Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (739-758)

ΔΑ. φεῦ, ταχεῖά γ᾽ ἦλθε χρησμῶν πρᾶξις, ἐς δὲ παῖδ᾽ ἐμὸν
740 Ζεὺς ἀπέσκηψεν τελευτὴν θεσφάτων· ἐγὼ δέ που
διὰ μακροῦ χρόνου τάδ᾽ ηὔχουν ἐκτελευτήσειν θεούς·
ἀλλ᾽, ὅταν σπεύδῃ τις αὐτός, χὠ θεὸς συνάπτεται.
νῦν κακῶν ἔοικε πηγὴ πᾶσιν ηὑρῆσθαι φίλοις.
παῖς δ᾽ ἐμὸς τάδ᾽ οὐ κατειδὼς ἤνυσεν νέῳ θράσει·
745 ὅστις Ἑλλήσποντον ἱρὸν δοῦλον ὣς δεσμώμασιν
ἤλπισε σχήσειν ῥέοντα, Βόσπορον ῥόον θεοῦ·
καὶ πόρον μετερρύθμιζε, καὶ πέδαις σφυρηλάτοις
περιβαλὼν πολλὴν κέλευθον ἤνυσεν πολλῷ στρατῷ.
θνητὸς ὢν θεῶν τε πάντων ᾤετ᾽, οὐκ εὐβουλίᾳ,
750 καὶ Ποσειδῶνος κρατήσειν· πῶς τάδ᾽ οὐ νόσος φρενῶν
εἶχε παῖδ᾽ ἐμόν; δέδοικα μὴ πολὺς πλούτου πόνος
οὑμὸς ἀνθρώποις γένηται τοῦ φθάσαντος ἁρπαγή.
ΒΑ. ταῦτά τοι κακοῖς ὁμιλῶν ἀνδράσιν διδάσκεται
θούριος Ξέρξης· λέγουσι δ᾽ ὡς σὺ μὲν μέγαν τέκνοις
755 πλοῦτον ἐκτήσω ξὺν αἰχμῇ, τὸν δ᾽ ἀνανδρίας ὕπο
ἔνδον αἰχμάζειν, πατρῷον δ᾽ ὄλβον οὐδὲν αὐξάνειν.
τοιάδ᾽ ἐξ ἀνδρῶν ὀνείδη πολλάκις κλύων κακῶν
τήνδ᾽ ἐβούλευσεν κέλευθον καὶ στράτευμ᾽ ἐφ᾽ Ἑλλάδα.

***
ΔΑΡΕΙΟΣ
Αχ, τί γρήγορα το τέλος ήρθε των χρησμών! κι ο Δίας
στου ίδιου του παιδιού μου επάνω το κεφάλι έκαμε έτσι
740 να ξεσπάσουν οι μαντείες· και γελιόμουν πάντα εγώ
πως οι θεοί ίσως και ν᾽ αφήναν χρόνια να περνούσαν πριν.
μα όταν ο άνθρωπος τα σπρώχνει, βάζει χέρι κι ο θεός.
Τώρα φαίνεται έχει ανοίξει για όλους τους δικούς πληγή
συμφορών κι ήτανε ο γιος μου, δίχως να καλοσκεφθεί
με της νιότης του τη βράση, που κατάφερε όλ᾽ αυτά·
που φαντάστηκε σα δούλο με αλυσίδες τον ιερό
τον Ελλήσποντο να τρέχει πως θα σταματούσε αυτός,
το θεϊκό ρέμα του Βοσπόρου, και ν᾽ αλλάξει τη μορφή
του πορθμού και βάζοντάς του σφυροχτύπητα δεσμά
στράτ᾽ απέραντη ν᾽ ανοίξει στο μεγάλο του στρατό·
κι άνθρωπος αυτός, πως όλους θα νικούσε τους θεούς
750 και μαζί τον Ποσειδώνα, πίστεψε ο άμυαλος! λοιπόν
πώς δεν ήταν του νου βλάβη που έπιασε το γιο μου αυτή;
Μα φοβούμαι, ο άπειρος ο πλούτος, τόσων κόπων μου καρπός,
μη γενεί οποιανού προφτάσει απ᾽ τους ανθρώπους αρπαγή.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Τέτοια μάθαιν᾽ από φίλους, που ᾽χε γύρω τους κακούς
ο αψύς Ξέρξης· και του λέγαν πως εσύ πλούτο πολύ
μάζεψες για τα παιδιά σου στους πόλεμους· ενώ αυτός
μες στο σπίτι, όχι σαν άντρας, σέρνει μόνο το σπαθί
και καθόλου δεν αυξαίνει του πατέρα του το βιος.
τέτοιους ντροπιασμούς ν᾽ ακούει κάθε μέρα απ᾽ τους κακούς
φίλους, το ᾽βαλε στο νου του κι αποφάσισε κι αυτός
να σηκώσει κατά πάνω στην Ελλάδα το στρατό.

Ο Θουκυδίδης και ο Αθηναϊκός Ιμπεριαλισμός

Ποιο ενδιαφέρον θα είχε ενός ακόμα άρθρου για το Θουκυδίδη; Πρώτον, να ακούσετε πως προσεγγίζετε ένα σπουδαίο ιστορικό γεγονός. Ένα γεγονός που σημάδεψε την αρχαιότητα. Ένα γεγονός- και εννοώ τον Πελοποννησιακό Πόλεμο- που η αβέβαιη έκβασή του, όταν άρχισε, θα προδιέγραφε δύο διαφορετικές πορείες του αρχαίου κόσμου. Ίσως να ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα αν αντί για τη Σπάρτη κέρδιζε τον πόλεμο η Αθήνα. Ίσως ήταν ένας πόλεμος ίσης σπουδαιότητας με τους μηδικούς πολέμους.
 
Ένα δεύτερο ενδιαφέρον που μπορεί να έχει η σύντομη παρουσίασή μου ίσως έγκειται στο γεγονός ότι μια προσέγγιση, προσπαθεί να προβάλλει τα θέματα που προσεγγίζει στο σήμερα. Και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, ιδίως ο περίφημος διάλογος με τους Μηλίους προσφέρεται για σύγχρονα διδάγματα. Θα έλεγα όχι μόνο ο διάλογος με τους Μηλίους.
 
Η φύση του ιμπεριαλισμού, η ανάγκη, ας την ονομάσουμε έτσι, που ωθεί μια δύναμη να αναπτύσσεται, είναι η ίδια από την αρχαία εποχή ως σήμερα. Ιδίως αν η επιβίωση αυτής της δύναμης εξαρτάται από προϋποθέσεις ιμπεριαλιστικής επέκτασης, η επέκταση αυτή όχι μόνο δεν μπορεί να αποφευχθεί αλλά και αποτελεί αδήριτη ανάγκη.
 
Διαφορετικά επέρχεται η πτώση.
 
Τελικά, έχει κανένα νόημα να επισημαίνει κανείς τις παρενέργειες μιας ιμπεριαλιστικής συμπεριφοράς, όταν η συμπεριφορά αυτή αποτελεί νομοτέλεια για δυνάμεις που επέλεξαν την ιμπεριαλιστική επέκταση και ωφελήθηκαν τα μέγιστα στην υλική ανάπτυξη του επιπέδου ζωής και πολιτισμού της κοινωνίας τους αλλά και των υποδομών τους;
   
ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ «ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΙΑ»
 
Η Αθήνα δεν επέδειξε ιμπεριαλιστική συμπεριφορά μόνο κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου.
 
Ανάλογη ήταν η συμπεριφορά της κατά την «Πεντηκονταετία», την περίοδο δηλαδή από το 478 ως το 431 η οποία στα κεφάλαια της ιστορίας επιγράφεται και ως «Αθηναϊκή ηγεμονία».
 
Για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της ηγεμονίας της η Αθήνα δημιούργησε έναν, σημαντικό αριθμητικά, γραφειοκρατικό μηχανισμό τον οποίο πλήρωνε από τους φόρους της Ηγεμονίας.
 
Η συμφωνία που πέτυχε η Αθήνα με τη Σπάρτη με την τριαντάχρονη ειρήνη (445 π.χ.) άφησε τον Περικλή απερίσπαστο να ολοκληρώσει τη μεταμόρφωση της Συμμαχίας της Δήλου σε Ηγεμονία.
 
Η μια μετά την άλλη οι πόλεις κράτη της Συμμαχίας υποτάχθηκαν στην Αθήνα και τελικά μόνο η Λέσβος, η Χίος και η Σάμος διατήρησαν την αυτονομία τους. Αυτές οι πόλεις-κράτη δεν πλήρωναν, όπως οι άλλες, φόρο, προμήθευαν όμως στην Αθήνα ναυτικές δυνάμεις.
 
Δεν γίνονταν πια συνελεύσεις της Συμμαχίας και το ταμείο της είχε μεταφερθεί στην Αθήνα (454 π.χ.) επειδή ο κίνδυνος από την Περσία παρουσιαζόταν απειλητικός και οι αξιωματούχοι της Συμμαχίας, οι Ελληνοταμίες, ήταν φυσικά Αθηναίοι άρχοντες.
 
Το 444 π.χ. ένα χρόνο ύστερα από την υπογραφή της τριαντάχρονης ειρήνης, ο Περικλής πρότεινε να χρησιμοποιηθούν τα χρήματα της Ηγεμονίας για δημόσια έργα στην Αθήνα.
 
Οι Αθηναίοι ανάγκασαν τους Συμμάχους να δεχτούν το δικό τους νομισματικό σύστημα, όπως και τα μέτρα και τα σταθμά τους, ενώ τα τοπικά νομισματοκοπεία περιορίστηκαν στην κοπή νομισμάτων μικρής αξίας.
 
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως για όλα αυτά οι Αθηναίοι έγιναν αντιπαθητικοί σε πολλές περιοχές και σε πολλούς μέσα στην ίδια τους την ηγεμονία.
 
Η ελευθερία και η αυτονομία ήταν εξαιρετικά πολύτιμα αγαθά για τους έλληνες και οι αθηναίοι τα είχαν θίξει και τα δύο.
 
Φυσικά λίγοι μπορούσαν να καταλάβουν πως σε έναν κόσμο, όπου δύο μεγάλες δυνάμεις είχαν φθάσει σε υπεροχή, η τέλεια ελευθερία στην εξωτερική πολιτική δεν ήταν ούτε κατορθωτή ούτε επιθυμητή για τα μικρά κράτη.
 
Οι Αθηναίοι ασκούσαν όλο και μεγαλύτερο έλεγχο στους συμμάχους τους, χωρίς να τους αφήνουν να συμμετέχουν στη λήψη σπουδαίων αποφάσεων. Και ούτε καν σκέφτονταν να τους  παραχωρήσουν πολιτικά δικαιώματα αν και είναι απίθανο ότι οι σύμμαχοι θα δέχονταν κάτι τέτοιο. 
 
Όμως σε καμιά περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας δεν είχε γνωρίσει τόσο μεγάλη ευημερία αυτή η περιοχή.
 
Υπ αυτές τις συνθήκες τα αισθήματα των συμμάχων απέναντι στην Αθήνα ήταν ανάμεικτα: και καλά και κακά.      
   
ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΑ- ΠΟΤΙΔΑΙΑ- ΜΕΓΑΡΑ
 
Είναι γνωστόν ότι υπήρξαν τρία μεγάλα γεγονότα την περίοδο της Πεντηκονταετίας τα οποία, θεωρείται ότι αποτέλεσαν την αφορμή για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και στα οποία η συμπεριφορά των Αθηναίων κρίνεται ως ιμπεριαλιστική: τα Κερκυραϊκά, η Ποτίδαια και το Μεγαρικό ψήφισμα.
 
Η ευχάριστη κατάσταση που δημιούργησε η ειρήνη του 445 π.χ. μεταξύ Αθηνών και Σπάρτης ανατράπηκε απότομα με την έκρηξη ενός εμφυλίου πολέμου στην Επίδαμνο, μια ασήμαντη κερκυραϊκή αποικία στην ακτή της Αδριατικής, μακριά από το κέντρο των ελληνικών υποθέσεων. Η Κόρινθος μπλέχτηκε σε πόλεμο με την ουδέτερη Κέρκυρα η οποία ζήτησε την αθηναϊκή βοήθεια. Οι αθηναίοι βρέθηκαν σε δίλημμα αλλά στο τέλος έκαναν αμυντική συμμαχία με τους Κερκυραίους και έστειλαν συμβολική δύναμη από δέκα πλοία για να προειδοποιήσουν τους Κορινθίους να κρατηθούν μακριά.
 
Στη ναυμαχία στα Σύβοτα, το 433 π.χ. ο αθηναϊκός στόλος κατάφερε να εμποδίσει τους Κορινθίους να εκδικηθούν τους Κερκυραίους . Γι αυτήν, όμως, την ενέργεια η Αθήνα επέσυρε το μίσος των Κορινθίων που βάλθηκαν τώρα να παρασύρουν τη Σπάρτη στον πόλεμο για να καταστρέψουν την Αθηναϊκή Ηγεμονία.
 
            Μια δεύτερη αιτία στενοχώριας ήρθε από το βορρά.
 
Η Ποτίδαια αν και αποικία της Κορίνθου, ήταν μέλος της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.
 
Αγανακτισμένη από την αύξηση του φόρου που της επιδικάστηκε αλλά και για άλλους λόγους, η Ποτίδαια ήταν έτοιμη το 432 να επαναστατήσει.
 
Η Αθήνα ζήτησε από την Ποτίδαια να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της και όταν η Ποτίδαια αρνήθηκε, έστειλε στρατιωτικές δυνάμεις για να πολιορκήσουν την πόλη. Η Κόρινθος αντέδρασε στέλνοντας βοήθεια στην πόλη.
 
Σχεδόν ταυτόχρονα, το χειμώνα του 432-431 π.χ. ο Περικλής αποφάσισε να τιμωρήσει τα Μέγαρα- μια από τις λίγες πόλεις της Πελοποννησιακής Συμμαχίας που πολέμησαν στο πλευρό της Κορίνθου στη ναυμαχία των Συβότων- και έτσι να αποθαρρύνει άλλα πελοποννησιακά κράτη να ανακατευτούν.
 
Δεν έκανε επίθεση στα Μέγαρα αλλά θέσπισε ένα ψήφισμα αποκλείοντάς τα από τα λιμάνια και τις αγορές της Αθήνας και της ηγεμονίας της. Αυτή η ενέργεια θα τιμωρούσε αυστηρά τα Μέγαρα, δεν αποτελούσε όμως παραβίαση της ειρήνης. Η Κόρινθος έπεισε τους Σπαρτιάτες ότι η Αθήνα ήταν μια αδιάκοπα επιθετική δύναμη με την οποία δεν μπορούσε πια να ζήσει ειρηνικά. Οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να πολεμήσουν «για να απελευθερώσουν τους Έλληνες».
 
Το Μάρτιο του 431 π.χ. ήταν η Θήβα που άναψε, τελικά, τη φωτιά στον ελληνικό κόσμο. Για να εξαναγκάσει τις Πλαταιές, που ήταν σύμμαχος της Αθήνας, να προσχωρήσουν στο βοιωτικό Κοινό, πολιόρκησε την πόλη. Ο πόλεμος άρχισε.        
 
   ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΝΤΕ ΡΟΜΙΓΥ
 
Δεν υπάρχει αρχαία ελληνική λέξη που να αποδίδει την έννοια «ιμπεριαλισμός». Εκτός από μια που χρησιμοποιείται για το γεγονός της κυριαρχίας, ή για το σύνολο των κυριαρχούμενων λαών. Είναι η λέξη αρχή.
 
Εν τούτοις, ο ιμπεριαλισμός είναι μια ιδέα πολύ σαφής για τους ‘Ελληνες, και ειδικότερα ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός.
 
Ο ιμπεριαλισμός αυτός αρχίζει, όπως είπαμε, να εκδηλώνεται αμέσως μετά το τέλος των Μηδικών πολέμων. Το ερώτημα είναι μόνο το πότε τελειώνει και ειδικότερα αν είναι θεμιτό να μιλάμε για αθηναϊκό ιμπεριαλισμό την ώρα ακριβώς που αρχίζει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Η Ζακλίν ντε Ρομιγύ υποστηρίζει πως ναι. Μπορούμε να μιλάμε. Και αυτό αναλύει στο ομώνυμο βιβλίο της.
 
Η υπόθεση της Πύλου δεν είχε εκ των προτέρων καμιά σχέση με τον ιμπεριαλισμό. Εν τούτοις με τον τρόπο που τη διηγείται ο Θουκυδίδης και με τον λόγο που παρεμβάλλει, τη συσχετίζει με τον κατακτητικό ιμπεριαλισμό: η Πύλος αποτελεί μέσα στο έργο την απρόσμενη επιτυχία στην οποία όφειλαν να αρκεστούν οι Αθηναίοι.
 
Να υπενθυμίσω πως βρισκόμαστε ακόμη στις αρχές του πολέμου (425 π.χ.) και οι Αθηναίοι κατανίκησαν τους σπαρτιάτες.
 
            Στο κεντρικό σημείο των διαπραγματεύσεων μιλούν μονάχα οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, και τα λόγια τους είναι μια προειδοποίηση για την αθηναϊκή φιλοδοξία: η Αθήνα, λένε, δεν πρέπει να παρασυρθεί από αυτήν την εύνοια της τύχης. Πρέπει να μετριάσει τι δίψα της για κατακτήσεις. Να μοιραστεί με τη Σπάρτη την ηγεμόνευση της Ελλάδας. Με άλλα λόγια πρέπει να βάλει φρένο στον ιμπεριαλισμό της.
 
Και σαν να χρειάζεται να επιβεβαιώσει ότι αυτά δεν είναι από εκείνα τα εύκολα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν κάποιοι πρέσβεις επιδιώκοντας την ειρήνη, ο Θουκυδίδης καταγγέλλει την άρνηση της Αθήνας και τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της, βλέποντας σ αυτήν την ίδια φιλοδοξία από την οποία οι Λακεδαιμόνιοι προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν.
 
Στην υπόθεση της Σικελίας ο ρόλος του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού είναι περισσότερο εμφανής. Προκύπτει, όμως, καθαρά ότι ο Θουκυδίδης επέμεινε περισσότερο από ότι ήταν απαραίτητο και στο επεισόδιο και στην ερμηνεία του. Και δεν αρκείται να το συσχετίσει με την πλεονεξία που φανέρωσε η υπόθεση της Πύλου, δεν αρκείται να ξεχωρίσει και να δείξει τη φιλοδοξία της Αθήνας που προσδιορίζει όλα τα επεισόδια: αισθάνεται επιπλέον την ανάγκη να αναθέσει στο Συρακούσιο Ερμοκράτη την καταγγελία της.
 
Ο τελευταίος δηλώνει ότι ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός απειλεί τη Σικελία ολόκληρη. Το βεβαιώνει επανειλημμένα με τον πιο έντονο τρόπο. Και φέρνει ως απόδειξη τη συμπεριφορά της Αθήνας σε άλλες περιπτώσεις. Απαιτεί ως εκ τούτου τη σύσταση ενός σικελικού συνασπισμού, με σκοπό την αντίσταση σ αυτή τη φιλοδοξία.
 
Στην υπόθεση της Βοιωτίας ο Παγώνδας δεν συμμετέχει παρά με έναν σύντομο προτρεπτικό λόγο .Όμως το αντικείμενο της πολεμικής του είναι ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός και αυτόν χρησιμοποιεί για να στείλει το στρατό στη μάχη. Ο ιμπεριαλισμός της υπόθεσης της Πύλου, ο ιμπεριαλισμός της υπόθεσης της Σικελίας, επανέρχεται εδώ κατά λέξη: όστις τα μεν εαυτού έχει, του πλείονος δε ορεγόμενος εκών τινι επέρχεται.    
 
Ο Παγώνδας υπενθυμίζει ότι η αθηναϊκή φιλοδοξία αποτελεί κίνδυνο για όλους.
Έτσι όλα τα γεγονότα μπαίνουν σε μια διάταξη με κέντρο τον ιμπεριαλισμό. Ο πόλεμος από όπου και αν κοιταχτεί μπαίνει κάτω από τον αστερισμό του ιμπεριαλισμού.
 
Χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτού του ιμπεριαλισμού ήταν η υπόθεση της Μήλου.
 
Επηρεασμένοι από τον Αλκιβιάδη, οι Αθηναίοι έκαναν εκστρατεία το 416 π.χ. εναντίον της Μήλου, που ήταν δωρική αποικία.
 
Στον περίφημο διάλογο ανάμεσα στους Αθηναίους και στους Μηλίους, ο Θουκυδίδης δείχνει πώς το πιο ανθρωπιστικό κράτος του αρχαίου κόσμου έφτασε να εφαρμόζει την πολιτική του δικαίου του ισχυρότερου και να καταφεύγει στην κτηνώδη βία, γεγονός που προκάλεσε το καθολικό μίσος και το φόβο και έδωσε στους εχθρούς της Αθήνας μια γερή δικαιολογία για να την ανατρέψουν.
 
Ο Θουκυδίδης δεν εξετάζει πουθενά ούτε τις θεσμικές αρχές ούτε το έργο του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού: μεταφέρει μόνο μια σειρά από ενέργειες που σημαδεύουν τη διαδικασία της εξέλιξής του. Αλλά μέσα από τις σχέσεις που εγκαθιστά μεταξύ τους, μέσα από τις αιτίες που παρεμβάλλει για να υπερασπίσει ή για να κατηγορήσει αυτές τις ενέργειες, παρέχει προφανώς τα στοιχεία μιας συστηματικής ανάλυσης.
 
Μια ανάλυση της αθηναϊκής φιλοδοξίας θα μπορούσε να διενεργηθεί σε πολλαπλά επίπεδα: ποια ήταν η πολιτική μορφή της και το πρόγραμμά της, ποιος ο τρόπος και ο χώρος πραγμάτωσής της, ποια η εσώτερη φύση και το ψυχολογικό κίνητρό της.
 
Ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός στο έργο του Θουκυδίδη, εμφανίζεται, μονολιθικά, ως η πολιτική που ακολουθεί στην πράξη η Αθήνα.
 
Ένα μόνο, και το ίδιο πάντα, είναι το υποκείμενο που εξασφαλίζει τη συνέχεια στο έργο: οι Αθηναίοι. Υποταγμένοι σ αυτό το συλλογικό πρόσωπο, τα διάφορα άτομα φαίνονται σαν να μην ήταν παρά τα παθητικά όργανα μιας εξωτερικής προς αυτά βούλησης.
 
Οι οικονομικές παράμετροι έπαιζαν πολύ μικρότερο ρόλο στην Αθήνα του 5ου αιώνα από όσο στη σύγχρονη Ευρώπη.
 
Η πόλη δεν αδιαφορούσε για το κέρδος, αλλά αυτό καθαυτό, ως σκοπός δεν ενέπνεε σ αυτήν παρά μια δευτερεύουσα και αποσπασματική δράση. Υπήρχαν πολλοί που ο ιμπεριαλισμός τους δεν προσδιοριζόταν από έναν τέτοιο στόχο. Και αυτοί οι ίδιοι που φρόντιζαν να αυξάνεται ο θησαυρός, άλλο δεν είχαν στο νου τους παρά να τον χρησιμοποιήσουν για περαιτέρω κατακτήσεις.
 
Ο πλούτος έφερνε τη δύναμη και όχι η δύναμη τον πλουτισμό.
 
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ
 
Με τον ίδιο ειρμό της σκέψης ο Μπένζαμιν Κόνσταντ στο δοκίμιό του «Το πνεύμα της κατάκτησης και ο σφετερισμός», παρατηρεί αυτό το κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις μορφές του κατακτητικού πνεύματος, όπως εκφράστηκε πριν τη σύγχρονη εποχή. Και παραθέτει για παράδειγμα τους Σκανδιναβούς ήρωες, που, όπως λέει, έκαιγαν τους θησαυρούς που είχαν κυριεύσει, ώστε να υποχρεώνονται να κάνουν και άλλες κατακτήσεις.
 
Ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός δεν έφθανε ως αυτό το σημείο. Είχε χωρίς αμφιβολία την αίσθηση της πραγματικότητας. Όμως αυτή δεν συνέπιπτε με την υπερβολικά απλουστευμένη λογιστική που του επικολλήθηκε. Και η απόδειξη βρίσκεται μέσα στην ίδια την παράδοση. Γιατί μαζί με αυτό το κίνητρο που ωθούσε την Αθήνα στο δρόμο των κατακτήσεων, και πριν από αυτό το κίνητρο, όλοι οι συγγραφείς αναφέρουν ένα άλλο, περισσότερο καθαρά ψυχολογικό. Και αυτό ακριβώς συγκράτησε ο Θουκυδίδης.
 
Όταν οι Αθηναίοι «επιθυμούν περισσότερα» πρόκειται βέβαια για την ιδέα μιας απόκτησης που έχουν στο νου τους και για μια σφοδρή επιθυμία από την οποία διακατέχονται αλλά η επιθυμία τους αντλεί τη δύναμή της από στοιχεία ψυχολογικά, ανεξάρτητα από την απλή ιδέα του υλικού αποκτήματος.
 
Στο έργο του Θουκυδίδη, φαίνεται να προέρχεται από δύο βασικά συναισθήματα, που είναι η αγάπη για δράση και η ανάγκη του γοήτρου. Όλες οι αναλύσεις του ιστορικού επικεντρώνονται στα δύο αυτά θέματα.
 
Ο χαρακτήρας της Αθήνας εξηγεί την αέναη ενεργητικότητά της. Δίνει σε κάθε νέα κατάκτηση μια ιδιαίτερη αξία, μετατρέποντάς την σε βαθμίδα απαραίτητη για την απόκτηση νέας δύναμης και ολοένα και καινούριων κατακτήσεων. Όμως στο τέρμα των πράξεων, που ολοένα μετατοπίζεται, βρίσκεται η αίσθηση ενός σκοπού που πρέπει να εκπληρωθεί που είναι η μέγιστη δύναμη και η παγκόσμια κυριαρχία.
 
Τώρα, αν πιστέψουμε τα αισθήματα που επικαλούνται οι ηγέτες του ιμπεριαλισμού, αυτός ο απώτατος στόχος εμφανίζεται λιγότερο με τη μορφή της κτητικότητας και πιο πολύ σαν άσκηση γοήτρου.
 
Αυτό που συνδαυλίζει το πάθος των Αθηναίων είναι η ευχαρίστηση που νοιώθουν όταν τους θαυμάζουν, η φήμη, τα δείγματα σεβασμού: στην ανώτερη μορφή του το πάθος τους τείνει προς τη δόξα. Στη χαμηλότερη, προς τη χρήση της εξουσίας. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τον Περικλή. Στη δεύτερη τον οποιοδήποτε αγορόβιο.
 
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι ικανοποιήσεις της ματαιοδοξίας μετρούν εξίσου για όλους, και η ανάλυση της αθηναϊκής φιλοδοξίας τείνει α δείξει μια γενικότερη ανθρώπινη αξία.
 
Ο χαρακτήρας του αρχαίου ιμπεριαλισμού είναι απλοϊκός και άμεσος.
 
Στη σύγχρονη εποχή η ελευθερία, για λόγους τόσο πρακτικούς όσο και θεωρητικούς, βρίσκεται σε λιγότερο άμεση σχέση με την εξουσία.
 
«Στις δημοκρατίες της Αρχαιότητας, γράφει ο Κόνσταντ στο βιβλίο που προαναφέραμε, εξαιτίας της μικρής εδαφικής έκτασης , κάθε πολίτης είχε για τα κοινά μια μεγάλη προσωπική σημασία… Το πλεονέκτημα που προσέφερε στο λαό η ελευθερία, με τον τρόπο που την εννοούσαν οι αρχαίοι, ήταν η συμμετοχή στη διακυβέρνηση, πλεονέκτημα πραγματικό, ευχαρίστηση κολακευτική και ταυτόχρονα στέρεη».
 
            Στις ημέρες μας αυτή η ελευθερία δεν προεκτείνεται σε άσκηση εξουσίας και οι έννοιες της αμοιβαιότητας και της καθολικότητας των βασικών αρχών που αναπτύσσει η φιλοσοφία, έχουν επίσης συμβάλλει στη ρήξη του δεσμού ανάμεσα στις δύο ιδέες. Έγινε αντιληπτό ότι η ελευθερία έπρεπε να είναι ελευθερία και για τους άλλους. Η Γαλλική επανάσταση περισσότερο δογματική παρά ορμέμφυτη, αρχίζει με την απελευθέρωση εκείνων που οι δημοκρατικές επαναστάσεις της Αθήνας, με την ορμή μιας κίνησης ολότελα ατομικής και αυθόρμητης, είχαν την πρόθεση να υποδουλώσουν πιο αποτελεσματικά.
 
Ανάμεσα στο σημερινό κράτος και στην αρχαία πόλη, υπάρχει πάντα και παρεμβαίνει η ίδια διαφορά, αυτή που χωρίζει ένα μεγάλο συντεταγμένο σώμα από μια στενή ομάδα ανθρώπων που κατέχονται από ζωντανά πάθη.
 
Και παρόλη τη σχηματοποίησή της, η ανάλυση με τα στοιχεία που παρέχει ο Θουκυδίδης αρκεί για να αντιληφθούμε αυτή τη διαφορά.
 
Ο ιμπεριαλισμός φαίνεται, λοιπόν, να αναβλύζει, σαν ζωντανή πηγή από το χαρακτήρα των αθηναίων. Είναι ο τέλειος τύπος μιας κοινής εμπειρίας που ρυθμίζεται από νόμους με καθολική ισχύ.          
  Τόσο το μεγαλείο όσο και η ευτυχία της πόλης εμποδίζονταν από δυσκολίες που δημιουργούσε η ίδια η φύση του ανθρώπου και οι οποίες σε τελευταία ανάλυση, ανήκαν στον τομέα της ηθικής.
 
Για να διορθωθούν, λοιπόν, τα πράγματα, οι άνθρωποι όφειλαν να αποστρέψουν το βλέμμα από την υπαρκτή πόλη και να ξεκινήσουν από την επιβολή μιας ηθικής αναμόρφωσης. Αυτό ανέλαβαν να κάνουν οι θεωρητικοί του 4ου αιώνα. Σε αντίθεση προς την υπαρκτή πόλη και τις αδιάκοπες αναταραχές της, έθεσαν την ανάγκη μιας σε βάθος μετατροπής.
 
Η ισορροπία ανάμεσα στο πνεύμα και το κράτος, χαρακτηριστική της σκέψης του Θουκυδίδη, διαταράχθηκε προς όφελος του πνεύματος.
 
Οι στοχαστές αποσύρθηκαν από τη δημόσια ζωή για να γίνουν φιλόσοφοι. Δεν ήταν πια εκείνοι οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα, που συζητούσαν αδιάκοπα στις οδούς της πόλης εκείνα τα προβλήματα που ενδιέφεραν τους πάντες. 
 
Αντίθετα, αυτοί οι σκεπτόμενοι τώρα απέφευγαν να ασχοληθούν με τα άμεσα προβλήματα της πολιτικής πρακτικής και υποστήριζαν ότι πρώτα από όλα έπρεπε να αλλάξουν τις ίδιες τις αρχές στις οποίες θεμελιωνόταν η πολιτική πράξη.
 
Η στρατιωτική ήττα έθεσε κατά κάποιο τρόπο τα θεμέλια για την ανάπτυξη της ηθικής φιλοσοφίας.

Η φιλία δεν καλύπτει το κενό του έρωτα κι αντιστρόφως

Οι ανθρώπινες σχέσεις ομολογουμένως είναι πολυάριθμες και πολύπλευρες και μέσω αυτής της πληθώρας και πολυμορφίας τους βρίσκεται η ισορροπία που απεγνωσμένα ο καθένας ψάχνει στην καθημερινότητά του. Υπάρχει μία χρυσή τομή στις σχέσεις μας, η οποία θα παραδεχόμασταν ότι αποτελείται τόσο απ’ την ανάγκη κατοχής φίλων όσο και απ’ την παρουσία ενός συντρόφου στη ζωή μας. Βέβαια, απ’ την αρχή γίνεται ευδιάκριτη η διαφορά μεταξύ των δύο σχέσεων αναφορικά με το είδος τους, καθώς και τις προσλαμβάνουσες.

Πόσες φορές, άραγε, δεν έχουμε αναρωτηθεί τι θα κάναμε χωρίς το κολλητάρι μας, ιδιαίτερα στις πιο κακοτράχαλες φάσεις μας. Το σκεφτήκαμε άπειρες φορές κι άλλες τόσες θα επακολουθήσουν, αφού οι φίλοι μας αποτελούν το ευχάριστο διάλειμμα στη ρουτίνα μας και ταυτόχρονα το συναισθηματικό μας στήριγμα στις χαρές και στις λύπες που βιώνουμε. Με αυτούς πλάι δημιουργούμε αναμνήσεις, που χαράζονται στο νου εις αεί, κλαίμε δημοσίως χωρίς να νοιαζόμαστε για την κριτική των υπολοίπων, γιατί με τούτους μάθαμε την έννοια του μοιράσματος, της ανθρώπινης επικοινωνίας και της συλλογικότητας εν γένει.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, καθώς μεγαλώνουμε κι ο συναισθηματικός μας κόσμος διευρύνεται, συνειδητοποιούμε την αδήριτη ανάγκη για συντροφικότητα, δηλαδή την ανάγκη ύπαρξης ενός ατόμου που δεν μπορούμε να τον αποκαλέσουμε φίλο παρά μόνο σύντροφο. Με το συγκεκριμένο πρόσωπο νιώθουμε το πρώτο αίσθημα ψυχικής έλξης, την οποία επιθυμούμε διακαώς να γίνει σωματική με απώτερο σκοπό την εύρεση του έρωτα. Κοιμάσαι με αυτόν ασφαλής, τον κοιτάζεις αισθανόμενος αμηχανία κι έξαφνα ο λοιπός κόσμος χάνεται, περιλαμβάνοντας μόνο εσάς.

Τι γίνεται, βέβαια, όταν ο φίλος προσπαθεί να ανταγωνιστεί το σύντροφό σου ή ο σύντροφός σου αρχίζει να ανταγωνίζεται το φίλο σου; Αυτό που οφείλουμε να κατανοήσουμε είναι ότι πρόκειται για δύο σχέσεις που διαφοροποιούνται τόσο στα συναισθήματα που τρέφουν, όσο και στις ανάγκες που ικανοποιούν.

Η φιλική αγάπη δεν είναι ερωτική κι η ερωτική δεν πρόκειται ποτέ να γίνει καθαρά φιλική, καθώς οι εκπρόσωποί τους δεν κατέχουν την ίδια θέση στην καρδιά μας. Με το σύντροφό μας αποκτάμε οικειότητα αλλά ποτέ αυτού του είδους, ώστε να τον αποκαλέσουμε φίλο μας. Μπορεί μόνο να ‘ναι και φίλος, αλλά όχι απλώς φίλος μας.

Δεν είναι αυτός με τον οποίο θα βγεις να συζητήσεις με άνεση τις πιο αμήχανες στιγμές σου, ούτε θα δείξεις την πιο γελοία πλευρά σου, αφού έχεις την ανάγκη να προβάλεις μια πιο ωραιοποιημένη εικόνα σου, ούτε βέβαια τον ξέρεις τόσα χρόνια όσα τους φίλους σου. Η οικειότητα θα πάρει καιρό, αλλά και πάλι η σχέση πρέπει να συντηρεί σε έναν βαθμό το μυστήριό της για να μη χάσει τη μαγεία της. Απ’ την άλλη, με το φίλο δε νιώθεις καμία ερωτική έλξη, ούτε χάνεσαι μέσα στο βλέμμα του, ούτε θα έκανες οικογένεια μαζί του, όπως με το σύντροφό σου.

Τελικώς, αφορά δύο διαφορετικές σχέσεις διαφορετικών διαστάσεων. Κανείς δε δύναται να ζητά αποκλειστικότητα, γιατί ένας άνθρωπος χρήζει φίλων και συντρόφου ταυτοχρόνως, αφού πληρούν άλλες πτυχές της ψυχής.

Σχετικά με αυτό, θυμάμαι ότι μια φίλη μου είχε παραπονεθεί για την κολλητή της ότι δε βγαίνουν πλέον κάθε μέρα από τότε που απέκτησε σχέση, γιατί ο σύντροφός της ήθελε την πλήρη αποκλειστικότητα, όπως κι η κολλητή της άλλωστε, αλλά δεν κατανόησε (ούτε αυτή ούτε η σχέση της φίλης της) ότι η κοπέλα απλά αφιέρωνε χρόνο για τον καθένα τους ξεχωριστά, χωρίς να την αποκλείει.

Το συμπέρασμα είναι ότι η γκρίνια κι η ανταγωνιστικότητα δε χωρούν σε ώριμες σχέσεις, καθώς είναι κατάλοιπα τοξικότητας. Οι άνθρωποι που σ’ αγαπούν και σε νοιάζονται επιθυμούν την ευτυχία σου, αλλιώς κοιτάς σε λάθος ανθρώπους είτε σε φιλικό είτε σε ερωτικό επίπεδο!

Βανεγκέμ: Η Βίβλος των Ηδονών

«Ο έρωτας αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του». «Άν ο έρωτας είναι τυφλός, ο λόγος είναι ότι δεν βλέπει τίποτα με τα μάτια της εξουσίας. Μην ελπίζετε να κρίνει και να κυβερνήσει, γιατί αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του. Όντας το κέρας της Αμάλθειας της σεξουαλικότητας, εκφράζει καλύτερα απ' οτιδήποτε άλλο στον κόσμο του ευνουχισμού τη θέληση για ζωή και την υπέροχη αγριάδα της.

Αν πάντως, οι εραστές που χτες λατρευόταν, χωρίζουν ξαφνικά μέσα στο μίσος και στην περιφρόνηση, η αιτία δεν βρίσκεται σε κάποιον αναλλοίωτο νόμο της παρακμής, σε κάποια αδυσώπητη μοίρα της κούρασης. Προέρχεται από τη μέγγενη των ανταλλαγών, που μαραίνει τα πάθη, σβήνει τις φλόγες της καρδιάς, πνίγει τις παρορμήσεις.

Αντί να μείνουν άπληστοι για τα πάντα μέχρι την εσχατιά του κορεσμού, να που οι εραστές επικαλούνται το καθήκον, απαιτούν αποδείξεις, αναζητούν μια παραγωγικότητα της στοργής. Επιβάλλονται νόρμες συνοδευόμενες από την απαίτηση της αυστηρής τήρησής τους, δεν γίνεται πια ανεκτή η απερίσκεπτη λήθη, η αδεξιότητα, το ανάρμοστο, η φαντασιοκοπία, τα πάντα αποτελούν αφορμή επιπλήξεων και κυρώσεων. Επειδή τους λείπει η θέληση να δημιουργήσουν την αλλαγή όπου θα ξαναβρεθούν, δανείζονται τα δεκανίκια της κοινωνίας που τους ακρωτηριάζει από τη γενναιοδωρία τους.

Η ψυχρή λογική αποδιώχνει την τρέλα της αφθονίας και έρχεται να κάνει απολογισμό των πραγμάτων. Έφτασαν οι ύπουλοι καιροί του να ζητάς και να δίνεις λογαριασμό, των υποχρεώσεων που πληρώνουν εντόκως τα αναγνωριζόμενα δικαιώματα, των φιλιών έναντι φιλιών που προαναγγέλλουν το ''μία σου και μία μου'' του απελπισμένου γοήτρου.

Με το να ιδιοποιούνται ο ένας τον άλλο, με το να μετράνε την αμοιβαία στοργή, ο καθένας καταλήγει να πειστεί ότι τα προτερήματα του αλλού ήταν προϊόν της φαντασίας, ότι η γενναιοδωρία δεν ανταμείβεται όπως πρέπει κι ότι η έλξη δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη.

Ο έρωτας διαμαρτύρεται ότι εκχωρήθηκε σε αφερέγγυο οφειλέτη, οι απογοητεύσεις συντάσσουν ένα πιστοποιητικό χρεωκοπίας, το πάθος καταλήγει στη μικροπρέπεια, η στοργή στο παζάρεμα, η φιλία στη συκοφάντηση...

Πως να ζήσουμε σ' έναν κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες.

Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μια υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.

Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανα-ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα, δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του.

Αν η συγκυρία των συναντήσεων μου προσφέρει τον έρωτά σου και σου προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε ανταλλαγή... [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; Τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στον δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και τον θάνατο...

Όποιος ξέρει να αφουγκράζεται προσεκτικά την απόλαυση, αγνοεί πατρίδες και σύνορα, αφέντες και δούλους, κέρδος και ζημία. Η σεξουαλική πληθώρα είναι αυτάρκης, έχει στον χώρο της και στον χρόνο της αρκετή τόλμη για να συντρίψει ό,τι την εμποδίζει».
 
Raoul Vaneigem, Βίβλο των Ηδονών

Φοβάστε την Απόρριψη Επειδή Απορρίπτετε Εσείς οι Ίδιοι τον Εαυτό Σας

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερικήΑν, όταν ήσασταν παιδί, νιώθατε πως δεν ανταποκρινόντουσαν στα συναισθήματά σας, φοβάστε την απόρριψη και αυτό το αίσθημα καθορίζει τις αντιδράσεις σας. Ο φόβος της εγκατάλειψης είναι κυρίαρχος και κάθε φορά που μια συμπεριφορά πυροδοτεί αυτόν τον φόβο, οι αντιδράσεις σας είναι απρόβλεπτες.

Όταν οι άνθρωποι με τους οποίους σχετίζεστε, δεν συμφωνούν με σας ή ακολουθούν τις δικές τους επιθυμίες, δυσφορείτε, νομίζοντας ότι θα απομακρυνθούν από σας. Φοβάστε πως δεν σας θέλουν, πως δεν τους αρέσετε αρκετά. Ο πόνος που βιώσατε έχει γίνει φόβος.

Δυσκολεύεστε να κατανοήσετε τη διαφορετικότητα του άλλου ανθρώπου, δυσκολεύεστε να έρθετε σε επαφή με τα δύσκολά του κομμάτια, παρόλο που δεν απειλούν αυτό που αισθάνεται για σας. Ενώ νιώθετε την ανταπόκρισή του, κάθε αρνητικό του στοιχείο το μεγαλοποιείτε, γιατί σας τρομάζει.

Ως παιδί κάνατε τα πάντα, ελπίζοντας πως έτσι θα είχατε την ανταπόκριση που χρειαζόσασταν. Μάθατε να λειτουργείτε τέλεια, μήπως και σας δοθεί αυτό που είχατε ανάγκη.

Κάθε ελάττωμα του ανθρώπου με τον οποίο σχετίζεστε, σας απομακρύνει από αυτήν την τελειότητα. Πως θα κερδίσετε την πολυπόθητη αποδοχή από εκείνους, αν έχετε ψεγάδια εσείς ή οι άνθρωποι με τους οποίους σχετίζεστε;

Αγάπη σημαίνει «αγαπώ το πληγωμένο κομμάτι του ανθρώπου μου όπως αγαπώ και εκείνο που με κάνει να νιώθω χαρά». Εσείς όμως αυτό το κομμάτι δεν το αντέχετε γιατί νιώθετε να επηρεάζει την εικόνα που θέλετε να διατηρήσετε, την εξάρτησή σας από πρόσωπα που έχετε ανάγκη την επιβεβαίωσή τους. Και όσο εξαρτάστε δεν μπορείτε να συνδεθείτε ειλικρινά με τον άνθρωπό σας. Λέτε πως ό,τι κάνετε το κάνετε γιατί νομίζετε πως σας απορρίπτει με τη στάση του, στην πραγματικότητα όμως είστε εσείς που απορρίπτετε.

Ένα μικρό παιδί μέσα σας, όλο παράπονο για αυτό που έχει υποστεί, διψά να το θέλει κάποιος με όλη την καρδιά του, με τρόπο όμως εγωιστικό και απόλυτο. Έτσι, κάθε φορά που δεν παίρνετε αυτό που θέλετε, με τον τρόπο που το θέλετε, λειτουργείτε επιθετικά, ίσως και λίγο άπληστα, από ανάγκη να πάρετε όσα δεν πήρατε.

Όταν ικανοποιείτε τις ανάγκες σας για αποδοχή και προσοχή, ανακουφίζετε το μικρό παιδί μέσα σας. Όταν αγκαλιάζετε τα συναισθήματά σας, τα συναισθήματα του μικρού παιδιού μέσα σας, νιώθετε ότι αξίζετε. Σας αποδέχεστε, χωρίς να επικρίνετε αυτό που είστε. Όταν δεν σας απορρίπτετε, δεν παρερμηνεύετε τις αδυναμίες των ανθρώπων σας ως έλλειψη ανταπόκρισης, ως απόρριψη.

Δεν πιέζετε τους άλλους ανθρώπους να σας δώσουν αυτά που θέλετε, γιατί, έχοντας επίγνωση της αξίας σας, τα κατακτάτε μόνοι σας. Συμφιλιώνεστε με τις αδυναμίες σας και μπορείτε να κατανοήσετε τις αδυναμίες των ανθρώπων σας. Αγκαλιάζετε κάθε πληγωμένο κομμάτι του εαυτού σας, κατανοείτε και νιώθετε κάθε πληγωμένο κομμάτι όσων αγαπάτε.

Όταν ηγείστε στα δικά σας θέλω, τολμάτε σε ό,τι επιθυμείτε, σε ό,τι σας κάνει να νιώθετε χαρά και ελευθερία. Δεν εξαρτάστε, αλλά ελεύθερος αναλαμβάνετε ό,τι αγαπάτε.

Πώς το “ήσυχο” εγώ ενισχύει την καλύτερη πλευρά του εαυτού μας

Ζούμε σε περίεργους και πρωτόγνωρους καιρούς. Από τη μία πλευρά, τα πράγματα είναι καλύτερα από πριν. Τα συνολικά ποσοστά της βίας, της φτώχειας και των ασθενειών έχουν μειωθεί. Υπάρχει αύξηση ευκαιριών στην εκπαίδευση, αυξημένα επίπεδα μακροζωίας, ελεύθερου χρόνου και ασφάλειας. Από την άλλη πλευρά, είμαστε πιο διαιρεμένοι από ποτέ ως είδος. Ο ρατσισμός και η προκατάληψη είναι παρούσες συνθήκες σε όλες τις πλευρές.

Ο Steven Pinker και άλλοι διανοούμενοι πιστεύουν ότι η απάντηση είναι η επιστροφή στις αξίες του Διαφωτισμού – στη λογική, στον ατομικισμό και στην ελεύθερη έκφραση ιδεών, αλλά και στην ύπαρξη μιας αποτελεσματικής μεθόδου αξιολόγησης της αλήθειάς τους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι ένα μέρος της λύσης, αλλά το ζήτημα που συχνά παραβλέπεται και υποτιμάται είναι ένα: τα εγώ μας παραείναι θορυβώδη.

Βλέποντας συζητήσεις στα μέσα επικοινωνίας τελευταία έχουν κάνει το μυαλό μας να θέλει να εκραγεί. Φαίνεται να υπάρχει μια ολοένα και αυξανόμενη πεποίθηση ότι ο στόχος είναι πάντα να κερδίζουμε. Όχι να έχουμε μια διαλεκτική, αμοιβαία και καλοπροαίρετη αναζήτηση πρωταρχικών αρχών και παραγωγικών τρόπων που θα βελτιώσουν την ανθρωπότητα – αλλά πάντα να κερδίζουμε και να καταστρέφουμε.

Υπάρχει λοιπόν ένα σημαντικό παράδοξο εδώ: όσο πιο ήσυχα είναι τα εγώ μας, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να πετύχουμε τους στόχους μας. Πιστεύω ότι τείνουμε να υπερτιμούμε το ποσοστό στο οποίο η επιθυμία μας για αυτο-ενδυνάμωση μπαίνει στο δρόμο προς τους στόχους μας. Εδώ προσδιορίζω το εγώ ως εκείνη την πλευρά του εαυτού που έχει την αδιάκοπη και αχόρταγη ανάγκη να βλέπει τον εαυτό του υπό θετικό φως.

Μην αμφιβάλλετε: το εγώ μπορεί να είναι η σπουδαιότερη πηγή δύναμής μας, αλλά μπορεί επίσης να γίνει και ο σκοτεινότερος εχθρός μας. Από τη μία πλευρά, οι θεμελιωδώς ανθρώπινες ικανότητές μας για αυτογνωσία και αυτοέλεγχο είναι απαραίτητες για να πετύχουμε τους στόχους μας. Από την άλλη πλευρά, ο εαυτός θα κάνει τα πάντα για να απαρνηθεί την ευθύνη για κάθε αρνητικό αποτέλεσμα στο οποίο μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο. Ένα θορυβώδες εγώ ξοδεύει τόσο χρόνο στο να υπερασπιστεί τον εαυτό του και ύστερα κάνει ό,τι χρειάζεται για να επιβεβαιωθεί, που συχνά μας απομακρύνει ο ίδιος από τους προσωπικούς μας στόχους.

Τα τελευταία χρόνια, η Heidi Wayment και οι συνάδελφοί της έχουν αναπτύξει ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα το «ήσυχο εγώ» που βασίζεται στη Βουδιστική φιλοσοφία και στην ανθρωπιστική ψυχολογία και στηρίζεται από εμπειρικές έρευνες στον τομέα της θετικής ψυχολογίας. Παραδόξως, φαίνεται ότι το ήσυχο εγώ είναι πολύ πιο αποτελεσματικό στην καλλιέργεια της ψυχικής ευεξίας, της ανάπτυξης, της υγείας, της παραγωγικότητας και της υγιούς, παραγωγικής αυτοεκτίμησης, παρά της θορυβώδους αυτοενδυνάμωσης.

Για να είμαστε ξεκάθαροι, το ήσυχο εγώ δεν είναι το ίδιο πράγμα με το σιωπηλό εγώ. Εξάλλου, η πλήρης καταπίεση του εγώ δεν ωφελεί καθόλου τον κόσμο. Αντιθέτως, το ήσυχο εγώ δίνει έμφαση στην ενσωμάτωση και στην ισορροπία. Όπως το θέτουν η Wayment και οι συνάδελφοί της: « Η ένταση του εγώ χαμηλώνει τόσο ώστε να μπορεί να ακούσει τους άλλους, αλλά και τον εαυτό του σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει τη ζωή πιο ανθρώπινα και πιο ενσυναισθητικά».

Η προσέγγιση του ήσυχου εγώ εστιάζει στην εξισορρόπηση των ενδιαφερόντων του εγώ με των άλλων ανθρώπων, και την καλλιέργεια της ανάπτυξης του εαυτού και των άλλων με τον καιρό βασισμένη στην αυτογνωσία, την αλληλοεξαρτώμενη ταυτότητα και στην ενσυναισθητική εμπειρία. Ο στόχος της προσέγγισης του ήσυχου εγώ είναι να φτάσουμε σε μια λιγότερο αμυντική στάση με μεγαλύτερη δόση ενσωμάτωσης, αλλά όχι να χάσουμε την αίσθηση του εαυτού μας ή να αρνηθούμε τις ανάγκες μας.

Μπορούμε να καλλιεργήσουμε μια αυθεντική ταυτότητα που ενσωματώνει τους άλλους χωρίς να χάνουμε τον εαυτό ή να νιώθουμε την ανάγκη ναρκισσιστικής επιδίωξης της νίκης. Σύμφωνα με τους Bauer και Wayment, το “ήσυχο” εγώ συνίσταται σε τέσσερις βαθιά αλληλένδετους παράγοντες που μπορούν να καλλιεργηθούν:

1. Αποστασιοποιημένη επίγνωση

Όσοι έχουν αναπτύξει ένα ήσυχο εγώ έχουν διαμορφώσει και μια μη αμυντική στάση στη στιγμή, στο παρόν. Αυτό που προσπαθούν να κάνουν είναι να δουν την πραγματικότητα όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται. Αυτό συνεπάγεται αποδοχή των θησαυρών που βρίσκουμε κατά την εξερεύνηση του εαυτού μας, πολύτιμων και μη, αλλά και την ευελιξία να κάνουμε τις σωστές προσαρμογές.

2. Ταυτότητα χωρίς αποκλεισμούς

Οι άνθρωποι με πιο “ήσυχο” εγώ έχουν μια πιο ισορροπημένη ερμηνεία του εαυτού και των άλλων. Καταλαβαίνουν τις οπτικές των άλλων με έναν τρόπο που τους επιτρέπει να ταυτίζονται με τις εμπειρίες τους, να σπάνε τα εμπόδια, όλα αυτά που τους χωρίζουν ειδικά κατά τη διάρκεια περιόδων σύγκρουσης.

3. Λήψη προοπτικής

Αναλογιζόμενοι τις απόψεις των άλλων, το ήσυχο εγώ εστιάζει και έξω από τον εαυτό μας, αυξάνοντας την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια. Η λήψη προοπτικής και ταυτότητας χωρίς αποκλεισμούς είναι αλληλένδετα κομμάτια ενός “ήσυχου” εγώ.

4. Πνεύμα ανάπτυξης

Οι άνθρωποι με “ήσυχο” εγώ αμφισβητούν την μακροπρόθεσμη επίδραση των πράξεών τους και βλέπουν το παρόν ως μέρος ενός συνεχούς, ενός ταξιδιού. Το πνεύμα ανάπτυξης και η λήψη προοπτικής συμπληρώνουν το ένα το άλλο με έναν ενορχηστρωμένο τρόπο, αφού το τελευταίο φέρνει και την επιθυμία για εξέλιξη.

Η πορεία από τον Ανθρωπάκο στον Άνθρωπο

Aν δούμε το κλασσικό βιβλίο του Βίλχελμ Pάιχ «Άκου ανθρωπάκο» πέρα από την αγανακτισμένη, επαναστατική και αλαζονική ματιά του συγγραφέα και εστιάσουμε στα αποστάγματα πρακτικής φιλοσοφίας που κρύβει, μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα μαθήματα ζωής. Η πίστη στις απεριόριστες δυνατότητες του ανθρώπου και του μεγαλείου της ανοικτής σκέψης, η αντιμετώπιση του φόβου απέναντι στην ελευθερία και τη γνώση, ο προσδιορισμός της ουσιαστικής ελευθερίας που πηγάζει από την υπερνίκηση εσωτερικών δαιμόνων και η διαρκής αμφισβήτηση και αναζήτηση είναι βασικοί άξονές του συγγράμματος. Προσπαθώντας να οριοθετήσουμε το βιβλίο σε άξονες θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στις παρακάτω έννοιες:΄

Αυτογνωσία

Μία βασική αρετή για να μπορέσει ο άνθρωπος να φθάσει στην απελευθέρωση όλου του δυναμικού του. Αυτογνωσία σημαίνει κατανόηση των φωτεινών όσο και των εγγενών σκοτεινών αρνητικών εκφάνσεων της ανθρώπινης προσωπικότητας για μία μετέπειτα προσπάθεια χαλιναγώγησης. «Ανθρωπάκο, πραγματικά πιστεύω στο λαμπρό σου μέλλον. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σου ανήκει. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα ρίξε μία ματιά στον εαυτό σου και δες τον όπως πραγματικά είναι. Μην τρέχεις να ξεφύγεις. Βρες τα κότσια να αντικρίσεις τον εαυτό σου.»

Ελευθερία

Μεγάλη αναφορά γίνεται για την ελευθερία. Την ουσιαστική ελευθερία και όχι την κίβδηλη. Διαρκής αγώνας για την κατάκτησή της και όχι την εκμετάλευση της έννοιας. Ο Ράιχ την ορίζει με βάση εσωτερικούς παράγοντες και αναφέρεται διεξοδικά στους κινδύνους ψευδοκατανόησης και επιβούλευσής της. Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία και στην ευθύνη που αυτή συνεπάγεται είναι κοινό χαρακτηριστικό του ανθρωπάκου.

Η ουσιαστική αποδέσμευση από φυλακές και η κατάκτηση της ελευθερίας προϋποθέτει ωριμότητα από τον άνθρωπο. Ειδάλλως θα προσπαθήσει να νικήσει το φόβο απέναντι στο μεγαλείο της ελευθερίας μέσω της σκόπιμης αποτίναξής της σε ένα ζυγό δουλείας και εξάρτησης από άλλους. Ναι, ο Ράιχ πιστεύει στο ανώτερο ιδανικό της ελευθερίας. Και πρωτίστως στην ελευθερία της σκέψης και στην αποποινικοποίηση του εγκλήματος της σκέψης. Όμως δεν θέλει να δεχτεί πως ο ανθρωπάκος μπορεί, χωρίς να αλλάξει και να εξημερωθεί, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μία ουσιαστική ελεύθερη κατάσταση. Ακανθώδης ο ανήφορος.

«Δεν τολμάς καν να σκεφτείς ότι θα μπορούσες να νιώσεις τον εαυτό σου διαφορετικά: ελεύθερο αντί για υποταγμένο, ανοιχτό αντί για κρυψίνου, ελεύθερο να αγαπήσει ολοκληρωτικά όχι σαν τον κλέφτη μες τη νύχτα.»

Κριτική Σκέψη

Η πάλη ενάντια στη δογματοποίηση και στην a priori αποδοχή θεωριών ακόμα και επιστημονικών δημοσιεύσεων είναι βασική ιδέα του συγγραφέα. Η αλήθεια θέλει να κοιτάς πέρα από αυτό που φαίνεται και σου σερβίρουν. Τα πρότυπα σκέψης που είναι ευθυγραμμισμένα με τον καθωσπρεπισμό και την κοινή γνώμη είναι βαθιές παθογένειες σύμφωνα με το συγγραφέα. Η παραχάραξη ορισμένων ιδεολογιών και κινημάτων προέρχεται από την έλλειψη κριτικού φιλτραρίσματος και κράτημα του αποστάγματος ουσίας.

Οι παρερμηνείες, σκόπιμες και μη, είναι βασικό γνώρισμα του ανθρωπάκου ο οποίος κρατάει ό,τι τον συμφέρει και ό,τι του δηλώνουν πως τον συμφέρει. Βέβαια, ο ίδιος ο συγγραφέας προτρέπει να αποδεχτούμε τα ευρήματά του και τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του ως την απόλυτη αλήθεια που κρύβουν και εδώ έρχεται σε σύγκρουση με τα παραπάνω καθώς δεν προτρέπει σε μία κριτική θεώρηση των δικών του έργων αλλά τα αυτοανακηρρύτει με τον δικό του τρόπο ως θέσφατα και απόλυτα αληθή. Επίσης, η διαρκής και έμμονη σύγκρουση με θεωρίας του Φρόιντ ή του Νίτσε ενώ θα μπορούσε να τεκμηριωθεί με λογικά επιχειρήματα μοιάζει να είναι μία προσωπική εμπάθεια και ένας προσωπικός αγώνας υποσκελισμού.

Ο Ράιχ, ένας πολίτης του κόσμου, προσεγγίζει (όσο αντικειμενικά μπορεί εξαιτίας των επαναστατικών του αποχρώσεων) τις θρησκείες και τις ιδεολογίες. Υμνεί το ανθρώπινο μεγαλείο και δεν δέχεται σύνορα και περιορισμούς. Το ηθικό πλαίσιο που ορίζουν οι κοινωνικοί κανόνες και ο καθωσπρεπισμός δεν έχουν θέση στο μυαλό του και αντιλαμβανόμενος, με μία ανθρωποκεντρική διάσταση, την ηθική προσπαθεί να την συνδέσει με την απελευθέρωση σε όλες της τις μορφές. Η μετάβαση από τον ανθρωπάκο στον άνθρωπο αυτή την ανώτατη μορφή και το μεγαλείο απαιτεί διαρκή αγώνα με τον φόβο της επίτευξης.

Η αλήθεια και η ευθύνη πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ηθική υποχρέωση του ατόμου. Και η καλύτερη απόδειξη πως αυτός ο αγώνας είναι δύσκολος είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που μέσα από το έργο του αντικρούεται η θεωρία που θέτει με την πράξη μιάς και ο ίδιος δεν έχει καταφέρει να απαλλαχθεί από εγγενή εγωιστικά κίνητρα όπως αυτό της αλαζονείας, του εγωκεντρισμού.

Αγαπώντας ένα παιδί, βοηθάμε τον κόσμο να γίνει καλύτερος

Για ποιο λόγο οι άνθρωποι κάνουν παιδιά; Για τη διαιώνιση του είδους; Για να έχουν κάποιο δικό τους άνθρωπο στα γεράματα ώστε να τους φροντίζει; Για να νοιώσουν την ικανοποίηση πως διαιώνισαν το DNA τους και αφήνουν πίσω τους έναν απόγονο; Για να αναλάβουν μία ευθύνη η οποία μπορεί να τους ωριμάσει και μεταμορφώσει ως ανθρώπους;

Οι λόγοι είναι πολλοί και σίγουρα και οι παραπάνω θα ισχύουν. Ο πρακτικός σκοπός της πράξης αυτής είναι συγκεκριμένος: η διαιώνιση, η αύξηση του πληθυσμού και η συνέχιση του κόσμου με καινούργιους ανθρώπους. Δεν μπορούμε όμως και πάλι να συγκεκριμενοποιήσουμε τους λόγους που κάποιος κάνει παιδιά, καθώς για τον κάθε άνθρωπο υπάρχει διαφορετικός λόγος – υπάρχουν πολλοί λόγοι, τόσο σωστοί, όσο και λανθασμένοι.

Σίγουρα όμως, ένας από τους σημαντικότερους λόγους ο οποίος είναι συναισθηματικός και ψυχολογικός, είναι η επιθυμία κάποιου να αισθανθεί την ωρίμανση της αγάπης του για ένα άλλο πρόσωπο μέσα από αυτή την πράξη δημιουργίας, τη γέννηση ενός νέου ανθρώπου. Είναι, μπορούμε να πούμε, μία προσφορά και μία ένδειξη αγάπης προς το πρόσωπο που έχουμε επιλέξει για να πορευθούμε στην πορεία της ζωής μας.

Ένας άλλος λόγος μπορεί να είναι και η αναβίωση, η υπενθύμιση σε εμάς τους ίδιους της παιδικής μας αθωότητας και αγνότητας, εκείνης που μεγαλώνοντας, χάνεται και στοιβάζεται σε εργασίες, άγχη, λογαριασμούς, υποχρεώσεις. Μέσα σε αυτή τη δίνη της καθημερινότητας, χάνουμε εκείνη την εποχή της αθωότητάς μας, εκείνα τα χρόνια στα οποία ήμασταν αγνοί και αληθινοί, δίχως τη σωρεία των κοινωνικών καθωσπρεπισμών που στην ενήλικη ζωή αρχίζουν να μας διώκουν. Όταν είμαστε παιδιά, ξεχνάμε ευκολότερα, δεν είμαστε μνησίκακοι, ξέρουμε να συγχωρούμε και θεωρούμε τον εαυτό μας πλούσιο ακόμα και όταν έχουμε μία σοκολάτα.

Όταν έρθει ένα παιδί στη ζωή κάποιου, αυτό μπορεί να είναι η ευκαιρία για δεύτερη αναβίωση από τον άνθρωπο και γονιό εκείνης της αγνής εποχής, εκείνου του παιδικού γέλιου που μπορεί να μαλακώσει τα πάντα. Κι έτσι ο άνθρωπος, αισθάνεται ξανά πως αναβιώνει την πρώτη ηλικία της ζωής του, εκείνη που τον καθορίζει γενικότερα και σαν άνθρωπο και σαν προσωπικότητα.

Παράλληλα όμως, είναι και η υπενθύμιση πως εκτός από την ευθύνη της ζωής μας, πλέον αναλαμβάνουμε και την ευθύνη ενός μικρού πλάσματος που μας έχει ανάγκη, καλούμαστε να σηκώσουμε μία ευθύνη που μπορεί να μας εκτινάξει από άβουλο και αδύναμο πλάσμα σε έναν άνθρωπο ικανό να αντέξει τα πάντα. Αγαπώντας ένα παιδί – όχι απαραίτητα αυτό που γεννάμε – βοηθάμε τον κόσμο αυτό να γίνει καλύτερος.

Οι σκοποί και τα μέσα είναι ένα αδιαπέραστο δίχτυ

ΤΕΛΕΟΛΟΓΙΑ. Προέρχεται από τη λέξη τέλος, που σημαίνει “σκοπός” ή “επιδίωξη”. Η τελεολογία (ή συνεπειολογία όπως συχνά καλείται) βεβαιώνει ότι καμιά πράξη δεν είναι σωστή ή λανθασμένη από μόνη της, αλλά ότι η ορθότητά της ή όχι εξαρτάται από το καλό ή το κακό των συνεπειών που επιφέρει.

Με άλλα λόγια, αν έχεις καλό αποτέλεσμα, έκανες το “σωστό”. Αν έχεις ένα κακό αποτέλεσμα, έκανες το “λάθος”.

Μια από τις επικρατούσες μορφές της τελεολογίας ονομάζεται “ωφελιμισμός της πράξης”. Αν έπρεπε να το συνοψίσετε σε μια πρόταση, θα έλεγε: “Να ενεργείς με έναν τρόπο τέτοιο ώστε να παράγει το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό”. Από αυτή την άποψη, ο Ρομπέν των Δασών είναι σαφώς δικαιολογημένος να κλέβει από τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς.

Σε τελική ανάλυση, υπάρχουν πολύ περισσότεροι φτωχοί από ό,τι πλούσιοι! Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι θα ωφεληθούν παρά θα πληγούν από την “ανακατανομή” του πλούτου που έκανε ο Ρομπέν. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα θεωρία, αυτό είναι ένα καλό αποτέλεσμα. Κι έτσι ο Ρομπέν πράττει σωστά που κλέβει.

Το κύριο προτέρημα της τελεολογίας είναι η απουσία προκατάληψης. Δεν αποδέχεται αλλά ούτε απορρίπτει καμία πράξη εκ των προτέρων, αλλά περιμένει το αποτέλεσμα της προτού εκφέρει γνώμη.

Όμως, αυτό είναι και μια από τις κύριες αδυναμίες της: Σχεδόν κάθε πράξη, ανεξάρτητα από το πόσο αποτρόπαια είναι, μπορεί να δικαιολογηθεί με μια έκκληση στις συνέπειές της. Για παράδειγμα, ο “ωφελιμισμός της πράξης” μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογηθεί το λιντσάρισμα ανθρώπων τους οποίους υποπτεύονται για εγκλήματα, αντί να τους δώσεις την ευκαιρία μιας δίκαιης δίκης. Στο κάτω κάτω, η συμμορία του λιντσαρίσματος είναι ευτυχισμένη με τη συμπεριφορά της, ακόμη κι αν το θύμα δεν είναι. Αν η ευτυχία είναι καλό πράγμα τότε το λιντσάρισμα είναι ένα παράδειγμα του αξιώματος “το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό” και επομένως δικαιολογημένο “ωφελιμιστικά”.

Η χρησιμοποίηση του “ωφελιμισμού” με αυτό τον τρόπο αποτυγχάνει να λάβει υπόψη της τα τεράστια βάσανα του μικρότερου αριθμού, και έτσι επιτρέπει σε μια πλειοψηφία να αγνοεί τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Όταν οι θέσεις μιας ομάδας ανατρέπουν τα δικαιώματα ενός ατόμου, η αδικία ακολουθεί κατά πόδας.

Η τελεολογία έχει κι άλλες αδυναμίες επίσης. Προϋποθέτει ότι εμείς γνωρίζουμε πως να μετρήσουμε το “καλό” ή το “κακό” των αποτελεσμάτων, σαν να ήταν λίγο ή πολύ κρέας ή λαχανικά πάνω σε μια ζυγαριά.

Στην πραγματικότητα κανείς δεν έχει ιδέα πώς να μετρήσει το καλό ή το κακό. Έτσι, αν δεν μπορεί να υπάρξει μία γενική συμφωνία πάνω στο τι είναι καλό ή κακό, δεν μπορεί να υπάρξει και συμφωνία για το αν η πράξη που το παρήγαγε είναι σωστή ή λανθασμένη.

Μπορεί να υπάρξει μόνο μία αυτο–δικαιωνόμενη συναίνεση, της οποίας θα γινόταν κατάχρηση για να υποστηριχθούν ακόμα και πολύ κακές πράξεις.

Ο Ρομπέν λοιπόν πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός όταν δικαιολογεί τις πράξεις του με την τελεολογία.

Το να σκέφτεται κανείς για τις συνέπειες των πράξεών του είναι σημαντικό, αλλά οι επιδιώξεις δεν είναι ποτέ ανεξάρτητες από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για να τις επιτύχουμε.

ΓΚΛΟΡΙΑ ΣΤΑΪΝΕΜ, Οι σκοποί και τα μέσα είναι ένα αδιαπέραστο δίχτυ.

Ο δρόμος της πνευματικότητας

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερικήΤαξιδεύουμε σε δρόμους πιο ανοιχτούς…
με μυαλά όλο και πιο στενά.
Έχουμε περισσότερες ανέσεις…
αλλά ζούμε πιο στενάχωρα.
Έχουμε περισσότερες γνώσεις…
και λιγότερη επίγνωση.
Περισσότερους ειδικούς… και λιγότερες λύσεις.
Περισσότερα φάρμακα… και λιγότερη υγεία.
Είναι η εποχή το γρήγορου φαγητού…
και της αργής χώνευσης.
Των φανταστικών σπιτιών… με διαλυμένες οικογένειες.
Που θυμώνουμε πολύ γρήγορα…
αλλά αργούμε να συγχωρήσουμε.
Που φεύγουμε πολύ νωρίς…
και γυρίζουμε πάντα αργά.
Υψώνουμε τις σημαίες της ισότητας,
αλλά κρατάμε τις προκαταλήψεις.
Έχουμε την ατζέντα μας γεμάτη
με τα τηλέφωνα φίλων…
που δεν τους τηλεφωνούμε ποτέ…
Και τα ράφια της βιβλιοθήκης μας,
γεμάτα βιβλία
που δεν θα διαβάσουμε ποτέ.

ΧΌΡΧΕ ΜΠΟΥΚΆΙ, Ο δρόμος της πνευματικότητας

Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερική

Έτσι, προκύπτει πως είναι σοφότερο να φροντίζει κάνεις για τη διατήρηση της υγείας του και την ανάπτυξη των ικανοτήτων του παρά για την απόκτηση πλούτου, κάτι που πάντως δεν πρέπει να οδηγήσει στην παρερμηνεία ότι θα έπρεπε κανείς να παραμελήσει τα αναγκαία και προσήκοντα στη ζωή του. Αλλά αληθινά πλούτη, δηλαδή υπεραφθονία, ελάχιστα μπορούν να συμβάλουν στην ευτυχία μας.

Γι’ αυτό πολλοί πλούσιοι νιώθουν δυστυχισμένοι, γιατί δεν έχουν πραγματική πνευματική μόρφωση, δεν έχουν γνώσεις, κι έτσι δεν έχουν ένα οποιοδήποτε αντικειμενικό ενδιαφέρον που θα τους καθιστούσε ικανούς ν’ ασχοληθούν με πνευματικά πράγματα.

Γιατί ό,τι μπορούν να προσφέρουν τα πλούτη, πέρα από την ικανοποίηση των πραγματικών και φυσικών αναγκών, επηρεάζει ελάχιστα την ευχάριστη διάθεσή μας· πιο πολύ τη διαταράσσει μέσα από τις πολλές και αναπόφευκτες έγνοιες που δημιουργεί η διατήρηση μιας μεγάλης περιουσίας. Εν τούτοις οι άνθρωποι προσπαθούν χίλιες φορές πιο πολύ ν’ αποκτήσουν πλούτη παρά πνευματική μόρφωσή.

Ενώ είναι βέβαιο πως το τι είναι κανείς συμβάλλει στην ευτυχία του πολύ περισσότερο από το τι έχει. Έτσι βλέπουμε κάποιον πολυάσχολο να μοχθεί από το πρωί ως το βράδυ, ακατάπαυστα σαν τις μέλισσες, για να μεγαλώσει τα ήδη υπάρχοντα πλούτη του. Πέρα από τον στενό ορίζοντα του χοίρου των μέσων που χρειάζονται για τον σκοπό αυτό, δεν ξέρει τίποτα· το πνεύμα του είναι κενό και επομένως δεν είναι επιδεκτικός για τίποτε άλλο. Οι υψηλότερες απολαύσεις, oι πνευματικές, του είναι απρόσιτες· με τις σύντομες αισθησιακές απολαύσεις, που κοστίζουν λίγο χρόνο αλλά πολλά χρήματα, και τις οποίες επιτρέπει στον εαυτό του από καιρό σε καιρό, προσπαθεί μάταια ν’ αντικαταστήσει εκείνες τις άλλες. Στο τέλος της ζωής του, σαν αποτέλεσμα της ζωής του, αν η τύχη του ήταν καλή, έχει πράγματι να παρουσιάσει ένα σωρό λεφτά, τα οποία αφήνει στους κληρονόμους του για να τ’ αυξήσουν κι άλλο ή να τα σπαταλήσουν. Μια τέτοια σταδιοδρομία, αν και πορεμένη με σοβαρούς και σπουδαιοφανείς τρόπους και ύφος, είναι επομένως το ίδιο ανόητη όπως και η σταδιοδρομία κάποιου που είχε σαν σύμβολο τον σκούφο του γελωτοποιού.

Αυτό λοιπόν που έχει κανένας στον ίδιο του τον εαυτό είναι το πιο σημαντικό για την ευτυχία του. Μόνο που επειδή κατά κανόνα είναι κάπως λίγο, οι περισσότεροι από εκείνους που έχουν ξεπεράσει τον αγώνα για τις βασικές βιοτικές ανάγκες νιώθουν στην ουσία το ίδιο δυστυχισμένοι όσο και αυτοί που ακόμα παιδεύονται. Το κενό μέσα τους, το άχρωμο, ανιαρό της συνείδησής τους, η φτώχεια του πνεύματός τους, τους οδηγεί σε συντροφιές που όμως αποτελούνται από όμοιους. Γιατί similis simili gaudet [το όμοιο συναναστρέφεται με το όμοιο- πρβλ. και Όμηρος, Οδύσσεια ρ 218]. Και από κοινού επιδίδονται στο κυνήγι της εφήμερης ψυχαγωγίας, που καταρχήν την αναζητούν σε αισθησιακές απολαύσεις, σε κάθε λογής διασκεδάσεις και τελικά σε παρεκτροπές. Η πηγή της φοβερής σπατάλης με την οποία κάποιος γόνος πλούσιας οικογένειας καταναλώνει τη μεγάλη κληρονομιά που του αναλογεί μέσα σε συχνά απίστευτα σύντομο χρονικό διάστημα, δεν είναι πράγματι καμία άλλη από την πλήξη η οποία απορρέει από την πνευματική φτώχεια και κενότητα για την οποία μιλήσαμε.

Ένας τέτοιος νεαρός- μπαίνει στον κόσμο εξωτερικά μεν πλούσιος, εσωτερικά όμως φτωχός, και θέλοντας να τα παίρνει όλα απ’ έξω, προσπαθεί μάταια ν’ αντικαταστήσει με τα εξωτερικά πλούτη τα εσωτερικά — όπως οι γέροι που προσπαθούν να πάρουν δυνάμεις μέσα από το άχνισμα νεαρών κοριτσιών. Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερική.

Arthur Schopenhauer, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτούς είχα πάντα ‘‘παρέα’’ μου, και αυτούς θέλω να έχω μέχρι το τέλος

Αυτοί είναι οι 12 μεγάλοι που επηρέασαν καθοριστικά τον καθηγητή Φυσικής Υψηλών Ενεργειών Δημήτρη Νανόπουλο .

Θαλής. Ο Θαλής ο Μιλήσιος είναι μέγεθος ασύλληπτο. Είναι η αρχή των πάντων. Είναι ο πρώτος φυσικός στην ιστορία. Είναι ο άνθρωπος που από το 600 π.Χ. στην ουσία είπε στους συνανθρώπους του: «Αφήστε τις ανοησίες και κατανοήστε τον κόσμο με τη λογική». Πιστεύω ότι είναι λάθος ο διαχωρισμός σε Προσωκρατικούς και Μετασωκρατικούς. Ο ορθός διαχωρισμός είναι «Προθαλικοί» και «Μεταθαλικοί».

Ηράκλειτος. Η Μεγάλη Φράση στην ανθρώπινη ιστορία πρωτοειπώθηκε από αυτόν: «Ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος ούτε από χέρι Θεού ούτε από χέρι ανθρώπου. Απλώς είναι». Ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε σε βάθος τον άνθρωπο λέγοντας «το πεπρωμένο μας είναι ο χαρακτήρας μας».

Isaac Newton.Ο Νεύτων –για αυτά που έκανε, σε συνδυασμό με την εποχή που έζησε– τοποθετείται δίπλα και μαζί με τον Αϊνστάιν. Ανήκει στους αληθινούς Άγιους Πατέρες, μαζί με τον Κοπέρνικο, τον Μπράχε, τον Γαλιλαίο και τον κοσμοκαλόγερο Τζορντάνο Μπρούνο.

«Όλοι οι σύγχρονοι φυσικοί είμαστε παιδιά του Richard P. Feynman. Η επίδρασή του είναι τόσο φανερή επάνω μου, ώστε κάποιες φορές μπορεί να μοιάζει και με μιμητισμό».

Wolfgang Amadeus Mozart. Προικισμένος με την ποιότητα του ατόφια Μεγάλου. Είναι μια ιδιοφυΐα από τις σημαντικότερες που πέρασαν ποτέ από αυτόν τον κόσμο. Ταυτοχρόνως είχε τόση συμπυκνωμένη φαιά ουσία, τόση εσωτερική ενέργεια, τόση συμπυκνωμένη φαντασία και διαίσθηση, και όχι μόνο για τη μουσική. Νομίζω ότι η ζωή του Μότσαρτ θα έπρεπε, ιδίως στην Ελλάδα, να γίνεται θέμα συζήτησης στις τάξεις της μέσης εκπαίδευσης.

Leonardo Da Vinci. Αν η μεγαλοφυΐα μπορούσε να μετρηθεί, ίσως αποδεικνυόταν ότι ο Ντα Βίντσι ήταν η σημαντικότερη μεγαλοφυΐα όλων. Άφησε την υπογραφή του σχεδόν σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Albert Einstein. Η αναφορά του «θείου Αλβέρτου» είναι προφανής. Για πολλούς υπάρχει και θα υπάρχει το ερώτημα πώς θα ήταν η επιστήμη αν δεν είχε εμφανιστεί ο Αϊνστάιν. Ευτυχώς για μας, ο Αϊνστάιν στάθηκε στο ύψος της ιστορίας, πήρε τη φυσική από το χεράκι και την πήγε παρακάτω.

Enrico Fermi Καθώς στην εποχή μου δεν υπήρχε κάποιος μεγάλος Έλληνας φυσικός, τον οποίο να είχα ως κοντινό σε μένα παράδειγμα, ο πολύ σημαντικός Enrico Fermi, ως Ιταλός, ήταν το πιο κοντινό σημείο αναφοράς μου για τη φυσική.

Federico Fellini Ο εφηβικός μου «φίλος». Οι ταινίες Ντόλτσε Βίτα και 8 ½ ήταν για τη ζωή μου ό,τι ήταν η ανάγνωση του Μύθου του Σίσυφου του Καμύ.

Orson Welles Παρότι δημιούργησε τη σημαντικότερη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου, τον Πολίτη Κέιν, ο ίδιος ήταν πιο σημαντικός από το έργο του. Ο άρπαγας της τελειότητας. Όπως πολύ σωστά είπε η Ζαν Μορό, «Μοιάζει τόσο πολύ με έκπτωτο βασιλιά επειδή δεν υπάρχει βασίλειο στον κόσμο αρκετά καλό για τον Όρσον Ουέλς». Όσο για τα μειονεκτήματα που του καταλογίζουν… «τίποτα δεν είναι τέλειο, ούτε καν το θαύμα».

Albert Camus. Ο Μύθος του Σίσυφου είναι το δικό μου Ευαγγέλιο, και ο Αλμπέρ Καμύ ο δικός μου ευαγγελιστής. Το διάβασα σε ηλικία δεκαεφτά χρονών, και μου ξεκαθάρισε το μυαλό σχετικά με πολλά, διαμορφώνοντας ένα κομμάτι του χαρακτήρα μου.

Scott Fitzgerald. Ο Fitzgerald ήταν, εκτός της επιστήμης μου, ένας από τους λόγους που ήθελα να πάω στην Αμερική. Σε πολύ νεαρή ηλικία έπεσε στα χέρια μου και διάβασα τον Μεγάλο Γκάτσμπυ. Όπως ακριβώς έγινε και με τον Μύθο του Σίσυφου, που μου καθόρισε πολλά πράγματα στη ζωή, το βιβλίο του Fitzgerald με γοήτευσε τόσο πολύ, ώστε αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα μεγαλώνοντας να γίνω ένας επιστήμονας Γκάτσμπυ.

Ένα ιδιαίτερα συγκινητικό περιστατικό περιέγραψε κάποτε ένας δημοσιογράφος που τον συνάντησε σε βιβλιοπωλείο στο Μπέβερλυ Χιλς. Εκείνη ην εποχή, ο Fitzgerald είχε ξεπέσει οικονομικά. Ενώ ήταν πάντοτε πολύ ωραία ντυμένος και ξυρισμένος, αυτή τη φορά ο δημοσιογράφος τον είδε ατημέλητο και αξύριστο. Αντικρίζοντάς τον, ο δημοσιογράφος λυπήθηκε τόσο πολύ γι’ αυτή την εικόνα, ώστε έγραψε: «Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι καλύτερα να είχε σκοτωθεί στο Κορνίς, στην Κυανή Ακτή. Τον πλησίασα, με θυμήθηκε και μιλήσαμε. Χάρηκα γιατί, παρότι ήταν απογοητευμένος, είδα στα μάτια του ότι ήξερε πως είναι σπουδαίος και ότι θα μείνει στην ιστορία ως τέτοιος».

Έχοντας επαφή μαζί τους επί τόσα χρόνια, με κάποιους από τη νεαρή μου ηλικία, μπόρεσα να διακρίνω το αόρατο νήμα που τους ενώνει όλους μεταξύ τους. Ταυτοχρόνως κατάλαβα ότι αφού εκφράστηκε έτσι το ανθρώπινο πνεύμα, σημαίνει ότι στην ουσία δεν υπάρχει κανένα όριο για το μυαλό του ανθρώπου. «Sky is the limit».

Αυτούς είχα πάντα «παρέα» μου, και αυτούς θέλω να έχω μέχρι το τέλος. Αυτούς και πολύ λίγους φίλους.   Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου άρεσε ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, και ήθελα όταν μεγάλωνα να γίνω ο Φελλίνι, ο Fitzgerald, ο Όρσον Ουέλς. Τώρα πλέον ξέρω ότι τίποτα από αυτά δεν θα μπορούσε να με γεμίσει όσο η επιστήμη μου. Ακόμα και αν κάποιος ήταν σε θέση να με διαβεβαιώσει ότι ως συγγραφέας ή ποιητής θα γινόμουν Ρίλκε, Νίτσε ή Καμύ, ή ότι ως σκηνοθέτης θα γινόμουν Φελλίνι ή Όρσον Ουέλς, αυτό δεν θα μπορούσε να μου δώσει την ικανοποίηση που μου δίνει μια εξίσωση η οποία με φέρνει πιο κοντά στο να αντιληφθώ το Σύμπαν συνολικά και οριστικά. Η ανταλλαγή εκπληκτικών λέξεων και η κομψή έκφραση των συναισθημάτων μας είναι υπέροχες πτυχές της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Τη δική μου ψυχή, όμως, την ελκύει πολύ πιο βαθιά η αναζήτηση αυτής της απόλυτης intelligence, η οποία θα μας πει τι είναι η Φύση. Όλοι αυτοί οι γίγαντες των τεχνών που ανέφερα, και πολλοί άλλοι ακόμα –όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Σοπενχάουερ, ο Καβάφης, ο Τολστόι, ο Φρόυντ–, αναμφίβολα αντιπροσωπεύουν τεράστια ανθρώπινα μεγέθη. Όλα τα επιτεύγματά τους είναι συγκλονιστικά, όμως η ισχύς τους είναι «τοπική» και έχουν να κάνουν με τον πλανήτη Γη.

Με τι ταχύτητα κινείται η Γη γύρω από τον Ήλιο;

Η μέση τροχιακή ταχύτητα της Γης είναι περίπου 30 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο ή 110.000 χιλιόμετρα την ώρα. Και πώς την υπολογίζουμε; Πρώτα απ ‘όλα γνωρίζουμε ότι σε γενικές γραμμές, η απόσταση που ταξιδεύετε ισούται με την ταχύτητα επί τον χρόνο (διάρκεια) του ταξιδιού. Αν το αντιστρέψουμε αυτό, έχουμε ότι η μέση ταχύτητα είναι ίση με την απόσταση που διανύθηκε δια τον χρόνο που χρειάστηκε. .
 
Γνωρίζουμε επίσης ότι ο χρόνος που χρειάζεται η Γη για να στραφεί η Γη γύρω από τον Ήλιο είναι ένα έτος. Έτσι, για να γνωρίζουμε την ταχύτητα, πρέπει απλά να υπολογίσουμε την απόσταση που κάνει η Γη όταν περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. Για να γίνει αυτό, θα υποθέσουμε ότι η τροχιά της Γης είναι κυκλική (η οποία δεν είναι ακριβώς σωστή, μοιάζει περισσότερο με έλλειψη, αλλά για το σκοπό μας ένας κύκλος είναι αρκετά κοντά). Έτσι, η απόσταση που διανύθηκε σε ένα χρόνο είναι ακριβώς η περιφέρεια του κύκλου. (Θυμηθείτε ότι η περιφέρεια ενός κύκλου είναι ίση με 2 × π ×. r ).
 
Η μέση απόσταση από τη Γη έως τον Ήλιο είναι περίπου 149.600.000 χλμ. Συνεπώς, σε ένα χρόνο, η Γη ταξιδεύει σε απόσταση 2 × π × (149.600.000 χλμ.). Αυτό σημαίνει ότι η ταχύτητα είναι περίπου:
ταχύτητα u = 2 × π × (149.600.000 km) / (1 έτος) ή αν μετατρέψουμε το έτος σε ώρες (έχουμε 365,25 ημέρες *  24 ώρες την ημέρα):
 
ή μέση ταχύτητα υποθέτοντας ότι η Γη κάνει κυκλική τροχιά είναι u = 107.000 km / h
 
Όμως, η τροχιά της Γης είναι ελλειπτική με μια εκκεντρότητα περίπου 0,017. Επίσης, η ταχύτητα της Γης αλλάζει συνεχώς καθώς η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο δεύτερος νόμος του Kepler λέει ότι στην τροχιά του, ένας πλανήτης θα σαρώνει ίσα εμβαδά σε ίσους χρόνους. Αυτό σημαίνει ότι όταν η Γη είναι πιο κοντά στον Ήλιο (που συμβαίνει στις αρχές Ιανουαρίου, περίπου δύο εβδομάδες μετά το βόρειο χειμερινό ηλιοστάσιο) κινείται γρηγορότερα από ό, τι όταν είναι πιο μακριά. Άρα, σε διαφορετικές ημερομηνίες η ταχύτητα της Γης μεταβάλλεται.

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Παράσταση της Αρχαίας Κωμωδίας - Κοινό

1. Οι θεατές των κωμικών παραστάσεων δεν ήταν άλλοι από τους θεατές των παραστάσεων της Τραγωδίας: Αθηναίοι αξιωματούχοι και απλοί πολίτες, πλούσιοι και φτωχοί, αστοί και ξωμάχοι, που πρωί πρωί έρχονταν από κάθε γωνιά της Αττικής να πάρουν θέση, να παρακολουθήσουν τη μια μετά την άλλη τις παραστάσεις. Μόνο η συμπεριφορά τους θα ήταν στις κωμωδίες διαφορετική, καθώς τα θέματα ήταν επίκαιρα, ο λόγος λαϊκός και αθυρόστομος, η σάτιρα σε θεσμούς και πρόσωπα καυστική, οπότε το κοινό φυσικό ήταν να ξεσπά σε ζωηρές εκδηλώσεις, ταράζοντας την πειθαρχία της παράστασης. Έστεκαν βέβαια στις παρυφές του κοίλου ῥαβδοφόροι τινές, οἳ τῆς εὐκοσμίας ἐμέλοντο τῶν θεατῶν (Σχόλ. Ειρ. 733), αλλά το πιο πολύ ήταν οι ποιητές που εφρόντιζαν να πειθαρχήσουν το ακροατήριο προλαβαίνοντας και εκτονώνοντας με λόγια και πράξεις επί σκηνής τις ενδεχόμενες αντιδράσεις του κοινού τους.
 
2. Καλοδεχούμενοι στις παραστάσεις ήταν όχι μόνο οι μέτοικοι -ξένοι που είχαν γίνει δεκτοί και κατοικούσαν μόνιμα στην Αθήνα-, αλλά και επισκέπτες από άλλες πολιτείες, ιδιαίτερα την Άνοιξη, στα Μεγάλα Διονύσια, τότε που έφταναν οι αποστολές από τις συμμαχικές πόλεις κομίζοντας την εισφορά τους στο συμμαχικό ταμείο. Έτσι, στα Μεγάλα Διονύσια του 421 π.Χ., ο Τρυγαίος, προσφωνεί το κοινό με τα λόγια: ὦ γεωργοὶ κἄμποροι καὶ τέκτονες / καὶ δημιουργοὶ καὶ μέτοικοι καὶ ξένοι / καὶ νησιῶται, δεῦρ᾽ ἴτ᾽ ὦ πάντες λεῴ (Ειρήν. 296-8). Διαφορετικά, στους Αχαρνείς, που παραστάθηκαν το καταχείμωνο στα Λήναια, ο Δικαιόπολης διαπιστώνει ότι οι Αθηναίοι ήταν σχεδόν μεταξύ τους (496κκ.).
 
3. Άμεσες μαρτυρίες για την παρουσία των γυναικών, των παιδιών και των δούλων στις παραστάσεις της Παλαιάς Κωμωδίας δεν έχουμε· και ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τον 5ο π.Χ. αι. η είσοδος στο θέατρο επιτρεπόταν μόνο στους άντρες. Υπάρχουν ωστόσο αρκετές έμμεσες μαρτυρίες, ανέκδοτα και πληροφορίες, που μας οδηγούν να πιστέψουμε ότι η παρουσία των γυναικών, των παιδιών και των δούλων, ρητά επιβεβαιωμένη από τον 4ο π.Χ. αι. και κάτω, αποτελούσε εξαρχής πραγματικότητα, τόσο στις τραγικές όσο και στις κωμικές παραστάσεις. Μόνη διαφορά, ότι χωρίς προκαθορισμένες θέσεις στο κοίλο οι γυναίκες με τα παιδιά και τους δούλους, όταν αποφάσιζαν να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις, θα συνωστίζονταν πίσω πίσω στην περιφέρεια του κοίλου.
 
4. Πολλαπλά βεβαιωμένο είναι το πάθος των Αθηναίων για το θέατρο. Στις επίσημες παραστάσεις η τεράστια ζήτηση για εισιτήρια (σύμβολα) δημιουργούσε κοινωνικό πρόβλημα, που η πολιτεία προσπάθησε να το λύσει διανέμοντας στους φτωχούς πολίτες χρήματα και δωρεάν εισιτήρια, τα θεωρικά. Όπως εξηγεί ο σχολιαστής στον Ολυνθιακό λόγο του Δημοσθένη (1.1), αυτή η «κοινωνική παροχή» θεσμοθετήθηκε από τον Περικλή για τον ακόλουθο λόγο: επειδή ήταν πολλοί οι θεατές, και ξένοι και πολίτες, κι εμάλωναν για τις θέσεις, κι ακόμα, επειδή οι πλούσιοι αγόραζαν τις θέσεις, (ο Περικλής) θέλοντας ν᾽ αρέσει στο πλήθος και στους φτωχούς, να έχουν και αυτοί τη δυνατότητα ν᾽ αγοράσουν θέσεις, νομοθέτησε οι εισπράξεις της πολιτείας να δίνονται ως «θεωρικά» στους πολίτες.

5. Τυχαίνει συχνά ν᾽ αναρωτηθούμε, αν και ως ποιο σημείο ήταν δυνατό το αθηναϊκό πλήθος του 5ου αιώνα ν᾽ αντιλαμβάνεται, να εκτιμά και να χαίρεται τη μαστοριά των δραματικών ποιητών, ιδιαίτερα τις εκλεπτυσμένες μορφές της τεχνικής τους, τους υπαινιγμούς, τα παραθέματα, την παρατραγωδία κτό. Το πρώτο που έχουμε ν᾽ απαντήσουμε είναι ότι οι κωμωδιογράφοι ενδιαφέρονταν τόσο για τους «επαρκείς» καλλιεργημένους όσο και για τους απλοϊκούς αμόρφωτους θεατές τους. Η τεχνική τους κινείται σε όλα τα επίπεδα, προσφέροντας στον καθένα ό,τι μπορεί ν᾽ αναγνωρίσει και ν᾽ απολαύσει: στους μορφωμένους λεπτή προχωρημένη σάτιρα, στους ακαλλιέργητους χοντρά χωρατά και καραγκιοζλίκια. Έτσι και στις Εκκλησιάζουσες, ο Χορός απευθύνεται στους κριτές του δραματικού αγώνα και συμβουλεύει: …τα σοφά οι σοφοί ας θυμούνται κι ας με κρίνουν νικητή, / και τ᾽ αστεία του γέλιου οι φίλοι κι ας με κρίνουν νικητή, / κι έτσι απ᾽ όλους, πες, προσμένω να με κρίνουν νικητή (1155-1157).
 
6. Γενικά, μην το υποτιμούμε το αθηναϊκό κοινό. Στην πιο περίτεχνη και λόγια κωμωδία του, τους Βατράχους (404 π.Χ.), με θέμα τη λογοτεχνική κριτική, ο ίδιος ο ποιητής φρόντισε να τονίσει την επάρκεια των θεατών του, γράφοντας: … κι αν φοβάστε πως δεν έχουν ίσως μόρφωση αρκετή / οι θεατές ώστε να νιώσουν / τη λεπτή συζήτησή σας / μη δειλιάζετε καθόλου, κι άλλαξαν πολύ οι καιροί. / Πήγανε όλοι σ᾽ εκστρατείες, / και βιβλίο κρατά ο καθένας κι εννοεί το καθετί· / έμφυτη έχουνε ξυπνάδα, / την περάσαν και στο ακόνι. / Ε λοιπόν, κανένας φόβος· πιάστε κι ερευνήστε τα όλα· οι θεατές είναι σοφοί (1109-1118).
 
7. Το κοινό δεν έπαιρνε άμεσα μέρος στην κρίση των έργων και στην απονομή των βραβείων· όμως οι αντιδράσεις του στη διάρκεια της παράστασης, όταν εκδηλώνονταν επιδοκιμάζοντας ή αποδοκιμάζοντας με χειροκροτήματα, ποδοκροτήματα, φωνές, σφυρίγματα κτό. τους χορευτές, τους υποκριτές και το έργο, φυσικό ήταν να επηρεάζουν τις αποφάσεις των κριτών, και οι ποιητές είχαν κάθε λόγο να τους καθοδηγούν και να τους κολακεύουν ως δεξιούς, εὐνόους, σοφωτάτους, κτό.