Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (438-487)

ὁ χρυσαμοιβὸς δ᾽ Ἄρης σωμάτων [στρ. γ]
καὶ ταλαντοῦχος ἐν μάχῃ δορὸς
440 πυρωθὲν ἐξ Ἰλίου
φίλοισι πέμπει βαρὺ
ψῆγμα δυσδάκρυτον, ἀντ-
ήνορος σποδοῦ γεμί-
ζων λέβητας εὐθέτους.
445 στένουσι δ᾽ εὖ λέγοντες ἄν-
δρα τὸν μὲν ὡς μάχης ἴδρις,
τὸν δ᾽ ἐν φοναῖς καλῶς πεσόντ᾽— «ἀλ-
λοτρίας διαὶ γυναικός»·
τάδε σῖγά τις βαΰζει·
450 φθονερὸν δ᾽ ὑπ᾽ ἄλγος ἕρπει
προδίκοις Ἀτρείδαις.
οἱ δ᾽ αὐτοῦ περὶ τεῖχος
θήκας Ἰλιάδος γᾶς
εὔμορφοι κατέχουσιν· ἐ-
455 χθρὰ δ᾽ ἔχοντας ἔκρυψεν.

βαρεῖα δ᾽ ἀστῶν φάτις ξὺν κότῳ· [ἀντ. γ]
δημοκράτου δ᾽ ἀρᾶς τίνει χρέος.
μένει δ᾽ ἀκοῦσαί τί μοι
460 μέριμνα νυκτηρεφές.
τῶν πολυκτόνων γὰρ οὐκ
ἄσκοποι θεοί. κελαι-
ναὶ δ᾽ Ἐρινύες χρόνῳ
τυχηρὸν ὄντ᾽ ἄνευ δίκας
465 παλιντυχεῖ τριβᾷ βίου
τιθεῖσ᾽ ἀμαυρόν, ἐν δ᾽ ἀίστοις
τελέθοντος οὔτις ἀλκά·
τὸ δ᾽ ὑπερκόπως κλύειν εὖ
βαρύ· βάλλεται γὰρ ὄσσοις
470 Διόθεν κεραυνός.
κρίνω δ᾽ ἄφθονον ὄλβον·
μήτ᾽ εἴην πτολιπόρθης
μήτ᾽ οὖν αὐτὸς ἁλοὺς ὑπ᾽ ἄλ-
λων βίον κατίδοιμι.

475 — πυρὸς δ᾽ ὑπ᾽ εὐαγγέλου [ἐπῳδ.]
πόλιν διήκει θοὰ
βάξις· εἰ δ᾽ ἐτήτυμος,
τίς οἶδεν, ἤ τι θεῖόν ἐστί πῃ ψύθος.
— τίς ὧδε παιδνὸς ἢ φρενῶν κεκομμένος,
480 φλογὸς παραγγέλμασιν
νέοις πυρωθέντα καρδίαν ἔπειτ᾽
ἀλλαγᾷ λόγου καμεῖν;
— γυναικὸς αἰχμᾷ πρέπει
πρὸ τοῦ φανέντος χάριν ξυναινέσαι.
485 πιθανὸς ἄγαν ὁ θῆλυς ὅρος ἐπινέμεται
ταχύπορος· ἀλλὰ ταχύμορον
γυναικογήρυτον ὄλλυται κλέος.

***
Κι ο Άρης σωμάτων αργυραμοιβός
και ζυγιαστής στων κονταριών τη μάχη,
440 στέλλει απ᾽ την Τροία στους δικούς
βαριά και πικροθρήνητη
τέφρα από την πυρά μονάχη
αντίς τον άντρα — βολικά γιομίζοντας
ένα λεβέτι με μια φούχτα στάχτη.
Κι έτσι στενάζουν εγκωμιάζοντας
τον ένα, πως στη μάχη ήταν ξεφτέρι,
τον άλλο, που έπεσε στην ανθρωποσφαγή
παλληκαρίσια για ενός άλλου ταίρι.
Κάποιος σκιαχτά τα σιγομουρμουρίζει αυτά
450 κι ο πόνος των γιομάτος πίκρα και χολή
στους προεστούς, του Ατρέα τους γιους, κρυφογλιστρά.
Μα εκεί στα κάστρα ολόγυρα οι νεκροί
καλά κρατούν οι πολυοπαινεμένοι
τα μνήματα της γης της Τρωικής,
πόκρυψε τους εχθρούς της νικημένη.

Βαριά η φωνή λαού κι η οργή λαού,
απλέρωτ᾽ η κατάρα του δε μένει.
κάτι ν᾽ ακούσει σκοτεινό
σαν νυχτοπεριτύλιχτο
460 η αγωνία μου περιμένει.
Γιατ᾽ όποιος θενά χύσει αιμάτων ποταμούς
απ᾽ των θεών το μάτι δεν ξεφεύγει·
έρχεται μέρα κι οι Ερινύες οι ζοφερές
μ᾽ άλλη στροφή της τύχης που γυρίζει,
τους αφανίζουν, όσοι η ευτυχία των
με τη δικαιοσύνη δε βαδίζει
κι όποιος θα πάει έτσι άφαντος, πάει για καλά.
βαρύ ᾽ναι δόξα υπέρμετρη να ᾽χει κανείς,
470 γιατί απ᾽ τα μάτια του Διός ο κεραυνός πετά.
Αφθόνητη ευτυχία προτιμώ,
δε θα ᾽θελα ούτε πορθητής να γένω
μα ούτε στην εξουσία να ᾽βλεπα
το είναι μου ενός άλλου σκλαβωμένο.

Γοργά της καλλιφέρουσας
φωτιάς πετάει το μήνυμα
μες απ᾽ την πόλη· μα ποιός ξέρει
αν είναι τάχ᾽ αληθινό, ή απάτη απ᾽ το θεό;
— Ποιός τόσο είναι παιδί, ή έπαθ᾽ ο νους του βλάβη,
480 που από μιας φλόγας τα πρωτάκουστα
σημάδια την καρδιά του ανάβει,
για να υποφέρει πιο πολύ
αν τύχη αλλιώς κι ο λόγος βγει;
— Της γυναικείας εξουσίας φυσικό
χάρες να στρέγει και χαρές
για ένα πρι να φανεί καλό.
— Ξαπλώνει ευκολοπίστευτη πολύ
και δρόμο παίρνει η γυναικεία η προσταγή,
μα όμοια και γρήγορα πεθαίνει
φήμη από στόμα γυναικός βγαλμένη.

Μεταμόρφωσε τον Πόνο σε Φώτιση

Ο πόνος δεν είναι εναντίον σου, απλώς εσύ δεν ξέρεις πώς να τον χρησιμοποιήσεις.
 
Το δηλητήριο δεν είναι εχθρός σου, απλώς εσύ δεν ξέρεις πώς να φτιάξεις φάρμακο από αυτό.
 
Σε σοφά χέρια, το δηλητήριο γίνεται γιατρικό. Σε ανόητα χέρια, το γιατρικό μπορεί να γίνει δηλητήριο. Όλα εξαρτώνται από σένα, από την επιδεξιότητά σου.

Αυτή είναι η βουδιστική οπτική και αυτή είναι η συνεισφορά του βουδισμού στον κόσμο, επειδή αυτή είναι μια εσωτερική αλχημεία: Αποδέξου τον πόνο. Μην αντιστέκεσαι, μην τον πολεμάς, μη θυμώνεις μαζί του. Απορρόφησέ τον επειδή μόνο έτσι μπορεί να μεταμορφωθεί σε φώτιση.
 
Η τέχνη του να μεταμορφώνεις τον πόνο και τα βάσανα σε κάτι καλό είναι η τέχνη τού να βλέπεις την αναγκαιότητα του αντίθετου. Το φως μπορεί να υπάρξει μόνο αν υπάρχει το σκοτάδι. Τότε γιατί μισείς το σκοτάδι; Χωρίς το σκοτάδι δεν θα υπήρχε φως, οπότε εκείνοι που αγαπούν το φως και μισούν το σκοτάδι, βρίσκονται σε δίλημμα. Δεν ξέρουν τι κάνουν.

Η ζωή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το θάνατο. Τότε, γιατί μισείς το θάνατο; Ο θάνατος δημιουργεί το πλαίσιο για να υπάρξει η ζωή. Ο θάνατος είναι ο μαυροπίνακας, πάνω στον οποίο γράφεται η ζωή με άσπρη κιμωλία. Ο άγιος μπορεί να υπάρξει μόνο επειδή υπάρχει ο αμαρτωλός. Γι’ αυτό, ο Βούδας λέει να μη μισείς τον αμαρτωλό. Είναι oι δύο πλευρές τού ίδιου νομίσματος. Πρέπει κανείς να δεχτεί και τις δύο όψεις σαν μέρος τού πακέτου τής ζωής. Με αυτή τη δεκτικότητα, μπορείς να μεταμορφώσεις τα πράγματα. Μόνο μέσα από αυτή τη δεκτικότητα είναι εφικτή η μεταμόρφωση.
 
Πριν μπορέσεις να μεταμορφώσεις τον πόνο, θα χρειαστεί να γίνει παρατηρητής. Αυτό όμως είναι το τρίτο σημείο. Το πρώτο είναι το να μην αντιστέκεσαι στον πόνο. Το δεύτερο είναι το να ξέρεις ότι τα αντίθετα δεν είναι αντίθετα, αλλά συμπληρωματικά και το τρίτο είναι το να είσαι παρατηρητής, επειδή αν είσαι παρατηρητής τού πόνου σου, θα μπορέσεις να τον απορροφήσεις.

Αν ταυτιστείς με τον πόνο, δεν θα μπορέσεις να τον απορροφήσεις. Τη στιγμή που ταυτίζεσαι με τον πόνο, θέλεις να τον ξεσκαρτάρεις, να τον πετάξεις, να τον ξεφορτωθείς, επειδή είναι οδυνηρός. Αν όμως είσαι παρατηρητής, τότε ο πόνος χάνει όλα του τα αγκάθια. Τότε ο πόνος υπάρχει και εσύ τον παρατηρείς. Εσύ είσαι απλώς ο καθρέφτης. Δεν έχεις καμία σχέση μαζί του.
 
Η ευτυχία έρχεται και φεύγει, η δυστυχία έρχεται και φεύγει, όμως εσύ βρίσκεσαι πάντοτε εκεί — ένας καθρέφτης που καθρεφτίζει. Η ζωή έρχεται και φεύγει, ο θάνατος έρχεται και φεύγει, όμως ο καθρέφτης δεν επηρεάζεται από τίποτα.
 
Όταν είσαι παρατηρητής, δημιουργείται απόσταση. Και μόνο όταν υπάρχει απόσταση, μπορείς να παρατηρήσεις αυτό που συμβαίνει. Είναι μέσα από αυτή την παρατήρηση, μπορείς να μεταμορφώσεις τα κατώτερα μέταλλα σε χρυσό. Μόνο μέσα απ’ αυτή την παρατήρηση γίνεσαι επιστήμονας του εσώτερου, ένας ανεπηρέαστος παρατηρητής. Τώρα ξέρεις ότι τα αντίθετα δεν είναι αντίθετα και μπορούν να μετατρέπονται το ένα στο άλλο. Τότε δεν ασχολείσαι καθόλου με το πώς να απαλλαγείς από τον πόνο, αλλά με το πώς να τον μεταμορφώσεις σε κάτι ευεργετικό. Τότε μεταμορφώνεις το δηλητήριο σε νέκταρ.

Γονείς, αντιδράστε με σταθερότητα στην… αστάθεια της εφηβείας

Η εφηβεία είναι η μεταβατική περίοδος μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενήλικης ζωής. Μία περίοδος στην οποία το παιδί βιώνει σημαντικές αλλαγές τόσο στις βιολογικές όσο και στις ψυχικές του λειτουργίες. Το σώμα και οι ορμές τους αλλάζουν, ακόμα και οι επιθυμίες του τις οποίες του είναι δύσκολο να εκφράσει ή να ελέγξει.

Οι μεταβολές αυτές επηρεάζουν και τις σχέσεις του έφηβου με τον υπόλοιπο κοινωνικό του περίγυρο. Οι έφηβοι έχουν έντονα συναισθήματα, άγχος, νοιώθουν μπερδεμένα και δρουν αρκετά παρορμητικά. Ό,τι και αν προκαλεί τον θυμό, και γενικότερα τα συναισθήματα αυτά, το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για φυσιολογικές αντιδράσεις σε αυτήν την περίοδο της ζωής τους.

Αρχίζουν και αναζητούν την ταυτότητα τους, ποιοι είναι, που ανήκουν, με ποιόν τρόπο ταιριάζουν με τις παρέες τους, και το αντίθετο φύλλο. Ψάχνουν περισσότερη ανεξαρτησία σε σχέση με τους γονείς τους και τους φίλους τους, προσπαθούν να ξεχωρίζουν τη διαφορά του σωστού και του λάθους, αναλαμβάνουν ευθύνες, εξερευνούν την σεξουαλικότητα τους και ξεκινούν να έχουν περισσότερες εμπειρίες, είτε ερωτικές είτε κοινωνικές.

Συχνά οι γονείς με αυτή την αλλαγή  των παιδιών τους  πανικοβάλλονται ή δεν ξέρουν πως πρέπει να χειριστούν την κατάσταση. Μην πανικοβάλλεστε! Μια χρήσιμη πληροφορία για τον κάθε γονιό σε αυτήν τη δύσκολη περίσταση είναι οι αναμνήσεις από την δική του εφηβική ηλικία, τις σχέσεις του την εποχή εκείνη με τους άλλους και κυρίως με τους γονείς του (και γενικότερα με τα πρόσωπα – φορείς «εξουσίας», όπως οι καθηγητές κλπ).

3 σημεία που μπορούν να κάνουν τη διαφορά στη διαχείριση μιας κρίσης


α. Όταν π.χ. σε έναν καβγά το παιδί υψώνει τον τόνο της φωνής του ή αντιδρά με θυμό, μη βιαστείτε να αντιδράσετε με τον ίδιο τρόπο γιατί συνήθως  κάτι τέτοιο επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα. Αποφύγετε τις φωνές, τους χαρακτηρισμούς ή τους εκβιασμούς διότι αυτό θα ανάψει περισσότερο τα αίματα και θα ξεκινήσει ένας πόλεμος επικράτησης, που όλο και θα μεγαλώνει και καμία άκρη δεν θα βγαίνει. Αντί να του επιβληθείτε με φράσεις του τύπου «δεν θα βγεις ξανά για μία εβδομάδα» προτιμήστε το «μήπως χρειάζεσαι λίγο χρόνο μόνος σου να ηρεμήσεις»; – αν μπορείτε να είστε κι εσείς ήρεμοι φυσικά.

β. Να είστε ειλικρινής και να του εξηγήσετε ότι ο τρόπος που χειρίζεται τις καταστάσεις σας φέρνει σε δύσκολη θέση ή σας καθιστά αδύνατους για να μπορέσετε να τον/την ακούσετε και να το/την βοηθήσετε. Η ειλικρίνεια είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος να λύνετε τα προβλήματα σας.

γ. Αντιμετωπίστε τους με σταθερότητα:  Όποιοι και αν είναι οι μέθοδοι μας για να επικοινωνήσουμε με τους έφηβους , είτε είναι αυταρχικοί, είτε ήρεμοι, είτε επιεικές και ελαστικοί, συνιστάτε να είναι σταθεροί. Θα αναρωτηθείτε γιατί;  Διότι οι έφηβοι βιώνουν την αστάθεια σε αυτή την περίοδο της ζωής τους και εμείς παραμένουμε τα πρότυπα τους και οι καθοδηγητές της ζωής τους όσο και ανεξάρτητα να θέλουν να δείχνουν.

Τα  παραπάνω δεν υπόσχονται την τέλεια επικοινωνία και αρμονία μεταξύ των παιδιών μας, ούτε μπορούμε να είμαστε οι τέλειοι γονείς. Με λίγη προσπάθεια, ψυχραιμία και σωστή επικοινωνία όμως  η μπόρα θα περάσει.

Παιδικό άγχος

Το άγχος μπορεί γενικά να οριστεί ως ένα δυσάρεστο αίσθημα αορίστου κινδύνου που επίκειται και εκφράζεται γενικά και απροσδιόριστα. Όπως γνωρίζουμε, το άγχος εκδηλώνεται με ένα ευρύ φάσμα έντασης και σοβαρότητας. Εχει βρεθεί ότι μέτρια επίπεδα άγχους αυξάνουν την απόδοση.

Ας το εξηγήσουμε με ένα απλό παράδειγμα. Ας το παρομοιάσουμε με ένα ακριβό σύστημα συναγερμού που κλείνει από μόνο του σιωπηλά κάθε 5 δευτερόλεπτα. Θα αισθανόσασταν ασφάλης; Και βέβαια όχι. Ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να μπεί στο σπίτι σας χώρις να το ξέρετε. Αν όμως ο συναγερμός ξεκινούσε με πολύ δυνατό θόρυβο και δεν σταματούσε παρά μόνο όταν εσείς το κλείνατε; Σαφώς θα αισθανόσασταν πιο ασφαλής μιας και θα είχατε το χρόνο να το αντιληφθείτε και να φύγετε από το σπίτι αποφεύγοντας τον οποιοδήποτε εισβολέα.

Το άγχος λοιπόν λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Σαν σύστημα συναγερμού προειδοποιώντας σας για ενδεχόμενες επικίνδυνες καταστάσεις, υπενθυμίζοντας σας να ψάχνετε για λύσεις πριν τα προβλήματα κορυφωθούν.

Ως πρώτο βήμα λοιπόν στην αντιμετώπιση του άγχους είναι να συνειδητοποιήσετε ότι το άγχος είναι για το μυαλό, ότι ακριβώς είναι ο πόνος για το σώμα, να το δείτε μάλλον σαν φίλο παρά σαν εχθρό και να το εκμεταλλευτείτε προς όφελός σας.

Τα παιδιά είναι ένας πληθυσμός που βρίσκεται σε διαρκή πορεία αλλαγής. Εξαιτίας του μεταβατικού χαρακτήρα των περισότερων προβλημάτων συμπεριφοράς των παιδιών η αυτόματη ίαση θεωρείται πλέον κανόνας.

Παιδικοί φόβοι

Οι περισσότεροι παιδικοί φόβοι εξαφανίζονται χωρίς επιπλοκές. Αντιδράσεις φόβου και άγχους εμφανίζονται στα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία.
Έχουμε το:
  • άγχος του αποχωρισμού αρχικά,
  • αργότερα στην νηπιακή ηλικία προκαλούνται από κάτι που συμβαίνει στο περιβάλλον τους, όπως ένας δυνατός θόρυβος, η εμφάνιση ένος άγνωστου προσώπου κτλ.
  • Στην σχολική ηλικία οι φόβοι διευρύνονται και αναφέρονται στο σκοτάδι, τα μεταφυσικά όντα, συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα.
  • Κατά την μέση παιδική ηλικία τα παιδιά υποβάλλονται στο άγχος κοινωνικής φύσεως. Δηλαδή, ο φόβος του παιδιού να πάει σε ένα πάρτι ή μήπως δεν γίνει αποδεκτό από τους συνομηλικούς του.
  • Αργότερα στην εφηβεία το άγχος του αναφέρεται στην δημιουργία της ταυτότητας του και την απομάκρυνση από την πατρική εστία. Είναι γνωστό ότι ο φόβος και το άγχος θεωρούνται περισσότερο προσαρμοστικοί παρά δυσπροσαρμοστικοί μηχανισμοί και είναι απαραίτητοι για την ομαλή αναπτυξή του. Όμως καθώς το παιδί μεγαλώνει οι φόβοι του πρέπει να ελαττωθούν, ως αποτέλεσμα της προσαρμογής του.
Πως το καταλαβαίνουμε:
Οι πιο συχνές επιπτώσεις του υπερβολικού άγχους στα παιδιά και τους εφήβους είναι:
  • πτώση της σχολικής επίδοσης,
  • δυσλειτουργία στις κοινωνικές σχέσεις,
  • χαμηλή αυτοεκτίμηση
  • κοινωνική απομόνωση.
Τα παιδιά και τα άτομα της πρώτης εφηβικής ηλικίας συνήθως δεν αναγνωρίζουν ότι η αγχώδης αντίδρασή τους είναι υπερβολική ή μπορεί και να μην αντιλαμβάνονται ότι δυσφορούν.

Συνήθως εκδηλώνουν το άγχος τους με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι ενήλικες (με κλάμα, εκρήξεις οργής, ευερεθιστότητα και σωματικά ενοχλήματα) ή μπορεί να έχουν δυσκολία να εκφράσουν αυτό που βιώνουν.

Ειδικότερα όσον αφορά τα σωματικά ενοχλήματα, αυτά μπορεί να χρησιμοποιούνται από τα παιδιά ως τρόπος έκφρασης αρνητικών συναισθημάτων. Η σωματοποίηση γενικότερα, αποτελεί μια άμυνα ενάντια στην επίγνωση μιας ψυχολογικής δυσφορίας. Από τα παραπάνω, συμπεραίνουμε ότι όσο μικρότερο είναι το παιδί που εμφανίζει ανεξήγητα σωματικά ενοχλήματα, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες εύρεσης συναισθηματικών δυσκολιών, ακριβώς επειδή τα μικρότερα παιδιά έχουν την τάση να εκδηλώνουν τις ψυχολογικές τους δυσκολίες με ένα κυρίαρχα σωματικό λεξιλόγιο. Με άλλα λόγια, τα σωματικά συμπτώματα μπορεί να εξυπηρετούν μια επικοινωνιακή λειτουργία, να λειτουργούν δηλ. ως μια μορφή «γλώσσας του σώματος» ή «κραυγής βοήθειας.

Οι βασικές θεραπευτικές μέθοδοι περιλαμβάνουν:
  • την τεχνική της συστηματικής απευαισθητοποίησης (διδασκαλία χαλάρωσης και η φαντασία),
  • τη διαχείριση συνθηκών (μείωση του φόβου και ανάλογη ενίσχυση όταν αντιδρά φυσιολογικά)
  • την μάθηση μέσω προτύπου
  • την έκθεση σε φοβικά αντικείμενα 
  • ορισμένες γνωσιακές τεχνικές (αυτοκαθοδήγηση, χαλάρωση και αυτοέκθεση)
Βασικό και αναγκαίο είναι πάνω από όλα η γονεϊκή ανοχή απέναντι στην αρνητική ψυχική διάθεση των παιδιών τους και μείωση των απαιτήσεων τους για τέλεια συμπεριφορά.

Όταν πέσει η νύχτα… τα μέσα σου ξεκινούν να μιλάνε

Όταν τα φώτα σβήσουν και όλα σταματήσουν, τότε έρχεται εκείνη η ώρα που τα μέσα σου ξεκινάνε να μιλάνε. Λένε την ιστορία σου, τα πάντα που σου έχουνε συμβεί εκείνη τη μέρα, τη χθεσινή, τον περσινό χρόνο και όλη σου τη ζωή. Σου δείχνουν πως ήτανε, ακριβώς όπως την έχεις δει, όπως τη θυμάσαι.

Όλες οι σκέψεις έρχονται και όλες οι πράξεις, τίποτα δε μένει κρυφό από τη σιωπή αυτής της νύχτας. Το σκοτάδι αποκαλύπτει τα πάντα, όλα τα μυστικά σου, που δεν έχεις μοιραστεί με κανένα μέχρι τώρα.

Αυτά που θες να κάνεις αλλά δεν τόλμησες, αυτά που σου λείπουν, αυτά που αγαπάς και φοβάσαι μη χάσεις. Τις επιλογές που έκανες και που θα κάνεις, τα σωστά και τα λάθος που σου έχουν πει οι άλλοι, το που ανήκεις και ποιος είσαι. Όλα σου τα δείχνει η νύχτα, δεν αφήνει τίποτα να κρυφτεί στο σκοτάδι της.

Ο κόσμος λέει ρίξε φως να δεις την αλήθεια, αλλά η αλήθεια κρύβεται στο φως, στην κίνηση της μέρας, στους χίλιους και άλλους τόσους αντιπερισπασμούς που σε κρατούν μακριά από εσένα. Η αλήθεια έρχεται τη νύχτα, όταν είσαι ήσυχος να την ακούσεις, σου μιλάει, σου δείχνει τα πάντα, το είναι σου, το τι κρύβεις βαθιά μέσα σου.

Μπορεί να τη φοβηθείς, να μη θέλεις να ακούσεις. Να προσπαθήσεις να την κλείσεις έξω από το δωμάτιό σου. Μπορεί ακόμη να ανάψεις το φως, την τηλεόραση, να βάλεις μουσική. Αλλά η νύχτα επιμένει, πάντα έρχεται. Δεν θα μπορέσεις να την αποφύγεις για πάντα. Σιγά, σιγά η μέρα σου θα γίνει πιο δύσκολη, πιο πολυάσχολη, πιο κουραστική γιατί η νύχτα και η μέρα πάνε μαζί. Είναι αδέλφια σε αυτήν την ιστορία που διάλεξες να ζήσεις.

Η μια κρατάει το χέρι της άλλης και μιλάνε για τα παιδιά τους, για τα νεότερα που πιστεύουν ακόμη ότι μπορούν να διαλέξουν τη μια και όχι την άλλη. Που έχουν ξεχάσει ότι αυτά τα αδέλφια πάνε μαζί, είναι δεμένα και μαζί χορεύουν έναν ασταμάτητο χορό στο πιο μακρινό αστέρι. Εκεί όπου μια μέρα θα γίνουν ένα, όπου τα πάντα είναι γεμάτα μέρες και νύχτες.

Γι’ αυτό, όταν η νύχτα έρθει απόψε, μην της κλείσεις την πόρτα. Άκουσέ την, έχει πολλά να σου πει και πολλά να σου μάθει. Και κάθε βράδυ, όταν έρχεται θα γίνεται όλο και πιο γλυκιά. Μέχρι που θα την περιμένεις να ‘ρθει, να σε αγκαλιάσει και να σε τυλίξει σαν όταν βρισκόσουν μέσα στην κοιλιά της μητέρας σου. Σαν πριν να έρθεις σε αυτό τον κόσμο.

Οι άνθρωποι που βλέπουν τα εμπόδια, σκαλιά για να ανέβουν

Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που συναντάμε ανθρώπους που δεν πιστεύαμε ποτέ ότι υπάρχουν. Είναι άνθρωποι που δεν έχουν πολλά απ’ αυτά που εμείς έχουμε, που βλέπεις στα μάτια τους πόσο γεμάτοι είναι κι ας τους λείπουν όλα αυτά που εμείς θεωρούμε δεδομένα.

Είναι τόσο αφοπλιστικά ειλικρινείς, ακομπλεξάριστοι, με πολύ χιούμορ, που δε φοβούνται να σου πετάξουν την αλήθεια και να σου μιλήσουν ανοιχτά για την πραγματικότητά τους, την οποία έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν με θάρρος, ψυχραιμία και χαμόγελο.

Κι ενώ αναρωτιέσαι πώς γίνεται αυτό, πώς γίνεται κάποιος να μπορεί να κάνει πράγματα ακατόρθωτα, ενώ δεν έχει όλα όσα απαιτούνται για να τα καταφέρει, καταλαβαίνεις πως η θέληση είναι που τελικά μετρά στη ζωή μας.

Είναι, λοιπόν, άνθρωποι με τεράστια όρεξη να ζήσουν, να παλέψουν… και τα καταφέρνουν. Βάζουν τόση δύναμη που τελικά όχι μόνο ξεπερνάνε τα εμπόδια, αλλά και κάνουν πράξη τα όνειρά τους. Αυτά που εμείς ονομάζουμε εμπόδια, γι’ αυτούς δεν είναι παρά σκαλιά που πρέπει να ανεβούν και τα ανεβαίνουν, όχι αγκομαχώντας, αλλά με αγωνία , μ’ αυτή την αγωνία που προοιωνίζει τη χαρά.

Είναι άνθρωποι που δε ζητούν να τους αγκαλιάσει ο κόσμος, γιατί ο κόσμος είναι αρκετά αδύναμος για να μπορέσει να τους καταλάβει απόλυτα. Έχουν όμως μια αγκαλιά για όλους μας. Μόνο και να μιλήσεις μαζί τους, μπορεί να πάρεις εσύ δύναμη.

Και τελικά, όλοι θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε σ’ αυτό τον κόσμο πως δεν είμαστε μόνοι, πως υπάρχει και ο διπλανός μας… να προβληματιστούμε, να δούμε ότι δε γίνεται να συνεχίζουμε μόνοι, γιατί δεν είμαστε ο κόσμος μόνο εμείς, είναι και οι άλλοι, αυτοί που καμιά φορά κάνεις πως δε βλέπεις, που προσπερνάς, που δε θες να αντιμετωπίσεις.

Ο κόσμος για να γίνει καλύτερος μας χρειάζεται όλους. Και μπορεί να γίνει μόνο όταν όλοι εμείς συναντηθούμε και επικοινωνήσουμε, άσχετα απ’ τα «έχω» κι απ’ τα «μου λείπουν». Μόνο αν κοιτάξει ο άνθρωπος τον άνθρωπο. Μόνο αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Μόνο έτσι…

Να γυρνάς στο σπίτι, να επιστρέφεις στον εαυτό σου

Υπάρχει ένα μέρος που αγαπούν οι άνθρωποι να επιστρέφουν, εκεί που τίποτα δεν τους αγγίζει, εκεί που όλα γιατρεύονται, στο πατρικό τους σπίτι. Δεν είναι το μέρος, όχι. Είναι οι άνθρωποι, εκείνοι στους οποίους οφείλεις ό,τι είσαι, χρωστάς σε αυτούς τα σωστά σου και τα λάθη σου, ό,τι σε έφερε εδώ που ήρθες.

Μπορεί να μην σου αρέσει εκεί που είσαι, το κατανοώ, γίνονται λάθη με τους ανθρώπους, δεν είναι μηχανές, δεν έχουν οδηγίες χρήσεις. Μα ίσως η ύψιστη στιγμή ανθρωπιάς που καλείσαι να δείξεις, είναι αυτή κατά την οποία η αυτοκριτική σου είναι τόσο εποικοδομητική, ώστε το να κατηγορείς ένα σωρό εξωτερικούς παράγοντες και να μεταθέτεις για ακόμα μια φορά τις ευθύνες σου, καταντά γραφικό, σχεδόν αστείο.

Όσοι αναγνωρίζουν τα λάθη τους, ως δικά τους. Όσοι έχουν εντοπίσει «την πηγή του κακού» και έχουν ζητήσει συγγνώμη από το παιδί μέσα τους. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έμαθαν να προσδιορίζονται από τον εαυτό τους, ανεξάρτητα από τον περίγυρό ή την οικογένειά τους.

Οι γονείς άλλωστε, δεν είναι αυθεντίες. Μέντορες είναι με μια αποστολή: να σου μάθουν πως να σκέφτεσαι, όχι τι να σκέφτεσαι. Και η αποστολή τους κάποια στιγμή τελειώνει. Εκεί που ολοκληρώνεται ο σκοπός τους, αρχίζει η πρόκληση για εσένα, το στοίχημα της ζωής: να αφήσεις ό,τι σου δίνει ασφάλεια, για να κερδίσεις ότι σε κάνει ευτυχισμένο.

Η οικογένεια είναι το πρώτο στήριγμα, θα σε πάρει από το χέρι, ώσπου να μάθεις να περπατάς, θα σου δείξει πως να σηκώνεσαι, όταν πέφτεις. Ποτέ δε θα σου πει που θα πας, μόνος θα βρεις το δρόμο σου. Οι ελευθερίες και κατ΄ επέκταση οι ευθύνες βρίσκονται πάντα στο χέρι σου.

Μα να θυμάσαι! Στο σπίτι σου, πάντα εκεί θα επιστρέφεις να τις αφήνεις, να ξαποσταίνεις, να βρίσκεις τον εαυτό σου, να θυμάσαι ξανά ποιος είσαι και τι κατάφερες, να παίρνεις δύναμη και να επιστρέφεις ανανεωμένος. Την πιο έντονη ανανέωση βιώνεις, άλλωστε, συγκρίνοντας ό,τι ήσουν με ό,τι έγινες.

Μη ζητιανεύεις την αγάπη, η αγάπη υπάρχει μέσα μας

Η καρδιά σας είναι σαν τη μαγική κουζίνα. Αν ανοίξετε την καρδιά σας, θα έχετε ήδη όλη την αγάπη που χρειάζεστε. Δεν υπάρχει λόγος να περιφέρεστε σε όλο τον κόσμο ζητιανεύοντας αγάπη: «Παρακαλώ, λίγη αγάπη. Είμαι τόσο μόνος/η, μάλλον δεν μου αξίζει η αγάπη. Θέλω κάποιον να με αγαπήσει για να αποδείξω ότι την αξίζω». Έχουμε αγάπη μέσα μας, αλλά δεν την αντιλαμβανόμαστε.

Βλέπετε τι δραματικές καταστάσεις δημιουργούν οι άνθρωποι όταν πιστεύουν ότι δεν έχουν αγάπη; Την έχουν στερηθεί και, όταν γευτούν λίγη αγάπη από κάποιον, τους δημιουργείται τεράστια ανάγκη. Εθίζονται και τους γίνεται εμμονή. Τότε έρχεται το μεγάλο δράμα: «Τι θα κάνω αν μ’ αφήσει;», «Πώς μπορώ να ζήσω χωρίς αυτή;»

Δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τον «ντίλερ» που τους δίνει τις καθημερινές τους δόσεις. Και επειδή έχουν στερηθεί, επιτρέπουν στους άλλους να τους ελέγχουν τη ζωή για ένα ψήγμα αγάπης. Τους αφήνουν να τους λένε τι να κάνουν, τι να μην κάνουν, πώς να ντύνονται, πώς να μην ντύνονται, πώς να συμπεριφέρονται, πώς να μην συμπεριφέρονται, τι να πιστεύουν και τι να μην πιστεύουν.

«Σ’ αγαπώ αν συμπεριφέρεσαι έτσι. Σ’ αγαπώ αν με αφήνεις να ελέγχω τη ζωή σου. Σ’ αγαπώ μόνο αν είσαι καλός μαζί μου. Αν όχι, τότε ξέχνα το».

Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι δεν ξέρουν ότι έχουν μια μαγική κουζίνα στην καρδιά τους. Όλος αυτός ο πόνος δημιουργείται επειδή έχουμε κλείσει την καρδιά μας προ πολλού και δεν αισθανόμαστε πια την αγάπη που κρύβεται εκεί. Σε κάποιο σημείο της ζωής μας αρχίζουμε να φοβόμαστε την αγάπη, γιατί πιστεύουμε ότι δεν είναι δίκαιη. Η αγάπη πονά.

Προσπαθήσαμε να είμαστε αρκετά καλοί για κάποιον άλλο, προσπαθήσαμε να μας αποδεχτεί, και αποτύχαμε. Έχουμε κάνει ήδη δύο ή τρεις ερωτικές σχέσεις και η καρδιά μας έχει πληγωθεί αρκετές φορές. Ξαναγαπώντας ρισκάρουμε πολλά.

Στις ανθρώπινες σχέσεις υπάρχει μια μάχη για το ποιος θα πάρει τον έλεγχο, γιατί μάθαμε να ανταγωνιζόμαστε για τον έλεγχο της προσοχής. Αυτό που αποκαλούμε αγάπη – κάποιος που με έχει ανάγκη, που νοιάζεται για μένα – δεν είναι αγάπη, είναι εγωισμός.

Πώς μπορεί να πετύχει η σχέση; Δεν μπορεί, γιατί δεν υπάρχει αγάπη. Και οι δυο έχουν ανάγκη από αγάπη. Όταν κάνουν σεξ, γεύονται λίγη αγάπη και εθίζονται επειδή την έχουν στερηθεί. Όμως, έπειτα, όλες οι επικρίσεις είναι εκεί. Όλοι οι φόβοι. Όλες οι ενοχές. Όλο το δράμα.

Ύστερα, ψάχνουμε συμβουλές για την αγάπη και το σεξ. Γράφονται τόσα βιβλία για αυτό και όλα θα μπορούσαν να έχουν τον τίτλο «Πώς να γίνετε σεξουαλικά εγωιστές».

Η πρόθεση είναι καλή, αλλά πού είναι η αγάπη; Θέμα τους δεν είναι να μάθετε να αγαπάτε – δεν έχετε να μάθετε τίποτα για την αγάπη. Τα πάντα βρίσκονται ήδη στα γονίδιά σας, στη φύση σας.

Αγάπη - Έλξη - Εμπιστοσύνη

“Στενή σχέση” λέμε μια συναισθηματική σχέση που ξεφεύγει από την πεπατημένη γιατί ξεκινάει από μια σιωπηρή συμφωνία: ακυρώνουμε μέσα μας το φόβο μήπως εκτεθούμε και δεσμευόμαστε να είμαστε αυτοί που είμαστε. Μια σχέση γίνεται δεσμός ανάλογα με το πόσο σέβομαι όσα έχουμε πει και με το πόσο ξέρω, εκ των προτέρων, ότι μπορώ να υπολογίζω σε σένα. Η στενή σχέση μου επιτρέπει, όπως καμία άλλη, την απόλυτη έκφραση αυθεντικότητας.

Η ευθύτητα, η ειλικρίνεια και η εμπιστοσύνη είναι πραγματικά εξαιρετικά σημαντικά για να τα χαρίσει κανείς στον πρώτο τυχόντα. Το δίχως άλλο, η στενή σχέση ΕΙΝΑΙ εξ ορισμού ευάλωτη και συνεπώς αναπόφευκτα επικίνδυνη. Με την καρδιά μου ορθάνοιχτη, το κακό που μπορεί να μου κάνει αυτός που είναι δίπλα μου και έχω μαζί του μεγάλη οικειότητα, είναι πολύ μεγαλύτερο απ' ότι σε οποιαδήποτε άλλη σχέση. Η αφοσίωση συνεπάγεται ότι βγάζω την πανοπλία και μένω εκτεθειμένος, ευαίσθητος και απροστάτευτος.

Έχω στενή σχέση με κάποιον, σημαίνει ότι του δίνω τα εργαλεία και το κλειδί για να μπορέσει να με βλάψει, είμαι όμως βέβαιος πως δεν πρόκειται να το κάνει. Γι' αυτό η στενή σχέση είναι κάτι που δεν παραχωρείται γρήγορα, αλλά πλάθεται μέσα σε μια συνεχή διαδικασία εξέλιξης και αλλαγής. Παίρνουμε όλα τα ρίσκα στη σειρά, γινόμαστε αφοσιωμένοι, και όσο περισσότερο μας αποδέχονται, τόσο αποκαλύπτουμε τα μυστικά μας και κάνουμε εκμυστηρεύσεις.

Μια στενή σχέση θα προκύψει μόνο αν σταθώ ικανός να παρακάμπτω τις δυσκολίες, να χαίρομαι και να στηρίζομαι στις ομοιότητες και τα κοινά μας σημεία, ενώ δέχομαι και σέβομαι τις διαφορές μας.
Οι ομοιότητες μας φέρνουν κοντά.
Οι διαφορές μας επιτρέπουν να επωφελούμαστε από την σχέση μας.

Το θέμα είναι: μπορώ να έχω μια στενή σχέση με κάποιον που δεν μου αρέσει;
Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι: ΟΧΙ

Για να δημιουργηθεί μια στενή σχέση υπάρχουν κάποια πράγματα που ΠΡΕΠΕΙ να συμβαίνουν.
Είναι οι τρεις πλευρές του ανθρώπινου δεσμού, στο οποίο στηρίζονται όλα όσα αποτελούν μια στενή σχέση:

Αγάπη
Έλξη
Εμπιστοσύνη

Αν όμως τη διατρέξουμε λεπτομερειακά, αποκτά το χαρακτήρα της κωμωδίας

Η ζωή κάθε ατόμου, όταν τη δούμε γενικά και στο σύνολό της, απομονώνοντας τα πιο σημαντικά στοιχεία της, είναι ουσιαστικά πάντα μια τραγωδία` αν όμως τη διατρέξουμε λεπτομερειακά, αποκτά το χαρακτήρα της κωμωδίας. Γιατί το μαγκανοπήγαδο και τις αγωνίες της ημέρας, την ασταμάτητη ειρωνεία της κάθε στιγμής, τις επιθυμίες και τους φόβους της εβδομάδας, τις αστοχίες κάθε ώρας, όλα αυτά τα προκαλεί η τύχη, η οποία πάντα έχει το μυαλό της στις κακόβουλες φάρσες` δεν είναι παρά σκηνές μιας κωμωδίας.

Όμως οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, οι ατελέσφορες προσπάθειες, οι ελπίδες που διαψεύδονται ανελέητα από τη μοίρα, οι αστοχίες ολόκληρης της ζωής, με τα όλο και περισσότερα βάσανά της και το θάνατο στο τέλος, όλα αυτά συνιστούν μια τραγωδία.

Έτσι, σαν να ήθελε η μοίρα να προσθέσει την ειρωνεία στην αθλιότητα της ύπαρξής μας, η ζωή μας πρέπει να περιέχει όλα τα πάθη της τραγωδίας, ενώ εμείς δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε την αξιοπρέπεια των τραγικών χαρακτήρων, αλλά στην ευρύτερη εξέλιξη της ζωής γινόμαστε οι χαζοχαρούμενοι χαρακτήρες μιας κωμωδίας.

Arthur Schopenhauer, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙΣ
 

Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται

Μελετώντας τον άνθρωπο στην τωρινή του κατάσταση ύπνου, απουσίας, ενότητας, μηχανικότητας και έλλειψης ελέγχου, βρίσκουμε και διάφορες άλλες κακές λειτουργίες που είναι το αποτέλεσμα της κατάστασής του· ιδιαίτερα το γεγονός ότι λέει συνέχεια ψέματα στον εαυτό του και στους άλλους. Την ψυχολογία του συνηθισμένου ανθρώπου θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και μελέτη του ψέματος, διότι ο άνθρωπος λέει ψέματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο· και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πει την αλήθεια. Δεν είναι τόσο απλό να λέμε την αλήθεια· πρέπει να μάθουμε πως να το κάνουμε και καμιά φορά χρειάζεται πάρα πολύς καιρός.

Ψέμα είναι να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε· αυτή είναι η αρχή του ψέματος. Δεν σημαίνει το ψέμα που λέγεται σκόπιμα – να λέμε παραμύθια, όπως για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια αρκούδα στο άλλο δωμάτιο. Μπορούμε να πάμε στο άλλο δωμάτιο και να δούμε πως δεν υπάρχει αρκούδα. Αλλά αν συγκεντρώσουμε όλες τις θεωρίες που διατυπώνουν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε σχετικά, θα δούμε που αρχίζει το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τίποτε και όμως έχει θεωρίες για τα πάντα. Οι περισσότερες από τις θεωρίες είναι ψέμα.

Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.

Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.

ΠΗΤΕΡ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ, Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Γιατί και πότε ξεκίνησαν να φιλιούνται οι... άνθρωποι;

Το φιλί, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι μια από τις πιο παράξενες ανθρώπινες δραστηριότητες. Ωστόσο ελάχιστοι γνωρίζουν την ιστορία του. Πώς ξεκίνησαν λοιπόν οι άνθρωποι να φιλιούνται;

Σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους, το φιλί είναι η εξέλιξη της κίνησης που...
έκαναν οι άνθρωποι, αιώνες πριν, προσπαθώντας να μυρίσουν ο ένας τον άλλον, σε μια προσπάθεια να αντλήσουν πληροφορίες για εκείνον.

«Σε κάποιο σημείο, γλίστρησαν και κατέληξαν στα χείλη, διαπιστώνοντας ότι είναι πολύ καλύτερα», λέει ο Βον Μπράιαντ, ανθρωπολόγος στο πανεπιστήμιο Τέξας A&M και αυθεντία στο θέμα της εξέλιξης του φιλιού.

Για το μεγαλύτερο μέρος της πρώιμης ανθρώπινης ιστορίας, η όσφρηση ήταν η πιο σημαντική από τις αισθήσεις για τις διαπροσωπικές σχέσεις, εξηγεί η Σέριλ Κίρσενμπαουμ, συγγραφέας του βιβλίου «Η Επιστήμη του Φιλιού». Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν την όσφρηση για να διαπιστώσουν τη διάθεση του άλλου, την υγεία του και την κοινωνική του θέση, λέει η ίδια. «Έτριβαν τη μύτη τους στο πρόσωπο του άλλου γιατί στο πρόσωπό μας υπάρχουν οσφρητικοί αδένες. Ωστόσο με την πάροδο του χρόνου, το τρίψιμο στο πρόσωπο μεταφέρθηκε στα χείλη κι έτσι γεννήθηκε το φιλί ως κοινωνικός χαιρετισμός», λέει η Κίρσενμπαουμ.

Το φιλί ως ρομαντική έκφραση θεωρείται ότι ξεκίνησε στην Ινδία, όπου το μεγαλύτερο ινδικό έπος που γράφτηκε στα σανσκριτικά περίπου το 1.000 π.Χ. το Μαχαμπχαράτα, περιελάμβανε τις πρώτες περιγραφές ενός ρομαντικού φιλιού στην ιστορία. «Ακούμπησε το στόμα της στο στόμα μου και έκανε έναν ήχο που μου προκάλεσε ευχαρίστηση», αναφέρει το ποίημα. Οι ιστορικοί θεωρούν ότι την εποχή εκείνη, το ρομαντικό φιλί ήταν άγνωστο στον υπόλοιπο κόσμο και ότι στην Ευρώπη έγινε γνωστό από τον Μέγα Αλέξανδρο.

Η ίδια αναφέρει επίσης ότι στην αρχαία Ελλάδα, το φιλί ήταν ένας τρόπος για να επικοινωνήσει κάποιος την τάξη του, την κοινωνική του θέση και την πίστη του, μεταξύ ανδρών στο στρατό κυρίως. «Ήταν ένας τρόπος να εκφράσει κάποιος ένα είδος κοινωνικής ιεραρχίας», εξηγεί.

Το φιλί αναφέρεται και στην Οδύσσεια του Ομήρου, αλλά ως μια μορφή ικεσίας, όχι ως ρομαντική έκφραση, λέει η Κίρσενμπαουμ. Για παράδειγμα, ο Οδυσσέας επιστρέφει στην πατρίδα και δέχεται το φιλί ενός από τους σκλάβους.

Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, το σημείο που φιλάει κάποιος τον άλλον δείχνει τη θέση του σε μια βασιλική οικογένεια ή στο στρατό.

Κάποιος που ήταν κοινωνικά ισότιμος θα φιλούσε έναν άλλον άνδρα στο στόμα, ενώ οι υποδεέστεροι στρατιώτες, οι υπηρέτες και οι σκλάβοι φιλούσαν το μάγουλο, το χέρι, τα πόδια, τα ρούχα ή ακόμα και το έδαφος μπροστά σε κάποιον που εθεωρείτο πολύ ανώτερης καταγωγής για να δεχτεί φιλί. Αυτό συνεχίστηκε και τον 18ο αιώνα.

Αλλά την εποχή του Ιούλιου Καίσαρα, οι Ρωμαίοι έβλεπαν διαφορετικά το φιλί. Στη συλλογή του των ερωτικών ελεγειών «Amores» (Έρωτες), ο Οβίδιος αναφέρεται στο «savium», το οποίο οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν «φιλί της ψυχής» και που σήμερα, όπως εξηγεί ο Μπράιαντ, είναι το γαλλικό φιλί. Ο ρωμαίος αυτοκράτορας Τιβέριος επιχείρησε να απαγορεύσει το φιλί γιατί θεωρούσε ότι έτσι μεταδιδόταν η λέπρα, λέει η Κίρσενμπαουμ.

Αλλά απέτυχε, γιατί στους ανθρώπους άρεσε πραγματικά να φιλιούνται», προσθέτει.

Στη Βίβλο, το φιλί αναφέρεται εννέα φορές, αλλά μόνο στην Προς Ρωμαίους επιστολή πρόκειται για ρομαντικό φιλί. Υπάρχουν, φιλιά χαιρετισμού, φιλιά υποταγής και το φιλί της ζωής.

Πολλοί Πάπες προσπάθησαν στη διάρκεια του χρόνου να απαγορεύσουν το ρομαντικό φιλί. Το 1312 ο Πάπας Κλεμέντιος Ε’ διακήρυξε ότι «το φιλί που δίδεται με σκοπό τη συνουσία εκτός γάμου θα θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα».

Την εποχή εκείνη το φιλί παρέμενε άγνωστο στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Όταν οι ευρωπαίοι ιεραπόστολοι μετέβησαν στην Αφρική, την Ασία και την Ωκεανία τον 19ο αιώνα, διέδωσαν το φιλί σε μέρη όπου το αποστρέφονταν.

«Διέδωσαν το φιλί μαζί με τον λόγο του Θεού σε πολλούς από αυτούς τους λαούς», λέει ο Μπράιαντ.

Στην Ιαπωνία, το φιλί αρχικά θεωρήθηκε προσβλητικό, όταν δηλαδή το διέδωσαν οι Αμερικανοί τον 19ο αιώνα. Όταν εκτέθηκε στο Τόκιο το γλυπτό του Ροντέν, «Το Φιλί», τη δεκαετία του 1920, το έκρυψαν πίσω από ένα παραβάν, ενώ οι σκηνές με φιλιά αφαιρούνταν προσεκτικά από τις ταινίες του Χόλιγουντ που προβάλλονταν στην υπό κατοχή Ιαπωνία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σήμερα το φιλί λαμβάνει πολλές διαφορετικές έννοιες, σύμφωνα με τον σύμβουλο σχέσεων στο Σικάγο Τζέφρι Σάμπερ, συγγραφέα ενός βιβλίου για τη σημασία του φιλιού.

«Το φιλί είναι επικοινωνία με τα σώματα. Είναι η γέφυρα ανάμεσα στα λόγια μας και τις πράξεις μας».

Αρχαίοι Καρχηδόνιοι: Οι ανθρωποθυσίες και η μυστηριώδης λατρεία του Βάαλ

Έχει προκαλέσει αποτρόπαια συναισθήματα η πρόσφατη αρχαιολογική ανακάλυψη Αμερικανών ερευνητών, οι οποίοι βρήκαν σαφείς ενδείξεις ότι οι αρχαίοι Καρχηδόνιοι θυσίαζαν τα ίδια τους τα παιδιά προσπαθώντας να κερδίσουν την εύνοια των θεών.

Φυσικά, αυτά ήταν τα σημιτικά ιδεώδη που συντήρησαν οι Καρχηδόνιοι από τη μητροπολιτική τους πατρίδα, την Τύρο της Φοινίκης, όπου η θρησκεία των Βάαλ, Βελιάλ και Μέλκαρτ καλά κρατούσε.

Όπως εξηγεί η Ζόζεφιν Κιν, επικεφαλής της μελέτης και λέκτορας αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, οι ανασκαφές που έγιναν στην Τυνησία, και στη Σικελία και τη Σαρδηνία έφεραν στο φως μικροσκοπικά αποτεφρωμένα οστά προσεκτικά συσκευασμένα σε δοχεία, θαμμένα κάτω από πλάκες με παρακλήσεις στους θεούς.

H ανακάλυψη της ερευνητικής ομάδας συγκλόνισε την επιστημονική κοινότητα, φέρνοντας στο φως ένα μεγάλο taboo. Η Κουίν εξηγεί ότι οι ακαδημαϊκοί συνάδελφοί της σοκαρίστηκαν με τα ευρήματα.

«Η αίσθηση ότι έσπασε κάποιο απόλυτο ταμπού είναι πολύ ισχυρή. Ήταν εντυπωσιακό το πόσο συχνά οι συνεργάτες μου αντιδρούσαν με τρόμο λέγοντας "όχι, αυτό δεν είναι δυνατό, θα πρέπει να έχουμε κάνει λάθος".

Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε πολύ κοντά στον αρχαίο κόσμο, ότι ήταν πραγματικά ακριβώς όπως εμείς, αλλά η αλήθεια είναι, φοβάμαι, ότι είχε εντελώς διαφορετικούς κανόνες ζωής».

Γρύπας: Το τέρας της ελληνικής μυθολογίας που «έζησε» στη Μινωική Κρήτη και ταξίδεψε στα βάθη της Ανατολής

Ο Γρύπας ήταν ένα μυθολογικό τέρας με σώμα λιονταριού και φτερά αετού, ενώ σε μερικές αναπαραστάσεις φαίνεται να έχει ουρά φιδιού. Όπως ο αετός θεωρούνταν βασιλιάς των πουλιών και το λιοντάρι βασιλιάς των ζώων, ο Γρύπας ως συνδυασμός και των δύο αποτελούσε σύμβολο ισχύος και επιβλητικότητας.

Στην μινωική Κρήτη οι αρχαιολόγοι βρήκαν εικόνες του στην αίθουσα του θρόνου στο παλάτι της Κνωσού

Ο Γρύπας πρωταγωνιστεί στους μύθους και την τέχνη της αρχαίας Ελλάδας. Ωστόσο, υπήρχαν ενδείξεις ότι ο Γρύπας υπήρχε και σε άλλους πολιτισμούς όπως στην Περσία, όπου τον θεωρούσαν σύμβολο κατά του κακού, της μαγείας και της συκοφαντίας, αλλά  και στην Αίγυπτο περίπου το 4.000 πΧ.

Εκτός από τον Γρύπα, υπήρχαν και άλλα τέτοια πλάσματα της μυθολογίας με παρόμοια μορφή. Παρουσίαζαν ιδιαίτερη γοητεία επειδή συνδύαζαν τα καλύτερα χαρακτηριστικά ώστε να προκύψει ένα πλάσμα με ιδιαίτερες ικανότητες και συμβολισμό.

Στον Μεσαίωνα βλέπουμε τον Γρύπα σε οικόσημα. Κατά τη μυθολογία της εποχής, ο Γρύπας είχε πάντα μια σύντροφο ζωής, επιχείρημα που χρησιμοποίησε και η εκκλησία για να αποτρέπει τον δεύτερο γάμο αν και δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να επιβεβαιωθεί αυτό.

Αν και ο Γρύπας φαίνεται να είναι αποκύημα της φαντασίας των ανθρώπων, ίσως τελικά να υπάρχουν και κάποια ψήγματα αλήθειας. Η καταγωγή του ίσως ανάγεται στην εποχή που ο προϊστορικός άνθρωπος ανακάλυψε απολιθώματα δεινοσαύρου.

Υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι αυτό το πλάσμα ως ιδέα το έφεραν έμποροι που ταξίδευαν στο δρόμο του Μεταξιού και διέσχιζαν την έρημο Γκόμπι της Μογγολίας. Σε αυτή την έρημο έχουν βρεθεί τα απολιθωμένα οστά ενός είδους δεινοσαύρου που ονομάζεται protoceratops.

Το Lamassu των Ασσυρίων έμοιαζε πολύ με τον Γρύπα. Είχε κεφάλι ανθρώπου, σώμα λιονταριού ή ταύρου και φτερά αετού.

Στα βάθη της Ανατολής συναντούμε το Garuda, ένα μυθικό πλάσμα μισό άνθρωπος, μισό πουλί το οποίο χρησιμοποιούσε ως υποζύγιο ο θεός Βισνού των Ινδουιστών.

Προφανώς οι ταξιδιώτες της εποχής πίστευαν ότι κάποτε ζούσαν εκεί τέτοια πλάσματα, αφού έβλεπαν στην έρημο τα οστά του σώματος αλλά και του κρανίου του δεινόσαυρου που έμοιαζε να έχει ράμφος πουλιού.

Στη συνέχεια μετέφεραν τις παράξενες αυτές εικόνες στις πατρίδες τους. Υπάρχουν όμως και  κάποιες  ενδείξεις ότι ιστορίες με Γρύπα υπήρχαν και πριν το δρόμο του Μεταξιού. Και γι αυτό ίσως να ισχύει το αντίστροφο. Δηλαδή ίσως αυτές οι ιστορίες που ήδη γνώριζαν από την πατρίδα τους οι ταξιδιώτες να τους έκαναν να ερμηνεύουν τα οστά που έβλεπαν ως τα μυθικά πλάσματα των ιστοριών.

Όποια και αν ήταν η προέλευση του Γρύπα το σίγουρο είναι ότι αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού που εξακολουθεί να παραμένει δημοφιλές αφού το βλέπουμε και σήμερα ως έμβλημα, μασκότ αλλά και πρωταγωνιστή στη σύγχρονη μυθοπλασία.

Δίας και Αφροδίτη επιμηκύνουν την τροχιά της Γης κάθε 405.000 χρόνια

Η επίδραση της βαρύτητας του Δία και της Αφροδίτης επιμηκύνει κατά περίπου 5% την τροχιά της Γης γύρω από τον Ήλιο κάθε 405.000 χρόνια, κάτι που συμβαίνει εδώ και τουλάχιστον 215 εκατομμύρια χρόνια.

Αυτό επηρεάζει περιοδικά το κλίμα και τις μορφές της ζωής στον πλανήτη μας, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη.

Στο παρελθόν οι αστροφυσικοί είχαν θεωρητικά υποθέσει ότι μπορεί να υπάρχει ένας τέτοιος κύκλος, αλλά είναι η πρώτη φορά που βρίσκονται ενδείξεις στη Γη ότι όντως κάτι τέτοιο συμβαίνει ήδη πριν από την εμφάνιση των δεινοσαύρων.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον ειδικό στον παλαιομαγνητισμό καθηγητή Ντένις Κεντ του Τμήματος Γεωεπιστημών και Πλανητικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Ράτγκερς του Νιού Τζέρσι, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), μελέτησαν σε βάθος χρόνου τις ανατροπές του γήινου μαγνητικού πεδίου, δηλαδή την αντιμετάθεση του βόρειου και του νότιου μαγνητικού πόλου.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι ο κύκλος των 405.000 ετών είναι το πιο συστηματικό αστρονομικό μοτίβο που συνδέεται με την περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο. Η συνδυασμένη βαρυτική επίδραση του Δία (του μεγαλύτερου πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος) και της Αφροδίτης (του κοντινότερου πλανήτη στη Γη) επιμηκύνει ελαφρώς την τροχιά του πλανήτη μας κάθε 405.000 χρόνια από σχεδόν κυκλική σε περίπου 5% ελλειπτική.

Αυτό επηρεάζει το γήινο κλίμα, άρα και τη ζωή πάνω στη Γη, καθώς τα καλοκαίρια γίνονται πιο ζεστά και οι χειμώνες πιο κρύοι, ενώ εντείνονται αντίστοιχα οι περίοδοι ξηρασίας και υγρασίας. Το αντίθετο συμβαίνει, όταν η τροχιά της Γης παίρνει το σχεδόν κυκλικό σχήμα της.

«Είναι ένα εντυπωσιακό εύρημα, επειδή αυτός ο μακρός κύκλος έχει πλέον επιβεβαιωθεί ότι συμβαίνει εδώ και τουλάχιστον 215 εκατομμύρια χρόνια. Οι επιστήμονες μπορούν πια να συσχετίσουν με μεγάλη ακρίβεια τις αλλαγές στο κλίμα, στο περιβάλλον, στους δεινόσαυρους, στα θηλαστικά και στα απολιθώματα σε όλο τον κόσμο, με αυτόν τον κύκλο των 405.000 ετών» δήλωσε ο Κεντ.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι αλλαγές στο κλίμα της Γης σχετίζονται άμεσα με τον τρόπο που ο πλανήτης μας κινείται πέριξ του άστρου μας. Και οι παραμικρές μεταβολές στο φως του Ήλιου που φθάνει στη Γη, ως συνέπεια των μεταβολών της τροχιάς της Γης, οδηγούν σε σημαντικές κλιματικές και οικολογικές-βιολογικές μεταβολές.

Αυτή την περίοδο του τρέχοντος κύκλου των 405.000 ετών, σύμφωνα με τους επιστήμονες, η Γη βρίσκεται στο σχεδόν κυκλικό σημείο της τροχιάς της γύρω από τον Ήλιο. Από την άλλη, εκτός από αυτό τον μακρό κύκλο, υπάρχουν τρεις άλλες περιοδικότητες στην κίνηση του πλανήτη μας, που επηρεάζουν το γήινο κλίμα, οι λεγόμενοι «κύκλοι Μιλάνκοβιτς», από το όνομα του σέρβου μαθηματικού που τους πρότεινε στη δεκαετία του 1920. Οι κύκλοι αυτοί, που έχουν διάρκειες κατά προσέγγιση 100.000, 41.000 και 21.000 ετών, εξαρτώνται από άλλους παράγοντες, όπως η μεταβολή στην κλίση του άξονα της Γης.

Πώς οι αστρονόμοι ανακαλύπτουν νέους πλανήτες;

Οι πλανήτες γύρω από άλλα άστρα είναι η νέα terra incognita, αφού ελάχιστες είναι πια οι ανεξερεύνητες περιοχές της Γης. Οι εξωπλανήτες βεβαίως εξάπτουν τη φαντασία – με τι θα μοιάζει ένας ξένος κόσμος; Θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα νέο σπίτι εκεί; Πριν όμως να κάνουμε την πρώτη εξερεύνηση στο αλλοδαπό έδαφος, αυτοί οι πολύ διαφορετικοί κόσμοι πρέπει πρώτα να αναγνωριστούν και να ταξινομηθούν. Ευτυχώς, οι αστρονόμοι έχουν αναπτύξει μια σειρά από αποτελεσματικές μεθόδους για την εξεύρεση τους, έτσι ξεδιπλώστε τον χάρτη του Γαλαξία και ετοιμαστείτε να κυνηγήσετε κάποιους εξωπλανήτες.

Η πρώτη επιβεβαιωμένη ανακάλυψη εξωηλιακού πλανήτη έγινε το 1992, όταν ανακοινώθηκε ένα σύστημα πλανητών με μάζα σαν τους γήινους πλανήτες γύρω από το πάλσαρ PSR B1257 + 12 2.300 έτη φωτός από τον Ήλιο στον αστερισμό της Παρθένου.

Η μέθοδος της ακτινικής ταχύτητας

Τόσο η μέθοδος της ακτινικής ταχύτητας όσο και ο πολύ παλαιότερος πρόδρομος, η αστρομετρία, είναι στρατηγικές που χρησιμοποιούν το γεγονός ότι ένας πλανήτης ασκεί βαρυτική δύναμη στο γονικό αστέρι του, προκαλώντας την ταλάντευση του. Οι πλανήτες στο δικό μας Ηλιακό Σύστημα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα πάνω στον Ήλιο.

Αυτή η ταλάντωση μπορεί να μετρηθεί είτε με ακριβή αναφορά των διαφορών στην ακριβή θέση του αστέρα στον ουρανό (αστρομετρία) είτε με τη μέτρηση παραλλαγών στο μήκος κύματος ή το χρώμα του φωτός του αστέρα (μέθοδος ακτινικής ταχύτητας). Αυτές οι αλλαγές στο μήκος κύματος λόγω κίνησης, οι γνωστές μετατοπίσεις Doppler, μπορεί να είναι πολύ μικρές, πράγμα που περιορίζει τους τύπους πλανητικών συστημάτων που μπορεί να ανιχνεύσει αυτή η μέθοδος. Παρομοίως, οι μετατοπίσεις Doppler καθίστανται ακόμη πιο δύσκολες να παρατηρηθούν, αν η τροχιά του πλανήτη γέρνει ως προς την ευθεία που μας ενώνει ή και ακόμη και να εξαφανιστεί εξ ολοκλήρου αν η τροχιά είναι στραμμένη κατά πρόσωπο. Αντίθετα, αυτή η μέθοδος υπερέχει στην εύρεση μεγάλων πλανητών που στρέφονται πολύ κοντά σε μικρότερα αστέρια, καθώς αυτή η χαρακτηριστική ταλάντωση είναι πιο αισθητή λόγω της αύξησης της βαρυτικής δύναμης του μεγάλου πλανήτη.

Παρότι η μέθοδος της ακτινικής ταχύτητας προτιμάται σήμερα, η αστρομετρία επιστρέφει, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην αποστολή Gaia της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας, η οποία επί του παρόντος παρατηρεί πάνω από ένα δισεκατομμύριο αστέρια. Η χρήση της αστρομετρίας για την εύρεση των πλανητών έχει τα πλεονεκτήματά της. αυτή η μέθοδος μπορεί να βρει πλανήτες που έχουν πιο μακρινές τροχιές και η υψηλή ακρίβειά της καθιστά δυνατή την εξεύρεση και μικρότερων πλανητών, καθιστώντας την ένα βασικό εργαλείο στην αναζήτηση ενός κατοικήσιμου, πλανήτη που να μοιάζει με τη Γη.

Η Μέθοδος Διέλευσης

Η μέθοδος της διέλευσης είναι μακράν η πιο χρησιμοποιούμενη στρατηγική για την ανακάλυψη εξωπλανητών και η πρόσφατη εκτόξευση του Ερευνητικού Δορυφόρου Διέλευσης (TESS) της NASA είναι άμεση συνέπεια της επιτυχίας αυτής της μεθόδου. Η ιδέα είναι σχετικά απλή: οι αστρονόμοι μπορούν να παρατηρήσουν την περιοδική εξασθένιση της φωτεινότητας ενός αστέρα που προκαλείται από έναν εξωπλανήτη που περνάει ανάμεσα στο αστέρι και τη Γη.

Χάρη στις αμέτρητες παρατηρήσεις των αποστολών Kepler και K2 της NASA, υπάρχουν περισσότερες καμπύλες φωτός που πρέπει να αναλυθούν, από όσους αστρονόμους έχουμε για να τις επεξεργαστούν. Δεν χρειάζεται να είσαι αστρονόμος ή ακόμα και να έχεις κάποια εμπειρία αστρονομίας για να βρεις πλανήτες. Το πρότζεκτ Zooniverse εκμεταλλεύτηκε την αφθονία των παρατηρήσεων του Kepler και κυκλοφόρησε τα δεδομένα του (με μαθήματα) στο κοινό στο σχέδιο Planet Hunters, που επιτρέπει σε κάθε άτομο να μάθει, να αναλύει καμπύλες φωτός και να ανακαλύψει έτσι εξωπλανήτες.

Μια από τις πιο χρήσιμες πτυχές της μεθόδου διέλευσης είναι ότι οι αστρονόμοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν δεδομένα από την καμπύλη φωτός για να μελετήσουν την ατμόσφαιρα του εξωπλανήτη. Κατά τη διάρκεια της εισόδου του μπροστά από το αστέρι, όταν δηλαδή ο πλανήτης αρχίζει να μειώνει το φως του γονικού άστρου, η ατμόσφαιρα του θα διέρχεται πρώτα. Ομοίως, κατά την έξοδο του, η ατμόσφαιρα θα είναι το τελευταίο μέρος του πλανήτη που θα περάσει μπροστά από το αστέρι. Μελετώντας τις λεπτομέρειες του μήκους κύματος της καμπύλης φωτός κατά τη διάρκεια της εισόδου και εξόδου, οι αστρονόμοι μπορούν να αναγνωρίσουν τη χημική σύνθεση της ατμόσφαιρας του εξωπλανήτη.

Δυστυχώς, το μεγαλύτερο μειονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι το υψηλό ποσοστό ψευδών ανιχνεύσεων. Μια μελέτη που διεξήχθη το 2012 υποδηλώνει ότι το ποσοστό των λανθασμένων ανιχνευθέντων πλανητών μπορεί να φθάσει το 35%. Για να μετριαστεί αυτός ο μεγάλος βαθμός σφάλματος, οι παρατηρήσεις διέλευσης συνδυάζονται καλύτερα με μια επιβεβαιωμένη ανίχνευση χρησιμοποιώντας μία από τις άλλες μεθόδους.

Άμεση απεικόνιση

Παρόλο που είναι συνήθως αδύνατο να συμβεί, μερικές φορές οι αστρονόμοι είναι σε θέση να απεικονίσουν απευθείας έναν εξωπλανήτη – αν ο πλανήτης είναι μεγάλος, ζεστός, έχει μια μεγάλη τροχιά και είναι αρκετά μακριά από το γονικό άστρο, άρα το φως του δεν έχει χαθεί από το πολύ φωτεινότερο αστέρι. Όσο δύσκολο και σπάνιο μπορεί να είναι, οι αστρονόμοι έχουν αποτυπώσει επιτυχώς εξωπλανήτες σε αρκετές περιπτώσεις.

Το 2008, ένας εξωπλανήτης που περιστρέφεται γύρω από το αστέρι Fomalhaut απεικονίστηκε απευθείας χρησιμοποιώντας το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble. Λίγο πιο μεγάλο από τον Δία και εξαιρετικά φωτεινό, αυτός ο εξωπλανήτης βρίσκεται στη διαδικασία χαράξης ενός μονοπατιού μέσα από τον πυκνό δίσκο αερίου και σκόνης που περιβάλλει το άστρο Fomalhaut.

Παρόλο που οι εξωπλανήτες με απευθείας απεικόνιση είναι αρκετά ασυνήθιστο σήμερα, οι μελλοντικές εξελίξεις στην ακρίβεια και το βάθος των τηλεσκοπίων θα μπορούσαν να καταστήσουν αυτήν την πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική μέθοδο για την παρατήρηση των εξωπλανητών. Με νέες αποστολές, όπως το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb (JWST) που εκτοξεύεται στο εγγύς μέλλον, είναι μόνο θέμα χρόνου μέχρι να βρεθούν περισσότερες εξωπλανήτες μέσω απευθείας απεικόνισης.

Ανίχνευση με βαρυτικό εστιασμό

Μια άλλη μέθοδος εξεύρεσης εξωπλανήτων βασίζεται σε ένα φαινόμενο που ονομάζεται βαρυτικός εστιασμός. Αυτό συμβαίνει όταν το βαρυτικό πεδίο ενός αστέρα στο προσκήνιο (πιο κοντά μας) ενεργεί ως βαρυτικός φακός στο φως ενός απομακρυσμένου αστέρος. Ουσιαστικά, η βαρύτητα του πλησιέστερου αστέρα λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός, επιτρέποντας έτσι στους αστρονόμους να βλέπουν αντικείμενα που διαφορετικά θα ήταν πολύ μακριά ή πολύ μικρά για να τα δούμε. Εάν ο βαρυτικός αστέρας (ο μεγεθυντικός φακός) έχει έναν πλανήτη που στρέφεται γύρω του, αυτό μπορεί να διαταράξει το φαινόμενο του βαρυτικού φακού με μετρήσιμο τρόπο. Ωστόσο, για να μπορέσει να συμβεί, τα δύο αστέρια και ο πλανήτης πρέπει να ευθυγραμμιστούν με ακρίβεια κάτι πολύ απίθανο, καθιστώντας τους ανιχνευθέντες εξωπλανήτες με αυτή τη μέθοδο πολύ ασυνήθιστους.

Σε αντίθεση με τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες μεθόδους, ο βαρυτικός μικροεστιασμός υπερέχει στην εύρεση μικρών πλανητών με μεγαλύτερες τροχιές γύρω από μακρινά αστέρια, οπότε αν και η απαραίτητη ευθυγράμμιση είναι σπάνια, αυτή η μέθοδος επιτρέπει στους αστρονόμους να εντοπίσουν πλανήτες που διαφορετικά θα χάνονταν. Δυστυχώς, οι παρατηρήσεις με μικροεστιασμό δεν μπορούν να επαναληφθούν, οπότε οι αστρονόμοι έχουν μια μοναδική ευκαιρία να ανιχνεύσουν έναν πλανήτη κατά τη διάρκεια αυτού του σπάνιου, σύντομου γεγονότος.

Είτε οφείλονται σε αστρικές ταλαντεύσεις είτε σε ένα τυχερό φαινόμενο βαρυτικών φακών, οι ανιχνεύσεις εξωπλανήτων αυξάνονται ραγδαία και θα συνεχίσουν να γίνονται πιο συνηθισμένες, ειδικά με δεδομένα από αποστολές όπως ο TESS. Αν και δεν έχει βρεθεί ακόμα ένας τέλειος δίδυμος εξωπλανήτης της Γης, η ποικιλία και η αφθονία των πλανητικών συστημάτων που αποκαλύπτονται, αποκαλύπτουν ότι οι πλανήτες είναι πολύ πιο κοινοί από ότι αρχικά είχαμε σκεφτεί. Μέχρι να γίνει αυτή για πρώτη φορά αυτή η ανακάλυψη ορόσημο (σαν τη Γη μας), πρόκειται απλώς για την απόλαυση της τεράστιας ποικιλότητας των πλανητών που παρατηρήθηκαν ήδη στον Γαλαξία μας και για τη συνέχιση του κυνηγιού για έναν νέο, κατοικήσιμο κόσμο.

Eργαστηριακός μυς που αυτο-θεραπεύεται

Ένα δυνατό σκελετικό μυ που για πρώτη φορά έχει τη δυνατότητα να αυτο-θεραπεύεται, δημιούργησαν Αμερικανοί βιοϊοατρικοί μηχανικοί.

Ο τεχνητός σκελετικός μυς μοιάζει πολύ με πραγματικός, αλλά δεν έχει δοκιμαστεί ακόμα σε ανθρώπους παρά μόνο σε πειραματόζωα, ανοίγοντας το δρόμο για τη δημιουργία μυών καλλιεργημένων στο εργαστήριο, που θα χρησιμοποιούνται για την αποκατάσταση τραυμάτων.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Ντιουκ, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή βιοϊατρικής μηχανικής Νενάντ Μπουρσάκ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στην επιθεώρηση της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), τοποθέτησαν τον καλλιεργημένο μυ σε ζωντανό ποντίκι και παρακολούθησαν σε πραγματικό χρόνο την ενσωμάτωσή του  στο σώμα του ζώου, την ωρίμανση και, τελικά, την ομαλή λειτουργικότητά του.

«Ο μυς που δημιουργήσαμε, αντιπροσωπεύει μια σημαντική πρόοδο. Είναι η πρώτη φορά που ένας δημιουργημένος στο εργαστήριο μυς συστέλλεται τόσο δυνατά, όσο ένας φυσικός σκελετικός μυς» δήλωσε ο Μπουρσάκ. Όπως έδειξαν οι εργαστηριακές δοκιμασίες, ο νέος μυς είναι τουλάχιστον δέκα φορές πιο δυνατός από οποιονδήποτε άλλο μυ έχει δημιουργηθεί εργαστηριακά στο παρελθόν.

Η δημιουργία του μυός βασίζεται σε εξελιγμένες μυϊκές ίνες και σε μυϊκά βλαστικά κύτταρα. Κάθε ‘τεχνητός’ μυς διαθέτει μια εφεδρεία από δορυφορικά βλαστικά κύτταρα, τα οποία βρίσκονται σε ετοιμότητα για να αναλάβουν την αποκατάσταση τυχόν βλάβης στον μυ, «πυροδοτώντας» τη διαδικασία της αναγέννησης του κατεστραμμένου μυϊκού ιστού.

Αρχικά στο εργαστήριο, οι επιστήμονες προκάλεσαν ζημιά στον μυ με ισχυρή τοξίνη από δηλητήριο φιδιού και επιβεβαίωσαν ότι τα εφεδρικά βλαστικά κύτταρα «έπιασαν» δουλειά αμέσως, αποκαθιστώντας τη ζημιά. Στη συνέχεια, οι ερευνητές εμφύτευσαν τον μυ σε ζωντανό ποντίκι και επιβεβαίωσαν ότι τα αιμοφόρα αγγεία αναπτύχθηκαν σε αυτόν, ώσπου τελικά απέκτησε την ίδια δύναμη με τους κανονικούς μυς του πειραματόζωου.

Το επόμενο βήμα θα είναι να διεξαχθούν πειράματα για να διαπιστωθεί αν ο βιομιμητικός μυς, όταν βρίσκεται τοποθετημένος σε ένα ζώο, μπορεί να αποκαταστήσει μόνος του τις τυχόν μυϊκές βλάβες και ασθένειες, όπως έχει ήδη αποδειχτεί ότι είναι σε θέση να κάνει σε συνθήκες εργαστηρίου.

Ντέιβιντ Χιουμ – Η λογική θα είναι πάντοτε σκλάβος των παθών

Ο Ντέιβιντ Χιουμ (1711-1776), από τους κορυφαίους φιλοσόφους στην ιστορία του πνεύματος, γεννήθηκε και πέθανε στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, το οποίο, στην διάρκεια του βίου του, επισκεπτόταν κατά διαστήματα. Ενδεχομένως να είχε ζήσει εκεί όλη του την ζωή, αν δεν αποτύγχανε να εκλεγεί καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, στο οποίο σπούδασε[1]. Άλλη μια απόπειρά του να εκλεγεί καθηγητής –στο πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, αυτή την φορά– υπήρξε το ίδιο ανεπιτυχής.

Η αποτυχία του να ακολουθήσει ακαδημαϊκή σταδιοδρομία είχε σαν αποτέλεσμα να κάνει διάφορες δουλειές. Αρχικά εργάστηκε ως υπάλληλος σε εμπορικό οίκο εισαγωγής ζάχαρης, έπειτα, αφού εν τω μεταξύ πήγε στην Γαλλία όπου έζησε επί τρία χρόνια, έγινε παιδαγωγός ενός παράφρονα Μαρκήσιου, ύστερα διετέλεσε γραμματέας στην περιπετειώδη στρατιωτική εκστρατεία της Βρετανίας εναντίον της Γαλλίας στο Κεμπέκ και στην διπλωματική αποστολή της χώρας του στις αυλές της Βιέννης και του Τορίνο, ακολούθως δούλεψε ως βιβλιοθηκάριος στην βιβλιοθήκη του Εδιμβούργου, κατόπιν υπήρξε γραμματέας του βρετανού Πρέσβη στην Γαλλία και τέλος διορίσθηκε για έναν χρόνο υφυπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων στο Λονδίνο, οπότε αποσύρθηκε στο Εδιμβούργο, όπου πέρασε ήσυχα τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του, συντροφιά με φίλους που όλοι τους δεν ήταν «μορφωμένοι και λόγιοι», πράγμα που σημαίνει, όπως ο ίδιος σημειώνει, ότι η παρέα του «ήταν αποδεκτή και μεταξύ των νέων και των ανέμελων».

Μια νεαρή μάλιστα, γύρω στα είκοσι, γοητευτική, ζωντανή και ιδιαίτερα πνευματώδης, ονόματι Νάνσυ Όρντ, είχε βρει την συντροφιά του ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Φήμες, που έφτασαν ως τα αφτιά των θαμώνων των σαλονιών στο Παρίσι, λέγανε ότι είχαν αρραβωνιαστεί κιόλας. Γεγονός, πάντως, είναι ότι παρέμεινε άγαμος και ότι απλώς στον κωδίκελλο της διαθήκης του, που πρόσθεσε λίγο μόλις πριν πεθάνει, εξέφρασε την επιθυμία να διατεθούν γι’ αυτήν δέκα Γκίνες «προκειμένου», όπως αναφέρει, «να αγοράσει ένα δαχτυλίδι, εις μνήμην της φιλίας μου και της προσήλωσής μου σε ένα τόσο αγαπητό και ταλαντούχο πρόσωπο».

Ο Χιουμ –που υπήρξε επίσης αξιόλογος ιστορικός[2]– ως φιλόσοφος υιοθέτησε την διδασκαλία του εμπειρισμού[3]. Την υιοθέτησε δε με άκρα συνέπεια, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί στον σκεπτικισμό[4].

Εντυπώσεις και ιδέες

Ειδικότερα ο Χιουμ παρατήρησε ότι τα μόνα πράγματα που μπορούμε να γνωρίσουμε είναι οι «εντυπώσεις και οι ιδέες»[5], όπως τα αποκαλεί, οι οποίες περιορίζονται στον κόσμο της εμπειρίας μας, βρίσκονται δηλαδή μέσα μας χάρη στις αισθήσεις μας που μας τις εφοδίασαν. Αν, ας πούμε, την στιγμή αυτή στο δωμάτιο όπου βρίσκομαι δω πάνω στο τραπέζι ένα λεμόνι, η εικόνα του χρώματός του, η παράσταση του σχήματός του, η εμπειρία της μυρωδιάς που εκπέμπει ή της γεύσης που νιώθω δοκιμάζοντάς το, όπως και κάθε άλλη επίσης παράσταση ή εμπειρία που προκαλείται μέσα μου καθώς το παρατηρώ, συνιστούν ό,τι ο Χιουμ ονομάζει εντυπώσεις.

Τις ίδιες, όμως, εικόνες, εμπειρίες ή παραστάσεις που σχημάτισα για το λεμόνι καθώς το παρατηρούσα, λέει ο Χιουμ, έχω μέσα μου και μετά, όταν φύγω από το δωμάτιο και δεν έχω μπροστά μου πλέον το λεμόνι –υπό μιαν άλλη, όμως, ιδιότητα: όχι πλέον ως εντυπώσεις, αλλά ως ιδέες, όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος. Εντυπώσεις, λοιπόν, στο πλαίσιο της διδασκαλίας του Χιουμ, είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες των πραγμάτων που μας δίνουν οι αισθήσεις μας την ώρα που τα παρατηρούμε, ενώ ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες των πραγμάτων που σκεφτόμαστε χωρίς να έχομε τα πράγματα ενώπιον μας για να τα παρατηρήσουμε με τις αισθήσεις μας.

Οι εντυπώσεις και οι ιδέες, όμως σύμφωνα με τον Χιουμ, πέρα από τον ξεχωριστό τρόπο που δημιουργούνται μέσα μας, διαφέρουν και κατά τον βαθμό ζωηρότητας που μας παρουσιάζονται. Οι εντυπώσεις, ορισμένως, εμφανίζονται εντός μας πιο έντονες και πιο ζωντανές από όσο οι ιδέες, οι οποίες αποτελούν αμυδρές εικόνες των εντυπώσεών μας, που έχουν αποθηκευθεί στην σκέψη μας.

Οι εντυπώσεις, όπως και οι ιδέες βέβαια, καθόσον αποτελούν αναπαραστάσεις των εντυπώσεων, διακρίνονται, όπως επισημαίνει ο Χιουμ, σε απλές και σε σύνθετες.

Απλές εντυπώσεις ή ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες εκείνες που δεν μπορούν να αναλυθούν, όπως, ας πούμε, η εμπειρία του κίτρινου χρώματος του λεμονιού, που, όσο κι αν προσπαθήσουμε, δεν μπορούμε να την «σπάσουμε» σε άλλες απλούστερες εικόνες.

Σύνθετες εντυπώσεις ή ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες που αποτελούνται από άλλες απλούστερες εντυπώσεις ή οι ιδέες, όπως, η εντύπωση ή η ιδέα του λεμονιού, που σύγκειται από την εικόνα του κίτρινου χρώματος, από την παράσταση του σχήματός του, από την εμπειρία που νιώθομε μυρίζοντάς το, κ.ο.κ.

Οι άνθρωποι, όμως, κατά τον Χιουμ, δεν περιορίζονται σε ό,τι πραγματικά μπορούν να γνωρίσουν, ήγουν στις εντυπώσεις και τις ιδέες που υπάρχουν μέσα τους, αλλά προχωρούν, πέρα από αυτές, σε εικασίες, όπως η αρχή της αιτιότητας, σύμφωνα με την οποία οι ίδιες αιτίες προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα, καθόσον μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος υπάρχει αναγκαίος δεσμός, ή η μέθοδος της επαγωγής, σύμφωνα με την οποία από τις επιμέρους παρατηρήσεις των γεγονότων στην φύση μπορούμε να διατυπώνομε νόμους που προδικάζουν ότι τα ίδια γεγονότα θα επαναληφθούν.

Πρόκειται, ωστόσο, υποστηρίζει ο Χιουμ, για εικασίες αυθαίρετες[6]. Τόσο η αρχή της αιτιότητας, όσο και η μέθοδος της επαγωγής δεν μπορούν να δικαιολογηθούν κατά τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Μοιραία, λοιπόν, όλο το οικοδόμημα της γνώσης, που έχουν ως τώρα με τόσο μόχθο στήσει οι άνθρωποι, κινδυνεύει, καθόσον στηρίζεται πάνω στην αρχή της αιτιότητας και την μέθοδο της επαγωγής, να γίνει ένας σωρός από σκόρπια υλικά.

Η απόρριψη της αρχής της αιτιότητας

Ως προς την αρχή της αιτιότητας, συγκεκριμένα, αυτή συνίσταται σε τρεις όρους: την αιτία, το αποτέλεσμα και τον αναγκαίο δεσμό μεταξύ τους. Από τους τρεις αυτούς όρους της αιτιότητας, κατά τον Χιουμ, μόνο για τους δυο, ήγουν για την αιτία και το αποτέλεσμα, δικαιούμεθα να μιλάμε, αφού μόνο γι’ αυτούς μπορούμε να σχηματίσομε μέσα μας εντυπώσεις ή ιδέες, τα μόνα πράγματα που έχομε την δυνατότητα να γνωρίσομε.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση ενός μετάλλου που διαστέλλεται εξαιτίας της θερμότητας, τι παρατηρούμε; Αφενός μεν την θερμότητα, που είναι η αιτία, αφετέρου δε την διαστολή του μετάλλου, που είναι το αποτέλεσμα. Τον αναγκαίο δεσμό, όμως, μεταξύ θερμότητας και διαστολής των μετάλλων, ο οποίος θα μας επέτρεπε να πούμε ότι κάθε φορά που θερμαίνεται ένα μέταλλο θα πρέπει να ακολουθήσει η διαστολή του, δεν τον παρατηρούμε πουθενά. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ισχυρισμός των επιστημόνων ότι η θερμότητα συνεπάγεται κατ΄ ανάγκην την διαστολή των μετάλλων δεν ισχύει.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι πώς προέκυψε ο αναγκαίος αυτός δεσμός μεταξύ θερμότητας και διαστολής των μετάλλων και, γενικότερα, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, τι είναι εκείνο που μας κάνει να πιστεύουμε ότι, αν συμβεί η αιτία, θα ακολουθήσει υποχρεωτικά και το αποτέλεσμα, ότι, αν, ορισμένως, θερμανθεί ένα μέταλλο, θα πρέπει να ακολουθήσει η διαστολή του; Δεν μπορεί να τον φανταστήκαμε ξαφνικά, στα καλά καθούμενα.

Ο λόγος, κατά τον Χιουμ, για τον οποίο υποθέτομε ότι από μια ορισμένη αιτία θα ακολουθήσει υποχρεωτικά ένα ορισμένο αποτέλεσμα, ότι όταν, δηλαδή, ζεσταθεί ένα μέταλλο περιμένομε να ακολουθήσει η διαστολή, είναι γιατί μέσα στο μυαλό μας σχηματίστηκε ένας συνειρμός μεταξύ θερμότητας και διαστολής μετάλλων και, γενικά, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Επειδή, δηλαδή, είδαμε οι ίδιοι ή ακούσαμε από άλλους άπειρες φορές ότι η θερμότητα προκαλεί την διαστολή ενός μετάλλου, σχηματίσαμε ακολούθως μόνοι μας την εντύπωση ότι αυτό θα συμβαίνει πάντοτε.

Κατά τον ίδιο τρόπο, επειδή είδαμε ή ακούσαμε άπειρες φορές ότι, όταν το νερό φτάνει στους 0 βαθμούς Κελσίου, παγώνει, ότι η δράση προκαλεί αντίδραση, συνδέσαμε συνειρμικά τους 0 βαθμούς Κελσίου με το πάγωμα του νερού, την δράση με την αντίδραση, την αιτία με το αποτέλεσμα έτσι, ώστε, όταν συμβεί το ένα, να ακολουθήσει το άλλο. Πόσοι, όμως, συνειρμοί, πόσα πράγματα που συνηθίσαμε να τα βλέπομε να συμβαίνουν γύρω μας με έναν ορισμένο τρόπο δεν έχουν ανατραπεί!

Το πρόβλημα της επαγωγής

Ανάλογες επιφυλάξεις, κατά τον Χιουμ, θα πρέπει να έχουμε και για την μέθοδο της επαγωγής. Λέμε ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε 24 ώρες και θεωρούμε ότι πρόκειται για έναν νόμο της φύσης σύμφωνα με τον οποίο ο ήλιος θα ανατέλλει πάντοτε κάθε 24 ώρες.

Το σωστό, όμως, λέει ο Χιουμ είναι να μιλάμε για έναν νόμο της φύσης που ισχύει ως αυτή την στιγμή που μιλάμε τώρα, αφού τίποτε δεν αποκλείει αύριο ο ήλιος να μην ανατείλει. Η μόνη περίπτωση, για να είμαστε βέβαιοι ότι αύριο ο ήλιος θα ανατείλει και ότι αυτό θα συμβαίνει πάντοτε στο μέλλον, είναι αν υπάρχει ομοιομορφία στην φύση, αν, δηλαδή, κάτι που συνέβη στο παρελθόν επαναλαμβάνεται απαρέγκλιτα στο μέλλον.

Αλλά πώς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει μια τέτοια σταθερή ομοιομορφία στην φύση; Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι μέχρι τώρα πράγματι η φύση συμπεριφέρεται με τρόπο ομοιόμορφο, ότι κάτι, η ανατολή του ήλιου κάθε 24 ώρες λόγου χάριν, που συνέβη στο παρελθόν, θα συμβεί και στο μέλλον. Ξέρουμε, όμως, αν η φύση θα συνεχίσει και στο μέλλον να συμπεριφέρεται με την ίδια ομοιομορφία;

Μόνο όταν έλθει η συντέλεια του κόσμου, μπορούμε, κάνοντας γενική αποτίμηση της ιστορίας της φύσης, να αποφανθούμε αν ισχύει η αρχή της ομοιομορφίας στην φύση. Μέχρι τότε, όμως, αφού δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ισχύει στην φύση η ομοιομορφία, είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε μέσα στην αμφιβολία –μια αμφιβολία, όμως, παρατηρεί ο Χιουμ, που δεν αναφέρεται μόνο σε ό,τι υπάρχει ή συμβαίνει γύρω μας, στην φύση έξω από μας, αλλά αφενός εκτείνεται πέρα από τον κόσμο, στον Θεό[7], και αφετέρου εντοπίζεται επίσης μέσα μας, στον ίδιο τον εαυτό μας[8].

Η αμφισβήτηση της ύπαρξης του εαυτού μας

Ως προς τον εαυτό μας μεν, λέει ο Χιουμ, όταν σκύψουμε μέσα μας για να τον ανακαλύψουμε, δεν τον βρίσκουμε πουθενά, αφού τα μόνα πράγματα πουν υπάρχουν εντός μας είναι εντυπώσεις και ιδέες, ήγουν εικόνες, παραστάσεις ή εμπειρίες, που αποκτήσαμε μέσω των αισθήσεών μας και τις αποθηκεύσαμε μέσα μας. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ό,τι αποκαλούμε «εαυτό» μας δεν είναι παρά μια δέσμη εντυπώσεων και ιδεών και τίποτε άλλο έτσι, ώστε, όταν χαθεί αυτή, να εξανεμίζεται μαζί κι ο εαυτός μας –όπως συμβαίνει στην διάρκεια του ύπνου μας.

Είναι γνωστό, το ζούμε όλοι μας, πως, όταν κοιμόμαστε, δεν έχομε καμιά συναίσθηση του εαυτού μας, δεν ξέρομε ότι υπάρχομε, επειδή ακριβώς, καθώς την ώρα του ύπνου μας δεν έχομε συνείδηση των εικόνων, των παραστάσεων και των εμπειριών μέσα μας, χάνεται η δέσμη των εντυπώσεών μας και των ιδεών μας. Η απάλειψη της δέσμης των εντυπώσεων και των ιδεών από μέσα μας συνεπάγεται μοιραία και την εξαφάνιση του εαυτού μας, πράγμα που απλά σημαίνει ότι ο εαυτός μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο των εντυπώσεων και των ιδεών μέσα μας.

Η αμφιβολία για τον Θεό

Ως προς τον Θεό, εξάλλου, ο Χιουμ επιχείρησε να τον αμφισβητήσει στρέφοντας την κριτική του προς δύο κατευθύνσεις. Αφενός μεν θεώρησε ανεπαρκείς τις αποδείξεις υπέρ της ύπαρξης του Θεού, αφετέρου δε ισχυρίστηκε ότι δεν είναι λογικό να πιστέψουμε ότι έγιναν τα θαύματα, τα οποία, ασφαλώς, αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι τελέστηκαν, θα αποτελούσαν σοβαρό λόγο για να δεχθούμε και την ύπαρξη εκείνου που τα προκάλεσε, ήγουν του Θεού.

Ειδικότερα, ένα από τα συνήθη επιχειρήματα που προβάλλονται για να αποδειχθεί η ύπαρξη του Θεού είναι ο ισχυρισμός ότι, όπως ένα ρολόι, που, λόγω της πολυπλοκότητάς του και της αρμονίας που διέπει την λειτουργία των μερών του, είναι αδύνατον να δημιουργήθηκε μόνο του, αλλά απεναντίας ξέρομε καλά ότι το έφτιαξε κάποιος τεχνίτης, κατά τρόπον ανάλογο και ο κόσμος γύρω μας, καθόσον διέπεται από αρμονία και παρουσιάζει πολυπλοκότητα, δεν μπορεί να δημιουργήθηκε αφ’ εαυτού. Κάποιος, λοιπόν, θα πρέπει να έφτιαξε και τον κόσμο. Και επειδή η πολυπλοκότητα και η αρμονία που χαρακτηρίζουν τον κόσμο είναι τόσο μεγάλες που να μην μπορεί, όπως λέμε, να τις χωρέσει το ανθρώπινο μυαλό, ο δημιουργός του δεν μπορεί να είναι ένας κοινός τεχνίτης, αλλά θα πρέπει να είναι ένα ον με υπερφυσικές ικανότητες. Ένα τέτοιο ον είναι μόνον ο Θεός. Άρα ο Θεός υπάρχει.

Η αδυναμία της απόδειξης αυτής για την ύπαρξη του Θεού έγκειται, κατά τον Χιουμ, στο γεγονός ότι οι εισηγητές της θεωρούν τον κόσμο πεπερασμένο, ενώ στην πραγματικότητα ο κόσμος είναι αχανής. Μπορεί, πράγματι, στην έκταση στην οποία, με την βοήθεια της επιστήμης, ξέρομε ότι υπάρχει ο κόσμος, ο τελευταίος αυτός να έχει αρμονία και πολυπλοκότητα. Ξέρουμε, όμως, ότι, πέρα από τα όρια του γνωστού σε μας κόσμου, ο κόσμος παρουσιάζει την ίδια αρμονία και πολυπλοκότητα και ότι από ένα σημείο και μετά αυτός δεν είναι ακατάστατος, άναρχος, χαώδης; Εν τοιαύτη περιπτώσει, η απόδειξη ότι από την ύπαρξη της αρμονίας και της πολυπλοκότητας στον κόσμο είμαστε υποχρεωμένοι να συμπεράνουμε την ύπαρξη του Θεού καταρρίπτεται –όπως επίσης αίρεται και μια άλλη απόδειξη, όπου οι εισηγητές της επικαλούνται πάλι την ύπαρξη του κόσμου, για να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό ότι ο Θεός υπάρχει.

Σύμφωνα, ορισμένως, με την απόδειξη αυτή, είναι γεγονός ότι το καθετί που συμβαίνει στον κόσμο έχει κάποια αιτία που το προκαλεί, η οποία, με την σειρά της, έχει μιαν άλλη αιτία που την γεννάει, και ούτω καθεξής, μέχρι να καταλήξομε σε μια αρχική αιτία, που είναι δημιουργός των πάντων. Αυτή, λοιπόν, η πρώτη αιτία από την οποία προήλθαν όλα, είναι σύμφωνα με την απόδειξη αυτή, ο Θεός. Άρα ο Θεός υπάρχει.

Στην πραγματικότητα, όμως, με την απόδειξη αυτή εκβιάζεται μάλλον παρά τεκμαίρεται η ύπαρξη του Θεού. Η συνεχής αναγωγή από μιαν αιτία σε μιαν άλλη αιτία μέχρι να καταλήξουμε σε μιαν αρχική αιτία, πάνω στην οποία βασίζεται η απόδειξη του Θεού, είναι ένα εφεύρημα παρά μια διαδικασία που ακολουθούν οι άνθρωποι, προκειμένου να εξηγήσουν τα πράγματα. Αν, δηλαδή, θέλει να εξηγήσει κανείς πώς δημιουργείται το φαινόμενο της βροχής, θα περιοριστεί στο να μάθει πώς προκαλείται η εξάτμιση των υδάτων της θάλασσας, πώς δημιουργούνται τα νέφη, πώς μετατρέπονται αυτά σε σταγόνες νερού, κ.ά.τ. χωρίς να χρειαστεί, προχωρώντας παραπέρα, να σκεφτεί πώς φτιάχτηκε η θάλασσα, πώς δημιουργήθηκε η γη πάνω στην οποία βρίσκεται η θάλασσα, πώς κατασκευάστηκε ο ήλιος από την θερμότητα του οποίου προκαλείται η εξάτμιση, πώς προέκυψε το σύστημα όπου ανήκουν η γη και ο ήλιος, κ.λπ., κ.λπ.

Γενικώς, κατά τον Χιουμ, δεν μπορούμε να επικαλούμαστε τον κόσμο, για να αποδείξομε την ύπαρξη ενός τέλειου όντος, όπως ο Θεός. Ο κόσμος, όπως μπορούμε να διαπιστώσομε παρατηρώντας τον γύρω μας, παρουσιάζει ατέλειες έτσι, ώστε να μην είναι θεμιτό από την ύπαρξη ενός ατελούς κόσμου να συμπεράνομε την ύπαρξη ενός τέλειου όντος, όπως ορίζεται ο Θεός.

Ο Χιουμ, όμως, πέρα από τις αδυναμίες των αποδείξεων για την ύπαρξη του Θεού τις οποίες επισήμανε, αμφισβήτησε επίσης την τέλεση των θαυμάτων που οι πιστοί, αποδίδοντάς τα στον Θεό, τα επικαλούνται, για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι ο Θεός υπάρχει. Το ότι οι μαρτυρίες για την ύπαρξη των θαυμάτων προέρχονται από πρόσωπα που δεν διακρίνονται για την αξιοπιστία τους, το ότι τα θαύματα απαντώνται συνήθως σε λαούς που δεν ανήκουν στα πολιτισμένα έθνη, το ότι τα θαύματα αποτελούν συστατικό αντίπαλων μεταξύ τους θρησκειών έτσι, που τα θαύματα της μιας θρησκείας να εξουδετερώνουν και να διαψεύδουν τα θαύματα της άλλης, το ότι υπάρχει μέσα στους ανθρώπους η τάση να διογκώνουν τα πράγματα δίνοντάς τους μεταφυσικές διαστάσεις ούτω, ώστε φαινόμενα που εκ πρώτης όψεως παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα να τα αποδίδουν στην δράση ή την παρέμβαση ενός υπερβατικού όντος χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να ψάξουν να βρουν μιαν εύλογη εξήγηση –όλα αυτά είναι, κατά τον Χιουμ, ισχυροί λόγοι, για να πειστεί κανείς ότι η αναφορά στα θαύματα είναι αυθαίρετη και κάθε άλλο παρά μπορεί να δικαιολογηθεί λογικά.

Λογικό, εξηγεί ο Χιουμ, είναι εκείνο για το οποίο έχομε ενδείξεις ότι συμβαίνει, ή, αν πρόκειται να αποφασίσουμε μεταξύ της πιθανότητας να συμβεί κάτι και της πιθανότητας να συμβεί κάτι άλλο, λογικό είναι εκείνο για το οποίο έχομε περισσότερες ενδείξεις ότι θα γίνει. Είναι λογικό, για παράδειγμα, όταν υπάρχει χαμηλή και πυκνή νέφωση να περιμένουμε να βρέξει παρά να σκεφτούμε ότι θα πέσει το μάνα, γιατί έχει συμβεί πάμπολλες φορές ως τώρα, όταν υπάρχει χαμηλή και πυκνή νέφωση, να βρέξει, ενώ δεν έχει τύχει ποτέ –ή, αν υιοθετήσουμε την σχετική περιγραφή από την Βίβλο, έχει συμβεί μια μόνο φορά– να πέσει το μάνα από τον ουρανό.

Τα θαύματα αποτελούν ανατροπές της κανονικής πορείας της φύσης, παραβιάσεις των νόμων που περιγράφουν την σταθερή συμπεριφορά της φύσης. Έχομε, λοιπόν, να διαλέξουμε μεταξύ των νόμων της φύσης και των θαυμάτων. Τι είναι λογικό να επιλέξομε: τους νόμους της φύσης ή τα θαύματα; Αν, κατά τον Χιουμ, φανταζόμασταν μια ζυγαριά με δυο δίσκους και στον μεν έναν βάζαμε ένα θαύμα στον δε άλλον τοποθετούσαμε τον αντίστοιχο νόμο της φύσης, στον οποίο αποτυπώνεται η απαρέγκλιτη συμπεριφορά μιας κατηγορίας φαινομένων της φύσης, η ζυγαριά θα έκλινε πάντοτε προς το μέρος του νόμου της φύσης.

Το γεγονός, βέβαια, ότι ο Χιουμ με τα επιχειρήματά του τόσο εναντίον της τέλεσης των θαυμάτων από ένα υπερφυσικό ον όσο και εναντίον των αποδείξεων ότι ο Θεός υπάρχει αμφισβήτησε την ύπαρξη του Θεού δεν σημαίνει ότι τάχθηκε με ττην πλευρά του άθεου, που διατείνεται την ανυπαρξία του Θεού, αφού ο τελευταίος αυτός, εξίσου, δεν παρέχει καμιά απόδειξη που να μας πείθει ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Έτσι, όσο κι αν ο Χιουμ αποποιήθηκε την ύπαρξη του Θεού, δεν έπαψε, εντούτοις, να υποστηρίζει την ανεκτικότητα απέναντι στην διάθεση άλλων συνανθρώπων του να πιστεύουν στον Θεό.

Εμπειρικές προτάσεις και ταυτολογίες

Ο σκεπτικισμός –στον οποίο οδηγήθηκε ο Χιουμ στην προσπάθειά του να μείνει συνεπής στο αξίωμα της διδασκαλίας του εμπειρισμού, σύμφωνα με το οποίο τα μόνα πράγματα που μπορούμε να γνωρίσομε είναι τα περιεχόμενα της εμπειρίας μας, ήγουν οι εντυπώσεις και οι ιδέες, που προέρχονται από τις αισθήσεις μας– όσο ακραίος κι αν είναι, καθόσον αναφέρεται σε όλα τα επίπεδα της γνώσης (είτε, δηλαδή, πρόκειται για τον ίδιο τον εαυτό μας είτε για την φύση γύρω από μας είτε για τον Θεό πέρα από την φύση) δεν είναι, εντούτοις, ολοκληρωτικός. Κι αυτό, γιατί, πέρα από τον τομέα της γνώσης, όπου αμφισβητείται η βεβαιότητα που μπορούν να μας εξασφαλίσουν οι προτάσεις με τις οποίες περιγράφουμε τον εαυτό μας, τα γεγονότα στην φύση ή τον Θεό, υπάρχουν, υποστηρίζει ο Χιουμ, άλλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπου ο σκεπτικισμός του δεν έχει θέση, καθόσον σε αυτά ο στόχος δεν είναι η απόκτηση γνώσης. Τέτοια πεδία, ορισμένως, είναι η λογική και τα μαθηματικά αφενός, και η ηθική αφετέρου.

Ο Χιουμ διέκρινε τις προτάσεις[9] σε εμπειρικές και σε ταυτολογίες[10]. Εμπειρικές προτάσεις είναι εκείνες που, όπως οι προτάσεις «έξω βρέχει», «οι άνθρωποι, εκτός από σώμα, διαθέτουν μέσα τους εμπειρίες» ή «ο Θεός υπάρχει», αναφέρονται σε γεγονότα που εκδηλώνονται είτε στην φύση είτε μέσα μας είτε πέρα από τον φυσικό κόσμο και διατυπώνονται με στόχο να παράσχουν, βάσει των αισθήσεων, πληροφορίες. Με τις προτάσεις αυτές, όπως ειπώθηκε, οι χειριστές των δεν μπορούν να μας εξασφαλίσουν καμιά βεβαιότητα για όσα υποστηρίζουν. Οι ταυτολογίες, αντίθετα, είναι προτάσεις που, όπως οι προτάσεις «ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο» ή «ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες», δεν προσφέρουν μεν καμιά πληροφορία, δεν λένε, δηλαδή, κάτι που δεν είναι ήδη γνωστό από την στιγμή της εκφοράς του υποκειμένου, αλλά και δεν μπορούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αμφισβητηθούν. Το να πει κάποιος «άσπρο λουλούδι» εννοείται ότι είναι άσπρο ή το να πει «τρίγωνο» εννοείται ότι πρόκειται για ένα σχήμα με τρεις γωνίες.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, λέγοντας ότι ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο ή ότι ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες δεν προσκομίζει τίποτε καινούριο. Παράλληλα, όμως, αρθρώνοντας τις προτάσεις «ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο» και «ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες» διατυπώνει κάτι που είναι αδύνατον να αμφισβητηθεί. Το να πει κανείς ότι ένα άσπρο λουλούδι δεν είναι άσπρο ή ότι ένα τρίγωνο δεν έχει τρεις γωνίες λέει κάτι που είναι αδύνατον να ισχύει ποτέ και πουθενά. Επειδή, ακριβώς, στην λογική και στα μαθηματικά οι χειριστές των μεταχειρίζονται ταυτολογίες, οι τομείς αυτοί της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν υπόκειται στον σκεπτικισμό, που εισηγήθηκε –κάτι που ισχύει επίσης στην περίπτωση της ηθικής.

Τι κάνουμε όταν συμπεριφερόμαστε ηθικά

Ο στόχος στην ηθική δεν είναι να περιγράψουμε γεγονότα, να υποστηρίξουμε τι συμβαίνει πράγματι, αλλά να αποφασίσει ο καθένας μας πώς πρέπει να συμπεριφέρεται όποτε καλείται να πράξει. Αυτό, δυστυχώς, σημειώνει ο Χιουμ, δεν το κατάλαβαν ως την εποχή του οι εισηγητές των διαφόρων ηθικών θεωριών και, έτσι, προσπάθησαν να αναγάγουν εκείνο που πρέπει να κάνει κανείς σε εκείνο που θεωρούν ότι υφίσταται στην πραγματικότητα[11]. Έτσι, από το γεγονός, ας πούμε, ότι υπάρχει μέσα μας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης συμπέραναν ότι πρέπει να κάνομε ό,τι ικανοποιεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ή από το γεγονός ότι είναι θέλημα Θεού να λέμε την αλήθεια θεώρησαν ότι πρέπει να λέμε την αλήθεια.

Μεταξύ, όμως, αυτού που υποτίθεται ότι ισχύει στην πραγματικότητα, τουτέστιν του είναι[12], και του πρέπει, λέει ο Χιουμ, υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα έτσι, ώστε να μην μπορεί λογικά να συμπερανθεί το πρέπει από το είναι. Ειδικότερα, μια από τις βασικές προϋποθέσεις σε έναν συλλογισμό, για να είναι έγκυρος, είναι οι όροι που αναφέρονται στο συμπέρασμα να έχουν μνημονευθεί στις προκείμενες. Για παράδειγμα, ο συλλογισμός:

Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί

Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος

Ο Σωκράτης είναι θνητός

είναι έγκυρος, γιατί οι όροι «Σωκράτης» και «θνητός», που περιλαμβάνονται στο συμπέρασμα, αναφέρονται στις προκείμενες. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, με τον συλλογισμό:

Είναι θέλημα Θεού να λέμε την αλήθεια

Πρέπει να λέω την αλήθεια,

όπου ο όρος «πρέπει», που απαντάται στο συμπέρασμα, δεν περιέχεται στην προκείμενη.

Ο Χιουμ επιχείρησε να εξηγήσει πώς συμπεριφερόμαστε ως ηθικά πρόσωπα έχοντας υπόψη του το χάσμα που χωρίζει το πρέπει από το είναι.

Διέκρινε, συγκεκριμένα, μέσα μας δυο βασικές λειτουργίες: τον λόγο και την βούληση. Με τον λόγο προβαίνομε σε διαπιστώσεις, διατυπώνομε προτάσεις του είναι, περιγράφουμε τι συμβαίνει –χωρίς αυτό, βέβαια, στο πλαίσιο του σκεπτικισμού του, να σημαίνει ότι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι διαπιστώσεις του λόγου. Με την βούληση παρακινούμεθα να κάνομε κάτι. Μπορεί, ας πούμε, με τον λόγο να διαπιστώσομε ότι υπάρχει μέσα μας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή ότι είναι θέλημα Θεού να λέμε την αλήθεια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα κάνει κανείς κιόλας ό,τι του λέει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή ότι θα ανταποκριθεί στο θέλημα του Θεού να λέμε την αλήθεια. Θα πρέπει, για να δράσει ή να συμπεριφερθεί ανάλογα, και να θέλει να κάνει κανείς ό,τι του λέει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή να θέλει επίσης να ανταποκριθεί στο θέλημα του Θεού να λέμε την αλήθεια.

Αλλά θέλει να κάνει κανείς κάτι –είτε αυτό του το υπαγορεύει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είτε του το επιτάσσει το θέλημα του Θεού είτε του το υποδεικνύει οτιδήποτε άλλο–, εφόσον από αυτό που θα κάνει θα νιώσει ευχαρίστηση. Διαφορετικά, αν από την πράξη του πρόκειται να αισθανθεί πόνο, δεν θέλει να το κάνει, και αποφεύγει να το κάνει. Το κίνητρο, λοιπόν, για να κάνουμε κάτι, δεν είναι να σκεφτούμε, όπως μας λέει ο λόγος, να το κάνομε, αλλά χρειάζεται να θέλομε να το κάνομε και, επιπλέον να προσδοκάμε ότι, κάνοντάς το, θα νιώσουμε ευχαρίστηση, ενώ το κίνητρο, για να αποφύγουμε να το κάνομε, είναι ότι, κάνοντάς το, θα νιώσουμε πόνο. Τα συναισθήματα της ευχαρίστησης και του πόνου είναι, σε τελευταία ανάλυση, το κίνητρο, αντίστοιχα, για να κάνομε ή να μην κάνομε κάτι. Προσοχή, όμως: απλώς για να κάνουμε ή να μη κάνουμε κάτι, όχι για το αν πρέπει να κάνουμε κάτι ή αν δεν πρέπει να κάνουμε κάτι. Γιατί, αν ο καθένας κάνει ό,τι του αρέσει, ό,τι του προκαλεί ευχαρίστηση, αποφεύγοντας να κάνει ό,τι του δημιουργεί πόνο, τότε, στην προσπάθειά του να επιτύχει ο καθένας ό,τι τον συμφέρει, ο ένας θα στρεφόταν εναντίον του άλλου και, έτσι, θα κινδύνευε το ανθρώπινο γένος, πράγμα ασφαλώς που δεν συνάδει προς την ηθική, η οποία έχει σαν στόχο την ευτυχία των ανθρώπων και όχι τον όλεθρό τους[13].

Ο στόχος μας, λοιπόν, όταν πράττουμε, θα πρέπει να είναι η ευτυχία των ανθρώπων, το κοινό καλό, η κοινωνική ωφέλεια, και όχι το καθαρά ατομικό συμφέρον μας. Η ευχαρίστηση, λοιπόν, προκειμένου να αποτελέσει ηθικό κίνητρο σε κάποιον για να κάνει κάτι, θα πρέπει να συμφωνεί με το συναίσθημα της συμπάθειας, με την έγνοιας του ότι, κάνοντας αυτό, θα ωφεληθεί ένας αριθμός συνανθρώπων του –και μάλιστα όσο γίνεται μεγαλύτερος αριθμός συνανθρώπων τουּ ο Χιουμ, εν προκειμένω, υιοθέτησε το αξίωμα «μεγαλύτερη ευτυχία για μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων»[14].

Η συμπάθεια, όμως –η οποία θα πρέπει να συνοδεύει την ευχαρίστηση, που περιμένομε να νιώσομε κάνοντας κάτι, ώστε η τελευταία αυτή να μπορέσει να θεωρηθεί ηθικό κίνητρο για μας–, είναι ένα γενικό, αφηρημένο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμεθα να δράσομε. Το πώς η συμπάθεια στην ορισμένη στιγμή που καλούμεθα να πράξομε θα πάρει σάρκα και οστά έτσι, που να μπορεί να αξιολογηθεί ηθικά, εξαρτάται από την αρχή βάσει της οποίας θα επιλέξομε να πράξομε. Ας υποθέσομε ότι είμαι επιτηρητής σε έναν διαγωνισμό για την πλήρωση ορισμένων θέσεων στο Δημόσιο και ότι ευχαρίστησή μου είναι, σύμφωνα με την συμπάθεια που τρέφω προς τους συνανθρώπους μου, να βοηθήσω όσο γίνεται περισσότερους από τους διαγωνιζόμενους στην αίθουσα που επιτηρώ. Θα μπορούσα, λοιπόν, να κάνω τα στραβά μάτια και να τους αφήσω να αντιγράψουν. Θα μπορούσα, όμως, να σκεφτώ ότι αυτό θα στρεφόταν εναντίον των άλλων υποψηφίων που διαγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό σε άλλες αίθουσες, όπου οι επιτηρητές είναι αυστηροί.

Θα μπορούσα, ακόμη, να υποθέσω ότι, βοηθώντας κάποιους διαγωνιζόμενους να επιτύχουν χωρίς να το αξίζουν, η πράξη μου βλάπτει μακροπρόθεσμα το κοινωνικό σύνολο, αφού έτσι, με την πλήρωση των θέσεων από ακατάλληλους υπαλλήλους, θα συνέβαλα στην κακή λειτουργία του Δημοσίου. Οι αρχές αυτές, όπως και άλλες, βέβαια, που θα μπορούσα να σκεφτώ, εξυπηρετούν με τον δικό της τρόπο η καθεμιά το συναίσθημα της συμπάθειας που οφείλω να τρέφω προς τους συνανθρώπους μου. Η ευθύνη για το ποια από τις αρχές αυτές θα επιλέξω, η οποία θα δώσει τελικά και το ηθικό περιεχόμενο στην συμπάθειά μου, για το οποίο και θα κριθώ τελικά, ανήκει σε μένα.

Η δικαίωση

Ο Χιουμ από νωρίς στην ζωή του, από τότε που ήταν ακόμη φοιτητής, έβαλε σαν στόχο να γίνει «λόγιος και φιλόσοφος». Προς τον σκοπό αυτόν, λοιπόν, ακολούθησε εκών ένα σκληρό πρόγραμμα μελέτης και στοχασμού επί τρία χρόνια, μέχρι που του γεννήθηκε η ιδέα να δημιουργήσει ένα καινούριο σύστημα φιλοσοφίας –σαν να άνοιξε μέσα του, όπως λέει ο ίδιος, «μια νέα σκηνή Στοχασμού».

Η εξέλιξη των πραγμάτων δικαίωσε ασφαλώς την πρόβλεψή του. Οι απόψεις του για την γνώση του φυσικού κόσμου, την αιτιότητα και την επαγωγή πάνω στις οποίες στηρίζεται αυτή, για την ψυχή, για την θρησκεία, για την ηθική, για τα μαθηματικά και την λογική ανέτρεψαν πράγματι το σκηνικό της φιλοσοφίας, όπως είχε διαμορφωθεί αυτό ως τις μέρες του, και εξακολουθούν ως σήμερα ακόμη να αποτελούν σημείο αναφοράς για πολλούς από τους φιλοσοφούντας είτε για να τις σχολιάσουν –θετικά ή αρνητικά, δεν έχει τόση σημασία αυτό, όσο έχει το γεγονός ότι παραμένουν ζωντανές στην σκέψη μας– είτε για να εμπνευστούν από αυτές, προκειμένου να αναπτύξουν τον δικό τους στοχασμό, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με τον πολύ Καντ[15], ο οποίος δεν δίστασε να ομολογήσει ότι, χάρη στον σκεπτικισμό του Χιουμ, μπόρεσε να ξυπνήσει από τον δογματικό λήθαργο, στον οποίο ο στοχασμός του είχε περιπέσει επί δεκαετίες πριν.

Η δικαίωσή του Χιουμ, πάντως, ως διακεκριμένου φιλοσόφου δεν ήρθε γρήγορα ούτε και υπήρξε ανώδυνη. Στο διάστημα των τριών ετών που έμεινε στην Γαλλία, από το 1734 έως το 1737, έγραψε το πρώτο και σημαντικότερο, ίσως, όπως θεωρείται σήμερα, έργο του, την Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, που αποτελείται από τρία βιβλία. Η υποδοχή, όμως, που επιφύλαξαν οι αναγνώστες στο βιβλίο του, όταν εκδόθηκε αυτό ύστερα από τριών χρόνων προσπάθειες, ήταν απογοητευτική. Ο ίδιος, μάλιστα, πριν εκδοθεί το έργο του, προκειμένου να κερδίσει την συμπάθεια ενός ανθρώπου, όπως ο επίσκοπος Μπάτλερ[16], που η άποψή του είχε βαρύνουσα σημασία, του έδωσε να διαβάσει τα χειρόγραφα του έργου του φροντίζοντας προηγουμένως, ευνουχίζοντάς τα, να αφαιρέσει κομμάτια που μπορούσαν να προκαλέσουν την αντίδρασή του, ενώ αποφάσισε, όταν εκδόθηκαν το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο της Πραγματείας του, να κυκλοφορήσουν ανώνυμα. Αλλά και το τελευταίο του, από χρονική σειρά, έργο του, που φέρει τον τίτλο Διάλογοι αναφορικά με την φυσική θρησκεία, το οποίο είχε ήδη γράψει από την δεκαετία του 1750 και επιμελήθηκε πριν πεθάνει, δεν τόλμησε να το εκδώσει όσο ζούσε λόγω των αντιδράσεων που περίμενε ότι θα προκαλούσε η δημοσίευσή του. Το έργο εκδόθηκε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του με την φροντίδα του συνεπώνυμού του ανεψιού του.
------------------
Υποσημειώσεις

[1] Στο πανεπιστήμιο γράφτηκε σε ασυνήθιστα μικρή ηλικία, 12 μόλις ετών, για να σπουδάσει αρχικά δίκαιο, μια και οι δικοί του τον προόριζαν να ακολουθήσει το επάγγελμα του νομικού, αλλά αυτός, όπως λέει ο ίδιος, αισθανόταν ιδιαίτερα μεγάλη αποστροφή προς οτιδήποτε άλλο εκτός από την «φιλοσοφία και την γενική μόρφωση». Έτσι, ενώ στην οικογένειά του νόμιζαν ότι ασχολούνταν με τους συγγραφείς του δικαίου, οι συγγραφείς που του προκαλούσαν το ενδιαφέρον ήταν ο Κικέρων και ο Βιργίλιος. Ως προς του καθηγητές, δεν τους είχε και σε μεγάλη υπόληψη. Πεποίθησή του ήταν, όπως είπε κάποτε, το 1735, σε φίλο του, ότι «δεν υπάρχει τίποτε να μάθεις από έναν καθηγητή, που να μην το βρεις μέσα στα βιβλία».

[2] Το έργο του History of England, που εκδόθηκε σε 6 τόμους στο διάστημα μεταξύ των ετών 1754 και 1762, έγινε μπεστ-σέλερ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Βρετανική Βιβλιοθήκη και η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστήμιου του Κέιμπριτζ τον καταλογογραφούν ακόμη ως «Ντέιβιντ Χιουμ: ιστορικός».

[3] Η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία πηγή της γνώσης μας είναι η εμπειρία μας, συγκεκριμένα οι πληροφορίες που μας δίνουν οι αισθήσεις μας. Ξέρω ότι ένα δέντρο έχει κορμό, κλαδιά, φύλλα, άνθη, ρίζες κ.λπ., επειδή μπορώ όλα αυτά να τα αντιληφθώ με τις αισθήσεις μου –να δω το χρώμα τους και το σχήμα τους, να νιώσω την μυρωδιά τους, να αισθανθώ την σκληρότητά τους κ.ο.κ. «Τίποτε δεν υπάρχει στον νου που δεν υπήρξε πριν στην αίσθηση» είναι το βασικό αξίωμα της θεωρίας του εμπειρισμού. Βλ. Θ. Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας (Ελληνικά Γράμματα, 2005), στα λήμματα «Εμπειρισμός» και «Τίποτε δεν υπάρχει στον νου …»)

[4] Η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία τα πάντα μπορούν να αμφισβητηθούν. Κατά τον σκεπτικισμό, τίποτε δεν είναι αληθές και το να πασχίζει να κατακτήσει κανείς την γνώση και να εξασφαλίσει την αλήθεια είναι καθαρή ματαιοπονία. Βλ. Θ. Πελεγρίνης Λεξικό της Φιλοσοφίας, στο λήμμα «Σκεπτικισμός».

[5] D. Hume, Enquiry concerning Human Understanding (1748) ενότ. 2 και A Treatise of Human Nature (1739-1740) βιβλ. 1, μέρ. 1, ενότ, 1-2

[6] Βλ. Θ. Πελεγρίνης, Εμπειρία και Πραγματικότητα (Καρδαμίτσα 1988) σσ. 143 κε.

[7] D. Hume, «Of Miracles» και «Of a Particular Providence and of a Future State» (στο έργο Enquiry Concerning Human Understanding, ενότ, 10 και 11) και Dialogues Concerning Natural Religion (1779).

[8] D. Hume, A Treatise of Human Nature βιβλ. 1, μέρ. 4, ενότ. 6.

[9] Ως προτάσεις στην φιλοσοφία ορίζονται οι φράσεις με τις οποίες δηλώνεται ότι κάτι είναι αληθές ή ψευδές. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, οι φράσεις, «η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας» και «ο Αξιός είναι βουνό» είναι προτάσεις, καθόσον δηλώνουν κάτι που είναι, αντίστοιχα, αληθές και ψευδές. Αντίθετα η προσταγή «άνοιξε την πόρτα» ή η φράση «πρέπει να είσαι ευγενής» δεν συνιστούν προτάσεις, καθόσον δεν αναφέρονται σε κάτι που μπορεί να είναι αληθές ή ψευδές. Προφανώς δεν έχει νόημα να ρωτήσω: «είναι αλήθεια ή ψέμα να ανοίξω την πόρτα;» ή «είναι αλήθεια ή ψέμα ότι πρέπει να είμαι ευγενής;»

[10] D. Hume, Enquiry Concerning Human Understanding ενότ 4, μέρ 1: «όλα τα αντικείμενα της ανθρώπινης νόησης ή έρευνας μπορούν να διαιρεθούν σε δυο είδη: σε σχέσεις ιδεών και θέματα γεγονότος». Πρόκειται για την γνωστή ως «διχάλα του Χιουμ» θεωρία του Χιουμ, σύμφωνα με την οποία οι προτάσεις (βλ. παραπάνω υποσημ. 10) χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε εμπειρικές προτάσεις, με τις οποίες περιγράφονται τα γεγονότα που εκδηλώνονται στην φύση ή σε μας τους ίδιους, και σε ταυτολογίες, που χρησιμοποιούνται στην λογική και τα μαθηματικά, για να δηλώσουν σχέσεις μεταξύ αριθμών, πλευρών, μεγεθών κ.ά.τ. Αν κάτι, κατά τον Χιουμ, που θεωρείται ότι είναι αλήθεια ή ψέμα δεν βασίζεται στην εμπειρία ή δεν είναι ταυτολογία, δεν αποτελεί, δηλαδή, εμπειρική πρόταση ή ταυτολογία, αυτό δεν έχει καμιά απολύτως αξία. «Αν», λέει χαρακτηριστικά ο Χιουμ (Enquiry Concerning Human Understanding ενότ. 12, μέρ. 3), «πέσει στα χέρια μας οποιοδήποτε βιβλίο θεολογικού ή μεταφυσικού, ας πούμε, περιεχομένου, ας αναρωτηθούμε: περιλαμβάνει κανέναν αφηρημένο συλλογισμό που να αναφέρεται σε ποσότητες ή αριθμούς; Όχι. Περιλαμβάνει κανέναν εμπειρικό συλλογισμό που να αναφέρεται σε γεγονότα ή στην ύπαρξη; Όχι. Τότε, ας το πετάξομε στην φωτιά, αφού δεν περιέχει τίποτε άλλο παρά σοφιστεία και φαντασία»

[11] Ο Χιουμ επισημαίνει συγκεκριμένα: «σε κάθε σύστημα ηθικής που γνώρισα μέχρι σήμερα, παρατήρησα πάντοτε ότι για ένα χρονικό διάστημα ο συγγραφέας προχωρεί κατά τον συνήθη τρόπο της σκέψης και εισάγει το ον του Θεού ή κάνει παρατηρήσεις σχετικά με τα ανθρώπινα ζητήματα. Ξαφνικά, όμως, διαπιστώνω με έκπληξη ότι όλες οι προτάσεις σχετίζονται με το «πρέπει» ή το «δεν πρέπει» αντί με τα συνήθη συνδετικά ρήματα των προτάσεων «είναι» και «δεν είναι» … Επειδή το «πρέπει» ή το δεν «πρέπει» εκφράζουν κάποια νέα σχέση ή απόφανση, είναι ανάγκη να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας και να ερμηνευθούν. Συγχρόνως είναι απαραίτητο να δοθεί κάποια εξήγηση για κάτι που είναι εντελώς ακατανόητο: πώς η νέα αυτή σχέση μπορεί να συμπερανθεί από άλλες σχέσεις που είναι τελείως διαφορετικές από εκείνη. Καθώς, όμως, οι συγγραφείς των συστημάτων γενικώς δεν εφιστούν την προσοχή στο σημείο αυτό, παίρνω το θάρρος να το επισημάνω εγώ στους αναγνώστες. Και είμαι πεπεισμένος ότι η μικρή αυτή παρέμβασή μου θα αναιρούσε όλα τα χονδροειδή ηθικά συστήματα, και θα μας επέτρεπε να δούμε ότι η διάκριση της κακίας από την αρετή δεν ανάγεται απλώς στις σχέσεις των αντικειμένων ούτε και συλλαμβάνεται με τον λόγο» (A Treatise of Human Nature βιβλ. 3, μέρ. 1, ενότ. 1).

[12] Ο όρος «είναι», όπως και όρος «ον», στην φιλοσοφία εξισώνεται με τον όρο «πραγματικότητα». Το είναι, όπως και το ον, δηλώνει εκείνο που θεωρούμε ότι υπάρχει ή συμβαίνει πράγματι.

[13] Όπως αναφέρει ο Σωκράτης, με τον οποίο αρχίζει η ιστορία της ηθικής φιλοσοφίας, το αντικείμενο της τελευταίας αυτής δεν είναι ένα μικρό ζήτημα, αλλά αναφέρεται στο πώς πρέπει να ζούμε, ώστε να γίνομε ευτυχισμένοι

[14] Το εν λόγω αξίωμα εισηγήθηκε ο σκότος φιλόσοφος Φράνσις Χάτσισον (1694-1746), συγγραφέας των έργων An Inquiry into the Original of Our Ideas of Beauty and Virtue (1725) και An Essay on the Nature and Conduct of the Passions and Affections, with Illustrations on the Moral Sense (1728). Μολονότι ο Χάτσισον ήταν μεταξύ των πρώτων φιλοσόφων που κατέγιναν σε ζητήματα αισθητικής φιλοσοφίας, εντούτοις είναι περισσότερο γνωστός για την ενασχόλησή του με την ηθική φιλοσοφία.

[15] Ιμμάνουελ Καντ (1724-184), γερμανός φιλόσοφος, του οποίου η πνευματική δράση χωρίζεται σε δύο περιόδους: στην προκριτική περίοδο και στην κριτική περίοδο. Κριτική ονομάζεται η όψιμη περίοδος της φιλοσοφικής δραστηριότητας του Καντ, επειδή σε αυτό το χρονικό διάστημα της ζωής του συνέγραψε τα τρία κορυφαία συγγράμματά του –ήγουν την Κριτική του καθαρού λόγου (1781), την Κριτική του πρακτικού λόγου (1788) και την Κριτική της κριτικής δύναμης (1790)– χάρη στα οποία καταξιώθηκε σαν ένας από τους πιο σπουδαίους φιλοσόφους. Πριν από την κριτική περίοδο, στην προκριτική φάση της φιλοσοφικής δραστηριότητάς του, ο Καντ ήταν απλώς ένα καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης χωρίς ιδιαίτερη απήχηση στην φιλοσοφική κοινότητα. Αφορμή για να περάσει στην κριτική περίοδο και να μπει, έτσι, στο πάνθεο των μεγάλων φιλοσόφων στάθηκε η εντύπωση που προκάλεσε στον στοχασμό του ο σκεπτικισμός του Χιουμ.

[16] Joseph Butler (!692-1752), άγγλος επίσκοπος, θεολόγος και φιλόσοφος που χρωστάει την φήμη του στα έργα του Fifteen Sermons on Human Nature (1726) και Analogy of Religion, Natural and Revealed (1736).