Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (490-525)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΧΟ. νῦν καταστροφαὶ νέων [στρ. α] 490
θεσμίων, εἰ κρατή-
σει δίκα ‹τε› καὶ βλάβα
τοῦδε μητροκτόνου.
πάντας ἤδη τόδ᾽ ἔργον εὐχερεί-
495 ᾳ συναρμόσει βροτούς.
πολλὰ δ᾽ ἔτυμα παιδότρωτα
πάθεα προσμένει τοκεῦ-
σιν μεταῦθις ἐν χρόνῳ.

οὐδὲ γὰρ βροτοσκόπων [ἀντ. α]
500 μαινάδων τῶνδ᾽ ἐφέρ-
ψει κότος τις ἐργμάτων·
πάντ᾽ ἐφήσω μόρον.
πεύσεται δ᾽ ἄλλος ἄλλοθεν, προφω-
νῶν τὰ τῶν πέλας κακά,
505 λῆξιν ὑπόδοσίν τε μόχθων,
ἄκεά τ᾽ οὐ βέβαια τλά-
μων [δέ τις] μάταν παρηγορεῖ.

μηδέ τις κικλῃσκέτω [στρ. β]
ξυμφορᾷ τετυμμένος,
510 τοῦτ᾽ ἔπος θροούμενος,
Ὦ Δίκα,
ὦ θρόνοι τ᾽ Ἐρινύων.
ταῦτά τις τάχ᾽ ἂν πατὴρ
ἢ τεκοῦσα νεοπαθὴς
515 οἶκτον οἰκτίσαιτ᾽, ἐπει-
δὴ πίτνει δόμος δίκας.

ἔσθ᾽ ὅπου τὸ δεινὸν εὖ [ἀντ. β]
καὶ φρενῶν ἐπίσκοπον
δεῖ μένειν καθήμενον·
520 ξυμφέρει
σωφρονεῖν ὑπὸ στένει.
τίς δὲ μηδὲν ἐν φάει
καρδίας ἀνὴρ τρέμων
ἢ πόλις βροτῶν ὁμοί-
525 ως ἔτ᾽ ἂν σέβοι δίκαν;

***
ΧΟΡΟΣ
490 Τώρ᾽ άνω κάτω θα γενεί
μ᾽ αυτούς τους νέους θεσμούς,
αν του φονιά της μάνας του
η δίκη και το κρίμα θα νικήσει·
τώρα το χέρι πιο εύκολο
θενά ᾽χουν όλ᾽ οι άνθρωποι,
τώρα απ᾽ εδώ και μπρος πολλές
στ᾽ αλήθεια φονικές πληγές
προσμένουν τους γονιούς απ᾽ τα παιδιά τους.

Γιατ᾽ ούτ᾽ εμάς τις Σκύλες πια
500 τις εκδικήτρες θα τραβά
οργή καμιά για τα έργ᾽ αυτά,
μα ελεύτερο θ᾽ αφήνω κάθε φόνο,
κι ο ένας τον άλλο θα ρωτούν,
ενώ τα πάθη θα ιστορούν
του διπλανού: πού το κακό
θενα σταθεί; μα ο ίδιος παθός
μάταια παρηγοριά και γιατρειά δίνει.

Κι ας μη δέρνεται κανείς
σαν τον έβρ᾽ η κακιά ώρα
510 τέτοιες βάζοντας φωνές:
Πού είσαι δίκη,
πού των Ερινύων θρόνος;
Τέτοιους θρήνους στεναχτά
ένας πατέρας θα σκορπά
ή μια μάνα νιόπαθη,
γιατ᾽ ο πύργος ο ψηλός
της Δίκης πέφτει ένας σωρός.

Κάπου ο φόβος είν᾽ καλός
και να μένει καθισμένος
πρέπει μες στο νου φρουρός·
520 πάντ᾽ αξίζει
η γνώση και με το στανιό·
γιατί ποιός μες στην καρδιά
σα δε θρέφει φόβου σκιά,
είτε πόλη είτ᾽ άνθρωπος
σέβεται τη δίκη πια;

Άνταμ Σμιθ: Σχετικά με τους μισθούς των εργατών, τις ανισότητες και το κέρδος

Σχετικά με τους μισθούς και το κέρδος στις διάφορες απασχολήσεις της εργασίας και του κεφαλαίου

 
Το σύνολο των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων των διαφόρων απασχολήσεων εργασίας και αποθέματος θα πρέπει, στην ίδια γεωγραφική περιοχή, είτε να είναι απολύτως ίσα είτε να τείνουν σε μια εξίσωση. Εάν υπήρχε στην ίδια περιοχή μια απασχόληση η οποία ήταν προφανώς περισσότερο ή λιγότερο συμφέρουσα από τις υπόλοιπες, στη μεν πρώτη περίπτωση θα έσπευδαν τόσοι πολλοί άνθρωποι σε αυτήν, ενώ στην άλλη θα την εγκατέλειπαν τόσοι, ώστε τα πλεονεκτήματά της θα επέστρεφαν σύντομα στο επίπεδο των άλλων απασχολήσεων. Αυτό τουλάχιστον θα συνέβαινε σε μια κοινωνία όπου τα πράγματα θα αφήνονταν να ακολουθήσουν τη φυσική τους πορεία, όπου θα υπήρχε απόλυτη ελευθερία και όπου ο κάθε άνθρωπος θα ήταν απόλυτα ελεύθερος να επιλέξει την απασχόληση που κρίνει καταλληλότερη, αλλά και να την αλλάζει όσο συχνά το κρίνει σκόπιμο. Το συμφέρον του κάθε ανθρώπου θα τον ωθούσε στην αναζήτηση της συμφέρουσας και στην αποφυγή της ζημιογόνου απασχόλησης.
 
Στην πραγματικότητα, χρηματικός μισθός και κέρδος στα διάφορα μέρη της Ευρώπης παρουσιάζουν εξαιρετικά μεγάλες διαφορές, ανάλογα με τους διαφορετικούς κλάδους απασχόλησης της εργασίας και του αποθέματος. Αλλά αυτή π διαφορά προκύπτει εν μέρει από ορισμένες συνθήκες που αφορούν τις ίδιες τις απασχολήσεις -οι οποίες, είτε πραγματικά είτε τουλάχιστον στη φαντασία των ανθρώπων, αναπληρώνουν ένα μικρό χρηματικό όφελος σε ορισμένες και αντισταθμίζουν ένα μεγαλύτερο σε κάποιες άλλες- και εν μέρει από την πολιτική της Ευρώπης, η οποία πουθενά δεν αφήνει τα πράγματα σε απόλυτη ελευθερία.
 
Ανισότητες που προκύπτουν από τη φύση των ίδιων των απασχολήσεων
 
Οι κύριοι παράγοντες που, σύμφωνα με όσα μπόρεσα να παρατηρήσω, αναπληρώνουν ένα μικρό χρηματικό όφελος σε κάποιες δραστηριότητες και αντισταθμίζουν ένα μεγαλύτερο σε κάποιες άλλες, είναι οι εξής πέντε: πρώτον, το ευχάριστο ή το δυσάρεστο των ίδιων των απασχολήσεων, δεύτερον, η ευκολία και το μικρό κόστος ή η δυσκολία και το υψηλό κόστος της εκμάθησής τους, τρίτον, το συνεχές ή μη συνεχές της απασχόλησης σε αυτές, τέταρτον, η μικρή ή μεγάλη εμπιστοσύνη της οποίας πρέπει να χαίρουν όσοι τις ασκούν και, πέμπτον, η πιθανότητα ή μη πιθανότητα της επιτυχίας σε αυτές.
 
Ο μισθός της εργασίας μεταβάλλεται με την ευκολία ή τη δυσκολία, την καθαριότητα ή τη βρομιά, το αξιότιμο ή την ανυποληψία της απασχόλησης. Έτσι λοιπόν ένας έμμισθος ράφτης κερδίζει λιγότερα από έναν έμμισθο υφαντή, καθότι η εργασία του είναι πολύ ευκολότερη. Ένας έμμισθος υφαντής κερδίζει λιγότερα από έναν έμμισθο σιδερά, καθότι η εργασία του, χωρίς να είναι πάντοτε ευκολότερη, είναι σαφώς καθαρότερη. Ένας έμμισθος σιδεράς, αν και τεχνίτης, σπανίως κερδίζει σε δώδεκα ώρες όσα κερδίζει ένας ανθρακωρύχος σε οκτώ, αν και αυτός είναι ένας απλός εργάτης. Η εργασία του σιδερά δεν είναι τόσο βρόμικη, είναι λιγότερο επικίνδυνη και ασκείται στο φως της ημέρας και στην επιφάνεια της γης. Η υπόληψη αποτελεί ένα μεγάλο μέρος της αμοιβής ενός αξιότιμου επαγγέλματος. Αν συνυπολογίσουμε τα πάντα από άποψη χρηματικού κέρδους, τα επαγγέλματα αυτά έχουν μειωμένες αμοιβές, όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια. Η απαξία έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Το επάγγελμα του χασάπη είναι μια ζωώδης και απωθητική δραστηριότητα, όμως στα περισσότερα μέρη είναι πιο κερδοφόρο από τα περισσότερα άλλα επαγγέλματα. Η απεχθέστερη απ’ όλες τις εργασίες, αυτή του δημόσιου εκτελεστή, συγκριτικά με τον όγκο της επιτελούμενης δουλειάς, αμείβεται καλύτερα απ’ οποιοδήποτε άλλο κοινό επάγγελμα.
 
Οι σημαντικότερες απασχολήσεις του ανθρώπου κατά το πρωτόγονο στάδιο της κοινωνίας, το κυνήγι και το ψάρεμα, έγιναν κατά το ανεπτυγμένο της στάδιο οι πιο ευχάριστες διασκεδάσεις και οι άνθρωποι διώκουν χάριν αναψυχής αυτό που κάποτε κατεδίωκαν λόγω ανάγκης. Έτσι λοιπόν στο ανεπτυγμένο στάδιο της κοινωνίας, κυνηγοί και ψαράδες είναι πολύ φτωχοί άνθρωποι, που κυνηγούν κατ’ επάγγελμα αυτά που άλλοι άνθρωποι κυνηγούν για τη διασκέδασή τους. Οι ψαράδες βρίσκονται σε αυτή τη θέση από την εποχή του Θεόκριτου. Οι λαθροκυνηγοί σε όλα τα μέρη της Μεγάλης Βρετανίας είναι πολύ φτωχοί. Στις χώρες όπου η αυστηρότητα του νόμου δεν ανέχεται τους λαθροκυνηγούς, ο αδειούχος κυνηγός δεν βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Η αυθόρμητη άποψη γι’ αυτές τις ενασχολήσεις κάνει να τις ακολουθούν περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους θα μπορούσαν να ζήσουν άνετα απ’ αυτές και το προϊόν της εργασίας τους εμφανίζεται στην αγορά τόσο φτηνό, ώστε να μην μπορεί να εξασφαλίσει στους εργαζομένους αυτούς παρά μόνο τα πιo πενιχρά μέσα διαβίωσης.
 
Η δυσαρέσκεια και η ανυποληψία επηρεάζουν τα κέρδη του αποθέματος κατά τον ίδιο τρόπο όπως και το μισθό της εργασίας. Ο ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου ή μιας ταβέρνας, που δεν είναι ποτέ κύριος του ίδιου του του οίκου και που είναι εκτεθειμένος στην κτηνωδία του κάθε μέθυσου, δεν ασκεί ποτέ μια ιδιαίτερα ευχάριστη και τιμητική δραστηριότητα Όμως, ελάχιστα είναι τα κοινά επαγγέλματα όπου ένα μικρό απόθεμα αποφέρει τόσο μεγάλο κέρδος.
 
Ο μισθός της εργασίας μεταβάλλεται με την ευκολία και το χαμηλό κόστος ή με τη δυσκολία και το υψηλό κόστος της εκμάθησης του επαγγέλματος.
 
Όταν κατασκευάζεται μια δαπανηρή μηχανή, θα πρέπει να αναμένουμε ότι το τεράστιο έργο που αυτή θα επιτελέσει μέχρις ότου φθαρεί τελείως θα αντικαταστήσει το κεφάλαιο που επενδύθηκε σε αυτή με ένα κέρδος τουλάχιστον ίσο με το κανονικό. Αυτές οι δαπανηρές μηχανές μπορούν να συγκριθούν με έναν άνθρωπο ο οποίος, έπειτα από πολλή εργασία και χρόνο, έχει εκπαιδευτεί σε εκείνες τις δραστηριότητες που απαιτούν ιδιαίτερη επιδεξιότητα και ικανότητες, θα πρέπει να αναμένεται ότι η εργασία την οποία μαθαίνει αυτός να εκτελεί, θα αντικαταστήσει, πέρα από τον συνήθη μισθό της κοινής εργασίας, το σύνολο των δαπανών της εκπαίδευσής του με ένα κέρδος που θα είναι τουλάχιστον ίσο με το κανονικό κέρδος ενός αποθέματος ίσης αξίας. Αυτό θα πρέπει να γίνει επίσης σε ένα λογικό διάστημα, με δεδομένη τη μεγάλη ανασφάλεια της διάρκειας της ανθρώπινης ζωής, σε σχέση με την πιο σίγουρη διάρκεια της μηχανής.
 
Η διαφορά μεταξύ του μισθού της ειδικευμένης εργασίας και αυτού της κοινής εργασίας θεμελιώνεται σε αυτή την αρχή.
 
Η πολιτική της Ευρώπης θεωρεί την εργασία όλων των μηχανεργατών, χειροτεχνών και τεχνιτών μανιφακτούρας ως ειδικευμένη εργασία, και την εργασία όλων των εργατών υπαίθρου ως κοινή εργασία. Φαίνεται ότι η πρώτη εργασία θεωρείται πως είναι ανώτερης και λεπτότερης φύσης απ’ ό,τι η δεύτερη. Ίσως αυτό να ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων ισχύει το αντίθετο, όπως θα προσπαθήσω να αποδείξω στη συνέχεια. Οι νόμοι, λοιπόν, και τα έθιμα της Ευρώπης, προκειμένου να αξιολογήσουν ένα άτομο για την άσκηση ενός είδους εργασίας, επιβάλλουν την αναγκαιότητα μιας μαθητείας, αν και με διαφορετικούς βαθμούς αυστηρότητας στους διάφορους τόπους. Τα άλλα είδη εργασίας, τα αφήνουν ελεύθερα και ανοιχτά στον καθέναν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μαθητείας, το σύνολο της εργασίας του μαθητευόμενου ανήκει στον «μάστορά» του. Στο διάστημα αυτό, αυτός θα πρέπει να τρέφεται από τους γονείς ή τους συγγενείς του και, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, να ντύνεται απ’ αυτούς. Ακόμα, δίνονται συνήθως κάποια χρήματα στον «μάστορα» για τη διδασκαλία της τέχνης του. Όσοι δεν μπορούν να δώσουν χρήματα, δίνουν χρόνο ή προσδένονται επί περισσότερα χρόνια απ’ ό,τι συνηθίζεται, ρύθμιση που, χωρίς να είναι πάντα ευνοϊκή για τον «μάστορα», λόγω της συνήθους ραθυμίας των μαθητευομένων, είναι δυσμενής για τον μαθητευόμενο. Αντίθετα, στις εργασίες της υπαίθρου, ο εργάτης, ενώ απασχολείται με τα ευκολότερα, μαθαίνει σιγά σιγά τα δυσκολότερα καθήκοντα της δουλειάς του και σε όλες τις φάσεις της απασχόλησής του συντηρείται από την εργασία του. Είναι λογικό λοιπόν στην Ευρώπη ο μισθός των μηχανεργατών, των χειροτεχνών και των τεχνιτών μανιφακτούρας να είναι κάπως υψηλότερος απ’ αυτόν των κοινών εργατών. Αυτό συμβαίνει πράγματι, και οι ανώτερες απολαβές τους τούς κάνουν να θεωρούνται ανώτερη τάξη ανθρώπων. Ωστόσο, αυτή η ανωτερότητα είναι πολύ μικρή. Οι καθημερινές ή εβδομαδιαίες απολαβές ενός τεχνίτη στις πιο συνηθισμένες κατηγορίες μανιφακτούρας, όπως αυτές των μονόχρωμων λινών και μάλλινων ρούχων, υπολογισμένες ως μέσος όρος, στα περισσότερα μέρη είναι λίγο μεγαλύτερες απ’ ό,τι το ημερομίσθιο των κοινών εργατών. Βέβαια, η απασχόλησή τους είναι πιο σταθερή και ομοιόμορφη, και η υπεροχή των απολαβών τους, θεωρούμενη σε ετήσια βάση, ίσως να είναι κάπως μεγαλύτερη. Είναι όμως προφανές ότι δεν είναι ανώτερη από αυτό που απαιτείται για την αποζημίωση της ανώτερης δαπάνης για την εκπαίδευσή τους.
 
Η εκπαίδευση στις καλές τέχνες και στα ελεύθερα επαγγέλματα είναι ακόμα περισσότερο επίπονη και δαπανηρή. Επομένως, η χρηματική αποζημίωση των ζωγράφων και των γλυπτών, των δικηγόρων και των γιατρών, θα έπρεπε να είναι πολύ πιο γενναιόδωρη. Και έτσι ακριβώς είναι.
 
Τα κέρδη του αποθέματος φαίνεται να επηρεάζονται πολύ λίγο από την ευκολία ή τη δυσκολία της εκμάθησης του επαγγέλματος στο οποίο απασχολείται αυτό. Στην πραγματικότητα, οι διάφοροι τρόποι με τους οποίους απασχολείται συνήθως ένα απόθεμα στις μεγάλες πόλεις φαίνεται να είναι σχεδόν εξίσου εύκολοι ή δύσκολοι στην εκμάθησή τους. Ένας οποιοσδήποτε κλάδος δραστηριότητας δεν μπορεί να είναι πολύ πολυπλοκότερος από έναν άλλο, είτε πρόκειται για εξωτερικό είτε για εγχώριο εμπόριο.
 
Ο μισθός της εργασίας στις διάφορες απασχολήσεις μεταβάλλεται ανάλογα με τη σταθερότητα ή την αστάθεια της απασχόλησης.
 
Η απασχόληση σε κάποια επαγγέλματα είναι πιο σταθερή απ’ ό,τι σε κάποια άλλα. Στις μανιφακτούρες, ως επί το πλείστον, ένας τεχνίτης μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα απασχολείται σχεδόν κάθε μέρα του χρόνου, εφόσον είναι σε θέση να εργαστεί. Αντίθετα, ένας κτίστης δεν μπορεί να εργαστεί ούτε με το δριμύ ψύχος, ούτε με τον άσχημο καιρό, και η εργασία του σε όλους τους άλλους καιρούς εξαρτάται από τις ευκαιριακές προσκλήσεις των πελατών του. Κατά συνέπεια, διατρέχει συχνά τον κίνδυνο να βρίσκεται χωρίς απασχόληση. Επομένως, ό,τι κερδίζει από την απασχόλησή του πρέπει όχι μόνο νατον συντηρεί κατά το διάστημα που είναι άνεργος, αλλά και να του αποδίδει μια μικρή αποζημίωση για τις στιγμές αγωνίας και μελαγχολίας, τις οποίες πρέπει καμιά φορά να προκαλεί η σκέψη της εύθραυστης κατάστασής του. Ενώ οι υπολογισμένες απολαβές του μεγαλύτερου μέρους των τεχνιτών μανιφακτούρας βρίσκονται στο ίδιο περίπου επίπεδο με τα ημερομίσθια των κοινών εργατών, οι απολαβές των οικοδόμων και των κτιστών είναι γενικά ανώτερες από αυτές κατά 50% έως και 100%. Εκεί που οι κοινοί εργάτες κερδίζουν 4 και 5 σελίνια την εβδομάδα, οικοδόμοι και χτίστες κερδίζουν συχνά 7 και 8. Εκεί που οι πρώτοι κερδίζουν 6, οι άλλοι κερδίζουν συχνά 9 και 10. Και εκεί που α πρώτοι κερδίζουν 9 και 10, όπως στο Λονδίνο, οι άλλοι κερδίζουν συνήθως 15 και 18. Ωστόσο, κανένα είδος ειδικευμένης εργασίας δεν φαίνεται τόσο εύκολο να μαθευτεί, όσο αυτό των οικοδόμων και των κτιστών. Λέγεται μερικές φορές ότι οι δημοτικοί σύμβουλοι του Λονδίνου απασχολούνται στη διάρκεια του καλοκαιριού ως κτίστες. Επομένως, ο υψηλός μισθός αυτών των εργατών δεν αποτελεί τόσο την ανταμοιβή των ικανοτήτων τους όσο την αποζημίωση για την ασυνέχεια της απασχόλησής τους.
 
Ένας ξυλουργός φαίνεται να ασκεί ένα μάλλον καλύτερο και ευγενέστερο επάγγελμα από αυτό του οικοδόμου. Ωστόσο, στα περισσότερα μέρη -γιατί δεν ισχύει παντού- το ημερομίσθιό του είναι κάπως χαμηλότερο. Η απασχόλησή του, παρότι εξαρτάται πολύ από τις ευκαιριακές προσκλήσεις των πελατών του, δεν είναι απόλυτα εξαρτημένη απ’ αυτές και δεν διατρέχει τον κίνδυνο να διακοπεί λόγω του καιρού.
 
Όταν τα επαγγέλματα που γενικά εξασφαλίζουν μια σταθερή απασχόληση τύχει να μην την εξασφαλίζουν σε έναν συγκεκριμένο τόπο, οι μισθοί των εργατών αυξάνονται πάντα πολύ πάνω από την κανονική τους αναλογία προς το μισθό της κοινής εργασίας. Στο Λονδίνο σχεδόν όλοι οι έμμισθοι τεχνίτες διατρέχουν από μέρα σε μέρα και από εβδομάδα σε εβδομάδα τον κίνδυνο να κληθούν και να απολυθούν από τα αφεντικά τους, όπως και οι ημερομίσθιοι εργάτες σε άλλα μέρη. Η κατώτερη κατηγορία τεχνιτών, οι έμμισθοι ράφτες, κερδίζουν μισή κορόνα την ημέρα, παρότι ως μισθός της κοινής εργασίας θεωρούνται οι 18 πένες. Στις μικρές πόλεις και στα αγροτικά χωριά, ο μισθός ενός έμμισθου ράφτη συχνά βρίσκεται στα επίπεδα αυτού της κοινής εργασίας. Αλλά στο Λονδίνο ο έμμισθος ράφτης βρίσκεται συχνά χωρίς απασχόληση επί πολλές εβδομάδες, ιδίως στη διάρκεια του καλοκαιριού.
 
Όταν η ασυνέχεια της απασχόλησης συνδυάζεται με τη δυσκολία, το δυσάρεστο και τη βρομιά της εργασίας, μερικές φορές αυξάνει το μισθό τής πιο κοινής εργασίας πάνω από αυτόν των πιο επιδέξιων τεχνιτών. Ένας ανθρακωρύχος που δουλεύει με το κομμάτι στο Νιού- καστλ, υποτίθεται ότι κερδίζει περίπου τα διπλάσια, και σε μερικά μέρη της Σκοτίας τα τριπλάσια του μισθού ενός κοινού εργάτη. Ο υψηλός του μισθός προκύπτει εξ ολοκλήρου από τη δυσκολία, το δυσάρεστο και τη ρυπαρότητα της εργασίας του. Η απασχόλησή του είναι πιθανόν στις περισσότερες περιπτώσεις να είναι όσο σταθερή επιθυμεί ο ίδιος. Οι χαμάληδες του κάρβουνου στο Λονδίνο ασκούν ένα επάγγελμα το οποίο, από την άποψη της δυσκολίας, της βρομιάς και του δυσάρεστου, σχεδόν εξισώνεται με αυτό του ανθρακωρύχου. Και λόγω της αναπόφευκτης μη κανονικότητας των αφίξεων των πλοίων με φορτίο κάρβουνου, η απασχόληση της πλειονότητάς τους είναι κατ’ ανάγκη πολύ ασυνεχής. Αν επομένως οι ανθρακωρύχοι κερδίζουν συνήθως το διπλάσιο και το τριπλάσιο του μισθού της κοινής εργασίας, δεν θα πρέπει να φαίνεται παράλογο ότι οι χαμάληδες του κάρβουνου μερικές φορές κερδίζουν το τετραπλάσιο και πενταπλάσιο αυτού του μισθού. Σε μια έρευνα που έγινε για την κατάστασή τους πριν από μερικά χρόνια, βρέθηκε ότι με το επίπεδο των αμοιβών τους θα μπορούσαν να κερδίζουν από 6 έως 10 σελίνια την ημέρα. Έξι σελίνια είναι περίπου το τετραπλάσιο του μισθού του κοινού εργάτη στο Λονδίνο και σε κάθε επάγγελμα οι χαμηλότερες συνήθεις αποδοχές μπορούν πάντα να θεωρούνται ως οι αποδοχές της μεγάλης πλειονότητας. Όσο υπερβολικές και αν φαίνονται αυτές οι αμοιβές, αν ήταν περισσότερο από αρκετές για να αντισταθμίσουν όλες τις δυσάρεστες συνθήκες αυτής της δραστηριότητας, σύντομα θα υπήρχε ένας τόσο μεγάλος αριθμός ανταγωνιστών, ώστε σε ένα επάγγελμα χωρίς κανένα προνόμιο αποκλειστικότητας οι αμοιβές αυτές θα μειώνονταν τελικά σε μια χαμηλότερη στάθμη.
 
Η σταθερότητα ή η αστάθεια της απασχόλησης δεν μπορεί να επηρεάσει τα συνήθη κέρδη του αποθέματος σε ένα δεδομένο επάγγελμα Το εάν το απόθεμα απασχολείται συνεχώς, εξαρτάται όχι από το επάγγελμα, αλλά από τον επαγγελματία.
 
Ο μισθός της εργασίας μεταβάλλεται ανάλογα με τη μικρή ή τη μεγάλη εμπιστοσύνη που πρέπει να επιδειχθεί στους εργαζομένους.
 
Οι μισθοί των χρυσοχόων και των κοσμηματοποιών είναι πάντοτε ανώτερα από αυτούς των άλλων εργαζομένων, όχι μόνο ίσης αλλά και πολύ ανώτερης ευφυΐας, λόγω των πολύτιμων υλικών τα οποία τούς εμπιστεύονται.
 
Σ’ έναν γιατρό εμπιστευόμαστε την υγεία μας, σε έναν δικηγόρο ή σε έναν συνήγορο εμπιστευόμαστε την περιουσία μας, και μερικές φορές τη ζωή μας και την υπόληψή μας. Μια τέτοια εμπιστοσύνη δεν θα μπορούσαμε να την επιδείξουμε με σιγουριά σε ανθρώπους πολύ μέτριας ή χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Επομένως, η αμοιβή τους πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να τους κατατάσσει σε εκείνη την κοινωνική θέση που απαιτείται για μια τέτοια σημαντική εμπιστοσύνη. Η μακροχρόνια και πολυδάπανη εκπαίδευσή τους, όταν συνδυαστεί με αυτές τις συνθήκες, ενισχύει ακόμα περισσότερο την τιμή της εργασίας τους.
 
Όταν ένα άτομο απασχολεί μόνο το δικό του απόθεμα στη δραστηριότητά του, δεν υπάρχει θέμα εμπιστοσύνης. Η πίστη που μπορεί να του δοθεί από άλλους ανθρώπους εξαρτάται όχι από τη φύση του επαγγέλματος του, αλλά από τη γνώμη τους για την περιουσία του, την εντιμότητα και τη φρόνησή του. Επομένως, τα διαφορετικά περιθώρια κέρδους των διαφόρων επαγγελμάτων δεν μπορούν να προκόψουν από τους διαφορετικούς βαθμούς εμπιστοσύνης με τους οποίους περιβάλλονται οι επαγγελματίες.
 
Ο μισθός της εργασίας στις διάφορες απασχολήσεις μεταβάλλεται ανάλογα με τις μεγάλες ή μικρές πιθανότητες επιτυχίας τους.
 
Υπάρχουν κάποια πολύ ευχάριστα και όμορφα χαρίσματα, π κατοχή των οποίων επισύρει ένα ορισμένο είδος θαυμασμού. Αλλά, για κάποιο λόγο ή κάποια προκατάληψη, η χρησιμοποίησή τους για τον προσπορισμό χρηματικού κέρδους θεωρείται ένα είδος δημόσιας πορνείας. Επομένως, η χρηματική αποζημίωση αυτών που τα χρησιμοποιούν με αυτόν τον τρόπο πρέπει να επαρκεί όχι μόνο για την πληρωμή του χρόνου, της εργασίας και των δαπανών για την απόκτηση αυτών των χαρισμάτων, αλλά και της ανυποληψίας που συνοδεύει τη χρήση τους ως μέσων επιβίωσης. Οι υπερβολικές αμοιβές των ηθοποιών, των τραγουδιστών της όπερας, των χορευτών της όπερας θεμελιώνονται σε αυτές τις δύο αρχές, της σπανιότητας και της ομορφιάς των χαρισμάτων, και της χρησιμοποίησής τους με αυτόν τον τρόπο. Από μια πρώτη άποψη, φαίνεται παράλογο το ότι θα πρέπει να περιφρονούμε αυτά τα άτομα και ωστόσο να αμείβουμε τα χαρίσματά τους με την πιο πλούσια γενναιοδωρία. Ωστόσο, όταν κάνουμε το ένα, πρέπει υποχρεωτικά να κάνουμε και το άλλο. Αν ποτέ μεταβαλλόταν η κοινή γνώμη ή η προκατάληψη σε σχέση με αυτές τις ενασχολήσεις, οι χρηματικές τους αμοιβές θα μειώνονταν γρήγορα. θα επιδίδονταν σε αυτές περισσότεροι άνθρωποι και πολύ γρήγορα ο ανταγωνισμός θα μείωνε την τιμή της εργασίας τους. Τα χαρίσματα αυτά, αν και απέχουν πολύ από το να είναι συνηθισμένα, δεν είναι καθόλου τόσο σπάνια όσο πιστεύεται. Πολλοί άνθρωποι τα διαθέτουν σε υψηλό βαθμό, αλλά ντρέπονται να τα χρησιμοποιήσουν. Και πολλοί περισσότεροι θα ήταν σε θέση να τα αποκτήσουν, αν θα έχαιραν μεγαλύτερης υπόληψης.
 
Η υπέρμετρη έπαρση που έχει η πλειονότητα των ανθρώπων σχετικά με τις ικανότητές τους είναι ένα πανάρχαιο ελάττωμα, που είχαν επισημάνει οι φιλόσοφοι και οι ηθικοδιδάσκαλοι όλων των εποχών. Η αυθαίρετη παραδοχή του δεδομένου της καλής τους τύχης έχει προσεχθεί λιγότερο. Ωστόσο, π παραδοχή αυτή είναι, αν αυτό είναι δυνατόν, ακόμα καθολικότερο. Δεν υπάρχει άνθρωπος, σε περίοδο ανεκτής υγείας και διάθεσης, που να μην τη συμμερίζεται σε κάποιο βαθμό. Όλοι οι άνθρωποι, λίγο ως πολύ, υπερεκτιμούν τις πιθανότητες επιτυχίας τους, ενώ οι περισσότεροι υποτιμούν τις πιθανότητες αποτυχίας και σχεδόν κανείς απ’ όσους έχουν μια ανεκτή υγεία και διάθεση δεν τις αξιολογεί πάνω από το πραγματικό τους μέγεθος.
 
Το ότι υπερεκτιμούνται οι πιθανότητες κέρδους μπορούμε να το συμπεράνουμε από την παγκόσμια επιτυχία των λαχνών. Ο κόσμος δεν γνώρισε ποτέ, ούτε πρόκειται να γνωρίσει έναν απόλυτα δίκαιο λαχνό, ένα λαχνό όπου τα συνολικά κέρδη αντισταθμίζονται από τις συνολικές ζημιές, διότι ο ανάδοχός του δεν θα κέρδιζε τίποτα απ’ αυτόν. Τα δελτία των κρατικών λαχνών στην πραγματικότητα δεν αξίζουν την τιμή που πληρώνεται γι’ αυτά από τους αρχικά εγγεγραμμένους, ωστόσο πωλούνται συνήθως στην αγορά σε τιμές αυξημένες κατά 20%, 30%, μερικές φορές ακόμα και 40%. Μοναδική αιτία αυτής της ζήτησης είναι η απατηλή ελπίδα της απόκτησης κάποιου από τα μεγάλα βραβεία. Ακόμα και οι πιο νηφάλιοι άνθρωποι σπανίως αντιμετωπίζουν ως παραλογισμό την ιδέα τού να πληρώνει κάποιος ένα μικρό ποσό για την πιθανότητα να κερδίσει δέκα ή είκοσι χιλιάδες λίρες, παρότι γνωρίζουν ότι ακόμα και αυτό το μικρό ποσό είναι ίσως 20% ή 30% μεγαλύτερο από το μέγεθος αυτής της πιθανότητας. Για ένα λαχνό, του οποίου κανένα βραβείο δεν θα ξεπερνούσε τις 20 λίρες, ακόμα και αν από άλλες απόψεις προσέγγιζε πολύ περισσότερο το απόλυτα δίκαιο απ’ ό,τι οι κοινοί κρατικοί λαχνοί, δεν θα υπήρχε η ίδια ζήτηση δελτίων. Προκειμένου να έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να κερδίσουν κάποια από τα μεγάλα βραβεία, μερικοί άνθρωποι αγοράζουν πολλά δελτία, ενώ κάποιοι άλλοι αγοράζουν μικρά μερίδια από έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό δελτίων. Ωστόσο, στα μαθηματικά δεν υπάρχει τίποτα πιο βέβαιο από το ότι όσο περισσότερα δελτία παίζει κανείς, τόσο πιθανότερο είναι να βγει χαμένος. Αποτολμήστε να αγοράσετε όλα τα δελτία ενός λαχνού και θα είστε σίγουρα χαμένος. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των δελτίων σας, τόσο περισσότερο προσεγγίζετε αυτή τη βεβαιότητα.

Αρχαίος Λυρικός λόγος: Ποιητική ουσία και παιδευτική αξία

Το τεράστιο θέμα των Λυρικών ποιητών, που θα μας απασχολήσει σήμερα εδώ, δεν πρέπει να ενταχθεί σε μια γενική ομιλία με απλή παρουσίαση της λυρι­κής ποίησης, αλλά συνάπτεται και προβάλλεται με μια ουσιαστική προϋπόθεση: Η ουσία και η αξία της λυρικής ποίησης συνδέεται με την παιδευτική αξία. Επο­μένως δεν είναι κύριος στόχος η προβολή της θεματολογίας, του ύφους και της γλώσσας των ποιητών, αλλά η διαπίστωση μας, πώς συνάπτονται τα ποιητικά κείμενα μέσα στην Μ. Εκπαίδευση και στα Πανεπιστημιακά μαθήματα και πώς αυτά τα πράγματα συνδέονται ουσιαστικά με τη σύγχρονη ανθρώπινη ζωή, την πολιτική, την κοινωνική και ανθρωπιστική ουσία, και πώς μπορούν να συνδε­θούν σήμερα με τους ανθρώπους της εποχής μας και να δείξουν την αναβίωση και τη συνύπαρξη των ποικίλων θεμάτων της αρχαίας λογοτεχνίας. Αυτό είναι το βασικό στοιχείο, που πρέπει να προβληθεί.
 
        Έτσι, αρχικά πρέπει να λεχθεί αυτό, που θα αντιμετωπισθεί ουσιαστικά και ερμηνευτικά έπειτα: Ότι δηλ. σε ένα πρόγραμμα διδασκαλίας της αρχαίας ελ­ληνικής γραμματείας στα σχολεία της Μ. Εκπαίδευσης οι Λυρικοί ποιητές δεν είναι δυνατόν να παραλειφθούν. Είναι ένας κρίκος στην εξέλιξη του αρχαίου ελ­ληνικού πνεύματος και μας διαφωτίζει για τα κατοπινά του στάδια. Βασικά, η λυρική ποίηση κατανοείται κυρίως από την αντιδιαστολή και την αντίθεση της προς το έπος. Η Λυρική ποίηση εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά το έπος. Να μη λησμονούμε, ότι για μοναδικό τρόπο στην αρχαία λογοτεχνία όλα τα ποιητι­κά είδη δημιουργούνται και παρουσιάζονται σε μια ανθρώπινη διαδικασία: Πρώ­τα το έπος, έπειτα η Λυρική ποίηση (όχι συγχρόνως), έπειτα το αρχαίο δράμα κ.λπ. Μια γέννηση και προβολή των διαφόρων λογοτεχνικών μορφών εντάσσε­ται στην ελληνική αρχαιότητα μόνο - όχι, όπως αργότερα στην αλεξανδρινή εποχή, στους ρωμαϊκούς και μεταγενέστερους χρόνους, όπου συνυπάρχουν πάντοτε όλα τα λογοτεχνικά είδη. Επομένως, όταν μιλάμε για τη Λυρική ποίηση θα εννοούμε τη σύνδεση (θετική και αρνητική) με κείνο, που προηγείται (δηλ. το έπος), και με κείνο που ακολουθεί και κυριαρχεί.
 
        Όταν οι μαθητές της Μ. Εκπαίδευσης διδαχθούν την ομηρική ποίηση, θα γνωρίσουν τον κόσμο του έπους και θα κατανοήσουν τις αξίες, οι οποίες κινούν αυτόν τον κόσμο: κοινωνιολογικά τα στρώματα που στήριξαν αυτό τον κόσμο είναι μια αριστοκρατία, που δίνει τη σφραγίδα της στην επική ποίηση: στην κο­ρυφή της πυραμίδας των αξιών είναι η »αρετή», δηλ. η πολεμική αρετή και οι συνέπειες της: η «τιμή» και το «κλέος». Η ομηρική κοινωνία καθορίζεται με τη σαφή παράσταση του «ἀρίστου ἀνδρός» και της βαρετής». «Ἀνήρ ἀγαθός» η «ἄρι­στος» είναι εκείνος, που έχει ευγενή καταγωγή, είναι γενναίος και άξιος πολεμι­στής, εντυπωσιακός στο παράστημα και ωραίος («ἠύς τε μέγας τε»), επιδέξιος και συνετός και συναρπαστικός ομιλητής. Ένας άντρας, που είναι άξιος στον λόγο και στα έργα λόγων ῥητήρ» και «ἔργων πρηκτήρ»), ενσαρκώνει το ιδεώδες του ομηρικού ανθρώπου. «Τίμιος» ή «άτιμος» είναι οριακοί χαρακτηρισμοί της αξίας ή της απαξίας του ανθρώπου. Το μέτρο και το κριτήριο είναι η «τιμή» και μ' αυ­τή τη βάση γίνεται η αξιολόγηση των ανθρώπων. Οι κατώτεροι, που δεν κατέ­χουν «ἀρετή» και δεν έχουν «τιμή», πρέπει να υπηρετούν τους «ἀγαθούς» και τους «ἀρίστους».
 
        Ο πολεμικός αρχηγός, που στην περίοδο ειρήνης είναι ο «ἄναξ», ο «ἡγεμών», εδραιώνει την «τιμή», την αξίωση του δηλαδή για προνομιακές μεταχειρήσεις στην κατανομή λαφύρων, γαιών κ.ά. Στην «αρετή», του την προσωπική, αλ­λά και στην «ἀρετή» των προγόνων του, της οποίας η μνήμη καλλιεργείται και παραμένει ζωντανή κλέος ἄφθιτον»), στηρίζει ο «ἄναξ» και την ηγετική του θέ­ση και τα προνόμια του μέσα στην κοινότητα.
 
        Το κοινό του Ομήρου ανήκε στον ηρωικό ανταγωνιστικό κόσμο, που ήξερε να ξεχωρίζει και να τιμά την προσωπική υπεροχή. Ο Όμηρος ανήκει στην πα­λιά παράδοση των αοιδών και των ραψωδών, που τραγουδούσαν τα «κλέα ἀν­δρῶν», αντλώντας από τη μνήμη του παρελθόντος ως τα μυκηναϊκά χρόνια. Το μυθικό απόθεμα ήταν η καταφυγή τους και οι άνθρωποι των περασμένων και­ρών γίνονταν άσμα και ακρόαμα σε ένα κοινό, που αφήνονταν ευχάριστα στη γοητεία του έπους να τους παρασύρει σε περιπλανήσεις έξοχες και θαυμαστές. Οι άνθρωποι άκουγαν το έπος - μια αφήγηση στο παρελθόν, σε ένα μύθο, σε μια δραστηριότητα που περνούσε όμορφα. Οι άνθρωποι συνδέονταν μ' αυτό το πα­ρελθόν και δένονταν γοητευτικά μ’ αυτή την αφήγηση. Το «τώρα» δεν ήταν θέμα του έπους, αλλά ο κόσμος, που διατηρήθηκε στη μνήμη και στα ιστορήματα.
 
        Στον κόσμο αυτό, που είναι στραμμένος προς το παρελθόν - αφού το «κλέος» περνά μέσα από πολλές γενιές για να εδραιωθεί και τρέφεται από τα πε­ρασμένα - , έρχεται να αντιπαρατεθεί ένας κόσμος, που στρέφεται ρητά προς το παρόν: το «τώρα» και το «εδώ», την καθημερινή ζωή και όχι το «τότε» και το έν­δοξο παρελθόν. Έτσι από την πολεμική αριστοκρατία του έπους μεταβαίνομε με τη λυρική ποίηση σε περιβάλλοντα αστικά. Για μας η λυρική ποίηση των Ελ­λήνων είναι ιστορική μαρτυρία για τους ανθρώπους και την εποχή, που το άτο­μο χειραφετείται και αποδεσμεύεται από μια «δεδομένη τάξη» και αναζητεί την προσωπική του φυσιογνωμία, την ταύτιση με τον εαυτό του μέσα στην πολιτική και κοινωνική πράξη. Με τη λυρική ποίηση ουσιαστικά γίνεται η ανακάλυψη του «εγώ». Η ποίηση τώρα στρέφεται στον προσωπικό άνθρωπο και στον κόσμο του, επιστρέφοντας αποφασιστικά από τις περιπλανήσεις μέσα στον επικό κό­σμο του παρελθόντος. Αυτή η ιδιοτυπία της αρχαϊκής λυρικής ποίησης, που θε­μελιώνει τη νέα ποιητική αίσθηση των «λυρικών» χρόνων, είναι στενά συνδεδε­μένη με τις νέες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις, τη δημιουργία δηλ. και τη στερέωση της «πόλεως», και με την αφύπνιση του ανθρώπου, που αναζη­τεί τη μοίρα του και ερμηνεύει τα προβλήματα του όχι μέσα στις ατέρμονες αφηγήσεις των ραψωδών, αλλά μέσα στο σύντομο ποίημα, που είναι χρονικά και θεματολογικά περιωρισμένο.
 
        Για να κατανοήσουμε την αρχαϊκή λυρική ποίηση, πρέπει να συνειδητο­ποιήσουμε, ότι ο λυρικός ποιητής απευθύνεται πάντοτε σε κάποιον- ακόμη και όταν απευθύνεται στην ίδια του ψυχή, όπως στο γνωστό ποίημα του Αρχιλόχου (67D=128 West): «θυμέ, θύμ', ἀμηχάνοισι κήδεσιν κυκώμενε κ.λπ.». Είναι ένας μονόλογος με στροφή σε όλους τους ανθρώπους. Σας βεβαιώνω - με βάση την προσωπική μου γνώση των λυρικών ποιητών - ότι κάθε ποίημα, ακόμη και όταν φαίνεται ότι εκφράζει έντονα προσωπική άποψη, γράφεται και λέγεται για να ακούγεται από τους συνανθρώπους και συνδέεται με τη γενική ανθρώπινη ου­σία. Η λυρική ποίηση δεν είναι ποτέ ειδικός μονόλογος, ούτε εσωτερική κατα­φυγή και απομόνωση σε ένα αδιαπέραστο χώρο, όπου δεν υπάρχει πρόσβαση για τους άλλους. Η ποίηση είναι στενά συνδεδεμένη με το κοινωνικό σύνολο. Το υλικό της ποίησης είναι η ίδια η ζωή: η ιδιωτική, η πολιτική, η στρατιωτική, η θρησκευτική και γενικά η «επικαιρότητα», που γίνεται αφορμή για στοχασμό και έκφραση.
 
        Στην ιδιωτική - προσωπική περιοχή γεγονότα της εμπειρίας ή πρόσωπα και στιγμές του άμεσου περιβάλλοντος αποτελούν την αφορμή, την αφετηρία και το περιεχόμενο του ποιήματος. Π.χ. στη Σ α π φ ώ: ο χωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα (94 LP), o γάμος μιας φίλης1, η αγαπημένη κόρη Κλεΐς (132 LP), o επιπόλαιος αδελφός Χάραξος, που ξετρελλάθηκε με την ωραία Δωρίχα ή Ροδώπιν (202 LP), η άμουση αντίζηλος2 (55 LP) κ.ά. Στον Αρχίλοχο: Οι εμπει­ρίες και τα γεγονότα από τη ζωή του μισθοφόρου (π.χ. απ. 1.2.5. 101 West), η περίπτωση με τη Νεοβούλη και τον Λυκάμβη (π.χ. απ. 38.172.173 West), o άδι­κος φίλος που πρόδωσε τη φιλία (79 aD)3, ο φίλος Γλαύκος (15. 105 West κ.ά.), ο θάνατος του γαμπρού του Περικλή (13 West) κ.ά. Η ποίηση του Ιππώνακτα είναι γεμάτη αποκλειστικά από προσωπικά βιώματα και γεγονότα. Τα ίδια διαπιστώνουμε και σε άλλους λυρικούς: Αλκμάνα, Αλκαίο, Ίβυκο, Α­νακρέοντα, Σιμωνίδη κ.ά. Εκείνο όμως, που πρέπει να τονισθεί, είναι ότι όλα αυτά τα γεγονότα και οι προσωπικές εμπειρίες δεν μετουσιώνονται στο ποίημα ως απλά «υποκειμενικά» αισθήματα. Δηλαδή: το ποίημα δεν είναι ποίημα μιας στιγμιαίας ψυχικής διάθεσης, που εκφράζει απλώς εσωτερικές καταστάσεις μέσα σε μια προσωπική απομόνωση, αλλά έχει σαφή αναφορά στην πραγματικό­τητα, απευθύνεται πάντοτε σε κάποιον (που θα το ακούσει) και παρουσιάζει το προσωπικό βίωμα μέσα σε μιαν ευρύτερη αντίληψη για τον κόσμο - με εκφρα­στικά μέσα, που συνάπτουν το προσωπικό με το γενικώς ανθρώπινο.
 
        Όταν λ.χ. η Σαπφώ σκέφτεται τις ωραίες στιγμές ενός ευτυχισμένου παρελθόντος, δεν το κάνει για να καταφύγει μελαγχολικά στη σκιά και στο όνει­ρο μιας χαμένης ευτυχίας, αλλά ξεκινά από το ότι αυτές οι στιγμές είναι παρούσες γι’ αυτήν και συνάπτονται στους στίχους της με την τωρινή κατάσταση της μοναξιάς και της εγκατάλειψης (Αγαπητοί συνάδελφοι: να προσέχουμε πολύ αυτά τα βασικά πράγματα, διότι αυτά μας γοητεύουν και μας αποκαλύπτουν πολλά γεγονότα, που συνάπτονται με τη δική μας ζωή). Για πρώτη φορά η Σαπφώ μας παρουσιάζει στην ποίηση ένα καινούριο αίσθημα μοναξιάς, διότι ξε­κινάει από έντονο αίσθημα συμβίωσης: μοναξιά και εγκατάλειψη προϋποθέτουν συνύπαρξη και συμβίωση. Τότε μόνο η μοναξιά ταλαιπωρεί τον άνθρωπο ουσιαστικά, όταν έχει προηγηθεί μια πολύ έντονη συνύπαρξη - ένα πράγμα, που πρώτη φορά προβάλλεται στην ποίηση, αλλά που δεν παραμένει απλώς ως γνώ­ση της αρχαϊκής λυρικής ποίησης: κυριαρχεί και στη σύγχρονη ζωή μας. Έτσι γίνεται κατανοητό, ότι η πραγματική ομορφιά της ζωής διατηρείται με τη μνήμη και την υπόμνηση. Σε ένα ωραίο ποίημα, που παραδόθηκε από πάπυρο, η Σαπφώ με πίκρα μιλάει στη φίλη, που παντρεύτηκε και έφυγε, και της λέγει (94 LP= 96D), στ. 7 κ.έ.: «χαίροισ' ἔρχεο κάμεθεν / μέμναισ', οἶσθα γάρ ὡς <σ>ε πεδήπομεν·/ αἰ δέ μή, ἀλλά σ' ἐγώ θέλω ὄμναισαι...» (=πήγαινε με χαρά και μένα να θυμάσαι, γιατί ξέρεις πώς σε λαχταρούσαμε. Αν όμως όχι (=αν δεν θυμάσαι), εγώ θέλω να σου το θυμίσω... πόσα ευτυχισμένα πράγματα και ωραία ζήσαμε μαζί...»). Για πρώτη φορά εμφανίζεται αυτή η ανθρώπινη άποψη - γι' αυτό η ερ­μηνεία των ποιητών έχει νόημα και ουσία - ότι βασικά η ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρόν και μέλλον, αλλά παρελθόν. Όλες τις άπειρες αυτές λεπτομέρειες ό­μως, που τις ζει και τις συνάπτει μέσα του ο άνθρωπος, όταν τις περνάει εντός του με κάλλος, τότε - λέγει η Σαπφώ - υπάρχει πάντοτε μνήμη και ανάμνηση. Η ανάπλαση της κοινής ζωής των δυο προσώπων, που κάνα εδώ η Σαπφώ, είναι μια επαναφορά και μια επανεκτίμηση προσωπικών βιωμάτων. Αυτή η αναγωγή στον ωραίο κόσμο του μακρυνού παρελθόντος και η ανάπλαση του είναι αλη­θινή ποίηση. Αφετηρία του ποιήματος είναι φυσικά ο χωρισμός - και ο αποχαι­ρετισμός.
 
        Βιολογικές μεταβολές και καταστάσεις του ανθρώπινου βίου - όπως τα γε­ράματα και ο θάνατος -, που ήταν στο έπος αυτονόητες, γίνονται στη λυρική ποίηση βασανιστική αναγκαιότητα και πικρή συνείδηση της ανθρώπινης μοί­ρας. Έτσι οι Ελεγείες του Μίμνερμου λ,χ. κυριαρχούνται από δύο βασικά θέματα: τον έρωτα και τον θάνατο. Για τον Μίμνερμο όμως η έννοια «θάνατος» ταυτίζεται με τα γηρατειά. Το «ἀργαλέον γῆρας» είναι ο θάνατος προ του θανά­του. Ο συνδυασμός τώρα με την προηγούμενη ποίηση: Ο ομηρικός άνθρωπος έ­χει συνείδηση του «γηράσκειν» και το προσμένει χωρίς φόβο. Η συμφορά δεν είναι το να γίνει κανείς γέρος, αλλά το να μη φθάσει στα γεράματα - δηλ. να πε­θάνει πρόωρα. Ο άνθρωπος, ως μονάδα, ζει μέσα σε μια εγκατάλειψη και αμη­χανία. Περισσότερο τώρα από άλλοτε έχει συνείδηση της τραγικής «απορίας» και της εγκατάλειψης του και γνωρίζει καλά, πως ο πόνος ανήκει στη μοίρα και στην ουσία του ανθρώπου.
 
          Και ακριβώς τώρα διατυπώνεται στην ποίηση ανυποχώρητα το θάρρος για «τλημοσύνη» (= για καρτερία, υπομονή και αντοχή στον πόνο) - όπως το διατύ­πωσε πρώτος ο Αρχίλοχος (απ. 13 West= 7D, στ. 6), ένα ουσιαστικό ά­γνωστο στον Όμηρο (όπου το επίθετο τλήμων») και στην αρχαϊκή ποίηση μόνον εδώ. Η «τλημοσύνη» εκφράζει με τον πόνο του ανθρώπου τη μόνη δυνατό­τητα, δηλ. αντοχή και όχι ξεπέρασμα. Επίσης στον Αρχίλοχο συναντάμε για πρώτη φορά μια νέα αντίληψη και συνείδηση για το τί είναι πραγματικά η φιλία — πέρα από το παραδοσιακό ηρωικό σχήμα, που έδωσε ο Όμηρος παρα­δειγματικά με το φιλικό ζεύγος: Αχιλλεύς - Πάτροκλος. Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος ποιητής, που εκφράζεται γεμάτος αγανάκτηση για προδομένη φιλία. Στον Όμηρο τονίζεται η θυσία του φίλου και ο δεσμός της φίλιας. Στον Αρχί­λοχο η φιλία αξιολογείται και εκτιμάται αναλόγως κατά τη στιγμή της αποσκίρτησης και της προδοσίας (βλ. πιο πάνω και σημ. 3). Υπενθυμίζω και την αμείλικτη επίθεση εναντίον του Λυκάμβη και των θυγατέρων του4. Αντιδρά και πολε­μά σ' εκείνους, που προδίδουν την ανθρώπινη σχέση, διότι ο ποιητής στηρίζεται στην εντιμότητα και στην κοινή εμπιστοσύνη.
 
        Η πολεμική ελεγεία, όσο και αν σε πολλά σημεία εξαρτάται από το έπος, απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό και σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ο Καλλίνος λ.χ. προτρέπει τους άντρες να υπερασπίσουν την πόλη και τα πολιτικά-αστικά δικαιώματα, που αυτή τους προσφέρει, και ο Τυρταίος καλεί τους άντρες να αγωνιστούν μέχρι θανάτου για την ελευθερία.
 
        Στην ίδια σχέση του ποιητή προς τον άνθρωπο, που ακούει τον λόγο των ποιητών, βρίσκονται οι παραινετικές ελεγείες του Θεόγνιδος και οι πολιτι­κές ελεγείες του Σóλωνος. Ήταν μεγάλη στιγμή της ιστορίας, που ο Σόλων μπόρεσε να ηγηθεί στον αθηναϊκό λαό. Για πρώτη φορά, όπως ξέρετε, γράφεται ποιητικός λόγος στην Αττική (Σóλων), όπου δεν υπήρχε προηγουμένως. Για πρώτη φορά γράφεται η ποίηση του πολιτικού Σόλωνα, που προβάλλει τις θέ­σεις του στους ανθρώπους της Αθήνας, που τον ακούνε. Έτσι τα ποιήματα του είναι ο πολιτικός του λόγος προς τους συμπολίτες. Ο ίδιος έχει ισορροπήσει μέ­σα του τις αντιθέσεις κάτω από την κυρίαρχη παρουσία της «Δίκης» (= Δικαιο­σύνης), που για τον Σόλωνα εκφράζει και συντηρεί όχι μόνο την κοσμική αρ­μονία, αλλά και την πολιτική και κοινωνική αρμονία — με όλες τις αντιθέσεις, που περικλείει. Ο Σόλων πρώτος έδειξε στην ποίηση, ότι η ποθητή αρμονία δεν σημαίνει εξολόθρευση των αντιθέσεων, αλλά εξισορρόπησή τους. Ο ίδιος λέγει, πως στάθηκε σαν ασπίδα ανάμεσα στον λαό και στους ισχυρούς και δεν επέτρε­πε σε κανένα άδικη νίκη (5D= 5+6+7 West, στ. 5-6). Ο άνθρωπος καθορίζει —κατά τον Σόλωνα — τη ζωή του με τις πράξεις του. Η αδικία πάντοτε τιμωρεί­ται.5
 
        Στην περιοχή της κοινωνικής-πολιτικής δραστηριότητας ο λυρικός ποιη­τής ξεκινά από μια τοποθέτηση στα προβλήματα της κοινής ανθρώπινης συμ­βίωσης ή στα ειδικά πολιτικά προβλήματα. Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι η ποίηση γενικά έχει κοινωνική λειτουργία και είναι δεμένη με το κοινωνικό σύνολο, προς το οποίο απευθύνεται, το οποίο εκφράζει και από το οποίο κρίνε­ται. Έτσι π.χ. για τον Αλκαίο ο θάνατος του τυράννου Μυρσίλου γίνεται αφορμή να γράψει ένα συμποτικό ποίημα (332LP= 39D...: «Νῦν χρή μεθύσθην καί τίνα πόος βίαν / πώνην, ἐπειδή κάτθανε Μύρσιλος»), που έχει έντονο πολιτι­κό χρώμα. Η προβολή της συμποτικής εικόνας συνδέεται με τα πολιτικά και κοινωνικά πλαίσια. Τα συμποτικά του ποιήματα, που προτρέπουν σε οινοποσία, δεν εκφράζουν απλώς προσωπικές στιγμές συμποτικής ευδαιμονίας, αλλά απευ­θύνονται στους φίλους, που δένονται μέσα στο κρασί και στον αγώνα. «Πίνω» σημαίνει για τον Αλκαίο: πίνω μαζί με φίλους, που με ξέρουν και με καταλα­βαίνουν. Στον Αλκαίο εμφανίζεται για πρώτη φορά η αντίληψη, ότι, αν θέλεις να δράσεις μαζί με κάποιον, πρέπει πρώτα να τον καταλάβεις σωστά. Έτσι για πρώτη φορά στην αρχαία ελληνική γλώσσα το ρ. «συνίημι» και τα παράγωγα του απαντούν συχνά στα αποσπ. του Αλκαίου και της Σαπφούς.
 
         Ακόμη και όταν οι λυρικοί ποιητές απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη θεό­τητα ή ανοίγουν διάλογο μαζί της, δεν πρόκειται για τυπική επίκληση. Ποτέ δεν είναι μόνος ο ποιητής και ο θεός. Πίσω από αυτή τη σχέση του διαλόγου υπάρ­χει η πραγματική αφετηρία, που συνάπτεται με επίκαιρα γεγονότα και με τους συνανθρώπους. Όταν λ.χ. ο Αλκαίος απευθύνεται στη θεία τριάδα: Δία -Ήρα - Διόνυσο (24aD= 129 LP) ζητάει να τον απαλλάξουν από τους μόχθους της πικρής εξορίας και να τιμωρηθεί ο τύραννος που «εύκολα καταπατώντας τους όρκους καταστρέφει την πόλη» και να ελευθερωθεί ο λαός» «ὑπέξ ἀχέων». Έτσι οι θεοί γίνονται «ταίροι», δηλ. το κοινό του ποιητή, που μπορεί να τον κα­τανοήσει και να του παρασταθεί. Ένα βασικό παράδειγμα: η Σαπφώ στο περί­φημο ποίημα προς την Αφροδίτη (1D=1 LP) παρουσιάζει μια μοναδική συμ­πλοκή ανάμεσα στον άνθρωπο και στην θεότητα. Ο άνθρωπος για πρώτη φορά νοιώθει χωρίς επιφύλαξη την προθυμία του θεού να ακούσει και να κουβεντιά­σει. Η θεά είναι «σύμμαχος» και πρόθυμη φίλη (στ. 22: σύμμαχος ἔσσο·»). Η Σαπφώ, με μοναδικό τρόπο στην ποίηση, απευθύνεται σε ένα διαφορετκό κύκλο αν­θρώπων, συμπράττει και συμβιοί με ομογνώμονες και συνθιασώτες. Ο κύκλος της ποιήτριας αισθάνεται δεμένος μέσα στη μνήμη του ωραίου, που έζησαν και γνώρισαν όλοι μαζί. Αυτή η μνήμη μετουσιώνεται σε ποίημα, που διατηρεί επί­μονα κάθε τι, που βιώθηκε κάποτε μέσα στην ψυχή. Η έντονη συνείδηση της συμβίωσης δημιουργεί τώρα στην ποίηση ένα νέο αίσθημα μοναξιάς.6 Γιατί μόνον εκείνος, που είναι εσωτερικά δεμένος με κάποιον, μπορεί και να αισθανθεί τον πόνο του χωρισμού. Μόνο εκείνο, που ανήκει σε κάποιον, πρέπει να του φύ­γει και να του γίνει «ἀλλότριον». Μοναξιά και εγκατάλειψη - όπως είδαμε - προϋποθέτουν συνύπαρξη και συμβίωση.
 
         Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι η λυρική ποίηση δεν είναι φυγή σε ένα εξι­δανικευμένο παρελθόν ή στη σιωπή της μοναξιάς. Παντού υπάρχει ο άλλος, που ακούει, και στον οποίο απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής με το στίχο ζητεί και βρίσκει πρόσβαση στους συνανθρώπους του. Τα νέα κορίτσια από τους αριστο­κρατικούς κύκλους της Μυτιλήνης (η Ατθίς, η Ανακτορία, Η Γογκύλα, Η Αρχεάνασσα, η Αριγνώτα, η Ειράννα, η Μέγαρα κ.α.) συνδέονταν συνειδητά μετα­ξύ τους και με την ποιήτρια. Τα ποιήματα, που μας σώθηκαν, μαρτυρούν ένα ακαταπόνητο αγώνα της ποιήτριας για το καθένα απ' αυτά τα κορίτσια. Κοινά βιώματα, κοινές αντιλήψεις, κοινοί πόνοι και κοινές χαρές αποτελούσαν το πε­ριεχόμενο μιας κοινωνίας, στην οποία απευθυνόταν η Σαπφώ. Στα ποιήματα της η Σαπφώ απευθύνεται σε ένα κοινό, που συμμετέχει στη βίωση του «κάλλους», και που ξέρει να το κατανοήσει. Έτσι το αντικείμενο του ποιήματος - τα «τερπνά» και τα «καλά» - δεν είναι έκφραση της προσωπικής εμπειρίας της ποιήτριας μόνον. Τις πίκρες και τα προβλήματα του παρελθόντος αντιμετώπιζα η Σαπφώ με την ανάμνηση, που οδηγεί στις ωραίες στιγμές του παρελθόντος. Η επιστροφή αυτή όμως στο χώρο της ομορφιάς δεν είναι φυγή από το παρόν.
 
         Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την εποχή αυτή της λυρικής ποίησης το γε­γονός, ότι οι ποιητές είχαν συνείδηση, πως μόνο η ποίηση πραγματώνει την ομορφιά και πως μόνο μέσα στον στίχο υπάρχει η δυνατότητα υψηλής και μόνι­μης επικοινωνίας με τους συνανθρώπους. Τη σιγουριά του στίχου τη βλέπομε σαφέστατα στον Αρχίλοχο, ακόμη και σε κείνον τον ανέμελο και κωμαστή Ανακρέοντα. Ο Αλκμάν, στο περίφημο «Παρθένειο», σημαδεύει αιώνια το κάλλος και την ανθρωπινότητα.
 
         Κατά την εποχή του αρχαϊκού λυρισμού οι ποιητές αποκτούν συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας και αυτή τη γνώση την εξαγγέλλουν στους συνανθρώ­πους τους. Τώρα γνωρίζουν καλά οι ποιητές, πως για τις ανθρώπινες δυνατότητες υπάρχουν σαφή και καθορισμένα όρια, που ο άνθρωπος δεν μπορεί (ούτε επιτρέπεται) να ξεπεράσει. Πρώτος ο Αρχίλοχος διατυπώνει μέσα στον στίχο τη σκληρή εμπειρία, ότι όλα τα ανθρώπινα είναι ασταθή και μεταβάλλον­ται, και συνειδητοποιεί τον «ῥυσμόν», που κατέχει τους ανθρώπους (67aD= 128 West)7. Η χαρά και ο πόνος ανήκουν στη μοίρα του ανθρώπου και εναλλάσσον­ται. Επομένως ο άνθρωπος κινείται ανάμεσα στον φόβο και στην ελπίδα. Ο ίδιος δεν μπορεί να ρυθμίσει τη ζωή του. Μια ερμηνευτική ανάλυση για τη διαδοχική παρουσία ελπίδας-φόβου και τη μεταβλητότητα της ζωής μας δείχνει, ότι η χα­ρά και ο πόνος, η ευτυχία και η δυστυχία κυριαρχούν σε όλους και μεταβάλλον­ται από τον ένα στον άλλον. Έτσι καταλαβαίναμε την ωραία και καταπληκτική διατύπωση του Αρχιλόχου «Ἄλλοτε δ' ἄλλος ἔχει τάδε» (7D =13 West, στ. 7)8. Η μόνη δύναμη, που έχει ο άνθρωπος, είναι η «τλημοσύνη», η δύναμη της αντοχής.
 
         Στους έλληνες λυρικούς βλέπομε συχνά και έντονα την ρευστότητα, την αδυναμία και την αστάθεια της ανθρώπινης μοίρας. Ο άνθρωπος δεν καθόριζα τη ζωή του ο ίδιος, αλλά κάθε μέρα ρυθμίζεται από δυνάμεις έξω και πάνω από αυτόν. Ο Αρχίλοχος μιλάει συχνά. Βλ. απ. 68D =131 + 132 West, που απευθύνεται στο φίλο του Γλαύκο: «Τοῖος ἀνθρώποισι θυμός, Γλαῦκε,... /γίγνεται θνητοῖς, ὁκοίην Ζεῦς ἐφ' ήμέρην ἄγῃ...» (μετάφραση: Τέτοια στους ανθρώ­πους τους θνητούς γίνεται η ψυχή και η καρδιά (=θυμός), Γλαύκε, όποια μέρα ο Δίας φέρνει...). Το ίδιο δηλώνει ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος (1D= I West), που χρησιμοποιεί τον καταπληκτικό χαρακτηρισμό των ανθρώπων: «ἐπήμεροι» (= εφήμεροι, στ. 3), που η έννοια αυτής της λέξης έχει τεράστια σημασία για την αντίληψη των λυρικών ποιητών σχετικά με τα ανθρώπινα πράγματα. Ἐφήμερος είναι ο άνθρωπος -όχι με τη σημερινή σημασία - που κείται «ἐπί τῆς ἡμέρας», που βρίσκεται και καθορίζεται στη ζωή κάθε μέρα, χωρίς σιγουριά για περισσό­τερο χρόνο. Αργότερα ο Πίνδαρος εκφράζει στην ίδια αντίληψη τους έξο­χους στίχους (Πυθ. 8, 95 κ.ε.) «Ἐπάμεροι· τί δε τις; τί δ' οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ / άν­θρωπος» (= εφήμεροι άνθρωποι. Τι είναι, και τι δεν είναι; ένα όνειρο σκιάς ο άν­θρωπος!)
 
         Ο διαχωρισμός μεταξύ της παντοδυναμίας των θεών και της περιορι­σμένης δυνατότητας των ανθρώπων γίνεται στην αρχαϊκή, αλλά και στη μετα­γενέστερη ποίηση, κυρίαρχο μοτίβο. Ο Α λ κ μ ά ν, χορικός ποιητής, διατυ­πώνει την ίδια αντίληψη σε ένα χαρακτηριστικό στίχο (ID = 1 Page, στ. 16): «μή τις ἀνθρώπων ἐς ὠρανόν ποτήσθω» - μια αντίληψη, που επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα στον Πίνδαρο (Ίσθμ. 5,14): «μή μάτευε Ζεύς γενέσθαι», με τη μεστή αιτιολόγηση: «θνατά θνατοῖσι πρέπει», που θυμίζει την παλαιά δελφική επιταγή: «θνητά φρονεῖν». Την ίδια πίστη διαπιστώναμε στη Σαπφώ (38D,= 27LP, στ. 12): «οὐ γάρ ἔστ' ὁδος μέγαν ἐς Ὄλυμπον ἀνθρώπ-», όπου τονίζεται, ότι η πτήση του ανθρώπου στον όλβιο χώρο των αθανάτων θεών είναι αδύνατη. Το επαναλαμβάνει με μια τραγική διατύπωση (47D. = 52 LP): «ψαύειν δ' οὐ δοκίμωμ' ὀράνω δυσπασχέα». Είναι η διαπίστωση της ανθρώπινης απτερωσύνης, της «ανθρωπινότητας» των ανθρώπων.
 
         Στη λυρική ποίηση ανακαλύπτεται σωστά η ανθρώπινη προσωπικότητα και το βλέμμα του ανθρώπου περνάει σε πρόσωπα και πράγματα. Η φύση δεν είναι μόνο ένα απλό αντικείμενο περιγραφής. Ο άνθρωπος την αισθάνεται κοντά του και μετέχει σ' αυτή. Οι εικόνες και οι περιγραφές της φύσης, που βλέπομε στους ποιητές, δεν είναι αυθύπαρκτες και ανεξάρτητες από τον άνθρωπο, το αν­θρώπινο περιβάλλον και την ανθρώπινη μοίρα. Παράδειγμα: ο Αρχίλοχος απευθύνεται στον Γλαύκο για την φριχτή τρικυμία και την κακοκαιρία, που οδη­γούν σε απροσδόκητο φόβο (απ. 56D= 105 West), στ. 3: «κιχάνει δ' ἐξ ἀελπτίης φόβος» - ένας φόβος, που συνάπτεται με την απειλή του πολέμου. Βλ. επίσης ένα ποίημα, όπου ο Α λ κ μ α ν προβάλλει τον ύπνο της φύσης - δηλαδή: η ησυχία της νύχτας, όπου όλα κοιμούνται (58D= 89 Page). Στη λυρική ποίηση η φύση συνδέεται με τον άνθρωπο και δείχνει την ψυχική του διάθεση. Βλ. λ.χ. Σ ι μ ω ν ί δ η τον Κείον (13D =38 Page), όπου στον στ. 22 λέγει: «εὑδέτω δέ πόντος, εὑδέτω δ' ἄμετρον κακόν».
 
         Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι στην παλαιά χορική λυρική ποίηση, που εκπροσωπείται κυρίως από τον Αλκμάνα και τον Στησίχορο, ο ποιη­τής δεν μιλάει ως άτομο, αλλά ως εκπρόσωπος ομάδας ανθρώπων. Επομένως, αυτό που λέγεται απευθύνεται σε σύνολο ανθρώπων, στους οποίους πρέπει να βρει απήχηση και στους οποίους πρέπει με τον μύθο να εκφρασθεί μια αλήθεια αναμφισβήτητη. Από την άποψη αυτή η «Παλινῳδία» του Στησιχόρου (απ. 15-16 Page) δεν αναφέρεται σε επανόρθωση του ποιητή, αλλά στην αποκατάσταση μιας αλήθειας, που στο έπος νοθεύτηκε. Γι' αυτό και οι δύο παλινωδίες, όπως παραδίδονται από πάπυρο10, εκφράζουν αντίθεση στους δυο επικούς ποιητές: τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Έτσι καταλαβαίναμε, ότι στη χορική ποίηση υπάρ­χει ελαστικότητα της ουσίας του μύθου. Ο Πίνδαρος λέγει, ότι ο ποιητής έ­χει τη δυνατότητα να διάλεγα από τους μύθους, από την κοινή εμπειρία, και πα­ρομοιάζει το έργο αυτό με τη μέλισσα, που κάνει επιλογή (Πυθ. 10, 54-55: «ἐγκωμίων γάρ ἄωτος ὕμνων/ ἐπ' ἄλλοτ' ἄλλον ὥτε μέλισσα θύνει λόγον»). θέματα του μύθου, προϋπάρχοντα, παραμερίζονται στη λυρική-χορική ποίηση, όταν δεν ταιριάζουν σ' αυτό, που θέλουν να εκφράσουν και να ερμηνεύσουν (βλ. και Σιμωνίδη για τη Δανάη). Ο ίδιος ο Στησίχορος αρχίζει την «Ορέστειά» του με άρνηση και απόρριψη των πολεμικών θεμάτων (απ. 12D= 33 Page: «Μοῖσα, σύ μέν πολέμους ἀπωσαμένα κ.λπ.»). Είναι χαρακτηριστικό για τη νέα αντίληψη, που εκφράζει εδώ ο Στησίχορος, ότι ο ποιητής δεν επικαλείται τη Μούσα για να υμνήσει πολέμους — όπως στο παλαιό ηρωικό έπος -, αλλά για να οδηγήσει τον ποιητή σε άλλη περιοχή. Ένα παπυρικό υπόμνημα σε μελικούς ποιητές (P. Oxy. XXIX fr. 26= Στησίχ. απ. 40 Page) δείχνει, ότι ο Στησίχορος - μετά τον Όμηρο και τον Ησίοδο - υπήρξεν η πηγή και το υπόδειγμα για πολλούς ποιητές. Η αναγωγή αυτή δεν γινόταν στο παλαιό έπος, αλλά στη χορική-λυρική ποίηση. Την ίδια στάση παρατηρούμε και σε άλλους ποιητές, ό­πως λ.χ. στον Ί β υ κ ο, όπου με νέες ερμηνείες του μύθου και νέες γλωσσικές εκφράσεις γίνεται προσπάθεια προσαρμογής στις απαιτήσεις μιας νέας πραγμα­τικότητας. Ο Πίνδαρος, ως λυρικός-χορικός ποιητής, επεμβαίνει πολύ στον μύθο, αλλά με προσοχή και θρησκευτικό δέος. Για τον ποιητή η αλήθεια και η αντικειμενική παρουσίαση του μύθου δεν μπορεί να είναι έξω από το «καλόν» - στην ευρύτερη έννοια. Αυτή η θέση του Πινδάρου φαίνεται κυρίως στην πασί­γνωστη «διόρθωση» ή επανόρθωση του μύθου (Ολυμπ. 1, 25 κ.ε.), όπου ταξινο­μεί εντελώς προσωπικά τον μύθο του Πέλοπος σε νέα ερμηνεία. Η «βροτῶν φάτις» (= αυτό που λέγει ο κόσμος στον μύθο) δημιουργεί μια μορφή μύθου, που φεύγει πάνω από την αλήθεια ὑπέρ τόν ἀλαθῆ λόγον»). Οι μύθοι, στολισμένοι με ποικίλα ψεύδη, εξαπατούν δεδαιδαλμένοι ψεύδεσι ποικίλοις/ ἐξαπατῶντι μῦθοι»). Όταν λέγει, ότι είναι «Πιερίδων προφάτας» (Παιάνες 6, 6) και ότι θα προφητεύσει στους ανθρώπους ό,τι του λέγει η Μούσα - όπως στο έπος -, τονίζει: «μαντεύεο, Μοῦσα, προφατεύσω δ' ἐγώ» (Fr. 150), συνάπτεται δηλ. με την παλαιά αντίληψη, ότι ο ποιητής μεταδίδει τα λόγια των Μουσών στους αν­θρώπους, γνωρίζει όμως ότι η Μούσα λέγει και ψεύδη.
 
         Οι λυρικοί ποιητές εκφράζουν τη νέα εποχή, τη χαραυγή του λυρικού αιώνα, τις ταραγμένες συνθήκες ανθρώπινης και πολιτικής συμβίωσης. Αντιμε­τωπίζουν τα γεγονότα της εποχής, τους κινδύνους της ζωής και τις ποικίλες αν­θρώπινες πικρές εμπειρίες. Έτσι ο Αρχίλοχος ζει την τραγικότητα του αφυπνιζόμενου ανθρώπου, που αντιμετωπίζει τον κόσμο με όλη την σκληρότη­τα και με όλη την ειλικρίνεια για τη ζωή και τους συνανθρώπους. Ο ίδιος ομο­λογεί (απ. 6D =5 West), πως εγκατέλειψε την ασπίδα, έγινε «ρίψασπις», ομολο­γεί ανεπιφύλακτα την πράξη του και την θεματολογεί έξοχα στο δίλημμα: την ασπίδα (και τον θάνατο) ή τη ζωή; Για τον ποιητή έχει μεγάλη αξία η στιγμή της επιβίωσης ψυχήν δ' ἐξεσάωσα»). Το ομηρικό ιδανικό του ηρωικού κλέους δεν έχει βάρος για τον Αρχίλοχο, που βλέπει τη ζωή και τη σωτηρία στην κάθε στι­γμή. Ως μισθοφόρος στον πόλεμο παρουσιάζει τα αρνητικά στοιχεία, τις φριχτές στιγμές, και τις απαράδεκτες ουσίες του πολέμου. Απογυμνώνει τον πόλεμο από κάθε μεγαλείο και συνδέει τη ζωή με το όπλο (βλ. απ. 2D= 2 West: «Ἐν δορί μέν μοι μᾶζα μεμαγμένη κ.λπ»). Εξευτελίζεται ο ηρωισμός του πολέμου, όταν πολλοί (ανάξιοι) προσπαθούν να οικειοποιηθούν ξένη δόξα και ωφέλειες από θάνατο κάποιου άλλου. Χαρακτηριστικό το απ. 61 D= 101 West: «πτά γάρ νεκρῶν πε­σόντων, οὕς ἐμάρψαμεν ποσίν, / χείλιοι φονῆες εἶμεν» (= Επτά νεκρών που πέ­σανε και τους ποδοπατήσαμε, χίλιοι φονιάδες ήμαστε). Ομολογεί σε ένα απ. (64D = 133 West) - για πρώτη φορά στην ποίηση -, ότι «Κανένας δεν είναι σε­βαστός ανάμεσα στους συμπολίτες, ούτε περίφημος, όταν πεθάνει. Την αγάπη πιο πολύ των ζωντανών επιδιώκαμε εμείς οι ζωντανοί» (= Οὔτις αἰδαῖος μετ' ἀ­στῶν οὐδέ περίφημος θανών γίγνεται κ,λπ»)11. Σε ένα άλλο ποίημα (22D.= 19West) για πρώτη φορά στην ελληνική ποίηση εκφράζει ο Αρχίλοχος ένα ιδανικό ζωής αρνητικά - δηλ. με την απόρριψη παραδεκτών αξιών Οὐ μοι τα Γύγεω κ.λπ») και αλλού (60 D. 114 = West) πάλι με την άρνηση και την απόρρι­ψη - και συνεχείς αρνήσεις! - εκφράζει την προσωπική του γνώμη, που στηρί­ζεται όχι στην εξωτερική παρουσία του ανθρώπου, αλλά στην εσωτερική ουσία και αξία Οὐ φιλέω μέγαν στρατηγόν κ.λπ»). Σε όλη τη λυρική ποίηση κυριαρχεί ειδικά η ανθρώπινη άποψη, on η μοίρα του ανθρώπου κινδυνεύει και ότι ο άν­θρωπος πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή κάθε στιγμή.12
 
         Πρέπει να έχουμε στο νου μας, ότι κύριο όργανο και όπλο των λυρικών ποιητών είναι η γλώσσα, η οποία πέρα από την παράδοση των ομηρικών ποιη­μάτων δημιουργεί καινούργιες προσωπικές δυνατότητες για τον ποιητή, να κα­τευθύνει τον λόγο εκεί που θέλει και να «μορφώσει» γλωσσικά τον στοχασμό του. Στη λυρική ποίηση των αρχαίων χρόνων οι λέξεις είναι σημαντικές στη σχέση του ποιητή με την εποχή και τους συνανθρώπους του. Για πρώτη φορά εμφανίζεται τώρα στην ελληνική γλώσσα η λέξη «κίνδυνος» (Σόλων, Σαπφώ, Αλκαίος). Νέες λέξεις, άγνωστες στο έπος, εκφράζουν καινούργιες καταστάσεις και νέες αντιλήψεις: ἀφροσύνη, φιλαργυρίη, ὑπερηφανίη, διχοστασίη, ἰσομοιρία, σύνοδος, ξυνωνία κ.ά. Για πρώτη φορά στη Σαπφώ εκφράζεται σε ειδικές λέξεις και διατύπωσης ο πόνος για τον χωρισμό και η γνώμη για το κάλλος. Στους στί­χους του Αλκαίου φαίνεται καθαρά μέσα στις λέξεις, πώς αισθάνεται κά­ποιος δεμένος με τους «ἑταίρους» του. Έτσι εμφανίζονται τώρα εδώ γνωστέ; σύνθετες λέξεις με την πρόθεση «συν»: συμπίνω, συμπόσιον, συνηβῶ, συνίημι. Ήδη στον Αρχίλοχο εμφανίζεται λίγο πριν μια νέα σημαντική λέξη: «ξυνωνίη» και χρησιμοποιείται τώρα το ρήμα «αδικῶ» - έτσι εκφράζεται η πρά­ξη της αδικίας, ως ενέργεια και όχι ως έννοια. Ο Ησίοδος έχει τον χαρακτηρισμό «ἄδικος» (Έργα 260 κ.έ.), όχι το ρήμα, που ακολουθεί έπειτα από τον Αρχί­λοχο στην ποίηση (βλ. λ.χ. Σαπφώ l, 20D= LP: «ἀδικήει»). Για τη διαπίστωση της σχέσης των αιολικών ποιητών με τους συντρόφους είναι σπουδαίο το γε­γονός, ότι ένα θεμελιώδες ρήμα της ελληνικής γλώσσας, το «πεδέχειν» (= μετέχειν) εμφανίζεται στον Αλκαίο και στη Σαπφώ. Η ποίηση τώρα αναπτύσ­σει μεταξύ του Εγώ και του Συ τη συνείδηση ενός κοινού ψυχικού στοιχείου pc νέες γλωσσικές και φραστικές δυνατότητες — όταν μάλιστα συνάπτονται με τη« παλαιά επική κληρονομιά. Στην αιολική λ,χ. ποίηση νέα είναι η έκφραση «θάνατον πρόσωπον», έστω και αν το επίθετο «ἀθάνατος» και το ουσ. «πρόσωπον». έχουν επική καταγωγή. Επίσης νέα είναι: «βραδίνα Ἀφρόδιτα» (= ῥαδινή = απλή, λεπτή), «ἄβρος Ἄδωνις», όπως ακριβώς νέα είναι η χρήση τέτοιων επιθέτων γενικά για μορφές ανθρώπων. Το επίθετο «ῥαδινός» (αιολ. «βράδινός») απαν­τά άπαξ στον Όμηρο, Ψ 583. Όταν όμως η Σαπφώ παρομοιάζει τον γαμπρό με «ὄρπακα βράδινον» (127,2 D.= 115,2 LP), κάνα - για πρώτη φορά - μια μεταφορά ιδιότητας από τον κόσμο των φυτών ή των πραγμάτων στην ανθρώπινα μορφή. Το ίδιο συμβαίνει, όταν η ποιήτρια συνόδευα ης παρομοιώσεις της με επίθετα, όπως: ἀβρός, ἁπαλός, μαλακός, τέρην.
 
         Στους μαθητές του Λυκείου, όπου πρέπει οπωσδήποτε να μπουν οι Λυρικά από το πρωτότυπο, θα φανούν οι λέξεις, που εμφανίζονται στην αρχαία ελληνική γραμματεία και εκφράζουν όλες αυτές τις ανθρώπινες, πολιτικές και κοινωνικές αξίες. Στην συνείδηση για τα όρια αυτά του ανθρώπου, που εκφράζει η λυρι­κή ποίηση, αναπνέαμε ήδη τον αέρα της αττικής τραγωδίας. Είναι γνωστό, ότι η αρχαϊκή λυρική ποίηση είναι η πρώτη μορφή και γέννηση ενός νέου λογοτεχνι­κού είδους - που βλέπομε δηλαδή να γεννιέται σαν καινούργια μορφή έκφρασης για καινούργιες εμπειρίες. Δεν γεννήθηκε, βέβαια, εκ του μηδενός, αλλά αναπτύχθηκε από λαϊκά προϋπάρχοντα είδη. Υπάρχουν βαθιές και μακρινές ρίζες, που δένουν την επώνυμη λυρική δημιουργία με μια διάχυτη, απρόσωπη λαϊκή λυρική διατύπωση: ο θρήνος, ο παιάν, η «γνώμη» και η παραίνεση, το τραγούδι γενικά της δουλειάς, του πόνου και της χαράς, ο ύμνος, το εγκώμιο, το σκόλιο, ο υμέναιος κ.ά. Η ενσωματωμένη στην τραγωδία και στην κωμωδία λυρική ποίηση είναι ο χώρος για να εκφρασθεί ο στοχασμός επάνω στα δρώμενα, να επιστρέψει το άτομο στον εαυτό του και από κάποια απόσταση να σχολιάσει αυτά, που βλέπει να συμβαίνουν γύρω του και να τον αφορούν, να εκφράσει τι χαρά ή τον πόνο του γι' αυτά και την ανθρώπινη αδυναμία του.
 
Όταν αλλάζουν τελείως οι ιστορικές συνθήκες -  δηλ. όταν αλλάζει ο κό­σμος της «πόλης», όπως την ξέραμε στους αρχαϊκούς και κλασσικούς χρόνους, και φθάνουμε στην ελληνιστική εποχή - , η λυρική ποίηση δίνει ένα εκφραστικό μέσο, που εκφράζει τις συγκινήσεις λίγων ανθρώπων και απευθύνεται πάλι σε λίγους -  όχι στον λαό, αλλά στον κλειστό κόσμο της βασιλικής αυλής των ηγε­μόνων και των λογίων, που τρέφονται από την παράδοση, θεωρώ απαραίτητη ανάγκη να προχωρήσει η διδασκαλία της Μ. Εκπαίδευσης και στους Αλεξαν­δρινούς ποιητές, για να συνδεθούν οι νέες ποιητικές μορφές με τις αρχαϊκές και κλασσικές και να κατανοηθούν οι νέες κοινωνικές θέσεις. Στην αλεξανδρινή-ελληνιστική εποχή κυριαρχούν τα ιωνικά πρότυπα και κυρίως καλλιεργούνται: επιγράμματα, ελεγεία, έπος — ενώ η αττική ποίηση και κυρίως η τραγωδία υπο­χωρούν. Οι αλεξανδρινοί ποιητές δίνουν νέα μορφή, νέο ύφος, νέα γλώσσα, νέα θέματα. Οι ποιητές προσπαθούν να αποδεσμευθούν από τις καθιερωμένες μορ­φές της ποιητικής παράδοσης, ενώ ξέρουν, πως είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με αυτή. Είναι σημαντική εργασία η παρουσίαση του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιη­τή Καλλιμάχου.13
 
        Τα «Αίτια», σπουδαίο ποιητικό έργο σε 4 βιβλία. Στην αρχή Πρόλογος Τελχίνων»,) παρουσιάζεται μια πολεμική κατά των αντιπάλων ποιητών και νέες θέσεις στην ποίηση. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας ποιητικής αντιμαχίας, που στη­ρίζεται σε διάφορες αντιλήψεις για την ποίηση. Η απάντηση του Καλλιμάχου στους Τελχίνες παρουσιάζει το «πιστεύω» του ποιητή. Η ποιητική δημιουργία, λέγει ο ποιητής, δεν πρέπει να μετριέται με τον πῆχυν, αλλά με την τέχνη. Δεν πρέπει να ζητούν απ' αυτόν θορυβώδη ποιήματα, διότι «βροντᾶν οὐκ ἐμόν, ἀλλά Διός» (στ. 20). Η Μούσα, λέγει, πρέπει να είναι «λεπταλέη»  (λέξη χαρακτηριστι­κή για την ποίηση του Καλλιμάχου) και πρέπει να βαδίζεις σε δρόμο, που δεν πατούν άλλοι. Στο τέλος του 2ου Ύμνου Εἰς Ἀπόλλωνα») εκθέτει πάλι τις νέες θέσεις του. Ο Καλλίμαχος κατόρθωσε να βάλει την απέραντη λογιότητα και γνώση του μέσα στην ποίηση, να ενδύσει τις άπειρες γνώσεις του με ποιητικό ένδυμα, χωρίς να γίνεται μείωση της ποίησης. Οι «Ὕμνοι» του είναι εξαίρετοι. Βλ. λ.χ. τον 3ο ύμνο Εἰς Ἄρτεμιν»): Βασικό, πρώτο θέμα, μοναδικό στην αλε­ξανδρινή ποίηση : η παιδικότητα των ανθρώπων και των θεών, η προβολή των παιδιών - άσχετο στην κλασσική και προκλασσική ποίηση. Αρκετά ποιήματα - όχι μόνο στον Καλλίμαχο - στην αλεξανδρινή εποχή αναφέρονται σε βασικά θέματα με παιδική προβολή. Ο 5ος Ύμνος Λουτρά τῆς Παλλάδος») παρουσιά­ζει καινούργια, γοητευτικά θέματα. Εδώ υπάρχει η ωραιότερη ποιητική περιγρα­φή θερινής μεσημβρίας σε όλη σχεδόν την αρχαία ποίηση. Δεν θα ασχοληθώ πε­ρισσότερο σ' αυτή την ποίηση. Απλώς εκφράζω την άποψη, ότι η λυρική ποίη­ση πρέπει να συνδεθεί με την αλεξανδρινή ποίηση στα μαθήματα της Μ. Εκπαί­δευσης. Έτσι θα κατανοηθούν πολλά καινούργια ποιητικά στοιχεία σε πολλούς ποιητές: Απολλώνιος ο Ρόδιος, Θεόκριτος(με τα «Εἰδύλλια»), ο Άρατος ο Σολεύς, ο Νίκανδρος, ο Λυκόφρων, ο Ηρών­δας, ο Ερμησιάναξ, ο Ευφορίων, ο Μόσχος κ.ά. Μοναδικά ποιη­τικά πρότυπα, γοητευτικά ποιητικά στοιχεία και έξοχες θεματολογικές εκφρά­σεις βλέπει κανείς στους επιγραμματοποιούς της εποχής εκείνης - από τον 3ο αι. π.Χ. και εξής: Ασκληπιάδης, Ποσείδιππος, Ηδύλλος, Καλ- λίμαχος, Ηγήσιππος, Λεωνίδας Ταραντίνος, Μνασάλκης, Αλέξανδρος Αιτωλός, Ανταγόρας, Νικαίνετος, θεοδωρίδας, Διοσκορίδης, Μελέαγρος, Αντίπατρος Σιδώνιος, Σιμίας. κ.α. Θα ήθελα, τέλος, να τονίσω, ότι τα κείμενα στο «Ανθολόγιο» που παρου­σιάζονται σε μετάφραση για το σχολείο, απαιτούν σωστή ερμηνεία και σχόλια ειδικά. Υπάρχουν μεταφράσεις με βάση παλαιές εκδόσεις, ενώ πρέπει να χρησιμοποιούνται νέες για τους λυρικούς ποιητές, αφού τα κείμενα αυξάνονται με παπυρικά ευρήματα και οι εκδόσεις μεταβάλλονται φιλολογικά. Στο «Ανθολόγιο Λυρικής ποιήσεως, υπάρχουν κείμενα, που πρέπει κάποτε να τα συζητήσουμε. Στον Αρχίλοχο (αρ. 4), σ. 24, με τίτλο «Μακριά απ' τα μάτια μου», πρέπει αρκετά ερμηνευτικά στοιχεία να προβληθούν. Για πρώτη φορά στην ελληνική λυρική ποίηση εκφράζεται ένα ιδανικό ζωής αρνητικά -  με την απόρριψη δηλ. παραδεδομένων και παραδεκτών αξιών. Οι αρνήσεις είναι βασικές: οὔ μοι - οὐδ'- οὐδ'- δ' οὐκ (μετάφραση: δε-δέν-δέ-δέ). Μετά τις αρνήσεις πρέπει να ακολουθεί η θετική διατύπωση, η κατάφαση, αυτό που γίνεται αποδεκτό. Στην ερμηνεία μας προκύπτει το θετικό από τα αρνητικά - έστω και αν δεν έχουν παραδοθεί οι επό­μενοι στίχοι, διότι είναι έμμεση παράδοση. Βασική θέση του Αρχιλόχου, σ' αυτό το ποιητικό ύφος με άρνηση εξηγεί και κατατοπίζει (βλ.και 5,19, 22 κ.α.). Στους 4 στίχους που σώθηκαν, η κυρίαρχη ιδέα είναι ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει ούτε να θαυμάζει, ούτε να φθονεί αγαθά, που ανήκουν σε άλλους. Στον 3ο στίχο η με­τάφραση λάθος: «δεν θέλω να 'μαι βασιλιάς». Το κείμενο «μεγάλης δ' οὐκ ἐρέω τυραννίδος» είναι βασικό στοιχείο για τους μαθητές και όλους μας: ότι εδώ είναι η αρχαιότερη μνεία της «τυραννίδας», που δεν είναι αρνητικό στοιχείο14. Στον Αρχίλοχο, απ. 8 (σ. 26 με τίτλο: «Η έκλειψη») πρέπει να έχει αναφερθεί, ότι το βασικό θέμα, όπου στηρίζεται το ποίημα, είναι το «ἀδύνατον», που η αφετηρία του βρίσκεται στον Όμηρο (Α 233 κ.ε. Χ 262 κ.ε.) και είναι ευρύτατα διαδεδο­μένο σε όλη την αρχαία και νεώτερη ( και δημοτική, σύγχρονη) λογοτεχνία και πεζογραφία. Η δύναμη του βρίσκεται στη διατύπωση, ότι κάτι, που τυπικώς είναι αδύνατο, μπορεί να γίνει δυνατό (πβ. και Ηρόδοτο 5,92α). Δεν έχω χρόνο να αναφερθώ σε όλα τα κείμενα, που υπάρχουν στο «Ανθολόγιο». Ίσως μια άλ­λη φορά. Είναι απαραίτητη η ερμηνευτική ουσία στη διδακτική διαδικασία.
--------------------  
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. το γνωστότατο απ. 31 LP(= 2D): «φαίνεται μοι μῆκος ἴσος θέοισιν / ἔμμεν' ὤνηρ κ.λπ.», και τα απ. 111-117 LΡ, δηλαδή: 111 LP(= 123 D): «Ἴψοι δή τό μέλαθρον, / ὑμήναον κ.λπ.», 112LP (--128 D): «Ὄλβιε γαμβρέ...», 114 LP (= 131 D.): «Παρθενία, παρθενία, ποῖ με λίποισ' ἀ(π)οίχῃ; κλπ.», 115 LP (= 127 D.): «Tίῳ σ', ὦ φίλε γαμβρέ, καλώς είκάσδω; ....», 116 LP (= 128, 6D.): «χαῖρε, νύμφα, χαῖρε, τίμιε γαμβρέ, πόλλα» κ.ά.

2. Ίσως πρόκειται για την Ανδρομέδα, βλ. W. Schadewaldt, Sappho. Welt und Dichtung. Dasein in der Liebe, Potsdam 1950,σελ. 153.

3. Το παπυρικό αυτό απόσπασμα, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον R. Reitzenstein το 1899, δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Ήδη ο Blass, ένα χρόνο μετά (1900),το απέδωσε στον Ιππώνακτα. Οι θέσεις των φιλολόγων είναι αντιθετικές ως σήμερα. Στην τελευταία έκδοση ο West το αποδίδει στον Ιππώνακτα, παρά την άποψη πολλών άλλων, όπως Μ. Treu, Br. Sneu, A. Σκιαδάς. κ.α. Το ότι ανήκει στον Αρχίλοχο φαίνεται από την επιθετικότητα, το ύφος, τη διατύ­πωση, τη γλώσσα κ.λπ. Ο Αρχίλοχος εκφράζει με μανία και πολεμική έκφραση την αντίθεση του για τον άνθρωπο εκείνο προδομένης φιλίας. Βλ. στ. 12 κ.ε. «ὅς μ' ἠδίκησε... / τό πρίν ἑταῖρος ἐών».

4. Βλ. απ.98Ο = 173 West, για καταπάτηση του όρκου : «ὅρκον δ' ἐνοσφίσθης μέγαν ἅλας τε και τράπεζαν»

5. Βλ. 1D= 13 West, στ. 8: «πάντως ὕστερον ἦλθε δίκη», στ. 28: «πάντως ἐς τέλος ἐξεφάνη (sc «Ζηνός τίσις», στ. 25)», στ. 31: «ἤλυθε πάντως αὖτις»

6. Βλ. το «τραγούδι της Αριγνώτας, 98D = 96 LP. To ποίημα παραδόθηκε από παπυρικό κείμενο. Το «Τραγούδι της Αριγνώτας» είναι από τα πιο προσωπικά ποιήματα της Σαπφώς. Μακριά στις Σάρδεις - παντρεμένη πια - η Αριγνώτα ξεπερνάει σε ομορφιά όλες τις γυναίκες, όπως το φεγ­γάρι επισκιάζει τα αστέρια. Από κεί στέλνει τις σκέψεις της στην ποιήτρια και στον κύκλο του βίου, που πέρασαν μαζί. Δυστυχώς από τους 36 στίχους, που σώθηκαν, οι τελευταίοι 19 (= IS-36) είναι ανεπανόρθωτα κατεστραμμένοι και δεν μας διευκολύνουν στην ερμηνεία.

7. Στ. 7: «γίγνωσκε δ' οἷος ῥυσμός ἀνθρώπους ἔχει». H λ. ῥυσμός (= ρυθμός) άγνωστη στον Όμη­ρο, σπάνια στην ποίηση (πβ. Ανακρ. 71,2 Page: «ῥυσμούς»), περιέχει εδώ όλο το βάρος του στί­χου και συνάγει το συμπέρασμα όλου του ποιήματος. Η λέξη εκφράζει εδώ ένα υπέρτατο νόμο: το μεταβλητό, τη ρευστότητα και την αστάθεια των ανθρωπίνων πραγμάτων. Η λ. ῥυσμός έχει ιδιαίτερη σημασία και απαιτεί σωστή ερμηνευτική αντιμετώπιση. Πολλοί φιλόλογοι έχουν ασχοληθεί ειδικά με τη λέξη αυτή, π.χ. Ο. Schröder, Ρυθμός (Hermes 53, 1918, 324-329). Ε. Wolf, Zur Etymologie von βυθμός und seiner Bedeutung in der älteren griechischen Literatur (Wiener Studien 68, 1955, 99-119). Th. Plüss, Die Deutund des Wortes Phythmus nach griechi­scher Wortbildung (Wochenschriff f. Kl. Philol. XXXVII, 1920,18-23). RA. Leemans, Rhyth-me en ρυθμός (L' Antiquité Classique, XVII, 1948, 403-412). M. Treu, Von Homer zur Lyrik (Zetemata, 12), München 1955, σ. 198. R. Renehman, The Derivation of ουθμός (Cl. Phil. 58, 1963, 36-38) κ. άλλοι.

8. Βλ. μια νεώτερη ερμηνευτική εργασία σ' αυτό το θέμα που εκτείνεται σε όλη την ποίηση: J. Krause, ΑΛΛΟΤΕ ΑΛΛΟΣ. Untersuchungen zum Motiv des Schicksalswechsels in der griechi­schen Dichtung bis Eurípides, München 1976.

10. Βλ. λεπτομερώς: Α. Δ. Σκιαδάς, Αρχαϊκός Λυρισμός Π, Αθήνα 1981, σελ. 297 κ.ε.

11. Πβ. παρόμοια διατύπωση : Σ η μ ω ν ί δ η ς Αμοργίνος (2D= 2 West) «Τοῦ μέν θανόντος οὐκ ἄν ἐνθυμοίμεθα, / εἴ τι φρονοῖμεν, πλεῖον ἡμερης μιῆς». Στις διατυπώσεις αυτές — κυρίως του Αρχι­λόχου — τονίζεται, ότι δεν υπάρχει η *τιμή», και το *κλέος*, που κυριαρχεί στο έπος γι' αυτούς που πεθαίνουν.

12. Όλοι οι ποιητές διατυπώνουν παρόμοιες απόψεις. Εκτός από τον σημαντικό Αρχίλοχο βλ. λ.χ. Σ ι μ ω ν ί δ η τον Κείον (6 D.= 16 Page): «Ἄνθρωπος, ἐών μη ποτε φάσης ὅ, τι γίνεται αὔριον, /μηδ' ἄνδρα ἰδών ὄλβιον ὅσσον χρόνον ἔσσεται...» (= Εσύ, που είσαι άνθρωπος, μη πεις ποτέ τι πρόκειται να γίνει αύριο. Ούτε σαν ιδής ένα ευτυχισμένο άνθρωπο θα μπορούσες να πεις, για πόσο χρόνο ακόμη θα είναι ευτυχισμένος...»). Το απόσπ. τελειώνει με τη λέξη «μετάστασις» - μια λέξη μοναδική στην αρχαϊκή ποίηση και σπάνια στους μεταγενεστέρους. Δηλώνει τη μεταβολή των ανθρωπίνων πραγμάτων, τη μετάβαση από την ευτυχία στην δυστυχία - και αντίστροφα.

13. Κλασσική έκδοση από τον R. Pfeiffer, σε δύο τόμους (Oxford 1949 και 1953). Εργασίες και ερευνητικές μελέτες πολλές. Για τους Αλεξανδρινούς γενικά βλ. λ.χ. F. Susemihl, Geschichte dr griech. Literatur in der Alexandrinerzeit (2 τόμοι), Leipzig 1891-1892. E. Legrand, La poésie alexandrine, Paris 1924. U. v. Wfflantowitz-MoeUendorff, Hellenistische Dichtung in der Zeit des Kallimachos (2 τόμοι), Berlin 1924 (2η έκδ. 1962). A. Körte, Die hellenistische Dichtung, Leipzig 1925 (2η έκδ. επαυξημένη κ.λπ. από τον Ρ. Händel, Stuttgart 1960) κ.ά. Για τον Καλ­λίμαχο και βιβλιογραφία βλ. Α. D. Skiadas, Kalimachos (Wege der Forshung, Wissensch. Buchgesell.), Darmstadt 1975.

14. Βλ. Σχόλ. Αισχ. Προμ. 224, Ιππίαν: Vorsokr. 86 Β 9 D.-K. Για την «τυραννίδα» βλ. Η. Berve, Die Tyrannis bei den Griechen και H. Bengtson, Griech. Geschichte, στη σελ. 101 κ.ε. (Ειδικά 109 κ.ε.: Die ältere Tyrannis).

15. Η βιβλιογραφία για τους Λυρικούς ποιητές (Εκδόσεις, μελέτες, ερμηνεία, σχόλια, κριτική των κειμένων κ.λπ.) είναι τεράστια. 'Εχει καταγραφεί ευρύτατα στους δυο τόμους, που έχω εκδόσει με τίτλο: «Αρχαϊκός Λυρισμός» Ι (1979) και II (1981).