Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (524-573)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΧΟ. ἄναξ ἀνάκτων, μακάρων [στρ. α]
525 μακάρτατε καὶ τελέων
τελειότατον κράτος, ὄλβιε Ζεῦ,
πιθοῦ τε καὶ γενέσθω.
ἄλευσον ἀνδρῶν ὕβριν εὖ στυγήσας·
λίμνᾳ δ᾽ ἔμβαλε πορφυροειδεῖ
530 τὰν μελανόζυγ᾽ ἄταν.

τὸ πρὸς γυναικῶν ‹δ᾽› ἐπιδὼν [ἀντ. α]
παλαίφατον ἁμέτερον
γένος φιλίας προγόνου γυναικὸς
νέωσον εὔφρον᾽ αἶνον·
535 γενοῦ πολυμνήστωρ, ἔφαπτορ Ἰοῦς.
Δῖαί τοι γένος εὐχόμεθ᾽ εἶναι
γᾶς ἀπὸ τᾶσδ᾽ ἔνοικοι.

παλαιὸν δ᾽ εἰς ἴχνος μετέσταν, [στρ. β]
ματέρος ἀνθονόμους ἐπωπάς,
540 λειμῶνα βούχιλον, ἔνθεν Ἰὼ
οἴστρῳ ἐρεσσομένα
φεύγει ἁμαρτίνοος,
πολλὰ βροτῶν διαμειβομένα
φῦλα, διχῇ δ᾽ ἀντίπορον
545 γαῖαν ἐν αἴσᾳ διατέμνοντα πόρον
κυματίαν ὁρίζει·

ἰάπτει δ᾽ Ἀσίδος δι᾽ αἴας [ἀντ. β]
μηλοβότου Φρυγίας διαμπάξ·
περᾷ δὲ Τεύθραντος ἄστυ Μυσὸν
550 Λύδιά τ᾽ ἂγ γύαλα,
καὶ δι᾽ ὀρῶν Κιλίκων
Παμφύλων τε διορνυμένα
† τὰν ποταμοὺς [δ᾽] ἀενάους
καὶ βαθύπλουτον χθόνα καὶ τὰν Ἀφροδί-
τας πολύπυρον αἶαν·

555 † ἱκνεῖται δ᾽ εἰσικνουμένου βέλει [στρ. γ]
βουκόλου πτερόεντος
Δῖον πάμβοτον ἄλσος,
λειμῶνα χιονόβοσκον ὅντ᾽ ἐπέρχεται
560 Τυφῶ μένος
ὕδωρ τε Νείλου νόσοις ἄθικτον,
μαινομένα πόνοις ἀτί-
μοις ὀδύναις τε κεντροδα-
λήτισι θυιὰς Ἥρας.

565 βροτοὶ δ᾽, οἳ γᾶς τότ᾽ ἦσαν ἔννομοι, [ἀντ. γ.]
χλωρῷ δείματι θυμὸν
πάλλοντ᾽ ὄψιν ἀήθη,
βοτὸν ἐσορῶντες δυσχερὲς μειξόμβροτον,
τὰν μὲν βοός,
570 τὰν δ᾽ αὖ γυναικός· τέρας δ᾽ ἐθάμβουν.
καὶ τότε δὴ τίς ἦν ὁ θέλ-
ξας πολύπλαγκτον ἀθλίαν
οἰστροδόνητον Ἰώ;

***
ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ
Βασιλέα των βασιλέων,
μακαρίων μακαριώτατε
και μες σ᾽ όλες πανυπέρτατη εξουσία,
κλίνε προς τη δέησή μας, όλβιε Δία·
μάκρυν᾽ από τη γενιά σου
των αντρών την άθεη βία
και σημάδι της ολόδικης οργής σου,
530 τη μαυρόπλωρη Κατάρα
καταπόντισε στα βάθη της αβύσσου.

Επίβλεψέ μας τις αδύνατες γυναίκες,
που η αρχαία κοσμολόγητη γενιά μας
έχει πρόγονο γυναίκ᾽ αγαπητή σου·
της Ιώς το χεροχάιδεμα θυμήσου
και κάμε ο λόγος ν᾽ αναζήσει
της άμετρής σου αγαθοσύνης και μαζί μας,
που καυχιόμαστε από σένα
κι απ᾽ αυτήν εδώ τη χώρα
πως κρατά η καταγωγή μας.

Και νά τώρα στα παλιά ξαναφερμένη
της μητέρας μου τα χνάρια,
βοσκοτόπια της τ᾽ ανθόσπαρτα
και βαθύχορτα λιβάδια,
που απ᾽ εδώθ᾽ έναν καιρό οιστροκεντημένη
540 φεύγ᾽ η Ιώ φρενοπαρμένη
χώρες πίσω της αφήνοντας κι ανθρώπους
κι αφού σκίζει το Στενό το φουσκοκύματο,
όπως το ᾽θελεν η μοίρα, βάζει σύνορο
στους αντίπορους τους τόπους.

Κι έτσι χύνεται στις χώρες της Ασίας,
στη Φρυγία την προβατόθροφη διαβαίνει
κι απ᾽ του Τεύθραντα την πόλη της Μυσίας
550 στις κοιλάδες της Λυδίας κατεβαίνει
και περνώντας των Κιλίκων
και Παμφύλων τα βουνά,
και ποτάμια με τ᾽ αστείρευτα νερά
και τη γη τη πλουτοφόρα
ξακουστή της Αφροδίτης
με άφθονα σιτάρια χώρα,

Φτάνει πάντ᾽ απ᾽ το σουβλί τριβελισμένη
του φτερωτού βοϊδολάτη
στην αγία την παντοθρόφα την κοιλάδα,
στο χιονοβόσκητο λιβάδι,
560 που το δέρνει του Τυφώνα η άγρια αψάδα,
και στου Νείλου τα νερά,
οπού αρρώστια δεν τα πιάνει,
τρελαμένη απ᾽ την άθλιά της συμφορά
σα Μαινάδα από της Ήρας
τα φαρμακόχριστα κεντριά.

Κι όσοι τότε αυτά τα μέρη κατοικούσαν,
χλωμός φόβος είχε κόψει
το αίμα τους μες την καρδιά τους, που θωρούσαν
την ασυνήθιστη την όψη
το ξορκισμένο το ζωντίμι τ᾽ ανθρωπόσμιχτο,
μισό γυναίκα, μισό βόδι,
570 και στο τέρας στέκαν μπρος αλαλιασμένοι.
— Μα ποιός τότε ήταν που γήτεψε
την τρισάθλια πολυπλάνητην Ιώ
την οιστροδαιμονισμένη;

Συγκριτική επισκόπηση του έργου του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη

Γενικά στοιχεία
 
1) Ιωνική φυσική φιλοσοφία, ορθολογισμός, εκκοσμίκευση, ανθρωπολογική περιέργεια για την ετερότητα και ενδιαφέρον για την αποτύπωση γεωγραφικών χαρτών (Αναξίμανδρος) αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη της ιστοριογραφίας.
2) «Δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι ιστορία και δημοκρατία γεννήθηκαν ταυτόχρονα» (Stahl, 1987 και Meier, 1995, όπως παρατίθενται, ό.π., 25).
3) Ο ιστορικός είναι το φιλέρευνο υποκείμενο που αναζητεί την αλήθεια χωρίς όμως να μπορεί να αποκοπεί πλήρως από τη μυθική παράδοση• είναι επίσης αυτός που διαμορφώνει σφαιρική άποψη και εκφράζει την προσωπική του γνώμη (δόξα), και όχι το υποκείμενο της λυρικής ποίησης που πάσχει ή καταγράφει τα βιώματά του.
4) Η ιστοριογραφία έχει ως σημείο εκκίνησης τα έργα του Εκαταίου Γενεαλογίαι (γενεαλογική / μυθογραφική προσέγγιση του παρελθόντος) και Περίοδος Γης (πρώτη εθνογραφική προσέγγιση).
5) Όπως δείχνει το έργο του Ηρόδοτου η εξελικτική πορεία της ιστοριογραφίας κλιμακώνεται από τη φάση της περιγραφικής – εθνογραφικής – γενεαλογικής προοπτικής (στα πρώτα έξι βιβλία των Ιστοριών) προς τη συγγραφή μονογραφιών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πραγμάτευση της εκστρατείας του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας (στο τελευταίο τρίτο των Ιστοριών).
6) Οι πρώτοι «ιστορικοί»: Εκαταίος ο Μιλήσιος (τέλη του 6ου – αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.), Ακουσίλαος ο Αργείος, Φερεκύδης ο Αθηναίος, Ξάνθος ο Λυδός, Δημοκλής από τα Φύγελα, Ίων ο Χίος, Ελλάνικος ο Λέσβιος, Χάρων ο Λαμψακηνός, Αντίοχος ο Συρακούσιος, Δαμάστης από το Σίγειο, Διονύσιος ο Μιλήσιος.
       
            Α’. Ηρόδοτος
 
Γεννήθηκε το 484 π.Χ. Εξορίστηκε από την Αλικαρνασσό και έζησε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Σάμο επειδή συμμετείχε στην αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής του φιλοπέρση τυράννου Λύγδαμη. Επέστρεψε στην πατρίδα του μετά την πτώση του τυράννου, πριν από το 454 π.Χ. Μεταξύ 454 π.Χ. και 445 π.Χ. ταξιδεύει στην Αφρική και την Ασία (Βαβυλώνα), στη Μέση Ανατολή (Τύρος), στον Εύξεινο Πόντο, στη Θράκη και τη Μακεδονία, όπως και στα νησιά Θάσο και Σαμοθράκη, όπου μυήθηκε στα μυστήρια των Καβείρων. Από το 445 π.Χ. εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου δίνει διαλέξεις. Οι Ιστορίες του δημοσιεύτηκαν μεταξύ 430 και 424 π.Χ..
 
Σε αυτές αποτυπώνεται η μετάβαση από την αρχαϊκή εποχή στον «διαφωτισμό» του δεύτερου μισού του 5ου πΧ αιώνα. Συγκεκριμένα, συνυφαίνεται «η υποκειμενική βούληση για την αναζήτηση της αλήθειας» με τη «μυθοπλαστική τάση», όπως επίσης η ιδέα της ελευθερίας της βούλησης με την ακλόνητη πίστη στο αλάθητο των χρησμών και στα όνειρα ως θεϊκά σημάδια. Πιθανότερος τόπος θανάτου και ταφής του, οι Θούριοι, αποικία που ίδρυσε η Αθήνα στον κόλπο του Τάραντα το 444/443 π.Χ.
                  
Στο Προοίμιο των Ιστοριών του ο Ηρόδοτος γράφει: «Ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό εκθέτει εδώ τις έρευνές του, για να μην ξεθωριάσει με τα χρόνια ό,τι έγινε από τους ανθρώπους [=μήτε τω χρόνω εξίτηλα γένηται], μήτε έργα μεγάλα και θαυμαστά, πραγματοποιημένα άλλα από τους Έλληνες και άλλα από τους βαρβάρους, να σβήσουν άδοξα [=μήτε ακλεά γένηται]. Ιδιαίτερα γίνεται λόγος για την αιτία που αυτοί πολέμησαν μεταξύ τους».
 
            Ο Ηρόδοτος επιχειρεί να συγγράψει την παγκόσμια πολιτισμική και πολιτικο-στρατιωτική ιστορία της εποχής του, επιτομή της οποίας είναι η σύγκρουση Ελλήνων και βαρβάρων που ξεκινά με την Ιωνική επανάσταση. Η επιτομή όμως αυτή αποτελεί μόνο τον πέμπτο και τελευταίο αφηγηματικό κύκλο του έργου του, ενώ προηγούνται αυτοί που αφορούν τον Λυδό βασιλέα Κροίσο, καθώς και τους τέσσερις Πέρσες βασιλείς, τον Κύρο, τον Καμβύση, τον Δαρείο και τον Ξέρξη.
 
            Η ερμηνευτική προοπτική του Ηροδότου δεν είναι ελληνοκεντρική ούτε στο έργο του απαξιώνονται οι Ασιάτες και οι Αφρικανοί, η πολιτισμική ιδιαιτερότητα των οποίων αντιμετωπίζεται αντιστικτικά σε σχέση με αυτή των Ελλήνων. Απεναντίας, διακρίνεται ανάγλυφα στο έργο του μια ιστορικιστική – σχετικιστική διάσταση, η οποία, ωστόσο, δεν είναι ισχυρότερη από ό,τι ο ίδιος θεωρεί πανανθρώπινο και επομένως κοινά δεσμευτικό ηθικό κανόνα (καταγγέλλει λόγου χάρη το έθιμο της ιερής πορνείας στο ναό της Αφροδίτης στην Βαβυλώνα).
 
Πάντως, σύμφωνα με τον Αλικαρνασσέα ιστορικό, ο ελληνικός, ο περσικός και ο αιγυπτιακός κόσμος συγκροτούν από κοινού το ανώτατο επίπεδο της πολιτισμικής εξέλιξης της ανθρωπότητας, ενώ σε κατώτερες βαθμίδες της πολιτισμικής / εξελικτικής ιεραρχίας τοποθετούνται οι νομαδικές συσσωματώσεις (Σκύθες, Μασσαγέτες, Άραβες) και τα πρωτόγονα φύλα (Ινδοί).
 
            Οι εθνογραφικές ενότητες του έργου αρθρώνονται σε τέσσερις άξονες: το φυσικό και γεωγραφικό περιβάλλον, αξιοπερίεργα στοιχεία, ήθη/έθιμα και ιστορία. Βασικές αρχές της αφηγηματικής τεχνικής του Ηροδότου είναι η προφορικότητα του λόγου (κυριαρχεί άλλωστε το ρήμα «λέγω») και η παρατακτική διάρθρωση αφηγήσεων οι οποίες δεν συνυφαίνονται μεταξύ τους.
 
Η γραμμική αφήγηση των γεγονότων διακόπτεται από αφηγηματικές αναλήψεις (σύνδεση με το απώτατο ή το απώτατο παρελθόν) και παρεκβάσεις (πρόσκαιρη διακοπή της κύριας αφήγησης). Ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί μια μικτή αφηγηματική μορφή που περιλαμβάνει α) μίμηση, β) απλή διήγηση και γ) εσωτερική εστίαση, δηλαδή «η διείσδυση στον συναισθηματικό κόσμο και στις σκέψεις των δρώντων προσώπων».
 
Συχνά επίσης υλοποιεί μια επική στρατηγική αγωνίας, η οποία συντίθεται από α) επιβραδύνσεις του αφηγηματικού ρυθμού, διακοπές στην εξέλιξη της πλοκής ή πρόσκαιρες μεταστροφές της πλοκής, β) σκόπιμες παραπλανήσεις του ακροατή / αναγνώστη ή τεχνάσματα δημιουργίας αμηχανίας ή προσδοκιών που δεν θα επιβεβαιωθούν (πχ. νίκη των Περσών επί των Ελλήνων λόγω της ισχύος και του αριθμού τους) και γ) εκφράσεις δραματικής ειρωνείας, η οποία προκύπτει «από την αντίθεση ανάμεσα στη γνώση των αποδεκτών του έργου και την άγνοια των πρωταγωνιστών της ιστορίας».
 
            Ο Ηρόδοτος λειτουργεί άλλοτε ως μεταφορέας απόψεων και διαβιβαστής λόγων άλλων και άλλοτε ως ίστωρ, δηλαδή ως ερευνητής, κριτικός των πηγών, αμέτοχος θεατής των γεγονότων και αξιολογητής προσώπων και καταστάσεων (παρατηρήσεις σε πρώτο πρόσωπο). Σε σύγκριση με τον ομηρικό αφηγητή που είναι παντογνώστης και πανταχού παρών, ο ηροδότειος αφηγητής είναι μόνο εν μέρει, καθώς εκφράζει συχνά αμφιβολίες και εξηγεί τη μεροληπτικότητα και την αποσπασματικότητα των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του.
 
            Ο Ηρόδοτος υπήρξε ο πρώτος ιστοριογράφος που κατανόησε την αξία της αυτοψίας (=όψεως) στην καταγραφή των ιστορικών γεγονότων. Η αναζήτηση της «αιτίης» για την πολιτισμική διαφορά και την εχθρότητα μεταξύ Περσών και Ελλήνων τον οδηγεί στην αυτοψία, δηλαδή σε ταξίδια με σκοπό τη συλλογή εθνολογικών στοιχείων και γεωγραφικών παρατηρήσεων, ενώ παράλληλα τον οδηγεί και στην «ιστορίη» (έρευνα), δηλαδή στην αναζήτηση αξιόπιστων πληροφοριών από άλλους με κριτήριο την αληθοφάνεια και το εικός (εικοτολογία).
 
            Δεν είναι γνωστή η έκταση της χρησιμοποίησης γραπτών πηγών από τον Ηρόδοτο, πάντως ο ίδιος παραπέμπει ρητά μόνο στον Εκαταίο. Ο Ηρόδοτος πολλές φορές (συνολικά 125) παραθέτει αντιθετικές ή αποκλίνουσες εκδοχές και συχνά αφήνει τον αναγνώστη να αποφασίσει για την εγκυρότερη, σαν να μη έχει ο ίδιος ο ιστοριογράφος τα μέσα και τη δυνατότητα να κρίνει. Πρόκειται για μια αγνωστικιστική και αμήχανη  επιλογή που απουσιάζει παντελώς από το έργο του Θουκυδίδη, αν και στην Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου συναντάμε δύο άλλες παραπλήσιες αφηγηματικές τεχνικές με εντελώς διαφορετική ωστόσο λειτουργία: πρώτον, την επικέντρωση του ιστοριογραφικού φακού σε διαφορετικές οπτικές γωνίες πρόσληψης του ίδιου γεγονότος, στοιχείο που δημιουργεί στον αναγνώστη μια συνθήκη ολόπλευρης θέασης και συμμετοχής στα διαδραματιζόμενα• και δεύτερον, την αφηγηματική αντίστιξη διαφόρων γεγονότων και αντιθετικών σκοπεύσεων των ίδιων των ιστορικών πρωταγωνιστών, που ο ιστορικός αντιμετωπίζει με ανεκτικότητα και ειρωνεία, δεδομένου ότι είναι περιοριστικές, μερικευτικές και καλούνται να επενδύσουν διακηρυγμένα, υπόρρητα ή λανθάνοντα συμφέροντα. Μόνο ο ίδιος ο ιστορικός και μάλιστα πάντοτε εκ των υστέρων (δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της δράσης), αφού προηγουμένως με σχολαστική συστηματικότητα έχει αναδείξει τις αιτιώδεις συνάφειες και τις λογικές ακολουθίες που συναρθρώνουν τα γεγονότα σε μια ενιαία και συνεκτική αφηγηματική πλοκή, μπορεί να γνωρίσει την ιστορική αλήθεια, καθώς και την έκβαση της αντιπαράθεσης των ανταγωνιστικών συμφερόντων των εχθρικών πόλεων-κρατών ή των αντίπαλων ιδεολογικοπολιτικών παρατάξεων.
 
            Στο έργο του Ηροδότου ενσαρκώνεται μια φιλοσοφία της Ιστορίας που έχει δύο άξονες: πρώτον, το Πεπρωμένο, από το οποίο ούτε καν οι ίδιοι οι θεοί δεν μπορούν να ξεφύγουν, και δεύτερον, το θείο, το οποίο κατευθύνει τα ιστορικά γεγονότα, φθονεί τους ανθρώπους που «υπερέχουν», εκδικείται (τίσις) και τιμωρεί την ανθρώπινη υπέρβαση της εγκόσμιας τάξης και του μέτρου, εξισορροπεί τις αδικίες (το θείον παν εόν φθονερό ντε και ταταχώδες / φιλέει γαρ ο θεός τα υπερέχοντα πάντα κολούειν / ου γαρ εά φρονέειν μέγα ο θεός άλλον ή εωυτόν). Παραδόξως όμως, στο κοσμολογικό αυτό σύστημα ο άνθρωπος δεν είναι άθυρμα τυφλών δυνάμεων ή πιόνι του Πεπρωμένου και των θεών. Αντίθετα, είναι προικισμένος με την ελευθερία της βούλησης και γι’ αυτό μπορεί να έχει την ευθύνη των πράξεων και των επιλογών του. Βασική πίστη του Ηροδότου είναι η κυκλική εξέλιξη της Ιστορίας.
       
            B’. Θουκυδίδης
 
Συνδεόταν συγγενικά με τον σπουδαιότερο πολιτικό αντίπαλο του Περικλή, τον Κίμωνα. Εξαιτίας της στρατιωτικής του αποτυχίας ως στρατηγού τον χειμώνα του 424/423 πΧ. στην Αμφίπολη, όπου οι αθηναϊκές δυνάμεις αιφνιδιάστηκαν από τις σπαρτιατικές με αρχηγό τον Βρασίδα, καταδικάστηκε σε 20ετή εξορία από την Αθήνα. Δεν γνωρίζουμε τους τόπους που τον φιλοξένησαν στη διάρκεια της μακρόχρονης και μάλλον άδικης εξορίας του (αφού πρωταρχικός υπεύθυνος ήταν ο συν-στρατηγός του Ευκλής, καθώς ο ίδιος βρισκόταν στην Θάσο). Πάντως επέστρεψε στη γενέθλια πόλη μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, στις αρχές του έτους 403 πΧ. Το έργο του μεγάλου Αθηναίου ιστορικού, που γράφτηκε στη διάρκεια της εξορίας του (έκτοτε θεωρούνταν προϋπόθεση αντικειμενικότητας το να είναι «άπολις» ο ιστορικός) ή κατ’ άλλους μελετητές μετά το 404 πΧ, παρέμεινε ημιτελές, δεδομένου ότι παρά τη διακηρυγμένη πρόθεση του Θουκυδίδη, η εξιστόρηση δεν φτάνει έως την κατάλυση της αθηναϊκής αρχής το 404 πΧ, αλλά περατώνεται το 411 π.Χ. Φαίνεται ότι ο Θουκυδίδης είχε αρχίσει να συλλέγει τεκμηριωτικό υλικό [με αυτοψία, όπως στην περίπτωση του λοιμού (2ο βιβλίο) ή της μάχης της Αμφίπολης (4ο βιβλίο) ή και με προφορικές πηγές αξιόπιστων μαρτύρων] ήδη από την έναρξη του πολέμου κατανοώντας την ιδιάζουσα σημασία του, αλλά και δηλώνοντας την πρόθεσή του να προχωρήσει εκ των υστέρων στην συγγραφή της ιστορίας του.
 
            Μια από τις πιο καίριες διαφορές που εντοπίζουμε όταν συγκρίνουμε το ιστοριογραφικό έργο του Ηρόδοτου με αυτό του Θουκυδίδη είναι ότι στην περίπτωση του δεύτερου η αυστηρή χρονογραφική διάταξη των γεγονότων και των αφηγηματικών ενοτήτων δεν διακόπτεται σχεδόν ποτέ από «παρεκβάσεις γεωγραφικού, τοπογραφικού ή εθνογραφικού περιεχομένου» ή «από καταλόγους». Αντίθετα, ένα στοιχείο όπου συγκλίνουν και οι δυο ιστορικοί είναι η χρήση των αναλήψεων (χαρακτηριστικές στην περίπτωση του Θουκυδίδη η «Αρχαιολογία» και η «Πεντηκονταετία»), οι οποίες προσδίδουν χρονικό βάθος στην ιστορική αφήγηση.
 
            Αν και ο Θουκυδίδης σπεύδει ευθύς εξ αρχής να δηλώσει την ταυτότητα, τα κίνητρά του και τα μεθοδολογικά του εργαλεία (πάντως και εδώ στο τρίτο ενικό πρόσωπο), σε ολόκληρο το έργο του δεσπόζει η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Πρόκειται για καινοτόμο στρατηγική επιλογή που δηλώνει ακριβώς τη ρητορική σύμβαση, η οποία οφείλει να επενδύει την ορθολογική εξέταση των τεκμηριωτικών στοιχείων, την ιστορική αμεροληψία και αντικειμενικότητα του ιστορικού ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι το επίπεδο της ιστορικής πραγματολογίας και της ιστορικής ανακατασκευής συμπίπτουν και ταυτίζονται. Είναι γνωστό ότι η καινοτομία του Θουκυδίδη, εχθρού κάθε μεταφυσικής θεώρησης της Ιστορίας, αποτέλεσε ειδοποιό γνώρισμα για την επιστημονική ιστοριογραφία από την εποχή της ακαδημαϊκής θεσμοποίησής της στις αρχές του 19ου αιώνα έως τις μέρες μας.
 
             Στο έργο του Θουκυδίδη δίνει τον τόνο μια παραδειγματική μορφή ιστορικής συνείδησης, η οποία θεμελιώνεται σε δυο παράγοντες: πρώτον, στην πεποίθηση για το αναλλοίωτο της ανθρώπινης φύσης και τη διιστορική παθογένειά της (φιλαυτία, επιδίωξη του συμφέροντος, σκληρότητα, αλαζονεία, πρόσκτηση δύναμης), καθώς και για την ύπαρξη παρόμοιων αντιδράσεων - συμπεριφοράς σε αντίστοιχες καταστάσεις στην πορεία του χρόνου• και δεύτερον –στοιχείο που απορρέει από το πρώτο-, στη λειτουργία της ιστορικής γνώσης ως μηχανισμού πρόληψης επερχόμενων δεινών.
 
            Στην Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου περιλαμβάνονται 41 δημηγορίες (συμβουλευτικές, δικανικές, πανηγυρικές), οι οποίες, σύμφωνα με τους ερευνητές, «δεν αποτελούν πιστή καταγραφή των πραγματικών», ενώ, ταυτόχρονα, γίνεται παραδεκτό ότι «ο βαθμός της πλασματικότητάς τους είναι κάθε φορά διαφορετικός».

Οι άνθρωποι αλλάζουν αν πονέσουν ή αγαπηθούν πολύ

Υπάρχουν πολλά αξιώματα. Κάποια εκ πείρας αυταπόδεικτα, κάποια άλλα πιο φθαρτά. Τα πρώτα σε θυμώνουν, γιατί είναι η φύση τους αυταρχική κι απαιτούν να τα δεχτείς, χωρίς πολλά πάρε-δώσε. Τ’ άλλα, ευτυχώς, τα στήνεις στον τοίχο και τα σημαδεύεις με την επιμονή σου.

Από εκείνο το «ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό» μέχρι το χρόνο που τα πάντα θεραπεύει, φτάνουμε εκεί που λένε, πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν.

Αλήθεια είναι. Οι άνθρωποι αλλάζουν μονάχα δύσκολα και ποτέ αναίμακτα. Αλλάζουνε προς το καλό και συχνότερα προς το κακό. Αλλάζουνε με μια σφαλιάρα της ζωής ή μ’ ένα χάδι γιατρειάς. Κι αλλάζουνε στα σίγουρα, εκείνοι που αγαπήθηκαν ή πόνεσαν πολύ.

Ο πόνος είναι δάσκαλος, αξίωμα κι αυτό, που σου μαθαίνει μια αλλιώτικη αλφαβήτα. Από το «α» της αγάπης, σε πάει στο «π» της προδοσίας, με μια ειρωνική στάση στο «ε» της εμπιστοσύνης, έτσι, για να δεις τι είχες κι έχασες.

Πόνος που σε ρημάζει και που αν τον ζήσεις μια φορά, τρέμεις ίσως για πάντα. Φοβάσαι μήπως κάνει και σ’ επισκεφτεί ξανά, είναι χλωμό, λες, ν’ αντέξεις δεύτερη φορά την παρέα του. Εκεί, σ’ αυτό το πάντρεμα του πόνου με το φόβο, γεννιέται η αλλαγή σου. Σε ποιον να παραδοθείς και ποιον να πιστέψεις, έχοντάς τον να καραδοκεί για ένα ακόμη μεγαλύτερο χτύπημα;

Αμύνεσαι, λοιπόν, με μια επίθεση στον ίδιο σου τον εαυτό. Του αλλάζεις κάθε τρωτό σημείο, του ακονίζεις τις σκουριασμένες άμυνες, του φοράς και μια πανοπλία για τ’ άτιμα τα βέλη του έρωτα, κι έτοιμος. Ένας άλλος εαυτός, εκπαιδευμένος να μην πονάει και να μη νιώθει, φυσικά.

Είναι διπολικός, όμως, ο πόνος. Απ’ τη μια μπορεί να σε τσακίσει, απ’ την άλλη να σε λυτρώσει. Όταν πονέσεις για κάποιον που άφησες άδικα να φύγει ανεπιστρεπτί απ’ τη ζωή σου, και πάλι αλλάζεις. Πληρώνοντας το τίμημα, αν μη τι άλλο μετανιώνεις κι επαναπροσδιορίζεις. Και πάλι θα περάσεις δια πυρός και σιδήρου, με τη διαφορά ότι μέσα απ’ τα λάθη σου, εσύ θα φύγεις αγκαζέ με το σωστό.

Τη συγκλονιστική, όμως, αλλαγή, εκείνη την όμορφη, που τη βλέπεις ν’ ανθίζει τους ανθρώπους και να εξημερώνει τ’ αγρίμια, μόνο η αγάπη μπορεί να τη φέρει. Μόνο η υπερβολική αγάπη μπορεί να γιατρέψει και τις βαθύτερες πληγές, με τρόπο τέτοιο, που να μη φαίνεται μετά ούτε σημάδι.

Οι αγάπες του κιλού θα προσπαθήσουν να κολλήσουν τα σπασμένα σου, όπως-όπως, οι λίγες και πραγματικές, θα τα λιώσουν στη θέρμη τους και θα τα δημιουργήσουν απ’ την αρχή. Θα καταφέρουν με τον καιρό να σ’ εξημερώσουν και πάλι, να σε γλυκάνουν και να σ’ αναστήσουν. Ποτέ δε θα σ’ αφήσουν όπως σε βρήκαν, όπως κι οι προηγούμενες, δε θα σε βρουν ποτέ όπως σ’ άφησαν.

Πάντα θα υπάρχουν κι ανεπίδεκτοι, στην αγάπη, αλλά και στον πόνο. Άνθρωποι που ούτε γιατρεύτηκαν, αλλά ούτε και μετάνιωσαν ποτέ πραγματικά. Όση στοργή κι αν πήραν, όσο πόνο κι αν ένιωσαν. Ναι, οι άνθρωποι αυτοί, πιθανό να μην μπορούν ν’ αλλάξουν ποτέ. Κι αν ακόμα αλλάξουν, εσύ δε θα ‘σαι εκεί για να το δεις.

Η κατάσταση ευτυχίας δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμη

Οι ευχές για χαρά και ευτυχία είναι από τις πιο συνηθισμένες που δεχόμαστε ή κάνουμε σε γιορτές, επετείους ή σε στιγμές της ζωής μας που βιώνουμε αρνητικά συναισθήματα και στενόχωρες καταστάσεις. Φράσεις όπως «πόσο θα 'θελα να ήμουν ευτυχισμένος», «δεν αντέχω άλλο τη στενοχώρια μου», «η δυστυχία είναι ανυπόφορη» είναι φράσεις οικείες, γνωστές που είτε τις έχουμε ξεστομίσει είτε τις έχουμε ακούσει και τις αφουγκραζόμαστε καθημερινά από τον περίγυρό μας.

Η ευτυχία βιώνεται δυσκολότερα από τη δυστυχία

Είναι, όμως, η κατάσταση ευτυχίας μια κατάσταση εύκολα διαχειρίσιμη; Μήπως κάποιες φορές η στεναχώρια, η δυστυχία και το παράπονο γύρω από αυτά είναι περισσότερο οικεία για την πλειοψηφία των ανθρώπων; Μήπως είναι περισσότερο επιτρεπτό να «γκρινιάζεις» για τη δυστυχία σου, παρά να αγωνίζεσαι να χτίσεις τη χαρά σου κι έπειτα να απολαμβάνεις τους καρπούς της; πόσο μάλλον να την απολαύσεις μέχρι το μεδούλι της, χωρίς να φοβάσαι ότι μετά θα πρέπει να «πληρώσεις το τίμημα στο σύμπαν» γι' αυτό.

Η ενοχοποίηση της χαράς είναι αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού

Η ενοχοποίηση της χαράς είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, σχεδόν χαραγμένη στα κύτταρα μας που πολλές φορές χρειάζεται αγώνας, για να απελευθερωθούμε από αυτήν. Πολλοί άνθρωποι αντέχουν περισσότερο τη δυστυχία τους, παρά την ευτυχία τους. Γι' αυτό και, όταν βρίσκονται σε κατάσταση χαράς, ευτυχίας κατακλύζονται από έντονο ανεξήγητο άγχος ή ακόμη και φόβο ότι μετά από το «καλό» θα ακολουθήσει κάτι πολύ «κακό» που θα κλέψει τη χαρά τους. Η ενοχή για τη χαρά που βιώνουμε δημιουργεί όλα αυτά τα έντονα συναισθήματα που δεν είναι πάντα εύκολα διαχειρίσιμα, με αποτέλεσμα είτε να σαμποτάρουμε τη χαρά μας και να προκαλούμε αυτό που φοβόμαστε (αυτοεκπληρούμενη προφητεία) είτε να την «ψαλιδίζουμε», για να τη φέρουμε στα μέτρα μας.

Όταν δεν αντέχω τη χαρά μου, γιατί πιστεύω ότι δεν την αξίζω ή γιατί με βάζει σε καταστάσεις που δεν είναι οικείες σε μένα και συνεπώς δεν έχω μάθει να λειτουργώ μέσα σε αυτές, τότε δεν μπορώ και να τη βιώσω χωρίς τύψεις, φόβο ή πιθανόν και γενικευμένο άγχος.
Όπως λέει και ένας στίχος του Νίκου Βελιώτη και του Γιάννη Αγγελάκα: "προσευχήθηκα ν'αντέχουμε τις πιο βαθιές χαρές μας"

Η βίωση της χαράς απαιτεί αντοχές

Ο δρόμος προς την ευτυχία, έτσι όπως την ορίζει ο καθένας/ καθεμιά μας, δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα και δεν μπορούμε να τον διαβούμε με ευκολία. Και αυτό, όχι γιατί η ευτυχία είναι δυσεύρετη, αλλά γιατί, ακόμη και όταν καταφέρουμε να τη χτίσουμε και να τη δημιουργήσουμε, έχει ένα ειδικό βάρος. Ένα βάρος που συνδέεται με την αυταξία μας, με το αν αξίζουμε να βιώσουμε τέτοια συναισθήματα, καθώς και με διαδικασίες αποχαιρετισμού προσώπων, σχέσεων, αλληλεπιδράσεων, συναισθημάτων και καταστάσεων που, αν και οικεία, δεν ανήκουν πια σε αυτό που ονομάζεται «προσωπική μας ευτυχία».

Η βαθιά χαρά θέλει γερό στομάχι για να την αντέξουμε, χρόνο για να τη γνωρίσουμε και να νιώσουμε οικειότητα με τα συναισθήματα που μας προκαλεί και αντίσταση στις ενοχές που τη συνοδεύουν. Τότε, ίσως μπορέσουμε, όχι μόνο να την αντέξουμε, αλλά κυρίως να τη ζήσουμε και να την απολαύσουμε χωρίς φόβο, αλλά με πάθος!

Ο Επίκουρος στον Αλμπέρ Καμύ

Ο Αλμπέρ Καμύ (1913-1960) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φιλόσοφους και συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αλγέρι και σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα πάνω στην ακμή της δημιουργίας του. Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είχε πει στον επικήδειο που εκφώνησε ότι, ήταν ο πυρήνας που γύρω του περιστρέφονται με ταχύτητα τα ηλεκτρόνια του κόσμου, της ζωής και του πνεύματος.
 
Βέβαια εγώ σαν Επικούρειος μπορεί να διαφωνώ σε πολλά σημεία με το έργο του. Ή και με όλο, ακόμα το έργο του. Ίσως να απορρίψω την διακήρυξή του, για την συμφιλίωση με την μοίρα. Ή ακόμα να διαφωνώ με τους ακρογωνιαίους λίθους της φιλοσοφίας του, που είναι «ο κόσμος και ο πόνος» , «η γη και η έρημος» μέσα σ’ ένα σύμπαν που κείτεται σε συντρίμμια « με κατεδαφισμένα όλα τα ηθικά, ιδεολογικά και μεταφυσικά του στηρίγματα». Επίσης είναι δυνατόν να διαφωνήσω, διότι όλα αυτά είναι ανθρώπινες επινοήσεις και ξεφεύγουν, από αυτό που είπε ο Επίκουρος και το οποίο μας το διασώζει ο Φιλόδημος,
«ότι είναι αγοραίες και φορτικές εκείνες οι ιδέες για την ζωή, που δεν συμβάλουν στην ευδαίμονα ζωή».
Και διαφωνώ με το συνολικό έργο του Καμύ, διότι στόχος μας δεν είναι να απελευθερωθούμε από τις προκαταλήψεις αλλά να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ελευθερία, με φρόνηση και φιλία ώστε να φτιάξουμε μία ευτυχισμένη και καλύτερη κοινωνία.
 
Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ όλα του τα έργα που εμφανίστηκαν πριν το 1948 ο Καμύ διακηρύσσει την συμφιλίωση, όπως ειπώθηκε, με την μοίρα. Και σαν παλιός Μαρξιστής διατήρησε σε πολλά σημεία την προδιαγεγραμμένη ιστορία και την ειμαρμένη και καθόλου το τυχαίο και την ανθρώπινη βούληση. Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι πριν γίνει υπαρξιστής και επαναστάτης υπήρξε μέλος του Κ.Κ. Γαλλίας. Έτσι η φιλοσοφική σκέψη του Καμύ δέχεται το παράλογο της μοίρας του ανθρώπου, που ζει μέσα σ’ ένα αλόγιστο σύμπαν. Όσο και αν αναπτύξει το πνεύμα του είναι ανήμπορος μπροστά σ’ αυτήν την μοίρα και το μόνο που του απομένει είναι η προσήλωση σε κάποιο ιδανικό ικανό να διαφυλάξει μέσα στον κόσμο τις υψηλότερες ηθικές και πνευματικές αξίες. Προφανώς η μοίρα του Καμύ είναι ο Θάνατος, όμως ποιες είναι αυτές οι υψηλότερες ηθικές και πνευματικές αξίες; Για εμένα ως αξία είναι το δικαίωμα στην Ηδονή το οποίο αποσιωπά με επιμέλεια ο Καμύ.  
 
Στο βιβλίο του ο επαναστατημένος άνθρωπος (1951) ολοκληρώνεται ο Καμύ ως προσωπικότητα και ως άτομο. Θα πρέπει δε να το διαβάσει ο κάθε εχέφρων αναγνώστης και δη ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος. Το βιβλίο αυτό μας ενδιαφέρει και εμάς τους Επικούρειους, εκτός των άλλων, διότι μέσα σ’ αυτό κριτικάρει τον Επίκουρο.
 
Όμως πριν προχωρήσουμε στην ουσία της κριτικής του, για να δούμε ποιος είναι ο επαναστατημένος άνθρωπος του Καμύ; Είναι απ’ ότι μας λέει
«ένας άνθρωπος που λέει όχι! Αρνιέται αλλά δεν παραιτείται». «Είναι ακόμα και αυτός που λέει ναι από την πρώτη του κίνηση. Και το περιεχόμενο του όχι, είναι ότι «μέχρι εδώ και μην παρέκει» Και ο σκλάβος άνθρωπος που θα το πει αυτό στον αφέντη του, σημαίνει συνειδητοποίηση που προχωρεί, στην αντιμετώπιση του, σαν «ίσο προς ίσο». Τέλος αποδέχεται ο άνθρωπος την τελική πτώση (τον θάνατο) αν υποχρεωθεί να στερηθεί αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα που θα το ονομάσει π.χ. ελευθερία».
Μας λέει όμως ότι η «πραγματική ελευθερία δεν παρουσίασε άνοδο ανάλογη με την συνείδηση που έχει αποκτήσει ο άνθρωπος γι’ αυτήν» και μας αναφέρει πως «η εξέγερση αποτελεί έργο του ενημερωμένου ανθρώπου που έχει συνείδηση των δικαιωμάτων του»
 
Θεωρεί δε ως «ιερό και απαραβίαστο», «τις κοινωνίες εκείνες που δεν υπάρχει αντικειμενικός προβληματισμός αφού οι απαντήσεις έχουν δοθεί μια για πάντα». (Θεοκρατία). Άρα «επαναστατημένος άνθρωπος είναι αυτός που βρίσκεται πριν ή μετά το «ιερό και απαραβίαστο» και αγωνίζεται για την επιβολή μιας ανθρώπινης τάξης που όλες οι απαντήσεις να είναι ανθρώπινες, δηλαδή λογικά διατυπωμένες». «Μπορούμε όμως μακριά από αυτό το ιερό και απαραβίαστο και τις απόλυτες αξίες του, να βρούμε τους κανόνες μιας συμπεριφοράς; Αυτή είναι η ερώτηση που θέτει η εξέγερση».
 
Χωρίζει τέλος την εξέγερση, στο βιβλίο του, στην μεταφυσική εξέγερση και στην ιστορική.
 
Βέβαια ορθώς ενημερωμένος διατυπώνει ότι «η ιστορία της εξέγερσης στον δυτικό κόσμο είναι αξεχώριστη απ’ την ιστορία του Χριστιανισμού». Δηλαδή η ιστορική εξέγερση ήταν ενάντια στην Θεοκρατία του μοναδικού Θεού και κατ’ επέκταση των μοναρχών. Η οποία υποκατεστάθη από τις ίδιες δομές και από τους νέους ανθρώπινους Θεούς όπως π.χ. ο Λένιν ή Στάλιν.
 
Μας αναφέρει επίσης ότι «η μεταφυσική εξέγερση είναι το κίνημα με το οποίο ένας άνθρωπος εξεγείρεται ενάντια στην κατάσταση του και σ’ ολόκληρη την δημιουργία. Είναι μεταφυσική γιατί αμφισβητεί τους σκοπούς του ανθρώπου και της δημιουργίας».
 
Ποιοι όμως είναι οι σκοποί του ανθρώπου; Μα εκείνοι! και όχι μόνο, που πάρα κάτω θα σας προβληματίσουν. Αλλά αλήθεια! Αναρωτιέμαι! γιατί να βάζουμε σκοπούς; Και αν η δημιουργία είναι έτσι φτιαγμένη, τότε δεν είναι άδική; Για τον γράφοντα υπάρχουνε οι εξής καταστάσεις στο σόφισμα που ακολουθεί και στο οποίο θα μπορούσε να προσαρμοστεί η οποιαδήποτε παραλλαγή. Ή υπάρχει Θεός που σημαίνει πως υπάρχει και σκοπός, οπότε οποιονδήποτε σκοπό και να θέσουμε, είτε ως ανθρωπότητα είτε σαν άτομα, ένας θα είναι ο σκοπός, αυτός του Θεού. Και ο σκοπός αυτός, στα χρόνια του Χριστιανισμού, είναι η κατάκτηση του Παραδείσου.
 
Αν όμως υποθέσουμε ότι ο Θεός αφήνει τον άνθρωπό να επιλέγει σκοπούς, τότε δεν χρειάζεται ο Θεός. Γιατί τον υποκαθιστά ο άνθρωπος και κατασκευάζει αυτός τον δικό του παράδεισο. Αν όμως ο Θεός δοκιμάζει τον άνθρωπό ώστε να κατακτήσει ξανά τον χαμένο παράδεισο, τότε κάποια στιγμή θα πρέπει, να αρνηθεί ο άνθρωπος να γίνει πειραματόζωο.
 
Επίσης αν δεν υπάρχει Θεός και είμαστε όλοι τυχαίοι σαν αυτόν τον κόσμο, με μια τυχαία προσωπικότητα, τότε ματαιοπονούμε στον να βάζουμε σκοπούς. Γιατί να βάλω τον οποιοδήποτε σκοπό αφού γνωρίζω ότι μια μέρα θα πεθάνω και όλα θα χαθούν.
 
Ο Μαρξ παρ’ ότι αρνήθηκε την έννοια Θεός εντούτοις πιστεύει στον σκοπό και στην αιτιοκρατία. Μας λέει ότι ο άνθρωπος δεν είναι τυχαίος αλλά προϊόν ενός φυσικού προτσές.
 
Ο Επίκουρος δέχτηκε την ύπαρξη των Θεών, αλλά, οι Θεοί, ούτε το Σύμπαν έφτιαξαν, ούτε τον άνθρωπο, ούτε επεμβαίνουν στα φαινόμενα της φύσης και στα ανθρώπινα. Ο άνθρωπος δε, είναι τυχαίος και προϊόν της φυσικής επιλογής.
 
Έτσι σ’ όλες τις περιπτώσεις είναι μάταιο να θέτουμε σκοπούς διότι από την εμπειρία μας οι παράδεισοι είναι μέσα στο μυαλό μας.
 
Το παράλογο όμως σ’ αυτήν την υπόθεση είναι μία εγγενής κατάστασή. Ένα χαρακτηριστικό το οποίο αν το αρνηθούμε, θα οδηγηθούμε στο μοιραίο, στην αυτοκτονία. Και η κατάσταση αυτή έγκειται στο ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς άνθρωπος χωρίς να βάζει σκοπούς. Αν δεν βάλει ο άνθρωπος έστω έναν, οι πολλούς, από τον μικρότερο και ευτελή σκοπό, μέχρι τον μεγαλύτερο, τον ποιοτικότερο. Αν δεν βάλει σκοπό, προοπτική, τότε αυτοκτονεί.
 
Εδώ έχουμε μία Επικούρεια θεώρηση πάνω στην ανθρώπινη θέληση. Στο ότι η ανθρώπινη θέληση επιλέγει σκοπούς. Και εμείς ως Επικούρειοι, φρονώ, πως επιλέγουμε τους ποιοτικότερους. Ως Επικούρειοι επιλέγουμε το κίνητρο της φύσης που είναι η Ηδονή.
 
Τώρα το φιλοσοφικό ερώτημα το οποίον γεννάτε είναι γιατί να υπάρχει αυτή η θέληση; Αυτή η εγγενής τάση; Εικάζω πως, είτε είναι ένας εξωραϊσμός του ενστίκτου της επιβίωσης, ή είτε είναι η σκέψη ενός εξελιγμένου ανώτερου εγκεφάλου.
 
Όσον αφορά την δημιουργία, ναι είναι όντως λάθος. Στηρίζεται πάνω στον αιματηρό ανταγωνισμό. Εδώ βρίσκει το σωστό περιεχόμενο το «πόλεμος πατήρ πάντων» του Ηράκλειτου. Διότι όσο και αρμονική και αν βλέπουμε την φύση, εν τούτοις αυτή η αρμονία στηρίζεται στο έγκλημα.
 
Ο άνθρωπος! αν και φύση και αυτός, με την θέληση του μπορεί να υπερβεί την φύση με βάσει τον εξελιγμένο ανώτερο εγκέφαλό του. Και αυτό το βλέπουμε πιο ξεκάθαρα σήμερα με τις επιστημονικές καινοτομίες, με τις τεχνολογικές εφαρμογές, με τις ιατρικές κατακτήσεις κ.α. Μπορεί ακόμα να μην νίκησε τον θάνατο, αλλά η παρακαταθήκη και η εμπειρία, του δίνουν μία γεύση αθανασίας. Όμως εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει και η διαστρεβλωμένη υπέρβαση της φύσης. Είναι αυτή η ρυπαρή διαστρέβλωση, που βιώνουμε καθημερινά.
 
Άρα λοιπόν αυτή η μεταφυσική εξέγερση στην οποία αναφέρεται ο Καμύ μπορεί άραγε να έχει συντελεστεί και να έχει στεφθεί από επιτυχία; Η απάντηση είναι Ναι.
 
Όμως μας λέει ο Καμύ «αφού η ποινή του θανάτου καθορίζει γενικά την ανθρώπινη φύση, ο επαναστάτης ν’ αναγνωρίσει και την δύναμη που τον κάνει να ζει μ’ αυτόν τον όρο». «Ο μεταφυσικός επαναστάτης, συνεχίζει, δεν είναι οπωσδήποτε άθεος, αλλά είναι αναγκαστικά βλάσφημος». Επίσης κάνει πολύ σωστά τον παραλληλισμό του Θεού και του Αφέντη γιατί και στα δύο ο άνθρωπος είναι δούλος. «Όμως και ο δούλος και ο αφέντης βρίσκονται πραγματικά στην ίδια θέση, η εφήμερη κυριαρχία του ενός είναι το ίδιο σχετική όσο η υποταγή στον άλλον». «Γι’ αυτό ο επαναστατημένος εξεγείρεται ενάντια στον αφέντη με αποτέλεσμα την εξέγερση ενάντια στον Θεό, θέλει να μιλήσει σαν ίσος προς ίσο μ’ αυτόν»
 
Και ερχόμαστε στο άκομψο κατά την άποψη μου κεφάλαιο τα παιδιά του Κάιν όπου μέσα σ’ αυτό κριτικάρει τόσον τον Προμηθέα όσον και τον Επίκουρο.
 
Ναι όντως μας αναφέρει πως η μεταφυσική εξέγερση υπόβοσκε στις πρώτες θεογονίες. Μας λέει επίσης ότι ήταν και προϊόν της Ελληνικής φιλοσοφίας (Ο Προμηθέας).
 
Όμως εδώ θα ήθελα θα παρατηρήσω κάτι. Τόσοι Έλληνες φιλόσοφοι λέτε να μην είχανε σκεφτεί την εξέγερση ή την επανάσταση; Απλά δεν υπήρχε η ανάγκη για κάτι τέτοιο, διότι διαβίωναν μέσα στην φύση, στρεφόμενοι με μέτρο ενάντια στην ίδια τους την κακή φύση. Μπορεί οι κοινωνίες να μην ήταν τόσο αρμονικές, αλλά ήταν πιο αρμονικές από την κάθε σημερινή. Έτσι για να επιδιώξουν μια αρμονικότερη κοινωνία θα έπρεπε οι άνθρωποι να αλλάξουν προς το καλύτερο, τον εαυτό τους. Ή αν θέλετε, να τον υπερβούν.
 
Αλήθεια, ποιοι και γιατί συντελέσαν στην προετοιμασία, κατά την διάρκεια του διαφωτισμού, των επαναστάσεων ή των διαστροφικών, όπως μας αναφέρει, εξεγέρσεων; Επαναστάσεων και εξεγέρσεων που συντελέσθηκαν από τον 19ο έως τον 20ο αιώνα; Και όλο αυτό το αίμα που χύθηκε; Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που χάθηκαν; Γιατί άραγε δεν είμαστε ευχαριστημένοι; Και γιατί πέφτουμε από μία δικτατορία στην άλλη; Ναι οι νεότεροι φιλόσοφοί ήταν αυτοί που τις σκέφτηκαν. Αλλά μήπως οι φιλόσοφοι είτε εκούσια είτε ακούσια επηρεάστηκαν από τον Χριστιανισμό και θέλανε να επικρατήσει ο δικός τους μεσσιανισμός; Μήπως θέλανε να γκρεμίσουν αυτήν την αντιδραστική θρησκεία και με μία τάση δήθεν προοδευτισμού να εγκαθιδρύσουν την δικιά τους θρησκεία;
Ναι! και αυτά μας λέει ο Καμύ στον επαναστατημένο άνθρωπο.
 
Όμως ας κοιτάξουμε λίγο το παρελθόν. Και σας φέρνω για παράδειγμα τον Λεωνίδα και τους 300. Ναι γι’ αυτούς η ολοκλήρωση τους ήταν να πεθάνουν για την πατρίδα. Και δεν ζήτησαν να αγιοποιηθούν και ούτε κανείς μπορούσε να τους αγιοποιήσει, γιατί θα αποτελούσε ύβρη για τα Ελληνικά δεδομένα. Θα αποτελούσε ύβρη, την στιγμή που επικρατούσε το μέτρο. Το μέτρο που μας αναφέρει και ο Καμύ. Ανάλογη ενέργεια ήταν και του Σωκράτη. Και ο Σωκράτης θα μπορούσε να είχε γίνει ιδρυτής μιας Θρησκείας, ή ενός πολιτικού κινήματος της εποχής.
 
Αυτό που κάνει ο Κάϊν κατά τον Καμύ, είναι μεν εξέγερση ενάντια στον Θεό, αλλά είναι και ό ίδιος ο υπέρ εγωιστής άνθρωπος. Επίσης η ενέργειά του θέλει να μας δείξει, την εναντίωση στον Θεό ή στο αφεντικό. Όσο θα είσαι αφεντικό ή Θεός εγώ θα σε παραβαίνω. Το έγκλημα όμως του Κάιν παραβαίνει το μέτρο και αυτό είναι ίδιον της ανατολίτικης κοσμοθεωρίας, ή της θρησκείας της ερήμου με ηγέτη τον Ιησού.
 
Τον Ιησού όμως τον πλασάρανε και σαν θεάνθρωπο και σαν σωτήρα, γι’ αυτό πήρε τις διαστάσεις που κακώς πήρε. Στηριζόμενος σ’ αυτόν μας μίλησε για δύο επίπλαστα και ασταθή συναισθήματα, όπως την ελπίδα και την αγάπη.
 
Αλλά ας επανέλθουμε στην δικιά μας θεογονία με την μεταφυσική επανάσταση του Προμηθέα όπως την αναφέρει ο Καμύ και η οποία δεν παρέβη το μέτρο. Με βάση τον Αισχύλο που «τον βάζει να φωνάζει το μίσος του ενάντια σ’ όλους του θεούς και βυθίζοντάς τον σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα μοιραίας απελπισίας. Τον προσφέρει στις αστραπές και τους κεραυνούς να τον αποτελειώσουν και αναφωνεί ο Προμηθέας. Αχ βλέπετε τι αδικία υπομένω»;
 
Πόσοι και πόσοι, είτε ανάπηροι, είτε φτωχοί, είτε ζώντας στο περιθώριο της κοινωνίας, είτε άτομα με οποιοδήποτε κουσούρι δεν το έχουν πει αυτό;
 
Καταλήγει δε ο Καμύ ότι στο τελευταίο μέρος της τριλογίας του Αισχύλου ο Προμηθέας πυρφόρος «αναγγέλλεται η βασιλεία του συγχωρεμένου επαναστάτη». «Ναι, λέει, οι Έλληνες δεν νοθεύουν τίποτα. Στα πιο ακραία τολμήματα τους έμεναν πιστοί στο μέτρο που το είχαν θεοποιήσει» και ως εκ τούτου «Η εξέγερση του Προμηθέα, μας αναφέρει, δεν στρέφεται ενάντια σ’ όλη την δημιουργία αλλά ενάντια στον Δία και στους άλλους Θεούς και που οι ημέρες τους είναι μετρημένες».
 
Προσθέτει πως «πρόκειται για μια ιδιωτική υπόθεση, μια αμφισβήτηση για το καλό και όχι για μια πάλη του καλού και του κακού στον κόσμο. Και αυτό οφείλεται στην φύση στην οποία ένοιωθαν να μετέχουν (οι Έλληνες). Αν εξεγερθούν ενάντια στην φύση είναι μία εξέγερση ενάντια στον εαυτό τους. Είναι σαν να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο». Είναι το έγκλημα του Κάιν ενάντια στον αδελφό του.
 
Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται και μία ακόμα από τις θεμελιώδεις διαφορές του Ελληνισμού από τον Χριστιανισμό. Ότι δηλαδή, όπως τουλάχιστον πρεσβεύει ο Χριστιανισμός, ο άνθρωπος είναι ανώτερος από την φύση. Το αυξάνεσθε και πληθήνατε και κατακυριεύσατε την Γη δίδει όντως ποικίλες ερμηνείες ιδιαίτερα στον μολυσμένο και άμετρο κόσμο μας.
 
Διότι απ’ ότι μας αναφέρει και συμφωνώ και εγώ , «ότι δεν υπήρχαν οι άνθρωποι από την μια και οι Θεοί από την άλλη (στους Έλληνες). Η ιδέα της αθωότητας σε αντίθεση με την ενοχή, η πάλη του κακού και του καλού ήταν στους Έλληνες άγνωστα. Μέσα στο σύμπαν τους υπάρχουν περισσότερο σφάλματα παρά εγκλήματα. Το μόνο έγκλημα που υπάρχει είναι το ξεπέρασμα του μέτρου. Στον Χριστιανικό κόσμο δεν υπάρχουν σφάλματα αλλά εγκλήματα και το φοβερότερο απ’ αυτό, είναι το μέτρο. Οι Έλληνες δεν θεώρησαν ποτέ την σκέψη , και αυτό υποβιβάζει τον Χριστιανικό μας κόσμο, ένα αποκομμένο από τον κόσμο χώρο». Γι’ αυτό όπως αναφέραμε, η ιστορία της εξέγερσης στον δυτικό κόσμο δεν ξεχωρίζει από την ιστορία του Χριστιανισμού.
 
Και ερχόμαστε στο προκείμενο. Δηλαδή στον Επίκουρο του Καμύ.
«Η φοβερή θλίψη, λέει, του Επίκουρου βγάζει ένα νέο ήχο. Γεννιέται αναμφίβολα από το άγχος του θανάτου. Μπορούμε να εξασφαλιστούμε ενάντια σ’ όλων των λογιών τα πράγματα αλλά όσο για τον θάνατο μένουμε όλοι σαν τους κατοίκους μιας κυριευμένης ακρόπολης.»
 
«Ο Λουκρήτιος αναφέρει πως η ουσία αυτού του ευρύχωρου κόσμου είναι μόνο ο θάνατος, η καταστροφή. Γιατί λοιπόν να αναβάλει κανείς την απόλαυση για αργότερα»;
 
«Έτσι ο Επίκουρος μας λέει ότι ξοδεύουμε την ζωή μας και πεθαίνουμε με πόνο. Πρέπει λοιπόν να απολαμβάνουμε». «Αλλά σχολιάζει ο Καμύ τι παράξενη απόλαυση; Έρχεται με το να εθελοτυφλούμε μπροστά στα τείχη της ακρόπολης, με το να εξασφαλίζουμε νερό και ψωμί μέσα στην σιωπηλή σκιά». Και παρά κάτω αναφέρει τον προβληματισμό του Επίκουρου «μήπως ο θάνατος είναι το μηδέν; και απαντάει ο Επίκουρος στον εαυτό του. Όχι γιατί όλα είναι ύλη σ’ αυτόν τον κόσμο και ο θάνατος σημαίνει επιστροφή στο στοιχείο». Και μας προσθέτει ο Καμύ «πως η παράξενη ηδονή που μας μιλάει ο Επίκουρος είναι κυρίως η απουσία του πόνου. Είναι, μας αναφέρει, η ευτυχία της πέτρας».
 
Εδώ θα μου επιτραπεί να διαφωνήσω με τον Καμύ: διότι η πέτρα δεν σκέπτεται, δεν δρα, δεν ερωτεύεται, δεν τρώει, δεν ζει τις χαρές της ζωής γιατί απλούστατα δεν έχει ζωή. Ζωή που εξύμνησε ο Επίκουρος όσο κανένας άλλος φιλόσοφος.
 
Το να ζεις σαν Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους είναι μία υπέρβαση. Είναι μία υπέρβαση της φύσης. Είναι ενάντια στην φύση του ανθρώπου. Είναι η εξαίρεση που μπορεί να γίνει ο κανόνας. Δηλαδή είναι η αντιμετώπιση των παθών του ανθρώπου. Τα πάθη και την υπέρβασή τους: και αυτό δεν μπορεί να τα έχει αντικειμενικά μία πέτρα.
 
Μας λέει παρακάτω ότι σκοτώνει ο Επίκουρος την ευαισθησία. Και διασαφηνίζει, μια σειρά πιο κάτω, ότι εννοεί την Ελπίδα. Και προσθέτει πως αυτό που λέει ο Έλληνας φιλόσοφος για τους Θεούς δεν είναι τίποτε άλλο από το «ότι όλη η δυστυχία των ανθρώπων έρχεται από την ελπίδα που τους βγάζει από την σιωπή της ακρόπολης και τους στήνει στις επάλξεις να προσμένουν την σωτηρία».
 
Ναι σωστά τα λέει ο Επίκουρος όσο και να τα κριτικάρει ο Καμύ. Προφανώς η ακρόπολη είναι ο κήπος του Επίκουρου. Ένας δημιουργικός κήπος με ζωντανές υπάρξεις όπου σκέφτονται τα άτομα, φιλοσοφούν, δρουν και δεν υπάρχει σιωπή. Και όσον αφορά την ελπίδα αυτή ήταν ξένη όχι μόνο για τους Επικούρειους αλλά και για τους περισσότερους από τους Έλληνες. Διότι οι Έλληνες θεωρούσαν τον πάνω κόσμο ότι ήταν καλύτερος σε σχέση με τον κάτω κόσμο. Την ελπίδα αυτό το ασταθές συναίσθημα ,όπως ειπώθηκε, μας το έφερε ο Χριστιανισμός . Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ο Λεωνίδας και οι 300, για παράδειγμα, ενώ γνώριζαν ότι θα πεθάνουν έφτασαν στην ολοκλήρωση τους πεθαίνοντας για ένα ιδανικό χωρίς να περιμένουν τίποτα από τους Θεούς. Ή το ότι θα οδηγηθούν σε μία ουτοπική περιοχή. Αυτή είναι και η ολοκλήρωση του ατόμου. Και αυτός θα πρέπει να είναι και ο σκοπός του. Ένας υπερβατικός σκοπός. Δηλαδή να δώσει μία ανώτερη προοπτική στο υπαρξιακό του πρόβλημα, στην μοναξιά του. Ενώ οι χριστιανοί δίνουν την ζωή τους προσμένοντας ότι θα πάνε σ’ ένα αβέβαιο παράδεισο. Σ’ έναν παράδεισο που κανείς δεν έχει δει και κανείς δεν έχει περιγράψει. Σ’ έναν παράδεισο που έγινε από τον Θεό χωρίς να ρωτηθεί το άτομο αν του αρέσει.
 
Το λεχθέν του Επίκουρου δηλαδή το να ζεις σαν θεός ανάμεσα στους ανθρώπους το έχει πάρει όχι τόσο κομψά ο Καμύ. Λέει πως «δεν αρνιέται του Θεούς ο Επίκουρος. αλλά τους απομακρύνει τόσο έντονα και οριστικά που η ψυχή δεν έχει άλλη διέξοδο παρά να κλειστεί πάλι στα τείχη. Οι Θεοί δεν έχουν καθόλου έννοιες ούτε προκαλούν τέτοιες σε κανέναν». Αλλά μας αναφέρει πως «Θεοί χωρίς ανταμοιβές και τιμωρίες είναι κουφοί θεοί». Και έπειτα προσθέτει ότι προσπαθεί ο Επίκουρος «να υψώσει τείχη γύρω από τον άνθρωπο, να ξανακλείσει τις πύλες της ακρόπολης και να πνίξει ανελέητα την ακαταμάχητη κραυγή της ανθρώπινης ελπίδας».
 
Αχ αλήθεια δεν είναι ανοησία να ζεις μια ζωή με απαγορεύσεις, πόνο και στέρηση για να μην χάσεις την κλήση ενός δικτάτορα Θεού που θέλει να σ’ έχει του χεριού του; Να σ’ έχει υποχείριο τόσον στην παρούσα όσο και στην υποτιθέμενη άλλη ζωή; Ας είμαστε ρεαλιστές και ας μην γεμίζουμε το μυαλό μας με φρούδες και ανόητες ελπίδες. Ναι σωστά τα λέει ο Επίκουρος, που αναφέρει κριτικάροντας τα λόγια του ο Καμύ. «Ξεγέλασα τις παγίδες σου ω μοίρα, έκλεισα όλους τους δρόμους απ’ όπου μπορούσες να με φτάσεις. Δεν θ’ αφεθούμε να νικηθούμε ούτε από εσένα ούτε από καμιά κακιά δύναμη. Και όταν η ώρα της αναπόφευκτης αναχώρησης θα σημάνει, η περιφρόνησή μας για κείνους που αγκιστρώνονται μάταια στην ύπαρξη θα ξεσπάσει στο ωραίο τραγούδι. Ω πόσο άξια ζήσαμε».
 
Τόσον ο Επίκουρος όσο και ο Λουκρήτιος μας λέει ο Καμύ αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι
«τα άτομα δεν ενώνονται μόνα τους σ’ ομάδες και αντί να παραδεχτεί την ύπαρξη ενός ανώτερου νόμου στο πεπρωμένο που θέλει να αρνιέται, δέχεται μια τυχαία κίνηση που σύμφωνα μ’ αυτήν τα άτομα συναντιόνται και χωρίζουν. Δηλαδή αποσπάει τον άνθρωπο από το πεπρωμένο και τον αφήνει στην τύχη».
Μα η μη ύπαρξη του πεπρωμένου είναι το μεγαλείο μας και όσον αφορά την τύχη ταυτίζεται με την μοίρα που ελέχθει ανωτέρω.
 
Ωστόσο δεν νομίζω πως στο θέμα τύχης έχει δίκιο ο Καμύ. Νομίζω πως ο Επίκουρος δεν αφήνει τον άνθρωπο στην τύχη. Η άρνηση του πεπρωμένου, της ειμαρμένης και την τελεολογίας, εκ μέρους του, που εκφράζεται με την τυχαία κίνηση των ατόμων, θέλει να αναδείξει την βουλητική, όπως ειπώθηκε, ικανότητα του Ανθρώπου.
 
Και ο Λουκρήτιος, συνεχίζει ο Καμύ, ένεκα του μίσους του για το πεπρωμένο και τον θάνατο λέει ότι τα μόρια, για να δώσουν την ύπαρξη, ενώνονται από σύμπτωση και όπου από σύμπτωση η ύπαρξη διαλύεται σε άτομα. Η τυφλή ακρόπολη τότε γίνεται ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο. Moenia Mundi, τα τείχη του κόσμου. Σ’ αυτό το σημείο βγάλτε μόνοι σας τα συμπεράσματα σας.
 
Μας αναφέρει παρά κάτω πως «η μεγάλη υπόθεση δεν είναι η αποσιώπηση της ελπίδας αλλά ο ασκητισμός του Επίκουρου που δονείται και κορυφώνεται συχνά με κατάρες». «Το έλεος για τον Λουκρήτιο, προσθέτει, είναι να μπορεί να κοιτάζει τα πάντα μ’ ένα πνεύμα που δεν ταράζεται με τίποτα».
 
Εδώ θα πρέπει να σημειώσω, ότι κάπως αδικεί τον Επίκουρο ο Καμύ. Τόσον η ιδεολογία του όσο και η πρακτική του δεν ήταν ασκητική. Και το λάθε βιώσας δεν έχει καμιά σχέση με την ασκητική, αλλά με τα πολιτικά πράγματα της εποχής. Της κάθε εποχής που δεν επικρατεί η άμεση Δημοκρατία.
 
Και το έλεος που αναφέρθηκε είναι ένα συναίσθημα, του ανώτερου προς τον κατώτερο, γι’ αυτό ο Λουκρήτιος μπορεί να το βλέπει μ’ αυτό το πνεύμα. Όμως άλλο το έλεος και άλλο η βοήθεια και η στοργή, που πρακτικά αποδεικνύεται με την ανατροφή εκ μέρους του Επίκουρου των παιδιών του Μητρόδωρου.
 
«Το ίδιο πνεύμα μας λέει ο Καμύ τρέμει από την αδικία που γίνεται στον άνθρωπο εκ μέρους του Θεού. Ο Λουκρήτιος στο θαυμάσιο ποίημα του αναφέρεται στο πρώτο έγκλημα της θρησκείας που ήταν η Ιφιγένεια και η δολοφονία της αθωότητάς της». Όπως το κάνει και ο υπογράφων στο βιβλίο του, τα «Πάντα εν Σοφία Εποίησας; «Και ο Επίκουρος με έναν μαχητικό συλλογισμό λέει, γιατί το κακό θα πρέπει να τιμωρείται, αφού τώρα βλέπουμε ότι το καλό δεν αμείβεται»; Και συμπληρώνει ο Καμύ ότι:
«ο άνθρωπος του Λουκρήτιου αρνιέται τους ανάξιους και εγκληματίες Θεούς για να πάρει ο ίδιος την θέση τους. Βγαίνει από το οχυρωμένο στρατόπεδο και αρχίζει τις πρώτες επιθέσεις ενάντια στην θεότητα και στ’ όνομα του ανθρώπινου πόνου».
Είναι το ίδιο που κάνω και εγώ. Αν ήμουν Θεός θα έφτιαχνα τον κόσμο καλύτερο, η μην τολμήσεις να στήσεις δικαστήριο γιατί θα σε δικάσω εγώ ω Θεέ. Ναι τα πάντα όχι εν σοφία, αλλά εν ανοησία εποίησας.
 
«Στον Λουκρήτιο το έγκλημα του ανθρώπου είναι απάντηση στο Θείο έγκλημα». «Και δεν είναι τυχαίο που το ποίημα του Λουκρήτιου, μας αναφέρει ο Καμύ, τελειώνει με μια θαυμαστή εικόνα βωμών των Θεών γεμάτο από πτώματα που κατηγορούν τους θεούς για τον λοιμό των Αθηνών».
 
Και πάλι αδικεί τον Λουκρήτιο ο Καμύ. Διότι εντάξει ο Θεός ή οι Θεοί κάνουν εγκλήματα που όλοι μας τα γνωρίζουμε, αν φυσικά επεμβαίνουνε στα ανθρώπινα. Όμως είμαι σίγουρος τώρα πια, όπως ήταν και ο Επίκουρος, πως δεν παρεμβαίνουν. Όμως από την άλλη, θα πρέπει και ο άνθρωπος να ακολουθήσει την ίδια τακτική; Εκτός αν έγκλημα θεωρείτε η κριτική, της υποτιθέμενης παρέμβασης των Θεών. Των Θεών εκείνων που εμπιστεύονται οι πολλοί. Διότι όπως είπε ο Επίκουρος σε μία δόξα του.
 
Ασεβής δεν είναι εκείνος που δεν δέχεται τους θεούς των πολλών, αλλά εκείνος που προσδίδει στους Θεούς ιδιότητες σύμφωνα με τις γνώμες των πολλών.

Την σιωπή να φοβάσαι. Αυτή ορίζει το φινάλε

Σε πολλές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της ζωής μας, θα διαπιστώσουμε ότι η σιωπή είναι χρυσός και μπορεί να μας προφυλάξει από πολλούς μπελάδες. Συγκεκριμένα, λόγια που έχουν ειπωθεί από εμάς για ένα πρόσωπο που δεν ήταν παρόν στην συζήτηση, μπορούν να μεταφερθούν παραποιημένα από κακόβουλους, όχι μόνο για να μας κάνουν κακό, αλλά γιατί έτσι έχουν μάθει να συμπεριφέρονται: Nα λειτουργούν ως καλοθελητές με σκοπό να κερδίσουν τη συμπάθεια του ατόμου για το οποίο ειπώθηκαν οι συγκεκριμένες λέξεις και συνεπώς την εκτίμηση και την παρέα του.

Κάτι το οποίο φυσικά δεν υφίσταται διότι τους μαρτυριάρηδες κανείς δεν αγάπησε. Τα άτομα όμως που τόλμησαν να χαρακτηρίσουν κάποιον με σχόλια μη ευπρεπή, βρίσκονται μπλεγμένα σε μπελάδες άνευ προηγουμένου.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η σιωπή καθορίζει κατά το ήμισυ το τέλος μιας ερωτικής ή φιλικής σχέσης; Πολλοί πέφτουν στην παγίδα να θεωρούν ότι με το να γίνονται αποδέκτες καυγάδων, βαριών κουβέντων που πληγώνουν, γκρίνιας και γενικότερα κάθε είδους πυρών, εμπιστευτήκαν τον λάθος άνθρωπο.

Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος. Διότι όποιος μάχεται με αυτά τα αθέμητα μέσα, είναι αυτός που προσπαθεί με κάθε τρόπο να σώσει κάτι. Aγαπάει, πονάει και συνεπώς μαλώνει. Όταν όμως κάποιος αδιαφορεί για την εξέλιξη της ενίοτε σχέσης, δεν θέλει να ασχοληθεί, αφού βρίσκει ανούσιο να σπαταλήσει την ενέργειά του σε κάτι το οποίο θεωρεί ασήμαντο.

Εν κατακλείδι, μη φοβάσαι αυτόν που προσπαθεί να σε αντιμετωπίσει πληγώνοντάς σε. Προσπαθεί να σώσει κάτι από την σχέση σας. Την σιωπή να φοβάσαι. Αυτή ορίζει το φινάλε!

Το ν’ αγαπάς σημαίνει ν’ αγωνίζεσαι

Το ν’ αγαπάς σημαίνει ν’ αγωνίζεσαι. Ν’ αγωνίζεσαι να δώσεις στον άλλον τον εαυτό σου κι ας είναι το μόνο που έχεις. Ν’ αγωνίζεσαι να ξεπεράσεις τους φόβους σου, τις αναστολές σου και να προσφέρεις τα πάντα ρισκάροντας να μην στα επιστρέψει ποτέ κανείς. Ν’ αγωνίζεσαι να αναδυθείς πάνω από τον εγωισμό σου και να αφήσεις τον άλλον να πορεύεται δίπλα σου χωρίς να του δίνεις εσύ το βήμα.

Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα ευγενές. Δεν φυλακίζει τους ανθρώπους σε καταστάσεις, τους απελευθερώνει και τους ανυψώνει νοητικά και πνευματικά. Ένας αγώνας ατέρμονος είναι και χρειάζεται δύναμη, συνείδηση και συνέπεια για ν’ αγαπάς αληθινά. Κάθε μέρα πρέπει να βρίσκεις τον λόγο να αγωνιστείς κι ο λόγος αυτός πρέπει να πηγάζει από εσένα κι όχι από τον άλλον.

Αγάπα τον χωρίς δικαιολογίες κάθε μέρα, στις καλές του στιγμές και στις άσχημες. Αγάπα και δώσε στον άλλον αυτό που χρειάζεται κι ας μην είναι πάντα αυτό που ζητάει. Μάθε να διακρίνεις την πηγή της ευτυχίας του γιατί μπορεί να βρίσκεται μακριά από ό,τι είχες εσύ στο μυαλό σου. Αγωνίσου να τον δεχθείς όπως είναι και βοήθησέ τον να γίνει ευτυχισμένος. Αγάπα χωρίς ανταλλάγματα.

Πόσο δύσκολο… Οι περισσότεροι φοβούνται, μα εσύ μη φοβηθείς. Η αγάπη είναι μαγεία κι όταν καταφέρεις να αγαπήσεις και να αγαπηθείς αληθινά, η ύπαρξή σου ολόκληρη θα ακτινοβολεί. Τότε, και μόνο τότε, θα νιώσεις την απόκοσμη ηρεμία της αληθινής αγάπης. Μη φοβάσαι να αγωνιστείς. Πάρε μια βαθιά ανάσα και… αγάπα.

Σύντροφοι που ξέχασαν πως κάποτε παθιάστηκαν έντονα ο ένας για τον άλλον

Ζευγάρια μονίμως θυμωμένα. Πολύ απογοήτευση. Έρωτες που έσβησαν, σχέσεις που φθάρθηκαν, λόγια που πονάνε. Σύντροφοι στρεσαρισμένοι. Άλλοι φωνάζουν, άλλοι απειλούν, άλλοι απιστούν, άλλοι παρακαλούν. Κουβέντες βαριές, βλέμματα αδιάφορα, χαμόγελα παγωμένα, μόνιμη πίκρα.

Ζευγάρια που έχουν ξεχάσει ν’ αγαπιούνται. Έχουν ξεχάσει πως κάποτε παθιάστηκαν έντονα ο ένας για τον άλλον. Έχουν ξεχάσει πως ενώθηκαν από προσωπική επιθυμία. Δεν τους υποχρέωσε κανένας, οι ίδιοι το θέλησαν, οι ίδιοι διεκδίκησαν την προσοχή και την αγάπη του άλλου και οι ίδιοι κατάφεραν.

Και τώρα; Τι καταφέρνουν; Το ακριβώς αντίθετο. Την καταστροφή της επιθυμίας και του πάθους που οι ίδιοι δημιούργησαν. Πώς θα αποτρέψουμε αυτή την καταστροφή ή πώς θα ξαναδημιουργήσουμε πιο γερά θεμέλια σε μία σχέση; Με μία φράση: Το τέλος του εγωϊσμού. Με πολλές:

Η αγάπη του ενός για τον άλλον

Μόνο η αγάπη θα λειτουργήσει ως καύσιμο σε μία σχέση. Ούτε τα χρήματα, ούτε η δόξα, ούτε η ομορφιά… Τίποτα από όλα αυτά δεν αρκούν για να προχωρήσει μία σχέση. Με την αγάπη, τα ζευγάρια μπορούν να καταφέρουν πάρα πολλά. Μόνο με αυτή!

Το δόσιμο του ενός στον άλλον

Η πίστη και η εμπιστοσύνη που έχουν οι σύντροφοι μεταξύ τους, θα λειτουργήσει ως κινητήριος δύναμη για να ανταπεξέλθουν στα προβλήματα της καθημερινότητας. Η σκέψη και το αίσθημα πως ο σύντροφός μου θα είναι εκεί να με στηρίξει, μας κάνει πιο δυνατούς.

Οι αναγκαίες υποχωρήσεις και οι συμβιβασμοί που χρειάζεται να κάνουν και οι δύο σύντροφοι

Ο εγωισμός είναι αγκάθι στη σχέση. Δεν υπάρχει σχέση χωρίς υποχωρήσεις, χωρίς αμοιβαία αλλαγή των απόψεων, χωρίς μετακίνηση από τη βάση τους. Η σχέση διαμορφώνεται από τον συμβιβασμό. Από τον συγκερασμό των «θέλω» και των «πρέπει» των δύο συντρόφων.

Σκεφτείτε τη σχέση ως έναν καναπέ διθέσιο έναντι των δυο ατομικών πολυθρόνων. Οι δύο σύντροφοι για να είναι ενωμένοι πρέπει να κάθονται μαζί, αλλιώς ας κάτσουν σε μία ατομική πολυθρόνα και ας είναι μόνοι τους.

Εμπιστεύσου τη ζωή και δράσε

Ρωτάει το παιδάκι τον γέρο-ψαρά στην παραλία:
Πως ξέρετε ότι θα βρείτε ψάρια;
Δεν το γνωρίζω, του απαντάει, κάθε ταξίδι είναι αμφίβολο, επειδή στο βυθό της θάλασσας κανείς δεν ξέρει τι γίνεται! Εμπιστεύομαι όμως ότι ο πλούτος της θαλάσσιας ζωής έχει και για μένα μερτικό. Γι' αυτό δε μένω στη στεριά και βγαίνω εκεί με το σκαρί μου.

Ρωτάει ο νιος τον κυνηγό:
Πως ξέρετε ότι θα βρείτε θήραμα;
Δεν το γνωρίζω, του απαντάει, κάθε καρτέρι μπορεί και να είναι μάταιο. Εμπιστεύομαι όμως τη ζωή που θρέφει το δάσος και προσμένω από αυτήν τη ζωή για να θρέψει και εμένα. Γι' αυτό δε μένω σπίτι μου και νυχτώνομαι μέσα του.

Ρωτάει ο περίεργος το γεωργό:
Πως ξέρετε ότι θα έχετε σοδειά;
Δεν το γνωρίζω, του απαντάει, κάθε σπορά έχει τα ρίσκα της, επειδή κάτω από το χώμα, είναι άγνωστο τι γίνεται! Εμπιστεύομαι όμως τη δύναμη του σπόρου και τη θέληση της ζωής και προσμένω να δω τα νέα φυτά. Γι' αυτό δε μένω άπραγος και είμαι στο χωράφι.

Κάθε Δάσκαλος σε αυτή τη γη έχει διαλαλήσει:
Εμπιστεύσου τη ζωή, βάδισε με πίστη στο όραμά σου προσμένοντας το αποτέλεσμα και δράσε!
Γιατί μένεις ακίνητος στο σπίτι σου;

Όταν ο Καίσαρ είχε την κακοτυχία να τον απατήσει η σύζυγός του Πομπηία

Μην χάνεις τον καιρό σου, άμα σε βρει η κακοτυχία, να την πολεμάς με μαγικής εμπνεύσεως φίλτρα και δράσεις. Ούτε να μένεις αδρανής αφήνοντάς την, έτσι, να σε φθείρει μέχρι να σε εξαφανίσει. Δέξου την με γενναιότητα και κοίταξε πώς, με ορθολογικό τρόπο, μπορείς να την μετατρέψεις σε πλεονέκτημα της ζωής σου – όπως ο Καίσαρ, που, όταν είχε την κακοτυχία να τον απατήσει η σύζυγός του Πομπηία, συμπεριφέρθηκε με επιδέξιο τρόπο. Όχι μόνο δεν θύμωσε, αλλά δεν έδειξε καν να ενοχλήθηκε, ούτε και έδωσε το δικαίωμα να τον οικτίρουν.

Σύμφωνα με το έθος της αρχαίας Ρώμης, στις οργιαστικές τελετές προς τιμήν της θεάς Αγαθής επιτρεπόταν να μετέχουν μόνο γυναίκες. Ο νεαρός Πόπλιος Κλώδιος, όμως, ενώ η γιορτή της θεάς ήταν σε εξέλιξη, πήγε μεταμφιεσμένος σε γυναίκα στο σπίτι της Πομπηίας, με την οποία είχα συνάψει ερωτική σχέση.

Όταν αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο, ο Καίσαρ την μεν σύζυγό του την έδιωξε, στην δίκη δε, που ακολούθησε, κάλυψε τον Κλώδιο καταθέτοντας ότι δεν γνωρίζει τίποτε για την υπόθεση. “Τότε γιατί έδιωξες την γυναίκα σου;” τον ρώτησε ο δικαστής. “Διότι”, είπε ο Καίσαρ, “είχα την απαίτηση από την γυναίκα μου να μην πλανάται επάνω της ούτε υποψία”.

Από την απάντηση αυτή του Καίσαρα προέρχεται η εμβληματική πλέον φράση: “η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, αλλά πρέπει και να φαίνεται τίμια”, την οποία μεταχειριζόμαστε, για να υποστηρίξομε ότι δεν φτάνει να είναι κανείς ηθικά ανεπίληπτος, αλλά είναι αναγκαίο η συμπεριφορά του να συνάδει προς την ακεραιότητα του χαρακτήρα του.

Ο Καίσαρ είχε την κακοτυχία να γεννηθεί με επιληψία, που, αντί να τρέχει σε μάγισσες και εξορκιστές να του την θεραπεύσουν ή να την δει σαν πρόφαση για μαλθακή ζωή, την εξέλαβε σαν ευκαιρία έτσι, ώστε, πολεμώντας την, να ξεφύγει από τα συνήθη όρια αντοχής των ανθρώπων. Με τις επίπονες εκστρατείες του, την μόνιμη παραμονή του στην ύπαιθρο, τις εξαντλητικές ταλαιπωρίες στις οποίες αυτοβούλως υπέβαλλε τον εαυτό του μετέτρεψε το ασθενικό σώμα του σε ακατάβλητο.

Το ίδιο ακμαίο έκανε και το μυαλό του. Μπορούσε να απευθύνεται ταυτοχρόνως σε δυο και τρεις και παραπάνω γραφείς ή να υπαγορεύει πάνω από το άλογό του την ώρα δράσης του επιστολές. Και όποτε αισθάνθηκε την ανάγκη να καλύψει άστοχες ενέργειές του, δεν δίσταζε να ανασύρει την επιληψία του για να τις δικαιολογήσει, όπως, όταν κάποτε τον κατηγόρησαν που δεν σηκώθηκε από την θέση να υποδεχθεί τους ύπατους, τους στρατηγούς και τους βουλευτές, οι οποίοι παρουσιάστηκαν ενώπιόν του, προφασίστηκε την ασθένειά του για την ανοίκεια συμπεριφορά του.

Μάλλον αμφιβάλλεις γι’ αυτό που επαναλαμβάνεις

Λες σε κάποιον «σ’ αγαπώ» και όσο περισσότερο το λες, τόσο περισσότερο χρειάζεσαι να το επαναλαμβάνεις. Φαίνεται ότι κατά βάθος αμφιβάλλεις.

Αν αγαπάς στ’ αλήθεια, δεν υπάρχει λόγος να το λες, επειδή τα λόγια δεν έχουν σημασία. Ολόκληρη η ύπαρξή σου θα δείχνει την αγάπη σου. Θα φαίνεται από τα μάτια σου. Δεν χρειάζεται να το λες, δεν χρειάζεται να το επαναλαμβάνεις συνεχώς.

Το επαναλαμβάνεις για να πείσεις τον άλλο και την ίδια στιγμή για να πείσεις και τον εαυτό σου-επειδή στο βάθος είναι κρυμμένη η ζήλια η κτητικότητα, η έχθρα, η ανάγκη να κυριαρχείς.

Παράτησέ το! Όποτε επαναλαμβάνεις κάτι πάρα πολλές φορές ,πήγαινε βαθιά μέσα σου. Μάλλον αμφιβάλλεις γι’ αυτό που επαναλαμβάνεις. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν μπορείς να το κρύψεις, γιατί θα φανεί στα μάτια σου.

Το έχεις παρατηρήσει; Πηγαίνεις στο σπίτι κάποιου και σε καλωσορίζει, χωρίς να υπάρχει καλωσόρισμα στην παρουσία του.

Λέει: «είμαι πολύ χαρούμενος που σε βλέπω», εσύ όμως δεν βλέπεις πουθενά καμιά χαρά. Στην πραγματικότητα, σε κοιτάζει ανήσυχα, φοβισμένα, με αγωνία. Σε κοιτάζει ενοχλημένος, σαν να μπήκε μπελάς στο σπίτι του.

Έχεις παρατηρήσει ανθρώπους που σου λένε «κάθισε όπου θέλεις» και αυθόρμητα σου δείχνουν μια συγκεκριμένη θέση για να καθίσεις; Αντιφάσκουν με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Οι γονείς λένε στα παιδιά τους «Να είσαι ο εαυτός σου» και την ίδια στιγμή να διδάσκουν πως πρέπει να φέρονται. «Να είσαι ανεξάρτητος» και την ίδια στιγμή πιέζουν το παιδί να είναι υπάκουο.

Έχουν τη δική τους ιδέα για το πώς πρέπει να είναι το παιδί και όταν του λένε «να είσαι ο εαυτός σου,» εννοούν «να είσαι έτσι όπως σε θέλουμε να είσαι». Δεν εννοούν πραγματικά «να είσαι ο εαυτός σου».

Συνεχώς κάτι είναι εκεί παρόν κι εσύ δεν μπορείς να το διαστρεβλώσεις στ’ αλήθεια. Ο άνθρωπος όμως έχει γίνει πονηρός ακόμη κι εκεί. Δεν κοιταζόμαστε , γιατί τα μάτια δείχνουν την αλήθεια. Έτσι είναι ζήτημα καλών τρόπων το να αποφεύγουμε να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Αν κοιτάζεις πολύ τα μάτια των άλλων, θα θεωρηθείς λίγο απολίτιστος. Τα μάτια είναι πολύ δύσκολο να σε ξεγελάσουν.

Η γλώσσα μπορεί να σε ξεγελάσει πολύ εύκολα, επειδή η γλώσσα είναι παράγωγο της κοινωνίας. Τα μάτια όμως ανήκουν στο είναι σου.

Λες κάτι και τα μάτια σου δείχνουν κάτι άλλο. Γι’ αυτό σε όλες τις κοινωνίες του κόσμου, οι άνθρωποι αποφεύγουν να κοιτάζονται στα μάτια. Δεν θέλουν να το κάνουν, για να μην έρθουν αντιμέτωποι με την αλήθεια.

Μπορείς όμως να δεις αυτές τις αντιφάσεις στον ίδιο σου τον εαυτό και αυτό θα σε βοηθήσει πολύ.

Αν το μέσα σου δεν είναι σαν το έξω σου και το έξω σου σαν το μέσα σου, δεν θα ησυχάσεις ποτέ.

Ο δυσκολότερος άνθρωπος να τα πάτε καλά σε ολόκληρο τον κόσμο είναι, στην πραγματικότητα, ο εαυτός σας

Πριν μιλήσουμε για το πως τα πηγαίνουμε με τους άλλους, πρώτα πρέπει να τα έχουμε καλά με τους εαυτούς μας. Μου φαίνεται ότι όλες οι εξωτερικές διαμάχες μεταξύ των ανθρώπων είναι εκδηλώσεις εσωτερικών διαμαχών στους ανθρώπους. Αν υποφέρετε από μια άλυτη εσωτερική διαμάχη, τότε δεν τα πάτε τόσο καλά με τον εαυτό σας όσο θα μπορούσατε. Και αν δεν τα πάτε τόσο καλά με τον εαυτό σας όσο θα μπορούσατε, δεν θα τα πάτε όσο καλά θα μπορούσατε και με τους άλλους.

Όποτε παρατηρώ ανθρώπινα πλάσματα να φέρονται άσχημα, να κακομεταχειρίζονται ή να τραυματίζουν το ένα το άλλο, είτε σε άμεση αντιπαράθεση ή με ύποπτους ή με πισώπλατους τρόπους, πάντα παρατηρώ ότι οι δράστες δεν φαίνονται πολύ ευχαριστημένοι με τους εαυτούς τους. Οι άνθρωποι που κάνουν πόλεμο στους άλλους δεν έχουν καταφέρει να κατακτήσουν τους εαυτούς τους. Ο διάσημος χαρακτήρας κόμικ του Γουόλτ Κέλι, ο Πόγκο, το συνόψισε κάπως έτσι: “Έχουμε συναντήσει τον εχθρό και είμαστε εμείς”. Ο δυσκολότερος άνθρωπος να τα πάτε καλά σε ολόκληρο τον κόσμο είναι, στην πραγματικότητα, ο εαυτός σας.

Από την άλλη μεριά, οι άνθρωποι που φέρονται στους άλλους με αυθεντική καλοσύνη, ευαισθησία και σεβασμό – αν όχι με αγάπη και συμπόνια – σχεδόν σίγουρα τα πάνε καλά με τον εαυτό τους, κατ’ αρχάς. Η επίλυση των δικών σας εσωτερικών μαχών συγκρούσεων, έτσι ώστε να μαίνονται μέσα σας λιγότερες θύελλες, θα επιδράσει κατευναστικά στις αλληλεπιδράσεις με τους άλλους επίσης.

Ακόμη κι αυτοί που προσπαθούν να σας προκαλέσουν με τις δικές τους καταιγίδες θα είναι ανίκανοι να το κάνουν. Αφού κατακτήσετε τον εχθρό έσωθεν, δεν θα έχετε περισσότερους εχθρούς έξωθεν. Γι’ αυτό ο Γκάντι έλεγε ότι στο “λεξικό” του της μη βίαιης αντίστασης στην καταπίεση “δεν υπάρχει λέξη για τον εχθρό”.

Βεβαίως, όλοι μας βιώνουμε προσωρινές εσωτερικές αναστατώσεις – είτε λόγω της κακής μέρας, του συνδρόμου των εμμήνων, της έλλειψης ύπνου, του ότι βρισκόμαστε στο κατώφλι του εκνευρισμού ή απλώς επειδή “ξυπνήσαμε στραβά” – και μπορεί περιστασιακά να ξεσπάσουν.

Αλλά πρέπει να είμαστε ικανοί να ξεπερνάμε τις κακές διαθέσεις γρήγορα. Είναι η εξαίρεση, και όχι ο κανόνας, του κώδικα συμπεριφοράς μας.

Όταν είστε κακοδιάθετοι, ακόμη και για μερικά λεπτά ή ώρες, δεν τα πάτε καλά με τον εαυτό σας και βιώνετε δυσαρέσκεια. Αν μπορείτε να ξεχάσετε τη δυσαρέσκειά σας ακόμη και για ένα λεπτό – αφήνοντας κάποιον άλλο να σας χαροποιήσει ή να σας αποσπάσει την προσοχή ή να σας κάνει να γελάσετε – τότε επιτρέπεται σε κάθε πιθανό είδος ευχαρίστησης να εισέλθει, στη στιγμή.

Αλλά αν κολλάτε πεισματικά στη δυστυχία σας, αποτρέπετε κάθε είδους χαρά να εισέλθει.

Ακόμη και ο Νίτσε, ο οποίος δεν ξεχείλιζε ακριβώς από ανθρώπινη καλοσύνη, συνειδητοποίησε τη σημασία που έχει να ξεχνάμε τις αιτίες της δυσαρέσκειάς μας.
Αυτός ο οποίος ξεχνά είναι θεραπευμένος. – ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

Όπως γνώριζε ο Νίτσε, αυτό ισχύει τόσο σε ομάδες όσο και σε μεμονωμένα άτομα: “Ένας χαρούμενος λαός δεν έχει ιστορία”.

Αντιθέτως, άτομα ή ομάδες που κουβαλούν πολλή ιστορία είναι πιθανόν να είναι αναστατωμένες για μεγάλες περιόδους.

Το επιτρέπετε στο παρελθόν να καταλαμβάνει το παρόν σας και να εμποδίζει το μέλλον σας είναι ένας σίγουρος τρόπος για να μην τα πηγαίνετε καλά με τον εαυτό σας.

Αν έχετε κακή διάθεση, σίγουρα θα σταματήσει, αν είστε πρόθυμοι να ξεχάσετε τι την προκάλεσε.

Όλοι έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε αυτό, αν και μερικοί χρειάζεται να μάθουν να εξασκούν αυτή τη δύναμη και να εξασκηθούν στο να την ασκούν πιο ολοκληρωμένα.

Το Σύμπαν θα μπορούσε να έχει γεννηθεί από μια μαύρη τρύπα

Το Σύμπαν θα μπορούσε να έχει γεννηθεί από μια μαύρη τρύπα αναφέρει μία νέα εκπληκτική θεωρία.

Παρά τις τεράστιες προόδους των επιστημόνων στην κατανόηση του Σύμπαντος κατά τις τελευταίες δεκαετίες, από που προήλθε ο κόσμος μας παραμένει ένα μυστήριο.

Εξίσου μυστηριώδης με τους επιστήμονες είναι και οι μαύρες τρύπες – αλλά τώρα κάποιοι ειδικοί αρχίζουν να εξετάζουν κατά πόσον αυτά τα δύο συνδέονται με κάποιο τρόπο.

Στις αρχές του χρόνου, πριν από 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια, υπήρχε ένα πυκνό και σούπερ-καυτό ενεργητικό σημείο όπου οι νόμοι της φυσικής δεν ίσχυαν – αυτό που είναι γνωστό ως μοναδικότητα.

Το μόνο άλλο πράγμα στο Σύμπαν, όπου μια μοναδικότητα συμβαίνει και οι νόμοι της φυσικής δεν ισχύουν είναι στον ορίζοντα γεγονότων μιας μαύρης τρύπας, η οποία παρμένη ανεξήγητη από τις τρέχουσες επιστημονικές θεωρίες.

Στο Σύμπαν οι μελανές οπές έχουν τον λεγόμενο «ορίζοντα γεγονότων», ένα «σημείο χωρίς επιστροφή» από όπου τίποτε (ούτε καν το φως) δεν μπορεί να ξεφύγει. Οι μελανές οπές στο Σύμπαν έχουν ένα σφαιρικού σχήματος ορίζοντα γεγονότων. Οι τριών διαστάσεων μαύρες τρύπες του Σύμπαντος δημιουργούν ορίζοντες γεγονότων δύο διαστάσεων.

Η νέα θεωρία αναφέρει ότι σε ένα σύμπαν όπου υπάρχουν μελανές οπές τεσσάρων διαστάσεων ο ορίζοντας γεγονότων τους πιθανώς να είναι ένα αντικείμενο τριών διαστάσεων, μια δομή που οι επιστήμονες ονομάζουν υπερσφαίρα.

Όταν οι ερευνητές πραγματοποίησαν προσομοιώσεις της κατάρρευσης ενός άστρου τεσσάρων διαστάσεων είδαν ότι η ύλη που εκτοξεύεται μπορεί να δημιουργήσει μια μεμβράνη τριών διαστάσεων. Η μεμβράνη αυτή περιβάλλει τον τρισδιάστατο ορίζοντα γεγονότων της μελανής οπής που έχει σχηματιστεί και μάλιστα είναι μια μεμβράνη που διαστέλλεται. Έτσι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανό το δικό μας σύμπαν να είναι στην πραγματικότητα μια υπερσφαίρα ενός άλλου σύμπαντος.

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Ιστορίες για τον Μεγάλο Αλέξανδρο

Η προσωπικότητα και οι πράξεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου προκάλεσαν τη συγγραφή μιας ολόκληρης σειράς έργων, κυρίως από αξιωματούχους, οι οποίοι με διάφορες ιδιότητες τον συνόδευαν στις εκστρατείες του. Tα έργα αυτών των λεγόμενων ιστορικών του Μεγάλου Αλεξάνδρου έχουν σχεδόν καθ' ολοκληρία χαθεί· σώζεται μόνον ό,τι υλικό έχουν χρησιμοποιήσει οι μεταγενέστεροι ιστορικοί. Η απώλεια αυτή σημαίνει ότι για τον Μακεδόνα βασιλιά διαθέτουμε τελικά ιστορίες γραμμένες το νωρίτερο 3 αιώνες μετά τον θάνατό του: το 17ο βιβλίο της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Διόδωρου (δεύτερο μισό 1ου αι. π.Χ.), την Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Κόιντου Ρούφου (εποχή του αυτοκράτορα Κλαύδιου), τον Βίο του Αλεξάνδρου του Πλουτάρχου (110-115 μ.X.) ή το σημαντικότερο από τα ιστορικά έργα για τον Αλέξανδρο, την Αλεξάνδρου Ανάβασιν του Αρριανού (115-125 μ.Χ.).
 
Οι ιστορικοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου μπορούν να κατανεμηθούν σε δύο ομάδες: σε εκείνους στους οποίους ο Μακεδόνας βασιλιάς ανέθεσε την εξιστόρηση της εκστρατείας του (Καλλισθένης, Αναξιμένης) και σε εκείνους που συμμετέχοντας υπό διάφορες ιδιότητες σε αυτήν αποφάσισαν να συντάξουν έργα για αυτόν (Χάρης ο Μυτιληναίος, Νέαρχος, Ονησίκριτος, Πτολεμαίος, Αριστόβουλος).
 
Ο Καλλισθένης από την Όλυνθο (FGrHist 124· 370-327 π.Χ.) ήταν συγγενής και μαθητής του Αριστοτέλη. Συμμετείχε ως ιστορικός της αυλής στην εκστρατεία, έπεσε όμως σε δυσμένεια, επειδή αρνήθηκε να προσκυνήσει τον Μεγάλο Αλέξανδρο και πέθανε στη φυλακή. Έγραψε πρώτα Ελληνικά σε 10 βιβλία, που κάλυπταν την περίοδο από τη λεγόμενη ειρήνη του Ανταλκίδα (387/86) έως την αρχή του Γ' Iερού Πολέμου (357/56· τον πόλεμο αυτόν τον πραγματεύτηκε ο Καλλισθένης και σε ένα ξεχωριστό έργο, το Περὶ τοῦ Ἱεροῦ πολέμου). Το έργο διαπνεόταν από φιλοθηβαϊκό (και ταυτόχρονα αντισπαρτιατικό) πνεύμα και από την πεποίθηση ότι μόνον υπό τον Φίλιππο μπορούσε να ενωθεί η κατακερματισμένη σε πόλεις-κράτη Ελλάδα. Οι Ἀλεξάνδρου πράξεις παρέμειναν λόγω του θανάτου του Καλλισθένη το 327 ημιτελείς· κάλυπταν το χρονικό διάστημα από τη διάβαση του Αλεξάνδρου στην Ασία έως τουλάχιστον τη μάχη στα Άρβηλα (331). Ο Καλλισθένης αφηγούνταν συνεπώς τα γεγονότα από μικρή χρονική απόσταση και δημοσίευε διαδοχικά τμήματα του έργου, το οποίο διακρινόταν αφενός για τον εγκωμιαστικό προς τον βασιλιά τόνο, ο οποίος μάλιστα έφθανε μέχρι το σημείο να προκαλεί και την εσκεμμένη στρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας, αφετέρου για το υψηλό, σχεδόν τραγικό ύφος με το οποίο δραματοποιούνταν τα γεγονότα. Από την άλλη πλευρά οι Πράξεις έβριθαν, ακολουθώντας τα χνάρια της ιωνικής ἱστορίης, από γεωγραφικές, εθνογραφικές, βοτανολογικές και ζωολογικές παρεκβάσεις. Από το έργο Τὰ περὶ Ἀλέξανδρον (δημοσιεύθηκε αμέσως μετά τον θάνατο του βασιλιά) του Αναξιμένη από την Λάμψακο (FGrHist 72), που ακολούθησε και αυτός τον Μεγάλο Αλέξανδρο στην εκστρατεία του, σώθηκαν ελάχιστα αποσπάσματα.
 
Ο Χάρης ο Μυτιληναίος (FGrHist 125), ο εἰσαγγελεὺς (τελετάρχης της αυλής) του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έγραψε Περὶ Ἀλέξανδρον ἱστορίας σε τουλάχιστον 10 βιβλία, που δημοσιεύθηκαν αρκετό χρονικό διάστημα μετά τον θάνατο του βασιλιά και ασχολούνταν κυρίως με την καθημερινή ζωή και τα πρόσωπα της αυλής. Ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια (FGrHist 134), μαθητής του κυνικού φιλόσοφου Διογένη, δημοσίευσε αμέσως μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου το έργο Πῶς Ἀλέξανδρος ἤχθη, που είχε ως πρότυπο την Κύρου παιδεία του Ξενοφώντα (ἤχθη = ανατράφηκε)· το περιεχόμενο του έργου αποτελούνταν από ένα ιδιότυπο μείγμα ιστορίας και φιλοσοφικών στοχασμών. Η αφήγηση εκτεινόταν από τη γέννηση έως τον θάνατο του βασιλιά, αλλά η αξιοπιστία της αμφισβητήθηκε έντονα ήδη στην αρχαιότητα (ο Στράβων τον ονομάζει παραδόξων ἀρχικυβερνήτην και τερατολόγον).
 
Ο Νέαρχος από την Κρήτη (FGrHist 133· γενν. περ. 360 π.Χ.), ναύαρχος του Αλεξάνδρου, έγραψε το έργο Παράπλους τῆς Ἰνδικῆς, που αποτελεί τη λεπτομερή περιγραφή του ταξιδιού του στόλου του από τον Ινδό ποταμό έως τον Περσικό κόλπο (325 π.Χ. από τον Παράπλου αντλεί σχεδόν κατά λέξη το δεύτερο τμήμα της Ινδικής του Αρριανού και για τον λόγο αυτόν έχουμε καλή γνώση του έργου. Ο Νέαρχος ακολουθεί την παράδοση των ιωνικών περίπλων και στρέφει την προσοχή του στις χώρες που παραπλέει, τους λαούς, την πανίδα και τη χλωρίδα τους· η αξιπιστία του είναι υψηλή και η επίδραση του έργου μεγάλη (το χρησιμοποίησαν μεταξύ άλλων ο Θεόφραστος, ο Κλείταρχος, ο Αριστόβουλος, ο Ερατοσθένης, ο Στράβωνας και, όπως είπαμε, ο Αρριανός).
 
Το έργο του Κλειτάρχου από την Αλεξάνδρεια (FGrHist 137), ο οποίος δεν συμμετείχε, όπως άλλοι ιστορικοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στις εκστρατείες του βασιλιά, Περὶ Ἀλέξανδρον ἱστορίαι σε 12 βιβλία, άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους ιστορικούς, δυστυχώς όμως σώζονται μόνο 36 αποσπάσματα από αυτό. Ο Κλείταρχος αφηγούνταν το χρονικό διάστημα από την ανάρρηση στον θρόνο έως τον θάνατο του Αλεξάνδρου, η αξιοπιστία όμως του έργου, το οποίο πρέπει να δημοσιεύθηκε γύρω στο 315 π.Χ., ήταν μικρή ήδη στην αρχαιότητα, γιατί ο Κλείταρχος έκανε άφθονη χρήση ρητορικών σχημάτων και υπερβολών ή και ακόμη εσκεμμένων ψευδών· αποτελεί την κύρια πηγή της αφήγησης της ιστορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο 17ο βιβλίο της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Διοδώρου.
 
Κύρια πηγή της Αλεξάνδρου Αναβάσεως του Αρριανού είναι το έργο του Πτολεμαίου του Λάγου (FGrHist 138· γράφτηκε μετά το 286 π.Χ.), που το 305/04 αναγορεύθηκε βασιλιάς της Αιγύπτου. Πρόκειται για μια ιδιαιτέρως αξιόπιστη αφήγηση της ιστορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, γραμμένη από έναν αυτόπτη μάρτυρα και βασισμένη στις επίσημες Εφημερίδες (FGrHist 117), το «ημερολόγιο» του βασιλιά. Ο Πτολεμαίος έδινε έμφαση στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και έδειχνε ελάχιστο ενδιαφέρον για βιογραφικές λεπτομέρειες.
 
Ο Αριστόβουλος από την Κασσάνδρεια (FGrHist 139) συμμετείχε στις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως αρχιτέκτονας και μηχανικός· η αφήγησή του ήταν υψηλής αξιοπιστίας και για τον λόγο αυτόν αποτελεί (μαζί με τον Πτολεμαίο τον Λάγου) μία από τις δύο βασικές πηγές του Αρριανού.
 
Αρνητική εικόνα για τον Μεγάλο Αλέξανδρο προσέφερε το έργο του Έφιππου από την Όλυνθο (FGrHist 126) Περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου καὶ Ἠφαιστίωνος τελευτῆς, από το οποίο παραδίδονται ελάχιστα μόνο αποσπάσματα που αφορούν την πολυτελή διαβίωση και την άκρατη οινοποσία του βασιλιά.