Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (268.2-271.1)

Επιπλέον μύθοι από άλλες πηγές

Από τη λεγόμενη «Συλλογή της Βιέννης» (Collectio Vindobonensis)

268. ΚΥΩΝ, ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΑΛΕΚΤΩΡ
[268.2] κύων καὶ ἀλέκτωρ φιλίαν πρὸς ἀλλήλους ποιησάμενοι ἐν τῷ ἅμα ὥδευον. τῆς δὲ νυκτὸς καταλαβούσης ἐν τόπῳ ἀλσώδει ἐλθόντων ὁ μὲν ἀλεκτρυὼν ἐπί τι δένδρον ἀναβὰς ἐν τοῖς κλάδοις ἐκάθισεν. ὁ δὲ κύων κάτωθεν τῆς ῥαγάδος τοῦ δένδρου ἀφύπνωσε. τῆς δὲ νυκτὸς παρελθούσης καὶ αὐγῆς καταλαβούσης ὁ ἀλέκτωρ κατὰ τὸ σύνηθες μεγάλα ἐκεκράγει. ἀλώπηξ δὲ τούτου ἀκούσασα καὶ βουλομένη αὐτὸν καταφαγεῖν ἐλθοῦσα καὶ στᾶσα κάτωθεν τοῦ δένδρου ἐβόα πρὸς αὐτόν· «ἀγαθὸν ὄρνεον εἶ καὶ χρηστὸν τοῖς ἀνθρώποις. κατάβηθι δέ, ὅπως ᾄσωμεν τὰς νυκτερινὰς ᾠδὰς καὶ συνευφρανθῶμεν ἀμφότεροι». ὁ δὲ ἀλέκτωρ ὑπολαβὼν ἔφη αὐτῇ· «ἄπελθε, φίλε, κάτωθεν πρὸς τὴν ῥίζαν τοῦ δένδρου καὶ φώνησον τὸν παραμονάριον, ὅπως κρούσῃ τὸ ξύλον». ἡ δὲ ἀλώπηξ ἀπελθοῦσα πρὸς τὸ φωνῆσαι αὐτὸν ὁ κύων ἄφνω πηδήσας καὶ τὴν ἀλώπεκα δραξάμενος διεσπάραξεν αὐτήν.
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι οὕτω καὶ οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων, ὁπόταν τι κακὸν αὐτοῖς ἐπέλθοι, ῥᾳδίως τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν τὰ ἀντάξια ἀποτίνονται.

269. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
[269.1] λέων γηράσας ἐνόσει κατακεκλιμένος ἐν ἄντρῳ. παρῆσαν δ᾽ ἐπισκεψόμενα τὸν βασιλέα πλὴν ἀλώπεκος τἄλλα τῶν ζῴων. ὁ τοίνυν λύκος λαβόμενος εὐκαιρίας κατηγόρει παρὰ τῷ λέοντι τῆς ἀλώπεκος ἅτε δὴ παρ᾽ οὐδὲν τιθεμένης τὸν πάντων αὐτῶν κρατοῦντα καὶ διὰ ταῦτα μηδ᾽ εἰς ἐπίσκεψιν ἀφιγμένης. ἐν τοσούτῳ δὲ παρῆν καὶ ἡ ἀλώπηξ καὶ τῶν τελευταίων ἠκροάσατο τοῦ λύκου ῥημάτων. ὁ μὲν οὖν λέων κατ᾽ αὐτῆς ἐβρυχᾶτο. ἡ δ᾽ ἀπολογίας καιρὸν αἰτήσασα· «καὶ τίς», ἔφη, «τῶν συνελθόντων τοσοῦτον ὠφέλησέν ‹σε›, ὅσον ἐγὼ πανταχόσε περινοστήσασα καὶ θεραπείαν ὑπέρ σου παρ᾽ ἰατρῶν ζητήσασα καὶ μαθοῦσα;» τοῦ δὲ λέοντος εὐθὺς τὴν θεραπείαν εἰπεῖν κελεύσαντος ἐκείνη φησίν· «εἰ λύκον ζῶντα ἐκδείρας τὴν αὐτοῦ δορὰν θερμὴν ἀμφιέσῃ». καὶ τοῦ λύκου [αὐτίκα νεκροῦ] κειμένου ἡ ἀλώπηξ γελῶσα εἶπεν· «οὕτως οὐ χρὴ τὸν δεσπότην πρὸς δυσμένειαν παρακινεῖν ἀλλὰ πρὸς εὐμένειαν».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι ὁ καθ᾽ ἑτέρου μηχανώμενος καθ᾽ ἑαυτοῦ τὴν πάγην περιτρέπει.

270. ΔΑΜΑΛΙΣ ΚΑΙ ΒΟΥΣ
[270.1] δάμαλις βοῦν ὁρῶσα ἐργαζόμενον ἐταλάνιζεν ἐπὶ τοῦ κόπου. ἐπειδὴ δὲ ἑορτὴ κατέλαβε, τὸν βοῦν ἀπολύσαντες τὴν δάμαλιν ἐκράτησαν τοῦ σφάξαι. ἰδὼν δὲ ὁ βοῦς ἐμειδίασε καὶ πρὸς αὐτὴν εἶπεν· «ὦ δάμαλις, διὰ τοῦτο ἤργεις, διὰ τὸ ἀρτίως τυθῆναι».
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι τῷ ἀργοῦντι κίνδυνος μένει.

271. ΚΟΡΥΔΑΛΟΣ
[271.1] κορυδαλὸς εἰς πάγην ἁλοὺς θρηνῶν ἔλεγεν· «οἴμοι τῷ ταλαιπώρῳ καὶ δυστήνῳ πτηνῷ· οὐ χρυσὸν ἐνοσφισάμην τινός, οὐκ ἄργυρον, οὐκ ἄλλο τι τῶν τιμίων· κόκκος δὲ σίτου μικρὸς τὸν θάνατόν μοι προὐξένησεν».
ὁ μῦθος πρὸς τοὺς διὰ κέρδος εὐτελὲς μέγαν ὑφισταμένους κίνδυνον.

***
268. Ο σκύλος, η αλεπού και ο πετεινός.
[268.2] Μια φορά ο σκύλος και ο πετεινός σύναψαν σύμφωνο φιλίας μεταξύ τους και ταξίδευαν πλάι-πλάι στον ίδιο δρόμο. Τους έπιασε όμως η νύχτα την ώρα που περνούσαν από δασωμένο τόπο. Έτσι, ο πετεινός αναρριχήθηκε πάνω σε κάποιο δέντρο και κούρνιασε στα κλαδιά του. Ο σκύλος, από την άλλη, χώθηκε κάτω από μια κουφάλα του δέντρου και εκεί το έριξε στον ύπνο. Όταν πια πέρασε η νύχτα και ζύγωνε η αυγή, ο πετεινός έκραξε δυνατά, κατά τη συνήθειά του. Έλα όμως που τον άκουσε τότε η αλεπού και την έπιασε λαχτάρα να τον καταβροχθίσει. Μια και δυο, λοιπόν, πήγε η πονήρω και στήθηκε κάτω από το δέντρο. Από εκεί αναφώνησε προς τον κόκορα: «Άχου καλέ, τί νόστιμο πουλί που είσαι, και πόσο ωφέλιμο για την ανθρωπότητα! Μα έλα, έλα κάτω για να τραγουδήσουμε μαζί τα τραγούδια της νύχτας και να ευχαριστηθούμε παρέα». Ωστόσο, ο πετεινός τής αποκρίθηκε ως εξής: «Ωραία, φιλαράκο, πρώτα όμως τράβα εκεί κάτω στα ριζά του δέντρου και βάλε μια φωνή στον θυρωρό μου να βαρέσει το σήμαντρο». Η αλεπού πλησίασε όντως για να φωνάξει τον φύλακα· και στη στιγμή ο σκύλος πήδηξε αιφνίδια καταπάνω της, τη γράπωσε και την κατασπάραξε.
Το δίδαγμα του μύθου: Έτσι κάνουν και οι μυαλωμένοι άνθρωποι: Όποτε τους βρει κανένα κακό, είναι ικανοί να ανταποδώσουν τα ίσα στους εχθρούς τους χωρίς δυσκολία.

269. Το λιοντάρι, ο λύκος και η αλεπού.
[269.1] Ήταν μια φορά ένα λιοντάρι που είχε γεράσει και πλάγιαζε άρρωστο μέσα στη σπηλιά του. Ήρθαν λοιπόν όλα τα ζώα για να κάνουν επίσκεψη στον βασιλιά τους — όλα εκτός από την αλεπού. Τότε, που λέτε, ο λύκος βρήκε ευκαιρία να κατηγορήσει την αλεπού στο λιοντάρι: «Ακούς εκεί η ελεεινή, να σε λογαριάζει τόσο τιποτένιο, εσένα που είσαι ο δεσπότης ολωνών μας. Αλλιώς γιατί δεν εμφανίστηκε η κυρά να σου κάνει και αυτή επίσκεψη;». Στο μεταξύ, βέβαια, κατέφτασε και η αλεπού και πήρε το αφτί της τα τελευταία τούτα λόγια του λύκου. Ο λέοντας την υποδέχτηκε, φυσικά, με φοβερά μουγκρητά. Εκείνη όμως ζήτησε άδεια να απολογηθεί και βάλθηκε να ρητορεύει: «Γιά σκέψου, ποιός άλλος από όλους όσοι μαζεύτηκαν εδώ πέρα σε έχει ωφελήσει τόσο πολύ όσο εγώ; Εγώ, ναι, εγώ που γύρισα όλον τον κόσμο αναζητώντας θεραπεία για σένα και ρωτώντας τους γιατρούς, μέχρι που βρήκα την άκρη». Ευθύς το λιοντάρι την πρόσταξε να φανερώσει τη θεραπεία χωρίς χρονοτριβή. Νά τί σκαρφίστηκε τότε η πονήρω: «Λοιπόν, πρέπει να γδάρεις έναν λύκο ζωντανό και να τυλίξεις γύρω σου το τομάρι του ζεστό ακόμη». Έτσι ξεπαστρεύτηκε ο λύκος, και πάνω από το πτώμα του γελούσε η αλεπού και δήλωνε: «Τα βλέπεις τώρα; Τον αφέντη δεν πρέπει να τον σπρώχνεις στη δυσαρέσκεια εναντίον άλλων, αλλά να κερδίσεις την ευαρέσκειά του για σένα τον ίδιο».
Το δίδαγμα του μύθου: Όποιος μηχανεύεται κακό για τον άλλον, εντέλει στήνει παγίδα για τον ίδιο τον εαυτό του.

270. Η δαμάλα και το βόδι.
[270.1] Ήταν κάποτε μια δαμάλα που έβλεπε το βόδι να σκοτώνεται στη δουλειά και το ελεεινολογούσε για τις κακουχίες του. Όταν όμως έφτασε η μέρα της γιορτής, αμόλησαν το βόδι από τον ζυγό, ενώ τη δαμάλα την έπιασαν για να την πάνε για σφαγή. Βλέποντας τα καθέκαστα, το βόδι χαμογέλασε και της πέταξε: «Αχ δαμαλίτσα μου, γι᾽ αυτό λοιπόν σε άφηναν και τεμπέλιαζες — για να σε προσφέρουνε θυσία τώρα».
Το δίδαγμα του μύθου: Τον τεμπέλη τον περιμένει πάντα κίνδυνος.

271. Ο κορυδαλλός.
[271.1] Ήταν μια φορά ένας κορυδαλλός που πιάστηκε σε κυνηγετική παγίδα. Βάλθηκε λοιπόν να θρηνεί και να μοιρολογεί: «Αχ δυστυχία μου! Αλίμονό μου του καημένου! Και να πω ότι σούφρωσα καθόλου χρυσάφι ή ασήμι ή τίποτε άλλο πολύτιμο; Ούτε για δείγμα. Ένα τοσοδούλικο σπυρί σιτάρι — αυτό μου κόστισε τον θάνατό μου».
Ο μύθος απευθύνεται προς όποιον μπαίνει σε μεγάλο κίνδυνο για ασήμαντο κέρδος.

Οι τοξικές οικογένειες και τα χαρακτηριστικά τους

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι άνθρωποι που επηρεάζονται περισσότερο από μια τοξική οικογένεια είναι συνήθως τα παιδιά. Μάθετε για τις τοξικές οικογένειες και τα χαρακτηριστικά τους καθώς και το πώς να αναγνωρίζετε πότε υπάρχει πρόβλημα.

Οι τοξικές οικογένειες είναι σαν μικρά νησιά μέσα στον ωκεανό ενός σπιτικού περιβάλλοντος που είναι γεμάτο συγκρούσεις, διαταγές και δυσλειτουργίες που επηρεάζουν όλα τα μέλη τους.

Γνωρίζουμε ότι ο όρος «τοξικό» χρησιμοποιείται πολύ τελευταία. Εξάλλου όλοι έχουμε ακούσει και χρησιμοποιήσει εκφράσεις του τύπου «η σχέση μου είναι τοξική» ή «στη δουλειά έχω έναν τοξικό συνεργάτη».

Ωστόσο θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αντιστοιχεί σε κάποια κλινική περιγραφή. Δεν υπάρχει κάποιο εγχειρίδιο ψυχολογίας που τον ορίζει, ούτε κάποια παθολογία ή διαταραχή που συνδέεται με τη συγκεκριμένη λέξη.

Όμως η δημοφιλής χρήση της λέξης «τοξικότητα» συνοψίζει τέλεια όλες τις διαδικασίες στις οποίες αναφέρεται.

Γιατί; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, λόγω της προσωπικότητάς τους, της συμπεριφοράς τους ή του στυλ επικοινωνίας που χρησιμοποιούν, πληγώνουν, στενοχωρούν, αποθαρρύνουν και βλάπτουν την αυτοεκτίμηση των άλλων.

Δυστυχώς δεν μιλάμε συχνά για το τι συμβαίνει στα σπίτια των μικρών, στενών κοινωνικών ομάδων που ονομάζουμε οικογένειες. Εξάλλου, συχνά θεωρούμε ότι το σπίτι είναι ένα περιβάλλον αγάπης, άνεσης και υποστήριξης.

Όμως τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο ιδανικά. Η οικογένεια είναι ένας πολύ κλειστός θεσμός στα πλαίσια του οποίου συμβαίνουν πράγματα που δεν είναι πάντα καλά.

Σήμερα θέλουμε να εξετάσουμε βαθύτερα αυτό το θέμα και να δούμε τα διάφορα είδη τοξικών οικογενειών και τα χαρακτηριστικά τους.

Είδη τοξικών οικογενειών

Οι ψυχολόγοι και οι ειδικοί στη δυναμική της οικογένειας μας θυμίζουν ότι, αντί να εστιάζουμε σε τοξικές οικογένειες, θα πρέπει να μιλάμε για «τοξικούς γονείς».

Τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα έχουν μια θέση εξουσίας μέσα στην οικογένεια. Η προσωπικότητά τους επηρεάζει τους υπόλοιπους κατοίκους του σπιτιού, είτε είναι παιδιά είτε μεγαλύτεροι σε ηλικία συγγενείς, όπως γιαγιάδες ή παππούδες.

Επιπλέον το επίκεντρο της «τοξικότητας» δεν είναι πάντα ένα μόνο μέλος της οικογένειας.

Μερικές φορές η σχέση ανάμεσα στους γονείς επηρεάζει αρνητικά το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, μια ατμόσφαιρα έντασης φέρνει συναισθήματα στην επιφάνεια και οδηγεί σε υψηλό επίπεδο άγχους.

Ας δούμε ποια είναι τα είδη των τοξικών οικογενειών.

Χειριστικές οικογένειες, ναρκισσιστικές οικογένειες και οικογένειες χαμηλής ανεκτικότητας

Υπάρχουν οικογένειες στις οποίες η δυσλειτουργία επικεντρώνεται σε ένα μέλος με ναρκισσιστικό και χειριστικό προφίλ.

Συνήθως το άτομο αυτό δημιουργεί καταστάσεις στις οποίες ασκεί έλεγχο, περιορίζει ελευθερίες και δείχνει έλλειψη σεβασμού και πολύ μικρή ανεκτικότητα.

Μια ζωή αυτού του είδους έχει υψηλό τίμημα. Τα παιδιά αισθάνονται ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται για αυτά και ότι κανένας δεν τα σέβεται. Έτσι αναπτύσσουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ή ακόμα και δύσκολες συμπεριφορές, αν προσπαθήσουν να αντιδράσουν απέναντι στη μορφή της τοξικής και αρνητικής εξουσίας.

Ανώριμοι γονείς και παιδιά που φροντίζουν τους γονείς τους

Ένα άλλο είδος τοξικής οικογένειας είναι εκείνο στο οποίο οι γονείς -είτε ο ένας είτε και οι δύο- είναι πολύ ανώριμοι από κάθε άποψη.

Η μειωμένη υπευθυνότητα, η έλλειψη ενδιαφέροντος, η αδιαφορία ή ο ανεπαρκής έλεγχος των παρορμήσεων τους καθιστούν μη αξιόπιστους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνήθως τα παιδιά αναλαμβάνουν τις ευθύνες των ενηλίκων από πολύ νωρίς. Αυτό δεν είναι ούτε σωστό ούτε υγιές.

Τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν ακολουθώντας τον ρυθμό τους και δεν είναι σωστό να αναγκάζονται να μεγαλώσουν πριν την ώρα τους.

Γονείς που ξεσπούν τη ματαίωσή τους στους άλλους

Δεν υπάρχει χειρότερο ψυχολογικό όπλο από τη ματαίωση που αναζητά θύματα. Στην πραγματικότητα, οι απογοητευμένοι γονείς που προβάλλουν την ενοχή, τους φόβους ή τις αποτυχίες τους πάνω στα παιδιά ή στους συντρόφους τους είναι κάτι αρκετά συνηθισμένο και εξαντλητικό.

Όλη αυτή η δυναμική αφήνει σημάδια. Λίγα πράγματα είναι πιο εξαντλητικά για ένα παιδί από το να αναγκάζεται να εκπληρώσει τα όνειρα των γονιών του ή να γίνεται στόχος της απογοήτευσης που αυτοί βιώνουν.

Γονείς που χρησιμοποιούν τα παιδιά τους εναντίον των συζύγων τους

Επιπλέον, υπάρχουν φορές που οι γονείς χρησιμοποιούν τα παιδιά τους ως «όπλο» εναντίον των συζύγων τους.

Συχνά πρόκειται για μια κατάσταση που προκύπτει κατά τη διαδικασία του διαζυγίου. Ωστόσο, μπορεί να προκύψει και στην καθημερινότητα, όταν ζητείται από τα παιδιά να πάρουν το μέρος του ενός από τους δύο γονείς προκειμένου να κερδίσουν κάτι.

Σε αυτήν τη δυναμική επικρατεί ο εκβιασμός, που μπορεί να είναι πολύ καταστροφικός για την ψυχολογία ενός παιδιού.

Αιτίες τοξικότητας στις οικογένειες

Η αναγνώριση της πηγής του προβλήματος σε μια τοξική ή δυσλειτουργική οικογένεια αποτελεί προφανώς ένα καλό σημείο για να αρχίσουν να αλλάζουν τα πράγματα, να αναπτυχθούν στρατηγικές αντιμετώπισης και να επικρατήσει κάποια αρμονία.

Όμως δεν πρόκειται για κάτι εύκολο. Το συναισθηματικό κόστος είναι συνήθως πολύ μεγάλο.

Επιπλέον, οι αλλαγές δεν πραγματοποιούνται μέσα σε μια νύχτα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα αν τα μέλη της οικογένειας έχουν συνηθίσει σε έναν ορισμένο τρόπο επικοινωνίας ή ακόμα και στην έλλειψη επικοινωνίας, για παράδειγμα.

Όμως, κάθε προσπάθεια συνεισφέρει σε μια καλύτερη συνύπαρξη, στον σεβασμό και στην ευτυχία των γονιών και των παιδιών.

Ας δούμε ποιες διαδικασίες βρίσκονται συνήθως σε λειτουργία στις τοξικές οικογένειες:

Μια πιθανή ψυχολογική διαταραχή ή εξάρτηση ενός μέλους της οικογένειας.
Η κατάχρηση εξουσίας και το αυταρχικό στυλ.
Απόντες γονείς που παραμελούν τις ευθύνες τους.
Έλλειψη στοργής, ή ανεπαρκής προσκόλληση.
Πιθανή σωματική ή ψυχολογική κακοποίηση ή κακομεταχείριση.
Ανεπαρκές στυλ επικοινωνίας, λόγω έλλειψης δεξιοτήτων, λόγω αδιαφορίας, ή λόγω προσωπικότητας.
Ασυνέπεια ή αναξιοπιστία των γονιών.
Χαμηλή αυτοεκτίμηση των γονιών.
Υψηλές προσδοκίες και ανάγκη του ζευγαριού και των παιδιών να ανταποκρίνονται σε αυτές.

Κλείνοντας θα λέγαμε ότι είναι αρκετά πιθανό ότι μερικοί από μας θα ταυτιστούμε με κάποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Επομένως, όποτε είναι εφικτό, πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε από την πλευρά μας για να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο οικογενειακό περιβάλλον και καλύτερες οικογενειακές σχέσεις.

Ωστόσο, αν συνειδητοποιήσουμε ότι ο αντίκτυπος αυτών των σχέσεων είναι πολύ αρνητικός, τότε θα πρέπει να λάβουμε διαφορετικές αποφάσεις για να προστατέψουμε τη συναισθηματική ασφάλεια και την αξιοπρέπειά μας.

Γιατί οι υψηλές προσδοκίες μπορούν να καταστρέψουν μια σχέση

Προσδοκώντας να συμβεί κάτι, δεν το κάνουμε αυτόματα και να συμβεί. Ο αναπτυξιακός ψυχολόγος Jean Piaget είχε παρατηρήσει ότι τα μικρά παιδιά δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν ανάμεσα στις σκέψεις τους (στον υποκειμενικό κόσμο των λέξεων στο κεφάλι τους) και στον αντικειμενικό κόσμο.

Σύμφωνα με τον Piaget, αυτό κάνει τα μικρά παιδιά να πιστεύουν ορισμένες φορές ότι οι σκέψεις τους μπορούν άμεσα να κάνουν τα πράγματα να συμβούν. Αναφέρθηκε σε αυτή τη σκέψη ως «μαγική σκέψη» και υποστήριξε ότι την ξεπερνάμε περίπου στα 7 μας χρόνια. Εδώ όμως ο Piaget έκανε ένα μικρό λάθος. Η προσδοκία, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι είναι μια μορφή «μαγικής» σκέψης. Φαίνεται ότι ως ενήλικες συνεχίζουμε να λειτουργούμε με αυτό τον τρόπο. Και είναι δύσκολο για εμάς να αποδεχτούμε ότι αυτό μπορεί να μη λειτουργεί.

Οι άνθρωποι έχουν τη φυσική τάση να εναποθέτουν τις ελπίδες τους για ευτυχία σε προσδοκίες. Δεν υπάρχει κάτι λάθος σε αυτό και γι’ αυτό, όσο έχουμε καλούς λόγους να πιστεύουμε ότι η εκπλήρωση μιας προσδοκίας θα μας κάνει ευτυχισμένους και όσο όντως κάνουμε τα απαραίτητα βήματα προς την εκπλήρωσή της. Οι «καλοί λόγοι» θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν το γεγονός ότι γνωρίζουμε από παρελθοντικές εμπειρίες πως υπάρχουν ορισμένα πράγματα που αποδεδειγμένα μας κάνουν χαρούμενους. Για παράδειγμα, γνωρίζω εκ πείρας ότι ο πρωινός καφές είναι αναπόφευκτο ότι θα μου δώσει μια γεύση χαράς. Γι’ αυτό και έχω την προσδοκία από αυτόν κάθε πρωί που ξυπνώ.

Το πρόβλημα με τις προσδοκίες υπάρχει όταν περιμένουμε κάτι να συμβεί χωρίς κάποιον πειστικό, καλό λόγο για αυτή την προσδοκία. Αν πιστέψω ότι μόνο και μόνο οι προσδοκίες θα μου φέρουν αυτό που θέλω, χρησιμοποιώ «μαγική σκέψη» και προετοιμάζω τον εαυτό μου για απογοήτευση. Αυτό φαίνεται πιο ξεκάθαρα, όταν μιλάμε για τον καφέ. Δεν μπορώ να φτιάξω καφέ μόνο με τη σκέψη μου• χρειάζεται να κάνω τα απαραίτητα βήματα για να το κάνω να συμβεί. Η προσδοκία και μόνο, η αναμονή και μόνο ενός φλιτζανιού καφέ είναι ψευδαισθησιακή.

Αυτό το φαινόμενο, όμως, είναι λιγότερο ξεκάθαρο, όταν εμπλέκονται άλλοι άνθρωποι. Οι περισσότεροι θα καταλάβουν ότι η προσδοκία πραγματοποίησης του καφέ είναι μη ρεαλιστική. Κι όμως, πολλοί από εμάς πιστεύουν λανθασμένα ότι η προσδοκία μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς από τους άλλους θα την κάνει κιόλας να συμβεί. Δηλαδή επειδή το θέλουμε πολύ, θα γίνει και πραγματικότητα. Το ένα μέλος μιας σχέσης μπορεί να περιμένει το άλλο να του φτιάξει καφέ. Και αυτό είναι υπέροχο και καλό, αν πράγματι το άλλο άτομο θέλει μετά χαράς να το κάνει. Αλλά τι συμβαίνει αν αυτό το άτομο δεν έχει καμία τέτοια πρόθεση και δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες; Νιώθουμε πληγωμένοι, σοκαρισμένοι και πιθανότατα προσβεβλημένοι. Οι προσδοκίες μας απογοητεύουν.

Και είναι εύκολο να σκεφτείτε διάφορα παραδείγματα από την καθημερινότητά σας που καταλήξατε να νιώθετε έτσι. Ένα πάρτι που σχεδιάσατε και ήσασταν σίγουροι ότι θα είναι επιτυχημένο, μια δουλειά που ζητήσατε να κάνει ο/η σύντροφός σας και όταν γυρίσατε, αντιληφθήκατε ότι τελικά δεν την έκανε ή μια διαδρομή που είχατε υπολογίσει ότι θα σας πάρει ακριβώς 30 λεπτά και τελικά σας πήρε 1 ώρα λόγω έργων.

Προσδοκώντας η ζωή πάντα να καταλήγει να είναι όπως εσείς τη θέλετε, αποδεδειγμένα θα σας οδηγήσει σε απογοήτευση, επειδή δεν είναι κάτι ρεαλιστικό. Και όταν εκείνες οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες περιλαμβάνουν την αποτυχία άλλων ανθρώπων να συμπεριφερθούν με τον τρόπο που εσείς περιμένατε, η απογοήτευση συχνά περιλαμβάνει και πικρία.

Γιατί δεν απογοητευόμαστε, όταν ο καφές δεν φτιάχνεται μόνος του, αλλά απογοητευόμαστε όταν κάποιος άλλος δεν τον φτιάχνει για εμάς; Από πού αντλούμε τη δύναμη και τη βεβαιότητα ότι απλά και μόνο η προσδοκία να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που εμείς θέλουμε, θα το κάνει να συμβεί; Και τι δικαίωμα έχουμε να θυμώνουμε με τους άλλους, όταν αποτυγχάνουν να εκπληρώσουν τις προσδοκίες μας;

Η έρευνά λέει ότι οι προσδοκίες ανάμεσα σε ανθρώπους συχνά βασίζεται σε ένα άρρητο κοινωνικό συμβόλαιο. Δηλαδή προσδοκίες, οι οποίες δεν έχουν διατυπωθεί ρητά και λεκτικά, οι άνθρωποι κατασκευάζουν ιστορίες στο κεφάλι τους για τέτοιες «νόμιμες» προσδοκίες που αφορούν στον άλλο. Σε αυτές υπάρχουν κάποιες συνθήκες που αναμένονται να εκπληρωθούν. Είναι δύσκολο για κάποιον να ικανοποιήσει τις προσδοκίες σας, αν δεν γνωρίζει καν ποιες είναι, αλλά εσείς και πάλι θα δείτε την καταστρατήγηση αυτού του κοινωνικού συμβολαίου.

Για παράδειγμα, ακούτε υπομονετικά τα προβλήματα ενός φίλου για χρόνια, αν και σας φαίνεται δύσκολο, εσείς συνεχίζετε, γιατί περιμένετε να κάνει και εκείνος το ίδιο όταν έρθει η στιγμή. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η φιλία τερματίζεται. Οι άρρητες προσδοκίες είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μείνουν ανεκπλήρωτες. Μιλώντας ανοιχτά για το τι περιμένετε από τους άλλους, μπορεί να βελτιώσει τις πιθανότητες εκπλήρωσης των προσδοκιών σας.

Την ίδια στιγμή, είναι και πάλι μη ρεαλιστικό να πιστεύετε ότι απλά και μόνο η ξεκάθαρη επικοινωνία τους θα κάνει τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που θέλετε εσείς. Αν δεν γνωστοποιείτε τους κανόνες του σπιτιού στα παιδιά σας, δεν μπορείτε να περιμένετε να τους γνωρίζουν. Εδώ όμως ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ιδιόμορφη προσδοκία που εμφανίζεται κυρίως στους γονείς. Αυτό το είδος κοινωνικού συμβολαίου βασίζεται περισσότερο στην εξουσία, παρά στην αμοιβαία προσέγγιση μιας φιλίας. Οι γονείς είναι πεπεισμένοι ότι τα παιδιά τους πρέπει να υπακούν τις προσδοκίες τους, επειδή είναι ενήλικες και έχουν την ευθύνη ενός ολόκληρου σπιτικού.

Θα σκεφτείτε όμως: δεν είναι λογικό ως γονείς να περιμένουμε συγκεκριμένη συμπεριφορά από τα παιδιά μας; Θα συμφωνήσω ότι έως ένα σημείο χρειάζεται. Αν αποτύχουμε ως γονείς σε αυτό, γινόμαστε ανεύθυνοι κατά κάποιο τρόπο απέναντι στα παιδιά μας. Αλλά δεν γίνεται να έχετε την προσδοκία τα παιδιά σας να ακολουθούν συνέχεια τους δικούς σας κανόνες. Κανένα παιδί δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Η σκέψη ότι θα συμβεί σε εσάς αυτό είναι μη ρεαλιστική. Το ερώτημα είναι τι κάνετε όταν δεν ακολουθούν τους κανόνες που εσείς σχεδιάσατε για να παραμείνουν ασφαλή, υγιή και ευτυχισμένα. Αν νομίζετε ότι η απάντηση είναι να θυμώσετε, να φωνάξετε, να απειλήσετε ή να πεισμώσετε, μάλλον χρειάζεται να εξετάσετε άλλες καλύτερες εναλλακτικές.

Θα έχετε παρατηρήσει πόσες φορές έχω τονίσει τον διαχωρισμό ανάμεσα σε ρεαλιστικές και μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Αυτός ο διαχωρισμός είναι σημαντικός, γιατί οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες είναι εκείνες που θα φέρουν βέβαιη απογοήτευση και πικρία. Μια μη λεκτικοποιημένη προσδοκία αποτελεί «μαγική σκέψη» και δεν είναι ρεαλιστική. Μία προσδοκία για κάτι που στο παρελθόν λειτούργησε και σας έφερε ένα καλό αποτέλεσμα είναι ρεαλιστική. Περιμένοντας οι άλλοι να δρουν προς το συμφέρον σας, αλλά όχι το δικό τους, είναι μη ρεαλιστικό. Περιμένοντας οι άλλοι να κάνουν κάτι που συμφέρει και τα δύο μέρη είναι σίγουρα πιο ρεαλιστικό.

Άλλωστε, σκεφτείτε πώς νιώθετε εσείς, όταν οι άλλοι περιμένουν από εσάς να κάνετε πράγματα που δεν συνάδουν με τους δικούς σας στόχους, τις αξίες και επιθυμίες; Ξεφορτωθείτε τις προσδοκίες σας και βρείτε κάτι για το οποίο να νιώθετε ευγνωμοσύνη, ακόμα και όταν τα πράγματα δεν καταλήγουν να είναι όπως ελπίζατε και θα προσεγγίσετε περισσότερο την ψυχική ηρεμία, απομακρυνόμενοι από συναισθήματα πικρίας και απογοήτευσης.

Όταν σου λέω πως το κάνω για σένα

Αποτέλεσμα εικόνας για γυναικα σε φωτια στην παραλιαΜερικές φορές νιώθω πως με ευχαριστεί να σου δίνω χαρά, και τότε έτσι και κάνω. Όταν σου λέω πως το κάνω για σένα, σου λέω ψέματα. Θα ήταν καλό, νομίζω, να εξαιρέσουμε άπαξ διά παντός από τα λεξικά την έκφραση: «το έκανα για σένα». Όταν κάποιος μου λέει πως κάνει ό,τι κάνει ή παύει να κάνει κάτι «για μένα», εγώ αισθάνομαι πως με χρεώνει. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν λέω στον άλλον ότι κάνω κάτι γι’ αυτόν, τον χρεώνω, τον δεσμεύω, τον φυλακίζω. Και το χειρότερο είναι πως δεν είναι καν αλήθεια!

Στην πραγματικότητα, όλα γίνονται για μένα. Εμένα τον ίδιο βολεύει η επιλογή να παραιτηθώ απ’ αυτό που θέλω για να σ’ το δώσω. Τι εγωιστικό…!

Ναι.
Στο κάτω κάτω, όταν κάποιος με αποκαλεί «εγωιστή!», τι μου λέει; Μου λέει: «Μη σκέφτεσαι τον εαυτό σου, σκέψου εμένα».

Ποιος είναι ο εγωιστής;

Εδώ και τρεις-τέσσερις χιλιάδες χρόνια, το Ταλμούδ λέει:
Αν δεν σκεφτώ εγώ τον εαυτό μου, τότε ποιος;
Και αν σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου, ποιος είμαι;
Και αν όχι τώρα, πότε;

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων:
Στην πρώτη, αυτός που όταν κρυώνει χαρίζει όλα του τα ζεστά ρούχα. Στη δεύτερη, αυτός που όταν κρυώνει φοράει όλα του τα ζεστά ρούχα. Και μια τρίτη, όπου αυτός που κρυώνει ανάβει μια φωτιά για να ζεσταθεί κι αυτός κι όλοι όσοι θέλουν να χαρούν τη ζέστη.

Ο πρώτος άνθρωπος έχει αυτοκτονικές τάσεις: θα πεθάνει από το κρύο.

Ο δεύτερος είναι μίζερος και θα πεθάνει μόνος.

Ο τρίτος είναι ένα φυσιολογικό ανθρώπινο πλάσμα, ώριμο και εγωιστικό (όντως, αν ανάβει φωτιά είναι γιατί κρυώνει ο ίδιος).

Εγώ θα ήθελα να είμαι κάποιος που ανάβει χιλιάδες φωτιές και, ακόμα περισσότερο, θέλω να είμαι αυτός που μαθαίνει σε χιλιάδες ανθρώπους πώς να ανάβουν φωτιές.

Το δίχως άλλο, δεν είμαι ταπεινός.

Είναι η ζωή του καθενός, ένας μικρός ωκεανός που πρέπει να περάσει.

Αποτέλεσμα εικόνας για γυναικα στη θαλασσαΈνας παράξενος γέρος βρέθηκε σε μια παρέα παιδιών και άρχισε να τους λέει μια ιστορία.

Είναι η ζωή του καθενός, ένας μικρός ωκεανός που πρέπει να περάσει.

Ο καθένας, σύμφωνα με τις δυνατότητές του, φτιάχνει τη σχεδία του και την εξοπλίζει με τα μέσα που μπορεί.

Πολλοί διαλέγουν να μείνουν στο μικρό ορμίσκο που γεννήθηκαν κολυμπώντας μόνο με τα χέρια τους.

Οι πλειοψηφία, καβαλά ένα κούτσουρο που περνούσε τυχαία και αν είναι τυχεροί, μπορεί και να πιάσουν κάποιο νησί να σωθούν, να ξαποστάσουν και αν έχουν τόλμη, να ξεκινήσουν και πάλι για το άγνωστο.


Αρκετοί, από τους λίγους που απέμειναν, φτιάχνουν μια μικρή σχεδία και παλεύουν με τα κουπιά, ή με το μικρό πανί τους να ξεκινήσουν το ταξίδι τους.

Ακόμη λιγότεροι, αντί για σχεδία έχουν βαρκούλα, την εξοπλίζουν με μεγάλα πανιά στο κεντρικό τους ιστίο και με φλόκο για μεγαλύτερη ταχύτητα. Ακόμα και αν πέφτει ο άνεμος.

Ελάχιστοι έχουν τη δυνατότητα να εξοπλίσουν το ιστιοφόρο τους και με μηχανή για να μη κολάν πουθενά. Με ότι καιρό και αν έχει, αυτοί προχωρούν και φτάνουν στον προορισμό που έχουν επιλέξει και όχι όπου τους βγάλει το ρεύμα της ζωής.

Το πως ξεκινά αυτό το ταξίδι ο καθένας, η ψυχούλα του το ξέρει.

Την σχεδία του, το σκάφος του, το κούτσουρό του, ο καθένας το επιλέγει, το χτίζει, το εξοπλίζει με το μυαλό του, τη θέλησή του και τις προτεραιότητές της ζωής του.
Το σκαρί που θα καβαλήσει είναι οι γνώσεις του, η παιδεία του, το μεράκι του για μάθηση και για δουλειά.
Η μηχανές του, είναι η εξειδίκευση του, η δεξιότητές του, η ατομική του προσφορά στην γενική εξέλιξη.
Το κεντρικό του πανί, είναι η ενασχόλησή του με το σώμα του, με τον αθλητισμό και την υγεία του.
Ο φλόκος του, είναι η αγάπη του για τις τέχνες και τον πολιτισμό.
Κάτι από αυτά αν θα λείπει, σε κάποια φάση της ζωής του, θα καταλάβει πως δεν είναι πλήρης και πλήρως εξοπλισμένος. Θα βρεθεί σε δύσκολες στιγμές και δεν θα έχει όλα τα μέσα να τις ξεπεράσει.
Όλοι οι άνθρωποι μέχρι τα 24 τους χρόνια έχουν διαμορφώσει το μέσο που θα διασχίσουν τον ωκεανό τους.
Υπάρχουν αρκετοί, που συνεχίζουν να παλεύουν και να προσπαθούν να μεγαλώσουν τη σχεδία τους, να την εξοπλίσουν με πιο μεγάλο πανί, με καλύτερη μηχανή, με πιο μεγάλο φλόκο, σε όλη τους τη ζωή. Δεν εγκαταλείπουν ποτέ τον αγώνα.
Το μεγάλο τους κέρδος είναι πως ποτέ τους δεν θα πουν, βαρέθηκα αυτό το ταξίδι.
Κουράστηκα.
Δεν αντέχω άλλο.
Γιατί, η ομορφιά είναι στο ταξίδι και ο προορισμός γνωστός εκ των προτέρων.
Άγνωστη παραμένει η άφιξη.

Καλό σας ταξίδι. Με όποιο τρόπο και αν το ξεκινήσετε, ποτέ μη σταματήσετε να εξοπλίζετε το σκαρί σας.

Προσαρμοζόμαστε και περνάμε καλύτερα

Πώς μπορεί κάποιος να προσαρμοστεί στα δύσκολα, στα διαφορετικά, σε αυτά που δεν του ταιριάζουν αλλά ανακύπτουν;

Όταν ο Ηράκλειτος διακήρυττε τον 5ο αιώνα π.Χ. ότι τα πάντα ρει, μάλλον δεν φανταζόταν ότι αιώνες μετά αυτή η ρήση του θα ήταν όχι μόνο πιο επίκαιρη από ποτέ αλλά και ένα από τα πιο χρήσιμα εργαλεία επιβίωσης του survival kit μας. Ούτε ότι θα συνδεόταν τόσο στενά με την έννοια της προσαρμοστικότητας, η οποία θα αποτελούσε το μεγαλύτερο εφόδιο για μια καλή ζωή.

Τι είναι η προσαρμοστικότητα;

Το σύνολο των ικανοτήτων και ψυχικών δυνάμεων που οι άνθρωποι ενεργοποιούν για να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις αντιξοότητες και τις δυσάρεστες καταστάσεις που μπορεί να ανακύψουν. Παράλληλα, αξιοποιούν τις νέες συνθήκες με τρόπο δημιουργικό και χωρίς να χάνουν την προσωπική τους ταυτότητα.

Τι κάνουν οι προσαρμοστικοί

* Επιβεβαιώνονται μέσα από πολλούς ρόλους και ταυτότητες γιατί αν περιοριστούν σε έναν και μοναδικό ρόλο και τον χάσουν, θα χάσουν και τον προσδιορισμό τους.
* Γνωρίζουν ότι η δυνατότητα γρήγορης και εύκολης προσαρμογής αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (competitive advantage) στον εργασιακό χώρο. Είναι δεκτικοί στο καινούργιο και επιλέγουν περισσότερους από έναν τομείς για να δραστηριοποιηθούν.
* Είναι multitaskers αν χρειαστεί, είναι στοχοπροσηλωμένοι και ασπάζονται το «keep your options open», αφού ξέρουν πως θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν πολλές αλλαγές και στο εργασιακό πλαίσιο.
* Χαρακτηρίζονται από τα 3Ε: είναι Ευφάνταστοι στην αντιμετώπιση προκλήσεων που σίγουρα θα αντιμετωπίσουν (κάποιες φορές, τα πράγματα έρχονται με έναν τρόπο που δεν τον έχουμε προϋπολογίσει), Ευέλικτοι και Εύκαμπτοι στη ζωή, αφού η ακαμψία οδηγεί σε δυσλειτουργικές καταστάσεις (stress, χαοτικός τρόπος σκέψης).
* Βλέπουν τη μεγάλη εικόνα: το δάσος και όχι το δέντρο. Διατηρούν μια ολοκληρωμένη εικόνα των καταστάσεων που αντιμετωπίζουν και τις βλέπουν μέσα από το σωστό πρίσμα, όχι μεγεθυσμένες.
* Γυρίζουν σελίδα πιο γρήγορα και έχουν την ευκαιρία να επανακάμπτουν συναισθηματικά ακόμα και έπειτα από τραυματικά ή δραματικά γεγονότα. Σε αυτό τούς βοηθά σημαντικά το ισχυρό δίκτυο διαπροσωπικών σχέσεων που έχουν δημιουργήσει, αλλά και η δεξιότητα που έχουν αποκτήσει να μεταβολίζουν τα συναισθήματά τους.
* Λένε «ναι» στην προσαρμογή αλλά «όχι» στην υποτέλεια και στην παραβίαση των αρχών τους. Οι αλλαγές απαιτούν μαχητικότητα, όχι θυματοποίηση. Εχουν αποφασίσει ότι τα προβλήματά τους τούς ανήκουν και είναι συνειδητοποιημένοι ως προς το ότι είναι κυρίαρχοι της μοίρας τους.
* Είναι αφυπνισμένοι, συνδεδεμένοι τόσο με τον εαυτό τους όσο και με τους γύρω τους. Εχουν ξεκάθαρη εικόνα του τι συμβαίνει στο περιβάλλον τους και δεν συνταράσσονται ούτε με τις πιο απροσδόκητες κρίσεις. Ξέρουν ότι ακόμα και οι πιο δυνατές ανατροπές θα τους οδηγήσουν σε μια νέα συνθήκη που θα ανοίξει έναν καινούργιο δρόμο.

 Τι δεν κάνουν οι προσαρμοστικοί

- Δεν είναι αποφευκτικοί με τις αρνητικές σκέψεις τους αλλά ούτε τους επιτρέπουν να τους παρασύρουν σε μια φαυλότητα θλίψης και απραξίας.
- Δεν αφήνουν τις εμπειρίες τους να περνούν χωρίς να έχουν πάρει τα μαθήματά τους.
- Δεν αφήνουν την καλή ψυχολογική λειτουργία τους να φθίνει, ούτε και τη σωματική τους ευεξία, παρότι μπορεί να καταπονούνται ψυχικά.
- Δεν χαμαιλεοντίζουν: δεν πηγαίνουν όπου φυσάει ο άνεμος προσαρμόζοντας τις αρχές τους κατά περίσταση για να αποκομίσουν τα περισσότερα οφέλη.
- Δεν χάνονται μέσα στα προβλήματά τους. Τα οριοθετούν, εξετάζουν τις εναλλακτικές τους και παίρνουν εκείνη την απόφαση που θα τους φέρει πιο κοντά σε αυτό που κάθε φορά χρειάζονται.
- Δεν καταστροφολογούν. Μετασχηματίζουν τον πόνο τους σε δημιουργία ή σε πράξεις αλτρουισμού.
- Δεν εναποθέτουν τις προσδοκίες τους στην τύχη ή σε κάποιον άλλο εξωγενή παράγοντα.
- Γνωρίζουν ότι είναι οι ίδιοι ενεργοί συγγραφείς του βιβλίου της ζωής τους και δημιουργούν μόνοι τους τις προϋποθέσεις για μια ποιοτική ζωή.

Go with the flow
Η στασιμότητα δεν ευνοεί την εξέλιξη. Το να μένουμε απαράλλακτοι και να μην μπορούμε να αφομοιώνουμε την αλλαγή είναι μια προσέγγιση άκαμπτη, καθόλου βοηθητική για την εποχή που διανύουμε. Το να ζούμε με τη θεώρηση του «έτσι είμαι εγώ» όχι μόνο δεν μας βοηθάει, αλλά μας καθιστά μονόφθαλμους. Προσαρμοζόμαστε λοιπόν στα νέα δεδομένα, χωρίς όμως να κάνουμε εκπτώσεις στα όνειρά μας!

Και όμως το μισό σώμα του ανθρώπου δεν είναι ... ανθρώπινο!

Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος στο... περίπου. Περισσότερο από το ήμισυ του ανθρώπινου σώματος δεν είναι ακριβώς ανθρώπινο, καθώς τα ανθρώπινα κύτταρα αποτελούν μόνο το 43% των συνολικών κυττάρων που υπάρχουν σε ένα ανθρώπινο σώμα. 

Τα υπόλοιπα, που είναι και περισσότερα (57%) ανήκουν σε βακτήρια, ιούς, μύκητες και άλλους μικροοργανισμούς που φιλοξενούνται στο σώμα μας ή μάλλον το έχουν αποικίσει με το... έτσι θέλω.

Όπως δήλωσε στο BBC ο καθηγητής Ρομπ Νάιτ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Σαν Νμτιέγκο, «είστε περισσότερο μικρόβιο παρά άνθρωπος». Όπως είπε, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις (ακριβές μέτρημα προφανώς δεν είναι εφικτό), η αναλογία ανθρωπίνων-μικροβιακών κυττάρων γέρνει υπέρ των δεύτερων (43%-57%).

Σταδιακά οι επιστήμονες αρχίζουν να συνειδητοποιούν για τα καλά ότι αυτό το «άλλο μισό» μας, το μικροβίωμα, παίζει καθοριστικό ρόλο στην υγεία και στην αρρώστια, από τις αλλεργίες έως το Πάρκινσον. Η επίγνωση αυτή ήδη οδηγεί σε νέους θεραπευτικούς δρόμους για διάφορες παθήσεις.

«Τα μικρόβια είναι ουσιώδη για την υγεία μας. Το σώμα σας δεν είναι μόνο εσείς», τονίζει η καθηγήτρια Ρουθ Λέι του γερμανικού Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ.

«Ανακαλύπτουμε ότι αυτά τα μικροσκοπικά πλάσματα μεταμορφώνουν πλήρως την υγεία μας με τρόπους που δεν είχαμε φανταστεί έως πρόσφατα» ανέφερε ο Νάιτ.

Είτε πάνω στο σώμα είτε μέσα σε αυτό, τα μικρόβια αφθονούν, αν και το πραγματικό «πάρτι» γίνεται στο ανθρώπινο έντερο, όπου υπάρχει η μεγαλύτερη συγκέντρωση και ποικιλία τους.

Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο άνθρωπος (ή μάλλον δεν είναι κατά πλειοψηφία άνθρωπος) ούτε από γενετική άποψη, αφού στο καθαρά ανθρώπινο γονιδίωμα των περίπου 20.000 γονιδίων θα πρέπει να προστεθεί το μικροβιακό γονιδίωμα, κάτι που ανεβάζει τον αριθμό των γονιδίων στο ανθρώπινο σώμα στα δύο έως 20 εκατομμύρια!

«Δεν έχουμε μόνο ένα γονιδίωμα, καθώς τα γονίδια του μικροβιώματός μας απαρτίζουν ουσιαστικά ένα δεύτερο γονιδίωμα, που επαυξάνει τη δραστηριότητα του δικού μας. Αυτό που μας κάνει ανθρώπους, είναι ο συνδυασμός του δικού μας DNA με το DNA των μικροβίων του εντέρου μας» δήλωσε ο καθηγητής μικροβιολογίας Σαρκίς Μαζμανιάν του Ιντιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας (Caltech).

Και ενώ οι επιστήμονες έχουν κάνει πολύ πετυχημένη δουλειά με τα εμβόλια και τα αντιβιοτικά στο να καταπολεμήσουν τα «κακά» μικρόβια, γίνεται πλέον ολοένα πιο αντιληπτό ότι αυτό έχει καταστροφικές παρενέργειες για τα «καλά» μικρόβια, πράγμα που -εν μέρει τουλάχιστον- εξηγεί την εκρηκτική αύξηση στα περιστατικά αλλεργιών και αυτοάνοσων παθήσεων.

«Οι μεταβολές στο μικροβίωμα, που συμβαίνουν ως αποτέλεσμα της επιτυχίας στην καταπολέμηση των παθογόνων μικροοργανισμών, έχουν πλέον συμβάλει σε νέες ασθένειες που πρέπει να αντιμετωπίσουμε» επεσήμανε η δρ Λέι.

Όχι μόνο παθήσεις όπως η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, αλλά ακόμη και η κατάθλιψη, ο αυτισμός ή η αποτελεσματικότητα των αντικαρκινικών φαρμάκων φαίνεται να επηρεάζονται σημαντικά από τον δεύτερο εαυτό μας, τον μικροβιακό.

Η μικροβιακή θεραπευτική ιατρική βρίσκεται ακόμη στα αρχικά στάδια της, αλλά πολλοί επιστήμονες πιστεύουν ότι η παρακολούθηση και η χειραγώγηση του μικροβιώματος θα αποτελέσει καθημερινή ρουτίνα στο μέλλον, φέρνοντας μια επανάσταση στην ιατρική.

Μάρτιν Χάιντεγκερ: Η Αυθεντικότητα του Είναι

«Οτιδήποτε και οσοδήποτε αν προσπαθήσουμε να σκεφτούμε, σκεφτόμαστε πάντοτε μέσα στη σφαίρα της παράδοσης».

«Όταν ο άνθρωπος αναλώνεται στην καθημερινότητα, αποφεύγει τις βαθύτερες ανησυχίες και την διαπεραστική αυτοεξέταση».

«Το να προσπαθείς να είσαι κατανοητός· είναι αυτοκτονία για την φιλοσοφία».
 
«Το Εδωνά – Είναι  είναι ένα Ον που δεν λαβαίνει απλώς χώρα ανάμεσα σε άλλα όντα. Υπερέχει οντικά, από το γεγονός ότι μέσα στο Είναι του αυτό το Ον νοιάζεται για το ίδιο του το Είναι.»

Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger, 1889 – 1976) Γερμανός φιλόσοφος.

Γεννήθηκε στο Μέσκιρχ του Μπάντεν. Σπούδασε θεολογία, φιλοσοφία, ιστορία και φυσικές επιστήμες στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Το 1923 έγινε καθηγητής της φιλοσοφίας στο Μάρμπουργκ και από το 1928 ανέλαβε την έδρα της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Κατά το διάστημα 1945-1951 του απαγορεύτηκε η διδασκαλία από τις δυνάμεις κατοχής της Γερμανίας, γιατί για ένα διάστημα υπήρξε μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.
Η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ παρουσιάζεται κυρίως στην πρώτη της περίοδο ως ερμηνευτική περιγραφή της, κάθε φορά, συμπεριφοράς του ανθρώπου. Το ενδιαφέρον της περιγραφής αυτής δεν στρέφεται προς τον άνθρωπο ως άνθρωπο, δεν προέρχεται από ανθρωπιστική διάθεση (την οποία μάλιστα ο Χάιντεγκερ αποκρούει), αλλά γεννιέται από το γεγονός ότι –ανάμεσα στα διάφορα όντα– ο άνθρωπος έχει το προνόμιο να είναι το μόνο που μπορεί να ερευνά και, επομένως, το μόνο που μπορεί να συλλάβει και να κατανοήσει την έννοια της ύπαρξης, που αποτελεί το πραγματικό αντικείμενο της φιλοσοφίας.

Έχοντας την δυνατότητα να στρέφεται ερευνητικά στην βάση της, η ύπαρξη ανήκει, κατά τον Χάιντεγκερ, μόνο στον άνθρωπο και δεν έχει καμιά σχέση με την απλή πλασματική πραγματικότητα ενός πράγματος ή ενός αντικειμένου του φυσικού κόσμου. Αν όμως η ύπαρξη ως δυνατότητα δημιουργίας μιας ερωτηματικής σχέσης με το Είναι, είναι μια προϋπόθεση που ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο, μόνο ο άνθρωπος επίσης είναι προικισμένος από την μοίρα του να αποκτήσει συνείδηση της χρεοκοπίας και του αδύνατου της σχέσης αυτής.

Μεταξύ του Είναι και της ανθρώπινης ύπαρξης ανοίγεται ένα χάσμα.
Δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα από την πράξη.

Το Είναι, που είναι άπειρη δυνατότητα, φωτεινή αλλά κενή ακαθοριστία, παρουσιάζεται στο ανθρώπινο πεπερασμένο ως ένα αγωνιώδες Μηδέν, που καταβροχθίζει και εκμηδενίζει όλους τους θεσμούς και τις πραγματικότητες του κοινωνικού και φυσικού κόσμου. Μια ριζική ασημαντότητα διαποτίζει όλες τις αντικειμενικές μορφές του κόσμου. Η άποψη του Είναι, είναι γι’ αυτό και άποψη του Μηδενός. Ο άνθρωπος δοκιμάζει το άγχος, δηλαδή την ιλιγγιώδη κατάρρευση ενός κόσμου που εξαφανίζεται και βυθίζεται στην διαυγή νύχτα του Μηδενός.

Στην προσπάθειά τους να λυτρωθούν από την ριζική αυτή εμπειρία, οι άνθρωποι βρίσκουν καταφύγιο, κατά τον Χάιντεγκερ, σε έναν τρόπο ζωής –την αναυθεντική ύπαρξη– όπου το άγχος αντικαθίσταται και εξορκίζεται από την φροντίδα, δηλαδή το ενδιαφέρον και την ανήσυχη προσοχή που δίνουν στα ταμπού και στις πλασματικές αξίες της καθημερινότητας.

Η αναυθεντική ύπαρξη είναι ο τρόπος ζωής του ανθρώπου μέσα στην μαζική κοινωνία, η ύπαρξη του ανώνυμου και μη πραγματικού αυτού υποκειμένου, που είναι το απρόσωπο, ο μέσος όρος των ανθρώπων, όπως διαμορφώνεται και διαπλάθεται από τις συμβάσεις και τις πίστεις –το λέγεται, το πιστεύεται, το γίνεται κλπ.– που επιβάλλονται από τις κοινωνικές συνήθειες και τις συμβατικότητες. Ο άνθρωπος γλιτώνει από το άγχος ή, καλύτερα, προσπαθεί να το καταστείλει και να το ξεχάσει, τοποθετώντας την πραγματικότητα σε μια σειρά συγκεκριμένων αντικειμένων, που μπορούν να επηρεαστούν από την τεχνική και με τα οποία προσπαθεί να καλύψει την εκμηδενιστική ακαθοριστία του Είναι. Ο κόσμος των πραγμάτων καλύπτει και κρύβει έτσι την αληθινή πραγματικότητα που είναι το Μηδέν.

Αγκιστρωμένοι στην πλασματική στερεότητα των αντικειμένων, οι άνθρωποι φαντάζονται ότι θα αντλήσουν από αυτήν γαλήνη κι ασφάλεια. Μέσα και όργανα για την στερεοποίηση αυτή ή πραγματοποίηση του κόσμου, με την οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να αποφύγει την ριζική εμπειρία του Μηδενός, είναι η τεχνική και η επιστήμη. Ο υπαρξισμός του Χάιντεγκερ, είναι ένας άθεος υπαρξισμός. Η χριστιανική πρόσκληση, να στραφούμε προς τον εαυτό μας για να βρούμε την αλήθεια που υπάρχει μέσα μας, δεν έχει θέση στις σελίδες του. Εκείνο που ο X. εννοεί λέγοντας αυθεντική ύπαρξη, είναι η ικανότητα του ανθρώπου να δεχτεί και να ζήσει μέχρι το βάθος, χωρίς ψευδαπάτες και χωρίς ρητορείες, την μοίρα του, δηλαδή το να υπάρχει για τον θάνατό του.

Η αυθεντικότητα εμφανίζεται όταν –αφού πέσουν όλες οι αξίες της καθημερινότητας– ο άνθρωπος βρεθεί ενώπιος ενωπίω με το Μηδέν και με την εμπειρία του τέλους, (θανάτου) όπως ο ήρωας του περίφημου διηγήματος του Τολστόι “Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς” τον οποίο ακριβώς μνημονεύει ο Χάιντεγκερ. Εκείνη την στιγμή πραγματικά, στην προσέγγιση δηλαδή του θανάτου, όλες οι αξίες στις οποίες ο Ιβάν Ίλιτς είχε ζητήσει να στηριχθεί σε όλη του τη ζωή –η οικογένεια, η σταδιοδρομία, η εντιμότητα, το αστικό αίσθημα της αξιοπρέπειας κλπ.– διαλύονται και αυτός μένει, χωρίς δυνατότητα παρηγοριάς και ψευδαπάτης, μπροστά στο εφήμερο της ύπαρξής του, που είναι προορισμένη να καταλήξει στο Μηδέν.

Στο φως των θεμάτων αυτών, που βρίσκουν την ανώτερη έκφρασή τους στο Είναι και Χρόνος, δηλαδή στο καλύτερο έργο του της πρώτης περιόδου, ο Χάιντεγκερ μπορεί να θεωρηθεί ένας από τους αξιολογότερους ερμηνευτές της κρίσης που συγκλόνισε την Ευρώπη και ειδικότερα τη Γερμανία μετά τον A’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Γύρω στο 1940, έπειτα από μια μακρά περίοδο σιωπής, η σκέψη του Χάιντεγκερ φαίνεται να παίρνει διαφορετικό δρόμο και να μπαίνει σε νέα περίοδο. Εξαφανίζονται οι μηδενιστικοί τόνοι της πρώτης εποχής. Και με τη μελέτη της φιλοσοφίας του Πλάτωνα και ίσως περισσότερο ακόμα των προσωκρατικών, ο Χάιντεγκερ επιστρέφει στην ιδέα πως η αλήθεια είναι όχι μόνο μια αποκάλυψη, αλλά και πως η αποκάλυψη αυτή γίνεται διαμέσου της γλώσσας του ανθρώπου και ιδιαίτερα του ποιητή.

Ο λόγος, η γλώσσα είναι ο οίκος του Είναι
Στον οίκο αυτό κατοικεί και ο άνθρωπος που, ως τέτοιος, αποκαλύπτει διαρκώς, δίνοντάς του τον τρόπο να εκδηλωθεί, το Είναι, του οποίου –κατά την έκφραση του Χάιντεγκερ– είναι ο λειτουργός. Τα πρόσωπα διαμέσου του λόγου των οποίων αποκαλύπτεται το Είναι είναι οι φιλόσοφοι και οι ποιητές. Το απελπιστικό όραμα της πρώτης περιόδου διαδέχεται έτσι, σύμφωνα με τη θεωρία του Χάιντεγκερ, η νοσταλγική αναπόληση μιας πατριαρχικής εποχής όπου οι Θεοί δεν είχαν ακόμα φύγει από τον κόσμο και στην οποία οι άνθρωποι ζούσαν σε άμεση και μυστηριακή σχέση με το Είναι.

Ξαναγυρίζει έτσι το όνειρο της αρχαίας Ελλάδας, όχι όμως της Ελλάδας του Αριστοτέλη, αλλά της Ελλάδας όπως την ονειροπολούσε ο Χέλντερλιν, δηλαδή της μυθικής εκείνης εποχής –πριν από την εμφάνιση της επιστήμης και της διαλεκτικής σκέψης– όπου, όπως λέει ο Χάιντεγκερ, η λογική, η ηθική και η φυσική δεν ήταν ακόμα χωριστές σφαίρες, αλλά μέρη μιας ενιαίας και αδιαίρετης Ολότητας. Τον αθεϊσμό της πρώτης περιόδου διαδέχεται μια αόριστη και δύσκολο να προσδιοριστεί θρησκευτικότητα, στην οποία μερικές φορές φαίνεται ότι μπορούμε να συλλάβουμε την οδύνη και τη νοσταλγία του Χάιντεγκερ για τη μυθική εποχή του Oμήρου, όπου οι Θεοί ζούσαν ανακατεμένοι με τους ανθρώπους.

Ο άνθρωπος είναι μια «δυνατότητα» που «μπορεί» σε κάθε στιγμή, να μην είναι και να καταστραφεί. Για να πραγματοποιηθεί, οφείλει να αντιληφθεί την «ευθύνη» ότι η έννοια της ζωής του βρίσκεται απόλυτα στα χέρια του: ότι η έννοια αυτή είναι το να «εκλέξει» και να δημιουργήσει από το Μηδέν. Αλλά η απεριόριστη αυτή ελευθερία θέτει, ταυτόχρονα, τον άνθρωπο μπροστά στην εμπειρία που δεν προσφέρει καμιά εγγύηση και που είναι καταδικασμένη στο ναυάγιο και στον θάνατο.

Από το δράμα αυτό της «ύπαρξης», που δεν έχει κάθαρση και λύτρωση, δεν μπορούμε ωστόσο να ξεφύγουμε χωρίς να αρνηθούμε τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος που, μέσα στην προσπάθεια να ξεφύγει από το άγχος και την εμπειρία του Μηδενός, αναζητά καταφύγιο στον «ασφαλή» και φαινομενικά «εξασφαλισμένο» κόσμο του συμβιβασμού και της καθημερινότητας, χάνει στην πραγματικότητα τον εαυτό του και την προσωπικότητα του, γιατί γίνεται ο ανώνυμος άνθρωπος ή ο άνθρωπος της «μάζας», που παραιτήθηκε από την ελευθερία του για χάρη των συμβάσεων και των αξιών της χυδαίας «καθημερινότητας».

Η αυθεντική ύπαρξη (το Είναι) είναι καταδικασμένη στην αποτυχία και στην συντριβή (στον Θάνατο) αλλά, σε αντάλλαγμα, είναι ηρωική ύπαρξη, προσωπική, μονάχη, που ζει με την ευθύνη, την αμφιβολία, την ανασφάλεια και τον κίνδυνο. Θαυμάζει την ζωή και γνωρίζοντας το τέλος της· την ζει με αψογοσύνη, με πάθος κι ενθουσιασμό, ως πρόκληση.

Η μη αυθεντική προσωπικότητα του κοινού ανθρώπου είναι, αντίθετα, μια ύπαρξη απρόσωπη, μηχανιστική κι αυτοματική, όπου ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερο όν, δεν είναι φυσικά «άτομο» αλλά μόνο μέλος της αγέλης του είδους. Ζει φοβισμένος, σε άγχος, πιστεύοντας σε εμφυτεύσεις αθανασίας κι αποφυγής του θανάτου, κι έτσι ζει καθημερινά, κυριολεκτικά νεκρός.

Η μοναδική εμπειρία της ελευθερίας και της πρόκλησης είναι μια εμπειρία τρομερή και ζήτημα τιμής, για την αυθεντική ύπαρξη …με έπαθλο την ελευθερία του.

Η καθημερινή ύπαρξη, αντίθετα, είναι μια τεχνητή ύπαρξη εξωπραγματική, πλασματική, μια «βιωμένη, συμφωνημένη ύπαρξη», αντί να είναι ένα «ζην», όπου προσπαθεί κανείς να ξεφύγει από το κενό του άγχους· με τον σεβασμό, την υποταγή και την αφοσίωση στις αξίες της πρακτικής και της κατεστημένης κοσμικότητας. Τα θέματα αυτά, που είναι κοινά σε όλες τις ποικίλες μορφές και ρεύματα της φιλοσοφίας ανάγονται κυρίως στον Χάιντεγκερ, στον Πασκάλ, στον Κίρκεγκαρντ και στον Νίτσε, από τους νεότερους φιλόσοφους.

Άγχος, Αγωνία, Φόβος Θανάτου
Αν αισθάνεσαι μοναξιά όταν είσαι μόνος, έχεις κακή παρέα.
Το άγγχος είναι σωματική και ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από το αίσθημα διάχυτου φόβου, ο οποίος μπορεί να φτάσει από την ανησυχία έως τον πανικό, με οδυνηρά αισθήματα περίσφιξης του θώρακα και του λαιμού. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα άγχω (=σφίγγω τον λαιμό, πνίγω). Οφείλεται σε μια κατάσταση κινδύνου, δηλαδή στην αναμονή δυσάρεστων εξελίξεων, ή να είναι αδικαιολόγητη, όπως στις περιπτώσεις αγωνίας. Πάντοτε οφείλεται στον «φόβο θανάτου» και στην σύγκρουση με την ψευδαίσθηση της αθανασίας.

Στην ιστορία του σύγχρονου στοχασμού και πνευματικού πολιτισμού, το άγχος αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά θέματα. Για πρώτη φορά βρήκε τη φιλοσοφική του έκφραση στο έργο του Δανού στοχαστή Σέρεν Κίρκεγκορ, ειδικότερα στην Έννοια του άγχους που δημοσιεύτηκε το 1844 με το ψευδώνυμο Virgilius Hafniensis. Το άγχος, αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί και σήμερα ένα από τα βασικά στοιχεία της υπαρξιστικής φιλοσοφίας, ανεξάρτητα αν ο προσανατολισμός της είναι κοσμικός ή θρησκευτικός.

Με το άγχος έχει ασχοληθεί επίσης η ψυχανάλυση, που το θεωρεί ως μια από τις συχνότερες καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής o Φρόιντ υποστηρίζει ότι η εμφάνιση του άγχους συμπίπτει με αυτό το ίδιο το γεγονός της γέννησης, «γεγονός στο οποίο βρίσκονται συγκεντρωμένα όλα τα οδυνηρά αισθήματα». Το άγχος βρήκε και καλλιτεχνική έκφραση στα περισσότερα έργα της σύγχρονης τέχνης. Το συναντούμε π.χ. στα μυθιστορήματα του Κάφκα, στους πίνακες του Πικάσο, στη μουσική του Σένμπεργκ.

Από φιλοσοφική άποψη, με την έννοια του άγχους δεν υπονοείται μια καθιερωμένη έννοια, αλλά ένας υπαρξιακός τρόπος, μια ψυχική κατάσταση, που συνοδεύει συνεχώς τον άνθρωπο στη ζωή του. Είναι συνώνυμο του αρχέγονου «φόβου»  –αρχέγονο αίσθημα κοινό στα ζώα και στους ανθρώπους– κι έχει χαρακτήρα περισσότερο μεταφυσικό. Δεν συνδέεται με ιδιαίτερες καταστάσεις, αλλά εκφράζει την ίδια την υπόσταση του ανθρώπου, την επίγνωση –που την ζει και την αποκτά ο καθένας– του εφήμερου και αμφιλογικού χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στη φιλοσοφία του Κίρκεγκορ το άγχος έχει χαρακτήρα ουσιαστικά θρησκευτικό και αποτελεί την οδό που ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθήσει για να επιχειρήσει να φτάσει στον Θεό, στην ελευθερία, στη λύτρωση. To άγχος, που εμφανίζεται με το προπατορικό αμάρτημα, συνοδεύει τον άνθρωπο στη ζωή του από τη στιγμή που αυτός αποκτά επίγνωση του παραπτώματός του, της μη ελευθερίας του, της μη τελειότητάς του. Η συνείδηση νιώθει άγχος, γιατί είναι ένοχη, και η ενοχή είναι μη ελευθερία. Όμως το άγχος δεν είναι ικανό να εγγυηθεί την εκλογή της θρησκευτικής ζωής, την επίτευξη της ελευθερίας και να απομακρύνει τον φόβο θανάτου.

O Θεός αποκαλύπτεται πάντα και μόνο ως θαύμα, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις διαθέσεις του ανθρώπου. Στην νεότερη υπαρξιστική φιλοσοφία, π.χ. στον κοσμικό υπαρξισμό του Σαρτρ ή του Χάιντεγκερ, το ά. δεν έχει το θρησκευτικό περιεχόμενο που είχε για τον Κίρκεγκορ θεωρείται υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου που εκσφενδονίζεται σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν. Τίποτα δεν εγγυάται στον άνθρωπο την πραγματοποίηση περισσότερο της μιας δυνατότητας ή της άλλης, την χρησιμότητα μιας πράξης, την ορθότητα μιας εκλογής, το αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι ήταν πιο ευτυχισμένοι κατά τη διάρκεια των πολέμων, όταν κάθε στιγμή διέτρεχαν τον κίνδυνο να σκοτωθούν και έπρεπε να παίρνουν συνεχώς κι αυτοστιγμή, αποφάσεις ζωής και θανάτου. Το μόνο σίγουρο κι αναπότρεπτο είναι ο Θάνατος του «Εγώ» με ή χωρίς άγχος. Η ζωή αρχίζει στην άλλη πλευρά της αγωνίας.

Κατά τον Γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, η αγωνία του Θανάτου, επαναφέρει την ύπαρξη από την κατάπτωση της ταυτότητας του «Εγώ» στην ανάταση του Είναι. Το Είναι παρουσιάζεται στο ανθρώπινο πεπερασμένο ως ένα αγωνιώδες Μηδέν που καταβροχθίζει και εκμηδενίζει όλους τους συμφωνημένους θεσμούς και τις πραγματικότητες του κοινωνικού και φυσικού κόσμου. Για τον Χάιντεγκερ, η αγωνία είναι το αίσθημα που έχει ο άνθρωπος για το αδύνατο, καθώς προέρχεται από το Μηδέν, και συνειδητοποιεί το Είναι του προς Θάνατο.

Ο άνθρωπος μαθαίνει με την αγωνία και το άγχος ότι δεν τον προσδιορίζουν ούτε εξωτερικά, ούτε εσωτερικά αίτια, αλλά ότι o ίδιος προσδιορίζει ελεύθερα τον εαυτό του. Το συναίσθημα της αγωνίας, γεννιέται στο τέλος της αποτυχημένης αναζήτησης του Είναι. Η αποτυχία όμως αυτή δεν είναι μόνο η βασική εμπειρία της ύπαρξης, αλλά και η προϋπόθεση προς την υπέρβαση.

Η αγωνία συγκαταλέγεται στα λεγόμενα «αρνητικά» συναισθήματα, δηλαδή στα πιο δυσάρεστα και οδυνηρά, για τον μη αυθεντικό άνθρωπο, που επιδιώκει να ξορκίσει τον «φόβο θανάτου» θεωρώντας ψευδώς ό,τι είναι αθάνατος και πάντοτε «ευτυχισμένος». Υποκειμενικά την αισθάνεται κανείς ως εσωτερική ψυχική ένταση, ανησυχία, αδημονία, στενοχώρια, απόγνωση. Η αγωνία εμφανίζεται όταν η ύπαρξη του ανθρώπου, μπαίνει με κάποιο τρόπο σε κίνδυνο, βιώνει έναν «φόβο θανάτου». Μάλιστα δεν καταλαβαίνει καν ότι είναι «φόβος θανάτου» γιατί θεωρεί ότι υπάρχει διαφορά της αγωνίας από τον φόβο κι ότι ο φόβος αναφέρεται σε μια σαφή και συγκεκριμένη αιτία, ενώ το όν που αγωνιά δεν έχει πάντοτε γνώση της αιτίας. Έχει γνώση, απλώς δεν έχει επίγνωση. Η ζωή σταματά να έχει νόημα από τη στιγμή που χάνεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι αιώνιος κι αθάνατος και αυτομάτως αποκτά ουσία.

Η Αυθεντική Ύπαρξη που ζει με πρόκληση και είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει την υπέρτατη …τον Θάνατο, έχει την επίγνωση ότι η απελπισία είναι ένα θετικό αίσθημα (κι όχι συναίσθημα) πλέει με ρυθμό και αρμονία, σερφάροντας στα κύματα του – πότε γαλήνια και πότε φουρτουνιώδη- και το χειρίζεται ανάλογα. Αγωνία είναι το αίσθημα που έχει ο άνθρωπος για το αδύνατο, καθώς προέρχεται από το Μηδέν, και συνειδητοποιεί το Είναι του προς τον Θάνατο.

Μόνο αυτός που δεν τραβάει κουπί έχει χρόνο να ταρακουνήσει τη βάρκα.

Ο Χάιντεγκερ θεωρεί τον εαυτό του διανοητή του Όντος
Με το Ον (Είναι) δεν εννοεί τα όντα, αλλά το Είναι αυτό καθεαυτό. Πριν προχωρήσει σε εξηγήσεις διερευνά, όπως ο Καντ, ποιές είναι οι δυνατότητες της ανθρώπινης ύπαρξης στο σύνολό της. Θεμελιώδης κατηγορία ύπαρξης για το Χάιντεγκερ είναι η «εγκοσμιότητα», δηλαδή η ύπαρξη μέσα στον κόσμο. Κόσμος δεν υπάρχει χωρίς τον άνθρωπο και άνθρωπος χωρίς τον κόσμο δε νοείται.
Ο Χάιντεγκερ επισημαίνει ότι το «Είναι» του ανθρώπου αποτελεί η μέριμνα είτε προς τον κόσμο (κοσμομέριμνα) είτε προς τον άνθρωπο (ανθρωπομέριμνα). Με την πρώτη ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τα όντα, με την δεύτερη έρχεται σε επαφή με τον άλλο άνθρωπο. Η ανθρώπινη ύπαρξη, ενώ από την φύση της είναι αυθεντική, μπορεί να καταντήσει αναυθεντική λέγοντας ό,τι «λέγεται», σκεπτόμενη όσα «σκέφτονται» οι πολλοί, συνηθίζοντας ό,τι «συνηθίζεται». Έρχεται, όμως, η στιγμή του θανάτου και τότε αναπόφευκτα ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι «υπάρχω» αυθεντικά σημαίνει «υπάρχω προς θάνατο».

Ύστερα από μία στροφή που συμβαίνει γύρω στο 1940, ο Χάιντεγκερ πορεύεται από το Είναι προς τον άνθρωπο. Σε αυτό συνετέλεσαν βασικά ο Πλάτωνας και οι προσωκρατικοί. Όπως ο Πλάτωνας υποστήριξε ότι το αγαθό βρίσκεται «επέκεινα της ουσίας», έτσι και ο Χάιντεγκερ δέχεται το «συμβαίνον» πέρα από το «Είναι», το οποίο θεωρεί όρο τόσο του ανθρώπου (νοείν) όσο και της ύπαρξης. Για την αλήθεια, που η κλασική μεταφυσική θεωρεί ως συμφωνία διάνοιας και πράγματος, ο Χάιντεγκερ απαντά ότι αυτή είναι γεγονός αποκάλυψης και όχι συμφωνίας, όπως την αποδίδει η ελληνική λέξη Αλήθεια, δηλαδή έξοδος από τη λήθη, στέρηση της λήθης.

Έτσι ο Χάιντεγκερ απελευθερώνεται από την αντίληψη της αλήθειας ως αναπαράστασης, που οδήγησε την Δύση στον μηδενισμό. Στο ερώτημα αν η φιλοσοφία μπορεί να σώσει την ιστορία και τον άνθρωπο, ο Χάιντεγκερ απαντά καταφατικά, όχι όμως με την παραδοσιακή της μορφή. Ομολογεί ότι ο ίδιος δεν είναι φιλόσοφος, αλλά διανοητής. Υπάρχει, κατά το Χάιντεγκερ, ακόμη ένα είδος ανθρώπου που μεριμνά πνευματικά, ο ποιητής. Αυτός κρατά το δεσμό με το «Ον» …το «Είναι» διασώζοντας την αλήθεια.

Ο Τζορτζ Στάινερ αναλύει τον Χάιντεγκερ αναφέροντας ότι το έργο του φιλοσόφου αγγίζει την υψηλή ποίηση. Επομένως γράφοντας κανείς γι’ αυτό ορίζει ουσιαστικά και την ποιητική του, η οποία καλύπτει τρεις τομείς: Πρώτον, την φιλοσοφία της γλώσσας, κι άρα το υψηλό επίπεδο ανταπόκρισης του λόγου προς τα πράγματα και τις ιδέες. Δεύτερον, το πεδίο της μεταφυσικής, δηλαδή την έξοδο από τον εκλογικευμένο Λόγο. Τρίτον, το πεδίο του στοχασμού, όπου ο στοχαζόμενος προσπαθεί και – αν είναι ικανός- υπερβαίνει τους περιορισμούς της γλώσσας. Αφού περάσει κανείς- διαδοχικά ή όχι- από τα πεδία αυτά, εισέρχεται στον φωτεινό κόσμο της Υπαρξης, του Είναι, όπως ο περιπατητής βγαίνει από το δάσος στο ξέφωτο, στο άνοιγμα του φωτός. Δεν είναι επομένως τυχαίο που οι εικόνες του δάσους περνούν συχνά μέσα στα κείμενα του Χάιντεγκερ. Το πλατωνικό δίλημμα

Αγάπη: αλήθειες που ξεχνάμε

Όλοι αναζητάμε την αγάπη, τον ένα και μοναδικό άνθρωπο που θα μας προσφέρει τη ζεστασιά, την προστασία και την ευτυχία που τόσο αναζητάμε. Όταν φανταζόμαστε την ιδανική σχέση τείνουμε να εξιδανικεύουμε όχι μόνο τον σύντροφο που θα έχουμε στη ζωή μας αλλά και την ίδια την αγάπη. Η αγάπη μπορεί να υπάρχει στην καθημερινή μας ζωή μαζί με την ρουτίνα, τα προβλήματα, την βαρεμάρα. Για αυτό μην ξεχνάτε τι είναι πραγματικά η αγάπη:

Η αγάπη είναι επιλογή:
Η αγάπη διαφέρει από την επιθυμία, το πάθος και άλλα συναισθήματα που διαρκούν συνήθως λίγο αλλά είναι πολύ έντονα. Η αγάπη είναι μια επιλογή. Έχουμε επιλέξει να αγαπάμε κάποιον και κανείς και τίποτα δεν μπορεί να μας πιέσει να αισθανθούμε αγάπη.

Η αγάπη δεν είναι παθιασμένη:
Η αγάπη δεν είναι ένα συναίσθημα υπερβολικό. Δεν μας οδηγεί να κάνουμε τρελά πράγματα και δεν βγάζει τον κακό μας εαυτό προς τα έξω. Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που μπορούμε να αντέξουμε για αυτό και διαρκεί για πάντα.

Η αγάπη χρειάζεται χρόνο για να δημιουργηθεί:
Η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων χρειάζεται αρκετό χρόνο, εμπιστοσύνη και οικειότητα για να δημιουργηθεί. Βασίζεται στον χρόνο που περνάμε με τον σύντροφό μας για να τον γνωρίσουμε, να μοιραστούμε τα ενδιαφέροντά μας και τις απόψεις μας. Η αγάπη εμφανίζεται όταν γνωρίζουμε τον άλλο τόσο καλά ώστε να τον σεβόμαστε για αυτό που είναι και να τον θαυμάζουμε.

Αγάπη σημαίνει υπομονή:
Για να αγαπήσουμε πρέπει να ξέρουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας, να έχουμε υπομονή με τα συναισθήματά μας και τους άλλους. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε άμεση αντίδραση ή ανταπόδοση, αλλά αρκεί να αφήσουμε τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους.

Η αγάπη απαιτεί δουλειά:
Χρειάζεται προσπάθεια και δύο ανθρώπους που δουλεύουν καθημερινά για τη σχέση τους. Έτσι η αγάπη γίνεται πιο δυνατή και δεν εξασθενεί.

Η αγάπη απαιτεί την παρουσία μας:
Δεν μπορούμε να αγαπάμε κάποιον από ‘απόσταση’. Πρέπει να είμαστε μέρος της ζωής τους, να ακούμε τα προβλήματα τους, να τους βοηθάμε και να προσφέρουμε την συμπαράστασή μας. Η αγάπη δηλώνει το παρόν σωματικά, συναισθηματικά, ψυχικά και πνευματικά.

Αγάπη είναι η καλοσύνη:
Εάν η αγάπη σας πληγώνει τον άλλο, τότε δεν είναι αγάπη. Αν τον καταπιέζει, δημιουργεί άσχημα συναισθήματα ή καταστάσεις, τότε δεν είναι μια ώριμη αγάπη. Η αγάπη πρέπει να μας κάνει να αισθανόμαστε σιγουριά και να δημιουργεί μια σταθερότητα στη ζωή μας.

Η αγάπη δεν είναι εγωιστική:
Όταν αγαπάμε σταματάμε να ενδιαφερόμαστε μόνο για τον εαυτό μας. Γινόμαστε ένα με τον άλλο και λειτουργούμε μαζί του σαν μια οντότητα.

Η αγάπη δεν είναι ποτέ τέλεια:
Η ιδανική αγάπη υπάρχει μόνο στον κινηματογράφο. Η πραγματική αγάπη υπάρχει μαζί με την ρουτίνα, τα προβλήματα και τη βαρεμάρα. Ο συμβιβασμός είναι το κλειδί για μια ευτυχισμένη σχέση όπου υπάρχει αγάπη.

Η αγάπη απαιτεί δέσμευση:
Πάντα θα υπάρχουν πειρασμοί, όμως όταν δύο άνθρωποι έχουν δεσμευτεί να αγαπούν ο ένας τον άλλο, ξέρουν τον τρόπο για να λειτουργήσει η σχέση τους. Η αληθινή αγάπη δεν μας αφήνει να αναρωτιόμαστε αν ‘υπάρχει κάποιος καλύτερος’ για εμάς αλλά υπάρχει μόνο όταν έχουμε αποφασίσει να μοιραστούμε με ένα άνθρωπο τη ζωή μας.

Αναζητώντας ένα νόημα

Σχετική εικόναΛέμε πώς, ζούμε στην εποχή της επικοινωνίας, πώς ένα απ’ τα πιο χαρακτηριστικά ίσως γνωρίσματα της εποχής μας, είναι ο συνεχής, κατά γεωμετρική πρόοδο, πολλαπλασιασμός των επικοινωνιακών μας μέσων, κομπάζοντας περήφανα για τις τελευταίες τεχνολογικές μας προόδους!

Λέμε, πώς, εφεύραμε νέους τρόπους επικοινωνίας, νέες μεθόδους και νέα μέσα για να προσεγγίσουμε, να συναντηθούμε και ν’ ανταλλάξουμε απόψεις μεταξύ μας, μα το πιο σημαντικό, υποστηρίζουμε πώς ανακαλύψαμε τη φόρμουλα για ν ‘ αισθανόμαστε αληθινά συνδεδεμένοι μεταξύ μας!

Γιατί, όπως και να’ χει, τούτος ο αιώνας μας, είναι, θριαμβευτικώς αναμφισβήτητα, ο αιώνας της πολυπόθητης σύνδεσης ή καλύτερα , της εικονικής δικτύωσης: κατοικούμε πια, σ’ έναν εικονικό, αφάνταστα πολύπλοκο, σχεδόν δυσνόητο κόσμο, όπου, όσο εμμονικά κι αν κατά βάθος, απελπισμένα, πασχίζουμε να επικοινωνήσουμε και να συνδεθούμε, τόσο περισσότερο, αποτυγχάνουμε να συναντήσουμε αυθεντικά τους άλλους, κι ευθύς, αποσυνδεόμαστε!

Σ’ έναν ολοένα και περισσότερο δικτυωμένο κόσμο, μοιάζει να’ χουμε απωλέσει την πρωταρχική, ουσιαστική μας, σύνδεση, εκείνες τις αόρατες κλωστές που μας δένουν μεταξύ μας, μα πάνω απ΄ όλα, τον βασικό συνεκτικό ιστό που μας δένει με τον εαυτό μας: μοιάζει να ταξιδεύουμε τυφλοί, απ’ το’ να λιμάνι στο άλλο, περαστικοί, αδιάφορα προσηλωμένοι στο τίποτε, ταξιδιώτες πού, καθώς χωνεύουν τους λωτούς της λήθης, το μόνο στοιχείο που κρατούν πια μέσα στην τσέπη του παλτού τους, είναι τα εισιτήριά τους, διαβατήρια για έναν άγνωστο σ’ αυτούς, αόριστο τελικό προορισμό..

Άραγε, πού να’ χει παραπέσει, η ικανότητά μας γι’ από καρδιάς επικοινωνία; Και, πού να βρίσκεται, πίσω από ποια, τρομερά πυκνά παραπετάσματα, να’ ναι κρυμμένη η διαδρομή που οδηγεί πίσω, στο κέντρο του εαυτού μας, εκεί που διαβιεί φυλακισμένη, ζωσμένη με τις πιο βαριές αλυσίδες, η αυθεντικά ερωτεύσιμη, ζωντανή διάσταση της ύπαρξής μας;

Άραγε, είμαστε ακόμη σε θέση, ν’ ανιχνεύσουμε πίσω απ΄ τις δήθεν πρόσχαρες διαθέσεις, τα άδεια βεβιασμένα χαμόγελα και τις προσποιητά ευγενικές, μα κούφιες στη ρίζα τους λέξεις, που εθιστήκαμε ν΄ ανταλλάζουμε τυπικά, το φόβο, το δισταγμό, τη μοναξιά, φορές και την απόγνωση, πού φωλιάζει μέσα στα σπλάχνα μας επίμονα;

Άραγε, είμαστε έτοιμοι, απογυμνώνοντας τον εαυτό μας απ’ τις κάθε λογής προφάσεις, αφαιρώντας τα επάλληλα στρώματα υποκρισίας, βολικής συμμόρφωσης κι άβουλης ενοχής, ν’ αντικρίσουμε και με τόλμη ν’ επανασυνδεθούμε, με το ευάλωτο πρόσωπο του παιδιού μέσα μας, ώστε με μια σχεδόν διαισθητική τρυφερότητα, να ψαύσουμε τις ατέλειες του ανθρώπου απέναντί μας;

Λέμε, πώς, στην εποχή μας, είναι ανέξοδα εύκολο, γελοία απλό να συνδεθείς: κι όμως, εμείς νιώθουμε όλο και πιο πολύ αποσυνδεδεμένοι, όλο και πιο πολύ ασυνάρτητοι μεταξύ μας, ζώντας αποσπασματικά, ακραία, φορώντας ακριβές πανοπλίες να μας προστατεύουν απ’ τον εαυτό μας μα και των άλλων τις επώδυνες αλήθειες, τρέχοντας σ’ ένα απροσδιόριστα φαντασιακό μαραθώνιο, όπου όλοι μας αποδέχονται και όλοι μας επευφημούν, κι ύστερα, ξυπνώντας απ’ τις αυταπάτες μας, θρηνούμε σθεναρά για τα όνειρα που ξεγελάστηκαν και αφέθηκαν αβοήθητα να’ βρουν το θάνατο εντός μας.

Άραγε, πότε η αγάπη εγκατέλειψε την καρδιά μας, παίρνοντας μαζί της το νόημα της δημιουργίας και της ζωής;

Ο Αριστοτέλης και οι επαναστάσεις

Δεν υπάρχει τίποτε πιο προφανές ότι ένα πολίτευμα, για να παραμείνει στο χρόνο και να διασφαλίσει την αρμονία και την κοινωνική συνοχή, πρέπει πρωτίστως να ικανοποιεί το σύνολο των πολιτών. Κι αν όχι το σύνολο σε απόλυτο βαθμό, με την έννοια της αδιαπραγμάτευτης ομοφωνίας, τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του ή, για να είμαστε πιο σαφείς, να αφήνει ευχαριστημένο εκείνο το κοινωνικό κομμάτι που έχει την ισχύ, που έχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιβάλει τις πεποιθήσεις του στην πόλη. Κι εδώ ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα, αφού τα πολιτεύματα εξ’ ορισμού υπάρχουν για να προασπίζουν το δίκαιο και την ισότητα και τελικά είναι αδύνατο να απεγκλωβιστούν από τη βούληση των ισχυρών, είτε αυτή αφορά την πλειοψηφία των φτωχών είτε τη μειοψηφία των πλουσίων, και είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι οι φτωχοί προτιμούν τη δημοκρατία, ενώ οι πλούσιοι την ολιγαρχία. Στο βάθος κρύβεται η σύγχυση της αντίληψης για την ισότητα, αφού «η δημοκρατία προήλθε από το ότι οι πολίτες, ενώ είναι ίσοι σε κάτι μόνο, έχουν τη γνώμη ότι είναι σε όλα ίσοι (διότι νομίζουν τους εαυτούς τους απολύτως ίσους, επειδή απλώς απολαμβάνουν την ελευθερία όλοι το ίδιο). Αντίθετα η ολιγαρχία προήλθε από το ότι οι πολίτες νομίζουν ότι είναι ανώτεροι σε όλα, ενώ είναι ανώτεροι σε κάτι μόνο (διότι έχουν την εντύπωση ότι είναι σε όλα ανώτεροι, επειδή είναι ανώτεροι στην περιουσία μόνο)».
 
Η αριστοτελική αντίληψη της ισότητας, όπως επαναδιατυπώνεται στην αρχή του πέμπτου βιβλίου των Πολιτικών, δεν είναι αριθμητική, με την ισοπεδωτική αντίληψη του ότι όλοι αξίζουν ή προσφέρουν το ίδιο, αλλά αναλογική, με την έννοια ότι σχετίζεται απόλυτα με την αξία, δηλαδή την κοινωνική προσφορά του καθενός, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την περιουσία που ενδεχομένως έχει κληρονομήσει – πολύ περισσότερο με την καταγωγή του. Η αναλογική αντίληψη της ισότητας δεν είναι παρά η ανάδειξη του άξιου, του άριστου όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Γι’ αυτό κι όταν κάνει λόγο για αριστοκρατία, δεν αναφέρεται στην κυρίαρχη αντίληψη του αριστοκράτη που αναδεικνύεται από τον πλούτο και την καταγωγή, αλλά στην αντίληψη της αξιοκρατίας, που έχει να κάνει αυστηρά με τις πράξεις και την κοινωνική προσφορά του καθενός και που κατ’ επέκταση οφείλει να διαμορφώσει και τις συνθήκες για την αντίστοιχη ανταμοιβή του. Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της δικαιοσύνης που μόνο μέσω της αξιοκρατίας μπορεί να νοηματοδοτηθεί. Η εσφαλμένη αντίληψη της ισότητας δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει τη διαστρέβλωση της αξίας οδηγώντας στην τελική συμφεροντολογική αντίληψη της δικαιοσύνης: «οι πολίτες του δημοκρατικού πολιτεύματος, με την ιδέα ότι είναι ίσοι σε όλα, απαιτούν να μετέχουν εξίσου σε όλα, ενώ αντίθετα οι πολίτες του ολιγαρχικού πολιτεύματος, με την ιδέα ότι είναι ανώτεροι σε όλα, επιδιώκουν να αποσπούν περισσότερα πλεονεκτήματα από τους άλλους, καθώς η ανισότητα έγκειται στο ότι κάποιος έχει κάτι σε μεγαλύτερο βαθμό από κάποιον άλλον».
 
Από κει και πέρα, τα πάντα καθορίζονται από το ποιος θα καταφέρει να βρεθεί σε θέση ισχύος, ώστε να επιβάλει τις πεποιθήσεις του, δηλαδή τα συμφέροντά του, τα οποία αποκτούν και ιδεολογικό υπόβαθρο: «Γενικά, λοιπόν, αυτές είναι οι αφετηρίες και οι πηγές των επαναστάσεων. Γι’ αυτό οι μεταβολές των πολιτευμάτων γίνονται με δύο τρόπους. Άλλοτε δηλαδή επαναστατούν με σκοπό να μεταβάλουν το ισχύον πολίτευμα σε κάποιο άλλο, από δημοκρατία για παράδειγμα να αλλάξει σε ολιγαρχία ή σε δημοκρατία από ολιγαρχία ή από αυτά τα δύο να γίνει πολιτεία ή αριστοκρατία ή να γίνει δημοκρατία και ολιγαρχία από πολιτεία και αριστοκρατία». Και βέβαια, οι πολιτειακές αλλαγές δεν αφορούν αποκλειστικά την αλλαγή των πολιτευμάτων, αλλά μπορεί να εστιάζουν και στη διαβάθμισή τους: «Ακόμη επαναστατούν για τον αυστηρότερο ή ηπιότερο χαρακτήρα του πολιτεύματος, όπως για παράδειγμα σ’ ένα ολιγαρχικό καθεστώς μπορεί να επαναστατήσουν για να γίνουν οι θεσμοί πιο αυστηρά ολιγαρχικοί ή ηπιότεροι… (κατ’ αναλογία) σε δημοκρατικό καθεστώς για να γίνουν οι θεσμοί πιο δημοκρατικοί ή λιγότερο δημοκρατικοί».  Και η παραμικρή αναθεώρηση του πολιτεύματος (ακόμη κι ενός μόνο σημείου), για παράδειγμα η κατάργηση ή η προσθήκη ενός αξιώματος, μπορεί να σημάνει μεγάλες πολιτειακές αλλαγές και να επιφέρει επαναστάσεις και ταραχές που θα κλονίσουν τις ισορροπίες: «όπως λένε ότι στη Σπάρτη ο Λύσανδρος» (πρόκειται για το στρατηγό που έδωσε τη χαριστική βολή στους Αθηναίους στους Αιγός ποταμούς και τερματίστηκε ο πελοποννησιακός πόλεμος) «επιχείρησε να καταργήσει τη βασιλεία και ο Παυσανίας» (προφανώς αναφέρεται στο Σπαρτιάτη στρατηγό που πέτυχε την καθοριστική νίκη επί των Περσών στις Πλαταιές, ο οποίος αργότερα μήδισε και θανατώθηκε από τους Σπαρτιάτες) «το θεσμό των εφόρων».
 
Το βέβαιο είναι ότι η δημοκρατία κρίνεται σταθερότερη από την ολιγαρχία: «Γιατί στα ολιγαρχικά πολιτεύματα προκαλούνται δύο είδη επαναστάσεων: το ένα ανάμεσα στους ίδιους τους ολιγαρχικούς και το άλλο εναντίον του λαού. Αντίθετα στα δημοκρατικά καθεστώτα εμφανίζεται μόνο μία επανάσταση, αυτή εναντίον των ολιγαρχικών, ενώ δεν εμφανίζονται αξιοσημείωτες εξεγέρσεις ανάμεσα στο λαό». Η ομολογία ότι η δημοκρατία είναι περισσότερο ασφαλής δεν είναι τίποτε άλλο από την παραδοχή της ανωτερότητας του πολιτεύματος που στηρίζεται στη λαϊκή συμμετοχή. Γιατί, αν ο κύριος στόχος των πολιτευμάτων είναι η διατήρηση της τάξης που θα επιφέρει την κοινωνική συνοχή, είναι αδύνατο να βρεθεί ασφαλέστερος τρόπος προς την επίτευξη αυτού από την εξασφάλιση της ελεύθερης συμμετοχής σε όλους τους πολίτες. Η δυνατότητα συμμετοχής δε λειτουργεί μόνο ως κατάδειξη της ισότητας των πολιτών, αφού πλέον όλοι έχουν λόγο, ούτε μόνο ως πραγμάτωση του δικαίου, καθώς είναι δίκαιο να συμμετέχουν όλοι σε μια υπόθεση που τους αφορά τόσο πολύ, όπως είναι η πολιτειακή οργάνωση, αλλά και ως μηχανισμός απονομής της ευθύνης σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πάνε καλά. Η συμμετοχικότητα ως συνευθύνη είναι η μεγαλύτερη εγγύηση των ισορροπιών, αφού, από τη στιγμή που όλα λειτουργούν ομαλά και ο νόμος κατοχυρώνει τη λαϊκή αναγνώριση, κανείς δε δικαιούται να διαμαρτύρεται. Η διαφάνεια και η ισότιμη πρόσβαση στην εξουσία, που διασφαλίζεται από τη σωστή λειτουργία της δικαιοσύνης είναι το μόνο εχέγγυο της κοινωνικής ειρήνης. Αν η παιδεία καταστήσει τους πολίτες ώριμους, ώστε να αναγνωρίζουν και να αναδεικνύουν τους πιο άξιους στη διαχείριση των αξιωμάτων, τότε μπορούμε να μιλάμε για την ιδανική δημοκρατία που συνδυάζει και τη λαϊκή κυριαρχία και την αξιοκρατία, που συνδυάζει δηλαδή την καθολική συμμετοχή με την αναλογική εκδοχή της ισότητας, όπως την αποδίδει ο Αριστοτέλης.
 
Η αναξιοκρατία και η άδικη κατανομή των αξιωμάτων είναι οι βασικότερες ενδείξεις της πολιτικής σαθρότητας, που ακυρώνει το δημόσιο συμφέρον για το  προσωπικό, αφού, σ’ αυτή την περίπτωση, στόχος δεν είναι το κοινό όφελος, αλλά το ίδιο κέρδος: «Γιατί οξύνονται οι σχέσεις μεταξύ των πολιτών με σκοπό το κέρδος και τα πολιτικά αξιώματα επειδή βλέπουν ότι άλλοι δίκαια κι άλλοι άδικα έχουν περισσότερα δικαιώματα από τους ίδιους». Εξάλλου, αυτού του είδους η πολιτειακή διαχείριση, που αναδεικνύει τους ανάξιους είτε με μεθοδεύσεις ολιγαρχικές είτε με εκφυλισμένες δημοκρατίες (απαξίωση δικαιοσύνης, αδιαφάνεια, προπαγάνδα, εκφοβισμός, ρουσφετολογία, λαϊκισμός, διαφθορά κλπ), δεν μπορεί παρά να επιφέρει την αλαζονεία της εξουσίας, αφού οι κυβερνώντες στηρίζονται σε μηχανισμούς που τους κάνουν να νιώθουν άτρωτοι: «όταν οι φορείς της εξουσίας έχουν αλαζονεία και μεγαλύτερη ισχύ, προκαλούνται επαναστάσεις και μεταξύ των πολιτών κι εναντίον των πολιτευμάτων που παρέχουν τη δυνατότητα τέτοιας εξουσίας».
 
Κι εδώ ακριβώς τίθενται οι λεπτές πολιτειακές ισορροπίες που μόνο με διαρκή επαγρύπνηση μπορούν να διασφαλιστούν. Η υποβάθμιση της πολιτικής σκηνής και η ανάδειξη αξιωματούχων που σταδιακά απαξιώνουν όλους τους θεσμούς κατοχυρώνοντας το πανίσχυρο της προσωπικής τους υπεροχής είναι η εκμηδένιση κάθε συμμετοχικής διαδικασίας που θα οδηγήσει στη μέγιστη πολιτειακή ευτέλεια: «Ακόμη επαναστατούν εξαιτίας της υπεροχής που αποκτήθηκε, όταν δηλαδή ένας ή περισσότεροι αποκτούν δύναμη μεγαλύτερη από τη δύναμη της πόλης και γίνονται ισχυρότεροι από το πολίτευμα. Έτσι συνήθως γεννιούνται οι μοναρχίες και οι δυναστείες». Κατά τον Αριστοτέλη η επανάσταση ταυτίζεται με την ανατροπή των πολιτειακών δομών που μετασχηματίζουν τον τρόπο απονομής και διαχείρισης της εξουσίας. Το κατά πόσο γίνεται αιματηρά ή αναίμακτα, αν οδηγεί στο συγκεντρωτισμό ή τον εκδημοκρατισμό, αν υπηρετεί τα συμφέροντα των λίγων ή των πολλών δεν αλλάζει τη σημασία του όρου. Από κει και πέρα είναι στην κρίση του καθενός να χαρακτηρίσει την εκάστοτε επανάσταση ανάλογα με τις περιστάσεις. Να κρίνει δηλαδή αν συνέβαλε στην πρόοδο ή στην οπισθοδρόμηση ερευνώντας αν οδήγησε σε κάτι πολιτειακά καλύτερο ή χειρότερο. (Φυσικά, με σύγχρονη ορολογία το ζήτημα δεν τίθεται έτσι. Η επανάσταση, ως όρος, προϋποθέτει τη λαϊκή συμμετοχή. Η πολιτειακή ανατροπή που δεν υπολογίζει τη λαϊκή βούληση λέγεται πραξικόπημα).
 
Και βέβαια, θα ήταν παράλογο να μιλάμε για ζητήματα της πολιτείας χωρίς να λογαριάζουμε τον άνθρωπο ως οντότητα, που πολλές φορές κινείται απρόβλεπτα και μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτος, αρκεί να μην ξεπεραστούν τα όριά του. Η αδικία, η αγανάκτηση, η πλεονεξία, η εκδικητικότητα, η καταπίεση, όλες οι συναισθηματικές εκφάνσεις που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά είναι αδύνατο να μη ληφθούν υπόψη, όταν μελετάει κανείς τα κίνητρα των επαναστάσεων. Όλες οι επαναστάσεις, είτε ατομικές είτε συλλογικές, είναι αδύνατο να αποστασιοποιηθούν από τη συναισθηματική ορμή που τις φέρνουν στο προσκήνιο. Ο αδικημένος που επαναστατεί βιώνει πρωτίστως τη συναισθηματική έξαρση που τον σπρώχνει στο να τα παίξει όλα για όλα. Πολλές φορές το συναίσθημα που επιφέρει τις ανατροπές είναι ο ίδιος ο φόβος που λειτουργεί εκρηκτικά μπροστά στα χειρότερα που μπορούν να έρθουν: «Επιπλέον επαναστατούν εξαιτίας του φόβου, οι ήδη άδικοι, επειδή φοβούνται μήπως τιμωρηθούν, και οι μελλοντικά αδικημένοι, επειδή θέλουν να προλάβουν την αδικία σε βάρος τους». Τα συναισθήματα που γεννιούνται και που μπορούν να επιφέρουν πολιτειακές μεταβολές δεν έχει σημασία αν βασίζονται ή όχι στο δίκιο. Σημασία έχει να επιτείνουν την ένταση. Ο Αριστοτέλης φέρνει ως παράδειγμα το περιστατικό στις Συρακούσες, όπου άλλαξε το πολίτευμα από ερωτική αντιζηλία: «άλλαξε το πολίτευμα, επειδή δύο νέοι με πολιτικά αξιώματα επαναστάτησαν για ερωτική αιτία. Όσο δηλαδή ο ένας βρισκόταν μακριά, ο άλλος, ο φίλος του, ξελόγιασε τον ερωμένο του. Όταν επέστρεψε ο πρώτος, από αγανάκτηση (για το φίλο του) έπεισε τη γυναίκα του φίλου του να τον ακολουθήσει. Μετά από αυτό οι δύο αντίπαλοι πια συσπείρωσαν τους οπαδούς τους και γενικεύτηκε εμφύλιος πόλεμος».
 
Άλλοι λόγοι που μπορούν να επιφέρουν επαναστατικές αναταραχές είναι «η φυλετική ανομοιογένεια του πληθυσμού» ή γεωφυσικοί παράγοντες που καθιστούν αδύνατο το ενιαίο μιας πόλης. Αναφορικά με τον πρώτο, ο Αριστοτέλης είναι πεπεισμένος ότι μια πόλη δεν μπορεί να συγκροτηθεί από ένα σύνολο τυχαίων ανθρώπων που έτυχε να βρεθούν σε κάποιον τόπο. Τα συμφέροντα που θα διαμορφωθούν θα τους διχάσουν επιφέροντας συγκρούσεις. Ο πληθυσμός, προκειμένου να παραμείνει ενωμένος και να αντιμετωπίσει από κοινού τις αντιξοότητες, πρέπει με κάποιο τρόπο να νιώθει ισχυρούς δεσμούς, που θα καταστήσουν τις σχέσεις αδερφικές, δηλαδή ιερές. Η κοινή καταγωγή, η κοινή ιστορία, τα κοινά ήθη και έθιμα, οι παραδόσεις και οι θρησκευτικές δοξασίες λειτουργούν ως κύριος συνεκτικός ιστός των ανθρώπων. Γι’ αυτό χρειάζεται χρόνος, ώστε να θεμελιωθούν ισχυρές υποδομές: «όπως δε συγκροτείται πόλη από τυχαίο πλήθος ανθρώπων, έτσι ούτε σε τυχαίο χρόνο συμβαίνει αυτό. Γι’ αυτό και όσοι μέχρι τώρα δέχθηκαν συνοίκους ή εποίκους, οι περισσότεροι επαναστάτησαν εναντίον τους. Για παράδειγμα, οι Αχαιοί εγκαταστάθηκαν μαζί με τους Τροιζηνίους στη Σύβαρη, έπειτα όμως, όταν έγιναν περισσότεροι οι Αχαιοί, εκδίωξαν τους Τροιζηνίους… Το ίδιο και στους Θουρίους οι Συβαρίτες επαναστάτησαν εναντίων των συνοίκων τους».
 
Ο Αριστοτέλης φέρνει πολλά τέτοια παραδείγματα συγκρούσεων ανομοιογενών πληθυσμών. Σήμερα, όσο κι αν λέμε ότι η ανθρωπότητα έχει προχωρήσει και είναι πιο ανεκτική στη διαφορετικότητα, θα ήταν ψέμα να ισχυριστεί κανείς ότι έχουν εξαλειφθεί τέτοιου είδους φαινόμενα. Κι αυτό βέβαια δεν αποδεικνύει το αδύνατο της συμβίωσης των διαφορετικών, αλλά το ανίκητο της συμφεροντολογικής αντίληψης στις σχέσεις των ανθρώπων, αφού, «οι ξένοι» δεν μπορούν να διεκδικούν τα ίδια με «μας». Αν τελικά έρθουν τα δύσκολα και τα αγαθά στερέψουν, είναι προφανώς «οι άλλοι» που πρέπει να παραιτηθούν από τις αξιώσεις τους. Αυτή, εξάλλου, είναι και η ουσία του ρατσισμού που μόνο χρησιμοθηρικά μπορεί να υφίσταται. Οι έννοιες «εμείς» και «άλλοι» είναι η δυναμική της ισχύος που πρέπει να ξεκαθαριστεί προκειμένου να διασφαλιστούν οι διεκδικήσεις, συνθήκη, που, από θέση αρχής, λειτουργεί διασπαστικά, καθώς εκπροσωπεί το συμφέρον που εκδηλώνεται σε βάρος των άλλων. Ακόμη και σήμερα κράτη με φυλετική ή θρησκευτική ανομοιογένεια είναι επίφοβα μπροστά σε κάθε είδους διασπαστικές προπαγάνδες, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεσπάσουν ανάλογα με το που φυσάν τα εκάστοτε οικονομικά συμφέροντα. Το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας είναι πολύ κοντινό. Όσο για την περίπτωση της γεωφυσικής ακαταλληλότητας, είναι μάλλον παραπλήσια με την ανομοιογένεια. Γιατί η ακατάλληλη γεωγραφία δίνει την εντύπωση της διαφορετικότητας στους ανθρώπους και η διασφάλιση του διαφορετικού είναι η προϋπόθεση της διχόνοιας που ανά πάσα στιγμή μπορεί να φανεί χρήσιμη. Ακόμη κι ένα ποτάμι μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν ξένοι: «Όπως δηλαδή στους πολέμους οι διαβάσεις των ρυακιών, και των πιο μικρών ακόμη, διασπούν τις στρατιωτικές φάλαγγες, με τον ίδιο αναλογικά τρόπο και η ελάχιστη διαφορά διχάζει».
 
Όμως, σε τελική ανάλυση, από τη στιγμή που οι επαναστάσεις, ως επανατοποθέτηση των δεδομένων της εξουσίας, δεν είναι παρά η επαναδιαπραγμάτευση της ισχύος από μια νέα κοινωνική συνισταμένη που διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο στη διοίκηση – και κατ’ επέκταση στη διανομή του πλούτου – εκπροσωπώντας τα δικά της συμφέροντα, δε θα μπορούσε να αποσιωπηθεί ο σπουδαιότερος παράγοντας: «και η δυσανάλογη αύξηση κάποιας ομάδας προκαλεί μεταβολές των πολιτευμάτων». Κι όταν γίνεται λόγος για την «αύξηση κάποιας ομάδας», εννοείται κάποιας κοινωνικής ομάδας, δηλαδή κάποιας ομάδας συγκεκριμένων οικονομικών δυνατοτήτων: «η πόλη αποτελείται από μέρη, από τα οποία κάποιο πολλές φορές αυξάνεται αδιόρατα, όπως το πλήθος των απόρων στις δημοκρατίες και στις πολιτείες». Κι εδώ ξεκινούν όλα τα ερωτήματα που σχετίζονται με τις πολιτειακές μεταβολές. Γιατί σε μια πόλη αυξάνεται ο αριθμός των απόρων; Ποιες είναι οι οικονομικές συνθήκες που τους πολλαπλασιάζουν; Κατά πόσο είναι δυνατό μια κοινωνία που οδηγεί στη φτωχοποίηση του μεγαλύτερου αριθμού των πολιτών να διατηρήσει ανεπηρέαστο το πολιτικό της σκηνικό; Κι όλα αυτά λειτουργούν κι αντιστρόφως: «Αυτό συμβαίνει και στα δημοκρατικά πολιτεύματα, σε μικρότερο όμως βαθμό, γιατί, όταν αυξάνονται οι εύποροι σε αριθμό ή οι περιουσίες τους, εμφανίζονται ολιγαρχίες ή δυναστείες».
 
Το βέβαιο είναι ότι η υπεροχή των φτωχών φέρνει εκδημοκρατισμό και η υπεροχή των πλουσίων συγκεντρωτισμό. Κι αυτή ακριβώς είναι η ουσία των πολιτευμάτων, και κατ’ επέκταση και των επαναστάσεων, που δεν είναι τίποτε άλλο από τη μετάβαση από το ένα πολίτευμα στο άλλο. Βρισκόμαστε και πάλι μπροστά στο αδιαπραγμάτευτα ταξικό περιεχόμενο κάθε πολιτειακής οργάνωσης, αφού όλες οι πολιτειακές εκδοχές σηματοδοτούν την αέναη διαπάλη της κατοχύρωσης των  συμφερόντων. Οι πλούσιοι και οι φτωχοί, ως εξ’ ορισμού κοινωνικοί αντίπαλοι, δεν έχουν άλλη επιλογή από τη σύγκρουση, που είναι αδύνατο να μην εκδηλωθεί πολιτειακά. Σε τελική ανάλυση το πολίτευμα δεν είναι παρά η διευθέτηση του ταξικού ζητήματος ανάλογα με την υπεροχή που διαμορφώνεται. Οι δημοκρατίες οφείλουν να προασπίζουν τα συμφέροντα των φτωχών και οι ολιγαρχίες τα συμφέροντα των πλουσίων. Οι δημοκρατίες που αναπαράγουν τη φτώχεια εξυπηρετώντας τα συμφέροντα του πλούτου δεν είναι δημοκρατίες. Είναι ολιγαρχίες με δημοκρατικό περιτύλιγμα. Η αναγνώριση ότι οι περιπτώσεις που αυξάνονται οι εύποροι επιφέροντας ολιγαρχίες συμβαίνουν «σε μικρότερο βαθμό» είναι η αναγνώριση της τάσης του πλούτου να συγκεντρώνεται σε λίγους ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, της τάσης των λίγων να υφαρπάζουν τον πλούτο των πολλών. Όσο πιο μεγάλες είναι οι οικονομικές αποκλείσεις, τόσο πιο έντονα συναισθήματα αδικίας, αγανάκτησης κι εκδικητικότητας επιφέρουν. Δηλαδή τόσο πιο σκληρή είναι η ολιγαρχία που επιβάλλεται.
 
Τα ανεξέλεγκτα άκρα του απίστευτου πλούτου και της απύθμενης φτώχειας είναι η κατάδειξη της παντελούς έλλειψης δημοκρατίας. Από κει και πέρα όλα αφορούν την ισχύ που θα διαμορφωθεί. Ο εγγυητής των ισορροπιών είναι η μεσαία τάξη που γεφυρώνει το χάσμα. Η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης είναι η επιβολή της ολιγαρχίας που δεν κρατάει ούτε τα προσχήματα και οι κοινωνικές αναταραχές είναι αναπόφευκτες: «Ακόμη ταράζονται με κινήματα τα πολιτεύματα, και όταν οι παρατάξεις που θεωρούνται αντίπαλες είναι ισοδύναμες, όπως οι πλούσιοι και ο λαός, ενώ η μεσαία τάξη ή δεν υπάρχει καθόλου ή είναι ελάχιστη».
 
Η ολιγαρχία που διαλύει και τη μεσαία τάξη είναι η ολιγαρχία που τρέφει την απόλυτη βεβαιότητα για την υπεροχή της: «Γιατί, αν υπερέχει σε μεγάλο βαθμό οποιαδήποτε από τις δύο παρατάξεις, η άλλη δεν προτίθεται να διακινδυνεύσει μια σύγκρουση εναντίον της φανερά ισχυρότερης». Με δυο λόγια, η ολιγαρχία που δεν υπολογίζει ούτε τα προσχήματα θεωρεί τον εαυτό της τόσο ισχυρό, που δεν ανησυχεί μήπως η άλλη παράταξη (φτωχοί) εξεγερθεί εναντίον της. Τελικά, όλα τα αίτια που προκαλούν τις εξεγέρσεις δεν μπορούν παρά να καθρεφτίζουν τις διάφορες εκδοχές που μπορεί να έχει η ταξική διαπάλη. Τα συναισθήματα, η φυλετική ανομοιογένεια, οι γεωφυσικοί παράγοντες, η αίσθηση της αξιοκρατίας και της δικαιοσύνης αντικατοπτρίζουν πάντα το ίδιο βασικό ζήτημα της διαμοίρασης του πλούτου, που σε κάθε περίπτωση μπορεί να βρει οποιαδήποτε όψη προκειμένου να συγκαλυφθεί. Το πολίτευμα δεν μπορεί παρά να καθορίζεται από τη βούληση της ισχύος. Κι αν κάποιος απορεί για τις προτεραιότητες και το χαρακτήρα οποιουδήποτε πολιτεύματος δεν έχει παρά να δει τις κοινωνικές τάξεις που ευνοούνται.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά