Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (1617-1648)

AI. σὺ ταῦτα φωνεῖς νερτέρᾳ προσήμενος
κώπῃ, κρατούντων τῶν ἐπὶ ζυγῷ δορός;
γνώσῃ γέρων ὢν ὡς διδάσκεσθαι βαρὺ
1620 τῷ τηλικούτῳ, σωφρονεῖν εἰρημένον.
δεσμοὶ δὲ καὶ τὸ γῆρας αἵ τε νήστιδες
δύαι διδάσκειν ἐξοχώταται φρενῶν
ἰατρομάντεις. οὐχ ὁρᾷς ὁρῶν τάδε;
πρὸς κέντρα μὴ λάκτιζε, μὴ παίσας μογῇς.
1625 ΧΟ. γύναι, σὺ τοὺς ἥκοντας ἐκ μάχης νέον—
οἰκουρὸς εὐνήν ‹τ᾽› ἀνδρὸς αἰσχύνουσ᾽ ἅμα,
ἀνδρὶ στρατηγῷ τόνδ᾽ ἐβούλευσας μόρον;
AI. καὶ ταῦτα τἄπη κλαυμάτων ἀρχηγενῆ.
Ὀρφεῖ δὲ γλῶσσαν τὴν ἐναντίαν ἔχεις.
1630 ὁ μὲν γὰρ ἦγε πάντα που φθογγῆς χαρᾷ,
σὺ δ᾽ ἐξορίνας νηπίοις ὑλάγμασιν
ἄξῃ· κρατηθεὶς δ᾽ ἡμερώτερος φανῇ.
ΧΟ. ὡς δὴ σύ μοι τύραννος Ἀργείων ἔσῃ,
ὃς οὐκ, ἐπειδὴ τῷδ᾽ ἐβούλευσας μόρον,
1635 δρᾶσαι τόδ᾽ ἔργον οὐκ ἔτλης αὐτοκτόνως.
AI. τὸ γὰρ δολῶσαι πρὸς γυναικὸς ἦν σαφῶς,
ἐγὼ δ᾽ ὕποπτος ἐχθρὸς ἦ παλαιγενής.
ἐκ τῶν δὲ τοῦδε χρημάτων πειράσομαι
ἄρχειν πολιτῶν· τὸν δὲ μὴ πειθάνορα
1640 ζεύξω βαρείαις, οὔτι μὴ σειραφόρον
κριθῶντα πῶλον· ἀλλ᾽ ὁ δυσφιλὴς σκότῳ
λιμὸς ξύνοικος μαλθακόν σφ᾽ ἐπόψεται.
ΧΟ. τί δὴ τὸν ἄνδρα τόνδ᾽ ἀπὸ ψυχῆς κακῆς
οὐκ αὐτὸς ἠνάριζες, ἀλλὰ σὺν γυνὴ
1645 χώρας μίασμα καὶ θεῶν ἐγχωρίων
ἔκτεινε; Ὀρέστης ἆρά που βλέπει φάος,
ὅπως κατελθὼν δεῦρο πρευμενεῖ τύχῃ
ἀμφοῖν γένηται τοῖνδε παγκρατὴς φονεύς;

***
ΑΙΓΙΣΤΟΣ
Συ, καθισμένος στα κουπιά κάτω στο αμπάρι,
έτσι μιλάς, ενώ άλλοι απάνω εξουσιάζουν;
θα μάθεις στα γεράματα πόσο βαρύ ᾽ναι
1620 να βάζουνε με το στανιό του γέρου γνώση·
μα οι αλυσίδες και τα βάσανα της νήστειας
είναι πρωτοδάσκαλοι κι ένα γέρο ακόμα
να συνετίσουν· έχεις μάτια και δε βλέπεις;
στα κέντρα μη λαχτίζεις μήπως και την πάθεις.
ΧΟΡΟΣ
Γυναίκα εσύ, πὄμεινες σπίτι καρτερώντας
τους άντρες απ᾽ τον πόλεμο, αφού την κλίνη
ενός γενναίου ατίμασες, κι αυτόν ακόμα
το φόνο εσύ εσχεδίασες πολέμαρχου άντρα;
ΑΙΓΙΣΤΟΣ
Για κλάματ᾽ αφορμή κι αυτά σου θα ᾽ν᾽ τα λόγια
κι έχεις μια γλώσσα αντίθετη με τον Ορφέα·
1630 κείνος τα πάντα γήτευε με τη φωνή του,
ενώ με μάταια γαυγητά εσύ ερεθίζεις,
ως που δεμένος, θες δε θες, θενα ημερώσεις.
ΧΟΡΟΣ
Τάχα πως θα μου γίνεις βασιλιάς μες στ᾽ Άργος
εσύ, που ενώ εσχεδίασες το θάνατό του,
δεν είχες θάρρος μόνος σου να τον σκοτώσεις;
ΑΙΓΙΣΤΟΣ
Γιατί ο δόλος δουλειά ήταν, βέβαια, της γυναίκας,
ενώ ο παλιός εγώ ο εχθρός ύποπτος θα ήμουν.
Τώρα με τ᾽ αγαθά του αυτού θα προσπαθήσω
να εξουσιάσω το λαό, κι όποιος μου κάνει
το δύσκολο, βαρύ ζυγό θα του φορτώσω,
1640 όχι σα λεύτερο καλόθρεφτο πουλάρι·
μα η νήστεια, κακός σύντροφος, και το σκοτάδι
θα δείξει μια φορά πως πέφτουνε τ᾽ αυτιά του.
ΧΟΡΟΣ
Γιατί μ᾽ αυτή σου την κακιά ψυχή μονάχος
δεν τόνε σκότωσες λοιπόν; μα μια γυναίκα
της χώρας όλης κάθαρμα και των θεών μας
τον σκότωσε· Μα έγνοια σου κάπου ζει ο Ορέστης
για να τον φέρει ώρα καλή εδώ μια μέρα
και σας των δυο να χύσει εκδικητής το γαίμα.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός

Ο χρόνος μπορεί να γιατρέψει τα πάντα, κάθε είδους ανοιχτή πληγή, κάθε είδους δυσάρεστη ανάμνηση που μπορεί να τριγυρνάει στο μυαλό και πεισματικά να μένει ζωντανή, χωρίς να θέλει να σβήσει.

Όμως, μπορεί κι εσύ να μην θέλεις να την αφήσεις να σβήσει, ίσως γιατί έτσι πιστεύεις πως ακόμη κρατάς την ελπίδα ζωντανή, ότι μπορεί να ξαναγίνουν τα πράγματα όπως ήταν. Όχι! Δύσκολα τα πράγματα θα ξαναγίνουν όπως ήταν! Μια φορά συμβαίνουν όλα. Τα πάντα έχουν τη δική τους μοναδικότητα, οι φιλίες, οι σχέσεις, οι άνθρωποι.

Όταν κάτι δεν σου πηγαίνει καλά, όταν κάτι τελειώνει, μια σχέση, μια φιλία, ένας μεγάλος έρωτας με τον οποίο έκανες όνειρα για ένα κοινό μέλλον, ένα να θυμάσαι: Πως δεν ήταν για να γίνει. Πως όλα έχουν τον λόγο τους που γίνονται έτσι όπως γίνονται. Κι αν τώρα δεν το βλέπεις και δεν το καταλαβαίνεις, θα το δεις και θα το καταλάβεις με το πέρασμα του χρόνου. Ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα, επουλώνει κάθε είδους ανοιχτή πληγή, γιατί είναι το καλύτερο φάρμακο, χωρίς καμία παρενέργεια, χωρίς καμία άσχημη επίδραση. Ο χρόνος είναι φίλος σου και σύμμαχός σου, όχι εχθρός σου!

Ο χρόνος δε σε κάνει να ξεχνάς, αλλά να θυμάσαι χωρίς να πονάς. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό, άλλωστε. Σημασία δεν έχει να ξεχάσεις το παρελθόν σου, τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή σου είτε γιατί το επέλεξαν εκείνοι είτε γιατί αποφάσισες να τους διώξεις εσύ, γιατί έκρινες πως δεν σου έκαναν καλό. Σημασία έχει να θυμάσαι τα πάντα χωρίς πια να πονάς και να σε επηρεάζουν, δημιουργώντας έτσι ένα καλύτερο παρόν και ένα ακόμα καλύτερο μέλλον βασισμένος στο παρελθόν σου και στις αναμνήσεις σου, είτε ευχάριστες είτε δυσάρεστες. Γιατί, αυτές οι αναμνήσεις και αυτοί οι άνθρωποι του παρελθόντος είναι εκείνοι που σε έκαναν αυτό που είσαι σήμερα.

Ποτέ δεν θα πρέπει να επιτρέψεις σε αυτούς που έφυγαν από τη ζωή σου, να σου πάρουν ό,τι καλό έχεις, να σε αλλάξουν και να σε κάνουν σε κάτι που δεν θα ήθελες να είσαι. Αλλά, να κρατήσεις μόνο τις όμορφες στιγμές, τα καλά στοιχεία τους, κι εκείνα τα άσχημα να τα μετατρέψεις υπέρ σου, να τα κάνεις να σε ωφελήσουν στη ζωή σου, να σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο. Δεν ήξερες από την αρχή, δεν ήξερες πως θα μπορούσε να εξελιχθεί κάτι. Προσπάθησες, όμως, κι αυτό έχει σημασία.

Πάντα, λοιπόν, να θυμάσαι πως χρειάζεται χρόνο, επιμονή και υπομονή για να επουλωθούν όλες οι ανοιχτές πληγές που μπορεί να έχεις μέσα σου. Κι αν τώρα πιστεύεις πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται ποτέ να γίνει, πως ποτέ δεν θα τα καταφέρεις, κάνεις λάθος! Θα τα καταφέρεις, γιατί μπορείς, γιατί έχεις τη δύναμη μέσα σου, γιατί όταν θες κάτι πολύ μπορείς να το πετύχεις, με προσπάθεια πάντα!

Άλλωστε, δεν υπάρχει δεν θέλω, αλλά δεν μπορώ! Κι εσύ και θα πρέπει να θες και να μπορείς. Και μην ξεχνάς πως έχεις και τον καλύτερο σύμμαχο, τον Χρόνο, που στο πέρασμά του παίρνει τα πάντα μαζί του, όπως ο πολύ δυνατός άνεμος. Παίρνει τις άσχημες στιγμές και τις άσχημες αναμνήσεις και τις φυλάει μέσα σε ένα κουτί, σε μια γωνιά του μυαλού σου όπου η πρόσβαση είναι εύκολη, γιατί δεν θέλει να σε κάνει να ξεχάσεις, αλλά να θυμάσαι χωρίς πια να επηρεάζεσαι, και το κυριότερο και βασικότερο, χωρίς πια να πονάς.

Το παρελθόν μας είναι οι επιλογές μας, καλές ή κακές. Από αυτές τις επιλογές μαθαίνουμε και φτιάχνουμε το μέλλον μας πιο συνειδητά. Προσπαθούμε να μην επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος, όσο αυτό είναι εφικτό, αλλά να φτιάξουμε ένα όμορφο παρόν και μέλλον με τις αναμνήσεις και τα λάθη του παρελθόντος που ο χρόνος φύλαξε για μας, με σκοπό να τα θυμόμαστε, να βλέπουμε πόσο καλό μας έκαναν τελικά, κι ας μην το βλέπαμε κάποτε, και να τα αποφεύγουμε!

Έτσι, όταν περάσει ο καιρός, όταν περάσουν τα χρόνια και θα έχουμε φτιάξει τη ζωή μας, όπως εμείς θέλουμε, και κοιτάξουμε πίσω, θα καταλάβουμε πως τελικά ο χρόνος ήταν ο καλύτερος γιατρός και θα συνειδητοποιήσουμε πως τα πάντα γίνονται για κάποιο λόγο, ίσως για να καταλάβουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε!

Τα πάντα για να συμβούν θέλουν τον χρόνο τους! Μάθε να περιμένεις και δεν θα χάσεις! Γιατί, όπως λέει και ο Αρχαίος Έλληνας ποιητής, Μένανδρος, Πάντων ιατρός των αναγκαίων κακών χρόνος εστί (Ο Χρόνος είναι γιατρός όλων των κακών που επιβάλλονται από τις ανάγκες )

Η Έσχατη Πραγματικότητα

Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (η Απόλυτη Πραγματικότητα) κι όχι απλά «αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν πραγματικότητα», δεν μπορεί να είναι ούτε υποκειμενική αντίληψη μόνο, ούτε αντικειμενική πραγματικότητα μόνο:
 
1) Δεν μπορεί να είναι μία υποκειμενική αντίληψη μόνο γιατί αυτή η αντίληψη μπορεί (πιθανόν) να είναι μία αυθαίρετη κατασκευή που δεν ανταποκρίνεται στα «πράγματα» και δεύτερον αποκλείει τα άλλα υποκείμενα να την βιώσουν.
 
2) Δεν μπορεί να είναι μία αντικειμενική πραγματικότητα μόνο, (ανεξάρτητη του υποκειμένου), γιατί αν δεν υπάρχει υποκείμενο να την βιώσει δεν έχει νόημα (είτε υπάρχει, είτε όχι).
 
Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Είναι Αυτό που το Υποκείμενο,  (κάθε υποκείμενο), Αντιλαμβάνεται, βασιζόμενο σε κάποια σταθερά πράγματα (δεδομένα, δραστηριότητες, αντιλήψεις), όταν ξεπερνά όλα τα «υποκειμενικά» στοιχεία, βιώνοντας έτσι μονάχα την ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΦΥΣΗ του. Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, δηλαδή, βιώνεται από το Υποκείμενο σαν προσωπική εμπειρία αλλά όταν υπερβαίνει τον εαυτό του γίνεται Αντικειμενική Αντίληψη: Είναι δηλαδή και υποκειμενική αντίληψη και αντικειμενική πραγματικότητα ταυτόχρονα. Αυτή είναι Μία Κατάσταση που βιώνουν όλα τα υποκείμενα, αλλά είναι Κοινή, δηλαδή Αντικειμενική, δηλαδή Αληθινή. Εδώ συγχωνεύονται όλα τα υποκείμενα μέσα στην ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.
 
Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ που βρίσκει το Υποκείμενο στο Βάθος του, όταν υπερβαίνει τον εαυτό του, σαν το «Εσώτερο Είναι» είναι ΚΟΙΝΗ για όλα τα υποκείμενα. Όλα Είναι Ένα, Όλα συγχωνεύονται σε Αυτό. Είναι το Όλον που Περικλείνει τα πάντα.
 
Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ είναι η Αρχή, η Βάση των πάντων, το Θεμέλιο όλων των υποκειμενικών αντιλήψεων και όλων των αντικειμενικών καταστάσεων. Από εδώ πηγάζει η προσωπική ύπαρξη, το υποκείμενο που νομίζει ότι αποσπάται από το Όλον, κι από εδώ πηγάζει επίσης η δραστηριότητα που δημιουργεί τους δήθεν αντικειμενικούς κόσμους. Ταυτόχρονα όμως η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ είναι η Κοινή Βάση που μπορούν να βιώσουν όλα τα υποκείμενα σαν την ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΦΥΣΗ τους.
 
Το Υποκείμενο μπορεί να βιώσει Αυτήν την ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ μόνο ξεπερνώντας τον εαυτό του. Συνεπώς το «εγώ είμαι θεός» είναι ηλίθια έπαρση. Εξάλλου το να θεωρεί την Πραγματικότητα σαν κάτι έξω από τον εαυτό του, απέναντι, σαν αντικείμενο, το «ο Θεός είναι Αλήθεια», ανυψώνοντας μία ιδέα σε πραγματικότητα κι αυτή είναι ηλίθια ειδωλολατρία.
 
Αυτή η ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ που βρίσκει το Υποκείμενο, μέσα του, σαν ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, είναι Αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν Θεό. Ο Θεός λοιπόν σαν Πραγματικότητα, είναι η Βίωση από το Υποκείμενο της ΚΟΙΝΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. Δεν είναι ούτε σκέτο το υποκείμενο, ούτε σκέτη μία αντικειμενική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΧΑΤΗ ΒΑΘΜΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Δεν παραιτούμαστε ποτέ

Ποτέ δεν έχασα χρόνο να κλαίω πάνω από το χυμένο γάλα, ακόμα κι αν κλώτσησε άλλος την καρδάρα. Η τέχνη της ζωής, είναι να απολαμβάνεις αυτά που έχεις, να μπορείς να διακρίνεις το σημαντικό από το ασήμαντο και να κοιτάς πάντα μπροστά.   

Το εντυπωσιακό είναι πόσο γρήγορα αλλάζουν τα δεδομένα. Η γενιά μου προσαρμόστηκε σε χρόνο dt στο να σερβίρει καφέ ή να κάνει οποιαδήποτε άλλη άσχετη δουλειά τα καλοκαίρια και το χειμώνα να διδάσκει σε πανεπιστημιακές αίθουσες. Και το θεωρεί και τύχη, γιατί πολλοί συνομήλικοι μας δεν έχουν καν αυτό.

Η εποχή που ζούμε, αφαιρεί ακόμα και από τους πιο επιπόλαιους, τον ναρκισσισμό που είχαν μέχρι πρότινος (κάποιοι επιμένουν να τον διατηρούν ακόμα) οι «πανεπιστημιακοί». Όταν τρως την πραγματικότητα με το κουτάλι, η ματιά σου αλλάζει καθοριστικά.

Έχω πολλές ελπίδες για τους συνομηλίκους μου. Ξέρουμε πολλά, έχουμε μεγάλη λαχτάρα να δημιουργήσουμε σημαντικά και καινούρια πράγματα και καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι σημαίνει να μην έχεις τίποτα.

Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι που μας κάνει να σκεφτόμαστε συνέχεια προγράμματα και έρευνες που θα ανοίξουν δουλειές, που θα καλύψουν ανάγκες, που θα κάνουν την κοινωνία μας να σηκώσει το βλέμμα από το πάτωμα και να το στρέψει ξανά στο μέλλον, με θάρρος και υπερηφάνεια.

Αν μας έδωσε κάτι η Ελλάδα, είναι πίστη στον εαυτό μας, δίψα για το καινούριο, επιμονή, πείσμα για να ξεπερνάμε τα εμπόδια, υπομονή μέχρι να δούμε την ιδέα να γίνεται πράξη. Στα δίνει με το δύσκολο τρόπο αυτά η πατρίδα, αλλά στα δίνει.

Αυτά θέλουμε να της επιστρέψουμε, γιατί είναι δικά μας, αλλά και δανεικά: τα χρωστάμε σε καθένα που πάτησε αυτή τη γη και καθένα που θα την πατήσει.

Τρία διδάγματα για να αποκτήσει κάποιος δύναμη και εξουσία

Πρώτον, να δημιουργείτε ένα μυστήριο. Όσο περισσότερο μυστήριο δημιουργείτε για τον εαυτό σας, για παράδειγμα να μη συζητάτε για την δουλειά σας, να μην απαντάτε σκόπιμα με σαφήνεια σε ερωτήσεις , τότε θα δίνετε την αίσθηση στους άλλους ότι είστε πιο βαθύς απ' ότι είστε. Αν δεν τα αποκαλύπτετε όλα για σας, ο κόσμος δεν θα βαρεθεί ποτέ την παρουσία σας, διότι θα είστε συνεχώς μια πρόκληση για αυτούς, και έτσι θα είστε ένα αιώνια ενδιαφέρον άτομο. 
 
Η σιωπή σας θα κάνει τους άλλους ανθρώπους να αισθάνονται άβολα και οι άνθρωποι είναι μηχανές της ερμηνείας και της εξήγησης. Πρέπει να ξέρουν τι σκέφτεστε. Όταν προσεκτικά ελέγχεται τι θα αποκαλύψετε, δεν μπορούν να μάθουν τις προθέσεις σας και τι εννοείτε. Οι σύντομες απαντήσεις σας θα τους βάλουν σε αμυντική θέση και θα αναγκαστούν οι άλλοι, για αναπληρώσουν τη σιωπή σας, με κάθε είδους σχόλια και πολύτιμες πληροφορίες για τον εαυτό τους, καθώς και τις αδυναμίες τους. 
 
Αυτό οδηγεί στο δεύτερο δίδαγμα. Μάθετε όλα όσα μπορείτε για τους άλλους ανθρώπους. Τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες τους, τα στηρίγματά τους και τι τους μαγεύει. Τα κίνητρά τους. Χρησιμοποιήστε τα σαν πλεονέκτημα, ενώ αποκαλύψτε όσο δυνατόν λιγότερα για τον εαυτό σας. 
 
Το τρίτο μάθημα είναι η χρήση ‘καπνού’ και ‘κατόπτρων’ για να καλύψετε τους σκοτεινούς στόχους σας και τα κίνητρα σας. Ρίξτε κράχτες, χρησιμοποιείστε δώρα σαν τον Δούρειο Ίππο, και να είστε σε επιφυλακή για ό,τι συμβαίνει. Και πάλι, αυτό τους ρίχνει μέσα στο παιχνίδι σας, σας δίνει το πάνω χέρι.

Δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να είστε ήσυχος ή κακός συνομιλητής, Ακριβώς το αντίθετο, για να κατασκοπεύετε και να αποσπάτε πληροφορίες, θα ενθαρρύνετε τους ανθρώπους να μιλούν για τους εαυτούς τους, το δικό τους αγαπημένο θέμα. Να είστε σύντομοι με τον εαυτό σας δημιουργώντας ένα μυστήριο και ένα ενδιαφέρον. Απλώς εσείς έχετε σκοπό τη συλλογή πληροφοριών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους σε άλλο στάδιο, ενώ θα κρύβετε την εικόνα σας στο μυαλό τους για να γίνει συσκότιση στα πραγματικά σας κίνητρα.

Το να είσαι πολυάσχολος δεν σημαίνει ότι είσαι και παραγωγικός

Κοιτάξτε γύρω σας: Οι περισσότεροι άνθρωποι τρέχουν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Πόσοι από αυτούς είναι πραγματικά επιτυχημένοι, σε οποιοδήποτε επίπεδο; Η επιτυχία δεν έρχεται μέσα από την διαρκή κίνηση και δραστηριότητα, αλλά από την συγκέντρωση –με το να εξασφαλίζετε, δηλαδή, ότι ο χρόνος σας χρησιμοποιείται αποτελεσματικά και παραγωγικά.
 
Διαθέτετε τον ίδιο αριθμό ωρών καθημερινά, με οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο.
 
Χρησιμοποιήστε τις σοφά. Εξάλλου, κρίνεστε πάντα από το αποτέλεσμα, όχι από την προσπάθειά σας. Βεβαιωθείτε, λοιπόν, ότι οι προσπάθειές σας είναι επικεντρωμένες σε εργασίες που μπορούν να φέρουν αποτελέσματα.
 
Μιας μεγάλης επιτυχίας συχνά προηγείται μια αποτυχία
Δεν θα νιώσετε ποτέ τι σημαίνει επιτυχία, αν δεν μάθετε να αποδέχεστε την αποτυχία. Τα λάθη σας στρώνουν τον δρόμο προς την επιτυχία, καθώς αυτά είναι που αποκαλύπτουν ότι βρίσκεστε στον λάθος δρόμο.
 
Τα μεγαλύτερα επιτεύγματα έρχονται όταν νιώθετε ότι βρίσκεστε σε σύγχυση και ότι έχετε κολλήσει. Είναι αυτή η σύγχυση που σας οδηγεί να σκεφτείτε διαφορετικά, να ανοίξετε τα μάτια και το μυαλό σας και να δείτε καθαρά την λύση που ψάχνετε.
 
Η επιτυχία απαιτεί υπομονή και την ικανότητα να διατηρείτε θετική στάση, ακόμα κι όταν υποφέρετε για αυτό που πιστεύετε.
 
Ο φόβος είναι η Νο. 1 πηγή μετάνοιας
Όταν τα έχετε πει και τα έχετε κάνει όλα, θα θρηνήσετε για τις ευκαιρίες που δεν πήρατε, περισσότερο από τις αποτυχίες σας. Μην φοβάστε να πάρετε ρίσκα.
 
Κάποιοι άνθρωποι μπορεί να σας πουν «ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί; Θα σε σκοτώσει;» Κι όμως, δεν είναι ο θάνατος το χειρότερο που μπορεί να σας συμβεί. Είναι το να επιτρέπετε στον εαυτό σας να πεθαίνει λίγο-λίγο κάθε μέρα, ενώ είστε ακόμα ζωντανοί.
 
Η αυτό-αξία σας πρέπει να έρχεται από μέσα σας
Όταν η αίσθηση απόλαυσης και ικανοποίησης έρχεται με το να συγκρίνετε τον εαυτό σας με άλλους, παύετε να είστε τα «αφεντικά» της μοίρας σας. Όταν νιώθετε καλά για κάτι που καταφέρατε, μην επιτρέψετε στην γνώμη (ή στα επιτεύγματα) κανενός να σας αφαιρέσουν αυτή τη χαρά.
 
Παρόλο που είναι αδύνατο να κλείσετε εντελώς τα αυτιά σας σε ό,τι οι άλλοι μπορεί να πιστεύουν για εσάς, δεν χρειάζεται να συγκρίνετε τον εαυτό σας με τους άλλους, ενώ μπορείτε πάντα να κρίνετε και εσείς με την σειρά σας την γνώμη των άλλων. Έτσι, ό,τι κι αν σκέφτονται ή κάνουν οι άλλοι, η αυτό-αξία σας θα «βγαίνει» από μέσα σας.
 
Ανεξάρτητα με το τι σκέφτονται για εσάς οι άλλοι, σε οποιαδήποτε στιγμή, ένα είναι σίγουρο: Δεν είστε ποτέ ούτε τόσο καλοί ούτε τόσο κακοί όσο λένε ότι είστε.
 
Είστε τόσο καλοί όσο είναι οι συνεργάτες και σύντροφοί σας
Θα πρέπει να προσπαθείτε να περιβάλλεστε από ανθρώπους που σας εμπνέουν, ανθρώπους που σας κάνουν να θέλετε να γίνεστε καλύτεροι. Και πιθανώς να το κάνετε ήδη. Τι γίνεται, όμως, με τους ανθρώπους που σας τραβούν προς τα κάτω; Γιατί τους επιτρέπετε να αποτελούν μέρος της ζωής σας;
 
Οποιοσδήποτε σας κάνει να νιώθετε ότι δεν αξίζετε, σας προκαλεί άγχος ή δεν σας εμπνέει, «τρώει» τον χρόνο σας και, πιθανότατα, σας αναγκάζει να γίνεστε σαν αυτόν. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να σχετίζεστε με τέτοιους ανθρώπους. Απομακρύνετέ τους άμεσα!
 
Η ζωή είναι μικρή
Κανείς μας δεν μπορεί να εγγυηθεί για το αύριο. Ωστόσο, όταν κάποιος πεθαίνει άξαφνα, αναγκαζόμαστε να ξανασκεφτούμε την δική μας ζωή: Τι είναι πραγματικά σημαντικό, πώς περνάμε τον χρόνο μας και φερόμαστε στους ανθρώπους γύρω μας;
 
Η απώλεια είναι μία ωμή, σπλαχνική υπενθύμιση της ευθραυστότητας της ζωής. Δεν θα έπρεπε να είναι έτσι, όμως.
 
Υπενθυμίζετε στον εαυτό σας κάθε πρωί που ξυπνάτε ότι κάθε μέρα είναι ένα δώρο και είστε προορισμένοι να κάνετε ό,τι καλύτερο μπορείτε με την ευλογία που σας έχει δοθεί.
 
Η στιγμή που θα αρχίσετε να λειτουργείτε σαν η ζωή σας να είναι πράγματι ένα δώρο, είναι η στιγμή που και η ζωή θα αρχίσει να σας ανταμείβει.
  • Εξάλλου, μια καλή μέρα ξεκινά με καλή διάθεση και θετικό τρόπο σκέψης.
  • Δεν χρειάζεται να περιμένετε μια «συγγνώμη» για να συγχωρέσετε κάποιον
Η ζωή κυλά πολύ πιο όμορφα και ομαλά όταν αφήνετε πίσω σας τις μνησικακίες και συγχωρείτε ακόμα και αυτούς που ποτέ δεν σας ζήτησαν συγγνώμη. Οι μνησικακίες επιτρέπουν στα δυσάρεστα γεγονότα του παρελθόντος να καταστρέφουν την ευτυχία του σήμερα. Το μίσος και η οργή είναι συναισθηματικά παράσιτα που καταστρέφουν τις χαρές της ζωής.
 
Τα αρνητικά συναισθήματα που οδηγούν σε μνησικακία δημιουργούν μία αντίδραση άγχους στο σώμα σας και συγκρατούν το στρες, με ιδιαίτερα επιβλαβείς επιπτώσεις στην υγεία σας. Δεν είναι λίγες οι έρευνες που έχουν δείξει ότι με το να κρατάτε μέσα σας το στρες κινδυνεύετε από υψηλή πίεση και καρδιοπάθειες.
 
Συγχωρώντας κάποιον, δεν παραβλέπετε τις πράξεις του, απλά απελευθερώνεστε από το να είστε το αιώνιο θύμα.
 
Ζείτε την ζωή που εσείς δημιουργήσατε
Δεν είστε το θύμα καμίας κατάστασης. Κανείς δεν μπορεί να σας πιέσει να πάρετε αποφάσεις και να οδηγηθείτε σε πράξεις που εναντιώνονται στις αξίες και τις φιλοδοξίες σας.
 
Οι συνθήκες στις οποίες ζείτε σήμερα είναι δικές σας –εσείς τις δημιουργήσατε.
 
Παρομοίως, το μέλλον είναι εντελώς δικό σας. Αν νιώθετε ότι έχετε «βαλτώσει» σε μία κατάσταση, είναι πιθανότατα επειδή φοβάστε να αναλάβετε το ρίσκο που χρειάζεται για να πετύχετε τους στόχους σας και να ζήσετε τα όνειρά σας.
 
Όταν έρθει η στιγμή να αναλάβετε δράση, θυμηθείτε ότι είναι πάντα καλύτερα να βρίσκεσαι στην βάση μιας σκάλας που θέλεις να ανέβεις, παρά σε μία κορυφή που δεν θέλεις.
 
Ζήστε την στιγμή
Δεν θα μπορέσετε ποτέ να φτάσετε στο 100% των δυνατοτήτων σας αν δεν μάθετε να ζείτε στο παρόν.
 
Όσες ενοχές κι αν έχετε, δεν μπορείτε να αλλάξετε το παρελθόν. Όσο άγχος κι αν έχετε, δεν μπορείτε να αλλάξετε το μέλλον. Είναι αδύνατο να είστε ευτυχισμένοι αν βρίσκεστε διαρκώς κάπου αλλού, αδύναμοι να αδράξετε πλήρως την πραγματικότητα (καλή ή κακή) της συγκεκριμένης στιγμής.
 
Για να βοηθήσετε τον εαυτό σας να ζει την κάθε στιγμή, πρέπει να κάνετε δύο πράγματα:
 
1. Αποδεχτείτε το παρελθόν σας. Αν δεν συμφιλιωθείτε με το παρελθόν, όχι μόνο δεν θα σας αφήσει ποτέ, αλλά θα επηρεάζει και το μέλλον σας.
2. Αποδεχτείτε την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Η ανησυχία δεν έχει θέση στο παρόν και στο τώρα. Όπως είπε κάποτε και ο Mark Twain, «το να ανησυχείς είναι σαν να πληρώνεις ένα χρέος που δεν χρωστάς.»
 
Η αλλαγή είναι αναπόφευκτη – αγκαλιάστε την
Μόνο όταν αποδεχτείτε και αγαπήσετε την αλλαγή θα δείτε τα καλά της. Πρέπει να έχετε ανοιχτό μυαλό και χέρια αν πρόκειται να αναγνωρίσετε και να κεφαλαιοποιήσετε τις ευκαιρίες που δημιουργεί η αλλαγή.
 
Είστε προορισμένοι να αποτύχετε όταν συνεχίζετε να κάνετε τα ίδια πράγματα που πάντα κάνατε, ελπίζοντας ότι αγνοώντας την αλλαγή θα την αποτρέψετε.
 
Εξάλλου, ο ορισμός της παράνοιας είναι να κάνεις ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, περιμένοντας να έρθει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα.
 
Η ζωή δεν σταματά για κανέναν. Όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, εκτιμήστε τα και απολαύστε τα, καθώς είναι δεδομένο ότι θα αλλάξουν. Αν διαρκώς αναζητάτε κάτι περισσότερο, κάτι καλύτερο, το οποίο πιστεύετε πως θα σας κάνει πιο χαρούμενους, δεν θα είστε ποτέ αρκετά παρόντες για να απολαύσετε τις σπουδαίες στιγμές, πριν φύγουν ανεπιστρεπτί.

Κόψε ταχύτητα, θα σκοτωθούμε

Μήπως έχει δίκιο το σαλιγκάρι; Μήπως χρειάζεται να κόψεις ταχύτητα για να βιώσεις τη διαδρομή; Μήπως η μεγάλη ταχύτητα που καθημερινά κινείσαι για να κάνεις όσα πιο πολλά μπορείς, τελικά σκοτώνει την χαρά αυτών που κάνεις, την χαρά της ζωής σου;

Πιέζεις τον εαυτό σου να κάνει πολλά, να καταφέρει περισσότερα, να μάθει περισσότερα, να πάρει περισσότερα, έτσι κάνεις τη ζωή σου έναν συνεχή αγώνα ταχύτητας. Αγωνίζεσαι να κερδίσεις έναν αγώνα που δεν τελειώνει, αγωνίζεσαι αγωνιώντας για το αύριο, αγνοώντας το παρόν. Όποιος βιάζεται σκοντάφτει, λέει η παροιμία.

Τρέχεις, καθημερινά τρέχεις κάτι να προλάβεις, υποχρεώσεις, προθεσμίες, εφορίες, εκκρεμότητες… Ο χρόνος δεν σου φτάνει, θυμώνεις με τους χαλαρούς και γκρινιάζεις με τους αργόσχολους. Οι χελώνες σε τρελαίνουν και τα σαλιγκάρια σε αηδιάζουν. Ανταγωνίζεσαι τον χρόνο και βιάζεσαι. Δηλαδή σε βιάζεις για να προλάβεις, κάπου δεν θα σκοντάψεις;

Όταν όμως σκοντάψεις και χτυπήσεις δηλαδή πονέσεις, τότε αρχίζεις τις δικαιολογίες του τύπου: κανείς δεν με βοήθησε, δεν με καταλαβαίνουν, αναγκάστηκα να το κάνω, αν δεν τα κάνω ποιος θα τα κάνει, πως θα τα βγάλουμε πέρα;

Επειδή είσαι και έξυπνος και ικανός τα κάνεις, τα καταφέρνεις άλλα κάθε βράδυ όταν γυρίζεις σπίτι, είσαι σκοτωμένος από την κούραση, ένα ράκος που μετά το βραδινό φαί, χαροπαλεύεις να κρατήσεις τα ματάκια σου ανοιχτά μπροστά στην τηλεόραση. Νιώθεις άδειος, χωρίς χαμόγελο και με ένα τεράστιο βάρος στο στήθος για την επόμενη ίδια μέρα.

Αυτά που κάνεις ή δεν κάνεις τίποτα δεν παθαίνουν, εσύ όμως παθαίνεις. Καθημερινά κάτι παθαίνεις, μπορεί να λέγεται άγχος, χοληστερίνη, αυχενικό, πονοκέφαλος, υπέρταση, εντερικά, ρευματικά, μελαγχολία, κρίσεις πανικού, έχει ποικιλία το μενού. Νομίζεις ότι αυτά καμία σχέση δεν έχουν με το πως ζεις την κάθε μέρα, πως σχετίζεσαι με τους άλλους ανθρώπους που πάντα για κάτι σου φταίνε;

Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι κάθε μέρα σκοντάφτεις επειδή βιάζεσαι; Όταν καθημερινά σε βιάζεις είναι ποτέ δυνατόν να χαίρεσαι με αυτά που κάνεις; Όταν σε βιάζεις για να προλάβεις, αγαπάς αυτά που κάνεις;

Έτσι, αν ζεις, σε σκοτώνεις λίγο-λίγο κάθε μέρα. Έτσι, ζεις την ίδια μέρα κάθε μέρα και αυτό το αποκαλείς ζωή. Έτσι, της ζωής όλα τα καλά, της ζωής όλα τα δώρα τα έχεις ταχυδρομήσει στο μετά.

Άσε τη βιασύνη και ασχολήσου με την ευγνωμοσύνη. Δεν χρειάζεται βιαστικά να τρέχεις για να κάνεις, δεν έχεις κάτι να προλάβεις, άλλα έχεις κάτι να είσαι. Κόψε ταχύτητα πριν σκοτωθείς και δώσε χρόνο στον εαυτό σου να γνωριστείτε. Επέτρεψέ του να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή δεν είναι ένας αγώνας ταχύτητας, αλλά μια πολύχρωμη – πολυποίκιλη – πολυδιαστασιακή εμπειρία που αξίζει να τη βιώσεις, αξίζει να την χαρείς, αξίζει να την αγαπήσεις, αξίζει να την ερωτευθείς.

Συνδέσου με την αγάπη, άκου την καρδιά σου και… Ζήσε τη δική σου ζωή, την αξίζεις.

Δεν βρεθήκαμε τυχαία

Απόψε, θέλω να πω μια ιστορία για μεγάλους. Θα μιλήσω για τον αριθμό «2». Το «δύο» ήταν πάντα μαγικός αριθμός. Το «δύο», που μπορεί να μετατραπεί στα ξαφνικά, το «δύο» που γίνεται «ένα». Το «εσύ» κι «εγώ», που γίνεται «εμείς». Δύο παράλληλες πορείες που έχουν έναν κοινό προορισμό, το «μαζί».

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας αρχαίος κινέζικος μύθος λέει πως, κάποτε, οι θεοί έδεσαν τους ανθρώπους που ήταν γραφτό να συναντηθούν με μια αόρατη κόκκινη κλωστή. Η κλωστή αυτή δεν πρόκειται ποτέ να κοπεί. Αλλάζει πορεία, τεντώνεται, μπλέκεται, αλλά δε σπάει. Παραμένει άφθαρτη μέχρι το «δύο» να γίνει «ένα», μία ψυχή σε δύο σώματα. Εκείνοι που πρέπει να συναντηθούν, θα συναντηθούν, πέρα απ’ το χώρο, το χρόνο και τις καταστάσεις.

Ό,τι κι αν κάνεις, σε όποιο σημείο του πλανήτη και να βρίσκεσαι, αν η μοίρα το θελήσει –ή αλλιώς, η κόκκινη κλωστή της μοίρας που σε δένει με αυτόν τον άνθρωπο– θα βρει τον τρόπο να σε πάει εκεί. Ακόμα κι αν χαθείς, οι καταστάσεις θα σε πάνε πάλι πίσω. Φαντάσου το σαν έναν τεράστιο μαγνήτη που έλκει κι απωθεί μέχρι να βρεθεί στην κατάλληλη θέση, τότε η έλξη είναι τόσο δυνατή που η ένωση είναι αναπόφευκτη.

Έχω ακούσει να το λένε «αδελφή ψυχή», «άλλο μισό», «δίδυμη φλόγα». Έχω ακούσει να το λένε «μοίρα», «πεπρωμένο», «κισμέτ», «κάρμα». Έχω ακούσει να λένε ότι έχουν βρει έναν άνθρωπο που δε μοιάζει με τους άλλους. Άπειρες θεωρίες και σκευωρίες περί του θέματος.

Στο συμπόσιο του Πλάτωνα, ο άνθρωπος είχε τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και δυο κεφάλια κι από τότε που χωρίστηκε, είναι καταδικασμένος να ψάχνει το άλλο του μισό.

Καταδικασμένοι, λοιπόν, είμαστε κι όλοι εμείς, να ψάχνουμε πάντα ο ένας τον άλλο και κανένα κομμάτι μας να μην ταιριάζει πουθενά, αν δεν ταιριάξει σωστά. Κάτι σαν να φτιάχνεις ένα παζλ, παλεύεις να βρεις τη σωστή θέση του κομματιού που κρατάς στα χέρια σου ή πάλι ψάχνεις να βρεις το κομμάτι που έχεις χάσει, χωρίς αυτό είναι αδύνατο να δεις το παζλ ολόκληρο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Ψάχνουμε πάντα τη σωστή θέση στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου ή το χαμένο εκείνο κομμάτι για να νιώσουμε ολόκληροι.

Πολλοί θα περάσουν απ’ τις ζωές μας και πολλά είναι τα γεγονότα που θα συμβούν μέχρι να μας φέρουν κοντά, αλλά κάθε βήμα, κάθε σωστή ή λάθος απόφαση έχουν ένα και μόνο σκοπό∙ να μας φέρουν κοντά σε εκείνο το πολυπόθητο άλλο μισό, άλλωστε, δε λένε τυχαία ότι για κάποιο λόγο γίνονται όλα.

Εσύ πόσες φορές ένιωσες ότι όλα τα γεγονότα έγιναν μέχρι να βρίσκεσαι εκεί που είσαι τώρα; Ή πόσες φορές αναρωτήθηκες «γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;» και ξαφνικά έρχεται η απάντηση απ’ το πουθενά; Βλέπεις, με βάση τη θεωρία του κάρματος, έχουμε μια προϊστορία, δε βρεθήκαμε τυχαία, τελικά. Είχαμε γνωριστεί χιλιάδες χρόνια πριν.

Για μας, τους αθεράπευτα ρομαντικούς, αυτό είναι μια υπεροχή ιστορία, γιατί το συναίσθημα δεν εκλογικεύεται. Δεν ξέρω, βέβαια, πώς ονομάζεται, αν είναι μοίρα, ή κάρμα, ή όπως αλλιώς κι αν το λένε.

Εγώ ξέρω για κάτι έρωτες ολοκαυτώματα, για βλέμματα που έπαιρναν φωτιά, για μοιραίες συναντήσεις, για έλξεις ακατανίκητες και για κάτι βράδια τίγκα στην αμαρτία. Για ανθρώπους που ίσως ήταν προορισμένοι να είναι μαζί, αλλά δεν είναι.

Δεν ξέρω αν υπάρχει, τελικά, αυτή η κλωστή, αλλά αν υπάρχει –για μένα– είναι αυτό το κάτι που μας δένει με τον κάθε άνθρωπο που πέρασε απ’ τη ζωή μας. Αυτό το κάτι που έζησες ή ζεις ακόμα, αυτό το κάτι που σε αναστατώνει στο άκουσμα κάποιου ονόματος. Αυτό το κάτι που σε κρατάει όμηρο των σκέψεών σου.

Για κάθε πυρκαγιά αρκεί μια μικρή σπίθα για να γίνουν και πάλι όλα μπουρλότο. Κάτι τέτοιο ίσως να ‘ναι κι η κόκκινη κλωστή της μοίρας. Ο άνθρωπος έχει την τάση να μην ξεχνάει, μπορεί να μπλέκει, να τεντώνει την κλωστή, αλλά το σώμα θυμάται το κάθε χάδι, το κάθε φιλί και την κάθε ιστορία. Έτσι, ο δεσμός σου με κάποια άτομα είναι αδιάρρηκτος.

Όλοι μισά είμαστε και κάποιες φορές γινόμαστε ολόκληροι, φτάνει κάποια απ’ τα κομμάτια μας να ταιριάζουν στα κομμάτια κάποιου άλλου, είτε για λίγο είτε για πολύ. Το «για πάντα» είναι παρεξηγημένη έννοια, όπως και το τέλειο άλλο μας μισό, γιατί τέλειο δεν υπάρχει.

Στο χέρι μας είναι να το κάνουμε ή απλά είναι θέμα οπτικής γωνίας. Ενώνουμε μοναξιές και μέσα από αυτές φτιάχνουμε στιγμές κι αυτό μας δένει.

Στη ζήλια, όπως νομίζουν, υπάρχει ακούσιο στοιχείο

Οι άνθρωποι ομολογούν άλλες από τις συμφορές τους εύκολα και άλλες δύσκολα. Έτσι κανείς δεν ομολογεί πως είναι τρελός ή ανόητος, αλλά, αντίθετα, θ’ ακούσεις όλους να λένε “Μακάρι όσο νου έχω τόση τύχη να είχα”. Εύκολα ομολογούν την ντροπαλότητά τους και λένε: “Είμαι λίγο ντροπαλός, τ’ ομολογώ, στα άλλα, όμως, δεν θα βρεις να είμαι μωρός”. Κάποιος δεν ομολογεί εύκολα πως είναι οξύθυμος, δεν ομολογεί καθόλου πως είναι άδικος, φθονερός επίσης καθόλου, όπως και αδιάκριτος· οι περισσότεροι ομολογούν πως είναι ελεήμονες. Ποια είναι, λοιπόν, η αιτία;

Η κυριότερη είναι η απροθυμία για παραδοχή και η σύγχυση σε όλα όσα αφορούν το καλό και το κακό· για άλλους ανθρώπους, όμως, υπάρχουν και άλλες αιτίες, και μπορούμε, να πούμε ότι όλα όσα θεωρούν αισχρά δεν τα ομολογούν καθόλου· φαντάζονται ότι η ντροπαλότητα είναι στοιχείο καλού χαρακτήρα, όπως και ο οίκτος, ενώ η ηλιθιότητα αρμόζει σε δούλους· τα κοινωνικά σφάλματα, επίσης, δεν ομολογούνται καθόλου.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι ομολογούν τα περισσότερα σφάλματα είναι ότι φαντάζονται πως γίνονται ακούσια, όπως η ντροπαλότητα και ο οίκτος. Αν, μάλιστα, κάποιος ομολογεί πως είναι γενικά ακρατής, προσθέτει ως αιτία τον έρωτα, για να συγχωρηθεί, επειδή το σφάλμα του είναι ακούσιο. Την αδικία, όμως, κανείς δεν την θεωρεί ακούσια. Στη ζήλια, όπως νομίζουν, υπάρχει ακούσιο στοιχείο. Γι’ αυτό και την ομολογούν.

Επίκτητος, Διατριβαί Β (Περί ἀνομολογίας)

Οι άνθρωποι είναι είτε υλιστές είτε πνευματικοί; Στην πραγματικότητα είναι και τα δύο μαζί

Σχετική εικόναΤο ανθρώπινο γένος έζησε πιστεύοντας είτε στην πραγματικότητα της ψυχής και στην απατηλότητα του υλικού κόσμου, ή στην αλήθεια του υλικού κόσμου και στην απατηλότητα της ψυχής. Μπορεί να διακρίνει κάποιος τους ανθρώπους του παρελθόντος σε εκείνους που ήταν υλιστές και σε εκείνους που ήταν πνευματικοί. Κανείς, όμως, δεν ασχολήθηκε με το να εξετάσει την πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Είμαστε και τα δυο μαζί. Δεν είμαστε απλά μόνο πνευματικότητα, ούτε απλά αίσθηση, ούτε μόνον ύλη είμαστε. Συνθέτουμε μια καταπληκτική αρμονία μεταξύ ύλης και αίσθησης. Ή ίσως η ύλη και η αίσθηση να μην είναι δύο πράγματα αλλά δυο οπτικές μιας πραγματικότητας: Η ύλη είναι το περίβλημα της αίσθησης και η αίσθηση είναι η εσωτερικότητα της ύλης. Αλλά δεν υπήρξε ούτε ένας φιλόσοφος, σοφός ή θρησκευτικός μύστης στο παρελθόν ο οποίος να κήρυξε την ενότητα αυτή. Αρέσκονταν όλοι στο να διαιρούν την ανθρώπινη ύπαρξη χαρακτηρίζοντας τη μια πλευρά της ρεαλιστική και την άλλη όχι. Η τάση αυτή δημιούργησε μια ατμόσφαιρα σχιζοφρένειας σε όλη τη γη.

Δεν μπορεί κάποιος να ζήσει μόνο ως σώμα. «Ούκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος». Αλλά αυτή δεν είναι παρά η μισή αλήθεια. Χρειάζεσαι συνείδηση, είναι αλήθεια ότι δεν μπορείς να ζήσεις μόνο με ψωμί, αλλά δεν μπορείς να ζήσεις και χωρίς ψωμί. Η ύπαρξή σου έχει δύο διαστάσεις, και οι δυο διαστάσεις θα πρέπει να είναι ολοκληρωμένες, θα πρέπει να τους δίνονται οι ίδιες δυνατότητες για να αναπτυχθούν. Αλλά το παρελθόν ευνοούσε το ένα έναντι του άλλου. Ο άνθρωπος ως σύνολο δεν έγινε ποτέ αποδεκτός.

Αυτό προκάλεσε δυστυχία, θλίψη, κατάθλιψη, και έναν φοβερό σκοταδισμό, μια νύχτα η οποία διήρκεσε επί χιλιάδες χρόνια, και φαίνεται πως δεν έχει τέλος. Εάν υπακούσεις στις ανάγκες του σώματος σου μόνο, τότε καταδικάζεις τον εαυτό σου σε μια ανούσια ύπαρξη. Και αν δεν ακούσεις το σώμα σου, τότε υποφέρεις, πεινάς, είσαι φτωχός, είσαι διψασμένος. Εάν ακούσεις μόνο τη συνείδησή σου, θα αναπτυχθείς μόνο κατά το ήμισυ. Ο εσωτερικός σου κόσμος θα προοδεύσει, αλλά το σώμα σου θα ζαρώσει και η ισορροπία θα χαθεί. Και επί της ισορροπίας αυτής στηρίζεται η υγεία σου- στην ισορροπία είναι η πληρότητα, στην ισορροπία είναι η χαρά, το τραγούδι και ο χορός.

Ο υλιστής έχει επιλέξει να ακούει μόνο τις ανάγκες του σώματος, και κωφεύει ολοκληρωτικά απέναντι σε ό,τι αφορά τις ανάγκες του εσωτερικού του κόσμου. Το τελικό αποτέλεσμα είναι αξιόλογη επιστήμη, προηγμένη τεχνολογία, κοντολογίς μια ευημερούσα κοινωνία, μια αφθονία υλικών και εγκόσμιων αγαθών. Και εν τω μέσω αυτής της αφθονίας βρίσκεται ένα φτωχό ανθρώπινο πλάσμα, χωρίς ψυχή, εντελώς χαμένο, χωρίς να ξέρει ποιος είναι, έχοντας την αίσθηση ότι αποτελεί ένα λάθος ή ένα έκτρωμα της Φύσης.

Αν η ανάπτυξη του εσωτερικού κόσμου δεν συμβαδίζει από κοινού με τον πλούτο του υλικού κόσμου, το σώμα γίνεται βαρύ και η ψυχή εξασθενεί. Επιβαρύνεσαι από τις ίδιες τις επινοήσεις σου, από τις ίδιες τις ανακαλύψεις σου. Αντί να δημιουργούν μια όμορφη ζωή για εσένα, δημιουργούν το πλαίσιο μιας ζωής η οποία ως τέτοια κρίνεται ανάξια εκ μέρους των έξυπνων ανθρώπων.

Η Ανατολή κατά το παρελθόν επέλεξε την πνευματικότητα και καταδίκασε την ύλη και καθετί το υλικό, συμπεριλαμβανομένου του σώματος, το οποίο θεωρούσε ως κάτι το απατηλό. Το χαρακτήρισαν ψευδαίσθηση, οφθαλμαπάτη στην έρημο που φαίνεται πως υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Η Ανατολή δημιούργησε έναν Γκαουτάμα Βούδα, έναν Μαχαβίρα, έναν Παταντζάλι, έναν Καμπίρ, έναν Φαρίντ, έναν Ραϊντάς, δηλαδή μια ακολουθία ανθρώπων με μεγάλη εσωτερική ενσυναίσθηση, με έντονη πνευματικότητα. Δημιούργησε, όμως, και εκατομμύρια φτωχών ανθρώπων, πεινασμένων, λιμοκτονούντων, οι οποίοι πεθαίνουν σαν τα σκυλιά, χωρίς να διαθέτουν αρκετό φαγητό, χωρίς καθαρό πόσιμο νερό, χωρίς ρούχα και χωρίς στέγη.

Παράξενη κατάσταση. Στις ανεπτυγμένες χώρες αναγκάζονται κάθε έξι μήνες να πετούν τρόφιμα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων στον ωκεανό, απλά επειδή περισσεύουν. Δεν θέλουν να παραφορτώσουν τις αποθήκες τους, δεν θέλουν να μειώσουν τις τιμές τους και να καταστρέψουν την οικονομική τους δομή. Από τη μια, στην Αιθιοπία χίλιοι άνθρωποι πεθαίνουν κάθε ημέρα, και από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση καταστρέφει πολύ μεγάλες ποσότητες φαγητού, το κόστος των οποίων ανέρχεται σε εκατομμύρια δολάρια. Αυτό δεν είναι το κόστος του φαγητού, αλλά το κόστος της μεταφοράς και της ρίψης στον ωκεανό. Ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν την κατάσταση;

Ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Δύση αναζητά την ψυχή του και διαπιστώνει ότι μέσα του είναι κενός, χωρίς αγάπη, χωρίς πόθο, χωρίς κάποια προσευχή. Δεν έχει αίσθηση πνευματικότητας, κανένα αίσθημα για τους άλλους ανθρώπους, κανένα σεβασμό για τη ζωή, για τα πουλιά, για τα δένδρα, για τα ζώα. Η καταστροφή είναι γι’ αυτόν τόσο εύκολη! Η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι δεν θα συνέβαιναν ποτέ εάν οι άνθρωποι δεν εκλαμβάνονταν απλά ως αντικείμενα. Τόσα πολλά πυρηνικά όπλα δεν θα είχαν σωρευτεί εάν ο άνθρωπος εκλαμβανόταν ως ένας κρυμμένος θεός, ως ένα κρυμμένο μεγαλείο, το οποίο δεν έπρεπε να καταστραφεί, αλλά να ανακαλυφθεί· όχι να καταστραφεί, αλλά να οδηγηθεί στο φως, το σώμα να αποτελεί έναν ναό του πνεύματος. Αν, όμως, ένα ανθρώπινο ον εκληφθεί αποκλειστικά ως ύλη, ως φυσική, ως χημεία σαν ένας σκελετός καλυμμένος με δέρμα, τότε με τον θάνατο πεθαίνουν τα πάντα και δεν μένει τίποτε. Κάπως έτσι είναι δυνατόν για έναν Αδόλφο Χίτλερ να σκοτώσει έξι εκατομμύρια ανθρώπους, εάν ο, άνθρωπος δεν είναι παρά ύλη, δεν τίθεται καν το ερώτημα να το σκεφθούμε δεύτερη φορά.

Η Δύση στην πορεία προς αναζήτηση της υλικής αφθονίας, έχασε την ψυχή της, την εσωτερικότητα της. Περιστοιχιζόμενη από την έλλειψη νοήματος, την ανία,τη μελαγχολία, δεν μπορεί να βρει την ανθρωπιά της. Όλη η επιτυχία την οποία έχει σημειώσει η επιστήμη αποδεικνύεται άχρηστη, επειδή το σπίτι είναι γεμάτο πράγματα, αλλά το αφεντικό του σπιτιού λείπει. Στην Ανατολή, το τελικό αποτέλεσμα αιώνων θεώρησης του υλικού κόσμου ως ψευδαίσθησης και του εσωτερικού κόσμου ως πραγματικότητας, ο κύριος του σπιτιού είναι ζωντανός, αλλά το σπίτι είναι άδειο. Είναι δύσκολο να χαρείς με πεινασμένα στομάχια γύρω σου, με άρρωστα σώματα, με τον θάνατο να σε περιστοιχίζει.

Ο Ζορμπάς ο Βούδας είναι η απάντηση. Αποτελεί τη σύνθεση σώματος και ψυχής. Συνιστά μια διακήρυξη ότι δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ ύλης και πνεύματος, ότι μπορούμε να είμαστε εξίσου πλήρεις. Μπορούμε να έχουμε καθετί που μπορεί να μας προσφέρει ο κόσμος, καθετί το οποίο μπορεί να παραγάγει η επιστήμη και η τεχνολογία, και μπορούμε ακόμη να έχουμε καθετί που ένας Βούδας, ένας Καμπίρ, ένας Νανάκ βρίσκει στο εσωτερικό του: τα άνθη της έκστασης, την ευωδία της ευσέβειας, τα φτερά της απόλυτης ελευθερίας.

Το σύνολο της ύπαρξης είναι τόσο υλικό όσο και πνευματικό ή ίσως μια ενέργεια η οποία εκφράζεται με δυο τρόπους: ως ύλη και ως πνευματικότητα. Όταν η ενέργεια εξαγνιστεί, εκφράζεται ως συνείδηση, όταν η ενέργεια είναι ακατέργαστη, μη εξαγνισμένη, πυκνή, εμφανίζεται ως ύλη. Το σύνολο, όμως, της ύπαρξης δεν είναι παρά ένα ενεργειακό πεδίο. Αυτή είναι η εμπειρία μου, δεν είναι η φιλοσοφία μου. Και υποστηρίζεται από τη σύγχρονη φυσική και από την έρευνα: η Ύλη είναι Ενέργεια.

Μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να συνδυάσει από κοινού τους δυο κόσμους. Δεν χρειάζεται να αποκηρύξουμε τον κόσμο αυτόν για να αποκτήσουμε τον άλλον, ούτε θα πρέπει να αρνηθούμε τον άλλο κόσμο προκειμένου να χαρούμε αυτόν. Στην πραγματικότητα το να έχεις μόνο τον ένα κόσμο, ενώ μπορείς να έχεις και τους δύο, ισοδυναμεί με το να είσαι αδικαιολόγητα φτωχός.

Ο Ζορμπάς ο Βούδας είναι η καλύτερη δυνατότητα. Θα ζήσουμε τη φύση μας στο έπακρο και θα τραγουδήσουμε τα τραγούδια αυτής της γης. Δεν θα προδώσουμε τη γη, και δεν θα προδώσουμε ούτε τον ουρανό. Θα διεκδικήσουμε όλα όσα έχει αυτή η γη, όλα τα άνθη και όλες τις χαρές, και θα διεκδικήσουμε ακόμη και τα άστρα του ουρανού. Θα διεκδικήσουμε για κατοικία μας όλη την πλάση.

OSHO, ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ

ΠΕΡΙ ΦΙΛΑΔΕΛΦΙΑΣ

Σύμφωνα με όσα βλέπω, η αδερφική αγάπη είναι στις μέρες μας τόσο σπάνια όσο ήταν το μίσος μεταξύ αδελφών την παλαιά εποχή· όταν εμφανίζονταν περιπτώσεις τέτοιου μίσους, ήταν τόσο παράδοξες που η κάθε εποχή τις έκανε γνωστές σε όλους ως παραδείγματα σε τραγωδίες και άλλες θεατρικές παραστάσεις· όμως όλοι οι σημερινοί άνθρωποι, όταν συναντούν αδελφούς που είναι καλοί ο ένας προς τον άλλον, τους θαυμάζουν εξίσου με τους περίφημους γιους του Μολιόνη, οι οποίοι, κατά κοινή πεποίθηση, είχαν γεννηθεί με τα σώματά τους ενωμένα· το να χρησιμοποιούν από κοινού την πατρική περιουσία, τους φίλους και τους δούλους τους θεωρείται το ίδιο απίστευτο και αλλόκοτο σαν να χρησιμοποιεί μια ψυχή τα χέρια και τα πόδια και τα μάτια δύο σωμάτων.

Οι περισσότερες αγάπες είναι πραγματικά σκιές, απομιμήσεις και είδωλα εκείνης της πρώτης αγάπης που εμφύτευσε η φύση στα παιδιά προς τους γονείς και στους αδελφούς προς αδελφούς· δες αν αυτός που δεν την σέβεται μπορεί ποτέ να δώσει κάποια εγγύηση καλής θέλησης σε ξένους ή τι είδους άνθρωπος είναι εκείνος που προσφωνεί τον φίλο του “αδελφό”, όταν τον χαιρετάει ή όταν του γράφει, αλλά δεν θέλει ούτε να περπατήσει στον ίδιο δρόμο με τον αδελφό του.

Κανένας πατέρας δεν αγαπά τόσο τους λόγους ή τις τιμές ή τα πλούτη όσο τα παιδιά του· γι’ αυτό οι πατέρες δεν ευχαριστιούνται τόσο βλέποντας τους γιους τους ν’ αποχτούν φήμη στους λόγους, ν’ αποκτούν πλούτη ή αξιώματα όσο βλέποντας την αγάπη μεταξύ τους. Έτσι, λένε για την Απολλωνίδα από την Κύζικο, μητέρα του βασιλιά Ευμένη και άλλων τριών γιων, του Αττάλου, του Φιλεταίρου και του Αθηναίου, ότι πάντοτε μακάριζε τον εαυτό της και ευχαριστούσε τους θεούς όχι για τα πλούτη και τα βασίλεια αλλά επειδή είδε τους τρεις γιους της να είναι στη σωματοφυλακή του μεγαλύτερου, ο οποίος ζούσε χωρίς φόβο, περιτριγυρισμένος από αδελφούς που είχαν ξίφη και δόρατα στα χέρια τους. Αντίθετα πάλι, όταν ο Αρταξέρξης αντιλήφθηκε ότι ο γιος του ‘Ωχος είχε συνωμοτήσει ενάντια στους αδελφούς του, πέθανε από την απελπισία του.

“Σκληροί οι πόλεμοι αδερφών”. Όπως λέει ο Ευριπίδης, και ακόμα πιο σκληροί για τους ίδιους τους γονείς τους.

Εκείνος, δηλαδή, που μισεί τον ίδιο του τον αδελφό και οργίζεται μαζί του δεν μπορεί να μη μέμφεται τον πατέρα και τη μητέρα που γέννησαν τέτοιον αδελφό.

Ξέρουμε, άλλωστε, ότι μεγάλες κατηγορίες καταλύουν τη μεγάλη αγάπη και εύνοια. Για τούτο δεν είναι εύκολο να συμφιλιωθούν τα αδέλφια· όπως τα πράγματα που έχουν ενωθεί, ακόμα και αν χαλαρώσει η κόλλα, μπορούν να ξανακολληθούν και να γίνουν ένα, ενώ, όταν κάτι που είναι ένα σώμα σπάσει ή σκιστεί, δύσκολα βρίσκεται τρόπος να ξανακολλήσει ή να ενωθεί, κατά τον ίδιο τρόπο και οι φιλίες που έχουν πλεχτεί μαζί μέσα από μακρά οικειότητα, ακόμα κι αν οι φίλοι χωριστούν, εύκολα μπορούν να ξαναρχίσουν, αλλά, αν σπάσουν οι αδελφοί τους δεσμούς της φύσης, δεν μπορούν εύκολα να ξαναμονιάσουν, ενώ,ακόμα κι αν το κάνουν, η συμφιλίωσή τους κουβαλάει μαζί της το βρόμικο και ύπουλο σπυρί της καχυποψίας. Κάθε έχθρα ανάμεσα σε ανθρώπους, που χώνεται στην καρδιά μαζί με τα πιο οδυνηρά συναισθήματα, ανταγωνισμό, οργή, φθόνο, μνησικακία, προκαλεί πόνο και ταραχή· όταν όμως η έχθρα είναι ενάντια σε αδελφό, με τον οποίο είναι απαραίτητο να συμμετέχει στις θυσίες και στις οικογενειακές τελετές, να θάβεται στον ίδιο τάφο, και στη ζωή, ίσως να μένει στην ίδια ή σε γειτονική κατοικία, η τέτοια έχθρα διατηρεί την ίδια οδυνηρή κατάσταση διαρκώς μπροστά στα μάτια μας, θυμίζοντας κάθε μέρα τη μωρία και την παραφροσύνη που έχει κάνει γλυκύτερο και συγγενικότερο πρόσωπο το σκυθρωπότερο στα μάτια μας και κείνη την προσφιλέστερη και πιο οικεία φωνή από τα παιδικά μας χρόνια την πιο φοβερή στα αυτιά μας.

Τι πρέπει λοιπόν να κάνει, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, ένας που έχει κακό αδελφό; Πρέπει τούτο πάνω απ’ όλα να θυμόμαστε, ότι η κακία μπορεί ν’ αγγίζει κάθε είδος φιλίας, και, σύμφωνα με τον Σοφοκλή, “αν ψάξεις, τα πιο πολλά ανθρώπινα θα βρεις να είναι ταπεινά”. Είναι αδύνατον, άλλωστε, ν’ ανακαλύψουμε ότι οι σχέσεις μας με συγγενείς ή φίλους ή εραστές είναι καθαρές, ελεύθερες από πάθη και απαλλαγμένες από κακότητα. Έτσι και ο Λάκων, όταν παντρεύτηκε γυναίκα μικρόσωμη, είπε ότι από τα κακά πρέπει να διαλέγει κάποιος τα μικρότερα· τους αδελφούς όμως πρέπει να τους συμβουλεύει κάποιος με σωφροσύνη να υπομένουν καλύτερα τα κακά που τους είναι πιο οικεία παρά να δοκιμάζουν εκείνα που τους είναι ξένα· το πρώτο, επειδή είναι αναγκαίο, δεν προκαλεί κατηγορίες, ενώ το δεύτερο, επειδή το διαλέγουμε, είναι αξιοκατάκριτο.

Κανένας συμπότης ούτε παιδικός φίλος ή ξένος δεν “είναι δεμένος με τα αχειροποίητα δεσμά του σεβασμού”, αλλά αυτός που έχει το ίδιο αίμα και ανατροφή και είναι γεννημένος από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα.

Γι’ αυτόν αρμόζει απόλυτα ν’ αποδεχόμαστε και να επιτρέπουμε μερικά ελαττώματα, λέγοντας στον αδελφό, όταν σφάλει:

“Δεν μπορώ να σε αφήσω στην αθλιότητά σου” (ΟΜΗΡΟΣ)

και στη φαυλότητα και στη μωρία σου, μήπως και άθελά μου τιμωρήσω σκληρά και πικρά, γιατί το μισώ, κάποιο νόσημα φυτεμένο μέσα σου από το σπέρμα του πατέρα ή της μητέρας”. Όπως, εξ άλλου, είπε και ο Θεόφραστος, δεν πρέπει πρώτα ν’ αγαπάμε τους ξένους και μετά να τους κρίνουμε, αλλά πρώτα να τους κρίνουμε και μετά να τους αγαπάμε· εκεί όμως που η φύση δεν παραχωρεί την πρωτοβουλία στην κρίση, προκειμένου να δείξει εύνοια σε κάποιον, ούτε περιμένει, κατά το λεγόμενο, “τον μέδιμνο του αλατιού”, αλλά γεννάει μαζί με το παιδί και την αρχή της αγάπης, στην περίπτωση αυτή δεν πρέπει να υπάρχουν σκληροί ή αυστηροί κριτές των σφαλμάτων του. Τώρα όμως, τι να πεις με κείνους που μερικές φορές ανέχονται πρόθυμα τα σφάλματα ξένων και ανθρώπων που δεν έχουν καμιά συγγένεια μαζί τους, ανδρών που γνώρισαν σε κάποια οινοποσία ή σε παιχνίδι ή στην παλαίστρα και απολαμβάνουν την παρέα τους, αλλά με τους ίδιους τους αδελφούς τους είναι οξύθυμοι και άτεγκτοι; Εδώ μερικοί τρέφουν και αγαπούν άγρια σκυλιά και άλογα και πολλοί άλλοι λύγκες και αίλουρους, πιθήκους και λιοντάρια, αλλά δεν μπορούν να υπομείνουν τους θυμούς ή τις ανοησίες ή τις φιλοδοξίες των αδελφών τους. Άλλοι πάλι γράφουν τα σπίτια τους και την περιουσία τους σε παλλακίδες και πόρνες, και όμως μονομαχούν με τους αδελφούς τους για ένα οικόπεδο ή για μια γωνία οικοπέδου· τελικά, ονομάζοντας το μίσος για τους αδελφούς τους “μίσος για το κακό”, τριγυρνούν με έπαρση κατηγορώντας και κακολογώντας την κακία των αδελφών τους· ωστόσο με τους άλλους δεν ενοχλούνται από την ίδια τούτη ιδιότητα, αλλά καταφεύγουν συχνά σ’ αυτούς και τους συναναστρέφονται.

Αφού όμως δεν είναι μόνο η απόκτηση και η απώλεια χρημάτων που κάνει λιγότερο να εχθρεύεται το περισσότερο, αλλά γενικά, όπως λέει ο Πλάτων, στην ανισότητα παράγεται κίνηση και στην ισότητα στάση και σταθερότητα, έτσι και κάθε ανισότητα είναι επικίνδυνη, γιατί μπορεί να καλλιεργήσει διαφορές ανάμεσα σε αδελφούς, και παρ’ ότι είναι αδύνατο να είναι ίσοι και όμοιοι από κάθε άποψη (γιατί από τη μια οι φύσεις μας από την αρχή κιόλας κάνουν άνιση μοιρασιά, ενώ αργότερα οι διαφορετικές μας τύχες γεννούν φθόνους και ζήλιες, που είναι οι πιο επονείδιστες αρρώστιες και ολέθριες μάστιγες, καταστροφικές όχι μόνο για τα σπίτια αλλά και για πολιτείες ολόκληρες)· πρέπει να φυλαγόμαστε από τις ανισότητες αυτές και να τις θεραπεύουμε αν γεννηθούν.
Για τούτο, κατ’ αρχάς, πρέπει κάποιος να συμβουλεύει τον αδελφό που υπερέχει να κάνει τους αδελφούς του συμμέτοχους ως προς αυτά στα οποία θεωρείται ανώτερος, κοσμώντας τους με κάποιο μερίδιο της φήμης του και κάνοντας τους φίλους του φίλους τους και, αν είναι πιο καλός ομιλητής από αυτούς, να τους παρέχει την ευφράδειά του προς όφελός τους σαν να ήταν εξίσου δική τους· δεύτερον, να μην εκδηλώνει απέναντί τους έπαρση ή περιφρόνηση, αλλά μάλλον με υποχωρητικότητα και προσαρμόζοντας τον χαρακτήρα του στον δικό τους να προφυλάσσει την ανωτερότητά του από τον φθόνο και να εξισώνει, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, την ανισότητα της τύχης του με τη μετριοπάθεια του φρονήματος του.

Ο Λούκουλλος, για παράδειγμα, αρνήθηκε να λάβει αξίωμα πριν τον αδελφό του, αν και ήταν μεγαλύτερός του, και, αποποιούμενος τη δική του σειρά για υποψηφιότητα, περίμενε του αδελφού του.

Ο Πολυδεύκης, επίσης, αρνήθηκε να γίνει ακόμα και θεός μόνος του, αλλά προτίμησε να γίνει ημίθεος μαζί με τον αδελφό του και κοινωνός της θνητής μερίδας εκείνου, υπό τον όρο να μεταδοθεί στον αδελφό του μέρος της δικής του αθανασίας.

“Εσύ όμως, καλότυχε”, θα μπορούσε να πει κάποιος, “βρίσκεσαι σε τέτοια θέση που, χωρίς να ελαττώσεις ούτε στο ελάχιστο τα παρόντα σου αγαθά, μπορείς να κάνεις κάποιον άλλον μέτοχο εξίσου σ’ αυτά και να του δώσεις μερίδιο του στολισμού σου, ώστε να μπορεί ν’ απολαμβάνει την ακτινοβολία, κατά κάποιο τρόπο, της φήμης, της αρετής ή της ευημερίας σου”.

Έτσι έκανε και ο Πλάτων τους αδελφούς του ονομαστούς βάζοντάς τους στα καλύτερά του συγγράμματα, τον Γλαύκωνα και τον Αδείμαντο στην “Πολιτεία” και τον Αντιφώντα τον νεότερο στον “Παρμενίδη”.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Χαμμουραμπί: Ο σκληροτράχηλος νομοθέτης της αρχαίας Μεσοποταμίας

«O Anu και ο Bel (θεοί της Βαβυλωνιακής μυθολογίας) με αποκαλούν Χαμουραμπί, επιφανή πρίγκηπα, ο οποίος φοβάται τον Θεό, έφερε κανόνες δικαιοσύνης στη γη για να καταστρέψει το κακό και τους κακούς, ώστε οι ισχυροί να μην βλάπτουν τους αδύναμους, ορίσθηκα δε να κυβερνώ ανθρώπους όπως ο Shamash (Βαβυλώνιος θεός της δικαιοσύνης) και να φωτίζω την χώρα, για την ευημερία της ανθρωπότητας».

Ο Χαμμουραμπί (γνωστός και ως Αμμουραπί) βασίλευσε από το 1792 έως το 1750 π.Χ., ήταν ο 6ος βασιλέας της 1ης Δυναστείας Αμορριτών (αρχαίος Σημιτικός νομαδικός λαός) της Βαβυλώνας, διαδεχόμενος στον θρόνο τον πατέρα του, Sin-Muballit και αυτός που επέκτεινε το βασίλειο κατακτώντας όλη την αρχαία Μεσοποταμία.

Όταν ανήλθε στον θρόνο, το βασίλειο της Βαβυλώνας περιελάμβανε μόνο τις πόλεις Βαβυλώνα, Κις, Σιπάρ και Μπορσίππα, αλλά μετά από μια σειρά εκστρατείες, επιλεγμένες συμμαχίες και πολιτικούς χειρισμούς, το 1750 π.Χ κατόρθωσε να θέσει όλη την περιοχή υπό Βαβυλωνιακό έλεγχο και σύμφωνα με τις επιγραφές – χειρόγραφα και διοικητικά έγγραφα της εποχής του, προσπάθησε να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης εκείνων που ζούσαν υπό την ηγεμονία του. Είναι περισσότερο γνωστός στη σύγχρονη εποχή για τον κώδικα δικαίου ή αλλιώς κώδικα Χαμουραμπί, ο οποίος παρόλο που δεν ήταν ο πρώτος κώδικας νόμων, χρησίμευσε ως πρότυπο για άλλους πολιτισμούς και πιστεύεται ότι επηρέασε τους νόμους που ορίζονται από τις Εβραϊκές γραφές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από το βιβλικό Βιβλίο της Εξόδου.

Ο Κώδικας Χαμουραμπί είναι η επιτομή του δικαίου της ανταποδοτικής – εκδικητικής δικαιοσύνης, γνωστού ως «οφθαλμό αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος».

Άνοδος στην εξουσία
Οι Αμορρίτες ή Αμορραίοι ήταν νομαδικός λαός που μετανάστευσε στην Μεσοποταμία από την παράκτια περιοχή του Eber Nari (σύγχρονη Συρία) κάποια στιγμή πριν την 3ηχιλιετία π.Χ. και από το 1984 π.Χ. κυριάρχησαν στην Βαβυλώνα. Ο 5ος βασιλέας της δυναστείας, Sin-Muballit  (βασίλευσε από το 1812 έως το 1793 π.Χ.) ολοκλήρωσε πολλά δημόσια έργα, αλλά δεν ήταν σε θέση να επεκτείνει το βασίλειο ή να ανταγωνιστεί την αντίπαλη πόλη της Λάρσα προς τον Νότο. Η Λάρσα ήταν το πιο επικερδές εμπορικό κέντρο στο Περσικό Κόλπο και τα κέρδη από το εμπόριο επενδύονταν στην πόλη ενθαρρύνοντας την επέκταση έτσι ώστε οι περισσότερες από τις πόλεις του νότου να βρίσκονται υπό τον έλεγχό της. Ο Sin-Muballit ηγήθηκε μιάς εκστρατείας κατά της Λάρσα, αλλά ηττήθηκε από τον βασιλέα τους Rim Sin I. Στο σημείο αυτό δεν είναι διαπιστωμένο τι ακριβώς συνέβη, αλλά φαίνεται ότι ο Sin-Muballit αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το θρόνο υπέρ του γιου του Χαμουραμπί.

Ο διάσημος ιστορικός Will Durant γράφει:
«Στην Βαβυλωνιακή ιστορία δεσπόζει η ισχυρή προσωπικότητα του Χαμουραμπί, κατακτητή και νομοθέτη κατά την 43ετή βασιλεία του. Αρχέγονες σφραγίδες και επιγραφές τον σκιαγραφούν ως – ορμητικό και ιδιοφυή, θυελλώδη στην μάχη, ο οποίος κατέστειλε όλες τις επαναστάσεις, συνέτριψε τους αντιπάλους του, βάδισε σε δύσβατα όρη και ουδέποτε έχασε μάχη. Κατά την βασιλεία του οι ανυπότακτες πόλεις της Κάτω Κοιλάδας αναγκάσθηκαν σε συνθηκολόγηση, πειθαρχώντας σε έναν ιστορικό κώδικα νόμων».

Αρχικά ο Χαμουραμπί δεν έδωσε κάποια αφορμή στον Rim ώστε να εγείρει υποψίες για τις προθέσεις του. Ξεκίνησε την βασιλεία του, επικεντρώνοντας στον εκσυγχρονισμό της διοίκησης, συνεχίζοντας τα κατασκευαστικά έργα του πατέρα του, διευρύνοντας – ενισχύοντας και επεκτείνοντας τα τείχη της πόλης. Θέσπισε τον διάσημο κώδικα νόμων (1772 π.Χ) έδωσε έμφαση στις ανάγκες των ανθρώπων, βελτίωσε την άρδευση των αγρών και την συντήρηση των υποδομών στις πόλεις, ενώ οικοδόμησε πολυτελής ναούς. Ταυτόχρονα συγκροτούσε στρατεύματα και σχεδίαζε την εκστρατεία του στην νότια περιοχή της Μεσοποταμίας.

Η κατάκτηση της Μεσοποταμίας
Ο ιστορικός Bertman περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο χαρακτήρας του Χαμουραμπί σφράγισε την θητεία του ως βασιλέα:

«Ο Χαμουραμπί ήταν ένας ικανός διαχειριστής, επιδέξιος διπλωμάτης και έξυπνος ιμπεριαλιστής, με προσήλωση στην επίτευξη των στόχων του. Με την ανάληψη του θρόνου, εξέδωσε μια διακήρυξη χαρίζοντας τα χρέη και κατά τα πρώτα πέντε χρόνια της βασιλείας του ενίσχυσε περαιτέρω την δημοτικότητά του με την ανακαίνιση των ναών, ειδικά εκείνου του Μαρντούκ, προστάτη της Βαβυλώνας. Στη συνέχεια, με την εξουσία διασφαλισμένη και τις στρατιωτικές δυνάμεις του ετοιμοπόλεμες, ξεκίνησε ένα 5ετές πρόγραμμα εκστρατειών κατά των αντιπάλων κρατών στα νότια και ανατολικά, επεκτείνοντας τα εδάφη του».

Όταν οι Ελαμίτες (αρχαίος βιβλικός λαός ο οποίος γειτνίαζε με τους Σουμέριους – Βαβυλωνίους και Μήδους και θεωρούσαν ως γενάρχη τον Ελάμ, τον μεγαλύτερο γιο του Σημ) εισέβαλαν στις κεντρικές πεδιάδες της Μεσοποταμίας από την ανατολή, ο Χαμουραμπί συμμάχησε με τον Larsa για να τους νικήσει και όταν το πέτυχε, έσπασε την συμμαχία και γρήγορα κατέλαβε τις πόλεις Ουρούκ και Ισίν, που κατείχε προηγουμένως η Larsa, σχηματίζοντας συμμαχίες με άλλες πόλεις – κράτη όπως η Νιππούρ και Λαγκάς. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι «έσπαζε» τις συμφωνίες που έκανε με άλλα κράτη, όταν το έκρινε απαραίτητο, αλλά παρόλα αυτά οι λοιποί βασιλείς συνέχιζαν να συμμαχούν με τον Χαμουραμπί, χωρίς να υπολογίζουν ότι θα κάνει το ίδιο σε αυτούς, όπως είχε προηγουμένως πράξει στους άλλους.

Αφού κατακτήθηκαν οι Ουρούκ και Ισίν, κατέκτησε τις Νιππούρ και Λαγκάς και στη συνέχεια την Λάρσα. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί η τακτική που εφήρμοσε για πρώτη φορά σε αυτήν την φάση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και τελικά θα γινόταν η προσφιλής του μέθοδος και η οποία ήταν η εξής: «η δημιουργία φράγματος στις πηγές υδροδότησης της πολιορκούμενης πόλης με σκοπό την λειψυδρία και την τελική παράδοση, ή η συγκράτηση των υδάτων και η αιφνίδια απελευθέρωσή τους με σκοπό την πλημμύρα, πριν την τελική επίθεση». Αυτή ήταν μια μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε προηγουμένως από τον πατέρα του, αλλά με μικρότερα αποτελεσματικότητα. Η Λάρσα ήταν το τελευταίο προπύργιο των Rim Sin και με την πτώση της, δεν υπήρχε καμία δύναμη στο νότο, να εναντιωθεί στον βασιλέα της Βαβυλώνας.

Με το νότιο τμήμα της Μεσοποταμίας υπό έλεγχο, ο Χαμουραμπί στράφηκε βόρεια και δυτικά. Το Αμορραίο βασίλειο του Mari στην Συρία ήταν σύμμαχος της Αμορραίας Βαβυλώνας και ο Χαμουραμπί διατήρησε τις φιλικές σχέσεις με τον βασιλέα Zimri-Lim ο οποίος βασίλευσε από το 1755 έως το 1761 π.Χ. Ο Zimri-Lim είχε επιτυχημένες στρατιωτικές εκστρατείες βόρεια της Μεσοποταμίας και λόγω του πλούτου που είχε αποκτήσει από αυτές τις νίκες, το βασίλειο της Mari είχε καταστεί αντικείμενο φθόνου μεταξύ των πόλεων.

Οι μελετητές προβληματίζονται για τον λόγο που ο Χαμουραμπί θα έσπαζε την συμμαχία του με τον Zimri-Lim, αλλά ο λόγος είναι αρκετά σαφής: Η Mari ήταν μια σημαντική πόλη και ακμάζον εμπορικό κέντρο στις όχθες του ποταμού Ευφράτη διαθέτοντας μεγάλο πλούτο και φυσικά τα δικαιώματα του νερού. Ήταν λοιπόν προτιμότερο να ελέγχει άμεσα την πόλη, αντί να διαπραγματεύεται για τους πόρους,. Έτσι επιτέθηκε αιφνιδιαστικά το 1761 π.Χ. και για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, την κατέστρεψε αντί να την υποδουλώσει.

H αυτοκρατορία της Bαβυλώνας επί Χαμμουραμπί
Αυτό αποτελεί πραγματικό μυστήριο καθότι γεννάται το ερώτημα «γιατί να επιτεθεί εξαρχής, εφόσον δεν είχε πρόθεση να εκμεταλλευτεί τους πόρους;» από την στιγμή κατά την οποία οι πόλεις που καταλάμβανε, ενσωματώνονταν στο βασίλειό του και στη συνέχεια αναπτύσσονταν. Οι λόγοι που η Mari απετέλεσε εξαίρεση από τον κανόνα του Χαμουραμπί ερευνάται ακόμα από τους μελετητές, αλλά ο λόγος θα μπορούσε να είναι τόσο απλός, εφόσον ο Χαμουραμπί ήθελε η Βαβυλώνα να είναι η μεγαλύτερη από τις πόλεις της Μεσοποταμίας και η Mari αποτελούσε εμπόδιο την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ο Zimri-Lim πιστεύεται ότι σκοτώθηκε σε αυτή την σύγκρουση δέσμευση, καθώς εξαφανίζεται από τα ιστορικά δρώμενα της εποχής. Μετά την Μαρί, ο Χαμουραμπί βάδισε στην Ashur και κατέλαβε την περιοχή της Ασσυρίας και τελικά την Eshnunna (επίσης διέθετε υδάτινα φράγματα) ώστε το 1755 π.Χ., κυβερνούσε όλη την Μεσοποταμία.

Ο Κώδικας Χαμουραμπί και η μέριμνα για τον Λαό
Παρά το γεγονός ότι ο Χαμουραμπί πέρασε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε εκστρατείες, φρόντισε τους ανθρώπους στα εδάφη που κυβερνούσε. Ένας προσφιλής τίτλος του Χαμουραμπί κατά την διάρκεια της ζωής του ήταν Bani matim, «οικοδόμος της γης», λόγω των πολλών οικοδομικών έργων και καναλιών που κατασκεύασε σε ολόκληρη την περιοχή. Τα έγγραφα της εποχής πιστοποιούν την αποτελεσματικότητα διακυβέρνησης του Χαμουραμπί και την ειλικρινή επιθυμία του να βελτιώσει τις ζωές των ανθρώπων της Μεσοποταμίας. Αυτά τα έγγραφα και οι διοικητικές εργασίες (όπως οι οδηγίες για την κατασκευή των καναλιών, η διανομή τροφίμων, εξωραϊσμοί, οικοδομικά έργα και νομικά θέματα) επαληθεύουν τις προθέσεις του. Ο πρόλογος στο περίφημο κώδικα νόμου του αρχίζει ως εξής:

«Όταν ο αγέρωχος Άνου, βασιλιάς της Annunaki και ο Bel, ο κύριος Ουρανού και Γης, αυτός που καθορίζει την μοίρα της γης, που παρέδωσε τους κανόνες όλης της ανθρωπότητας στον Marduk, όταν προφέρουν το ευγενές όνομα της Βαβυλώνας, όταν την έκαναν διάσημη στα πέρατα της γης και καθιέρωσαν ένα αιώνιο βασίλειο του οποίου τα θεμέλια ήταν σταθερά σαν την γη και τον ουρανό – εκείνη την εποχή ο Anu και Bel με κάλεσαν τον Χαμουραμπί, τον Βασιλικό πρίγκιπα, τον λάτρη των θεών, για να φέρει την δικαιοσύνη στην γη, να καταστρέψει το κακό, για να αποτρέψει τους δυνατούς από το να καταπιέζουν τους αδύναμους, για να φωτίσει την γη και να προωθήσει την ευημερία του λαού. Εγώ είμαι ο Χαμουραμπί, ο κυβερνήτης που ορίσθηκε από τον Bel και ο οποίος επέφερε πλούτο και αφθονία» (Will Durant).

Ο περίφημος νομικός κώδικας αν και θεωρείται, εντούτοις δεν είναι ο πρώτος στην ιστορία αλλά σίγουρα είναι ο πιο γνωστός της αρχαιότητας, πριν τον Βιβλικό Νόμο. Ο κώδικας του ιδρυτή του κράτους των Σουμερίων Ur-Nammu(περί το 2100-2050 π.Χ) ο οποίος προήλθε είτε από τον ίδιο, ή από τον γιο του Shulgi, είναι ο παλαιότερος κώδικας νόμων στον κόσμο. Εν προκειμένω ο Κώδικας Χαμουραμπί διέφερε σημαντικά από τους προηγούμενους νόμους και ο ιστορικός Kriwaczek εξηγεί:

«Οι Νόμοι Χαμουραμπί αντανακλούν τις ιδιαιτερότητες ενός πρωτόγνωρου κοινωνικού περιβάλλοντος – πολυεθνικού – πολυφυλετικού στον Βαβυλωνιακό κόσμο. Στα παλαιότερα κράτη Σουμερίων – Ακκάδων, όλες οι κοινότητες αισθάνονταν ως μέλη της ίδιας οικογένειας, ισότιμα στα μάτια των θεών. Τυχόν διαφορές επιλύονταν με προσφυγή στο συλλογικά αποδεκτό σύστημα αξιών, όπου η απονομή δικαιοσύνης επικρατούσε έναντι της εκδίκησης. Τώρα, όμως που οι κάτοικοι των πόλεων συναναστρέφονταν με νομάδες, οι οποίοι διέποντο από έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής, όπου ομιλούνταν διάφορες σημιτικές γλώσσες Amurru, μαζί με άλλες, η αντιπαράθεση εύκολα μετατρεπόταν σε σύγκρουση. Οι βεντέτες και οι αυτοδικίες απειλούσαν την συνοχή της αυτοκρατορίας».

Ο κώδικας του Ur-Nammu στηρίζεται στην έννοια του «κοινά μέλη της ίδιας οικογένειας» η οποία ήταν κατανοητή στους ανθρώπους και διέπει την σωστή κοινωνική συμπεριφορά. Ο καθένας σύμφωνα με αυτή την νομοθεσία οφείλει να γνωρίζει τι απαιτούν οι θεοί από αυτόν και ο βασιλέας απλώς να διαχειρίζεται το θέλημα του θεού. Η ιστορικός Karen Rhea Nemet-Najat γράφει: «Ο βασιλέας ήταν άμεσα υπεύθυνος για τη διαχείριση της δικαιοσύνης εκ μέρους των θεών, οι οποίοι είχαν ιδρύσει τον νόμο και την τάξη στο σύμπαν».

Ο Κώδικας Χαμουραμπί γράφτηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν η αντίληψη περί της θέλησης των θεών διέφερε ανά φυλή. Για να απλοποιηθούν τα πράγματα, ο κώδικας Χαμουραμπί αποσκοπούσε στην αποτροπή της βεντέτας και της αιματοχυσίας καθορίζοντας σαφώς το έγκλημα – και την τιμωρία που θα επιβαλλόταν από το κράτος – χωρίς να λαμβάνει υπόψιν την επικρατούσα αντίληψη περί θελήματος του Θεού.

Συνολικά υπήρχαν 282 νόμοι, χαραγμένοι σε στήλη και τοποθετημένοι σε δημόσια θέα, οι οποίοι έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί για την σαφήνεια, αλλά και τη σκληρότητά τους. Μεταξύ άλλων, περιείχε διατάξεις που ρύθμιζαν το κανονισμό λειτουργίας των «οίκων οινοποσίας», την ευθύνη των καραβανιών για οποιαδήποτε ζημιά, ακόμα και σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, ενώ προστάτευε το οικιακό άσυλο και τιμωρούσε με θάνατο την παραβίασή του.

Ορισμένα παραδείγματα έχουν ως εξής:

-Αν κάποιος τυφλώσει κάποιον, τότε πρέπει να τυφλωθεί.
-Αν κάποιος σπάσει τα οστά κάποιου, τότε πρέπει να σπάσουν τα οστά του.
-Αν ένας άνθρωπος «σπάσει τα δόντια» κάποιου, τότε πρέπει να σπάσουν τα δόντια του.
-Εάν ένας οικοδόμος οικοδομήσει το σπίτι κάποιου και δεν το κτίσει σωστά και το σπίτι που έκτισε καταρρεύσει και σκοτώσει τον ιδιοκτήτη, τότε ο οικοδόμος πρέπει να θανατωθεί. Αν δε σκοτώσει τον γιο του ιδιοκτήτη του σπιτιού, τότε θανατώνεται ο γιος του οικοδόμου.
-Αν ένας βουκόλος, στην φροντίδα του οποίου έχουν ανατεθεί βοοειδή ή πρόβατα, είναι ένοχος για απάτη και κάνει ψευδείς δηλώσεις για αύξηση του κοπαδιού, ή τα πωλεί για χρήματα, τότε πρέπει να καταδικαστεί και να πληρώσει στον ιδιοκτήτη του κοπαδιού δέκα φορές την απώλεια.
-Αν κάποιος ενοικιάσει ένα χωράφι για να το καλλιεργήσει και δεν αποκτήσει συγκομιδή, πρέπει να αποδείξει ότι δεν εργάσθηκε στο χωράφι και σε αντίθετη περίπτωση πρέπει να παραδώσει σιτηρά στον ιδιοκτήτη του χωραφιού.
-Αν συλληφθεί κάποιος να διαπράττει ληστεία, τιμωρείται με θάνατο.

Σε αντίθεση με τον προγενέστερο κώδικα του Ur-Nammu, ο οποίος επέβαλλε πρόστιμα, ή ποινές γης, ο κώδικας του Χαμουραμπί συνοψίζει την αρχή που είναι γνωστή ως Lex Talionis, ήτοι νόμος της Ανταποδοτικής Δικαιοσύνης, όπου η τιμωρία αντιστοιχεί άμεσα στο έγκλημα, περισσότερο γνωστή ως έννοια του «οφθαλμό αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος» η οποία έγινε διάσημη αργότερα από τον κώδικα νόμων της Παλαιάς Διαθήκης, γεγονός που επιβεβαιώνεται στο παρακάτω απόσπασμα του Βιβλίου της Εξόδου:

«ἐὰν δὲ μάχωνται δύο ἄνδρες καὶ πατάξωσι γυναῖκα ἐν γαστρὶ ἔχουσαν καὶ ἐξέλθῃ τὸ παιδίον αὐτῆς μὴ ἐξεικονισμένον, ἐπιζήμιον ζημιωθήσεται· καθότι ἂν ἐπιβάλῃ ὁ ἀνὴρ τῆς γυναικός, δώσει μετὰ ἀξιώματος· ἐὰν δὲ ἐξεικονισμένον ᾖ, δώσει ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς,  ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος, χεῖρα ἀντὶ χειρός, πόδα ἀντὶ ποδός,  κατάκαυμα ἀντὶ κατακαύματος, τραῦμα ἀντὶ τραύματος, μώλωπα ἀντὶ μώλωπος» (Έξοδος 21:22-25).

απόδοση στην νεοελληνική: «Αν δύο άνδρες φιλονικούν και χτυπήσουν μια έγκυο γυναίκα και αυτή γεννήσει πρόωρα χωρίς να υποστεί σοβαρή ζημία, ο δράστης πρέπει να καταβάλλει πρόστιμο ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις του συζύγου της γυναίκας. Αλλά εάν υπάρχει σοβαρή ζημία, τότε πρέπει να καταβάλλει ζωή για την ζωή – οφθαλμόν αντί οφθαλμού – οδόντα αντί οδόντος – χέρι για το χέρι – πόδι για το πόδι – έγκαυμα για το έγκαυμα – πληγή για την πληγή, μώλωπα για τον μώλωπα» (Έξοδος 21:22-25).

Με αυτόν τον τρόπο ο Κώδικας Χαμουραμπί έθεσε τα πρότυπα για τους μελλοντικούς κώδικες, στην αντιμετώπιση του εγκλήματος αυστηρά με αποδεικτικά στοιχεία και καθορισμό συγκεκριμένης τιμωρίας ανά έγκλημα. Αυτό όμως που καθόριζε την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ήταν η παμπάλαια μέθοδος της Αγνείας Πείρας (είδος Δοκιμασίας – μαρτυρίου) σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος έπρεπε να υποβληθεί μια συγκεκριμένη δοκιμασία (συνήθως πεταγόταν σε ποτάμι για να επιβιώσει, ή έπρεπε να κολυμπήσει μια ορισμένη απόσταση) και αν επετύγχανε ήταν αθώος, αν όχι, ήταν ένοχος.

Επί παραδείγματι ο κώδικας του Χαμμουραμπί προβλέπει ότι: «Αν η σύζυγος κάποιου κατηγορηθεί ως μοιχαλίδα, ακόμη και χωρίς να συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, τότε χάριν του συζύγου της πρέπει να ριχθεί στον θεϊκό ποταμό. Αν κατορθώσει να επιζήσει της δοκιμασίας, θεωρείται αθώα, αλλά αυτός που την κατήγγειλε θεωρείται ένοχος για ψευδή καταγγελία και τιμωρείται με θάνατο».

Η Δοκιμασία χρησιμοποιείτο σε όσα θεωρούνταν σοβαρά εγκλήματα, όπως μοιχεία και μαγεία, επειδή αυτές οι παραβάσεις μπορούσαν να υπονομεύσουν την κοινωνική σταθερότητα. Η λέξη Μαγεία, στην αρχαία Μεσοποταμία, δεν είχε ακριβώς τον ίδιο ορισμό όπως στην σύγχρονη εποχή, αλλά ήταν η εκτέλεση μιας σειράς πράξεων – ενεργειών ενάντια στην θέληση των θεών – με σκοπό την επίδειξη κύρους και εξουσίας που μόνο οι θεοί κατείχαν. Οι ιστορίες για κακούς μάγους και μάγισσες που εντοπίσθηκαν σε όλες τις ιστορικές περιόδους της Μεσοποταμίας και οι συγγραφείς τους, είχαν πάντα άσχημο τέλος και όπως φαίνεται, υποβλήθηκαν όλοι στην Δοκιμασία.

Ο θάνατος και η κληρονομιά του Χαμμουραμπί
Το 1755 π.Χ., όντας ο αδιαφιλονίκητος κύριος της Μεσοποταμίας, ο Χαμουραμπί ήταν ηλικιωμένος και άρρωστος. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο γιός τουSamsu-Iluna, είχε ήδη αναλάβει τις ευθύνες του θρόνου και το 1749 π.Χ. απέκτησε την πλήρη κυριαρχία. Η κατάκτηση της Eshnunna είχε αφαιρέσει το εμπόδιο προς ανατολάς, που απέτρεπε τις εισβολές από φυλές, όπως οι Χετταίοι και Κασσίτες. Μόλις εξέλιπε  το εμπόδιο και εξαπλώθηκε η είδηση της ασθένειας του βασιλέα, οι ανατολικές φυλές προετοίμασαν τους στρατούς τους για να εισβάλουν. Ο Χαμμουραμπί πέθανε το 1750 π.Χ. και ο Samsu-Iluna αφέθηκε να κρατήσει το βασίλειο του πατέρα του ενάντια στην εισβολή των αντιπάλων, διατηρώντας επίσης τις διάφορες περιοχές της Βαβυλωνίας υπό τον έλεγχο της πόλης της Βαβυλώνα …ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο για το οποίο δεν ήταν ικανός.

Το αχανές βασίλειο που είχε δημιουργηθεί κατά την διάρκεια της θητείας του άρχισε να καταρρέει μέσα σε ένα έτος από τον θάνατό του και οι πόλεις που απετέλεσαν τμήμα των υποτελών κρατών ασφάλισαν τα σύνορά τους και ανακοίνωσαν την αυτονομία τους. Ουδείς από τους διαδόχους του Χαμμουραμπί μπορούσε να ενώσει το βασίλειο και πρώτοι οι Χετταίοι (το 1595 π.Χ.) και κατόπιν οι Κασσίτες εισέβαλαν σε αυτό. Οι Χετταίοι λεηλάτησαν την Βαβυλώνα και οι Κασσίτες την εποίκησαν και την μετονόμασαν. Οι Ελαμίτες, οι οποίοι είχαν ηττηθεί ολοκληρωτικά από τον Χαμμουραμπί δεκαετίες πριν, εισέβαλαν και άρπαξαν την πινακίδα με τον Κώδικα Χαμμουραμπί, η οποία ανακαλύφθηκε αργότερα στην Ελαμιτική πόλη Σούσα το 1902 μ.Χ.

Σαργών ο Μέγας της Ακκάδ.
Ο Χαμμουραμπί έμεινε στην ιστορία ως ένας εμπνευστής δικαίου, του οποίου ο κώδικας χρησίμευσε ως πρότυπο για τη μεταγενέστερη νομοθεσία, αλλά στην εποχή του ήταν γνωστός ως ο κυβερνήτης που ένωσε τη Μεσοποταμία σε ενιαίο κράτος όπως ο Μέγας Σαργών της Ακκάδ είχε πράξει αιώνες πριν. Ο ίδιος συνδέεται με μεγάλους κατακτητές ιμπεριαλιστές διακηρύσσοντας τον εαυτό του ως «ο δυνατός βασιλέας, ο βασιλέας της Βαβυλώνας, ο βασιλέας των τεσσάρων περιοχών του κόσμου, ο βασιλέας της Σουμερίας και Ακκαδίας, η δύναμη του οποίου στην γη και τους ανθρώπους προέρχεται από την δύναμη του θεού Bel» ισχυριζόμενος ότι η εξουσία του προερχόταν από την θέληση των θεών. Σε αντίθεση ωστόσο με τον Σαργών, του οποίου η πολυεθνική αυτοκρατορία σπαρασσόταν από εμφύλιους πολέμους, ο Χαμουραμπί κυβερνούσε ένα βασίλειο του οποίου οι κάτοικοι διαβιούσαν εν ειρήνη.

Η ιστορικός Gwendolyn Leick γράφει: «Ο Χαμουραμπί παραμένει ένας από τους μεγάλους βασιλείς της Μεσοποταμίας, διακεκριμένος διπλωμάτης και διαπραγματευτής, ο οποίος διέθετε υπομονή αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή για την επίτευξη των στόχων του, χωρίς να σπαταλά τους πόρους του».

Σε αντίθεση με άλλους κατακτητές, όπως ο Σαργών της Ακκάδ ή ο εγγονός του Naram-Sin, ο Χαμουραμπί δεν χρειαζόταν να επανακτήσει τις πόλεις, διότι μετά την ενσωμάτωσή τους στην αυτοκρατορία, βελτίωνε το βιοτικό και πολιτιστικό τους επίπεδο (με εξαίρεση την Μαρί). Η θέσπιση του Κώδικα Νόμων αντικατοπτρίζει την πραγματική ανησυχία του για κοινωνική δικαιοσύνη και βελτίωση της ζωής του λαού του.

Ομοφυλοφιλία και παιδεραστία στην αρχαία Ελλάδα - Ηθικώς αποδεκτά, ή κάτι άλλο;

«Θέλησαν να παραστήσουν την αρχαία Ελλάδα σαν ένα Παράδεισο για τους διεστραμμένους, πράγμα που είναι υπερβολικό. Το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας και η νομοθεσία των περισσοτέρων πόλεων επιβεβαιώνουν πως η διαστροφή δεν έπαψε ποτέ να θεωρείται σαν ένα ανώμαλο γεγονός». H. I. Marrou

Α. Πρόλογος
Προκειμένου να γράψει κανείς για την «παιδεραστία» και την σχέση «ερώμενου-εραστή», στην αρχαία Ελλάδα, προϋποτίθεται μία αλληλουχία δεδομένων που αφορά το πώς έβλεπαν οι αρχαίοι το ανθρώπινο σώμα, πως κατανοούσαν την έννοια του ωραίου, και πως αυτά συνδέονταν με την αγωγή. Επειδή ο σύγχρονος τρόπος σκέψης διαφέρει από τον τρόπο σκέψης που είχαν τότε, όπως διαφέρουν και οι έννοιες των επίμαχων σχετικών λέξεων και φράσεων, δημιουργούνται παρανοήσεις και παρεξηγήσεις, άλλοτε σκόπιμα και άλλοτε όχι, με αποτέλεσμα την διαστρέβλωση και την παρερμηνεία υπέροχων κειμένων, όπως το «Συμπόσιο» του Πλάτωνος, ο «Ερωτικός» του Πλουτάρχου, και πλείστων όσων κειμένων. Όταν αυτά διευκρινιστούν, τότε θα αρχίσουμε να μπαίνουμε στο πνεύμα εκείνων των ανθρώπων, με σκοπό την κατανόηση των κειμένων. Για τον λόγο αυτό, σε αυτό το πρώτο μέρος, παρατίθενται από έγκριτα λεξικά όλες οι σημασίες των επίμαχων όρων. Πολύ σημαντικό κομμάτι αυτό, εφόσον «αρχή σοφίας, ονομάτων επίσκεψις». Επίσης, παρατίθεται και η σχετική νομοθεσία που προστάτευε από τις παρεκτροπές και ταυτόχρονα οριοθετούσε το υγιές από το μη υγιές, και αποσαφήνιζε την πραγματική έννοια της «παιδεραστίας» και της βαθύτατης φιλικής πνευματικής σχέσης μεταξύ ερώμενου και εραστή, καθόσον για τους αρχαίους νομοθέτες και φιλοσόφους, η φύσις ήταν το κριτήριο. Η νομοθεσία λοιπόν λειτουργούσε κυρίως προληπτικά και πήγαζε από τα ήθη και τα έθιμα της εποχής, το «άγραφο δίκαιο». Σε άλλες πόλεις ήταν περισσότερο αυστηρή (π.χ. Αθήνα, Σπάρτη), σε άλλες λιγότερο (π.χ. Ηλεία, Βοιωτία).

Όλα εξαρτώνται από την πνευματική στάθμη της παιδείας των πολιτών. Το ότι υπήρχε στην αρχαιότητα το φαινόμενο της «παιδεραστίας» (με την σημερινή έννοια) και της «ομοφυλοφιλίας», είναι βέβαιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ήταν ηθικώς αποδεκτή. Δηλαδή, επειδή υπάρχουν σήμερα παιδεραστές και ομοφυλόφιλοι, δεν έπεται ότι όλη η κοινωνία είναι έτσι. Σε επόμενα μέρη, θα γίνει μία όσο το κατά δυνατό σύντομη παρουσίαση διάφορων αποσπασμάτων από τους αρχαίους συγγραφείς, όπου θα γίνουν οι απαραίτητες διευκρινίσεις και εξηγήσεις. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι πολλές φορές ο εκάστοτε συγγραφέας -ειδικά στα διαλογικά κείμενα- πίσω από τα διάφορα πρόσωπα των διαλόγων, παρουσιάζει τις απόψεις της εποχής του. Δεν σημαίνει, όμως, ότι είναι και δικές του απόψεις. Η πολυφωνία, ο διάλογος, και η επιχειρηματολογία, είναι γνήσια χαρακτηριστικά του αρχαίου πνεύματος.

Για την ευκολότερη κατανόηση των μεγάλων αποσπασμάτων, η παρουσίασή τους γίνεται με βάση τις αποδόσεις και όχι από το αρχαίο κείμενο. Βέβαια, όπου απαιτείται ή όπου θεωρείται κατά την κρίση μας ότι η απόδοση δεν είναι η ορθή, προσφεύγουμε στο αρχαίο, μιας και όλες οι αποδόσεις λίγο ή πολύ, κάπου χάνουν. Όταν τα χρησιμοποιούμενα αποσπάσματα δεν είναι εκτενή, παραθέτουμε από το αρχαίο. Όταν από ένα πολύ μεγάλο σε έκταση απόσπασμα θέλουμε να επικεντρωθούμε σε ορισμένα -κατά την κρίση μας- βασικά σημεία τα οποία απέχουν μεταξύ τους, τότε δίδεται μια μικρή περίληψη προς κατανόηση και ύστερα τα σημαντικά χωρία. Οι αναγνώστες μπορούν και από μόνοι τους να ελέγξουν τα γραφόμενα, διότι παρατίθενται οι ακριβείς πηγές.

Β. Εισαγωγικά στοιχεία

1. Αρχαίων αντιλήψεις περί σώματος - Παιδικός έρως, σώμα, η έννοια του ωραίου
Ο Ι. Συκουτρής, έξοχος φιλόλογος και αρχαιογνώστης, στην εκτενέστατη εισαγωγή του εις το «Συμπόσιον» του Πλάτωνος, παραθέτει πολύ κατατοπιστικά σχόλια. Μας λέει ότι ο παιδικός έρως ήταν ένας κοινωνικά αναγνωρισμένος θεσμός, ο οποίος ήταν και δείγμα πολιτισμού. Όπως θα δούμε στην ενότητα περί της νομοθεσίας στην Αθήνα και στην Σπάρτη, ο νομοθέτης προελάμβανε τυχούσα παρεκτροπή με το να τιμωρεί αυστηρά εκείνους που θα τολμούσαν την σεξουαλική επαφή με παιδί. Κατά λογική συνέπεια, δεν θα μπορούσε να είναι κοινωνικός θεσμός η σεξουαλικού τύπου «παιδεραστική» σχέση, και ταυτόχρονα να έχει ενάντιο τον νόμο. Συνεπώς, δεν είχε καμία σχέση με αυτό που έρχεται στο μυαλό μας όταν ακούμε, ή διαβάζουμε την λέξη «παιδεραστία». Δυστυχώς, ο μεγάλος φιλόλογος Ι. Συκουτρής, πουθενά δεν αναφέρεται στην σχετική νομοθεσία και έτσι υποπίπτει στην πλάνη να μην διακρίνει το ορθό νόημα της «παιδεραστίας» (αν και το προσεγγίζει) από την παρεκτροπή της (με την οποία την συγχέει σε ορισμένα σημεία). Παρ' όλα ταύτα, κανένας δεν διεκδικεί τον τίτλο του «αλαθήτου», ούτε η όποια πλάνη μπορεί να μειώσει μια προσωπικότητα του βεληνεκούς του Ι. Συκουτρή. Γράφει λοιπόν, ότι «ήτο ένας θεσμός κοινωνικώς αναγνωρισμένος», τον οποίο «με παρρησίαν και υπερηφάνειαν τον ανέφεραν ως ένα σημείον ανωτερότητος από τους βάρβαρους λαούς, ως ένα κατ’ εξοχήν δείγμα πολιτισμού». Ήταν μία βαθιά φιλική σχέση δασκάλου-μαθητή, ή παιδιού-κηδεμόνα, αν θέλετε. Πνευματικού οδηγού, χωρίς ο μαθητευόμενος να χάνει την αυτοτέλειά του και την προσωπικότητά του. Ανάλογα με το πνευματικό επίπεδο της πόλης, ελάμβανε και συγκεκριμένη μορφή. Για παράδειγμα, στην Αθήνα αποσκοπούσε σε καθαρά πνευματικούς λόγους, ενώ στην Κρήτη, σε περισσότερο πρακτικούς. Ο εραστής (φιλήτωρ) προανήγγειλε από τρεις μέρες πριν, την εκλογή του εφήβου, στους γονείς του εφήβου. Οι γονείς είχαν το δικαίωμα να δεχτούν ή να απορρίψουν τον εραστή, αν εκείνος δεν ήταν άξιος. Αν τον δέχονταν, «το ζεύγος κατέφευγε εις τα βουνά, εκεί δε επί δύο μήνας εδιδάσκετο ο νέος την σκληραγωγίαν, το κυνήγι και την χρήσιν των όπλων». Ο νέος καλούνταν «κληνός», και «η μεγαλυτέρα εντροπή δι’ ένα νέον ήτο να μην ευρεθή και δι’ αυτόν ένας φιλήτωρ».Ο παιδικός έρωτας χρησιμοποιήθηκε νωρίς «δια να αναπτύξη το αίσθημα της τιμής».Όπως θα δούμε και στην σχετική ενότητα, είχε άμεση σχέση με την βαθιά φιλία που ανεπτύσσετο μεταξύ των στρατιωτών και έφτανε μέχρι την αυτοθυσία (λ.χ. Ιερός Λόχος). Όχι όμως μόνο στον πόλεμο, αλλά και στον ιδιωτικό και στον δημόσιο βίο του αυριανού πολίτη. «Αλλά όχι μόνον δια τον πόλεμον· δια κάθε είδους κοινωνικήν δράσιν είχεν αναχθεί ο παιδικός έρως εις σημαντικόν παράγοντ’ αγωγής σωματικής και ψυχικής (ήσαν ακόμη τότε αχώριστα τα δύο). Και ακριβώς ο παιδαγωγικός χαρακτήρ του παιδικού έρωτος των Ελλήνων αποτελεί την θεμελιώδη διαφοράν του από ανάλογα ομοφυλικά φαινόμενα άλλων εθνών και άλλων εποχών». Η αγωγή του πολίτη ήταν μεγάλο μέλημα για τις αρχαίες κοινωνίες. «Ως αυριανός πολίτης θα ήτο υποχρεωμένος να έχη γνώμην, υπεύθυνον γνώμην, δι’ ένα πλήθος ζητημάτων εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής, νομικών, οικονομικών, πολεμικών, και ως μέλος της εκκλησίας να εκλέγη μεταξύ των αντιτιθεμένων γνωμών, να ψηφίζη στρατηγούς, διπλωμάτας, αξιωματικούς». Αλλά και στον ιδιωτικό του βίο, θα έπρεπε να έχει μια πνευματικότητα.
Έπρεπε το πνεύμα του να έχη καλλιεργημένον ώστε να παρακολουθή και να κρίνη μίαν τραγωδίαν του Σοφοκλέους, μίαν μουσικήν σύνθεσιν του Τιμοθέου, μιαν φιλοσοφικήν συζήτησιν με τον Σωκράτη, να διαβάζη τα βιβλία του Αναξαγόρου, ν’ απολαύη ένα άγαλμα του Φειδίου, να έχη μερικάς στοιχειώδεις γεωγραφικάς και ιστορικάς γνώσεις, να ημπορή ν’ ανοίγη το στόμα του χωρίς να λέγη ανοησίας, να συνεισφέρη, ενεργόν και αυτός μέλος της συντροφιάς, κατι εις ένα συμπόσιον. Και προς τούτοις έπρεπε να είναι εις θέσιν να διαχειρίζεται την περιουσίαν του, να ευρίσκει διέξοδον εις τας δυσκόλους στιγμάς της ζωής και να έχη αφ’ ετέρου το απαραίτητον ήθος ενός χρηστού πολίτου και ενός ευσεβούς ανθρώπου απέναντι των θεών, της πατρίδος, της οικογενείας του, των συμπολιτών του, να γνωρίζη τίμια να ζη και ωραία ν’ αποθνήσκη. Όλα αυτά μαζί και άλλα πολλά απαρτίζουν ό, τι ο αρχαίος ωνόμαζεν αρετήν, ό, τι απετέλει τον εσωτερικώς και εξωτερικώς τέλειον άνθρωπον, τον καλόν καγαθόν (σ. 54).
Σε αυτό εξυπηρετούσε η διαπαιδαγωγική σχέση ερώμενου και εραστή, που πάντοτε ήταν υπό την έγκριση των ιδίων των γονέων του ερώμενου. «Ο δεσμός μεταξύ των ήτο φιλίας δεσμός, μιας φιλίας (αυτό τουλάχιστον ήτο το ιδεώδες), η οποία επρόκειτο να διατηρηθή εφ όρου ζωής».

Ας δούμε τώρα πως συνδέονται αυτά με το αίσθημα του ωραίου και του ωραίου σώματος. «Τον έρωτ’ αυτόν προκαλεί η ωραιότις, του σώματος η ωραιότις. Εις το γυμνάσιον όπου παρείχετο αφορμή εις τους νέους των ανωτέρων τάξεων να εμφανίζουν γυμνά τα ωραία των σώματα εις όλην των την ακτινοβολίαν, εκεί έχει την έδραν του ο παιδικός έρως». Για τους αρχαίους Έλληνες, «παρουσιάζετο το ωραίο σώμα ως έκφρασις μιας ψυχής, ως μία ορατή ψυχή». Στην αντίληψη των αρχαίων, το ωραίο σώμα συνδυάζονταν με πλήθος πνευματικών αρετών. Έτσι, «εζητούσεν εις τον ερωμένον του, εις τον ωραίον του, και τας άλλας ιδιότητας του ήθους και του πνεύματος, αι οποίαι θα καθίστων δυνατόν να βλαστήση μέσα του η αρετή, την οποία ο εραστής εφιλοδόξει να του εμφυτεύση, ώστε να γίνη πολίτης και στρατιώτης αντάξιος των προσπαθειών του». Έτσι, η σχέση ερώμενου και εραστή ήταν μια σχέση μαθητείας, όπου το πρότυπο ήταν ζωντανό.

2. Λεξικά
Η λέξη «εραστής», σύμφωνα με το λεξικό της «Αρχαίας ελληνικής γλώσσης» του Ι. Σταματάκου σημαίνει «ο αγαπών, ο αγαπητικός», και μεταφορικά «ο οπαδός, ο θιασώτης» (σ. 386). Σύμφωνα με το λεξικό του Π. Δορμπαράκη, «ο αγαπών, ο αγαπητικός, ο επιθυμών, ο θιασώτης» (σ. 335). Κατά το «Μέγα λεξικό της ελληνικής γλώσσης» του Α. Κωνσταντινίδη, «αγαπητικός προσώπων». Και σημειώνεται στο λεξικό ότι «παίδων εραστής» σημαίνει «επιθυμών να έχει τέκνα» (τόμος 2, σ. 313). Στο «Μέγα λεξικό όλης της ελληνικής γλώσσης» του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ότι εραστής είναι «ο δι’ ερωτικών σχέσεων συνδεόμενος προς τινά». Και διευκρινίζει ότι στην νεότερη δημοτική αναφέρεται «επί ερωτικού σαρκικού συνδέσμου παρανόμου». Κάτι που δείχνει ότι στην αρχαία, δεν είχε το στοιχείο της σαρκικής επαφής. Ομοίως και «επί σχέσεων έρωτος, αγάπης άνευ υλικού συνδέσμου». Σημαίνει όμως και «θαυμαστής, θιασώτης, λάτρις» και δίνει χωρίο από τον διάλογο «Μένων» του Πλάτωνος (70b) που γράφει «ων σος εραστής εστίν Αρίστιππος», αλλά και από τον διάλογο «Πρωταγόρας» 317c που γράφει «ότι ερασταί αυτού του Προδίκου αφιγμένοι είημεν» (τ. 6, σ. 2930).

Αυτή η διευκρίνιση είναι πολύ σημαντική, διότι η φράση αυτή επαναλαμβάνεται σε πολλά κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, και παρερμηνεύεται σκοπίμως. Το ότι κάποιος είναι εραστής κάποιου, δεν σημαίνει λοιπόν, ότι έχουν ομοφυλοφιλική σεξουαλική επαφή, κατά την αρχαία ελληνική, αλλά ότι είναι θαυμαστής, θιασώτης, λάτρις αυτού του προσώπου. Στο ίδιο λεξικό, δίνονται και άλλα παραδείγματα.

Εραστής είναι:
ο λίαν αγαπών τι, ο μετά πάθους ασχολούμενος περί τι, ο σφοδρώς ορεγόμενος, ο θιασώτης τινός: Ηρόδοτος 3,53 πολλοί δε αυτής [της τυραννίδος] ερασταί εισί, Σοφοκλής 601 εραστής τησδε της γνώμης έφυν, Ευριπίδης Ηρακλ. 377 πολεμών εραστά, - εραστής της σοφίας- του οίνου- του χορού- του χρήματος·/ παίδων εραστής ο επιθυμών να έχει τέκνα: Φάλ. 68,210 πολλοί παίδων όντες ερασταί, Ευρ. Ικ. 1088 · πραγμάτων εραστής πολυπράγμων: Αριστ. Ειρ. 191 οτυδ’ εραστής πραγμάτων, Νεφ. 1459 πονηρών οντ’ εραστήν πραγμάτων· εραστής πόλεως: Θουκ. 2,43 εραστάς γιγνομένους αυτής της πόλεως · εραστής του πονείν ο αγαπών την εργασίαν: Αριστοφ. Πλ. 254 του πονείν ερασταί· εραστής λόγων: Πλατ. Φαίδρ. 228c του των λόγων εραστού· εραστής νου και επιστήμης: Πλάτ. Τίμ. 46c · εραστής επαίνου: Ξεν. Κ.Π 1,5,12 · εραστής δόξης και τιμής. Πλατ. Συμπ. 203c φύσει εραστής ων περί το καλόν, και της Αφροδίτης καλής ούσης (ο. π, σ. 2930).
Εφόσον η λέξη «εραστής» δεν έχει να κάνει με σαρκικό δεσμό (και μάλιστα με ομοφυλοφιλικό), έπεται ότι το ίδιο θα ισχύει και για την λέξη «ερώμενος».

Η λέξη «παιδικός/ παιδικά», σύμφωνα με το λεξικό του Α. Κωνσταντινίδη, σημαίνει «ηγαπημένον, ευνοούμενον πρόσωπον, αντικείμενο περιπαθούς αγάπης, ως επί το πλείστον επί παιδός άρρενος, και αείποτε επί ενός προσώπου». Και αναφέρεται η φράση «Ζήνων του Παρμενίδου, ο επιστήθιος μαθητής αυτού» (τόμος 3, σ. 405).

Πολύ σημαντική και αυτή παρατήρηση, καθώς η φράση «παιδικός» αναφέρεται πάρα πολλές φορές στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Έχει να κάνει με την πνευματική σχέση που αναπτύσσει ο διδάσκαλος/ καθοδηγητής με τον μαθητή.

Σύμφωνα με το λεξικό του Π. Δορμπαράκη, είναι «ερωτικός, ηγαπημένος παις, αντικείμενον περιπαθούς αγάπης, επιστήθιος μαθητής» (σ. 599). Στο λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται «ο ερώμενος, το αγαπητόν πρόσωπον», και δίνει ως παράδειγμα φράση του Συμποσίου του Πλάτωνος 178e «στρατόπεδον εραστών τε και παιδικών» (τόμος 10, σ. 5337). Η λέξη «εράν» σημαίνει «διακαώς επιθυμώ, εμπαθώς αγαπώ» (ο. π. τόμος 6, σ. 2928). Η λέξη «εύνοια» συν τοις άλλοις σημαίνει και «αγάπη» (ο. π. τόμος 6, σ. 3080).

Οι χριστιανοί απολογητές, σύγχρονοι και αρχαίοι, διαβάζοντας στην Βίβλο τα λόγια του Δαβίδ που πενθεί για τον φίλο του Ιωνάθαν που λέει ότι «η αγάπησις σου εμοί υπέρ αγάπησιν γυναικών» (Β’ Σαμουήλ, 1:26), βλέπουν την βαθιά φιλία των δύο. Όταν όμως διαβάζουν παραπλήσια πράγματα στην αρχαία ελληνική γραμματεία, «βλέπουν» διαστροφές. Το ίδιο επίσης συμβαίνει και στα σημεία όπου το ευαγγέλιο αναφέρει ότι ο Ιωάννης έπεφτε στο στήθος του Ιησού. Εκεί βλέπουν την επιστήθια φιλία μαθητή και διδασκάλου. Όταν όμως διαβάζουν παραπλήσια πράγματα στην ελληνική γραμματεία, είναι έτοιμοι να δουν «ομοφυλοφιλικά» όργια. Οι απολογητές βέβαια, έχουν σκοπό που το κάνουν.

Ας δούμε όμως και την λέξη «παιδεραστία». Όπως καταλαβαίνουμε από την ανάλυση της λέξης, σημαίνει αυτόν που αγαπά τα παιδιά. Αυτόν που επιθυμεί να έχει παιδιά. Για την παρεκτροπή προς την σεξουαλική πράξη, χρησιμοποιούσαν μια άλλη λέξη. Την λέξη «παιδοφθορία», που σημαίνει «η φθορά, η αποπλάνησις παίδων» (ο. π. τόμος 10, σ. 5341).

Χρησιμοποιούνταν και για την παρεκτροπή ορισμένες φορές, και πάντα αρνητικά και επικριτικά, όπως στον Αριστοφάνη, σύμφωνα με το ίδιο λεξικό. Επίσης, σημειώνεται ότι στα νεότερα χρόνια έλαβε κακή σημασία (ο. π. σ. 5335).

Έτσι, λοιπόν, η παιδεραστία, στα νεότερα χρόνια, σημαίνει «ο προς παίδας έρως ο παρά φύσιν έρως ανδρός προς άρρενα παίδα, η αξιόποινος πράξις του συνουσιάζεσθαι μετ’ αρρένων ( ο. π. σ. 5335). Παραπάνω όμως είδαμε ότι σημαίνει –κατά βάση- αυτό που επιθυμεί να έχει τέκνα.

Ο Ι. Σταματάκος, αναφέρει για την λέξη «παιδεραστής», «(παίς + εράω)· ο εραστής παίδων, ο αγαπών τους παίδας. Παιδεραστία, η (παιδεραστέω)· η προς τους παίδας αγάπη, αγάπη των παίδων (σ. 728).

Οι επίμαχες λέξεις δεν έχουν την σημασία της σαρκικής μίξης, είτε ίδιου είτε διαφορετικού φύλου. Για την παρά φύση ασέλγεια, χρησιμοποιούνταν η λέξη «κίναιδος». Είναι «ο παρά φύσιν συνουσιαζόμενος, είτε ενεργών είτε πάσχων» (Δ. Δημητράκος, τόμος 8, σ. 3905). Ή η λέξη «καταπύγων», που σημαίνει «παρά φύσιν ασελγής» (Λεξικό Π. Δορμπαράκη, σ. 427). Άλλη λέξη, η λέξη «αφροδίσια».

3. Μερικά παραδείγματα από αρχαία κείμενα
Ας δούμε όμως παραδείγματα από αρχαία κείμενα...
«Ο των κιναίδων βίος, ούτος ου δεινός και αισχρός και άθλιος;» (Πλατωνικός διάλογος Γοργίας, 494e).
«Κακοί κακώς δ’ απόλοιντο οι κίναιδοι» (Βίοι φιλοσόφων, Δ. Λαέρτιος, Β 76).

Επίσης, οι λέξεις «ερωτικός», «ηδονή», δεν έχουν απαραίτητα σεξουαλική χροιά. Ο έρωτας περιέχει την έλλειψη και την ταυτόχρονα την κίνηση προς κάλυψη της έλλειψης. Μπορεί να κινείται άνετα και στο πνευματικό επίπεδο. Στην βαθειά φιλία. Αυτό μπορεί να γίνει φανερό από το παρακάτω απόσπασμα του Αριστοτέλη, που ο φιλόσοφος αναφέρεται στην φιλία των νέων, η οποία όμως δεν διαρκεί πολύ.

«Και ερωτικοί δ’ οι νέοι· κατά πάθος γαρ και δι’ ηδονήν το πολύ της ερωτικής· διόπερ φιλούσι και ταχέως παύονται, πολλάκις της αυτής ημέρας μεταπίπτοντες. Συνημερεύειν δε και συζήν ούτοι βούλονται· γίνεται γαρ αυτοίς το κατά φιλίαν ούτως» (Ηθικά Νικομάχεια, 1156b 1-6).
Στην επόμενη όμως πρόταση, που αναφέρεται σε ποιοτικότερο είδος φιλίας που διαρκεί στον χρόνο, αναφέρει: «Τελείαν δ’ εστί η των αγαθών φιλία και κατ’ αρετήν ομοίων».

Το ότι δεν αναφέρεται σε ομοφυλοφιλικό δεσμό, γίνεται φανερό από την επικριτική στάση του Αριστοτέλη απέναντι σε αυτήν την παρεκτροπή. Στο σχετικό κομμάτι του έργου του που ομιλεί περί της ακράτειας, μεταξύ των άλλων αναφέρει:

«Προς δε τούτοις η των αφροδισίων τοις άρρεσιν· τοις μεν γαρ φύσει τοις δ’ εξ έθους συμβαίνουσιν, οίον τοις υβριζομένοις εκ παίδων. Όσοις μεν ουν η φύσις αιτία, τούτους μεν ουδείς αν είπειεν ακρατείς, ώσπερ ουδέ τας γυναίκας, ότι ουκ οπυίουσιν αλλά οπυίονται· ωσαύτως δε και τοις νοσηματωδώς έχουσιν δι’ έθος. Το μεν ουν έχειν έκαστα τούτων έξω των όρων εστί της κακίας, καθάπερ και θηριότης· το δ’ έχοντα κρατείν ή κρατείσθαι ουχ η απλή ακρασία αλλά η καθ’ ομοιότητα, καθάπερ και τον περί θυμούς έχοντα τούτον τον τρόπον του πάθους, ακρατή δε ου λεκτέον» (ο. π 1148b 32- 1149a 5).

Δηλαδή, αναφερόμενος στην ομοφυλοφιλία, διακρίνει δύο περιπτώσεις. Εκείνους που εκ φύσεως την έχουν και εκείνους που την έχουν από συνήθεια. Ο Αριστοτέλης δεν επιτίθεται εναντίων αυτών των ανθρώπων (γυναίκες και άνδρες), όμως χαρακτηρίζει αυτό το φαινόμενο ως νοσηρά κατάσταση, θηριώδη κτηνωδία, που υπερβαίνει τα όρια της κακίας (όπου κακία, η μη αρετή).

Στο ίδιο έργο, ο Αριστοτέλης αναφερόμενος και πάλι στην φιλία, χρησιμοποιεί τους όρους «εραστής- ερώμενος», χωρίς να αναφέρεται καθόλου σε σεξουαλικές πράξεις (1159b 17).
Επίσης, αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους μία φιλία δεν μπορεί να έχει διάρκεια στο χρόνο, και χρησιμοποιεί τις λέξεις «ερωτική», «εραστής», «ερώμενος».

«Εν δε τη ερωτική ενίοτε μεν ο εραστής εγκαλεί ότι υπερφιλών ουκ αντιφιλείται, ουδέν έχων φιλητόν, ει ούτως έτυχεν, πολλάκις δε ο ερώμενος ότι πρότερον επαγγελλόμενος πάντα νυν ουδέν επιτελεί. Συμβαίνει δε τα τοιαύτα, επειδάν ο μεν δι’ ηδονήν τον ερώμενον φιλή, ο δε δια το χρήσιμον τον εραστήν, ταύτα δε μη αμφοίν υπάρχη. Δια ταύτα γαρ της φιλίας ούσης διάλυσις γίνεται, επειδάν μη γίνηται ων ένεκα εφίλουν» (ο. π 1164a 3-11).
(Ο Αρκεσίλαος) «Απεδέχετο δε πάντων μάλλον Όμηρον, ου και εις ύπνον ίων πάντως τι ανεγίνωσκεν, αλλά και ορθώς λέγων επί τον ερώμενον απιέναι οπότε βούλοιτο αναγνώναι» (Βίοι Φιλοσόφων, Δ. Λαέρτιος, Δ 31). Είναι δυνατόν ο Αρκεσίλαος να είχε ερωμένο σεξουαλικώς τον Όμηρο που είχε πεθάνει αιώνες πριν;
«Καθάπερ οι προς ταφροδίσια των σωμάτων απολαύοντες» (Απομνημονεύματα Ξενοφώντα, 1,2,29).
«Αφροδισίων δε παρήνει των καλών ισχυρώς απέχεσθαι· ου γαρ έφη ράδιον είναι των τοιούτων απτόμενον σωφρονείν» (ο. π. 1,3,8). Αναφέρεται στον Σωκράτη που παραινούσε να απέχουν από τα αφροδίσια οι άνδρες μεταξύ τους, διότι έτσι χάνουν τα λογικά τους και δεν είναι σώφρονες.

4. Νομοθεσία για την ομοφυλοφιλία και την παρεκτροπή της παιδεραστίας

Αθήνα
Για την ομοφυλοφιλία, όριζε ο Σόλων...
«Αν τις Αθηναίος εταιρήση, μη εξέστω αυτώ των εννέα Αρχόντων γενέσθαι, μηδ’ ιερωσύνην ιερώσασθαι, μηδέ συνδικήσαι τω δήμω, μηδέ αρχήν αρχέτω μηδεμίαν, μήτε ένδημον, μήτε υπερόριον, μήτε κληρωτήν μήτε χειροτονητήν, μηδ’ επικηρυκείαν αποστελλέσθω, μηδέ γνώμην λεγέτω, μηδ’ εις τα δημοτελή ιερά εισίτω, μη’ εν ταις κοιναίς στεφανηφορίαις στεφανούσθω, μηδ’ εντός των της αγοράς περιρραντηρίων πορευέσθω. Εάν δε τις ταύτα ποιή, καταγνωσθέντος αυτού εταιρείν, θανάτω ζημιούσθω» (Νόμοι Σόλωνος, Βιβλίο 5, κεφάλαιο 5, άρθρο 332).
«Εταιρεί μεν ουν και πορνεύεται ο πασχητιών, αλλ’ εταιρεί μεν υπό εραστού, πορνεύεται δε υπό του τυχόντος» (Μέγα Λεξικό Α. Κωνσταντινίδη, τόμος 2, σ. 342). Σημαντική διευκρίνιση. Ο παθητικός εταιρεί και εκπορνεύεται. Όταν έχει εραστή, χρησιμοποιείται η λέξη «εταιρεί», όταν όμως το κάνει με τον τυχόντα, δηλαδή επί μισθώ, τότε η λέξη είναι «πορνεύεται». Γενικά, το «εταιρώ» αναφέρεται σε σαρκικές σχέσεις άνευ γάμου.

Στο σωζόμενο λόγο του Αισχίνη «Κατά Τιμάρχου», αναφέρονται πολλά χρήσιμα στοιχεία νομικής φύσεως. Αναφέρονται νόμοι προς διαφύλαξη των παιδιών (12). Συγκεκριμένα, τα σχολεία δεν έπρεπε να είναι ανοιχτά όταν δεν ήταν μέρα. Δεν επιτρέπονταν σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας από τα παιδιά να είναι εντός των σχολείων. Στις γιορτές του Ερμή που γίνονταν στα γυμναστήρια, δεν επιτρέπονταν οι ενήλικες να κάθονται μαζί με τα παιδιά. Αυτές οι διατάξεις του Αττικού δικαίου λέγονται στο κείμενο «τω της ελευθέρων φθοράς νόμω», δηλαδή «νόμος περί διαφθοράς ελευθέρων παίδων». Η παράβαση τιμωρούνταν με θάνατο.

Επίσης, αναφέρεται ότι θα μπορούσε να παραπεμφθεί σε δίκη «αν τις Αθηναίων ελεύθερον παίδα υβρίση». Αν καταδικαζόταν, η ποινή θα ήταν είτε θάνατος είτε κάποιο χρηματικό πρόστιμο. Το ίδιο ίσχυε για αν η πράξη στρέφονταν εναντίον των δούλων (16). Ο νόμος τιμωρούσε και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι γονείς ή οι συγγενείς του παιδιού το παραχωρούσαν για χρήματα. Τιμωρία και σε εκείνους που το παραχώρησαν και σε εκείνον που πλήρωσε (13).

Στον λόγο του Δημοσθένη «Κατά Μηδείου, περί του Κονδύλου», διασώζεται νόμος του Σόλωνα, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να καταγγέλλεται από τον Αθηναίο πολίτη «εάν τις υβρίζη εις τινα, ή παίδα ή γυναίκα ή άνδρα, των ελευθέρων ή των δούλων, ή παράνομον τι ποιήση εις τούτων τινά» (47). Ο κατηγορούμενος εντός τριάντα ημερών προσάγεται στην Ηλιαία, ή και νωρίτερα. Αν κριθεί ένοχος, η ποινή είναι φυλάκιση ή πρόστιμο. Για βαρύτερες περιπτώσεις, προβλέπεται θάνατος.
Η λέξη «υβρίζω» έχει πολλές σημασίες. Στο λεξικό του Δ. Δημητράκου αναφέρεται ότι «ως δικαστικός όρος εν τω Αττικώ δικαίω, ατιμάζω, βιάζω, κακοποιώ» (τόμος 14, σ. 7356).

Στον λόγο του Αισχίνη, «Κατά Τιμάρχου», επαναλαμβάνεται η σχετική νομοθεσία. «Εάν τις Αθηναίος εταιρήση». Οι συνέπειες ήταν τραγικές, διότι εκμηδενίζονταν κοινωνικά και πολιτικά, καθώς αυτός ο άνθρωπος δεν μπορούσε να αναλάβει δημόσιο πολιτικό αξίωμα, ούτε να γίνει ιερέας, ούτε να μπαίνει σε δημόσιους ιερούς χώρους, η μαρτυρία του δεν μετρούσε στο δικαστήριο. Η ποινή ήταν ο θάνατος. Στο 22 λέει ότι «τούτον μεν τον νόμον έθηκε περί των μειρακίων των προχείρως εις τα εαυτών σωμάτων εξαμαρτανόντων». Αυτό δείχνει τον γενικότερο χαρακτήρα του νόμου. Άλλωστε, ο λόγος του Αισχίνη αναφέρεται κατά του Τιμάρχου, ο οποίος συζούσε με ομοφυλοφιλικές σχέσεις με άλλους. Ο πρώτος εραστής του (με την σημερινή έννοια του όρου), ο Μισγόλας, καταθέτει ότι συζούσε με τον Τίμαρχο, ενώ πουθενά δεν αναφέρεται ότι αυτό γίνονταν επί μισθώ. Γίνονταν στα πλαίσια της συμβίωσης. Ο Μισγόλας αισθάνεται προδομένος, για αυτό και καταθέτει κατά του Τιμάρχου. Αν επρόκειτο περί σχέσεως περιστασιακής επί πληρωμή, δεν θα είχε κανέναν λόγο να αισθάνεται έτσι. Ο Τίμαρχος ήταν και ομοφυλόφιλος πόρνος, και είχε μόνιμες ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Αναφέρεται στον ίδιο λόγο, «ουκέτι δήπου φαίνειται μόνον ηταιρηκώς, αλλά (μα τον Διόνυσον ουκ οιδ’ όπως δυνήσομαι περιπλέκειν όλην την ημέραν) και πεπορνευμένος» (52).
Κατά συνέπεια, δεν γίνεται διάκριση στο αν κάποιος το έκανε επί πληρωμή ή μη. Ο νόμος συμπεριελάμβανε την ουσία, που ήταν η ομοφυλοφιλία.

Σπάρτη
Ο Ξενοφών, στο έργο «Λακεδαιμονίων Πολιτεία», αναφέρεται -μεταξύ των άλλων- και στο «περί των παιδικών ερώτων». Γράφει, «Λεκτέον δε μοι δοκεί είναι και περί των παιδικών ερώτων έστι γαρ τι και τούτο πρός παιδείαν», συνδέοντας έτσι τους «παιδικούς έρωτες» με την παιδεία, την αγωγή. Εκεί ξεκαθαρίζεται ότι άλλο πράγμα είναι η «παιδεραστία», που θεωρείται «προς παιδείαν», και άλλο πράγμα η παρεκτροπή της. Ο νομοθέτης Λυκούργος, θεωρούσε ότι είναι «καλλίστην παιδεία» όταν κάποιος προσπαθούσε να κάνει φίλο του ένα παιδί, επειδή θαύμασε την ψυχική αρετή του. Αν όμως ο άνθρωπος αυτός παρεκτρέπονταν και επιθυμούσε το παιδικό σώμα, ο νόμος προστάτευε το παιδί. Θεωρούνταν πράξη «αίσχιστη».
Ο δε Λυκούργος εναντία και τούτοις πάσι γνούς, ει μεν τις αυτός ων οίον δει αγασθείς ψυχήν παιδός πειρώτο άμεμπτον φίλον αποτελέσασθαι και συνείναι, επήνει και καλλίστην παιδείαν ταύτην ενόμιζεν. Ει δε τις παιδός σώματος ορεγόμενος φανείη, αίσχιστον τούτο θείς εποίησεν εν Λακεδαίμονι μηδέν ήττον εραστάς παιδικών απέχεσθαι ή γονείς παίδων ή και αδελφοί αδελφών εις αφροδίσια απέχονται (Βιβλίο 2, 13).
Αξίζει να προσέξουμε ότι για την παρεκτροπή, χρησιμοποιούνται οι φράσεις «σώματος ορεγόμενος», και «αφροδίσια απέχονται».

Πάλι ο Ξενοφώντας, στο έργο του «Συμπόσιο», αναφέρεται στο ήθος των Σπαρτιατών. Γράφει·
Λακεδαιμόνιοι δε οι νομίζοντες, εάν και ορεχθή τις σώματος, μηδενός αν έτι καλού καγαθού τούτο τύχειν, ούτω τελέως τους ερώμενους αγαθούς απεργάζονται ως και μετά ξένων καν μη εν τη αυτή πόλει ταχθώσι τω εραστή. Ομοίως αιδούνται τους παρόντας απολείπειν. Θεάν γαρ ου την Αναίδειαν αλλά την Αιδώ νομίζουσι (Κεφάλαιο 8, 35).
Είναι ο άγραφος νόμος.

Εδώ, γίνεται αναφορά σε «ερώμενους» και «εραστές» πολεμιστές.

Κατά το ήθος των Λακεδαιμονίων, εάν κάποιος ορέγονταν το σώμα κάποιου, αυτός δεν θα ήταν πλέον σε θέση να επιτύχει το όμορφο και το αγαθό. Διότι αυτοί δεν έχουν για θεά την αναίδεια αλλά την αιδώ.

Ο Πλούταρχος στο «Τα παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα», αναφέρει ότι ο έρωτας ήταν της ψυχής των παιδιών. Όταν κάποιος τα πλησίαζε επιθυμώντας σαρκικά το σώμα τους και όχι την ψυχή, κατηγορούνταν άτιμος για όλο του τον βίο.

«Εράν των την ψυχήν σπουδαίων εφείτο· το δε πλησιάζειν αισχρόν νενόμιστο, ως του σώματος ερώντας αλλ΄ου της ψυχής· ο δε εγκληθείς ως επ’ αισχύνη πλησιάζων άτιμος δια βίου ην» (7).
Ο Κλαύδιος Αιλιανός στο έργο «Ποικίλη Ιστορία», αναφέρει τα εξής· «Σπαρτιάτης δε ο έρως αισχρόν ουκ οίδεν· είτε γαρ μειράκιον ετόλμησεν ύβριν υπομείναι είτε εραστής υβρίσαι, αλλ’ ουδετέροις ελυσιτέλησε τη Σπάρτη εγκαταμείναι· η γαρ της πατρίδος απηλλάγησαν η και το έτι θερμότερον του βίου αυτού».

Δεν είναι αισχρός έρωτας λοιπόν. Μάλιστα, η παρεκτροπή είχε ως αποτέλεσμα την εξορία ή τον θάνατο.

Αφού λοιπόν διευκρινίσαμε αυτά, ας προχωρήσουμε στους αρχαίους συγγραφείς και ας εξετάσουμε όσο πιο απλά γίνεται, κάποιους από αυτούς.

Γ. Αρχαίοι συγγραφείς

1. Πλάτων (γενικά)
Ξεκαθαρίζουμε ευθύς εξ αρχής, ότι οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις κατακρίνονται στον Πλάτωνα, όπως σαφώς ξεκαθαρίζει ο ίδιος ο Πλάτων τους «Νόμους». Στο πρώτο βιβλίο λοιπόν, αναφέρεται:

«Αρρένων δε προς άρρενας ή θηλείων προς θηλείας παρά φύσιν και των πρώτων το τόλμημ’ είναι δι’ ακράτειαν ηδονής» (636c). Στο όγδοο βιβλίο, γράφει: «ει γαρ τις ακολουθών τη φύσει θήσει τον προ του Λάιον νόμον, λέγων ως ορθώς είχεν το των αρρένων και νέων μη κοινωνείν καθάπερ θηλείων προς μείξιν αφροδισίων» (836c).

Εδώ, ταυτίζει ως σύμφωνο προς την φύση, την μίξη των δύο φύλων. Επίσης, αναφέρεται στον Λάιο, ο οποίος όπως είναι γνωστό, βίασε τον Χρύσιππο (και τιμωρήθηκε κατά την μυθολογία καθώς αυτό θεωρήθηκε ύβρις). Αξιοπρόσεκτο ότι αφήνει να εννοηθεί ότι υπήρχε νόμος προ του Λάιου που απαγόρευε τέτοιου είδους σχέσεις, έχοντας ως βάση του όλου σκεπτικού την ίδια την φύση. Και αυτή η παράδοση αναφέρεται στους προϊστορικούς χρόνους.

Σε άλλο χωρίο, αναφέρει ο Πλάτων, πάλι στους «Νόμους»: «μηδένα τολμάν άπτεσθαι των γενναίων άμα και ελευθέρων πλην γαμέτης εαυτού γυναικός, άθυτα δε παλλακών σπέρματα και νόθα μη σπείρειν, μηδέ άγονα αρρένων παρά φύσιν: η το μεν των αρρένων πάμπαν αφελοίμεθ’ αν» (841d). Δηλαδή, κανένας να μην τολμά να έρχεται σε επαφή με τους γενναίους και ελευθέρους εκτός από την ίδια τους την γυναίκα, ούτε να επιτρέπεται να σπείρουν νόθα σπέρματα στις παλλακίδες, είτε σε άνδρες άγονα παρά φύσιν ή μάλλον καλύτερα την μεταξύ ανδρών επαφή να την απαγορεύσουμε εντελώς.

Σε άλλο πλατωνικό έργο, αναφέρει δια στόματος Σωκράτους· «Ο των κιναίδων βίος, ούτος ου δεινός και αισχρός και άθλιος; Ή τούτους τολμήσεις λέγειν ευδαίμονας είναι, εάν αφθόνως έχωσι ων δέονται;- Ουκ αισχύνη εις τοιαύτα άγων, ω Σώκρατες, τους λόγους;» (Γοργίας, 494e). Δηλαδή, δεν φτάνει που χαρακτηρίζεται με αυτόν τον τρόπο ο βίος των κιναίδων, και που δεν μπορεί να θεωρούνται ευδαίμονες ακόμη και αν έχουν όλα σε αφθονία, αλλά ο Καλλικλής παίρνοντας το λόγο, θεωρεί ντροπή ακόμα και την αναφορά σε αυτά τα θέματα.

Προκειμένου να κατανοηθεί σωστά το νόημα του έρωτος στα έργα του Πλάτωνα, πρέπει να συνδεθεί αυτός με την μεταφυσική. Και λέγοντας μεταφυσική, εννοούμε το ύψιστο νόημα κατά την πλατωνική σκέψη, που είναι η Ιδέα του Αγαθού. Όπως αναφέρει και ο Ι. Συκουτρής στην εισαγωγή του «Συμποσίου», «το φαινόμενον έρως δια να νοηθή πλήρως, πρέπει να εξέλθη από τα στενά σύνορα της γενετησίου ορμής», και «να τοποθετηθή εις επίπεδον μεταφυσικόν, να συνδεθή με ό,τι εις το πλατωνικόν σύστημα αποτελεί την πρωταρχικήν πηγήν της ουσίας, το ύψιστον νόημα της ζωής, γενικώς, με το αγαθόν». Ο Έρωτας, όπως αναλύεται στο «Συμπόσιο», όταν ο Σωκράτης μιλάει κάνοντας μνεία στα λόγια της Διοτίμας από την οποία διδάχτηκε τα σχετικά, είναι γιός του Πόρου και της Πενίας. «Πόρος», είναι η ικανότητα της ευρέσεως, ενώ «Πενία» είναι η έλλειψη. Δηλαδή, ο έρωτας παρουσιάζεται ως ένα στοιχείο δυναμικό, που από την μία έχει την έλλειψη του καλού και αγαθού, και από την άλλη την συνεχή προσπάθεια προς απόκτησή του. «Καλόν» είναι το όμορφο, και κατά την ελληνική σκέψη, είναι μαζί με το «αγαθόν». «Ο Πλατωνικός έρως είναι πάντοτε έρως προς εφήβους και όχι προς γυναίκας, έχει χαρακτήρα απολύτως παιδαγωγικόν και φιλοσοφικόν». Εδώ, οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι άλλο σημαίνει «αγαπώ» και άλλο «ερώ». Όπως αναφέρει ο Ι. Συκουτρής, «Αγαπώ εσήμαινεν όχι ό, τι και ερώ, αλλά μένω ικανοποιημένος (ευχαριστημένος), αρέσκομαι, είμ’ ευτυχής με κάτι που έχω ή ελπίζω θετικά ν’ αποκτήσω· ενώ το εις το έρω υπάρχει πάντοτε η δήλωσις της ένδειας και της ορμής προς ότι λείπει. Το ένα εκφράζει ένα στατικόν φαινόμενον του ψυχικού βίου, το άλλο ένα δυναμικόν, κάποιαν κίνησιν». Στο «Συμπόσιο», βρίσκεται το κλειδί για την ερμηνεία και την κατανόηση του «έρωτα» και για όλους τους υπόλοιπους πλατωνικούς διαλόγους. Εφόσον όμως ο έρωτας συνδέεται με την μεταφυσική, επόμενο είναι η ύπαρξη μυσταγωγικών αναβαθμών. Αυτοί είναι πέντε. Κατά τον πρώτο αναβαθμό, έχουμε την αποκλειστική προσήλωση προς ένα ωραίο πρόσωπο, όπου πρόσωπο για τους αρχαίους είναι ολόκληρο το σώμα. Δημιουργούνται τα ζεύγη και η ψυχική εγκυμοσύνη. Κατά τον δεύτερο, φεύγει η αποκλειστικότητα και ο έρως επεκτείνεται προς όλα τα ωραία πρόσωπα. Εδώ, έχουμε την σύλληψη της αξίας της ωραιότητας και την τεκνογονία των καλών λόγων. Στον τρίτο, η επίγνωση του έρωτα αποσυνδέει το κάλλος από το σωματικό και το ανεβάζει στο ψυχικό. Έχουμε τον έρωτα προς το πνευματικά ωραίο. Στον τέταρτο, συλλαμβάνεται ο νοητός κόσμος του όντως όντος, και οι αξίες της νοήσεως. Στο πέμπτο και τελευταίο αναβαθμό, έχουμε την ξαφνική έκλαμψη και θέαση του Αγαθού, που αποτελεί έκφανση της φιλοσοφίας.

2. Πλάτων (ειδικά)

Συμπόσιο Πλάτωνος
Το «Συμπόσιο» του Πλάτωνος είναι από τα πιο παρεξηγημένα έργα, είτε από άγνοια, είτε σκοπίμως. Ταυτόχρονα όμως, εκεί βρίσκεται και το κλειδί για την ορθή κατανόηση των πραγμάτων. Ειδικά, στα σημεία που μνημονεύει ο Σωκράτης, τις διδασκαλίες της Διοτίμας. Δεν θα αναφερθεί το έργο λεπτομερώς, αλλά μόνο τα σημεία που ενδιαφέρουν άμεσα την έρευνά μας. Ο Πλάτων, μέσα από τα πρόσωπα του «Συμποσίου» που βάζει να εγκωμιάζουν τον Έρωτα, παρουσιάζει την έννοια του Έρωτα από διαφορετικές οπτικές. Δια του Σωκράτους όμως είναι που δίνει τις πιο ολοκληρωμένες απόψεις. Κατά τον Φαίδρο, ο Έρως είναι μία κοσμογονική δύναμη. Σε ανθρώπινο επίπεδο, «μεγίστων αγαθών ημίν αίτιος εστίν» (178c). Μάλιστα, από τα πρώτα χρόνια της νιότης, είναι ευεργέτης του ανθρώπου. «Ότι μείζων εστίν αγαθόν ευθύς νέω όντι ή εραστής χρηστός και εραστή παιδικά» (178c). Ως χρηστός και αίτιος αγαθών, δεν θα μπορούσε να νοηθεί ούτε ξερά όπως σήμερα, ούτε πολύ περισσότερο, ως ομοφυλοφιλικός δεσμός. Αυτό γίνεται περισσότερο εμφανές, όταν τον συνδέει με τον ηρωισμό, αναφερόμενος σε στρατιωτικό σώμα συνιστάμενο από εραστές και ερώμενους, στο οποίο είναι «απεχόμενοι πάντων των αισχρών και φιλοτιμούμενοι προς αλλήλους» (178e). Στο σημείο αυτό, μπορούμε να προσθέσουμε παρενθετικά, τα όσα σχετικά με τον Ιερό Λόχο αναφέρει ο Πλούταρχος, στον «Πελοπίδα». Για τον ιερό Λόχο (στρατιωτικό τάγμα των Θηβαίων), αναφέρεται από τον Πλούταρχο· «ενιοί δε φασίν εξ εραστών και ερωμένων γενέσθαι το σύστημα τούτο» (18). Και παρακάτω διευκρινίζεται, «το δ’ εξ ερωτικής φιλίας συνηρμοσμένον στίφος αδιάλυτον είναι και άρρηκτον, όταν οι μεν αγαπώντες τους ερωμένους, οι δ’ αισχυνόμενοι τους ερώντας, εμμένωσι τοις δεινοίς υπέρ αλλήλων». Άρα, αναφέρεται στην «ερωτική φιλία», στον βαθύ πνευματικό σύνδεσμο που συνδέει τον εραστή με τον ερώμενο. Στον τάφο του Ιολάου έδιναν όρκο αφοσίωσης στην μάχη, τα ζεύγη του Ιερού Λόχου. Μάλιστα, εξηγείται γιατί ο λόχος λέγονταν «Ιερός». Διότι, ο εραστής ήταν ιερός φίλος. «Εικός ουν και τον λόχον ιερόν προσαγορεύεσθαι, καθότι και Πλάτων ένθεον φίλον τον εραστήν προσείπε». Μετά την μάχη της Χαιρώνειας, ο Φίλιππος επιθεωρώντας τους νεκρούς, θαύμασε (τους εχθρούς του Θηβαίους) και – καθώς μας παραδίδει ο Πλούταρχος- καταράστηκε όσους έλεγαν κάτι κακό για εκείνους. «Ως ο των εραστών και των ερώμενων ούτος ειή λόχος, δακρύσαι και ειπείν· απόλοιτο κακώς οι τούτους τι ποιείν ή πάσχειν αισχρόν υπονοούντες». Και στο κεφάλαιο 19, αναφέρεται ξεκάθαρα ότι δεν έχει καμία σχέση με τα μυθολογούμενα περί του Λάιου και του Χρύσιππου, αλλά ήταν ένα ιδεώδες που καλλιεργούσαν στους νέους οι νομοθέτες, προκειμένου «το φύσει θυμοειδές αυτών και άκρατον ανιέναι και ανυγραίνειν ευθύς εκ παίδων βουλόμενοι, πολύν μεν ανεμείξαντο και σπουδή και παιδια πάση τον αυλόν, εις τιμήν και προεδρίαν άγοντες, λαμπρόν δε τον έρωτα ταις παλαίστρες ενεθρέψαντο, συγκεραννύντες τα ήθη των νέων». Διότι θεωρούσαν ότι «όπου το μαχητικόν και πολεμικόν μάλιστα τω μετέχοντι πειθούς και χαρίτων ομιλεί και σύνεστιν, εις την εμμελεστάτην πολιτείαν δι’ Αρμονίας καθισταμένων απάντων».

Συνεχίζοντας τώρα με το «Συμπόσιο», ο δεύτερος συνδαιτυμόνας, ο Παυσανίας, θεωρεί ότι υπάρχουν δύο Αφροδίτες, όπως υπάρχουν και δύο έρωτες. Η αρχαιότερη είναι η Ουρανία, κόρη του Ουρανού. Η νεότερη, είναι η Πάνδημος, κόρη του Δία και της Διώνης. Κατά τον ίδιο τρόπο, υπάρχει ο έρως ο ουράνιος και ο πάνδημος. Ο πρώτος, είναι πνευματικής φύσεως (σχετίζεται με την βαθιά φιλία) και πάντα προς το άρρεν, και ο δεύτερος υπό γενικότερη έννοια, αναφέρεται σε όλους τους ανθρώπους. Στον πάνδημο, ερωτεύονται τα σώματα των παιδιών παρά την ψυχή τους. «Ούτος εστίν ον οι φαύλοι των ανθρώπων ερώσι» (181b). Χρησιμοποιώντας την λέξη «φαύλοι», αμέσως κάνει την διάκριση. Όμως, στον ουράνιο «ου μετεχούσης θήλεος αλλ’ άρρενος μόνον [και εστίν ούτος ο των παίδων έρως], έπειτα πρεσβυτέρας, ύβρεως αμοίρου» (181c). Εδώ βλέπουμε ότι «ο των παίδων έρως» (η «παιδεραστία»), αφορά τον ουράνιο έρωτα και όχι τον πάνδημο. Ο εραστής που αποβλέπει σε πράγματα αλλότρια από εκείνα που εμπνέει ο θεσμός της «παιδεραστίας», καλείται «πονηρός». «Πονηρός δ’ εστίν εκείνος ο εραστής ο πάνδημος, ο του σώματος μάλλον ερών ή της ψυχής» (183e). Προς το τέλος του λόγου του, ξεκαθαρίζει ποια είναι η υγιής σχέση ερώμενου- εραστή, και ποια η σημασία του «χαρίζεσθαι» και της υπηρεσίας.
Πρέπει λοιπόν τας δύο αυτάς ηθικάς αντιλήψεις μαζί να συνδυάσωμεν, και την αφορώσαν δηλαδή τον έρωτα των παιδιών (κείμ. παιδεραστίαν) και την αφορώσαν τον έρωτα της σοφίας (κειμ. φιλοσοφίαν), και γενικώς την αρετήν, αν θελήσωμεν να συμβή, ώστε ηθικόν να κρίνεται, αν ο αγαπημένος εις τον εραστήν του χαρισθή (κειμ. παιδικά χαρίσασθαι). Όταν δηλαδή συναντηθούν εραστής και ερώμενος (κειμ. έλθωσι εραστής τε και παιδικά), ακολουθούντες εις το αυτό σημείον και οι δύο χωριστά από μιαν ηθικήν αρχήν, ο ένας ότι οιαδήποτε υπηρεσία, την οποία προσφέρει εις τον αγαπημένον που του εχαρίσθη, είναι υπηρεσία δικαία, ο άλλος πάλιν ότι οιαδήποτε εκδούλευσις, την οποία προσφέρει εις εκείνον, που τον καθιστά μορφωμένον και ανώτερον, είναι εκδούλευσις δικαία· όταν ο ένας αισθάνεται την δύναμιν να συντελέση εις την πνευματικήν ωρίμανση και γενικώς εις την εξύψωσιν του άλλου, ο άλλος αισθάνεται την ανάγκην να ωφεληθή δια την παιδαγώγησιν και γενικώς δια την πνευματικήν κατάρτισιν του εαυτού του, τότε πλέον, αν αι ηθικαί αυταί αρχαί συναντηθούν επί το αυτό, εδώ και μόνον συμπίπτει έντιμον να είναι ο αγαπημένος του εραστού το θέλημα να κάμη (κειμ. παιδικά εραστή χαρίζεσθαι)· αλλού πουθενά (184c- e).
Ο Ερυξίμαχος αναφέρεται στην εναρμόνιση των αντιθέτων που συντελείται με την συνεκτική δύναμη του έρωτος, και αναφέρεται στην ιατρική, την μουσική, την κοσμολογία, την αστρονομία, και την μαντική.

Εν συνεχεία, ο Αριστοφάνης θέλοντας να τονίσει ότι «πρώτον υμάς δει μαθείν την ανθρωπίνην φύσιν και τα παθήματα αυτής» (189d), και να δείξει ότι ουσιαστικά ο έρωτας είναι ένα βαθύ ένστικτο που ενώνει, χρησιμοποιεί τον μύθο του τρίτου φύλου, του ανδρόγυνου. Αρχικά λοιπόν, ήταν το ανδρικό φύλο, το γυναικείο, και ο «ανδρόγυνος». Χαρακτηριστικό είναι ότι αναφέρει πως «ανδρόγυνον γαρ εν τότε μεν ην και είδος και όνομα εξ αμφοτέρων κοινόν του τε άρρενος και θήλεος, νυν δε ουκ εστίν αλλ’ ή εν ονείδει όνομα κείμενον» (189e). Ενώ κάποτε ήταν είδος που αποτελούνταν από το αρσενικό και το θηλυκό, μετά τον διαχωρισμό που έγινε από τους θεούς επειδή φοβόντουσαν αυτό το ισχυρό φύλο ανθρώπου, ο όρος «ανδρόγυνος» πήρε ονειδιστική σημασία. Ο μύθος είναι μια παρωδία, που όμως έχει βαθιά νοήματα. Εδώ, φαίνεται και η πρώτη μομφή του Αριστοφάνους πάνω στο ομοφυλοφιλικό ζήτημα, αφού «ανδρόγυνος» σήμαινε πια «τον ανήρ άμα και γυνή» (Λεξικό της αρχαίας Ελληνικής, Ι. Σταματάκου σ. 107). Και σε άλλα έργα του, ο Αριστοφάνης μέσω της σάτιρας, ασκεί κριτική. Για παράδειγμα, στις «Νεφέλες», χρησιμοποιεί τους χλευαστικούς όρους «ευρύπρωκτος», «λακκόπρωκτος». Μα και το ότι βάζει τους θεούς, στον παραπάνω μύθο του, να φοβούνται τον «ανδρόγυνο» που «ην την ισχύν δεινά και την ρώμην και τα φρονήματα μεγάλα είχον» (190b), και να τον τιμωρούν διχοτομώντας τον επειδή «εις τον ουρανόν ανάβασιν επιχειρείν ποιείν, ως επιθησομένων τοις θεοίς» (190b), δείχνει την αμφισβήτηση και διακωμώδηση του θείου. Ειδικά, όταν τελικά ο Δίας δεν αποφασίζει να τον καταστρέψει ολοκληρωτικά, επειδή σκέπτεται ότι ο αφανισμός… θα σήμαινε και το σταμάτημα της λατρείας και των θυσιών. Οι γυναίκες απόγονοι του γυναικείου φύλου «προς τας γυναίκας τετραμέναι εισί, και αι εταιρίστριαι εκ τούτου του γένους γίγνονται» (191e), ενώ οι άνδρες απόγονοι του ανδρικού «τα άρρενα διώκουσι», δηλαδή «φιλούσι τους άνδρας και χαίρουσι συγκατακείμενοι και συμπεπλεγμένοι τοις άνδρασι» (191e). Εδώ περιέχεται η σχέση ερώμενου και εραστή. Ο Αριστοφάνης όμως σπεύδει να διαλύσει κάθε υπόνοια σεξουαλική, διαχωρίζοντας το ορθό από την παρεκτροπή. Για αυτό λέει στην συνέχεια,
φασί δε δη τινές αυτούς αναισχύντους είναι, ψευδόμενοι· ου γαρ υπ’ αναισχυντίας τούτο δρώσιν, αλλ’ υπό θάρρους και ανδρείας και αρρενωπίας, το όμοιον αυτοίς ασπαζόμενοι. Μέγα δε τεκμήριον· και γαρ τελεωθέντες μόνοι αποβαίνουσι εις τα πολιτικά άνδρες οι τοιούτοι. Επειδάν δε ανδρωθώσι, παιδεραστούσι και προς γάμους και παιδοποιίας ου προσέχουσι τον νουν φύσει, αλλ’ υπό του νόμου αναγκάζονται· αλλ’ εξαρκεί αυτοίς μετ’ αλλήλων καταζήν αγάμοις. Πάντως μεν ουν ο τοιούτος παιδεραστής τε και φιλεραστής γίγνεται, αεί το ξυγγενές ασπαζόμενος» (192a- b).
Όσον αφορά τους απογόνους του «χαμένου» φύλου «ανδρόγυνου», οι άνδρες ζητούν γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες. Δηλαδή, το άλλο τους «μισό». «Έκαστος ουν ημών εστίν ανθρώπου ξύμβολον, άτε τετμημένος ώσπερ αι ψήτται, εξ ενός δύο· ζητεί δη αεί το αυτού έκαστος ξύμβολον» (191d).

Ο Έρωτας λοιπόν, μας συνενώνει στην αρχαία μας φύση. Έπειτα, είναι η σειρά του Αγάθωνος να μιλήσει υπέρ του έρωτος. Ιδιαίτερη σημασία στον λόγο του, έχει η φράση του ότι «ασχημοσύνη γαρ και έρωτι προς αλλήλους αεί πόλεμος» (196a), και ότι ο έρωτας κυριαρχεί στις ηδονές. «Προς δε τη δικαιοσύνη σωφροσύνης πλείστης μετέχει. Είναι γαρ ομολογείται σωφροσύνη το κρατείν ηδονών και επιθυμιών» (196c).

Ο Σωκράτης αναπτύσσει το εγκώμιο του έρωτος βάσει όσων πείστηκε και διδάχτηκε από την Διοτίμα. Έτσι, ο Έρως, δεν είναι θεός- όπως είπαν οι προηγούμενοι, αλλά είναι κάτι ενδιάμεσο μεταξύ θεών και ανθρώπων· είναι δαίμων. Και αυτό, καθόσον εμπεριέχει την ένδεια- ως παιδί της Πενίας και του Πόρου (έλλειψη και το μέσο προς ικανοποίηση της ανάγκης αντίστοιχα), άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί θεός. Η θεότητα όμως, δεν έχει έλλειψη, εξ ορισμού. Ως δαίμων λοιπόν, είναι συνεκτικός κρίκος μεταξύ του αιώνιου ασάλευτου κόσμου και του κόσμου των θνητών, του γίγνεσθαι. Ο Έρως, παρουσιάζεται ως «φύσει εραστής ων περί το καλόν (το όμορφο)» (203b), «φρονήσεως επιθυμητής», ως «φιλοσοφών δια παντός του βίου, δεινός γόης και φαρμακεύς και σοφιστής» (203d). Επίσης, συνδέεται, και με την έννοια του αγαθού. «Εστίν ο έρως του το αγαθόν αυτώ είναι αεί» (206a). Δηλαδή, με την παντοτινή κατοχή του αγαθού. Ο έρωτας που μας ενδιαφέρει, δηλαδή η σχέση μεταξύ ερώμενου και εραστή, τόσο όπως αναλύθηκε ως τώρα αλλά και όπως θα αναλυθεί και παρακάτω, είναι παραπάνω από ξεκάθαρο ότι αναφέρεται σε πνευματικό επίπεδο. Οι ψυχικώς εγκυμονούντες , κυοφορούν και γεννούν «φρόνησιν και την άλλην αρετήν» (209a). Η ωραία αυτή ερωτική πνευματική σχέση γεννά το όμορφο. Μάλιστα, εκ νεότητος.
Τούτων αυ όταν τις εκ νέου εγκύμων η την ψυχήν, θείος ων και ηκούσης της ηλικίας, τίκτειν τε και γεννάν ήδη επιθυμή· ζητεί δη, οίμαι, και ούτος περιιών το καλόν, εν ω αν γεννήσειεν· εν τω γαρ αισχρώ ουδέποτε γεννήσει. Τα τε ουν σώματα τα καλά μάλλον η τα αισχρά ασπάζεται άτε κυων, και αν εντύχη ψυχή καλή και γενναία και ευφυεί, πάνυ δη ασπάζεται το ξυναμφότερον, και προς τούτον τον άνθρωπον ευθύς ευπορεί λόγων περί αρετής και περί οίον χρη είναι τον άνδρα τον αγαθόν και α επιτηδεύειν, και επιχειρεί παιδεύειν. Απτόμενος γαρ, οίμαι, του καλού και ομιλών αυτώ, α πάλαι εκύει τίκτει και γεννά, και παρών και απών μεμνημένος, και το γεννηθέν συνεκτρέφει κοινή μετ’ εκείνου· ώστε πολύ μείζω κοινωνίαν της των παίδων προς αλλήλους οι τοιούτοι ίσχουσι και φιλίαν βεβαιοτέραν, άτε καλλιόνων και αθανατωτέρων παίδων κεκοινωνηκότες (209a- c).
Όπως παρατηρούμε (και θα το δούμε και παρακάτω στους αναβαθμούς της ερωτικής μυήσεως), το ωραίο σώμα (το δυνατό και υγιές) σχετίζεται ευθέως με μια δυνατή προσωπικότητα, γεμάτη από αρετές. Δεν μένει όμως εκεί, αλλά προχωρεί στην πνευματική ανύψωση. Και αυτή η σχέση καλείται «φιλία». Ο δεσμός μεταξύ των πνευματικών γονέων και των απογόνων είναι πολύ ισχυρότερος από αυτόν τον σαρκικό- φυσικό δεσμό. Και ως παράδειγμα, αναφέρει τους πνευματικούς απογόνους που άφησαν πίσω οι μεγάλοι ποιητές, και οι νομοθέτες.

Οι αναβαθμοί της ερωτικής αυτής μυσταγωγίας, που στόχο έχει την θέαση του αγαθού (εδώ είναι η μεταφυσική του έρωτος κατά τον Πλάτωνα), και που αναφέρονται από το 210a- 212a, είναι πέντε. Πρώτος, η ερωτική προσήλωση προς ένα ωραίο πρόσωπο. Εδώ, έχουμε αποκλειστικά ερωτικά ζεύγη. Έπειτα, κατά τον δεύτερο αναβαθμό, η αποκλειστικότητα αίρεται, και τώρα πια ο έρως εκτείνεται προς όλα τα ωραία πρόσωπα. Αρχίζει η ψυχική τεκνογονία και η σύλληψη της αξίας της ωραιότητας. Στον τρίτο, έρχεται η επίγνωση του ψυχικού κάλλους, το οποίο αποσυνδέεται από το σωματικό, και το ερωτικό ζεύγος στρέφεται προς το πνευματικά ωραίο. Κατά το τέταρτο, συλλαμβάνονται οι αξίες της νοήσεως, και συλλαμβάνεται ο νοητός κόσμο, ο κόσμος του όντως όντος. Ακριβώς εδώ, φαίνεται καθαρά ότι στην Πλατωνική σύλληψη του έρωτα, αυτός συνδέεται μεταφυσικά με τον κόσμο των ιδεών. Στον τελευταίο αναβαθμό, έχουμε την ξαφνική έκλαμψη, την θέαση του Αγαθού . Αυτό αποτελεί έκφανση της φιλοσοφίας, όπου γίνεται χρήση του αποφατισμού, επειδή ακριβώς το απόλυτο δεν κατηγοριοποιείται. Όσοι έχουν ασχοληθεί με την ορθόδοξη αποφατική θεολογία που περιέχεται σε πλείστα όσα χριστιανικά πατερικά συγγράμματα, κατανοούν την καταλήστευση του Πλάτωνα και των μεταγενέστερων Νεοπλατωνικών από τους χριστιανούς «μυστικούς».

Όλα τα παραπάνω, είναι «το ορθώς παιδεραστείν» και «το ορθώς επί τα ερωτικά» (211b).
Σχετικά με τον Αλκιβιάδη, που ήταν ικανός, όμορφος και με προοπτικές να γίνει μεγάλος, από τους πρώτους μαθητές του Σωκράτους που όμως τον εγκατέλειψε εξ αιτίας της μεγαλομανίας του, δεν θα αναλυθεί εδώ η πολύπλευρη προσωπικότητά του, αλλά θα αναφερθεί η παρεκτροπή του και η άρνηση του Σωκράτους. Στο σημείο αυτό, όπου μιλάει ο Αλκιβιάδης και μάλιστα μεθυσμένος, εξομολογείται αυτήν του την παρεκτροπή όταν ήταν νεότερος, και ταυτόχρονα αισθάνεται ότι πρόδωσε τον δάσκαλό του, όταν τον εγκατέλειψε για τα εφήμερα, ενώ ένεκα της δόξας, παρέβηκε τις ηθικές αρχές του. Και ακριβώς επειδή κατανοεί ότι πράττει λάθος, νικιέται όμως από τα εφήμερα προδίδοντας τις αρχές του, είναι κάτι που τον τρώει σε στιγμές έκρηξης ειλικρινείας με τον εαυτό του. Έτσι, πλέκει τον εγκώμιο του Σωκράτους, εξαίρει τον δυνατό, σαγηνευτικό, και μυητικό του λόγο, μιλώντας αληθινά για τον Σωκράτη που γνώρισε, αλλά και για την αρνητική στάση του Σωκράτους στην αφροσύνη του Αλκιβιάδη. Και ο Αλκιβιάδης λέει·
Μ’ όλα που έκαμα εγώ, αυτός εδείχθη τόσον ανίκητος από τα νεανικά μου θέλγητρα, τόσον τα περιεφρόνησε και τα εγελοιοποίησε, τόσον μ’ εταπείνωσεν- και όμως επίστευα πως κάποιαν αξίαν είχε αυτό το πράγμα, κύριοι δικασταί· διότι δικασταί, ναι, είσθε της υπερηφανείας του Σωκράτους. Μάθατε λοιπόν, σας ορκίζομαι εις τους θεούς, εις τας θεάς, εκοιμήθην και εξύπνησα εις το πλευρό του Σωκράτους, χωρίς να συμβή τίποτα περισσότερον παρ’ ότι αν είχα κοιμηθή με τον πατέρα μου ή μ’ έναν αδελφό μου μεγαλύτερον. Και τώρα ύστερ’ από το επεισόδιο αυτό, πως φαντάζεσθε την ψυχικήν μου κατάστασιν; Από το ένα μέρος πίστευα, πως είχα εξευτελισθή· από το άλλο μ’ εβάμθωνεν η προσωπικότης τούτου, η αυτοκυριαρχία και η δύναμις της θελήσεώς του. Είχα ευρεθή ενώπιον ανθρώπου, που όμοιόν του εις την φρόνησιν και την ευστάθειαν δεν περίμενα ποτέ να συναντήσω (219c-d).

Οι έννοιες που είχαν για τους αρχαίους οι λέξεις «εραστής», «ερώμενος», «παίδων εραστής», «παιδικός-παιδικά», «παιδεραστία» και λοιπά συναφή και εξετάσαμε από έγκριτα λεξικά της αρχαίας Ελληνικής, ότι δεν έχουν καμία σχέση με σεξουαλικού τύπου σχέσεις. Επίσης, αναφερθήκαμε στην νομοθεσία μέσα από πηγές και εξηγήσαμε το πραγματικό νόημα των επίμαχων όρων και φράσεων. Και σταματήσαμε σε εκείνο το πρώτο μέρος, κάνοντας αναφορές στο πλατωνικό «Συμπόσιο». Σε αυτό το δεύτερο μέρος, θα δούμε κάποια πράγματα από άλλα πλατωνικά έργα, και θα επεκταθούμε σε μερικούς ακόμα συγγραφείς.

Πλατωνικός διάλογος «Φαίδρος» ή «Περί ωραίου»
Ο Πλάτων χωρίζει την ψυχή σε τρία μέρη, όπως αναφέρεται και στην «Πολιτεία» (440e 1- 441a 4). Είναι το λογιστικό μέρος, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Στο έργο «Φαίδρος», παραλληλίζει το ένα μέρος με ηνίοχο, το άλλο μέρος της ψυχής με άλογο καλό και υπάκουο στον λόγο, το άλλο με άλογο ανυπάκουο που μόνο με μαστίγιο αναγκάζεται να υπακούσει. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, ο Πλάτων δια στόματος Σωκράτους, περιγράφει την εσωτερική πάλη που συμβαίνει στην ψυχή του ανθρώπου, καθώς αντικρίζει το ωραίο. Η πάλη, είναι μεταξύ της ιδέας του ωραίου ανδρικού σώματος που προέρχεται από το ίδιο το σώμα και της άλογης επιθυμίας προς το ίδιο το σώμα. Ο «ηνίοχος» βλέπει το ερωτικό όραμα. Τότε, ολόκληρη η ψυχή θερμαίνεται από την θέα του ωραίου. Το μέρος της ψυχής που είναι υπάκουο στον ηνίοχο, συγκρατιέται. Το άλλο όμως που δεν υπακούει εύκολα, αναγκάζει τα άλλα δύο (δηλαδή τον «ηνίοχο» και το άλλο «άλογο»), «ιέναι τε προς τα παιδικά και μνείαν ποιείσθαι της των αφροδισίων χάριτος» (254b). Και ενώ αγανακτούν, αντιστέκονται «ως δεινά και παράνομα αναγκαζομένω». Παρατηρούμε, ότι ο Πλάτων δεν επαινεί την ομοφυλοφιλία. Διότι αναφέρεται σε πάλη εσωτερική και όχι σε άνευ όρων παράδοση. Και η μάχη ξεκινάει από το εντός του ανθρώπου. Παρ' όλα αυτά, το άλογο μέρος της ψυχής την παρασύρει ολόκληρη (και αυτή –η ψυχή- είναι έτοιμη να παρασύρει και το σώμα). Όταν όμως βλέπει την ομορφιά του αγαπημένου ο «ηνίοχος», τότε θυμάται την πρωταρχική φύση της ομορφιάς και την βλέπει να δεσπόζει «μετά σωφροσύνης εν αγνώ βάθρω» (254b). Εδώ ακριβώς εισάγει ο Πλάτων την μεταφυσική του έρωτος. Ο «ηνίοχος» τότε τραβάει προς τα πίσω τα ηνία και το ένα «άλογο» υπακούει θεληματικά και το άλλο (το ακόλαστο) υπακούει με το ζόρι. Όμως, το ακόλαστο «άλογο» τραβάει πάλι τον «ηνίοχο» και το υπάκουο «άλογο» προς τον αγαπημένο. Ο «ηνίοχος» αντιστέκεται με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Όταν το κακό «άλογο» καταλάβει ότι έχασε, τότε συμμορφώνεται υποτασσόμενο, ακολουθώντας τον «ηνίοχο».

«Από τότε πια , με αυτόν τον τρόπο , η ψυχή του εραστή ακολουθεί τον αγαπημένο φοβισμένη και ντροπαλή» (254e). Και συνεχίζει: «Όταν λοιπόν ο αγαπημένος πλησιάσει και δεχθεί τα λόγια και τη συντροφιά του ερωτευμένου τότε, καθώς νιώθει από κοντά την οικειότητα της προτίμησης του, αιφνιδιάζεται, γιατί διαισθάνεται πως όλοι μαζί οι άλλοι φίλοι του και οι δικοί του δεν μπορούν να του προσφέρουν ούτε ένα μέρος από τη φιλία που του δίνει ο φίλος που, εξαιτίας του έρωτά του, έχει μέσα του τον θεό» (255b). Αφού αυτή η κατάσταση συνεχίσει για καιρό, «πλησιάζη μετά του άπτεσθαι εν τε γυμνασίοις» (255b).

Η συνέχεια είναι περισσότερο διαφωτιστική.
Τούτος εδώ, λοιπόν, είναι ερωτευμένος, αλλά δεν ξέρει με ποιον και ούτε ξέρει τι έχει πάθει, ούτε μπορεί να το εκφράσει με λόγια, αλλά, όπως κάποιος που του έχει μεταδοθεί από κάποιον άλλον, με ένα απλό βλέμμα, μια αρρώστια των ματιών, και δεν μπορεί να εξηγήσει πώς, δεν μπορεί να συλλάβει πώς του συμβαίνει να βλέπει τον εαυτό του μέσα στον εραστή του σαν σε καθρέφτη. Και όταν ο εραστής του βρίσκεται κοντά του, παύει ο πόνος του, όπως και σ' εκείνον, ενώ πάλι, όταν ο εραστής του απουσιάζει, με τον ίδιο τρόπο ποθεί και ποθείται, αφού τον κατέχει ο αντέρωτας, η ερωτική ανταπόκριση, που είναι η αντανάκλαση -μέσα στην ψυχή του- του έρωτα που εισπράττει από τον εραστή. Και το συναίσθημα αυτό, το ονομάζει και το νομίζει φιλία, και όχι έρωτα. Και επιθυμεί παρόμοια με τον εραστή του, αλλά με πιο μετριασμένη δύναμη, να τον βλέπει, να τον αγγίζει, να τον φιλάει, να ξαπλώνει μαζί του, και είναι φυσικό αυτά να τα κάνει κιόλας, χωρίς καθυστέρηση. Όταν, λοιπόν, κοιμούνται μαζί , το αδιάντροπο από τα άλογα του εραστή έχει τί να πει στον ηνίοχο και ζητάει μικρές απολαύσεις σε αντάλλαγμα των πολλών του ταλαιπωριών. Όμως το αντίστοιχο άλογο του αγαπημένου δεν έχει τίποτε να πει, παρά μόνο, γεμάτο με επιθυμία και χωρίς να ξέρει γιατί, αγκαλιάζει και φιλάει τον εραστή, σαν να χαϊδεύει και να φιλάει κάποιον, ο οποίος του εκδηλώνει ιδιαίτερα ευνοϊκή διάθεση και όταν ξαπλώνουν μαζί, μπορεί και να μην αρνηθεί να χαρίσει τον εαυτό του στον εραστή του, αν τούτος εδώ τύχει και τον παρακαλέσει. Ωστόσο, το ομόζυγο άλογο και ο ηνίοχος αντιτίθενται σε αυτά με σεμνότητα και λογική. Αν λοιπόν επικρατήσει το ευγενέστερο μέρος της ψυχής τους και τους οδηγήσει σ' ένα συνετό και προσεγμένο τρόπο ζωής και στη φιλοσοφία, τότε θα ζουν την εδώ ζωή ευτυχισμένα και με ομόνοια, γιατί, με το να είναι εγκρατείς και φρόνιμοι, θα έχουν καταφέρει να υποτάξουν το μέρος της ψυχής, από το οποίο προέρχεται η κακία, και να ελευθερώσουν εκείνο που είναι η πηγή της αρετής και όταν η ζωή τους φθάσει στο τέλος της, θα φέρονται από τα φτερά τους και θα έχουν ελαφρύνει, αφού θα έχουν νικήσει στο ένα από τα τρία αληθινά ολυμπιακά αγωνίσματα, υψηλότερο αγαθό από αυτό δεν μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο ούτε η ανθρώπινη φρόνηση, ούτε η θεϊκή μανία. Αν όμως ζουν με έναν πιο άξεστο και αφιλοσόφητο, αλλά πάντως φιλότιμο τρόπο, θα συμβεί, όταν είναι μεθυσμένοι ή σε κάποιαν άλλη περίπτωση, όπου θα αφήσουν ανεξέλεγκτο τον εαυτό τους, τα δύο ακόλαστα άλογα να βρουν τις ψυχές τους αφρούρητες και να τις καταλάβουν, να τις κατευθύνουν τη μια πλάι στην άλλη και έτσι, οι ίδιοι, με δική τους επιλογή, να κάνουν εκείνο που προτιμά και μακαρίζει ο πολύς κόσμος. Και αφού το κάνουν, στη συνέχεια το ξανακάνουν, σπάνια όμως, μια και -ούτως ή άλλως- δε συναινεί σε αυτό όλη η ψυχή τους. Είναι και τούτοι, βέβαια, φίλοι μεταξύ τους, λιγότερο όμως απ' όσο εκείνοι που αγαπιούνται διαφορετικά και κατά την περίοδο του έρωτα και μετά από αυτήν, εφόσον θεωρούν ότι έχουν πάρει και έχουν δώσει αντίστοιχα ο ένας στον άλλον τις μεγαλύτερες υποσχέσεις φιλίας, που δεν είναι θεμιτό να τις παραβούν και να γίνουν ποτέ εχθροί ο ένας για τον άλλον (255d- 256d).
Από τις παραπάνω περιγραφές καθίσταται σαφές ότι ο Πλάτων καταδικάζει τις όποιες παρεκτροπές και επιδοκιμάζει την βαθειά φιλία. Η παρεκτροπή οφείλεται από το αν αυτά τα δύο άτομα είναι φιλοσοφημένα ή αφιλοσόφητα.

Πλατωνικός διάλογος «Χαρμίδης» ή «Περί σωφροσύνης»
Για να κατανοηθεί ο πόθος του Σωκράτη για το σώμα του Χαρμίδη, πρέπει να πούμε ορισμένα πράγματα για την αντίληψη περί του σώματος που είχαν οι πρόγονοί μας. Γράφει ο Ι. Συκουτρής στην εισαγωγή του «Συμποσίου»:
Εις λαόν αισθητικώς κατεξοχήν ευπαθή, όπως ο ελληνικός, το αντίκρυσμα του ωραίου γυμνού σώματος του ανδρικού, το οποίο από καθαρώς αισθητικής απόψεως θεωρείται ότι υπερέχει πολύ του γυναικείου, ήτο πηγή ζωηράς αισθητικής απολαύσεως· (ακόμη και τα μικρά παιδάκια εις την παλαίστραν του Ταυρέου, μας περιγράφει ο Πλάτων στον Χαρμίδη 154c, διέκοψαν τα παιγνίδια των και δεν εσήκωσαν τα βλέμματά των από τον Χαρμίδην, όταν εισήρχετο), δεν ήθελε πολύ το αισθητικόν να γίνη πηγή αισθήματος ερωτικού, αφού το αισθητικόν στοιχείον, εις τον άνδρα τουλάχιστον πάντοτε, ευρίσκεται εις την ρίζαν κάθε ερωτισμού. Αλλά θα ήτο και ανιστότητον και αψυχολόγητον να ισχυριστεί κανείς, ότι μόνον το ωραίον σώμα ως σάρκα τους προσείλκυεν. Η ωραιότης δια τους Έλληνας δεν ήτο μόνον του σώματος ιδιότης υπό την σημερινήν έννοιαν· ήτο ιδιότης της όλης προσωπικότητος. Σώμα στα αρχαία Ελληνικά εσήμαινε και ό,τι σήμερον η λέξις πρόσωπον και την λέξιν πρόσωπον δεν χρησιμοποιούμεν ημείς μόνον υπό την εξωτερικήν της ετυμολογικήν σημασίαν. Διότι ωραίον σώμα, όπως το έβλεπαν οι Έλληνες, δεν ήτο το απαλόν και μαλακόν και θηλυπρεπές (αυτά ήσαν βαρβάρων σώματα)· ήτο ένα σώμα υγιές, ευλίγιστον, ανθεκτικόν, ρωμαλέον, πειθαρχημένον, ένα σώμα ζωντανόν, κινούμενον, το οποίον μέσα εις την ύπαρξίν του έκλειε μία βούλησιν και μία πράξιν -και είναι η βούλησις και η πράξις ψυχικά, όχι σωματικά γεγονότα. Έτσι παρουσιάζετο το ωραίον σώμα εις τα μάτια του Έλληνος ως έκφρασις μιας ψυχής, ως μια ορατή ψυχή, ούτως ειπείν, και το κάλλος ήτο σύνθεσις αδιαίρετος και ανερμήνευτος σαρκός και πνεύματος.
Μάλιστα, στον διάλογο «Χαρμίδης», αναφέρεται σαφέστατα ότι όταν μπήκε στο γυμναστήριο ο Χαρμίδης, «πάντες ώσπερ άγαλμα εθέωντο αυτόν» (154d). Ο θαυμασμός του σώματος είναι όπως ο θαυμασμός για ένα ωραίο άγαλμα.

Καμία σχέση με ομοφυλοφιλικά πάθη. Άλλωστε, έχουμε κιόλας δει την αρνητική στάση του Σωκράτη και του Πλάτωνα απέναντι στην ομοφυλοφιλία.

«Και καθώς, όταν του είπε ο Κριτίας ότι εγώ ήξερα το φάρμακο, με κοίταξε στα μάτια μ’ ένα βλέμμα που δεν μπορώ να το περιγράψω, και έκαμε μια κίνηση σαν για να ρωτήσει, ενώ συγχρόνως όλοι όσοι ήταν στην παλαίστρα έρχονταν και σχημάτιζαν κύκλο γύρω μας, τότε, ευγενικέ μου φίλε, η ματιά μου έπεσε στο άνοιγμα του ιματίου του κι άναψα κι έχασα την αυτοκυριαρχία μου και σκέφτηκα ότι είναι πολύ σοφός ο Κυδίας στα ερωτικά, που είπε, για ωραίο νέο λέγοντας, αυτή τη συμβουλή σε κάποιον: "πρόσεξε, μήπως, σαν ελαφάκι μπροστά στο λιοντάρι, προτιμήσης από τη θέα του το θάνατο". Γιατί και εγώ είχα την εντύπωση ότι τέτοιο θηρίο με είχε πιάσει». (155d- e).

Η ομορφιά του Χαρμίδη, δίνει στον Σωκράτη την ευκαιρία να επιβεβαιώσει το αν η εξωτερική ομορφιά συμβαδίζει με την εσωτερική, του πνεύματος. Για αυτό και ο διάλογος λέγεται αλλιώς και «περί σωφροσύνης».

«Πολύ τυχερός, είπε, είναι ο νέος, Σωκράτη, που αρρώστησε από το κεφάλι του, αφού θα αναγκασθεί, χάρη του κεφαλιού του, να βελτιώσει και το πνεύμα του. Σε προειδοποιώ, όμως, ότι ο Χαρμίδης είναι ανώτερος από τους συνομηλίκους του όχι μόνο στην ομορφιά, αλλά και σ’ αυτό για το οποίο λες ότι έχεις το ξόρκι· εννοείς, νομίζω, τη σωφροσύνη, ή όχι; Βεβαίως είπα εγώ. Μάθε λοιπόν, είπε, ότι , καθώς φαίνεται, ο Χαρμίδης είναι πολύ σωφρονέστερος από τους σημερινούς νέους, και ότι σ’ όλα τ’ άλλα, ανάλογα με την ηλικία του, δεν είναι χειρότερος από κανένα. Πραγματικά, Χαρμίδη, είπα εγώ, επόμενο είναι να είσαι ανώτερος από τους άλλους σε όλα» (157d-e).

Ξενοφών, Λακεδαιμονίων Πολιτεία
Επόμενος συγγραφέας που θα μας απασχολήσει, είναι ο Ξενοφών.
Μου φαίνεται και περί της παιδεραστίας πρέπει να ομιλήσω, διότι και τούτο είναι κάτι, το οποίον έχει σχέσιν με την αγωγήν. Οι μεν λοιπόν άλλοι Έλληνες είτε συνδέονται στενώς εις ζεύγη, άνδρες και παιδιά, όπως οι Βιωτοί, είτε συνδέονται απλώς από αγάπην προς την νεανικήν ωραιότητα, όπως οι Ηλείοι· είναι δε και εκείνοι, οι οποίοι καθ’ ολοκληρίαν απαγορεύουν τας σχέσεις μεταξύ ανδρών και παιδιών. Ο Λυκούργος όμως, αντιθέτως προς όλα ταύτα πιστεύων, επεδοκίμαζεν μόνον το εάν ένας σημαίνων άνθρωπος, θαυμάσας την ψυχικήν αρετήν του παιδίου, προσεπάθει να κάμει αυτόν φίλον με δεσμούς αναμεταξύ των αμέμπτους και να τον συναναστρέφεται, διότι τούτο ενόμιζε μέσον καλλίστης ανατροφής. Εάν όμως επαρουσιάζετο κάποιος επιθυμών το παιδικόν σώμα, επειδή ο Λυκούργος εθεώρει τούτο πολύ αναίσχυντον ενομοθέτησεν εις την Σπάρτην ν’ απέχουν οι ερασταί από τα αγαπώμενα παιδιά, όπως αποφεύγουν εις αφροδισίους ερωτικάς σχέσεις οι γονείς από τα τέκνα των και οι αδελφοί από τους αδελφούς των. Το ότι δε βεβαίως μερικοί δεν θα πιστεύσουν εις ταύτα, δεν απορώ, διότι εις πολλάς πόλεις οι νόμοι δεν εμποδίζουν τας προς τα παιδία επιθυμίας (Λακεδαιμονίων Πολιτεία, Ξενοφών, Β: 12-14).
Παρατηρήσεις:
1. Ο Ξενοφών αναφέρεται στην παιδεραστία (κείμενο: «παιδικών ερώτων») και την συνδέει με την αγωγή (κείμενο: «παιδείαν»). Κατά συνέπεια, η έννοια της παιδεραστίας δεν ταυτίζεται με την σημερινή. Σήμαινε την σχέση δασκάλου-μαθητού.
2. Στα πλαίσια λοιπόν της παιδείας, οι υπόλοιποι Έλληνες, όπως και οι Βοιωτοί, συνδέονται στενά σε ζεύγη ανδρών και παιδιών (κείμενο: «συζυγέντες ομιλούσι»).
3. Οι Ηλείοι, συνδέονταν με τα παιδιά από αγάπη στην ωραιότητα. Ο Ξενοφών, ούτε τώρα αναφέρεται σε σεξουαλικές σχέσεις. Αν ισχυριστούμε το αντίθετο, πώς θα ήταν δυνατόν να είναι ανεκτό από τις ίδιες τις οικογένειες;
4. Υπάρχουν και εκείνοι που απαγορεύουν κάθε τέτοιου είδους σχέση, για να προλάβουν τυχών παρεκτροπές.
5. Ο Λυκούργος επέτρεπε την σχέση αυτή στα πλαίσια της παιδείας. Η οποία ήταν καθαρά πνευματική. Όμως, είχε θεσπίσει νόμους που προέβλεπαν την τιμωρία της παρεκτροπής, δηλαδή την επιθυμία του παιδικού σώματος (κείμενο: «παιδός σώματος ορεγόμενος»).
6.Το ότι οι νόμοι στις άλλες πόλεις δεν εμποδίζουν την επιθυμία στα αγόρια, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι σεξουαλικές σχέσεις ήταν επιβεβλημένες ή μη κατακριτέες. Δεν σημαίνει σε καμία των περιπτώσεων ότι οι τέτοιου είδους επαφές επιδοκιμάζονταν νομικά. Θα ήταν παράλογο, ειδικά όταν γνωρίζουμε ότι αυτές οι σχέσεις έπρεπε να έχουν την έγκριση των ιδίων των γονέων και κηδεμόνων.

Η παιδεραστία είχε πάντα παιδαγωγικό χαρακτήρα, θεωρητικό και πρακτικό. Οι παρεκτροπές πάντοτε υπήρχαν. Όμως, δεν ήταν αυτό η ουσία. Η αντίληψη για την παιδεραστία συμβάδιζε με τον νόμο της κάθε πόλης. Για παράδειγμα, οι Ηλείοι θεωρούσαν αρκετό το να τέρπονται βλέποντας την ωραιότητα των παιδικών σωμάτων. Για αυτόν τον λόγο, εκεί οι παρεκτροπές ήταν περισσότερες. Διδάσκαλοι, αντί να γίνονται πνευματικοί καθοδηγητές στα παιδιά, εκμεταλλεύονταν καταστάσεις, ελλείψει κάποιου σχετικού νόμου. Αυτό μας το επιβεβαιώνει και ο Πλούταρχος. Η παρεκτροπή όμως δεν πρέπει ποτέ να γίνεται γενίκευση. Πάντα θα αποτελεί την εξαίρεση.

«Συμπόσιο» Ξενοφώντος
Στο Συμπόσιο του Ξενοφώντος, ο Σωκράτης ξεκαθαρίζει στον Καλλία ότι τόσο οι άνθρωποι, όσο οι θεοί και οι ήρωες προτιμούν περισσότερο τη φιλία της ψυχής παρά του σώματος: «ου μόνον άνθρωποι αλλά και θεοί και ήρωες την της ψυχής φιλίαν περί πλείονος ή την του σώματος χρήσιν ποιούνται» (Κεφ. 8, 28). Παρατηρούμε ότι γίνεται και πάλι σαφής διάκριση μεταξύ της βαθιάς φιλίας και έρωτος προς το ωραίο, από την ομοφυλοφιλική επαφή. Και αναφέρεται στον Ηρακλή, στους Διόσκουρους, στον Γανυμήδη που «ου του σώματος αλλά ψυχής ένεκα υπό Διός εις Όλυμπον ανενεχθήναι». Και αναφέρει ότι το ίδιο το όνομά του το μαρτυρεί. «Μαρτυρεί δε και τούνομα αυτού εστί μεν γαρ δήπου και Ομήρω γάνυται δε τ’ ακούων», και «πυκινά φρεσί μήδεα ειδώς τούτο δ’ αυ λέγει σοφά φρεσί βουλεύματα ειδώς». Δηλαδή, ευχαριστιέται να τον ακούει, και έχει σοφές σκέψεις. Έτσι «ουχ ηδυσώματος ονομασθείς ο Γανυμήδης αλλ’ ηδυγνώμων εν θεοίς τετίμηται» (30).

Ο Αχιλλέας εκδικήθηκε τον θάνατο του Πατρόκλου «ουχ ως παιδικοίς» αλλά «ως εταίρω αποθανόντι». Πέρα από τις λέξεις, πρέπει να προσέχουμε και τα συμφραζόμενα. Εδώ η λέξη «παιδικά» και «εταίρος» έχουν το μεν πρώτο την έννοια του «σαρκικά ερωτευμένου» και το «εταίρος» του φίλου. Και πράγματι, πουθενά στα έπη του Ομήρου δεν αναφέρεται καμία δήθεν ομοφυλοφιλική σχέση Αχιλλέα-Πατρόκλου. Η φιλία τους ήταν τόσο βαθιά, ως αδελφική. Το ίδιο και για τον Ορέστη και τον Πυλάδη, τον Θησέα και τον Πειρίθουν και «πολλοί των ημιθέων οι άριστοι υμνούνται ου δια το συγκαθαύδειν αλλά δια το άγασθαι αλλήλους τα μέγιστα και κάλλιστα κοινή διαπεπράχθαι» (32). Θαυμάζονται γιατί μαζί έπραξαν μέγιστα και θαυμάσια κατορθώματα.

«Απομνημονεύματα» Ξενοφώντος
Στα «Απομνημονεύματα», αναφέρεται η στάση του Σωκράτη. «Ουδείς δε πώποτε Σωκράτους ουδέν ασεβές ουδέ ανόσιον ούτε πράττοντος είδεν ούτε λέγοντος ήκουσεν» (Α 11). Ο Σωκράτης καταδίκαζε ρητά τις ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές επαφές, και μάλιστα απέτρεπε από αυτές. Προσπάθησε να αποτρέψει το πάθος του Κριτία για τον Ευθύδημο, με αποτέλεσμα ο Κριτίας να στραφεί εναντίον του Σωκράτη.
Πληροφορούμενος όμως ότι ο Κριτίας ήταν ερωτευμένος με τον Ευθύδημο και προσπαθούσε να έχει μαζί του τέτοια σχέση, όπως αυτοί που απολαμβάνουν τις σωματικές ηδονές, προσπαθούσε να τον αποτρέψει λέγοντας ότι είναι πράξη ανελεύθερη και αταίριαστη για άνδρα σωστό και ενάρετο να ζητάει ικετεύοντας, όπως οι φτωχοί, και να παρακαλεί τον αγαπημένο , απέναντι στον οποίον θέλει να φαίνεται πολύ άξιος, να του δώσει κάτι καθόλου καλό. Επειδή ο Κριτίας όμως δεν υπάκουε σε τέτοια πράγματα ούτε και αποτρέπονταν, λέγεται ότι ο Σωκράτης, ενώ ήταν παρόντες άλλοι πολλοί και ο Ευθύδημος, είπε ότι του φαίνεται πως ο Κριτίας πάσχει από αυτό που πάσχουν οι χοίροι, επιθυμώντας να τρίβεται στον Ευθύδημο όπως τα μικρά γουρούνια στις πέτρες (Α 29-30).
Πλουτάρχου, «Τα παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα»
Στο έργο αυτό, πληροφορούμαστε κάτι που είδαμε και στον Ξενοφώντα, ότι στην Λακεδαίμονα θεωρούνταν αισχρό να πλησιάζει κανείς το παιδί για τον έρωτα του σώματος. Αυτό ο άνθρωπος θεωρούνταν άτιμος για όλη του την ζωή. «Εράν των την ψυχήν σπουδαίων παίδων εφείτο· το δε πλησιάζειν αισχρόν νενόμιστο, ως του σώματος ερώντας αλλ’ ου της ψυχής· ο δε εγκληθείς ως επ’ αισχύνη πλησιάζων άτιμος δια βίου ην».

Πλουτάρχου, «Ερωτικός»
Στο έργο του Πλουτάρχου «Ερωτικός», που είναι έργο διαλογικό, συγκρούονται δύο απόψεις. Από την μία, ο έρωτας που αφορά τον γάμο (περί γάμον έρωτος) και από την άλλη, ο έρωτας μεταξύ δύο ανδρών, που φτάνει στο σημείο να στερήσει τον ίδιο τον γάμο. Όμως, όπως προκύπτει από το κείμενο, δεν είναι ο ομοφυλοφιλικός, αλλά η βαθιά φιλία. Η άποψη του Πλουτάρχου είναι υπέρ του γάμου. Σε καμία των περιπτώσεων, κατά τον Πλούταρχο, δεν είναι ορθή η αντίληψη ότι η φιλία θα μπορούσε ποτέ να υπερπηδήσει τον θεσμό του γάμου.

Έτσι, παρουσιάζεται ο Έρωτας, ως δύναμις και έλξη που οδηγεί στην αρετή και την φιλία.
«Εκείνου (δηλ. του Έρωτα) δ’ ουκ εστίν ειπείν έργον ιερώτερον ουδ’ άμιλλαν ετέραν ουδ’ αγώνα θεώ πρέπειν μάλλον εφοράν και βραβεύειν η την περί τους καλούς και ωραίους επιμέλειαν των ερώντων και δίωξιν· ουδέν γαρ εστίν αισχρόν ουδ’ αναγκαίον, αλλά πειθώ και χάρις ενδίδουσα πόνον ηδύν ως αληθώς κάματον τ’ ευκάματον υφηγείται προς αρετήν και φιλίαν».

Δηλαδή: «Δεν υπάρχει ιερότερο έργο απ’ αυτό του Έρωτα, ούτε άμιλλα ή αγώνας πιο ταιριαστός για έναν θεό, τον οποίο να επιβλέπει και να επιβραβεύει, από τη φροντίδα και το κυνήγι ωραίων νεαρών από εραστές. Δεν υπάρχει σ’ αυτό τίποτε το αισχρό ή το αναγκαίο, εκτός από την πειθώ και τη χάρη η οποία ενδίδει σε γλυκό πόνο, σε κάματο που δεν είναι κάματος, οδηγεί στην αρετή και στη φιλία».

Εδώ βλέπομε και την σύνδεση του «έρωτα» με την «φιλία».

Τέσσερα είναι τα είδη της φιλίας που όρισαν οι παλαιότεροι, και που αποτελούν παράδοση. «Τέσσαρα γένη της φιλίας εχούσης ώσπερ οι παλαιοί διώρισαν» (σ. 80). Αυτά είναι η φυσική φιλία, της φιλοξενίας, της συντροφικότητας (εταιρικό), και της ερωτικής φιλίας (το ερωτικόν). Επίσης, τέσσερα είναι και τα είδη του ενθουσιασμού. Αναφέρεται ο μαντικός ενθουσιασμός, ο βακχικός, ο ποιητικός, και του πολέμου ή διαφορετικά «του Άρεως». Η ερωτική φιλία σε συνδυασμό με την πολεμική μανία του Άρεως, οδηγεί σε πράξεις ηρωισμού. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο Κάτωνα, η ψυχή του εραστή είναι πάντοτε παρούσα μέσα στην ψυχή του ερώμενου, όπως ο χαρακτήρας, το ήθος, ο τρόπος ζωής και οι πράξεις, από τα οποία οδηγούμενος «ταχύ συναιρεί πολλήν οδόν, ώσπερ οι Κυνικοί λέγουσι σύντονον ομού και σύντομον εύρηκε την πορείαν επ’ αρετήν. Και γαρ επί την φιλίαν».

Αυτή η φιλία είναι που οδηγεί στην εξύψωση. Είναι, θα λέγαμε, η φιλία η βαθιά, η αδελφική. Είναι κάτι που σήμερα είναι δυσεύρετο. Για αυτό και παρεξηγήσιμο.

Ο Έρωτας ως δύναμη συνδυάζεται με πράξεις ηρωισμού. Άνδρας ορμώμενος από την δύναμη του Έρωτος, «υπέρ φίλου ούπερ αν κελεύη». Και αναφέρεται η τραγωδία του Σοφοκλή, όπου ενώ θανατώνονταν οι γιοι της Νιόβης, ένας εξ αυτών καλεί «βοηθόν άλλον ουδέ σύμμαχον ή τον εραστήν»(σ. 96). Παρατηρούμε ότι η λέξη «φίλος» εναλλάσσεται με την λέξη «εραστής». Το ίδιο με τον Κλεόμαχο και τον «ερώμενό» του, όπου το παράδειγμα ανδρείας αλλά και της συγκατάθεσης για να μπει στην μάχη, έκανε τους Χαλκιδείς να δουν το πραγματικό νόημα της «παιδεραστίας». «Και το παιδεραστείν πρότερον εν ψόγω τιθέμενοι τότε μάλλον ετέρων ηγάπησαν και ετίμησαν» (σ. 98). Με την έννοια της ομοψυχίας κατά ζεύγη των πολεμιστών, αναφέρεται και η επίκριση του Παμμένη προς τον Όμηρο, διότι ο δεύτερος τοποθέτησε τους Αχαιούς ανά φυλές και «ουκ ερώμενον έταττε παρ’ εραστήν, ίν’ ούτω γένηται το ασπίς δ’ ασπίδ’ έρειδε κόρυς δε κόρυν» (σ. 100). Αυτός ο συνδυασμός της δύναμης του Έρωτα και του ηρωισμού, «τα μαχιμώτατα των εθνών ερωτικώτατα» κατά το κείμενο, οδήγησε τους Βοιωτούς, τους Λακεδαιμόνιους, τους Κρήτες, τον Μελέαγρο, τον Αχιλλέα, τον Αριστομένη, τον Κίμωνα, τον Επαμεινώνδα, τον Ηρακλή. Άξιο παρατηρήσεως ότι αναφέρει τους Λακεδαιμόνιους, για τους οποίους είδαμε τι αναφέρει ο Ξενοφών. Απόδειξη ότι δεν μιλάει για ομοφυλοφιλικούς έρωτες, που απαγορεύονταν αυστηρώς. Κοντολογίς, «Έρως διδάσκει, καν άμουσος η το πριν. Συνετόν τε γαρ ποιεί, καν ράθυμος η το πριν· και ανδρείον, ή λέλεκται, τον άτολμον, ώσπερ οι τα ξύλα πυρακτούντες εν μαλακών ισχυρά ποιούσι. Δωρητικός δε και απλούς και μεγαλόφρων γίνεται πας εραστής, καν γλίσχρος η πρότερον». 

Η δύναμη του Έρωτα είναι όμοια με τον Ήλιο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο πυρ, πιο γόνιμο και γλυκό. «Και η μεν απ’ εκείνου φερομένη σώματι παρέχει τροφήν και φως και αύξησιν, η δ’ από τούτου ψυχαίας» (σ. 122). Αναφέρεται στην ψυχή και όχι στο σώμα. Ξεκάθαρο!

Βέβαια όμως, κοντά στο υγειές, μπορεί να αναπτυχθεί και το ζιζάνιο. Αυτό εξαρτάται από την πνευματικότητα του ερώμενου- εραστή. Από το παρακάτω απόσπασμα, φαίνεται πολύ καθαρά αυτό.
«Ο Έρωτας (κειμ. Ο Ουράνιος Έρως) αναφλέγει πρώτα τη μνήμη μας, δείχνοντάς μας τις εικόνες ωραίων και λαμπερών νέων στην ακμή της ομορφιάς τους. Γι’ αυτό και κάποιοι φίλοι ή συγγενείς που προσπαθούν με τη βία, παραλόγως, να αφανίσουν το πάθος με τρόπο σκαιό, δεν βγάζουν στην πραγματικότητα κανένα κέρδος απ’ αυτό· αντιθέτως γεμίζουν οι ίδιοι από τον καπνό και την ταραχή που προσπάθησαν να δημιουργήσουν στους άλλους ή βυθίζονται σε σκοτεινές και παράνομες ηδονές κι έτσι περιπίπτουν στη διαφθορά και στην παρακμή. Όσοι όμως, με λογική και μετρημένη σκέψη σβήνουν τη μανία σαν να ήταν επικίνδυνη φωτιά. κι έτσι πολύ σύντομα οι εραστές μαθαίνουν να περιφρονούν το σώμα του αγαπημένου τους (των ερωμένων), μαθαίνουν να ενδοσκοπούν και να ενδιαφέρονται για το ήθος τους. Φεύγει από τα μάτια τους η μεμβράνη που καλύπτει την εσωτερική όραση και πλέον βλέπουν καθαρά και συνευρίσκονται πλέον δια των λόγων κυρίως, αλλά και δια της ηθικής συμπεριφοράς, για να ανακαλύψουν αν ο αγαπημένος τους έχει στη σκέψη του μια εικόνα που είναι φτιαγμένη στα πλαίσια της ιδανικής ομορφιάς».
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ του έρωτα σώματος και του έρωτα της ψυχής, που είναι κάτι διαφορετικό. Οι λογικοί άνθρωποι δεν κινδυνεύουν να παρεκτραπούν, γιατί δεν μένουν στο σώμα αλλά προχωρούν στις ψυχικές αρετές. Έτσι η ομορφιά πια εξιδανικεύεται.

«Ευφυούς δ’ εραστού και σώφρονος άλλος τρόπος· εκεί γαρ ανακλάται προς το θείον και νοητόν καλόν· ορατού δε σώματος εντυχών κάλλει και χρώμενος οίον οργάνω τινί της μνήμης ασπάζεται και αγαπά, και συνών και γεγηθώς έτι μάλλον εκφλέγεται την διάνοιαν· και ούτε μετά σωμάτων όντες εντεύθα τουτί το φως επιποθούντες κάθηνται θαυμάζοντες».

«Τώρα, όσον αφορά τη σχέση ανδρός προς άνδρα, αυτή δεν είναι ένωση, αλλά μάλλον λάγνα επιπήδηση θα μπορούσε να πει κανείς: Αυτή είναι δουλειά της Ύβρεως και όχι της Κύπριδος. Γι'αυτό και αυτούς που είναι παθητικοί, τους θεωρούμε κατάπτυστους και δεν τους δείχνουμε ούτε εμπιστοσύνη, ούτε σεβασμό, ούτε φιλία. Τα λόγια του Σοφοκλή γι’ αυτά τα πλάσματα είναι πολύ σωστά: Χαίρονται όσοι δεν έχουν τέτοιους φίλους, κι εκείνοι που τους έχουν , θέλουν να γλυτώσουν από δαύτους».

Τί μας λέει εδώ ο Πλούταρχος; Ότι είναι Ύβρις η ομοφυλοφιλία. Ύβρις κατά τους αρχαίους, είναι όταν ξεπεράσει κανείς το φυσικό όριο, τον φυσικό νόμο.

«Ο Σόλων ήταν ένας νομοθέτης πολύ έμπειρος σε θέματα γάμου· πρότεινε ο άντρας να συνευρίσκεται με τη γυναίκα του πάνω από τρεις φορές τον μήνα, όχι μόνο για ηδονή, αλλά όπως οι πόλεις ανανεώνουν από καιρό σε καιρό τις αμοιβαίες συμφωνίες τους, έτσι και ο γάμος πρέπει να ανανεώνεται συχνά μέσα από αυτήν την πράξη τρυφερότητας ώστε να εξαλείφονται οι μεταξύ των συζύγων τριβές που προκύπτουν από τα καθημερινά προβλήματα».

«Αυτό ακριβώς λέγεται ολοκληρωτική ένωση, η ένωση ψυχή τε και σώματι δύο ανθρώπων που αγαπούν ο ένας τον άλλο και είναι δεμένοι με δεσμά του γάμου».

Σίγουρα, το θέμα δεν εξαντλήθηκε. Έγινε μια -όσο το δυνατό- συνοπτική παρουσίαση, μέσα από τα κυριότερα κείμενα. Αυτό που θα ήθελα να περάσω μέσα από αυτά τα δύο άρθρα, είναι ότι δεν θα έπρεπε να δεχόμαστε αβασάνιστα το οτιδήποτε, αλλά θα πρέπει να το εξετάζουμε επισταμένως, μέσα από τις πηγές.