Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (568-597)

τοὶ δ᾽ ἄρα πρωτομόροιο, φεῦ, [στρ. β]
ληφθέντες πρὸς ἀνάγκας, ἠέ,
570 ἀκτὰς ἀμφὶ Κυχρείας, ὀᾶ,
‹στέμβονται·› στένε καὶ δακνά-
ζου, βαρὺ δ᾽ ἀμβόασον
οὐράνι᾽ ἄχη, ὀᾶ·
τεῖνε δὲ δυσβάυκτον
575 βοᾶτιν τάλαιναν αὐδάν.

γναπτόμενοι δ᾽ ἁλὶ δεινᾷ, φεῦ, [ἀντ. β]
σκύλλονται πρὸς ἀναύδων, ἠέ,
παίδων τᾶς ἀμιάντου, ὀᾶ.
πενθεῖ δ᾽ ἄνδρα δόμος στερη-
580 θείς, τοκέης δ᾽ ἄπαιδες
δαιμόνι᾽ ἄχη, ὀᾶ,
δυρόμενοι γέροντες
τὸ πᾶν δὴ κλύουσιν ἄλγος.

τοὶ δ᾽ ἀνὰ γᾶν Ἀσίαν δὴν [στρ. γ]
585 οὐκέτι περσονομοῦνται,
οὐδ᾽ ἔτι δασμοφοροῦσιν
δεσποσύνοισιν ἀνάγκαις,
οὐδ᾽ ἐς γᾶν προπίτνοντες
ἅζονται· βασιλεία
590 γὰρ διόλωλεν ἰσχύς.

οὐδ᾽ ἔτι γλῶσσα βροτοῖσιν [ἀντ. γ]
ἐν φυλακαῖς· λέλυται γὰρ
λαὸς ἐλεύθερα βάζειν,
ὡς ἐλύθη ζυγὸν ἀλκᾶς.
595 αἱμαχθεῖσα δ᾽ ἄρουραν
Αἴαντος περικλύστα
νᾶσος ἔχει τὰ Περσῶν.

***
Οι άλλοι όσοι στα βρόχια της Μοίρας
πρωτοκλήρωτοι πέσανε, οϊμέ,
570 στου Κυχρέα τα ξερόβραχα, οϊμένα,
παραδέρνουνε γύρω, οϊμέ.
Ώχου στέναζε, σκίζου, διαλάλησε
ως τα ουράνια βαρειά τη συμφορά σου
και γοερά τα τρισάθλια ξέσυρε
και πικρά φωναχτά σου.

Αχ, φριχτά μες στο κύμα αργασμένα
τα κορμιά τους ξεσκίζουν, οϊμέ,
τα βουβά τα κουτάβια, οϊμένα,
της αμόλυντης θάλασσας, οϊμέ·
μα στα σπίτια πενθούν που τους χάσαν
580 κι οι γερόντοι γονιοί, που ορφανεύουν,
ως τα ουράνια θρηνούν και την πάσα
συμφορά τους μαθαίνουν.

Λίγο ακόμα και πια της Ασίας οι λαοί
στων Περσών δεν ακούνε τον νόμο,
δεν πλερώνουν σαν πριν τα δοσίματα
που τους φόρτωνε η ανάγκη στο νώμο,
κι ούτε ως πρώτα πεσμένοι στα γόνατα
προσταγές θενα δέχονται πια,
γιατί τώρα για πάντα πάει χάθηκε
590 του μεγάλου η εξουσία Βασιλιά.

Κάθε πια φυλακή από τις γλώσσες
των ανθρώπων θα λείψει
κι ο λαός, μια που βγήκε της βίας ο ζυγός
κι απολύθηκε, ελεύτερο στόμα θ᾽ ανοίξει.
Αχ, του Αίαντα το νησί, που ολοτρόγυρα
ζών᾽ η θάλασσα, τώρα μαζί
με το γαίμα κι όλη έχει τη δύναμη
των Περσών καταπιεί.

Σικελική Εκστρατεία: Το μετέωρο βήμα της αθηναϊκής αυτοκρατορίας

Ο μεγαλύτερος αδελφοκτόνος εμφύλιος σπαραγμός της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, ο Πελοποννησιακός (431-404 π.Χ.) διεξήχθη κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα και στο Αιγαίο. Όμως έμελλε να κριθεί από μία εκστρατεία στη Σικελία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν πραγματικά κοσμοϊστορικά.
 
Το 415 ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, η διαμάχη μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών για τον έλεγχο του ελληνικού χώρου, βρισκόταν σε μια κρίσιμη καμπή. Οι Αθηναίοι είχαν κατορθώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή να περάσουν σχετικά αλώβητοι μέσα από τις συμπληγάδες της σπαρτιατικής στρατιωτικής υπεροχής και του Λοιμού, συνεχίζοντας να διαθέτουν την υπεροχή στη θάλασσα και με το δίκτυο των συμμαχιών τους λίγο ή πολύ αλώβητο.
 
Η Σικελία και η Κάτω Ιταλία γενικότερα (οι περιοχές γνωστές ως "Μεγάλη Ελλάδα") δεν ήταν δυνατό να μείνει εκτός της διαμάχης που είχε συγκλονίσει ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Ήδη πριν ξεκινήσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, η Αθήνα ως συνεπής ιμπεριαλιστική δύναμη, είχε ξεκινήσει μία προσπάθεια προσεταιρισμού όσο το δυνατόν περισσότερων ελληνικών πόλεων της Κ. Ιταλίας, ακόμη και μέσω της δημιουργίας νέων οικισμών (Θούριοι). Υπήρχε, βεβαίως, ένα μεγάλο εμπόδιο σε αυτήν την προσπάθεια: οι περισσότερες και ισχυρότερες πόλεις της περιοχής ήταν Δωρικές, αποικίες της Σπάρτης, της Κορίνθου και άλλων δωρικών μητροπόλεων, οπότε έβλεπαν τουλάχιστον με καχυποψία τους Αθηναίους.
 
Γνωρίζοντας, επίσης, την "τάση" των Αθηναίων να επιβάλλουν τη θέληση τους στους συμμάχους τους με κάθε μέσο, οι Έλληνες της Κ. Ιταλίας δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμοι να αφήσουν τις πόλεις της κυρίως Ελλάδας να αναμιχθούν ενεργά στις υποθέσεις τους. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η λεγόμενη Α' Σικελική Εκστρατεία, η πρώτη απόπειρα των Αθηναίων να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τις ελληνικές πόλεις του μεγάλου και εύφορου νησιού της κεντρικής Μεσογείου, να αποτύχει παταγωδώς. Η τριετής εκστρατεία (427-424 π.Χ.) κατέληξε στο συνέδριο της Γέλας, όπου οι σικελικές πόλεις δήλωσαν την διάθεση τους να ρυθμίζουν "τα του οίκου τους" δίχως εξωτερική βοήθεια, ωστόσο το αποτέλεσμα ουσιαστικά ήταν ένας θρίαμβος των Συρακουσών, της ισχυρότερης ελληνικής πόλης της Κ. Ιταλίας.
 
Οι Αθηναίοι με βαριά καρδιά διαπίστωσαν ότι επί του παρόντος δεν υπήρχε περιθώριο για κυριαρχία επί των Ελλήνων της Ιταλίας, ωστόσο συνέχισαν να βρίσκονται σε στενή επαφή με τουλάχιστον πέντε πόλεις της περιοχής, αναμένοντας ευκαιρία να επέμβουν δραστικά στην περιοχή.
 
Ωστόσο, αυτή η ευκαιρία τους δόθηκε από μία πόλη που βρισκόταν εκτός της αθηναϊκής σφαίρας επιρροής, την Έγεστα.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ
 
Η Έγεστα δεν ήταν εξαρχής ελληνική πόλη. Ανήκε στους γηγενείς Σικελούς (ή Σικανούς), ωστόσο αντίθετα με κάποιους σικελικούς οικισμούς στην καρδιά της νήσου, οι Εγεσταίοι είχαν αναμιχθεί με τους Έλληνες και είχαν εξελληνιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πέρα από τους οικισμούς των Ελλήνων (που κατείχαν όλη την ανατολική πλευρά του νησιού και τα παράλια, πλην του δυτικού άκρου) στην Σικελία υπήρχαν οι γηγενείς Σικανοί και οι Καρχηδόνιοι, που είχαν αποικίσει την δυτική άκρη της Σικελίας.
 
Κοντά στην Έγεστα βρισκόταν ο Σελινούντας, ισχυρή δωρική αποικία, που διατηρούσε σχέσεις με τις Συρακούσες. Η προσπάθεια των Συρακουσίων να ηγεμονεύσουν επί των υπόλοιπων Σικελών (Ελλήνων, Σικανών και Καρχηδόνιων) τους είχε φέρει σε ακόμη στενότερη επαφή με τους Σελινούντιους, οι οποίοι πλέον απειλούσαν ακόμη και την ύπαρξη της Έγεστας. Οι Εγεσταίοι προσπάθησαν να βρουν βοήθεια από τους Ακραγαντινούς και στη συνέχεια τους πανίσχυρους Καρχηδόνιους, ωστόσο δεν είχαν επιτυχία. Γνωρίζοντας την επιθυμία των Αθηναίων να αναμιχθούν στα εσωτερικά της Σικελίας, έστειλαν στη συνέχεια πρεσβεία στην πόλη της Παλλάδας, ζητώντας βοήθεια και υποσχόμενοι ότι θα κάλυπταν τα έξοδα του εκστρατευτικού σώματος, αν αποφάσιζε ο Δήμος να τους συμπράξει.
 
Οι Αθηναίοι δεν ήταν αναφανδόν υπέρ της εκστρατείας. Επρόκειτο για μία "περίεργη" φάση του εμφυλίου, όπου η Αθήνα συνέχιζε να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία στη θάλασσα, αλλά συνέχιζε και να μη διακινδυνεύει μια μεγάλη μάχη με τον πανίσχυρο στρατό των Πελοποννησίων αντιπάλων της. Η επαίσχυντη καταστροφή της Μήλου (το σύνολο των ενήλικων αρρένων κατοίκων της εκτελέστηκαν και τα γυναικόπαιδα εξανδραποδίστηκαν) έδειχνε αν μη τι άλλο την αποφασιστικότητα της Αθήνας, που προσπαθούσε να ξεφύγει από την μοίρα της Πόλης-Κράτους και να εξελιχθεί σε μία πραγματική αυτοκρατορία.

H αίτηση των Εγεστέων για βοήθεια αποτέλεσε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους Αθηναίους, ώστε να ολοκληρώσουν αυτό που άφησαν ημιτελές κατά τη διάρκεια της Α' Σικελικής Εκστρατείας. Και, μάλιστα, αντιμετωπίζοντας αυτή τη φορά ευθέως τη μεγαλύτερη ελληνική δύναμη της Σικελίας, την πόλη των Συρακουσών.
 
Προφανώς η σκέψη του "ισχυρού άνδρα" της Αθήνας την εποχή αυτή, του χαρισματικού Αλκιβιάδη, περιστρέφονταν γύρω από τις δυνατότητες που άνοιγε για την Αθήνα τυχόν επιτυχημένη εκστρατεία στη Σικελία. Η "πύλη της Δύσης" θα ήταν ανοιχτή, οι δυνατότητες οικονομικές, κυρίως της Σικελίας θα βρίσκονταν στη διάθεση της και η επικράτηση επί της Σπάρτης διαφαινόταν σίγουρη. Και αν έπεφτε η Σπάρτη… για τη φιλοδοξία του Αλκιβιάδη, δεν υπήρχαν σύνορα.
 
Με αυτά τα δεδομένα, ο Αλκιβιάδης ως επικεφαλής των ριζοσπαστών Δημοκρατών, κατάφερε να πείσει τον Δήμο να εγκρίνει την εκστρατεία, παρά την αντίθεση των μετριοπαθών Δημοκρατικών που είχαν ηγέτη τους το Νικία. Οι ολιγαρχικοί της Αθήνας, παραδοσιακά φιλολάκωνες, δεν ήταν δυνατό να επηρεάσουν επί της ουσίας τα πράγματα σε αυτήν την συγκυρία, ωστόσο δεν είχαν πει ακόμη τον τελευταίο τους λόγο: θα φρόντιζαν για την αποτυχία της εκστρατείας στη συνέχεια.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ 
 
Ο ιδιοφυής Αλκιβιάδης, ο πλέον ενθουσιώδης υπέρμαχος της εκστρατείας και ο άνθρωπος που είχε ένα απολύτως ολοκληρωμένο όραμα για την προσπάθεια αυτή, ήταν μοιραία ένας από τους ηγέτης της εκστρατείας. Ο Δήμος, σε μία επίδειξη δημοκρατικότητας, έθεσε μαζί με τον Αλκιβιάδη ως συναρχηγούς τον Νικία και το Λάμαχο. Ο Νικίας, ως αρχηγός της μετριοπαθούς μερίδας, δεν πίστευε στην εκστρατεία και η τοποθέτηση του στην αρχηγία της, ιδιαίτερα με την τροπή που πήραν στη συνέχεια τα πράγματα, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα των Αθηναίων σε αυτήν την υπόθεση. Ο Αλκιβιάδης είχε επιδιώξει ο ίδιος να ψηφιστεί ο Νικίας, προφανώς θεωρώντας ότι παραμένοντας πίσω ο γηραιός μετριοπαθείς θα μπορούσε να επηρεάσει τα πράγματα εναντίον της συνέχισης της εκστρατείας και της ενίσχυσης του εκστρατευτικού σώματος που ο Αλκιβιάδης γνώριζε ότι μοιραία θα χρειαζόταν κάποια στιγμή. Ο τρίτος συναρχηγός ήταν ένας ικανότατος στρατιωτικός ηγέτης που είχε δρέψει δάφνες κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου, αλλά που δεν διέθετε την πολιτική ευφυΐα και οξυδέρκεια του Αλκιβιάδη, ούτε βεβαίως και την αποφασιστικότητα του.
 
Ο τίτλος και των τριών ήταν Στρατηγός Αυτοκράτορας, δηλαδή στρατηγοί με αυξημένες αρμοδιότητες και επί της ουσίας "δικτατορική" εξουσία πάνω στο εκστρατευτικό σώμα. Επίσημα, οι καθορισμένοι στόχοι της εκστρατείας ήταν δύο τακτικής φύσεως και ένας στρατηγικής. Οι τακτικοί στόχοι ήταν η ενίσχυση της Έγεστας στη διαμάχη με το Σελινούντα και η παλιννόστηση των δημοκρατικών Λεοντίνων, που είχαν εξοριστεί από την πόλη τους. Ο στρατηγικός στόχος, όπως διατυπώθηκε στο σχετικό ψήφισμα, ήταν να γίνει ότι είναι απαραίτητο ώστε να εξυπηρετηθούν τα αθηναϊκά συμφέροντα στην Σικελία.

Είναι προφανές ότι ο τρίτος στόχος θα "εξυπηρετείτο" καλύτερα με την πλήρη κατάκτηση στης Σικελίας, άλλωστε όλες οι αρχαίες πηγές συμφωνούν ότι αυτός ήταν ο πραγματικός στόχος του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος.
 
Για έναν τέτοιο φιλόδοξο στόχο, καθώς το νησί ήταν πολυάνθρωπο και διέθετε πολλές ισχυρές πόλεις, οι δυνάμεις που αρχικά διατέθηκαν μοιάζουν μάλλον μικρές, ωστόσο ο Αλκιβιάδης είχε εμπιστοσύνη στις διπλωματικές του ικανότητες και θεωρούσε ότι θα μπορούσε να πείσει πολλούς ντόπιους να συνδράμουν τους Αθηναίους στις προσπάθειες τους.
 
Συνολικά, με τις 100 τριήρεις (60 πολεμικές και 40 οπλιταγωγές) θα μεταφέρονταν στην Σικελία 5.100 οπλίτες, εκ των οποίων οι 2.200 ήταν Αθηναίοι. Αναλυτικά η σύνθεση του στρατεύματος ήταν 1.500 πολίτες Αθηναίοι οπλίτες της μέσης τάξης, 700 Αθηναίοι θήτες (κατώτερης τάξης) εξοπλισμένοι επίσης ως οπλίτες, 500 Αργείοι, 250 Μαντινείς και άλλοι 2.150 σύμμαχοι των Αθηναίων, όλοι εξοπλισμένοι ως οπλίτες. Ακόμη, περί τους 480 Κρήτες Τοξότες, 700 σφενδονήτες από τη Ρόδο, ακόμη 120 ψιλοί από τα Μέγαρα και 30ιππείς. Υπήρχαν βεβαίως και τα πληρώματα των πλοίων, περί τους 20.000 (κάθε τριήρης είχε περίπου 200 άτομα πλήρωμα) που θα μπορούσαν να συνδράμουν σε περίπτωση μεγάλων συρράξεων.
 
Ο Αλκιβιάδης είχε προετοιμάσει την εκστρατεία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και ήταν κυριολεκτικά "η ψυχή της", αφού εκείνος γνώριζε τι ακριβώς χρειαζόταν να κάνει για να επικρατήσει. Ωστόσο, ο δραστήριος μα και αμφιλεγόμενος άνδρας, δεν έμελλε να δει την εκστρατεία να υλοποιείται, αφού το όνομα του αναμίχθηκε σε ένα τρομερό σκάνδαλο.

ΚΑΚΟΙ ΟΙΩΝΟΙ:  ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΜΕ ΕΜΠΟΔΙΑ
 
Οι ολιγαρχικοί της Αθήνας, των οποίων εκλεκτό τέκνο (κοινωνικά) ήταν ο Αλκιβιάδης πριν στραφεί προς τους Δημοκρατικούς και μάλιστα προς την ακραιφνώς ριζοσπαστική πτέρυγα τους, δεν έτρεφαν επεκτατικές φιλοδοξίες. Για εκείνους, αυτό που προείχε ήταν η διατήρηση του κοινωνικού και πολιτικού status quo, η ίδια ακριβώς θέση την οποία υπερασπίζονταν και οι αντίπαλοι των Αθηναίων, Σπαρτιάτες.
 
Αν και η αποδοχή τους από το Δήμο ήταν μηδαμινή, δεν σταματούσαν, με εργαλείο τις περίφημες "Εταιρείες" (αδελφότητες αριστοκρατών), να προσπαθούν να καθοδηγήσουν τα πράγματα κατά τα συμφέροντα τους.
 
Στην περίπτωση της εκστρατείας της Σικελίας, αφού δεν είχαν τη δυνατότητα να ματαιώσουν την ψήφιση της εκστρατείας, προσπάθησαν να την υπονομεύσουν εξ αρχής, δημιουργώντας ένα πρωτοφανές σκάνδαλο, το οποίο ουσιαστικά "σφράγισε" την τύχη της εκστρατείας πριν καν αναχωρήσουν τα πλοία από τον Πειραιά.
 
Το Μάιο του 415 π.Χ., ενώ οι προετοιμασίες για την αναχώρηση του σώματος κορυφώνονταν, ένας μεγάλος αριθμός ερμαϊκών στηλών, βρέθηκαν ακρωτηριασμένες! Επρόκειτο για μέγιστη ιεροσυλία, για ένα σκάνδαλο πραγματικά κατακλυσμιαίων διαστάσεων για τα δεδομένα της Αθήνας της εποχής.
 
Ο Αλκιβιάδης, που είχε δημιουργήσει τη φήμη, εκτός του άσωτου και έκλυτου και εκείνου που "δεν είχε ιερό ούτε όσιο" (σύμφωνα με τα κουτσομπολιά της εποχής) κατηγορήθηκε ως ένας εκ των "Ερμοκοπιδών", όπως έγιναν γνωστοί οι βέβηλοι.

Μάλιστα, 10 ακόμη Αθηναίοι εκ των οποίων κάποιοι ανήκαν στον ευρύτερο κοινωνικό, όχι όμως και πολιτικό, κύκλο του Αλκιβιάδη, κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ένας εξ αυτών, κάποιος Πολύστρατος, εκτελέστηκε (οι άλλοι εννιά αυτοεξορίστηκαν για να αποφύγουν την ίδια τύχη).
 
Όμως ο πανούργος πολιτικός δεν ήταν εύκολο θύμα. Χρησιμοποιώντας την πειθώ και τις διασυνδέσεις του, κατόρθωσε να αναστρέψει το κλίμα και μάλιστα ζήτησε να δικαστεί άμεσα ώστε να καθαρίσει το όνομα του. Αν πήγαινε σε δίκη, κατά πάσα πιθανότητα θα αθωωνόταν. Η γοητεία που ασκούσε ο Αλκιβιάδης στην εκκλησία του Δήμου ήταν σχεδόν μεταφυσική και για να "επιβιώσει" μια κατηγορία της θυελλώδους αγόρευσης του μπροστά στους Αθηναίους θα έπρεπε να είναι θεμελιωμένη σε ατράνταχτα στοιχεία.

Αυτή, βεβαίως, δεν ήταν. Έτσι, οι κατήγοροι πέτυχαν να αναβάλλουν την λήψη απόφασης, προφασιζόμενοι ότι δεν θα ήταν καλό ενώ γίνονται οι ετοιμασίες για τη μεγαλύτερη υπερπόντια εκστρατεία που είχαν αναλάβει ποτέ οι Αθηναίοι, να γίνει μια δίκη που θα δημιουργούσε προβλήματα συνοχής του Δήμου. Η δίκη αναβλήθηκε για μετά την επιστροφή του εκστρατευτικού σώματος, το οποίο αναχώρησε μέσα σε μία παλλαϊκή γιορτή, που όμοια της δεν είχε ξαναδεί η Αθήνα. Ο Θουκυδίδης, ο μεγάλος αρχαίος ιστορικός που ασχολήθηκε με τον Πελοποννησιακό πόλεμο, άφησε μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή περιγραφή της αναχώρησης του εκστρατευτικού σώματος. Η ελπίδα ότι αυτή η εκστρατεία θα καθιστούσε την Αθήνα μια πραγματική υπερδύναμη, ήταν διάχυτη μεταξύ των Αθηναίων, που με ανάμικτα δάκρυα χαράς για την προοπτική του μεγαλείου και θλίψης, μπροστά στο ενδεχόμενο να χάσουν δικούς τους ανθρώπους που μετείχαν στο σώμα αποχαιρέτησαν την επιβλητική αρμάδα.
 
Ο στόλος, όπως είχε προγραμματιστεί, κατέληξε στην Κέρκυρα, επίσης μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας, απ' όπου παρέλαβαν ακόμη 34 τριήρεις και όλοι μαζί αναχώρησαν για την Σικελία. Έστω και με εμπόδια, η ισχυρή αθηναϊκή δύναμη ξεκίνησε, όμως ήδη είχαν τεθεί σε κίνηση οι δυνάμεις εκείνες που θα οδηγούσαν την λαμπρή δύναμη της Αθήνας στον όλεθρο, όπως και τις ελπίδες των Αθηναίων για κοσμοκρατορία.
 
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ
 
Ο αθηναϊκός στόλος έφθασε σύντομα στις ακτές της Κάτω Ιταλίας και προσπάθησε να προσεγγίσει κάποιες από τις ελληνικές πόλεις που διέθεταν λιμάνι, για να ανεφοδιαστεί, εισπράττοντας όμως την άρνηση τόσο στον Τάραντα όσο και στους Επιζεφύριους Λοκρούς  ήταν άλλωστε δωρικές αποικίες και ως εκ τούτου αρνητικά διακείμενες προς τους Αθηναίους.
 
Δε συνέβαινε το ίδιο και στο Ρήγιο, όπου οι Αθηναίοι βρήκαν ασφαλές λιμάνι και έναν χώρο όπου θα μπορούσαν να στρατοπεδεύσουν και να αποφασίσουν την πορεία δράσης τους.
 
Οι τρεις αρχηγοί του στρατεύματος είχαν τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις, τις οποίες μας παραδίδει ο Θουκυδίδης, ως προς το πώς θα προχωρούσαν στη συνέχεια της εκστρατείας. Ο μετριοπαθής Νικίας, που ελάχιστη πίστη διατηρούσε στην αναγκαιότητα αυτής της εκστρατείας, υποστήριζε μια τακτική αναμονής, με κινήσεις στο διπλωματικό πεδίο ώστε να γίνουν πραγματικότητα οι δύο "στόχοι" της εκστρατείας, δηλαδή η κατάπαυση της διαμάχης μεταξύ Έγεστας και Σελινούντα και η επαναφορά των δημοκρατικών Λεοντίνων στην πόλη τους. Στη συνέχεια και αφού οι Αθηναίοι θα ισχυροποιούσαν το δίκτυο των συμμαχιών τους στην Σικελία, θα μπορούσαν να αποχωρήσουν, έχοντας πρωτύτερα κάνει μία επίδειξη δύναμης προς τους Έλληνες της Κ. Ιταλίας. Το σχέδιο του Νικία δεν προέβλεπε στρατιωτική εμπλοκή των Αθηναίων, αλλά απλά διπλωματικές κινήσεις, οπότε και τα οφέλη που θα ήταν δυνατό να αποκομίσει η Αθήνα ήταν πενιχρά στην καλύτερη περίπτωση, μια εξασφαλισμένη συμμαχία με ορισμένες από τις πόλεις του νησιού.
 
Ο Λάμαχος, που πίστευε αντίθετα με το Νικία στην σκοπιμότητα της εκστρατείας, ήταν υπέρ μιας άμεσης, κεραυνοβόλας τακτικής: θεωρούσε ότι η μόνη δύναμη που θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην επέκταση της αθηναϊκής ισχύος στη Σικελία ήταν οι Συρακούσες, οπότε πρότεινε την άμεση επίθεση ενάντια στην πόλη. Πίστευε ότι εφόσον οι Συρακούσες ηττούντο και συνθηκολογούσαν, η κατάκτηση της Σικελίας θα ήταν στη συνέχεια απλή υπόθεση. Παρότι μια άμεση επίθεση με τις σχετικά μικρές δυνάμεις που διέθετε το σώμα (ούτε 6.500 μαχητές) στις Συρακούσες, μοιάζει εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη, το σχέδιο του Λάμαχου λάμβανε υπόψη τις αναφορές των δημοκρατικών Συρακουσίων, τους οποίους είχαν προσεγγίσει φυσικά οι Αθηναίοι, που τόνιζαν ότι η άμυνα της πόλης είναι ασθενής και μια ταχύτατη στρατιωτική επέμβαση των Αθηναίων θα είχε μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.
 
Αντίθετα με το σχέδιο του Νικία, η προσέγγιση του Λάμαχου ήταν καθαρά στρατιωτική και ενείχε την προοπτική πλήρους επικράτησης στο νησί. Ωστόσο ήταν αρκετά ριψοκίνδυνο, αφού από τη μια δεν υπήρχαν εγγυήσεις επιτυχίας της κεραυνοβόλας επίθεσης κατά των Συρακουσών και από την άλλη υπήρχε ο αστάθμητος παράγοντας των ουδέτερων πόλεων του νησιού, που μπροστά στην απρόκλητη επίθεση των Αθηναίων ενδέχεται να σχημάτιζαν ένα ενιαίο αντιαθηναϊκό μέτωπο.
 
Ο Αλκιβιάδης, ως συνήθως οπαδός των περίπλοκων συνδυασμένων ενεργειών πολιτικής-στρατιωτικής ισχύος, πρότεινε ένα διαφορετικό σχέδιο. Αντιμετώπισε εξαρχής τις Συρακούσες και το Σελινούντα ως τις μοναδικές δυνάμει αντιπάλους των Αθηναίων, που θα έπρεπε να εξουδετερωθούν με ένα συνδυασμό διπλωματικών και στρατιωτικών μέσων. Ο Αλκιβιάδης πόνταρε προφανώς στην αθηναϊκή ισχύ, αλλά και παράλληλα στην δική του ευγλωττία, διπλωματικότητα και προσωπική του γοητεία για να πετύχει προσεταιρισμό των κυριότερων ελληνικών πόλεων της Σικελίας, στις οποίες θα εμφανιζόταν ως "σωτήρας" από τις επιβουλές των Συρακουσίων (οι οποίοι, όντως, είχαν κατά καιρούς προσπαθήσει να επιβάλλουν τη θέληση τους επί των υπολοίπων Σικελών και θα το επαναλάμβαναν, με περισσότερη μάλιστα επιτυχία, στο μέλλον).
 
Το σχέδιο του Αλκιβιάδη προέβλεπε την προσεκτική κίνηση του εκστρατευτικού σώματος μέχρι τη Μεσσήνη, την οποία θα προσεταιρίζονταν και θα τη χρησιμοποιούσαν ως βάση επιχειρήσεων και εν συνεχεία μια εκστρατεία προπαγάνδας και διπλωματίας, με στόχο την απομόνωση Συρακουσών και Σελινούντα. Αφού θα επιτυγχάνετο αυτό, το μόνο που θα έμενε θα ήταν μία σύντομη πολεμική επιχείρηση που θα γονάτιζε τις δύο πόλεις και θα καθιστούσε την Αθήνα κυρίαρχο στην μεγάλη νήσο.
 
Ήταν ένα ευφυές σχέδιο, χαρακτηριστικό του τρόπου σκέψης του Αλκιβιάδη, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή με επιτυχία, παρότι αρχικά η αποτυχία προσεταιρισμού της Μεσσήνης έδειχνε να το θέτει σε κίνδυνο. Όμως στη συνέχεια οι δημοκρατικοί Λεοντίνοι επανεγκαταστάθηκαν στην πόλη τους, η πόλη Νάξος δέχτηκε να περάσει στο αθηναϊκό στρατόπεδο, όπως και η Κατάνη. Ο κλοιός έσφιγγε γύρω από τις Συρακούσες, καθώς ο Αλκιβιάδης χρησιμοποιούσε τη διπλωματική του ικανότητα από τη μια και την ισχύ των αθηναϊκών όπλων από την άλλη, στην προαιώνια τακτική του μαστιγίου και του καρότου, για να ολοκληρώσει την απομόνωση της μόνης πόλης που ήταν δυνατό να απειλήσει τα αθηναϊκά σχέδια. Όμως δεν έμελλε να γίνει ο κατακτητής της Σικελίας ο φιλόδοξος γιος του Κλεινία, αφού την ίδια ώρα οι αντίπαλοι του στην Αθήνα απεργάζονταν τρόπους εξόντωσης του.
 
ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ
 
Από την επομένη κιόλας της αναχώρησης του εκστρατευτικού σώματος, στην Αθήνα άρχισαν ξανά οι ζυμώσεις για το ζήτημα των Ερμοκοπιδών. Αν και οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι επρόκειτο για μια προσπάθεια των Αθηναίων ολιγαρχικών να υπονομεύσουν την εκστρατεία και τον ίδιο τον Αλκιβιάδη, αρχικά απέτυχαν – οι περισσότεροι από τους 28 που στη συνέχεια συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν ήταν ολιγαρχικοί! Ωστόσο παράλληλα με την υπόθεση των Ερμοκοπιδών, και μια άλλη άρχισε να απασχολεί το Δήμο. Καθώς φαίνεται, κάποιοι πολιτικοί αντίπαλοι του Αλκιβιάδη από την παράταξη των Δημοκρατικών, βρήκαν εν τη απουσία του την ευκαιρία να τον διαβάλλουν.
 
Κατηγορήθηκε ότι μαζί με κάποιους φίλους του, μετείχε σε παρωδία των Ελευσινίων Μυστηρίων, μια κατηγορία εξίσου σοβαρή και βαριά στα μάτια των Αθηναίων με εκείνη του βεβηλωτή των ερμαϊκών στηλών.
 
Ο Αλκβιάδης, βεβαίως, κάθε άλλο παρά άγγελος ήταν: ένας από τους πλέον ασύστολους και αμετροεπείς Αθηναίους όλων των εποχών, άμετρα φιλόδοξος, ακόλαστος σε βαθμό που σόκαρε ακόμη και τους προοδευτικότερους Αθηναίους, οπωσδήποτε δεν αποτελούσε πρότυπο μετρημένου ανθρώπου. Ωστόσο αυτή η θυελλώδης πλευρά της προσωπικότητας του σαφώς και γοήτευε μια μερίδα των Αθηναίων, που στο "αγαπημένο τους παιδί" συγχωρούσαν σχεδόν τα πάντα. Σχεδόν. Όμως η παρωδία των Ελευσινίων Μυστηρίων ήταν κάτι παραπάνω από αυτό που μπορούσαν να ανεχθούν και σα να μην έφθανε αυτό οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι έκαναν ότι μπορούσαν για να τον διαβάλλουν στον Δήμο, προτάσσοντας τις φιλοδοξίες του, τις οποίες παρουσίαζαν ως κίνδυνο για το δημοκρατικό καθεστώς.
 
Πριν ακόμη εκδοθεί από την Εκκλησία του Δήμου η εντολή ανάκλησης του Αλκιβιάδη, η απόφαση ενοχής του είχε επί της ουσίας ληφθεί. Όταν αναχώρησε η Σαλαμινία, το ιερό πλοίο της Αθήνας, για τη Σικελία, δεν ήταν για να φέρει τον Αλκιβιάδη για να δικαστεί – ήταν για να τον φέρει σε σίγουρο θάνατο.
 
Ο πανούργος πολιτικός το αντιλήφθηκε αυτό μόλις έφθασε η Σαλαμινία στην Κατάνη με εντολές να επιβιβάσει τον Αλκιβιάδη και μερικούς ακόμη από τους συμμετέχοντες στην εκστρατεία, όλοι προσωπικοί φίλοι του και κατηγορούμενοι ως "ιερόσυλοι". Ο Αλκιβιάδης δεν είχε άλλη επιλογή πέρα από το να ακολουθήσει, επιβιβαζόμενος μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους σε μία τριήρη. Δεν σκόπευε όμως να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου γνώριζε ότι τον περίμενε βέβαιος θάνατος. Στους Θούριους βρήκε την ευκαιρία και μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους απέδρασε.
 
Μετά από σύντομη περιπέτεια και αφού πέρασε από την Ηλεία, ο Αλκιβιάδης δεν δίστασε να αλλάξει στρατόπεδο: κατέφυγε στη Σπάρτη, την πόλη το χαμό της οποίας απεργαζόταν με κάθε μέσο και προσπαθούσε να πετύχει με τις άοκνες προσπάθειες του τα τελευταία χρόνια. Η μεταφορά της πίστης του Αλκιβιάδη στη Σπάρτη, ήταν το γεγονός που σφράγισε όχι μόνο τη μοίρα του εκστρατευτικού σώματος στη Σικελία, αλλά και την ίδια την τύχη της Αθήνας.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΚΑΚΙΕΡΑ
 
Οι Αθηναίοι, παρά την απουσία του Αλκιβιάδη, συνέχισαν με την εφαρμογή του σχεδίου του. Η τυπική πλευρά της εκστρατείας, η παροχή δηλαδή βοήθειας στους Εγεστέους, προχωρούσε κανονικά, αφού οι Αθηναίοι προχώρησαν στην κατάληψη της πολίχνης Ύκαρα, που είχε πληθυσμό γηγενών Σικελών, την οποία και παρέδωσαν στους Εγεσταίους, εξανδραποδίζοντας τους κατοίκους της.
 
Στη συνέχεια προσπάθησαν να καταλάβουν την Ύβλα, προσπάθεια στην οποία απέτυχαν, ενώ οι Συρακούσιοι είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται επακριβώς το μέγεθος της απειλής και προσάρμοζαν ανάλογα τις κινήσεις τους.
 
Σύντομα είχαν ετοιμαστεί για να συγκρουστούν για πρώτη φορά με τους Αθηναίους στο πεδίο της μάχης. Οι Συρακούσιοι, σε μία ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση, προχώρησαν με πανστρατιά ενάντια στην Κατάνη και στο στρατόπεδο των Αθηναίων. Οι τελευταίοι, έχοντας εξαιρετικό δίκτυο πληροφοριών, αντιλήφθηκαν την κίνηση των Συρακουσίων και επιχείρησαν να τους αιφνιδιάσουν, μεταφερόμενοι δια θαλάσσης προς τις Συρακούσες. Όμως και οι Συρακούσιοι αντιλήφθηκαν την κίνηση των Αθηναίων και ξεκίνησαν μία ταχύτατη πορεία προς την πόλη τους. Το εξαίρετο ελαφρύ ιππικό των Συρακουσών κινήθηκε ταχύτατα και πρόλαβε τους Αθηναίους ενώ προετοιμάζονταν και ουσιαστικά έσωσε τις Συρακούσες, αφού απασχόλησε τους αντιπάλους έως ότου φθάσει και το πεζοπόρο στράτευμα.
 
Όταν οι Συρακούσιοι έφθασαν, παρατάχθηκαν άμεσα για μάχη και συγκρούστηκαν με τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους. Αν και οι Συρακούσιοι (μαζί με τους Σελινούντιους συμμάχους τους) είχαν σαφή αριθμητική υπεροχή, οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι τους ήταν σαφώς πιο έμπειροι πολεμιστές και καλύτερα διοικούμενοι. Έτσι μετά από σκληρή μάχη, οι Συρακούσιοι αποχώρησαν ηττημένοι, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 260 νεκρούς, έναντι μόλις 50 των Αθηναίων. Οι Συρακούσιοι σώθηκαν από πανωλεθρία λόγω της ύπαρξης του ισχυρού ιππικού τους (1.200 ιππείς) το οποίο εμπόδισε τους Αθηναίους να καταδιώξουν τους ηττημένους οπλίτες.
 
Οι Συρακούσιοι κατέφυγαν πίσω από τα τείχη της πόλης τους και ετοιμάστηκαν για πολιορκία, η οποία σύντομα λύθηκε αφού ο ερχομός του χειμώνα επέβαλλε παύση των πολεμικών επιχειρήσεων. Οι Αθηναίοι υποχώρησαν στην Κατάνη και ετοιμάστηκαν να επαναλάβουν τις επιχειρήσεις την Άνοιξη
.   
ΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
 
Οι Συρακούσιοι δεν άφησαν το χρόνο που μεσολάβησε αναξιοποίητο. Με την καθοδήγηση του νέου ισχυρού άνδρα της πόλης, του Ερμοκράτη, προχώρησαν στην ενίσχυση των οχυρώσεων τις πόλεις και σε διπλωματικές και στρατιωτικές προετοιμασίες. Άφησαν όμως ανοχύρωτη μία θέση με τεράστια στρατηγική σημασία, το ύψωμα και οροπέδιο των Επιπολών, το οποίο έβαλαν ως στόχο οι Αθηναίοι με το που ήλθαν ξανά στις Συρακούσες, το Μάιο του 414 π.Χ.
 
Οι Συρακούσιοι προσπάθησαν να απωθήσουν τους Αθηναίους, ωστόσο απωθήθηκαν χάνοντας τη μισή από τη δύναμη (600 άνδρες) που είχαν στείλει στις Επιπολές. Οι Αθηναίοι είχαν ήδη ενισχυθεί με περισσότερους άνδρες, κυρίως ιππικό τόσο από την Αθήνα όσο και από τη συμμαχική Έγεστα και από άλλες περιοχές της Σικελίας σε μία προσπάθεια να αντισταθμίσουν το αποφασιστικό πλεονέκτημα των Συρακούσιων στον τομέα αυτό.
 
Αμέσως μετά την κατάληψη του οροπεδίου, οι Αθηναίοι δημιούργησαν ένα μικρό οχυρό και εγκατέστησαν ευάριθμη φρουρά, ενώ ξεκίνησαν τη δημιουργία της δικής τους οχύρωσης. Ήταν αποφασισμένοι αυτή τη φορά να καταβάλλουν την αντίσταση των Συρακουσίων. Με την δημιουργία ενός δικού τους τείχους, οι Αθηναίοι απειλούσαν να αποκλείσουν πλήρως τις Συρακούσες, κάτι που αντιλήφθηκαν οι πολιορκημένοι που ξεκίνησαν να κατασκευάζουν ένα αντιτείχισμα κάθετα στο αθηναϊκό τείχος. Επίσης, χρησιμοποίησαν το ιππικό τους για να παρενοχλούν τους Αθηναίους. Οι τελευταίοι με μία αστραπιαία επιχείρηση κατόρθωσαν να καταλάβουν και να καταστρέψουν το αντιτείχισμα. Οι Συρακούσιοι δεν πτοήθηκαν και άρχισαν να δημιουργούν νέο, ωστόσο οι Αθηναίοι επιτέθηκαν ξανά και το κατέστρεψαν εκ νέου. Ωστόσο στην σφοδρότατη μάχη για τον έλεγχο του νέου αντιτειχίσματος, οι Αθηναίο υπέστησαν μία απώλεια που δεν ήταν δυνατό να αναπληρωθεί: ο ικανότατος στρατηγός Λάμαχος σκοτώθηκε πολεμώντας στην πρώτη γραμμή, αφήνοντας το Νικία επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος. Ο Λάμαχος μπορεί να μην ήταν Αλκιβιάδης όσον αφορά στα διπλωματικά προσόντα, αλλά ήταν έμπειρος, δοκιμασμένος και ικανός στρατιωτικός. Η αποφασιστικότητα του θα έλειπε από τους Αθηναίους στη συνέχεια, όταν ο Νικίας θα έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο.
 
Όμως τη στιγμή αυτή, οι Αθηναίοι είχαν τον έλεγχο. Οι Συρακούσιοι είχαν αρχίσει να αποθαρρύνονται, βλέποντας τις προσπάθειες τους να αποτυγχάνουν και οι πόλεις της Σικελίας, όπως είχε προβλέψει ο Αλκιβιάδης, άρχισαν να συρρέουν μαζικά στο στρατόπεδο των Αθηναίων, διαβλέποντας ότι οι Συρακούσες βρίσκονται στα πρόθυρα συνθηκολόγησης. Άλλωστε αυτή ήταν η τάση και στο εσωτερικό των Συρακουσών, όπου αριστοκρατικός Ερμοκράτης απομακρύνθηκε από την στρατηγία για να αναλάβουν μέλη της δημοκρατικής παράταξης, που επιδίωκαν μια συνεννόηση με τους Αθηναίους ώστε να πετύχουν μια ευνοϊκή συνθήκη.
 
Κι ενώ όλα έδειχναν να βαίνουν καλώς για τους Αθηναίους και το εκστρατευτικό σώμα προσέγγιζε το στόχο του, ο Αλκιβιάδης αποφάσισε να ρίξει το βάρος ενάντια στους αχάριστους συμπατριώτες του.

ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΓΥΛΙΠΠΟΣ
 
Ο Αλκιβιάδης που είχε καταφύγει στην Σπάρτη, περνούσε το χρόνο του μηχανευόμενος τρόπους για να εκδικηθεί τους συμπατριώτες του και ίσως να καταστήσει εαυτόν ξανά απαραίτητο στην Αθήνα ώστε να επανέλθει στην πόλη του.
 
Στα πλαίσια αυτά, έδωσε στους Σπαρτιάτες δύο συμβουλές, οι οποίες αποδείχτηκαν εξαιρετικά αποδοτικές. Η πρώτη ήταν να προχωρήσουν στην δημιουργία μιας βάσης του σπαρτιατικού στρατού στην Αττική και συγκεκριμένα στη Δεκέλεια, ώστε να σφίξει ο κλοιός γύρω από την Αθήνα και να αποκτήσουν οι συμπατριώτες του ένα μόνιμο "αγκάθι στο πλευρό της".
 
Η δεύτερη πρόταση ήταν ακόμη καθοριστικότερη: να αποστείλουν οι Σπαρτιάτες εκστρατευτικό σώμα στην Σικελία, ώστε να ενισχύσουν τους (επίσης Δωριείς) Συρακούσιους.
 
Οι Σπαρτιάτες άκουσαν και τις δύο συμβουλές. Προχώρησαν άμεσα στην κατάληψη και οχύρωση της Δεκέλειας και την εγκατάσταση ισχυρής φρουράς. Και απέστειλαν τον ικανότατο στρατηγό τους Γύλιππο στη Σικελία, με ισχνές δυνάμεις (δώδεκα τριήρεις, δηλαδή περίπου 2.600 άνδρες μαζί με τους κωπηλάτες και τα πληρώματα).
 
Αν και οι δυνάμεις του ήταν μικρές, ο Γύλιππος ήταν ικανότατος ηγέτης και με την άφιξη του στη Σικελία άρχισε να δημιουργεί τις βάσεις για έναν αντι-αθηναϊκό συνασπισμό, προσεταιριζόμενος αρχικά τους Σελινούντιους και τους κατοίκους της Ιμέρας, καθώς και ιθαγενείς Σικελούς.
 
Οι Συρακούσιοι έμαθαν για την άφιξη ενισχύσεων από την Πελοπόννησο και αναθάρρησαν, σε ένα χρονικό σημείο που ήταν έτοιμοι να συνθηκολογήσουν. Ο Νικίας είχε ακόμη την ευκαιρία να εκβιάσει την θετική έκβαση του πολέμου υπέρ του, αλλά αδράνησε ανεξήγητα, καθυστερώντας μέχρι που είδε τον Γύλιππο επικεφαλής περίπου 3.000 ανδρών να φθάνει στις Επιπολές και να ενώνεται με τους Συρακούσιους που έκαναν έξοδο από την πολιορκημένη πόλη τους. Η κατάσταση πλέον είχε αρχίσει να αντιστρέφεται και ο Γύλιππος είχε και την πρώτη του απτή επιτυχία, καταλαμβάνοντας το φρούριο του Λάβδαλου, το οποίο είχαν δημιουργήσει οι Αθηναίοι στις Επιπολές.
 
Οι Αθηναίοι διέκοψαν την αδράνεια τους οχυρώνοντας το Πλημμύριο, που βρίσκεται στο νότιο άκρο του μεγάλου λιμένα των Συρακουσών. Όμως πλέον η εξέλιξη δεν άφηνε περιθώρια για ιδιαίτερη αισιοδοξία: οι πολιορκημένοι ενισχύονταν συνεχώς (λίγες μέρες μετά την άφιξη του Γύλιππου έφθασαν άλλες 12 τριήρεις από δωρικές πόλεις της κυρίως Ελλάδας), διέθεταν έναν έμπειρο και ικανό ηγέτη και είχαν αποκτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ο χρόνος πλέον μετρούσε αντίστροφα για τους Αθηναίους.
 
'Η ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ
 
Η εκστρατεία των Αθηναίων ενάντια στους Συρακούσιους είχε μετατραπεί πλέον σε μία ολοκληρωτική σύγκρουση του αθηναϊκού συνασπισμού με τον λακωνικό και ο Νικίας αντιλαμβανόμενος ότι έχει εμπλακεί σε κάτι που ξεπερνούσε τις δυνατότητες του, βγήκε από το λήθαργο και αποφάσισε να ζητήσει ενισχύσεις από την Αθήνα. Η πρόταση του προς την Εκκλησία του Δήμου ήταν είτε να εγκαταλειφθεί η εκστρατεία, είτε να σταλούν ενισχύσεις ικανές να αλλάξουν εκ νέου την ισορροπία των δυνάμεων που είχε ανατραπεί σε βάρος των Αθηναίων.
 
Οι Αθηναίοι, συνεπαρμένοι από την προοπτική του μεγαλείου και αρνούμενοι να επιτρέψουν στους Σπαρτιάτες να κερδίσουν μια τόσο μεγάλη νίκη, ψήφισαν υπέρ της αποστολής σημαντικών ενισχύσεων. Άμεσα αναχώρησε ο Ευρευμέδοντας με 10 τριήρεις και αρκετούς οπλίτες, ενώ στη συνέχεια θα τον ακολουθούσε και οι Δημοσθένης με ακόμη περισσότερους άνδρες και εφόδια.
 
Η Σικελική Εκστρατεία - και αυτό δεν το είχαν ακόμη αντιληφθεί η Αθηναίοι - εξελισσόταν σε μια πυορροούσα πληγή, που απορροφούσε δυσανάλογα μεγάλες δυνάμεις και πόρους. Φυσικά το έπαθλο, η κυριαρχία επί της Σικελίας, ήταν μεγάλο, όμως το τίμημα που καλούνταν να πληρώσουν οι Αθηναίοι ήταν εξίσου μεγάλο.
 
Φυσικά και οι Σπαρτιάτες δεν παρέμεναν αδρανείς. Κινητοποίησαν τους δικούς τους συμμάχους και οι Κορίνθιοι απέστειλαν μοίρα πλοίων με 1.600 άνδρες που ενίσχυσαν το πολυάριθμο, πλέον, σώμα του Γύλιππου και τους Συρακούσιους.
 
Με αυτές τις ενισχύσεις και με δεδομένη την αδυναμία της αθηναϊκής ηγεσίας, οι Συρακούσιοι αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μία επιθετική ενέργεια, που τους απέφερε ένα μεγάλο έπαθλο: τα τρία οχυρά των Αθηναίων στο Πλημμύριο, τα οποία ήταν γεμάτα με εφόδια και υλικά απαραίτητα για τη συνέχιση της επιθετικής προσπάθειας του εκστρατευτικού σώματος.
 
Ακόμη χειρότερα, η κατάληψη του Πλημμυρίου επέτρεψε στους Συρακούσιους να εγκλωβίσουν επί της ουσίας τον ισχυρό αθηναϊκό στόλο εντός του Μεγάλου Λιμένα των Συρακουσών, στερώντας από τους Αθηναίους το βασικότερο στρατηγικό τους πλεονέκτημα και δημιουργώντας μία κατάσταση που θα εξωθούσε τους Αθηναίους σε βεβιασμένες κινήσεις.
 
Τις επόμενες βδομάδες έγιναν ακόμη δύο μικρές συγκρούσεις στις οποίες επικράτησαν οι Συρακούσιοι, δίχως ωστόσο να μεταβληθεί η κατάσταση. Ο Νικίας χρονοτριβούσε μη επιδιώκοντας μια αποφασιστική κίνηση, περιμένοντας το δεύτερο εκστρατευτικό σώμα υπό τον Δημοσθένη, που θα ισχυροποιούσε αποφασιστικά τις δυνάμεις του. Ωστόσο ο Δημοσθένης, που είχε αποπλεύσει από τον Πειραιά τον Απρίλιο του 413 π.Χ., επίσης χρονοτριβούσε καθοδόν, προσπαθώντας να συγκεντρώσει περισσότερους συμμάχους και μισθοφόρους και επιχειρώντας να επαναφέρει κάποιες ακόμη σικελικές και ιταλικές πόλεις στο φιλοαθηναϊκό στρατόπεδο. Ακόμη και με την τακτική κατάσταση να έχει ανατραπεί υπέρ των Συρακουσίων, τίποτε δεν προμήνυε την τρομακτική καταστροφή που έμελλε να πέσει στα κεφάλια των Αθηναίων.  

Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΩΡΑ
 
Καθώς οι Συρακούσιοι πληροφορήθηκαν ότι επίκειται η άφιξη του Δημοσθένη με σημαντικές ενισχύσεις, αποφάσισαν να εκβιάσουν τη νίκη με μία αποφασιστική προσπάθεια, αφού φοβούνταν ότι η υπεροχή που είχαν αποκτήσει κινδύνευε να εξανεμιστεί.
 
Με μία μοίρα 80 πλοίων από τη θάλασσα και με συντονισμένη επίθεση από ξηράς σε δύο σημεία, ο Γύλιππος προσπάθησε να διασπάσει τις αθηναϊκές γραμμές, ωστόσο δεν τα κατάφερε αφού οι σκληρές συγκρούσεις δεν έφεραν αλλαγή της κατάστασης. Ωστόσο δύο μέρες μετά οι Συρακούσιοι έβγαλαν το στόλο τους στον κόλπο, προκαλώντας τους Αθηναίους σε μάχη. Μετά από αρκετούς ελιγμούς οι Συρακούσιοι αποσύρθηκαν, παρασύροντας και τους Αθηναίους να βγουν από τα πλοία τους. Επρόκειτο όμως για ένα τέχνασμα, το οποία είχε ως στόχο να πετύχει τους Αθηναίους απροετοίμαστους. Ο στόλος των Συρακουσίων και των συμμάχων τους εμφανίστηκε ξανά μπροστά από τις αθηναϊκές θέσεις και οι Αθηναίοι όπως-όπως επάνδρωσαν τα πλοία και βγήκαν να τους συναντήσουν. Με ορμή οι συντεταγμένοι Συρακούσιοι κατάφεραν να κατανικήσουν τα αθηναϊκά πλοία στη ναυμαχία που ακολούθησε, ωστόσο δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τη νίκη τους και αναγκάστηκαν να αποσυρθούν, έχοντας πάντως βυθίσει επτά πλοία και χάνοντας μόλις δύο.
 
Κι ενώ όλα έδειχναν ότι η οριστική ήττα των αθηναϊκών δυνάμεων ήταν θέμα χρόνου, έφθασε ο Δημοσθένης με τις ενισχύσεις του, δηλαδή 73 τριήρεις, περίπου 5.000 οπλίτες καθώς και μισθοφόρους από την Ιταλία, συνολικά πάνω από 20.000 άνδρες (συμπεριλαμβανομένων των πληρωμάτων).
 
Οι Αθηναίοι υπερείχαν πλέον αποφασιστικά σε ξηρά και θάλασσα, αφού διέθεταν περίπου 50.000 άνδρες και 180 τριήρεις και προσπάθησαν, έστω και αργά, να ανακτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, εξαναγκάζοντας τους Συρακούσιους σε παθητική στάση. Ωστόσο και αυτοί η εικόνα αποδείχτηκε απατηλή και η έλλειψη ενός ηγέτη της κλάσης ενός Αλκιβιάδη ή ενός Λάμαχου ήταν ολοφάνερη όταν οι Αθηναίοι προσπάθησαν να επιτεθούν και να ανακαταλάβουν τα οχυρά στις Επιπολές και να καταστρέψουν το τρίτο αντιτείχισμα που έφτιαχναν οι αντίπαλοι τους.
 
Η επίθεση έγινε τελικώς τη νύχτα και επικράτησε τρομερή σύγχυση, εξαιτίας μιας σειράς παραγόντων. Καταρχήν οι Αθηναίοι επιδόθηκαν σε καταδίωξη των αντιπάλων τους, με αποτέλεσμα να χάσουν οποιαδήποτε συνοχή. Ακόμη, καθώς μεταξύ τους βρισκόταν αρκετοί Δωριείς (κυρίως Αργείοι και Κερκυραίοι), ο πολεμικός παιάνας τους ήταν ίδιος με αυτόν των αντιπάλων τους, με αποτέλεσμα στο σκοτάδι να γίνουν πολλές συγκρούσεις μεταξύ Αθηναίων και συμμάχων τους! Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας και καθώς ξημέρωνε η μέρα, φάνηκε ολοκάθαρα η αποτυχία της προσπάθειας τους: πάνω από 2.000 Αθηναίοι και σύμμαχοι κείτονταν νεκροί στο υψίπεδο. Το ηθικό των Αθηναίων είχε πλέον πέσει στο ναδίρ και η καταστροφή φαινόταν στον ορίζοντα.
 
ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ
 
Παρότι οι Αθηναίοι πίστεψαν ότι με την άφιξη ικανών ενισχύσεων θα μπορούσαν να ανατρέψουν εκ νέου την τακτική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί δυσμενώς για εκείνους, η αποφασιστική στάση των Συρακουσίων και η κακή ηγεσία των Αθηναίων συνέτειναν σε μία ακόμη ήττα, που τους περιόριζε ξανά σε παθητικό ρόλο.
 
Ο Δημοσθένης είχε την οξύνοια να αντιληφθεί ότι σε αυτήν την περίσταση, οι αθηναϊκές δυνάμεις έπρεπε άμεσα να απαγκιστρωθούν από την πολιορκία. Εκτός από τους αντιπάλους τους, είχαν να "πολεμήσουν" και με τις ασθένειες και ιδιαίτερα την ελονοσία που έκανε θραύση μεταξύ των ανδρών του σώματος.
 
Έφθασε μάλιστα στο σημείο να προτείνει αποχώρηση του σώματος από τη Σικελία, κάτι που απέτρεψε ο Νικίας! Ο γηραιός στρατηγός, ο άνθρωπος που εξαρχής ήταν αντίθετος με την εκστρατεία, σε αυτήν την συγκυρία ήταν πεπεισμένος ότι η ισχύς του σώματος, ιδιαίτερα του ευάριθμου στόλου που διέθετε, ήταν τέτοια που τελικώς θα ανάγκαζε τους Συρακούσιους σε ήττα!
 
Αν και ο Δημοσθένης επανήλθε με μία πρόταση για αποχώρηση στην Κατάνη, όπου θα μπορούσε να ανεφοδιάζεται κανονικά το εκστρατευτικό σώμα και θα βρισκόταν μακριά από τον κίνδυνο που αντιπροσώπευαν οι δυνάμεις του λακωνικού συνασπισμού, ο Νικίας επέμεινε πεισματικά να παραμείνει ο στρατός εκεί που βρίσκεται.
 
Με αυτές τις διαφωνίες οι Αθηναίοι έχασαν πολύτιμο χρόνο, κατά τον οποίο οι Συρακούσιοι ενισχύονταν συνεχώς από συμμάχους της Σπάρτης και ετοιμάζονταν για επίθεση. Όταν και ο Νικίας, έστω κι αργά, αντιλήφθηκε ότι απαιτείται η άμεση αποχώρηση της δύναμης, ξεκίνησαν οι προετοιμασίες. Ωστόσο, το σύμπαν συνωμότησε σε βάρος των Αθηναίων: την βραδιά που είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει η αποχώρηση του εκστρατευτικού σώματος, την 27η Αυγούστου, σημειώθηκε έκλειψη σελήνης! Το σημάδι ερμηνεύτηκε ως θεϊκή παρέμβαση και οι Αθηναίοι αποφάσισαν να περιμένουν τις 27 ημέρες που υπέδειξαν οι μάντεις. Όλα πλέον είχαν τελειώσει.
 
Ο Γύλιππος ετοίμασε το στρατό του και άρχισε μία τακτική επάλληλων εφόδων, ώστε να καταπονήσει τους Αθηναίους και να ανατρέψει την αμυντική τους θέση και να τους καταστήσει ευάλωτους σε ένα δυναμικό χτύπημα.
 
Οι αλλεπάληλες επιθέσεις που διεξήχθησαν στις επόμενες δύο ημέρες δεν είχαν κάποιο ουσιώδες αποτέλεσμα, ωστόσο οι Αθηναίοι ένοιωθαν την πίεση να αυξάνεται και τις διεξόδους τους να περιορίζονται σημαντικά.
 
Στοχεύοντας πλέον στην πλήρη καταστροφή του εκστρατευτικού σώματος, ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι προχώρησαν σε μια εξαιρετικά τολμηρή κίνηση: στον αποκλεισμό του Μεγάλου Λιμένα με μια "αλυσίδα" πλοίων, ένα "ξύλινο τείχος". Εφόσον το ζητούμενο πλέον δεν ήταν απλώς η απομάκρυνση του σώματος - κάτι που θα γινόταν "συν τω χρόνω" ακόμη και αν οι Συρακούσιοι δεν έκαναν τίποτε - αυτή ήταν η ενδεδειγμένη τακτική: αν οι Αθηναίοι έχαναν το στόλο τους, τότε δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε παρά να προσπαθήσουν να κινηθούν από ξηρά, όπου θα ήταν ευάλωτοι στις επιθέσεις των Συρακουσίων.
 
Οι Αθηναίοι κατάλαβαν ότι τα πράγματα έβαιναν πλέον προς ολοκληρωτική καταστροφή και αποφάσισαν να "τα παίξουν όλα για όλα" σε μία κίνηση απελπισίας: Θα επιχειρούσαν μία μαζική διάσπαση του κλοιού των πλοίων με τις αξιόμαχες τριήρεις που μπορούσαν να επανδρώσουν (περίπου 110). Αν η διάσπαση πετύχαινε, θα μπορούσαν να μαζέψουν και τους υπόλοιπους άνδρες που είχαν μείνει στην ακτή και να αναχωρήσουν προς την ασφάλεια της Κατάνης. Αν αποτύγχανε, θα επιχειρούσαν να αποχωρήσουν δια ξηράς.
 
Η ναυμαχία που ακολούθησε ήταν τρομερή. Τα πλοία των Αθηναίων, με την δύναμη που έδινε στους άνδρες η απελπισία, προσπάθησαν με μία συντονισμένη προσπάθεια να διασπάσουν τον κλοιο των Συρακουσίων και να βγουν από το λιμάνι. Οι τελευταίοι έχοντας προετοιμαστεί επισταμένως για αυτή τη μεγάλη μάχη, κατόρθωσαν παρότι αρχικά φάνηκε να αντιμετωπίζουν προβλήματα, να υπερισχύσουν μέσα στο στενό χώρο του λιμανιού που δεν επέτρεπε ελιγμούς και περίπλοκες τακτικές όπως αυτές που είχαν συνηθίσει να εφαρμόζουν οι Αθηναίοι.
 
Με αυτά τα δεδομένα, ο αθηναϊκός στόλος ηττήθηκε και τα πλοία επέστρεψαν στα αγκυροβόλια τους.
 
Οι Αθηναίοι πλέον ήταν με την πλάτη στον τοίχο. Αν και οι απώλειες από την προσπάθεια διάσπασης του κλοιού ήταν μικρές, οι στρατηγοί αδυνατούσαν να πείσουν τα πληρώματα να μπουν ξανά στα πλοία για να κάνουν άλλη μία έξοδο. Το ηθικό βρισκόταν στον ναδίρ και η μόνη λύση που υπήρχε ήταν να προσπαθήσουν να διαφύγουν από ξηράς.
 
Όμως και σε αυτήν την περίπτωση οι Αθηναίοι καθυστέρησαν δύο μέρες - σύμφωνα με το Θουκυδίδη εξαιτίας παραπλανητικού τεχνάσματος του Ερμοκράτη. Όταν πλέον αποφάσισαν να αναχωρήσουν, οι Συρακούσιοι είχαν ήδη ετοιμαστεί για να τους υποδεχτούν. Ο Θουκυδίδης περιγράφει με αληθινά σπαρακτικό τρόπο αυτές τις στιγμές της αποχώρησης, όταν οι κατηφείς και απελπισμένοι Αθηναίοι αναχωρούσαν, αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες άρρωστους και τραυματίες τους οποίους δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους. Οι ικεσίες και οι οιμωγές εκείνων που έμεναν πίσω ακούγονταν μέχρι την πόλη των Συρακουσών. Ωστόσο και εκείνοι που έφευγαν δεν θα είχαν καλύτερη μοίρα.
 
Ένα σώμα περίπου 40.000 ανδρών ξεκίνησε με κατεύθυνση δυτική-βορειοδυτική, σε μια προσπάθεια να περάσουν από τις ορεινές διαβάσεις ώστε στη συνέχεια να κατευθυνθούν βόρεια. Όμως οι Συρακούσιοι είχαν οχυρώσει τις διαβάσεις και με αποσπάσματα ιππέων και ψιλών παρενοχλούσαν συνεχώς τους Αθηναίους. Την τρίτη μέρα πορείας έφθασαν σε μία οχυρή θέση, το Ακραίον Λέπας. Εκεί διαπίστωσαν ότι η μοναδική διάβαση είχε οχυρωθεί εξαιρετικά αποτελεσματικά από μερικές εκατοντάδες Συρακούσιους οπλίτες και ψιλούς, που είχαν ανεγείρει και τείχος. Η διάβαση, λόγω της στενωπού και της αντίστασης των Συρακουσίων, ήταν αδύνατη και οι Αθηναίοι πήραν ξανά το δρόμο του γυρισμού για το στρατόπεδο τους. Εκεί όμως, στα πεδινά, το ιππικό των Συρακουσίων ήταν απόλυτα κυρίαρχο και συνέχισε να παρενοχλούν τους Αθηναίους.
 
Οι Αθηναίοι προσπάθησαν σε μία τελευταία απέλπιδα προσπάθεια να φθάσουν σε μία ασφαλή τοποθεσία, να απαγκιστρωθούν με κατεύθυνση προς τα Νότια. Αφού παραπλάνησαν τους Συρακούσιες ανάβοντας πολυάριθμες φωτιές στον χώρο όπου είχαν στρατοπεδεύσει, οι Αθηναίοι αναχώρησαν σε δύο σώματα, το πρώτο με αρχηγό το Νικία και το δεύτερο με επικεφαλής το Δημοσθένη.
 
Οι Συρακούσιοι αντιλήφθηκαν την αποχώρηση των Αθηναίων το πρωί και ξεκίνησαν μια απηνή καταδίωξη. Σύντομα κατόρθωσαν να έλθουν σε επαφή με το τμήμα που οδηγούσε ο Δημοσθένης, το οποίο περικύκλωσαν και υπέβαλλαν σε βροχή από ακόντια και βέλη για μια ολόκληρη μέρα. Η μάχη άναψε για τα καλά και οι Αθηναίοι υπέστησαν τρομακτικές απώλειες, πριν καταλάβουν ότι βρισκόταν σε τραγικά μειονεκτική θέση. Ο Δημοσθένης προτίμησε να παραδοθεί, ζητώντας εγγυήσεις για τη ζωή των Αθηναίων που απέμεναν. Μαζί με 6.000 περίπου άνδρες που παρέμεναν ζωντανοί, παραδόθηκε στους Συρακούσιους και τους συμμάχους τους.
 
Απέμενε πλέον μόνο το τμήμα υπό το Νικία, το οποίο πρόλαβαν οι Συρακούσιοι και ζήτησαν την παράδοση του. Ο Νικίας προσπάθησε να παραδοθεί εξασφαλίζοντας την ασφαλή αποχώρηση των ανδρών του, αλλά πλέον ήταν πολύ αργά για κάτι τέτοιο. Οι Συρακούσιοι απέρριψαν τις προτάσεις και άρχισαν να επιτίθενται με σφοδρότητα, προκαλώντας τεράστιες απώλειες στους αδύναμους και εξαντλημένους Αθηναίους και τους συμμάχους. Το εκστρατευτικό σώμα κινήθηκε με δυσκολία και έφθασε στον ποταμό Ασσίναρο, όπου οι εξαντλημένοι και διψασμένοι Αθηναίοι δέχτηκαν την έφοδο του συνόλου του στρατού των Συρακουσίων.
 
Ήταν η 16η Σεπτεμβρίου του 413 π.Χ. όταν τα υπολείμματα της κάποτε περήφανης αθηναϊκής στρατιάς παραδόθηκαν, μετά από πολύωρη σφαγή, στους Συρακούσιους. Από τους Αθηναίους που είχαν ξεκινήσει την εκστρατεία, περίπου 7.000 είχαν πέσει ζωντανοί στα χέρια των αντιπάλων τους, ενώ ακόμη 15.000 Σύμμαχοι που είχαν συλληφθεί πουλήθηκαν ως δούλοι.
 
Η τύχη των Αθηναίων ήταν εξίσου φρικτή. Οι δύο εναπομείναντες ηγέτες, ο Δημοσθένης και ο Νικίας, εκτελέσθηκαν, παρά την αντίθεση του Γύλιππου και του Ερμοκράτη. Το σύνολο των αιχμάλωτων ανδρών μεταφέρθηκαν στα λατομεία των Επιπολών, όπου εργάστηκαν κυριολεκτικά μέχρι θανάτου στην εξόρυξη μεταλλευμάτων.
 
Ήταν ένα τραγικό τέλος όχι μόνο στην Σικελική Εκστρατεία αλλά και στις φιλοδοξίες της Αθήνας για κυριαρχία επί του ελληνικού κόσμου.
 
Παράρτημα 1
 
Αλκιβιάδης, ο άνθρωπος της Μοίρας
 
Ο άνθρωπος που "παραλίγο να γινόταν Μεγάλος", ένας από τους μεγαλύτερους αμοραλιστές της ιστορίας, ή απλά ένας άνθρωπος του πεπρωμένου; Ο γιος του Κλεινία και της Δεινομάχης (πλήρες όνομα Αλκιβιάδης Κλεινίου Σκαμβωνίδης) γεννήθηκε το 450 π.Χ στην Αθήνα, γόνος μίας πλούσιας και ισχυρής αριστοκρατικής οικογένειας. Η μητέρα του ανήκε στο πανίσχυρο γένος των Αλκμεωνιδών και ο Περικλής έγινε προστάτης του μικρού (μόλις 3 ετών) Αλκιβιάδη όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε στη μάχη της Κορώνειας στα 446 π.Χ.
 
Αντίθετα με τους περισσότερους της τάξης του, προτίμησε να ενταχθεί στον πολιτικό στίβο στο πλευρό των Δημοκρατικών και μάλιστα της ριζοσπαστικής και πλέον αντιλακωνικής τους πτέρυγας. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, αυτό οφείλεται στην απόρριψη του (εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας του) από τους Σπαρτιάτες, όταν υπέβαλλε αίτηση να γίνει πρόξενος τους στην Αθήνα.
 
Από τα εφηβικά του χρόνια ξεχώρισε τόσο για την ευφυία και για τα ηγετικά του προσόντα, όσο και για τον άστατο και θυελλώδη χαρακτήρα του. Επιρρεπής στις καταχρήσεις και τις πάσης φύσεως ακολασίες, ο νεαρός Αλκιβιάδης σχετίστηκε από τα νεανικά του χρόνια με τον Σωκράτη, με τον οποίο συνδέθηκε με ισχυρούς δεσμούς (ο μεγάλος φιλόσοφος του έσωσε τη ζωή στη μάχη της Ποτίδαιας, μια χάρη που ανταπέδωσε ο Αλκιβιάδης σώζοντας το Σωκράτη στη μάχη του Δηλίου).
 
Η άνοδος του Αλκιβιάδη στην αθηναϊκή πολιτική σκηνή τοποθετείται στην εποχή μετά την ειρήνη του Νικία, όταν κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα ρήγμα στις σχέσεις Αθηναίων και Σπαρτιατών, το οποίο εκμεταλλεύτηκε για να αναμοχλεύσει τα πάθη και να οδηγήσει τις δύο πλευρές ξανά στην ρήξη. Δικό του έργο ήταν η συμμαχία της Αθήνας με τις πόλεις που ανταγωνίζονταν τη Σπάρτη στην Πελοπόννησο (Άργος, Μαντίνεια, Ηλεία κλπ.) μια κίνηση με τεράστια στρατηγική σημασία, που όμως απέτυχε να πετύχει και στρατιωτικά τους σκοπούς της.
 
Μετά την Σικελική Εκστρατεία, ο Αλκιβιάδης προσπάθησε ξανά να κερδίσει την εύνοια των συμπατριωτών του, έχοντας ήδη αυτομολήσει στην αυλή του σατράπη της Φρυγίας Τισσαφέρνη, τον οποίο προσπαθούσε να πείσει να αποσύρει την υποστήριξη του προς τη Σπάρτη.
 
Ο Αλκιβιάδης κατάφερε στη συνέχεια να πετύχει την επάνοδο του στην Αθήνα, υποσχόμενος περσικό χρυσό και στρατιωτική βοήθεια.
 
Η διπλωματική ευστροφία του Αλκιβιάδη τον έβγαλα ξανά ασπροπρόσωπο και οι Αθηναίοι, που μετά την καταστροφή στη Σικελία και την οχύρωση της Δεκέλειας από τους Σπαρτιάτες, χρειαζόταν απελπισμένα μία νίκη, τον ανέδειξαν ξανά στρατηγό της πόλης.
 
Μετά από κάποιες αρχικές επιτυχίες, που έδωσαν ελπίδες στους Αθηναίους, ο Αλκιβιάδης επέστρεψε με δόξα και τιμή το 407 στην Αθήνα, αφού κατόρθωσε να νικήσει δύο φορές τον σπαρτατικό στόλο (στην Άβυδο και την Κύζικο) και ανακατέλαβε τη Χαλκηδόνα και το Βυζάντιο για λογαριασμό των Αθηναίων.
 
Η επιστροφή του χαιρετίστηκε από τον Δήμο, που στο πρόσωπο του - παρά το κακό που είχε προκαλέσει στην πόλη του - έβλεπε πλέον τη μοναδική ελπίδα για νίκη. Ωστόσο η ανανεωμένη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του ήταν βραχύβια, αφού οι δύο πρώτες αποτυχίες (μία "μισή νίκη" και μία ήττα) οδήγησαν εκ νέου στην αποπομπή. Ο Αλκιβιάδης, απογοητευμένος ξανά, αποσύρθηκε στην Χερσόνησο και όταν οι Αθηναίοι ηττήθηκαν στους Αιγός Ποταμούς βρήκε καταφύγιο στην αυλή του Φαρνάβαζου, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Τισσαφέρνη.
 
Ενώ ετοιμαζόταν να επισκεφτεί τον ίδιο το Μεγάλο Βασιλιά των Περσών, ο Αλκιβιάδης δολοφονήθηκε κατόπιν εντολής του Φαρνάβαζου, από τον οποίο ζήτησαν αυτήν την "εξυπηρέτηση" οι Σπαρτιάτες.
 
Παράρτημα 2

Οι αθηναϊκές φιλοδοξίες
 
Το πόσο εκτεταμένες ήταν οι φιλοδοξίες των Αθηναίων, φαίνεται ανάγλυφα από τα λόγια που βάζει ο Θουκυδίδης στο στόμα του Αλκιβιάδη, στον λόγο που εκφώνησε προς την Απέλλα της Σπάρτης για να πείσει τους Λακεδαιμόνιους να εκστρατεύσουν και κείνοι στη Σικελία:
 
"Πήγαμε στη Σικελία για να υποτάξουμε πρώτα απ' όλα τους Σικελιώτες και μετά τους Ιταλιώτες και εν συνεχεία να δοκιμάσουμε να κατακτήσουμε την ηγεμονία των Καρχηδονίων και την ίδια την Καρχηδόνα. Και αν τα κατορθώναμε όλα αυτά ή τουλάχιστον τα περισσότερα, τότε είχαμε σκοπό να επιτεθούμε στην Πελοπόννησο, μεταφέροντας από εκεί όλες τις ελληνικές δυνάμεις που θα είχαν προστεθεί στις δικές μας, στρατολογώντας πολλούς μισθοφόρους, Ίβηρες και άλλους, όσοι θεωρούνται από τους εκεί βάρβαρους οι καλύτεροι πολεμιστές και ναυπηγώντας πολυάριθμα πολεμικά εκτός από τα δικά μας, αφού η Ιταλία έχει άφθονη ξυλεία. Με αυτά θα είχαμε αποκλείσει την Πελοπόννησο καπό παντού και ταυτόχρονα θα κάναμε επιθέσεις με το πεζικό ενάντια στης πόλεις, είτε για να τις κυριεύσουμε με έφοδο είτε για να τις αποκλείσουμε με τείχος και έτσι εύκολα να κατακτήσουμε την Πελοπόννησο. Μετά θα κυριαρχούσαμε σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο".
 
Παράρτημα 3
 
Τι θα γινόταν αν οι Αθηναίοι πετύχαιναν στη Σικελική Εκστρατεία
 
Ελάχιστες είναι εκείνες οι πολεμικές συγκρούσεις που από το αποτέλεσμα τους έκριναν την ιστορία ολόκληρου του κόσμου. Η αρχαία Ελλάδα έχει ένα δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο σε τέτοιες μάχες, αφού η κατοπινή ιστορία της Ευρώπης (και του κόσμου ολόκληρου συνακόλουθα) διαμορφώθηκε κατά μεγάλο βαθμό στις δύο όχθες του Αιγαίου και στις υπόλοιπες περιοχές που αποτελούσαν τον "ελληνικό κόσμο".
 
Η μεγάλη εμφύλια σύγκρουση του Πελοποννησιακού Πολέμου καταρχήν φαίνεται σα μία "ελληνική" υπόθεση. Από τη μια, η Αθήνα, εξωστρεφής, θαλασσοκράτειρα, με τάσεις επεκτατισμού, ιμπεριαλιστική, θιασώτης των νεωτερισμών και της Δημοκρατίας.
 
Από την άλλη, η Σπάρτη. Αριστοκρατική, εσωστρεφής, βαθύτατα συντηρητική, υπερασπιστής τους status quo, πανίσχυρη στρατιωτικά, με ισχυρές αρχαίες συμμαχίες που βασίζονται στην διατήρηση της αυτονομίας των συμμάχων.
 
Λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα απέχουν η Λακωνία από την Αττική, αλλά ένα πραγματικό χάος χώριζε τις δύο πόλεις. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, με διαφορετικές ρίζες στο παρελθόν και διαφορετική προοπτική για το μέλλον, διασταύρωσαν τα ξίφη τους επικεφαλής αντίστοιχων συνασπισμών, προσπαθώντας να πετύχουν τι ακριβώς;
 
Διότι και σε αυτό το σημείο υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Οι Αθηναίοι ξεκάθαρα επιθυμούσαν την ηγεμονία όλων των Ελλήνων. Αυτό που μερικές δεκαετίες αργότερα πέτυχε ο Φίλιππος της Μακεδονίας, αυτός ήταν ο στόχος των Αθηναίων, τίποτε λιγότερο.
 
Οι Σπαρτιάτες, θεωρούσαν ότι είχαν ήδη την ηγεμονία των Ελλήνων πριν προσπαθήσουν να τους την "αρπάξουν" οι Αθηναίοι. Με την έννοια που είχε για αυτούς η ηγεμονία: πρωτοκαθεδρία μεταξύ των πόλεων, που ασχολούταν η κάθε μια με τις υποθέσεις της και δεν ανακατευόταν παραέξω. Τη διατήρηση αυτού του κατεστημένου επιθυμούσαν οι Σπαρτιάτες.
 
Όμως αυτή ακριβώς η διαφορά των επιδιώξεων, δίνει και την οικουμενική διάσταση της σύγκρουσης μεταξύ των δύο συνασπισμών.
 
Η κεντρική και ανατολική Μεσόγειος, το "θέατρο" των επιχειρήσεων, ήταν ήδη ένας ενιαίος γεωστρατηγικός χώρος. Η "διεθνοποίηση" της σύγκρουσης των Ελλήνων ήταν δεδομένη, πόσο μάλλον που ανακατεύθηκε σε αυτήν και η μεγάλη δύναμη της εποχής, η Περσία, ενώ οι μάχες μεταφέρθηκαν και στην Ιταλική Χερσόνησο, στην Σικελία.
 
Οπότε, το ζήτημα δεν ήταν απλώς ενδοελληνικό, έλαβε εξ αρχής διεθνή διάσταση. Οι Αθηναίοι, με τη δύναμη που τους έδινε το ισχυρό ναυτικό, οι εισφορές των συμμάχων τους και ο εξωστρεφής χαρακτήρας της πολιτείας τους, βρισκόταν ήδη, στα μέσα του 5ου αιώνα, σε τροχιά δημιουργίας μιας ισχυρής αυτοκρατορίας.
 
Οι Αθηναίοι επί της ουσίας είχαν ήδη κυριαρχήσει στο Αιγαίο, ωστόσο το Αιγαίο ήταν πολύ μικρό για να χωρέσει την αθηναϊκή φιλοδοξία. Τα συμφέροντα της Αθήνας είχαν φέρει τις τριήρεις της πόλης σε κάθε γωνιά της ανατολικής Μεσογείου, από την Καρία έως την Κύπρο και από την Παλαιστίνη έως την Αίγυπτο. Και η Μαύρη Θάλασσα συμπεριλαμβανόταν στο ζωτικό χώρο των Αθηναίων.
 
Αυτό που οραματίζονταν οι ηγέτες της πόλης της Παλλάδας ήταν μια αυτοκρατορία που θα εκτεινόταν από την Μεγάλη Ελλάδα έως τη Μικρά Ασία, όχι απλώς μια εμπορική αυτοκρατορία όπως αυτή της Καρχηδόνας, αλλά περισσότερο μια πραγματική αυτοκρατορία, όπως αυτή των Περσών. Και στην θέση του Μεγάλου Βασιλιά, ο Δήμος, οι πολίτες της Αθήνας!
 
Ήταν μια φιλοδοξία που, περιέργως, δεν εκπορευόταν από την ανώτερη τάξη της Αθήνας, η οποία ήταν βαθιά συντηρητική και μοιραζόταν την λατρεία των Λακώνων για διατήρηση του status quo και μη διατάραξη των ισορροπιών. Μοιάζει περίεργο που οι αριστοκράτες της Αθήνας αρνήθηκαν να αντιληφθούν τις δυνατότητες που ανοίγονταν μπροστά τους εφόσον η πόλη τους γινόταν πραγματική κοσμοκράτειρα. Αντίθετα με την ανώτερη τάξη της Ρώμης λ.χ. που ηγήθηκε των προσπαθειών της Αιώνιας Πόλης για να γίνει κοσμοκράτειρα, οι Αθηναίοι ολιγαρχικοί επέβαλλαν συνεχώς προσκόμματα στον εξωστρεφή χαρακτήρα της Δημοκρατίας τους και είναι εκείνοι που με τις πράξεις τους καταδίκασαν την προσπάθεια της πόλης τους.
 
Η αναφορά της Ρώμης, δεν είναι τυχαία. Παρουσιάζει ένα απτό παράδειγμα του πως μία μικρή και σχετικά αδύναμη πόλη-κράτος, κατόρθωσε να επικρατήσει επί των γειτόνων της και στη συνέχεια να γίνει μία πραγματική αυτοκρατορία και όλα αυτά ενώ είχε ένα δημοκρατικό (έστω, ολιγαρχικό) πολίτευμα.
 
Κάποιοι σύγχρονοι μελετητές, προσπαθώντας να εξηγήσουν γιατί η Αθήνα, που στα μέσα του 5ου αιώνα είχε όλα τα εχέγγυα για να γίνει κοσμοκράτειρα δεν κατόρθωσε κάτι τέτοιο, επικεντρώνονται στις αδυναμίες του δημοκρατικού πολιτεύματος.
 
Ωστόσο κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον ανακριβές. Η δημοκρατία είναι εκείνη που επέτρεψε σε άντρες σαν τον Θεμιστοκλή, τον Αλκιβιάδη, τον Μιλτιάδη, τον Ιφικράτη, τον Περικλή και τόσους άλλους σπουδαίους ηγέτες που ανέδειξε η πόλη της Παλλάδας, να αναδειχθούν και να διακριθούν. Κάποιοι εξ αυτών (λ.χ. Θεμιστοκλής) ήταν ταπεινής καταγωγής και σε μια άλλη πόλη με λιγότερο εύκαμπτες κοινωνικοπολιτικές δομές, θα είχαν μείνει στο περιθώριο. Κάποιοι άλλοι αναδείχθηκαν λόγω ακριβώς των χαρισμάτων που είχαν ως δημαγωγοί και ηγέτες και λόγω της σχέσης που κατόρθωσαν να αποκτήσουν με το Δήμο. Επρόκειτο για μια αμφίδρομη σχέση, αφού ο Δήμος έτρεφε τη φιλοδοξία τους και εκείνοι εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του Δήμου.
 
Είναι αλήθεια ότι η σικελική εκστρατεία και κατά συνέπεια ολόκληρη η προσπάθεια των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, καταδικάστηκε από μία άστοχη κίνηση του Δήμου, που δεν κατόρθωσε να αποκρούσει τις κατηγορίες των δημαγωγών και ανακάλεσε τον Αλκιβιάδη.
 
Η απόφαση αυτή έγραψε ιστορία. Αν ο Αλκιβιάδης είχε αφεθεί στην κεφαλή του εκστρατευτικού σώματος για να συνεχίσει την εκστρατεία που ο ίδιος είχε εμπνευστεί και επιβάλλει - επί της ουσίας - στους Αθηναίους, τα αποτελέσματα θα ήταν διαφορετικά. Μπορεί ο Λάμαχος να ήταν ουσιαστικά εξίσου καλός με τον Αλκιβιάδη ως στρατιωτικός ηγέτης, ίσως και καλύτερος, ωστόσο ήταν ανεπαρκής ως διπλωμάτης και πολιτικός. Και αυτό που χρειαζόταν οι Αθηναίοι στη Σικελία ήταν η ευστροφία, ο μεστός πολιτικός λόγος και η προσωπική γοητεία του Αλκιβιάδη. Δυνάμεις είχαν αρκετές και ικανοποιητικές. Αυτό που δεν είχαν ήταν σωστή καθοδήγηση και ευελιξία στο διπλωματικό παιχνίδι όπου παίχτηκε - και χάθηκε - η εκστρατεία.
 
Σε περίπτωση που οι Αθηναίοι πετύχαιναν, ουδείς αμφιβάλλει ότι η Σικελία θα ήταν μόνο η αρχή. Με τις τεράστιες πλουτοπαραγωγικές δυνατότητες της μεγαλονήσου στη διάθεση τους, δεν υπήρχε αμφιβολία ως προς το αποτέλεσμα της εμφύλιας διαμάχης: οι Αθηναίοι θα θριάμβευαν επί των Σπαρτιατών στο μέτωπο του Πελοποννησιακού Πολέμου και θα είχαν πλέον την αδιαφιλονίκητη ηγεσία των Ελλήνων, από την Σικελία έως την Ιωνία, για να τους οδηγήσουν ενάντια στον προαιώνιο εχθρό, τους Πέρσες.
 
Και οι Σπαρτιάτες προσπάθησαν να κάνουν το ίδιο, αλλά ήταν ολοφάνερο ότι πέραν από την προσωπική φιλοδοξία ενός ανθρώπου - του Αγησίλαου - δεν υπήρχε κίνητρο που να τους ωθήσει να επιδοθούν σε μια πραγματικά ιμπεριαλιστική επεκτατική πολιτική.
 
Ως εκ τούτου, παρά τις πρόσκαιρες επιτυχίες του Αγησίλαου στη Μικρά Ασία, που έδειχναν και την ευπάθεια των Περσών στη συγκεκριμένη περίοδο ενάντια στους Έλληνες τουλάχιστον, απέτυχαν οικτρά. Η Σπάρτη ουδέποτε μπόρεσε να ξεπεράσει την εσωστρέφεια και την συντηρητικότητα της. Αντίθετα, η Αθήνα είχε όλα τα εχέγγυα για να γίνει κοσμοκράτειρα. Όμως δεν τα κατάφερε, εξαιτίας της αποκοτιάς των Αθηναίων που ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη και εξαιτίας μιας σειράς από λίγο ή πολύ τυχαία γεγονότα που καταδίκασαν την Σικελική Εκστρατεία.

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (ΜΕΡΟΣ Γ')

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ  ΜΕΡΟΣ Γ'

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ 

Η Αγία Σοφία αποτέλεσε έμπνευση του Κωνσταντίνου, όραμα του Ιουστινιανού και το σχέδιο δύο σημαντικότερων αρχιτεκτόνων της αυτοκρατορίας, του Ανθέμιου από τις Τράλλεις και του Ισίδωρου από τη Μίλητο. Ο Ιουστινιανός ήθελε να δημιουργήσει ένα κτίσμα διαφορετικό και εντυπωσιακό που θα ξεπερνούσε τις τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής. Και τα κατάφερε.
Στην ίδια θέση που το 360 μ.Χ είχε ανεγερθεί ο πρώτος ναός, επί της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου Β', ο Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ) έχτισε έναν νέο, πολύ μεγαλύτερο και μεγαλοπρεπέστερο...


Το κέντρο της χριστιανικής πίστης και λατρείας είχε μεταφερθεί στη «Νέα Ιερουσαλήμ» όπως την αποκαλούσαν οι Βυζάντιοι. Η Μεγάλη Εκκλησία, ήταν από το 360 μέχρι το 1453 ορθόδοξος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης. Ο ναός χωρούσε 23.000 ανθρώπους, 525 ψάλτες, διακόνους και ιερείς. Η Αγία Σοφία μπορεί να έμεινε όρθια για 15 ολόκληρους αιώνες αψηφώντας τους σεισμούς, όμως μπροστά στη στενή πολιορκία του τούρκου κατακτητή δεν άντεξε. Η τραγική ιστορία γράφεται το 1453. Η Πόλη πέφτει, παραδίδεται στο σουλτάνο Μωάμεθ το Β’ και στις 29 Μαίου του 1453 η Πόλη αλώθηκε.  

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ 

Θρύλοι και Παραδόσεις γύρω από την Άλωση της Πόλης

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί μέχρι το 1934. Σήμερα είναι μουσείο και έχει ανακηρυχθεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η Πόλη πέφτει και οι θρύλοι... αρχίζουν...


1) Το Χτίσιμο Της Αγίας Σοφίας (Θρακικός Θρύλος)

Υπάρχει ένας νεοεελληνικός θρύλος από την περιοχή της Θράκης που μας πληροφορεί για τον τρόπο που με τον οποίο ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός βρήκε το σχέδιο για το χτίσιμο της Αγίας Σοφίας μετά το 530 π.χ. Ο θρύλος λοιπόν αυτός μας περιγράφει και μας εξηγεί ότι το σχέδιο για να κτισθεί η Αγία Σοφία, έγινε γνωστό στον αυτοκράτορα με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο απ΄αυτόν που μάθαμε από το μάθημα της Ιστορίας. 

Αξίζει ιδιαίτερης προσοχής αυτή η παράδοση γιατί δεν είναι γνωστή από άλλους τόπους παρά μόνο από τη Θράκη. Τη διηγιόντουσαν στη Βιζύη της Θράκης κατά τον 20 αιώνα, και εκεί, στην ιδιαίτερη στην ιδιαίτερη του πατρίδα την έμαθε μικρό παιδί ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός. Μάλιστα θέλοντας να σώσει από την λησμονιά αυτή την παράδοση-θρύλο την περιέγραψε έμμετρα μέσα στην ποιητική του συλλογή «Ατθίδες αύραι».

Ας δούμε λοιπόν τι λέει αυτός ο Θρακικός θρύλος.

«Ήταν ο καιρός που ο αυτοκράτορας στην Πόλη είχε αποφασίσει να χτίσει την Αγία Σοφία. Είχε καλέσει τον πρωτομάστορα, και ο τελευταίος είχε κάνει ένα σχέδιο και ύστερα και άλλο και ύστερα και άλλα σχέδια, πώς να χτιστεί η μεγάλη εκκλησία . Κανένα όμως από αυτά τα σχέδια δεν ευχαριστούσε το βασιλιά. Ήθελε κάτι άλλο, πολύ πιο σπουδαίο. Και ο πρωτομάστορας κάθε μέρα προβληματιζόταν και πιο πολύ και σκεφτόταν τι νέο σχέδιο να φτιάξει.

 
Μια Κυριακή, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο αυτοκράτορας να πάρει το αντίδωρο, εκείνο όμως του ξεφεύγει από το χέρι και πέφτει κάτω. Μια στιγμή αργότερα παρουσιάζεται μια μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο, κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του αυτοκράτορα. Βγάζει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς ότι όσοι έχουνε μελίσσια να τ΄ ανοίξουνε και να ψάξουν, για να βρεθεί το αντίδωρο.

Ψάχνει και ο πρωτομάστορας στα δικά του μελίσσια και τι βλέπει; Είχανε κάτσει οι μέλισσες μέρες πριν και είχανε φτιάξει με το κερί μέσα στην κυψέλη μιαν εκκλησία πανέμορφη και σκαλιστή και μεγαλοπρεπή, που δεν είχε όμοιά της σ΄ ολόκληρη την Οικουμένη. 'Ολες οι λεπτομέρειες είχανε γίνει στην εντέλεια μέσα κι έξω στην εκκλησία. Η πόρτα της ανοιχτή, ο τρούλος έτοιμος οι κολώνες στη θέση τους, ως και η Αγία Τράπεζα τελειωμένη. Την είχαν αποτελειώσει σ΄ όλα της την εκκλησία, και επάνω στην Αγία Τράπεζα της είχε φέρει εκείνη η μέλισσα και είχε αποθέσει το αντίδωρο του βασιλιά.

Είδε την εκκλησιά ο πρωτομάστορας και θαύμασε το τέλειο σχέδιό της. Την είδε κατόπιν και ο αυτοκράτορας και ήταν όλος χαρά. Το σχέδιο που είχανε φτιάξει οι μέλισσες, έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγία Σοφία!!!

2) Τα Μάρμαρα της Αγίας Σοφίας

Τα μάρμαρα της Αγίας Σοφίας έχουν τη δική τους ιστορία. Ο Ιουστινιανός θέλοντας να δημιουργήσει ένα κτίσμα που όμοιό του δεν θα υπήρχε στην οικουμένη, έστειλε εγκύκλιο σε όλους τους κυβερνήτες των επαρχιών να στείλουν τα ωραιότερα μάρμαρα από τα πιο φημισμένα λατομεία της αυτοκρατορίας. Όμως τα μάρμαρα αυτά δεν ξεχώριζαν μόνο για την εξωτερική τους εμφάνιση.


Ο θρύλος λέει ότι τα μάρμαρα της Αγίας Σοφίας προμηνύουν το μέλλον και κυρίως τις μεγάλες καταστροφές. Πολλοί επισκέπτες μαρτυρούν ότι βλέπουν ακόμα και σήμερα το μανιτάρι της ατομικής βόμβας πάνω στα μάρμαρα της Αγίας Σοφίας ως ένδειξη των δεινών που έχει περάσει.

3) Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς

Ο λαοφιλέστερος θρύλος έχει να κάνει με το τελευταίο αυτοκράτορα που μαρμάρωσε μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση πέρασε από στόμα σε στόμα αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Όταν η Πόλη πέρασε στα χέρια των Τούρκων, ο λαός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο κτίσμα έχει περιέλθει σε μουσουλμανικά χέρια. Διέδωσαν λοιπόν ότι ο βασιλιάς κρύφτηκε πίσω από μία κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στους διαδρόμους και παρέμεινε κρυμμένος εκεί.

 
Οι ώρες αναμονής τον "μαρμάρωσαν". Είναι γεγονός ότι κανείς δεν βρήκε το πτώμα του τελευταίου υπερασπιστή, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Χάθηκε και πίστεψαν ότι Άγγελος Κυρίου το έκρυψε και το μαρμάρωσε. Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα του δώσει δύναμη και ζωή ξανά και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή. Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη.

4) Ο πονοκέφαλος του Ιουστινιανού

Λέγεται ότι ο Ιουστινιανός υπέφερε από χρόνιες ημικρανίες. Τις νύχτες λοιπόν όταν τον έπιαναν αυτοί οι αφόρητοι πόνοι ερχόταν στην Αγία Σοφία. Οι γιατροί του παλατιού δεν μπορούσαν να βρουν θεραπεία και ο πονοκέφαλος δεν περνούσε με κανένα φάρμακο από αυτά που του έδιναν. Ερχόταν λοιπόν στην Αγία Σοφία και παρακαλούσε το Θεό να τον απαλλάξει από αυτό το μαρτύριο.

Ένα βράδυ ακούμπησε το κεφάλι του σε μία κολόνα την οποία πίστευαν ότι τη φυλάει ο Άγιος Γρηγόριος ο θαυματουργός. Μπροστά σε αυτή την κολόνα παρακάλεσε ο Ιουστινιανός να απαλλαχθεί από τον τρομερό πονοκέφαλο που είχε. Και το θαύμα έγινε.

 
Ο πονοκέφαλος πέρασε και για την ακρίβεια δεν τον ταλαιπώρησε ξανά. Όταν διαδόθηκε αυτό μέσα στο λαό, άρχισαν να έρχονται όλοι για να πιάσουν την κολόνα και συγχρόνως να κάνουν μία ευχή. Προσεύχονταν να εισακουστεί η προσευχή τους όπως ακριβώς εισακούστηκε του Ιουστινιανού.

5) Η «Μέλισσα» ...Αρχιτέκτονας

Πρόκειται για τον πιο ποιητικό θρύλο και αφορά στο αρχιτεκτονικό σχέδιο της Μεγάλης Εκκλησίας. Σύμφωνα με το θρύλο το σχέδιο της Αγίας Σοφίας το έκανε ο Θεός με «όργανο» μία μέλισσα. Όταν ο Ιουστινιανός προέβαινε στο σχεδιασμό της εκκλησίας και μελετούσε τα σχέδια με τους αρχιτέκτονες, ο πρωτομάστορας του είχε υποβάλει διάφορα σχέδια κατασκευής τα οποία δεν τον ενθουσίαζαν. Για την ακρίβεια τον άφηναν παγερά αδιάφορο.

Κάποια στιγμή όμως συνέβη κάτι παράδοξο. Κοινωνούσαν μία μέρα σε μία καθιερωμένη λειτουργία και ο αυτοκράτορας πήγε να πάρει αντίδωρο από τα χέρια του Πατριάρχη. Όπως έπαιρνε όμως το αντίδωρο του έπεσε κάτω. Έσκυψε να το πάρει αλλά το αντίδωρο είχε εξαφανιστεί. Δεν το έβρισκε πουθενά. Και καθώς σηκωνόταν βλέπει μία μέλισσα να έχει πάρει το αντίδωρο στο κεντρί της, να πετάει μέσα στο ναό και να βγαίνει από το παράθυρο.

 
Ο Ιουστινιανός παραξενεύτηκε πολύ από το γεγονός και έβαλε «θεούς και δαίμονες» να ψάξουν που έχει βάλει η μέλισσα το αντίδωρο. Μάλιστα ο βασιλιάς έδωσε εντολή να ανοίξουν όλοι οι μελισσοκόμοι τις κυψέλες τους και να βρουν το αντίδωρο με τη μέλισσα. Μετά από πολύ μεγάλη έρευνα ανακάλυψε ότι σε μια κυψέλη του πρωτομάστορα έχει μεταφερθεί το αντίδωρο και μάλιστα οι μέλισσες είχαν κατασκευάσει, σύμφωνα πάντα με το θρύλο, μία πλήρη μακέτα της εκκλησίας που οραματιζόταν ο Ιουστινιανός με όλες τις λεπτομέρειες ακόμα και την Αγία Τράπεζα. Πάνω στην Αγία Τράπεζα είχε ακουμπήσει το αντίδωρο.

6) Ο Παπάς της Αγίας Σοφίας

Ένας άλλος θρύλος ιδιαίτερα αγαπητός είναι ο θρύλος του παπά της Αγίας Σοφίας. Η παράδοση λέει ότι την ώρα που οι Τούρκοι έμπαιναν στην εκκλησία, ο παπάς διέκοψε τη λειτουργία και κρύφτηκε πίσω από το ιερό. Σε εκείνο το σημείο που κρύφτηκε ενώ υπήρχε μία πόρτα, "ως δια μαγείας" η πόρτα έγινε τοίχος τον οποίο κανείς και ποτέ δεν κατάφερε να σπάσει από τότε.


Ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Έλληνες μάστοροι τους οποίους έφερναν για αυτό το σκοπό δεν μπόρεσαν να γκρεμίσουν τον τοίχο. Ο θρύλος καταλήγει ότι όταν η Αγία Σοφία ξαναγίνει ελληνική εκκλησία, τότε ο παπάς θα βγει από το ιερό και θα ολοκληρώσει την ημιτελή λειτουργία του.

Ένας άλλος θρύλος αναφέρει :

Μια λαική παράδοση αναφέρει, ότι τη στιγμή που διέρρηξαν οι Τούρκοι την πύλη της Αγίας Σοφίας τελούνταν θεία λειτουργία και ο ιερέας τη στιγμή που είδε τους μουσουλμάνους να ορμούν στο πλήθος των πιστών, εισήλθε και εξαφανίστηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Αγιο Βήμα που άνοιξε μπροστά του κατά τρόπο μαγικό.


 Λέγεται ότι όταν η Κωνσταντινούπολη θα επανέλθει στα χέρια των Χριστιανών, ο ιερέας θα βγει από τον τοίχο για να συνεχίσει την λειτουργία. 'Ενας άλλος θρύλος λέει ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στο ένα του χέρι είχε έξι δάκτυλα και αν βρεθεί κάποιος 'Ελληνας που έχει έξι δάχτυλα τότε θα ανακτήσει (ο Κωνσταντίνος) την Πόλη και την αυτοκρατορία του.

7) Η Αγία Τράπεζα

Η Αγία Τράπεζα ήταν κατασκευασμένη από χρυσό. Από πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα των αυτοκρατόρων, ανάμεσα τους και αυτό του Μ. Κωνσταντίνου. Και λέγεται ότι αυτό γινόταν για να θυμίζουν στους χριστιανούς την προδοσία του Ιούδα. Τα τριάκοντα αργύρια.


Η Αγία Τράπεζα την τελευταία ώρα που κατεκτήθη η Πόλη, λέγεται ότι την πήραν τη βάλανε σε ένα πλοίο για να την πάνε στη Φραγκιά. Έτσι θα την προφύλασσαν από τα τουρκικά χέρια. Και αυτό το πλοίο μεταβαίνοντας στην Προποντίδα βυθίστηκε. Στο σημείο που έχει βυθιστεί, όσοι καπετάνιοι είναι πιστοί μπορούν να τη δουν.

Μια άλλη εκδοχή λέει :

Την μέρα που πάρθηκε η Πόλη, έβαλαν σ΄ ένα καράβι την Αγία Τράπεζα της Αγιας-Σοφιάς, να την πάνε στην Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.


Εκεί όμως στη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή και κύματα κι αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό οι ναυτικοί από τη γαλήνη, που είναι πάντα εκεί, και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας.

8) Τα Δισκοπότηρα της Αγίας Σοφίας

Την ώρα που ακουγόταν έξω από την Αγία Σοφία φωνές «οι Τούρκοι! –οι Τούρκοι!», ο πρωτόπαππας βγαίνει από την στοά της εξομολογήσεως. Αποβραδίς κοινώνησε τον Αυτοκράτορα κι ως το πρωί εξομολογούσε. ΄Όπως βγήκε ψηλός , ηλιοκαμένος μ΄ άσπρα γένια και φρύδια παχιά, νόμιζες πως ένας άγιος ξεκόλλησε από τον τοίχο. Και για μια στιγμή, όταν είδε το πλήθος γονατιστό ν α τρέμει, κιτρίνησε σαν το φλουρί. Κοντοστάθηκε, σφόγγισε τα δάκρυά του και προχώρησε στην εκκλησία. Ο ναός, ο άμβωνας, ο σωλέας και τα περιστύλια ήταν γεμάτα κόσμο. Τα φώτα, οι πολυέλαιοι, οι κανδήλες ήταν ανναμμένα….

 
Ο πρωτόπαππας έκαμε τρεις σταυρούς και μπήκε στο ιερό. Επάνω στην Αγία Τράπεζα, σα να ήταν κρεμαστός ουράνιος θόλος, το Κιβώτιο. Στήριζε τα τέσσερα χρυσά του πόδια στις τέσσερις γωνίες και απ΄εμπρός πρόβαλε ένα ωραίο τόξο. Ένας σταυρός χρύσιζε στην κορυφή του και μ έσα από τον θόλο του κατέβαινε άσπρο περιστέρι, η Περιστερά του Αγίου Πνεύματος. Ο πρωτόπαππας βγάζει από τα σπλάχνα της Περιστεράς τα Δισκοπότηρα, τα σκέπασε με μεταξωτό, που λέγεται Αέρας, τα πήρε κι έφυγε. «Μη δότε τα Άγια τοις κυσίν», σκέφτηκε…

Σκοτείνιασε. Το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, την Πόλη. Κι από τη θάλασσα μακριά ανέβαινε αιμοσταγμένος του φεγγαριού ο δίσκος. Κόκκινος, σαν τα μάτια του φονιά. Ολόρθος ο πρωτόπαππας κάρφωσε στον ουρανό τα μάτια του και είδε –ω φρίκη! – το φονικό φεγγάρι να στέκεται ακίνητο στον τρούλο της Αγίας Σοφίας. Και είδε να μαυρίζει, να μαυρίζει ο μισός δίσκος. Αρχαία προφητεία έλεγε: «θα είναι Πανσέληνος. Έκλειψη θα γίνει. Και η Πόλη θα πέσει!»…


 
Αμέσως άνοιξαν τα μεσουράνια. Ένα φως γλυκύτατο απλώθηκε. Άγγελος Κυρίου φάνηκε κι άρπαξε τα Δισκοπότηρα.

Μην ήταν θαύμα; Η θάλασσα άνοιξε στόμια και κατάπιε τον πρωτόπαππα. Γαλήνη! Το τρομερό στοιχείο ησύχασε. Και σαν να ήταν Φώτα κι άγιασε την θάλασσα σταυρός…


9) Οι Εικόνες που δεν Καταστρέφονταν

Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Στην Αγία Σοφία είχε καταφύγει πολύς λαός, κυρίως γυναικόπαιδα, για να αποφύγουν τον θάνατο. Όμως η παρουσία τους εκεί δεν τους έσωσε, καθώς φανατισμένοι από τους δερβίσηδες μωαμεθανοί μπήκαν στην εκκλησία και άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όποιον έβρισκαν κοντά τους. Ο σωρός των πτωμάτων έφτασε τα δέκα μέτρα. Όταν μάλιστα ο Σουλτάνος Μωάμεθ προσπάθησε να μπει στο ναό το άλογο του σκόνταψε πάνω στα πτώματα. Με την οπλή του το άλογο άφησε ένα σημάδι στην κορυφή του στύλου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα. Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγίας Σοφίας τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι.


Όταν όμως οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη-γυναικωνίτη και ένας τσαούσης (Τούρκος αξιωματικός) προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε θαύμα! Τη στιγμή που ο Τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός. Τη θέση του πήρε ένας άλλος Τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι εκείνος είχε την ίδια τύχη. Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν από το πρωτόγνωρο γι' αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο αλλά και σεβασμό εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθειά τους. Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξιό εξώστη της Αγίας Σοφίας.

10) Τα Ψάρια του Καλογέρου ή τα Ψάρια του Μπαλουκλή

Ένας Κωνσταντινοπολίτης καλόγερος είχε ψαρέψει ψάρια σε ένα ποτάμι και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Πόλης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμά τους.

 
Λένε πως οι θρύλοι είναι τροφός για την ψυχή των υποδούλων. Είναι τα λυτρωτικά όνειρα που μας κρατάνε ζωντανούς και μας βοηθούν να αντέχουμε όλα τα δεινά.

Το 1919 η μικρασιατική καταστροφή έσβησε όλα τα λυτρωτικά όνειρα. Δεν υπήρχε χώρος πια ούτε για αυτά. Ο λαός ποτέ δεν θέλησε να πιστέψει ότι η απώλεια της Αγίας Σοφίας είναι τελεσίδικη. Και δεν ξέρουμε αν θα το πιστέψει, ή αν θα το αποδεχτεί και ποτέ.

Ο χώρος είναι μουσείο και τον επισκέπτονται άνθρωποι κάθε θρησκείας και κάθε χρώματος. Και αυτό είναι αναμφισβήτητα ένα πολιτιστικό επίτευγμα. Ίσως έτσι να επιβεβαιώνεται η φιλοδοξία του Ιουστινιανού που ήθελε ένα έργο με τεράστια απήχηση. Η Αγία Σοφία αποδεικνύει περίτρανα ότι η πίστη, η έμπνευση και η φιλοδοξία μπορούν να δημιουργήσουν αξεπέραστα οικοδομήματα.

11) Τα Μυστήρια της Αγιάς Σοφιάς και η Ανησυχία των Τούρκων

Aπό την πρώτη στιγμή που η Κωνσταντινούπολη έπεσε στους Οθωμανούς και ο Μωάμεθ ο Φατίχ εισήρθε καβάλα στο άσπρο άλογό του στην Αγία Σοφία, (όπου επί αρκετή ώρα, σύμφωνα με τουρκικές πηγές, έμεινε ακίνητος να κοιτάζει με έκσταση τον Παντοκράτορα στον τρούλο ενώ η εντυπωσιακή αυτή σκηνή έχει αποθανατιστεί και σε μια τουρκική ιστορική κινηματογραφική ταινία), ο μεγάλος αυτός ναός της Ορθοδοξίας έγινε το επίκεντρο διαφόρων μύθων και θρύλων που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους κατακτητές, προκαλώντας ένα έντονο δέος για το μεγαλούργημα αυτό της Ορθοδοξίας που τώρα το είχαν περικυκλώσει οι τέσσερις οθωμανικοί μιναρέδες.

 
Τα τελευταία χρόνια όμως ορισμένα γεγονότα με επίκεντρο την Αγία Σοφία και με αποκορύφωμα την απροσδόκητη εμφάνιση το καλοκαίρι του 2008 του Άγγελου στον Τρούλο, έχουν δημιουργήσει στους Τούρκους ένα έντονο κλίμα καχυποψίας και φόβου για τα μελλούμενα.

Παράλληλα επανήλθαν στην επιφάνεια όλοι εκείνοι οι θρύλοι που κατά καιρούς είχαν συγκλονίσει και είχαν προκαλέσει στους μουσουλμάνους μια χαρακτηριστική φοβία για την εκ νέου ανάδυση της ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας του ναού και τις κοσμογονικές συνέπειες αυτού του συγκλονιστικού γεγονότος, παρά το ότι λειτουργούσε μέχρι το 1934 σαν μουσουλμανικό τέμενος.

Έτσι τον περασμένο Ιανουάριο, (20/1/2012), η μεγάλης κυκλοφορίας τουρκική εφημερίδα, Σαμπάχ, παρουσίασε ένα πραγματικά καταπληκτικό αφιέρωμα για τα «Μυστήρια της Αγίας Σοφίας», (Ayasofya’ nın gizlemleri), όπου αποτυπώνεται -με γλαφυρό τρόπο- αυτό το κλίμα φοβίας που έχει καταβάλει τελευταία τους Τούρκους, για τα όσα υπάρχουν κρυμμένα μέσα στον Ιερό Ναό και τα όσα προμηνύονται να συμβούν τα επόμενα χρόνια.

Το πρώτο σημαντικό στοιχείο από αυτό το αφιέρωμα, είναι μια αδιόρατη φοβία που διακρίνεται από τους Τούρκους στους κρυμμένους σταυρούς, συμβολικούς και μη, που υπάρχουν στο εσωτερικό του ναού, αλλά και στην κάτοψη όπως αυτή μπορεί κάποιος να την διακρίνει από ψηλά. Έτσι μεγάλο δέος παρατηρείται για τον λεγόμενο, (όπως τον αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Τούρκοι ), «Σταυρό του αποστόλου αγίου Ανδρέα», ο οποίος όπως είναι γνωστό είναι ο ιδρυτής της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης.

Σύμφωνα λοιπόν με την Σαμπάχ, στην οροφή του ναού υπάρχει ο Σταυρός του Αγίου Ανδρέα σε διαγώνιο μορφή, ένα σημαντικό σύμβολο που όχι μόνο δεν χάθηκε στους αιώνες της οθωμανικής κατοχής αλλά δεσπόζει με όλη την συμβολική σημασία του. Παράλληλα και ο «Σταυρός του Ιουστινιανού» τρομάζει τους Τούρκους καθώς οι θρύλοι αναφέρουν για ένα πανάρχαιο κειμήλιο που βρίσκεται μυστικό στην Αγία Σοφία και μάλιστα προέρχεται από την Αίγυπτο και έχει τρομακτική δύναμη.

 
Γενικότερα η κατασκευή του μεγάλου αυτού ορθοδόξου αρχιτεκτονικού αριστουργήματος, σύμφωνα με τις ίδιες τις τουρκικές πηγές, βασίστηκε στο χριστιανικό σύμβολο του Σταυρού και το γεγονός αυτό εμπνέει το δέος αλλά και μια αδιόρατη φοβία για την μελλοντική επάνοδο της Αγίας Σοφίας στον φυσικό της κάτοχο, δηλαδή στην Ελληνορθόδοξη λατρεία.

Αλλά εκτός από τους σταυρούς, οι Τούρκοι αναφέρουν και άλλα μυστήρια και τρομακτικά για τους ίδιους που υπάρχουν στο εσωτερικό του ναού. Έτσι, όπως αναφέρει ο θρύλος, είναι γνωστό ότι μετά την μετατροπή του ναού σε μουσουλμανικό τέμενος κτίστηκε το γνωστό Μιχράμπ, (το μουσουλμανικό σημείο της προσευχής), που εμφανίστηκε στην ανατολική πλευρά του ναού προς την κατεύθυνση της Μέκκας. Αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι σύμφωνα με τους τουρκικούς θρύλους μπροστά από το Μιχράμπ βρίσκεται θαμμένο ένα φέρετρο κατασκευασμένο από επίχρυσο μπρούντζο.

Στο φέρετρο αυτό κείτεται η σωρός της βασίλισσας Σοφίας, (προφανώς γίνεται ταύτιση με την αγία Σοφία). Αυτή η βασίλισσα Σοφία και το φέρετρό της συνδέεται, σύμφωνα με τους τουρκικούς θρύλους, με μια «εντολή» που έχει περάσει δια μέσω των αιώνων μέχρι σήμερα. Η εντολή αυτή αναφέρει ότι δεν πρέπει κανένας να πειράξει αυτό το φέρετρο ούτε καν να το ακουμπήσει. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε, σύμφωνα με τον θρύλο αυτό, θα προκληθεί η «έγερση» της βασίλισσας Σοφίας και τότε ένας τρομακτικός θόρυβος θα τραντάξει όλο το οικοδόμημα του ναού προκαλώντας σεισμικά εσχατολογικά γεγονότα που τρομάζουν τους Τούρκους.

 
Αλλά ο θρύλος της βασίλισσας Σοφίας έχει και συνέχεια. Σύμφωνα λοιπόν με τις τουρκικές αναφορές, το φέρετρο αυτό προστατεύουν τέσσερις αρχάγγελοι που βρίσκονται πάνω στον Θόλο του ναού. Οι αρχάγγελοι αυτοί, όπως αναφέρουν και πιστεύουν οι Τούρκοι, είναι οι Τζεμπραΐλ, Μιχαήλ, Ισραφήλ και Αζραήλ.

Σύμφωνα πάντα με τους Τούρκους, ο Τζεμπραήλ προστατεύει τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, ο Μιχαήλ τον ναό από τις εχθρικές επιθέσεις, ενώ οι Τζεμπραήλ και Ισραφήλ ήταν οι αγγελιοφόροι των γεγονότων από τις πολεμικές επιχειρήσεις στους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Και οι τέσσερεις αυτοί αρχάγγελοι έχουν ταχτεί -μετά την πτώση της Πόλης- να προφυλάσσουν το φέρετρο της βασίλισσας Σοφίας από τον κίνδυνο κάποιος βέβηλος να το ανοίξει και να επέλθει η Δευτέρα Παρουσία.

Ένας άλλος σημαντικός μύθος που αναφέρουν οι μουσουλμάνοι είναι ο θρύλος του «Κρυμμένου Πατριάρχη» που μοιάζει με τον ελληνικό θρύλο για τον κρυμμένο παπά. Όπως αναφέρει η τουρκική παράδοση, στο νότιο μέρος του ναού υπάρχει ένας στενός διάδρομος που οδηγεί σε μια παμπάλαια αραχνιασμένη και πολύ μυστήρια πύλη για την οποία ο θρύλος την αναφέρει σαν την «Κλειστή Πύλη».

 
Σύμφωνα με τις τουρκικές αναφορές, όταν ο Μωάμεθ ο Φατίχ μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ο τελευταίος ελληνορθόδοξος Πατριάρχης μαζί με τους συνοδούς του τελούσε στο σημείο αυτό Θεία Λειτουργία. Μόλις οι οθωμανικές ορδές εισέβαλαν στον ναό, ο Πατριάρχης και όλη η συνοδεία του εισήλθε μέσα στην πύλη αυτή η οποία έκλεισε και από τότε χάθηκαν ενώ η πύλη έμεινε ερμητικά κλειστή και κανένας δεν τόλμησε ποτέ να την ανοίξει. Κάθε χρόνο στην Ανάσταση των ορθόδοξων χριστιανών μπροστά από την πύλη αυτή, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Σαμπάχ, εμφανίζονται…. κόκκινα αυγά!!!

Ο θρύλος συμπληρώνεται από την προφητεία που φοβίζει τους Τούρκους, ότι όταν η πύλη αυτή ανοίξει, στον ναό θα ακουστούν ξανά οι χριστιανικές ελληνορθόδοξες ψαλμωδίες γι’ αυτό και τρομάζουν και μόνο στην ιδέα του ανοίγματος αυτής της μυστήριας πύλης.

Η τουρκική εφημερίδα αναφέρει και το μυστήριο του υπογείου τούνελ που υπάρχει σε κεντρικό σημείο στο εσωτερικό του ναού. 

Όπως αναφέρεται, από το σημείο αυτό υπάρχει μια δίοδος που οδηγεί σε ένα μεγάλο τούνελ. Το τούνελ αυτό, όπως υποστηρίζει η τουρκική εφημερίδα, οδηγεί μέχρι τα Πριγκηπόννησα και μάλιστα μέχρι την νήσο Πρώτη. Το μυστήριο για τους Τούρκους είναι το πώς κατασκευάστηκε αυτό το τούνελ και τι ρόλο έπαιξε στην μακρά ιστορία του ναού.

 
Μυστήριο για τους Τούρκους είναι και το μεγάλο αποτύπωμα από πέλμα κάποιου μεγάλου ζώου, ίσως ελέφαντα, που υπάρχει στην νοτιοδυτική πλευρά του θόλου ενώ και εδώ έχουν διαδοθεί κάποιες εσχατολογικές ιστορίες. Σύμφωνα με τους Τούρκους το αποτύπωμα αυτό είναι από το άλογο του Μωάμεθ του Πορθητή, αλλά το ερώτημα είναι πώς το άλογο πάτησε στο σημείο αυτό που βρίσκεται ψηλά προς τον θόλο.

Μεγάλο δέος δημιουργούν στους Τούρκους, όπως αναφέρει η Σαμπάχ και τα διάφορα μωσαϊκά που έχουν αναδυθεί με όλη την μεγαλοπρέπειά τους τις τελευταίες δεκαετίες μέσα στο ιερό ναό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης, παρά του ότι η μουσουλμανική θρησκεία θεωρεί σαν αμάρτημα την απεικόνιση πρόσωπων που σχετίζονται με θρησκευτικά γεγονότα.

Ιδιαίτερο δέος τους προκαλεί το γνωστό μωσαϊκό που απεικονίζει τον Ιησού έχοντας την Παναγία και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στα δεξιά και αριστερά Του. Οι Τούρκοι το έχουν ονομάσει χαρακτηριστικά το «Μωσαϊκό της Αποκάλυψης» και ο συμβολισμός αυτός ανάγει στην εσχατολογική σημασία του που είναι έντονη στους μουσουλμάνους Τούρκους.

Επίσης ξεχωριστή αναφορά γίνεται και για τα μωσαϊκά που αναπαριστάνε γνωστούς βυζαντινούς αυτοκράτορες, όπως τον Ιωάννη τον Κομνηνό με τον Ιησού Χριστό και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Μονομάχο με την αυτοκράτειρα Ζωή. Όλες αυτές οι απεικονίσεις προκαλούν έντονο δέος, καθώς όλη αυτή η ελληνορθόδοξη χριστιανική μεγαλοπρέπεια και η εσωτερική δύναμη που αναδύουν αυτά τα ψηφιδωτά, έχουν γεννήσει διάφορους θρύλους για τους εσχατολογικούς τους συμβολισμούς.

 
Οι συμβολισμοί αυτοί σχετίζονται με τις Τουρκικές φοβίες για την επάνοδο στην επιφάνεια και στην εξουσία της αγίας Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την ευλογία του ίδιου του Ιησού Χριστού.

12) Τα Μυστήρια

Αν κάποια εκκλησιά είχε λόγους να συμβολίζει τον κόσμο, αυτή ήταν η Αγία Σοφία. Συνδέονταν με το παλάτι του αρχηγού του Βυζαντινού κράτους. Θα αναφερθώ στην σημασία της καινοτομίας του τρούλου που έχει μια μυστική κοσμολογική σημασία που προήλθε από τον ταφικό συμβολισμό των Ρωμαίων και διάφορες δοξασίες του Ιράν και της Ινδίας. Στον τρούλο της Αγίας Σοφίας υπάρχουν τα σχήματα σφαίρας και κύβου. Στα αρχαία Ελληνικά μυστήρια η σφαίρα συμβόλιζε τον Ουρανό και με τα λεγόμενα του Πλάτωνα ο κύβος είναι η γεωμετρική αναπαράσταση της Γης. Πολλά τα ενδιαφέροντα σημεία μέσα στον Ναό όμως θα σταθούμε σε δύο από τα πιο ασυνήθιστα και πιο αγνοημένα τον Ομφαλό και την Δακρύζουσα Κολώνα.



Ο Ομφαλός θεωρείτο το ιερότερο σημείο του ναού που γινόταν η στέψη του Αυτοκράτορα.

Η Δακρύζουσα Κολώνα είναι ένας τετράγωνος μαρμάρινος κίονας στην ΒΔ γωνία, ο οποίος ιδρώνει εδώ και πολλούς αιώνες. Το μέταλλο με το οποίο είναι επενδεδυμένος, έχει λειανθεί από τα χέρια των τουριστών, όλοι ακουμπούν και θαυμάζουν το περίεργο αυτό συμβάν.


Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 

Ότι είναι ο Παρθενώνας για τους Αρχαίους Έλληνες, είναι και η Αγία Σοφία για το Βυζάντιο και για τον Ελληνισμό. Υπήρξαν φορές που οι Έλληνες ξεχνούσαν τον Παρθενώνα, ποτέ όμως την Αγία Σοφία. Πάντα είχαν και έχουν κάτι στο στόμα και στην ψυχή τους γι’ αυτήν, όχι μόνο Έλληνες, αλλά και Σλάβοι. Οι σημερινοί, αλλά περισσότερο οι πιο παλιοί Έλληνες, μεγάλωσαν ακούγοντας για παραμύθια τα μυστήρια και τους θρύλους της Αγίας Σοφίας. Ένας από τους ισχυρότερους είναι ότι θα ξαναγίνει δικιά μας(πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικιά μας θα ‘σαι). Πολλές γενιές ανατράφηκαν μ’ αυτό το όνειρο.


Τι είναι όμως εκκλησιαστική παράδοση και τι θέση έχει η Αγία Σοφία σ’ αυτήν; Εκκλησιαστική παράδοση είναι η συνεχιζόμενη πορεία της εκκλησίας και τα σημαντικά γεγονότα που σημαδεύουν τη ζωή της. Η βυζαντινή αυτοκρατορία και η πρωτεύουσά της Κωνσταντινούπολη, ήταν η πρωτεύουσα όλου του τότε γνωστού κόσμου (οικουμενική πρωτεύουσα) και κέντρο όλης της ζωής της είχε την Αγία Σοφία ή αλλιώς, λόγω του μεγέθους της την Μεγάλη Εκκλησία. Γιατί είχε κέντρο την Αγία Σοφία; Επειδή το κράτος θεωρούνταν το κράτος του Χριστού, έτσι το ήθελαν αυτοκράτορες και λαός. Ήταν και η κατασκευή της τέτοια, που προσέλκυε όλους τους ανθρώπους, άρχοντες και απλό λαό. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει κάτι μεγάλο και τρανό που να σημαδέψει την αυτοκρατορία, και να μην τελεσθεί με εκκλησιαστικό τρόπο στην Αγία Σοφία.

Από τους χρόνους του Μέγα Κωνσταντίνου που πρώτος έχτισε το ναό αφιερωμένο στη σοφία του Θεού, οι διάδοχοί του τον ξαναέχτισαν, τον μεγάλωσαν, τον στόλισαν και τελικά ο Ιουστινιανός τον μετέβαλε σ’ ένα αρχιτεκτονικό θαύμα των αιώνων. Ήταν λοιπόν φυσιολογικό να επηρεάσει και να σημαδεύει τη ζωή της αυτοκρατορίας. Άλλωστε, στο μεγαλείο της αυτοκρατορίας, άρμοζε ένας τέτοιος ναός.

Όλες οι κρατικές μεγάλες τελετές γινόταν στην Αγία Σοφία :
α) Στέψη Αυτοκρατόρων
β) Βάφτιση Πορφυρογέννητων
γ) Γάμοι Αυτοκρατόρων
δ) Κηδείες των ίδιων προσώπων
ε) Χειροτονίες Πατριαρχών
στ) Υποδοχές Αρχηγών Ορθοδόξων Κρατών και Αρχηγών Ορθοδόξων Εκκλησιών 


Δοξολογίες και επίσημες προς τον Θεό ευχαριστίες και άλλες άπειρες πατριαρχικές και αυτοκρατορικές γιορτές. Στην Αγία Σοφία υπήρχε ειδική εξέδρα(θρόνος), όπου στεκόταν ο αυτοκράτορας. Η χορωδία της έψαλλε ειδικό ύμνο προς τιμήν του, τον πολυχρονισμό και το ‘Τον Δεσπότην’. Αυτό είναι εκκλησιαστική παράδοση και μια συνήθεια που την τηρούσαν απόλυτα οι άνθρωποι της τάξης. Αυτό ονομάζεται και πατριαρχική τάξη(αφού πατριαρχικός ναός ήταν Αγία Σοφία). Να μην ξεχάσω να σημειώσω ότι η Αγία Σοφία ήταν ναός του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως σήμερα είναι ο Άγιος Γεώργιος στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης. 

Ότι γινόταν εκεί, όπως γινόταν, ότι λεγόταν και όπως λεγόταν, ότι ψάλλονταν και ότι ψάλλονταν, όλα αυτά, από τα μικρότερα έως τα μεγαλύτερα, αντιγράφονταν απ’ όλο τον κόσμο και γινόταν ακριβώς τα ίδια. Όχι μόνο μέσα στην αυτοκρατορία, αλλά και έξω απ’ αυτή. Π.Χ. την τελετή στέψης του αυτοκράτορα στην Αγία Σοφία, την πήραν, την αντέγραψαν οι Ευρωπαίοι Βασιλιάδες, μα και οι Σλάβοι, Βούλγαροι, Σέρβοι και Ρώσοι. Όπως τελούνταν η Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία, έτσι γίνεται και τώρα σ’ όλες τις Ορθόδοξες εκκλησίες στη γη. Αν μπούμε μέσα σε μια Βουλγαρική εκκλησία, θα εκπλαγούμε: όλα γίνονται όπως σ’ εμάς, που κι εμείς τα κάνουμε όπως γινόταν στην Αγία Σοφία. Μόνο η γλώσσα αλλάζει. Το ίδιο και η μουσική.

 
Το μεγαλύτερο και εκπληκτικότερο είναι ότι όπου υπάρχουν Χριστιανοί, θα δούμε αντίγραφα της Αγίας Σοφίας: στο Κίεβο, στην Αχρίδα, στη Θεσσαλονίκη, στη Βοιωτία, στην Αθήνα, στη Ρουμανία, στη Σερβία αλλά και σε σύγχρονα κράτη που οι Χριστιανοί τους έχουν καύχημα μια δικιά τους Αγία Σοφία. Όλα αυτά είναι εκκλησιαστική παράδοση και οι πηγές της βρίσκονται στην Αγία Σοφία. Και αυτό μέχρι σήμερα. Να τι θα πει εκκλησιαστική παράδοση. Είναι αυτό που λένε οι ιερείς μας’’ έτσι το βρήκαμε και έτσι το τηρούμε. Έτσι λέει η πατριαρχική τάξη’’, δηλαδή η τάξη της Αγίας Σοφίας.

Ένα άλλο είδος εκκλησιαστικής παράδοσης είναι οι θρύλοι που γεννήθηκαν μετά την άλωση της αυτοκρατορίας από τους Τούρκους. Θα γράψω έναν από αυτούς που έχουν σχέση με το ναό. Είναι ο θρύλος που μιλά για τη λειτουργία που διακόπηκε όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Άγγελος Κυρίου διέκοψε τη λειτουργία, οδήγησε τους ιερείς πίσω από ένα παραπόρτι, ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΥ, και η πορτίτσα ως εκ θαύματος έκλεισε. Πίσω από εκεί περιμένουν οι ιερείς να έρθει η ευλογημένη στιγμή που με εντολή του Θεού θα τους ξυπνήσει για να αποτελειώσουν την μισοαφημένη λειτουργία .

ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΟΠΩΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Τούρκοι δύτες και σπηλαιολόγοι μπήκαν στα έγκατα της Αγίας Σοφίας, κινηματογραφώντας μυστικά αιώνων.

Εντυπωσιακές σκηνές με δύτες και σπηλαιολόγους να βρίσκονται στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας και να εισέρχονται στα έγκατά της, μπορεί κανείς να αντικρύσει σε τουρκικό ντοκιμαντέρ του οποίου τα γυρίσματα μόλις ολοκληρώθηκαν.


«Τα υπόγεια μέρη της Αγίας Σοφίας είναι ακόμη πιο συναρπαστικά από το επίγειο κομμάτι της», είπε εντυπωσιασμένος στην εφημερίδα «Χουριέτ» ο Τούρκος σκηνοθέτης Γκιοκσέλ Γκιουένσεϊ που πραγματοποίησε ένα ταξίδι διαφορετικό από τα άλλα. Ένα ταξίδι στις υπόγειες στοές και στέρνες της Αγίας Σοφίας που είναι δαιδαλώδεις και ανεξερεύνητες.

Κρύβουν ακόμη μεγάλες εκπλήξεις, όπως έδειξε η τυχαία ανεύρεση, κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος, θαλάμου με δύο τάφους μεγάλης σημασίας για τους ορθόδοξους χριστιανούς: ο ένας εικάζεται ότι είναι του 15ου αιώνα και ανήκει στον Πατριάρχη Αθανάσιο, ο άλλος είναι ακόμη παλιότερος, κατά δύο αιώνες, και θεωρείται ότι ανήκει στον αγιοποιηθέντα παίδα Αντινέγενο.

«Ξέραμε ότι υπήρχαν και τους ψάχναμε, αλλά δεν τους βρίσκαμε», είπε ο Γκιουένσεϊ, ο Τούρκος σκηνοθέτης αποφάσισε να μη σταματήσει εκεί: «Ήθελα να αποκαλύψω τις στοές και τις στέρνες.

Είναι η πρώτη φορά που κατεβαίνει άνθρωπος στις συγκεκριμένες στοές. Την κάθοδο επιχείρησαν, μέσα από στόμιο μικρής διαμέτρου, ένας κάμεραμαν και ένας δύτης-φωτογράφος.

Το άνοιγμα ήταν τόσο στενό που δεν μπορούσε να περάσει ο σωλήνας του δύτη και χρειάστηκε αργότερα να του παρέχουν οξυγόνο από μεγάλη απόσταση. «Είναι σαν να βυθίζεσαι στην Ιστορία», είπε συγκινημένος ο δύτης Οζάν Τσοκντεγιέρ, που διήνυσε 283 μέτρα μέσα σε στοές.


Όταν κατέβηκε σε βάθος 12 μέτρων, αντίκρυσε δύο μεγάλα ρόπαλα σε πολύ καλή κατάσταση, αλλά μόλις τα άγγιξε έγιναν σκόνη.

Το ίδιο συνέβη με ένα δοχείο. Γι΄ αυτό και προτίμησε, όταν επεσήμανε και έναν σκελετό ζώου, να μην τον πειράξει για να μην του κάνει ζημιά. «Σε ένα σημείο βρήκαμε και μία αλυσίδα την οποία ακολουθήσαμε και οδηγούσε σε έναν τοίχο με δύο κρίκους. Εκεί πρέπει να φυλάκιζαν τους ανεπιθύμητους», είπε.

Την παρακινδυνευμένη κάθοδο επέτρεψε- αλλά μόνο για οκτώ ώρες- και επέβλεψε προσωπικά ο αρχαιολόγος Χαλούκ Τουρσούν, πρόεδρος του Ιδρύματος Μουσείου Αγίας Σοφίας.

Στο παρελθόν έχουν γίνει σκέψεις εξερεύνησης των υπόγειων στοών ακόμη και από ξένους αρχαιολόγους, κανείς όμως δεν παίρνει αυτό το ρίσκο λόγω της πιθανότητας υπόσκαψης των θεμελίων της Αγίας Σοφίας.
Νερό που δεν στερεύει ποτέ 

Κάτω από την Αγία Σοφία υπάρχουν δύο στοές με νερό που οπωσδήποτε συνδέονται με το Βυζαντινό Υδραγωγείο, το οποίο βρίσκεται κοντά στον ναό. Το 1945 είχε γίνει μια προσπάθεια να αντληθεί το νερό, αλλά αυτό δεν στέρευε ποτέ, γεγονός που υποχρέωσε τη διακοπή των εργασιών.



Οι δύτες πιστεύουν, από αυτά που αντίκρυσαν, ότι επαλήθευσαν κάποιες εικασίες: ότι η Αγία Σοφία συνδεόταν υπόγεια με το παλάτι του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και βέβαια με το Βυζαντινό Υδραγωγείο.


Θρύλοι αναφέρουν ότι οι Οθωμανοί επεξέτειναν τις στοές ώστε να μπορούν μέσω αυτών να πηγαίνουν οι Σουλτάνοι στην Αγία Σοφία, που είχαν μετατρέψει σε τζαμί, για να προσευχηθούν.

Κάποιοι ακόμη πιο ευφάνταστοι πιστεύουν ότι οι στοές μπορεί να οδηγούν ακόμη και στα Πριγκιπόνησα, κάτι που θα σήμαινε ότι περνούν κάτω από τη Θάλασσα του Μαρμαρά!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

Η είσοδος της Αγίας Σοφίας βρίσκεται στα δυτικά, μία πόρτα οδηγεί στον εξωνάρθηκα. Από εκεί, πέντε πόρτες μας οδηγούν στο νάρθηκα. Αξιοσημείωτα είναι τα χρωματιστά μάρμαρα που καλύπτουν τους τοίχους. Από το νάρθηκα (11x60μ.), περνάμε στον κυρίως ναό, από εννέα πόρτες, από τις οποίες οι τρεις μεσαίες είναι αυτοκρατορικές και έχουν από πάνω ψηφιδωτό, του 9ου αιώνα. Διακρίνεται ο Ιησούς, καθισμένος σε θρόνο, να ευλογεί με το δεξί ενώ στο αριστερό χέρι κρατά το Ευαγγέλιο, στα γόνατα του.

 
Η Παρθένος και ο άγγελος Γαβριήλ αναπαρίστανται μέσα σε δύο κύκλους, ενώ ο Λέων ο 6ος (886 - 912) είναι μπροστά Του γονατιστός. Η επιφάνεια της εκκλησίας μαζί με το νάρθηκα και τον εξωνάρθηκα, είναι 7.570μ2. Είναι η τέταρτη σε μέγεθος στον κόσμο. Όχι εντελώς ημισφαιρικός ο κεντρικός τρούλος που κυριαρχεί στο εσωτερικό, έχει 55.60 μέτρα ύψος και διάμετρο μεταξύ 30.80μ. με 31.88μ. Ακουμπά σε τέσσερις γιγάντιους πεσσούς, που τους λένε «πόδια του ελέφαντα». Το μεσοδιάστημα καλύπτεται από τέσσερα λοφία. Το τύμπανο του τρούλου φέρει 40 παράθυρα, που φωτίζουν το κεντρικό κλίτος. Έργα του 10ου αιώνα θεωρούνται τα Χερουβείμ που κοσμούν τα τέσσερα λοφία και είναι τα μοναδικά βυζαντινά έργα που έχουν διασωθεί από τον τρούλο. Μέσα στην Κόγχη, το ψηφιδωτό παριστά την Παρθένο σ' ένα θρόνο να κρατά στα γόνατα τον Ιησού, σύμβολο ιδεώδους κάλλους. Χρονολογείται από τον 9ο αιώνα.

Πάνω στο βορεινό τοίχο, υπάρχουν τα ψηφιδωτά τριών αγίων που βρίσκονται μέσα στις θολωτές κόγχες, σε θέση μετωπική με χρυσό φόντο. Είναι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Ιωάννης - Χρυσόστομος, ο επίσκοπος Ατταλείας Ιγνάτιος και ο Άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος. Μέσα στο βόρειο κλίτος βρίσκεται η περίφημη μαρμάρινη κολόνα που ιδρώνει. Υγραίνεται από μία στέρνα που υπάρχει εκεί από κάτω. Αν βάλουμε το δάχτυλο μας σ' ένα βαθούλωμα σκαμμένο στην κολόνα, που είναι στο τμήμα αυτό καλυμμένη από μπρούντζινες προστατευτικές πλάκες, θα αισθανθούμε υγρασία. Από τα βυζαντινά χρόνια, είχε θεωρηθεί θαυματουργή.

 
Στο νότιο τμήμα του κεντρικού κλίτους, φαίνεται στο δάπεδο ένα μέρος μωσαϊκού από διαφόρων χρωμάτων μάρμαρα, που θεωρείται ως ο βυζαντινός Ομφαλός (ή κέντρο του κόσμου), όπου εκεί γινόταν η τελετή της στέψεως των Αυτοκρατόρων. Εκτός της Ιερής Κόγχης, η εκκλησία έχει και στις τρεις πλευρές πλάγια κλίτη, των οποίων οι θόλοι είναι πλούσια διακοσμημένοι και στους τοίχους υπάρχουν μερικά ψηφιδωτά μεγάλης αξίας. Στο νότιο υπερώο, το ψηφιδωτό της Δεήσεως είναι μερικά διατηρημένο και χρονολογείται από το 12ο αιώνα. Έχει γίνει από πολύ μικρές ψηφίδες και είναι εξαίρετης τεχνικής. Μέσα σε χρυσό φόντο, ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στην Παρθένο και τον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή. 

Απέναντι από τη Δέηση, στη βάση του τοίχου, υπάρχει μια ταφόπετρα με χρονολογία 1205. Είναι ο τάφος του Ερρίκου Ντάντολο, δόγη της Βενετίας. Αν προχωρήσουμε λίγο στο υπερώο, προς την πλευρά του Ιερού, θα δούμε δύο υπέροχα ψηφιδωτά. Στα αριστερά, στο ψηφιδωτό του 11ου αιώνα, ο Χριστός εικονίζεται ανάμεσα στην αυτοκράτειρα Ζωή και τον τρίτο της σύζυγο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο 9ο το Μονομάχο (1042 - 1054). Στα δεξιά, στο ψηφιδωτό του 12ου αιώνα, διακρίνουμε την Παρθένο με τον Ιησού βρέφος, ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό 2ο τον Πορφυρογέννητο (1118 - 1143) στα δεξιά Της και τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Ειρήνη της Ουγγαρίας.

 
Δεξιά, στο στενό σημείο του τοίχου, ο γιος τους Αλέξης, του οποίου το πρόσωπο δεν χαρακτηρίζεται από υγεία. Γνωρίζουμε ότι πέθανε σε ηλικία 20 χρόνων. Από εδώ μπορούμε να θαυμάσουμε το ψηφιδωτό με την Παρθένο, που διακοσμεί την Ιερή Κόγχη. Κατεβαίνουμε από το υπερώο, φτάνουμε στην έξοδο στα νότια του νάρθηκα και παρατηρούμε την τεράστια μπρούντζινη πόρτα, που προέρχεται από έναν Ελληνιστικό ναό στην Ταρσό. Πάνω από αυτήν την πόρτα, ένα ψηφιδωτό παρουσιάζει την Παρθένο Μαρία σε θρόνο με το Βρέφος. Στα δεξιά, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο 1ος Της αφιερώνει συμβολικά την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Ιουστινιανός αριστερά, Της προσφέρει, επίσης συμβολικά, την Αγία Σοφία. 

Η διαδικασία της τεχνικής των ψηφιδωτών με το χρυσό, ήταν η ακόλουθη: Κολλούσαν φύλλα χρυσού πάνω σε ψηφίδες από γυαλί. Από πάνω περνούσαν ένα λεπτό στρώμα βερνικιού για την προστασία του χρυσού και τοποθετούσαν την κάθε ψηφίδα ανάποδα, ώστε το χρυσό να φαίνεται στο βάθος δια μέσου του γυαλιού.


Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΣΤΗ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 

Η Αγία Σοφία είναι ένα μνημείο συνδεδεμένο με τους λαϊκούς θρύλους που προέκυψαν μετά την άλωση της πόλης.

Ο λαός ποτέ δεν θέλησε να πιστέψει ότι η απώλεια της Αγίας Σοφίας ήταν τελεσίδικη. Τραγούδια αφηγήσεις παραδόσεις δημιούργησαν ένα θρύλο γύρω από τον Ναό της Αγίας Σοφίας.



Ένας θρύλος που θέλει τον Ναό να περνά και πάλι στα χέρια των ορθόδοξων αρκετοί μύθοι πολλά τραγούδια κρατούν την ελπίδα ζωντανή.

Το γνωστό τραγούδι της Αγίας- Σοφίας μιλά για την κρίσιμη στιγμή που ο Ναός περνά στα χέρια των Τούρκων την τελευταία του στροφή όμως η ελπίδα μένει ζωντανή.

''Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολύ δακρύζεις πάλι με χρόνους με καιρούς δικιά μας θα’ναι.''

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
Της Αγιάς Σοφιάς

(Δημοτικό τραγούδι)

Σημαίνει ο Θιος, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κ' η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κ’ εξηνταδυό καμπάναις,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι' απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις.
Να μπούνε 'ς το χερουβικό και νά βγη ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι' άπ' αρχαγγέλου στόμα.
"Πάψετε το χερουβικό κι' ας χαμηλώσουν τ' άγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά, και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.
Μόν στείλτε λόγο 'ς τη Φραγκιά, νάρτουνε τρία καράβια,
το ‘να να πάρη το σταυρό και τάλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο, το καλύτερο, την άγια τράπεζα μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε, κ' εδάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζης,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά σας είναι.''


Μαρμαρωμένε Βασιλιά

(Κωνσταντίνος Καρυωτάκης)

Και ρίχτηκε με τ' άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,
το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.
 
Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ' αγνό το μέτωπό του,
θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ' αγκαλιάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.
 
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,
ένας Τιτάν π' ακόμα χτες εστόλιζ' ένα θρόνο,
κι εσφάλισε - οϊμένανε! - για πάντ' αυτό το στόμα,
που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν' ελπίδες μόνο,
 
Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί απ' τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!


Ο Τελευταίος Παλαιολόγος 

(Γεώργιος Βιζυηνός 1882)

- Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά τον Βασιλέα
ή μήπως και σου φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε,
σαν παραμύθι τάχα;
- Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,
Πα να γενώ εκατό χρονών, κι ακόμα το θυμούμαι
σαν νάταν χθες μονάχα.
- Απέθανε, γιαγιά;
- Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμάται.
- Και τώρα πια δεν ημπορεί
γιαγιάκα να ξυπνήση;
- Ω, βέβαια! Καιρούς καιρούς,
σηκώνει το κεφάλι,
και βλεπ' αν ήρθεν η στιγμή,
πόχει ο Θεός ορίσει.
- Πότε, γιαγιά μου, πότε;
- Οταν τρανέψης, γιόκα μου,
να αρματωθείς, και κάμης,
τον όρκο στην Ελευθεριά,
συ κι όλη η νεολαία,
θα σώσετε την χώρα.
Κι ο βασιλιάς θα σηκωθεί
τον Τούρκο να χτυπήση.
Και χτύπα-χτύπα, θα τον πα
πίσω στην κόκκινη μηλιά,
και πίσω από τον ήλιο,
που πια να μη γυρίση!


Ανακάλημα Κωνσταντινουπόλεως

"Καράβιν πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;" 
"Έρκομαι ακ τ' ανάθεμα κ' εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην·
από την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάρι δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα:
Οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην
απώλεσαν τους χριστιανούς εκεί και πανταχόθεν".
 
Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως
 
Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη
της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης,
της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης,
έχασε μάνα το παιδί και το παιδίν τη μάναν,
και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα, 
δεμένα από το σφόνδυλα όλα αλυσοδεμένα
δεμένα από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν. 
με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας·
[. . .] 
να πάτε όλοι κατ' εχθρών, κατά των Μουσουλμάνων, 
και δεύτε εις εκδίκησιν, τρέχετε μη σταθήτε,
τον Μαχουμέτην σφάξετε, μηδέν αναμελείτε,
την πίστιν των την σκυλικήν να την λακτοπατήτε.
[. . .] 
ω, Κωνσταντίνε Δράγαζη, κακήν τύχην οπού 'χες,
και τι να λέγω, ουκ ημπορώ, και τι να γράφω ουκ οίδα,
σκοτίζει μου το λογισμόν ο χαλασμός της πόλης.


Θεόφιλος Παλαιολόγος

(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης)

Ο τελευταίος χρόνος είν' αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν' αυτός. Κι' αλλοίμονον 
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.
Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».
 
Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
η τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.
 
Πάρθεν
Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ' άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
 
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη,πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ' είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.
 
Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ' μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ' την ρίζαν».
Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ' αναγνώθ' σίτ' ανακλαίγ' σίτ' ανακρούγ' την κάρδιαν.
Ν' αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

 
ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

(Οδυσσέα Ελύτη)

Ι
Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες
στη λύπη του
 
Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρ-
δος Παραδείσου Και σκληρός πιο κι απ' την πέτρα που δεν τον
είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ - κάποτε τα στραβά δόντια του άσπρι-
ζαν παράξενα
Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ' τους ανθρώ-
πους κι έβγανε απ' όλους Έναν που του χαμογελούσε τον
Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε
 
Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλί-
σουν μέσα της όλα τα δελφίνια Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο
Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν' ανεβαίνει
Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν
και να φεύγουν Και μια νύχτα θυμάται σ' ώρα μεγάλης τρικυ-
μίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη μα δεν έστερ-
ξε να του σταθεί
 
Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.


II
 
Θεέ μου και τώρα τι Που 'χε με χίλιους να παλέψει χώρια με τη
μοναξιά του ποιος αυτός που 'ξερε μ' ένα λόγο του να δώσει ολά-
κερης της γης να ξεδιψάσει τι
 
Που όλα του τα 'χαν πάρει Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το
τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσή-
μερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν ζόρικο και πηδη-
χτό βαρκάκι.
 
Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κορι-
τσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει (πως κουρναλίζαν τα νερά του
φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ' τη
θάλασσα...)
 
Μεσημέρι από νύχτα Και μήτ' ένας πλάι του Μονάχα οι λέξεις
του οι πιστές που 'σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν' αφήσουν μες στο
χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως
 
Και αντίκρυ σ' όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες
μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του
 
«Μεσημέρι από νύχτα - όλ' η ζωή μια λάμψη!» φώναξε κι όρμησε
μες στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη
 
Και αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλωμάδα
να τον κυριέψη


III
 
Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγο-
ρα οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατα-
κόκκινες απ' τα γεράνια
 
Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κά-
θε φορά και πιο ψηλά στ' ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας
γι' άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα
 
Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών
σταλάζοντας ιώδιο τα κλωνάρια
 
Του 'φερναν Ενώ κάτω απ' τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη κα-
ταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ' αρχαία
και καπνισμένα ξύλα όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεο-
μήτορες επιτιμούσανε
 
Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα
μικρά μεγάλα θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα
 
Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος
Αυτός
ο Tελευταίος Έλληνας!

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 

(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Β'