Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (331-352)

ΒΑ. αἰαῖ, κακῶν ὕψιστα δὴ κλύω τάδε,
αἴσχη τε Πέρσαις καὶ λιγέα κωκύματα.
ἀτὰρ φράσον μοι τοῦτ᾽ ἀναστρέψας πάλιν·
ναῶν πόσον δὴ πλῆθος ἦν Ἑλληνίδων,
335 ὥστ᾽ ἀξιῶσαι Περσικῷ στρατεύματι
μάχην συνάψαι ναΐοισιν ἐμβολαῖς;
ΑΓ. πλήθους μὲν ἂν σάφ᾽ ἴσθ᾽ ἕκατι βάρβαρον
ναυσὶν κρατῆσαι. καὶ γὰρ Ἕλλησιν μὲν ἦν
ὁ πᾶς ἀριθμὸς ἐς τριακάδας δέκα
340 ναῶν, δεκὰς δ᾽ ἦν τῶνδε χωρὶς ἔκκριτος·
Ξέρξῃ δέ, καὶ γὰρ οἶσθα, χιλιὰς μὲν ἦν
ὧν ἦγε πλῆθος, αἱ δ᾽ ὑπέρκοποι τάχει
ἑκατὸν δὶς ἦσαν ἑπτά θ᾽· ὧδ᾽ ἔχει λόγος.
μή σοι δοκοῦμεν τῇδε λειφθῆναι μάχῃ;
345 ἀλλ᾽ ὧδε δαίμων τις κατέφθειρε στρατόν,
τάλαντα βρίσας οὐκ ἰσορρόπῳ τύχῃ.
θεοὶ πόλιν σῴζουσι Παλλάδος θεᾶς.
ΒΑ. ἔτ᾽ ἆρ᾽ Ἀθηνῶν ἔστ᾽ ἀπόρθητος πόλις;
ΑΓ. ἀνδρῶν γὰρ ὄντων ἕρκος ἐστὶν ἀσφαλές.
350 ΒΑ. ἀρχὴ δὲ ναυσὶ συμβολῆς τίς ἦν, φράσον·
τίνες κατῆρξαν, πότερον Ἕλληνες, μάχης,
ἢ παῖς ἐμός, πλήθει καταυχήσας νεῶν;

***
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Οϊμέ, κι ακούω κακά που άλλα τέτοια δεν έχει,
για τους Πέρσες ντροπές και σπαραγμός και θρήνος·
μα στρέψε πάλι απ᾽ την αρχή και πε μου: πόσα
τάχα να ᾽ταν πολλά τα Ελληνικά καράβια,
που τόλμησαν ν᾽ αντικριστούν με την αρμάτα,
την Περσική και στρέψουν πάνω τα έμβολά τους;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Αν ήταν απ᾽ τον αριθμό, βέβαιη και να ᾽σαι
πως θα νικούσαμεν εμείς· γιατ᾽ όλο κι όλο
δέκα φορές τριάντα οι Έλληνες καράβια
340 είχαν κι όξ᾽ απ᾽ αυτά και διαλεχτ᾽ άλλα δέκα.
ενώ ο Ξέρξης, το ξέρω, μια ήτανε χιλιάδα
τα πλοία π᾽ οδηγούσε και διακόσ᾽ εφτ᾽ άλλα
στο τρέξιμο απαράβγαλτα· κι έτσι, όπως σου είπα,
λες τάχα, όσα γι᾽ αυτό, να πέφταμ᾽ εμείς κάτω;
μα ένας θεός τον έφτειρ᾽ έτσι το στρατό μας
πάρα πολύ βαραίνοντας απ᾽ το ένα μέρος
τη ζυγαριά μ᾽ όχι ισομετρημένη τύχη.
Οι θεοί την πόλη προστατεύουν της Παλλάδας.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Η Αθήνα λοιπόν άπαρτη μένει ως τα τώρα;

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Οι άντρες σα μένουν το πιο σίγουρο είναι κάστρο.

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
350 Και ποιά έγινε η αρχή στη σύγκρουση των στόλων;
ποιοί, πες μας, πρώτοι ν᾽ άρχισαν, οι Έλληνες τάχα,
ή ο γιος μου στα πολλά τα πλοία του θαρρεμένος;
 

Θουκυδίδης: Κερκυραϊκά (435 π.Χ.)

Η πρώτη αφορμή του πελοποννησιακού πολέμου
 
Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί θεωρούν ως χρονολογική αφετηρία τoυ Πελο­ποννησιακού Πολέμoυ το 431 π.Χ., όταν επισήμως κατελύθηκαν οι Τρια­κοντούτεις Σπονδές και ως γεγονοτολογική αφετηρία την πολιορκία των Πλαταιών. Ωστόσο, μια βαθύτερη εξέταση των πραγμάτων θα μας έπειθε ότι oυσιαστικά (όχι τυπικά) ο Πελοποννησιακός πόλεμος άρχισε το 435 π.Χ. με τη σύγκρουση Κερκυραίων και Κορινθίων εξ αφορμής των γεγoνότων της Επιδάμνoυ. Βεβαίως ο Θουκυδίδης θεωρεί τα Κερκυραϊκά ως πρώτη αφορμή τoυ πολέμoυ, αλλά δεν είναι νοητό να θεωρείται αφορμή μια αλυσίδα γεγoνότων, μέσα στα οποία περιλαμβάνεται και η μεγαλύτερη ναυμαχία (ναυμαχία στα Σύβοτα) που έγινε μέχρι τότε ανάμεσα σε 'Ελληνες, κατά την ομολογία τoυ ίδιου τoυ Θουκυδίδη.
 
Το Ιόνιο πέλαγος από την παλαιά εποχή ανήκε στη σφαίρα επιρροής των Κο­ρινθίων. Αλλά στο χώρο αυτό προ πολλού είχαν αρχίσει να διεισδύουν και οι Αθηναίοι. Αποικία των Κορινθίων ήταν η Κέρκυρα (περί το 734 π.Χ.) η οποία αυξήθηκε τόσο πολύ, ώστε με τη σειρά της ίδρυσε στην απέναντι ηπειρωτική ακτή, στην οποία κατοικούσε το ιλλυρικό φύλο των Tαυλαντίων, νέα αποικία, την Επί­δαμνο (περί το 626 π.Χ.). Μαζί με τouς Κερκυραίoυς εγκατεστάθησαν στην Επίδαμνο και Κορίνθιοι άποικοι υπό τον Φάλιο. Η Επίδαμνος ονομάστηκε σε νεώτερα χρόνια Δυρράχιο και οι Αλβανοί την oνομάζoυv σήμερα Durrazo. Λόγω συ­νοικήσεως Κερκυραίων και Κορινθίων, οι Κορίνθιοι είχαν βλέψεις και επί της Επιδάμνου.
 
            Η Επίδαμνος, λόγω της εξαιρετικής γεωγραφικής θέσεως και της ευφορίας τoυ εδάφους, αναπτύχθηκε σημαντικά κι έγινε πόλη ισχυρή και πολυάνθρωπη. Ο πλούτος όξυνε τις κοινωνικές διαφορές και ξέσπασαν ταραχές, από τις οποίες επωφελήθησαν οι Ταυλάντιοι πoυ διενεργούσαν επιδρομές. Κατά την εσωτερική σύγκρoυση υπερίσχυσαν οι Δημοκρατικοί, οι οποίοι το 436/5 εξόρισαν από την πόλη τoυς Ολιγαρχικούς.
 
Αυτοί με τη σειρά τoυς συμμάχησαν με τους Ταυλαντίους και διενεργούσαν επιδρομές και από ξηρά και από θάλασσα κατά της πόλης τoυς. Αυτό ανάγκασε τους Δημοκρατικούς της Επιδάμνου να ζητήσουν τη συνδρομή της Κερκύρας. ώστε να σταματήσει ο πόλεμος με τoυς Ταυλαντίους. Οι Κερκυραίοι, όμως, ευ­νοούσαν περισσότερο τoυς Ολιγαρχικούς Επιδαμνίους. Επιπλέov ανάμεσα στις πόλεις υπήρχε εμπορικός ανταγωνισμός. 'Ετσι δεν έστειλαν βοήθεια. Αυτό ανάγκασε τoυς Επιδαμνίους να στραφούν προς την Κόρινθο, από την οποία προερχόταν ο οικιστής Φάλιος. «Αν και την Κόρινθο την κυβερνούσαν οι ολιγαρχικοί, ωστόσο έστειλαν βοήθεια, γιατί εχθρεύονταν την Κέρκυρα και ζητούσαν να βρoυv την ευκαιρία για να επεκτείνoυv την επιρροή τouς στα παράλια της Ιλλυρίας»  (Γ . Κορδάτος: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος», τόμ. Β', σ. 245).
 
Οι Κορίνθιοι συγκέντρωσαν στρατιωτική δύναμη την οποία απέστειλαν διά ξη­ράς, επειδή φοβούνταν τov στόλο των Κερκυραίων, στην αποικία τους Απολλω­νία. Απολλωνία είναι το σημερινό Φίερι. Είχε ιδρυθεί το 588 π.Χ. από τον Γύλα­κα κοντά στους ποταμούς Αώο και Άψο, σε απόσταση 50 σταδίων από τη θά­λασσα). Από εκεί έφθασαν στην Επίδαμνο. Οι Κορίνθιοι πήραν μαζί τους, για να κατοικήσoυν στην Επίδαμνο, Λευκαδίους και Aμβρακιώτες. Αυτό ανάγκασε τoυς Επιδαμνίoυς Ολιγαρχικσύς να στραφούν κι αυτοί με τη σειρά τους προς τη μητρόπολη Κέρκυρα. Οι Κερκυραίοι, βλέποντας με δυσφορία την παρουσία των Κορινθίων, εξόπλισαν 40 πλοία, έπλευσαν προς την Επίδαμνο και απαίτησαν την επάνοδο των ολιγαρχικών και την αποπομπή των Κορινθίων. Οι Επιδάμνιοι απέρ­ριψαν τoυς όρους και τότε οι Κερκυραίοι με τους Ολιγαρχικούς και άλλους Ιλ­λυριούς άρχισαν να πολιορκούν την πόλη. Όταν έμαθαν αυτό οι Κορίνθιοι, άρ­χισαν να συγκεντρώνουν στρατό και χρήματα, για να εκστρατεύσουν προς ενίσχυση της Επιδάμνου. Ζήτησαν μάλιστα και τη συνδρομή των συμμάχων τoυς. Οι Κερκυραίοι ανησύχησαν με τις προετοιμασίες αυτές και σκέφθηκαν να επιδιώ­ξουν μια ειρηνική διευθέτηση. Έτσι, αφού πήραν ως εγγυητές πρέσβεις από τη Σπάρτη και τη Σικυώνα, έστειλαν πρεσβεία στην Κόρινθο και έκαναν την ακό­λουθη πρόταση: να ανακληθούν από την Επίδαμνο η κορινθιακή φρoυρά και οι έποικοι και ακολούθως η διαφορά να λυθεί με διαιτησία. Οι Κορίνθιοι με τη σει­ρά τoυς ζήτησαν από τους Κερκυραίoυς να λύσoυv την πολιορκία της Επιδάμνου. Αυτοί συγκατατέθηκαν με τoν όρο να αποχωρήσουν και οι Κορίνθιοι. Ακολούθως να γίνει ανακωχή και η διαφορά να παραπεμφθεί σε διαιτησία, Οι Κορίνθι­οι απέρριψαν την πρόταση. Οι Κερκυραίοι κατάλαβαν ότι τα πράγματα ωθού­νται σε ναυτική σύγκρουση και γι’ αυτό άρχιζαν να παρασκευάζουν τη ναυτική τους δύναμη, νέα και παλιά πλοία, πoυ έφθανε στα 120 πλοία.
 
Η πρώτη ναυτική σύγκρουση
 
Πιστεύω ότι ουσιαστικά η περιγραφή τoυ Πελοποννησιακού Πολέμoυ από τον Θουκυδίδη αρχίζει από το βιβλίο Α΄, κεφ. 29. Λέει ο μεγάλος ιστορικός: «Κορίνθιοι δέ ούδέν τούτων ὑπήκουον, ἀλλ ' ἐπειδή πλή­ρεις αὐτοῖς ἦσαν αἱ νῆες καί οἱ σύμμαχοι παρῇσαν, προπέμψαντες κήρυκα πρότερον πόλεμον προεροῦντα Κερκυραίοις, ἄραντες ἑβδομήκοντα ναυσί καί πέντε δισχιλίοις τε ὁπλίταις ἔπλεον ἐπί τήν Ἐπίδαμνον, Κερκυραίοις ἐναντία πολεμήσοντες». Μεταφράζει ο Ελευθ. Βενιζέλος: «Οι Κορίνθιοι, εντούτοις, καμ­μίαν από τας προτάσεις αυτάς δεν ήθελαν να δεχθούν, αλλ' ευθύς ως ητοιμά­σθησαν τα πληρώματα του στόλου και προσήλθαν οι σύμμαχοι, προαπέστειλαν κήρυκα, διά να κηρύξη τον πόλεμον κατά των Κερκυραίων, μεθ' ο απέπλευσαν διευθυνόμενοι προς την Επίδαμνον, με στόλον αποτελούμενον από εβδομήντα πέντε πλοία και δύο χιλιάδας οπλίτας, διά ν' αρχίσουν εχθροπραξίας κατά των Κερκυραίων».
 
          Όταν ο στόλος των Κορινθίων έφθασε στο Άκτιο, στο στόμιο του Αμβρακικού, οι Κερκυραίοι έκαναν μια ύστατη προσπάθεια για την αποτροπή του πολέμου. Έστειλαν στο Άκτιο έναν κήρυκα μ' ένα πλοιάριο («ακάτιον») με νέες προτά­σεις. Aυτός επέστρεψε άπρακτος. Και τότε πια οι Κερκυραίοι αποφάσισαν να κινήσουν όλο το στόλο τους (εκτός από τα 40 πλοία που πολιορκούσαν την Επί­δαμνο). Τη δύναμή τους αποτελούσαν 85 πλοία. Στη Λευκίμμη (ο Θουκυδίδης την λέει Λευκίμνη), το νότιο ακρωτήριο της Κέρκυρας, συναντήθηκαν το 435 π.Χ. οι δύο στόλοι. Εκεί έγινε η πρώτη ναυμαχία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι Κορίνθιοι νικήθηκαν κατά κράτος. Έχασαν 15 πλοία και πολλούς άνδρες. Οι Κερκυραίοι δεν αρκέστηκαν στην πρώτη αυτή επιτυχία. Μόλις αποχώρησαν οι Κορίνθιοι, ανέλαβαν επιθετική πρωτοβουλία. Λεηλάτησαν τη Λευκάδα κι έκα­ψαν την Κυλλήνη, η οποία είχε βοηθήσει τους Κορινθίους.
 
Την ίδια μέρα που έγινε η ναυμαχία της Λευκίμμης, οι Κερκυραίοι γεύτηκαν κι άλλη ικανοποίηση. Παραδόθηκε η Επίδαμνος. Οι Κορίνθιοι κρατήθηκαν αιχ­μάλωτοι, ενώ οι λοιποί που εκστρατεύσανε μαζί τους, αφέθηκαν ελεύθεροι. Οι δύο αυτές επιτυχίες έδωσαν θάρρος στους Κερκυραίους, που άρχισαν συστημα­τικές επιθέσεις κατά των πόλεων που ήσαν σύμμαχοι των Κορινθίων. Αυτό ανά­γκασε τους Κορινθίους το θέρος του επόμενου έτους (434 π.Χ.) να έλθουν με στρατό και στόλο στο Άκτιο και στο ακρωτήριο της Θεσπρωτίας Χειμέριο. Οι Κερκυραίοι αντιπαρατάχθηκαν στη Λευκίμμη. Δεν έγινε καμμιά σύγκρουση και έτσι, όταν ήλθε ο χειμώνας, οι δύο στόλοι επέστρεψαν στις βάσεις τους.
 
Κερκυραίοι και Κορίνθιοι στην Αθήνα
 
«Η παρά την Λευκίμμην ήττα, αλλά και η παράδοσις της εις Επίδαμνον φρουράς είχαν αμφότερα διεγείρει την οργήν των Κορινθίων, διό και ούτοι παρεσκεύαζον έκτοτε ισχυρόν στόλον, ίνα επανορθώσουν τα παθήματα. Προσελάμβανον δε προς τούτο από πόλεων της Πελοποννήσου, αλ­λά και της λοιπής Ελλάδος, μισθοφόρους, τους οποίους θα εχρησιμοποίουν ως ερέτας» (Γ .Α. Παπαντωνίου: «Αρχαία Ελληνική Ιστορία», Α', σσ 157-158). Οι προετοιμασίες αυτές ανησύχησαν την Κέρκυρα, η οποία μέχρι τότε τηρούσε στάση ευφυoύς ουδετερότητας, μη ανήκοντας ούτε στο συνασπισμό της Αθήνας ού­τε στο συνασπισμό της Σπάρτης. Στη σύγκρουση όμως που άρχισε με την Κόριν­θο, δεν είχε κανένα στήριγμα. Ξέροντας όμως τον ανταγωνισμό Κορινθίων και Αθηναίων και γενικότερα τις επεκτατικές τάσεις των τελευταίων, έστειλε πρε­σβεία στην Αθήνα για σύναψη συμμαχίας. Πρεσβεία όμως έστειλαν και οι Κο­ρίνθιοι για να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
 
Τους λόγους των δύο πρεσβειών διασώζει ο Θουκυδίδης στο πρώτο του βιβλίο, θέλοντας εξ αρχής να προσδιορίσει αυτό που, κατά τη γνώμη του, αποτελεί την «αληθεστάτην πρόφασιν» του πολέμου. Ο κ. Παπαιιρηγόπουλος που μελέτησε εμβριθώς τους λόγους αυτούς, παρατηρεί: «καίτοι δέ φέρουσι τόν ἰδιάζοντα τοῦ ὕφους καί τήν συνήθη τραχύτητα τής γραμματικής κατασκευής τοῦ ἱστορικοῦ, οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ὅμως ἐκ τῶν ἁπλουστάτων καί πρακτικωτάτων τῆς ὅλης συγγραφῆς, καί παριστῶσιν ἀκριβῶς τήν τότε κατάστασιν» (Κ. Παπαρρηγόπουλος: «Ιστορία του Ελληνικού 'Εθνους», εκδ. Ελευθερουδάκη, τομ. Αβ, σ. 208). Δυστυχώς ο Θουκυδίδης δεν παραθέτει το λόγο των Αθηναίων κι έτσι δεν γνω­ρίζουμε  - το εικάζουμε μόνο - το σκεπτικό με το οποίο αποφάσισαν και ενήργη­σαν οι Αθηναίοι. Υποψιάζομαι ότι έδωσαν διφορούμενη απάντηση, για να κρύ­ψουν αυτό που επρόκειτο να πράξουν.
 
Οι Κερκυραίοι για να εξασφαλίσουν τη συνδρομή των Aθηναίων επικαλέ­σθησαν προοιμιακά αυτό που είναι το «πρώτον κινούν» της πολιτικής δρά­σεως: το συμφέρον («Ξύμφορα δέονται, εἰ δέ μή, ὅτι γε οὐκ ἐπιζήμια», Α, 32). Δηλαδή η συμμαχία ήταν συμφέρουσα στους Αθηναίους και πάντως όχι επιβλαβής. Επιπλέον δεν ήταν αντίθετη προς την Τριακονταετή Eιρήνη, γιατί οι Κερκυραίοι δεν ανήκαν σε καμμιά συμμαχία. Άλλο βασικό επιχείρηιια των Κερ­κυραίων ήταν ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος και ότι συμφέρει τους Αθηναί­ους να συμμαχήσουν με μια ισχυρή ναυτική δύναμη και να προλάβουν έτσι την κύρια ναυτική αντίπαλό τους, που προετοιμάζεται πυρετωδώς. "Τόν δέ πόλεμον, δι'ὅνπερ χρήσιμοι ἄν εἴωμεν, εἴ τις ὑμῶν μή οἴεται ἔσεσθαι, γνώμης ἁμαρτάνει καί οὐκ αἰσθάνεται τους Λακεδαιμονίους φόβῳ τῷ ὑμετέρῳ πολεμησείοντας καί τούς Κορινθίους δυναμένους παρ'αὐτοῖς καί ὑμῖν ἐχθρούς ὄντας καί προκαταλαμβάνοντας ἡμᾶς...Ἡμέτερον δ'αὖ ἔργον προτερῆσαι, τῶν μέν διδόντων, ὑμῶν δεξαμένων τήν ξυμμαχίαν, καί προεπιβουλεύειν αὐτοῖς μᾶλλον ἤ ἀντεπιβουλεύειν" (Α, 33).  Που σημαίνει: αν κανείς από σας νομίζει ότι ο πό­λεμος στον οποίο θα μπορούσαμε να σας φανούμε χρήσιμοι, δεν θα γίνει, σφάλ­λει και δεν αντιλαμβάνεται ότι οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν τον πόλεμον διότι φοβούνται τη δύναμή σας, ενώ οι Κορίνθια που είναι εχθροί σας, όχι μόνο ασκούν μεγάλη επιρροή σ' αυτούς, αλλά παράλληλα παρασκευάζουν τη δύναμή τους για να σας προκαταλάβουν... Αντίθετα δικό μας καθήκον είναι να πάρουμε την πρω­τοβουλία με το να προσφέρουμε εμείς τη συμμαχία και σεις να την δεχθείτε, και έτσι να προλάβουμε τα σχέδιά τους παρά να τα ματαιώσουμε εκ των υστέρων.
 
Με το μικρό αυτό απόσπασμα ο Θουκυδίδης κατορθώνει να δείξει τις βασικές αιτίες που οδήγησαν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Οι Κερκυραίοι επικαλέ­σθηκαν και άλλα ακόμη επιχειρήματα, ότι δηλαδή «οι αντίπαλοί μας είναι και αντίπαλοί σας» και την ανατροπή του συσχετισμού των ναυτικών δυνάμεων: Tρεις είναι οι κυριότεροι στόλοι της Ελλάδος, ο δικός σας, ο δικός μας και των Κοριν­θίων. Αν αφήσετε τους Κορινθίους να μας υποτάξουν, θα αναγκασθείτε να αγω­νισθείτε και εναντίον των Kερκυραίων και εναντίον των Κορινθίων, αν όμως συμ­μαχήσετε μαζί μας, θ' αγωνισθείτε εναντίον των Κορινθίων ενισχυμένοι και με το δικό μας στόλο. Οι Κερκυραίοι, δηλαδή, επικαλέσθηκαν τη λογική του «Δύο ένα».
 
Οι Κορίνθιοι επικαλέσθηκαν κυρίως ηθικά, άρα μη πειστικά επιχειρήματα. Επικαλέσθηκαν κυρίως το δικαίωμα της μητροπόλεως να επεμβαίνει στα εσω­τερικά της αποικίας, υπέδειξαν στους Αθηναίους τον κίνδυνο πως αν ενισχύσουν τους Κερκυραίους θα ανοίξουν το δρόμο της αποστασίας στoυς δικούς τους συμ­μάχους και ακόμη ότι έτσι θα χαθεί το δικαίωμα της ηγεμονεύουσας πόλης να τι­μωρεί τους συμμάχους της σε περίπτωση αποστασίας.
 
Οι Αθηναίοι αφού άκουσαν αυτά συνεκάλεσαν δύο φορές την Εκκλησία του Δήμου. Κατά την πρώτη συνεδρίαση δεν απεφάσισαν επιθετική και αμυντική συμμαχία με την Κέρκυρα. Κατά τη δεύτερη απoφάσισαν μόνο αμυντική, για την αμοιβαία υπεράσπιση του εδάφους τους. Την αμυντική αυτή συμμαχία ο Θου­κυδίδης ονομάζει «επιμαχία». Οι Αθηναίοι προχώρησαν σε μια τέτοια απόφα­ση, γιατί όπως λέει ο Θουκυδίδης, θεωρούσαν τον πόλεμο αναπόφευκτο και ήθε­λαν τη συμμαχία της Κέρκυρας και για τη δύναμη που είχε αλλά και διότι λόγω θέσεως ελέγχει την θαλάσσια οδό που φέρvει στην Ιταλία και Σικελία. Μετά την αναχώρηση των Κορινθίων, οι Αθηναίοι έστειλαν 10 πλοία στην Κέρκυρα υπό την ηγεσία του Λακεδαιμονίου, (γιος του Kίμωνα), του Πρωτέα και του Επικλή. Η εντολή ήταν σαφής: να μην εμπλακούν σε ναυμαχία με τους Κορινθίους, εκτός κι αν αυτοί απειλήσουν την Κέρκυρα. Οι Αθηναίοι δεν ήθελαν να δώσουν αφορ­μή για την παραβίαση της Τριακοναετούς Συνθήκης.
 
Η ναυμαχία στα Σύβοτα
 
Το θέρος του 433 π.χ. οι Kορίνθιοι με 150 πλοία έφθασαν στη Λευκάδα, με αρχηγό τον Ξενοκλείδη. Από εκεί έφθασαv στο Χειμέριο, όπου στρα­τοπέδευσαν. Προς ενίσχυσή τους ήρθαν πολεμιστές από τις γύρω περιο­χές. Οι Κερκυραίοι ετοίμασον κι αυτοί 110 πλοία με αρχηγούς τον Μικιάδη, τον Αισιμίδη και τον Ευρύβατο. Ακολουθούμενοι από τα 10 αθηναϊκά πλοία έπλευ­σαν στα Σύβοτα. Η λέξη «σύβοτα» σημαίνει μέρος που βόσκουν χοίροι. Συβότης είναι ο χοιροβοσκός. Ως τοπωνύμιο η λέξη δηλώνει δυο νησάκια της Ηπείρου (σήμερα Άγιος Νικόλαος και Μαύρο Όρος ) απέναντι από τη Λευκίμμη. Ο Θου­κυδίδης (Α, 34) μιλάει για Σύβοτα «ἐν τῇ ἠπείρῳ» ( = στεργιανά σύβοτα, δηλαδή χοιροστάσια ) και Σύβοτα «ἐν τῇ νήσῳ». Απέναντι από τα νησιωτικά Σύβοτα, στο ακρωτήριο της Λευκίμμης. παρατάχθηκε ο στρατός των Κερκυραίων με 1.000 Ζακυνθίους.
 
Οι Κορίνθιοι, αφού προετοιμάστηκαν για ναυμαχία, έφυγαν από το Χει­μέριο, ακρωτήριο της Θεσπρωτίας (ανάμεσα στην Τορύνη και τον Γλυκό Λι­μένα, που σε νεώτερα χρόνια λεγόταν Χαρχάλι. Ακολούθως έπλευσαν προς τα Σύβοτα, όπου συναντήθηκαν με τον Κερκυραϊκό στόλο. Επακολούθησε ναυμαχία. Ο Θουκυδίδης γράφει ότι αυτή έγινε περισσότερο με ανδρεία παρά με δεξιοτεχνία, λόγω ναυτικής απειρίας. Λόγω συγχύσεως επικράτη­σαν στην μια πτέρυγα οι Κερκυραίοι και στο άλλο οι Κορίνθιοι. Αλλά την επιτυχία των Κορινθίων περιόρισε η παρέμβαση των 10 αθηναϊκών πλοίων, που εν τω μεταξύ ενισχύθηκαν με την άφιξη άλλων 20 από την Αθήνα. όταν έπεσε η νύκτα, οι Κερκυραίοι έπλευσαν προς την Λευκίμμη και οι Κορίνθι­οι στο λιμάνι των Συβότων.
 
Την επομένη τα τριάντα πλοία των Αθηναίων μαζί με τα Κερκυραϊκά έπλευσαν προς τα Σύβοτα και παρατάχθηκαν για ναυμαχία. Οι Κορίνθιοι, βλέποντας τους Αθηναίους, δίστασαν να εκπλεύσουν. Είχαν αρχίσει μάλιστα να σκέπτονται τον απόπλου. Προηγουμένως όμως θέλησαν να βολιδοσκοπήσουν τους Αθηναίους, κατά πόσο ήσαν διατεθειμένοι να τους εμποδίσουν. Με ένα πλοιάριο έστειλαν άνδρες να ερωτήσουν. Παρ' όλο που τα Κερκυραϊκά πληρώματα κραύγαζαν «λα­βεῖν τε αὐτούς καί ἀποκτεῖναι», οι Αθηναίοι τους επέτρεψαν ν’ αναχωρήσουν Εἰ μέν οὖν ἄλλοσε ποι βούλεσθε πλεῖν, οὐ κωλύομεν»). Αρκεί να μην πλεύ­σουν εναντίον της Κέρκυρας ή εναντίον κάποιου μέρους που ανήκε στην επι­κράτεια των Κερκυραίων.
  
Ύστερα από αυτό, οι Κορίνθιοι έστησαν τρόπαιο νίκης στα ηπειρωτικά Σύ­βοτα και οι Κερκυραίοι στα νησιωτικά. Διότι και οι δύο διεκδικούσαν τη νίκη, ο καθένας με το δικό του σκεπτικό. Ύστερ’ από αυτό οι Κορίνθιοι αναχώρησαν αλλά κατά την επιστροφή κατέλαβαν το Ανακτόριο (στην είσοδο του Αμβρακι­κού) με απάτη και αφού εγκατέστησαν Κορίνθιους αποίκους, επιστρέψανε στην Κόρινθο. Μαζί τους είχαν πολλούς αιχμαλώτους. Από αυτούς, 800 που ήσαν δού­λοι πουλήθηκαν, ενώ 250 που ήσαν ελεύθεροι Κερκυραίοι κρατήθηκαν στη φυ­λακή και μάλιστα με εξαιρετικές περιποιήσεις. Ο λόγος ήταν απλός: πίστευαν πως αυτοί, όταν θα επέστρεψαν στην Κέρκυρα, θα εργάζονταν για την πολιτική μεταστροφή των συμπατριωτών τους. Μετά τους Κορίνθιους ανεχώρησαν και τα πλοία των Αθηναίων. Και ο Θουκυδίδης τελειώνει την περιγραφή των Κερκυ­ραϊκών λέγοντας: «Αἰτία δέ αὕτη πρώτη ἐγένετο τοῦ πολέμου τοῖς Κορινθίοις ἐς τούς Ἀθηναίους» (Α, 55, 3).
 
          Ώμως η πρώτη αιτία φέρνει τη δεύτερη και η δεύτερη την τρίτη. Οι Κερκυραί­οι και οι Αθηναίοι φαίνονταν σαν οι νικητές του παιχνιδιού. Οι Κερκυραίοι εί­χαν καταλάβει την Επίδαμνο και είχαν υποχρέωσει σε υποχώρηση τους Κοριν­θίους. Οι Αθηναίοι πάλι χωρίς καμμιά απώλεια κινώντας μόνο 30 πλοία, είχαν ενισχύσει τη συμμαχία τους με την πανίσχυρη Κέρκυρα. Η ζυγαριά είχε γείρει προς το μέρος των Αθηναίων. Οι Κορίνθιοι από εδώ και στο εξής ζητούν να πά­ρουν τη «ρεβάνς». Όπως λοιπόν, οι Αθηναίοι στράφηκαν, κατά παράβαση της Συνθήκης, στο δικό τους χώρο επιρροής, έτσι κι αυτοί στρέφονται προς τα πα­ράλια της Μακεδονίας που ήταν στη σφαίρα επιρροής της Αθήνας. Η είσοδος στον πόλεμο μοιάζει με είσοδο του ανθρώπου στη λάσπη. Για να βγάλει το ένα ποδάρι πρέπει να πατήσει και το δεύτερο στη λάσπη.

Η νιότη είναι μια κατάσταση του νου

«Οι νέοι είναι χαρούμενοι, γιατί έχουν την ικανότητα να βλέπουν την Ομορφιά. Όποιος διατηρεί αυτή την ικανότητα, δε γερνά ποτέ» – Φραντς Κάφκα

Να είστε νέοι.
Η νεότητα δεν είναι περίοδος της ζωής,
είναι κατάσταση του νου, η συνέπεια της προθυμίας,
η ιδιότητα της φαντασίας,  η συναισθηματική δύναμη,
η νίκη του θάρρους ενάντια στη δειλία,
η νίκη της λαχτάρας για περιπέτεια  ενάντια στο βόλεμα μιας άχρωμης ζωής.
Δεν γερνάμε γιατί διανύουμε έναν συγκεκριμένο αριθμό ετών,
γερνάμε γιατί εγκαταλείπουμε τον ενθουσιασμό μας.
Τα χρόνια ρυτιδώνουν το δέρμα, η απουσία ενθουσιασμού ρυτιδώνει την ψυχή,
η ανησυχία, η αμφιβολία, ο φόβος, η  απελπισία
είναι εχθροί που σιγά  σιγά μας κάνουν να γέρνουμε προς το έδαφος
και να γινόμαστε σκόνη πριν  από το θάνατο…
Νέος είναι αυτός που αιφνιδιάζεται και θαυμάζει.
Που ρωτάει σαν αχόρταγο παιδί: «Και μετά;»
Προκαλείται από τα γεγονότα
και βρίσκει χαρά στο παιχνίδι της ζωής.
Είστε όσο νέα είναι η πίστη σας.
Όσο ηλικιωμένη είναι η αμφιβολία σας,
όσο νέα η αυτοπεποίθησή σας
Όσο νέα είναι  η ελπίδα σας.
Όσο ηλικιωμένη είναι η απελπισία σας,
όσο νέα είναι η  αγάπη που νιώθετε για τον εαυτό σας,
όσο ηλικιωμένη είναι η κριτική που ασκείτε σ΄ εσάς και  στους άλλους…
Θα μείνετε νέοι για όσο καιρό παραμένετε δεκτικοί  και ανοιχτοί.
Δεκτικοί στο ωραίο, στο καλό, στο μεγάλο.
Ανοιχτοί στα μηνύματα του σώματός σας, της φύσης, του ανθρώπου, του απείρου….
Αν μια μέρα η καρδιά σας ταραχτεί από την απαισιοδοξία θυμηθείτε ότι το χαμόγελο και το γέλιο μπορούν να φωτίσουν ξανά την αιώνια νεότητά σας!

Βγες από τον εαυτό σου και άφησέ τον εκεί

Τι κρίμα για σένα, αν πιστεύεις ότι υπάρχει μόνο ό,τι μπορεί να μετρηθεί στατιστικά. Πραγματικά σε λυπάμαι αν διευθύνει τη ζωή σου μόνο αυτό που μπορεί να μετρηθεί, γιατί εμένα με κεντρίζει το απροσμέτρητο. Με κεντρίζουν τα όνειρα, όχι μόνο αυτό που είναι μπροστά μου. Δε δίνω δεκάρα γι’ αυτό που βρίσκεται μπροστά μου. Αυτό το βλέπω. Αν θες να περάσεις τη ζωή σου μετρώντας το, είναι δικαίωμά σου, εμένα όμως με ενδιαφέρει αυτό που βρίσκεται πιο έξω. Υπάρχουν τόσα που δε βλέπουμε, δεν πιάνουμε, δε νιώθουμε, δεν καταλαβαίνουμε.

Υποθέτουμε πως η πραγματικότητα είναι αυτό το  κουτί που μας βάλανε μέσα, κι όμως σας βεβαιώνω πως δεν είναι έτσι. Ανοίξτε την πόρτα κάποτε και κοιτάξτε τι υπάρχει έξω. Το όνειρο του σήμερα θα είναι η πραγματικότητα του αύριο. Κι όμως έχουμε ξεχάσει να ονειρευόμαστε.

Κατ’ αρχήν πιστεύω ότι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που αγαπάει είναι ότι αγαπάει τον εαυτό του. Δε μιλάω για το χάιδεμα του εγώ μας. Μιλάω για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί, ότι δεν μπορείς να δώσεις παρά αυτό που έχεις και γι’ αυτό καλά θα κάνεις να προσπαθήσεις όσο μπορείς ν’ αποχτήσεις κάτι. Θέλεις να είσαι ο πιο μορφωμένος, ο πιο λαμπερός, ο πιο ενδιαφέρων, ο πιο πολυτάλαντος, ο πιο δημιουργικός άνθρωπος του κόσμου, γιατί έτσι θα μπορέσεις να τα δώσεις όλα αυτά. Ο μοναδικός λόγος που έχεις κάτι είναι για να το δίνεις.

Θεωρούμε το «εγώ» μας σαν κάτι ουσιαστικό, τον εαυτό που κατασκευάσαμε. Θα σας πω όμως μια αλήθεια, δεν τον κατασκευάσατε εσείς αυτό τον εαυτό. Άλλοι τον έφτιαξαν. Οι άλλοι σας είπαν ποιος πρέπει να είστε και ποιος όχι, πώς πρέπει να κινείστε, να μυρίζετε και να κάνετε τα περισσότερα πράγματα που κάνετε. Βγες από τον εαυτό σου και άφησέ τον εκεί. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπουν μέσα σου τα νέα μηνύματα.

Ο εαυτός κατασκευάζει τεράστια τείχη γύρω του για «αυτο»προστασία. Αυτά τα τείχη τα ονομάζει πραγματικότητα. Ο,τιδήποτε δεν ταιριάζει μ’ αυτό που ο περιτειχισμένος εαυτός θεωρεί πραγματικό, δεν αφήνεται να περάσει από το τείχος∙ έτσι, όταν πια φτάνει μέσα η νέα αντίληψη, έχει γίνει αυτό που ήθελε από την αρχή. Έτσι οι περισσότεροι από μας περνάμε τη ζωή μας βλέποντας μόνον ό,τι θέλουμε να δούμε, ακούγοντας μόνον ό,τι θέλουμε να ακούσουμε, μυρίζοντας ό,τι θέλουμε να μυρίσουμε, ενώ όλα τα υπόλοιπα παραμένουν απολύτως αόρατα. Όλα τα πράγματα βρίσκονται εδώ. Για να δούμε, το μόνο που χρειάζεται είναι να τα αφήσουμε να μπουν, να τα αγγίξουμε, να τα γευτούμε, να τα δαγκώσουμε, να τα αγκαλιάσουμε (το πιο ευχάριστο), να τα ζήσουμε όπως είναι –όχι όπως είμαστε εμείς.

Υπάρχουμε εμείς, ο εαυτός μας και πάνω σ’ αυτό τον εαυτό συσσωρεύουμε χιλιάδες και χιλιάδες πράγματα που μπορεί να μην είναι ο εαυτός μας, μα που να ανήκουν μάλλον στην οικογένειά μας, την κουλτούρα μας, τους φίλους και ούτω καθεξής. Τα παίρνουμε μαζί μας και τότε αυτά γίνονται εμείς και είμαστε ικανοί να πεθάνουμε για να υπερασπίσουμε αυτό το «εμείς» και καταφεύγουμε στην απάθεια για να αποφύγουμε τις προκλήσεις του νέου εαυτού.

Δημιουργούμε επίσης μοντέλα τελειότητας. Περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να κάνουμε τον έξω κόσμο να ταιριάσει μ’ αυτό που νομίζουμε εμείς σαν τέλειο.

Είμαστε ήδη τέλειοι. Ο κόσμος είναι ήδη τέλειος. Προσπαθούμε να επέμβουμε σ’ αυτή την τελειότητα κι από κει πηγάζουν όλα τα προβλήματά μας. Τι θαυμάσιο που θα ήταν, αν μπορούσαμε να δεχτούμε το γεγονός ότι είμαστε ο τέλειος εαυτός μας. Μόνο εσύ μπορείς να ξέρεις ποιος είναι ο τέλειος εαυτός σου. Είσαι όμως ο τέλειος εαυτός σου και είναι ο μοναδικός τέλειος εαυτός σου που θα περάσει έτσι στην ιστορία του κόσμου! Ίσως οι άλλοι να προσπαθήσουν να τον κάνουν ατελή.

Δεν πρέπει να παίρνουμε τη ζωή ως δεδομένη

Ποσό εύκολα παίρνουμε τη ζωή για δεδομένη και πόσα γεγονότα και καταστάσεις τα θεωρούμε δεδομένα τόσο που έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχουν.

Όταν λέω ζωή εννοώ κάθε μικρό και μεγάλο κομμάτι της. Από το ότι αναπνέουμε -που δεν είναι δεδομένο- μέχρι το ότι προσπαθούμε να ελέγξουμε την πορεία της -πόσο αστείο-  αποδεικνύεται ότι είναι κομμάτι της ύπαρξης μας η στάση αυτή. Σίγουρα η καθημερινότητα μας θα ήταν πιο χαρούμενη, ουσιαστικότερη και πιο γεμάτη αν δεν παίρναμε τίποτα σαν δεδομένο και διαθέταμε περισσότερη επίγνωση.

Θα γιορτάζαμε κάθε μέρα για το ότι ξυπνήσαμε και είμαστε ζωντανοί. Θα κοιτούσαμε τους ανθρώπους με αχόρταγη βιάση να γεμίσουμε από αυτούς, θα τους πλησιάζαμε χωρίς ντροπές και αναβολές. Θα ήταν όλα αμεσότερα, αληθινότερα! Θα αγκαλιάζαμε τους αγαπημένους μας χαιρετώντας τους και αποχαιρετώντας τους κάθε μέρα.

Και κάθε μέρα θα ήταν μια μικρή γιορτή που κερδίσαμε και έχουμε να την ζήσουμε για λίγο ακόμα. Αν θέλουμε να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αναπνέουμε π.χ. το αντιλαμβανόμαστε αν με κάποιον τρόπο δυσκολευτούμε να αναπνέουμε. Αν προσωρινά χάσουμε, έστω και κατ' ελάχιστο, αυτό που λανθασμένα θεωρούμε δεδομένο.

Δεν θα ζούσαμε προσπαθώντας να προβλέψουμε ή να ελέγξουμε το μέλλον γιατί πολύ απλά θα δημιουργούσαμε το καλύτερο δυνατό παρόν- το μόνο που διαθέτουμε ως σχετικά βέβαιο. Δεν θα μας άγχωναν ούτε θα μας πλήγωναν οι καταστάσεις και οι γύρω μας γιατί κάθε μέρα θα ήταν ευκαιρία για αγάπη και δημιουργία. Ποσό ουτοπικό αλλά ποσό πολύ θα άγγιζε την ουσία της ύπαρξης μας.

Τί πιο μαγικό από το να ζεις το τώρα χωρίς να υπάρχει τίποτα άλλο στο μυαλό σου; Χωρίς αναστολές και αναβολές. Θα βλέπαμε τον κόσμο τόσο διαφορετικά. Θα αγαπούσαμε τα πάντα. Από το κρεβάτι μας μέχρι και τα αντικείμενα του σπιτιού μας, το φαγητό, τα λουλούδια, τους ανθρώπους γνωστούς και αγνώστους και η καρδιά μας θα ήταν ένα ανοιχτό τετράδιο έτοιμο να γεμίσει τις σελίδες του.

Κι αντί γι' αυτό εμείς τι κάνουμε; Γεμίζουμε την αβέβαιη ύπαρξη μας πιστώνοντας τα μέσα σε βάθος χρόνου που φυσικά και δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Γιατί; Γιατί να έχει τόσο πολύ μεγάλη σημασία το ανύπαρκτο μέλλον, μεγαλύτερη από το βέβαιο -έστω και φαινομενικά-παρών; Υπάρχει απάντηση αν ανατρέξουμε στο Εγώ, το μόνο που νοιάζεται για τέτοιες ασημαντότητες.

Να επενδύσεις στο μέλλον, να προσπαθήσεις για να απολαύσεις στο μέλλον, να προσέχεις για να μην δειχτείς τις συνέπειες στο μέλλον, να κάνεις υπομονή και θα αποζημιωθείς στο μέλλον… και στο παρόν; Γιατί το παρόν, που είναι ότι πιο βέβαιο έχουμε, πρέπει να μένει ἠ να περιμένει το μέλλον για να γίνει αρκετά κάλο, ουσιαστικό ή σημαντικό, ειδικά όταν το μέλλον δεν έρχεται ποτέ;

Υπάρχει απάντηση αν ανατρέξουμε στο Εγώ, το μόνο που νοιάζεται για τέτοιες ασημαντότητες, το μόνο που το απασχολούν παράλογα και εξωφρενικά πράγματα για να νοιώθει υπαρκτό, ενώ γνωρίζει πως είναι ανύπαρκτο.  Το  μόνο που κάνουμε εμείς με αυταπάρνηση είναι να το ταΐζουμε σαν κάτι σημαντικό.

Μια κλασική φράση που ακούμε συχνά και ταυτόχρονα την ξεχνάμε, ότι δηλαδή «ζήσε το σήμερα σαν να μην υπάρχει το αύριο» είναι η πιο σοφή συμβουλή που θα μπορούσα να σκεφτώ. Μην περιμένεις το αύριο για να ζήσεις, μην περιμένεις το αύριο για να κάνεις αυτό που θέλεις, για να αγαπήσεις, για να δημιουργήσεις, για να πλησιάσεις τις επιθυμίες σου, για να δεις τα λάθη σου, για να τα διορθώσεις, για να πληγωθείς, να πονέσεις, να αγαπήσεις, να ζητήσεις, να ζήσεις, μην το περιμένεις γιατί το αύριο μπορεί να μην έρθει ποτέ ή μπορεί να έρθει μεθαύριο.

Μην σπαταλάς ζωή σου σήμερα, περιμένοντας το αύριο, επίσης μην περιμένεις τις συγκυρίες να έρθουν στην πόρτα σου, δεν θα έρθουν ποτέ μόνες τους αν δεν τις προκαλέσεις, αν δεν τις γνωρίσεις, αν δεν τις ζήσεις σήμερα !

Είσαι ηττημένος από το εγώ, όταν πιστεύεις τον πολιτικό, τα νομοσχέδια του πολιτικάντη, τον παπά, τις γραφές του παπά, τον γκουρού της κάθε παλαβομάρας που σου λέει το ένα ή το άλλο. Είσαι ηττημένος κάθε φορά που ικετεύεις, προσεύχεσαι, εκλιπαρείς, ζητάς, περιμένεις, από οποιονδήποτε το οτιδήποτε.

Είσαι ηττημένος όταν αντί να ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ τι να κάνεις με την ζωή σου, εσύ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ πως κάτι θα γίνει με την ζωή σου. Η απόσταση ανάμεσα στο ΝΑ και στο ΘΑ είναι τόσο μεγάλη που τις χωρίζει απεραντοσύνη. Όταν (κι αν) μάθεις αυτήν την τεράστια διαφορά των λέξεων, εκμηδενίσεις την απεραντοσύνη που τις χωρίζει, τότε μπορείς να είναι ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ εσύ και μόνον ΕΣΥ, της ζωής σου. Είσαι κερδισμένος όταν έχεις την ΕΥΘΥΝΗ της ζωής σου, ΕΣΥ και δεν σε επηρεάζει τίποτε και κανένας.

Δεν είσαι μόνος σου, το έχουν κάνει χιλιάδες άνθρωποι και δεν δίνουν δεκάρα για την κρίση τους, τις αυξήσεις τους την κατάντια τους. Επικοινώνησε να βρεις τρόπους να ΚΟΨΕΙΣ την γόρδιο δεσμό της κρίσης και ανέλαβε ΕΥΘΥΝΗ.

Βρες τρόπο δηλαδή να μην τους έχεις ανάγκη, αυτό είναι το πρώτο βήμα στο μονοπάτι της Ευθύνης της ζωής σου, υπάρχουν δεκάδες τρόποι αλλά δεν θα στους πει κανένας, μόνος σου πρέπει να τους βρεις. Κάνε μότο της ζωής σου τον ακόλουθο αφορισμό, όταν τον σκεφτείς και τον εφαρμόσεις τότε το χάσμα ανάμεσα στο Να και στο Θα αρχίζει να μικραίνει, φρόντισε να το εξαφανίσεις.

Μην επιτρέπεις να σε επηρεάσει αυτό που δεν μπορείς να επηρεάσεις.
και Ζήσε Αναλόγως !

Αποφθέγματα από την φιλοσοφία του Βουδισμού

Η φιλοσοφία του Βουδισμού δεν ψάχνει για το νόημα της ζωής, αλλά μας βοηθάει να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες που θα συναντήσουμε στην ζωή μας. Μας μαθαίνει να έχουμε υπομονή και να επικεντρωνόμαστε στο παρόν.

Δείτε παρακάτω 25 αποφθέγματα από την φιλοσοφία του Βουδισμού που θα σας βοηθήσουν να δείτε την ζωή από μια άλλη οπτική:

1. Ο πειρασμός να τα παρατήσουμε είναι πάντα μεγαλύτερος λίγο πριν την νίκη.
2. Ο στόχος στην ζωή είναι να πεθάνεις νέος, αλλά να το κάνεις όσο πιο αργά γίνεται.
3. Μην μιλάς, αν δεν μπορείς να βελτιώσεις την κατάσταση.
4. Ένα μακρινό ταξίδι ξεκινάει, κάνοντας το πρώτο βήμα.
5. Ο δυνατός άνθρωπος ξεπερνάει το εμπόδιο, ο σοφός κάνει ολόκληρη την διαδρομή.
6. Μην σας τρομάζει το να πηγαίνετε πιο αργά. Να σας τρομάζει μόνο το σταμάτημα.
7. Ακόμη και η ευτυχία ενός ηλίθιου είναι ένα ηλίθιο είδος ευτυχίας.
8. Αν σκοντάψετε και πέσετε κάτω, δεν σημαίνει, ότι έχετε επιλέξει τον λάθος δρόμο.
9. Μια καλύβα γεμάτη γέλιο είναι πιο πλούσια από ένα παλάτι γεμάτο θλίψη.
10. Πάντα να κοιτάτε την θετική πλευρά των πραγμάτων. Αν δεν μπορείτε να το καταλάβετε αυτό, γυαλίστε κάτι που ήταν θαμπό μέχρι να αρχίσει να λάμπει.
11. Ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει πάντα στην ώρα του.
12. Κάποιος που σας λέει τα ελαττώματά σας δεν είναι απαραίτητα εχθρός σας. Κάποιος που λέει συνέχεια για τις αρετές σας δεν είναι απαραίτητα φίλος σας.
13. Μην φοβάστε, αν δεν ξέρετε κάτι. Να φοβάστε, όταν δεν προσπαθείτε να μάθετε για αυτό.
14. Ένας καλός δάσκαλος σου ανοίγει την πόρτα, αλλά σε αφήνει να μπεις μέσα μόνος σου.
15. Ένας βουνό δεν φωνάζει ποτέ στον άνεμο όσο δυνατός και αν είναι.
16. Ζήστε ήρεμα και θα έρθει ο χρόνος που θα ανθίσουν τα λουλούδια.
17. Δεν υπάρχει φίλος που να μην έχει ελαττώματα. Αλλά, αν προσπαθήσετε να βρείτε όλα του τα ελαττώματα, δεν θα είστε πια φίλοι.
18. Η δυστυχία μπαίνει από μια πόρτα που έχουμε αφήσει ανοιχτή.
19. Κανένας δεν γυρνάει ίδιος από ένα μακρινό ταξίδι.
20. Ένας άνθρωπος που κοκκινίζει από ντροπή δεν μπορεί να είναι κακός.
21. Είναι καλύτερο να είσαι άνθρωπος για μια μέρα αντί σκιά για 1.000 μέρες.
22. Σπίτι είναι εκεί που ηρεμούν οι σκέψεις σας.
23. Ο άνθρωπος που μετακίνησε βουνά ήταν αυτός που άρχισε να μετακινεί σιγά σιγά μικρές πέτρες.
24. Αν κάνετε κάποιο λάθος, είναι καλύτερο να γελάσετε με αυτό.
25. Η καλύτερη ώρα να φυτέψετε ένα δέντρο ήταν πριν από 20 χρόνια. Η επόμενη καλύτερη ώρα είναι τώρα.

Αν φτάσεις στον πάτο, μετά απογειώνεσαι – Πως η θλίψη μετατρέπεται σε θετικό συναίσθημα

Έχει και η θλίψη τις κρυφές, θετικές πλευρές της, αν κάποιος τη διαχειριστεί έξυπνα και εποικοδομητικά.

Ο ψυχολόγος Timothy So από το Ινστιτούτο Ευζωίας (Well-being Institute) του πανεπιστημίου του Cambridge έβαλε στο μικροσκόπιο την καινοτόμο έρευνα του Αυστραλού ψυχολόγου του πανεπιστημίου του New South Wales Joe Forgas με θέμα τα καλά και ωφέλιμα της θλίψης στέλνοντας μηνύματα ευημερίας κάτω από το πρίσμα της λεγόμενης Θετικής Ψυχολογίας.

Πώς βλέπει η Θετική Ψυχολογία τη θλίψη
Η Θετική Ψυχολογία υποστηρίζει ότι τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να γίνουν ωφέλιμα. Ο Joe Forgas με τις έρευνές του προώθησε την πρωτοποριακή αντίληψη ότι η θλίψη μπορεί να είναι ευεργετική τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο με τουλάχιστον 4 διαφορετικούς τρόπους:

Αυξάνει την παρατηρητικότητα και την ευθυκρισία: Τα πειράματα του Αυστραλού ψυχολόγου απέδειξαν πως, όταν έχουμε «γκρίζα» διάθεση, βρισκόμαστε σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση και είμαστε λιγότερο αφελείς. Επίσης είμαστε σε θέση να παρατηρούμε με περισσότερη λεπτομέρεια και ακρίβεια τον χώρο και το περιβάλλον. Αυτή η εξέχουσα προσοχή μπορεί να μας κάνει να ανιχνεύουμε ευκολότερα την εξαπάτηση και να κάνουμε λιγότερα κριτικά λάθη.

Μας βοηθά να παράγουμε πιο πειστικά επιχειρήματα στον λόγο μας: Όταν κάποιος βρίσκεται σε μελαγχολική διάθεση, έχει την ικανότητα να συντάσσει πιο πειστικούς και συγκροτημένους λόγους. Επιπλέον δίνει μεγαλύτερη προσοχή στις πληροφορίες που λαμβάνει από τον εξωτερικό κόσμο.
Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα: Η αρνητική, θλιμμένη διάθεση μειώνει την τάση μας να δρούμε βασισμένοι σε κοινωνικά στερεότυπα, προκαταλήψεις και κάθε λογής μύθους. Αντίθετα μας ωθεί να αναζητήσουμε νέες αντιλήψεις.

Μας βοηθά να επικοινωνήσουμε καλύτερα με τους γύρω μας: Όταν η θλίψη προέρχεται από το αίσθημα ότι δεν είμαστε αποδεκτοί από τους γύρω μας μας ή ότι δε βαδίζουμε σωστά, τότε μπαίνουμε σε κατάσταση εγρήγορσης ψάχνοντας καλύτερους τρόπους να επικοινωνήσουμε με τους ανθρώπους του κύκλου μας. Έτσι βελτιώνουμε τη σχέση μας μαζί τους.

Αν φτάσεις στον πάτο, μετά απογειώνεσαι
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η θλίψη μας κάνει ικανότερους να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της ζωής. Όσο και αν μας αναστατώνει η ανεργία, η διάλυση μιας σχέσης, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου ή εν τέλει η κοινωνική απομόνωση, η θλίψη μπορεί να μας σπρώξει να γίνουμε πιο ανθεκτικοί, πιο φιλοσοφημένοι και πιο ώριμοι στις αποφάσεις μας. Φτάνοντας στον πάτο, όπως λένε, έχουμε δύο δρόμους να διαλέξουμε: Ο ένας είναι η μόνιμη κατάθλιψη. Ο άλλος, σύμφωνα με τη Θετική Ψυχολογία, είναι να διοχετεύσουμε την ενέργειά μας σε κάτι εποικοδομητικό και να ξεκινήσουμε τον δρόμο για ένα καλύτερο αύριο κοιτώντας (μόνο) μπροστά.

Είκοσι δύο αιώνες αργότερα, οι μαθηματικοί απέδειξαν ότι ο Ευκλείδης είχε ανέκαθεν δίκιο

Στο διάβα της ιστορίας, το πιο προβληματικό χαρακτηριστικό του Βιβλίου Ι των Στοιχείων είναι το αμφιλεγόμενο αίτημα των παραλλήλων.

Το πρόβλημα δεν ανέκυψε επειδή κάποιος αμφισβήτησε ότι το αίτημα των παραλλήλων έπρεπε να είναι αληθές. Αντιθέτως, υπήρξε παγκόσμια συναίνεση ότι το αίτημα ήταν μια λογική αναγκαιότητα. Σε τελική ανάλυση, η γεωμετρία ήταν ένας αφηρημένος τρόπος περιγραφής του σύμπαντος – ένα είδος “καθαρής φυσικής” – και ασφαλώς η φυσική πραγματικότητα υπαγόρευε την αλήθεια του αιτήματος των παραλλήλων.

ΑΙΤΗΜΑ 5
Αν μια ευθεία τέμνει δύο άλλες και σχηματίζει με αυτές ζεύγος γωνιών “εντός και επί τα αυτά” με άθροισμα μικρότερο των δύο ορθών, τότε οι ευθείες, αν προεκταθούν επ’ άπειρον, τέμνονται προς το μέρος που βρίσκονται οι γωνίες αυτές.

Έτσι, δεν ήταν η αναγκαιότητα της δήλωσης του Ευκλείδη η οποία αμφισβητήθηκε. Μάλλον ήταν η ταξινόμησή της ως αιτήματος αντί πρότασης.

Ο κλασικός συγγραφέας Πρόκλος συνόψισε αυτή την άποψη με το σχόλιο: “Τούτο [το πέμπτο αίτημα] θα έπρεπε να διαγραφεί από τα αιτήματα, διότι πρόκειται για θεώρημα…”.

Αυτή η πεποίθηση δεν προκαλεί έκπληξη. Κατ’ αρχάς – και αυτό ίσως πράγματι να ενόχλησε τους αρχαίους Έλληνες γεωμέτρες – το αίτημα ηχούσε σαν πρόταση, διότι η διατύπωσή του καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος ολόκληρης παραγράφου. Επιπλέον, ο Ευκλείδης όχι μόνο έμοιαζε να αποφεύγει όσο μπορούσε τη χρήση του αιτήματος, αλλά κατάφερε να αποδείξει ορισμένα αρκετά πολύπλοκα αποτελέσματα χωρίς αυτό.

Για όλα αυτά φαίνεται πως αποτελούσε πολύ καλό λόγο η αναζήτηση μιας απόδειξης του Αιτήματος 5.

Αναρίθμητοι μαθηματικοί δοκίμασαν τις ικανότητές τους στην επινόηση μιας απόδειξης. Δυστυχώς, τα χρόνια απογοήτευσης έγιναν δεκαετίες και κατόπιν αιώνες αποτυχίας.

Η απόδειξη συνέχισε να διαφεύγει.

Αυτό που έκαναν οι γεωμέτρες στην πορεία ήταν να βρουν μια πληθώρα νέων αποτελεσμάτων που ήταν λογικώς ισοδύναμα με το αίτημα των παραλλήλων.

Πιο κάτω παραθέτουμε τέσσερα από τα πιο διάσημα ισοδύναμα του αιτήματος των παραλλήλων. Οφείλουμε να τονίσουμε ότι, εάν οποιοδήποτε από αυτά είχε αποδειχθεί μέσω των αιτημάτων 1 έως 4, τότε θα είχε αποδειχθεί και το πέμπτο αίτημα.

  • Το αξίωμα του Πρόκλου: Εάν μια ευθεία τέμνει μια από δυο παραλλήλους, τότε πρέπει να τέμνει και την άλλη.
  • Το αίτημα της ισαπέχουσας: Δυο παράλληλες ευθείες πάντα ισαπέχουν.
  • Το αίτημα του Πλέιφερ: Από ένα σημείο που δεν κείται επί δοθείσης ευθείας, μπορεί να αχθεί μία και μόνο μία ευθεία παράλληλη προς τη δοθείσα.
  • Το αίτημα του τριγώνου: Το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου ισούται με δύο ορθές.

Σε πείσμα αυτών των λογικών ισοδύναμων, η φύση του αιτήματος των παραλλήλων παρέμεινε αξεδιάλυτη μέχρι την Αναγέννηση και καθ’ όλη τη διάρκειά της.

Όποιος αποδείκνυε το αίτημα των παραλλήλων θα εξασφάλιζε αιώνια φήμη στα χρονικά των μαθηματικών.

Κάποιες φορές η απόδειξη έμοιαζε να είναι βασανιστικά κοντά, ωστόσο διέφευγε των προσπαθειών των καλύτερων μαθηματικών μυαλών του κόσμου.

Τότε, στις αρχές του 19ου αιώνα, τρεις μαθηματικοί είχαν ταυτόχρονα εκείνη την έκλαμψη που ήταν αναγκαία ώστε να δουν το πρόβλημα στις πραγματικές διαστάσεις του.

Ο πρώτος ήταν ο ασύγκριτος Καρλ Φρήντριχ Γκάους (1777 – 1855).

Ο Γκάους αναδιατύπωσε το πρόβλημα βάσει των μοιρών των γωνιών ενός τριγώνου. Επιθυμώντας να αποδείξει ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου πρέπει να ισούται με 180°, υπέθεσε για χάρη του επιχειρήματος ότι αυτό δεν ισχύει. Έτσι κατέληξε σε δύο εναλλακτικές λυσεις: ότι το άθροισμα των γωνιών είναι είτε μεγαλύτερο είτε μικρότερο των 180°.

Στη συνέχεια μελέτησε αμφότερες τις περιπτώσεις.

Κάνοντας χρήση του γεγονότος ότι οι ευθείες έχουν άπειρο μήκος (υπόθεση την οποία είχε κάνει έμμεσα και ο Ευκλείδης, και κανείς έως τότε δεν είχε αμφισβητήσει), ο Γκάους διαπίστωσε ότι η περίπτωση το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου να υπερβαίνει τις 180° οδηγούσε σε λογική αντίφαση. Έτσι, η περίπτωση αυτή ουσιαστικά απορριπτόταν.

Αν κατάφερνε με παρόμοιο τρόπο να απαλλαγεί και από τη δεύτερη περίπτωση, θα είχε θεμελιώσει, έμμεσα, την αναγκαιότητα του αιτήματος των παραλλήλων.

Ξεκινώντας από την υπόθεση ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου είναι μικρότερο από 180°, ο Γκάους άρχισε να εξάγει συμπεράσματα τα οποία ήταν αρκετά παράξενα, φαινομενικά αλλόκοτα και αντίθετα στη διαίσθηση. Ωστόσο, ο Γκάους δεν βρήκε πουθενά τη λογική αντίφαση που αναζητούσε. Το 1824, συνόψισε την κατάσταση λέγοντας:

… ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 180° … αυτός είναι… ο ύφαλος στον οποίο ναυαγούν όλα τα σκάφη.

Βαθμιαία, καθώς ο Γκάους αναδιφούσε ολοένα και βαθύτερα σε αυτή την παράξενη γεωμετρία, πείστηκε ότι δεν υπήρχε καμία λογική αντίφαση.

Αντίθετα, άρχισε να αισθάνεται ότι ανέπτυσσε όχι μια μη συνεπή, αλλά μια εναλλακτική γεωμετρία, μια “μη ευκλείδεια” γεωμετρία, όπως την αποκάλεσε ο ίδιος, ο οποίος έγραψε σε μια ιδιωτική επιστολή το 1824:

Η υπόθεση ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου είναι μικρότερο από 180° οδηγεί σε μια περίεργη γεωμετρία, αρκετά διαφορετική από τη δική μας, αλλά εντελώς συνεπή, την οποία έχω αναπτύξει προς μεγάλη ικανοποίησή μου.

Στη συνέχεια ήρθε στο προσκήνιο ο Ούγγρος μαθηματικός Γιάνος Μπόλιαϊ (Janos Bolyai, 1802 – 1860). Ο πατέρας του, ο Φάρκας Μπόλιαϊ, υπήρξε συνεργάτης του Γκάους και είχε ο ίδιος αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του σε μια μάταιη προσπάθεια να αποδείξει το αίτημα του Ευκλείδη.

Σε ηλικία που συχνά οι γιοι του ακολουθούσαν το επάγγελμα των πατέρων τους – είτε αυτό ήταν κληρικός είτε παπουτσής ή αρχιμάγειρας –, ο νεαρός Μπόλιαϊ τον ακολούθησε στη μάλλον εσωτερική προσπάθεια να αποδειχθεί το αίτημα των παραλλήλων. Ωστόσο, ο Φάρκας γνώριζε πολύ καλά τις δυσκολίες μιας τέτοιας σταδιοδρομίας και έγραψε στον γιο του την εξής έντονη προειδοποίηση:

Δεν πρέπει να δοκιμάσεις αυτή την προσέγγιση στις παραλλήλους.
Γνωρίζω αυτόν τον δρόμο μέχρι το τέλος του. Έχω περάσει μέσα απ’ αυτή την αβυσσαλέα νύχτα, η οποία έσβησε κάθε φως και κάθε χαρά της ζωής μου… Σε εκλιπαρώ, άφησε ήσυχη την επιστήμη των παραλλήλων.

Ο νεαρός Γιάνος αγνόησε τη συμβουλή του. Σχεδόν όπως ο Γκάους κατέληξε να αναγνωρίσει την κρίσιμη κατάταξη που αφορούσε το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου και προσπάθησε να εξαλείψει τα πάντα εκτός από την περίπτωση που ήταν ισοδύναμη με το αίτημα των παραλλήλων· τελικά, όπως ο Γκάους, απέτυχε.

Καθώς ο Μπόλιαϊ ενέσκηπτε ολοένα και βαθύτερα στο πρόβλημα, κατέληξε και αυτός στο συμπέρασμα ότι η γεωμετρία του Ευκλείδη είχε έναν λογικά έγκυρο ανταγωνιστή, και έγραψε με έκπληξη δίπλα από τις ιδιόμορφες αλλά φαινομενικά συνεπείς προτάσεις του: “Από το τίποτα δημιούργησα ένα παράξενα σύμπαν”.

Αντίθετα με τον Γκάους, ο Γιάνος Μπόλιαϊ δεν ήταν απρόθυμος να δημοσιεύσει τα ευρήματά του, τα οποία παρουσιάστηκαν ως παράρτημα σε μια εργασία του πατέρα του το 1832. Ο Μπόλιαϊ ο πρεσβύτερος έστειλε γεμάτος ενθουσιασμό ένα αντίγραφο του βιβλίου του στον φίλο του Γκάους· πατέρας και γιος δεν μπορούσαν παρά να εκπλαγούν από την απάντηση του τελευταίου:

Αν αρχίσω με τη δήλωση ότι δεν τολμώ να εκθειάσω το έργο [του γιου σου], ασφαλώς προς στιγμήν θα ξαφνιαστείς: όμως δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά· αν το επαινούσα, θα ισοδυναμούσε με έπαινο προς τον εαυτό μου, διότι ολόκληρο το περιεχόμενο του έργου, η διαδρομή που πήρε ο γιος σου, τα αποτελέσματα στα οποία οδηγήθηκε συμπίπτουν σχεδόν επακριβώς με τους δικούς μου στοχασμούς, που έχουν απασχολήσει τον νου μου για τριάντα με τριάντα πέντε χρόνια.

Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο Γκάους υπέβαλε τον ενθουσιώδη, νεαρό θαυμαστή του σε μια ψυχρολουσία. Προς τιμήν του, ο Γκάους περιέγραψε ευγενικά τον εαυτό του ως “… πολύ χαρούμενο που τυγχάνει να είναι γιος του παλαιού μου φίλου εκείνος που με ξεπερνά με έναν τόσο αξιοσημείωτο τρόπο”.Ωστόσο, για τον ίδιο τον Γιάνος, το να μάθει ότι η μεγαλύτερη ανακάλυψή του βρισκόταν επί δεκαετίες στο συρτάρι του Γκάους ήταν ένα σκληρό πλήγμα στον εγωισμό του.

Όμως ο εγωισμός του Γιάνος έμελλε να υποστεί ακόμη μια δοκιμασία, καθώς σύντομα έγινε γνωστό ότι ο Ρώσος μαθηματικός Νικολάι Λομπατσέφσκυ (1793 – 1856) όχι μόνο είχε διατρέξει την ίδια διαδρομή με τους Γκάους και Μπόλιαϊ, αλλά είχε δημοσιεύσει τη δική του θεώρηση της μη ευκλείδειας γεωμετρίας το 1829 – τρία ολόκληρα χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο, ο Λομπατσέφσκυ είχε γράψει την πραγματεία του στα ρωσικά, με αποτέλεσμα αυτή να περάσει απαρατήρητη στη δυτική Ευρώπη.

Εδώ έχουμε ένα φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο στην επιστήμη, δηλαδή μια ανακάλυψη που γίνεται ταυτόχρονα και ανεξάρτητα από περισσότερα άτομα. Όπως παρατήρησε χαριτωμένα ο Φάρκας Μπόλιαϊ:

… μοιάζει να αληθεύει ότι πολλά πράγματα έχουν, ούτως ειπείν, μια εποχή κατά την οποία ανακαλύπτονται ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη, ακριβώς όπως οι βιολέτες εμφανίζονται παντού την άνοιξη.

Ο αντίκτυπος αυτών των ανακαλύψεων είχε μόλις βρει τον στόχο του όταν ακόμη ένας νεωτεριστής, ο Μπέρνχαρτ Ρήμαν (1826 – 1866), υιοθέτησε μια διαφορετική θεώρηση σχετικά με το άπειρο μήκος γεωμετρικών γραμμών. Αυτή η απειρία είχε επιτρέψει στους Γκάους, Μπόλιαϊ και Λομπατσέφσκυ να εξαλείψουν την περίπτωση το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου να υπερβαίνει τις 180°. Όμως, υπήρχε κάποια αναγκαιότητα να υποθέτει κάποιος εν γένει αυτή την απειρία; Σύμφωνα με το δεύτερο αίτημα του Ευκλείδη, ένα ευθύγραμμο τμήμα μπορούσε να επεκταθεί ευθύγραμμα και με συνεχή τρόπο, όμως μήπως αυτό δεν σήμαινε ότι δεν μπορούμε ποτέ να φθάσουμε στο πέρας μιας ευθείας;

Ο Ρήμαν μπορούσε εύκολα να φανταστεί την περίπτωση όπου γραμμές – κάπως σαν κύκλοι – έχουν πεπερασμένο μήκος και ωστόσο δεν διαθέτουν “πέρας”, και το έθεσε ως εξής:

… πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ μη φραγμένης και άπειρης έκτασης… Η ιδιότητα του μη φραγμένου χώρου διαθέτει… μια μεγαλύτερη εμπειρική βεβαιότητα από οποιαδήποτε εξωτερική εμπειρία.

Όμως η άπειρη έκτασή του επουδενί δεν έπεται αυτού.

Όταν ο Ρήμαν επανεξέταζε τη γεωμετρία υποθέτοντας μη φραγμένες αλλά πεπερασμένες γραμμές, η αντίφαση που προέκυπτε από το γεγονός ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου ξεπερνούσε τις 180° εξαφανίστηκε. Συνακόλουθα, ο Ρήμαν ανέπτυξε ένα άλλο είδος μη ευκλείδειας γεωμετρία, στο πλαίσιο της οποίας το άθροισμα των γωνιών υπερβαίνει τις δύο ορθές. Μολονότι είναι διαφορετική τόσο από τη γεωμετρία του Ευκλείδη όσο και από τη γεωμετρία του Μπόλιαϊ, η γεωμετρία του Ρήμαν ήταν κατά τα φαινόμενα εξίσου συνεπής.

Σήμερα, αναγνωρίζουμε και τους τέσσερις μαθηματικούς ως δημιουργούς της μη ευκλείδειας γεωμετρίας. Μοιάζει δίκαιο ότι και οι τέσσερις, ως πρωτοπόροι, πρέπει να μοιραστούν τη δόξα. Όμως ακόμη και οι ανακαλύψεις τους δεν έλυσαν πλήρως το θεμελιώδες πρόβλημα του αιτήματος των παραλλήλων. Διότι, αν και είχαν αναπτύξει τις γεωμετρίες τους σε μεγάλο βαθμό επιτήδευσης, αυτό που στήριζε την πεποίθησή τους πως οι νέες γεωμετρίες αποτελούσαν έγκυρες εναλλακτικές λύσεις στην ευκλείδεια γεωμετρία δεν ήταν παρά μόνο μια βαθιά αίσθηση και όχι ένα λογικό επιχείρημα γραμμένο στο χαρτί. Παρά τις έντονες πεποιθήσεις των Γκάους, Μπόλιαϊ, Λομπατσέφσκυ και Ρήμαν, παρέμενε η δυνατότητα σε κάποια μελλοντική στιγμή ένας λαμπρός μαθηματικός να αποδείκνυε την ύπαρξη μιας αντίφασης προερχόμενης από την υπόθεση ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου μπορούσε να είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο των 180°.

Έτσι, το τελικό κεφάλαιο αυτής της ιστορίας που διήρκεσε αιώνες γράφτηκε το 1868 από τον Ιταλό Εουτζένιο Μπελτράμι (1835 – 1900), ο οποίος απέδειξε μονοσήμαντα ότι η μη ευκλείδεια γεωμετρία ήταν εξίσου λογικά συνεπής με την ευκλείδεια γεωμετρία. Δηλαδή, θεωρώντας ότι κάπου στη γεωμετρία του Γκάους, του Μπόλιαϊ και του Λομπατσέφσκυ ή σε εκείνη του Ρήμαν μπορούσε να ελλοχεύει μια αντίφαση, ο Μπελτράμι έδειξε ότι τότε θα έπρεπε να υπάρχει μια αντίφαση και στη γεωμετρία του Ευκλείδη. Καθώς δυνητικά οι πάντες πίστευαν ότι η ευκλείδεια γεωμετρία ήταν όσο συνεπής μπορούσε, το συμπέρασμα ήταν πως οι μη ευκλείδειες γεωμετρίες ήταν ομοίως πολυτιμότατες.

Για να το θέσουμε διαφορετικά, η μη ευκλείδεια γεωμετρία δεν είναι από λογική άποψη κατώτερη από την παλαιότερη, ευκλείδεια ομόλογό της.

Και που βρίσκεται ο Ευκλείδης μετά από αυτές τις ανακαλύψεις του 19ου αιώνα; Από τη μία, η γεωμετρία του έπαψε πια να είναι η μόνη λογικά συνεπής περιγραφή του χώρου. Προς μεγάλη έκπληξη σχεδόν όλων, αποδείχτηκε ότι το αίτημα των παραλλήλων δεν προέκυπτε υποχρεωτικά από τη λογική. Ήταν μια υπόθεση του Ευκλείδη, αλλά δεν υπήρχε καμία μαθηματική αναγκαιότητα για αυτό. Υπήρχαν ανταγωνιστικές, εξίσου έγκυρες γεωμετρίες.

Ωστόσο, ίσως το αποτέλεσμα να είναι η ενίσχυση και όχι ο καταποντισμός της φήμης του Ευκλείδη. Διότι, αντίθετα με πολλούς που ακολούθησαν, ο Ευκλείδης δεν έπεσε στην παγίδα να προσπαθήσει να αποδείξει το αίτημα των παραλλήλων από τις υπόλοιπες αυταπόδεικτες αλήθειες, ένα εγχείρημα το οποίο, όπως γνωρίζουμε σήμερα, είναι εντελώς καταδικασμένο να αποτύχει. Αντίθετα, τοποθέτησε απλώς την υπόθεσή του εκεί όπου ανήκε, στα αιτήματα. Ασφαλώς δεν μπορούσε να γνωρίζει για τις εναλλακτικές γεωμετρίες που θα ανακαλύπτονταν δύο χιλιετίες αργότερα. Ωστόσο, κάτι στη διαίσθησή του ως μαθηματικού πρέπει να του είπε ότι η ιδιότητα αυτή ήταν μια ξεχωριστή, ανεξάρτητη ιδέα, που χρειαζόταν το δικό της αίτημα, όσο σχοινοτενές ή περίπλοκο κι αν ακουγόταν.

Είκοσι δύο αιώνες αργότερα, οι μαθηματικοί απέδειξαν ότι ο Ευκλείδης είχε ανέκαθεν δίκιο.