Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (298.1-302.1)

Από τον κώδικα Laurentianus 57.30

298. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΕΤΤΙΞ
[298.1] ἄνθρωπος πένης ἀκρίδας θηρεύων ἤγρευσε καὶ τὴν εὔλαλον τερετίστριαν τέττιγα καὶ ἤθελε ἀποκτεῖναι, ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν εἶπεν· «μή με μάτην ἀποκτείνῃς· οὐ στάχυν ἀδικῶ, οὐκ ἀκρεμόνα βλάπτω, συνθέσει δὲ πτερῶν καὶ ποδῶν ἁρμονίᾳ χρηστὰ φθέγγομαι ὁδοιποροῦντας τέρπουσα. φωνῆς δὲ πλέω παρ᾽ ἐμοὶ οὐδὲν εὑρήσεις». καὶ ταῦτα ἀκούσας ἀφῆκεν αὐτήν.

299. ΓΥΝΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΟΣ
[299.1] γυνή τις προσφάτως τὸν ἴδιον ἄνδρα ἀπολέσασα καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἔκλαιεν. ἀροτριῶν δέ τις σύνεγγυς ἐπεθύμησε μετ᾽ αὐτῆς συγγενέσθαι. καταλιπὼν οὖν τοὺς βόας καὶ ἐλθὼν ἔκλαιεν μετ᾽ αὐτῆς. ἡ δὲ ἐπύθετο αὐτοῦ· «διὰ τί καὶ αὐτὸς κλαίεις;» ὁ δὲ εἶπε· «καλὴν γυναῖκα κατώρυξα· ὅταν οὖν κλαύσω, τῆς λύπης κουφίζομαι». ἡ δὲ ἔφη· «κἀγὼ τὸ αὐτὸ πάσχω». κἀκεῖνος ἔφη· «εἰ τοίνυν ταῖς αὐταῖς περιεπέσαμεν λύπαις, τί οὐκ ἐπισυγγινόμεθα ἑαυτοῖς; ἐγὼ μὲν ἀγαπήσω σε ὡς ἐκείνην, σὺ δὲ κἀμὲ ὡς τὸν ἄνδρα σου». ταῦτα λέγων ἔπεισε τὴν γυναῖκα καὶ συγγενόμενος ἐνέπαιζεν αὐτῇ. ἐλθὼν δέ τις καὶ λύσας τοὺς βόας ἀπήλασεν. ὁ δὲ ἐλθὼν καὶ μὴ εὑρὼν τοὺς βόας ἤρξατο θρηνεῖν καὶ κόπτεσθαι ὀδυρόμενος. ἡ δὲ γυνὴ εὑροῦσα αὐτὸν ὀλοφυρόμενόν φησι· «πάλιν κλαίεις;» ὁ δέ· «ἄρτι ἐν ἀληθείᾳ κλαίω».

300. ΑΝΗΡ ΜΟΙΧΟΣ ΚΑΙ ΓΥΝΗ
[300.1] ἄνθρωπος ἀπερχόμενος πρός τινα γυναῖκα κρυφίως ἐν νυκτὶ ἐμοίχευεν αὐτήν. δεδώκει δὲ αὐτῇ σημεῖον τοῦ νοεῖν αὐτόν, ὅταν ἐλθὼν ἔξωθεν τῆς θύρας ὑλακτήσῃ ὥσπερ μικρὸν κυνάριον, ἀνοίγειν αὐτῷ τὴν θύραν. ἐποίει δὲ τοῦτο καθ᾽ ἑκάστην. ἕτερος δέ τις θεασάμενος αὐτὸν βαδίζοντα καθ᾽ ἑσπέραν παρ᾽ ἐκείνην τὴν ὁδὸν καὶ τὴν πανουργίαν αὐτοῦ νοήσας μιᾷ τῶν νυκτῶν ἠκολούθει αὐτὸν μακρόθεν κρυφίως. ὁ δὲ μοιχὸς μηδὲν ὑποπτεύων ἐλθὼν παρὰ τὴν θύραν ἐποίει κατὰ τὸ σύνηθες. ὁ δὲ ἀκολουθῶν θεασάμενος πάντα ἀνεχώρησε πρὸς τὸν οἶκον αὐτοῦ. τῇ δὲ ἐρχομένῃ νυκτὶ ἀναστὰς αὐτὸς πρῶτος ἀπῆλθε πρὸς τὴν μοιχευσομένην γυναῖκα καὶ ὑλακτήσας ὥσπερ κυνάριον, ἐκείνη θαρροῦσα, ὅτι ὁ μοιχὸς αὐτῆς ἐστιν, ἔσβεσε τὴν λυχνίαν, ἵνα μή τις θεάσηται αὐτόν, καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν· ὁ δὲ εἰσελθὼν συνεγένετο αὐτῇ. μετ᾽ ὀλίγον δὲ ἦλθε καὶ ὁ πρῶτος μοιχὸς αὐτῆς καὶ ὑλάκτει ἔξωθεν κατὰ τὸ εἰωθὸς ὥσπερ κυνάριον. ὁ δὲ ἔνδοθεν ἱστάμενος νοήσας τὸν ἔξωθεν ὑλακτοῦντα ὥσπερ κυνάριον αὐτὸς σταθεὶς ἔσωθεν τῆς οἰκίας ὑλάκτει ἰσχυρᾷ τῇ φωνῇ ὡς μεγαλώτατος κύων. ὁ δὲ ἔξωθεν νοήσας, ὡς μείζων αὐτοῦ ὑπάρχει ὁ ἔνδοθεν, ἀνεχώρησεν.

301. ΚΛΕΠΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΝΔΟΧΕΥΣ
[301.1] κλέπτης κατέλυσεν ἔν τινι πανδοχείῳ. διέμενεν δὲ ἐκεῖ ἡμέρας τινὰς προσδοκῶν κλέψαι τι. ὡς δὲ οὐκ ἠδύνατο τοῦτο ποιῆσαι, μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἰδὼν τὸν πανδοχέα ἐνδυθέντα χιτῶνα ὡραῖον καὶ καινὸν —ἦν γὰρ ἑορτή— καὶ καθεζόμενον πρὸ τῆς πύλης τοῦ πανδοχείου καὶ οὐδένα ἄλλον τυχόντα ἐκεῖ, ἐπελθὼν καὶ ὁ κλέπτης ἐκάθισεν πλησίον τοῦ πανδοχέως καὶ ἤρξατο διηγεῖσθαι μετ᾽ αὐτοῦ. καὶ διηγούμενοι ὥραν ἱκανὴν ἐχασμήσατο ὁ κλέπτης καὶ ὁμοῦ μετὰ τὸ χασμᾶσθαι ὠρυᾶτο ὥσπερ λύκος. ὁ δὲ πανδοχεύς φησι πρὸς αὐτόν· «τί οὕτως ποιεῖς;» καὶ ὁ κλέπτης ἀπεκρίθη· «νῦν ἀναγγελῶ σοι· ἀλλὰ δέομαί σου, ἵνα φυλάξῃς τὰ ἱμάτιά μου· ἐνταῦθα γὰρ καταλείψω. ἐγώ, κύριέ μου, οὐκ οἶδα, πόθεν μοι ἐπέρχεται τὸ χασμᾶσθαι οὕτως, ἢ διὰ τὰς ἁμαρτίας μου ἢ διὰ ποίαν αἰτίαν, οὐ γινώσκω —, ὅταν οὖν χασμηθῶ τρεῖς βολάς, γίνομαι λύκος ἐσθίων ἀνθρώπους». καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐχασμήσατο ἐκ δευτέρου καὶ πάλιν ὠρυᾶτο καθάπερ καὶ τὸ πρῶτον. ἀκούσας οὖν ταῦτα ὁ πανδοχεὺς καὶ πιστεύσας τοῦ κλέπτου ἐφοβήθη καὶ ἀναστὰς ἠβούλετο φυγεῖν. ὁ δὲ κλέπτης δραξάμενος αὐτὸν τοῦ χιτῶνος παρεκάλει αὐτὸν λέγων· «ἀνάμεινον, κύριέ μου, καὶ λαβὲ τὰ ἱμάτιά μου, ἵνα μὴ ἀπολέσω αὐτά». καὶ παρακαλῶν αὐτὸν ἀνοίξας τὸ στόμα ἤρξατο χασμᾶσθαι ἐκ τρίτου. ὁ δὲ πανδοχεὺς φοβηθείς, μήπως φάγῃ αὐτόν, κατέλιπεν τὸν ἑαυτοῦ χιτῶνα καὶ εἰσελθὼν δρομαίως εἰς τὸ πανδοχεῖον κατησφαλίσατο εἰς τὸ ἐνδότερον. καὶ ὁ κλέπτης λαβὼν τὸν χιτῶνα ἀπῆλθεν.
οὕτω πανθάνουσιν οἱ τὰ μὴ ἀληθῆ πιστεύοντες.

302. ΜΥΣ ΚΑΙ ΒΑΤΡΑΧΟΣ
[302.1] ὅτε ἦν ὁμόφωνα τὰ ζῷα, μῦς βατράχῳ φιλιωθεὶς ἐκάλεσεν αὐτὸν εἰς δεῖπνον καὶ ἀπήγαγεν αὐτὸν εἰς ταμιεῖον πλουσίου, ὅπου ἦν ἄρτος, τυρός, μέλι, ἰσχάδες καὶ ὅσα ἀγαθά, καί φησιν «ἔσθιε, βάτραχε, ἐξ ὧν βούλει». ὁ δὲ βάτραχος ἔλεγε· «ἐλθὼν οὖν καὶ σὺ πρὸς ἐμὲ ἐμπλήσθητι τῶν ἀγαθῶν μου. ἀλλ᾽ ἵνα μὴ ὄκνος σοι γένηται, προσαρτήσω τὸν πόδα σου τῷ ποδί μου». δήσας οὖν ὁ βάτραχος τὸν πόδα τοῦ μυὸς τῷ ἑαυτοῦ ποδὶ ἥλατο εἰς τὴν λίμνην ἕλκων καὶ τὸν μῦν δέσμιον. ὁ δὲ πνιγόμενος ἔλεγεν· «ἐγὼ μὲν ὑπό σου νεκρωθήσομαι, ἐκδικήσομαι δὲ ὑπὸ ζῶντος». λούππης δὲ θεασάμενος τὸν μῦν πλέοντα καταπτὰς ἥρπασεν. ἐφέλκετο οὖν σὺν αὐτῷ καὶ ὁ βάτραχος καὶ οὕτως ἀμφοτέρους διεσπάραξεν.
ὅτι ἡ τῶν φίλων πονηρὰ συμβουλὴ καὶ ἑαυτοῖς κίνδυνος γίνεται.

***
298. Ο άνθρωπος και το τζιτζίκι.
[298.1] Ήταν ένας φτωχός άνθρωπος που τσάκωνε ακρίδες. Ανάμεσά τους, που λέτε, έπιασε και το καλλίφωνο τζιτζίκι, που όλο τιτιβίζει «τζι-τζι-τζι», και ετοιμαζόταν να το αποτελειώσει. Το τζιτζίκι όμως τον παρακάλεσε: «Καλέ, μη με σκοτώνεις άδικα. Εγώ δεν κάνω κακό στα στάχυα, ούτε χαλάω τα φρούτα στα κλαδιά. Ξέρεις τί κάνω μοναχά; Με το παίξιμο των φτερών μου και τις αρμονικές κινήσεις των ποδιών μου παράγω γλυκές μελωδίες και τέρπω τους περαστικούς. Μια σκέτη φωνή είμαι — άλλο πράγμα δεν θα μου βρεις». Ακούγοντάς τα αυτά, ο άνθρωπος το άφησε να φύγει.

299. Η γυναίκα και ο ξωμάχος.
[299.1] Ήταν κάποτε μια γυναίκα που είχε χάσει πρόσφατα τον αγαπημένο της σύζυγο. Κάθε μέρα, λοιπόν, κουβαλιόταν στον τάφο του και πλάνταζε στο κλάμα. Εκεί κοντά έτυχε να οργώνει το χωράφι του κάποιος ξωμάχος. Τούτος, που λέτε, λιμπίστηκε τη γυναίκα και ορεγόταν να πλαγιάσει μαζί της. Μια και δυο, άφησε τα βόδια του, πήγε πλάι της και εκεί βάλθηκε και αυτός να κλαψουρίζει. Εκείνη βέβαια τον ρώτησε να μάθει: «Καλά, εσύ τώρα γιατί έχεις βάλει τα κλάματα;». Νά τί αποκρίθηκε ο πονηρός: «Άσε, πού να σ᾽ τα λέω. Αχ, έθαψα τη χρυσή μου τη γυναικούλα. Γι᾽ αυτό το ρίχνω στο κλάμα, μήπως αλαφρώσω λιγάκι τον καημό μου». Τότε η γυναίκα αναφώνησε: «Τί σύμπτωση! Και εγώ το αντίστοιχο έχω πάθει». Ο άντρας λοιπόν της πρότεινε: «Μά την αλήθεια, τις ίδιες στενοχώριες τραβάμε και οι δύο. Τί λες, δεν γινόμαστε ταίρι οι δυο μας; Εγώ θα μεταφέρω σε σένα την αγάπη που είχα για τη μακαρίτισσα, και εσύ ομοίως θα με αγαπήσεις σαν τον συγχωρεμένο τον άντρα σου». Με τα πολλά, λέγοντας και ξαναλέγοντας τέτοια λόγια, την κατάφερε την κυρά. Πλαγιάσανε, που λέτε, μαζί και κάνανε παιχνίδι. Στο μεταξύ, ωστόσο, κάποιος άλλος βρήκε ευκαιρία και πήγε και έλυσε τα βόδια του ξωμάχου· κατόπιν τα σαλάγησε μακριά και μην τα είδατε. Έτσι, μετά από λίγο, που γύρισε ο χωρικός, δεν βρήκε ίχνος από τα καματερά του. Τότε ξέσπασε σε γοερές κραυγές και χτυπιόταν κλαίγοντας τη μοίρα του. Πάνω στην ώρα τον πήρε είδηση και η γυναίκα να θρηνολογεί έτσι, και απόρησε: «Τί έπαθες; Γιατί έβαλες τα κλάματα πάλι;». Και εκείνος απάντησε: «Άσε με, κυρά μου, τώρα κλαίω στα αλήθεια!».

300. Ο εραστής και η γυναίκα.
[300.1] Ήταν μια φορά ένας άντρας που επισκεπτόταν την ερωμένη του κρυφά τις νύχτες για να μοιχεύσουν. Για αυτόν τον σκοπό τής είχε ορίσει συγκεκριμένο σινιάλο ώστε να τον αναγνωρίζει: άμα ερχόταν έξω από την πόρτα της και γάβγιζε σαν μικρό σκυλάκι, εκείνη ήξερε πως ήταν ο καλός της και του άνοιγε να μπει. Λοιπόν, τούτο γινόταν σχεδόν καθημερινά. Κάποιος άλλος, όμως, τον πρόσεξε τον άνθρωπό μας που ξεγλιστρούσε συνέχεια σε εκείνο το σοκάκι τα βράδια, και μάντεψε τη βρομοδουλειά του. Έτσι, μια νύχτα τον πήρε από πίσω, παρακολουθώντας τον κρυφά από μακριά. Ο εραστής, βέβαια, δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Στάθηκε λοιπόν πλάι στην πόρτα και έκανε τα συνηθισμένα του. Με αυτόν τον τρόπο ο άλλος, που τον παρακολουθούσε, τα παρατήρησε όλα και κατόπιν γύρισε στο κατάλυμά του. Την επόμενη βραδιά, που λέτε, τούτος ο άλλος σηκώθηκε πιο νωρίς και έφτασε πρώτος στο σπίτι της μοιχαλίδας. Εκεί έβγαλε γάβγισμα σαν σκυλάκι, έτσι που εκείνη νόμισε πως επρόκειτο για τον τακτικό εραστή της. Αμέσως, λοιπόν, η κυρά έσβησε τη λάμπα, μην τυχόν τον πάρει είδηση κανείς, και του άνοιξε την πόρτα. Μια και δυο, μπήκε μέσα αυτός και πέσανε ευθύς να κάνουν έρωτα. Έλα όμως που ύστερα από λίγο κατέφτασε και ο κανονικός εραστής της γυναίκας. Όπως ήταν επόμενο, βάλθηκε και αυτός να ξεφωνίζει απ᾽ έξω σαν το σκυλί, καθώς ήταν το συνηθισμένο σύνθημα. Τότε ο άλλος, που ήταν ήδη εντός, κατάλαβε ποιός καμωνόταν απέξω το σκυλάκι που γαβγίζει. Σηκώθηκε λοιπόν, στάθηκε στην από μέσα μεριά του σπιτιού και βάλθηκε να ουρλιάζει «γαβ γαβ» με όλη τη δύναμη της φωνής του, σαν να ήταν κανένας θεόρατος σκύλαρος. Έτσι ο απ᾽ έξω το πήρε χαμπάρι πως ο εσωτερικός ήταν πιο δυνατός από τον ίδιον. Έβαλε λοιπόν την ουρά στα σκέλια και αποχώρησε.

301. Ο κλέφτης και ο πανδοχέας.
[301.1] Μια φορά ένας κλέφτης κατέλυσε σε κάποιο πανδοχείο. Εκεί καθόταν και περίμενε μερικές μέρες, ψάχνοντας ευκαιρία να σουφρώσει τίποτε. Του κάκου όμως — δεν μπορούσε να το καταφέρει. Ώσπου μια μέρα ο ξενοδόχος φόρεσε την ωραία καινούργια φορεσιά του (ήταν, βλέπετε, γιορτή) και στρογγυλοκάθισε μπροστά στην πόρτα του πανδοχείου του. Τον πήρε είδηση τότε ο λωποδύτης, προσέχοντας κιόλας ότι για καλή του τύχη δεν βρισκόταν κανένας άλλος τριγύρω. Πήγε λοιπόν και ο ίδιος, έλαβε θέση δίπλα στον πανδοχέα και έπιασε κουβέντα μαζί του. Έτσι κύλησε αρκετή ώρα με τις ιστορίες που έλεγαν ο ένας στον άλλον, ώσπου ξαφνικά ο κλέφτης άρχισε να χασμουριέται, και μαζί με το χασμουρητό του έβγαζε και άγρια ουρλιαχτά σαν λύκος. Φυσικά, ο χανιτζής απόρησε μαζί του: «Καλά, γιατί κάνεις έτσι;». Ο μπαγάσας τότε του ξεφούρνισε το εξής παραμύθι: «Κοίτα να δεις, έτσι που ήρθε το πράγμα, θα σου πω την αλήθεια. Όμως σε θερμοπαρακαλώ να μου φυλάξεις τα ρούχα μου, που θα αναγκαστώ να τα αφήσω εδώ χάμω. Βλέπεις, καλέ μου κύριε, εγώ — πώς να σου το πω, από πού μου έρχεται και βγάζω τέτοια χασμουρητά, δεν έχω ιδέα· αν είναι για τις αμαρτίες μου ή για άλλον λόγο, όσα ξέρεις εσύ, ξέρω κι εγώ. Πάντως, η ουσία της υπόθεσης είναι τούτη: άμα χασμουρηθώ έτσι τρεις φορές, ευθύς μεταμορφώνομαι σε λύκο, και ουαί και αλίμονο στους κακομοίρηδες που θα βρω και θα κατασπαράξω». Και καθώς τα έλεγε αυτά, χασμουρήθηκε δεύτερη φορά, και πάλι αμόλησε ένα ουρλιαχτό σαν εκείνο το πρώτο. Ο ξενοδόχος, που λέτε, ακούγοντάς τα αυτά, έχαψε την ιστορία του απατεώνα και τα χρειάστηκε από τον φόβο. Πετάχτηκε λοιπόν όρθιος και ετοιμαζόταν να πάρει δρόμο. Τότε ο κλεφταράς τον άδραξε από το ρούχο του και το έριξε στα παρακάλια: «Αμάν, καλέ μου κύριε, περίμενε μια στιγμή. Νά, πιάσε εδώ τα ρουχαλάκια μου, μην τύχει και τα χάσω». Και πάνω εκεί που τον εκλιπαρούσε, νά σου που άνοιξε τη στοματάρα του και βάλθηκε να χασμουριέται για τρίτη φορά. Πάνιασε παρευθύς ο πανδοχέας από τον τρόμο μην τυχόν τον κατασπαράξει ο λυκάνθρωπος. Μια και δυο, λοιπόν, έβγαλε τη φορεσιά του, την παράτησε επί τόπου και έτρεξε σαν τρελός μέσα στο χάνι του· εκεί σφάλισε πίσω του τις αμπάρες και χώθηκε στο πιο μέσα δωμάτιο που διέθετε. Έτσι ο κλέφτης μάζεψε με την ησυχία του τα ωραία ρούχα και έγινε καπνός.
Δίδαγμα: Αυτά παθαίνουν όσοι πιστεύουν τις ψευδολογίες.

302. Ο ποντικός και ο βάτραχος.
[302.1] Τον καιρό εκείνο τον παλιό, που όλα τα ζώα μιλούσαν την ίδια γλώσσα, ο ποντικός έπιασε φιλίες με τον βάτραχο και τον κάλεσε να του κάνει το τραπέζι. Τον έμπασε, που λέτε, μέσα στο κελάρι σε κάποιο πλουσιόσπιτο, όπου ήσαν αραδιασμένα όλα τα καλά: ψωμιά, τυριά, μέλι, ξερά σύκα, κάθε λογής λιχουδιές. «Ορίστε, φίλε μου βάτραχε», του είπε, «φάε εδώ πέρα ό,τι τραβάει η όρεξή σου». Ύστερα από αυτά, βέβαια, τον προσκάλεσε και ο βάτραχος με τη σειρά του: «Κάνε μου τη χάρη και κόπιασε και συ στο σπιτικό μου, να γεμίσεις την κοιλιά σου με τα δικά μου τα καλούδια. Τί είναι, τί σε απασχολεί; Μη φοβάσαι καθόλου, εγώ θα στερεώσω με σπάγκο το ποδάρι σου πάνω στο δικό μου, και όλα θα πάνε μια χαρά». Έτσι και έγινε: ο βάτραχος έδεσε το πόδι του ποντικού μαζί με το δικό του· κατόπιν πήρε φόρα και βούτηξε μέσα στη λίμνη, ρυμουλκώντας πίσω του και τον μουσαφίρη του, έτσι δεμένος καθώς ήταν. Φυσικά, ο ποντικός άρχισε αμέσως να πνίγεται μέσα στο νερό. Ψυχομαχώντας όμως προφήτευσε: «Βρε πανάθεμά σε, θα μου το πληρώσεις. Εμένα μπορεί να με σκότωσες, αλλά θα βρεθεί άλλος ζωντανός να πάρει εκδίκηση για χάρη μου». Πράγματι, πάνω στην ώρα ένα γεράκι έβαλε στο μάτι το κουφάρι του ποντικού που επέπλεε στο νερό· όρμησε λοιπόν ευθύς καταπάνω του και το άρπαξε. Μαζί τράβηξε βέβαια και τον βάτραχο, και έτσι τους κατασπάραξε και τους δύο.
Δίδαγμα: Όποιος δίνει άσχημες συμβουλές στον φίλο του θα κινδυνέψει από αυτές και ο ίδιος.

Ζεύξη Απολλώνιου και Διονυσιακού

Αποτέλεσμα εικόνας για Αν έχετε βαρεθεί να σας υπαγορεύουν ποιοι να είστε… δημιουργήστε τη δική σας φιλοσοφία ζωήςΠαράλληλα, η συγκεκριμενοποίηση αποτελεί το μέτρο της λογικής όχι τόσο με την υποταγή, αλλά με τον έλεγχο του συναισθήματος, όχι με την κυριαρχία του τελευταίου από άλογες δυνάμεις, αλλά με την αυτοκυριαρχία του ίδιου. Έτσι, η μετάβαση από το Διονυσιακό στο Απολλώνιο, τερματικά διατηρεί τη νοσταλγική μνήμη της αφετηρίας της: το πολιτισμικό συγκείμενο της κλασικής αρχαιότητας και στην απολλώνιά του μορφή συγκροτείται σε αμάλγαμα όπου εξισορροπούν το συναίσθημα και ο νους κατά αδιάσπαστο μέτρο. Γιατί εκείνο που επιζητείται δεν είναι η βάναυση επιβολή του ενός στοιχείου πάνω στο άλλο, αλλά η οργανική ζεύξη των δύο σε πορεία αμφίδρομης εκλογίκευσης.

Και τούτο γιατί η πορεία αυτή είναι πριν απ’ όλα η νίκη των δυνάμεων της φύσης και ο εξοβελισμός του υπερφυσικού· πρόβαση άλλωστε στην οποία οφείλεται και η εκκοσμίκευση που πιο πάνω αναφέραμε. Αλλά ταυτόχρονα, η ίδια η πρόβαση ανήκει στον δυναμικό τύπο της κοινωνίας όπου βλέπουμε μια καλλιέργεια να διακινείται σταθερά από το υπερφυσικό στο φυσικό. Η προεισαγωγή αυτής της καλλιέργειας, πιο ειδικά της Τέχνης της και γενικότερα η προκαταρκτική εποχή που τη δημιούργησε, αρχίζει με τη Μυθολογία, που παριστά τη φάση του γίγνεσθαι και τον αναβρασμό του ελληνικού πολιτισμού. Στη Μυθολογία, βλέπουμε την πρόβαση του κατά διαβάθμιση εξανθρωπισμού. Ο ανθρωπομορφισμός σαν εξανθρωπισμός έρχεται όχι απότομα, αλλά βαθμιαία και εξελικτικά. Οι Πάνες, οι Σάτυροι, οι Κένταυροι κ.ά, συνθέτουν τη μετάβαση από τη ζωώδη κατάσταση στην ανθρώπινη. Βρισκόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι μιας Διονυσιακής Τέχνης κατά τη Νιτσεϊκή έκφραση, μιας εποχής που ξεχειλίζει από το σφρίγος της ζωής, από τις ορμές της. Μια εποχή αισθησιακή στο έπακρο και αισθητικά άρτια.
 
Ωστόσο, η μεταβατική αυτή περίοδος που οδηγεί το πέρασμα από το ζώο στον άνθρωπο, σύγκαιρα είναι και η ίδια η πρόβαση που οδηγεί από τα ορμέμφυτα προς τη Λογική. Όπως παρατηρήσαμε, το μέτρο της ελευθερίας για την τιθάσευση των ορμών, του πάθους και των αδυναμιών, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και η σύμφυτή του λογική. Και η έμφυτη ιδιότητά του, είναι αυτό που λέγει ο Αριστοτέλης, ότι ο άνθρωπος είναι «συνδυαστικός και επιστήμης δεκτικός».
 
Η ικανότητα του ανθρώπου να δομεί με τα στοιχεία από τα οποία συγκροτείται ο κόσμος του, τον κόσμο του και να τα συνδυάζει κατά τρόπο ώστε να τον εξυπηρετούν καλύτερα, εννοώντας τα καλύτερα, είναι κατά βάση μια απομυθωτική ενέργεια που κρύβει μέσα του. Η αμφιβολία τον οδηγεί στη σκέψη, η απορία στα προβλήματά του βρίσκει διέξοδο στη φιλοσοφία, η απορία στη συντήρησή του, στην οικονομία Από την τελευταία ξεκινά και στην τελευταία κατατείνει η δραστηριότητά του μέσα στην πολιτεία και την κοινωνία Και η κοινωνία της «πόλεως» είναι μια κοινωνία συντήρησης — σαν παραδοσιακή που είναι—. Πρόκειται για μια δίτροπη συντήρηση: από τη μια εκλαμβάνεται σε στενή έννοια και αφορά τα μέσα διατροφής και από την άλλη τη διατήρηση των σύστοιχων χαρακτηριστικών της τρέχουσας νοοτροπίας, αλλά και των ευρύτερων πολιτισμικών αξιών που επάγει στο άτομο. Αλλά να που γίνεται το μεγάλο βήμα στην Ιστορία: είναι εκείνο το οποίο υπογραμμίσαμε πιο πάνω. Ο φιλελευθερισμός ξεπροβάλλει από την κοινωνία της συντήρησης και αντιμάχεται το πνεύμα της, μετατρέπει το μονοδιάστατο σε διαφοροποιημένο, τον ενικό σε πληθυντικό, την εγκράτεια σε αφθονία Και η εξέλιξη αυτή μεταλλάσσει τη συντήρηση σε ελευθερία. Γιατί ελεύθερος από κάθε προκατάληψη, από τη δεσμώτρα βιοτική και ηθική συντήρηση είναι εκείνος που έχει απελευθερωθεί από τη δεσποτεία της ανάγκης.
 
Αυτή, όπως θα δούμε, είναι και η αιτιολογική δικαίωση της δουλείας μέσα σ’ όλο το σύστημα της «πόλεως». Ο δούλος εξασφαλίζει τα αναγκαία για τη ζωή των ελευθέρων και κατά συνέπεια υπεύθυνων πολιτών, θεραπεύει τις βιοτικές ανάγκες τους, ώστε αυτοί να ’χουν το χρόνο και τη διάθεση να στοχάζονται και να διαλέγονται ελεύθερα Είναι δούλος για να είναι οι άλλοι ελεύθεροι. Αλλά το μέτρο των αναγκών είναι το σημαντικό: οι ανάγκες δεν πολλαπλασιάζονται ατελεύτηκα, ώστε να υποδουλώνουν και τον ελεύθερο. Είδαμε το Σωκράτη να διακηρύττει την αυτάρκεια και την αυτονομία ο αυτάρκης οικονομικά, είναι ηθικά αυτόνομος και πολιτικά ελεύθερος. Στη βιοάποψη της κλασικής αρχαιότητας, το μέτρο αναφέρεται και στις ανάγκες. Αυτές δεν υποτιμούνται, κάθε άλλο, αλλά και δεν αυξάνονται όπως μπορούν, εκτεινόμενες στο άπειρο. Με την ίδια τάξη που επάγουν στον οργανισμό οι λειτουργίες του, σι βιοτικές ανάγκες είναι μέσον, δεν είναι σκοπός. Μέσο για να ζήσει κανείς, όχι σκοπός της ζωής. Σκοπός είναι η ευδαιμονία που παρέχουν στον άνθρωπο οι αρετές. Και αυτές τις χαρίζει είδαμε, η γνώση, η οποία όμως αποκτάται με την κινητοποίηση της σκέψης. Ένας οργανισμός που τρέφεται και κατά συνέπεια ζει, δεν υπάρχει αν δεν λειτουργεί —όπως θα πρέπει να λειτουργήσει— ελεύθερος ο εγκέφαλος. Αυτός δεν είναι μόνον ο λόγος που δικαιώνει τη δουλεία αλλά και που την αναιρεί. Γιατί και ο δούλος σε τι διαφέρει από έναν ελεύθερο αναφορικά προς τις ανθρωπολογικές ικανότητές του; Έτσι, είδαμε να ξεπροβάλλουν ρωμαλέες οι πρώτες στην ιστορία ιδέες για ισότητα όλων των ανθρώπων και κατάργηση κάθε μορφής διακρίσεων.
 
Ωστόσο την παραπάνω αντινομία δεν μπορεί να ξεπεράσει η κοινωνία της «πόλεως». Και οι λόγοι, θα δούμε παρακάτω, είναι οικονομικοί, αλλά και τεχνικοί Γιατί, από την ανάπτυξή μας είναι πρόδηλο πως η δουλεία επιτελεί μια λειτουργία που στις μέρες μας κάνουν οι μηχανές και τα αυτόματα, τα αποτελέσματα δηλαδή της τεχνικής.
 
Στην κοινωνία της «πόλεως» όμως η τεχνική δεν είναι παρά υποτελής στο λόγο. Σε αντίθεση προς τους άρχοντες που είναι άνθρωποι που υπόκεινται στο λόγο, που θέλγουν και θέλγονται από τον ορθολογισμό και τον αποθαυμασμό του, σε αντιστοιχία προς αυτούς, οι δούλοι είναι οι άνθρωποι της εργασίας. Όπως τα πόδια είναι δούλοι του σώματος, έτσι και η τεχνική είναι δούλη της λογικής.
 
Κάτω λοιπόν από αυτές τις προϋποθέσεις, η εξίσωση της τεχνικής προς τη δουλεία, επιφέρει το αναπόδραστο αποτέλεσμα της μη ανάπτυξης της πρώτης και της ανάπτυξης της δεύτερης. Οι θεωρητικές βάσεις της επιστήμης έχουνε μια παρεπόμενη σημασία που σχετίζεται άμεσα προς τον όλο παραγωγικό μηχανισμό και τη φύση της οικονομίας. Πα παράδειγμα, η ατμομηχανή ως θεωρητική αρχή, ακόμα και σαν πρακτική εφαρμογή, ήτανε γνωστή από τον Ήρωνα, η «αιολόσφαιρα» ή ο «ατμοστρόβιλος» ο οποίος δεν εξελίχθηκε πέρα από παιδικά παιχνίδια με τα οποία διασκέδαζαν τα πριγκιπόπουλα των Πτολεμαίων ή σκηνικά τεχνάσματα που χρησιμοποιούνταν στα θέατρα Και τούτο γιατί όπως η τεχνική υπόκειται στο λόγο, έτσι και ο λόγος σχετίζεται προς την παραγωγική πρόβαση που, όπως τονίσαμε, ήταν απρόσφορη για τη μεγάλη και αποφασιστική στροφή.
 
Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το αγλάισμα της ισορροπίας που εμφανίζει η κοινωνία της κλασικής αρχαιότητας ποιες μορφές παίρνει η τέχνη και πώς συνδυάζεται ο φιλοσοφικός στοχασμός; Αμφότερες οι εκφάνσεις της κοινωνικής και οικονομικής ανωδομής δεν μπορεί να είναι διαφορότροπες και, με μια λέξη, οι διάφορες μορφές τους εκφράζουν και αυτές την αρμονία, το μέτρο και την τάξη.
 
Η αρχιτεκτονική, πρώτ’ απ’ όλα, είναι «κλασική» με τη βαρύτητα που δίνει στον όρο ο πατέρας της Αρχαιολογίας ο Winckelmann. Το τελειότερο δημιούργημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι αναμφισβήτητα ο Παρθενώνας, πάνω στην Αθηναϊκή Ακρόπολη. Μνημείο θρησκευτικό, περισσότερο όμως μεγαλειώδης εκδήλωση της πολιτικής και κοινωνικής συνάμα και καλλιτεχνικής ακμής των Αθηνών, υψώνεται στον ιερό βράχο σαν ορατή παρουσία του κλασικού πνεύματος που κατορθώνει, πέρα από τις αφηρημένες γραμμές, πάνω από κάθε μηχανικό μέτρο, να πάρει τη μορφή της βιοτικής ευμάρειας, της ηρεμίας και της ισορροπίας. Η ελαφρά καμπυλότητα των κιόνων στο μέσο, η ανισότητα των διακένων ανάμεσα στους κίονες που δεν γίνεται αντιληπτή, οι μετώπες με τα ανάγλυφα, όπως και η ζωοφόρος, με τη θεματολογία από τη μυθολογία και την επίσημη καθημερινότητα, απελευθερώνουν την ψυχρή ηρεμία από τη μηχανική και της προσδίνουν μια έντονα δυναμική μορφή της βιοτικής και πνευματικής τάξης και αρμονίας. Ο Παρθενώνας πιο ειδικά, συγκεντρώνει το νατουραλισμό με το ρυθμό μιας ατομοκρατικής Τέχνης, εξισορροπεί στην αρχιτεκτονική του εκδήλωση το πηγαίο συναίσθημα, την ίδια τη φύση, με την τάξη του λόγου και αμφότερα τα συνενώνει σ’ ένα αδιάσπαστο σύνολο.

Θέλει τόλμη για να παίξεις στο θέατρο της ζωής

Το φθηνό θέατρο της ζωής σου, κάθε μέρα η ίδια παράσταση …
Με όλα τα φώτα αναμμένα, όλους τους προβολείς στοιχισμένους και την μαρκίζα φανταχτερή.
Στο φθηνό θέατρο της ζωής σου, το έργο παιγμένο πολλές φορές. Πολλές και οι πρόβες, για χρόνια ολόκληρα, μπορεί και καθημερινά.
Ίσως, με άλλους πρωταγωνιστές. Άλλες φορές πιο γελαστούς, άλλες πιο γκλαμουράτους, άλλες πάλι σαν και εσένα ατάλαντους.
Στο φθηνό θέατρο της ζωής σου, ακόμα και οι κομπάρσοι αναμενόμενοι .
Να στέκουν εκεί, προσπαθώντας να κρατήσουν το έργο ζωντανό, ενώ οι ίδιοι μουντοί και σχεδόν απελπισμένοι.
Στο φθηνό θέατρο της ζωής σου, όλα ντυμένα ακριβά.
Επιτηδευμένα, πολυτελή, κραυγάζοντας την επιτυχία.
Τα καθίσματα από βελούδο.
Οι τοίχοι ντυμένοι με ακριβή ταπετσαρία.
Τα καμαρίνια όλο εφέ, μα κενά...
Στο φθηνό θέατρο της ζωής σου, η παράσταση ανεβαίνει τις ίδιες ώρες κάθε μέρα.
Κάποιες φορές και παραστάσεις διπλές. Έτσι για να μπορούν όλοι να τις παρακολουθήσουν.
Στο φθηνό θέατρο της ζωής σου, η σκηνοθεσία άψογη, καλοστημένη, επεξηγηματική.
Στο φθηνό θέατρο της ζωής σου, η υπόθεση του έργου ευφάνταστη, καλογραμμένη, χωρίς κενά και το σενάριο τόσο μα τόσο έξυπνο.
Στο φθηνό θέατρο της ζωής ήλπιζες για χρόνια ολόκληρα στην αγάπη, διψούσες για έρωτα, καιγόσουν για δύο μάτια, διψούσες για μια θάλασσα.
Μα η ζωή δεν έχει σενάρια, δεν παίρνει πρόβες και σιχαίνεται την υποκριτική ικανότητα.
Η ζωή δεν έχει ανάγκη από πρόβες, ούτε από χειροκρότημα.
Η ζωή θέλει κάθε που σηκώνεται η αυλαία να φωνάζεις παρών με όλη σου την δύναμη…
Θέλει η ψυχή σου να ξεσκίζει τα σπλάχνα σου, να χοροπηδάει στην δική της μουσική.
Στο φθηνό θέατρο της ζωής σου εσύ απλά θεατής και η παράσταση κάθε μέρα sold out

Ο “λίγος” βλέπει τα όνειρα του να τα ζουν οι τολμηροί

Λίγος
Ετυμολογία: Στον ενικό αριθμό χρησιμοποιείται με μη αριθμητά ουσιαστικά για να δηλώσει μικρή, περιορισμένη ποσότητα.

Πραγματικότητα:
Εκείνος που αρκείται σε μια ζωή περιορισμένη.
Εκείνος που φοβάται να ζήσει τα όνειρά του.
Εκείνος που σπαταλά την ζωή του σε στόχους που δεν τολμά να αγγίξει.
Εκείνος που μπροστά στην ζωή, δηλώνει πάντα απών.
Εκείνος που αναλώνεται στα “θα” που δεν γίνονται ποτέ πράξη.
Εκείνος που δεν τολμάει να ρισκάρει.
Εκείνος που αρκείται να επιθυμεί μα όχι να απολαμβάνει.
Εκείνος που στο μυαλό του φτιάχνει τα σενάρια μα ξεχνάει πως η ζωή, δεν είναι ταινία.. δεν έχει πρόβα και rewind. Δεν έχει σκηνοθεσία και το σενάριο γράφεται ερήμην!
Εκείνος που τα λόγια του είναι πολλά, ξεστομίζονται εύκολα, σχηματίζουν όνειρα και δημιουργούν προσδοκίες. Μόνο που τίποτα από αυτά δεν συναντάται με την πραγματικότητα.
Εκείνος που βλέπει τα χρόνια της ζωής να περνάνε και μένει θεατής.
Εκείνος που υποτάσσεται στα κουτάκια των άλλων, στις απαιτήσεις των δειλών και στα όρια των ανίκανων.
Βλέπει τα όνειρα του να τα ζουν οι τολμηροί.
Βλέπει τις επιθυμίες του να τις γεύονται οι γενναίοι.
Βλέπει τον άνθρωπό του να φεύγει και να του αφήνει την σκηνή άδεια… για να ανεβάσει το επόμενο μονόπρακτο.
Γιατί στο τέλος, ο λίγος είναι εκείνος που έκανε πολλά όνειρα, είπε πολλά λόγια και δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες.
Μόνο που έμεινε σε μια περιορισμένη ποσότητα ζωής...


ΥΓ. Μην ψάχνεις φύλο, ανταποκρίνεται και στα δυο... μην βιαστείς να πεις κάποιον λίγο αν δεν κοιτάξεις το πολύ σου...

Αν έχετε βαρεθεί να σας υπαγορεύουν ποιοι να είστε… δημιουργήστε τη δική σας φιλοσοφία ζωής

«Το άτομο πάντα έπρεπε να παλεύει, για να μη συντριβεί από τη μάζα. Αν το προσπαθήσετε, θα νιώθετε συχνά μόνοι, και ορισμένες φορές, φοβισμένοι. Αλλά δεν υπάρχει αρκετά υψηλό τίμημα που μπορούμε να πληρώσουμε για το προνόμιο του να ανήκουμε στον εαυτό μας» – Friedrich Nietzsche

Σε έναν κόσμο που προσπαθεί συνεχώς να σας πει ποιοι πρέπει να είστε, είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να χτίσετε το κουράγιο να χαράξετε το δικό σας μονοπάτι.

Αλλά τι συμβαίνει αν δεν θέλουμε να γίνουμε σαν αυτούς; Οι στόχοι ζωής καθορίζονται πλήρως από την οπτική μας. Αυτό που είναι σημαντικό είναι η στρατηγική που θα μάς βοηθήσει να φτάσουμε εκεί.

Η εγκαθίδρυση μιας προσωπικής φιλοσοφίας αποτελεί μια αέναη σχεδόν διαδικασία. Όσο μεγαλώνετε, αφυπνίζεστε από νέες ιδέες και διδάσκεστε δύσκολα μαθήματα μέσα από σκληρές δοκιμασίες, πρόκειται να κάνετε κάποιες διορθώσεις στην πορεία σας. Εντούτοις, παρόλα αυτά, υπάρχει η δυνατότητα να χαράξετε μια αμετάβλητη σειρά από standards που θα σας βοηθήσουν να αντέξετε τις απότομες στροφές και κατηφόρες της ζωής. Σκεφτείτε την προσωπική φιλοσοφία ως ένα χάρτη σχεδιασμένο μόνο για εσάς. Μόνο εσείς μπορείτε να τον καταλάβετε. Είναι η πυξίδα σας.

Αν και δεν μπορώ να φτιάξω το δικό σας χάρτη, μπορώ να σας δείξω πώς έφτιαξα εγώ τον δικό μου. Οι οδηγίες είναι υπερβολικά απλές- το μονοπάτι προς την αυτογνωσία δεν είναι. Έμαθα ότι, παρά τις προσπάθειες και τα λάθη, η δόμηση μιας προσωπικής φιλοσοφίας συμπυκνώνεται στις απαντήσεις σε πέντε βασικές ερωτήσεις. Αυτές οι απαντήσεις θα σας βοηθήσουν να μείνετε στην πορεία σας παρά τα φουρτουνιασμένα νερά, τους περισπασμούς, και αντίθετα στη συνεχή ανάγκη να συγκρίνουμε τις πράξεις μας με εκείνες των γύρω μας.

Όπως είχε πει ο Sigmund Freud: «Είναι αδύνατο να αποδράσουμε της εντύπωσης ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν λανθασμένα μέτρα αξιολόγησης- ότι αναζητούν την εξουσία, την επιτυχία και τον πλούτο για τον εαυτό τους και την θαυμάζουν στους άλλους και όταν υποτιμούν την αληθινή αξία της ζωής».  Βέβαια, ήταν δύσκολο να ξεχωρίσω ποιες είναι οι πραγματικές αξίες της ζωής μου. Στο τέλος, κατέληξα στις 3 βασικές για εμένα αξίες: αυθεντικότητα, δημιουργικότητα και υπηρεσία. Ξέρω ότι αν παραβιάσω κάποια από αυτές, θα ακολουθήσω ένα μονοπάτι που θα με οδηγούσε σε έναν προορισμό που δεν θέλω να φτάσω. Σε μια ζωή που δεν θέλω να ζήσω.

Ο καθορισμός των βασικών σας αξιών βοηθά στις σκληρές αποφάσεις. Αντί να ζυγίζετε τους πολλούς διαφορετικούς παράγοντες, αυτό που χρειάζεται είναι να αναρωτιέστε αν παραβιάζουν κάποια από τις τρεις σας αξίες. Αν ναι, τότε το αφήνετε και προχωράτε.

Αν προσέξατε, μίλησα για αποφάσεις και όχι για αποτελέσματα. Και αυτό επειδή το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ πραγματικά εγγυημένο. Μπορεί να πάρουμε όλες τις σωστές αποφάσεις και πάλι να καταλήξουμε στα αντίθετα αποτελέσματα. Και το αντίθετο• μπορούμε να πάρουμε όλες τις λάθος αποφάσεις και να καταλήξουμε σε ένα θετικό αποτέλεσμα. Υπάρχει πάντα το στοιχείο της τύχης που επιδρά εδώ. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να παίρνουμε αποφάσεις, με τις οποίες νιώθουμε καλά, επειδή είναι το μόνο πάνω στο οποίο έχουμε πλήρη έλεγχο. Πάρτε αποφάσεις που συμφωνούν με την ιδιαίτερη φύση σας.
«Είμαστε αυτό που επαναλαμβάνουμε. Το μεγαλείο, λοιπόν, δεν είναι μια πράξη, αλλά μια συνήθεια» – Will Durant
Οι συνήθειες είναι μοναδικές για τον καθένα μας. Η παρανόηση εδώ είναι ότι χρειαζόμαστε μέρες για να διαμορφώσουμε μια νέα συνήθεια, αλλά είναι λάθος. Ένα άλλο αποθαρρυντικό στοιχείο είναι ότι το πόσο θα χρειαστούμε για να αυτοματοποιήσουμε μια συμπεριφορά, εξαρτάται από το άτομο και τις συνθήκες. Οι συνήθειές μας πρέπει να βελτιστοποιούν την ενέργειά μας, το περιβάλλον και τον τρόπο με τον οποίο διακρίνουμε και οργανώνουμε τις νέες πληροφορίες. Αν κοιτάξουμε τους άλλους για έμπνευση, όσο κι αν το κάνουμε, στο τέλος οι δικές συνήθειες θα βασίζονται περισσότερο στα μοναδικά μας στοιχεία.

Το πρώτο πράγμα που ερεύνησα ήταν τη ροή και το ρυθμό της ενέργειάς μου μέσα στη μέρα. Πότε έπεφτε και πότε ανέβαινε; Πότε ήμουν πιο συγκεντρωμένος; Μόλις καταφέρετε να απαντήσετε σε αυτές τις ερωτήσεις, θα μπορείτε να ενσωματώσετε συνήθειες στην καθημερινότητά σας ανάλογα, ώστε να καταφέρνετε και να αποδίδετε περισσότερο. Κάτι άλλο που πρόσεξα ήταν οι συνθήκες.

Δεν είναι εύκολο. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να ξεκινάμε με τα μικρά πράγματα. Εκείνα που δεν φαίνεται ότι θα καταφέρουν κάποια τεράστια αλλαγή, αλλά θα συνεισφέρουν τελικά σε αυτή. Η απόφασή μου λοιπόν ήταν να ξυπνάω μια ώρα νωρίτερα το πρωί, ώστε να ολοκληρώνω κάποιες από τις δουλειές μου.

Οι δυνατότητες είναι άπειρες. Πειραματιστείτε. Δείτε τι λειτουργεί. Αναθεωρήστε αν χρειαστεί. Αλλάξτε. Δημιουργήστε συνήθειες. Θα κάνετε σίγουρα λάθη, αλλά διορθώνονται.
«Οι άνθρωποι πάντα κατηγορούν τις συνθήκες για αυτό που είναι. Εγώ δεν πιστεύω στις συνθήκες. Οι άνθρωποι που προχωρούν σε αυτό τον κόσμο είναι οι άνθρωποι που σηκώνονται και ψάχνουν τις συνθήκες που θέλουν και αν δεν μπορούν να τις βρουν, τις φτιάχνουν» – George Bernard Shaw
Όταν κάποιος έχει μια σταθερή νοοτροπία και στάση, πιστεύει ότι τα χαρακτηριστικά του είναι σταθερά, δεν μπορούν να αλλάξουν. Βλέπουν τις δεξιότητες και τη γνώση ως στοιχεία μόνιμα και ότι το ταλέντο θρέφει την επιτυχία, παρά την προσπάθεια. Μια νοοτροπία εξέλιξης, όμως, είναι το απολύτως αντίθετο. Σε αυτή, ο άνθρωπος πιστεύει ότι οι δεξιότητες και η γνώση αυξάνονται με την εμπειρία και ότι η προσπάθεια είναι ο βασικός παράγοντας επιτυχίας. Ο δεύτερος τύπος νοοτροπίας είναι που καλλιεργεί τη θετική αλλαγή.

Διαβάζω πολλά γι’ αυτή τη νοοτροπία εξέλιξης- ειδικά πώς να την υιοθετήσουμε, αλλά είναι πιο εύκολο στα λόγια, παρά στην πράξη. Προτιμώ να εστιάζω στο πλαίσιο των προσπαθειών που καταβάλλει ένας άνθρωπος. Φυσικά, δεν είμαστε βέβαιοι ότι οι προσπάθειες που κάνουμε προς έναν συγκεκριμένο στόχο θα είναι σίγουρα και ο λόγος που θα πετύχουμε το στόχο, αλλά έχουμε αρκετή πίστη στους εαυτούς μας για να γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον αξίζει να προσπαθήσουμε;  Δεν ξέρω πώς έφτασα εδώ που είμαι σήμερα, αλλά μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι αν δεν προσπαθούσα ποτέ, η ζωή μου θα ήταν σίγουρα πολύ διαφορετική.

Η Germany Kent έγραψε κάποτε: «ένα αστείο πράγμα για τη ζωή είναι ότι όταν αρχίζεις να προσέχεις τα πράγματα για τα οποία νιώθεις ευγνωμοσύνη, αρχίζεις να χάνεις από το οπτικό σου πεδίο αυτά που δεν έχεις». Εκτός κι αν χρειάζεται στη δουλειά μου, ποτέ δεν κάνω αυστηρό χρονοδιάγραμμα για τους στόχους μου. Δεν χρειάζεται να γράψω πότε πρέπει να κάνω τι και πότε να το έχω καταφέρει. Δεν θέλω να βρεθώ στη λίστα του Forbes. Δεν θέλω να πέσω στην παγίδα του να υπολογίζω, αυτό είναι στην ουσία που μια προσωπική φιλοσοφία ζωής στοχεύει να αποφύγει.

Σημασία έχει να ζείτε μια ζωή γεμάτη νόημα. Να ζείτε αργά και απλά. Να εκτιμάστε τη δύση του ηλίου με μια κούπα καφέ και αγκαλιά με το/τη σύντροφό σας. Να βγαίνετε, να ζείτε στιγμές με τους φίλους σας. Είναι το τώρα αυτό που αξίζει τελικά.

Η διαμόρφωση μια προσωπικής φιλοσοφίας είναι σχετικά εύκολη. Η διατήρησή της είναι δύσκολη. Θα υπάρξουν κάποια πράγματα που θα σας τεστάρουν στο πέρασμα του χρόνου. Τα χρήματα. Οι εφήμερες απολαύσεις. Η πίεση από άλλους. Καθώς είναι αναπόφευκτο ότι θα τα συναντήσετε θα χρειαστεί να έχετε μια ιδέα για το πώς να τα καταπολεμήσετε ή έστω να μειώσετε τις πιθανότητες να σας απομακρύνουν από τον τελικό σας στόχο.

Ποιος είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να μειώσετε την επιρροή τους; Ταιριάξτε μεταξύ τους τις ανάγκες με τα θέλω σας. Αποφύγετε την παγίδα της δέσμευσης της ταυτότητάς με τα υλικά αντικείμενα. Καταλάβετε ότι αυτό που σας κάνει μοναδικό δεν είναι αυτό που αγοράζετε. Εστιάστε λιγότερο σε αυτό που οι άλλοι νομίζουν ότι κάνετε στη ζωή σας. Κλείστε τα αυτιά σας σε αυτό που οι άλλοι θέλουν να επιβάλλουν σε εσάς.

Τα μικρά παιδιά εκφράζουν αυτό που νιώθουν και δεν φοβούνται να αγαπήσουν

Όταν γεννιέται κανείς, ο συναισθηματικός νους –το συναισθηματικό σώμα– είναι απολύτως υγιής. Περίπου γύρω στα τρία με τέσσερα χρόνια αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες πληγές στο συναισθηματικό σώμα, οι οποίες μολύνονται με συναισθηματικό δηλητήριο. Ωστόσο, αν παρατηρήσετε παιδιά που είναι δύο ή τριών ετών, αν δείτε πώς συμπεριφέρονται, θα διαπιστώσετε ότι παίζουν συνεχώς κι ότι πάντα γελούν. Η φαντασία τους είναι τόσο ζωηρή και κάθε τους όνειρο είναι μια περιπέτεια εξερεύνησης. Όταν κάτι δεν πάει καλά, αντιδρούν και υπερασπίζονται τον εαυτό τους, αλλά έπειτα το προσπερνούν και στρέφουν την προσοχή τους και πάλι στην παρούσα στιγμή, για να ξαναπαίξουν και να ξαναδιασκεδάσουν. Ζουν τη στιγμή. Δεν ντρέπονται για το παρελθόν· δεν ανησυχούν για το μέλλον. Τα μικρά παιδιά εκφράζουν αυτό που νιώθουν και δεν φοβούνται να αγαπήσουν.

Οι πιο χαρούμενες στιγμές στη ζωή μας είναι όταν παίζουμε σαν παιδιά, όταν τραγουδάμε και χορεύουμε, όταν εξερευνούμε και δημιουργούμε για να διασκεδάσουμε. Νιώθουμε υπέροχα όταν συμπεριφερόμαστε σαν παιδιά, γιατί αυτό είναι το φυσιολογικό για το ανθρώπινο μυαλό, η φυσιολογική ανθρώπινη τάση. Όταν ήμασταν παιδιά, είχαμε αθωότητα και μας ήταν φυσικό να εκφράζουμε αγάπη. Τι μας συνέβη, λοιπόν; Τι συνέβη σε όλο τον κόσμο;

Η απάντηση είναι ότι όταν είμαστε παιδιά, οι ενήλικοι έχουν ήδη την ψυχική ασθένεια, η οποία είναι πολύ μεταδοτική. Πώς μας τη μεταδίδουν; Μας «τραβούν την προσοχή», μας μαθαίνουν να είμαστε σαν εκείνους. Έτσι μεταδίδουμε την ασθένεια στα παιδιά μας και έτσι μας μόλυναν με αυτή οι γονείς, οι δάσκαλοι, τα μεγαλύτερα αδέρφια μας, ολόκληρη η κοινωνία των ασθενών. Μας τράβηξαν την προσοχή και μας έβαλαν πληροφορίες στο μυαλό μέσω της επανάληψης. Έτσι μαθαίνουμε.
Έτσι προγραμματίζουμε το ανθρώπινο μυαλό.

Το πρόβλημα είναι το πρόγραμμα, οι πληροφορίες που αποθηκεύσαμε στο μυαλό μας. Τραβώντας την προσοχή τους, μαθαίνουμε στα παιδιά μια γλώσσα και πώς να διαβάζουν, να συμπεριφέρονται και να ονειρεύονται. Τα εξημερώνουμε όπως ακριβώς εξημερώνουμε έναν σκύλο ή οποιοδήποτε άλλο ζώο:μέσω της τιμωρίας και της ανταμοιβής. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Αυτό που αποκαλούμε διαπαιδαγώγηση δεν είναι τίποτα παραπάνω από εξημέρωση του ανθρώπου.

Φοβόμαστε την τιμωρία, αλλά, αργότερα, φοβόμαστε ότι δεν θα πάρουμε ανταμοιβή, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί για τους γονείς, τα αδέρφια ή τον δάσκαλό μας. Έτσι γεννιέται η ανάγκη της αποδοχής. Προηγουμένως, δεν μας ενδιέφερε αν μας αποδέχονταν ή όχι. Οι απόψεις των άλλων δεν ήταν σημαντικές, κι αυτό γιατί απλά θέλαμε να παίζουμε και να ζούμε τη στιγμή.

Ο φόβος ότι δεν θα ανταμειφθούμε μετατρέπεται σε φόβο της απόρριψης. Ο φόβος ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί μας ωθεί να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε, να δημιουργήσουμε μια εικόνα του εαυτού μας. Έπειτα προσπαθούμε να παρουσιάσουμε αυτή την εικόνα του πώς θα ήθελαν οι άλλοι να είμαστε, απλά για να γίνουμε αποδεκτοί, απλά για να πάρουμε την ανταμοιβή. Μαθαίνουμε να προσποιούμαστε ότι είμαστε κάτι που δεν είμαστε και εξασκούμαστε στο να γίνουμε κάτι διαφορετικό, ώστε να είμαστε καλοί για τους γονείς, τον δάσκαλο, τη θρησκεία μας ή οποιονδήποτε άλλο. Εξασκούμαστε συνεχώς και γινόμαστε δεξιοτέχνες στο να είμαστε κάτι άλλο από τον πραγματικό μας εαυτό.

Σύντομα ξεχνάμε ποιοι είμαστε πραγματικά και αρχίζουμε να ζούμε ως εικόνες του εαυτού μας. Δεν δημιουργούμε μόνο μια εικόνα, αλλά πολλές διαφορετικές, αναλόγως με τις κατηγορίες ανθρώπων που συναναστρεφόμαστε. Αρχικά δημιουργούμε μια εικόνα στο σπίτι και μια άλλη στο σχολείο και όταν μεγαλώνουμε δημιουργούμε ακόμη περισσότερες.

Το ίδιο ισχύει και για μια συνηθισμένη σχέση μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας. Η γυναίκα έχει μια εξωτερική εικόνα που προσπαθεί να παρουσιάσει στους άλλους, αλλά όταν είναι μόνη της έχει άλλη εικόνα για τον εαυτό της. Κι ο άντρας έχει μια εξωτερική και μια εσωτερική εικόνα. Όταν είναι πια ενήλικοι, η εσωτερική και η εξωτερική εικόνα είναι πλέον τόσο διαφορετικές που δεν ταιριάζουν σχεδόν καθόλου. Έτσι, σε μια σχέση μεταξύ άντρα και γυναίκας υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις εικόνες. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να μάθουν πραγματικά ο ένας τον άλλο; Δεν είναι. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προσπαθήσουν να κατανοήσουν την εικόνα. Όμως, υπάρχουν κι άλλες εικόνες που πρέπει να αναφέρουμε.

Όταν ένας άντρας γνωρίζει μια γυναίκα, δημιουργεί μια εικόνα για εκείνη από τη δική του οπτική, και το ίδιο κάνει κι η γυναίκα για τον άντρα. Έπειτα προσπαθούν να βάλουν τον άλλο στο καλούπι της εικόνας που έφτιαξαν για εκείνον. Τώρα υπάρχουν ανάμεσά τους έξι εικόνες που τους χωρίζουν. Φυσικά, λένε ψέματα ο ένας στον άλλο ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούν. Η σχέση τους βασίζεται στον φόβο και στο ψέμα. Δεν βασίζεται στην αλήθεια, επειδή δεν μπορούν να δουν μέσα από την ομίχλη. Όταν είμαστε μικροί, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των εικόνων του εαυτού μας. Οι εικόνες μας δεν αμφισβητούνται, μέχρι που αρχίζουμε να αλληλεπιδρούμε με τον εξωτερικό κόσμο και δεν έχουμε πια την προστασία των γονιών μας.

Όταν είμαστε παιδιά, μαθαίνουμε ότι οι απόψεις των άλλων είναι σημαντικές και ζούμε σύμφωνα με αυτές. Η άποψη κάποιου μπορεί να μας ρίξει στην κόλαση, ακόμη κι αν δεν είναι αλήθεια: «Είσαι άσχημος. Κάνεις λάθος. Είσαι χαζός». Οι απόψεις έχουν μεγάλη επιρροή στην ασυλλόγιστη συμπεριφορά όσων ζουν στην κόλαση. Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη να ακούμε ότι είμαστε καλοί, ότι τα πάμε καλά, ότι είμαστε όμορφοι. «Πώς σου φαίνομαι; Σου άρεσε αυτό που είπα; Πώς τα πήγα;» Έχουμε ανάγκη να ακούμε τις γνώμες των άλλων, επειδή έχουμε εξημερωθεί και μπορούμε να χειραγωγηθούμε από αυτές. Γι’ αυτό αποζητάμε την αναγνώριση των άλλων· χρειαζόμαστε συναισθηματική στήριξη· έχουμε την ανάγκη να γίνουμε αποδεκτοί από το εξωτερικό Όνειρο μέσω των άλλων.

Τόσοι άνθρωποι υποφέρουν λόγω των ψεύτικων εικόνων που προβάλλουμε. Όλοι προσποιούμαστε ότι είμαστε εξαιρετικά σημαντικοί, αλλά, ταυτόχρονα, πιστεύουμε ότι είμαστε ένα μηδενικό. Προσπαθούμε σκληρά να γίνουμε κάποιοι σε αυτή την κοινωνία του Ονείρου, να μας αναγνωρίσουν και να μας αποδεχτούν. Προσπαθούμε να είμαστε σημαντικοί, να πετύχουμε, να αποκτήσουμε ισχύ, να γίνουμε πλούσιοι και διάσημοι, να εκφράσουμε το προσωπικό μας όνειρο και να το επιβάλουμε στους γύρω μας. Γιατί; Διότι πιστεύουμε ότι το Όνειρο είναι πραγματικό και το αντιμετωπίζουμε πολύ σοβαρά.

Τι δημιουργεί σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα πλάσματα;

Πρέπει να πετάξετε όλα όσα έχετε συσσωρεύσει, όχι υλικά πράγματα, αλλά τα ψυχολογικά, πετάξτε όλα όσα έχετε μαζέψει μέσα σας. Αυτό θα είναι πολύ δύσκολο, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι πρέπει να υπάρξει ελευθερία. Ξέρετε ότι η λέξη “ελευθερία” ετυμολογικά σημαίνει επίσης “αγάπη”. Όταν υπάρχει εσωτερική ελευθερία – απεριόριστη και σε τεράστια βάθη- υπάρχει επίσης αγάπη. Και για να το ανακαλύψετε αυτό ή για να συναντήσετε εκείνο τον ολιστικό τρόπο ζωής στον οποίο δεν υπάρχει ιδιοτέλεια πρέπει να υπάρξει ελευθερία από τις τριβές, από τις συγκρούσεις στις σχέσεις σας.

Και τι δημιουργεί σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα πλάσματα; Στη σχέση με την γυναίκα σας, με τον άντρα σας, με τα παιδιά σας -που είναι οι πιο στενές σχέσεις -τι είναι εκείνο που δημιουργεί σύγκρουση; Δεν είναι αλήθεια ότι έχετε μια εικόνα για την γυναίκα σας και εκείνη για σας; Αυτή η εικόνα έχει χτιστεί πολύ πολύ προσεχτικά σε μικρή ή μεγάλη περίοδο. Αυτή η σταθερή καταγραφή του εγκεφάλου στη σχέση με έναν άλλον είναι και η εικόνα που έχετε δημιουργήσει. Και αυτή η εικόνα διαιρεί. Και κυρίως όταν ζεις στο ίδιο σπίτι με το άλλο πρόσωπο, όπου υπάρχει όλη η αναταραχή και προσπαθείς να ξεφύγεις από αυτή κάνοντας διάφορα. Αλλά ότι κι αν κάνεις, όπου κι αν πας, εξακολουθείς να έχεις τα προσωπικά σου προβλήματα, τις επιθυμίες σου, τους στόχους σου, που και πάλι γυρνάνε σε σύγκρουση.

Μπορείτε, λοιπόν, να ζείτε χωρίς να έχετε την παραμικρή εικόνα για τον άλλο; Καμία απολύτως εικόνα. Το έχετε ποτέ δοκιμάσει; Δείτε την λογική του, την ορθότητά του. Όσο συνεχίζεται ο μηχανισμός κατασκευής εικόνων, καταγράφοντας την προσβολή ή την κολακεία, δημιουργεί εικόνες για τους άλλους και αυτές οι εικόνες είναι παράγοντας διαίρεσης. Είναι δυνατόν, λοιπόν, να ζείτε χωρίς να έχετε την παραμικρή εικόνα;

Τότε θ ανακαλύψετε τι σημαίνει αληθινή σχέση, γιατί τότε δεν θα υπάρχει καμιά σύγκρουση στη σχέση. Και αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για να κατανοήσει κανείς τα όρια της σκέψης κι έτσι να ερευνήσει σε βάθος έναν τρόπο ζωής που είναι εντελώς “ακομμάτιαστος”.

Δεν πρέπει να λέμε πάντα τα πάντα, γιατί θα ήταν ανοησία· αυτό όμως που λέμε, πρέπει να είναι εκείνο που σκεφτόμαστε, διαφορετικά είναι κακία

Ακόμα και τα χαρίσματα που έχω και που δεν είναι αξιόμεμπτα, τα βρίσκω άχρηστα σε ετούτο τον αιώνα. Την ευπροσηγορία των τρόπων μου θα την ονόμαζε κανείς ανανδρία και αδυναμία· την πιστότητα και την ευσυνειδησία θα τις έβρισκε τραβηγμένες και δεισιδαίμονες· την ειλικρίνεια και την ανεξαρτησία οχληρές, απερίσκεπτες και ριψοκίνδυνες. Σε κάτι χρησιμεύει η κακοτυχία: καλό κάνει να γεννιέσαι σε έναν πολύ διεφθαρμένο αιώνα, γιατί – σε σύγκριση με άλλους καιρούς – θεωρείσαι ενάρετος δίχως να σου στοιχίζει ακριβά.

Αν στις μέρες μας ένας φίλος δεν αρνιέται ότι του εμπιστεύτηκες χρήματα, αν το παλιό σου πορτοφόλι σου επιστρέφει γεμάτο σκουριασμένα νομίσματα, θαύμα εμπιστοσύνης είναι κι άξιο στις δέλτους των Ετρούσκων να γραφεί, και του πρέπει θυσία στεφανοφόρας προβατίνας. (ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ)

Τίποτα δεν είναι τόσο δημοφιλές όσο η καλοσύνη. (ΚΙΚΕΡΩΝ)

Με τέτοιο μέτρο σύγκρισης θα είχα βρει τον εαυτό μου σπουδαίο και σπάνιο, όπως τον βρίσκω πυγμαίο και κοινότατο σε σύγκριση με μερικούς περασμένους αιώνες, όπου ήταν σύνηθες (αν άλλα ισχυρότερα γνωρίσματα δεν συνέβαλαν), να βλέπεις έναν άνθρωπο συγκρατημένο στην εκδίκηση, αργό στην αδικοπραγία, ευλαβή στην τήρηση του λόγου του, ούτε διπρόσωπο ούτε ευεπηρέαστο ούτε ικανό να συμβιβάσει τις πεποιθήσεις του με τη θέληση άλλων και με τις περιστάσεις. Θα άφηνα μάλλον τα εκκρεμή ζητήματα να σπάσουν τα μούτρα τους, παρά να στρεβλώσω την αξιοπιστία μου προς εξυπηρέτησή τους. Όσο για ετούτη τη νεόφερτη αρετή της προσποίησης και της συγκάλυψης, που είναι αυτήν εδώ την ώρα σε τόσο μεγάλη εκτίμηση, τη μισώ θανάσιμα· και από όλα τα ελαττώματα, δεν βρίσκω κανένα άλλο που να μαρτυράει τόση ανανδρία και πνευματική χαμέρπεια.

Είναι δειλό και δουλοπρεπές χαρακτηριστικό να μεταμφιέζεται κανείς και να κρύβεται κάτω από ένα προσωπείο και να μην τολμάει να εμφανιστεί όπως είναι. Με αυτό τον τρόπο οι σύγχρονοί μας εκπαιδεύονται στη δολιότητα: μαθημένοι να παράγουν ψεύτικους λόγους, δεν το θεωρούν θέμα συνείδησης αν παραβαίνουν το λόγο τους. Ένα ανώτερο μυαλό δεν πρέπει διόλου να διαψεύδει τις σκέψεις του: θέλει τα εσώτερα μέρη του να είναι ορατά. Εκεί, είτε κάθε τι είναι καλό είτε τουλάχιστον κάθε τι είναι ανθρώπινο.

Η αλήθεια είναι το πρώτο και βασικό μέρος της αρετής.
Πρέπει να την αγαπάει κανείς για αυτή την ίδια. Εκείνος που λέει την αλήθεια, επειδή είναι υποχρεωμένος από εξωτερικούς λόγους και επειδή τον εξυπηρετεί, και που δεν φοβάται διόλου να πει ένα ψέμα, όταν αυτό δεν έχει σημασία για κανέναν, δεν είναι επαρκώς φιλαλήθης. Από την ίδια της τη φύση, η ψυχή μου αποφεύγει το ψέμα και μισεί ακόμα και να το σκέφτεται.

Νιώθω μια εσωτερική ντροπή και μια αιχμηρή τύψη, αν καμιά φορά [το ψέμα] μου ξεφεύγει – όπως καμιά φορά μου ξεφεύγει – όταν οι περιστάσεις με αιφνιδιάζουν και με ταράζουν απρομελέτητα.

Δεν πρέπει να λέμε πάντα τα πάντα, γιατί θα ήταν ανοησία· αυτό όμως που λέμε, πρέπει να είναι εκείνο που σκεφτόμαστε, διαφορετικά είναι κακία. Δεν ξέρω τι πλεονέκτημα περιμένουν [οι ηγεμόνες] από τη συνεχή προσποίηση και παραποίηση, εκτός αν είναι να μη γίνονται πιστευτοί, ακόμα και όταν λένε την αλήθεια.

Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να πλανέψει τους ανθρώπους μια ή δύο φορές· να ομολογεί όμως κανείς ότι κρύβεται και να καυχιέται, όπως έκαμαν ορισμένοι ηγεμόνες μας, ότι “θα έριχναν το πουκάμισό τους στη φωτιά, αν ο κόσμος ήταν κοινωνός των αληθινών τους προθέσεων” (το οποίο είναι ρήση ενός αρχαίου, του Μέτελλου του Μακεδονικού) και ότι “όποιος δεν ξέρει να υποκρίνεται, δεν ξέρει να βασιλεύει” (ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΙΑ’), αποτελεί προειδοποίηση προς εκείνους που έχουν να κάμουν μαζί τους ότι όλα όσα λένε δεν είναι άλλο από κοροϊδία και ψέμα.

Όσο πιο πανούργος και πολύπειρος, τόσο πιο μισητός και ύποπτος είναι κανείς, όταν χάσει τη φήμη της τιμιότητας (ΚΙΚΕΡΩΝ)

Θα ήταν μεγάλη αφέλεια, αν αφηνόταν κανείς να τον αποκοιμίσουν η όψη ή τα λόγια εκείνου που έχει την πρόθεση να είναι πάντα διαφορετικός εξωτερικά από ό,τι είναι μέσα του, όπως έκανε ο Τιβέριος.

Εκείνοι οι συγγραφείς της εποχής μας, που όταν όρισαν τις υποχρεώσεις ενός ηγεμόνα, (αναφορά στον Ν. ΜΑΚΙΑΒΕΛΛΙ), έλαβαν υπόψη τους μόνο τι είναι καλό για τις υποθέσεις του κράτους και το έθεσαν πριν από την πιστότητα και τη συνείδησή του, θα είχαν κάτι να πουν σε έναν ηγεμόνα, που η τύχη θα του είχε τακτοποιήσει σε τέτοιο βαθμό τις υποθέσεις, ώστε θα μπορούσε να τις ορίσει μια για πάντα με μια μόνη παράλειψη και παράβαση του λόγου του. Όμως, το πράγμα δεν πάει έτσι.

Οι ηγεμόνες σκοντάφτουν συχνά σε παζαρέματα που δεν διαφέρουν το ένα από το άλλο: κάνουν ειρήνη περισσότερο από μία φορά, κάνουν περισσότερες από μία συνθήκες στη διάρκεια της ζωής τους.

Το κέρδος τούς προτρέπει, όταν για πρώτη φορά εμφανίζονται δόλιοι. Και πάντα σχεδόν εμφανίζεται κάποιο κέρδος, όπως συμβαίνει με όλες τις ανομίες (ανοσιουργήματα, φονικά, στάσεις, προδοσίες γίνονται για κάποιου είδους όφελος).

Αυτό το πρώτο κέρδος όμως κουβαλάει πίσω του αμέτρητες απώλειες, ρίχνοντας αυτό τον ηγεμόνα, εξαιτίας της πρώτης αθέτησης εμπιστοσύνης, έξω από κάθε διαπραγμάτευση και κάθε τρόπο συμφωνίας.

ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝΙ, ΔΟΚΙΜΙΑ

NASA: Ο TESS βασίζεται στην επιτυχία της «μεθόδου διάβασης» για την ανίχνευση πλανητών

Ως ο πρώτος διαστημικός, επόπτης του όλου ουρανού στην έρευνα των εξωπλανητών, ο TESS (Transiting Exoplanet Survey Satellite) είναι έτοιμος να συνεισφέρει με νέα δελεαστικά στοιχεία στην έρευνα για πλανήτες έξω από το ηλιακό μας σύστημα που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν ζωή. Όπως και η επιτυχημένη αποστολή Kepler πριν από αυτόν, ο TESS θα ερευνήσει για σήματα πλανητών που περνούν μπροστά από το άστρο γύρω από το οποίο περιφέρονται.

Όταν ένας πλανήτης περνά μπροστά από το άστρο του, που αποκαλείται διάβαση – και δίνει ως αποτέλεσμα ένα βραχύχρονο τρεμοπαίξιμο στο φως του άστρου που φαίνεται από έναν παρατηρητή. (Μπορεί κάποιος/α να δει περισσότερα για τη μέθοδο διάβασης για την ανίχνευση πλανητών στη NASA).

Η αποστολή Kepler, που εκτοξεύθηκε το 2009, εστίασε σε ένα μέρος του ουρανού και αναζήτησε να βρει πλανήτες όπως η Γη. Ο TESS, από την άλλη μεριά, θα ψάξει άστρα 30 με 100 φορές φωτεινότερα από αυτά που παρατήρησε ο Kepler. Ο TESS επίσης θα σαρώσει μια πολύ μεγαλύτερη περιοχή: θα αφιερώνει σχεδόν ένα μήνα το φορά εστιάζοντας σε μια ζώνη του ουρανού, καλύπτοντας τελικώς όλο τον ουρανό, καθώς αναζητά για γήινους πλανήτες έξω από το ηλιακό μας σύστημα – ακόμα αρκετά κοντά για την συνέχεια της μελέτης με χρήση επίγειων τηλεσκοπίων.

Ο TESS σχεδιάστηκε με τη σταθερότητα που απαιτείται για να εστιάσει τις κάμερές του στα άστρα που θα παρατηρήσει. Η διαστημοσυσκευή βασίστηκε στην LEOStar-2 πλατφόρμα της Orbital ATK, που προηγουμένως χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες αποστολές παρατήρησης της NASA, συμπεριλαμβανομένων των NuSTAR και Orbiting Carbon Observatory-2.

Η «μεγαλύτερη έκρηξη υπερκαινοφανούς»! – Ήταν κάτι σπάνιο και πολύ πιο βίαιο

Οι αστρονόμοι πέρυσι είχαν καταγράψει -όπως νόμιζαν- την ισχυρότερη έκρηξη υπερκαινοφανούς αστέρα (σούπερ-νόβα) στο σύμπαν, η οποία είχε εκπέμψει μια λάμψη φωτός μισό τρισεκατομμύριο φορές πιο λαμπρή από τον Ήλιο μας και 20 φορές πιο έντονη από όλη μαζί τη λάμψη του Γαλαξία μας.

Τώρα όμως, μετά από νέες παρατηρήσεις, ερευνητές, ανακάλυψαν ότι στην πραγματικότητα -ή τουλάχιστον κατά πάσα πιθανότητα- επρόκειτο για κάτι άλλο, ακόμη πιο εξωτικό: τον θάνατο ενός τεράστιου άστρου, το οποίο έκανε το λάθος να περάσει πολύ κοντά από μια υπερμεγέθη μαύρη τρύπα.

Ο βίαιος θάνατος του άστρου, το οποίο «καταβροχθίσθηκε» από την μαύρη τρύπα, ήταν ένα από τα πιο θεαματικά κοσμικά συμβάντα που έχουν ποτέ παρατηρηθεί σε ένα μακρινό γαλαξία σε απόσταση τεσσάρων δισεκατομμυρίων ετών από τη Γη (το συμβάν φέρει την ονομασία ASASSΝ-15lh).

Οι αστρονόμοι, του Ινστιτούτου Επιστημών Weizmann του Ισραήλ και του Κέντρου Σκοτεινής Κοσμολογίας του Ινστιτούτου Νιλς Μπορ της Δανίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστρονομίας «Nature Astronomy», συνδύασαν παρατηρήσεις δέκα μηνών από επίγεια και διαστημικά τηλεσκόπια, μεταξύ των οποίων του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου (ESO) στη Χιλή και το Hubble της NASA.

«Μια τεράστια μαύρη τρύπα ασκεί πελώριες βαρυτικές δυνάμεις πάνω σε οποιοδήποτε άστρο που την πλησιάζει πολύ και βασικά το κάνει κομμάτια, μετατρέποντάς το σε σπαγκέτι». Ένας τέτοιος θάνατος άστρου από μαύρη τρύπα είχε παρατηρηθεί μόνο δέκα φορές έως τώρα, αλλά κανείς δεν ήταν τόσο θεαματικός όσο ο συγκεκριμένος. Η εν λόγω περιστρεφόμενη μαύρη τρύπα στο κέντρο του μακρινού γαλαξία εκτιμάται ότι έχει μάζα τουλάχιστον 100 εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από τον Ήλιο μας.


 

Erich Fromm: Προϋπόθεση για την αγάπη

Τώρα θα εξετάσω εκείνες τις ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την τέχνη, την ικανότητα, της αγάπης. Σύμφωνα με όσα είπα για τη φύση της αγάπης, η κύρια προϋπόθεση για να φτάσουμε στην αγάπη είναι το ξεπέρασμα του ναρκισσισμού μας.

Η ναρκισσιστική κατάσταση είναι εκείνη όπου πιστεύει κανείς σαν πραγματικό μόνο αυτό που νιώθει μέσα του, ενώ τα φαινόμενα του έξω κόσμου δεν είναι πραγματικά από μόνα τους, αλλά τα νιώθει μόνο από την άποψη αν είναι ωφέλιμα ή επιζήμια σ’ αυτόν. Ο αντίθετος από το ναρκισσισμό πόλος είναι η αντικειμενικότητα. Η ικανότητα δηλαδή να βλέπεις τους ανθρώπους και τα πράγματα όπως είναι, αντικειμενικά, και να είσαι σε θέση να ξεχωρίζεις αυτή την αντικειμενική εικόνα από την εικόνα που σχηματίζεται σύμφωνα με τις επιθυμίες και τους φόβους σου. Όλες οι μορφές της ψύχωσης δείχνουν τη σε υπερβολικό βαθμό ανικανότητα του να είναι κανείς αντικειμενικός. Για το παράφρον άτομο η μόνη πραγματικότητα που υπάρχει, είναι αυτή που έχει μέσα του, η πραγματικότητα των επιθυμιών και των φόβων του. Βλέπει τον εξωτερικό κόσμο σαν σύμβολο του εσωτερικού του κόσμου, σαν δημιούργημά του. Το ίδιο κάνουμε όλοι όταν ονειρευόμαστε. Στα όνειρά μας φτιάχνουμε γεγονότα, σκηνοθετούμε δράματα, που είναι η έκφραση των επιθυμιών και φόβων μας (καθώς και της κρίσης και της διαίσθησής μας καμιά φορά) και όσο κοιμόμαστε είμαστε βέβαιοι ότι αυτά είναι πραγματικά σαν την πραγματικότητα που βλέπουμε ξύπνιοι.
 
Ο παράφρονας ή ο ονειροπόλος αποτυχαίνει τέλεια στο να έχει αντικειμενική εικόνα του εξωτερικού κόσμου. Ωστόσο όλοι μας είμαστε λίγο ή πολύ παράφρονες, λίγο ή πολύ ονειροπόλοι. Ο καθένας μας έχει μια μη αντικειμενική αντίληψη του κόσμου, μία άποψη παραμορφωμένη από το ναρκισσισμό του. Παραδείγματα πολλά μπορεί να βρει ο καθένας παρατηρώντας τον εαυτό του, τους διπλανούς του, ακόμα και διαβάζοντας τις εφημερίδες. Ποικίλλουν βέβαια στο βαθμό της ναρκισσιστικής παραμόρφωσης της πραγματικότητας. Μία γυναίκα π.χ. τηλεφωνεί στο γιατρό της για να του πει ότι θέλει να τον επισκεφτεί στο γραφείο του το ίδιο απόγευμα. Ο γιατρός απαντά ότι δεν είναι ελεύθερος το απόγευμα, αλλά θα μπορέσει να τη δεχτεί την επομένη. Αυτή επιμένει: γιατρέ μου, το σπίτι μου είναι μόνο πέντε λεπτά από το γραφείο σας. Δε μπορεί να καταλάβει ότι το γεγονός πως μένει δίπλα, δεν προσθέτει τίποτε στο χρόνο του γιατρού. Αντιλαμβάνεται την όλη κατάσταση ναρκισσιστικά : εφόσον αυτή γλιτώνει χρόνο, θα πει ότι κι ο άλλος γλιτώνει χρόνο. Η μόνη πραγματικότητα γι’ αυτήν είναι ο εαυτός της.

Λιγότερο υπερβολικές – ή ίσως μόνο λιγότερο φανερές- αυτές οι παραμορφώσεις της πραγματικότητας παρουσιάζονται στις διαπροσωπικές σχέσεις. Πόσοι γονείς δεν αντιλαμβάνονται τις αντιδράσεις του παιδιού τους με μέτρο την υπακοή του, την ευχαρίστηση που τους προκαλεί, την πίστωση που αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς κλπ. αντί να διερευνούν ή έστω να ενδιαφέρονται προσωπικά για το τι νιώθει το παιδί μέσα στον εαυτό του και για τον εαυτό του; Πόσοι σύζυγοι δεν πιστεύουν για τον άντρα τους ότι είναι άχρηστος και βλάκας, γιατί εκείνος  δεν ανταποκρίνεται στη φανταστική εικόνα ενός λαμπρού ιππότη που αυτές είχαν φτιάξει στα παιδικά τους όνειρα;
 
H ίδια έλλειψη αντικειμενικότητας παρατηρείται και στις σχέσεις ανάμεσα στα έθνη. Θεωρούμε ότι το έθνος μας αντιπροσωπεύει ό,τι καλό και ευγενικό, και το ξένο μπορεί σε μια μέρα μέσα να αποδειχτεί ότι είναι εχθρικό και διεφθαρμένο. Με ένα μέτρο κρίνουμε τις δικές μας ενέργειες, με άλλο τις ενέργειες του ξένου έθνους. Ακόμα κι οι καλές πράξεις του εχθρού κρίνονται σαν δείγμα ιδιαίτερης διαβολικότητας που έχουν σκοπό να εξαπατήσουν κι εμάς και τον κόσμο, ενώ οι δικές μας κακές πράξεις είναι αναγκαίες και δικαιώνονται από τους ευγενικούς σκοπούς που υπηρετούν. Το συμπέρασμα είναι ότι τόσο  στις σχέσεις ανάμεσα στα έθνη όσο και ανάμεσα στα άτομα, η αντικειμενικότητα είναι η εξαίρεση και κανόνας είναι η ναρκισσιστική παραμόρφωση της πραγματικότητας.
 
Η ιδιότητα, το όργανο της αντικειμενικής σκέψης είναι η λογική. Η ψυχική στάση που παρακολουθεί τη λογική είναι η ταπεινοφροσύνη. Το να είσαι αντικειμενικός, να χρησιμοποιείς τη λογική σου, είναι δυνατό μόνο αν έχεις φτάσει σε μία στάση ταπεινοφροσύνης, αν έχεις απελευθερωθεί από τα όνειρα της παντογνωσίας και παντοδυναμίας που έχεις όταν είσαι παιδί. Στο δικό μας θέμα αυτό σημαίνει ότι η αγάπη εξαρτιέται από τη σχετική έλλειψη ναρκισσισμού και απαιτεί την ανάπτυξη της ταπεινοφροσύνης, της αντικειμενικότητας και του λογικού.  Όλη μας η ζωή πρέπει να αφιερωθεί σε αυτό το σκοπό. Ταπεινοφροσύνη και αντικειμενικότητα είναι αξεχώριστα, ακριβώς όπως και η αγάπη.
 
Δε μπορώ να είμαι αληθινά αντικειμενικός προς την οικογένειά μου, αν δε μπορώ να είμαι αντικειμενικός προς τον ξένο, και αντίστροφα. Αν θέλω να μάθω την τέχνη της αγάπης, πρέπει να επιδιώξω την αντικειμενικότητα σε κάθε κατάσταση και να γίνω ευαίσθητος στις καταστάσεις που δεν είμαι αντικειμενικός. Πρέπει να προσπαθήσω να δω τη διαφορά ανάμεσα στην εικόνα που έχω για ένα πρόσωπο και τη συμπεριφορά του, καθώς είναι ναρκισσιστικά αλλοιωμένη, και στην πραγματικότητα του προσώπου, όπως αυτή υπάρχει ανεξάρτητα από τα δικά μου συμφέροντα, ανάγκες και φόβους. Το να κατακτήσεις την ικανότητα για αντικειμενικότητα και λογική, είναι ο μισός δρόμος για να κατακτήσεις την τέχνη της αγάπης, αλλά πρέπει να κατακτηθεί αυτή η αντικειμενικότητα σε σχέση με όλους εκείνους με τους οποίους έρχεσαι σε επαφή. Αν θελήσεις να κρατήσεις την αντικειμενικότητά σου μόνο για το αγαπημένο πρόσωπο και νομίζεις ότι δε σου χρειάζεται αυτή στις σχέσεις σου με τον υπόλοιπο κόσμο, σύντομα θα ανακαλύψεις ότι αποτυχαίνεις και στο ένα και στο άλλο πεδίο.

Ο Αριστοτέλης και η προστασία των πολιτευμάτων

Για τον Αριστοτέλη το ζήτημα της προστασίας των πολιτευμάτων δεν είναι παρά η αντίστροφη διαδικασία από τον εντοπισμό των παραγόντων που τα καταστρέφουν. Αν κάποιος γνωρίζει καλά τις αιτίες που φθείρουν τα πολιτεύματα, αυτομάτως γνωρίζει και τις μεθόδους της προστασίας, αφού προστασία για ένα πολίτευμα σημαίνει διατήρηση, δηλαδή καταπολέμηση των φθοροποιών αιτιών. Με δεδομένο ότι η κυριότερη αιτία που κλονίζει τα πολιτεύματα είναι η ατονία του νόμου (που σταδιακά μπορεί να φτάσει ως την οριστική κατάλυση) γίνεται αντιληπτό ότι το πολίτευμα που θέλει να παραμείνει στο χρόνο οφείλει πρωτίστως να μεριμνήσει για την εφαρμογή του νόμου: «Έτσι λοιπόν, στα πολιτεύματα με το σωστό συνδυασμό στοιχείων επιβάλλεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να προσέχουν πώς να μη γίνονται καθόλου παρανομίες και κυρίως να εμποδίζουν τη μικρή παρανομία, γιατί η μικρή παρανομία εισχωρεί στο πολίτευμα ανεπαίσθητα σαν τις μικρές δαπάνες που, όταν επαναλαμβάνονται συχνά, εξανεμίζουν τις περιουσίες».
 
Υπό αυτή την έννοια η εφαρμογή του νόμου τίθεται ως σπουδαιότερη πολιτειακή προτεραιότητα, αφού ο νόμος είναι ο στυλοβάτης του πολιτεύματος. Ο λαός που ανέχεται και (από την πλευρά του) συμβάλλει στην απαξίωση του νόμου, όπως και ο πολιτικός αξιωματούχος που ακυρώνει το νόμο για προσωπικό όφελος (είτε προς ίδιο πλουτισμό είτε προς εξυπηρέτηση φίλων που στηρίζουν την εξουσία του) ουσιαστικά υπονομεύουν το πολίτευμα, όσο κι αν διατείνονται ότι το σέβονται ή το υπηρετούν. Γι’ αυτό ο νόμος πρέπει είναι ορθός αποσκοπώντας στο συνολικό όφελος κι όχι στα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κάστας που βρίσκει τον τρόπο να επιβληθεί. Ο μεροληπτικός νόμος είναι ο άδικος νόμος και αυτή είναι η απαρχή της ακύρωσής του, αφού ο κόσμος αποστασιοποιείται και τον παραβαίνει. Ο νομοθέτης που υποκύπτει σε συμφέροντα νομοθετώντας στρεβλά, πριν απ’ όλα βάζει σε κίνδυνο το πολίτευμα. Τα νομοθετικά σφάλματα που προκύπτουν από αμέλεια ή κακό υπολογισμό είναι αδύνατο να επιδράσουν το ίδιο αρνητικά, αφού, μόλις η πράξη καταδείξει το ανορθόδοξο ή ανεφάρμοστο του πνεύματός τους, οι νόμοι μπορούν να τροποποιηθούν (ή να αντικατασταθούν) εξασφαλίζοντας την κοινωνική αρμονία. Τελικά, όλα είναι ζήτημα προθέσεων και οι κακές προθέσεις που αντιμετωπίζουν το νόμο ως ευκαιρία κατοχύρωσης της ανισότητας είναι αυτές που θα δράσουν εμπρηστικά υποσκάπτοντας το πολίτευμα.
 
Όμως, σε τελική ανάλυση, το ζήτημα της ευθύνης του νομοθέτη εντάσσεται μέσα στην ίδια τη δομή του πολιτεύματος που οφείλει να εξισορροπεί τη δύναμη των αξιωματούχων, ώστε να μη γίνεται ανεξέλεγκτη. Η τεράστια χρονική διάρκεια ενός αξιώματος και ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας σε ελάχιστα άτομα ενισχύουν επικίνδυνα το ενδεχόμενο της πολιτικής αλαζονείας δίνοντας στον αξιωματούχο την αίσθηση του άτρωτου, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να υπερβεί το νόμο χωρίς κυρώσεις: «Εξάλλου κοινή πολιτική αρχή και στη δημοκρατία και στην ολιγαρχία και στη μοναρχία και σε κάθε πολίτευμα είναι να μην αποκτά κανείς πολύ μεγάλη υπεροχή διαταράσσοντας έτσι την ισορροπία των δυνάμεων, αλλά αντίθετα η επιδίωξη μάλλον να είναι να δίνονται αξιώματα μικρά σε δικαιοδοσία αλλά μεγάλα σε διάρκεια ή μικρά σε διάρκεια αλλά μεγάλα σε δικαιοδοσία… Κυρίως μάλιστα να γίνεται προσπάθεια να κατευθύνονται οι άνθρωποι σύμφωνα με τους νόμους έτσι, ώστε κανείς να μην εμφανίζεται με συγκεντρωμένη μεγάλη δύναμη στα χέρια του εξαιτίας είτε φίλων είτε πλούτου». Κι αν φαίνεται περίεργο ότι η μοναρχία πρέπει να προλαμβάνει την υπερβολική υπεροχή οποιουδήποτε πολίτη, τη στιγμή που η ίδια η φύση του πολιτεύματος επιβάλλει την υπερβολική υπεροχή του μονάρχη, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι το κάθε πολίτευμα οφείλει να μεριμνά για τη διατήρηση των ισορροπιών που το ίδιο καθορίζει. Για το μονάρχη, εκείνος που αποκτά τεράστια δύναμη, η οποία συνοδεύεται κι από ανάλογη λαϊκή απήχηση, δεν είναι τίποτε άλλο από επερχόμενη απειλή. Από την πλευρά της η ολιγαρχία οφείλει να προσέχει την υπερβολική ισχύ που αποκτά κάποιος, ακριβώς γιατί υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί σε μοναρχία (ή τυραννία). Όσο για τη δημοκρατία που επιτρέπει την ανάληψη των αξιωμάτων συνεχώς από τους ίδιους ανθρώπους, ο κίνδυνος της αλλοίωσης του πολιτεύματος είναι απολύτως ορατός, αφού η μονοπώληση της εξουσίας από συγκεκριμένα άτομα είναι πολύ πιθανό να γεννήσει τη διαφθορά: «οι φορείς μεγάλων αξιωμάτων διαφθείρονται και δεν είναι γνώρισμα του καθένα να αντιμετωπίζει την καλή του τύχη χωρίς να διαφθείρεται». Εξάλλου, το μονοπώλιο της εξουσίας αφορά περισσότερο τα συγκεντρωτικά πολιτεύματα.
 
Σε κάθε περίπτωση, αναφορικά με τους ανθρώπους που ξεπερνούν τη δύναμη που επιβάλλουν οι εκάστοτε πολιτειακές ισορροπίες, ο Αριστοτέλης προτείνει «να απομακρύνονται στο εξωτερικό ευσχήμως». Θα λέγαμε ότι είναι σαν να φωτογραφίζει περιπτώσεις όπως του Αλκιβιάδη, που αποκτούν τεράστια ισχύ σε ατομικό επίπεδο ζημιώνοντας το πολίτευμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις (προφανώς) αναφέρεται κι όταν κάνει λόγο για την ιδιωτική ζωή που πρέπει να συμβαδίζει με το πολίτευμα: «Επειδή πάλι ορισμένοι προκαλούν επαναστάσεις ορμώμενοι από την ιδιωτική τους ζωή, πρέπει να καθιερωθεί μια εξουσία που να επιθεωρεί όσους ζουν με τρόπο ασυμβίβαστο προς το πολίτευμα, δηλαδή στη δημοκρατία ασυμβίβαστο προς τις δημοκρατικές αρχές, στην ολιγαρχία προς τις ολιγαρχικές αρχές και όμοια για καθένα από τα υπόλοιπα πολιτεύματα». [Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης στην περίπτωση της δημοκρατίας τάσσεται κατά των οικονομικών προσφορών από ιδιώτες προς την πόλη σε ζητήματα που επί της ουσίας είναι άχρηστα, αφού περισσότερο λειτουργούν ως μορφή επίδειξης παρά κοινωνικού ενδιαφέροντος: «Ακόμη καλύτερο είναι να εμποδίζονται όσοι θέλουν να αναλαμβάνουν δαπανηρές αλλά όχι χρήσιμες λειτουργίες, όπως χορηγίες, λαμπαδαρχίες και άλλες παρόμοιες»].
 
Φυσικά, το να πάρουμε τοις μετρητοίς μια τέτοια άποψη θα ήταν υπερβολικό. Ένα κρατικό σώμα, που θα ερευνά την ιδιωτική ζωή του καθενός, αν συμβαδίζει με το πολίτευμα, είναι ξεκάθαρη καταπίεση. Σε μια δημοκρατία η ύπαρξη και μόνο ενός τέτοιου σώματος θα ήταν η απόδειξη της αλλοίωσής της. (Τέτοιες μέθοδοι ταιριάζουν σε απολυταρχίες και σε ανελεύθερα καθεστώτα και καταδεικνύουν το φόβο των αρχών ότι δεν έχουν λαϊκό έρεισμα. Γι’ αυτό και θέλουν να ελέγχουν τα πάντα. Γιατί τα πάντα είναι ύποπτα. Στις δημοκρατίες η εφαρμογή του νόμου είναι αρκετή). Αυτό όμως που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι τελικά το πολίτευμα δεν είναι απλά ένας τρόπος κοινωνικής οργάνωσης στο πλαίσιο της διαχείρισης της εξουσίας, αλλά τρόπος ζωής, δηλαδή μια ολόκληρη αντίληψη. Δε χρειάζεται κάποιος να αυτοχαρακτηρίζεται δημοκρατικός, χρειάζεται να το αποδεικνύει. Εκείνος που συμπεριφέρεται αυταρχικά σε κάθε σχέση που του δίνεται η ευκαιρία είναι προφανές ότι δεν πείθει, όσο κι αν συστήνεται δημοκρατικός. Και είναι ζήτημα υψίστης σημασίας για ένα πολίτευμα να διαμορφώνει πολίτες που ασπάζονται και υιοθετούν εμπράκτως τις αρχές του. Γιατί αυτοί είναι και οι πολίτες που θα το υπερασπιστούν πραγματικά, αν ποτέ παρουσιαστεί κίνδυνος ή, για να το πούμε καλύτερα, ένα πολίτευμα που έχει διαμορφώσει τέτοιους πολίτες είναι δύσκολο να κινδυνεύσει. Κι αυτό είναι θέμα παιδείας.
 
Κάθε πολίτευμα που θέλει να διατηρηθεί οφείλει να διαφυλάξει τις αρχές του προσαρμόζοντας, αν αλλάξουν οι συνθήκες στην πόλη, τα νέα δεδομένα στη φιλοσοφία του κι όχι το αντίθετο. Το ότι το πολίτευμα δεν πρέπει να είναι άκαμπτο δε σημαίνει ότι θα αναπροσδιορίζεται σύμφωνα με τις εξελίξεις (ούτε βέβαια ότι και θα τις αρνείται σαν να μην υπάρχουν), αλλά ότι θα εντάσσει τους καινούργιους όρους που προκύπτουν στη δική του ιδεολογική πλατφόρμα. Το παράδειγμα που φέρνει ο Αριστοτέλης είναι εκείνο της ολιγαρχίας και της πολιτείας που κατανέμουν τα αξιώματα ανάλογα με την περιουσία. Αν οι οικονομικές συνθήκες αλλάξουν (για οποιοδήποτε λόγο) και ο κόσμος πλουτίσει, το πολίτευμα οφείλει να ανεβάσει το περιουσιακό όριο για να διατηρήσει το χαρακτήρα του, αφού, αν αφήσει το ίδιο, οι περισσότεροι θα πληρούν τις εισοδηματικές προϋποθέσεις και θα διεκδικούν τα αξιώματα μετατρέποντας το σε δημοκρατία. Στην αντίθετη περίπτωση που ο κόσμος φτωχύνει οφείλει να κατεβάσει το όριο αντίστοιχα, για να μη μετατραπεί σε δυναστεία: «Γιατί στις ολιγαρχίες και τις πολιτείες, όταν δε γίνεται αυτό, στην περίπτωση που τα εισοδήματα αποβούν μικρότερα του αρχικού, το αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν ολιγαρχίες από πολιτείες και δυναστείες από ολιγαρχίες, ενώ στην περίπτωση που αποβούν μεγαλύτερα, η πολιτεία μεταβάλλεται σε δημοκρατία και η ολιγαρχία σε πολιτεία ή σε δημοκρατία».
 
Με άλλα λόγια, η πολιτειακή ακαμψία δεν μπορεί παρά να επιφέρει αλλοιώσεις. Τα πολιτεύματα οφείλουν να λαμβάνουν πολύ σοβαρά τις υποδείξεις των καιρών, αν θέλουν να διατηρήσουν το χαρακτήρα τους. Όποιος δεν προσαρμόζεται εξαφανίζεται. Όμως εδώ η προσαρμογή σε συνίσταται σε επανατοποθέτηση. Συνίσταται στην αλλαγή που θα διατηρήσει στο ακέραιο τις αρχικές αντιλήψεις. Αν οι εξελίξεις είναι τόσο σφοδρές που το πολίτευμα είναι αδύνατο να τις εντάξει στην κοσμοθεωρία του, τότε οφείλει το ίδιο να προσαρμοστεί σ’ αυτές κι αυτή είναι η ιδεολογική του χρεωκοπία. Το πολίτευμα αυτού του είδους κρίνεται εκ των πραγμάτων παρωχημένο και είναι αδύνατο να συνεχίσει να υφίσταται. Μοιραία, θα ενσωματώσει στοιχεία άλλων πολιτευμάτων αλλοιώνοντας ανεπανόρθωτα το χαρακτήρα του.
 
Όμως το μεγάλο μυστικό για τη διατήρηση όλων των πολιτευμάτων είναι η μετριοπάθεια. Με δεδομένο ότι όλα τα πολιτεύματα ενέχουν ξεκάθαρο ταξικό υπόβαθρο που καθορίζει την πρόσβαση στα αξιώματα, καθίσταται σαφής ο κίνδυνος αναταραχών ως εκδήλωση της αντιπαλότητας των κοινωνικών στρωμάτων. Κι αυτές τις πολωτικές καταστάσεις προσπαθεί να προλάβει ο Αριστοτέλης προτείνοντας προς πάσα κατεύθυνση σεβασμό και αμοιβαία αναγνώριση: «Αυτό θεραπεύεται με την ανάθεση πάντοτε των έργων και των αξιωμάτων στις αντίθετες παρατάξεις (εννοώ ότι οι επιφανείς είναι αντίθετοι προς το πλήθος και οι άποροι προς τους εύπορους) και με την επιδίωξη να συγκεραστεί το πλήθος των απόρων με εκείνο των ευπόρων ή να ενισχυθεί η μεσαία τάξη». Η πρόταση του συγκερασμού των κοινωνικών τάξεων είναι η πεποίθηση της πολιτειακής σταθερότητας που μόνο με τη σύμπλευση μπορεί να επιτευχθεί. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης δεν τάσσεται ούτε με τις σκληρές ολιγαρχίες ούτε με τις αδιάλλακτες δημοκρατίες που λειτουργούν απαξιωτικά απέναντι στους ικανούς που έχουν οικονομική επιφάνεια. Και οι δύο περιπτώσεις οδηγούν στην όξυνση δημιουργώντας κοινωνικά προβλήματα. Κι αυτός είναι και ο λόγος που διαρκώς τάσσεται υπέρ της μεσαίας τάξης, αφού η ισχυρή της παρουσία όχι μόνο εγγυάται την άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων, αλλά μπορεί να δράσει και διαμεσολαβητικά απέναντι στις συγκρουόμενες αξιώσεις των άλλων δύο τάξεων: «αυτή διαλύει τις επαναστάσεις που οφείλονται στην ανισότητα».
 
Με γνώμονα τη μετριοπάθεια προτείνει συγκεκριμένα μέτρα που θα λειτουργήσουν συμφιλιωτικά στο πλαίσιο της σύμπλευσης που πρέπει να επιτευχθεί για την εξασφάλιση της ομαλότητας: «Στην ολιγαρχία αντίθετα επιβάλλεται να λαμβάνεται μεγάλη μέριμνα για τους φτωχούς και σε αυτούς να ανατίθενται αρμοδιότητες για τις οποίες να αμείβονται. Αν μάλιστα κάποιος από τους ευπόρους διαπράξει αδικία σε βάρος τους, η τιμωρία του να είναι μεγαλύτερη απ’ ότι θα ήταν, αν αδικούσε έναν της τάξης του». Η επίδειξη του πλούτου και η μονοπώληση των αξιωμάτων δεν μπορούν παρά να δράσουν ως κοινωνική πρόκληση και γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγονται. Κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που τάσσεται κατά των ιδιωτικών χορηγιών σε ανούσια ζητήματα όπως λαμπαδαρχίες κλπ. Γιατί περισσότερο λειτουργούν ως αυτοπροβολή παρά ως ευεργεσία κι ως εκ τούτου επισύρουν και την αγανάκτηση των μη προνομιούχων. Κι ως ένδειξη μετριασμού των αποκλεισμών από τα αξιώματα υποδεικνύει: «Τέλος σε καθεστώτα δημοκρατίας και ολιγαρχίας είναι συμφέρον να αποδίδεται ή ισότητα ή προεδρία σε όσους μετέχουν λιγότερο στην εξουσία από τους άλλους, δηλαδή στη δημοκρατία στους ευπόρους και στην ολιγαρχία στους απόρους».
 
Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το κάθε πολίτευμα θα αρνηθεί την ταξική του υπόσταση προτάσσοντας απόλυτη ισοτιμία στα αξιώματα, αφού έτσι θα αλλοίωνε το χαρακτήρα του: «Εξαιρούνται βέβαια τα ανώτατα αξιώματα του πολιτεύματος, το οποία πρέπει να αναθέτονται μόνο σε πρόσωπα της κυρίαρχης τάξης μεμονωμένα ή σε περισσότερους». Ωστόσο, αυτοί που σε κάθε περίπτωση ασκούν τα ανώτατα αξιώματα πρέπει να δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία στα ζητήματα που αφορούν τους πολίτες που δε μετέχουν στην εξουσία καθιστώντας σαφές ότι η πολιτεία δεν έχει καμία πρόθεση να τους αδικήσει κι ότι μπορούν να έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στη διακυβέρνηση. Τα πολιτεύματα (αναφέρεται εδώ κυρίως στην ολιγαρχία και την αριστοκρατία) διατηρούνται «επειδή οι άρχοντες συμπεριφέρονται σωστά και σε εκείνους που δε μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας και σε εκείνους που μετέχουν, αποφεύγοντας να αδικούν τους πρώτους και αξιοποιώντας πολιτικά όσους από αυτούς έχουν ηγετικά προσόντα».
 
Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της ορθής διαχείρισης εξουσίας και της καθολικής ισχύος του νόμου ως προϋπόθεση της πολιτειακής σταθερότητας, ο Αριστοτέλης κάνει ειδική αναφορά στο θέμα της διαφάνειας σχετικά με τη διευθέτηση των οικονομικών υποθέσεων της πόλης. Οι άρχοντες, ως διαχειριστές του δημόσιου πλούτου έχουν τεράστια ευθύνη απέναντι στους πολίτες: «Είναι πολύ σημαντικό κάθε είδος πολιτεύματος να οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο και με τους νόμους και με τους άλλους οικονομικούς θεσμούς, ώστε να μην είναι δυνατόν οι άρχοντες να αποκομίζουν υλικά κέρδη». Η καχυποψία απέναντι στις αρχές ότι αποκομίζουν πλούτο από τα αξιώματα κι ότι, σε τελική ανάλυση, αυτός είναι και ο κύριος λόγος της διεκδίκησής τους κατατάσσεται στους σπουδαιότερους λόγους των πολιτειακών ανατροπών. Ιδίως οι υπόνοιες της υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος, τη στιγμή που οι περισσότεροι ζουν σε συνθήκες φτώχειας, μπορούν να δυναμιτίσουν την κατάσταση ανεπανόρθωτα: «οι πολλοί δεν αγανακτούν τόσο, επειδή αποκλείονται από την εξουσία, αντίθετα μάλιστα ευχαριστιούνται, εάν κάποιος τους αφήσει να ασχολούνται με τις δικές τους υποθέσεις, όσο αγανακτούν, αν νομίζουν ότι οι άρχοντες κλέβουν το δημόσιο ταμείο, διότι τότε τους δυσαρεστούν και τα δύο, γιατί αποκλείονται και από τα πολικά αξιώματα και από τα κέρδη».
 
Η εντιμότητα της οικονομικής διαχείρισης είναι το θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής και της αποδοχής της εξουσίας. Το πολίτευμα που δε διασφαλίζει την εμπιστοσύνη δεν μπορεί παρά να γεννήσει τη δυσαρέσκεια. Ως εκ τούτου είναι ευάλωτο. Οι αξιωματούχοι που ασκούν την εξουσία δε διακυβεύουν μόνο την προσωπική τους ακεραιότητα, αλλά και την ακεραιότητα του πολιτεύματος που εκπροσωπούν. Ο πολιτικός που κλέβει ή που μοιράζει τα δημόσια λεφτά στους ισχυρούς πολιτικούς του συμμάχους δεν είναι μόνο άδικος και υπόλογος απέναντι στους πολίτες, αλλά κι απέναντι στην πολιτική ιδέα, στο όνομα της οποίας κατέλαβε το αξίωμα. Είναι ο άνθρωπος που διασύρει το κύρος της εξουσίας, αφού ευτελίζει τους θεσμούς, υποτιμά το νόμο, εξαπατά το λαό και προδίδει το δημόσιο συμφέρον, που δήθεν υπηρετεί, ισοπεδώνοντας τα στοιχεία που συνθέτουν τη δομή του πολιτεύματος. Τα πολιτεύματα που αναδεικνύουν τέτοιους ανθρώπους στην εξουσία δεν μπορεί παρά να είναι στρεβλά, αφού οι θεσμοί που οφείλουν να τα προστατεύουν αποδεικνύονται ανίσχυροι, δηλαδή αναξιόπιστοι, δηλαδή ευτελείς. Ο διεφθαρμένος κυβερνήτης δεν είναι ουρανοκατέβατος. Είναι το γέννημα της θεσμικής σαθρότητας που αναγκαστικά προϋπήρχε και τον ανέδειξε. Κι αυτή ακριβώς είναι η μαγιά όλων των επαναστάσεων: «Για να αποφευχθεί ακόμη η κατάχρηση της δημόσιας περιουσίας να παραδίδεται αυτή μπροστά σε όλους τους πολίτες και να κατατίθενται αντίγραφα των καταλόγων παράδοσης στα αρχεία των φατριών, των λόχων και των φυλών». Ο Αριστοτέλης δεν βρίσκει άλλη προοπτική από την απόλυτη διαφάνεια. Κι αυτή θα πρέπει να είναι η βασικότερη λαϊκή διεκδίκηση.
 
Και κάπως έτσι αρχίζουν να πλάθονται τα χαρακτηριστικά του ιδανικού πολιτεύματος. Δηλαδή οι προϋποθέσεις που θα εξασφαλίσουν την αποδοχή της πλειοψηφίας. Η ισχύς του νόμου, η θεσμική ακεραιότητα, η μετριοπάθεια, η έλλειψη φανατισμού, η εξουδετέρωση του δημαγωγού, η τόνωση της μεσαίας τάξης, η εξάλειψη των οικονομικών προκλήσεων που προκύπτουν απ’ τη χαοτική ανισότητα, η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η πεποίθηση της συμμετοχής στο δημόσιο συμφέρον, διαμορφώνουν την εμπιστοσύνη ότι το πολίτευμα λειτουργεί ομαλά εκπληρώνοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αποστολή του. (Αργότερα θα προστεθεί ο καθοριστικότατος ρόλος της παιδείας). Υπό αυτούς τους όρους κι ο κάθε πολίτης ξεχωριστά μπορεί να αντιληφθεί τη δική του ατομική ευθύνη απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Να αντιληφθεί δηλαδή σε βάθος τη συνθήκη της συνδιαμόρφωσης.
 
Το μόνο που μένει είναι η επίτευξη της επαγρύπνησης από τους πολίτες για τη διασφάλιση του πολιτεύματος. Οι πολίτες, που παρακολουθούν αδιάκοπα εξαλείφοντας όλες τις πολιτειακές απειλές, είναι η μεγαλύτερη εγγύηση της πολιτικής σταθερότητας. Κι εδώ ο Αριστοτέλης φαίνεται πρόθυμος να αποκαλύψει μερικά μικρά μυστικά στην άσκηση της εξουσίας: «Διατηρούνται επίσης τα πολιτεύματα, όχι μόνο γιατί βρίσκονται μακριά απ’ ό,τι τα φθείρει, αλλά μερικές φορές και γιατί είναι κοντά, διότι από το φόβο της κατάλυσης οι πολίτες αγκαλιάζουν σφιχτότερα το πολίτευμα. Επομένως όσοι φροντίζουν για το πολίτευμα χρειάζεται να δημιουργούν αιτίες φόβου για να διαφυλάγουν άγρυπνα το πολίτευμα οι πολίτες και να είναι σε επαγρύπνηση σαν νυχτερινή φρουρά για την προστασία του πολιτεύματος κι έτσι να κάνουν τους μακρινούς κινδύνους να φαίνονται κοντινοί». Όμως, αυτού του είδους οι μεθοδεύσεις απευθύνονται κυρίως στις στρεβλές εξουσίες. Συσπειρώνουν τον κόσμο μπροστά στον πάντα επερχόμενο κίνδυνο και ταυτόχρονα  τον αποπροσανατολίζουν από τα λάθη (ή τη διαφθορά) των αξιωματούχων. Ο  εκφοβισμός λειτουργεί ως ύψιστη καταστολή. Γι’ αυτό και οι εχθροί κρίνονται απολύτως απαραίτητοι…
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά