Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (290-330)

ΒΑ. σιγῶ πάλαι δύστηνος ἐκπεπληγμένη
κακοῖς· ὑπερβάλλει γὰρ ἥδε συμφορά,
τὸ μήτε λέξαι μήτ᾽ ἐρωτῆσαι πόση.
ὅμως δ᾽ ἀνάγκη πημονὰς βροτοῖς φέρειν
θεῶν διδόντων· πᾶν δ᾽ ἀναπτύξας πάθος
295 λέξον καταστάς, κεἰ στένεις κακοῖς ὅμως·
τίς οὐ τέθνηκε, τίνα δὲ καὶ πενθήσομεν
τῶν ἀρχελείων, ὅστ᾽ ἐπὶ σκηπτουχίᾳ
ταχθεὶς ἄνανδρον τάξιν ἠρήμου θανών;
ΑΓ. Ξέρξης μὲν αὐτὸς ζῇ τε καὶ βλέπει φάος.
300 ΒΑ. ἐμοῖς μὲν εἶπας δώμασιν φάος μέγα
καὶ λευκὸν ἦμαρ νυκτὸς ἐκ μελαγχίμου.
ΑΓ. Ἀρτεμβάρης δὲ μυρίας ἵππου βραβεὺς
στύφλους παρ᾽ ἀκτὰς θείνεται Σιληνιῶν.
χὠ χιλίαρχος Δαδάκης πληγῇ δορὸς
305 πήδημα κοῦφον ἐκ νεὼς ἀφήλατο·
Τενάγων τ᾽ ἄριστος Βακτρίων ἰθαιγενὴς
θαλασσόπληκτον νῆσον Αἴαντος πολεῖ.
Λίλαιος Ἀρσάμης τε κἀργήστης τρίτος,
οἵδ᾽ ἀμφὶ νῆσον τὴν πελειοθρέμμονα
310 νικώμενοι κύρισσον ἰσχυρὰν χθόνα·
πηγαῖς τε Νείλου γειτονῶν Αἰγυπτίου
Ἀρκτεύς, Ἀδεύης, καὶ † φρεσεύης τρίτος
Φαρνοῦχος, οἵδε ναὸς ἐκ μιᾶς πέσον.
Χρυσεὺς Μάταλλος μυριόνταρχος θανών,
315 ἵππου μελαίνης ἡγεμὼν τρισμυρίας,
πυρσὴν ζαπληθῆ δάσκιον γενειάδα
ἔτεγγ᾽, ἀμείβων χρῶτα πορφυρᾷ βαφῇ.
καὶ Μᾶγος Ἄραβος, Ἀρτάβης τε Βάκτριος,
σκληρᾶς μέτοικος γῆς, ἐκεῖ κατέφθιτο.
320 Ἄμιστρις Ἀμφιστρεύς τε πολύπονον δόρυ
νωμῶν, ὅ τ᾽ ἐσθλὸς Ἀριόμαρδος Σάρδεσι
πένθος παρασχών, Σεισάμης θ᾽ ὁ Μύσιος,
Θάρυβίς τε πεντήκοντα πεντάκις νεῶν
ταγός, γένος Λυρναῖος, εὐειδὴς ἀνήρ,
325 κεῖται θανὼν δείλαιος οὐ μάλ᾽ εὐτυχῶς·
Συέννεσίς τε πρῶτος εἰς εὐψυχίαν,
Κιλίκων ἄπαρχος, εἷς ἀνὴρ πλεῖστον πόνον
ἐχθροῖς παρασχών, εὐκλεῶς ἀπώλετο.
τοιῶνδ᾽ ἄρ᾽ ὄντων ‹ὧν› ὑπεμνήσθην πέρι,
330 πολλῶν παρόντων ὀλίγ᾽ ἀπαγγέλλω κακά.

***
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
290 Στέκω βουβή ως την ώρα, σα να τα ᾽χω χάσει
στην τόση συμφορά· γιατ᾽ έτσι κάθε μέτρο
περνάει αυτή, π᾽ ούτε το στόμα μου ν᾽ ανοίξω
μπορώ και για τα πάθη μας να τον ρωτήσω·
όμως ανάγκ᾽ οι άνθρωποι τις δυστυχίες
που στέλνει η μοίρα να υπομένουν· λοιπόν όλη
ξεδίπλωνε την συμφορά κι όσο αν στενάζεις
να τα θυμάσαι, σφίξε την καρδιά και πε μας
ποιός δεν έχει χαθεί και ποιόν απ᾽ τους στρατάρχους
έχουμε να ποθούμε, που αρχηγός σκηπτούχος
την τάξη του έρημη άφησε με τη θανή του.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ο ίδιος ο Ξέρξης ζει και του ήλιου το φως βλέπει.
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
300 Για τα δικά μου σπίτια φως είπες μεγάλο
κι από νυχτιά θεοσκότεινη ξέλαμπρη μέρα.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Μα ο Αρτεμβάρης που όριζε δέκα χιλιάδες
καβαλαραίους, στους Σιληνιούς τον κάβο γύρω
δερνοχτυπιέται στα τραχιά τα βράχια επάνω.
Και με μια κονταριά ο χιλίαρχος ο Δαδάκης
απ᾽ το καράβι του αλαφρό πήδημα πήρε.
Κι απ᾽ τους Βακτρίους ο πρώτος στη γενιά, ο Τενάγος,
του Αίαντα το θαλασσόδαρτο νησί γυρίζει.
Κι ο Λίαιος κι ο Αρσάμης και τρίτος ο Αργήστης
γύρω αυτοί στο νησί που θρέφει περιστέρια
310 νικημένοι κουτρίζανε τη σκληρή ξέρα.
Κι ο Αρκτέας που στις πηγές γειτόνευε του Νείλου,
κι ο Αδεύης και μαζί κι ο ασπιδοφόρος τρίτος
Φαρνούχος, βούλιαξαν αυτοί στο ίδιο καράβι.
Κι ο Μάταλος από τη Χρύσα που οδηγούσε
δέκα χιλιάδες, πέφτοντας άλλαξε χρώμα
της μακριάς του πυκνής πυρρόξανθης γενειάδας,
πλέοντας μέσα σ᾽ άλικο λουτρό πορφύρας.
Κι ο μάγος ο Άραβος κι ο Βάκτριος ο Αρτάμης,
που όριζε μαύρ᾽ αλόγατα τριάντα χιλιάδες,
στη σκληρή γη που πέσανε κατοικιά πήραν·
320 κι ο Άμηστρης κι ο Αμφιστρίας που κυβερνούσε δόρυ
στη μάχη ακαταπόνητο κι ο αντρείος, που πένθος
στις Σάρδεις άφησε Αριόμαρδος κι ο Μύσιος
ο Σησάμης κι ο Θάρυβης ο κυβερνήτης
πέντε φορές πενήντα καραβιών, της Λύρνας
θρέμμα κι όμορφος άντρας, μα που βρήκε
κακόν ο μαύρος θάνατο· και των Κιλίκων
ο έπαρχος ο Συέννεσης, στην τόλμη πρώτος,
που ένας αυτός τον πιο πολύ στους εχθρούς κόπο
αφού έδωσε, με θάνατο πήε δοξασμένο.
Τόσα είχα για τους αρχηγούς να μνημονεύσω
330 λίγ᾽ από τα πολλά κακά που μας ευρήκαν.

Ο Θουκυδίδης και η Ιπποκρατική πρόγνωση

Ἐλπίσας μέγαν τε ἔσεσθαι...
 
Το θέμα των σχέσεων του Θουκυδίδη με τον Ιπποκράτη, ή - γενικότερα- με την «ιπποκρατική» ιατρική, έχει πολλή ιστορία. Ήδη στα 1929 ο C. Ν. Cochrane έγραψε ένα «δυνατό και πολύ ενδιαφέρον» βιβλίο για να δείξει ότι οι ιδέες του Θουκυδίδη για την ιστορία και το έργο της διαμορφώθηκαν στην πραγματικότητα κάτω από την επίδραση της ιπποκρατικής ιατρικής. Ο Cochrane υπογράμμισε δύο κυρίως σημεία: α) ότι ό Θουκυδίδης μιλώντας για τις αιτίες του πολέμου χρησιμοποίησε την λέξη πρόφασις, την ίδια δηλαδή λέξη που χρήσιμοποιούσαν οι γιατροί συγγραφείς της εποχής του για να δηλώνουν την αιτία που προκαλεί την αρρώστια β) ότι ο Θουκυδίδης διεκδικεί για το ιστορικό του έργο έναν χαρακτήρα καθαρά προγνωστικό: να κάνει τους ανθρώπους ικανούς να αναγνωρίζουν -και να ερμηνεύουν σωστά- ιστορικά φαινόμενα που ξαναγυρίζουν με το πέρασμα του χρόνου· ανάλογοι όμως ήταν ο στόχος, μαζί και το ιδεώδες, και του ιπποκρατικού γιατρού της εποχής του Θουκυδίδη: να μπορεί στην κάθε επιμέρους αρρώστια να «προγινώσκει τά μέλλοντα ἔσεσθαι».
 
Είναι κοινή πράγματι στους συγγραφείς ορισμένων ιπποκρατικών πραγματειών και στον Θουκυδίδη η πίστη ότι ο άνθρωπος μένει βασικά αμετάβλητος, ότι πολλά ανθρώπινα φαινόμενα ξαναγυρίζουν - όμοια ή σχεδόν όμοια - με το πέρασμα του χρόνου, και ότι επομένως η πρόβλεψή τους - ως ένα σημείο βέβαια - δεν είναι κάτι το αδύνατο. Στην περιοχή της ιπποκρατικής ιατρικής το πράγμα φαίνεται καθαρά στα προγνωστικά έργα της Ιπποκρατικής συλλογής (θα κάνουμε ιδιαίτερο λόγο πιο κάτω), ενώ στον Θουκυδίδη βρίσκουμε την πίστη αυτή διατυπωμένη σε πολλά σημεία του έργου του. Τα σημαντικότερα από τα χωρία αυτά ανήκουν στις ενότητες στις οποίες ο ιστορικός του Πελοποννησιακού πολέμου μιλάει για την μέθοδο και τις αρχές που ακολούθησε στην συγγραφή του έργου του στο περίφημο μεθοδολογικό του κεφάλαιο π.χ., την παράγραφο 22 του Α΄ βιβλίου, όπου ο μεγάλος ιστορικός κάνει σαφές ότι προτίθεται να δώσει στο έργο του έναν χαρακτήρα υπερχρονικό. Ξέρει ότι γεγονότα «τοιαῦτα καί παραπλήσια» προς αυτά που ξεκινάει να περιγράφει είναι ενδεχόμενο να συμβούν και άλλη φορά στο μέλλον αν γράφει λοιπόν το έργο του - λέει ρητά ο Θουκυδίδης - δεν είναι για να παρουσιάσει απλώς ένα «αγώνισμα «ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν»· κύριος σκοπός του είναι να προσφέρει στους ανθρώπους έναν οδηγό μόνιμο και ασφαλή, που θα τους βοηθάει, εφοδιάζοντάς τους με την γνώση του παρελθόντος, να αναγνωρίζουν και να ερμηνεύουν σωστά τα γεγονότα των ημερών τους («ὅσοι δέ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τό σαφές σκοπεῖν καί τῶν μελλόντων ποτέ αὖθις κατά τό ἀνθρώπινον τοιούτων καί παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτά ἀρκούντως ἕξει. Κτῆμα τε ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται»). Πολύ πιο συγκεκριμένα διατυπώνει την πίστη του αυ­τή ο Θουκυδίδης στο Β΄ βιβλίο των Ιστοριών του, στην παράγραφο 48, όπου αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει στους αναγνώστες του πώς οδηγήθηκε στην απόφαση να περιγράφει λεπτομερειακά τον φοβερό «λοιμό» που πρόσβαλε την Αθήνα στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμου: αν αποφάσισε να είναι, περισσότερο ίσως από ό, τι θα ταίριαζε στον χαρακτήρα του έργου του, αναλυτικός σε αυτό το σημείο, είναι για να βοηθήσει τους ανθρώπους να μην βρεθούν απροετοίμαστοι αν τύχει και πέσει καμιά φορά στον τόπο τους η ίδια αρρώστια, αλλά να μπορούν, έχοντας από πριν τις απαραίτητες γνώσεις, να την αναγνωρίζουν εύκολα («ἐγώ δέ οἷόν τε ἐγίγνετο λέξω, καί ἀφ' ὧν ἄν τις σκοπῶν, εἴ ποτέ και αὖθις ἐπιπέσοι, μάλιστ' ἄν ἔχοι τι προειδώς μή ἀγνοεῖν»). Πβλ. και Γ 82,2: «καί ἐπέπεσε πολλά καί χαλεπά κατά στάσιν ταῖς πόλεσι γιγνόμενα μέν καίι αἰεί ἐσόμενα, ἕως ἄν ἡ αὐτή φύσις ἀνθρώπων ᾖ...».
 
Οπωσδήποτε, η κοινή σήμερα πίστη ότι «ό Θουκυδίδης γνώριζε πολύ καλά την ιατρική γραμματεία της εποχής του» φαίνεται ότι γεννήθηκε όταν ο W. Nestle, ο Γερμανός φιλόλογος πού επέτυχε να αγκαλιάσει ολόκληρη την αρχαία ελληνική γραμματεία και να παρακολουθήσει μέσα σ’ αυτήν το γοητευτικό βαθμιαίο πέρασμα του ελληνικού πνεύματος «από τον μύθο στον Λόγο», έστρεψε - στις αρχές του 1938 - την προσοχή των ερευνητών στην παρουσία ιατρικής ορολογίας στο έργο του Θουκυδίδη: Σε ένα του άρθρο με τον τίτλο «Hippocratica», πού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hermes (73, σσ. 1 εξ.), ο Nestle διερεύνησε - συνοπτικά, είναι αλήθεια - από την άποψη της ιατρικής ορολογίας την γνωστή θουκυδίδεια περιγραφή του λοιμού που έπληξε την Αθήνα στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησΐ6\κού πολέμου. Το αποτέλεσμα της έρευνάς του ήταν αληθινά αποκαλυπτικό: η ιατρική ορολογία που περιέχεται στην θουκυδίδεια περιγραφή του λοιμού ανευρίσκεται και στα έργα της Ιπποκρατικής συλλογής. Πβλ. π.χ.:
 
ἀποκαθάρσεις χολῆς: Β 49,3 ~ Περί ἀρχαίης ἰητρικῆς 19, πόνος: 49,3. 52 ~ Ἀρχ. ἰητρ. 6 κ.α., θέρμη: 49,2 ~ Ἀρχ. ἰητρ. 17 κ.α., σπασμός: 49,4 ~ Περί ἀέρων ὑδάτων τόπων 3, φλύκταιναι: 49,5 ~ Ἀρχ. ἰητρ. 16, ἐξανθεῖν: 49,5 ~ Περί τέχνης 9, ἕλκωσις: 49,6 ~ Περί τροφῆς 16, καῦμα: 49,6 ~ Ἀρχ. ἰητρ. 16 κ.α., ἀκρωτήρια: 49,7 ~ Περί φυςῶν 8, καρδία ( = στόμαχος): 49,3 ~ Προρρητικόν Λ 72 κ.α. στηρίζω: 49,3 ~ Κωακαί προγνώσεις 33 κ.α., λύγξ κενή: 49,4 ~ Ἀφορισμοί V 58 κ.α.
 
Προς την ίδια κατεύθυνση εργάσθηκε αργότερα (1953) και ο D. L. Page. Βασικός σκοπός της καινούργιας έρευνας ήταν να προσδιορίσει οριστικότερα την φύση του λοιμού, της φοβερής αρρώστιας που πρόσβαλε την Αθήνα τότε που άρχιζε ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Πιστεύοντας ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να γίνει ευκολότερη αν βρισκόταν τρόπος να προσδιορισθεί πρώτα με ακρίβεια η σημασία των ιδιό­τυπων λέξεων που διαβάζουμε στο τμήμα του έργου του Θουκυδίδη όπου γίνεται η περιγραφή του λοιμού (ιδιαίτερα στην παράγραφο Β 49), ό Page έκανε στο πρώτο μέρος της μελέτης του μιαν εξονυχιστική διερεύνηση του περιεχομένου και της σημασίας αυτών των λέξεων-όρων. Η τελική διαπίστωσή του ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα: «Τα περισσότερα από τα ουσιαστικά, τα επίθετα και τα ρήματα της παραγράφου 49 είναι καθιερωμένοι όροι που τους συναντούμε, με την ίδια όπως και στον Θουκυδίδη σημασία, σε ιατρικά κείμενα του 5ου και 4ου αι. π.Χ.* τα μισά περίπου από τα «ἅπαξ είρημένα» της παραγράφου 49 τα ξαναβρίσκουμε μόνο στην μικρή πραγματεία «Προγνωστικόν». Η οικειότητα του Θουκυδίδη με την ιατρική ορολογία της εποχής του βεβαιωνόταν έτσι για άλλη μια φορά.
 
Τώρα όμως άρχισε να γίνεται ουσιαστικότερο το ερώτημα: «Άραγε ο Θουκυδίδης ανέτρεξε στην ιατρική γραμματεία της εποχής του μόνο όταν διαπίστωσε ότι χρειαζόταν μιαν ειδική γλώσσα προκειμένου να περιγράφει σωστά την βαριά αρρώστια που έπεσε στην Αθήνα στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου; Ήταν δηλαδή οι δεσμοί του Θουκυδίδη με την ιατρική το αποτέλεσμα μιας ειδικής, περιστασιακής ανάγκης και επομένως οι δεσμοί αυτοί έπαψαν πια να υπάρχουν αμέσως μόλις ικανοποιήθηκε η ανάγκη αυτή; Ή μήπως πρέπει να δεχτούμε ότι η ιατρική - η ιατρική του Ιπποκράτη - είχε ασκήσει στον Θουκυδίδη μια γενικότερη επίδραση, και επομένως θα μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την επίδραση αυτή σε ολόκληρο το έργο του και ιδιαίτερα στην μέθοδο και στις αρχές που ακολούθησε ως ιστορικός συγγραφέας;» Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν από την άποψη αυτή οι έρευνες του Klaus Weidauer. Μαθητής του Ο. Regenbogen ο Weidauer παρουσίασε στα 1954 τα πορίσματα των ερευνών του σε ένα βιβλίο που έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο Thu- kydides und die hippokratischen Schriften. Der Einfluss der Medizin auf Zielsetzung und Darstellungsweise des Geschichtswerks. Θεμα του ένα από τα πιο πολυσυ­ζητημένα θέματα της φιλολογικής επιστήμης στα τελευταία χρόνια: Πού απέβλεπε ο Θουκυδίδης γράφοντας το ιστορικό του έργο; Σε ποιους κυρίως απευθυνόταν με το έργο του αυτό, που θα το ήθελε να μείνει κτήμα ἐς αἰεί; Το πρόβλημα είχε ήδη απασχολήσει φιλολόγους όπως ο Schadewaldt, ο Kapp, ο Grosskinsky, ο Patzer. Ο Weidauer αναζήτησε μιαν ακρι­βέστερη απάντηση στο ερώτημα αυτό - και οδηγήθηκε σε αυτήν από και­νούργιους δρόμους: Προσπαθώντας να προσδιορίσει την σχέση των όρων πρόφασις και αιτίαι στο χωρίο A 23,6 του Θουκυδίδη υποχρεώθηκε, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί στον πρόλογο του βιβλίου του, να μελετήσει τα ιπποκρατικά κείμενα. Βρήκε εκεί και για τους δυο αυτούς όρους -κοντά σε αυτούς και για τους όρους είδος και φύσις - χρήσεις που έκαναν ευκολότε­ρη την κατανόηση των σχετικών χωρίων του Θουκυδίδη. Μια λεπτολόγος άλλωστε διερεύνηση του περιεχομένου και της σημασίας της θουκυδίδειας φράσης (Α 22,4) «τό σαφές σκοπεῖν» του αποκάλυψε την σχέση του Θουκυδίδη με έργα της Ιπποκρατικής συλλογής, την φορά μάλιστα αυτή γενικά ως προς τον τρόπο της έκθεσης. Το συμπέρασμα διατυπώθηκε από τον Weidauer χωρίς επιφυλάξεις: Δεν θα ήταν πια δικαιολογημένη καμιά αμφιβολία για την στενή συγγένεια του Θουκυδίδη με έργα της Ιπποκρατικής συλλογής. Έμενε μόνο να προσδιορισθούν τα ιπποκρατικά έργα που συγκέντρωναν τις πιο πολλές πιθανότητες να είχαν κάποτε μεταξύ των αναγνωστών τους τον ιστορικό του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Weidauer υπέδειξε τα βιβλία Α και Γ των Επιδημιών, κυρίως γιατί στα έργα αυτά ο όρος φύσις απαντά με περιεχόμενο ανάλογο προς εκείνο που έδινε στον όρο αυτό ο Θουκυδίδης. Σύγκριση των «μεθοδολογικών» κεφαλαίων των δύο αυτών πραγματειών με το μεθοδολογικό κεφάλαιο του Θουκυδίδη (Α 22) και το προοίμιο της περιγραφής του λοιμού (Β 48) έδειξε ότι διάφορα προβλήματα που έθεσε στην νεότερη έρευνα η μέθοδος την οποία εφάρμοσε ο Θουκυδίδης στην ιστορική του έκθεση έβρισκαν την σωστότερη λύση τους με μιαν αντιπαραβολή προς τα ιπποκρατικά έργα. «Μορφή και στόχος του έργου του Θουκυδίδη φάνηκαν έτσι καθαρότερα μέσα σε ένα καινούργιο φως», σημείωσε ο Weidauer, και έκλεισε το βιβλίο του με αυτή την φράση: «Αφετηρία για τον Θουκυδίδη και ένα πρώτο σημείο επαφής του με την ιατρική θα πρέπει να ήταν το βίωμα του φοβερού λοιμού: με αυτόν θα άναψε στην πραγματικότητα το ενδιαφέρον του για την ιατρική. Ο λοιμός ήταν ένα γεγονός μεγάλης σημασίας και για τον γιατρό και για τον πολιτικό. Αυτό επομένως το γεγονός θα πρέπει να ήταν που ευκόλυνε τελικά την χρησιμοποίηση της ιατρικής μεθόδου στην περιοχή της ιστορίας και της πολιτικής». Ο Wei­dauer δεν δίστασε μάλιστα να επαναλάβει την γνώμη που είχαν ήδη υποστηρίξει ο Cochrane και ο Nestle, οτι ο Θουκυδίδης πρέπει να γνώρισε προσωπικά κατά την διάρκεια της διαμονής του στην Σκαπτή Ύλη τον γιατρό που έγραψε τις Επηδημίες Α και Γ.
 
Με την έρευνα του Weidauer το πρόβλημα των σχέσεων του Θουκυδίδη με την ιατρική γραμματεία της εποχής του είχε πια τεθεί -και μάλιστα με τον επιτυχέστερο τρόπο- επάνω σε ευρύτερη βάση. Την καλύτερη συνέχεια την έχουμε στο βιβλίο ενός ιστορικού της ιατρικής, του Charles Lichtenthaeler: Thucydide et Hippocrate vus par tin historien-medecin, Γενεύη 1965. To καινούργιο βιβλίο ήταν στην ουσία μια ευρεία συζήτηση των πο­ρισμάτων της έρευνας του Weidauer - την ίδια όμως στιγμή και μια προέ­κταση της έρευνας εκείνης. Σε έναν σεβαστό αριθμό σελίδων ο Lichten­thaeler παρακολούθησε - στο πρώτο μέρος του βιβλίου του - τις εντυπωσι­ακά πολλές - περίπου 60! - γενικές η ειδικές, μεγαλύτερες ή μικρότερες ομοιότητες που μπορούν να διαπιστωθούν ανάμεσα στην θουκυδίδεια περιγραφή του Λοιμού από την μια και τα - γνήσια, για τον Lichtenthaeler - ιπποκρατικά έργα Έπιδημίαι Α, Γ και Προγνωστικόν από την άλλη. Η δι­απίστωση των ομοιοτήτων αυτών υποχρέωσε πλέον τον Lichtenthaeler να σκεφθεί πάνω στο θέμα: «Τί σημαίνουν στην πραγματικότητα όλες αυτές οι ομοιότητες; Μας δίνουν πράγματι οι τέτοιου είδους διαπιστώσεις το δικαίωμα να φτάσουμε σε συμπεράσματα σαν εκείνα στα όποια είχε ο- δηγηθεί η πριν από τον ίδιο έρευνα;». Ολόκληρο το δεύτερο μέρος του βιβλίου του Lichtenthaeler είναι αφιερωμένο στην συζήτηση του εξαιρετικά ενδιαφέροντος αυτού θέματος: Ο Lichtenthaeler είναι πρόθυμος να δεχτεί ότι μια σύγκριση της θουκυδίδειας περιγραφής του λοιμού με τα τρία «Ιπποκρατικά» έργα Επιδημίαι Α, Γ και Προγνωστικόν μας βοηθάει πράγματι να εξηγήσουμε την μέθοδο που ακολούθησε ο Θουκυδίδης στην συγγραφή του ιστορικού του έργου, απορρίπτει όμως την πίστη του Wei- dauer ότι ο Θουκυδίδης δεν έκανε άλλο παρά να μεταφέρει στην περιοχή της ιστορίας και της πολιτικής την μέθοδο των γιατρών: η πολιτική πρόγνωση του Θουκυδίδη -πιστεύει ο Lichtenthaeler- είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετική από την ιατρική, την ιπποκρατική πρόγνωση αντίθετα με την ιπποκρατική πρόγνωση που έχει έναν χαρακτήρα καθαρά «θεραπευτικό, ωφελιμιστικό», η πρόγνωση του Θουκυδίδη είναι καθαρά «θεωρητική», αφού αποβλέπει πιο πολύ στην γνώση παρά στην πράξη σε καμιά επομένως περίπτωση δεν θα μπορούσε ο Θουκυδίδης να ονομασθεί «μαθητής» του Ιπποκράτη, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στην επο­χή του Θουκυδίδη και του Ιπποκράτη όλοι οι Έλληνες ζούσαν μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα προγνώσεων και προρρήσεων: μάγοι, ιερείς, μάντεις, όλοι τους μιλούσαν για το μέλλον, και δίπλα σε αυτούς οι πολιτικοί, οι φιλόσοφοι, οι σοφιστές, οι ποιητές, που ασκούσαν και αυτοί την πρόγνωση, σε μια μορφή βέβαια εκείνοι - θα λέγαμε - επιστημονική, ορθολογιστική· δεν ήταν λοιπόν ο Ιπποκράτης ο μόνος που ασκούσε την πρόγνωση στην εποχή του· δεν ήταν ούτε και ο μόνος που ασκούσε «επιστημονική» πρόγνωση· η πολιτική επομένως πρόγνωση του Θουκυδίδη δεν προήλθε - πιστεύει ο Lichtenthaeler- από την ιατρική πρόγνωση του Ιπποκράτη αν υπάρχουν δεσμοί ανάμεσα στον Θουκυδίδη και στον Ιπποκράτη, είναι γιατί οι δυο τους ήταν στην πραγματικότητα «ἀδελφοί ἐν πνεύματι».

Το πρόβλημα της σχέσης της πολίτικης πρόγνωσης του Θουκυδίδη με την πρόγνωση που ασκούσε η ιατρική σχολή της Κω συνεχίζει, και ύστερα από το βιβλίο του Lichtenthaeler, να απασχολεί την έρευνα. Η παρού­σα μελέτη επιθυμεί να υποδείξει ένα ακόμη σημείο επαφής του Θουκυδί­δη με την ιπποκρατική ιατρική.

Προτού προχωρήσουμε, είναι ανάγκη να κατατοπίσουμε -με όσο γίνε­ται, μεγαλύτερη συντομία- τον λιγότερο ειδικό αναγνώστη πάνω στο θέ­μα της ιπποκρατικής πρόγνωσης. Σ' αυτό θα μας βοηθήσει το προοίμιο του Προγνωστικού, ενός έργου της Ιπποκρατικής συλλογής όπου δίνονται τα βασικότερα στοιχεία της ιπποκρατικής αυτής «μεθόδου». Ιδού τα κύρια σημεία αυτού του προοιμίου: Ο γιατρός πρέπει να είναι σε θέση να κάνει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αρρώστιας σωστές προβλέψεις. Αυ­τό δεν θα πει μόνο ότι πρέπει να μπορεί να προβλέπει σωστά την μελλο­ντική πορεία της αρρώστιας· θα πει επίσης ότι ο γιατρός πρέπει να είναι σε θέση να ανακαλύπτει και την πορεία που ακολούθησε ως τώρα η αρ­ρώστια καθώς και την τωρινή κατάσταση του αρρώστου, προτού ακόμη του μιλήσουν για όλα αυτά ο άρρωστος ή οι οικείοι του. Επιδίωξη του για­τρού είναι να εντυπωσιάσει με τις προβλέψεις του τον άρρωστο και τους ανθρώπους του περιβάλλοντος του, ώστε, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους, να μπορέσει να γίνει τελείως ανεξάρτητος από αυτούς (από τις λανθασμένες περιγραφές τους π.χ. ή την ενσυνείδητη καχυποψία και εχθρότητά τους προς αυτόν), και έτσι να εφαρμόσει την θεραπευτική α­γωγή που ο ίδιος κρίνει ορθή και αναγκαία. Βοηθό του στην προσπάθειά του αυτή ο γιατρός έχει κατά κύριο λόγο την ανθρώπινη φύση, και επομένως η μελέτη της και η γνωριμία της είναι γι' αυτόν το πρώτο και κύριο μέλημά του, αφού αυτή του δίνει το πρώτο στήριγμα για να αναγνωρίσει και να ερμηνεύσει σωστά τα αφύσικα συμπτώματα που παρουσιάζονται στην συγκεκριμένη πια περίπτωση, στον άρρωστο.
 
       Πρόκειται λοιπόν βασικά για μια καινούργια συλλογιστική (επομένως επιστημονική) μέθοδο. Ο ιπποκρατικός γιατρός δεν προσπαθεί να εισχω­ρήσει στα μυστικά του μέλλοντος σαν άλλος προφήτης. Η ιπποκρατική πρόγνωση δεν είναι ούτε της στιγμιαίας έμπνευσης αποτέλεσμα ούτε του φιλοσοφικού στοχασμού συνέπεια. Είναι το φυσικό επακόλουθο της σω­στής παρατήρησης ο ιπποκρατικός γιατρός ξέρει να διακρίνει όλες τις διαφορές που παρουσιάζει ο άρρωστος από τους υγιείς ανθρώπους ή από τον ίδιο τον εαυτό του σε κατάσταση υγείας αυτή είναι η πρώτη του αρε­τή· η δεύτερη αρετή του είναι ότι μπορεί να καταλαβαίνει πως έφτασε άρρωστος στο σημείο στο οποίο ο ίδιος τον βρίσκει στην πραγματικότητα ο Ιπποκρατικός γιατρός μπορεί να αναπαραστήσει μέσα του όλη την πο­ρεία που ακολούθησε η αρρώστια ώστε ο άρρωστος να παρουσιάζει τώρα τα συμπτώματα (σημεία) με τα οποία αυτός τον πρωτοσυναντά τέλος ο ιπποκρατικός γιατρός μπορεί -βασισμένος μόνο σε συλλογιστικά σχήματα· να προβλέπει την πορεία που θα ακολουθήσει η αρρώστια του ασθενούς του από το σημείο αυτό και ύστερα. Όλα αυτά Ξεκινούν βέβαια απο την γνώση, πρώτα την γνώση που έχει πλέον συσσωρευθεί και είναι κτήμα της σχολής του, της σχολής στην οποία σπούδασε και στην οποία ανήκει, και ύστερα την γνώση που έχει ο ίδιος κερδίσει ασκώντας την τέχνη του.
 
Πως εφαρμόσθηκε στην πράξη η ιπποκρατική θεωρία περί προγνώσεως το βλέπει κανείς καθαρά στις Επιδημίες Α και Γ, δυο (ή μήπως ένα;) από τα περιφημότερα έργα της Ιπποκρατικής συλλογής, στα οποία οφείλουμε ένα πλήθος από χρησιμότατες πληροφορίες για την καθημερινή δραστηριότητα του ιπποκρατικού γιατρού.
 
Χρωστούμε στον ίδιο τον Θουκυδίδη την πληροφορία ότι άρχισε να «συγγράφει» τον «πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καί Ἀθηναίων» από την πρώτη κιόλας στιγμή που ξέσπασε αυτός ο πόλεμος στον ίδιο χρωστούμε και την δικαιολογία γι’ αυτή του την πράξη: ἐλπίσας μέγαν τε ἔσεαθαι καί ἀξιολογώτατον τῶν προγεγενημένων. Τι να σημαίνει άραγε η φράση αυτή;
 
Το ρήμα ελπίζω είναι ένα συνηθισμένο ρήμα στον Θουκυδίδη. Ένας έλεγχος των σχετικών χωρίων κάνει φανερό ότι ο Θουκυδίδης χρησιμοποιούσε συνήθως το ρήμα αυτό με τον τρόπο που το χρησιμοποιούσαν και οι υπόλοιποι Έλληνες: είχε και γι' αυτόν το ρ. ελπίζω ένα χρώμα, θα λέγαμε, συναισθηματικό δήλωνε πράγματι με αυτό ό Θουκυδίδης - όπως και οι άλλοι Έλληνες - «τις ελπίδες από τις οποίες αφήνεται να παρασυρθεί - λόγω των επιθυμιών του - ο άνθρωπος σε σημείο που να περιφρονεί την λογική». Είχε όμως το ρ. ελπίζω και μιαν άλλη χρήση στον Θουκυδίδη:
 
Στο Ε βιβλίο §7 ο Κλέων, που ως τότε «ἡσύχαζε περιμένων ἐν τῇ Ἠιόνι», βρίσκεται αναγκασμένος να προχωρήσει με τον στρατό του προς την Αμφίπολη αν τελικά αποφασίζει -κάτω από την πίεση των γεγονότων- να κάνει την κίνηση αυτή, είναι γιατί έχει τουλάχιστον την βεβαιότητα ότι οι εχθροί δεν θα βγουν να τον συναντήσουν: ἐς μάχην μέν γάρ οὐδέ ἤλπισέν οἱ ἐπεξιέναι οὐδενα· την βεβαιότητα του αυτή ο Κλέων την στηρίζει στην πείρα που απέκτησε στο παρελθόν: είχε και άλλοτε χρησιμοποιήσει παρόμοια τακτική και είχε πετύχει («ἐχρήσατο ταῷ τρόπῳ ᾦπερ καί ἐς τήν Πύλον ἐντυχήσας ἐπίστευσέ τι φρονεῖν»).
     
Στό Β βιβλίο § 11 ο Αρχίδαμος, αρχηγός του συμμαχικού στρατεύματος που είναι έτοιμο να εισβάλει στην Αττική, δίνει τις τελευταίες οδηγίες στους στρατηγούς και «τούς μαλιστα εν τελεί»· ανάμεσα στα άλλα τους θυμίζει ότι πηγαίνουν να χτυπήσουν μια πόλη που είναι «τοῖς πᾶσιν ἄριστα παρεσκευασμένη»· μπορούν λοιπόν να έχουν την βεβαιότητα ότι οι κάτοικοι της πόλης αυτής δεν θα μείνουν απαθείς θεατές, αλλά θα βγουν να τους αντιμετωπίσουν σε μάχη: χρή καί πάνυ ἐλπίζειν διά μάχης ἰέναι αὐτούς. Την βεβαιότητά του αυτή ο Αρχίδαμος την στηρίζει α) στο ότι έτσι ακριβώς αντιδρούν οι άνθρωποι κάθε φορά πού βλέπουν να καταστρέφεται η περιουσία τους («πᾶσι γάρ ἐν τοῖς ὅμμασι καί ἐν τῷ παραυτίκα ὁρᾶν πάσχοντάς τι ἄηθες ὀργή προσπίπτει»), β) στο ότι οι Αθηναίοι ήταν ως τώρα συνηθισμένοι να πατούν οι ίδιοι τις χώρες των άλλων παρά να βλέπουν την δική τους χώρα να δέχεται επιθέσεις («Ἀθηναίους δέ καί πλέον τι τῶν άλλων εἰκός τοῦτο δρᾶσαι, οἵ ἄρχειν τε τῶν ἄλλων ἀξιοῦσι καί ἐπιόντες τήν τῶν πέλας δῃοῦν μᾶλλον ἤ τήν αὐτῶν ὁρᾶν»).
 
Στο ίδιο βιβλίο § 59 οι Αθηναίοι, κάτω από την πίεση της «δευτέρας ἐσβολής» των Πελοποννησίων, του λοιμού και του πολέμου, «ἠλλοίωντο τάς γνώμας καί τόν Περικλέα ἐν αἰτίᾳ εἶχον»· ο Περικλής δεν βρέθηκε, στην πραγματικότητα, απροετοίμαστος απέναντι σε όλα αυτά: γνωρίζοντας καλά τους Αθηναίους και βλέποντας τα διάφορα «αιφνίδια και απροσδόκητα» που έπεσαν επάνω τους τον τελευταίο καιρό ήταν απόλυτα βέβαιος ότι δεν θα αργούσε η στιγμή που οι συμπατριώτες του θα του εξεδήλωναν με κάθε τρόπο την απαρέσκεια και την αγανάκτησή τους - και δεν γελάστηκε- τώρα τους έβλεπε, πράγματι, πάντα ποιοῦντας ἅπερ αὐτός ἤλπιζε.
 
Ένα ακόμη παράδειγμα: Στο Δ βιβλίο § 9 ο Δημοσθένης, ο στρατηγός των Αθηναίων, περιμένοντας επίθεση των αντιπάλων, προσπαθεί να ενισχύσει το σημείο που θα διάλεγαν, κατά την γνώμη του, για την επί­θεσή τους οι εχθροί, μια και εκεί το οχύρωμα ήταν πολύ αδύνατο: ήταν το μέρος στο οποίο οι Αθηναίοι δεν είχαν φροντίσει να κατασκευάσουν ισχυρό τείχος, γιατί ακριβώς ήταν πάντοτε βέβαιοι ότι από την πλευρά της θάλασσας δεν θα διέτρεχαν ποτέ κίνδυνο· ποιος θα μπορούσε να παραβγεί μαζί τους στην θάλασσα; (οὔτε γάρ αὐτοί ἐλπίζοντές ποτέ ναυσί κρατήσεσθαι οὐκ ἰσχυρόν ἐτείχιζον).
 
Σε όλα αυτά τα παραδείγματα το ρ. ελπίζω δεν έχει πια το συναισθηματικό χρώμα με το οποίο το πρωτοσυναντήσαμε και στον Θουκυδίδη: το ρήμα έχει τώρα ένα χρώμα καθαρά νοητικό. Σε όλες πράγματι αυτές τις περιπτώσεις το ρ. ελπίζω δηλώνει κάτι που το υποκείμενο το περιμένει να συμβεί με έναν ορισμένο τρόπο· το υποκείμενο δεν αμφιβάλλει ουτε για μια στιγμή ότι το πράγμα θα συμβεί όπως αυτό το προβλέπει: την βεβαιότητα του την δίνει το παρελθόν, αφού από αυτό μπορεί να αντλήσει το δίδαγμα ότι παρόμοιες με την σημερινή καταστάσεις οδήγησαν πάντοτε σε μια κατάσταση παρόμοια με αυτήν πού προβλέπει και περιμένει. Με άλλα λόγια: το υποκείμενο βασισμένο στις γνώσεις του μπορεί να κάνει σωστούς υπολογισμούς τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν θα αποδείξουν απλώς αληθινούς τους υπολογισμούς του.
 
Ανάλογη βέβαια χρήση του ρ. ελπίζω έχουμε μαρτυρημένη και σε άλλους, παλαιότερους ή και σύγχρονους με τον Θουκυδίδη, συγγραφείς, βλ. π.χ.:
 
Αριστοφ. Ορνιθες 956 τουτί μά Δί' ἐγώ το κακόν οὐδέποτ' ἤλπισα
Αριστοφ. Λυσιστράτη 259 ἐπεί τίς ἄν ποτ' ἤλπισ' ὦ Στρυμόδωρ' ἀκοῦσαι
Σοφ. Αίας 798 τήνδε δ' ἔξοδον ὀλεθρίαν Αἴαντος ἐλπίζει φέρειν
Σοφ. Τραχίνιαι 110 κακάν δύστανον ἐλπίζουοαν αἶσαν
Ευριπ. Ίων 348 Θῆράς σφε τόν δύστηνον ἐλπίζει κτανεῖν
Ηρόδ. Θ 12,2 οἱ δέ στρατιῶται οἱ ταύτῃ ἀκούοντες ταῦτα ἐς φόβον κατιστέατο, ἐλπίζοντες πάγχυ ἀπολέεσθαι ἐς οἷα κακά ἧκον
Ηρόδ. A 77,4 οὐδαμά ἐλπίσας μή κοτε ἄρα ἀγωνισάμενος οὕτω παραπλησίως Κῦρος ἐλάςῃ ἐπί Σαρδις
Ηρόδ. Θ 53,1 τῇ δη οὔτε τις ἐφύλασσε οὔτ' ἄν ἤλπισε μή κοτέ τις κατά ταῦτα ἀναβαίη ἀνθρώπων
 
φαίνεται όμως ότι η χρήση αυτή ήταν - πριν από τον Θουκυδίδη - περιορισμένη κατά κύριο Λόγο στους ποιητές (ο Ηρόδοτος συχνά χρησιμοποιεί λέξεις συνηθισμένες στους ποιητές): το ρ. ελπίζω είχε στις περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές την σημασία «φοβούμαι» (το υποκείμενο πρόβλεπε και περίμενε πάντοτε κάτι κακό: ότι θα ρθει το κακό δεν ήταν σε θέση να το αποδείξη - απλώς το «φοβόταν»).
 
Προκαλεί γιαυτό εντύπωση όχι μόνο ο αισθητά μεγάλος αριθμός παραδειγμάτων τέτοιας χρήσης του ρ. ελπίζω στον Θουκυδίδη, αλλά και το ότι το ρ. ελπίζω δεν χρησιμοποιείται στον Θουκυδίδη - με αυτή την σημασία - μόνο όταν πρόκειται να δηλωθεί ότι το προβλεπόμενο και αναμενόμενο θα είναι κακό· μπορεί -στον Θουκυδίδη- αυτό να είναι και καλό.
 
Πρωτοτύπησε άραγε στο σημείο αυτό ό Θουκυδίδης η μήπως ακλούθησε κάποιο παράδειγμα; Προσωπικά, είμαι προθυμότερος να δεχτώ ότι ο Θουκυδίδης χρησιμοποίησε στην περίπτωση αυτή ενσυνείδητα έναν, καθιερωμένο αλλού, terminus technicus. Πιστεύω δηλαδή ότι ο Θουκυδίδης χρησιμοποίησε εδώ την λ. ελπίζω με το περιεχόμενο που η λέξη αυτή είχε πάρει σε έναν ειδικό κύκλο. Εννοώ τον κύκλο των γιατρών, και μάλιστα αυτών που ανήκαν στην ίδια με τον Ιπποκράτη σχολή.
 
Στον αναγνώστη της Ιπποκρατικής συλλογής προκαλεί πράγματι ιδιαίτερη εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται εκεί το ρ. ελπίζω (καθώς επίσης και το ούσ. ελπίς). Ιδού τα σχετικά παραδείγματα:
 
Στο κεφ. 18 του Προγνωστικού ο λόγος είναι περί των «έπιγιγνομένων τοις περιπνευμονικοῖς ἀποστάσεων»: «Αν ύστερα από πνευμονικές παθήσεις σχηματισθούν στα αυτιά αποστήματα που πυορροούν ή στις κάτω περιοχές αποστήματα που καταλήγουν σε συρίγγιο, ο άρρωστος γίνεται καλά. Περιπτώσεις όπως αυτές θα πρέπει να τις κρίνουμε ως εξής: Αν ο πυρετός δεν υποχωρεί, αν ο πόνος δεν έχει σταματήσει και τα πτύελα δεν αποβάλλονται κανονικά· αν τα κόπρανα δεν είναι χολώδη ή μαλακά στην σύστασή τους και αναμειγμένα στις σωστές αναλογίες και τα ούρα δεν είναι υπερβολικά πολλά ούτε το ίζημά τους άφθονο τέλος αν όλα τα υπόλοιπα σημάδια συντρέχουν στην καλυτέρευση της υγείας του αρρώστου, θα πρέπει να περιμένουμε ότι ο άρρωστος αυτός θα παρουσιάσει αποστήματα αυτού του είδους». Η τελευταία φράση έχει στο αρχαίο κείμενο την ακόλουθη μορφή: τούτοισι χρή τάς τοιαύτας ἀποστασίας ἐλπίζειν ἔσεσθαι.
 
Είναι φανερό ότι ο ιπποκρατικός γιατρός, βασισμένος στις γνώσεις του (στην σημερινή μας γλώσσα θα λέγαμε: βασισμένος στην επιστήμη του), μπορεί να έχει την βεβαιότητα ότι η πάθηση του ασθενούς που παρουσιάζει αυτά τα συγκεκριμένα συμπτώματα θα ακολουθήσει τέτοια πορεία ώστε να καταλήξει - δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς - στην ἀπόστασιν. Την ἀπόστασιν την περιμένει ο γιατρός. Ούτε για μια στιγμή ο ιπποκρατικός γιατρός δεν κατέχεται από τον φόβο ότι μπορεί να γελαστεί: δεν αμφιβάλλει για την πρόβλεψή του. Όταν λοιπόν μιλάει για την ἀπόστασιν, δεν αισθάνεται ούτε για μια στιγμή προφήτης: από την ἀπόστασιν τον χωρίζει απλώς ο χρόνος που πρέπει να διανυθεί ώσπου ό άρρωστος να οδηγηθεί σ’ αυτήν.
 
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η λ. ἐλπίζω έχει στην περίπτωση αυτή μιαν εντελώς καινούργια σημασία: λείπει από την λέξη το συναισθηματικό χρώμα που την συνοδεύει στην συνήθη της χρήση· η λέξη έχει τώρα ένα χρώμα καθαρά νοητικό.
 
Με τον ίδιο τρόπο βρίσκουμε την λέξη να χρησιμοποιείται και σε άλλα χωρία της Ιπποκρατικής συλλογής. Στο Περί ἀγμῶν π.χ.:
 
III 532,3 Littre: ἤν μέν οὖν ἐμβάλῃς τά ὀστέα ἐς τήν ἑωυτῶν χώρην, γεγράφαται ἤδη οἵ τρόποι οἵως χρή ἰητρεύειν, ἤν τε ἐλπίζῃς ὀστέα ἀποστήσεσθαι ἤν τε μή.
531,17 L.: ἐπήν δέ ἑπτά ἡμέραι παρελθῶσιν ἤ ὀλίγῳ πλείους, ἤν ἀπύρετος ᾖ, καί μή φλεγμαίνῃ τό ἕλκος, τότε ἧσσον κωλύει πειρῆσθαι ἐμβάλλειν, ἤν ἐλπίζης κρατήσειν.
538,5 L.: ἐν τοῖσιν οὖν τοιούτοισι τρώμασι τούς μέν κινδύνους οὐ χρή λή- θειν ὁκοῖοι τινές εἰσι, καί προλέγειν χρή πρός τούς καιρούς, εἰ δε ἀναγκάζ,οιο μέν ἐμβάλλειν, ἐλπίζοις δε ἐμβαλεῖν, ...ἡ μόχλευσις καί τούτοισι μετά τῆς κατατάσιος εὖ ἄν ξυλλαμβανοιτο.
 
Πολύ ενδιαφέροντα είναι και τα παραδείγματα με το ουσιαστικό ελπίς. Ιδού παραδείγματα από το Προγνωστικον:
 
II 126,6 L.: ἤν γάρ αἱ ὄψιες πυκνά κινέωνται, μανῆναι τούτους ἐλπίς
34,1 L.: τό νούσημα ἐς ἀπόστασιν τραπῆναι ἐλπίς
148,7 L.: ἐλπίς δέ τόν τά τοιαῦτα πτύοντα ἀποθανεῖσθαι τεσσαρεσκαιδεκαταῖον
164,10 L..: ἔμπυον ἔσεσθαι τοῦτον πολλαί ἐλπίδες
168, 2 L.: ἐν τῇσι πρώτῃσι περιόδοισι τοῦ νουσήματος ἐλπίς τόν ἀλγέοντα ἀπολέσθαι
 
Σε όλα αυτά τα παραδείγματα το ουσ. ἐλπίς βρίσκεται σε φράσεις στις οποίες το αναμενόμενο να συμβεί δεν είναι σε καμιά περίπτωση ευκταίο, επιθυμητό. Έτσι γίνεται φανερό ότι με το ουσ. ἐλπίς δηλώνεται στις φράσεις αυτές απλά και μόνο αυτό για το οποίο ο γιατρός έχει την βεβαιότητα ότι θα συμβεί, σαν αναγκαίο επακόλουθο μίας ορισμένης κατάστασης: η Λέξη δεν έχει πλέον καμιά συναισθηματική χροιά.
 
Θα μπορούσαμε όμως πράγματι να δεχτούμε ότι ο ιστορικός του Πελοποννησιακού πολέμου έκανε ενσυνείδητη χρήση των όρων ἐλπίζω/ἐλπίς όπως αυτοί είχε καθιερωθεί να χρησιμοποιούνται στους κύκλους των γιατρών της εποχής του; Νομίζω ότι η απάντηση μας θα πρέπει να είναι καταφατική, αν διαπιστώσουμε ότι ο Θουκυδίδης κινείται μέσα στα βασικά σχήματα της Ιπποκρατικής πρόγνωσης· προπάντων, αν διαπιστώσουμε ότι χρησιμοποιεί -γενικότερα- την ορολογία της ιπποκρατικής πρόγνωσης.
 
1. Ο συγγραφέας του Προγνωστικού συνοψίζοντας στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου του τις επιμέρους διδασκαλίες του θυμίζει σ’ αυτόν που επιθυμεί «ὀρθῶς προγινώσκειν τούς τε περιεσομένους καί ἀποθανουμένους οἷσί τε ἄν μέλλῃ πλείονας ἡμέρας παραμένειν το νόσημα καί οἷσι ἄν ἐλάσσους» ότι έχει μια βασική υποχρέωση, που είναι και η βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του σκοπού του: χρή τά σημεῖα ἐκμανθάνοντα πάντα κρίνειν ἐκλογιζόμενον τάς δυνάμιας αὐτῶν πρός ἀλλήλας· και ακόμη: εὖ χρή εἰδέναι περί τε τῶν τεκμηρίων καί τῶν ἄλλων σημείων ότι ἐν παντί ἔτει καί πάςῃ ὥρῃ τά τε κακά κακόν τι σημαίνει καί τά χρηστά ἀγαθόν.
 
Σημεῖα, τεκμήρια, ἐκμανθάνειν, κρίνειν, ἐκλογίζεσθαι, σημαίνειν είναι οι λέξεις-κλειδιά με τις οποίες ο συγγραφέας του Προγνωστικού - το ίδιο και οι συγγράφεις και άλλων ιπποκρατικών πραγματειών - δηλώνει την ανάγκη να θεμελιώνει ο γιατρός την πρόγνωσή του πάνω σε όσο το δυνατόν ασφαλέστερα στοιχεία. Το ενδιαφέρον είναι ότι τις σημαντικότερες από τις λέξεις αυτές τις συναντούμε, με ανάλογο τρόπο χρησιμοποιημένες, και στον Θουκυδίδη:
 
α) Η επιθυμία του Θουκυδίδη να ανευρίσκει πάντοτε -ας είναι και με κοπιαστικήν σητησιν - την αλήθεια, αυτό θα πει: η επιθυμία του να αποκτά πάντοτε για το καθετί την ακριβή γνώση (σαφῶς εὑρεῖν), είναι γνωστή σε κάθε αναγνώστη του έργου του. Στην προσπάθειά του αυτή ο Θουκυδίδης εξετάζει εξονυχιστικά όλα τα τεκμήρια και όλα τα σημεία που μπορούν να τον βοηθήσουν, και ύστερα - «ἐκλογιζόμένος τάς δυνάμι­ας αὐτῶν πρός ἀλλήλας» προσπαθεί να προσδιορίσει ποια από αυτά έχουν την μεγαλύτερη δηλωτική σημασία (επιφανέστατα): σε αυτά είναι που ο Θουκυδίδης θα χαρίσει τελικά την πίστιν του· βασισμένος σε αυτά μπορεί πλέον να σχηματίζει την οριστική του γνώμη, με την βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να οδηγηθεί σε σφάλμα: ἐκ δε τῶν εἰρημένων τεκμηρίων ὅμως τοιαῦτα ἄν τις νομίζων μάλιστα ἅ διῆλθον οὐχ ἁμαρτάνοι:
Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο θα οδηγηθεί ο Θουκυδίδης και στην ελπίδα ότι ο πόλεμος που ξέσπασε στα 431 π.Χ. θα αποβεί «μέγας καί ἀξιολογώτατος τῶν προγεγενημένων»: τεκμαίρομενος ότι...
β) Μιλώντας στους Λακεδαιμονίους ο «ξυνετός» βασιλιάς τους Αρχίδαμος (Α 80) τους θυμίζει, πριν από οτιδήποτε άλλο, ότι ο πόλεμος στον οποίο προσπαθούν να τους εξωθήσουν οι σύμμαχοί τους θα είναι ένας από τους μεγαλύτερους πολέμους τους: οὐκ ἄν ἐλάχιστον γενόμενον (= μέγαν τε ἔσεσθαι καί ἀξιολογώτατον)· η πρόβλεψη αυτή δεν είναι καθόλου δύσκολη, βεβαιώνει ο Αρχίδαμος· ο καθένας από τους συμπατριώτες του θα μπορούσε να την κάνει, εἰ σωφρόνως τις αὐτόν ἐκλογίζοιτο - ο ίδιος ο Αρχίδαμος θα αναφέρει ένα ένα όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - τα τεκμήρια - για να τους βοηθήσει- το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι άλλο: ο πόλεμος θα αποβεί μακροχρονιότατος (δέδοικα μή καί τοῖς παισίν αὐτόν ὑπολίπωμεν).
 
Είναι φανερό ότι η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι το αποτέλεσμα σειράς συλλογισμών-υπολογισμών γιαυτό και δεν μένει κανένα περιθώριο - έστω και κατά την κρίση του συγγραφέα μόνο - για λάθος.
 
2. Ό αναγνώστης της Ιπποκρατικής συλλογής ξέρει ότι στα έργα που έχουν έκδηλα προγνωστικό χαρακτήρα χρησιμοποιήθηκε πολύ - τόσο ώστε να γίνει όρος - η λ. προσδέχομαι. Ας αρκεσθούμε εδώ στα παραδείγματα από το Προγνωστικον (έκδ. Littre, τομ. II):
128,3 μάλλον δε τοῖσι νεωτέροισι πέντε καί τριήκοντα ἐτέων τοῦ αἵματος τήν ρῆξιν προσδέχεσθαι
142,5 τουτέοισιν ἀπόστασιν δεῖ προσδέχεσθαι ἐς τά κάτω τῶν φρένων χωρία.
Βλ. και: 152.5,154.13, 172.10, 180.6,180.11, 182.1,186.3.
Πβλ. και:
132,11 εἰ δε πρός τῷ βάρει καί οἱ ὄνυχες και οἱ δάκτυλοι πελιδνοί γίγνο- νται, προσδόκιμος ὁ θάνατος παραυτίκα
186.2 αἷμα διά ρινῶν τουτέοισι ρυῆναι προσδόκιμον ἀντί τοῦ ἐμετοῦ.
 
Και αυτή την φορά ο ιπποκρατικός γιατρός ξεκινάει από τα δεδομένα που του προσφέρει η παρατήρηση: τα επιμέρους συμπτώματα (σημεία) θα οδηγήσουν την σκέψη του στην πρόβλεψη της πορείας που θα ακολουθήσει από δω και πέρα η αρρώστια· ξέρει πώς ο άρρωστος οδηγήθηκε στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται τώρα, και είναι σε θέση, «ἐκμανθάνων τά σημεῖα», να καθορίσει την εξέλιξη που θα παρουσιάσει η κατάσταση του αρρώστου από αυτό το σημείο και ύστερα: η πρόβλεψή του θα είναι, στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα υπολογισμών (ἐκλογίζεσθαι) που θα βασισθούν στην αποτίμηση των επιμέρους συμπτωμάτων μπορεί λοιπόν να περιμένει ότι η αρρώστια θα τελειώσει με τον τρόπο που αυτός προβλέπει, βέβαιος ότι δεν θα γελαστεί στην πρό­βλεψή του, μια και αυτή στηρίζεται στην ορθή γνώση: Είναι φανερό ότι το ρ. προσδέχομαι έχει στην γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ιπποκρατικός γιατρός μια σαφώς ορισμένη σημασία. Η σημασία όμως αυτή κάνει στην πραγματικότητα το ρ. προσδέχομαι συνώνυμο με το ρ. ελπίζω όπως το συναντήσαμε στην ιπποκρατική πάλι ορολογία. Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγούν α) τα παραδείγματα που αναφέραμε πιο πάνω β) ο Γαληνός, ο γνωστός υπομνηματιστής πολλών από τα έργα της Ιπποκρατικής συλλογής, ο οποίος πολύ συχνά χρησιμοποιεί τα δύο ρήματα ως συνώνυμα - έτσι π.χ. στο Υπόμνημα του στο Προγνωστικοί’, ερμηνεύοντας το πρώτο από τα παραδείγματα που δώσαμε αμέσως πιο πάνω, γράφει: μᾶλλον γάρ ἐλπίζειν ἔσεσθαι χρή τήν αἱμορραγίαν ἐπί τῶν νεωτέρων πέντε καί τριάκοντα ἐτῶν.
 
'Ελπίζω και προσδέχομαι λοιπόν, δυο λέξεις που απέκτησαν ένα ορισμένο σημασιολογικό περιεχόμενο στα πλαίσια της ιπποκρατικής πρόγνωσης και έγιναν, χάρη σε αυτό, συνώνυμες. Το ενδιαφέρον είναι ότι το ρ. προσδέχομαι παρουσιάζεται με ανάλογο σημασιολογικό περιεχόμενο και στον Θουκυδίδη· αποτέλεσμα: τα ρήματα ελπίζω και προσδέχομαι είναι - στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται με αυτό το σημασιολογικό περιεχόμενο- συνώνυμα και στον Θουκυδίδη:
 
α) Στο Δ βιβλίο § 9 ο στρατηγός Δημοσθένης διαλέγει «ἑξήκοντα ὁπλίτας καί τοξότας ὀλίγους» καί πηγαίνει να τους τοποθέτησει «ἔξω τοῦ τείχους ἐπί τήν θάλασσαν»· διαλέγει το μέρος αυτό γιατί εκεί «μάλιστα ἐκείνους προσεδέχετο πειράσειν ἀποβαίνειν», και δεν κάνει λάθος : (ο ναύαρχος των Λακεδαιμονίων) προσέβαλλε ᾖπερ ὁ Δημοσθένης προσεδέχετο (§11).
β) Στο Ε βιβλίο § 6 ο Βρασίδας, για να μπορεί να παρακολουθεί τις κινήσεις του Κλέωνα, παίρνει θέση «ἐπί τῷ Κερδυλίῳ», γιατί προσεδέχετο αὐτόν (ενν. τον Κλέωνα) ἐπί τήν Ἀμφίπολιν ... τῇ παρούςῃ στρατιᾷ ἀναβήσεσθαι, και δεν γελάστηκε, γιατί ο Κλέων έεως μέν ἡσύχαζεν, ἔπειτα ἠναγκάσθη ποιῆσαι ὅπερ ό Βρασίδας προσεδέχετο.
γ) Στο Α βιβλίο § 120 οι Κορίνθιοι απευθύνονται στους συμμάχους - μέλη της Πελοποννησιακής συμμαχίας που ζουν εις «τήν μεσόγειον μᾶλλον καί μή ἐν πόρῳ»: έχουν και αυτοί την υποχρέωση να σκεφτούν και να νοιαστούν εγκαίρως -ας είναι αυτί] την στιγμή ο λόγος για όσους ζουν εις «τα κατω»-, γιατί εἰ τά κάτω πρόοιντο, χρή προσδέχεσθαι κἄν μέχρι σφῶν τό δεῖνον προελθεῖν.
δ) Στο Β βιβλίο § 60 ο Περικλής απευθύνεται στους οργισμένους μαζί του Αθηναίους· τους έχει ο ίδιος συγκαλέσει σε συνέλευση μήπως και πετύχει, μιλώντας τους, να αλλάξει τα αισθήματά τους απέναντι του - το πρώτο που τους δηλώνει είναι ότι η οργή τους δεν τον ξάφνιασε: προσδεχομένω μοι τά τῆς ὀργῆς ὑμῶν ἐς με γεγένηται. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο ο Θουκυδίδης βεβαιώνει ότι ο Περικλής αποφάσισε να συγκαλέσει «ξύλλογον» των Αθηναίων γιατί τους έβλεπε «πρός τά παρόντα χαλεπαίνοντας καί πάντα ποιοῦντας ἅπερ αὐτός ἤλπιζε». Έλπιζε η λέξη που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης, προσδεχομένῳ η λέξη που βάζει ο ίδιος στο στόμα του Περικλή: οι δύο λέξεις έχουν το ίδιο ακριβώς σημασιολογικό περιεχόμενο.
ε) Στον ίδιο λόγο του ο Περικλής θα ζητήσει να απαλλάξει τον εαυτό του από την ευθύνη που του αποδίδουν οι Αθηναίοι θυμίζοντάς τους ότι, πέρα από όσα μπορούμε οι άνθρωποι να προβλέψουμε, υπάρχουν και πράγματα που ξεφεύγουν από τους υπολογισμούς μας: ἐπιγεγένηταί τε πέρα ὧν προσεδεχόμεθα ἡ νόσος ἥδε. Το ενδιαφέρον είναι ότι αμέσως μετά τη φράση αυτή ο Περικλής (ο Θουκυδίδης!) θα υποστηρίξει για την αρρώστια (!) - και θα λέει, θαρρείς, με άλλα λόγια την ίδια, την προηγούμενη φράση του - ότι ήταν πρᾶγμα μόνον δη τῶν πάντων ἐλπίδος κρεῖσσον γεγενημένον.
 
Όλα αυτά τα παραδείγματα δείχνουν φανερά ότι το ρ. προσδέχομαι χρησιμοποιείται συχνά από τον Θουκυδίδη με τον τρόπο που το είδαμε να χρησιμοποιείται στα πλαίσια της ιπποκρατικής πρόγνωσης: για να δηλωθούν οι κάθε λογής υπολογισμοί που κάνουμε με το μυαλό μας για το μέλλον, και που, ακριβώς γιατί βασίζονται στα πράγματα, βγαίνουν ύ­στερα - από τα ίδια τα γεγονότα - αληθινοί.
 
3. α) Στα 431 π.Χ. ο πόλεμος των Πελοποννησίων και Αθηναίων έχει πλέον ξεσπάσει, ο πόλεμος που δεν θα αργήσει να απλωθεί πρώτα μεταξύ και των υπόλοιπων Ελλήνων και ύστερα και μεταξύ των βαρβάρων: ένας πόλεμος-αρρώστια που προορίζεται να προσβάλει το «πλείστον» των ανθρώπων. Ποιος είναι στην πραγματικότητα ο ιδιαίτερος χαρακτήρας αυτής της «αρρώστιας»; Ιδού το ερώτημα στο οποίο θέλει πρώτα να απαντήσει -για λογαριασμό του και για λογαριασμό των αναγνωστών του - ο άνθρωπος που αναλαμβάνει να γράψει την ιστορία αυτού του πολέμου. Την απάντηση θα την ευκολύνει η σύγκριση του πολέμου αυτού με άλλους πολέμους, πολέμους παλαιότερους, που είχαν και εκείνοι σαν αρρώστια προσβάλει τους ίδιους αυτούς τόπους: όταν θα τον έχει εντάξει σωστά μεταξύ των άλλων πολέμων, θα τον καταλάβει - θα τον καταλάβουν και οι αναγνώστες του- καλύτερα. Το παρελθόν λοιπόν θα βοηθήσει να χαρακτηρισθεί σωστότερα το παρόν. Μια αναδρομή στο παρελθόν είναι πράγματι η «Αρχαιολογία», τα δεκαοχτώ κεφάλαια του Α βιβλίου που έρχονται αμέσως μετά από το προοίμιο, και έχει αυτόν ακριβώς τον σκοπό: να δικαιολογήσει την γνώμη που έχει για τον πόλεμο αυτό, για τον παρόντα πόλεμο, ο Θουκυδίδης.
 
β) Στην § 88 του Α βιβλίου των Ιστοριών του ο Θουκυδίδης κλείνει μιαν ενότητα που άνοιξε στην § 67. Ό λόγος σε όλη αυτή την ενότητα είναι για το συνέδριο της Σπάρτης, όπου οι σύμμαχοι - μέλη της Πελοποννησιακής συμμαχίας αγωνίζονται - πρώτοι από όλους oι Κορίνθιοι- να πείσουν τους δυσκίνητους Σπαρτιάτες να θεωρήσουν λυμένες στην πραγματικότητα τις τριακοντούτεις σπονδές και απαραίτητο τον πόλεμο με τους Αθηναίους. Η απόφαση -τέτοια που την ήθελαν οι Κορίνθιοι και οι άλλοι σύμμαχοι· έχει στο τέλος ληφθεί: ο πόλεμος θα γίνει. Η ενότητα κλείνει με την μικρή παράγραφο 88, όπου ο Θουκυδίδης πετυχαίνει, με μιαν εκπληκτική εκφραστική βραχυλογία, να μας αποκαλύψει την ψυχή των Λακεδαιμονίων: δεν ήταν τόσο oι λόγοι των συμμάχων που έπεισαν τους Λακεδαιμονίους όσο ο φόβος μήπως οι Αθηναίοι «ἐπί μεῖζον δυνηθῶσιν». Και φυσικά ο φόβος των Λακεδαιμονίων δεν είναι αδικαιολόγητος: όλοι τους βλέπουν ότι τα πιο πολλά μέρη της Ελλάδας είναι ήδη «υποχείρια» στους Αθηναίους.
 
Ως εδώ οι Λακεδαιμόνιοι. Ο Θουκυδίδης όμως ξέρει επιπλέον να πει ότι η σημερινή ισχύς των Αθηναίων δεν είναι παρά η Λογική συνέπεια μιας σειράς γεγονότων, που - όλα μαζί - δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν στην σημερινή πραγματικότητα: τα κεφ. 89-118, η γνωστή «Πεντηκονταετία», δεν είναι παρά μια αναδρομή στο παρελθόν, που γίνεται γι' αυτόν κυρίως το λόγο: για να ερμηνευθεί το παρόν («έγραψα δε αὐτά καί τήν ἐκβολήν τοῦ λόγου ἐποιησάμην διά τάδε, ὅτι...τῆς ἀρχῆς ἀπόδειξιν ἔχει τῆς τῶν Ἀθηναίων έν οἵῳ τρόπῳ κατέστη», §97). Η πρόβλεψη του μέλλοντος βασίζεται λοιπόν στο παρόν, και αυτό πάλι βρίσκει την εξήγησή του στο παρελθόν.
 
«Αρχαιολογία» και «Πεντηκονταετία»: δυο μεγάλες ενότητες στο πρώτο βιβλίο των Ιστοριών του Θουκυδίδη που θα έλειπαν, σκέφτομαι, από το έργο αυτό, αν ο ιστορικός δεν είχε κάνει δικό του το συλλογιστικό σχήμα που, όσο ξέρω, ήταν στην εποχή του τρεχούμενο μόνο μεταξύ των ιπποκρατικών γιατρών: το παρόν μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προδικάσει το μέλλον, τόσο ώστε να μπορούμε να κάνουμε -χωρίς τον κίνδυνο να κάνουμε λάθος- προβλέψεις για το μέλλον την καλύτερη απόδειξη γι' αυτό την προσφέρει το γεγονός ότι το παρόν θα μπορούσε κάποτε -στο παρελθόν- και αυτό να προβλεφθεί, γιατί και το παρόν είναι -τις πιο πολλές φορές- η λογική συνέπεια μιας σειράς συγκεκριμένων γεγονότων, που το καθένα τους έχει μιαν ορισμένη συνέπεια· φυσικά, και στην περίπτωση της πορείας των ασθενειών και στην περίπτωση της ανθρώπινης δραστηριότητας σπουδαίο ρόλο μπορεί να παίξει «το παρά λό­γον», το απρόβλεπτο γεγονός, αυτό όμως μόνο περιθωριακή σημασία μπορεί να έχει και δεν είναι πάντοτε σε θέση να αλλάξει ουσιαστικά την γενική πορεία: ο ρους γίνεται μέσα στην ήδη καθορισμένη κοίτη, και αυτή οδηγεί σε μια συγκεκριμένη εκβολή· μόνο βίαιες αλλαγές της κοίτης μπορούν να οδηγήσουν προς νέες κατευθύνσεις, αυτές όμως συμβαίνουν σπάνια, και οπωσδήποτε είναι - αν συμβούν - ολότελα αφύσικες.
 
Η «Αρχαιολογία» και η «Πεντηκονταετία» δεν είναι βέβαια τα μόνα παραδείγματα που θα μπορούσε να φέρει κανείς από το έργο του Θουκυδίδη για να δείξει ότι ο ιστορικός του Πελοποννησιακού πολέμου είχε κάνει δικό του το συλλογιστικό αυτό σχήμα, ελπίζω όμως ότι καταντάει περιττό να κάνουμε εδώ ιδιαίτερο λόγο για άλλα παραδείγματα· τούτο μόνο αξίζει ίσως να θυμηθούμε, ότι άλλο ένα «παράδειγμα» είναι στην ουσία ολόκληρο το Α βιβλίο των Ιστοριών, αφού ολόκληρο αυτό το βιβλίο δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια προσπάθεια να καταδειχθεί ότι η κατάσταση που επικρατεί μιαν ορισμένη στιγμή, το εκάστοτε παρόν, είναι το λογικό αποτέλεσμα μιας σειράς γεγονότων που, με την σειρά που έγιναν, δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν σ' αυτήν την κατάσταση, και επομένως μια ανάλογη πορεία οποτεδήποτε στο μέλλον δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε ανάλογη - άρα προβλεπτή - κατάσταση.
 
Γνωρίσαμε στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας μελέτης την ιπποκρατική πρόγνωση και το περιεχόμενό της· είδαμε το συλλογιστικό σχήμα που βρίσκεται στην βάση αυτής της ιατρικής θεωρίας συναντήσαμε το ίδιο- βασικά- συλλογιστικό σχήμα σε δύο μεγάλες ενότητες του Α βιβλίου των Ιστοριών του Θουκυδίδη: θα μπορούσαμε πράγματι να αμφιβάλλουμε για την σχέση του σχήματος αυτού όπως το συναντούμε στον Θουκυδίδη με το σχήμα που αποτελεί την βάση της ιπποκρατικής πρόγνωσης;
 
Το πρόβλημα της σχέσης της πολιτικής πρόγνωσης του Θουκυδίδη με την πρόγνωση που ασκούσε η ιατρική σχολή της Κω έχει, όπως είδαμε, πολλήν ιστορία. Από τους ερευνητές που ασχολήθηκαν με αυτό άλλοι υποστήριξαν με ενθουσιασμό την σχέση αυτή, ενώ άλλοι την αρνήθηκαν. Από τους υποστηρικτές της δεύτερης γνώμης άλλοι μίλησαν για παντελή απουσία οποιασδήποτε προγνωστικής πρόθεσης από το έργο του Θουκυδίδη, άλλοι βεβαίωσαν ότι ανάμεσα στην πρόγνωση του Θουκυδίδη και στην πρόγνωση των ιπποκρατικών γιατρών υπάρχει στην πραγματικότητα τεράστια διαφορά, ενώ άλλοι ισχυρίσθηκαν ότι η υπογράμμιση της σχέσης αυτής μειώνει, στο τέλος τέλος, την προσωπικότητα του Θουκυδίδη, αφού τον μεταβάλλει σε μαθητή του Ιπποκράτη.
 
Στην παρούσα μελέτη προσπάθησα να πλησιάσω το θέμα από έναν καινούργιο δρόμο: Αν ή πρόγνωση του Θουκυδίδη είναι ή όχι ίδια με την Ιπποκρατική πρόγνωση είναι ένα θέμα ένα άλλο όμως θέμα, ολότελα διαφορετικό, είναι αν η σχετική με την πρόγνωση ορολογία του Θουκυδίδη είναι ή όχι ίδια με εκείνην που χρησιμοποιούσε η ιπποκρατική ιατρική: ο Θουκυδίδης μπορεί να μην ακολουθούσε την ιπποκρατική θεωρία περί προγνώσεως, μπορούσε όμως κάλλιστα να ακολουθεί τα βασικά ιπποκρατικά συλλογιστικά σχήματα και να χρησιμοποιεί την σχετική ιπποκρατική ορολογία: το δεύτερο υποδηλώνει, κατά την γνώμη μου, πολύ πιο άμεσα την σχέση του Θουκυδίδη με την ιπποκρατική ιατρική. Ακριβώς η παρούσα μελέτη θέλησε να υποδείξει από αυτήν την άποψη ορισμένα σημεία επαφής του θεμελιωτή της επιστημονικής ιστοριογραφίας με τους ανθρώπους που θεμελίωσαν την επιστημονική ιατρική.
 
Μένει να απαντήσουμε σε μιαν ενδεχόμενη απορία: Παρακολουθήσαμε την «μαθητεία» του Θουκυδίδη στην ορολογία και την σκέψη των γιατρών - συγγραφέων διαφόρων έργων που μας σώθηκαν στα πλαίσια της Ιπποκρατικής συλλογής· μερικά από τα έργα αυτά- το Προγνωστικόν π.χ.- έχουν χρονολογηθεί - με βάσιμους λόγους- από διάφορους ερευνητές προς τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ή και χαμηλότερα θα πρέπει λοιπόν να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ό άνθρωπος που κάνει στο έργο του τόσο ευρεία χρήση της ορολογίας που περιέχεται στα έργα αυτά έγραψε το έργο του προς το τέλος και αυτός του 5ου αι. π.Χ. ή, έστω, ότι έδωσε τότε σ' αυτό την οριστική του μορφή; Νομίζω ότι ή απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι αδύνατη για έναν απλό λόγο: μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι στα έργα της Ιπποκρατικής συλλογής έχουμε απλώς το είδωλο της ειδικής γλώσσας που είχε καθιερώσει να χρησιμοποιεί στην καθημερινή πράξη η ιατρική που αντιπροσωπεύεται σε αυτή την συλλογή, και η ειδική αυτή γλώσσα θα μπορούσε πράγματι να είναι παλαιότερη από τα έργα αυτά.

ΠΥΡ αείζωον: Ην αεί και εστίν και έσται

«Τα δε πάντα οιακίζει κεραυνός» Ηράκλειτος

Ο εφέσιος φιλόσοφος, με έναν επιγραμματικό τρόπο διατύπωσε το βασικό στοιχείο που συνιστά την ουσία του σύμπαντος και εξασφαλίζει την αρμονία και τη λειτουργία του. «Όλα τα κυβερνά ο κεραυνός». Η γνωστή εικόνα του Δία με τον κεραυνό δεν πιστοποιεί μόνον την αναμφισβήτητη δύναμη – εξουσία του αλλά κατεξοχήν φανερώνει εκείνο το στοιχείο – το πυρ – που συνέχει τα πάντα.

Το πυρ – φωτιά σηματοδοτεί την απαρχή του κόσμου μέσα από τις διάφορες μεταλλαγές του. Δεν συνιστά, δηλαδή, μόνον ένα φυσικό στοιχείο αλλά πρωτίστως πηγή ενέργειας. Είναι αυτό το φυσικό στοιχείο που δημιουργεί τα πάντα αλλά και τα καταστρέφει. Αυτό που δίνει ζωή «αείζωον πυρ» σε όλα, αλλά ταυτόχρονα και αλλοιώνει τη μορφή των άλλων στοιχείων.

Στην αρχαία φιλοσοφία (Εμπεδοκλής) το πυρ ως στοιχείο κατέχει δεσπόζουσα θέση δίπλα στα άλλα τρία: Αέρας, γη, νερό. Ο υλοζωισμός ως θεωρία κυριάρχησε στους Προσωκρατικούς που αναζητούσαν το «πρώτο κινούν» του κόσμου και της δημιουργίας. Τα στοιχεία αυτά εκτός από το υλικό τους γνώρισμα εθεωρούντο και ως πηγή ζωής που εμπεριείχαν ενέργεια. Ήταν τα γνωστά «ριζώματα» που αποτελούσαν τις έσχατες πραγματικότητες του σύμπαντος.

Από την αρχαία εποχή μέχρι και σήμερα ο άνθρωπος στέκεται με δέος μπροστά στο αρχέγονο αυτό στοιχείο, το πυρ. Ο φόβος εναλλάσσεται με το θαυμασμό, την απορία και τη χαρά, αφού το πυρ-φωτιά ως μορφή ενέργειας συνοδεύει τον άνθρωπο από τις απαρχές της παρουσίας του στον πλανήτη. Εξάλλου η ανακάλυψή του συνέβαλε αποφασιστικά στην εξέλιξη του πολιτισμού.

«Πυρός τε ανταμοιβή τα πάντα και πυρ απάντων όκωσπερ χρυσού χρήματα και χρημάτων χρυσός» (Τα πάντα προέρχονται από την μετατροπή του πυρός (θερμικής ενέργειας) και αυτό προέρχεται από την μετατροπή εξ όλων των πραγμάτων, όπως από το χρυσό αποκτώνται πράγματα κι από τα πράγματα χρυσός) Ηράκλειτος.

Αυτή, λοιπόν, η γενική παραδοχή του πυρός ως πρωταρχικού στοιχείου που δημιούργησε και συνέχει το σύμπαν αισθητοποιείται σε όλους τους αρχαιοελληνικούς – και όχι μόνο – μύθους. Η Εστία συνιστά τη θηλυκή θεϊκή εκδοχή του πυρός υπεύθυνη για τη διατήρησή του με τη βοήθεια των Εστιάδων. Ως ιερό της θεάς Εστίας ήταν το κέντρο του σπιτιού. Η ευθύνη και η αγωνία να μείνει η φωτιά αναμμένη ήταν τεράστια «Έσβυσε η άσβυστη φωτιά!» κι όλοι δρομούν /φορά τυφλοί μέσα στη νύχτα να προφτάσουν/… Το κρίμα τους εστάθηκε μια άβουλη αναμελιά / κι αραθυμιά σαν της δικής μας νιότης!» Γρυπάρης.

Ωστόσο εκείνος που ταυτίστηκε – ως θεότητα – απόλυτα με το πυρ – φωτιά ήταν ο θεός Ήφαιστος. Γιος – παιδί (αποπαίδι) του Δία πετάχτηκε από την οργή του πατέρα του στη Λήμνο, όπου και λατρευόταν. Κουτσός κι άσχημος αλλά τόσο χρήσιμος για τους θεούς και τους ανθρώπους. Θεωρούνταν θεός των μεταλλουργών και των σιδηρουργών. Τα Καβείρια μυστήρια σχετίζονταν άμεσα με τον Ήφαιστο. Η μυθολογία παραδίδει πως η γέννηση της Αθηνάς πραγματώθηκε με τη βοήθεια του Ηφαίστου που χτύπησε με ένα μεγάλο σφυρί τον Δία από όπου πετάχτηκε η Αθηνά πάνοπλη.

Η παρουσία – ως θεότητας – και η δράση του Ηφαίστου ήταν άμεσα συνδεδεμένη με μια άλλη μυθική μορφή τον Προμηθέα. Συνδετικό στοιχείο και των δύο το πυρ.

Ο Προμηθέας θέλοντας να βοηθήσει το ανθρώπινο γένος και να διορθώσει το λάθος του αδελφού του Επιμηθέα πήγε στο εργαστήρι του Ήφαιστου και αφού τοποθέτησε τη φωτιά κρυφά σε ένα κούφιο καλάμι την έδωσε κρυφά στους ανθρώπους. Ο Δίας για την πράξη του αυτή τιμώρησε σκληρά τον Προμηθέα, αφού τον έδεσε πάνω σε ένα βράχο και ένας αετός έτρωγε το συκώτι του, που συνέχεια ανανεωνόταν. Στο τέλος τον απελευθέρωσε ο Ηρακλής.

Έτσι ο Προμηθέας με το δώρο της φωτιάς προς το ανθρώπινο γένος σηματοδοτεί την απαρχή του πολιτισμού αλλά και την τραγικότητα του έλλογου και πολιτικού ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που με τη γνώση και τη θέλησή του εναντιώνεται στη θεϊκή εξουσία και διεκδικεί την αυτονομία και ελευθερία του.

«σε τον σοφιστήν, τον πικρώς υπέρπικρον,/ τον εξαμαρτόντα εις θεούς εφημέροις/ πορόντα τιμάς, τον πυρός κλέπτην λέγω» (Προμηθέας Δεσμώτης, «Σε σένα μιλώ, το σοφό, τον γεμάτο πίκρα, που αμάρτησες στους θεούς δίνοντας τιμές στους πρόσκαιρους (ανθρώπους), τον κλέφτη της φωτιάς»).

Έτσι, λοιπόν, ο Προμηθέας – σύμβολο της εξέγερσης και της αντίστασης – συναντιέται με τον Ήφαιστο, αφού από αυτόν έκλεψε τη φωτιά αλλά κι από αυτόν δέθηκε (με τις δικές του αλυσίδες) στον Καύκασο. Ωστόσο και οι δυο για την προσφορά τους «δια την λίαν φιλότητα βροτών» τιμωρήθηκαν από το Δία.

Εκείνος, όμως, που ανέδειξε το πυρ-φωτιά ως το πρωτογενές υλικό του σύμπαντος και τη μέγιστη ενοποιητική αρχή ήταν ο Ηράκλειτος.

«Κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών, ούτε τις ανθρώπων εποίησε, αλλά ην αεί και εστίν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα».

Κατά τον Εφέσιο – σκοτεινό φιλόσοφο πηγή όλων των πραγμάτων είναι το πυρ – όχι τόσο ως υλικό στοιχείο αλλά ως ενέργεια (αείζωον πυρ). Η θέση αυτή συνιστά το πρώτο μεγάλο άλμα από τη θεϊκή – μυθολογική ερμηνεία στη λογική – επιστημονική. (Αυτόν τον κόσμο τον ίδιο δεν τον έφτιαξε κανείς, ούτε από τους Θεούς, ούτε από τους ανθρώπους, αλλά ήταν πάντοτε και είναι και θα είναι πάντοτε, ζωντανό πυρ (ενέργεια), που θα ανάβει με μέτρο και θα σβήνει με μέτρο).

Η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν (E = mc²) αλλά και ο εισηγητής της Κβαντομηχανικής Χάιζενμπεργκ επιβεβαίωσαν πλήρως τις επισημάνσεις του Ηράκλειτου για τη δημιουργία του κόσμου. Αυτή η ενέργεια που εμπεριέχει το πυρ υφίσταται και στις τρεις διαστάσεις του χρόνου, άσχετα με τη μορφή που λαμβάνει κάθε φορά «ην αεί και εστίν και έσται πυρ αείζωον».

Το πυρ, λοιπόν, για τον Ηράκλειτο συμβολίζει την αυστηρή νομοτέλεια που διατρέχει το σύμπαν. Μια νομοτέλεια, όμως, που υπακούει στους νόμους του μέτρου και της ισορροπίας. Αποτελεί, δηλαδή, τον υπέρτατο «Λόγο» που ρυθμίζει την κίνηση, την αλλαγή μέσα από τη σύνθεση των αντιθέτων «παλίντονος αρμονία».

Έτσι, ο Ηράκλειτος, μέσα από το «αείζωον πυρ» πρόβαλε την αφανή «ενότητα» των πάντων και το αέναο «γίγνεσθαι» των πάντων. Ωστόσο και τα δυο, «ενότητα – πολλαπλότητα» και συνεχείς διεργασίες, υπόκεινται σε μια διαλεκτική σχέση («λόγον») αρμονίας. Τόσο ο D. Bohm «αδιαίρετη ολότητα σε ρέουσα κίνηση», όσο και ο Χάιζενμπεργκ «η σύγχρονη φυσική κατά κάποια έννοια, πλησιάζει πάρα πολύ τη διδασκαλία του Ηράκλειτου» δικαίωσαν πανηγυρικά όσα διείδε ο φιλόσοφος στο πυρ.

Ο Δημόκριτος μιλούσε για το «πυρώδες σύγκριμα» και την «πυρίνην δύναμιν» και οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν το πυρ ως αρχή της γένεσης του Σύμπαντος «Άρξασθαι δε την γένεσιν του κόσμου από πυρός….».

Η κυριαρχία του Πυρός είναι έντονη και στον καθημερινό μας λόγο, με τη μεταφορική και την κυριολεκτική σημασία, όπως: βάπτισμα του πυρός, δια πυρός και σιδήρου, υγρόν πυρ, πυρ και μανία, πυρ το εξώτερον, πυρ κατά βούληση, παρανάλωμα του πυρός, διασταυρούμενα πυρά, όπως και οι παράγωγες λέξεις: πυρετός, πύρινος, πυρίτιδα, πυρσός, πυρώνω, πυρκαϊά, πυρίμαχος, πυρρίχιος, πυροβόλο, πυροσβεστήρας, πυροτέχνημα…..

Έντονη, όμως, είναι η παρουσία του Πυρός και στην Ποίηση:

α. Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα / κούτσουρα/…. Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας / λέγε μας τη ζωή» Ελύτης
β. «Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες / εποχές/ άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι/ χειροκροτούνε» Σινόπουλος
γ. «Αν δεν καώ εγώ/ Αν δεν καείς εσύ/ Αν δεν καούμε εμείς/ Πως θα γενούν τα σκοτάδια λάμψη» Ναζίμ Χεκμέτ

Αλλά και η φωτιά ως απειλή στους «κουρασμένους»:

«Στη φωτιά – στη φωτιά να ριχτεί αυτός που/ κουράστηκε/ και θέλει μόνο την ακίνητη μάσκα/ αυτός που δεν αλλάζει το βήμα,/ το γέλιο, το ρυθμό, / τη σιωπή στη νέα του πόλη» Μ. Κατσαρός.

Aldo Carotenuto: Ο παράδεισος και η κόλασή μας έρχονται πάντοτε από τους άλλους

Η επιστήμη καθιστά τον κόσμο κατοικήσιμο για τον άνθρωπο, όμως εκείνη που τρέφει την ψυχή είναι η τέχνη, η γενίκευση της απεικόνισης, οι μαγικές παραπομπές του αφηγήματος, η δυνατότητα να σχεδιάσει ο καθένας το τμήμα που κλείνει την άκρη που έμεινε ανοικτή, χωρίς κανένας βέβαια να έχει χαράξει το οριστικό όριο.
 
Αυτή η δυνατότητα να θέτουμε στον εαυτό μας ερωτήματα και να στοχαζόμαστε γι' αυτόν είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου, κι αν βεβαίως αυτή οδήγησε στην οικοδόμηση του πολιτισμού, το πιο εξαίσιο από τα συστήματα προσαρμογής στον κόσμο, αποκάλυψε επίσης και το πιο ριζικό πόνο, εκείνον που νιώθουμε όσο αγωνιούμε για το νόημα και το πεπρωμένο της ίδιας μας της ύπαρξης.
 
Η νεύρωση, κατά τη γνώμη μας, είναι πάντοτε ένα μπλοκάρισμα των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, μια ισορροπία συμβιβασμού ανάμεσα στις εσωτερικές αιτήσεις που επιθυμούν να δράσουν και σε άλλες που αρνούνται την εγκυρότητα και την νομιμότητα σε μια τέτοια δράση, σε μια διαρκή πάλη που εξασθενίζει τη ζωτική δύναμη του ατόμου.
 
Συχνά ένα τέτοιο υπαρξιακό αδιέξοδο προέρχεται από την αναγκαστική ταύτιση με ένα συλλογικό κανόνα αξιών και νόμων που η συνείδηση αντιλαμβάνεται ως κατασταλτικούς και ευνουχιστικούς, αλλά από τους οποίους φοβάται να απελευθερωθεί, επειδή μια τέτοια πράξη στο πεδίο του ασυνείδητου γίνεται αντιληπτή ως μια παράβαση που κομίζει θάνατο, καταστροφή, τρέλα.
 
Η δημιουργικότητα είναι η μόνη ψυχολογική διαδικασία που μπορεί να καταπραΰνει το αίσθημα ενοχής μας.
Εάν θέλουμε να δημιουργήσουμε τους εαυτούς μας, οφείλουμε να διοχετεύσουμε τις ενέργειές μας όχι προς την επιθετικότητα και τη διαμαρτυρία αλλά προς εκείνη τη μορφή βαθιάς αλληλεγγύης που είναι η αντιπαράθεση με τον άλλον, η αυθεντική συνάντηση που μπορεί να ενεργοποιήσει την επαναδόμηση των εσωτερικών μας περιεχομένων.
 
Η αποθάρρυνση, η απελπισία και η κατάθλιψη που χαρακτηρίζουν την άρρωστη εποχή μας είναι οι θρήνοι της ψυχής που είναι στριμωγμένη σε σώματα δίχως όψη, σε μορφές χωρίς περίγραμμα· ο άνθρωπος χωρίς όνομα ανίκανος να «ονοματίσει» τα πράγματα, είναι ένα ασήμαντο ον επειδή είναι αποστερημένος από τη δυνατότητα να αποδώσει νόημα στον κόσμο, και τα πράγματα, που έχουν καταστεί έτσι σκέτα αντικείμενα, δεν μπορούν παρά να του επιστρέψουν τη μάταιη αντανάκλαση του δικού του τίποτα, του ότι είναι ένα χαμένο αντικείμενο, ανίκανο να ξαναβρεί τον εαυτό του.
 
Όποιος αρνείται στον εαυτό του τη δυνατότητα να υποφέρει, αρνείται επίσης κάθε δυνατότητα να δώσει μια λύση στον πόνο.
Ελευθερία υπάρχει μόνον εκεί όπου μια ηθική συνείδηση ορθολογικά προσανατολισμένη αναρωτιέται για τον εαυτό της και για τους σκοπούς της δράσης της.
 
Όμως εμείς οι άνθρωποι, στην καθημερινή μας ζωή, καταγινόμαστε με μικρά προβλήματα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μας εμπλέκουν και καθιστούν προβληματική τη συνείδηση μας, έτσι ώστε η δράση μας να γίνεται αντιφατική κι εμείς να χάνουμε εκείνη τη γραμμική συνέχεια στη συμπεριφορά, η οποία, τουλάχιστον με απατηλό τρόπο, μας κάνει να αισθανόμαστε ειρηνικά με τους εαυτούς μας.
 
Δεν μπορούμε να τροφοδοτήσουμε την ψυχή μας εάν δεν διακινδυνεύσουμε στη σχέση με τον άλλον, και για να διακινδυνεύσουμε, δηλαδή να εκτεθούμε, να προσφερθούμε αυθεντικά, ξεπερνώντας τους φραγμούς και τα προσωπεία της επιφανειακής επικοινωνίας, είναι απαραίτητο να επενδύσουμε χρόνο και πάθος.
 
Χωρίς μιαν ανταλλαγή όπου ο ένας και ο άλλος κοιτάζονται και επικοινωνούν μέσα στη γυμνή αλήθεια, δεν υπάρχει τροφή και ανάπτυξη για την ψυχή, και η ατομικότητα μας αρρωσταίνει, γιατί, ακριβώς όπως ο βιολογικός οργανισμός, έχει ανάγκη από φως και οξυγόνο για να αναπνεύσει και να ζήσει.
 
Όπως έγραψε ο Γιούνγκ: «Μπορούμε να γνωρίσουμε βαθιά εμάς τους ίδιους μόνο μέσα από τη σύγκριση με τον άλλον», που είναι πάντοτε ο θεματοφύλακας των ασύνειδων προβολών μας.
 
Αυτό φυσικά παράγει μια πάλη, και γνωρίζουμε ότι όσο περισσότερο ριψοκινδυνεύουμε στην αντιπαράθεση με τους συνανθρώπους μας, τόσο περισσότερο είμαστε εκτεθειμένοι στον πόνο, στον κίνδυνο της απώλειας, της ασυνεννοησίας: Ο παράδεισος και η κόλαση μας έρχονται πάντοτε από τους άλλους.
 
Η ομορφιά κάθε ανθρώπινης συνάντησης φέρνει μαζί της αναπόφευκτα τον κόπο της αντιπαράθεσης και το φάσμα της προδοσίας. 
 
Αλλά δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γλιτώσουμε από το κάλεσμα του αγνώστου που προχωράει προς εμάς με τα χαρακτηριστικά του άλλου ή της άλλης, επειδή μέσα από όλο το καλό και όλο το κακό που μπορεί να μας προκύψει από τη συνάντηση, εμείς διαπλαθόμαστε, αποκτούμε ένα προσωπικό ψυχολογικό προφίλ. Μας δίνεται ένα πρόσωπο κι ένα όνομα.
 
Aldo Carotenuto, Tα δάκρυα του κακού

Friedrich Nietzsche: Η έννοια του Θεού, μίσος για τη ζωή

Η έννοια του «Θεού» έχει επινοηθεί ως αντίθεση της ζωής – σε αυτήν συνοψίζεται, σε μία τρομακτική ενότητα, κάθε τι ζημιογόνο, δηλητηριώδες, συκοφαντικό, κάθε μίσος για τη ζωή.

Η έννοια του «υπερπέραν», του «αληθινού κόσμου», έχει επινοηθεί μόνο και μόνο για να υποβιβάσει το μοναδικό κόσμο που υπάρχει – προκειμένου να μη διατηρηθεί για τη γήινη πραγματικότητα μας κανένας σκοπός, κανένας λόγος, κανένα καθήκον!


Οι έννοιες της «ψυχής», του «πνεύματος» και, σε τελική ανάλυση, ακόμα και της «αθάνατης ψυχής» έχουν επινοηθεί για να περιφρονήσουν το σώμα, να το αρρωστήσουν – «ιερό» - για να αποδοθεί σε όλα τα πράγματα που αξίζουν μια σοβαρότητα στη ζωή – στα θέματα διατροφής, στέγασης, πνευματικού επιπέδου, στη φροντίδα των ασθενών, την καθαριότητα, τον καιρό – η πλέον τρομακτική ξεγνοιασιά!

Αντί της υγείας, η «σωτηρία της ψυχής» - θέλω να πω μία κυκλική τρέλα που πάει από τους σπασμούς της μετάνοιας στην υστερία της εξαγοράς!

Η έννοια της «αμαρτίας» έχει επινοηθεί συγχρόνως με το εργαλείο βασανισμού που τη συμπληρώνει, την έννοια της «ελεύθερης βούλησης», για να μπερδέψει τα ένστικτα, για να κάνει τη δυσπιστία απέναντι στα ένστικτα μια δεύτερη φύση.
 
Friedrich Nietzsche, Ιδέ ο άνθρωπος - Γιατί είμαι μια μοίρα

Ό,τι φοβάσαι, έρχεται για να σε δοκιμάσει

Ο φόβος είναι ένα βασικό συναίσθημα του ανθρώπου που προκαλείται από τη συνειδητοποίηση ενός πραγματικού ή πλασματικού κινδύνου ή απειλής.

Είναι ένας μηχανισμός προστατευτικού χαρακτήρα, μια φυσιολογική αμυντική αντίδραση του οργανισμού χωρίς να απαιτείται συνειδητή σκέψη.

Οι φόβοι μας δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα εμπόδιο που έρχεται για να το ξεπεράσεις. Όλοι οι φόβοι ξεκινούν από τις σκέψεις μας. Σκέψου λίγο πόσες φορές ένιωσες έναν περίεργο, αδιευκρίνιστο φόβο για οτιδήποτε. Όμως όταν ο φόβος εκπληρώθηκε είπες «Μα καλά, αυτό ήταν όλο;».

Μερικές φορές, αυτό που μας κρατάει από το να πράξουμε, δεν είναι η ίδια η πράξη, αλλά ο ψεύτικος φόβος που θεωρούμε πως θα προσκομίσουμε ύστερα από αυτήν… Η δύναμη της σκέψης είναι τόσο μεγάλη που ούτε καν φαντάζεσαι τι μπορείς να κάνεις με αυτή!

Οι φόβοι μας δεν είναι οι μπαμπούλες που κρύβονται στην σκοτεινή ντουλάπα και θα μένουν εκεί για πάντα. Κάποια στιγμή θα τους «ξυπνήσεις» και τότε πρέπει να πατήσεις στα πόδια σου και να τους αντιμετωπίσεις με ανδρεία.

Όσο χρονών κι αν είμαστε, οι φόβοι θα είναι πάντα εκεί και θα περιμένουν να τους αντιμετωπίσουμε… φόβος της αποτυχίας, φόβος για τη γνώμη των άλλων, φόβος της χυλόπιτας, φόβος για το ότι δεν είσαι «τέλειος», φόβος για το σκοτάδι, φόβος για τον οδοντίατρο, φόβος για τα έντομα, φόβος για τη μοναξιά, φόβος για να μείνεις στο σπίτι μόνος, φόβος για μια απώλεια… Οι φόβοι μας, οι σκέψεις δηλαδή, μπορεί να είναι πολλοί. Πώς όμως αντιμετωπίζονται;

#1 Αναγνώρισε την παρουσία και τη φύση του φόβου σου

Δες τι ακριβώς σε τρομάζει. Δες πώς αντιδράει το σώμα σου σε κάθε πρόκληση που σου προκαλεί φόβο. Ποιες οι σκέψεις σου γι’ αυτόν; Είναι κάτι λογικό ή μήπως φοβάσαι κάτι εξωπραγματικό;

#2 Εξορθολόγισε τον

Κράτα το φόβο σου και για λίγο «βγες» από τον ρόλο του εαυτού σου… προσποιήσου ότι είσαι κάποιος φίλος σου και τον συμβουλεύεις. Έτσι ανεπηρέαστος από συναισθηματισμούς, μπορείς να διακρίνεις τι συνιστά τον φόβο σου και με βάση τη λογική σου να τον «χτυπήσεις». Ίσως μια σύγκριση με βιώματα σου του παρελθόντος, να βοηθήσουν την κατάσταση.

#3 Γίνεσαι κυρίαρχος του

Εκλογικευμένος πλέον ο φόβος, στέκεται απέναντι σου αδύναμος. Χάνει την εξουσία του επάνω σου. Εσύ έχεις την εξουσία της σκέψης, εσύ αποφασίζεις πώς θα δράσεις. Επιλέγεις ποιες σκέψεις θα γεμίζουν το κεφάλι σου, αδιαφορώντας για τις «αρνητικές».

Ο φόβος είναι ενέργεια. Το ίδιο κι η τόλμη. Καλύτερα να τολμάς και να ρισκάρεις για κάτι παρά να δειλιάζεις και να φοβάσαι!
 

Η δύναμη του εσωτερικού ταξιδιού

Το εσωτερικό ταξίδι είναι ο λιγότερο ταξιδεμένος δρόμος και είναι για εκείνους που θέλουν να ξυπνήσουν στον πραγματικό κόσμο, έναν κόσμο γεμάτο με μεγάλες εμπειρίες και όμορφους ανθρώπους και που θέλουν να βρουν την ειρήνη μέσα τους που πολλοί θέλουν αλλά λίγοι έχουν.

Μπορεί να έχετε μια εσωτερική αίσθηση ότι προορίζεστε για περισσότερα από αυτά που κάνετε αυτή τη στιγμή. Είναι σαν να νιώθετε ότι κάτι δεν πάει καλά και θέλετε να ξεφύγετε από κάτι το οποίο δεν μπορείτε να εκφράσετε. Είναι σαν να ξέρετε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ καλύτερα αλλά φαίνεται σαν να υπάρχει μια ομίχλη μπροστά σας. Όσο πιο σκληρά προσπαθείτε, τόσο πιο πυκνή γίνεται η ομίχλη. Είναι εκνευριστικό γιατί ξέρετε ότι υπάρχει ένα φως κάπου εκεί έξω.

Η κατανόηση είναι αυτή που αφορά το εσωτερικό ταξίδι.
Για εμένα είχε να κάνει με την κατανόηση του εαυτού μου, κάτι το οποίο κατά καιρούς μπορεί να μοιάζει παράδοξο. Συνήθιζα να είμαι στοργικός και καλός την μία στιγμή και την άλλη γινόμουν γκρινιάρης και κακοδιάθετος. Το να αρχίσω να κινούμαι πέρα από αυτή την ψευδαίσθηση, ήταν κάτι βαθύ και ουσιαστικό και βελτίωσε την ποιότητα της ζωής μου και της ζωής εκείνων δίπλα σε εμένα. Σε όλους τους τομείς, στον γάμο μου, στα παιδιά μου, στην ευημερία μου και την εσωτερική μου ειρήνη. Αυτό το ίδιο ταξίδι είναι διαθέσιμο και σε εσάς.

Πρέπει απλά να βρείτε το κουράγιο να απελευθερωθείτε. Να απελευθερωθείτε από τι; Από πολλά πράγματα, αλλά κυρίως προσδοκίες των άλλων για το ποιοι είστε. Από το πώς θα έπρεπε να ενεργείτε, από το πώς θα έπρεπε να σκέφτεστε, από αυτά που μας ταΐζουν τα μέσα ενημέρωσης, από αυτά που τρώμε και επηρεάζουν την υγεία μας, από το πώς είναι πραγματικά οι σχέσεις και το τι μας κάνει ευτυχισμένους. Από το πώς στα αλήθεια προχωράμε και λύνουμε διάφορα θέματα στις σχέσεις μας.

Κανείς δε διδάσκει το εσωτερικό ταξίδι στο σχολείο. Πολύ απλά δεν είναι μέρος του συστήματος ακόμα και αν θα έπρεπε. Κανείς δε σας μαθαίνει αυτές τις δεξιότητες. Πρέπει να πάτε και να τις βρείτε μόνοι σας.

Επομένως αν έχετε κουραστεί να σκοντάφτετε στο δρόμο σας με το να το κάνετε μόνοι σας και θέλετε να μάθετε περισσότερα, τότε απλά ακολουθήστε το καλά περπατημένο μονοπάτι που οι αρχαίοι πνευματικοί δάσκαλοι έχουν καθορίσει μέσα από αιώνες διδασκαλίας. Αυτό το μονοπάτι είναι εκείνο που οδηγεί στην Αφύπνιση. Της αυτογνωσίας και της ουσίας αυτού που είστε, της υπερπήδησης των ψεύτικων πεποιθήσεων και των ψεμάτων που λέτε στον εαυτό σας σχετικά με το πόσο σπουδαίοι είστε ή δεν είστε. Μόλις δείτε την αλήθεια, τότε όλα θα μπουν στη θέση τους και θα μάθετε πόσο σπουδαίοι είστε.

Πρέπει απλά να ανοίξετε τα μάτια σας και να δείτε τα πράγματα έτσι όπως είναι. Υπάρχει ένα μονοπάτι. Απλά ακολουθήστε το. Δε θα συμβεί μέσα σε μια νύχτα, αλλά το πρώτο βήμα είναι να αρχίσετε να προετοιμάζετε το μυαλό σας μέσω πράξεων, λόγων και πεποιθήσεων σε οτιδήποτε λέτε και σε αυτό που είστε. Έπειτα, όταν είστε έτοιμοι και θα έχετε κάνει αρκετή δουλειά για να ελευθερώσετε το μυαλό σας, θα συμβεί.

Η φώτιση. Αλλά όπως είπε ο Λάο Τσε: « Πριν την φώτιση κόψε ξύλα και κουβάλησε νερό. Μετά τη φώτιση κόψε ξύλα και κουβάλησε νερό».

Η αμφισημία της λέξης δραστηριότητα

Λέγοντας «δραστηριότητα» με την τρέχουσα σημασία της λέξης, εννοούμε συνήθως μία δράση ή οποία επιφέρει κάποια μεταβολή σε μία υπάρχουσα κατάσταση, και προϋποθέτει αντίστοιχη δαπάνη ενέργειας. Επομένως, ένας άνθρωπος θεωρείται δραστήριος αν ασχολείται με επιχειρήσεις, αν σπουδάζει ιατρική, αν εργάζεται σε μία ατελείωτη αλυσίδα παραγωγής, αν φτιάχνει ένα τραπέζι ή αν κάνει αθλήματα. Το κοινό που έχουν όλες αυτές οι δραστηριότητες μεταξύ τους είναι ότι όλες αποσκοπούν στην επίτευξη ενός εξωτερικού σκοπού. Αυτό το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη είναι το κίνητρο της δραστηριότητας.

Ας πάρουμε σαν παράδειγμα έναν άνθρωπο ο οποίος καταφεύγει στην εργασιομανία εξαιτίας ενός βαθύτατου συναισθήματος ανασφάλειας και μοναξιάς` ένας άλλος όμως μπορεί να κάνει το ίδιο πράγμα αλλά κινούμενος από φιλοδοξία ή από απληστία για το χρήμα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το άτομο είναι σκλάβος ενός πάθους και στην πραγματικότητα η δραστηριότητά του είναι «παθητικότητα», επειδή εξωθείται σε αυτήν` δεν είναι αυτός που ενεργεί αλλά αυτός που «υφίσταται».

Από την άλλη πλευρά, ένας άνθρωπος ο οποίος κάθεται ήρεμα και στοχάζεται, χωρίς άλλη επιδίωξη ή σκοπό εκτός από το να γνωρίσει τον εαυτό του και να νιώσει την ενότητά του με τον κόσμο, θεωρείται συνήθως «παθητικός» επειδή «δεν κάνει» κάτι. Στην πραγματικότητα, αυτή η στάση του εστιασμένου διαλογισμού είναι η υψηλότερη μορφή δραστηριότητας που υπάρχει, μια δραστηριότητα της ψυχής που είναι δυνατή μόνο με την προϋπόθεση της εσωτερικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας.

Ένας ορισμός της έννοιας της «δραστηριότητας», ο οποίος σήμερα επικρατεί, αναφέρεται στη χρησιμοποίηση ενέργειας για την επίτευξη εξωτερικών στόχων` ο άλλος ορισμός της έννοιας της «δραστηριότητας» αναφέρεται στη χρήση των εσωτερικών και έμφυτων δυνάμεων του ανθρώπου, άσχετα από το αν θα επέλθει ή όχι κάποια εξωτερική μεταβολή.

Τη δεύτερη αυτή έννοια της «δραστηριότητας» τη διατύπωσε πιο ξεκάθαρα από οποιονδήποτε άλλο ο Σπινόζα. Ο Σπινόζα διακρίνει τις ψυχικές καταστάσεις σε «ενεργητικές» και «παθητικές», σε «δράσεις» και «πάθη». Και όταν ο άνθρωπος ασκεί μία δράση, τότε είναι ελεύθερος, είναι κύριος της δράσης του` όταν βρίσκεται κάτω από την επίδραση ενός πάθους, τότε απλώς εξωθείται, ενώ ο ίδιος δεν έχει επίγνωση των κινήτρων που τον άγουν και τον φέρουν.

Έτσι ο Σπινόζα φτάνει στο συμπέρασμα πως η αρετή και η δύναμη είναι ένα και το αυτό. Ο φθόνος, η ζήλια, η ματαιοδοξία και κάθε είδους απληστία είναι πάθη` η αγάπη είναι μία δράση, είναι η άσκηση της δύναμης του ανθρώπου, που μπορεί να εκδηλωθεί μόνο σε συνθήκες ελευθερίας και ποτέ ως αποτέλεσμα καταναγκασμού.

Erich Fromm, Η τέχνη της Αγάπης