Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (1136-1155)

ΚΑ. ἰὼ ἰὼ ταλαίνας κακόποτμοι τύχαι· [στρ. ζ]
τὸ γὰρ ἐμὸν θροῶ πάθος ἐπεγχέασα.
ποῖ δή με δεῦρο τὴν τάλαιναν ἤγαγες;
οὐδέν ποτ᾽ εἰ μὴ ξυνθανουμένην. τί γάρ;
1140 ΧΟ. φρενομανής τις εἶ θεοφόρητος, ἀμ-
φὶ δ᾽ αὑτᾶς θροεῖς
νόμον ἄνομον, οἷά τις ξουθὰ
ἀκόρετος βοᾶς, φεῦ, φιλοίκτοις φρεσὶν
Ἴτυν Ἴτυν στένουσ᾽ ἀμφιθαλῆ κακοῖς
1145 ἀηδὼν βίον.

ΚΑ. ἰὼ ἰὼ λιγείας μόρον ἀηδόνος· [ἀντ. ζ]
πτεροφόρον γάρ οἱ περὶ δέμας βάλοντο
θεοὶ γλυκύν τ᾽ ἀγῶνα κλαυμάτων ἄτερ·
ἐμοὶ δὲ μίμνει σχισμὸς ἀμφήκει δορί.
1150 ΧΟ. πόθεν ἐπισσύτους θεοφόρους [τ᾽] ἔχεις
ματαίους δύας;
τὰ δ᾽ ἐπίφοβα δυσφάτῳ κλαγγᾷ
μελοτυπεῖς ὁμοῦ τ᾽ ὀρθίοις ἐν νόμοις.
πόθεν ὅρους ἔχεις θεσπεσίας ὁδοῦ
1155 κακορρήμονας;

***
ΚΑΣΣΑΝΤΡΑ
Αλίμονο της άμοιρης μαύρη μου τύχη!
βάζω και κλαίω μαζί και τα δικά μου πάθη,
που ηύρες να φέρεις την ταλαίπωρη και μένα
τι άλλο, πάρεξ να πεθάνω εδώ μαζί σου;
ΧΟΡΟΣ
1140 Φρενοπαρμένη θα ᾽σαι και θεοπείραχτη,
μόνη σου να ψάλλεις θρήνον άνομο
του εαυτού σου, όπως η ξανθιά
κι αβάρετη στα κλάματα αηδόνα,
που κλαίοντας κλαίει πάντα τον Ίτυν Ίτυ
σ᾽ όλη την πικραμένη τη ζωή της.

ΚΑΣΣΑΝΤΡΑ
Καλότυχη της λιγερής μοίρ᾽ αηδόνας!
αυτή την ντύσανε οι θεοί με φτερωτό κορμί
και μες στα κλάματα γλυκιά της δώσανε ζωή.
μα εμέ σφαγή με δίκοπο σπαθί προσμένει.
ΧΟΡΟΣ
1150 Πούθ᾽ έρχουνται, από ποιό θεό
σταλμένοι οι τρόμοι αυτοί
και τα δεινά με σκούξιμο κακόσυρτο θρηνείς,
και τραγουδείς μαζί σε ήχους πάρα ψηλούς;
πού βρήκες τους κακομελέτητους σκοπούς
στους δρόμους τους προφητικούς σου;

Πόσους έχεις στη χαρά σου;

Θα σκεφτείς πως φιλία και καχυποψία, δεν πάνε μαζί σε μία πρόταση. Ή μήπως πάνε;

Θα μιλήσω, χωρίς να χρησιμοποιήσω εξωραϊσμούς και τυπικούρες.

Και θα το κάνω, γιατί εκτός από καχύποπτη, είμαι και ευσυνείδητη και δεν θα καταπιανόμουν ποτέ με ένα τόσο βασικό στοιχείο των ανθρωπίνων σχέσεων, αν δεν σου εξέθετα παραδείγματα.

«Ο καλός φίλος, στα δύσκολα φαίνεται».

Το έχεις ξεστομίσει, όπως κι εγώ, και όλοι μας όταν βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα πρόβλημα. Ξεπερνώντας τη ζόρικη κατάσταση κάνουμε τον προσωπικό μας απολογισμό, και στη συνέχεια ακολουθεί το ξεσκαρτάρισμα.

«Θα παραμείνουν δίπλα μου, μόνο όσοι μου στάθηκαν» σκέφτεσαι, κι έχεις δίκιο.

Εν μέρει.

Γιατί στη δυσκολία, θα τρέξουν σχεδόν όλοι για σένα.

Για να σου πουν μια καλή κουβέντα και να απαλύνουν τον πόνο σου.

Για να σου χτυπήσουν συγκαταβατικά την πλάτη.

Θα σπεύσουν να σε βοηθήσουν αν τους το ζητήσεις. Θα συμπονέσουν και θα στεναχωρηθούν.

Θα το κάνουν είτε επειδή σε αγαπούν πραγματικά, είτε για να νιώσουν καλύτερα οι ίδιοι.

Αν έχεις τέτοιους ανθρώπους κοντά σου, θα σου σφίξω με σεβασμό το χέρι ως ομοιοπαθών και θα σου υποσχεθώ πως θα αφιερώσω προς τιμή τους ένα άλλο άρθρο.

Για την ώρα, θα ασχοληθώ, με τους «άλλους» φίλους σου.

Αυτούς που είναι δίπλα σου, για να φαίνεται καλύτερη η δική τους ζωή.

Αυτούς που είναι έτοιμοι να μπήξουν τα κλάματα από λύπη, αλλά δεν αντέχουν με τίποτα τη χαρά σου.

Αυτούς που θεωρούν, πως η ευτυχία είναι αποκλειστικά δικό τους προνόμιο.

Όχι, σε καμία περίπτωση δεν υποτιμώ τη νοημοσύνη σου στο να διακρίνεις τον αληθινό από τον κάλπικο φίλο.

Δεν πρόκειται όμως για θέμα αντίληψης, αλλά τυφλής εμπιστοσύνης στον απέναντι.

Ορισμένες φορές, τα πάντα είναι μπροστά στα μάτια μας, μόνο που εμείς δεν μπορούμε να τα δούμε.

Μια αφορμή ίσως είναι αρκετή, για να πετάξουμε τις παρωπίδες μας.

Θεωρείς πως γνωρίζεις καλά κάποιον και μπορείς να του εκμυστηρευτείς τα εσώψυχά σου, επειδή σου στάθηκε σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής σου.

Πιστεύεις πως οι δυνατές φιλίες δοκιμάζονται και νικούν μόνο μέσα από τις κακουχίες.

Ξανασκέψου το.

Γιατί η αληθινή φιλία, δίνει τις εξετάσεις της στη χαρά. Και δεν εννοώ τα τραπεζώματα, τα τσιμπούσια και τις λοιπές συνεστιάσεις.

Εννοώ ό,τι ευχάριστο συμβαίνει στη ζωή σου και θέλεις να το μοιραστείς.

Τη δουλειά που κυνηγούσες εδώ κι ένα εξάμηνο και τελικά πήρες.

Εκεί πόσους έχεις;

Πόσοι ήταν εκείνοι, που την τελευταία φορά που ανακοίνωσες κάτι σημαντικό για σένα, δεν διέκρινες μια ξινίλα στο ύφος τους;

Ένα «Ωραία. Άκου και τα δικά μου τώρα».

Ένα «Μπράβο βρε. Συγχαρητήρια.» Χωρίς θαυμαστικό.

Μήπως η συμπόνια στη λύπη σου, μετατράπηκε σε ζήλια μπροστά στη χαρά σου;

Μπα, αποκλείεται. Κάτι δεν κατάλαβες καλά. Οι πραγματικοί φίλοι δεν ζηλεύουν…

Ναι, έχεις δίκιο. Οι πραγματικοί φίλοι δεν ζηλεύουν.

Ο καθένας ωστόσο μπορεί να υποκριθεί τέλεια τον λυπημένο.
Κανείς όμως δεν μπορεί να υποκριθεί τέλεια τον χαρούμενο.

Γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις δοκιμάζονται καθημερινά.

Άλλοτε περνούν με άριστα, άλλοτε δεν πιάνουν ούτε τη βάση.

Μπορεί πάλι να κάνουν τον κύκλο τους, και να τελειώνουν.

Σε αυτό τον κύκλο όμως, δεν χωράνε ζήλιες, υστεροβουλίες, και ψεύτικα χαμόγελα.

Η φιλία είναι μια αμοιβαία επένδυση συναισθημάτων. Κάθε είδους.

Ο καλός φίλος φαίνεται στη λύπη. Ο πραγματικός φίλος, φαίνεται σε όλα. Μια δοκιμή θα σε πείσει.

Αν τελικά είχες τέτοιους ανθρώπους στη ζωή σου και τους έκανες πέρα, θα σου σφίξω με σεβασμό το χέρι ως ομοιοπαθών, και θα σου υποσχεθώ πως «αυτοί έχασαν».

Γιατί στη δική σου ζωή, θα κρατήσεις λίγους και καλούς.

Φίλους, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Θα είναι οι άνθρωποι που όταν θα τους ανακοινώσεις πως την πήρες τελικά τη δουλειά θα σου πουν «Ωραία».

Κι αυτό το «Ωραία», θα ακουστεί με πολλά θαυμαστικά και αληθινά χαμόγελα!

Έρχεται η Πρώτη Ηλιακή Πρίζα που Φορτίζει Απευθείας από το Παράθυρο

Οι σχεδιαστές Kyuho Song και Boa Oh αποφάσισαν να αξιοποιήσουν την ηλιακή ενέργεια με τον πιο κομψό και όμορφο τρόπο. Μέχρι στιγμής έχουμε δει λύσεις που δρουν έχοντας την ηλιακή ενέργεια ως εφεδρική μπαταρία αλλά καμία με άμεσο τρόπο όπως αυτή που θα δούμε τώρα.

Το Window Socket είναι μια πρίζα που προσαρμόζεται στο παράθυρο εύκολα και γρήγορα, παρέχοντας στο χρήστη της ρεύμα. Πώς; Απλά η ηλιακή ενέργεια συγκεντρώνεται στο τζάμι και έπειτα μετατρέπεται σε ηλεκτρικό ρεύμα μέσω της πρίζας. Απλό στη σχεδίαση, το βύσμα του Window Socket προσαρμόζεται σε οποιοδήποτε παράθυρο και αποδίδει εξαιρετικά καλά. Η ηλιακή ενέργεια φαίνεται πως για μία ακόμη φορά αλλάζει τα ενεργειακά δεδομένα. Η ηλιακή πρίζα προσφέρει έναν εύκολο και πάντα με ασφάλεια τρόπο να φορτίσουμε τις συσκευές μας χωρίς να διατρέχουμε κανέναν κίνδυνο.

Είναι ειδικά σχεδιασμένη ώστε να λειτουργεί παντού. Στην ουσία η πρίζα αυτή αποτελείται από δυο τμήματα τον εσωτερικό συλλέκτη που συλλέγει τις ηλιακές ακτίνες και την μπαταρία που αποθηκεύεται η ενέργεια. Στην συνέχεια λειτουργεί κανονικά όπως μιας πρίζα.

Έχει σχεδιαστεί ειδικά για να είναι χρήσιμη σε μέρη ή σε καταστάσεις όπου μια συμβατική πρίζα είναι αδύνατον να βρεθεί. Ο χρόνος που χρειάζεται για να γεμίσει η μπαταρία είναι από 5 έως 8 ώρες. «Αυτό το προϊόν σχεδιάστηκε για να σας επιτρέπει να χρησιμοποιείτε ηλεκτρική ενέργεια ελεύθερα και άνετα σε χώρους, όπου η κατανάλωση ηλεκτρισμού είναι περιορισμένη, για παράδειγμα σε ένα αεροσκάφος, σε ένα αυτοκίνητο ή σε εξωτερικούς χώρους», αναφέρουν οι δύο σχεδιαστές.

To στρογγυλό, μοναδικό της σχήμα της κάνει να διαφέρει κατά πολύ από όλες τις άλλες ηλιακές λύσεις που κυκλοφορούν στην αγορά. Επίσης η πρίζα μόλις η φόρτωση της ολοκληρωθεί επιτυχώς θα κλείσει για να εξοικονομήσει την ενέργεια της.

Ακόμη δεν έχει κυκλοφορήσει ευρέως στην αγορά, όπως δηλώνουν οι σχεδιαστές δουλεύουν όμως στο να την βελτιώσουν για να επιτύχουν μεγαλύτερη χωρητικότητα της ενεργεία της αλλά και πολύ πιο γρήγορους χρόνους φόρτισης.

Ο Αιώνιος Δρόμος προς την Αλήθεια

Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε την ύπαρξή του, εδώ και χιλιάδες χρόνια, προσπάθησε να κατανοήσει το «περιβάλλον» του, να αντιληφθεί την Πραγματικότητα κι έτσι δημιούργησε διάφορες κοσμοθεωρίες. Μία τέτοια αντίληψη, μία κοσμοθεωρία, όσο απλοϊκή κι αν είναι, είναι κατά βάση φιλοσοφική και κατά δεύτερο λόγο θρησκευτική.
 
Στην διάρκεια της ιστορίας ο άνθρωπος βελτίωσε αρκετά την αντίληψή του για την Πραγματικότητα. Κάποιοι εξαιρετικοί άνθρωποι μάλιστα προσέγγισαν την Πραγματικότητα με τρόπο ιδιαίτερα ευφυή και «επέβαλλαν» την αντίληψή τους στους συνανθρώπους τους, επηρεάζοντας συχνά μεγάλους πληθυσμούς. Αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι θεωρήθηκαν «Θεοί» ή «ενσαρκώσεις» του Θεού.
 
Στην πραγματικότητα αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν διαφέρουν σε τίποτα από εμάς τους «κοινούς» ανθρώπους, τον κάθε άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση (οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή) είναι μία και λειτουργεί σε όλους το ίδιο. Από την στιγμή που μία ανθρώπινη συνείδηση (αδιάφορο αν ονομάζεται Βούδας ή Σανκάρα, Λαό Τσε, Πλάτωνας ή Χέγγελ) φτάνει στην Αντίληψη της Πραγματικότητας (αν υποθέσουμε ότι αυτή η Αντίληψη ανταποκρίνεται στην Αλήθεια) μπορεί να το κάνει ξανά και ξανά και όχι απλά μία συνείδηση αλλά κάθε συνείδηση, οποιαδήποτε συνείδηση.
 
Βέβαια, καλό είναι να γνωρίζουμε τις αντιλήψεις των συνανθρώπων μας (όχι μόνο της κοινωνίας που ζούμε αλλά και άλλων κοινωνιών, σε όλες τις εποχές) και να μπορούμε, αν το θέλουμε, να ακολουθήσουμε κάποια φιλοσοφική, θρησκευτική, αντίληψη για να «συλλάβουμε» την Πραγματικότητα, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε, είτε στηριζόμενοι σε κάποια στοιχεία από το κοινωνικό περιβάλλον μας, είτε όχι, να ξαναβρούμε τον Δρόμο προς την Αλήθεια (όπως τον βρήκαν και οι άλλοι) δομώντας έτσι την δική μας, την προσωπική μας αντίληψη για την Πραγματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση το να αντιληφθεί κάποιος μόνος του την Αλήθεια, βασιζόμενος στον εαυτό του, είναι το πιο ορθό λογικά, φιλοσοφικά, γιατί έτσι Βιώνει πραγματικά την Αλήθεια και δεν προσπαθεί μέσα από μία ξένη αντίληψη να προσεγγίσει την Πραγματικότητα. Αν ο Βούδας, ο Λάο Τσε, ο Πλάτωνας ή ο Πλωτίνος, ο Έκαρτ ή ο Χάιντεγκερ, ή οποιοσδήποτε φιλόσοφος, ή άλλος άνθρωπος έφτασαν στην Αλήθεια, μπορεί οποιοσδήποτε άνθρωπος να το κάνει ξανά και ξανά στους αιώνες και να δομήσει, ενδεχομένως, μία αντίληψη περισσότερο ευφυή από την αντίληψη όλων αυτών.
 
Αυτός ο Προσωπικός Δρόμος προς την Αλήθεια, είναι ο Αιώνιος Δρόμος του Ανθρώπου, η Αιώνια Φιλοσοφία, η Αιώνια Θρησκεία, που διατυπώνεται ξανά και ξανά κι Αυτός ο Δρόμος είναι ο Δρόμος όλων μας, ο δικός μου, ο δικός σου, ο δικός του, ο δικός μας, ο δικός σας, ο δικός τους. Καμία συνείδηση δεν μπορεί να «συλλάβει» κάτι που είναι αδύνατο να συλλάβουν όλες οι συνειδήσεις (σε κανονικές συνθήκες βέβαια). Ας σταματήσουμε λοιπόν να τρέχουμε πίσω από «διαφωτιστές» ή «σωτήρες» ή τουλάχιστον ας απορρίψουμε την ανόητη ιδέα ότι είναι κάτι «διαφορετικό» από εμάς. Ας βασιστούμε λίγο στον εαυτό μας, το μόνο ασφαλές θεμέλιο κι ας ανακαλύψουμε μόνοι μας την Αλήθεια. Η Πραγματικότητα είναι μέσα μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Αν δεν μιλήσεις γι’αυτά που νιώθεις, πώς θες οι άλλοι να ξέρουν;

Εγώ δεν πέφτω χαμηλά δεν εκφράζω αυτό που νιώθω, λέει ένας φίλος στον άλλον. Γιατί να το κάνω άλλωστε; Αφού θα με σέρνει από τη μύτη μετά. Εγώ από την άλλη φοβάμαι, λέει ο άλλος.

Ωραία λοιπόν μην τα εκφράσεις. Μετά όμως τι γίνεται; Η σιωπή είναι και αυτή μια απάντηση και όλη ξέρουμε ότι δεν είναι θετική. Αν η απάντηση στο ερώτημα τι θέλεις από μένα και τι αισθάνεσαι για μένα είναι η σιωπή, τότε ετοιμάσου για αντίστοιχες αντιδράσεις.

Κανείς δεν έχει μαντικές ικανότητες. Μπορεί κάποιοι από εμάς να διαισθάνονται κάποια πράγματα αλλά και πάλι αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε ακριβώς τι κρύβει ο εγκέφαλός σας. Ποιες είναι οι διαθέσεις σας; Τι Ζητάτε τέλος πάντων!

Η σιωπή είναι μια πόρτα κλειστή. Η σιωπή αφήνει απορίες σε πολλά αναπάντητα ερωτήματα αλλά είναι απόλυτα σίγουρο και ξεκάθαρο το ένα και μόνο μήνυμα: φύγε και σταμάτα να με ενοχλείς! Φύγε δεν θέλω ούτε να σε ακούω, ούτε να σε βλέπω. Φύγε και στο λέω με τη σιωπή μου γιατί δεν έχω τα κότσια να στο πω κατά πρόσωπο και να ακούσω το όποιο επιχείρημά σου.

Γενικά δεν μιλώ σιωπώ γιατί η σιωπή μου προς απάντησή σου. Γενικά δεν στέλνω μήνυμα και δεν παίρνω τηλέφωνο γιατί εκφράζει ενδιαφέρον και εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα θεός φυλάξει! Γενικά δεν….

Ωραία, για ακούστε και την άλλη άποψη τώρα. Ειδικά τα αινίγματα δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Ναι έχω μια καλή διαίσθηση όταν κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν είμαι η μάγισσα Κλω-κλω για να ξέρω τι έχετε μέσα στο μυαλό σας. Ειδικά σιχαίνομαι να γίνομαι φορτική χειρότερα και από τις αμαρτίες μου.

Και ναι όσο και αν σου φαίνεται περίεργο σαν άνθρωπος έχω και αμαρτίες και ελαττώματα. Ειδικά μπορεί να είμαι οπαδός του μην τα παρατάς ποτέ, αλλά πόσες φορές θα χτυπήσεις μια πόρτα κλειστή περιμένοντας να σου ανοίξει (συνδύασέ το με το προηγούμενο και θα βγάλεις το ακριβές νούμερο!)

Για να τελειώνουμε εγώ ξέρω ότι όποιος θέλει βρίσκει τρόπο και επικοινωνεί. Όποιος θέλει βρίσκει τρόπο και κάνει πράξη αυτά που νιώθει. Όποιος θέλει πραγματικά δεν καταλαβαίνει από φοβάμαι και στερεότυπα. Γιατί πολύ απλά όποιος δεν θέλει να χάσει τον άνθρωπο που έχει δίπλα του βρίσκει τρόπο. Όλοι οι υπόλοιποι βρίσκουν δικαιολογίες.

Αν λοιπόν δεν θέλεις να εκφράσεις τα θέλω σου και τα συναισθήματά σου είτε από εγωισμό είτε δεν ξέρω εγώ από τι άλλο το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή, όχι πολύ μακρινή, εντελώς ξαφνικά θα γυρίσεις να κοιτάξεις δίπλα σου και δεν θα είμαι εκεί….

Άξιζε τελικά ο πόνος, μόνο και μόνο για να νιώσεις πως αγαπήθηκες κι εσύ;

“Δε φταις εσύ. Εγώ φταίω”. Μία τόσο κλισέ φράση, συνήθως ειπωμένη με μια μεγάλη δόση ειρωνείας.

Υπάρχουν όμως και φορές, που ξεστομίζοντάς την, ξεστομίζεις την αλήθεια σου. Μιαν αλήθεια που όσο σε πονάει, τόσο σου ανήκει.

Που όσο πιο δική σου γίνεται, τόσο σε ματώνει. Αν τώρα πονάς, φταις εσύ. Αποκλειστικά εσύ.

Θα βρεθεί ένας άνθρωπος που σ’ αγαπάει και σιχαίνεται να σε βλέπει να καταρρέεις και θα σου πει “ποτέ δε φταίμε εμείς για το πόσο μας πληγώνουν οι άλλοι”…θα βρεθεί κι εκείνος, ο εντελώς κυνικός, να σε διορθώσει λέγοντάς σου ” όχι, δε φταις εσύ. Αυτός είναι μαλάκας!”.

Κι ίσως να έχουν δίκιο. Από τη δική τους οπτική, σίγουρα έχουν. Όμως εσύ ξέρεις, έχεις δει και την άλλη όψη του νομίσματος. Εσύ ξέρεις πως όταν η φωνή της λογικής σου μέσα στο κεφαλάκι σου σού φώναζε “όχι, εκεί! Μη! Θα καείς”, εσύ εκεί… εκεί που κάνει τζιζ πήγες κ έβαλες το χέρι σου. Όταν τα απλά μαθηματικά, αυτά τα διδαγμένα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, σου αποδείκνυαν πως 1+1 = 2, εσύ εκεί…να επιμένεις πως ο έρωτας το 1+ 1 το κάνει 1.

Κι ίσως γι’ αυτή σου την επιμονή να φταίνε οι πολλές ταινίες που έχεις δει, η τόση ερωτική ποίηση που έχεις διαβάσει… Ίσως πάλι να θεωρήθηκες από ορισμένους τολμηρή, θαρραλέα, αναρχική. Αυτή που αφήνει την ασφάλεια της τάξης και πέφτει με τα μούτρα στο χάος του έρωτα. Κι ίσως πάλι άλλοι να σε χαρακτήρισαν αφελή, γραφικά ρομαντική, και να ήσουν για εκείνους αυτή “η λίγο πριν τα 30 που πιστεύει ακόμα στον αμοιβαίο έρωτα” και γελάνε πίσω απ’ την πλάτη της.

Σημασία, όμως, δεν έχει ποια πιστεύουν εκείνοι ότι είσαι, αλλά ποια σε κάνει ο πόνος που διάλεξες να ζήσεις. Γιατί, το ξέρεις μάτια μου, αν τώρα πονάς, πονάς γιατί δεν σε προστάτευσες. Γιατί έβλεπες το ντουβάρι κι έτρεξες πάνω του με χίλια. Γιατί στον γκρεμό που σε περίμενε, έκανες το πιο θεαματικό σάλτο μορτάλε.

Γιατί πίστεψες πως αν του δείξεις πώς νιώθεις, εκείνος θ’ αλλάξει. Γιατί ήξερες πως δεν είναι αυτός για σένα… Και δες τον τώρα: ατάραχος κι αλώβητος συνεχίζει την ζωή του. Εχθές ήσουν εσύ, αύριο θα είναι κάποια άλλη… Δεν έχει διαφορά για εκείνον. Στο κρεβάτι του, όλες ίδιες τού μοιάζουν. Και κοίτα κι εσένα : σκουπίζεις αίματα, ράβεις πληγές, μαζεύεις κομμάτια. Ψάχνεις λίγο κουράγιο να σηκωθείς από τον καναπέ, ίσα για να φτάσεις τα τσιγάρα σου.

Με δυσκολία αναπνέεις και με μεγαλύτερη δυσκολία απαντάς στα τηλεφωνήματα των οικείων σου προσπαθώντας να ακουστεί τουλάχιστον η φωνή σου. Μόνο εσύ άλλαξες, τελικά κι όχι εκείνος. Μόνο εσύ, που σκουπίζεις πάλι τα δάκρυά σου με τη μπλούζα σου, και κρέμεσαι πάνω από το κινητό, μήπως και…

Μόνο εσύ ένιωσες. Μόνο εσύ λαχτάρησες. Μόνο εσύ πάλεψες. Μόνο εσύ ήλπιζες. Μόνο εσύ μάτωσες. Μόνο εσύ λύγισες. Και σε ρωτάω: άξιζε τον κόπο τελικά; Πόσος πόνος χρειάζεται να ξοδευτεί, για να νιώσεις για μια στιγμή πλούσιος; Για να νιώσεις για μια στιγμή πως αγαπήθηκες κι εσύ…

Κάποια ψέματα μας έβλαψαν περισσότερο απ’ ό,τι πιστεύαμε

Ψέμα∙ λέξη δισύλλαβη, μόλις τέσσερα γράμματα. Κι όμως, χωράει πολλή πίκρα μέσα του. Άσχημο να ακούς ψέματα απ’ τον άνθρωπο που εμπιστεύτηκες. Δεν έχει σημασία η πρόθεση, αλλά το αποτέλεσμα, δηλαδή, η εξαπάτηση. Μπορεί να σου είπε ένα ψέμα για να μη σε πληγώσει ή ίσως για να μη σε χάσει. Το έκανε πάντως για να προστατέψει κυρίως τον εαυτό του και να τον γλυτώσει από άβολες καταστάσεις.

Κι αφού μαθευτεί το ψέμα του ή τα πολλά ψέματά του, αυτόματα χάνεται κι η εμπιστοσύνη. Κι αν χαθεί εκείνη, σπάνια τη βρίσκεις ξανά. Αφού αβίαστα θα αμφισβητείς το καθετί που θα ακούς απ’ το συγκεκριμένο άτομο. Αργά ή γρήγορα καταστρέφεται κι η σχέση, αφού η εμπιστοσύνη είναι το πιο γερό θεμέλιό της. Κάπως έτσι, ό,τι μπερδεύεται με το ψέμα τελειώνει, αφήνοντας ένα παράπονο, μια γρατσουνιά στην καρδιά και μια καχυποψία για να σερβίρεις κάθε επόμενη γνωριμία.

Αν η πρώην σχέση σου σε κεράτωσε, σε πρόδωσε ή σε εξαπάτησε, αυτή η αναξιοπιστία γίνεται μια πληγή που κουβαλάς διαρκώς μέσα σου, πολλές φορές χωρίς καν να το αντιλαμβάνεσαι. Έστω κι υποσυνείδητα φοβάσαι πως θα σου ξανασυμβεί και θες να το προλάβεις. Είναι κι αυτή η αδικία που σε τρώει, αυτό το «γιατί». Έδωσες τα πάντα και πήρες ένα τίποτα και μια προδοσία για ευχαριστώ. Τώρα τι να πας να ξαναδώσεις; Γιατί να είσαι καλός και δοτικός με κάποιον, αφού μπορεί στο τέλος κι αυτός να σε προδώσει;

Έτσι, η προδοσία αλλάζει στο εξής ασυναίσθητα τη συμπεριφορά του προδομένου. Κάποιοι αρνούνται να ξαναμπούν στη διαδικασία της σχέσης κι αυτό γιατί φοβούνται πως θα πάθουν τα ίδια, αφού θεωρούν μάταιη τη συναισθηματική επένδυση απ’ τη στιγμή που όλοι μπορούν να στη φέρουν. Καμία σχέση, όμως, δε λειτουργεί αν δε δίνεις και δε μοιράζεσαι, συναισθήματα, χρόνο κι όνειρα. Κι εκείνοι τα θεωρούν πια υπερπολύτιμα για να τα σπαταλούν, χαρίζοντάς τα στον οποιονδήποτε.

Απ’ την άλλη, με το να μη δίνουν τίποτα και να μένουν κρυμμένοι στο κέλυφός τους, σαν σαλιγκάρια την άνοιξη, τι πετυχαίνουν; Βολεύονται στην ασφάλεια της μοναξιάς τους ή και του εφήμερου και χάνουν αυτομάτως την ευκαιρία να ζήσουν το αληθινό! Γιατί κανείς δε θέλει να ζει χωρίς αγάπη, όσο καλά κι αν περνά μόνος του.

Άλλοι πάλι μπορεί να προχωρήσουν σε μια επόμενη σχέση και να βγάλουν εκεί τα απωθημένα τους, είτε με ζήλιες κι αμφισβήτηση είτε κάνοντας τα ίδια που τους έκανε ο πρώην και χειρότερα. Κάποιος θα αναρωτηθεί, γιατί ένας άνθρωπος που απατήθηκε ή προδόθηκε να κάνει τα ίδια σε ένα άλλο –αθώο ουσιαστικά– άτομο; Βάζοντας τη λογική μπροστά, ένας άνθρωπος με τέτοια βιώματα, που έζησε την πίκρα της προδοσίας, δε θα θέλει να το ζήσει κανένας άλλος. Κάποιοι με τέτοιες συμπεριφορές νομίζουν πως παίρνουν εκδίκηση. Γενικεύοντας, αφελώς, την κατάσταση κι υποστηρίζοντας πως όλοι είναι άπιστοι, ψεύτες κι υποκριτές.

Επειδή ένα άτομο μας φέρθηκε σκάρτα δεν πάει να πει ότι όλοι είναι σκάρτοι. Αν σκεφτούμε ήρεμα κι ώριμα τα πράγματα, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Κι εμείς ψάχνουμε απλώς κάποιον αληθινό. Μα για να γίνει αυτό πρέπει να δώσουμε την ευκαιρία και το χρόνο σε μια νέα γνωριμία.

Είναι παράλογο να απαρνιόμαστε τον έρωτα, γιατί κάποιος τον πρόδωσε. Είναι άδικο, χαζό κι εγωιστικό να βγάζουμε τα απωθημένα μας και να πληρώνουν τα σπασμένα μας άνθρωποι που δεν έφταιξαν σε τίποτα. Είναι δύσκολο να εμπιστευτείς ξανά, αλλά καθετί χρειάζεται χρόνο. Ας εστιάσουμε στο να γιατρέψουμε τις πληγές μας, να ξεπεράσουμε ανθρώπους και καταστάσεις κι ύστερα, χωρίς αναίτια καχυποψία, κακία και πικρία ας προχωρήσουμε τη ζωή μας, πιο δυνατοί από ποτέ!

Ως πότε θα μένεις σε σχέσεις ξεφτισμένες;

Η αγάπη είναι δύναμη. Είναι η δύναμη εκείνη που θα σε κάνει να παραβλέψεις νόμους και κανόνες. Που θα σου φορέσει, έστω και λίγο, τη μάσκα της και δε θα βλέπεις μπροστά σου. Θα σε οδηγήσει σε δρόμους αγνώριστους για ‘σένα, θα σου δείξει μέρη που δεν έχει δει ξανά.

Η αγάπη είναι ένα κακομαθημένο παιδάκι, που θα σε αναγκάσει, με τα τερτίπια και τις μαλαγανιές της, να δώσεις προσοχή μόνο σε ‘κείνο, χωρίς να ‘χεις μάτια για κάτι άλλο. Γιατί, ως γνωστόν, η αγάπη σε τυφλώνει και σε κάνει να βλέπεις μόνο όσα εκείνη θέλει να δεις. Σε μαγεύει με τα ξόρκια της.

Αλλά, μέχρι πότε; Γιατί καλές οι αγάπες κι οι παντοτινές υποσχέσεις, καλοδεχούμενη κι η ευτυχία που σου προσφέρεται τόσο απλόχερα. Αλλά μέχρι πότε; Μέχρι πότε θα μπορέσεις να πείσεις τον εαυτό σου πως αυτό που έχεις σε ευχαριστεί, σε βαθμό που δε θα αναζητήσεις κάτι παραπάνω;

Οι άνθρωποι έχουν τη τάση να μένουν ευχαριστημένοι με όσα έχουν, ενώ στην πραγματικότητα δεν τους καλύπτουν ούτε στο ελάχιστο. Μερικοί για να μη χαλάσουν τις συνήθειές τους. Άπαξ και συνηθίσεις κάποιον είναι δύσκολο να ξεβολευτείς. Άλλοι γιατί παραμυθιάζουν τους εαυτούς τους, λέγοντας πως «εγώ, είμαι εντάξει με όσα έχω» ενώ στην πραγματικότητα δεν τολμούν –ούτε στους ίδιους τους τους εαυτούς– να παραδεχτούν πως δεν είναι καλά. Λες κι είναι αμαρτία. Λες και κάποιος θα τους κρίνει.

Δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις ούτε καν να τους λυπηθείς. Είναι ξεκάθαρο πως ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Αλλά, αλήθεια, πώς μπορείς να μένεις σε μια σχέση που έχει ξεφτίσει;

Κανένας δεν αμφέβαλλε για την αγάπη. Κανένας δεν αμφέβαλλε για τα συναισθήματα κανενός. Αλλά, αλήθεια, πόσο καιρό μπορείς να μείνεις σε μια σχέση που σε κρατάει μόνο η αγάπη που τρέφεις λόγω των χρόνων που είστε μαζί; Πόσο μπορεί να σε παραμυθιάζει πως αυτό που έχετε μπορεί να επιβιώσει μήνες, ακόμα και χρόνια. Εθελοτυφλείς στην προσπάθειά σου ν’ αναβιώσεις ό,τι κρατάς εσύ ζωντανό τόσο καιρό.

Γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν πως ο έρωτας μερικές φορές πεθαίνει, όσες φορές κι αν έχεις προσπαθήσει εσύ να τον κρατήσεις στη ζωή. Γιατί, απλώς, οι καταστάσεις κι οι άνθρωποι αλλάζουν κι εσύ, ανήμπορος, αναγκάζεσαι να τα δεχτείς.

Γιατί, μερικές φορές, δεν μπορείς να έχεις την ευτυχία που ζητάς. Ίσως γιατί την ψάχνεις σε λάθος μέρη ή εκείνα που νομίζεις πως είναι σωστά, καταλήγουν να είναι εκείνα, που με άλλο μάτι, θα έβλεπες άδεια.

Δεν μπορείς να μένεις σε σχέσεις, με τη δικαιολογία ότι σας δένουν χρόνια. Ε, και; Κι επειδή σας δένουν χρόνια, τι; Είσαι αναγκασμένος να υπομένεις ό,τι κι αν συμβεί, ενώ δεν είσαι ευτυχισμένος;

Κι αν το κάνεις, πόσο καιρό νομίζεις ότι θα παραμυθιάζεις τον εαυτό σου; Κάποια μέρα θα ξυπνήσεις, θες-δε θες. Γιατί έτσι πάει. Η αγάπη μπορεί να σε κρατήσει, αλλά δεν μπορεί να σε δέσει. Κι αν δεθείς μόνος σου, είναι δουλειά δική σου το πώς θα ξεμπλέξεις.

Σίγουρα, θα κάτσεις να αναλογισθείς όσα πέρασες με ‘κείνον που αγαπάς. Θα γελάσεις και θα κλάψεις. Αλλά, πόσο θα σε κρατήσουν πίσω απ’ το να τραβήξεις μπροστά; Πόσο θα γελάσεις τον εαυτό σου πως είσαι καλά μ’ αυτό που έχεις; Αφού το βλέπεις ότι δεν τραβάει.

Δε σε νοιάζει αν δεν επικοινωνήσει μια μέρα. Δε σε νοιάζει αν θα κάνει ζήλιες ή αν θα σε διεκδικήσει. Δε σε νοιάζει. Γιατί να κοροϊδεύεις εσένα και τον άλλον; Δεν αξίζει σε κανέναν.

Καλά τα χρόνια. Δένουν τους ανθρώπους όσο περνάνε. Αλλά, αν τώρα δεν είσαι καλά, γιατί αυτά να σε κρατήσουν δέσμιο; Γιατί να σε αναγκάζουν να περνάς το ίδιο και το ίδιο; Τα ίδια λόγια, τις ίδιες συνήθειες, τα ίδια φιλιά.

Ακόμα κι αν νομίζεις πως εσύ έχεις νικήσει τη συνήθεια, το τέρας που ξετρυπώνει όπου σταθεί, εκείνη είναι δέκα βήματα παρακάτω και γελάει μαζί σου.

Για πόσο καιρό θα κάνεις το μαλάκα; Πίστεψέ με, ακόμα κι οι καλύτεροι, το ‘χασαν το παιχνίδι. Χαμένος βγαίνεις, όσες φορές κι αν παίξεις.

Γιατί, δεν μπορείς να μένεις. Για καλό δικό σου. Δεν μπορείς να παραμυθιάζεις, μέρα-νύχτα, εσένα και τον άλλον, πως αυτό που έχετε σας προσφέρει την ευτυχία που αναζητούσατε.

Γιατί, μερικές φορές, η αγάπη δεν αρκεί. Κάποιες φορές κι εκείνη ακόμα την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια. Γιατί μπορείς να αγαπάς έναν άνθρωπο με όλη σου την καρδιά, αλλά να μη χωράει πλέον στη ζωή σου ή να μη χωράς στη δική του.

Δεν είναι κακό να φεύγεις. Για τη δική σου ευτυχία, κανενός άλλου.

Η επιθυμία μας είναι ανάλογη της προσπάθειάς μας

Οι ανθρώπινες σχέσεις, σίγουρα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτούν μια κοινή, συνεχή προσπάθεια, που συχνά βουλιάζει στο κενό. Κι ύστερα ικετεύουμε για μια επιστροφή του χρόνου ή έστω μια μερική έκπτωση. Να γυρνούσε για λίγο πίσω ο χρόνος. Να ήταν τα πράγματα αλλιώς. Να τα διαχειριζόμασταν κομματάκι διαφορετικά. Ποιο, όμως, το κέρδος;

Αν είχες δεύτερη ζωή τι θ’ άλλαζες; Θ’ άλλαζες τις μνήμες σου; Θ’ άλλαζες όλα αυτά που είχες την τύχη να γευτείς, για τόσο όσο; Ακόμα κι αν στην άκρη της γλώσσας σου άφησαν μια πίκρα, τελικά. Έστω. Γιατί να τ’ άλλαζες; Για να μην πληγωθείς; Μα η ζωή πληγώνει έτσι κι αλλιώς, φίλε. Δεν ξεγλιστράς.

Λένε πως η αγάπη πληγώνει και κάνουν μεγάλο λάθος. Δεν πληγώνει η αγάπη. Εμείς κάνουμε τα πράγματα περίπλοκα. Δεν αφήνουμε τους εαυτούς μας όσο ελεύθερους θα ‘πρεπε. Δε νερώνουμε το κρασί μας όπου κι όσο πρέπει. Δεν επιτρέπουμε στον άλλον να εισχωρήσει στα βαθύτερα έγκατα του νου μας κι επιλέγουμε συστηματικά τη φυγή και τον πολυπόθητο χρόνο με τον εαυτό μας, όταν η ζωή αποκτά ένα άσχημο πρόσωπο.

Κι αν έρθουμε λίγο απ’ την άλλη πλευρά, νιώθουμε πως δεν είμαστε αρκετοί, αφού δε βλέπουμε τον άνθρωπο δίπλα μας ουσιαστικά ευτυχισμένο. Να χαμογελά ακατάπαυστα και να εύχεται η μέρα να έχει περισσότερες ώρες για να τις περάσουμε όλες μαζί. Προσμένουμε η κατάσταση να αλλάξει και τα πράγματα να πάρουν μια άλλη τροπή, όσο παλεύουμε με όσα μέσα έχουμε. Στην πορεία, όμως, αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτα δε γίνεται με το ζόρι, πόσο μάλλον η αγάπη. Αν δεν μπορείς να μείνεις κάπου, κουνήσου και φύγε. Δεν ταιριάζουν όλες οι χημείες μεταξύ τους.

Δεν είμαστε σταθεροί στις επιθυμίες μας. Δεν εκτιμάμε κάτι αν δεν το χάσουμε πρώτα και κάνουμε συνεχώς λάθη που υποδηλώνουν σύγχυση, αβεβαιότητα κι ακαταστασία στα συναισθήματά μας. Και πάνω που όλα αυτά γιγαντώνονται κι αποκτούν μεγάλες διαστάσεις απαιτούμε παράλληλα ο άλλος να μένει, να περιμένει και να προσπαθεί μόνος του. Αμ δε.

Ποιος και γιατί να θέλει να προσπαθεί μόνος, να υποχωρεί μόνος και τελικά να αγαπά μόνος; Οι σχέσεις είναι «πάρε-δώσε» σε μια αμφίδρομη ροή και μια διαρκή προσαρμογή του ενός στον κόσμο του άλλου. Ιδανικά οι εξοχές του ενός εφάπτονται στα κενά του άλλου, σχηματίζοντας μια ευθεία γραμμή, μια κοινή πορεία.

Εκεί είναι που εντοπίζεται όλη η μαγκιά, στην καταβολή προσπάθειας. Απ’ το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο. Εκεί που βλέπεις τον άλλον να γίνεται χίλια κομμάτια για να σε χωρέσει στο πρόγραμμά του κι όχι μόνο να σου δώσει λίγο χώρο, αλλά να σου παραχωρήσει το πιο μεγάλο κομμάτι. Εκεί που θυσιάζεται για να είσαι εσύ καλύτερα κι εκεί που τρέχει να σου βρει λύσεις, γιατί ποντάρει σε σένα περισσότερο κι απ’ τον εαυτό του, εκεί είναι η μαγκιά.

Μάγκας είσαι, όμως, κι όταν έχεις το κουράγιο να πεις πως φεύγεις σε κάτι που νιώθεις πια εγκλωβισμένος. Σε κάτι που φωνάζει πως κι οι δύο αξίζετε κάτι καλύτερο. Παρ’ όλο που έχεις δεθεί, έχεις δημιουργήσει τόσες αναμνήσεις, είναι καιρός ο καθένας να συνεχίσει το άλμπουμ της ζωής του με κάτι που τον γεμίζει περισσότερο.

Πολλές φορές οι χωρισμοί σημαίνουν αγάπη. Αγαπάμε τον άλλον και θέλουμε να είναι ευτυχισμένος. Ξέρουμε πως εμείς δεν είμαστε η ευτυχία του κι έτσι το σκάμε. Κι αυτό είναι, τελικά, μεγαλύτερη μαγκιά, αν με ρωτάς.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΑΘΗΝΑΙΩΝ: …τοιαύτα πεπολιτευμένων

Για να ευτυχήσετε, Αθηναίοι. Δεν έχετε ανάγκη από ξένα παραδείγματα, αλλά από παραδείγματα της δικής μας ιστορίας.

Από εκείνους που δεν σας κολάκευαν και δεν σας αγαπούσαν όπως οι σημερινοί πολιτικοί, κατασκευάστηκαν τόσο ωραία και πλούσια μνημεία, που έμειναν αξεπέραστα. Όσο για την ιδιωτική τους ζωή, ήσαν τόσο μετρημένοι και εναρμονισμένοι με τα ήθη της πόλης, ώστε η οικία τους δεν διέφερε από την οικία του γείτονά τους. Διότι εκείνοι δεν πολιτεύονταν για να πλουτίσουν, αλλά για ν’ αυξήσουν τον κοινό πλούτο. Αυτό θεωρούσαν καθήκον τους. Και έτσι, επειδή ήσαν ειλικρινείς προς τους άλλους Έλληνες, ευσεβείς προς τους θεούς και είχαν ως αρχή την ισότητα μεταξύ των πολιτών, απέκτησαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη ευδαιμονία.

Στρέψτε το βλέμμα προς τους σημερινούς πολιτικούς: άλλοι από φτωχοί έγιναν πάμπλουτοι, άλλοι από άσημοι χόρτασαν τιμές, ορισμένοι έφτιαξαν σπίτια δίπλα στα οποία τα δημόσια οικοδομήματα είναι πιο σεμνά, κι όσο ο πλούτος της πόλης ελαττωνόταν, τόσο ο δικός τους αύξανε.

Άνθρωποι μιαροί και κόλακες και χαμερπείς· ακρωτηρίασαν ο καθένας την πατρίδα του και, πίνοντας στην ελευθερία, την προσέφεραν δώρο στον εχθρό. Μέτρο της ευδαιμονίας τους είναι η κοιλιά τους και οι πιο ποταπές απολαύσεις. Έτσι, κατέλυσαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία, που για τους παλαιότερους Έλληνες ήταν προϋπόθεση και κανόνας αγαθών.

Μου κάνει πράγματι εντύπωση ότι όλα αυτά οι Έλληνες τα ανέχονται, και τα αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζουν το χαλάζι: ο καθένας εύχεται να μην πέσει πάνω του, ουδείς όμως επιχειρεί να εμποδίσει το κακό. Και ουδείς αμύνεται, όχι μόνο απέναντι σ’ όλες τις ύβρεις που δέχεται η Ελλάδα, αλλά ούτε απέναντι στα όσα ο καθένας χωριστά υφίσταται. Και αυτό είναι έσχατη κατάπτωση.

Η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχό μας όχι γιατί δεν την εκτιμήσαμε σωστά, αλλά γιατί αρνηθήκαμε να κάνουμε το καθήκον μας.

Βλέπετε σε ποια κατάντια μας οδήγησε το γεγονός ότι ορισμένοι ρητορεύουν μόνο και μόνο για να σας ευχαριστήσουν.

Από την άλλη, ποιος εξαπατά την πόλη;

Δεν την εξαπατά όποιος δεν λέγει όσα σκέπτεται;

Υπάρχει μεγαλύτερο αδίκημα για τον πολιτικό άνδρα απ’ το άλλα να λέει κι άλλα να σκέπτεται;

Ή μήπως νομίζετε ότι οι πολιτικοί που αγαπούν το λαό διακρίνονται από τα λόγια τους και όχι από τις πράξεις και τις πολιτικές τους;

Τα λόγια, όταν δεν συνοδεύονται από πράξεις είναι μάταια και κούφια.

Πολλές φορές, σε πολλές περιπτώσεις, Αθηναίοι, δεν συνειδητοποιήσατε ποιο ήταν το δίκαιο και παρασυρθήκατε από τις κραυγές, τη βιαιότητα και την αναισχυντία των ρητόρων.

Προσέξτε μην το πάθετε και τώρα.

Όποιος λοιπόν επιθυμεί, Αθηναίοι, κάτι καλό να κάνει για την πόλη μας, χρειάζεται να γιατρέψει τ’ αφτιά σας πρώτα· για τι ’ναι διεφθαρμένα· έχετε συνηθίσει ν’ ακούτε όλο ψέματα κι οτιδήποτε άλλο, παρά τα σωστά.

Όσοι αποβλέπουν σ’ εκλογή και σε κάποιο αξίωμα καταντάν δούλοι της εύνοιας που επιδιώκουν προκειμένου να εκλεγούν… παρέχοντάς σας ελπίδες και τίποτε περισσότερο.

Όπως φαίνεται πολύ σκοτάδι υπάρχει ανάμεσα σε σας και την αλήθεια.

Δεν ανέχεσθε να σας λένε για όλα την αλήθεια. Και απορώ, πράγματι, πώς μ’ αφήσατε σήμερα να μιλήσω.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Μία τεχνητή νοημοσύνη που γνωρίζει τον κόσμο όπως τα παιδιά

Αν κάποιος περάσει αρκετό χρόνο με παιδιά, πιθανώς θα αναρωτηθεί πώς είναι δυνατό τα νεαρά άτομα του ανθρώπινου είδους να μαθαίνουν τόσο γρήγορα. Πεντάχρονα παιδιά μαθαίνουν για τα φυτά, τα ζώα, τα ρολόγια, ακόμη και για τους δεινόσαυρους και τα διαστημόπλοια. Επιπλέον, μπορούν να καταλάβουν τι θέλουν οι άλλοι άνθρωποι, πώς σκέφτονται και πώς νιώθουν. Μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτήν τη γνώση για να κατηγοριοποιήσουν ό,τι βλέπουν και ό,τι ακούν και να κάνουν προβλέψεις.
 
Σε θεμελιώδες επίπεδο, εκείνο που λαμβάνουν ως πληροφορίες, είναι τα φωτόνια που χτυπούν στον αμφιβληστροειδή τους και οι αναταράξεις του αέρα που φτάνουν στα τύμπανα των αυτιών τους. Βεβαίως, η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν οικοδομείται από τα φωτόνια και τις αναταράξεις που προσφέρει γενικά ο φυσικός κόσμος, αλλά κυρίως από τις έμπλεες γνώσης δομημένες εκδοχές τους, που προσφέρει η ζωή μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, ο πολιτισμός. Παρ’ όλ’ αυτά, ο νευρωνικός «υπολογιστής», που βρίσκεται πίσω από τα ματάκια των παιδιών, καταφέρνει με κάποιον τρόπο να βασίζεται στις πληροφορίες που δέχεται από τις αισθήσεις και να καταλήγει σε κατηγοριοποιήσεις και προβλέψεις για νέες άγνωστες πληροφορίες, που προσλαμβάνει. 
 
Τεχνητή νοημοσύνη στην ανάπτυξη…
'Αραγε θα μπορούσαν και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές να κάνουν το ίδιο; Τα τελευταία 15 χρόνια, επιστήμονες των υπολογιστών και ψυχολόγοι προσπαθούν να βρουν μια απάντηση στο ερώτημα αυτό. Τα παιδιά αποκτούν μεγάλο όγκο γνώσης για την καθημερινότητα και όχι μόνο, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που τους δίνουν οι γονείς τους, οι δάσκαλοί τους, το κοινωνικό περιβάλλον. Παρά την τεράστια πρόοδο στην τεχνητή νοημοσύνη, ακόμη και οι ισχυρότεροι υπολογιστές δεν μπορούν (ακόμα) να μάθουν τόσο καλά όσο ένα πεντάχρονο παιδί. Η κατανόηση του τρόπου που λειτουργεί ο εγκέφαλος των παιδιών και η δημιουργία στη συνέχεια μιας αποδοτικής ψηφιακής εκδοχής αυτής της διαδικασίας θα συνεχίσει να απασχολεί τους επιστήμονες για αρκετά χρόνια ακόμη. Αλλά στο μεταξύ, αρχίζει ήδη να αναπτύσσεται τεχνητή νοημοσύνη που ενσωματώνει ορισμένα από τα στοιχεία που ήδη γνωρίζουμε για τον τρόπο που μαθαίνει ο άνθρωπος. 
 
Υστερα από την πρώτη έκρηξη ενθουσιασμού, τις δεκαετίες του 1950 και 1960, η αναζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) βάλτωσε για πολύ καιρό. Ομως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν επαναστατικές εξελίξεις στο πεδίο αυτό, ιδιαίτερα στον τομέα της μηχανικής μάθησης και η ΤΝ έχει ξαναμπεί στο επίκεντρο των τεχνολογικών εξελίξεων.
 
Από κάτω προς τα πάνω
Μια προσέγγιση προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα από κάτω προς τα πάνω, αρχίζοντας με τα …φωτόνια και τις αναταράξεις του αέρα, που φτάνουν στους υπολογιστές ως εικονοστοιχεία (πίξελ) κάποιας ψηφιακής εικόνας, ή τμήματα μιας ψηφιακής ηχητικής καταγραφής. Από αυτές τις πληροφορίες προσπαθεί να εξάγει μοτίβα μέσα στα ψηφιακά δεδομένα, που επιτρέπουν την ανίχνευση και ταυτοποίηση ολόκληρων αντικειμένων στο φυσικό κόσμο. Τη δεκαετία του 1980 επιστήμονες ανακάλυψαν έναν ευφυή και αποτελεσματικό τρόπο να εφαρμόζουν τεχνικές από κάτω προς τα πάνω για την αναζήτηση μοτίβων: Τα νευρωνικά δίκτυα. Πρόκειται για προσομοιώσεις σε υπολογιστή της λειτουργίας δικτύων βιολογικών νευρώνων, που μπορούν για παράδειγμα να αναλύουν μια εικόνα, ώστε να αντιστοιχούν στα εικονοστοιχεία, όλο και πιο αφηρημένες αναπαραστάσεις σε κάθε επίπεδο – π.χ. μια μύτη, ένα πρόσωπο, ένα ανθρώπινο σώμα κ.ο.κ.
 
Τα ψηφιακά νευρωνικά δίκτυα επανήλθαν στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας εξαιτίας της τεχνικής της βαθιάς μηχανικής μάθησης, τεχνολογίας που ήδη αξιοποιείται εμπορικά από την «Google», το «Facebook» και άλλα μονοπώλια του τεχνολογικού τομέα. Στην επιτυχία των συστημάτων αυτών αναμφίβολα έπαιξε ρόλο και η εκθετική αύξηση της διαθέσιμης υπολογιστικής ισχύος, λόγω της εξέλιξης στον τομέα της πληροφορικής και των ημιαγωγών. Εξίσου σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διαθεσιμότητα τεράστιων όγκων δεδομένων, που συνέλεξαν τα μονοπώλια από τα προσωπικά και δημόσια δεδομένα που καταχωρούν οι χρήστες των υπηρεσιών τους. Με μεγάλη υπολογιστική ισχύ και περισσότερα δεδομένα για να την εξασκήσουν, τα νευρωνικά δίκτυα μπορούν να μάθουν πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί στο παρελθόν.
 
Από πάνω προς τα κάτω
Στο πέρασμα των χρόνων η επιστημονική κοινότητα της τεχνητής νοημοσύνης έγερνε πότε προς την πλευρά των μεθόδων από τα κάτω προς τα πάνω και πότε προς την πλευρά των μεθόδων από πάνω προς τα κάτω. Αυτή η δεύτερη προσέγγιση αξιοποιεί εκείνο που ήδη γνωρίζει ένα σύστημα, ώστε να το βοηθήσει να μάθει κάτι καινούριο. Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, αυτές οι μέθοδοι βίωσαν τη δική τους αναγέννηση, με τη μορφή της μπαεσιανής μοντελοποίησης (μοντελοποίηση στη βάση πιθανοτήτων). Τα συστήματα από πάνω προς τα κάτω αρχίζουν μορφοποιώντας αφηρημένες και ευρείας εφαρμογής εικασίες για τον κόσμο. Στη συνέχεια, κάνουν προβλέψεις για μετρήσιμα στοιχεία στη βάση των εικασιών αυτών. Ανάλογα με την επιβεβαίωση ή μη των προβλέψεων, τα συστήματα αναθεωρούν τις εικασίες τους και ξαναδοκιμάζουν να δουν αν επιβεβαιώνονται από την πράξη.
 
Τα μπαεσιανά μοντέλα συνδυάζουν τη θεωρία των πιθανοτήτων με τα λεγόμενα παραγωγικά μοντέλα, εκείνα στα οποία μπορούν να αντιπροσωπευθούν αφηρημένες έννοιες από τις οποίες μπορούν να προκύψουν επαληθεύσιμες εικασίες. Τα μοντέλα αυτά δίνουν την πιθανότητα να υπάρχει ένα μοτίβο μέσα στα δεδομένα, π.χ. ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να είναι ανεπιθύμητη αλληλογραφία (spam). Αν η πιθανότητα είναι πάνω από 50% και επιβεβαιώνεται, τότε η εικασία θεωρείται επαληθευμένη, αν δεν επιβεβαιώνεται, τότε καταρρίπτεται και αντίστροφα όταν η πιθανότητα είναι κάτω από 50%. Η τεχνική από πάνω προς τα κάτω μπορεί να βοηθήσει καλύτερα να κατανοηθεί πως τα παιδιά σχηματίζουν τις συσχετίσεις αιτίου – αποτελέσματος, πώς δημιουργούν αντιλήψεις για το περιβάλλον τους και πώς τις αλλάζουν. 'Εχει ήδη χρησιμοποιηθεί π.χ. για την αναγνώριση από υπολογιστή χειρόγραφων χαρακτήρων που δεν είχε ξαναδεί το μηχάνημα.
 
Και τα δυο μαζί
Οι δύο προσεγγίσεις στη μηχανική μάθηση έχουν δυνατά και αδύνατα σημεία. Στις τεχνικές από κάτω προς τα πάνω ο υπολογιστής δεν χρειάζεται να καταλαβαίνει στην πραγματικότητα τίποτα π.χ. για τις γάτες και παρ’ όλ’ αυτά να μπορεί να αναγνωρίζει ακόμη και είδη γάτας που δεν έχει ξαναδεί, αρκεί να του έχουν δοθεί αρκετά δεδομένα προς επεξεργασία στη φάση της εκπαίδευσης. Αντίθετα, το μπαεσιανό σύστημα μπορεί να μάθει από ελάχιστα δείγματα και μπορεί να γενικεύσει πιο πλατιά. Απαιτεί όμως πολλή δουλειά πριν τη χρήση του, ώστε να επιλεγούν οι κατάλληλες εικασίες προς έλεγχο. Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν προς το παρόν εφαρμογή μόνο σε σχετικά στενά και καλά καθορισμένα προβλήματα.
 
Η ανησυχία που προκαλούν – σε ειδικούς και μη – η μηχανική μάθηση και η τεχνητή νοημοσύνη είναι σε ορισμένες περιπτώσεις ολοφάνερα δικαιολογημένη, όπως η αξιοποίησή τους στην παραγωγή σε συνθήκες καπιταλισμού και η στρατιωτική αξιοποίησή τους σε επερχόμενους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Ανεξάρτητα από τη ματαιότητα του εγχειρήματος, αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από λίγες μέρες, 116 ειδικοί σε θέματα ρομποτικής έστειλαν επιστολή στον ΟΗΕ, για να αναλάβει δράση, ώστε να αποτραπεί η χρήση ΤΝ σε οπλικά συστήματα, επισημαίνοντας ότι «μόλις ανοίξει το κουτί της Πανδώρας θα είναι δύσκολο να κλείσει». Από την άλλη μεριά, ερευνητές θυγατρικής της «Google» αναζητούν τρόπους, ώστε η μάθηση που ενσωματώνεται σε ένα νευρωνικό δίκτυο να μη χάνεται, όταν το ίδιο δίκτυο εκπαιδεύεται σε νέο γνωστικό αντικείμενο, διακηρύσσοντας καθαρά τον απώτερο στόχο κατασκευής μηχανών με τεχνητή γενική νοημοσύνη, που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τον άνθρωπο σε ευρεία γκάμα δραστηριοτήτων του. Δεν θα αργήσουν, μάλλον και προσπάθειες συνδυασμού των δύο προσεγγίσεων για τη μηχανική μάθηση και την ΤΝ.
 
Ακόμη κι αν δεν υπάρξουν ριζοσπαστικές πρόοδοι στην κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου, η βέβαιη ποσοτική αύξηση στην υπολογιστική ισχύ και στα διαθέσιμα δεδομένα, μπορεί να οδηγήσει σε ποιοτικές αλλαγές και εξελίξεις στον τομέα της ΤΝ, με άμεσες πρακτικές συνέπειες.

Τέλος η τελειότητα

Η σύγχρονη ζωή μάς έχει οδηγήσει στο να θεωρούμε ότι μόνο το τέλειο μετράει. Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να κυνηγάμε την τελειότητα και να αποδεχτούμε το ενδεχόμενο να αποτύχουμε και κάποια φορά;
Σύμφωνα με τους ειδικούς, όλο και περισσότεροι -κυρίως γυναίκες- παθαίνουμε εμμονή με την τελειότητα. Παίζει ρόλο η απαιτητική και ανταγωνιστική αγορά εργασίας, αλλά και ο βομβαρδισμός -από τα μέσα, τη διαφήμιση, το Διαδίκτυο- σχετικά με το πώς θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να τα έχουμε και να τα κάνουμε όλα, στο σπίτι μας, στην οικογένειά μας, στη δουλειά μας, στην προσωπική και την κοινωνική μας ζωή. Παράλληλα, οι σύγχρονοι άνθρωποι, και κυρίως οι γυναίκες, καλούμαστε να είμαστε καλοί σε περισσότερους από έναν ρόλους, οπότε και τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα και απαιτητικά.
 
Η κατάρα της τελειότητας
Υπάρχει συχνά η εντύπωση ότι ο καλύτερος τρόπος και το δυνατότερο χαρακτηριστικό για να πετύχουμε κάτι είναι η τελειομανία. Αυτή συχνά είναι μία πεποίθηση που έχουμε από παιδιά, που μας την έχουν εμφυσήσει οι γονείς μας. Η προσπάθεια να τα κάνουμε όλα τέλεια είναι πράγματι ο δρόμος για την επιτυχία; Όχι, βέβαια. Μάλιστα, συχνά, σύμφωνα με τους ειδικούς, η τελειομανία είναι ένα δεκανίκι στο οποίο καταφεύγουμε κάθε φορά που προσπαθούμε να φέρουμε σε πέρας κάτι στο οποίο φανταζόμαστε ή θεωρούμε ότι δεν είμαστε τόσο καλοί. Είναι μία αντισταθμιστική τεχνική, όπως την ονομάζουν οι ψυχολόγοι. Όταν, δηλαδή, έχουμε μία βαθιά πεποίθηση ότι δεν είμαστε ικανοί, αλλά ο κανόνας μας είναι ότι πρέπει να τα καταφέρουμε πάση θυσία, χρησιμοποιούμε ως αντισταθμιστική τεχνική την υπερπροσπάθεια και την τελειομανία για να αποδείξουμε -κυρίως στον εαυτό μας, αλλά και στους άλλους- ότι τελικά αξίζουμε.
 
Σκεφτόμαστε: «Αν φαίνομαι τέλεια, ζω την τέλεια ζωή, έχω την τέλεια δουλειά και την τέλεια οικογένεια, μπορώ να αποφύγω την αρνητική κριτική, να συνεχίσω να είμαι αγαπητή από τους άλλους και να καταφέρω να μην πληγωθώ». Προσπαθούμε δηλαδή έτσι, μέσω της τελειομανίας, να ανακτήσουμε τον έλεγχο σε πράγματα όπου δεν τον έχουμε πραγματικά. Φυσικά, χρειάζεται να θυσιάζουμε πολλά γι’ αυτό. Το αποτέλεσμα είναι να νιώθουμε συνέχεια πιεσμένοι, γεγονός που έχει ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες πάνω μας.
 
Γιατί να αλλάξω;
Ο πιο σημαντικός λόγος είναι η σχέση μας με τους άλλους, οι οποίοι δυσκολεύονται πολύ να μας ευχαριστήσουν, αλλά και να μας ανεχτούν, και βέβαια το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε και να ευχαριστηθούμε τη ζωή μας, αφού ποτέ τίποτε δεν ολοκληρώνουμε, καθώς όσο και αν προσπαθήσουμε τίποτε δεν είναι αρκετά καλό. Ο τελειομανής είναι ανταγωνιστικός, δύσκαμπτος, επικριτικός, δύσκολος συνεργάτης, έχει εμμονή με τις λεπτομέρειες και τους κανόνες του, βρίσκει όλους τους άλλους ανεπαρκείς, ενώ ο ίδιος είναι αρνητικός σε κάθε είδος κριτικής. Και αντί να γίνεται καλύτερος γονιός, φίλος, σύντροφος, παιδί, συνεργάτης, υπάλληλος ή αφεντικό, τελικά είναι ένας άνθρωπος που οι άλλοι δυσκολεύονται να σχετίζονται μαζί του, που δεν βλέπει τα καλά που έχει στη ζωή του, εστιάζοντας στο 1% που πιθανώς είναι λάθος αντί για το 99% που είναι σωστό. Εκτός όμως από τις σχέσεις μας με τους άλλους, που είναι προβληματικές, όταν είμαστε τελειομανείς, δυσκολεύουμε και τον ίδιο μας τον εαυτό. Ζοριζόμαστε να φέρουμε σε πέρας τα όσα αναλαμβάνουμε, γιατί το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ αρκετά ικανοποιητικό.
 
Μαθαίνουμε να αγαπάμε το αρκετά καλό
Πώς μπορούμε να ελευθερωθούμε από αυτήν την κατάρα; Το πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην προσπάθεια και την τελειοθηρία. Όταν προσπαθούμε, σκεφτόμαστε: Πώς θα βελτιωθώ; Όταν είμαστε τελειομανείς, λέμε: Τι θα σκεφτούν οι άλλοι; Η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται να κάνουμε μεγάλη προσπάθεια για να ξεφύγουμε από την τελειοθηρία. Αξίζει όμως να προσπαθήσουμε.

 Έτσι, είναι απαραίτητο:* Να εκτεθούμε σε αυτό που φοβόμαστε, ώστε να μπορέσουμε να δούμε κατά πόσον είναι πράγματι τόσο τρομερό όσο νομίζουμε. Με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά αυτό που μας φοβίζει γίνεται πιο οικείο και μετά το ερέθισμα γίνεται λιγότερο κακό, ακόμα και θετικό. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε με πράγματα στα οποία ξέρουμε εξ ορισμού ότι δεν είμαστε καλοί, ότι θα αποτύχουμε δηλαδή, και να εξασκηθούμε σε αυτό, να συμφιλιωθούμε με τον φόβο και να τον αντέξουμε.
  • Να μάθουμε να αντέχουμε την ιδέα της εποικοδομητικής κριτικής, να πάψουμε να θεωρούμε ότι όταν μας κρίνουν μας επιτίθενται και να ψάξουμε να βρούμε αν υπάρχει αλήθεια στα όσα μας λένε.
  • Να κατανοήσουμε τη διαβάθμιση της απόδοσης, ότι δεν υπάρχει μόνο το 0% και το 100%, αλλά και τα ενδιάμεσα ποσοστά, που και αυτά δείχνουν ότι κάτι καταφέραμε. Είναι σημαντικό να κοιτάμε τα πόσα έχουμε καταφέρει και να λέμε: «Μέχρι τώρα καλά τα πήγα…» ή «Λαμβάνοντας υπόψη το πόσο κουρασμένη είμαι, η απόδοσή μου είναι εξαιρετική». Μην ξεχνάμε αυτό που είπε κάποτε ο Γούντι Άλεν: «Το 85% της επιτυχίας είναι απλώς και μόνο το να εμφανιστούμε κάπου».
  • Να ζητάμε βοήθεια. Καλό είναι πού και πού να δείχνουμε στους άλλους ότι είμαστε ευάλωτοι και σε δύσκολη κατάσταση. Μπορεί να εκπλαγούμε όταν δούμε ότι θα μας δείξουν συμπαράσταση αντί να μας ειρωνευτούν, όπως πιθανώς πιστεύουμε.
  • Να αποδεχόμαστε και να μελετάμε προσεκτικά την αποτυχία. Κάθε αποτυχία μάς μαθαίνει κάτι.
  • Να αναλογιστούμε τι μας ωθεί να θέλουμε να είμαστε τέλειοι: Τι πιστεύουμε ότι θα μας καλύψει η τελειότητα; Ποιο είναι το πρόβλημά μας; Είμαστε συγκεντρωτικοί; Θέλουμε να γίνονται όλα τέλεια; Επιζητούμε τον πλήρη έλεγχο; Έχουμε αρνητικά βιώματα από όταν αφήσαμε πρωτοβουλίες σε άλλους; Θέλουμε να αποδείξουμε ότι τα καταφέρνουμε όλα;
  • Να βάζουμε ρεαλιστικούς στόχους και να κατεβάσουμε λίγο τον πήχη. Σε αυτό θα μας βοηθήσει επίσης η σύγκριση με το τι κάνουν οι υπόλοιποι, ώστε να δούμε μήπως εμείς υπερβάλλουμε. Έτσι, θα φέρουμε τα πράγματα σε πιο ρεαλιστικές διαστάσεις.
  • Να εξασκηθούμε στα λάθη. Να επιτρέψουμε, δηλαδή, στον εαυτό μας να κάνει λάθη επίτηδες, ώστε να δούμε ότι δεν είναι τραγικό κάτι τέτοιο και ότι δεν πρόκειται να συμβεί τίποτε το καταστροφικό αν αποτύχουμε.

Αριστοτέλης: Η ρητορική τέχνη

Τα τρία είδη του ρητορικού λόγου
 
Όπως φανερώνει και ο τίτλος, στα τρία βιβλία του έργου αυτού ο Αριστοτέλης περιγράφει τη ρητορική τέχνη, τα είδη και τα μέσα της. Ο φιλόσοφος όρισε τη ρητορική ως τέχνη της πειθούς, ταξινόμησε τους τρόπους πειθούς (επίκληση στη λογική, στο συναίσθημα και στο ήθος του ομιλητή) και πρόσθεσε ότι ο ρήτορας μεταχειρίζεται τους ρητορικούς συλλογισμούς, τα ενθυμήματα, και τα παραδείγματα. Καθώς, όμως, τα περισσότερα ενθυμήματα στηρίζονται σε ειδικούς τόπους, δηλαδή σε προκείμενες προτάσεις που προσιδιάζουν σε έναν συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, ο φιλόσοφος θεώρησε στο σημείο αυτό αναγκαίο να καθορίσει τα είδη της ρητορικής, ώστε να είναι σε θέση ο ρήτορας να χρησιμοποιεί τους κατάλληλους κάθε φορά τόπους .
 
Τρία είδη ρητορικής υπάρχουν· γιατί τόσων ειδών είναι και οι ακροατές των λόγων. Τρία είναι τα συστατικά στοιχεία ενός λόγου: ο ομιλητής, [1358b] το θέμα για το οποίο μιλάει και, τέλος, αυτός στον οποίο απευθύνεται· αυτός, δηλαδή ο ακροατής, είναι και ο τελικός στόχος του λόγου. Ο ακροατής δεν μπορεί παρά να είναι ή ένας απλός θεατής ή κριτής, κριτής μάλιστα είτε πραγμάτων που έχουν γίνει είτε πραγμάτων που πρόκειται να γίνουν. Για πράγματα που πρόκειται να γίνουν κρίνει π.χ. το μέλος της εκκλησίας του δήμου· γι’ αυτά που έχουν ήδη γίνει κρίνει π.χ. ο δικαστής· ο απλός θεατής κρίνει τη δεινότητα του ρήτορα. Υποχρεωτικά, επομένως, τα είδη των ρητορικών λόγων είναι τρία: ο συμβουλευτικός, ο δικανικός και ο επιδεικτικός.
 
Η συμβουλή είναι ή προτροπή ή αποτροπή· το ένα από αυτά τα δύο δεν κάνουν, πράγματι, πάντοτε και αυτοί που συμβουλεύουν σε ιδιωτικό επίπεδο και αυτοί που μιλούν δημόσια στον λαό; Στη δίκη έχουμε ή κατηγορία ή απολογία· πραγματικά, οι διάδικοι παίζουν υποχρεωτικά ή τον έναν ή τον άλλον από τους δύο αυτούς ρόλους. Στον επιδεικτικό, τέλος, λόγο έχουμε ή έπαινο ή ψόγο.
 
Ο καθένας τους έχει και τον δικό του χρόνο: ο συμβουλευτικός ρήτορας τον μέλλοντα (γιατί, είτε προτρέπει είτε αποτρέπει, δίνει συμβουλές για πράγματα που πρόκειται να συμβούν), ο δικανικός ρήτορας τον παρελθοντικό χρόνο (γιατί, είτε κατηγορεί είτε απολογείται, ο λόγος του είναι για πράγματα που έχουν ήδη γίνει), ο επιδεικτικός ρήτορας κατά κύριο λόγο τον ενεστώτα (γιατί ο έπαινος ή ο ψόγος όλων τους αναφέρεται σε σύγχρονα γεγονότα), δεν είναι όμως λίγοι και αυτοί που χρησιμοποιούν επίσης τον παρελθοντικό χρόνο ―όταν υπενθυμίζουν πράγματα που έγιναν― ή τον μέλλοντα ― όταν προδιαγράφουν πράγματα που πρόκειται να γίνουν.
 
Το καθένα από τα είδη αυτά έχει και έναν ιδιαίτερο τελικό στόχο, και καθώς τα είδη είναι τρία, τρεις είναι και οι τελικοί στόχοι. Στόχος του συμβουλευτικού ρήτορα είναι το ωφέλιμο και το βλαβερό (γιατί όποιος προτρέπει, συστήνει αυτό που συστήνει με την ιδέα ότι είναι καλύτερο, και όταν αποτρέπει, αποτρέπει από κάτι που κατά τη γνώμη του είναι χειρότερο)· τους άλλους στόχους τους χρησιμοποιεί συμπληρωματικά: το δίκαιο ή το άδικο, το όμορφο ή το άσχημο. Των δικανικών ρητόρων ο στόχος είναι το δίκαιο και το άδικο, και αυτοί όμως δίπλα σ’ αυτόν χρησιμοποιούν συμπληρωματικά και τους άλλους στόχους. Αυτοί, τέλος, που επαινούν ή ψέγουν έχουν για στόχο τους το όμορφο και το άσχημο, και αυτοί όμως συσχετίζουν αυτόν τον στόχο και με τους άλλους στόχους.
 
Η απόδειξη ότι ο στόχος του καθενός είναι αυτός που είπαμε είναι ότι μερικές φορές ούτε που νοιάζεται ο ρήτορας να συζητήσει τα άλλα αυτά σημεία. Επί παραδείγματι ο δικανικός ρήτορας μπορεί να μην αμφισβητήσει καθόλου ότι η πράξη έγινε ή ότι προκάλεσε ζημία, δεν πρόκειται όμως ποτέ να παραδεχτεί ενοχή για άδικη πράξη· αν το έκανε, δεν θα χρειαζόταν καν να γίνει δίκη. Το ίδιο και οι συμβουλευτικοί ρήτορες: για όλα τα άλλα μπορεί συχνά και να αδιαφορούν, ότι όμως δεν συμβουλεύουν χρήσιμα πράγματα ή ότι αποτρέπουν από χρήσιμα πράγματα, αυτό δεν θα το δέχονταν ποτέ· συχνά δεν νοιάζονται καθόλου να αποδείξουν ότι είναι άδικο να υποδουλώνεις γειτονικούς λαούς και αυτούς που δεν σου έχουν κάνει κανένα κακό. Παρόμοια και αυτοί που επαινούν ή ψέγουν δεν εξετάζουν καθόλου αν η πράξη του τάδε ήταν ωφέλιμη γι’ αυτόν ή βλαβερή· [1359a] ίσα ίσα πολλές φορές θεωρούν άξιο επαίνου το ότι, αδιαφορώντας για το προσωπικό του συμφέρον, έκανε κάτι που ήταν όμορφο· επαινούν π.χ. τον Αχιλλέα που πρόστρεξε στον φίλο του τον Πάτροκλο, μολονότι ήξερε ότι ήταν μοιραίο τότε γι’ αυτόν να πεθάνει, ενώ μπορούσε να μείνει ζωντανός: για τον Αχιλλέα ο θάνατος αυτού του είδους ήταν πιο ωραίος· το συμφέρον του, βέβαια, ήταν να μείνει στη ζωή.
 
Από αυτά που είπαμε έγινε φανερό ότι ο ρήτορας είναι ανάγκη να έχει, πρώτα πρώτα, έτοιμες τις προκείμενες προτάσεις του πάνω στα τρία αυτά σημεία. Τα τεκμήρια, τα πιθανά και οι ενδείξεις είναι οι προκείμενες προτάσεις του ρήτορα. Γενικά ο συλλογισμός βασίζεται σε προκείμενες προτάσεις, και το ενθύμημα είναι ένας συλλογισμός που τον αποτελούν προκείμενες σαν αυτές που είπαμε.
 
Με δεδομένο τώρα ότι δεν μπορεί ούτε να έχουν γίνει στο παρελθόν ούτε να γίνουν στο μέλλον τα αδύνατα πράγματα αλλά μόνο τα δυνατά· με δεδομένο επίσης ότι αυτά που δεν έγιναν ή δεν πρόκειται να γίνουν δεν είναι δυνατό τα πρώτα να έχουν γίνει στο παρελθόν και τα δεύτερα να γίνουν στο μέλλον, υποχρεωτικά και ο συμβουλευτικός και ο δικανικός και ο επιδεικτικός ρήτορας πρέπει να έχουν έτοιμες προκείμενες προτάσεις σχετικές με το δυνατό και το αδύνατο: το πράγμα μπορεί να έγινε ή δεν μπορεί να έγινε; μπορεί να γίνει ή δεν μπορεί να γίνει; Επίσης: Δεδομένου ότι όλοι οι ρήτορες, είτε επαινούν είτε ψέγουν, είτε προτρέπουν είτε αποτρέπουν, είτε κατηγορούν είτε απολογούνται, όχι μόνο προσπαθούν να αποδείξουν αυτά που είπαμε, αλλά και ότι το καλό ή το κακό, το όμορφο ή το άσχημο, το δίκαιο ή το άδικο είναι μεγάλο ή μικρό ―είτε αντιμετωπίζοντας τα πράγματα καθεαυτά είτε συγκρίνοντάς τα μεταξύ τους―, είναι φανερό ότι θα πρέπει να έχουν προκείμενες προτάσεις και για το μέγεθος ή τη μικρότητα, για το μεγαλύτερο ή το μικρότερο ― φυσικά, και από τη γενική άποψη αλλά και για την κάθε επιμέρους περίπτωση· π.χ. ποιο καλό, ποια άδικη ή ποια δίκαιη πράξη είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη ― το ίδιο και για τις υπόλοιπες περιπτώσεις.
 
Είπαμε λοιπόν ό,τι είχαμε να πούμε για τα θέματα για τα οποία ο ρήτορας είναι ανάγκη να έχει έτοιμες προκείμενες προτάσεις. Στη συνέχεια πρέπει να μιλήσουμε ξεχωριστά για το καθένα είδος ρητορικού λόγου· με τι δηλαδή ασχολούνται οι συμβουλευτικοί λόγοι, με τι οι επιδεικτικοί και, τρίτον, με τι οι λόγοι των δικαστηρίων.