυθιονίκους, Νεμεονίκους και Ισθμιονίκους, βάσει των πανελληνίων αγώνων στους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι νίκες που εξυμνεί ο ποιητής.
 
Έτσι, εκδόθηκαν τέσσερα βιβλία Επινικίων, δηλαδή από ένα βιβλίο τόσο για τους μεγάλους αγώνες της Ολυμπίας και των Δελφών, που διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια, όσο και για τους μικρότερους της Νεμέας και του Ισθμού της Κορίνθου, που επαναλαμβάνονταν κάθε δύο χρόνια.
 
Ο χορός τραγουδούσε αυτά τα τραγούδια με αυλό και λύρα στον εορτασμό της νίκης στην πατρίδα, σπανίως δε στον τόπο της επιτυχίας. Καμιά φορά τα Επινίκια εκτελούνταν μονωδικά με συνοδεία λύρας, ύστερα από τη γιορτή.
     
Η αριστοκρατική αντίληψη του Πινδάρου για τον άνθρωπο
 
Στα Επινίκια του Πινδάρου λιγότερες είναι οι πληροφορίες για το πώς εκτυλίχθηκε το ίδιο το αγώνισμα και περισσότερες εκείνες που αφορούν το νικητή, την οικογένειά του και τις αθλητικές επιτυχίες του σε άλλες γιορτές, ενώ σημαντικό χώρο καταλαμβάνει σε γενικές γραμμές και ο μύθος. Γνωμικά και προσωπικές εξομολογήσεις αποτελούν επίσης συστατικά στοιχεία των Επινικίων του μεγάλου βοιωτού ποιητή.
 
Στο κέντρο της αριστοκρατικής αντίληψης του Πινδάρου για τον άνθρωπο βρίσκεται η πεποίθηση για την καθοριστική αξία του έμφυτου και κληρονομημένου χαρακτήρα, της φυάς. Τα επίπονα επιτεύγματα των νικητών στους μεγάλους αγώνες μαρτυρούν ένα ανώτερο ήθος, ένα υπέρτερο σώμα και φρόνημα, που χαρακτήριζε και τις ηρωικές μορφές, τους ήρωες του μύθου.
 
Κοντά στα επιτεύγματα όσων αγωνίζονται στέκεται με τα ίδια δικαιώματα η συμβολή του ποιητή. Χάρη στον ύμνο του ποιητή η νίκη αποκτά διάρκεια, καθώς ο νικητής γίνεται δεκτός στον κόσμο του υψηλού και του άφθαρτου. Ο Πίνδαρος έχει συναίσθηση των σημαντικών υπηρεσιών που προσφέρει, και μιλά συχνά και με έμφαση γι’ αυτές.
 
Όλα αυτά, η επιτυχία του νικητή, που ξεφυτρώνει από τις προγονικές καταβολές, και ο ποιητικός λόγος, που νικά το χρόνο, είναι πάντως άρρηκτα συνδεδεμένα με τη βασική προϋπόθεση κάθε επιτυχίας, την ευλογία που έρχεται από το θεό. Ο κόσμος του Πινδάρου προσδιορίζεται πέρα ως πέρα από θρησκευτικότητα: «Από τους θεούς βγαίνουν όλες οι δυνατότητες της ανθρώπινης αρετής, και σοφοί και χεροδύναμοι και ρήτορες».
     
Ένα μείζον δημιουργικό πνεύμα με απαράμιλλη δεξιοτεχνία
 
Ο Πίνδαρος χρησιμοποίησε την επική παράδοση με λυρική ελευθερία, άντλησε από αυτή συναισθήματα και ανύψωσε το μυθικό κόσμο σε ιδανικό πρότυπο αρετής. Είναι κατά βάθος ένας συντηρητικός διανοούμενος, που δεν επηρεάζεται από το νέο επιστημονικό πνεύμα και τον ιωνικό ορθολογισμό.
 
Ως εκ τούτου, στην ποίηση του Πινδάρου δεν μπορεί κανείς να ανακαλύψει νέους ιδεολογικούς ορίζοντες. Όμως, η σεβάσμια κληρονομιά του παρελθόντος παρουσιάζεται από το μεγάλο βοιωτό ποιητή με καινούριες διαστάσεις.
 
Κατά την άποψη ορισμένων κριτικών, οι Ολυμπιόνικοι χαρακτηρίζονται από μεγαλόπρεπο πάθος και διθυραμβώδη ενθουσιασμό. Πιστεύεται ότι αποτελούν τα πλέον φροντισμένα και περίτεχνα μνημεία της πινδαρικής τέχνης. Οι Πυθιόνικοι, χωρίς να υστερούν σε καλλιτεχνική ποιότητα, εκφράζουν περισσότερο τα βαθιά αισθήματα που έτρεφε ο ποιητής για τους Δελφούς. Οι Νεμεόνικοι και οι Ισθμιόνικοι έχουν μικρότερη τόλμη και ηπιότερο ύφος.
 
Η γλώσσα του Πινδάρου είναι ένα καθαρά προσωπικό δημιούργημα: φέρνει μαζί της επικό υλικό, φανερώνει δωρικό χρωματισμό και περιέχει αιολικά στοιχεία, ενώ βοιωτικά τοπικά στοιχεία απαντούν μόνο σε πάρα πολύ περιορισμένο βαθμό.
 
Το λεξιλόγιο του Πινδάρου είναι πλουσιότατο και έντονα ποιητικό, η δε μετρική κλίμακά του εξαιρετικά πλατιά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί δύσκολους και περίπλοκους συνδυασμούς με μεγάλη δεξιοτεχνία.
 
Με το προσωπικό ύφος του και την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του, ο Πίνδαρος κατάφερε να αποσπάσει τον πανελλήνιο σεβασμό και να αναγνωριστεί ως μείζον δημιουργικό πνεύμα, που άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου και επηρέασε ακόμη και τις νεότερες λογοτεχνίες.

Ρήσεις του Πινδάρου
 
Ø      Ανακάλυψε τι δυνατότητες έχεις και χρησιμοποίησε τες
Ø      Οι αιτίες του πολέμου είναι το χρυσάφι.
Ø      Η ευτυχία έχει όχι μικρό φθόνο.
Ø      Η αρετή λάμπει ολοκάθαρα.
Ø      Όταν η καρδιά χαίρεται το πρόσωπο είναι θαλερό.
Ø      Ο άνθρωπος είναι όνειρό μιας σκιάς.
Ø      Η αρετή που επαινείται μεγαλώνει σαν το σίδερο.
Ø      Ακόνιζε πάντα την γλώσσα σου στο ακόνι της αλήθειας.
Ø      Το έθιμο είναι ο βασιλιάς όλων.
Ø      Όποιος με την δική του προσπάθεια βρει τον δρόμο της αλήθειας, θα έχει την ευλογία των Θεών.
Ø      Ανάλογα με τις εποχές υπάρχουν ρεύματα βίαιων ανέμων.
Ø      Όταν η ευτυχία του ανθρώπου είναι υπερβολική δεν αρκεί πολύ καιρό.
Ø      Ο νόμος είναι ο Βασιλιάς και των θνητών και των αθανάτων.
Ø      Η πείρα μας δείχνει την αρετή μέσα στην οποία καθένας από εμάς διαπρέπει.
Ø      Υπάρχει και ένα άλλο πράγμα αναγκαίο στην ανθρώπινη φύση κι αυτό είναι να αρκείσαι στην τύχη του παρόντος.
Ø      Ο χρόνος για δράση είναι περιορισμένος.
Ø      Ο χρόνος άπιστος κρέμεται πάνω από τον άνθρωπο.
Ø      Όλα γιατρεύονται, φτάνει να μην χαθεί η ελευθερία.
Ø      Μην παραχαϊδεύεις τις λύπες.
Ø      Αξίζει στον άνδρα να τρέφει γενναίες ελπίδες.
Ø      Κανένας ποτέ στην Γη δεν βρήκε σίγουρο σημάδι από τους ουρανούς για το μέλλον του.
Ø      Να χαίρεσαι τα δώρα της νίκης είναι το πρώτο ευεργέτημα, να ακούς να εξυμνούν τους επαίνους της είναι το δεύτερο.
Ø      Να είσαι παιδί με τα παιδιά, άνδρας με τους άνδρες, γέρος με τους γέροντες και να προσαρμόζεσαι σε όλες τις ηλικίες της ζωής, αυτό είναι το ταλέντο του σοφού.

Η έκφραση των συναισθημάτων ως δείκτης ψυχικής υγείας

Είναι αδιαμφισβήτητο πως ζούμε στην εποχή της «ψηφιακής εικόνας». Η τεχνολογία έχει αναπτυχθεί με τέτοιον τρόπο όπου ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό επαγγελμάτων αναπτύσσουν τη λεγόμενη «ψηφιακή τους επιχείρηση». Τα πάντα κινούνται με απίστευτες ταχύτητες, η πληροφορία μεταφέρεται σε κλάσματα του δευτερολέπτου από τη μία άκρη της γης στην άλλη, ενώ η γνώση εξαπλώνεται εκθετικά.

Πώς επηρεάζει η σύγχρονη τεχνολογική έξαρση το κομμάτι των ανθρωπίνων σχέσεων

Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτήν την εποχή ως την ιδανικότερη από άποψη αμεσότητας και ποιότητας γνώσεων. Οι διανθρώπινες σχέσεις περιλαμβάνουν ένα φάσμα από ευρύτερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις (εργασιακές) έως και προσωπκές (φιλικές, ερωτικές). Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος αυτής της κατηγοριοποίησης, η «ψηφιακή εποχή» φαίνεται να έχει επηρεάσει κατά πολύ τον φυσικό τρόπο προσέγγισης και αλληλεπίδρασης των ατόμων.

Σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη, τα dating apps και τα chats έχουν μεταλλάξει τον τρόπο προσέγγισης, επιταχύνοντας ή ακόμη και απαλείφοντας πλήρως τη διαδικασία του φλερτ μεταξύ των δύο φύλων, ενώ άλλες μελέτες καταδεικνύουν πιο παγερές ως και «ρομποτικές» συμπεριφορές, με αποκλειστικό σκοπό την ερωτική συνεύρεση.

Άλλη μελέτη διεξήχθη σε πληθυσμό 3.461 κοριτσιών ηλικίας 8-12 ετών στις Η.Π.Α, με σκοπό να εξετάσει τα επίπεδα ευεξίας που δημιουργούν οι σχέσεις από τα social media συμπεριλαμβανομένων των video games, την ηλεκτρονική αλληλογραφία, τη συνομιλία μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και των βίντεο - κλήσεων από τα μέσα κοινωνικής δικτύωση, σε σύγκριση με την κατ' ιδίαν επικοινωνία. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα αρνητικά επίπεδα ευεξίας ήταν θετικά συσχετιζόμενα με την διαδικτυακή επικοινωνία, ενώ αντίθετα η επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο (face to face) είχε θετικό πρόσημο για την προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου.

Προσωπική και Ψηφιακή Επικοινωνία

Η προσωπική επικοινωνία σε σχέση με την ψηφιακή, φαίνεται να διατηρεί πλεονεκτικότερη θέση στην ανάπτυξη μίας υγιούς συμπεριφοράς και στο χτίσιμο δημιουργικών σχέσεων. Η «κατ' ιδίαν επικοινωνία», αποτελεί μία αρχέγονη ανάγκη κοινωνικοποίησης. Ενεργοποιεί τις βασικές αισθήσεις του ατόμου (όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση, αφή), ενώ ταυτόχρονα κινητοποιεί σκέψεις και συναισθήματα. Μέσα από τον προσωπικό διάλογο και την επικοινωνία το άτομο κατά κύριο λόγο εισέρχεται σε ένα υποσυνείδητο ταξίδι αυτοαντίληψης και αυτοαποκάλυψης, ενώ παράλληλα καθίσταται πρόθυμος στο να ακούσει, να αφουγκραστεί και να αποδεχτεί τις ανάγκες και τη διαφορετικότητα του άλλου.

Σε σχετική μελέτη ζευγάρια που εξέφραζαν περισσότερο τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο σχέσης, τόσο δυνατότερη γινόταν η σχέση, με αποτέλεσμα να χτίζουν από κοινού θετικά συναισθήματα αυτοεκτίμησης, αλληλοβοήθειας και αλληλοπροσφοράς. Αντίθετα οι σχέσεις που ήταν λιγότερο επικοινωνιακές και δεν εξέφραζαν τις προσωπικές ανάγκες και τα συναισθήματά τους, παρουσίαζαν μεγαλύτερα επίπεδα στρες, εσωτερικές συγκρούσεις, συναισθηματική αποστασιοποίηση και αρνητικές σκέψεις για τη ζωή.

Ένα από τα βασικότερα λάθη στην επικοινωνία συμβαίνει όταν οι άνθρωποι συγχέουν τη συναισθηματική τους έκφραση (διαδικασία) με την αποδοχή ή την απόρριψη (αποτέλεσμα).

Στην πραγματικότητα αυτές οι δύο συμπίπτουσες καταστάσεις αποτελούν ταυτόχρονα και δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Η συναισθηματική έκφραση (διαδικασία) αναφέρεται στην έκφραση του υπερσυνειδητού μας κόσμου, της διαίσθησής μας, της δημιουργικής μας αλήθειας και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να την επικοινωνήσουμε με το περιβάλλον μας. Από την άλλη η αποδοχή ή η απόρριψη (αποτέλεσμα) αποτελεί μία πολυπαραγοντική κατάσταση.

Είναι γεγονός ότι το υποκείμενο (αποδέκτης) πιθανόν να αποδοκιμάσει ή να μην αποδεχτεί πλήρως τις σκέψεις μας, ή τις προθέσεις μας, δεδομένου ότι η διαφορετικότητά του, οι αντιλήψεις και βιώματά του δεν είναι πάντοτε συμβατά με τα δικά μας. Η διαφορετικότητα του άλλου, όμως, σε καμία περίπτωση δεν σηματοδοτεί την απόρριψή μας ως προσωπικότητα.

Ο μόνος που πραγματικά μπορεί να μας απορρίψει είμαστε αποκλειστικά εμείς οι ίδιοι. Αυτός είναι ένας λόγος κατά τον οποίο πολλές φορές φοβόμαστε να “ανοιχτούμε συναισθηματικά” στην ιδέα και μόνο ότι θα απορριφθούμε.

Η έκθεση του εαυτού στις φοβίες του συντελεί στην αυτογνωσία

Όμως, πώς είναι δυνατόν να γνωρίσει κανείς καλύτερα τον εαυτό του εάν δεν εκτεθεί σε ό,τι τον φοβίζει; Συχνά ο φόβος της μη αποδοχής, σηματοδοτεί τον φόβο μίας προκαταβολικής απόρριψης των συναισθημάτων του ίδιου μας του εαυτού. Φανταστείτε την επικοινωνία με τη μορφή ενός ταξιδιού. Η συναισθηματική έκφραση αποτελεί τη διαδρομή, ενώ το αποτέλεσμα τον προορισμό. Η συναισθηματική έκφραση είναι το μέσο συναισθηματικής απελευθέρωσης από τα πρέπει και το μέσον επίγνωσης των θέλω. Το αποτέλεσμα είναι η τελική έκβαση μίας προσπάθειας αυτογνωσίας.

Η διαδικασία με το αποτέλεσμα αποτελούν δύο διαφορετικές συνιστώσες. Πολλές φορές όμως τείνουμε να συγχέουμε αυτά τα δύο, μετατρέποντας το αποτέλεσμα ως κύριο μέλημα και αυτοσκοπό, χάνοντας ή παραγκωνίζοντας τη μαγεία της διαδικασίας, που οδηγεί στο «γνώθι σ’ αυτόν». Μέσα από αυτήν την άγνοια της αξίας της διαδικασίας, οδηγούμαστε στην καλλιέργεια και συντήρηση ενός φαύλου κύκλου αρνητικών πυρηνικών πεποιθήσεων και στην επιβεβαίωση αυτοεκπληρούμενων προφητειών του τύπου: «αφού δεν είχα ή δεν θα έχω το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν αξίζει να προσπαθήσω ή να ξαναπροσπαθήσω γι αυτό που θέλω ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα». Με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτούμε υποσυνείδητα ένα νοητικό σχήμα αρνητικών συνδέσεων με τελικό αποδέκτη τη συναισθηματική μας καθήλωση.

Εάν το αποτέλεσμα ενδεχομένως να μην καταλήξει έτσι όπως επιδιώκουμε δε σημαίνει ότι δεν άξιζε ή δεν αξίζει η ίδια η διαδικασία. Όσο περισσότερο ταυτίζουμε τη διαδικασία με το αποτέλεσμα, τόσο περισσότερο καλλιεργούμε στον εαυτό μας συναισθηματικά μπλοκαρίσματα και γνωστικές διαστρεβλώσεις των θέλω έναντι των πρέπει. Σε αυτήν τη ψευδαίσθηση-προφύλαξη από τη «συναισθηματική μας έκθεση» έρχεται να συνηγορήσει «η ψηφιακή εποχή», όπου μέσα από ένα «αόρατο πλέγμα επικοινωνιακής αποστασιοποίησης», ανυψώνουμε οικειοθελώς ένα προστατευτικό τοίχος συναισθηματικής αποστασιοποίησης από την προσωπική επικοινωνία και ταυτόχρονα από την συνειδητότητα του ίδιου μας του εαυτού.

Θυμηθείτε πως όσο περισσότερο κουβαλάμε μέσα μας καταπιεσμένα και μη εκφραζόμενα συναισθήματα (θετικά ή αρνητικά), τόσο περισσότερο προσθέτουμε ψυχικό βάρος, και όσο περισσότερο δεν τα επικοινωνούμε, τόσο περισσότερο βιώνουμε εσωτερικές συγκρούσεις και ανασφάλειες. Είναι λοιπόν, στην ευεργετική μας ευχέρεια να αναλάβουμε την ευθύνη για τον εαυτό μας και για το είδος των σχέσεων που επιθυμούμε έτσι ώστε να χτίσουμε αυτό που πραγματικά μας εκφράζει και μας κάνει ευτυχισμένους.

Alfred Adler: Σύμπλεγμα κατωτερότητας και υπεροχής

Το ερώτημα του τι μας κινητοποιεί – ποια μεγάλη δύναμη μας ωθεί ως ανθρώπους να προχωράμε στη ζωή παρά τις αντιξοότητες που εμφανίζονται στο δρόμο μας – απασχολούσε τον ψυχολόγο Alfred Adler στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Αρχικά, αποφάσισε να αποκαλέσει αυτή την κινητήρια δύναμη «προσπάθεια για τελειότητα», ένας όρος που περικλείει κυρίως την επιθυμία που όλοι έχουμε να ξεδιπλώσουμε όλη τη δυναμική μας, να ακολουθήσουμε τα ιδανικά μας – μια διαδικασία παρόμοια με εκείνη της δημοφιλούς έννοιας της αυτοπραγμάτωσης.

Η αυτοπραγμάτωση είναι ίσως η λιγότερο προβληματική έννοια από τις δύο, καθώς η έννοια «τελειότητα» αποδεικνύεται ελλιπής. Και αυτό διότι η έννοια της τελειότητας δεν υπάρχει στην ψυχολογία και όταν αναφέρεται, έχει αρνητική χροιά. Αλλά και γενικά μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως τελειότητα δεν υπάρχει και έτσι δεν είναι κάτι που μπορούμε να αδράξουμε, που σημαίνει ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση φέρνει αναπόφευκτα ματαίωση και απογοήτευση και μπορεί να δημιουργήσει έναν κύκλο ακραίας έλλειψης κινήτρων (δηλαδή παραίτησης).

Μια άλλη, ίσως καλύτερη, περιγραφή που προσδιορίζει το βασικό κίνητρο ήταν η ανταμοιβή (compensation), η οποία σε αυτή την περίπτωση υποδήλωνε τη διαδικασία προσπάθειας να ξεπεράσουμε τους έμφυτους περιορισμούς μας. Ο Adler υπέθεσε ότι καθώς όλοι έχουμε διάφορα προβλήματα και περιορισμούς ως άνθρωποι, η προσωπικότητά μας αναπτύσσεται με τέτοιο τρόπο που να αντισταθμίζουμε και να ξεπερνούμε αυτά τα έμφυτα εμπόδια. Βέβαια, αργότερα στη θεωρία του απέρριψε ένα μεγάλο μέρος αυτής της ιδέας (αν και συνέχισε να παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του), καθώς ισχυρίστηκε πως είναι ανακριβής η υπόθεση πως η προσωπικότητά μας είναι αποκλειστικά το αποτέλεσμα της στάσης μας απέναντι στα προβλήματά μας.

Μέχρι στιγμής διαφαίνεται η βασική θεωρητική του προσέγγιση που διατρέχεται από μια πιο «λογική» χροιά σε αντίθεση με τους Freud και Jung. Χρησιμοποιεί διαφορετικά εργαλεία για να εξηγήσει τους λόγους που οι άνθρωποι συμπεριφερόμαστε με συγκεκριμένους τρόπους και για το τι μπορούμε να κάνουμε για να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας.

Αργότερα πια, ένα από τα κυριότερα θέματα της δουλειάς του είναι ότι συχνά η πηγή των βασάνων μας δεν βρίσκεται στον τρόπο που η ζωή βάζει εμπόδια στο δρόμο μας, αλλά στις λύσεις που υιοθετούμε μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις. Κάθε ένας από εμάς κατέχει μια ομάδα στόχων που αφορά σε διαφορετικές πλευρές της ζωής μας. Η επιλογή μας γι’ αυτούς τους στόχους, σύμφωνα με τον Adler, δομείται από έναν υψηλότερο στόχο που αποκαλεί τον ιδανικό μας εαυτό.

Αυτός αναπαριστά τον ιδανικό τύπο ανθρώπου που θα θέλαμε να γίνουμε και η διαμόρφωσή του ξεκινά ήδη από την παιδική ηλικία. «Πώς μπορούμε να βρούμε τη θέση μας στον κόσμο με τον καλύτερο τρόπο», αναρωτιόμαστε και η απάντηση που δίνουμε σε αυτή την ερώτηση διαμορφώνει τον ιδανικό μας εαυτό. Ο ιδανικός μας εαυτός με άλλα λόγια διαμορφώνει την πορεία που θα πάρουμε στη ζωή.

Ο ιδανικός μας εαυτός παίζει κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξή μας ως προς το ότι επηρεάζει επίσης την «προσπάθειά μας για υπεροχή». Ο Adler εδώ αντικαθιστά τον όρο «τελειότητα» με τον όρο «ανωτερότητα/ υπεροχή». Η «προσπάθεια για υπεροχή» είναι το θεμελιώδες κίνητρο πίσω από την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, ωθούμαστε να βελτιώσουμε το αντιλαμβανόμενο στάτους στη ζωή μας, να αποκτήσουμε μια πιο πλεονεκτική θέση. Αν και η προσπάθειά μας για υπεροχή είναι έμφυτη, οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις αυτή της πάλης καθορίζονται από το περιεχόμενο του ιδανικού μας εαυτού. Παλεύουμε για υπεροχή, με άλλα λόγια, προσπαθούμε να εκπληρώσουμε τον ιδανικό εαυτό.

Καθώς προχωράμε στη ζωή, μαθαίνουμε ποιες συμπεριφορές και μοτίβα σκέψεων μπορούν να μας φέρουν κοντά στον ιδανικό εαυτό και ποια μας εμποδίζουν. Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, αναπτύσσουμε αυτό που ο Adler αποκαλεί τρόπο ζωής: μια σειρά υποκειμενικών άρρητων κατευθυντήριων οδηγιών που οι άνθρωποι αναπτύσσουν. Ο Adler ήταν κατηγορηματικός ως προς το ότι δεν μπορούμε a priori να κρίνουμε έναν τρόπο ζωής ως υγιεινό ή ανθυγιεινό, φυσιολογικό ή μη.

Τα «αδύναμα σημεία» του τρόπου ζωής μας αποσυντονίζουν στην επιδίωξη της υπεροχής και πυροδοτούν συναισθήματα κατωτερότητας. Τα αισθήματα κατωτερότητας βασίζονται στις υποκειμενικές αξιολογήσεις που κάνουμε για τον εαυτό μας ή τα συμπεράσματα που βγάζουμε σε σχέση με την ικανότητά μας να φτάσουμε τους στόχους μας.

Τα συναισθήματα κατωτερότητας συχνά πυροδοτούνται από «αντικειμενικά» μετρήσιμα κριτήρια, κοινωνικές νόρμες ή φυσικά κριτήρια. Για παράδειγμα, μπορεί να νιώθουμε κατώτεροι σε σχέση με τη δύναμη ή το ύψος μας, τα χρήματα που κερδίζουμε ή το επίπεδο δεξιοτήτων που έχουμε. Η αντικειμενική κατωτερότητα μας κάνει να νιώθουμε άσχημα μόνο αν κατά κάποιο τρόπο θεωρείται σημαντική στην προσπάθειά μας για επίτευξη υπεροχής.

Ο τρόπος που αντιδράμε και προσαρμοζόμαστε στα αισθήματα κατωτερότητας επιδρά κατά πολύ στην ψυχική μας υγεία και στη συνολική ποιότητα ζωής μας. Ο Adler θεωρούσε ότι υπάρχουν δύο κύριοι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα συναισθήματα κατωτερότητας. Είτε τα βλέπουν ως συνθήκες που τα παράγουν ως προκλήσεις που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν και έτσι χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς αντιμετώπισης, είτε τα θεωρούν ως προβλήματα που χρειάζεται να αποφευχθούν και έτσι καταφεύγουν σε μηχανισμούς άμυνας και απώθησης.