Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (808-836)

ΧΟ. ἰὼ θεοὶ νεώτεροι, παλαιοὺς νόμους [ἀντ. α]
καθιππάσασθε κἀκ χερῶν εἵλεσθέ μου.
810 ἐγὼ δ᾽ ἄτιμος ἁ τάλαινα βαρύκοτος
ἐν γᾷ τᾷδε, φεῦ,
ἰὸν ἰὸν ἀντιπενθῆ μεθεῖσα καρδίας
σταλαγμὸν χθονὶ
ἄφορον· ἐκ δὲ τοῦ
815 λιχὴν ἄφυλλος ἄτεκνος, ἰὼ δίκα,
πέδον ἐπισύμενος
βροτοφθόρους κηλῖδας ἐν χώρᾳ βαλεῖ.
στενάζω; τί ῥέξω;
γελῶμαι· δύσοιστ᾽ ἐν
820 πολίταις ἔπαθον·
ἰὼ μεγάλατοι κόραι δυστυχεῖς
Νυκτὸς ἀτιμοπενθεῖς.

ΑΘ. οὐκ ἔστ᾽ ἄτιμοι, μηδ᾽ ὑπερθύμως ἄγαν
825 θεαὶ βροτῶν κτίσητε δύσκηλον χθόνα.
κἀγὼ πέποιθα Ζηνὶ καί—τί δεῖ λέγειν;—
καὶ κλῇδας οἶδα δώματος μόνη θεῶν
ἐν ᾧ κεραυνός ἐστιν ἐσφραγισμένος·
ἀλλ᾽ οὐδὲν αὐτοῦ δεῖ· σὺ δ᾽ εὐπιθὴς ἐμοὶ
830 γλώσσης ματαίας μὴ ᾽κβάλῃς ἔπη χθονί
καρπὸν φέροντα πάντα μὴ πράσσειν καλῶς.
κοίμα κελαινοῦ κύματος πικρὸν μένος
ὡς σεμνότιμος καὶ ξυνοικήτωρ ἐμοί·
πολλῆς δὲ χώρας τῆσδε τἀκροθίνια
835 θύη πρὸ παίδων καὶ γαμηλίου τέλους
ἔχουσ᾽ ἐς αἰεὶ τόνδ᾽ ἐπαινέσεις λόγον.

***
ΧΟΡΟΣ
Α, θεοί, νέοι θεοί, τους νόμους τους παλιούς μου
ποδοπατάτε και μου παίρνετ᾽ απ᾽ τα χέρια.
810 Και καταφρονεμένη και βαριογομισμένη
η μαύρη εγώ, στη χώρα τούτη, αλί!
θα στάξω φθορά
θα χύσω φαρμάκι, θα χύσω,
τ᾽ άχτι να βγάλω απ᾽ την καρδιά·
κι απ᾽ το φαρμάκι θ᾽ απλώσει στη γης
σε φύλλα και σπόρους παντού φυλλοξέρα
— ω εκδίκησ᾽ εκδίκηση! — ν᾽ αφήσει εδώ πέρα
περνώντας θανάτου φθορά.
Στενάζω· τί κάνω;
820 βαριά στους ανθρώπους θα πέσω·
αλί μας! μεγάλα που πάθαμ᾽ εμείς
με το άτιμο πένθος
αλίμονο, κόρες της Νύχτας.

ΑΘΗΝΑ
Κανείς δε σας ταπείνωσε και μη με τόση
οργή θελήσετε, θεές, θνητών ανθρώπων
έρμη τη γη να κάμετε. Και γω στο Δία
τα θάρρη μου έχω — μα ποιά ανάγκη να το λέγω;
κι εγώ μονάχ᾽ απ᾽ τους θεούς τα κλειδιά ξέρω
του μέρους που ᾽ναι οι κεραυνοί του σφραγισμένοι·
μ᾽ αχρείαστοι να ᾽ναι, κι έλα πίστεψέ μου εμένα·
830 μη βγάζει άστοχα η γλώσσα σου γι᾽ αυτή τη χώρα
λόγια, που καρπό φέρουνε φθορά στα πάντα·
κοίμισε την πικρή χολή τ᾽ αναβρασμού σου
κι ώς θα ᾽σαι πολυτίμητη συγκάτοική μου
στη χώρα τη μεγάλη εδώ, προφαντές θα ᾽χεις
θυσίες στις γέννες και σε κάθε χαρά γάμου,
που θα ευλογείς για πάντα αυτές τις συμβουλές μου.

Οι διαφορές ανάμεσα στην αγάπη και την εμμονή

Είναι αγάπη ή εμμονή; Όταν η αγάπη γίνεται εμμονή, το άλλο άτομο σας γίνεται ανάγκη. Φοβάστε μη το χάσετε. Μάθετε περισσότερα σ' αυτό το άρθρο.

Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην αγάπη και την εμμονή, όμως η αγάπη είναι συναίσθημα τόσο έντονο που κάποιες φορές ξεφεύγει από τον έλεγχο. Καταλήγει να γίνεται εμμονή και μας αιφνιδιάζει.

Δεν είναι εύκολο να το αναγνωρίσετε όταν είστε παγιδευμένοι από εμμονή ή όταν αγαπάτε πραγματικά.

Εξαιτίας αυτού, σήμερα θα εξετάσουμε κάποιες θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στην αγάπη και την εμμονή. Αυτό θα μας βοηθήσει να τις ξεκαθαρίσουμε και θα το κάνουμε ευκολότερο να δείτε τι σας συμβαίνει.

Αγάπη ή εμμονή;


Η ασθένεια της αποκλειστικότητας

Κάτι συμβαίνει όταν γίνεστε εμμονικοί με κάποιο άλλο άτομο. Χτίζετε ένα τείχος γύρω από τη σχέση και δεν υπάρχει τρόπος να το παρακάμψετε.

Αυτή η αποκλειστικότητα σας πνίγει. Αυτό συμβαίνει επειδή τις περισσότερες φορές θέλετε να τα ελέγχετε όλα. Το αποτέλεσμα είναι να γεμίζετε τον εαυτό σας με αμφιβολίες και να είστε σε εγρήγορση αντί να είστε χαλαροί και ν’ απολαμβάνετε τη σχέση.

Η αγάπη, από την άλλη πλευρά, εκτιμά την ειλικρίνεια ανάμεσα στα άτομα της σχέσης.

Εμμονή και αυτοεκτίμηση

Όταν έρχεται η εμμονή αρχίζει να σχετίζεται με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Κάτι μας λείπει. Χρειαζόμαστε κάτι που δεν έχουμε. Ως αποτέλεσμα γινόμαστε εμμονικοί.

Μη χάνετε τον εαυτό σας: δεν χρειάζεστε κανέναν να σας ολοκληρώνει. Είστε ένα ολοκληρωμένο άτομο.

Όταν όμως μιλάμε για αγάπη, δεν μιλάμε για κάποιο άτομο το οποίο μας γεμίζει. Αντίθετα, μιλάμε για κάποιο άτομο το οποίο μας συνοδεύει.

Υπάρχει αποδοχή στην αγάπη

Τη στιγμή που χωρίζει ένα ζευγάρι, υπάρχει πάντα μια περίοδος πόνου. Πρέπει να περάσετε από αυτή. Αργά ή γρήγορα όμως, θα αποδεχτείτε την πραγματικότητα.

Με την εμμονή όμως δεν συμβαίνει το ίδιο. Υπάρχει πόνος, αλλά δεν μπορούμε να τον ξεπεράσουμε. Μένουμε παγιδευμένοι ή δεμένοι. Πολλές φορές, ίσως να μη φτάσουμε στην αποδοχή χωρίς να περάσουμε από θεραπεία.

Το άλλο άτομο είναι ανθρώπινο ον

Αυτό θα πρέπει να είναι προφανές. Ωστόσο, όταν μιλάμε για εμμονή αυτό δεν είναι ξεκάθαρο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το άλλο άτομο είναι κάτι σαν ιδιοκτησία σας. Είναι κάτι που σας ανήκει. Και αυτό για να σας δώσουν κάτι που σας λείπει.

Στην καρδιά σας πιστεύετε ότι σας είναι «υπόχρεο» και ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εσάς. Εξαιτίας της ανάγκης σας, παύει να είναι ανθρώπινο ον και μετατρέπεται σε αντικείμενο.

Όταν μιλάμε για αγάπη, έχουμε στο μυαλό μας το άλλο άτομο. Μπορεί να απολαύσει τόσο τα δικαιώματά του όσο και την ελευθερία του.

Η πρόθεση της χειραγώγησης

Κάποιες φορές, ο ένας από τους δύο αναπτύσσει μια έλλειψη ενδιαφέροντος για τον άλλο στη σχέση.

Αν μιλάμε για αγάπη, αυτό σας στεναχωρεί. Αλλά καταλήγετε στην απόφαση και αποδέχεστε τον χωρισμό.

Στην άλλη περίπτωση όμως, δεν συμβαίνει το ίδιο. Αντίθετα, χρησιμοποιείται σαν όπλο ενάντια στο άλλο άτομο.

Κάνοντάς το αυτό, προσπαθούν να κάνουν το άλλο άτομο να αισθανθεί τύψεις για την έλλειψη ενδιαφέροντός τους.

Η σπουδαιότητα της επικοινωνίας

Η επικοινωνία και η ενσυναίσθηση είναι θεμελιώδη στοιχεία για κάθε υγιές ζευγάρι. Αυτό βοηθά να κυλούν όλα ήρεμα.

Όμως, στις σχέσεις όπου υπάρχει εμμονή, η επικοινωνία είναι απούσα. Αντ’ αυτής, υπάρχει ο φόβος πως το άλλο άτομο μπορεί να δραπετεύσει, να το σκάσει ή να μας αφήσει.

Εξαιτίας αυτού, το κάνετε να φαίνεται ότι δεν υπάρχει κάποιο λάθος. Προσποιείστε πως όλα πάνε καλά και έτσι δεν βλέπετε καθόλου την πραγματική φύση του προβλήματος.

Έχετε βιώσει ποτέ αυτές τις δύο μορφές «αγάπης» ή να πιστεύετε ότι αγαπάτε; Οι άνθρωποι που γίνονται πολύ εμμονικοί στις σχέσεις τους καταλήγουν να πληγώνονται πολύ.

Οι ανάγκες τους δεν εκπληρώνονται. Αν ανά πάσα στιγμή αλλάξουν όλα, χάνουν εντελώς τον έλεγχο.

Δεν επιτρέπουν σε κανένα να αλλάξει ή να γίνει κάτι διαφορετικά. Τα έχουν δώσει όλα για το άλλο άτομο.

Ξεχνούν όμως τον εαυτό τους. Τότε, η μόνη λύση είναι να βρουν ξανά τον εαυτό τους. 

Όσο πληγωνόμαστε πληγώνουμε

Σε μια συντροφική σχέση ανεξαρτήτως ενδιαφέροντος που έχουμε ο ένας για τον άλλον, οι εντάσεις μεταξύ μας είναι αναπόφευκτες απ’ τη στιγμή που ο καθένας μας είναι μία ξεχωριστή προσωπικότητα, με τη δική του ιδιοσυγκρασία, έχει προσωπική άποψη και βγάζει τα δικά του συμπεράσματα.

Η οπτική του καθενός φέρει κι ανάλογο αντίκτυπο στη σχέση, που πολλές φορές μας απογοητεύει επειδή δεν είναι η κατάλληλη συμπεριφορά που περιμέναμε να δούμε απ’ το σύντροφό μας. Πράγματι πολλές αντιδράσεις ενοχλούν και πληγώνουν τα συναισθήματά μας κι όσο πιο ευάλωτοι νιώθουμε μέσα μας, τόσο πιο εκτεθειμένοι είμαστε να ενοχληθούμε από μια συμπεριφορά.

Όλα ξεκινούν απ’ τον σεβασμό που δείχνει ο άλλος απέναντί μας. Θέλουμε να ακούμε πάντα τα καλύτερα, να μας εξυψώνουν, να μας κολακεύουν, να μας φροντίζουν. Ο εγωισμός μας δε δέχεται ότι έχουμε άδικο κι η ανασφάλειά μας δεν ανέχεται την κριτική. Αν βρούμε λόγια που δε μας αρέσουν, ένα άτοπο νεύμα, μια βιαστική απάντηση, ένα αβάσιμο συμπέρασμα εις βάρος μας, αρκούν για να πάρουμε συναισθηματικές αποστάσεις. Φυσικά προτιμάμε να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας και για να επιβληθούμε δημιουργούμε άμυνες, αρκεί να βρούμε το δίκιο μας.

Απ’ την παρόρμηση να προστατεύσουμε τον εγωισμό μας, ξεχνάμε να δούμε πώς φαινόμαστε στα μάτια του άλλου κι ούτε αντιλαμβανόμαστε αν η δική μας συμπεριφορά έχει ενοχλήσει. Μπορεί να φερθούμε κι εμείς με τη σειρά μας άγαρμπα, χωρίς να εννοούμε ιδιαίτερα ό,τι λέμε, αλλά κι αν είπαμε κάποιες αλήθειες λόγω της φόρτισης θα εκφράστηκαν με υπερβολικό τρόπο. Ειδικά σε μια προσωπική σχέση έχουμε την οικειότητα να μιλήσουμε χωρίς ιδιαίτερο φίλτρο, ξεσπούν οι σκέψεις μας εντελώς ατσούμπαλα κι ούτε ωραιοποιούμε τα λεγόμενά μας.

Ποιος έχει δίκιο ή άδικο, ποιος πονάει περισσότερο, ποιος πληγώνεται ελαφρύτερα, ποιος τα ξεπερνάει όλα πιο εύκολα, ποιος αντέχει; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιος τα καταφέρνει γενικά καλύτερα, ακόμα κι αν φαίνεται πολλές φορές το ζύγι να τείνει ευκολότερα προς τη μία κατεύθυνση.

Αν αναρωτηθούμε, όλο και κάποιο παράπονο έχει ο ένας απ’ τον άλλον κι αυτό το αλισβερίσι κριτικής δημιουργεί ασυμφωνία και σύγχυση. Όπως υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας κι ο άλλος θέλει να υπερασπιστεί τον δικό του. Ο καθένας μας κρατάει τις άμυνές του και καταλήγουμε να αλληλοπληγωνόμαστε επειδή έχουμε θιχτεί μεταξύ μας. Είναι ένας κύκλος συμπεριφοράς που όσο πληγωνόμαστε, πληγώνουμε και το αντίστροφο.

Όταν νιώθουμε πληγωμένοι απ’ τον σύντροφό μας ουσιαστικά ρίχνουμε την ευθύνη πάνω του, σαν να φταίει εκείνος που εμείς πληγωθήκαμε. Ο σύντροφος, που φαίνεται πως πληγώνει, για να φτάσει στο σημείο να πληγώσει τον δικό του άνθρωπο, σημαίνει πως από κάτι είναι ήδη επηρεασμένος.

Κάθε συμπεριφορά που δεχόμαστε είναι το ερέθισμα που εκθέτει μια αδυναμία μας, ενώ με την αντίδρασή μας προβάλλουμε κι εμείς την αντίστοιχη ανασφάλεια του άλλου. Ουσιαστικά, είμαστε ο ένας ο καθρέφτης του άλλου κι έχουμε κι οι δύο την ευθύνη με το πόσο εγωκεντρικά θα εκδηλώσουμε τις ανασφάλειές μας.

Αν είναι ικανή μία πράξη να μας ρίξει τη διάθεση και να μας στενοχωρήσει σημαίνει πως κάποιο κουμπί βρίσκει μέσα μας και πατάει. Ο καθένας λειτουργεί μέσα απ’ τα δικά του συναισθηματικά τραύματα. Μέσα από ένα ραγισμένο πρίσμα, λόγω του τραύματος, θα ενεργεί ανάλογα ραγισμένα και σε εμάς πέφτει η βαρύτητα στο πόσο θα ανεχτούμε ή θα διαχειριστούμε τη συμπεριφορά που λαμβάνουμε μέσα απ’ το αντίστοιχο δικό μας πολυδιάστατο πρίσμα. Κατά κάποιο τρόπο εμείς επιτρέπουμε πόσο κι αν θα πληγωθούμε.

Δεν υπάρχει θύμα, υπάρχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δεν υπάρχει θύτης, μόνο υψηλός εγωισμός. Ανασφάλεια έχουν κι οι δύο όμως, που την εκφράζουν με διαφορετικό τρόπο. Με γνώμονα την εκτίμηση απέναντι στο σύντροφό μας μπορούμε να του δημιουργήσουμε ένα κέντρο ασφάλειας μόνο με το γίνουμε οι ίδιοι ασφαλείς προς τον εαυτό μας.

Η ανασφάλειά μας θέλει φροντίδα, με το να παραμένουμε συνειδητοί στις πράξεις μας, να ξέρουμε τι θέλουμε, να παρατηρούμε ακέραια τις αντιθέσεις μας, χωρίς να παρερμηνεύουμε με προκαταλήψεις, να αναπτύξουμε επίγνωση για τη συμπεριφορά μας, να συναναστρεφόμαστε με συναίσθηση κι ενσυναίσθηση.

Η συμπεριφορά μας είναι αντίκτυπο της ισορροπίας που έχουμε κατακτήσει μέσα μας. Η αυτογνωσία είναι μια εσωτερική επιτυχία και πάει κόντρα στις πεποιθήσεις του μυαλού και τον εγωισμό. Συνήθως υψηλά ποσοστά εγωισμού δεν μπορούν να φέρουν τη χαρά μέσα στη σχέση κι όσο δεν αποδεχόμαστε τον εαυτό μας θα δείχνουμε τον άλλον πάντα σαν φταίχτη.

Η αλληλεπίδραση μέσα στη σχέση είναι σαν μια πύρινη μπάλα που μας καίει καθώς την πετάμε ο ένας στον άλλον. Αν κρατούσαμε το φλεγόμενο αυτό μπαλάκι χωρίς να το πετάξουμε πάλι στον άλλον και το φυσούσαμε οι ίδιοι να σβήσει, σημαίνει πως αναλαμβάνουμε τη δική μας ευθύνη για τα λόγια, τις πράξεις και τη συμπεριφορά μας.

Κανείς άλλος δεν μπορεί να φταίει, παρά μόνο οι ίδιοι έχουμε την ευθύνη που ανεχόμαστε, που φοβόμαστε, που αμφιβάλουμε για τον εαυτό μας, που ανισορροπούμε εσωτερικά και κατ’ επέκταση αντιδράμε ανισόρροπα. Ο σεβασμός απέναντι στον σύντροφό μας εξαρτάται πάντα απ’ τον αυτοσεβασμό μας.

Freud: Η πολιτισμική εξέλιξη πρέπει να μας δείξει τον αγώνα ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο

Σχετική εικόναΤώρα νομίζω πώς το νόημα της εξέλιξης του πολιτισμού μας δεν είναι πια σκοτεινό.

Η πολιτισμική εξέλιξη πρέπει να μας δείξει τον αγώνα ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο, ανάμεσα στην ορμή της ζωής και στην ορμή της καταστροφής και τον τρόπο διεξαγωγής τους στο ανθρώπινο είδος.

Αυτή η γιγαντομαχία είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της ζωής γενικά και γι’ αυτό μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την πολιτισμική εξέλιξη απλώς ως τον αγώνα ζωής του ανθρώπινου είδους.

Και αυτόν τον αγώνα των γιγάντων θέλουν οι νταντάδες μας να τον καταπραΰνουν με νανουρίσματα.

Το μοιραίο ερώτημα της ανθρωπότητας μού φαίνεται πώς είναι αν και σε ποιο βαθμό θα καταφέρει η πολιτισμική της εξέλιξη να προφυλάξει τη συμβίωση των ανθρώπων από τη βλάβη πού προέρχεται από την ανθρώπινη ορμή της επιθετικότητας και από την ορμή της αυτοκαταστροφής.

Σε αυτή τη συνάφεια ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά ακριβώς η σημερινή μας εποχή.

Οι άνθρωποι έχουν τελειοποιήσει τόσο πολύ την εξουσία τους πάνω στις φυσικές δυνάμεις, ώστε με τη βοήθειά τους είναι εύκολο να εξολοθρευθούν αμοιβαία ως τον τελευταίο.

Τούτο το γνωρίζουν, και απ’ αυτό προέρχεται ένα αρκετά μεγάλο μέρος της σημερινής τους ανησυχίας, της δυστυχίας τους, του άγχους τους.

Και τώρα πρέπει να περιμένουμε ότι ή άλλη από τις δύο (δυνάμεις), ο αιώνιος έρωτας, θα κάνει μία προσπάθεια για να νικήσει στον αγώνα με τον επίσης αθάνατο αντίπαλό του (το θάνατο).

Αλλά ποιος μπορεί να προβλέψει τις συνέπειες και την έκβαση;

Sigmund Freud, Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας

Να είσαι πολύ μακριά

Δεν θα πρέπει ποτέ να είσαι για πολύ εδώ. Να είσαι πολύ μακριά, έτσι ώστε να μην μπορούν να σε βρουν, να μην μπορούν να σε «πλησιάσουν» για να σε βάλουν στα δικά τους καλούπια, για να σε πλάσουν όπως θέλουν.

Να είσαι τόσο μακριά όσο και τα βουνά, όσο ο αμόλυντος αέρας.

Να είσαι τόσο μακριά ώστε να μην έχεις ούτε γονείς ούτε σχέσεις ούτε οικογένεια ούτε χώρα.

Να είσαι τόσο μακριά ώστε ούτε εσύ να ξέρεις που είσαι. Μην τους αφήσεις να σε βρουν.

Μην έρχεσαι σε πάρα πολύ κοντινή επαφή μαζί τους.

Μένε πολύ μακριά, εκεί όπου ούτε κι εσύ να μην μπορείς να σε βρεις.

Κράτα μια απόσταση που να μην μπορεί κανένας να τη διασχίσει.

Έχε πάντα ανοιχτό ένα «πέρασμα» που να μην μπορεί κανείς να έρθει σε σένα απ' αυτό.

Μην κλείσεις την πόρτα γιατί δεν υπάρχει πόρτα, μόνο ένα ανοιχτό, ατελείωτο πέρασμα.

Αν κλείσεις οποιαδήποτε πόρτα, εκείνοι θα είναι πολύ κοντά σε σένα, και τότε είσαι χαμένος.

Μένε πολύ μακριά, εκεί όπου δεν μπορεί να σε φτάσει η αναπνοή τους, γιατί η αναπνοή τους ταξιδεύει πολύ μακριά και πολύ βαθιά.

Μη μολύνεσαι απ' αυτούς, από τα λόγια τους, από τις χειρονομίες τους, από τις φοβερές γνώσεις τους.

Έχουν φοβερές γνώσεις, αλλά να βρίσκεσαι μακριά τους, εκεί όπου ούτε εσύ θα μπορείς να σε βρεις.

Γιατί σε περιμένουν στην άλλη γωνία, μέσα σε κάθε σπίτι, για να σε βάλουν στα δικά τους καλούπια, για να σε πλάσουν όπως θέλουν, για να σε κάνουν κομμάτια κι ύστερα να σε συναρμολογήσουν πάλι σύμφωνα με τη δική τους εικόνα.

Οι θεοί τους-οι μικροί και οι μεγάλοι-είναι «κατ' εικόνα και ομοίωσή τους», σκαλισμένοι από το νου ή από τα χέρια τους.

Σε περιμένουν: ο πιστός και ο άπιστος, γιατί και οι δύο είναι το ίδιο, νομίζουν ότι είναι διαφορετικοί, αλλά δεν είναι γιατί και οι δύο θα σου κάνουν πλύση εγκεφάλου μέχρι να γίνεις ένας απ' αυτούς, μέχρι να επαναλαμβάνεις τα λόγια τους, μέχρι να λατρέψεις τους θεούς τους, τους παλιούς και τους καινούριους.

Έχουν στρατούς στο όνομα των θεών τους καί των πατρίδων τους και είναι ειδικοί στο να σκοτώνουν.

Μένε μακριά, γιατί σε περιμένουν ο εκπαιδευτικός και ο επιχειρηματίας. Ο ένας σε εκπαιδεύει για τον άλλο, για να προσαρμοστείς στις απαιτήσεις της κοινωνίας τους, που είναι κάτι θανατερό. Έχουν κατασκευάσει αυτό το πράγμα που το ονομάζουν «κοινωνία και οικογένεια». Αυτά τα δύο είναι οι αληθινοί θεοί τους, το δίχτυ όπου θα μπλεχτείς. Θα σε κάνουν επιστήμονα,μηχανικό ή ειδικό σε κάτι, σχεδόν στα πάντα: από τη μαγειρική και την αρχιτεκτονική έως τη φιλοσοφία.

Μένε πολύ μακριά γιατί σε περιμένουν ο πολιτικός και ο μεταρρυθμιστής. Ο ένας σε στέλνει να φωνάζεις στο πεζοδρόμιο και ο άλλος μετά σε «μεταρρυθμίζει», και θα χαθείς στην ερημιά των λόγων τους που μ' αυτούς ακριβώς σ' εξαπατούνε.

Μείνε μακριά γιατί σε περιμένουν και οι ειδικοί σε θέματα του θεού και εκείνοι που ρίχνουν βόμβες: οι πρώτοι πρώτα θα σε πείσουν να ρίχνεις βόμβες και οι άλλοι θα σε μάθουν πώς να το κάνεις.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρεις το θεό, όπως επίσης υπάρχουν και πάρα πολλοί τρόποι να σκοτώνεις.

Αλλά εκτός από όλους αυτούς που σε περιμένουν, υπάρχουν και ορδές άλλων που είναι έτοιμοι να σου πουν τι να κάνεις και τι να μην κάνεις.

Μείνε μακριά από όλους τους, τόσο μακριά που να μην μπορεί κανείς να σε βρει, ούτε εσύ ο ίδιος.

Θα σου αρέσει και σένα να παίζεις με όλους αυτούς που σε περιμένουν, αλλά το παιχνίδι γίνεται κάποια στιγμή τόσο πολύπλοκο και διασκεδαστικό που θα χαθείς μέσα σ' αυτό.

Δεν θα πρέπει να μένεις για πάρα πολύ εδώ.

Να είσαι τόσο μακριά, που ακόμη κι εσύ να μην μπορείς να σε βρεις.

Αυταρχικοί και νάρκισσοι γονείς δεν μπορούν να αγαπήσουν τα παιδιά τους

Οι έρευνες των ειδικών περιστρέφονται γύρω από ένα παθολογικό είδος προσωπικότητας, που συνδυάζει τρία προβληματικά στοιχεία για τη διαπαιδαγώγηση.
 
Πρόκειται για τη «Σκοτεινή Τριαδική Προσωπικότητα», Dark Triad Personality (DTP), η οποία έχει ως κύρια χαρακτηριστικά τον ναρκισσισμό, τον Μακιαβελισμό και την ψυχοπάθεια.
 
Αυτά τα χαρακτηριστικά εκδηλώνονται στους ανθρώπους με υπερβολική αγάπη για τον εαυτό τους, χειραγώγηση των άλλων και έλλειψη ενσυναίσθησης.
Οι DTP συχνά αγωνίζονται να δουν την αντανάκλαση τους στα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, κάτι που οδηγεί σε καταχρηστικές σχέσεις.

Σύμφωνα με την Perpetua Neo, ψυχολόγο και θεραπευτή που ειδικεύεται στις περιπτώσεις των DTP, «οι ναρκισσιστές, οι αυταρχικοί και οι κοινωνιοπαθείς δεν έχουν την αίσθηση της συμπάθειας, και δεν θα την αναπτύξουν, με αποτέλεσμα να μην μπορούν ποτέ να αγαπούν κανέναν».

Αυτό δεν αλλάζει, όταν έχουν παιδιά. Δεν υπάρχει πρωταρχικό ένστικτο για την προστασία και την ενθάρρυνση των απογόνων τους, επειδή δεν θεωρούνται από αυτούς ξεχωριστές οντότητες. Θεωρούνται απλώς ένα εργαλείο τους.

«Οι DTP τείνουν να βλέπουν τα παιδιά ως επέκταση του εαυτού τους και κατοχή τους», δήλωσε η Νέο. Και πρόσθεσε:  «Έτσι, αντί να λένε, «θα σας γαλουχήσω για να μπορέσετε να μεγαλώσετε για να είστε οι εκπληκτικοί άνθρωποι που θέλετε να είστε», λένε, «πρέπει να μεγαλώσετε και να το κάνετε έτσι ώστε να είστε το τρόπαιο μου»».

Το παιδί αναμένεται να γεμίσει με όλα τα είδη των λειτουργιών που δεν χρειάζεται. Για παράδειγμα, οι ναρκισσιστές τείνουν να είναι μονίμως δυσαρεστημένοι άνθρωποι, με χαμηλή αυτοεκτίμηση, έτσι μεταφορτώνουν πολλές περιττές συναισθηματικές αποσκευές στα παιδιά τους.

Ουσιαστικά τα χρησιμοποιούν σαν ακουστικά για τα προβλήματα τους. Αυτό συνεχίζεται χωρίς διακοπή και σύμφωνα με τη Neo, ορισμένοι από τους πελάτες της αποκάλυψαν ότι οι γονείς τους τους είπαν: «Ο μόνος λόγος που σας κάναμε, ήταν να μας φροντίζετε για το υπόλοιπο της ζωής σας».

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, το παιδί αναμένεται επίσης να μετατραπεί σε ένα σάκο του μποξ είτε σωματικά είτε συναισθηματικά.

«Καθώς οι γονείς μεγαλώνουν και η υγεία τους αρχίζει να κλονίζεται, η αίσθηση της αυτοεκτίμησής τους γίνεται πραγματικά ασταθής», δήλωσε η Νέο.

Αντίθετα, το παιδί που μεγαλώνει, γίνεται ισχυρό, έχει περισσότερη αίσθηση εαυτού του και είναι πολύ δύσκολο για τον γονέα να το προσέχει και να το ελέγχει. Έτσι ξεκινά ένας ανταγωνισμός, με στόχο την υποβάθμιση του, με πράξεις και φράσεις απαξιωτικές.

Σημαντικό ρόλο σε μια οικογένεια DTP, παίζει και ο αριθμός των παιδιών που έχει. Συνήθως, έχουν πάνω από ένα παιδί, με καταμερισμένες τις μορφές της εξουσίας απέναντι τους.

Το ένα παιδί που διαφωνεί με τη λειτουργία των γονέων, γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος, ενώ αυτό που δεν αντιδρά και δείχνει να συμφωνεί, γίνεται το «χρυσό παιδί».

Εάν υπάρχει ένα τρίτο παιδί, η Νέο λέει ότι αυτό γίνεται το «χαμένο αγόρι» ή το «χαμένο κορίτσι», δηλαδή παραμελείται και αγνοείται σχεδόν εξολοκλήρου, καθώς τα άλλα δύο έχουν καλύψει τις ανάγκες τους.

Το ερώτημα είναι αν τα παιδιά που μεγαλώνουν από γονείς DTP θα μοιάσουν με τη μητέρα ή τον πατέρα τους. Σύμφωνα με ειδικούς αυτό ισχύει μόνο στη μειοψηφία των παιδιών.

Οι περισσότεροι ενήλικες έχοντας ζήσει σε ένα τέτοιο περιβάλλον αντιδρούν και γίνονται πιο κοινωνικοί, βάζοντας τις δικές τους ανάγκες στο πλάι για να ευχαριστήσουν τους άλλους. Βέβαια, αυτό είναι ένα στοιχείο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι DTP για να τους εκμεταλλευτούν.

Η εξέλιξη, πάντως, ενός παιδιού που μεγάλωσε σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον, δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Τα «χρυσά παιδιά» μπορεί να απέφυγαν την απόρριψη από τους γονείς, αλλά ίσως τελικά καταλήξουν χειρότερα από τους αποδιοπομπαίους τράγους, καθώς δεν μπορούν να ξεφύγουν από μια παθολογική κατάσταση.
 
Αντίθετα, οι δεύτεροι, που δεν ήταν οι μαριονέτες των γονιών τους, συνήθως, αναπτύσσονται καλύτερα από μόνοι τους και μπαίνοντας στον κόσμο ανακαλύπτουν την ελευθερία.

Έχοντας, προφανώς, αρνητικά συναισθήματα που σχετίζονται με τους γονείς DTP, είναι πιο ικανοί να ξεφύγουν από αυτούς και να δημιουργήσουν μια εντελώς νέα, υγιή ζωή.

Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση

Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ότι έχουμε το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Γιατί πραγματικά, αν το βήμα μπορεί να μη μας φανεί ριψοκίνδυνο αφού το κάνουμε, πριν το κάνουμε οι προοπτικές μας φαίνονται πολύ ριψοκίνδυνες, και κατά συνέπεια τρομακτικές. Μόνο το παλιό, το δοκιμασμένο δίνει την αίσθηση της ασφάλειας· ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Κάθε καινούργιο βήμα έχει μέσα του τον κίνδυνο της αποτυχίας, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ την ελευθερία.

Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας.

Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχειν, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθολογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ό,τι έχουν – τη γη τους, την οικογένειά τους, την περιουσία τους – και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Στη βουδιστική παράδοση, ο Βούδας είναι ο ήρωας που αφήνει όλη του την περιουσία, όλη τη σιγουριά που υπάρχει στην ινδουιστική θεολογία – τη θέση του, την οικογένειά του – και προχωράει σε μια ζωή πέρα από δεσμεύσεις. Η δράση του όμως βγαίνει μέσα από την πληρότητα που του δίνει η αγάπη του για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια.

Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν – «γιατί δεν είμαστε ήρωες».
Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους – δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ό,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί – και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι – και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του.

Αν είμαι ό,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.

Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.

Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. (Η «φλεγόμενη βάτος» που δεν καίγεται είναι ο βιβλικός συμβολισμός γι’ αυτό το παράδοξο). Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.

ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ, Να έχεις ή να Είσαι;

Ό,τι μας βουλιάζει, δεν λύνεται. Κόβεται

Λέμε και ξελέμε. Γινόμαστε φίλοι και ξεγινόμαστε. Γαντζωνόμαστε σε ανθρώπους σημαδούρες για τη «σωτηρία της ψυχής μας» και μόλις βγούμε στ’ ανοιχτά και πλέον δεν τους έχουμε ανάγκη, τους αφήνουμε stand by. Πλατσουρίζουμε αμέριμνοι, απολαμβάνουμε τον ήλιο και νέες εμπειρίες και μόλις σκάσουν φουρτούνες στο όλο σκηνικό και αρχίζουμε να ξεβολευόμαστε, επιστρέφουμε σε αυτούς.

Έχουμε την εντύπωση πως θα είναι πάντα εκεί και θα μας περιμένουν καρτερικά, στα δύσκολα να ανοίξουν τις φτερούγες τους, να μπούμε μέσα σα μωρά παιδιά και να μας κανακέψουν, όμως μαντέψτε… Δεν θα είναι πάντα έτσι. Λίγο πολύ όλοι ανήκουμε στην περίφημη και πιο δημοφιλή κατηγορία ανθρώπων της εποχής μας, αυτή των βαμπίρ. Σαφώς μας υποτιμά αυτό, σαφώς είναι και μια εύκολη επιλογή, την ίδια ώρα που όλοι υποστηρίζουμε πως «ο άνθρωπος είναι για τα δύσκολα».

Νιώθουμε ευάλωτοι, μόνοι, πιθανότατα παραγκωνισμένοι και λίγοι. Κρατήστε το τελευταίο, διότι όλοι οι υπόλοιποι επιθετικοί προσδιορισμοί πηγάζουν μέσα από αυτό. Το αίσθημα της αυταξίας είναι το άλφα και το ωμέγα.

Και όταν αισθάνεσαι «λίγος», όταν οι ανασφάλειες ξεχειλίζουν και σου δημιουργούν μια ένταση που είσαι να σκάσεις, όταν προσπαθείς να βρεις λύσεις σε οτιδήποτε άλλο έξω από εσένα, αντί να «φτιάξεις» και να αγαπήσεις εσένα και όταν απλά αποζητάς ανθρώπους – σανίδες σωτηρίας να σε «υπομένουν», τότε το μόνο που καταφέρνεις είναι να κάνεις μια τρύπα στο νερό.

Υπάρχουν άνθρωποι που δε μπορούν να κοιτάξουν πέρα από αυτό, γιατί απλά δεν το δέχονται. Τους έγινε συνήθεια το βαμπιράκι μέσα τους και αρνούνται να ακούσουν το παιδί. Το παιδί που είναι μοναδικό, που επιθυμεί να γελά, να παίζει και να κάνει νέους φίλους από αγάπη και όχι από ανάγκη. Αντ’ αυτού, επιμένουν σε ένα μοτίβο που δεν ωφελεί κανένα και κυρίους τους ίδιους.

Βολεύονται σε καταστάσεις, κάνουν γούστο την «αυλή» τους, θεωρούν πως όλοι είναι υποχρεωμένοι να τους κατανοούν, ειδάλλως είναι «παράλογοι» και μόλις οι «όλοι» αρχίζουν να μυρίζονται πώς πάει η ιστορία, τότε εν τέλει σκάνε κι αρχίζουν να βγάζουν καπνούς απ’ τα αυτιά. Πάλι μόνοι, πάλι λίγοι, πάλι κάνουν πάρτι οι ανασφάλειες, πάλι πρέπει να βγουν στο στίβο ανεύρεσης νέων σημαδούρων και πάει λέγοντας.

Τρέμουν να κοιτάξουν τι πραγματικά είναι. Νομίζουν πως είναι τέρατα και πως ποτέ δε θα είναι αρεστοί, όμως στην πραγματικότητα είναι πληγωμένα πουλιά που απλά συνήθισαν τους πόνους στα τσακισμένα φτερά τους και συνεχίζουν να πετούν. Χαμηλά. Χαμηλά τραβάνε κι εσάς… Να σας θυμίσω πως όλα τα παραπάνω δεν είναι δικά σας «προβλήματα».

Θα σας προέτρεπα με το που αντιληφθείτε πως υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι στη ζωή σας να τους κόψετε μαχαίρι, καθώς ό,τι δε λύνεται, κόβεται αλλά ίσως ακουστώ σκληρή. Βέβαια, μοιάζει πολύ πιο σκληρό και επώδυνο για τη ψυχική σας υγεία και όχι μόνο να τους συναναστρέφεστε, να γίνεστε «γονείς» τους και να τους κάνετε όλα τα χατίρια λες και είναι κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα.

Δυστυχώς για εσάς, δεν είναι εύκολο να απαλλαγείτε, όμως αν το καταφέρετε είναι «ευτυχώς» για εκείνους, γιατί θα τους κάνετε δώρο ένα καλό μάθημα. Όλα ξεκινούν από μέσα μας. Εμείς, οι σχέσεις, η δουλειά, η οικογένεια, η ζωή μας.

Μόνο αν κάνουμε βουτιά εντός και κοιτάξουμε στον καθρέφτη μας όσο πιο ξεκάθαρα μπορούμε το παιδί μέσα μας, θα αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και τι επιδιώκουμε τελικά από τη ζωή μας. Την αλήθεια, ή την πλάνη; Φίλους τσαντάκια, ή φίλους ουσίας; Σχέσεις κατακόκκινες, ή σχέσεις για να περνάνε κάπως τα βράδια;

Όλες οι απαντήσεις είναι μέσα μας. Αν δε μας ρωτήσουμε ποτέ όμως για όλα αυτά, αν δεν κάτσουμε να πιούμε με την πάρτη μας λίγο κρασί να τα αναλογιστούμε, δε θα μάθουμε. Θα συνεχίζουμε να είμαστε έρμαια συνθηκών και να τραβάμε όπου τραβάει το κύμα. Θα συνεχίσουμε να βουλιάζουμε παραμάσχαλα με ανθρώπους σημαδούρες. Θα συνεχίσουμε να αναπαράγουμε έναν τρόπο ζωής ανώφελο, αμφισβητώντας την ίδια τη λογική.

Και πάλι μόνοι, πάλι κάνουν πάρτι οι ανασφάλειες, πάλι λίγοι και ο φαύλος κύκλος συνεχίζει τις στροφές του.

Αν θέλουμε, όχι μόνο να λεγόμαστε, αλλά και να είμαστε Άνθρωποι, μόνη λύση μας η αλληλεγγύη και η προσφορά

Σε μια εποχή σαν τη δική μας, που επικρατεί η άποψη ότι όλα πωλούνται κι αγοράζονται: αντικείμενα, άνθρωποι, αγώνες, αισθήματα, συνειδήσεις, υπολήψεις, αξιοπρέπεια, που όλα θυσιάζονται στο βωμό του χρήματος και του συμφέροντος, των ψευδεπίγραφων διακρίσεων και των αξιωμάτων. Σε αυτή την εποχή, επικρατεί ο παραλογισμός και η παράνοια.

Τα κτηνώδη ένστικτα, συχνά, κυριαρχούν στην ψυχή, όχι όλων ευτυχώς, αρκετών όμως, με αποτέλεσμα να συντελούνται πράξεις που προσβάλουν την ανθρώπινη ύπαρξη και συνθλίβουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια: βασανισμοί, κακοποιήσεις, απαγωγές, βιασμοί, εμπρησμοί, εγκλήματα, φόνοι, θάνατος. Το τίμημα της αποκτήνωσης; Η απόγνωση μπροστά στην αναλγησία, «η οδύνη που προκαλούν οι αποτρόπαιες πράξεις», ο θρήνος και ο σπαραγμός που συνοδεύει την απώλεια και το θάνατο.

Πώς να αντέξει τόσο πόνο η ανθρώπινη ψυχή; Από πού να αντλήσει δύναμη, για να καταφέρει να συνεχίσει να αγωνίζεται; Πού οδηγείται η κοινωνία μας; Και πού μπορεί να αναζητήσει ηθικά ερείσματα κι αξίες, προκειμένου να εξυγιανθεί; Σαν θεατές αρχαίας τραγωδίας, στεκόμαστε με δέος μπροστά στο θέατρο αυτό του παραλόγου και παρακολουθούμε αμήχανοι τα τεκταινόμενα, που προκαλούν στην ψυχή μας τον Έλεο και το Φόβο.

Συμπάσχουμε, θρηνούμε κι εμείς για όλα αυτά, στα οποία γινόμαστε μάρτυρες, αλλά και για όλα εκείνα που μας πονάνε και ταλανίζουν την ψυχή μας, αναμένοντας την πολυπόθητη Κάθαρση. Στις οδυνηρές μνήμες του καθενός από μας, που μας ξεπερνούν και υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας, έρχονται να προστεθούν και τα «σημεία και τέρατα» των ημερών μας.

Μόνη λύση για τον εξαγνισμό της δικής ψυχής μας αλλά και της κοινωνίας ολόκληρης αποτελεί η αλληλεγγύη και η ανιδιοτελής προσφορά. Η παροχή υλικής βοήθειας σε όσους πάσχουν και τη χρειάζονται, χωρίς όμως να τους κάνουμε να αισθάνονται κατώτεροί μας. Το σκούπισμα των δακρύων που αυλακώνουν τα πρόσωπα όσων πονούν. Η κουβέντα και η πρόθεσή μας να ακούσουμε, όποιον έχει την ανάγκη να μας ανοίξει την καρδιά του, χωρίς να τον κρίνουμε.

Η διάθεση του ώμου μας για εκείνον που θέλει να ακουμπήσει κάπου και να κλάψει. Μια ζεστή αγκαλιά σε όποιον υποφέρει και νιώθει την ψυχή του να αιμορραγεί. Το άπλωμα του χεριού μας σε όσους είναι πεσμένοι και αδυνατούν να σηκωθούν. Η κατανόηση, η συμπαράσταση, ο σεβασμός στα συναισθήματα και τις επιθυμίες όλων.

Καθένας κουβαλάει το φορτίο του και παλεύει να το σηκώσει, άλλος βαρύτερο άλλος λιγότερο βαρύ. Κι όλοι μαζί πασχίζουμε να ανέβουμε στη ζωή. Μοιρασμένο βάρος, είναι υποφερτό βάρος. Μοιρασμένος πόνος, είναι λιγότερο αιχμηρός πόνος. Ας τα μοιραστούμε, λοιπόν, κι ας στηρίξουμε ο ένας τον άλλον κι όλοι μαζί τους πιο αδύναμους. Αν θέλουμε, όχι μόνο να λεγόμαστε, αλλά και να είμαστε Άνθρωποι.

Εκεί που νομίζεις πως δεν υπάρχει ελπίδα

Εκεί που νομίζεις πως δεν υπάρχει ελπίδα, ξαφνικά αρχίζεις και πιστεύεις πως δεν υπάρχει ελπίδα και έπειτα ζεις χωρίς να υπάρχει ελπίδα. Κλείνεσαι στον εαυτό σου, μένεις στο σπίτι σου, αφήνεις τη σιωπή να σε ξεκουφαίνει, παίρνεις για παρέα τη μοναξιά σου και μαζί, δακρύζετε με τους στίχους μιας θλιμμένης μουσικής. Έπειτα, μιλάς με τις σκέψεις σου, προσπαθώντας να καταλάβεις.

Προσπαθείς. Μόνο εσύ ξέρεις, πόσο προσπαθείς αλλά δε βρίσκεις άκρη. Τότε, έρχονται να βοηθήσουν την κατάσταση οι φόβοι σου. Ξαναπιάνεις τη συζήτησή σας από την αρχή. Με άλλο σενάριο κάθε φορά, άλλη εκδοχή. Αλλά πάντα με μια υποβόσκουσα και ακατανόητη αγωνία, να καταφέρεις να συμπεριλάβεις, όλες τις πιθανές ερμηνείες, έτσι, για να μπορέσεις να χωρέσεις μέσα και όλα εκείνα τα ατελείωτα «αν», τα «ίσως», τα «γιατί», τα «μήπως». Ξανά και ξανά…

Μέχρι που έρχεται η στιγμή, που η σιωπή βγάζει φωνή και σου λέει «ΣΤΑΜΑΤΑ». Ωραία τα έκανες όλα αυτά, όλοι λίγο ή πολύ τα κάναμε. Και; Ως πότε; Περιμένεις να αλλάξει η ζωή σου προς το καλύτερο, στην πράξη, ενώ εσύ δεν κάνεις μια αλλαγή, ούτε στην σκέψη. Από ανακυκλωμένες σκέψεις και πράξεις, πόσο διαφορετικό μπορεί να είναι το παραγόμενο «προϊόν»;

Πολλές φορές, χειριζόμαστε τη ζωή μας σαν ταινία. Μια ταινία που έχουμε δει, ξέρουμε καλά το σενάριο και το τέλος της και εκνευριζόμαστε, όταν κάποιος αναφέρει διαφορετικά την πλοκή της. Αλήθεια τώρα, ποιος από εμάς, ξέρει το μέλλον του;

Επομένως, πώς απαιτούμε από τη ζωή, να γίνουν τα πράγματα, όπως οι ίδιοι πιστεύουμε και μάλιστα με σιγουριά περίσσεια, τόση που, όταν οι εξελίξεις είναι διαφορετικές, να πέφτουμε σε βαθιά θλίψη; Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη βαθιά θλίψη και την εσωτερική μου διερεύνηση, σαν από μηχανής θεός, δύο διαπιστώσεις μου, στάθηκαν αρκετές, για να μου δώσουν το «φιλί της ζωής»:

Για να μη στο δίνει η ζωή, κάτι ξέρει

Είμαστε σκηνοθέτες της ζωής μας, όχι οι σεναριογράφοι. Στη ζωή να ενεργείς, να προσπαθείς και να αγωνίζεσαι, για το καλύτερο. Αν κάτι δε σου βγαίνει, παρόλη την προσπάθεια, άστο μην το ζορίζεις. Δέξου το σημάδι που σου στέλνει η ζωή, ότι σε αγαπάει. Για αυτό και σε σώζει. Από τι;

Από κάτι που εσύ θα καταλάβεις, μετά από καιρό. Αν και στην πραγματικότητα, όλοι, ενστικτωδώς, ίσως, γνωρίζουμε, ακριβώς, τι είναι αυτό. Παρόλα αυτά, αν εσύ επιμένεις, σχεδόν εμμονικά, σε κάτι, να είσαι έτοιμος να το ζήσεις και αυτό αλλά και τις επιπτώσεις του.

Όλα είναι στο μυαλό

Κατά καιρούς, αναζητούσα να εντοπίσω τον εχθρό της ζωής μου. Εκείνον που ευθύνεται για τις λάθος, τις δύσκολες, τις αρνητικές στιγμές μου. Τη μια είχε το πρόσωπο ενός γνωστού ή φίλου, την άλλη ενός πρώην συντρόφου, έπειτα κάποιου προσώπου από την οικογένειά μου και τούναπαλιν.

Ώσπου, σχεδόν απροσδόκητα, συνειδητοποίησα ότι ο εχθρός μου, ο μεγαλύτερος, ο πιο δυνατός (αλλά όχι ανίκητος) εχθρός μου, δεν είχε το πρόσωπο κάποιου άλλου αλλά ήταν το ίδιο μου, το μυαλό. Τόσα χρόνια μαζί αναρωτήθηκα και να είναι ο εχθρός μου; Αυτός; Ο ίδιος μου ο εαυτός;

Το μυαλό μας είναι οι σκέψεις μας. Οι σκέψεις μας είναι οι πράξεις μας. Οι πράξεις μας, είναι η ζωή μας. Η ζωή μας είναι στιγμές, θετικές και αρνητικές. Επομένως, η ζωή μας είναι το μυαλό μας.

Για να αλλάξει η ζωή μας προς το καλύτερο, πρέπει το μυαλό μας να σκέφτεται το καλύτερο. Μόνο έτσι, το μυαλό μας από εχθρός, θα γίνει φίλος μας, μόνο έτσι θα μπορέσει να μας βοηθήσει και τότε θα τα καταφέρουμε. Γιατί η ελπίδα υπάρχει, ενώ ο φόβος δημιουργείται.

Το μόνο πράγμα που μετράει, είναι το πώς έπαιξες το παιχνίδι

Ο νικητής σπέρνει μίσος, επειδή ο ηττημένος υποφέρει.
Άφησε τις νίκες και τις ήττες και βρες τη χαρά.

Πώς να βρεις τη χαρά; Άφησε τη φιλοδοξία σου να εξαφανιστεί. Η φιλοδοξία είναι το εμπόδιο. Φιλοδοξία σημαίνει να μπαίνεις στην εγωιστική διαδικασία “θέλω αυτό, θέλω εκείνο, θέλω περισσότερα χρήματα, θέλω περισσότερο κύρος”.

Να θυμάσαι όμως, ο νικητής σπέρνει μίσος, επειδή ο ηττημένος υποφέρει.

Άφησε τις νίκες και τις ήττες και βρες τη χαρά. Αν θέλεις να βρεις τη χαρά, ξέχνα τις νίκες και τις ήττες. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι. Παίξε το όμορφα και ξέχνα όλες τις νίκες και τις ήττες.

Το πραγματικά αθλητικό πνεύμα δεν είναι η νίκη, είναι η απόλαυση του παιχνιδιού.

Αν παίζεις για να κερδίσεις, παίζεις με ένταση, με αγωνία. Δεν ασχολείσαι με το ίδιο το παιχνίδι, αλλά με το αποτέλεσμα.

Δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος για να ζεις μέσα στον κόσμο.

Ζήσε μέσα στον κόσμο, χωρίς να έχεις ιδέα για το τι πρόκειται να συμβεί.

Είτε είσαι νικητής είτε είσαι ηττημένος, αυτό δεν έχει καμία σημασία. Το μόνο πράγμα που μετράει – και αυτό συνέβαινε πάντοτε – είναι το πώς έπαιξες το παιχνίδι.

Το ευχαριστήθηκες; – το παιχνίδι αυτό καθαυτό;
Τότε, κάθε στιγμή είναι στιγμή χαράς.

Θα μπορούσε ποτέ να γίνει ο Άρης μια «δεύτερη Γη»;

Πολλοί επιστήμονες ονειρεύονται ότι κάποια μέρα θα μπορούσαμε να αλλάξουμε τις συνθήκες στον Άρη, ώστε να αποκτήσει μια ατμόσφαιρα σαν εκείνη της Γης και να μπορέσουμε να τον εποικήσουμε.

Πολλοί εκπόνησαν μάλιστα και σχέδια της «γαιοποίησης» του Κόκκινου Πλανήτη προτείνοντας ακόμη και τη ρίψη πυρηνικών βομβών στους δύο πόλους του, ιδέα που υποστηρίζει ο ιδρυτής της SpaceX και της Tesla, Έλον Μασκ.

Όπως, όμως, αποκαλύπτει μια νέα έρευνα, το διοξείδιο του άνθρακα που υπάρχει στον Άρη δεν επαρκεί, ώστε να μπορέσει κάποτε η ατμόσφαιρά του να γίνει βιώσιμη για τους ανθρώπους. Στην καλύτερη περίπτωση, λέει η μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Nature Astronomy, θα επιτυγχάναμε μόνον το ένα πέμπτο της αναγκαίας ποσότητας, ενώ θα μπορούσαμε να αυξήσουμε την θερμοκρασία επιφανείας του λιγότερο από δέκα βαθμούς Κελσίου.

Οι υποστηρικτές της «γαιοποίησης» υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα αέρια του θερμοκηπίου που έχουν εγκλωβιστεί στους βράχους και τα παγοκαλύμματα στους πόλους του, τα οποία αν απελευθερωθούν, θα καταστήσουν παχύτερο το στρώμα της ατμόσφαιρας, θα θερμάνουν τον πλανήτη και θα επιτρέψουν στο νερό να παραμένει σε υγρή μορφή στην επιφάνειά του, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τον εποικισμό του.

Όμως, όπως λένε οι συντάκτες της μελέτης, Μπρους Τζακόσκι και Κρίστοφερ Έντουαρντς, το μόνο αέριο θερμοκηπίου που υπάρχει σε αρκετά μεγάλες ποσότητες στον Άρη για να τον θερμάνει είναι το διοξίδιο του άνθρακα.

Χρησιμοποιώντας στοιχεία που συνέλεξαν τα ρομποτικά οχήματα και τα διαστημόπλοια της NASA οι δύο ερευνητές μελέτησαν όλες τις γνωστές δεξαμενές του αερίου στον Κόκκινο Πλανήτη για να υπολογίσουν πόσο διοξείδιο του άνθρακα είναι διαθέσιμο κι όπως συμπέραναν, δεν είναι αρκετό για τη «γαιοποίηση» του Άρη, εκτός κι αν εφευρεθεί κάποια νέα τεχνολογία.

Τα επόμενα χρόνια με τις νέες διαστημικές αποστολές στον Άρη οι επιστήμονες αναμένεται να αντλήσουν περισσότερες πληροφορίες για τα επίπεδα νερού και διοξειδίου του άνθρακα. Για να αποδώσει όμως καρπούς το σχέδιο χρήσης των αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να βρεθούν νέα, τεράστια κοιτάσματα.

Επανέφεραν στη ζωή σκουλήκια μετά από 42.000 χρόνια

Η είδηση που κυκλοφόρησε από το Russia Today και κάνει τον γύρο του κόσμου, σκόρπισε χαμόγελα αισιοδοξίας σε επιστήμονες και απλό κόσμο.

Οι επιστήμονες που πήραν μέρος σε μια έρευνα επαναφοράς στη ζωή, οργανισμών μετά από ψύξη, ανακοίνωσαν πως επανέφεραν στη ζωή δύο σκουλήκια που παρέμεναν παγωμένα στην Αρκτική για περισσότερα από 42.000 χρόνια.

Δύο σκουλήκια που παρέμειναν παγωμένα για παραπάνω από 42.000 χρόνια επανήλθαν στη ζωή και πλέον θεωρούνται τα πιο παλιά ζωντανά όντα στον πλανήτη.
Τα δύο σκουλήκια που επανήλθαν ήταν η εξαίρεση, αφού τα υπόλοιπα 298 δεν έφεραν ενδείξεις ζωής.

Η επιστημονική κοινότητα που περιμένει νεότερες πληροφορίες, κάνει λόγο για μεγάλη επιστημονική νίκη, σε περίπτωση που ισχύουν οι πληροφορίες που κατέφθασαν από τη Ρωσία.

«Τα δεδομένα μας δείχνουν την ικανότητα πολυκύτταρων οργανισμών να επιβιώνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα (δεκάδες χιλιάδες χρόνια)», δήλωσαν επιστήμονες που παίρνουν μέρος στην έρευνα στους Siberian Times.

Ρητορεία και ρητορική: Η διάταξη του υλικού

(τάξις, dispositio)
 
Ο λόγος όπου το περιεχόμενο, οι σκέψεις, τα αποδεικτικά μέσα δεν διατάσσονται με κάποια λογική μοιάζει με πορεία μέσα στο σκοτάδι: η επίτευξη του στόχου θα είναι τυχαία, ενώ είναι πιο πιθανό ότι ο στόχος δεν θα επιτευχθεί. Όταν λοιπόν ο ομιλητής βρει τα αποδεικτικά μέσα, θα πρέπει να τα σταθμίσει και αναλόγως να τα τοποθετήσει στον λόγο του αρθρώνοντας τα μέρη της ομιλίας με τον πιο αποτελεσματικό, δηλαδή πειστικό, τρόπο. Αυτό είναι το δεύτερο έργο του ρήτορα, το έργο της τάξεως (dispositio).
 
Έχουμε γενικά δύο τύπους διάταξης του υλικού στον λόγο: τη φυσική (ordo naturalis) και την τεχνητή (ordo artificialis). H διάκριση επαναφέρει το ζήτημα του ταλέντου και της τέχνης όπως και της σχέσης αυτών των δύο μεταξύ τους. Ο Κικέρωνας, που αναγνωρίζει ότι η τέχνη γεννήθηκε μέσα από τη ρητορεία και όχι η ρητορεία από την τέχνη, πιστεύει παράλληλα στην αξία των κανόνων που έφεραν μια τάξη στα πράγματα, όπως και στη σημασία της εξάσκησης, προκειμένου να αναπτυχθεί η φυσική προδιάθεση. Αν όμως η τέχνη παρατηρεί και συστηματοποιεί τη φύση, ώστε το αποτέλεσμα της ανθρώπινης προσπάθειας να είναι το μέγιστο δυνατό, είναι η φύση του λόγου που επιβάλλει καταρχάς μια συγκεκριμένη διάταξη των τμημάτων του. Σύμφωνα με αυτή στην αρχή έχουμε μια εισαγωγή του ακροατή στο θέμα, στη συνέχεια την προσπάθεια να του αποδείξουμε τη θέση μας, προβάλλοντάς τη και ανασκευάζοντας τη θέση του αντιπάλου, ενώ στο τέλος ερχόμαστε στον επίλογο, στο κλείσιμο του λόγου (Κικέρων, De oratore 2.307). Οποιαδήποτε ανατροπή αυτής της φυσικής διάταξης, που θα οφείλεται στην εκτίμηση του ομιλητή ότι έτσι ο λόγος του θα γίνει πιο πειστικός, σημαίνει εφαρμογή μιας τεχνητής διάταξης.
 
Υπάρχουν εξάλλου διάφοροι τύποι διάταξης του υλικού, ανάλογα με το ποιός ακριβώς είναι ο επιδιωκόμενος στόχος του ρήτορα ή ποιά είναι η φύση του θέματος ή ποιό είναι το είδος του κειμένου που συνθέτουμε. Αν, για παράδειγμα, το θέμα αποτελείται από δύο αντίθετα μεταξύ τους τμήματα η θέση και η αντίθεση αναπτύσσονται ισομερώς. Μάλιστα η υποστήριξή τους θα πρέπει να είναι σύντομη, για να μην είναι κουραστική. Μπορεί εξάλλου για τη διάταξη του υλικού να εφαρμοστεί η βασική δομή ότι μετά τη θέση ακολουθεί κάθε φορά η αντίθεση. Ο λόγος μπορεί άλλωστε να παρουσιάζει τριμερή δομή (πρόλογος - ανάπτυξη (με τα μέρη της) - επίλογος), τετραμερή διάταξη (όταν το ίδιο το κύριο μέρος παρουσιάζει αντιθετική δομή), πενταμερή διάταξη (το κύριο μέρος αναπτύσσεται σαν ένα είδος ανεξάρτητου λόγου, με πρόλογο, κύριο θέμα, επίλογο), πολυμερή διάταξη (εδώ επιδιώκεται πληρότητα ως προς τις πληροφορίες, ενώ βεβαίως παραλείπονται τα επουσιώδη στοιχεία ή αυτά που έχουν ελάχιστη αποδεικτική αξία). Σε κάθε περίπτωση η ενδελεχής πραγμάτευση δυσχεραίνει την παρακολούθηση του λόγου (και γενικά οποιουδήποτε κειμένου) από το κοινό. Ωστόσο, σε σχέση με την ένταξη πληροφοριών παίζει πάντοτε καθοριστικό ρόλο ο στόχος της παρουσίασης και το είδος κειμένου που έχει επιλεγεί. Από αυτή την άποψη μια λεπτομερής επιστημονική μονογραφία θέτει άλλες αξιώσεις από ένα λογοτεχνικό κείμενο, έναν λόγο, μια έκθεση ή ένα δοκίμιο.
 
Γενικά για τη διάταξη του λόγου ισχύουν τα ακόλουθα: Στην αρχή και στο τέλος του είναι σκόπιμο να αξιοποιηθούν σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα μέσα πειθούς που προκαλούν πάθος στο κοινό. Στα υπόλοιπα τμήματα του λόγου μπορεί να υπάρχει μια ισορροπημένη χρήση αποδεικτικών μέσων που προβάλλουν ή αξιοποιούν το ήθος σε συνδυασμό με εκείνα που γεννούν πάθος. Μάλιστα τα μέρη της επιχειρηματολογίας θα πρέπει να αρθρώνονται μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορεί κανείς να απαριθμήσει τα επιχειρήματα, οι μεταβάσεις να είναι απολύτως ομαλές και η διατύπωση να οδηγεί ανεπαίσθητα από το ένα επιχείρημα στο άλλο (Κικέρων, De oratore 2.177). Από τις αποδείξεις η ισχυρότερη παρουσιάζεται στην αρχή. Ωστόσο, ισχυρά επιχειρήματα αξιοποιούνται και στο τέλος του λόγου. Στο κέντρο τοποθετούνται εκείνα που είναι σχετικά λιγότερο δεσμευτικά χωρίς βεβαίως να είναι ασήμαντα ή εσφαλμένα.