Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (182-202)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΕΤ. ὑμᾶς ἐρωτῶ, θρέμματ᾽ οὐκ ἀνασχετά,
ἦ ταῦτ᾽ ἀρωγὰ καὶ πόλει σωτήρια,
στρατῷ τε θάρσος τῷδε πυργηρουμένῳ,
185 βρέτη πεσούσας πρὸς πολισσούχων θεῶν
αὔειν, λακάζειν, σωφρόνων μισήματα;
μήτ᾽ ἐν κακοῖσι μήτ᾽ ἐν εὐεστοῖ φίλῃ
ξύνοικος εἴην τῷ γυναικείῳ γένει.
κρατοῦσα μὲν γὰρ οὐχ ὁμιλητὸν θράσος,
190 δείσασα δ᾽ οἴκῳ καὶ πόλει πλέον κακόν.
καὶ νῦν πολίταις τάσδε διαδρόμους φυγὰς
θεῖσαι διερροθήσατ᾽ ἄψυχον κάκην·
τὰ τῶν θύραθεν δ᾽ ὡς ἄριστ᾽ ὀφέλλετε,
αὐτοὶ δ᾽ ὑπ᾽ αὐτῶν ἔνδοθεν πορθούμεθα.
195 τοιαῦτά τἂν γυναιξὶ συνναίων ἔχοις.
κεἰ μή τις ἀρχῆς τῆς ἐμῆς ἀκούσεται,
ἀνὴρ γυνή τε χὤ τι τῶν μεταίχμιον,
ψῆφος κατ᾽ αὐτῶν ὀλεθρία βουλεύσεται,
λευστῆρα δήμου δ᾽ οὔ τι μὴ φύγῃ μόρον.
200 μέλει γὰρ ἀνδρί—μὴ γυνὴ βουλευέτω—
τἄξωθεν· ἔνδον δ᾽ οὖσα μὴ βλάβην τίθει.
ἤκουσας, ἢ οὐκ ἤκουσας; ἢ κωφῇ λέγω;

***
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Εσάς ρωτώ, ανυπόφερτα πλάσματα, — μα είναι
καλά πράματ᾽ αυτά για να σωθεί μια πόλη
και δώσουν θάρρος σε λαό πολιορκημένο,
να πέφτετε μπρος στων θεών τ᾽ αγάλματα έτσι
με τ᾽ άγρια αυτά ξεφωνητά και τις στριγγιές σας,
που κάνουνε σε γνωστικούς ανθρώπους φρίκη;
Α! και στις συμφορές και στη γλυκιά ευτυχία
να ᾽διν᾽ ο Θεός και να ᾽λειπε από με η γυναίκα!
γιατί αν της έρθουνε δεξιά, και ποιός την πιάνει
στην έπαρσή της! μ᾽ αν την κυριεύσει ο φόβος,
190 τότε είναι που είναι μια πληγή για τους δικούς της.
Σαν τώρα εσείς μ᾽ αυτά τα ξώφρενα τρεχιά σας
δεξά ζερβά δειλία κακόψυχη σκορπάτε
μες στο στρατό μας, κι έτσ᾽ οι εχθροί, πὄχομ᾽ απόξω,
βρίσκουνε μια χαρά το πιο μεγάλο κέρδος,
ενώ εμείς μέσα φτείρομε τους εαυτούς μας.
Νά τί κερδίζει όταν κανείς ζει με γυναίκες.
Μα όποιος την προσταγή μου, τώρα, δεν ακούσει,
άντρας, γυναίκα, ή ό,τι κι άλλο πάει να ᾽ναι,
απόφαση θανατική τον περιμένει,
κι από τις πέτρες του λαού δε θα ξεφύγει.
200 Έχει έγνοια ο άντρας, η γυναίκα ας μη φροντίζει
για τα όξω· μεσ᾽ ας κάθεται, χωρίς να βλάφτει.
Τ᾽ ακούς, ή δεν τ᾽ ακούς, ή σε κουφή τα λέω;

Ίων Δραγούμης: Περασμένα και μελλόμενα. Η προγονομανία

Το κείμενο που δημοσιεύουμε στη συνέχεια -με λίγες αλλαγές στην ορθογραφία- είναι από ένα μικρό βιβλιαράκι με τίτλο «Ελληνικός πολιτισμός» που κυκλοφόρησε στα 1913 από το περιοδικό «Γράμματα». Ο Δραγούμης υπογράφει με το ψευδώνυμο «Ίδας».
 
Διαβαίνοντας κάτω από την Ακρόπολη, μιά μέρα Σεπτεμβριανή ηλιολουσμένη και δροσερή, στοχάστηκα πως καθάριοι από κάθε περασμένο πράμα και λυτρωμένοι από κάθε θύμηση πολύχρονης ιστορίας και από κάθε πίεση ξένου σύγχρονου πολιτισμού, έπρεπε οι Έλληνες να ρίχνονται στη ζωή, λαφρύτατοι, ελεύτεροι, και να την πλάθουν όπως τη θέλουν αυτοί. Μα που είναι το; Μια παιδεία τέτοια φαντάστηκα, που οι Έλληνες θα ξεσκολνούσαν ζωντανά πλάσματα και τίποτε άλλο, χωρίς ιερή ιστορία, χωρίς ιστορία, χωρίς θρησκεία καθιερωμένη καμία, χωρίς την παραμικρή θύμηση περασμένου καιρού η πολιτισμού που να τους βαραίνει, παρά μόνο μ’ ένα πλούσιο θρησκευτικό αίσθημα ζουμερό, που θα τους αποκάλυπτε όλες τις ομορφιές της ζωής, τότε θα ήταν φρέσκοι οι Έλληνες και νέοι και δροσεροί και άφοβοι και μελλοντικοί. Δε θα τους έδενε τίποτα με τα περασμένα γιατί δε θα γνώριζαν τους δεσμούς τους μ’ αυτά για να νοιώθουν το βάρος των δεσμών τους. Θα είχαν λησμονησιά.
 
Μα αυτά είναι αδύνατα. Και μνημονικό έχει ο άνθρωπος που τον συνεδένει με τους αλλοτινούς ανθρώπους και του θυμίζει τα περασμένα πράματα, και άθελα του κληρονομά την ψυχή των αποθαμένων είτε το ξέρει είτε όχι, και γύρω του ολοένα γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε γένους και κάθε φυλής που τον επηρεάζουν ή τους επηρεάζει, έτσι που ενώ λέγω έξαφνα πως τούτη την ώρα το έθνος μου βαστά δέκα εκατομμύρια άτομα στη μάντρα του και η γη δυο δισεκατομμύρια, τα δέκα αυτά εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια της γης είναι κινητά και όχι ακίνητα, είναι άγνωστα και όχι γνωστά, νοιώθω μονάχα το βάρος τους απάνω μου ή τη δύναμη μου σ’ αυτά επάνω, χωρίς να τα ξεχωρίζω ένα ένα, είναι μπλεμένα με χίλιους μύριους δεσμούς αναμεταξύ τους και μαζί μου και μπορεί μίαν άλλη ώρα της ζωής μου να είναι περισσότερα ή λιγότερα μα στο διάστημα της ζωής μου είναι άπειρα και ατέλειωτα όπως ανεξάντλητα είναι και τα ρεύματα που με ενώνουν ή με χωρίζουν απ’ αυτά και αναμεταξύ τους. Και δεν παύουν να ζουν με το θάνατο μου. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πλάσμα ξεμοναχιασμένο, ξεκρέμαστο, ουρανοκατέβατο και άτομο, παρά μόνο κύτταρο της ζωντανής μάζας της ανθρωποσύνης, δεμένο με αναρίθμητα νήματα κατά κάθε διεύθυνση και προς τα περασμένα και προς τα ερχόμενα, πιεζόμενο από δω, σκουντιούμενο από κει και ορίζοντας αλλού. Και αυτό το κάθε κύτταρο της ανθρωποσύνης έχει μέσα του μια πνοή, όμοια και ως τόσο ξεχωριστή από τα άλλα, την αρχική πνοή που πήρε από τους γεννήτορες του σα γεννήθηκε, που θέλει και αυτή να απλωθεί και να κυριαρχήσει απάνω στα άλλα, και που θα τη μεταδώσει στα παιδιά του.
 
Να θυμάται τα περασμένα ή να τα λησμονεί; Είτε τα θυμάται, είτε δεν τα θυμάται, τα έχει μέσα του, κληρονομημένα, και αυτά τον ορίζουν. Γι’ αυτό λεν πως οι πεθαμένοι μας κυβερνούν. Και οι πεθαμένοι είναι οι «πλείονες», και μεις οι λιγότεροι ανάγκη πάσα να υποχωρούμε στην πίεση των περισσότερων αφού κιόλα απ’ αυτούς πήραμε την πνοή της ζωής. Μα τάχα γεννηθήκαμε για να κάνουμε και να ξανακάνουμε τα ίδια σαν τους πεθαμένους; Δεν υπάρχει ελεύτερη βούληση; Στον κύκλο περιορισμένοι που μας όρισαν οι αποθαμένοι μας και αναγνωρίζοντας τους δεσμούς μας όλους και ξεχάνοντάς τους έπειτα, γινόμαστε ελεύτεροι να κουνηθούμε και να κάνουμε πράξες, αδιάφορο αν κάθε μας κίνηση και κάθε πράξη μας θα μοιάζει με των προγόνων μας χωρίς να είναι ολότελα όμοιες και ισοδύναμες. Η θύμηση των περασμένων μας κάνει διαφορετικούς από τους προγόνους μας, το μνημονικό είναι η αρχή και το τέλος του ανθρωπισμού, αυτό φτιάνει τη συνείδηση, και η συνείδηση μας αλλάζει έπειτα. Μα δε γερνάει ο άνθρωπος με τη συνείδηση; Η σπίθα της ζωής η αρχική που έλαβε όταν τον πιάστηκε η μάννα του και τον εγέννησε, καίει και φωτοβολεί μέσα του και τον προστάζει να εξακολουθήσει το δρόμο της ζωής και να ξεχάσει τα περασμένα. Σημάδι της ζωντανάδας του είναι και η αλησμονιά των περασμένων. Έτσι δε γερνάει ο άνθρωπος γιατί διαδέχεται τη συνείδηση η λησμονιά και ξανανιώνει. Με το να θυμάται και να ξεχνά διαδοχικά, βαστιέται σε μιά λυγερή ισορροπία που τον γονιμοποιεί και τον ετοιμάζει να ποθήσει τα ερχόμενα και να τα δημιουργήσει.
 
Στο ρίζωμα του Ελικώνα στη σημερνή Λεβαδιά κοντά, είναι μιά μεγαλόπρεπη ρεματιά με ψηλούς πέτρινους απότομους βουνίσιους όχτους που τα νερά της αναβρύζουν από δυο πηγές μέσα σε βράχινες σπηλιές. Η μία ονομάζεται πηγή της Λήθης, η άλλη λέγεται της Μνημοσύνης. Μου φαίνεται πως η επιβλητική αυτή τοποθεσία εβίασε τους αρχαίους Έλληνες να σταματήσουν εκεί δα πέρα για να στοχαστούν την τύχη του ανθρώπου και να συμπεράνουν πως μήτε να θυμάται παντοτινά μπορεί και πρέπει, μήτε να ξεχνά παντοτινά. Και το βαθύν αυτό στοχασμό τους τον εσυμβόλισαν με τις αναβρυστικές πηγές.
 
Για τα έθνη θύμηση είναι η παράδοση που όταν καταντά ολότελα συνειδητή λέγεται ιστορία. Και λησμονιά είναι η ορμή της δημιουργίας. Συντηρητικό στοιχείο είναι η παράδοση και προοδευτικό η δημιουργία. Όπως στα άτομα το μνημονικό πλάθει και διατηρεί το εγώ τους, έτσι και στα έθνη η παράδοση. Χωρίς αυτήν δε θα ήξεραν τον εαυτό τους, δε θα τον αναγνώριζαν, δε θα ένοιωθαν πως είναι ένα και όμοιο με τα περασμένα και θα ήταν σα χαμένα. Η παράδοση είναι ο σύνδεσμος των ατόμων μιας φυλής, τωρινών και περασμένων που τα κάνει έθνος. Ιστορία είναι η συνείδηση του συνδέσμου αυτού. Ορμή δημιουργίας είναι ο σύνδεσμος των τώρα ζωντανών ανόμων του έθνους με τα ερχόμενα, είναι η λησμονιά των περασμένων, είναι ο καημός των μελλόμενων. Κανείς ας μην αναθεματίζει τη συντηρητικότητα. Κανείς ας μην περιφρονεί την προοδευτικότητα. Για ένα έθνος και τα δύο στοιχεία είναι απαραίτητα. Κάθε στιγμή της ζωής του θα κοιτάζει λυγίζοντας και προς τα πίσω και προς τα εμπρός και προς τα περασμένα που είναι δικά του και προς τα μελλόμενα που και αυτά δικά του θα είναι. Δύναμη και συστατικό στοιχείο του έθνους η παράδοση, δύναμη και συστατικό του και η δημιουργία. Συνταιριάζοντας τες όπως ξέρει θα ζήσει όπως μπορεί. Αν η παράδοση ρίζωσε υπερβολικά δυνατή μέσα του θα το εμποδίσει να ζήσει φυσιολογικά θα το καταντήσει ξερό, αλύγιστο και δυσκολοκίνητο, ανίκανο να προσαρμοστεί με τις ανάγκες που αλλάζουν ολοένα, και τότε θα γίνει αναπόφευγο, όχι να την αρνηθεί ολότελα, παρά να τη χτυπησει ως που να ξεδεθεί απ’ αυτήν όσο χρειάζεται για να ποθήσει τα ερχόμενα.
 
Όσο για την ορμή της δημιουργίας δεν είναι ποτέ υπερβολική αλλά δε μπορεί να μη στηρίζεται κάπως στην παράδοση, αλλιώς ξοδεύεται μάταια, ξεφτά και καταστρέφεται ο πολύτιμος οργανισμός που λέγεται έθνος, και η δύναμη της δημιουργίας πάει χαμένη για πάντα. Τη λυγερή ισορροπία μεταξύ παράδοση και δημιουργία, συντηρητικότητα και προοδευτικότητα πρέπει να τη βρει το έθνος και τότε θα ζήσει στα γεμάτα, ζωή πλούσια και ακέρια.
 
Καλοκαθισμένοι και καλοριζωμένοι στα περασμένα, ο άνθρωπος και τα έθνη θα ποθήσουν φυσιολογικά και θα δημιουργήσουν τα μελλόμενα.
 
Βρέθηκαν μερικοί νέοι στον καιρό μας, και μάλιστα ξενοσπουδασμένοι να πουν πως η παράδοση είναι πρόληψη και πρέπει να χτυπηθεί γιατί και στην Ευρώπη πολεμιούνται τώρα οι πρόληψες. Η επιστημονική τους μόρφωση δεν τους επιτρέπει να παραδέχονται τέτοια παλιωμένα πράματα. Αυτοί είναι οι άνθρωποι των νέων ιδεών και οι νέες ιδέες πρέπει αναγκαστικά να διαφέρουν ολότελα από τις παλιές. Όπου οι παλιές ιδέες βεβαιώνουν «άσπρο», οι νέες πρέπει να βεβαιώνουν «μαύρο». Μα οι νέοι αυτοί είναι πάρα πολύ νέοι ακόμη, φαίνεται, και κοντά στα άλλα σκοτισμένοι από την ξένη μάθηση. Ο επαναστατικός τους οργασμός που θέλει βιαστικά να φανερωθεί και μαγνητίζεται από τα ξένα παραδείγματα, δεν τους άφησε να στοχαστούν πως εκείνα που σ’ έναν τόπο μπορεί να είναι πρόληψες ή παλιές συνήθειες εγχώριες που εμποδίζουν την προκοπή του και φυσικά χτυπιούνται από μιά νεότερη γενεά που αντιδρά στην παλιότερη από την ορμή της προς τη δημιουργία, σ’ άλλον τόπο δεν είναι πρόληψες και δεν πρέπει να χτυπηθούν γιατί αν χτυπηθούν δε μένει πιά τίποτε όρθιο. Αυτό το ισοπέδωμα όλων των τόπων, όλων των ανθρώπων και όλων των ιδεών, δεν είναι βέβαια επιστημονικό. Εμείς αν χτυπήσουμε, ας πούμε, τη δημοτική μας παράδοση, δεν ξέρω τι θα μείνει πιά δικό μας, δε θα είμαστε πιά τίποτε γιατί παραγνωρίζουμε και χτυπούμε το μόνο θησαυρό μας, το εγώ μας. Μπορεί σε μας κάτι άλλο να πρέπει να χτυπηθεί, μα δεν τους άφησε η βιασύνη τους και η «επιστημονική τους μόρφωση να καλοξετάσουν την κατάσταση μας και να ξεχωρίσουν εκείνα που χρειάζονται ξεχώρισμα. Δεν μπόρεσαν να ξεδιαλύνουν τι σε μας πρέπει να χτυπηθεί και τι να καλλιεργηθεί και να δυναμώσει, ποιο μέρος του εαυτού μας είναι χαλασμένο και ποιο γερό, ποιο ξερό και ποιο χλωρό, ποιο σάπιο και ποιο ζωντανό.
 
Η προγονολατρεία που όλα τα σημαντικά έθνη τα βοήθησε να μεγαλουργήσουν είναι η θύμηση των προγόνων. Άμα όμως καταντήσει μανία παραλεί τα έθνη και ανάγκη πάσα να χτυπηθεί η υπερβολή της. Οι αποθαμένοι κυβερνούν βέβαια τους ζωντανούς όχι όμως και όσο να τους πνίξουν, αυτή δεν ήταν η θέληση τους ούτε ο σκοπός τους. Αυτοί μας έδωσαν τη ζωή όχι βέβαια για να την εκμηδενίσουν. Κάποιοι δημοτικιστές συνηθίζουν να μεταχειρίζονται τη λέξη «προγονοπληξία» (θα έλεγα καλύτερα «προγονομανία») για να δηλώσουν τον ψευτοκλασικισμό των δασκάλων που δε βλέπουν και δε διδάχνουν παρά την αρχαία Ελλάδα και που απ’ τους Αττικούς ή το πολύ από τον Αλέξαντρο και δώθε δε διακρίνουν, σαν τυφλοί που είναι, τη ζωή του έθνους ούτε τη λογαριάζουν. Γι’ αυτούς οι αρχαίοι έχουν βρικολακιάσει και τους παρουσιάζονται στον ύπνο και στο ξύπνο. Από την ξεραΐλα του μυαλού τους προσκολλήθηκαν στο γράμμα και όχι στο πνεύμα του αρχαίου πολιτισμού και προσπαθούν να μας παρουσιάζουν το γράμμα σαν είδωλο, για προσκύνημα και μίμηση. Μα κάθε είδωλο είναι περιττό και κάθε μίμηση ολέθρια. Μερικοί άλλοι όμως, κοντόφθαλμοι από θετικισμό, παρανόησαν τη λέξη «προγονοπληξία» και θάρρεψαν πως πρέπει και είναι στο χέρι τους να σκοτώσουν τους προγόνους που είναι τάχα πρόληψη, και πως κατέβηκαν στη γη ξεκρέμαστοι, σα λαμπερά μετέωρα, και δεν είναι απ’ αυτούς άλλοι στον κόσμο. Ανάθεμα λοιπόν στους προγόνους!
 
Το να νοιώθεις την καταγωγή σου, τη συνέχεια του εθνικού εγώ σου, την ιστορία που σου κάνει συνειδητό όσο και να είναι το πέρασμα του έθνους σου μέσα στους αιώνες, τη γειτονιά σου με το εικοσιένα, με την τουρκοκρατία, με το βυζαντινό πολιτισμό, με τα έθιμα των πατέρων σου, με την σκέψη τους, με το κράτος τους, δεν είναι «προγονοπληξία» είναι απλή και καλή «προγονολατρεία», θύμηση των περασμένων, γνωρισμός με τον εαυτό σου. Και αυτή η προγονολατρεία πρέπει να βρίσκεται, είναι η παράδοση η χρήσιμη.
 
Από τις δυο παράδοσες που μας κληροδότησε ο βυζαντινός πολιτισμός, τη σχολαστική λογιώτατη και τη λαϊκή δημοτική, η μία πρέπει να ξεχωριστεί από την άλλη, η μια για να πολεμηθεί αλύπητα γιατί παραλεί κάθε ζωντανάδα, ξεραίνει κάθε ζουμερότητα του έθνους, σκοτώνει κάθε ορμή δημιουργίας και δυναμώνει κιόλα κατά παράδοξο τρόπο την αρχαιοντυμένη ξενολατρεία, η άλλη απαραίτητο να καλλιεργηθεί γιατί είναι η γνήσια πηγή της ζωής του σημερινού έθνους. Η διαφορά της μιας από την άλλη μπορεί να συμβολιστεί έτσι. Η λογιώτατη παράδοση σου μαθαίνει, με την κλασική μόρφωση με βιβλία και σκολειά και δασκάλους σαν κάτι ξένο από σένα, τι ήταν τον αρχαίο καιρό αι Νηρηίδες και ο Χάρων. Η δημοτική παράδοση σου μαθαίνει, στοματικά από πατέρα ή μητέρα σε γιο ή κόρη, τις Νεράιδες και το Χάρο, τα δικά μας γνώριμα πρόσωπα. Λοιπόν χοντρικά δεν ταιριάζει να πολεμιέται η παράδοση, έθνος χωρίς παράδοση δεν υπάρχει, και μεις οι ίδιοι οι ζωντανοί, παράδοση δημιουργούμε κάθε μέρα για τα ερχόμενα τα χρόνια και για τις νεότερες γενεές με τις πράξες μας και με τη σκέψη μας, αλλά να ξεχωρίζουμε τι είναι για χτύπημα και τί όχι μόνο δεν είναι, παρά και να γνωριστεί τελειότερα πρέπει και να δουλευτεί για να ανθοβολήσει. Και οι δυο είναι παράδοσες, μα η μια είναι εξωτερική και θρόνιασε στην ψυχή των γραμματισμένων και μονάχα ξέβαψε απάνω στο λαό. ενώ η άλλη είναι εσωτερική, φωλιάζει στην τύχη του λαού, είναι αυτή η ίδια η ψυχή του έθνους και ανεβαίνει από το λαό προς μιά νέα τάξη γραμματισμένων που τώρα και λίγα χρονιά άρχισε να σχηματίζεται. Ίσως να ήταν ανάγκη να περάσει το έθνος μιά φορά από την επίδραση της λογιώτατης παράδοσης που μπορεί και να του χρησίμεψε κάποτε, μα τώρα που η ανάγκη αυτή πέρασε, μας είναι πιά και περιττή και βλαβερή.
 
Βγήκαν μερικοί, και δημοτικιστές ακόμα και είπαν πως οι τελευταίοι πόλεμοι και η νίκη μας δείχνει πως δε μας έβλαψε ο λογιωτατισμός ή και πως σ’ αυτόν χρωστούμε τη νίκη. Μα γιατί να μη στοχαστούν πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η νίκη αν δεν ύπαρχε λογιωτατισμός; Δεν μπορούσε τάχα να ήταν τελειότερη η νίκη; Και δεν είναι δυνατό άραγε να εμπόδισε την τελειότητα το βάρος του λογιωτατισμού που μας επλάκωνε και αλυσσόδενε τη σκέψη μας, των περισσότερων, δηλαδή των περισσότερων από κείνους που διοικούσαν;
 
Επειδή τα έθνη από μιά διανοητική ολιγαρχία κυβερνιούνται, η σημερνή τάξη των γραμματισμένων, των θρεμμένων με τη σχολαστική παράδοση, θα χτυπηθεί, και σιγά σιγά τη θέση της θα την παίρνει η καινούρια τάξη των μορφωμένων ή διανοητικών ανθρώπων που αυτοί θα είναι θρεμμένοι με τη δημοτική παράδοση. Η νέα αυτή ολιγαρχία των διανοητικών θα διαφεντέψει το έθνος με το να κάμει συνειδητή σ’ όλες τις άλλες τάξες του την ίδια του την ψυχή και να τη συνεχίσει και να τη δυναμώσει πλάθοντας καινούρια παράδοση. Αυτή θα είναι η αριστοκρατία του έθνους.

Να φτάσεις στην κορυφή για τη θέα, όχι για να σε δουν

Δύο άτομα βρέθηκαν σε μια ίδια διαδρομή, που οδηγεί στην κορυφή του βουνού. Ο στόχος και των δύο είναι, φυσικά, να φτάσουν στο πιο υψηλό σημείο, όμως, έχουν μια βασική διαφορά: Ο Α θέλει να φτάσει στην κορυφή για να τον δουν κι ο Β απλώς επειδή θέλει να δει κι αυτό το σημείο της διαδρομής, στην οποία βρέθηκε.

Η κορυφή για τον Α, λοιπόν, είναι ο μοναδικός στόχος κι ο δρόμος στον οποίο μπήκε είναι απλώς το μέσο για να φτάσει σ’ αυτήν. Για τον Β, όμως, ο σκοπός είναι μεταξύ άλλων και η κορυφή, καθώς είναι σημαντικότερο το γεγονός πως στάθηκε τυχερός και μπήκε στο δρόμο που ήθελε πιο πολύ απ’ όλους ν’ ακολουθήσει απ’ το αν θα καταφέρει να δει το τέρμα του.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως η δύναμη που κινεί τον Α είναι η φιλοδοξία, ενώ τον Β η καθαρή αγάπη για τη διαδρομή του. Παρ’ όλο, όμως, που το κίνητρο του Β είναι πιο ουσιαστικό, ωστόσο η φιλοδοξία δεν είναι ένα ευκαταφρόνητο κίνητρο, καθώς μπορεί να φέρει τον Α ακόμη και πολύ πιο μπροστά απ’ τον Β.

Αν έχουμε τα χαρακτηριστικά του Β ατόμου, τότε η άσκηση του επαγγέλματος που αγαπάμε έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ την αναγνώριση. Έτσι, είναι πολύ πιθανόν να εφησυχαστούμε απλώς και μόνο επειδή βρεθήκαμε στο σωστό δρόμο και να μην προσπαθήσουμε να υπερβούμε τον εαυτό μας, προκειμένου να φτάσουμε στην κορυφή του. Τότε, όμως, για το άτομο που κινείται από φιλοδοξία δε θα είναι αρκετή η ενασχόλησή του με το ίδιο επάγγελμα κι έτσι θα έχει περισσότερη διάθεση να φτάσει στο πιο υψηλό σημείο του.

Όταν καταπιανόμαστε μ’ αυτό για το οποίο γεννηθήκαμε, κάθε ίχνος αμφισβήτησης είναι ικανό να μας πλήξει ψυχικά. Έτσι, μπορεί να πάρουμε κατάκαρδα όλες τις απογοητεύσεις που ενδεχομένως να συναντήσουμε στο δρόμο μας και να επιβραδύνουμε την πορεία μας για την κορυφή. Τα άτομα με τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου Α, όμως, δε θα υφίστανται την ίδια ψυχική κούραση, εφόσον η αμφισβήτηση που θα δέχονται θ’ απευθύνεται απλώς στο μέσον που χρησιμοποιούν για ν’ αναδειχθούν και δε θα μπορεί, δηλαδή, να τους συγκινήσει και ν’ ανακόψει το δρόμο τους.

Προχωρώντας στη διαδρομή με τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου Β, δε θα μπορούμε παρά να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη, που καταφέραμε να βρεθούμε στο δρόμο όπου ανήκουμε. Έτσι, θα σεβόμαστε τη διαδρομή μας και θα είναι αδύνατον να προβούμε σε οποιανδήποτε πράξη που θα την ευτελίζει, προκειμένου να επισπεύσουμε την άνοδό μας. Τα άτομα Α, απ’ την άλλη, προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους κι αδιαφορώντας για το δρόμο που θα τους οδηγήσει σ’ αυτόν, είναι ικανά σε πολλές περιπτώσεις να βάλουν τρικλοποδιές, ή να κόψουν ακόμη και δρόμο, για να φτάσουν πρώτα στην κορυφή του βουνού.

Έτσι, λοιπόν, τα άτομα Α και Β θα προχωρούν στον ίδιο δρόμο, με διαφορετικά, όμως, κίνητρα. Και, παρ’ όλο που ο Β θα είναι γεννημένος για ν’ ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή, ωστόσο το άτομο Α είναι πολύ πιθανόν να τον ξεπεράσει και να φτάσει υψηλότερα, καθώς η φιλοδοξία του είναι ένα ισχυρό κίνητρο, που δε θ’ αφήνει τίποτα να τον αποθαρρύνει και να τον εξαντλεί.

Φρ. Νίτσε: Τι Διατηρεί Το Είδος

«Κάθε μεγάλος άντρας σπρώχνεται,
μαρτυρεί ίσαμε που διπλώνεται
μέσα στη μοναξιά του
 
Τα δυνατά και πονηρά μυαλά είναι εκείνα που επέφεραν τη μεγαλύτερη πρόοδο στην ανθρωπότητα. Αυτά συνεχώς ξανάναβαν τα πάθη που κόντευαν να αποκοιμη­θούν -γιατί έτσι συμβαίνει, κάθε εξημερωμένη κοινωνία τα αποκοιμίζει-, αυτά λοιπόν συνεχώς ξυπνούσαν το συγκριτικό και το αντιρρητικό πνεύμα, υποδαύλιζαν την αγάπη για το καινούριο, το διακινδυνευμένο, το αδοκίμαστο. Ανάγκαζαν τον άνθρωπο να φέρνει αντιρρήσεις, και να μη δέχεται τις γνώμες των άλλων, αλλά να λέει τις δικές του και να τις υπερασπίζεται μάλιστα. Έδωσαν δύναμη στον άνθρωπο να αντιτάξει τα ιδανικά σ’ άλλα ιδανικά.
 
Τις περισσότερες φορές με το όπλο στο χέρι, ανατρέποντας τα σύμβολα, βιάζοντας τις θρησκευτικές ευλάβειες, αλλά, και ιδρύοντας νέες θρησκείες, δημιουργώντας νέες ηθικές!
 
Αυτή η «κακία» που τη βρίσκουμε σε κάθε προφέσορα νεωτερισμού, σε κάθε διαλαλητή καινούριων πραγμάτων, είναι η ίδια «κακία» που υποβιβάζει τον κατακτητή, παρόλο που διατυπώνεται με λεπτότερο τρόπο και δεν βάζουν σε κίνηση αμέσως τον νου -και με αυτό, άλλωστε, τον υποβιβάζει λιγότερο-. Όπως και να είναι, το καθετί καινούριο είναι το κακό, αφού αυτό είναι που επιζητά να κατακτήσει, να ανατρέψει τα ορόσημα, να ρίξει κάτω τις παλιές λατρείες. Καλό είναι μονάχα το παλιό!
 
Κάθε εποχή έχει τους καλούς ανθρώπους, τους ανθρώπους εκείνους που φυτεύουν βαθιά στην καρδιά τους τις παλιές ιδέες για να τις κάνουν να καρπίσουν, και είναι οι καλοί αυτοί άνθρωποι οι καλλιεργητές του πνεύματος. Αλλά κάθε χωράφι στο τέλος εξασθενεί, και πρέπει πάντα να ξανάρχεται το αλέτρι του κακού.
 
Σήμερα στην Αγγλία υπάρχει μια θεωρία της ηθικής, μια εσφαλμένη θεωρία που διδάσκει πως το «καλό» και τo «κακό» εκφράζουν ένα σύνολο από εμπειρίες του «ευνοϊ­κού» και του «δυσμενούς», ακόμα διδάσκει πως ονομά­ζουμε «καλό» ό,τι διατηρεί το είδος και «κακό» ό,τι βλά­πτει αυτό.
 
Στην πραγματικότητα όμως, τα κακά ένστικτα είναι ισάξια ωφέλιμα και ισάξια χρήσιμα για τη διατήρηση του είδους, ισάξια και απαραίτητα με τα καλά: η μόνη τους διαφορά βρίσκεται στη λειτουργία τους.
 
Friedrich Nietzsche: "Η θεωρία του σκοπού της ζωής"

Το ανθρώπινο γονιδίωμα είναι το σενάριο της ζωής μας

Το ανθρώπινο σώμα είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Οι παραδοσιακοί βιολόγοι επικεντρώθηκαν σε ένα μικρό κομμάτι και προσπάθησαν να το καταλάβουν λεπτομερώς. Αυτή η βασική προσέγγιση δεν άλλαξε στην πορεία της μοριακής βιολογίας.

Οι επιστήμονες στο μεγαλύτερο μέρος τους εξακολουθούν να ειδικεύονται σε ένα γονίδιο ή στα γονίδια που εμπλέκονται σε μια βιοχημική οδό. Αλλά τα μέρη οποιουδήποτε μηχανήματος δεν λειτουργούν ανεξάρτητα.

Αν έπρεπε να μελετήσω το καρμπυρατέρ της μηχανής του αυτοκινήτου μου, ακόμα και με εξαιρετικές λεπτομέρειες, δεν θα είχα ιδέα για τη συνολική λειτουργία του κινητήρα, πολύ λιγότερο για ολόκληρο το αυτοκίνητο. Για να καταλάβω τι κάνει ο κινητήρας και πώς λειτουργεί, θα έπρεπε να μελετήσω το όλο θέμα – θα έπρεπε να τοποθετήσω το καρμπυρατέρ σε συνάφεια, όπου αυτό θα αποτελούσε ένα λειτουργικό μέρος μεταξύ πολλών.

Το ίδιο ισχύει για τα γονίδια. Για να κατανοήσουμε τις γενετικές διεργασίες που στηρίζουν τη ζωή, χρειαζόμαστε περισσότερο από μια λεπτομερή γνώση συγκεκριμένων γονιδίων ή διεργασιών. Πρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη γνώση στο πλαίσιο ολόκληρου του συστήματος – του γονιδιώματος.

Το γονιδίωμα είναι το σύνολο των γενετικών εντολών στο πυρήνα κάθε κυττάρου. Στην πραγματικότητα, κάθε κύτταρο περιέχει δύο γονιδιώματα, ένα από κάθε γονέα: τα δύο αντίγραφα κάθε χρωμοσώματος που κληρονομούμε, μας παρέχουν δύο αντίγραφα από κάθε γονίδιο και, κατά συνέπεια, δύο αντίγραφα του γονιδιώματος.

Τα μεγέθη του γονιδιώματος ποικίλλουν σε κάθε είδος. Από τις μετρήσεις της ποσότητας του DNA σε ένα μόνο κύτταρο, μπορέσαμε να εκτιμήσουμε ότι το ανθρώπινο γονιδίωμα – το ήμισυ των περιεχομένων του DNA σε έναν μόνο πυρήνα – περιέχει περίπου 3,2 δισεκατομμύρια ζεύγη βάσεων: 3.200.000.000 Α, Τ, G και C.

Τα γονίδια αντικατοπτρίζονται σε κάθε επιτυχία και συμφορά, ακόμη και στην τελική: εμπλέκονται, σε κάποιο βαθμό, σε όλες τις αιτίες θνησιμότητας εκτός από τα ατυχήματα. Στις πιο προφανείς περιπτώσεις, ασθένειες όπως η κυστική ίνωση και το σύνδρομο Tay-Sachs προκαλούνται ευθέως από μεταλλάξεις.

Υπάρχουν όμως κι πολλά άλλα γονίδια με έργο εξίσου θανατηφόρο, αν και πιο έμμεσο, τα οποία επηρεάζουν την ευαισθησία μας σε κοινούς δολοφόνους, όπως ο καρκίνος και οι καρδιακές παθήσεις, οι οποίες μπορεί να μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη και η αντίδρασή μας σε μολυσματικές ασθένειες όπως η ιλαρά και το κοινό κρυολόγημα έχει γενετική συνιστώσα, αφού το ανοσοποιητικό σύστημα διέπεται από το DNA μας.

Επομένως, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πλήρως και τελικά να ασχοληθούμε με αυτούς τους γενετικούς παράγοντες της ζωής και του θανάτου, πρέπει να έχουμε έναν πλήρη κατάλογο όλων των γενετικών παραγόντων στο ανθρώπινο σώμα.

Το ανθρώπινο γονιδίωμα περιέχει τo κλειδί για την ανθρώπινη φύση μας. Είναι το μεγάλο σύνολο οδηγιών συναρμολόγησης που διέπει την ανάπτυξη όλων μας. Η ίδια η ανθρώπινη φύση είναι εγγεγραμμένη στο βιβλίο αυτό.

Οι άνθρωποι που ασχολούνται με τους άλλους προσπαθούν να καλύψουν το κενό μέσα τους

Όλοι έχουμε βρεθεί σε αυτή τη θέση, αλλά ταυτόχρονα έχουμε πράξει το ίδιο κάποια στιγμή στη ζωή μας: να μιλήσουμε αρνητικά για κάποιον πίσω από την πλάτη του, να τον σχολιάσουμε με άσχημο και υποτιμητικό τρόπο.

Για ποιο λόγο οι άνθρωποι επιδίδονται σε μία τέτοια συμπεριφορά; Αισθάνονται πως γίνονται ανώτεροι με το να μειώνουν κάποιον τρίτο, βρίσκουν νόημα στην άγευστη ζωή τους, αισθάνονται φθόνο και επιθυμούν ενδόμυχα να αποδομήσουν τις δικές μας επιτυχίες και ζωή ώστε να αισθανθούν εκείνοι καλύτερα;

Το γεγονός είναι ένα: πως ένας άνθρωπος που μας σχολιάζει αρνητικά και πισώπλατα, επιθυμεί να μας βλάψει και έχει μέσα του έναν συγκεκριμένο κακό σκοπό για εμάς. Αν, πραγματικά, ενδιαφερόταν για εμάς ή είχε κάποιο παράπονο μαζί μας θα μπορούσε να ξεσπάσει μπροστά μας όλο του το θυμό χωρίς να καταφύγει στην προσπάθεια να μας σπιλώσει στα μάτια τρίτων. Θα μιλούσε σε εμάς αυτοπροσώπως και θα κατέθετε εκεί τα αρνητικά του συναισθήματα.

Κι ενώ μερικοί άνθρωποι περνάνε αβρόχοις ποσί το γεγονός πως κάποιος τους κριτικάρει, τους κουτσομπολεύει ή τους σχολιάζει αρνητικά, πώς να αισθάνεται εκείνος που βάλλεται επαγγελματικά, φιλικά και προσωπικά από τις κατηγορίες που εξαπολύει εναντίον του κάποιος τρίτος; Πώς μπορεί να νοιώσει ένας άνθρωπος με μεγαλύτερα ευαισθησία και λιγότερη ψυχική ανθεκτικότητα στην κακία και τα κακεντρεχή σχόλια των άλλων;

Αν κάποιος διαπιστώσει πως κάποιος άνθρωπος τον κατηγορεί, τότε μπορεί να μιλήσει στον ίδιο και να του ζητήσει το λόγο, εκφράζοντας μάλιστα το θυμό του για την αρνητική συνέπεια έχει επιφέρει η πράξη του αυτή στη ζωή του. Οφείλει, παράλληλα, να ενημερώνει τους ανθρώπους της εργασίας του, λέγοντάς τους πως δεν πρέπει να πιστέψουν κάποιον ο οποίος έχει κακή βλέψη για εκείνον. Σε κάθε περίπτωση, απομακρύνεται ο ίδιος από τον άνθρωπο ο οποίος τον διαβάλλει όσο περισσότερο μπορεί.

Στην ουσία, για να δούμε και ένα θετικό της όλης κατάστασης, αυτή μπορεί να είναι και μία κακή ευκαιρία ώστε να τεστάρουμε την αξία των ανθρώπων που έχουμε δίπλα μας. Οι άνθρωποι που μας αγαπούν πραγματικά δε θα αλλάξουν ποτέ γνώμη για εμάς και δε θα μας απομακρύνουν από τη ζωή τους, απλά και μόνο επειδή κάποιος μπορεί να μας κουτσομπολεύει.

Από την άλλη πλευρά, αν κάποιος έχει κουτσομπολέψει και έχει ζημιώσει έναν άνθρωπο με τα λόγια του, τότε πρέπει να ζητήσει συγγνώμη και να προσπαθήσει να μαζέψει τα αναληθή του σχόλια. Το να εκθέτει κάποιος την προσωπική ζωή ενός άλλου ατόμου ή να κατακρίνει την ιδιωτική του ζωή, δεν είναι δικαίωμά του, διότι δεν τον αφορά η ζωή κάποιου άλλου και οι επιλογές του. Οι άνθρωποι που στην ουσία ασχολούνται με τους άλλους, προσπαθούν να καλύψουν μέσα τους το κενό που βιώνουν επειδή δεν ασχολούνται με τη δική τους ζωή, τα δικά τους λάθη και τις δικές τους επιλογές.

Η επιλογή να κοιτάξουμε τον εαυτό μας και να αφοσιωθούμε σε αυτόν, είναι η καλύτερη απόφαση η οποία θα μας βοηθήσει να ‘’γεμίσουμε’’ τη ζωή μας με ουσιαστικά πράγματα, από το να ασχολούμαστε διαρκώς με έναν άνθρωπο ο οποίος βρίσκεται έξω από εμάς. Ο κόσμος, δυστυχώς, δεν είναι αγγελικά πλασμένος και ο φθόνος όπως και η κακία υπάρχει στη ζωή. Θα τα καταφέρουμε και δε τους επιτρέψουμε να μας δηλητηριάσουν ξανά.

Ο Οδυσσέας στη χώρα των Κυκλώπων

Τη χώρα των μονόφθαλμων Κυκλώπων, των γνωστών ως τεράστιων και άνομων, πλησιάζει ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, στον τρίτο σταθμό. Οι Κύκλωπες ούτε οργώνουν τη γη, ούτε σπέρνουν με τα χέρια τους φυτά. Μόνο παίρνουν εκείνα που τους δίνει η φύση και οι θεοί – και από αυτά, πολύ. Σε υψώματα κατοικούν, σε σπηλιές, μακριά από άλλων κατοικίες, έτσι ώστε λίγο να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους.

Ακόμη, δε γνωρίζουν συνάξεις ή συνελεύσεις, καθένας ζει με το δικό του τρόπο και καθορίζει κατά το δοκούν το δίκαιο και τους νόμους, όπως το θεωρεί σωστό. Ο Οδυσσέας κατευθύνει το πλοίο του σε ένα παρακείμενο γειτονικό νησάκι – τα άλλα έντεκα πλοία τον ακολουθούν. Εφόσον οι Κύκλωπες δεν είναι ούτε ναυπηγοί, μα ούτε ναυτικοί, εκείνος μπορεί να προετοιμαστεί με τους συντρόφους του, χωρίς κίνδυνο, για την επικείμενη συνάντηση.

Από ασφαλή απόσταση, παρακολουθούν τη χώρα των Κυκλώπων. Βλέπουν τον καπνό που ανεβαίνει και ακούν το βέλασμα των αρνιών και των κατσικιών. Έτσι αποφασίζει ο Οδυσσέας, την άλλη ημέρα, μόνο με το δικό του πλοίο και την ομάδα να προσεγγίσει την ακτή της χώρας, ενώ οι υπόλοιποι μένουν πίσω, στο νησί. Η πρόθεσή του είναι να γνωρίσει τους Κύκλωπες και να δοκιμάσει τη φιλοξενία τους.

Την άλλη μέρα, η πρόθεση γίνεται πράξη. Με δώδεκα συντρόφους ξεκινά ο Οδυσσέας να βρει τον τεράστιο γίγαντα Πολύφημο, στη σπηλιά του. Ταυτόχρονα, δεν ξεχνά να πάρει μαζί του εκείνο το ασκί με το υπέροχο κρασί που έλαβε ως δώρο όταν προστάτεψε – στη χώρα των Κικόνων – κάποιον ιερέα του Απόλλωνα. Μένουν σχεδόν άναυδοι, μπαίνοντας στο σπιτικό του γίγαντα: Στοίβες τυριού, αρκετοί κουβάδες γεμάτοι γάλα και τυρόγαλα, αμέτρητα αρνιά και κατσικάκια, μόνο ο Πολύφημος – ο γίγαντας – βρίσκεται ακόμη έξω, στα βοσκοτόπια.

Οι φοβισμένοι σύντροφοι ικετεύουν τον Οδυσσέα, γρήγορα τ’ αρνιά και τα κατσίκια να πάνε στο πλοίο και να εγκαταλείψουν, το συντομότερο, τη χώρα των Κυκλώπων. Αλλά ο Οδυσσέας δε μεταπείθεται. Θέλει οπωσδήποτε να γνωρίσει τους Κύκλωπες. Έτσι, κρύβονται όλοι στο σκοτάδι της σπηλιάς και περιμένουν, έως ότου με δυνατό θόρυβο, ο φοβερός Πολύφημος με το ένα μεγάλο στρογγυλό μάτι στη μέση του μετώπου, γυρνάει στο σπίτι του. Με ένα βαρύ βράχο σφραγίζει την είσοδο της σπηλιάς από μέσα, ταΐζει το κοπάδι του και ανάβει τη φωτιά. Και ξαφνικά, ανακαλύπτει στο φως της τους «εισβολείς». Αμέσως απευθύνεται σ’ αυτούς και τους ρωτά:

«Ξένοι. ποιοί είστε; Γιατί έρχεστε μέσα από το υγρό μονοπάτι της θάλασσας; Για δουλειές; Ή περιπλανιέστε απλώς έτσι όπως οι πειρατές πάνω στην αλμυρή παλίρροια, όπως εκείνοι που περιπλανιούνται και αφιερώνουν τη ζωή τους για να φέρνουν κακό σε άλλους;»

Ήδη, στα πρώτα λόγια του Πολύφημου, υπάρχει καχυποψία. Ο Οδυσσέας παρακαλεί για φιλική υποδοχή και δεν παραλείπει να προσθέσει ότι η φιλοξενία είναι για το Δία, το μεγαλύτερο των Ολύμπιων θεών, ιερή. Όμως ο Πολύφημος ονομάζει την υπενθύμιση γελοία και ενημερώνει τον Οδυσσέα πως οι Κύκλωπες δε νοιάζονται για το Δία. Τώρα ο Οδυσσέας καταλαβαίνει ξεκάθαρα πως ο Πολύφημος δε θα είναι ούτε φίλος, ούτε σύμμαχός του. Έτσι ξεκινά, από τη μεριά του, να σερβίρει στον Πολύφημο μια ιστορία ελεύθερης επινόησης σχετικά με τον ίδιο και την προέλευσή του.

Πόσο δίκιο έχει με αυτό, δείχνει η μετέπειτα εξέλιξη της συνάντησης.

Πρώτα αρπάζει ο Πολύφημος δύο συντρόφους, τους σηκώνει ψηλά και τους σκοτώνει χτυπώντας τους με τα κεφάλια στο βραχώδες έδαφος. Μετά, τους τρώει ολόκληρους με δέρμα και μαλλιά. Χορτασμένος αποκοιμιέται για να συνεχίσει την επόμενη ημέρα τις θηριώδεις πράξεις του. Αφού για πρωινό καταπίνει δύο ακόμη συντρόφους, εγκαταλείπει τη σπηλιά μαζί με τα ζώα του, χωρίς να ξεχάσει να τοποθετήσει τη γιγάντια βραχόπορτα μπροστά στην είσοδο.

Εγκλεισμένος στη σπηλιά και χωρίς δυνατότητα διαφυγής, ο Οδυσσέας καταστρώνει ένα σχέδιο, με σκοπό να το θέσει σε εφαρμογή το ίδιο βράδυ. Ευγενικά – σχεδόν φιλικά – ξεκινά να μπλέκει τον Πολύφημο σε μια κουβέντα. Του προσφέρει ως δώρο φιλοξενίας, ανόθευτο, το καλό κρασί που έχει φέρει μαζί του απ’ το πλοίο. Ο Πολύφημος αφήνεται στη συζήτηση, πίνει το κρασί και υπόσχεται κι αυτός απ’ την πλευρά του στον Οδυσσέα ένα ευχάριστο δώρο φιλοξενίας, εάν εκείνος του φανερώσει το πραγματικό του όνομα.

Ο έξυπνος Οδυσσέας όμως του απαντά: «Κύκλωπα! Με ρωτάς το ξακουστό μου όνομα. Εντάξει, θα σου το πω! Δώσε μου όμως κι εσύ το δώρο της φιλοξενίας, όπως μου το υποσχέθηκες! Κανένας είναι τ’ όνομα μου και Κανένα με φωνάζουν πατέρας και μητέρα και όλοι μου οι σύντροφοι». Σ’ αυτά, ο Πολύφημος με ασυγκίνητο θάρρος αποκρίνεται: «Τον Κανένα θα τον φάω τελευταίο από τους συντρόφους του, τους υπόλοιπους πρώτα, αυτό είναι το δώρο της φιλοξενίας για εσένα!»

Έχοντας όμως ήδη αδειάσει ο Κύκλωπας την τρίτη κούπα με κρασί, γέρνει μεθυσμένος προς τα πίσω, πέφτοντας σε βαθύ ύπνο. Αμέσως τοποθετείται το παλούκι από ξύλο ελιάς κάτω από τις στάχτες της φωτιάς μέχρι να πυρώσει. Έπειτα, πιάνουν ο Οδυσσέας και οι υπόλοιποι από τους συντρόφους τους το παλούκι, σέρνονται πάνω στον Κύκλωπα που ροχαλίζει δυνατά και χώνουν το πυρωμένο ξύλο βαθιά μέσα στο στρογγυλό του μάτι.

Ουρλιάζοντας από τον πόνο, τραβά ο τυφλωμένος γίγαντας το παλούκι απ’ την πληγή που τσιτσιρίζει. Μαίνεται και χτυπιέται δυνατά, χωρίς ωστόσο να μπορεί να πιάσει κανέναν. Από τη φασαρία καταφτάνουν και οι υπόλοιποι Κύκλωπες και στέκονται γύρω από τη σπηλιά, ρωτώντας τον Πολύφημο τι του συμβαίνει. Εκείνος απαντά με τη γνωστή φράση: «Φίλοι μου! Ο Κανένας με χτυπά με πονηριά και βιαιότητα!» Αφού κανένας δεν του κάνει κάτι, έτσι φεύγουν και οι υπόλοιποι Κύκλωπες από τον Πολύφημο. Σε αρρώστια που αποφασίστηκε από το Δία – έτσι λένε – δε μπορούν, σε καμία περίπτωση, να βοηθήσουν.

Ο ίδιος ο Οδυσσέας γελά με την καρδιά του για την έξυπνη ιδέα, όμως ο κίνδυνος για τον ίδιο και τους επιζώντες συντρόφους του δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί. Με την έξοδο του κοπαδιού για την πρωινή βοσκή ολοκληρώνεται η διάσωση. Ο Οδυσσέας δένει καθένα από τους συντρόφους κάτω από μια τριάδα αρνιών και ο ίδιος κρεμιέται κάτω από την κοιλιά του δυνατότερου κριαριού, έχοντας πιαστεί από το τρίχωμά του με γυμνά χέρια.

Παρότι ο τυφλός Πολύφημος ψηλαφίζει τις ράχες των ζώων, για να μην αφήσει κανένα, εκτός των ζώων, να εγκαταλείψει τη σπηλιά, δεν καταλαβαίνει το τέχνασμα του Οδυσσέα. Έτσι, όλοι οι επιζώντες βγαίνουν σώοι από τη σπηλιά και κατεβαίνουν στον όρμο, για να γλιτώσουν με το πλοίο τους, το γρηγορότερο, απ’ τη βία των Κυκλώπων.

Όταν ο Πολύφημος ανακαλύπτει τη φυγή, όλοι οι άντρες είναι ήδη στο πλοίο και στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας, ωστόσο, δε μπορεί να συγκρατηθεί και να μην αποχαιρετίσει χλευαστικά τον Κύκλωπα. Εκείνος ρίχνει τότε, οργισμένος, έναν τεράστιο βράχο στην κατεύθυνση από όπου ακούγεται η φωνή και λίγο μένει να μπατάρει το γρήγορο πλοίο του Οδυσσέα που απομακρύνεται. Από ασφαλή απόσταση πια, φωνάζει στον Κύκλωπα το αληθινό του όνομα, «Οδυσσέας».

Τώρα θυμάται ο Πολύφημος την προφητεία ενός μάντη, ότι μια μέρα θα έχανε το φως του απ’ τον Οδυσσέα. Από πόνους βασανισμένος, καταριέται ο Κύκλωπας τον Οδυσσέα. Καλεί τον Ποσειδώνα – τον πατέρα του – και τον παρακαλεί για εκδίκηση. Το ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα – έτσι ικετεύει τον πατέρα του ο γίγαντας – ας εμποδιστεί ή – αν αυτό δεν είναι δυνατό – ας είναι, τουλάχιστον, όσο δυσκολότερο και πιο επίπονο γίνεται.

Με το βάρος της κατάρας επιστρέφουν πλοίο και πλήρωμα στο παρακείμενο νησί, όπου τα ζώα μοιράζονται δίκαια. Θλιμμένοι – κι όμως χαρούμενοι που ξέφυγαν από το θάνατο – θυσιάζουν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του το δυνατό Κριάρι στο Δία.

Η έννοια της αγάπης

Η «αγάπη» των βρεφών και των οικογενειακών ζώων, αλλά ακόμα και των εξαρτημένων υπάκουων συζύγων είναι ένας ενστιγματικός τύπος συμπεριφοράς στον οποίο ταιριάζει πολύ ο όρος «μητρικό ένστικτο» ή, γενικότερα, «γονικό ένστικτο». Μπορούμε να το παρομοιάσουμε με την ενστιγματική συμπεριφορά του «ερωτευμένου» : δεν πρόκειται για μιαν αυθεντική μορφή αγάπης, μιας και είναι σχετικά εύκολη και δεν είναι μια πράξη βούλησης ή εκλογής· προωθεί την επιβίωση του είδους, αλλά δεν κατευθύνεται προς τη βελτίωσή του ή την πνευματική του ανάπτυξη· είναι πολύ κοντά στην αγάπη, καθώς αποτελεί ένα άπλωμα του εαυτού προς τους άλλους και μια απαρχή διαπροσωπικών δεσμών από τους οποίους μπορεί να ξεκινήσει μια αληθινή αγάπη· όμως απαιτούνται αρκετά πράγματα ακόμα για να αναπτυχθεί ένας υγιής, δημιουργικός γάμος, η ανατροφή ενός υγιούς πνευματικά αναπτυσσόμενου παιδιού, ή μια συμβολή στην εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Το ζήτημα είναι ότι η ανατροφή μπορεί να είναι, και κανονικά πρέπει να είναι, κάτι παραπάνω από μια απλή διατροφή, και ότι η καλλιέργεια της πνευματικής ανάπτυξης είναι μια απείρως πιο περίπλοκη διεργασία, και γ’ αυτό δεν μπορεί να κατευθύνεται από κάποιο ένστικτο. Η μητέρα, που αναφέραμε στην αρχή αυτού του υποκεφαλαίου, η οποία δεν άφηνε το γιο της να παίρνει το σχολικό λεωφορείο για το σχολείο του, είναι μια τέτοια περίπτωση. Το να τον πηγαίνει και να τον φέρνει από το σχολείο ήταν ανατροφή κατά μιαν έννοια, αλλά μια ανατροφή που το παιδί δεν την χρειαζόταν και που σαφώς περιόριζε μάλλον παρά προήγαγε την πνευματική του ανάπτυξη. Άλλα παραδείγματα υπάρχουν άφθονα: μητέρες που σπρώχνουν τα ήδη παχύσαρκα παιδιά τους να τρώνε περισσότερο. Πατέρες που αγοράζουν και γεμίζουν δωμάτια ολόκληρα με παιχνίδια για τους γιους τους και ντουλάπες γεμάτες με ρούχα για τις κόρες τους· γονείς που δε θέτουν κανένα όριο και δεν αρνούνται καμιά επιθυμία. Αγάπη δεν είναι απλά να δίνεις: Είναι με ευθυκρισία να δίνεις, και με ευθυκρισία πάλι να αρνιέσαι να δίνεις. Είναι να επαινείς λογικά και να κατακρίνεις λογικά. Είναι να διαφωνείς λογικά, να παλεύεις, να αντιμετωπίζεις, να πιέζεις, να σπρώχνεις και να αποτραβάς, και, επιπρόσθετα, να παραστέκεις. Η λέξη «λογικό» σημαίνει ότι απαιτείται κρίση και η κρίση απαιτεί κάτι παραπάνω από το ένστικτο· απαιτεί στοχασμένη και οδυνηρή λήψη αποφάσεων.

Τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από την άκριτη δωρεά και την καταστροφική ανατροφή είναι πολλά, αλλά οι τέτοιες περιπτώσεις έχουν πάντοτε ένα κοινό βασικό χαρακτηριστικό: Ο «δωρητής» με το κάλυμμα της αγάπης ανταποκρίνεται και ικανοποιεί τις δικές του ανάγκες, χωρίς να παίρνει υπόψη τις πνευματικές ανάγκες του αποδέκτη.

ΣΚΟΤ ΠΕΚ «Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος»

Η σκιά της προσκόλλησης

Οι άνθρωποι συνήθως περνάμε ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μας προσπαθώντας να συσσωρεύσουμε χρήματα, αγαθά, επαίνους, εξουσία και, μερικές φορές, ακόμη και ανθρώπους. Τρέχουμε εδώ κι εκεί, κάνουμε αλχημείες ή ταχυδακτυλουργίες και φαινόμαστε ικανοί να πληρώσουμε οποιοδήποτε τίμημα αρκεί να κερδίσουμε: επιτυχία, χρήματα, κάποιον ή κάποια. Το ν’ αποκτήσουμε κάτι μας γίνεται έμμονη ιδέα, μας απασχολεί διαρκώς και μας αγχώνει: «Τι να κάνω για ν’ αποκτήσω αυτό το πράγμα;», «είναι αρκετά αυτά που έχω;», «πρέπει ν’ αποκτήσω κι άλλα», «κι αν χάσω κι όσα έχω;» Όχι μόνο θέλουμε να έχουμε πράγματα, αλλά θεωρούμε ότι όσο περισσότερα, τόσο το καλύτερο.

Όλη αυτή η αναζήτηση οδηγεί σε δύο ολέθριες καταστάσεις. Καταρχάς, ο τόσος χρόνος που σπαταλάμε τρέχοντας πίσω τους δεν μας αφήνει περιθώρια να ζήσουμε (ούτε καν για να τα χαρούμε) και δεύτερον, ακόμη κι αν τους αφιερώναμε λίγο χρόνο, θα τον περνούσαμε ανήσυχοι και φοβισμένοι μήπως χάσουμε κάτι απ’ όλα αυτά που πετύχαμε.

Μερικές φορές ασχολούμαστε τόσο πολύ με τα πράγματα που μας ανήκουν, που θα ‘λεγε κανείς πως είμαστε εμείς που ανήκουμε σ’ αυτά. Ο αργεντινός συγγραφέας Χούλιο Κορτάσαρ γράφει στο διήγημά του: «Προοίμιο στις οδηγίες για το κούρδισμα του ρολογιού» ότι, όταν σου χαρίζουν ένα ρολόι δεν σου δίνουν μόνο το ρολόι: σου δίνουν μαζί και την ανάγκη να το κουρδίζεις κάθε μέρα, την ανησυχία μήπως το χάσεις και την τάση να το συγκρίνεις με άλλα ρολόγια. Ο Κορτάσαρ καταλήγει λέγοντας ότι, τελικά, το δώρο είσαι εσύ. Εσένα χάρισαν στο ρολόι για τα γενέθλιά του. Ζούμε με την ιδέα ότι όσο περισσότερα έχουμε τόσο περισσότερες δυνατότητες μας δίνονται, αλλά αν δεν προσέξουμε μπορεί να καταλήξουμε δέσμιοι των πραγμάτων που έχουμε αποκτήσει.

Όταν ποθούμε να αποκτήσουμε κάτι που δεν έχουμε, -είτε υλικό, είτε πνευματικό είτε συναισθηματικό-, διακατεχόμαστε από ένα λίγο-πολύ συγκεκριμένο συναίσθημα δυσαρέσκειας και στέρησης. Ξυπνά μέσα μας μια φυσική τάση να προμηθευτούμε αυτό που μας λείπει και οδηγούμε τα πράγματα προς αυτήν την κατεύθυνση χωρίς να συνειδητοποιούμε πως υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ελέγξουμε το ανικανοποίητο: προσπαθώντας να προσαρμόσουμε την επιθυμία μας στην πραγματικότητα (αντί για το αντίθετο).

Μήπως αυτό σημαίνει, άραγε, ότι θα πρέπει να πάψουμε να έχουμε επιθυμίες; Πολλοί ανατολικοί φιλόσοφοι θα έλεγαν πως «ναι», ενώ κάποιοι ψυχαναλυτές θα υποστήριζαν πως αυτό είναι σκέτη καταστροφή. Λαμβάνοντας υπόψη μας και τις δύο απόψεις, θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι κακό να επιθυμούμε αν ξέρουμε να μην τα ζητάμε όλα εδώ και τώρα, κι αν μπορούμε να ελέγχουμε την απαίτησή μας να είναι όπως ακριβώς τα φανταζόμαστε. Η επιθυμία μας κινητοποιεί και μας βάζει σ’ έναν δρόμο, αλλά αν τα ζητάμε όλα αμέσως, τότε μάλλον το άγχος υπερισχύει της υγιούς επιθυμίας.

Υπάρχουν φορές που προσπαθούμε να «κατέχουμε», επειδή η ιδέα και μόνο μας προσφέρει κάποια ασφάλεια. Μπροστά στο τρωτό της ζωής και στο απροσδόκητο των γεγονότων, η σκέψη πως η περιουσία μας μπορεί να ανακόψει οποιοδήποτε απρόοπτο μας προσφέρει ηρεμία. Το σίγουρο είναι, όμως, ότι τίποτα δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει πως δεν θα προκύψουν προβλήματα. Όταν αυτά παρουσιάζονται, σπανίως είναι τόσο απλά ώστε να επιλυθούν «αντλώντας από τα αποθέματα» (χρημάτων, αγάπης ή υπερηφάνειας).

Όλ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτους

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Όλ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτουςΜοναξιές γυρεύουν οι άνθρωποι, εξοχές και παραθαλάσσια και βουνά και συ πολλάκις τυχαίνει να τα λαχταράς. Όλ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτους αφού μπορείς, όποια στιγμή θελήσεις  ν’ αποτραβηχθείς στον εαυτό σου. Γιατί πουθενά ησυχότερα κι αμεριμνότερα δεν αποτραβιέται ο άνθρωπος παρά μέσα στην ψυχή του. Και μάλιστα εκείνος που έχει τακτοποιημένα τα εσωτερικά του έτσι που, όταν τα βλέπει, καταλαμβάνεται από τέλεια καλή διάθεση. Και καλή διάθεση εννοώ την αρμονική διάθεση. Συχνά λοιπόν δίνε του εαυτού σου του είδους τούτου απομόνωση και ανανέωνέ τον.

Σύντομες να είναι και (βασικές oι αρχές εκείνες που, άμα τις συλλογισθείς, αρκούν για να σου πλύνουν την ψυχή και να σε στείλουν πίσω τέτοιον που να μην αγανακτείς μ’ εκείνα στα οποία επιστρέφεις. Ας δούμε όμως με τι αγανακτείς. Με την κακία των ανθρώπων; Ξανασκέψου την αρχή ότι τα λογικά ζώα έγιναν το ένα χάριν του άλλου και ότι η ανεκτικότης είναι μέρος της δικαιοσύνης και ότι άθελα αμαρτάνουν οι άνθρωποι και ότι τόσους που εχθρεύθηκαν, υποπτεύθηκαν, μίσησαν, τους πήρε ο χάρος κι έγιναν στάχτη και τότε παύσε v’ αγανακτείς.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, Δ, 3
 

Ένα έθνος που αρνείται v’ αντικρύσει τον εαυτό του στον καθρέφτη, η Ελλάδα, δεν αποτελεί έδαφος κατάλληλο για την απογυμνωτική σκέψη του Φλωρεντινού

Η αλήθεια είναι ότι, μέχρι και σήμερα, οι περισσότεροι αισθάνονται κατά βάθος άβολα με τον Μακιαβέλι. Πάνω από μετά τεσσερίσημιση αιώνες μετά το θάνατό του, o Φλωρεντινός εξακολουθεί να προκαλεί, να σοκάρει, Για τον πολύ κόσμο, έχει καταγραφεί ως ένα είδος πολιτικού πορνογράφου.

Δεν είναι -ίσως- δύσκολο να φανταστεί κανείς γιατί στην Ελλάδα o Μακιαβέλι είναι γνωστός μόνο ως όνομα, παντελώς άγνωστος ως προς την ουσία (με λίγες μεταφράσεις και ελάχιστη διάδοση). H χώρα μας, καθώς όλοι οι κλειστοί τόποι, αποφεύγει όπως o διάβολος το λιβάνι, τις χειρουργικές επεμβάσεις˙ χώρα της μυθοπλασίας, των μικρών και μεγάλων μυθοποιήσεων (τα ιερά και τα όσια του Γένους, το απυρόβλητο των τιτλούχων, η αποστέωση των συγκρουόμενων ιδεοληψιών, η φανατική εμμονή σε κλισαρισμένους αναχρονισμούς, ένα έθνος που αρνείται v’ αντικρύσει τον εαυτό του στον καθρέφτη), η Ελλάδα δεν αποτελεί έδαφος κατάλληλο για την απογυμνωτική σκέψη του Φλωρεντινού. Γιατί αυτό κάνει ο Μακιαβέλι -εκεί έγκειται η δυναμική κι η διαχρονική επικαιρότητά του: απογυμνώνει την πολιτική από τις μάσκες, τα προσχήματα, τις ωραιολογίες, την ηθική εικονοστασίου, απ’ όλα εκείνα τα συνήθη στοιχεία με τα οποία οι επαγγελματίες της εξουσίας την επικαλύπτουν για λόγους λαϊκής κατανάλωσης – λαϊκής ποδηγέτησης.

Ο Μακιαβέλι περιγράφει γυμνή την πολιτική ως φύση και ως λειτουργία αναδεικνύει τους πανάρχαιους νόμους της˙ μιλάει για την ταμπακιέρα: πολιτική είναι οι μορφές που προσλαμβάνει η σχέση -ο συσχετισμός δυνάμεων- ανάμεσα στους εξουσιάζοντες και τους εξουσιαζόμενους. Η ισχύς και η πειθώ, ο φόβος και η συνέγερση, το δέος και η συμμετοχή, η βία και η κολακεία (δημαγωγία), η τρομοκρατία και η ανάταση, ο αυταρχισμός και η δημοκρατικότητα εν τέλει, είναι τα διαλεκτικά στοιχεία (εργαλεία) στη σχέση αυτή. Θυμάμαι μια σαρδόνια φράση του Πωλ Βαλερύ: «Πολιτική είναι να εμποδίζεις τους ανθρώπους να ασχολούνται με τα πράγματα που τους αφορούν. Ο Μακιαβέλλι ρίχνει άπλετο φως (το φως ενός χειρουργικού τραπεζιού) στην τέχνη και την τεχνική της πολιτικής -δηλ. της εξουσίας. Κι αυτός ο (δια)φωτισμός, μοιραία λειτουργεί υπέρ (της συνειδητοποίησης) των εξουσιαζομένων, αν όχι και στην κατεύθυνση της αναβάθμισης των εξουσιαστών. Από αυτή την άποψη, ο «κυνικός» και «ωμός» συγγραφέας του «Ηγεμόνα» εγκαινιάζει -αιώνες κι αιώνες μετά τον Αριστοτέλη- την ουσιαστική παράδοση της σύγχρονης δημοκρατικής ηθικής. Ακριβώς επειδή αναδεικνύει την άκρα σχετικότητα της ηθικής στην πολιτική! (Ακριβώς αυτό, άλλωστε, τον κάνει και διαχρονικώς επίκαιρο.)

Η ηθική του Μακιαβέλι είναι η καθαρότητά του˙ είναι η ίδια η ωμότητά του. Μαζί του αισθάνονται άβολα -και είναι φυσικό- όσοι προτιμούν από νοητική μυωπία, ραθυμία ή ανασφάλεια, να στρουθοκαμηλίζουν πίσω από μονοκόμματες κι ετοιμοπαράδοτες αλήθειες, όσοι μεταμφιέζουν τα συμφέροντά τους σε ηθικές αρχές για να τα προωθήσουν καλύτερα, όσοι επικαλούνται τα ιερά και τα όσια για v’ ανεβάσουν την τιμή της δικής τους πραμάτειας, όσοι κατασκευάζουν εικονοστάσια για να εξασφαλίσουν την ευλάβεια των πολλών, όσοι καταφεύγουν σε μεγάλα λόγια για να κρύψουν πράξεις αθεράπευτα μικρές όσοι μετατρέπουν τις ιδέες σε χάντρες και καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς, όσοι χρησιμοποιούν την ηθική ως μπλάστρι σε πληγές που θα έπρεπε να μένουν ανοιχτές… Ο Μακιαβέλι εξακολουθεί να ενοχλεί γιατί σκαλίζει με το νυστέρι στο πολιτικό σώμα του δυτικού πολιτισμού, απογυμνώνοντας την ίδια τη φύση των πραγμάτων – την πραγματικότητα της πολιτικής και της ζωής. Η απογύμνωση αυτή είναι μια κορυφαία ηθική πράξη˙ αφυπνίζει τα νεύρα και τις συνειδήσεις των πολλών. Ηθικό, είναι το αποκαλυπτικό.

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΗ ΜΑΚΑΒΕΛΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

Γνώση ήδη έχουμε. Όμως όποιος την κυνηγήσει είναι ύποπτος ότι πηγαίνει εναντίον της

Η γνώση δεν ισοδυναμεί πάντα με τη σοφία, κάποιες φορές σημαίνει το εντελώς αντίθετο. Η εμμονή για αποθησαύριση γνώσεων μπορεί να θολώσει ακόμα και τη ματιά μας για τον κόσμο.

Για τους σοφούς της Ανατολής, η απαλλαγή, η απελευθέρωση από πολλές γνώσεις που έχουμε αποκτήσει ως προκαταλήψεις και στερεότυπα καταλήγει να είναι απαραίτητη ώστε να βλέπουμε την πραγματικότητα χωρίς τα φίλτρα που τη στρεβλώνουν.

Ο Αμερικανός διανοητής Γουίλ Ντουράντ θεμελιώνει την ακόλουθη διαφορά ανάμεσα στη σοφία και στη γνώση: «Η γνώση είναι δύναμη, όμως μόνο η σοφία είναι ελευθερία». Δύο αιώνες νωρίτερα, ο Εμμάνουελ Καντ έλεγε ότι: «Η επιστήμη είναι οργανωμένη γνώση, αλλά η σοφία είναι οργανωμένη ζωή».

Τι είναι αυτό από το οποίο πρέπει να απαλλαγούμε για να φτάσουμε στη σοφία;

.Οι γεμάτες προκατάληψη αντιλήψεις για πρόσωπα και πράγματα. .Οι προφητείες για το τι θα κάνει κάποιος ή για το τι θα συμβεί σε μια ορισμένη κατάσταση.

.Οι γνώμες τρίτων που δε μας αφήνουν να διαμορφώσουμε φυσιολογικά τη δική μας γνώμη.

.Η ψευδής πίστη ότι ήδη γνωρίζουμε όλα όσα είναι απαραίτητα για κάθε όψη της ζωής.

Αν αφήσουμε να πέσουν όλα αυτά τα φίλτρα, η σαφήνεια και η σοφία θα έρθουν από μόνες τους.

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Απαιτεί πολύ χρόνο η ανάπτυξη

«ΑN ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΑΦΥΣΙΚΟ, κάτι που δεν θα έπρεπε να μας συμβαίνει, τότε δεν είναι καθόλου παράξενο να ψάχνουμε να βρούμε κάποιον ο οποίος ευθύνεται για τη δυστυχία μας. Ο θύτης μπορεί να είναι το κράτος, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι καταπιεστικοί γονείς, μια δυσλειτουργική οικογένεια, το άλλο φύλο ή ο άστοργος σύντροφός μας. Ο κίνδυνος όμως που προκύπτει από τη συνεχιζόμενη απόδοση της ευθύνης και τη διατήρηση της θέσης του θύματος είναι η διαιώνιση της δυστυχίας μας -μέσα από τα επίμονα συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και αποστροφής».

«ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΜΕ οι ίδιοι τη δυστυχία μας, με το να αρνούμεθα να εγκαταλείψουμε το παρελθόν. Αν προσδιορίσουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας με τα δεδομένα που είχε το παρουσιαστικό μας παλιότερα ή με τα δεδομένα αυτών που μπορούσαμε παλιά να κάνουμε και που δεν μπορούμε πια να κάνουμε τώρα, μπορούμε να στοιχηματίσουμε με βεβαιότητα ότι με αυτές τις αντιλήψεις δεν πρόκειται να γινόμαστε πιο ευτυχισμένοι καθώς θα μεγαλώνουμε».

«Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ μπορεί να γίνει από τα πιο ισχυρά και αποτελεσματικά όπλα που έχουμε για να μας βοηθήσουν να ανταποκριθούμε στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς ότι κάθε φαινόμενο, κάθε συμβάν, έχει διαφορετικές όψεις. Συμβαίνει συχνά όταν ανακύπτουν προβλήματα να περιορίζεται σημαντικά η θέασή μας. Όλη μας η προσοχή επικεντρώνεται στη στενοχώρια μας για το πρόβλημα και ίσως έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε τέτοιες δυσκολίες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα είδος αυτοαπορρόφησης, που κάνει το πρόβλημα να φαίνεται πολύ μεγάλο».

«ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ και ανεκτικότητα απέναντι στους εχθρούς σου, τότε όλα τα άλλα έρχονται πολύ πιο εύκολα -η συμπόνια σου απέναντι σε όλους τους άλλους αρχίζει να ρέει με φυσικότητα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ενδυνάμωση από εκείνη της υπομονής, ακριβώς όπως δεν υπάρχει χειρότερο βάσανο από το μίσος. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να εντείνει κανείς τις προσπάθειές του όσο μπορεί, ώστε να μην τρέφει μίσος απέναντι στον εχθρό του, αλλά μάλλον να χρησιμοποιήσει την κάθε δυσκολία ως μια ευκαιρία για να αναπτύξει την άσκησή του στην υπομονή και την ανεκτικότητα. Στην πραγματικότητα, ο εχθρός είναι μια αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της υπομονής».

«ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ, ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΠΡΙΝ ή μετά από άσχημες εμπειρίες δυστυχίας, μπορούμε να στοχαζόμαστε πάνω στη δυστυχία, προσπαθώντας να κατανοήσουμε το νόημά της. Και ο χρόνος και η προσπάθεια που καταβάλλουμε αναζητώντας το νόημα της δυστυχίας θα μας ανταμείψουν πλουσιοπάροχα όταν αρχίσει να μας χτυπάει το κακό».

«ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΕ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ακριβώς μέσα στο πνεύμα μας. Για να περιορίσουμε τη δυστυχία του πόνου, χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στον πόνο του πόνου και στον πόνο που δημιουργούμε με τις σκέψεις μας γύρω από τον πόνο. Φόβος, θυμός, ενοχή, μοναξιά και η αίσθηση ότι είμαστε αβοήθητοι, όλα αυτά είναι νοητικές και συγκινησιακές αντιδράσεις που μπορούν να εντατικοποιήσουν τον πόνο».

«ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΟ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ της κατάλληλης συμπεριφοράς και των συνηθειών εκείνων του νου που συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων μας. Απαιτεί επίσης πολύ χρόνο για να εγκαθιδρυθούν οι νέες εκείνες συνήθειες που θα προσφέρουν την ευτυχία. Δεν υπάρχει τρόπος να παραγνωρίσουμε αυτά τα απαραίτητα συστατικά, όπως η αποφασιστικότητα, η προσπάθεια και ο χρόνος. Αυτά είναι τα πραγματικά μυστικά για την κατάκτηση της ευτυχίας».

Γιατί η M-Θεωρία είναι ο κορυφαίος υποψήφιος για τη θεωρία των πάντων

Η θεωρία Μ ενοποιεί σε μία και μοναδική μαθηματική δομή και τις πέντε συνεπείς εκδοχές της θεωρίας των χορδών (καθώς και μια περιγραφή σωματιδίων που ονομάζεται υπερβαρύτητα).Μοιάζει με καθεμία από αυτές τις θεωρίες με διαφορετικά φυσικά καθεστώτα. Αυτή η Μητέρα όλων των θεωριών χορδών (γι' αυτό και ονομάστηκε θεωρία Μ), περνάει μια δοκιμασία που μέχρι στιγμής καμία άλλη υποψήφια θεωρία της κβαντικής βαρύτητας δεν μπόρεσε να ταιριάξει. 
 
Δεν είναι εύκολο να είναι μια «θεωρία των πάντων» (TOE). Μια θεωρία των πάντων (TOE) έχει μια πολύ σκληρή δουλειά να κάνει. Να προσαρμόσει τη βαρύτητα στους κβαντικούς νόμους της φύσης με τέτοιο τρόπο ώστε, σε μεγάλες κλίμακες, η βαρύτητα να μοιάζει με καμπύλες στον ιστό του χωροχρόνου, όπως περιέγραψε ο Albert Einstein στη γενική θεωρία της σχετικότητας. Με τον ένα ή άλλο τρόπο, η καμπυλότητα του χωρο-χρόνου αναδύεται ως το συλλογικό αποτέλεσμα των κβαντισμένων μονάδων βαρυτικής ενέργειας – σωματίδια γνωστά ως βαρυτόνια (γκραβιτόνια). Αλλά οι αφελείς απόπειρες να υπολογιστεί ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούν τα γκραβιτόνια οδηγεί σε ανόητα άπειρα, υποδεικνύοντας την ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση της βαρύτητας. 
 
Η θεωρία των χορδών (ή, πιο τεχνικά, η Μ-θεωρία) συχνά περιγράφεται ως ο κύριος υποψήφιος για τη θεωρία των πάντων στο σύμπαν μας. Αλλά δεν υπάρχουν εμπειρικά στοιχεία για αυτό, ούτε για άλλες εναλλακτικές ιδέες για το πώς η βαρύτητα θα μπορούσε να ενοποιηθεί με τις υπόλοιπες θεμελιώδεις δυνάμεις. Γιατί, λοιπόν, η M-θεωρία (των χορδών) έχει πλεονέκτημα έναντι των άλλων;
 
Η θεωρία λέει ότι τα βαρύτονα, καθώς και τα ηλεκτρόνια, τα φωτόνια και οτιδήποτε άλλο, δεν είναι σημειακά σωματίδια, αλλά μάλλον ανεπαίσθητες μικροσκοπικές κορδέλες ενέργειας ή «χορδές» που δονούνται με διαφορετικούς τρόπους. Το ενδιαφέρον για τη θεωρία των χορδών αυξήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν οι φυσικοί συνειδητοποίησαν ότι έδωσε μαθηματικά συνεπείς περιγραφές της κβαντισμένης βαρύτητας. Αλλά οι πέντε γνωστές εκδοχές της θεωρίας χορδών ήταν όλες «διαταραγμένες», που σημαίνει ότι έσπαγαν σε κάποιες συνθήκες. Οι θεωρητικοί θα μπορούσαν να υπολογίσουν τι συμβαίνει όταν δύο χορδές βαρυτονίων συγκρούονται σε υψηλές ενέργειες, αλλά όχι όταν υπάρχει μια ακραία σύγκρουση γκραβιτονίων για να σχηματίσουν μια μαύρη τρύπα.
 
Στη συνέχεια, το 1995, ο μεγάλος θεωρητικός φυσικός Edward Witten ανακάλυψε τη Μητέρα όλων των θεωριών των χορδών. Βρήκε διάφορες ενδείξεις ότι οι διαταραγμένες θεωρίες χορδών ταιριάζουν μαζί σε μια συνεκτική, μη διαταραγμένη θεωρία, η οποία ονομάζεται Μ-θεωρία. Η Μ-θεωρία μοιάζει με κάθε μία από τις θεωρίες των χορδών σε διαφορετικά φυσικά πλαίσια αλλά έχει προβλήματα που δεν συνάδουν για μια θεωρία των πάντων. “Η θεωρία Μ του Witten είναι εντυπωσιακή, αλλά άφησε πολλά ερωτήματα αναπάντητα», εξήγησε ο David Simmons-Duffin , θεωρητικός φυσικός στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας.
 
Μια άλλη ερευνητική έκρηξη ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα, όταν ο φυσικός Juan Maldacena (γνωστός για τη θεωρία ότι το Σύμπαν είναι ένα ολόγραμμα που μπορεί να ισχύει όχι μόνο σε ένα «εξωτικό», αλλά επίσης και σε ένα πιο ρεαλιστικό μοντέλο του Σύμπαντός μας.) ανακάλυψε την αντιστοιχία AdS/CFT όπου βρέθηκε ότι λύσεις υπερβαρυτικών θεωριών δίνουν πληροφορίες για τη δυαδική θεωρία πεδίου: μια σχέση ολογράμματος που συνδέει τη βαρύτητα σε μια περιοχή χωροχρόνου, που ονομάζεται χώρος αντι-de Sitter (AdS, μια κβαντική περιγραφή των σωματιδίων (που ονομάζεται «θεωρία πεδίου σύμμορφης») που κινείται γύρω από τα όρια της περιοχής αυτής.
 
Δηλαδή στη μία πλευρά υπάρχουν χώροι anti-de Sitter (AdS) οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε θεωρίες κβαντικής βαρύτητας, που διατυπώνονται με όρους θεωρίας χορδών ή θεωρίας Μ. Από την άλλη πλευρά της αντιστοιχίας είναι συμβατικές θεωρίες πεδίου (CFT) οι οποίες είναι θεωρίες κβαντικού πεδίου, συμπεριλαμβανομένων θεωριών παρόμοιων με τις θεωρίες Yang-Mills που περιγράφουν στοιχειώδη σωματίδια.
 
Ο χώρος AdS / CFT δίνει έναν πλήρη ορισμό της θεωρίας Μ για την ειδική περίπτωση των γεωμετριών χωροχρόνου AdS, οι οποίες εγχέονται με αρνητική ενέργεια που τους κάνει να κάμπτονται με διαφορετικό τρόπο από ό, τι κάνει το σύμπαν μας. Για τέτοιους φανταστικούς κόσμους, οι φυσικοί μπορούν να περιγράψουν διαδικασίες σε όλες τις ενέργειες, συμπεριλαμβανομένου, καταρχήν, του σχηματισμού και της εξάτμισης των μαύρων οπών. Οι 16.000 εργασίες που ανέφεραν την θεωρία Maldacena κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών στοχεύουν κυρίως στη διεξαγωγή αυτών των υπολογισμών, προκειμένου να αποκτήσουν καλύτερη κατανόηση του χώρου AdS / CFT και της κβαντικής βαρύτητας.
 
Αυτή η βασική ακολουθία συμβάντων οδήγησε τους περισσότερους ειδικούς να θεωρήσουν τη Μ-θεωρία σαν την κορυφαία υποψήφια θεωρία των πάντων  TOE, ακόμα κι αν ο ακριβής ορισμός σε ένα σύμπαν όπως ο δικός μας παραμένει άγνωστος. Το αν η θεωρία είναι σωστή είναι μια εντελώς ξεχωριστή ερώτηση. Οι χορδές που υποθέτει – καθώς και οι πρόσθετες, καμπυλωμένες χωρικές διαστάσεις που αυτές οι χορδές υποθέτουν ότι “λικνίζονται” τριγύρω – είναι 10 εκατομμύρια δισεκατομμύρια φορές μικρότερες από ότι ο επιταχυντής LHC μπορεί να επιλύσει. Και μερικές μακροσκοπικές υπογραφές της θεωρίας Μ που μπορεί να έχουν δει, όπως οι κοσμικές χορδές και η υπερσυμμετρία, δεν έχουν εμφανιστεί.
 
Άλλες ιδέες της υποψήφιας θεωρίας των πάντων, εν τω μεταξύ, θεωρούνται ότι έχουν ποικίλα τεχνικά προβλήματα και καμιά δεν έχει ακόμη επαναλάβει τις επιδείξεις της μαθηματικής συνέπειας που έχει η θεωρία των χορδών, όπως ο υπολογισμός σκέδασης βαρυτονίου-βαρυτονίου. (Σύμφωνα με τον Simmons-Duffin, καμιά θεωρία από τους ανταγωνιστές της έχει καταφέρει να ολοκληρώσει το πρώτο στάδιο, ή την πρώτη «κβαντική διόρθωση,» αυτού του υπολογισμού.) Ένας φιλόσοφος υποστήριξε ακόμη ότι η κατάσταση της θεωρίας χορδών ως τη μόνη γνωστή συνεπή θεωρία μετράει ως αποδεικτικό στοιχείο πως η θεωρία αυτή είναι σωστή.
 
Οι μακρινοί ανταγωνιστές περιλαμβάνουν την ασυμπτωτικά ασφαλή βαρύτητα, την θεωρία Ε8, την μη μεταθετική γεωμετρία (που δεν έχει την ιδιότητα ότι a × b = b × a). και συστήματα αιτιατού φερμιονίου. Η ασυμπτωτικά ασφαλής βαρύτητα, για παράδειγμα, υποδηλώνει ότι η δύναμη της βαρύτητας μπορεί να αλλάξει καθώς πηγαίνετε σε μικρότερες κλίμακες με τέτοιο τρόπο ώστε να διορθώνεται τους υπολογισμούς που έχουν “μολυνθεί” από το άπειρο. Αλλά κανείς δεν έχει κάνει τον τρόπο για να δουλέψει.
 
ΥΓ :
Η σκέψη που κάνουν οι σύγχρονοι φυσικοί είναι ότι όπως και η βαρύτητα το ίδιο και οι άλλες τρεις δυνάμεις της φύσης ίσως να δημιουργούνται κι αυτές από χωροχρονο-παραμορφώσεις. Για να εξηγηθεί όμως η ύπαρξη των δυνάμεων αυτών χρειαζόμαστε την ύπαρξη έξι ή επτά πρόσθετων διαστάσεων. Αν η θεωρία αυτή αληθεύει, ζούμε σε ένα Σύμπαν δέκα ή ακόμη και ένδεκα διαστάσεων! Γιατί η μόνη θεώρηση του Σύμπαντος που φαίνεται σήμερα ότι ίσως μπορέσει σύντομα να συνδέσει την Κβαντομηχανική με τη Γενική Σχετικότητα είναι η Θεωρία-Μ των Υπερχορδών.
 
Σύμφωνα λοιπόν με τη Θεωρία των Υπερχορδών τα σωματίδια της ύλης (τα φερμιόνια) και των δυνάμεων (τα μποζόνια) δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως απειροελάχιστα «σημεία» αλλά ως μονοδιάστατες «θηλιές» ή «χορδές» κάθε μία από τις οποίες έχει μήκος 10^-33 εκατοστά (το μήκος του Πλανκ) αλλά μηδενικό πάχος και πάλλεται με διαφορετικό τρόπο. Σ’ αυτή τη θεώρηση η ύλη και οι δυνάμεις ενοποιούνται σε μία και μοναδική φυσική ύπαρξη, αυτή των χορδών, και διαφοροποιούνται μόνο όσον αφορά τις «νότες» που παίζει κάθε χορδή. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Θεωρία των Υπερχορδών έχει τη δυνατότητα να ενώσει την Κβαντομηχανική με τη Γενική Σχετικότητα σε μία και μοναδική Ενοποιημένη Θεωρία Πεδίου που περιγράφει τη βαρύτητα ως μία κβαντισμένη δύναμη κάτω όμως από μία κατάσταση «υπερσυμμετρίας».
 
Ωστόσο, παρόλο που έως τώρα η θεώρηση αυτή παρουσιάζει μία από τις καλύτερες αντιλήψεις που έχουμε για τη φύση και την ενοποίηση των δυνάμεων και της ύλης, εντούτοις η σύγχρονη επιστήμη δεν διαθέτει ακόμη τα κατάλληλα εργαλεία μαθηματικής ανάλυσης που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν στην πλήρη ανάπτυξή της. Οπως χαρακτηριστικά λέγεται, πρόκειται για «μια θεωρία του 21ου αιώνα, η οποία ανακαλύφθηκε νωρίτερα από την εποχή της»! Μια θεωρία που πολλοί ονομάζουν «Θεωρία των Πάντων».

Πόσο αλλάζει τη ζωή μας η 4η Βιομηχανική Επανάσταση

Ρομπότ και τεχνητή νοημοσύνη δοκιμάζουν τις κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές και γεωπολιτικές σχέσεις και επαναπροσδιορίζουν τη σχέση ανθρώπου – μηχανής.

Οταν το 1843, η κόμισσα Αντα Λάβλεϊς, μοναδικό νόμιμο τέκνο του λόρδου Βύρωνα και εξαίρετη μαθηματικός, αντάλλασσε επιστολές με τον Τσαρλς Μπάμπατζ, τον «πατέρα» του ηλεκτρονικού υπολογιστή, για την «αναλυτική μηχανή» και πρότεινε το πρώτο πρόγραμμα υπολογιστή, η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης ήταν κάτι άπιαστο για τον ανθρώπινο νου. Και όμως, 174 χρόνια αργότερα οι αναπτυγμένες χώρες συζητούν για τις επιπτώσεις της χρήσης των ρομπότ στην καθημερινότητα, για τις αλλαγές που θα επέλθουν στην αγορά εργασίας, για το πώς θα διαμορφωθεί η σχέση ανθρώπου και μηχανής, Δηλαδή για την 4η Βιομηχανική Επανάσταση. Η διαφορά με τη Βιομηχανική Επανάσταση των αρχών του 19ου αιώνα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Ινστιτούτου McKinsey, είναι ότι σήμερα η εισδοχή της τεχνολογίας στην κοινωνία είναι 10 φορές ταχύτερη και 300 φορές μεγαλύτερη ως προς τον αντίκτυπό της.
 
Στην Ελλάδα η συζήτηση είναι υποτυπώδης παρότι η χρήση των ρομπότ αναμένεται πως θα επηρεάσει τη ζωή των νεότερων γενιών το ίδιο γρήγορα και άμεσα όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, να καλύψει το κενό, επιχειρώντας να αποδώσει με απλό τρόπο ένα τόσο σύνθετο τεχνικά, οικονομικά, θεσμικά και πολιτικά ζήτημα. Η μελέτη είναι ουσιαστικά μια εισαγωγή στο ζήτημα και προσπαθεί να ανιχνεύσει τις εξελίξεις σε ένα μέλλον που έχει ήδη ξεκινήσει για πολλές χώρες.
 
Αυτοεκπαίδευση των μηχανών
Η λεγόμενη 4η Βιομηχανική Επανάσταση έχει ως πυρήνα της τον συνδυασμό της δύναμης της αυτοεκπαίδευσης των ίδιων των μηχανών (Machine Learning), της επιστήμης των δεδομένων (Data Science) και της τεχνητής νοημοσύνης (Αrtificial Intelligence), που αθροιστικά δημιουργούν τεράστιες προκλήσεις και ευκαιρίες. Για την ιστορία, η 1η Βιομηχανική Επανάσταση, που άρχισε στο τέλος του 18ου αιώνα (1770), αφορούσε την εκμηχάνιση της παραγωγής, η 2η Βιομηχανική Επανάσταση, στα τέλη του 19ου αιώνα (1870), αφορούσε τη μαζική παραγωγή με τη χρήση του ηλεκτρισμού, η 3η Βιομηχανική Επανάσταση, στα τέλη του 20ού αιώνα (1970), αφορούσε την αυτοματοποιημένη παραγωγή με τη χρήση των υπολογιστών. Η ανθρωπότητα βρίσκεται πλέον στο κατώφλι μιας εποχής στην οποία όλο και πιο εξελιγμένα ρομπότ, bots, ανδροειδή και άλλες εκφάνσεις τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να πυροδοτήσουν μια νέα Βιομηχανική Επανάσταση, η οποία πιθανότα θα επηρεάσει όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Αυτοματισμός και συναισθημάτων
Η λέξη ρομπότ επινοήθηκε από τον τσέχο συγγραφέα Κάρελ Κάπεκ, το 1920, προκειμένου να περιγράψει τα εργοστασιακά ανδροειδή εκείνης της εποχής. Και τότε όπως και τώρα η τεχνολογική εξέλιξη προκαλεί αμφιβολίες, αβεβαιότητες, ανασφάλειες ιδίως σε ό,τι αφορά τις θέσεις εργασίας.
 
Κι όμως, η χρήση των μηχανών έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Κατά την περίοδο 2010-2014 η μέση αύξηση των πωλήσεων ρομπότ ανήλθε στο 17% ετησίως, το δε 2014 οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 29%∙ επρόκειτο δηλαδή για τη μεγαλύτερη κατ’ έτος αύξηση που έχει καταγραφεί ποτέ.
 
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, βάσει πρόσφατων μελετών, εκτιμάται ότι ο αυτοματισμός μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη της παραγωγικότητας παγκοσμίως ως και 1,4 % ετησίως. Σύμφωνα με ανάλυση της McKinsey, 54 εκατομμύρια θέσεις πλήρους απασχόλησης και πάνω από 1,7 τρισ. δολάρια αμοιβές σχετίζονται με δραστηριότητες οι οποίες μπορούν να αυτοματοποιηθούν στις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης: της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
 
Η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να μεταλλάξει τη βιομηχανία, αλλά θα δοκιμάσει τις κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές και γεωπολιτικές σχέσεις και θα επαναπροσδιορίσει τη σχέση ανθρώπου – μηχανής· μια σχέση που θα είναι περίπλοκη, καθώς δεν θα σχετίζεται μόνο με την αντικατάσταση του ανθρώπου από τα ρομπότ αλλά και από τη συνεργασία μεταξύ τους. Αυτή η εξέλιξη ανοίγει έναν τεράστιο ορίζοντα φιλοσοφικών και κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες θα χρειαστεί να εξεταστούν υπό ένα νέο πρίσμα.
 
Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις ανθρώπου – μηχανής, τα ρομπότ και οι υπολογιστές δεν θα εκτελούν μόνο μια σειρά πρακτικών εργασιών ρουτίνας καλύτερα και σε μικρότερο κόστος απ’ ό,τι ο άνθρωπος. Θα είναι σε θέση να υλοποιούν ενέργειες για τις οποίες απαιτούνται γνωστικές ικανότητες, όπως να λαμβάνουν σιωπηρά αποφάσεις, να ανιχνεύουν συναισθήματα ή ακόμα και να οδηγούν δραστηριότητες των οποίων ο αυτοματισμός θεωρούνταν στο παρελθόν εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί. Στις σχέσεις παραγωγής, θα μειωθεί το κόστος εργασίας και θα υπάρξει όφελος σε επίπεδο απόδοσης, π.χ., αύξηση της παραγωγής και υψηλότερη ποιότητα.
 
Τι θα γίνει όμως με τις θέσεις εργασίας; Το θέμα περιπλέκεται εξαιτίας της μυθολογίας γύρω από τα ρομπότ και των γκρίζων ζωνών που προκαλεί μια εξέλιξη η οποία ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί. Τα δεδομένα είναι τα εξής: Ελάχιστα επαγγέλματα – λιγότερο από 5% – είναι σήμερα υποψήφια για πλήρη αυτοματοποίηση. Όμως σχεδόν όλα τα επαγγέλματα ενδέχεται να αυτοματοποιηθούν εν μέρει. Υπολογίζεται ότι η προσαρμογή και μόνο των τεχνολογιών που υπάρχουν σήμερα θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αυτοματοποίηση περίπου του 50% των εργασιών τις οποίες εκτελούν οι άνθρωποι παγκοσμίως.
 
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει ένα είδος αναστροφής της παγκοσμιοποίησης. Η χρήση των ρομπότ απαιτεί υψηλή εξειδίκευση και τεχνογνωσία και όχι εργάτες χαμηλού κόστους. Αυτή είναι η ευκαιρία της Ευρώπης, ενδεχομένως και της Ελλάδας, η οποία διαθέτει ήδη άριστα εκπαιδευμένους νέους επιστήμονες αλλά όχι πολιτικές προσαρμογής στην ψηφιακή οικονομία.

Ασφάλεια: Ένα διαρκές αίτημα

«Ταράσσει τους ανθρώπους ου τα πράγματα, αλλά τα περί των πραγμάτων δόγματα» (Επίκτητος).

Το διαρκές και εναγώνιο αίτημα του ανθρώπου για ασφάλεια αδυνατίζει την κρίση του στο θέμα του σαφούς προσδιορισμού του περιεχομένου της. Σχηματικά, ωστόσο, θα μπορούσαν να καταγραφούν τα δυο είδη ασφάλειας. Στην πρώτη ομάδα εντάσσεται η ασφάλεια ως μια τελείως εσωτερική, υποκειμενική σταθερότητα ανεξάρτητα από το περιβάλλον και τις πιέσεις, τις επιταγές, τους κινδύνους και τα προβλήματα που γεννά.
 
Σε αυτό το πλαίσιο βρίσκει δικαίωση και η θέση του Επίκτητου που διακήρυξε πως ο άνθρωπος υποφέρει περισσότερο από τις δοξασίες του για τα πράγματα και λιγότερο από τα ίδια τα πράγματα «τούτον θλίβει ου το συμβεβηκός, αλλά το δόγμα το περί τούτου». Ο φόβος και η ανασφάλεια που αυτός προκαλεί συνιστά μια υποκειμενική κατάσταση – ευθύνη και όχι κάτι που απορρέει από την εξωτερική – αντικειμενική πραγματικότητα. Γι’ αυτό, «απαιδεύτου έργον το άλλοις εγκαλείν, εφ οις αυτός πράσσει κακώς» (Επίκτητος).

Με βάση το παραπάνω είδος ασφάλειας οι Στωικοί προκρίνουν την καρτερικότητα και την αταραξία απέναντι σε φαινόμενα που τείνουν να αποδιοργανώνουν την εσωτερική γαλήνη και ευρυθμία. Αυτό, ωστόσο, προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο αυτοκυριαρχίας και εσωτερικής πειθαρχίας. Είναι σημαντικό, δηλαδή, να μένεις όρθιος κι ασάλευτος στους ανέμους του κόσμου.
«Μέσα στη γενικευμένη ανασφάλεια του κόσμου, πρέπει να διαφυλάξει την απόλυτη εσωτερική ασφάλεια» (Φρεντερίκ Γκρο).
Ο Επίκουρος συνδέει την αταραξία – ως προϋπόθεση της ασφάλειας – με την αποφυγή των κίβδηλων ηδονών και την άρνησή του να φθαρεί από τις κοινωνικές συναναστροφές. Το «Λάθε βιώσας» συνιστά την αντιπροσωπευτικότερη πρόταση ζωής για τη βίωση της αταραξίας και της εσωτερικής ασφάλειας.
Συναφείς με τα παραπάνω είναι και οι διαπιστώσεις του Πύρρωνα:
«(1) τα πράγματα είναι εκ φύσεως αδιάφορα, ασταθή, αμφίβολα˙ (2) δεν πρέπει λοιπόν να διαμορφώσουμε καμία σταθερή άποψη γύρω από αυτά˙ (3) από εδώ προκύπτει η σιωπή (αφασία) και η ασφάλεια (αταραξία). Εδώ συνδέονται αυστηρά μεταξύ τους η σιωπή και η πνευματική ασφάλεια» (Φρεντερίκ Γκρο).
Η υποταγή, λοιπόν, στην αναγκαιότητα και η αναγνώρισή της ως τέτοιας συνιστά και το προοίμιο της ασφάλειας ως μιας εσωτερικής – υποκειμενικής στάσης
Ακρότατη έκφραση αυτής της στάσης είναι η θεωρία του Επίκουρου για τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζει ο άνθρωπος το φόβο του θανάτου. Ειδικότερα τονίζει:
«Το φρικωδέστατο νουν των κακών ο θάνατος ουθέν προς ημάς, επειδήπερ όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου παρέστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τοθ’ ημείς ουκ εσμέν. Ούτε ουν προς τους ζώντάς έστιν ούτε προς τους τετελευτηκότας, επειδήπερ περί ους μεν ουκ έστιν, οι δε ουκέτι εισίν» (όταν εμείς υπάρχουμε – ζούμε ο θάνατος δεν είναι παρών. Όταν ο θάνατος είναι παρών, τότε δεν υπάρχουμε εμείς… Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει).
Η ασφάλεια, ωστόσο, υφίσταται και ως μια αντικειμενική κατάσταση που διέπεται από την απουσία κινδύνων. Αυτό σημαίνει την προσδοκία μιας οριστικής εξάλειψης των κινδύνων που κυοφορεί η εξωτερική πραγματικότητα και τραυματίζει τον ψυχισμό του ανθρώπου. Αυτή η ασφάλεια, όμως, συνιστά μια ουτοπία που δρα θεραπευτικά στο φόβο και την αγωνία για το μέλλον. Ο τέλειος κόσμος κινείται στο χώρο της προσδοκίας και της ανθρώπινης φαντασίωσης.
 
Σε αυτό το πεδίο της ασφάλειας αναπτύχθηκαν οι πολλαπλές αποχρώσεις της Τελεολογίας και της Εσχατολογίας. Η περιγραφή ενός κόσμου όπου θα κυριαρχεί η αρμονία, το δίκαιο και το καλό θέρμαινε την ελπίδα των βασανισμένων και τόνωνε το ηθικό των κατατρεγμένων. Η «Αποκάλυψη» του Ιωάννη και ο Χιλιασμός αποτελούν τις πιο χειροπιαστές ενδείξεις για τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να αισθάνεται ασφαλής σε έναν κόσμο που σπαράσσεται από το άδικο και το κακό. Όλοι ανέμεναν την περίοδο των Χιλίων Ετών κατά την οποία ο Διάβολος (το πνεύμα του Κακού) θα έμενε ανενεργός και το καλό θα κυριαρχούσε. Η επιστροφή του Χριστού θα σήμαινε και την τελική συντριβή του Αντίχριστου με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις δυνάμεις του Κακού.
 
Σε αυτό το πλαίσιο κινούνται και οι θέσεις του Καντ που προσπαθεί να ανιχνεύσει τις αφανείς διαδρομές μιας τελεολογικής πορείας του κόσμου:
«Η Ιστορία της ανθρωπότητας, αν τη δούμε συνολικά, μπορεί να θεωρηθεί διαδικασία πραγματοποίησης ενός κρυφού σχεδίου της φύσης να δημιουργήσει μια πολιτική κατάσταση των πραγμάτων, εσωτερικά και εξωτερικά τέλεια, ως τη μόνη κατάσταση στην οποία μπορούν να αναπτυχθούν πλήρως και να εκδηλωθούν όλες οι ικανότητες που εμφύτευσε στην ανθρωπότητα» (Όγδοη θέση, ‘’Ιδέα για μια καθολική ιστορία από κοσμοπολίτικη άποψη’’).
Σε αυτό το είδος της ασφάλειας κινήθηκε και ο Μεσσιανισμός με όλες τις αποχρώσεις του (θρησκευτικές, πολιτικές..) αλλά και κάποιες πολιτικές ιδεολογίες που προμήνυαν έναν κόσμο ειρηνικό, χωρίς εκμετάλλευση και κοινωνικές ανισότητες. Βασικός εκπρόσωπος αυτών των ιδεολογιών ο Αναρχισμός και ο Κομμουνισμός. Ο κόσμος της Μαρξιστικής ιδεολογίας περιέγραφε έναν κόσμο χωρίς αλλοτρίωση, έναν κόσμο ελευθερίας και δημιουργίας. Σε αυτόν τον κόσμο οι άνθρωποι θα ήταν ελεύθεροι να πλάσουν τον εαυτό τους συμφιλιωμένοι με τη φύση, με τους άλλους ανθρώπους και με τον εαυτό τους. Η Ρωσική επανάσταση (1917) για άλλους ήταν η αρχή ενός νέου κόσμου και για άλλους μια μεγάλη απογοήτευση και απάτη.
 
Τη σκυτάλη για τη φαντασίωση ενός άλλου κόσμου – και το τέλος του παλιού – πήρε ο Φουκουγιάμα με το βιβλίο του «Το τέλος της Ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος» (1992). Το κομμουνιστικό πείραμα μπορούμε να το αξιολογήσουμε – κρίνουμε αφού πέρασαν 100 χρόνια (1917-2017). Τις διακηρύξεις, όμως, και τις προβλέψεις του Φουκουγιάμα δυσκολευόμαστε να τις αξιολογήσουμε αντικειμενικά και ιδιαίτερα την πεποίθησή του πως «η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί το ακροτελεύτιο σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας».
 
Με οποιοδήποτε κριτήριο κι αν περιγράψουμε το σημασιολογικό φορτίο της ασφάλειας (ψυχική ηρεμία/ απουσία κινδύνων) πάντοτε οδηγούμαστε στα ίδια αναπάντητα ερωτήματα που σχετίζονται με τα πρωτογενή αίτιά της, τη σχέση της με την ελευθερία και τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος προσπαθεί να την κατακτήσει. Το θέμα της ασφάλειας δεν είναι αντικείμενο έρευνας μόνο των ψυχολόγων αλλά και τον φιλοσόφων, των κοινωνιολόγων και των πολιτικών.

Οι ψυχαναλυτές παρατηρούν πως το άτομο οδεύει προς την υποταγή στην εξουσία του ΥπερΕγώ (Ηθική συνείδηση) σε μια προσπάθεια να νιώθει σιγουριά και ασφάλεια. Ωστόσο, αυτή η υποταγή μπορεί να συνιστά ταυτόχρονα και πηγή ανασφάλειας στο βαθμό υπάρχει πάντα ο φόβος απόκλισης από τις εντολές του Υπερεγώ (συνείδηση – ηθικοί φραγμοί). Και όλα συμβαίνουν γιατί όπως τονίζει και ο Φρόιντ
«Το δύστυχο Εγώ βρίσκεται σε ακόμη πιο δύσκολη θέση. Υπηρετεί τρία αυστηρά αφεντικά και προσπαθεί να εναρμονίσει τις μεταξύ τους αξιώσεις. Οι αξιώσεις αυτές είναι πάντα διαφορετικές και συχνά φαίνονται να είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους…. Τα τρία αυστηρά αφεντικά είναι ο εξωτερικός κόσμος, το Υπερεγώ και το Αυτό…. Περιορίζεται από τρεις πλευρές, απειλείται από τρεις κινδύνους, στους οποίους αντιδρά σε περίπτωση μεγάλης πίεσης αναπτύσσοντας άγχος…. Η ζωή δεν είναι εύκολη!» (Νέα σειρά παραδόσεων για την εισαγωγή στην ψυχανάλυση).
Αντίδοτο στην πίεση που δέχεται το άτομο είναι η ανάπτυξη μιας τάσης διάλυσης του Εγώ και διάχυσής του στο σύνολο. Ο κομφορμισμός συμπυκνώνει όλα αυτά κι ανακουφίζει το άτομο παρέχοντας μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Σχετικά με αυτό ο Έριχ Φρομ επισημαίνει: «Αισθάνεται ασφαλής με το να είναι όσο το δυνατό όμοιος με το συνάνθρωπό του. Υπέρτατος σκοπός του είναι να γίνει δεκτός από τους άλλους… Το να είναι διαφορετικός, το να βρεθεί στην μειοψηφία, να οι κίνδυνοι που επαπειλούν την αίσθηση ασφάλειάς του. Απ’ αυτό προβάλλει μια επιθυμία για απεριόριστο κομφορμισμό. Είναι προφανές ότι η επιθυμία αυτή κομφορμισμού προκαλεί με τη σειρά της μια συνεχή, αν και κρυφή, αίσθηση ανασφάλειας. Κάθε παρέκκλιση από τα πρότυπα, κάθε κριτική, προκαλεί το φόβο και την ανασφάλεια» (Η υγιής κοινωνία).
 
Κάθε πρόταση για την υπέρβαση της ανασφάλειας πρέπει να λαμβάνει υπόψη το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις επιθυμίες – βλέψεις μας και αυτών που μπορούμε να πετύχουμε – διασώσουμε στο βραχύ χρόνο της ζωής μας. Απώτατος στόχος του ανθρώπου είναι η ελευθερία (πνευματική, κοινωνική….) χωρίς εκπτώσεις στο όνομα της ασφάλειας. Σχετικά με αυτό ο Πολωνός στοχαστής Ζίγκμουντ Μπάουμαν γράφει:
«Ελευθερία και ασφάλεια αντιπροσωπεύουν μάλλον την κύρια αντίφαση. Τις χρειαζόμαστε και τις δυο αλλά ταυτόχρονα δυσκολευόμαστε να τις συμφιλιώσουμε, έτσι ώστε να επωφελούμαστε και από τις δυο. Καμία τέλεια σύνθεση, καμία σωστή αναλογία μεταξύ τους δεν έχει βρεθεί ακόμα και φαίνεται πως είμαστε αναγκασμένοι να μετακινούμαστε από το ένα άκρο στο άλλο…».
Η ζωή του ανθρώπου συντίθεται από αναγκαιότητες, τις οποίες πρέπει να λαμβάνει ως προϋπόθεση της ελευθερίας του. Μόνον έτσι θα κατανικήσει τις ανασφάλειές του και θα νιώθει ασφαλής μέσα στην περατότητά του.
«Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν’ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτατη αρετή δεν είναι να σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία. / Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!» (Καζαντζάκη, «Ασκητική»).