Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (176.1-180.1)

176. ΜΥΡΜΗΞ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ [176.1] μύρμηξ διψήσας κατελθὼν εἴς τινα πηγὴν βουλόμενος πιεῖν ἀπεπνίγετο. περιστερὰ δὲ ἐν τῷ παρεστηκότι δένδρῳ κλάσασα φύλλον ἔβαλε, δι᾽ οὗ ἐπιβὰς ὁ μύρμηξ ἐσώθη. ἰξευτὴς δέ τις παραστὰς καὶ συνθεὶς τοὺς καλάμους τὴν περιστερὰν λαβεῖν ἤθελεν. ὁ δὲ μύρμηξ ἔδακεν εἰς τὸν πόδα τοῦ ἰξευτοῦ· ὁ δὲ σείσας τοὺς καλάμους ἐποίησε τὴν περιστερὰν φυγεῖν.
ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι καὶ ὑπ᾽ ἀσθενῶν ἐστί τις εὔκαιρος βοήθεια.

177. ΜΥΙΑ
[177.1] μυῖα ἐμπεσοῦσα εἰς χύτραν κρέως ἐπειδὴ ὑπὸ τοῦ ζωμοῦ ἀποπνίγεσθαι ἔμελλεν, ἔφη πρὸς ἑαυτήν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε καὶ βέβρωκα καὶ πέπωκα καὶ λέλουμαι· κἂν ἀποθάνω, οὐδέν μοι μέλει».
ὁ λόγος, ὅτι ῥᾴδιον φέρουσι τὸν θάνατον οἱ ἄνθρωποι, ὅταν ἀβασανίστως παρακολουθήσῃ.

178. ΝΑΥΑΓΟΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ
[178.1] ναυαγὸς ἐκβρασθεὶς εἰς τὸν αἰγιαλὸν διὰ τὸν κόπον ἐκοιμᾶτο. μετὰ μικρὸν δὲ ἐξαναστὰς ὡς ἐθεάσατο τὴν θάλασσαν, ἐμέμφετο αὐτῇ, ὅτι γε δελεάζουσα τοὺς ἀνθρώπους τῇ πραΰτητι τῆς ὄψεως, ἡνίκα ἂν αὐτοὺς προσδέξηται, ἀπαγριουμένη διαφθείρει. ἡ δὲ ὁμοιωθεῖσα γυναικὶ ἔφη πρὸς αὐτόν· «ἀλλ᾽, ὦ οὗτος, μὴ ἐμὲ μέμφου, ἀλλὰ τοὺς ἀνέμους. ἐγὼ μὲν γὰρ φύσει τοιαύτη εἰμί, ὁποίαν καὶ νῦν με ὁρᾷς· οἱ δὲ αἰφνίδιόν μοι ἐμπίπτοντες κυματοῦσι καὶ ἐξαγριαίνουσιν».
ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων οὐ δεῖ τοὺς δρῶντας ἐπαιτιᾶσθαι, ὅταν ἑτέροις ὑποτεταγμένοι ὦσι, τοὺς δὲ τούτοις ἐπιστατοῦντας.

179. ΝΕΟΣ ΑΣΩΤΟΣ ΚΑΙ ΧΕΛΙΔΩΝ
[179.1] νέος ἄσωτος καταφαγὼν τὰ πατρῷα ἱματίου μόνου αὐτῷ περιλειφθέντος ὡς ἐθεάσατο χελιδόνα παρὰ καιρὸν ὀφθεῖσαν, οἰόμενος ἤδη θέρος εἶναι ὡς μηκέτι δεόμενος τοῦ ἱματίου καὶ τοῦτο φέρων ἀπημπόλησεν. ὕστερον δὲ χειμῶνος ἐπιλαβόντος καὶ σφοδροῦ τοῦ κρύους γενομένου περιιὼν ἐπειδὴ εἶδε τὴν χελιδόνα νεκρὰν ἐρριμμένην, ἔφη πρὸς αὐτήν· «ὦ αὕτη, σὺ κἀμὲ καὶ σὲ ἀπώλεσας».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πᾶν τὸ παρὰ καιρὸν δρώμενον ἐπισφαλές ἐστιν.

180. ΝΟΣΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΟΣ
[180.1] νοσῶν τις καὶ ἐπερωτώμενος ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ, πῶς διετέθη, πλέον τοῦ δέοντος ἱδρωκέναι ἔφη· ὁ δὲ ἀγαθὸν τοῦτο ἔλεγεν. ἐκ δευτέρου δὲ ἐρωτώμενος, πῶς ἔχει, ἔφη φρίκῃ συνεχόμενος διατετινάχθαι· ὁ δὲ καὶ τοῦτο ἀγαθὸν ἔφασκεν. τὸ δὲ τρίτον ὡς παρεγένετο καὶ ἐπηρώτα αὐτὸν περὶ τῆς νόσου, ἔφη ὑδέρῳ περιπεπτωκέναι· κἀκεῖνος ἀγαθὸν καὶ τοῦτο ἔφη εἶναι. τῶν δὲ οἰκείων τινὸς παραγενομένου πρὸς αὐτὸν καὶ πυνθανομένου, πῶς ἔχει, ἔφη· «ἐγὼ ὑπὸ τῶν ἀγαθῶν ἀπόλωλα».
οὕτω πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τούτοις ὑπὸ τῶν πέλας μακαρίζονται τῇ ἔξωθεν οἰήσει, ἐφ᾽ οἷς αὐτοὶ παρ᾽ ἑαυτοῖς τὰ μάλιστα δυσφοροῦσιν.

***
176. Το μυρμήγκι και το περιστέρι.
[176.1] Ήταν ένα μυρμήγκι που δίψασε και γύρεψε να πιει από μια πηγή· έπεσε όμως μέσα και κινδύνευε να πνιγεί. Τότε κάποιο περιστέρι, από το δέντρο που ορθωνόταν εκεί δίπλα, έκοψε και του πέταξε ένα φύλλο, πάνω στο οποίο σύρθηκε το μυρμήγκι και σώθηκε. Αργότερα ένας κυνηγός ήλθε και στάθηκε κοντά στο δέντρο, και εκεί άρχισε να στήνει τις ξόβεργές του με σκοπό να τσακώσει το περιστέρι. Πάνω στην ώρα, όμως, το μυρμήγκι πήγε και έδωσε μια τσιμπιά στο πόδι του κυνηγού. Έτσι εκείνος ταρακούνησε τις ξόβεργες, με αποτέλεσμα το περιστέρι να τον αντιληφθεί και να τραπεί σε φυγή.
Το δίδαγμα του μύθου: Ακόμη και οι πιο αδύναμοι μπορούν να μας προσφέρουν βοήθεια όταν χρειάζεται.

177. Η μύγα.
[177.1] Ήταν μια μύγα που έπεσε μέσα σε ένα τσουκάλι με κρέας. Καθώς λοιπόν πνιγόταν μέσα στο ζουμί, σκέφτηκε από μέσα της: «Μωρέ καλοπέρασα εγώ εδώ πέρα — έφαγα, ήπια, ακόμη και ζεστό μπάνιο έκανα. Και να πεθάνω τώρα, τί με νοιάζει;».
Το δίδαγμα του μύθου: Οι άνθρωποι αποδέχονται πιο εύκολα τον θάνατο αν δεν τον συνοδεύουν βάσανα.

178. Ο ναυαγός και η θάλασσα.
[178.1] Ήταν κάποιος ναυαγός που ξεβράστηκε στην ακρογιαλιά και αποκοιμήθηκε εξαντλημένος από την κούραση. Όταν αργότερα ξύπνησε και σηκώθηκε ξανά, αντίκρισε τη θάλασσα και ξέσπασε σε παράπονα εναντίον της: «Εσύ, καταραμένη, παρασέρνεις τους ανθρώπους με τη γαλήνια όψη σου· και μετά, μόλις τους δεχτείς στην αγκαλιά σου, αμέσως αγριεύεις και τους σκυλοπνίγεις». Όμως η θάλασσα πήρε τη μορφή γυναίκας και ήρθε να του απαντήσει: «Με αδικείς, χρυσέ μου. Δεν πρέπει να ρίχνεις το φταίξιμο σε μένα αλλά στους αέρηδες. Να ξέρεις, εγώ είμαι εκ φύσεως ωραία και καλή, όπως με θωρείς τώρα. Εκείνοι οι κερατάδες οι άνεμοι, όμως, κάθε τόσο πέφτουνε ξαφνικά πάνω μου, μου σηκώνουν κύματα και μου αγριεύουν την όψη».
Κάτι τέτοιο ισχύει βέβαια και για εμάς: Για τα κακουργήματα δεν πρέπει να κατηγορούμε εκείνον που τα διαπράττει, εφόσον βρίσκεται υπό την εξουσία κάποιου άλλου· η ευθύνη ανήκει σε όποιον δίνει τις διαταγές.

179. Ο άσωτος νέος και το χελιδόνι.
[179.1] Ήταν μια φορά ένας άσωτος νεαρός που έφαγε όλη την περιουσία του πατέρα του, τόσο που εντέλει δεν του απέμεινε παρά μόνο ένα πανωφόρι. Κάποια μέρα, που λέτε, πήρε το μάτι του ένα χελιδόνι, το οποίο εμφανίστηκε πριν από την ώρα του. Όλο χαρά ο άνθρωπός μας νόμισε πως είχε φτάσει κιόλας το καλοκαίρι και δεν είχε πια ανάγκη το πανωφόρι του· πήγε λοιπόν και το ξεπούλησε και αυτό. Έλα όμως που ύστερα από λίγο έπιασε πάλι βαρυχειμωνιά και έκανε κρύο φοβερό. Έτσι ο τρισάθλιος βάλθηκε να τριγυρνά εδώ και εκεί, ώσπου σε κάποια στιγμή αντίκρισε και το χελιδόνι πεσμένο χάμω και ψόφιο. «Βρε καταραμένο», του ψέλλισε τότε, «εσύ μας κατέστρεψες, και τον εαυτό σου και εμένα».
Το δίδαγμα του μύθου: Καθετί που κάνουμε έξω από τον καιρό του μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους.

180. Ο άρρωστος και ο γιατρός.
[180.1] Ήταν κάποτε ένας άρρωστος που ο γιατρός ήρθε να τον επισκεφτεί και γύρευε να πληροφορηθεί πώς ήταν η κατάστασή του. Ο ασθενής αποκρίθηκε ότι είχε ιδρώσει πολύ παραπάνω από το κανονικό. Ο γιατρός όμως τον διαβεβαίωσε ότι τούτο ήταν καλό. Στην επόμενη επίσκεψη τον ρώτησε πάλι ο γιατρός πώς αισθάνεται, και ο άνθρωπος παραπονέθηκε ότι τον έπιασαν τέτοια ρίγη που τιναζόταν σύγκορμος. «Και αυτό καλό είναι», αποφάνθηκε ο δόκτορας. Την τρίτη φορά πια, όταν κατέφτασε ο μέγας επιστήμονας να εξετάσει πώς εξελίσσεται η αρρώστια, ο ανθρωπάκος ψέλλισε ότι είχε προσβληθεί από υδρωπικία. «Έξοχα, έξοχα», αναφώνησε ο γιατρός, «και αυτό είναι πάρα πολύ καλό». Αργότερα, που λέτε, ήρθε και επισκέφτηκε τον άρρωστο κάποιος συγγενής του και τον ρώτησε πώς τα πηγαίνει. «Μωρέ χάλια είμαι», απάντησε ο ασθενής, «και ξέρεις κάτι; Από τα πολλά καλά κατάντησα έτσι».
Παρόμοια συμβαίνει με πολλούς ανθρώπους: Οι άλλοι, βασισμένοι στην εξωτερική εντύπωση και μόνο, τους θεωρούν ευτυχισμένους, και μάλιστα για αυτά ακριβώς τα πράγματα για τα οποία οι ίδιοι οι άνθρωποι στενοχωριούνται περισσότερο.

Δεν αρκεί μόνο η αγάπη

Οι άνθρωποι στον έρωτα γινόμαστε ευάλωτοι, παραδινόμαστε σε συναισθήματα και χάνουμε τη λογική μας. Αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε σωστά και λάθη και δε βλέπουμε καλό και κακό για τον εαυτό μας. Ο έρωτας είναι σαν μια τυφλόμυγα, σε παρασέρνει χωρίς να έχεις συνειδητή επίγνωση για το πού σε πάει. Φυσικά κι εσύ θα μου πεις πως αυτή είναι η μαγεία του έρωτα. Τον ζεις, τον απολαμβάνεις και δε σε νοιάζει ούτε για μία στιγμή το μετά. Δεν υπάρχει μετά, υπάρχει μόνο το τώρα κι ο άνθρωπός σου.

Ο έρωτας με τον καιρό εξελίσσεται σε αγάπη, μα όσο υπάρχει η φλόγα του κι όσο οι δυο σας καταφέρνετε να τον αναζωπυρώνετε δεν υπάρχει καμία θέση για λογικά σενάρια. Ναι, ο έρωτας σε πετάει στα σύννεφα, σου ανεβάζει τους παλμούς τόσο ψηλά που νιώθεις την καρδιά σου να θέλει να το σκάσει απ’ το κορμί σου. Σου προκαλεί ρίγος και έχει τη δύναμη να σε κάνει να παραβλέψεις καταστάσεις που υπό άλλες συνθήκες δε θα το έκανες αυτό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο έρωτας σου κλέβει ένα κομμάτι της συνείδησής σου. Παραβλέπεις λάθη, προβλήματα και λόγια ή πράξεις που ίσως σε πληγώνουν.

Ίσως να μην αναρωτήθηκες ποτέ το γιατί. Ή ίσως και να το έκανες, όμως δε βρήκες καμιά ικανοποιητική απάντηση να δώσεις. Ταπεινή μου γνώμη είναι πως ο έρωτας έχει τη δύναμη να παραβλέψει πολλά, όμως, μετά από κάθε πόνο, πρόβλημα ή καβγά δε μένει ποτέ ίδιος. Καθετί απ’ αυτά του παίρνει ένα κομμάτι, μια όμορφη στιγμή, ένα χαμόγελο και μια καλή ανάμνηση που προσπάθησε να δημιουργηθεί μα δε βγήκε ποτέ στην επιφάνεια. Σε πονάει λίγο λίγο, αλλά δεν το καταλαβαίνεις αφού ο έρωτας τα επισκιάζει, τα γιατρεύει όλα, μα μόνο προσωρινά. Μέχρι να βγάλει άσπρο πανί και να μη σου μείνει τίποτα παρά μόνο ο πόνος μιας ανοιχτής πληγής που δε γιατρεύτηκε ποτέ.

Κι όλα αυτά γιατί η αγάπη είναι που μένει, όχι ο έρωτας. Κι όσο κι αν λέμε πως η αγάπη όλα τα θεραπεύει, κανείς δε γιατρεύτηκε πραγματικά απ’ την αγάπη. Γιατί αυτός που του παραδίνεις την αγάπη σου και σ’ αγαπάει εξίσου είναι ο ίδιος με αυτόν που σε πόνεσε εξαρχής. Κι αν δεν αντιδράσεις, αν δε σηκώσεις ανάστημα προστατεύοντας τα αισθήματά σου, αν δε βρεις λύση, δυστυχώς  αυτή η πληγή θα μείνει για πάντα ανοιχτή και θα σε πονάει μέχρι να μη σου αφήσει απολύτως τίποτα. Θα σου δώσει όμως κάτι, κάτι το οποίο ο έρωτας σου πήρε και δεν ήθελες ποτέ να σας επισκεφτεί σε αυτή τη μεταξύ σας σχέση. Σου δίνει πίσω τη λογική που έχασες. Κι εκεί είναι που έρχεσαι αντιμέτωπος με τη σύγκρουση λογικής και συναισθήματος.

Τι σου κάνει, όμως, η λογική; Τι είναι αυτό που σε έκανε εξαρχής να μην τη θέλεις ανάμεσά σας; Γιατί να το λέμε σύγκρουση κι όχι ευλογία; Γιατί η λογική σε κάνει όταν πονάς να θες να βρεις τη γαλήνη σου, την ηρεμία σου, τρόπο να κλείσεις τις πληγές σου. Σε αντίθεση με την αγάπη που σου λέει «μείνε ακόμη λίγο, αντέχεις»! Η λογική σε βάζει στο τριπάκι να σκεφτείς τι σας κρατάει ακόμα μαζί αφού είναι τόσα άλλα που σας χωρίζουν. Σε βάζει στον πειρασμό και στη σκέψη αυτού του μαρτυρίου που ονομάζεται «χωρισμός».

Μια επώδυνη κατάσταση μεταξύ δυο ανθρώπων που αγαπήθηκαν πολύ, που ερωτεύτηκαν και που έζησαν μαζί στιγμές έντονες κι αναντικατάστατες. Λογική και χωρισμός γίνονται ένα. Για το καλό σου, για το καλό της σχέσης σου, γιατί δεν μπορέσατε ποτέ να βρείτε τις λύσεις στα θέματά σας. Γίνεται η λύση ο χωρισμός, γιατί πολύ απλά οι πληγές παρέμειναν καιρό ανοιχτές. Δεν είναι ότι το θες, είναι ότι δεν έμεινε κάτι άλλο για να προσπαθήσεις. Είναι γιατί το χαμόγελο χάθηκε απ’ το πρόσωπό σου κι η μάσκα που φοράς πλέον δεν είναι αρκετή για να σε κάνει να αντέξεις. Ράγισε κι αυτή μαζί με σένα.

Δε χωράνε πλέον συμβιβασμοί κι υποχωρήσεις. Δεν έχεις τη δύναμη για αυτό το «ακόμα λίγο». Οι αντοχές σου εξασθένησαν κι η καρδιά σου αναζητάει λίγη χαρά κι ηρεμία. Κάτι που δε βρίσκεις στον άνθρωπο που αγάπησες. Γιατί ας μη λέμε βλακείες, η αγάπη και μόνο εκείνη δεν κράτησε ποτέ καμία σχέση. Χρειάζονται πολλά περισσότερα κι όταν αυτά δεν τα βρίσκεις στη σχέση σου, απλά αποχωρείς. Μαζεύεις ό,τι σου απέμεινε και πας να ενώσεις τα κομμάτια σου μακριά.

«Θάρρος είναι το να προχωράς ενώ φοβάσαι». –Dan Rather

Η σημασία της φύσης στη σωματική ολοκλήρωση του ανθρώπου

Ο Ζαν Ζακ Ρουσώ θεωρούσε πως ο άνθρωπος οφείλει να επιστρέψει στη φύση αν επιθυμεί να βρει ξανά τον εαυτό του. Με τη λέξη φύση εννοούμε το σύνολο της υλικής πραγματικότητας το οποίο περιλαμβάνει το βιοτικούς και τους αβιοτικούς παράγοντες, και τη φυσική νομοτέλεια η οποία το διέπει.

Φύση και Ψυχική Ισορροπία

Ακούμε διαρκώς για το πόσο σπουδαία είναι η συνεισφορά της φύσης στην ψυχική ισορροπία και υγεία του ανθρώπου. Και όντως, αυτό είναι ένα πραγματικό γεγονός. Η φύση επιδρά σε πολλούς τομείς στη ζωή ενός ανθρώπου, τον διαμορφώνει ηθικά, κοινωνικά ακόμα και βιολογικά.

Η τόσο αγνή και ανόθευτη μορφή της δημιουργεί στον άνθρωπο εσωτερική ηρεμία και του καλλιεργεί τη φυσική αρετή.

Τα νερά, το έδαφος, τα δέντρα, η αρμονία που υπάρχει σε κάθε δημιούργημα τον κάνει να διαπιστώνει άναυδος το μεγαλείο της σοφίας με τα οποία έχουν κατασκευαστεί τα πάντα και να αισθάνεται χαρά όταν διαπιστώνει πως και εκείνος αποτελεί ένα αναπόσπαστο μέρος αυτού. Η αλόγιστη και καταστροφική παρέμβαση στη φύση από τον άνθρωπο, προκαλεί την οργή και την ‘’αντεκδίκηση’’ από την ίδια, θυμίζοντας σε όλους το πόσο σοφή είναι και πως αργά ή γρήγορα τιμωρεί την αλαζονεία και την ασέβεια του ανθρώπου που την αλλοιώνει.

Φύση και κοινωνικότητα

Η κοινωνικότητα του ανθρώπου επηρεάζεται θετικά από τη φύση. Η πόλη με τα στενά της πλαίσια και το έντονο άγχος που φέρνει μαζί της, απομακρύνει τους ανθρώπους και ψυχραίνει τις καρδιές τους. Η κίνηση, οι επιταγές της συμβατικότητας, το άγχος και η κούραση της βιοπάλης, ο θόρυβος αναστατώνουν την ψυχή των ανθρώπων και προκαλούν ψυχικά προβλήματα και αποξένωση. Ακόμα και οι κοινωνικές επαφές των ανθρώπων έχουν αλλοιωθεί, αφού κυριαρχεί η ψυχρότητα μίας υποχρεωτικής ευγένειας και ένας χαιρετισμός που πλέον είναι καθαρά μία αυτόματη κίνηση.

Η φύση μας δείχνει τον τρόπο να έρθουμε ξανά κοντά στον εαυτό μας, να θυμηθούμε την αξία της καλοσύνης και του ενδιαφέροντος για τον συνάνθρωπο.

Κοντά σε εκείνη αντιλαμβανόμαστε πως η πληρότητα επιτυγχάνεται με την αληθινή και εγκάρδια ψυχική επαφή και όχι με τη μανιώδη και αλόγιστη απόκτηση υλικών αγαθών.

Φύση και σωματική υγεία

Η τεράστια συμβολή της φύσης και στη σωματική υγεία του ατόμου είναι αδιαμφισβήτητη. Κοντά σε εκείνη μπορεί κάποιος να επιτύχει την αναζωογόνηση, την αποτοξίνωση από τη μόλυνση της μεγαλούπολης και την ενδυνάμωση. Τα αγνά προϊόντα της είναι ανεπηρέαστα και ανόθευτα από χρωστικές και άλλες επικίνδυνες ουσίες, ευεργετώντας την υγεία μας. Η φύση δημιούργησε μία σειρά από βιοτικές δραστηριότητες που συνθέτουν τη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή, πάνω στην οποία έχει στηριχθεί και ένα ολόκληρο ανθρώπινο δυναμικό το οποίο εργάζεται και βιοπορίζεται από αυτό.

Η φύση γεννά σκέψεις στον άνθρωπο που του δίνουν το ερέθισμα να θέλει να ξεφύγει από την πεζή πραγματικότητα και να δημιουργήσει. Πλήθος λογοτεχνικών έργων, πινάκων, τραγουδιών και ποιημάτων έχουν εμπνευστεί από αυτή συνθέτοντας μία σπουδαία καλλιτεχνική κληρονομιά.

Ο μοναχικός περίπατος σε ένα δάσος και η επαφή με τα δέντρα και τη γαλήνη του έρημου και καθαρού τοπίου, ενώνει πιο δυνατά τον άνθρωπο με το θεϊκό στοιχείο μέσα του, ενισχύει την επαφή με εκείνο το ανώτερο ον που τόσο αποζητούμε οι περισσότεροι από εμάς. Ενισχύει παράλληλα το αίσθημα της φιλοπατρίας, διότι για εμάς τους Έλληνες ειδικά, η φύση αποτελεί ένα μοναδικό στοιχείο ελληνικότητας. Η κάθε περιοχή κουβαλάει μαζί της ιστορίες και θρύλους, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση της παράδοσης και των λαογραφικών στοιχείων από εποχή σε εποχή. Η ομορφιά των βουνών, των πεδιάδων, των λιμνών που τόσο πολύ έχουν τραγουδηθεί και εξυμνηθεί, μας δίνει το έναυσμα να θέλουμε να συμβάλλουμε και εμείς στην προστασία της και να την εμπλουτίσουμε με δημιουργήματα αντάξιά της.

Περιβαλλοντική συνείδηση

Η καλλιέργεια της περιβαλλοντικής συνείδησης κρίνεται απαραίτητη αν θέλουμε να αποφύγουμε τις άσχημες συνέπειες που επιφέρει η κακομεταχείρισή της. Η υπερεκμετάλλευση πανέμορφων τοπίων με σκοπό το κέρδος, τα μεταλλαγμένα τρόφιμα και οι μονοκαλλιέργειες έρχονται σε αντίθεση με τη φυσική νομοτέλεια, η οποία στο τέλος αντιδρά με τραγικά αποτελέσματα. Οι καρκινοπάθειες, οι καρδιοπάθειες, τα αναπαραγωγικά και αναπνευστικά προβλήματα είναι η ίσως σημαντικότερη επίπτωση της καταστροφικής και ασεβούς μεταχείρισης του περιβάλλοντος.

Η φύση εκδικείται με πυρκαγιές, πλημμύρες, ακραία καιρικά φαινόμενα και επιδημίες, με θύματα εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι πληρώνουν την αλαζονεία και την κακία μας απέναντί της. Η αλόγιστη εκμετάλλευση του περιβάλλοντος καταστρέφει μνημεία μεγάλης πολιτιστικής αξίας, ερημώνει τοπία ολόκληρα και ξεριζώνει ανθρώπους από τις τοποθεσίες τους.

Ο άνθρωπος, βυθισμένος σε έναν καθαρά τεχνοκρατικό τρόπο σκέψης, απευαισθητοποιείται, περιχαρακώνεται αποκλειστικά από τη συμβατικότητα της πόλης και αδυνατεί να διακρίνει την ομορφιά στα απλά και τα απέριττα, στη συγκίνηση που προκαλεί η θέαση ενός όμορφου τοπίου. Γίνεται έρμαιο στη φιλοσοφία της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, η οποία διδάσκει την υπερκατανάλωση και τη μανιώδη αναζήτηση πλούτου και υλικών αγαθών. Η αγάπη για το περιβάλλον πρέπει να καλλιεργείται σε ένα παιδί από τη μικρή του κιόλας ηλικία. Η οικολογία είναι ένα μάθημα το οποίο επιβάλλεται να διδάσκεται και οι γονείς πρέπει να είναι οι πρώτοι άνθρωποι που να δείχνουν το παράδειγμα, μεταφέροντας στα παιδιά το μήνυμα πως αγαπούν και προσέχουν το περιβάλλον και τους νόμους που το διέπει.

Η ασθενής πολιτική βούληση που αγνοεί τους κινδύνους που επιφέρει η άγνοια και η έλλειψη ευαισθησίας απέναντι σε αυτό, οφείλει να ενισχύσει την απόκτηση παιδείας και μεγαλύτερης ενημέρωσης για τα προβλήματα που ακολουθούν όταν ο άνθρωπος αποκοπεί τελείως από το φυσικό στοιχείο. Αγαπώντας τη φύση, ερχόμαστε πιο κοντά στον πυρήνα μας. Και μόνο τότε αισθανόμαστε πλήρεις και ολοκληρωμένοι.

Παρηγοριά, ένα αναγκαίο κακό

Έφτασε η ώρα να ασχοληθούμε με τον σημαντικότερο ρόλο που διαδραματίζει ο Θεός, εκείνον του παρηγορητή· θα εξετάσουμε και την ανθρωπιστική πρόκληση να βάλουμε κάτι άλλο στη θέση του.
 
Ακόμη και όσοι δέχονται ότι ο Θεός πιθανόν δεν υπάρχει, και ότι δεν είναι αναγκαίος για την ηθική, επανέρχονται συνεχώς σε ένα θέμα: Την υποτιθέμενη ψυχολογική ή συναισθηματική ανάγκη για ένα θεό. Αν αφαιρέσουμε τη θρησκεία, ρωτούν επιθετικά, τι θα βάλουμε στη θέση της; Τι θα προσφέρουμε στους ετοιμοθάνατους ασθενείς, στους θρηνολογούντες απελπισμένους, στις μοναχικές Eleanor Rigby για τις οποίες ο Θεός είναι ο μοναδικός τους φίλος;
 
Η πρώτη απάντηση που πρέπει να δώσουμε δεν αξίζει καν τον κόπο να αναφέρεται: Η ικανότητα της θρησκείας να παρηγορεί δεν της προσδίδει αλήθεια. Έστω κι αν κάναμε μια τεράστια παραχώρηση· έστω κι αν αποδεικνυόταν τελεσίδικα ότι η πίστη στην ύπαρξη του Θεού είναι απολύτως ουσιώδης για την ψυχολογική και συναισθηματική υγεία του ανθρώπου· έστω κι αν όλοι οι άθεοι είναι απελπισμένοι νευρωτικοί που ωθούνται στην αυτοκτονία από το ανελέητο κοσμικό άγχος —τίποτε από όλα αυτά δεν θα προσέφερε την παραμικρή ένδειξη ότι η θρησκευτική πίστη είναι αληθινή. Ίσως προσφέρει ενδείξεις πως αξίζει να πείσει κανείς τον εαυτό του ότι υπάρχει Θεός —έστω κι αν δεν υπάρχει. Όπως αναφέραμε ήδη, ο Dennett, στο Breaking the Spell, κάνει μια διάκριση μεταξύ της πίστης στον Θεό και της πίστης στην πίστη· την πίστη ότι αξίζει να πιστεύουμε, έστω κι αν η ίδια η πίστη στερείται αντικειμένου:
«Πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με, διότι η πίστη μου δεν είναι ισχυρή» (Κατά Μάρκον, 9:24).
Οι πιστοί ενθαρρύνονται να ομολογούν την πίστη τους, πεπεισμένοι ή όχι για αυτήν. Ίσως, με αρκετά συχνή επανάληψη, να καταφέρει κανείς να πείσει τον εαυτό του για την αλήθεια της. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουμε ανθρώπους οι οποίοι απολαμβάνουν την ιδέα της θρησκευτικής πίστης και δυσανασχετούν με τις επιθέσεις εναντίον της, μολονότι παραδέχονται διατακτικά ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Εξεπλάγην κάπως όταν ανακάλυψα ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα στο βιβλίο The Limits of Science (Τα όρια της επιστήμης) του ήρωα μου, του Peter Medawar:
«Λυπούμαι που δεν πιστεύω στον Θεό και τις θρησκευτικές απαντήσεις γενικά, διότι θεωρώ ότι, αν υπήρχαν ικανοποιητικοί επιστημονικοί και φιλοσοφικοί λόγοι για την πίστη στον Θεό, θα έβρισκαν ικανοποίηση και ανακούφιση όλοι όσοι τον έχουν ανάγκη».
Αφότου διάβασα τη διάκριση του Dennett, έχω βρει επανειλημμένα την ευκαιρία να την εφαρμόσω. Δεν αποτελεί υπερβολή να πω ότι η πλειονότητα των άθεων που γνωρίζω κρύβουν τον αθεϊσμό τους πίσω από ένα προσωπείο ευλάβειας. Οι ίδιοι δεν πιστεύουν σε τίποτε το υπερφυσικό, ωστόσο διατηρούν μια ασαφή αδυναμία στην πίστη στο παράλογο. Πιστεύουν στην πίστη. Είναι εκπληκτικό το πόσο πολλοί φαίνεται να μην μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ της πρότασης «το X αληθεύει» και της πρότασης «αξίζει οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι το X αληθεύει». Ίσως βέβαια δεν διαπράττουν πραγματικά αυτό το λογικό σφάλμα, αλλά απλώς θεωρούν την αλήθεια ασήμαντη σε σύγκριση με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Δεν σκοπεύω να απαξιώσω τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αλλά σε κάθε συζήτηση ας γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε: για τα συναισθήματα ή για την αλήθεια. Αμφότερα μπορεί να είναι σημαντικά, ωστόσο δεν ταυτίζονται.
 
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η υποθετική παραχώρησή μου υπήρξε υπερβολική και λανθασμένη. Δεν έχω υπόψη μου καμία ένδειξη ότι οι άθεοι διακατέχονται από οποιαδήποτε γενική τάση προς τη δυστυχία, το άγχος και την απόγνωση. Κάποιοι άθεοι είναι ευτυχείς και άλλοι αξιολύπητοι. Παρομοίως, κάποιοι χριστιανοί, ιουδαίοι, μουσουλμάνοι, ινδουιστές και βουδιστές είναι αξιολύπητοι, ενώ άλλοι ευτυχείς. Ίσως υπάρχουν στατιστικές ενδείξεις για τη σχέση μεταξύ ευτυχίας και πίστης (ή έλλειψης πίστης), αλλά αμφιβάλλω εάν πρόκειται για αξιόλογη σχέση, ούτως ή άλλως. Θεωρώ περισσότερο ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε εάν υπάρχει κάποιος καλός λόγος να αισθανόμαστε κατάθλιψη ζώντας χωρίς Θεό. Θα τελειώσω αυτό το βιβλίο υποστηρίζοντας ότι, αντιθέτως, κάθε άλλο παρά αδύνατη είναι μια ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη ζωή χωρίς θρησκεία και πίστη στο υπερφυσικό. Πρώτα, ωστόσο, πρέπει να εξετάσω τους ισχυρισμούς της θρησκείας ότι προσφέρει παρηγοριά.
 
Η παρηγοριά κατά το Σύντομο λεξικό της Οξφόρδης συνίσταται στην απάλυνση της θλίψης ή της οδύνης. Θα διακρίνω δύο τύπους παρηγοριάς.
 
1. Άμεση φυσική παρηγοριά. Ένας άνθρωπος αποκλεισμένος για μια ολόκληρη παγερή νύχτα στα χιόνια ίσως βρει ανακούφιση στην παρουσία ενός μεγάλου, ζεστού σκύλου του Αγίου Βερνάρδου —χωρίς να ξεχνάμε το φλασκί με μπράντι στο λαιμό του ζώου. Ένα κοριτσάκι που κλαίει ίσως παρηγορηθεί με μια δυνατή αγκαλιά και με λίγα ενθαρρυντικά λόγια.
 
2. Παρηγοριά μέσω ανακάλυψης ενός γεγονότος το οποίο δεν είχε εκτιμηθεί προηγουμένως, ή ενός άγνωστου προηγουμένως τρόπον αντιμετώπισης τωρινών δεδομένων. Μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος σκοτώθηκε στον πόλεμο ίσως παρηγορηθεί αν ανακαλύψει ότι περιμένει το παιδί του, ή ότι εκείνος πέθανε ηρωικά. Μπορούμε επίσης να παρηγορηθούμε αν ανακαλύψουμε κάποιον νέο τρόπο αντιμετώπισης μιας κατάστασης. Ένας φιλόσοφος παρατηρεί ότι δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο τη στιγμή του θανάτου ενός ηλικιωμένου ανθρώπου. Το παιδί το οποίο εκείνος υπήρξε κάποτε έχει «πεθάνει» προ πολλού, όχι τερματίζοντας απότομα τη ζωή του αλλά μεγαλώνοντας. Καθεμιά από τις επτά σαιξπηρικές ηλικίες του ανθρώπου «πεθαίνει» μεταβαίνοντας αργά στην επόμενη.
 
Από τούτη την άποψη, η στιγμή όπου ο ηλικιωμένος τελικά εκπνέει δεν διαφέρει από τους αργούς «θανάτους» κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όποιος δεν χαίρεται ιδιαίτερα με την προοπτική του θανάτου του ίσως βρει παρηγοριά σε τούτη τη διαφορετική προοπτική. Ίσως και όχι, αλλά πρόκειται μόνο για ένα δυνητικό παράδειγμα παρηγοριάς μέσω του στοχασμού. Άλλο σχετικό παράδειγμα είναι η απόρριψη του φόβου του θανάτου από τον Μαρκ Τουέιν:
«Δεν φοβάμαι το θάνατο. Ήμουν νεκρός για δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθώ, και δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα».
Βέβαια, η νέα οπτική δεν αλλάζει τίποτα στο γεγονός του αναπόφευκτου θανάτου μας. Μας προσφέρεται όμως ένας διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης του αναπόφευκτου, και ίσως εκεί βρούμε παρηγοριά. Ο Thomas Jefferson, επίσης, δεν φοβόταν το θάνατο και φαίνεται ότι δεν πίστευε σε κανένα είδος μετά θάνατον ζωής. Όπως διηγείται ο Christopher Hitchens,
«Καθώς λιγόστευαν οι ημέρες του, ο Jefferson έγραψε αρκετές φορές σε φίλους ότι αντιμετώπιζε το επικείμενο τέλος χωρίς ελπίδα ούτε φόβο. Τούτο ισοδυναμεί με το να πούμε, με τον πλέον απερίφραστο τρόπο, ότι δεν ήταν χριστιανός».
Τα γενναία και μεγάλα πνεύματα ίσως είναι έτοιμα για την προκλητική και τολμηρή δήλωση του Bertrand Russell, στο δοκίμιό του «What I Believe»
(Τι πιστεύω):
Πστεύω ότι θα σαπίσω όταν πεθάνω, και δεν θα επιβιώσει τίποτε από το εγώ μου. Δεν είμαι νέος και αγαπώ τη ζωή. Αλλά περιγελώ τα ρίγη πανικού στη σκέψη της εξαφάνισης. Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο αληθινή επειδή πρέπει να φτάσει σε ένα τέλος, ούτε η σκέψη και η αγάπη χάνουν την αξία τους επειδή δεν διαρκούν αιωνίως. Πολλοί άνθρωποι στάθηκαν με υπερηφάνεια στο ικρίωμα· η ίδια υπερηφάνεια πρέπει να μας διδάσκει να σκεπτόμαστε αληθινά τη θέση του ανθρώπου στον Κόσμο. Ακόμη κι αν τα ανοικτά παράθυρα της επιστήμης μάς κάνουν στην αρχή να τρέμουμε μετά τη βολική σπιτική ζεστασιά των παραδοσιακών μύθων που μας εξανθρωπίζουν, στο τέλος ο καθαρός αέρας της λογικής φέρνει ζωτικότητα, και οι ανοικτοί χώροι της επιστήμης έχουν το δικό τους μεγαλείο.
Το δοκίμιο τούτο τού Russell υπήρξε για μένα πηγή έμπνευσης όταν το διάβασα στη βιβλιοθήκη του σχολείου μου σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, αλλά το είχα ξεχάσει .Ίσως ήθελα ασυναίσθητα να του αποτίσω φόρο τιμής (όπως ήθελα συνειδητά να κάνω για τον Δαρβίνο) όταν έγραφα το 2003 στο A Devil’s Chaplain·.
 
Υπάρχει κάτι περισσότερο από μεγαλείο σε τούτη τη στάση ζωής, όσο ζοφερή και κρύα κι αν φαίνεται κάτω από το προστατευτικό κάλυμμα της άγνοιας. Μια βαθιά αναζωογόνηση είναι το κέρδος σου όταν στέκεσαι με το πρόσωπο στραμμένο προς τον δυνατό, διαπεραστικό άνεμο της κατανόησης: «οι άνεμοι που πνέουν μέσα από τις διαδρομές των αστεριών» του Yeats.
 
Πώς συγκρίνεται η θρησκεία με την επιστήμη όσον αφορά τους δύο παραπάνω τύπους παρηγοριάς; Ως προς την παρηγοριά του πρώτου τύπου, είναι εντελώς εύλογο τα ισχυρά χέρια του Θεού, έστω και εντελώς φανταστικά, να μπορούν να παρηγορήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνουν τα πραγματικά χέρια ενός φίλου ή ο σκύλος του Αγίου Βερνάρδου με το φλασκί μπράντι κρεμασμένο στο λαιμό του. Αλλά, φυσικά, και η ιατρική μπορεί επίσης να προσφέρει ανακούφιση —συνήθως αποτελεσματικότερα από το μπράντι.
 
Αν τώρα στραφούμε στην παρηγοριά του δεύτερου τύπου, εύκολα θα πιστέψουμε ότι η θρησκεία μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική. Τα θύματα μιας τρομερής καταστροφής, όπως ένας σεισμός, συχνά αναφέρουν ότι τους παρηγορεί η σκέψη πως όλα είναι μέρος του ανεξιχνίαστου σχεδίου του Θεού: χωρίς αμφιβολία, κάτι καλό θα προκύψει με το πλήρωμα του χρόνου. Εάν κάποιος φοβάται το θάνατο, η ειλικρινής πίστη στην αθανασία της ψυχής μπορεί να τον παρηγορήσει —εκτός, φυσικά, εάν νομίζει ότι θα πάει στην κόλαση ή στο καθαρτήριο. Οι ψευδείς πεποιθήσεις μπορούν να προσφέρουν την ίδια παρηγοριά με τις αληθείς, μέχρι τη στιγμή της διάψευσης. Τούτο ισχύει και για μη θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ένας καρκινοπαθής στο τελικό στάδιο ίσως παρηγορηθεί από το γιατρό ο οποίος τού λέει ψέματα ότι θεραπεύτηκε, εξίσου αποτελεσματικά με έναν άλλο άνθρωπο στον οποίο λένε την αλήθεια ότι θεραπεύτηκε. Η ειλικρινής και ολόψυχη πίστη στη μετά θάνατον ζωή είναι ακόμη περισσότερο άτρωτη από τη διάψευση απ’ ό,τι η πίστη σε έναν ψευδόμενο γιατρό. Το ψέμα του γιατρού έχει αποτέλεσμα μόνο μέχρι τη στιγμή που τα συμπτώματα γίνονται αναμφισβήτητα. Όποιος πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή δεν μπορεί ποτέ εν τέλει να διαψευστεί.
 
Richard Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη

Ο λόγος που οι ενσυναισθητικοί άνθρωποι δεν νιώθουν εύκολα το αίσθημα του «ανήκειν»

Αυτή η έντονη αίσθηση δυστυχίας που εκπέμπεται από κάποια άτομα γύρω μας αποτελεί ένα ζήτημα που κανείς δεν μπορεί να αποδεχτεί πρόθυμα και ευχάριστα. Και η πιο λυπηρή αλήθεια είναι ότι ενώ μπορεί να νομίζετε ότι η επίγνωση των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων μπορεί να σας φέρει πιο κοντά σε εκείνους, πολύ συχνά συμβαίνει το αντίθετο τελικά.

Όχι μόνο γίνεστε πιο ανεκτικοί απέναντί τους για το ότι παλεύουν συναισθηματικά, αλλά η ανικανότητά τους να δούνε τα δικά σας συναισθήματα θα τους κάνει, στην πραγματικότητα, σκληρότερους απέναντί σας.

Στο τέλος, η ανεπτυγμένη ενσυναίσθησή σας θα σας οδηγήσει στο σκοτεινό μονοπάτι της απομόνωσης από τον κόσμο, καθώς θα είστε από τα λίγα άτομα που θα καταλαβαίνουν τους άλλους, αλλά εκείνοι δεν θα μπορούν να σας δούνε καθαρά γι’ αυτό που είστε και να σας καταλάβουν.

Ο κόσμος αρχίζει να βλέπει πως κάποιες φορές η ενσυναίσθηση φέρνει αδυναμία σε μια κοινωνία που έχει βυθιστεί μέσα στην αρνητικότητα και έχει αρχίσει να προβάλλει την αντίληψή της για την πραγματικότητα, μια αντίληψη που δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί ο ενσυναισθητικός.

Η ευαίσθητη πλευρά του ενσυναισθητικού και η συνεχής εσωτερική πάλη με τον εαυτό του και με τα συναισθήματα των άλλων μπορεί να φανερώσει τόσα πολλά, αλλά έρχεται με ένα κόστος, εκείνο της απουσίας αίσθησης του ανήκειν.

Ακόμα κι αν προσπαθήσετε να βρεθείτε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο φαινομενικά καλών σας φίλων, αρχίζετε να προσέχετε την υποκρισία που φαίνεται να ξεχειλίζει μέσα από τις λέξεις τους και αρχίζετε να αναρωτιέστε τι συμβαίνει πια σε αυτό τον κόσμο, τι πηγαίνει στραβά.

Ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορείτε να υιοθετήσετε όταν η κατάσταση δυσκολεύει για εσάς είναι να αρχίσετε να μην προσέχετε τόσο τα συναισθήματα που ξεπροβάλλουν από τους ανθρώπους γύρω σας, αλλά αντιθέτως να εστιάσετε στην ανάπτυξη της εσωτερικής σας γαλήνης και ηρεμίας. Δεν χρειάζεται να ανήκετε πουθενά, όσο ανήκετε πλήρως στον εαυτό σας.

Να είστε αληθινοί και ειλικρινείς με τον εαυτό σας και να αποδεχτείτε ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι τέλειοι. Η ικανότητά σας αυτή έρχεται με ένα αντίτιμο, αλλά συνολικά το θετικό αποτέλεσμα είναι σπουδαιότερο και μεγαλύτερο από όλες τις αρνητικές πλευρές της ανθρώπινης υπόστασης. Είστε θεραπευτές και είστε εδώ για να αλλάξετε τον κόσμο.

Η ικανότητά σας να βλέπετε καθαρά τις ατέλειες και τα ελαττώματά του σας δίνει την ευκαιρία να τα αλλάξετε ένα προς ένα. Όπως μας λέει η Elizabeth Lowell:
«Κάποιοι από εμάς δεν είναι γραφτό να ανήκουν. Κάποιοι από εμάς χρειάζεται να γυρίσουν τον κόσμο ανάποδα, να τον ταρακουνήσουν, μέχρι να φτιάξουν το δικό τους μέρος σε αυτόν».

Χείρωνας: Ο θεραπευτής της συνείδησης

Ο Χείρωνας αποτελεί το αρχαιοελληνικό μυθολογικό αρχέτυπο του θεραπευτή – είναι η δύναμη της θεραπείας που ενυπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Μια καλά κρυμμένη δυνατότητά μας να αυτοθεραπευόμαστε και να βοηθάμε οι ίδιοι τον εαυτό μας να προχωρήσει μπροστά. Ο Χείρωνας ενσαρκώνει την ίδια τη θεραπεία, ως προϊόν του χρόνου και του πόνου. Γι’ αυτό λέγεται ίσως ότι ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Ο μυθολογικός Κρόνος είναι άλλωστε και ο φυσικός πατέρας του Χείρωνα.

Τι είναι όμως τελικά θεραπεία; Συχνά χρησιμοποιούμε τη λέξη αυτή, εννοώντας ο καθένας διαφορετικά πράγματα, ενώ η σύγχυση είναι αναμφισβήτητα μεγάλη. Ωστόσο, το άρθρο αυτό δεν έχει σκοπό να δώσει έτοιμους ορισμούς ή απαντήσεις, αλλά πολύ περισσότερο κάποια τροφή για σκέψη.

Σε μια ολιστική προσέγγιση του ανθρώπου, η θεραπεία νοείται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα, τα οποία συνδέονται ταυτόχρονα μεταξύ τους. Το σωματικό επίπεδο και η εμφάνιση των συμπτωμάτων εκεί αποτελεί για τους ολιστικούς θεραπευτές την κατάληξη απλώς μιας δυσλειτουργίας, η οποία μπορεί να έχει την αφετηρία της σε ένα συναισθηματικό ή νοητικό επίπεδο ή ακόμη παραπέρα.

Η ολιστική αυτή αντίληψη της υγείας δεν αποτελεί κάτι καινούργιο – αλλά μάλλον κάτι πανάρχαιο. Η σύγχρονη θεώρηση της ψυχοσωματικής φύσης πολλών ασθενειών, κομίζει απλώς στον σκεπτικιστή την επιστημονική απόδειξη και φέρνει πλέον εγγύτερα την ιατρική του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος.

Ο Χείρωνας στη Μυθολογία αναφέρεται ως ο πρώτος βοτανοθεραπευτής. Γνωρίζει τα μυστικά των γιατρικών της φύσης, τα χρησιμοποιεί και τα διδάσκει. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Ταυτόχρονα, συμβολίζει και πολλά παραπάνω, σε σχέση με τη θεραπεία, αλλά και σε σχέση με τον πόνο.

Στη συλλογική μας συνείδηση υπάρχει καλά ριζωμένη η πεποίθηση πως ο πόνος αποτελεί κάτι περιττό – κάτι που πρέπει πάση θυσία να εκδιωχθεί, να εξαφανιστεί, να καταπολεμηθεί. Και η θεραπεία νοείται συχνά ως η έλλειψη του πόνου ή τουλάχιστον ως μια μάχη εναντίον του. Ωστόσο, όσο ο πόνος ανακηρύσσεται σε εχθρό και καταπολεμείται με σφοδρότητα, η θεραπεία βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά απ’ τη σφαίρα της συνείδησής μας.

Το ίδιο το Αρχέτυπο του θεραπευτή – ο Χείρωνας – αναγκάζεται να συσχετιστεί τόσο στενά με τον πόνο, όσο με τίποτε άλλο στη μυθολογική του ιστορία. Μάλιστα λέγεται, ότι όσο ζει πονά και όντας ημίθεος και άρα αθάνατος, είναι «καταδικασμένος» να υποφέρει τον πόνο του για πάντα. Έτσι, παρακαλεί τους θεούς να άρουν την αθανασία του και η προσευχή του πράγματι εισακούγεται από το Δία. Μάλιστα, μια πολύ ενδιαφέρουσα μυθολογική πλοκή προηγείται της οριστικής λύτρωσης του Χείρωνα. Είναι η απελευθέρωση του Προμηθέα, με την οποία σίγουρα θ’ ασχοληθούμε μελλοντικά στη στήλη αυτή.

Ο Χείρωνας, λοιπόν, ζει με τον πόνο και αυτό θα έπρεπε να μας υποψιάσει για τη σημασία του πόνου στη θεραπευτική διαδικασία. Η θεραπεία δεν είναι το αντίθετο του πόνου, όπως μπορεί να θεωρούμε ως αυτονόητο, σήμερα. Αν ήταν έτσι, τότε ο Χείρωνας σίγουρα δε θα ήταν θεραπευτής. Ο πόνος φαίνεται να είναι μέρος της θεραπείας και βασικός καταλύτης κάθε θεραπευτικής διαδικασίας. Ο πόνος διευκολύνει και εκκινεί τη θεραπεία, γιατί μας ειδοποιεί ότι υπάρχει και κάτι ακόμη για να «δούμε». Μας επισημαίνει ότι ήρθε η ώρα να συμπεριλάβουμε στη συνείδησή μας κάτι ακόμη – κάτι που, ως τώρα, μας ήταν ασυνείδητο.

Υπό αυτή την έννοια, η θεραπεία του ανθρώπου έγκειται σε μια διεύρυνση της σφαίρας του συνειδητού. Και επίσης υπό αυτή την έννοια, δεν υπάρχει τελικά κανείς εκεί έξω για να μας θεραπεύσει. Η ίδια η ζωή αποτελεί το θεραπευτικό μας δρόμο, αρκεί να πορευόμαστε σ’ αυτή με αυξανόμενη συνείδηση.

Ο Καζαντζάκης – πολύ πετυχημένα – παρομοιάζει τον ήχο από τα καρπούζια στο κρητικό μποστάνι του παππού του, με τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Στην σιγαλιά της νύχτας, τα καρπούζια που μεγαλώνουν ακούγονται σαν να σπάνε – το κέλυφός τους μεγαλώνει, έως ότου γίνουν ώριμα και μελωμένα φρούτα.

Ο Χείρωνας μας κάνει – αν μη τι άλλο – να συνειδητοποιήσουμε την αξία και το σκοπό κάθε πόνου. Μας διδάσκει επίσης ότι η αυτοθεραπεία είναι μια πράξη της συνείδησης.

Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του θηρευτή είναι να γίνει άμεμπτος

Σε αυτό τον πλανήτη όλοι οι άνθρωποι είναι κυνηγοί. Όλοι γίνονται βορά. Ο καθένας έχει μια συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας. Για την επιβίωση και την ανάπτυξη όμως χρειάζεται να αποκτηθεί περισσότερη ενέργεια. Οπουδήποτε υπάρχει ενέργεια κι όποιος την έχει, κάποιος άλλος θα την απαιτήσει και θα προσπαθήσει να την αρπάξει.

Ο κυνηγός είναι ένας θηρευτής. Η χρήση της λέξης σύμφωνα με την παράδοση των Τολτέκων προέρχεται από την εικόνα του τζάγκουαρ. Το τζάγκουαρ είναι ένα ζώο της γης, διαρκώς σε επιφυλακή, έχοντας κάθε στιγμή επίγνωση. Κινείται προσεκτικά για να αρπάξει το θήραμα. Το τζάγκουαρ βλέπει με ακρίβεια από κοντινή απόσταση. Ζει στο παρόν.

Στον θηρευτή συμπεριλαμβάνεται και η εικόνα του αετού. Όταν ο αετός βρίσκεται στον αέρα έχει πανοραμική θέα της σκηνής. Μπορεί να μην βλέπει με μεγάλη ακρίβεια, αλλά ξέρει πώς να κατευθυνθεί απευθείας στο θήραμα.

Ο αετός είναι ο ονειρευτής. Όταν είσαι αετός με πανοραμική οπτική, είναι ευκολότερο να γίνεις Κύριος της Επίγνωσης, ένας κυνηγός που το θήραμά του είναι τα συναισθήματα. Η οπτική του αετού μας κάνει γρήγορα συνειδητούς σχετικά με τα συναισθήματα, αν και είναι δυσκολότερο να τα φτάσουμε από τέτοια απόσταση.

Ο θηρευτής είναι σαν την αράχνη που υφαίνει έναν όμορφο ιστό και περιμένει το θήραμα. Οι άνθρωποι κυνηγούν όπως η αράχνη όταν δημιουργούν καταστάσεις που προσελκύουν άλλους ανθρώπους στο δίχτυ τους μέσα από το χάρισμα ή την επινοητικότητά τους. Τα ανθρώπινα θύματα πάντα προσελκύονται από κάτι που επιθυμούν, όπως η δύναμη, η εξουσία και τα χρήματα.

Ο πολεμιστής είναι θηρευτής. Όταν γίνεσαι θηρευτής, γίνεσαι κυνηγός, το οποίο σημαίνει ότι ο πολεμιστής είναι εκείνος που κυνηγά τη δύναμη. Θα κυνηγάς όλα σου τα συναισθήματα και κάθε λέξη που ξεστομίζεις. Μόλις αρχίσεις το κυνήγι θα μάθεις να ζεις με απόλυτη ελευθερία.

Το κυνήγι είναι μια αναζήτηση μεταμόρφωσης. Σε αυτή την αναζήτηση κάθε πράξη, σκέψη και λόγος αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Για παράδειγμα, μπορεί να αναμειχθούμε σε μια συζήτηση διαβολής. Για να προστατευτούμε από αυτό το δηλητήριο θα χρειαστεί να καθαρίσουμε την πληγή που μας δημιουργεί η κακολογία χρησιμοποιώντας μια τεχνική ειδικών αναπνοών.

Ο πολεμιστής είναι ο κυνηγός που αναζητά τη δύναμη που χρειάζεται για να φτάσει σε ένα επίπεδο του νου πέρα από την υλική πραγματικότητα. Η δύναμη είναι μια ζωντανή οντότητα. Αυτή η οντότητα είναι το όνειρο του πλανήτη.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν για αυτή τη ζωντανή οντότητα χρησιμοποιώντας όλη τη διαθέσιμη δύναμη ώστε το όνειρο να συνεχίσει να μεγαλώνει. Παγιδεύουμε τους συνανθρώπους μας στο όνειρο και τη νέα γενιά των ανθρώπων που φέρνουμε στον κόσμο μαθαίνοντάς τους να κατακρίνουν, να γίνονται θύματα και να βιώνουν βλαβερά συναισθήματα.

Στο όνειρο του πλανήτη ο λόγος είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος εξάπλωσης του δηλητηρίου. Ο λόγος μπορεί να καταστρέψει αλλά και να σώσει. Οι επιπτώσεις του απλώνονται εξωτερικά σε έναν τεράστιο βαθμό. Μέσω του λόγου οι άλλοι βάζουν μέσα μας το δικό τους δηλητήριο.

Όταν νιώθουμε πληγωμένοι ή θυμωμένοι, μπορεί να ξεστομίσουμε μια λέξη με μεγάλο δυναμικό. Αυτό είναι μαύρη μαγεία. Είμαστε όλοι μάγοι παγιδευμένοι από τη δύναμη της λέξης μέχρι να γίνουμε θηρευτές του εαυτού μας.

Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του θηρευτή είναι το να γίνει άμεμπτος. Γίνεται κανείς άμεμπτος όταν κατανοήσει πως όλα όσα κάνει αποτελούν μια πράξη δύναμης για την οποία φέρει την ευθύνη.

Αναπτύσσοντας άμεμπτη συμπεριφορά μπορεί κανείς να ξεφύγει από το όνειρο, αλλά είναι ακόμη απαραίτητο να χαλιναγωγήσει τα συναισθήματά του. Για να είναι κανείς άμεμπτος χρειάζεται να σταματήσει την εξάπλωση των βλαβερών συναισθημάτων ή να τα αποδεχτεί έξω από τον εαυτό του.

Don Miguel Ruiz, Πέρα από το Φόβο

Ώστε να μπορούν οι άνθρωποι -που μέχρι τότε βυθισμένοι στην αμάθεια διαχειρίζονταν άσχημα και βίαια τις ζωές τους- να ζουν καλύτερα

Θα παρουσιάσω μια άποψη για την αρχαία φιλοσοφία, ενός διανοούμενου που γράφει από τη σκοπιά κάποιου που βρίσκεται έξω από τον χώρο της φιλοσοφίας – του Λουκιανού από τα Σαμόσατα. Ο σατιρικός αυτός συγγραφέας του 2ου αιώνα μ.Χ., στον διάλογό του Δραπέται, βάζει τη Φιλοσοφία να υπενθυμίζει στον πατέρα της Δία τον λόγο που την έστειλε στη Γη: ώστε να μπορούν οι άνθρωποι -που μέχρι τότε βυθισμένοι στην αμάθεια διαχειρίζονταν άσχημα και βίαια τις ζωές τους- να ζουν καλύτερα. Αρχικά, λέει, επισκέφθηκε την Ινδία, τους Βραχμάνες, κατόπιν την Αιθιοπία, την Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα και τέλος τη Θράκη, τον άγριο Βορρά. Τελικά έφθασε στους Έλληνες, όπου πίστευε πως θα εκτελούσε με ευκολία την αποστολή της. Όπως αποδείχτηκε όμως, τα πράγματα ήταν δυσκολότερα από ό,τι περίμενε.

Ύστερα από ένα ενθαρρυντικό ξεκίνημα, εμφανίστηκαν οι Σοφιστές και ανακάτεψαν τη φιλοσοφία με τις σοφιστείες. Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι εκτέλεσαν τον Σωκράτη! H Φιλοσοφία συνέχισε παραπονούμενη για την όχι και τόσο υπέροχη διαμονή της στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι άνθρωποι, λέει, την εκτιμούν αν και δεν την πολυκαταλαβαίνουν. και υπάρχουν γνήσιοι φιλόσοφοι που αγαπούν και αναζητούν την αλήθεια, κι έτσι το όλο εγχείρημά της αξίζει τον κόπο. Υπάρχουν όμως και ψευτοφιλόσοφοι, που στοχεύουν μόνο στα λεφτά και τη φήμη, κι αυτοί την καθιστούν ανυπόληπτη και την κάνουν έξω φρένων. Και τώρα χρειάζεται λίγη θεϊκή βοήθεια για να βελτιώσει την κατάσταση.

Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο η φιλοσοφία, καλώς ή κακώς, καθιερώθηκε ως ξεχωριστό γνωστικό πεδίο, με τις δικές του πρακτικές, τα δικά του κείμενα, τους δικούς του θεσμούς. Για τους λειτουργούς και για το ακροατήριό της είχε πολύ πιο επιτακτικό χαρακτήρα από ό,τι έχει για μας σήμερα. Η φιλοσοφία ήταν τότε για τον κόσμο μια φυσική προέκταση της συνηθισμένης καλής εκπαίδευσης, δεδομένης της σπουδαιότητας του καλώς ζήν και του σημαντικού ρόλου της φιλοσοφίας ως προς αυτό. Σε εμάς σήμερα -σε αντίθεση με τους αρχαίους— υπάρχει μια ένταση ανάμεσα στην ιδέα ότι η φιλοσοφία μάς δίνει τη δυνατότητα να καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο και στην ιδέα ότι η φιλοσοφία είναι μια αυστηρή και διανοητικά απαιτητική ενασχόληση. O σημαντικός ρόλος στη ζωή τον οποίο κατείχε η φιλοσοφία στην αρχαιότητα έχει υποκατασταθεί από μια ποικιλία ενδιαφερόντων και επιδιώξεων· όμως η φιλοσοφία μετράει ακόμη, εξακολουθεί να έχει σημασία, και μπορούμε ακόμη με πολλούς τρόπους να συσχετίσουμε τα ενδιαφέροντά μας με εκείνα των αρχαίων και να διαπιστώσουμε πως η μελέτη τους οδηγεί με τον φυσικότερο τρόπο σε άμεση δέσμευση. Το παλιό πρόβλημα της Φιλοσοφίας παραμένει και, ελλείψει θεϊκής βοήθειας, θα πρέπει τη δουλειά να την κάνουμε εμείς και, για χάρη μας, να αναζητούμε την αλήθεια και να ξεσκεπάζουμε το ψεύδος.

Οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι ανάλογα με τον τρόπο που ερμηνεύουν τις εμπειρίες που έχουν ζήσει

Οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι ανάλογα με τον τρόπο που ερμηνεύουν τις εμπειρίες που έχουν ζήσει.

- Ο αισιόδοξος θεωρεί ότι οι κακές στιγμές είναι πάντα παροδικές, ενώ, αντίθετα, οι στιγμές ευτυχίας είναι διαρκείς. Μια αποτυχία ή μια καταστροφή είναι μονοσήμαντες, ανεκδοτολογικού χαρακτήρα.

- Για τον απαισιόδοξο προφανώς ισχύει το εντελώς αντίθετο και επενδύει σε αυτή την προοπτική.
Το επεξηγηματικό μας σύστημα – αυτό που αποφασίζει αν είμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι – έχει τρία συστατικά:

1. Διάρκεια: Αν οι κακές εμπειρίες προσλαμβάνονται σαν κάτι που θα κρατήσει αιώνια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια απαισιόδοξη τάση. Ο άνθρωπος που λέει «δε θα το καταφέρω ποτέ» ή «όλοι με μισούν» μονιμοποιεί τις καταστάσεις αυτές.

2. Γενίκευση ή εξειδίκευση: Όταν πρόκειται για μια αρνητική εμπειρία, ο απαισιόδοξος τείνει να γενικεύει και ο αισιόδοξος να εξειδικεύει ( «όλα μού πάνε στραβά» / «αυτό μου βγήκε άσχημα» ). Αντίθετα, όταν πρόκειται για μια θετική εμπειρία, συμβαίνει το αντίθετο: ο απαισιόδοξος τείνει να εξειδικεύει και ο αισιόδοξος να γενικεύει.

3. Εσωτερίκευση ή εξωτερίκευση: Οι απαισιόδοξοι συνήθως εσωτερικεύουν τις αρνητικές εμπειρίες με τη μορφή τραύματος, ενώ οι αισιόδοξοι τις εξωτερικεύουν, δηλαδή τις μοιράζονται με τους άλλους για να τις απαλύνουν και να τις μετριάσουν.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ Ἢ ΝΕΚΥΟΜΑΝΤΕΙΑ

ΦΙΛΟΣ
Αυτός δεν είναι ο Μένιππος ο κυνικός; Όχι, δεν είναι άλλος, αν δεν με γελούν τα μάτια μου. Ο Μένιππος ολόκληρος. Τι νόημα έχει όμως αυτή η παραξενιά στην εμφάνισή του, ο ταξιδιωτικός σκούφος και η λύρα και το δέρμα του λιονταριού; Θα πρέπει μάλλον να τον πλησιάσω. Γεια χαρά, Μένιππε· κι από πού μας έρχεσαι; Πολύ καιρό τώρα δεν έχεις εμφανιστεί στην πόλη.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Απ’ τα λημέρια των νεκρών, του σκοταδιού τις πύλες, ήρθ’ από κει που ο Άδης ζει, θεούς απ’ άλλους χώρια.

ΦΙΛΟΣ
Ηρακλή μου, είχε πεθάνει ο Μένιππος, χωρίς να το πάρουμε είδηση, κι έπειτα, ξανά από την αρχή, ξαναγύρισε στη ζωή;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Όχι, αλλ’ ακόμη ζωντανό με δέχτηκε ο Άδης.

ΦΙΛΟΣ
Και ποια λοιπόν η αιτία αυτού του καινούργιου και παράξενου ταξιδιού; Τι σου χρειάστηκε το ταξίδι στον κάτω κόσμο; Στο κάτω κάτω το συγκεκριμένο δρομολόγιο δεν είναι κάτι ευχάριστο, ούτε και αξιοζήλευτο.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Με κατέβασε, φίλε, στον Άδη η μεγάλη ανάγκη που υπήρχε του Θηβαίου Τειρεσία του μάντη η ψυχή να μου δώσει χρησμό.
Πες μου, όμως, πώς είναι τα πράγματα πάνω στη γη, και τι κάνουν οι άνθρωποι στην πόλη;

ΦΙΛΟΣ
Τίποτε καινούργιο, όλα τα ίδια, όπως και πριν· αρπάζουνε, καταπατούνε τους όρκους τους, ασκούνε τοκογλυφία, ζυγίζουνε τα κέρματά τους.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Αξιοθρήνητοι και κακομοίρηδες· δεν έχουν ιδέα τι λογής θεσμοί άρχισαν να ισχύουν πρόσφατα στον κάτω κόσμο, και τι λογής ψηφίσματα εγκρίθηκαν με ψηφοφορία εναντίον των πλουσίων. Αποφασίστηκε λοιπόν αυτοί οι πλούσιοι, με τις μεγάλες περιουσίες, που κρατάνε το χρυσάφι κλειδαμπαρωμένο σαν τη Δανάη.

ΦΙΛΟΣ
Μη μου πεις, καλέ μου φίλε, τι αποφασίστηκε, προτού διηγηθείς εκείνα που θα λαχταρούσα πάρα πολύ να ακούσω, για ποιο δηλαδή σκοπό αποφάσισες την κάθοδο στον κάτω κόσμο, ποιος σε καθοδήγησε στο ταξίδι σου, κι έπειτα με τη σειρά όσα είδες και άκουσες ανάμεσα σ’ εκείνους.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Θα πρέπει να σου κάνω κι αυτή τη χάρη. Άλλωστε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς, όταν ένας φίλος τον πιέζει; Πρώτα λοιπόν θα σου εκθέσω το δικό μου σκεπτικό, από που ξεκίνησε η απόφασή μου να κατέβω κάτω. Εγώ, ξέρεις, όσο ακόμη ήμουνα παιδί, καθώς άκουγα τον Όμηρο και τον Ησίοδο να περιγράφουν πολέμους και εξεγέρσεις όχι μόνο των ημίθεων, αλλά ακόμη και των ίδιων των θεών, και επιπλέον κάποιες μοιχείες τους και βιαιοπραγίες και αρπαγές και δίκες και εκδιώξεις των πατέρων τους και γάμους μεταξύ των αδερφών τους, νόμιζα ότι όλα αυτά ήταν σωστά πράγματα, και άρχισα να στρέφομαι σ’ αυτά με προθυμία. Όταν όμως έφτασα στην ανδρική ηλικία, άκουγα πάλι τους νόμους εδωπέρα να ορίζουν αντίθετα από τους ποιητές, δηλαδή να μην επιτρέπουν ούτε τη μοιχεία ούτε την εξέγερση ούτε την αρπαγή. Βρέθηκα λοιπόν σε μεγάλη αμηχανία μην ξέροντας πως να κανονίσω τη ζωή μου. Γιατί πίστευα ότι ούτε οι θεοί ποτέ θα διέπρατταν μοιχείες και εξεγέρσεις ο ένας εναντίον του άλλου, αν δεν είχαν τη γνώμη πως είναι σωστές οι ενέργειες αυτές, ούτε όμως οι νομοθέτες θα καθόριζαν τα αντίθετα, αν δεν τα θεωρούσαν ωφέλιμα.
Καθώς λοιπόν βρισκόμουν σε αδιέξοδο, αποφάσισα να πάω σ’ αυτούς που ονομάζονταν φιλόσοφοι και να αφήσω τον εαυτό μου στα χέρια τους, παρακαλώντας τους να με χειριστούνε όπως θέλουνε και να μου υποδείξουν έναν απλό και σίγουρο δρόμο της ζωής. Αυτά λοιπόν είχα στο μυαλό μου όταν τους πλησίασα, δεν κατάλαβα όμως ότι τρέχοντας να φύγω από τον καπνό, που λέει ο λόγος, έπεσα στη φωτιά. Γιατί παρατηρώντας τους διαπίστωνα ότι ειδικά σ’ αυτούς η άγνοια και η αμηχανία ήταν ακόμη περισσότερη, με αποτέλεσμα να μου αποδείξουν συντομότατα ότι η ζωή αυτή των απλών ανθρώπων είναι χρυσαφένια.
Για παράδειγμα, ο ένας από αυτούς πρότρεπε να αναζητά κανείς σε όλα την ηδονή και αυτήν να επιδιώκει με κάθε τρόπο, γιατί εκεί βρίσκεται η ευδαιμονία. Ο άλλος πάλι, αντίθετα, δίδασκε να αποκτά κανείς τα πάντα με κόπο και μόχθο, και να ταλαιπωρεί το σώμα του βρόμικος και άλουστος, να στεναχωρεί και να κακολογεί τους πάντες. Άλλος συμβούλευε να περιφρονούμε τα χρήματα και να θεωρούμε “αδιάφορο” την απόκτησή τους. Αντίθετα, κάποιος άλλος χαρακτήριζε και τον πλούτο ως αγαθό.
Και το πιο εξωφρενικό απ’ όλα ήταν ότι ο καθένας τους, υποστηρίζοντας τις πιο αντίθετες απόψεις, έβρισκε ακαταμάχητα και πειστικά επιχειρήματα, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αντικρούσω ούτε αυτόν που υποστήριζε, για το ίδιο πράγμα, ότι είναι ζεστό ούτε αυτόν που υποστήριζε ότι είναι κρύο, ενώ ήξερα πολύ καλά ότι δεν είναι ποτέ δυνατό κάτι να είναι την ίδια στιγμή και ζεστό και κρύο.
Και το πολύ πιο παράλογο απ’ όλα αυτά ήταν το εξής: Παρατηρώντας τους διαπίστωνα ότι αυτοί ακριβώς οι ίδιοι κανόνιζαν τη ζωή τους εντελώς αντίθετα από τα ίδια τους τα λόγια. Αυτούς δηλαδή που δίδασκαν να περιφρονούμε τα χρήματα τους έβλεπα να είναι γαντζωμένοι πάνω σ’ αυτά και να καυγαδίζουνε για τόκους και να διδάσκουν για να πάρουνε λεφτά, και να υπομένουν τα πάντα για να τα κερδίσουνε.
Αυτούς πάλι που απέρριπταν τη δόξα τούς έβλεπα και να κάνουν και να λένε τα πάντα επιδιώκοντας αυτήν και μόνο. Την ηδονή πάλι έβλεπα σχεδόν όλους να την κατηγορούνε, αλλά στην ιδιωτική τους ζωή να είναι προσκολλημένοι μόνο σ’ αυτήν.
Αφού λοιπόν διαψεύστηκε κι αυτή η ελπίδα μου, στεναχωριόμουν ακόμη περισσότερο, αν και παρηγορούσα σιωπηλά τον εαυτό μου ότι μαζί με πολλούς σοφούς και εξαιρετικά φημισμένους για τη σύνεσή τους είμαι κι εγώ ανόητος και τριγυρνώ αγνοώντας ακόμη την αλήθεια. Καθώς λοιπόν κάποτε ξαγρυπνούσα γι’ αυτά τα πράγματα, αποφάσισα να πάω στη Βαβυλώνα και να παρακαλέσω κάποιον από τους μάγους, τους μαθητές και διαδόχους του Ζωροάστρη. Μου είχαν πει ότι αυτοί με ξόρκια και με κάποιες τελετές ανοίγουν τις πύλες του Άδη και κατεβάζουν με ασφάλεια κάτω οποιονδήποτε θέλουν και έπειτα τον ξαναφέρνουν πάλι πίσω. Θεωρούσα λοιπόν ότι το καλύτερο θα ήταν να κανονίσω με κάποιον απ’ αυτούς την κάθοδό μου και να πάω να βρω τον Τειρεσία από τη Βοιωτία*, για να μάθω από εκείνον, μια και ήταν μάντης και σοφός, ποιος είναι ο σωστότερος τρόπος ζωής και ποιον θα έπρεπε να διαλέξει ένας λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος.
* Ο Μένιππος θέλει, όπως και ο Οδυσσέας στην ομηρική Νέκυια, να συναντήσει τον Τειρεσία, επειδή είναι ο μόνος νεκρός που διατηρεί στον κάτω κόσμο ακέραιες τις νοητικές του ικανότητες, σύμφωνα με την Οδύσσεια κ 493 – 495: μάντιος ἀλαοῦ, τοῦ τε φρένες ἔμπεδοί εἰσι· /τῶ καί τεθνηῶτι νόον πόρε Περσεφόνεια/ οἴω πεπνῦσθαι· τοί δέ σκιαί ἀΐσσουσιν.
Άλλωστε ο Μένιππος, αν και καταγόταν από τα Γάδαρα, είχε εγκατασταθεί στη Θήβα της Βοιωτίας, συνεπώς ήταν “συμπατριώτης” του Βοιώτιου Τειρεσία.

MENIΠΠΟΣ
Πετάχτηκα λοιπόν επάνω και ξεκίνησα όσο μπορούσα γρηγορότερα κατευθείαν για τη Βαβυλώνα. Όταν έφτασα εκεί, γνωρίστηκα με κάποιον από τους Χαλδαίους, έναν άνθρωπο σοφό και με θεόσταλτες ικανότητες, ασπρομάλλη, με μια πολύ σεβάσμια γενειάδα, που το όνομά του ήτανε Μιθροβαρζάνης. Τον θερμοπαρακάλεσα και τον ικέτεψα, και μόλις και μετά βίας κατάφερα, με όση αμοιβή ήθελε, να με καθοδηγήσει στον δρόμο. Αυτός λοιπόν ντύθηκε με μια μαγική στολή που έμοιαζε πολύ με τη μηδική, ενώ εμένα με εξόπλισε με αυτά εδώ, τον ταξιδιωτικό σκούφο και το δέρμα του λιονταριού κι ακόμη τη λύρα, και με δασκάλεψε, αν κανένας με ρωτήσει το όνομά μου, να μην πω “Μένιππος”, αλλά “Ηρακλής” ή “Οδυσσέας” ή “Ορφέας”.

ΦΙΛΟΣ
Και γιατί αυτό, Μένιππε; Δεν καταλαβαίνω την αιτία ούτε της εμφάνισης ούτε των ονομάτων.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Κι όμως, αυτό τουλάχιστον είναι ολοφάνερο και δεν είναι εντελώς απόρρητο. Επειδή αυτοί είχαν κατέβει πριν από εμάς ζωντανοί στον Άδη, νόμιζε ότι, αν με έκανε να μοιάζω σ’ αυτούς, εύκολα θα μπορούσα να ξεφύγω από την προσοχή της φρουράς του Αιακού και να περάσω χωρίς προβλήματα, μια και θα φαινόμουν σαν παλιός γνώριμος, καθώς θα με προωθούσε η επιβλητική μου εμφάνιση.
Ο λεβέντης λοιπόν ο Χάροντας, όταν είδε το δέρμα του λιονταριού, νόμισε ότι ήμουν ο Ηρακλής, γι’ αυτό και με δέχτηκε μέσα στο καράβι, με πέρασε ευχαρίστως απέναντι και, όταν πια αποβιβαστήκαμε, μας έδειξε και το μονοπάτι. Προχωρώντας σιγά σιγά φτάσαμε στο δικαστήριο του Μίνωα, ο οποίος καθόταν εκείνη την ώρα πάνω σε έναν υπερυψωμένο θρόνο, ενώ γύρω του στέκονταν οι Ποινές και οι Ερινύες και οι Αλάστορες. Από την άλλη μεριά τού έφερναν πολλούς με τη σειρά, δεμένους με μια μακριά αλυσίδα. Λέγανε πως ήτανε τελώνες και μοιχοί και προαγωγοί και συκοφάντες και ένα τέτοιου είδους πλήθος από αυτούς που μέσα στη ζωή προκαλούν αναταραχή σε όλα. Χωριστά πλησίαζαν οι πλούσιοι και οι τοκογλύφοι, με χλωμά πρόσωπα, μεγάλες κοιλιές, και πόδια πρησμένα από την ποδάγρα· καθένας τους κουβαλούσε πάνω του ένα περιλαίμιο και έναν γάντζο που ζύγιζε πενήντα κιλά. Εμείς λοιπόν στεκόμασταν εκεί κοντά και βλέπαμε όσα γίνονταν και ακούγαμε όσους απολογούνταν. Κατήγοροί τους ήταν κάποιοι καινούργιοι και παράξενοι ρήτορες.

ΦΙΛΟΣ
Για όνομα του Δία, ποιοι ήταν αυτοί; Μη διστάσεις να μου το πεις κι αυτό.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Γνωρίζεις καθόλου αυτές εδώ τις σκιές που σχηματίζονται από τα σώματα μπροστά στον ήλιο;

ΦΙΛΟΣ
Φυσικά.

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Αυτές λοιπόν, μόλις πεθάνουμε, μας κατηγορούν και καταθέτουν τη μαρτυρία τους εναντίον μας και αποκαλύπτουν όσα κάναμε στη ζωή μας. Θεωρούνται μάλιστα εξαιρετικά αξιόπιστοι μάρτυρες, μια και βρίσκονται πάντα μαζί μας και ποτέ δεν απομακρύνονται από τα σώματά μας.
Ο Μίνωας λοιπόν τους εξέταζε με προσοχή και τους έστελνε έναν έναν στον χώρο των ασεβών για να τιμωρηθούν όπως τους άξιζε, ανάλογα με όσα είχαν τολμήσει να κάνουν. Ιδιαίτερα μάλιστα αντιμετώπιζε όσους έδειχναν υπερβολική έπαρση για τον πλούτο και την εξουσία τους, και όσους περίμεναν ούτε λίγο ούτε πολύ να τους προσκυνάνε, επειδή αηδίαζε τη λιγόχρονη αλαζονεία και υπεροψία τους, και γιατί δεν θυμούνταν ότι και οι ίδιοι ήταν θνητοί και τα αγαθά που απέκτησαν ήταν θνητά. Κι αυτοί, ξεντυμένοι απ’ όλα εκείνα τα λαμπρά, εννοώ τους πλούτους και τις καταγωγές και τις κυριαρχίες τους, στέκονταν εκεί γυμνοί και σκυμμένοι κάτω, αναπολώντας σαν όνειρο την ευτυχία που είχαν στον δικό μας κόσμο. Εγώ λοιπόν, βλέποντάς τα αυτά, ήμουν καταχαρούμενος και, κάθε φορά που αναγνώριζα κάποιον απ’ αυτούς, τον πλησίαζα με ηρεμία και του θύμιζα τι λογής ήταν όσο ζούσε, και πόσο φούσκωνε από υπερηφάνεια τότε, όταν πολλοί συγκεντρώνονταν από τα χαράματα μποστά στις πύλες του σπιτιού του, περιμένοντας την εμφάνισή του και σμπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, ενώ οι υπηρέτες τους έκλειναν απ’ έξω. Κι αυτός κάποτε επιτέλους ξεπρόβαλε σαν ήλιος, πορφυροντυμένος ή χρυσοστόλιστος ή με πολύχρωμα ρούχα, και νόμιζε πως πρόσφερε ευτυχία και μακαριότητα σε όσους τον χαιρετούσαν, ιδιαίτερα αν τους άφηνε να του φιλήσουν το στήθος ή το απλωμένο δεξί του χέρι. Εκείνοι λοιπόν τα άκουγαν αυτά και εκνευρίζονταν.
Εμείς πάντως απομακρυνθήκαμε από το δικαστήριο και φτάσαμε στο κολαστήριο. Εκεί λοιπόν, φίλε μου, μπορούσε κανείς να ακούσει και να δει πολλά θλιβερά πράγματα. Ακουγόταν ταυτόχρονα ο θόρυβος από τα μαστίγια και οι θρήνοι όσων ψήνονταν στη φωτιά. Τιμωρούνταν συγχρόνως όλοι, βασιλιάδες, δούλοι, σατράπες, φτωχοί, πλούσιοι, πάμφτωχοι, και όλοι μετάνιωναν για όσα είχαν τολμήσει να κάνουν.
Στους φτωχούς ωστόσο δινόταν απαλλαγή από το μισό του βασανισμού τους, και η τιμωρία τους επαναλαμβανόταν ξανά έπειτα από διαδοχικά διαστήματα ανάπαυλας. Είδα επίσης κι εκείνα τα μυθικά, τον Ιξίονα και τον Σίσυφο και τον Φρύγα Τάνταλο, που βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση, και το γιο της, τον Τιτυό.
Καθώς λοιπόν τα έβλεπα αυτά, μου φάνηκε πως η ανθρώπινη ζωή είναι παρόμοια με μια μεγάλη πομπή, στην οποία η Τύχη είναι χορηγός και κανονίζει το καθετί, εμφανίζοντας όσους συμμετέχουν στην πομπή με διάφορες και πολύχρωμες φορεσιές. Τον έναν τον πήρε – έτσι έτυχε – και τον έντυσε βασιλικά, φορώντας του τιάρα και δίνοντάς του σωματοφύλακες και στέφοντας το κεφάλι του με το διάδημα, ενώ σε κάποιον άλλο έδωσε φορεσιά υπηρέτη. Άλλον πάλι τον στόλισε ώστε να είναι όμορφος, ενώ έναν άλλο τον έφτιαξε άσχημο και γελοίο. Το θέαμα, φαντάζομαι, θα πρέπει να έχει κάθε λογής ποικιλία. Πολλές φορές μάλιστα στη μέση της πομπής τροποποίησε την εμφάνιση κάποιων, και δεν τους άφησε να τελειώσουν την πομπή όπως τους είχε καθοριστεί αρχικά, αλλά τους άλλαξε αμφίεση, και ανάγκασε τον Κροίσο να αποδεχτεί την φορεσιά του υπηρέτη και του αιχμαλώτου, ενώ τον Μαιάνδριο, που προηγουμένως πορευόταν ανάμεσα στους υπηρέτες, τον μεταμφίεσε ντύνοντάς τον με την τυραννίδα του Πολυκράτη. Και για ένα χρονικό διάστημα τους αφήνει να διατηρήσουν αυτή την εμφάνιση. Όταν όμως περάσει ο καιρός της πομπής, τότε ο καθένας επιστρέφει τη στολή και ξεντύνεται τη φορεσιά μαζί με το σώμα του, και γίνεται ακριβώς όπως ήταν πριν να υπάρξει, χωρίς να διαφέρει καθόλου από τον διπλανό του. Μερικοί όμως από αγνωμοσύνη, όταν εμφανίζεται η Τύχη και απαιτεί να της επιστραφούν τα στολίδια, στεναχωριούνται και αγανακτούν, σαν κάποιος να τους στερεί πράγματα δικά τους, και όχι σαν να επιστρέφουν αυτά που τους δόθηκαν για προσωρινή χρήση.
Φαντάζομαι ότι πολλές φορές θα έχεις δει τους ανθρώπους του θεάτρου, εκείνους τους ηθοποιούς που παίζουν τραγωδία, ανάλογα με τις ανάγκες του δράματος τη μια να γίνονται Κρέοντες, την άλλη Πρίαμοι ή Αγαμέμνονες, και ο ίδιος, άμα τύχει, που λίγο πριν είχε παίξει πολύ μεγαλόπρεπα τον ρόλο του Κέκροπα ή του Ερεχθέα, μετά από λίγο εμφανίζεται σαν υπηρέτης, επειδή αυτή την εντολή του έδωσε ο ποιητής. Κι όταν τελειώσει η παράσταση, ο καθένας απ’ αυτούς ξεντύνεται τη χρυσοποίκιλτη εκείνη φορεσιά, αφήνει στην άκρη το προσωπείο, κατεβαίνει από τα ξυλοπάπουτσα, και τριγυρνάει φτωχός και παρακατιανός, όχι πια ο Αγαμέμνονας, ο γιος του Ατρέα, ούτε ο Κρέοντας, ο γιος του Μενοικέα, αλλά με το δικό του όνομα: ο Πώλος, ο γιος του Χαρικλή, από το Σούνιο, ή ο Σάτυρος, ο γιος του Θεογείτονα, από τον Μαραθώνα. Παρόμοια μου φάνηκε τότε και η ζωή των ανθρώπων, με όλα αυτά που έβλεπα.

ΦΙΛΟΣ
Πες μου, Μένιππε, εκείνους που έχουν πάνω στη γη αυτούς τους πολυτελείς και υπερυψωμένους τάφους και τις επιτύμβιες στήλες και τα αγάλματα και τις επιγραφές δεν τους έχουν εκεί κάτω σε μεγαλύτερη υπόληψη από τους κοινούς νεκρούς;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Ανοησίες, φίλε μου. Αν έβλεπες τον ίδιο τον Μαύσωλο – εννοώ αυτόν από την Καρία, τον ξακουστό για τον τάφο του –, ξέρω καλά πως δεν θα μπορούσες να σταματήσεις να γελάς, έτσι παρακατιανός που ήταν, ριγμένος σε μια γωνιά, χωρίς να τον έχει πάρει είδηση το υπόλοιπο πλήθος των νεκρών.
Και θα γελούσες, φαντάζομαι, πολύ περισσότερο, αν έβλεπες αυτούς που σ’ εμάς ήταν βασιλιάδες και σατράπες να ζούνε ζητιανεύοντας εκεί κάτω και να πουλάνε παστά ψάρια από τη φτώχεια.
Και πολλούς ακόμη άλλους μπορούσε κανείς να δει να ζητιανεύουν στα τρίστρατα, εννοώ Ξέρξες και Δαρείους και Πολυκράτες.

ΦΙΛΟΣ
Απίθανα είναι αυτά που διηγείσαι για τους βασιλιάδες και σχεδόν απίστευτα. Ο Σωκράτης όμως τι έκανε, και ο Διογένης και όποιος άλλος σοφός ήταν εκεί;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Ο Σωκράτης τριγυρνάει και εκεί αντικρούοντας τους πάντες. Συντροφιά του είναι ο Παλαμήδης και ο Οδυσσέας και ο Νέστορας και κάθε άλλος φλύαρος νεκρός.
Ο λεβέντης ο Διογένης όμως έχει εγκατασταθεί κοντά στον Σαρδανάπαλλο τον Ασσύριο και στον Μίδα από τη Φρυγία και σε κάποιους άλλους πάμπλουτους· τους ακούει να θρηνούν και να αναπολούν την παλιά τους τύχη, και γελάει και το ευχαριστιέται, και πολύ συχνά ξαπλωμένος ανάσκελα τραγουδάει με πολύ τραχιά και σκληρή φωνή, υπερκαλύπτοντας τους θρήνους τους, ώστε οι άνθρωποι να στεναχωριούνται και να εξετάζουν το ενδεχόμενο να μετακομίσουν, επειδή δεν τον αντέχουνε τον Διογένη.

ΦΙΛΟΣ
Αρκετά μου είπες· ποιο όμως ήταν εκείνο το ψήφισμα, που μου έλεγες στην αρχή ότι θεσμοθετήθηκε εναντίον των πλουσίων;

ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Καλά που μου το θύμισες· γιατί, ενώ γι’ αυτό σκόπευα να μιλήσω, κι εγώ δεν ξέρω πώς, απομακρύνθηκα πάρα πολύ από το θέμα.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου κοντά τους οι πρυτάνεις συγκάλεσαν συνέλευση για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Βλέποντας λοιπόν πολλούς να τρέχουν προς την ίδια κατεύθυνση, χώθηκα ανάμεσα στους νεκρούς, και αμέσως έγινα και εγώ ένα από τα μέλη της συνέλευσης. Διευθετήθηκαν βέβαια και άλλα ζητήματα, τελευταίο όμως ήταν το θέμα των πλουσίων. Αφού λοιπόν απαγγέλθηκαν εναντίον τους πολλές και φοβερές κατηγορίες, βιαιοπραγίες και αλαζονείες και υπεροψίες και αδικίες, στο τέλος σηκώθηκε κάποιος από τους δημαγωγούς και διάβασε το εξής ψήφισμα:

ΨΗΦΙΣΜΑ
“Επειδή οι πλούσιοι κάνουν πολλές παρανομίες στη ζωή τους, αρπάζοντας και εξαναγκάζοντας και περιφρονώντας με κάθε τρόπο τους φτωχούς, να αποφασιστεί από τη βουλή και τον δήμο, από τη στιγμή που θα πεθάνουν, τα σώματά τους να τιμωρούνται όπως και εκείνα των υπόλοιπων κακόψυχων, οι ψυχές τους όμως να ξαναστέλνονται επάνω, στη ζωή, και να μπαίνουν σε γαϊδούρια, ώσπου να συμπληρώσουν σ’ αυτή τη κατάσταση διακόσιες πενήντα χιλιάδες χρόνια, κατά τα οποία θα γεννιούνται γαϊδούρια από γαϊδούρια, και θα κουβαλάνε φορτία και θα τραβολογιούνται από τους φτωχούς, και από κει και πέρα να τους επιτρέπεται να πεθάνουν”.
Όταν διαβάστηκε αυτό το ψήφισμα, οι αρχές το έθεσαν σε ψηφοφορία, και το πλήθος το υπερψήφισε, η Βριμώ βρυχήθηκε και ο Κέρβερος γάβγισε· γιατί έτσι γίνονται ολοκληρωμένες και έγκυρες οι αποφάσεις.
Αυτά λοιπόν έγιναν στη συνέλευση. Κι εγώ πλησίασα τον Τειρεσία – γι’ αυτό άλλωστε είχα πάει – και, αφού του διηγήθηκα τα πάντα, τον θερμοπαρακαλούσα να μου πει ποιος τρόπος ζωής πιστεύει ότι είναι ο σωστότερος. Κι αυτός γέλασε – είναι ένα τυφλό γεροντάκι, χλωμό και με αδύναμη φωνή – και μου είπε: “Παιδί μου, γνωρίζω την αιτία του αδιεξόδου σου, ότι προήλθε από τους σοφούς, που δεν συμφωνούνε μεταξύ τους. Δυστυχώς όμως δεν επιτρέπεται να σου πω· το έχει απαγορέψει ο Ραδάμανθης”.
“Μην το κάνεις αυτό πατερούλη”, του είπα, “πες μου, και μη με αφήνεις να τριγυρνάω στη ζωή πιο τυφλός κι από σένα”.
Εκείνος τότε με πήρε παράμερα, με απομάκρυνε πολύ από τους άλλους, έσκυψε ήρεμα στο αφτί μου και είπε: “Ο σωστότερος και ο πιο συνετός τρόπος ζωής είναι αυτός των απλών ανθρώπων. Πάψε λοιπόν να ασχολείσαι με τα ουράνια σώματα και να εξετάζεις τον σκοπό και την προέλευση των όντων, περιφρόνησε τους σοφούς αυτούς συλλογισμούς και θεώρησε όλα τα σχετικά μ’ αυτά ανοησίες. Αυτό μονάχα θα επιδιώκεις με κάθε τρόπο, το πως θα τακτοποιήσεις το παρόν και πως θα περάσεις τη ζωή σου γελώντας το μεγαλύτερο διάστημα, χωρίς να παίρνεις τίποτα στα σοβαρά”.
Έτσι είπε και χώθηκε πάλι
σε λιβάδι γεμάτο ασφοδέλους.
Κι εγώ – μια και ήδη ήταν αργά – λέω: “Έλα λοιπόν, Μιθροβαρζάνη, γιατί καθυστερούμε και δεν γυρνάμε ξανά πίσω στη ζωή;”
Κι αυτός μου απάντησε: “Μην ανησυχείς Μένιππε, θα σου δείξω ένα μονοπάτι σύντομο και άνετο”.
Και πραγματικά με οδήγησε σε έναν τόπο πιο σκοτεινό από τον υπόλοιπο χώρο και, δείχνοντάς μου με το χέρι από μακριά ένα θαμπό και αδύναμο φως, που έμπαινε σαν από μια χαραμάδα, είπε: “Εκείνο είναι το ιερό του Τροφωνίου, και από κει κατεβαίνουν όσοι έρχονται από τη Βοιωτία. Ανέβα λοιπόν από δω, και αμέσως θα βρεθείς στην Ελλάδα”.
Κι εγώ, ευχαριστημένος με όσα μου είπε, αποχαιρέτησα τον μάγο και, αφού σύρθηκα με μεγάλη δυσκολία, πέρασα από τη δίοδο και, χωρίς να καταλάβω πώς, βρέθηκα στη Λιβαδειά.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, Σάτιρα θανάτου και κάτω κόσμου

Το μυστήριο των πορφυρών φώτων στον ουρανό λύθηκε

Σχετική εικόναΤο μεγαλοπρεπές φαινόμενο STEVE, που μοιάζει με το σέλας, λάμπει στον ουρανό με τον Γαλαξία στην κορυφή, πάνω από την Λίμνη Childs στον Καναδά. Οι ερευνητές αρχικά γνώριζαν το φαινόμενο STEVE, αφού μέλη μιας ομάδας του Facebook (Alberta Aurora Chasers) άρχισαν να δημοσιεύουν φωτογραφίες ασυνήθιστων πορφυροπράσινων λωρίδων, προσανατολισμένων σχεδόν κάθετα στον ουρανό. Το φαινόμενο STEVE (όπως ονομάστηκε αρχικά από ερασιτέχνες παρατηρητές του ουρανού) είναι ο πρώτος ορατός δείκτης της μετακίνησης ηλεκτρονίων σε ένα ιόν στην ανώτερη ατμόσφαιρα της Γης.

Το φαινόμενο STEVE  και ο Γαλαξίας στη λίμνη Childs στη Μανιτόμπα του Καναδάς.

Το φαινόμενο αυτό το πρόσεξε ο Ντονάνε Μπουράσα στον ουρανό στις 25 Ιουλίου 2016. Συχνά ο ίδιος παρατηρεί τον ουρανό μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες για να φωτογραφίσει την αυγή με μια Nikon, αλλά τότε για πρώτη φορά εμφανίστηκε μια λεπτή μωβ κορδέλα φωτός και άρχισε να φωτίζει τον ουρανό. Ο Bourassa έσπευσε αμέσως να φωτογραφίσει το λαμπρό φαινόμενο μέχρι τα σωματίδια του φωτός να εξαφανιστούν 20 λεπτά αργότερα. Έχοντας παρακολουθήσει το σέλας για σχεδόν 30 χρόνια από τότε που ήταν έφηβος, ήξερε ότι αυτό δεν ήταν σέλας. Ήταν κάτι άλλο.
 
Ο Μπουράσα δεν ήταν ο μόνος που παρατήρησε το φαινόμενο Steve.  Κάμερες εδάφους του Πανεπιστήμιου του Κάλγκαρι και του Μπέρκλεϊ, που τραβούν φωτογραφίες από μεγάλες περιοχές του ουρανού είχαν τραβήξει παρόμοιες εικόνες. Από το διάστημα, ο δορυφόρος της ESA Swarm πήρε και αυτός εικόνες  και τεκμηρίωσε το Steve.
 
Για πρώτη φορά, οι επιστήμονες είχαν στο έδαφος αλλά και δορυφορικές απόψεις του STEVE. Μας δείχνει πώς τα μαγνητικά πεδία της Γης λειτουργούν και αλληλεπιδρούν με φορτισμένα σωματίδια στο διάστημα.
 
Το Steve δεν είναι ένα κανονικό σέλας. Τα σέλη εμφανίζονται παγκοσμίως σε οβάλ μορφή τις τελευταίες ώρες και εμφανίζονται κυρίως σε πράσινα, μπλε και κόκκινα. Ενώ το Steve είναι μωβ με μια πράσινη δομή φράχτη που κυματίζεται (περιστρέφεται). Είναι μια γραμμή με αρχή και τέλος. Οι άνθρωποι έχουν παρατηρήσει το Steve για 20 λεπτά έως 1 ώρα προτού εξαφανιστεί.
 
Αντίθετα, τα σέλη και το φαινόμενο Steve είναι σαν διαφορετικές γεύσεις ενός παγωτού. Και τα δύο δημιουργούνται με τον ίδιο τρόπο: Τα φορτισμένα σωματίδια από τον Ήλιο αλληλεπιδρούν με τις γραμμές του μαγνητικού πεδίου της Γης.
 
Η μοναδικότητα του Steve βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Ενώ το Steve περνάει από την ίδια διαδικασία δημιουργίας μεγάλης κλίμακας με τα σέλη, ταξιδεύει κατά μήκος διαφορετικών γραμμών του μαγνητικού πεδίου από το σέλας. Όλες οι κάμερες του ουρανού έδειξαν ότι το Steve εμφανίζεται σε πολύ χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη. Αυτό σημαίνει ότι τα φορτισμένα σωματίδια που δημιουργούν το Steve συνδέονται με τις γραμμές του μαγνητικού πεδίου που είναι πιο κοντά στον ισημερινό της Γης, γι ‘αυτό και το Steve παρατηρείται συχνά στο νότιο Καναδά.
 
Ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη για το Steve εμφανίστηκε στα δορυφορικά δεδομένα. Τα δεδομένα έδειξαν ότι το Steve περιλαμβάνει ένα ρεύμα που κινείται γρήγορα με εξαιρετικά καυτά σωματίδια που ονομάζονται ιόντα SAID. Οι επιστήμονες έχουν μελετήσει τα SAIDs από τη δεκαετία του 1970, αλλά ποτέ δεν ήξεραν ότι υπήρχε συνοδευτικό οπτικό αποτέλεσμα. Ο δορυφόρος Swarm της ESa κατέγραψε πληροφορίες σχετικά με τις ταχύτητες και τις θερμοκρασίες των φορτισμένων σωματιδίων, αλλά δεν διαθέτει κάμερα που να μπορεί να απεικονίσει το φαινόμενο.
 
Το Steve είναι μια σημαντική ανακάλυψη λόγω της τοποθεσίας του στην υποθαλάσσια ζώνη, μια περιοχή μικρότερου γεωγραφικού πλάτους από εκεί όπου εμφανίζονται τα περισσότερα σέλη που δεν έχουν ερευνηθεί καλά. 

Ο Θάνατος Είναι Όφελος

Η αυτογνωσία έχει στρώματα κρεμμυδιού και για ν’ αντιληφθείς την τρυφερή καρδιά της πρέπει να κλάψεις πολύ.

«Η ευτυχία δεν είναι ιδανικό της λογικής· αλλά της φαντασίας» -Εμμάνουελ Καντ 1724-1804

Είναι εξαιρετικά δύσκολο κι απαιτεί συνεχή ενδοσκόπηση, ερωτήματα, θέληση και πρακτική, το να φτάσεις στο επίπεδο να αντιληφθείς τι είναι τα δίπολα· αξία / απαξία, ευτυχία/ δυστυχία, επιτυχία/ αποτυχία σε σχέση με τον εαυτό σου και την επιβίωση σου. Όπως βλέπεις το δεύτερο μισό των λέξεων είναι η «τύχη» που σημαίνει το σύνολο συγχρονισμένων απρόβλεπτων περιστατικών που η σύμπτωσή τους δεν έχει λογική εξήγηση ή σύμπτωση ευνοϊκών περιστάσεων· καλή τύχη σε αντίθεση με την κακή τύχη, εν τούτοις ελάχιστοι γνωρίζουν τι είναι η τύχη, τυφλωμένοι από το κυνήγι της ευτυχίας – αποτυχίας. Είναι δύσκολο να αντιληφθούν ότι οι αξίες τους καθορίζουν την φύση των προβλημάτων τους και η φύση των προβλημάτων τους καθορίζει την ποιότητα της ζωής τους· που είναι ταυτόσημη με τις αξίες τους.

Οι αξίες βρίσκονται πίσω από οτιδήποτε είμαστε και κάνουμε, μάλιστα είναι τόσο ολοφάνερες που ένας παρατηρητής είναι ευκολότατο να δει ποιες είναι οι πραγματικές αξίες κάποιου σε σχέση με τις φαινομενικές. Δηλαδή πίσω από το τι λες για τις αξίες σου, κυριολεκτικά ουρλιάζει η αλήθεια που απεγνωσμένα προσπαθείς να κρύψεις· καμουφλάροντας την με νεκρά χαμόγελα μιας ανύπαρκτης ευτυχίας. Όλα όσα σκέφτεσαι κι αισθάνεσαι, οι λέξεις που χρησιμοποιείς, η στάση του σώματος σου, το χαμόγελο σου σχετικά με μιά κατάσταση τελικά καταλήγουν να δείχνουν πόσο πολύτιμη θεωρείς ότι είναι αυτή την κατάσταση.

Αν αυτή η αξία λοιπόν δεν βοηθάει στην γενικότερη επιβίωση σου τότε ολόκληρη η ζωή σου καταντάει μια παραφωνία. Ελάχιστοι άνθρωποι καταφέρνουν να κάνουν στον εαυτό τους τις σημαντικές ερωτήσεις (τις φιλοεπιβιωτικές· αυτές που προάγουν την αυτογνωσία) κι άρα ελάχιστοι άνθρωποι καταφέρνουν να αποκτήσουν μια βαθύτερη γνώση των δικών τους αξιών που πρεσβεύουν και επάνω τους χτίζουν την ζωή τους. Αυτοί είναι οι ξεχωριστοί άνθρωποι … και όχι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ξεχωριστοί. (ξε-χώρος, έξω από τον χώρο, από την μάζα. Που είναι αλλιώτικος από τους υπόλοιπους, που κάνει κάτι με διαφορετικό μοναδικό τρόπο).

Τα περισσότερα ανθρώπινα ζώα διατυμπανίζουν ότι πρεσβεύουν τις αξίες της ειλικρίνειας, της φιλίας και της ανιδιοτέλειας, αλλά μετά γυρνούν εδώ κι εκεί κουτσομπολεύοντας, μειώνοντας και διαβάλλοντας σε· για να νιώσουν σημαντικοί και να γεμίσουν το κενό της εγωπάθειας τους. Όταν ρωτηθούν γιατί αισθάνονται αυτό το κενό και το γεμίζουν μειώνοντας και καταπιέζοντας το περιβάλλον τους, βρίσκουν δεκάδες δικαιολογήσεις για να ρίξουν το φταίξιμο οπουδήποτε αλλού εκτός από τον εαυτό τους και έτσι διαιωνίζουν τα προβλήματα τους αντί να τα λύσουν.

Πάντα φταίνε οι άλλοι, όλοι οι άλλοι αδιακρίτως είναι κακοί και στρέφονται ειδικά εναντίον τους κι έτσι απομονώνονται χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να αναρωτηθούν και να ερευνήσουν προς  τα μέσα αντί να πετούν τα βέλη τους προς τα έξω. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταλάβουν ότι τα προβλήματα τους ξεκινούν και τελειώνουν στον εαυτό τους και η λύση τους ή έστω η διευθέτηση τους είναι που προσφέρει την πολυπόθητη ευφορία και την ευτυχία. Αυτό το βαθύτερο νόημα της αυτογνωσίας είναι δύσκολο να το καταλάβουν και οι χιλιάδες γκουρού των κάθε υποβοηθητικών κινημάτων.

Έτσι τους βρίσκουν άνθρωποι δυστυχισμένοι γιατί δεν είναι πλούσιοι κι αυτοί τους δίνουν μερικές δεκάδες συμβουλές στο πως να αποκτήσουν περισσότερα λεφτά, χωρίς να αγγίζουν σημαντικά κομμάτια του χαρακτήρα και του γιατί αυτοί οι άνθρωποι χρειάζεται να έχουν μερσεντές για να αισθανθούν ευτυχισμένοι. Γιατί η αξία τους επικεντρώνεται γύρω από επίπλαστες αξίες και πως επιλέγουν για τους εαυτούς τους το μέτρο της επιτυχίας / αποτυχίας και πως διαχειρίζεται τον παράγοντα τύχη.

Σπάνια γίνεται αναφορά σε αυτούς τους τομείς, ενώ οι περισσότερες από τις συμβουλές που δίνονται στην πιάτσα λειτουργούν σε ένα πολύ επιφανειακό κι ανούσιο επίπεδο· με μοναδικό σκοπό να κάνουν το ανθρώπινο ζώο να νοιώσει καλά σε παρόντα χρόνο βάζοντας τα επιφανειακά του προβλήματα κάτω από το χαλί, ενώ ουδέποτε δεν αγγίζει τα σημαντικά, τα οποία δεν λύνονται ποτέ κι αφού δεν αγγίζονται, ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχουν!!! Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνουν μερικές προσωρινές, παροδικές κι επίπλαστες εκρήξεις ευτυχίας.

Αφιέρωσε μια στιγμή για να σκεφτείς κάτι που σε βασανίζει πραγματικά στον παρόντα χρόνο. Γράψε το. Κατόπιν ξαναδιάβασε το κι αναρωτήσου σοβαρά· γιατί σε βασανίζει; Αναρωτήσου αν βασανίζει έναν άνθρωπο σε μια άλλη γωνιά του πλανήτη το ίδιο με εσένα. Το πιο πιθανό είναι πως η απάντηση είναι κάποιο είδος αποτυχίας, κάπου απέτυχες σε παρελθόντα χρόνο κι αυτό τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια σου. Αναρωτήσουν ξανά, γιατί αυτή η αποτυχία σου φαίνεται «αληθινή» τι θα γινόταν, τι θα άλλαζε αν αυτή η αποτυχία δεν είναι στ’ αλήθεια αποτυχία, τι την κάνει αποτυχία, με τι την συγκρίνεις και την κατατάσσεις στο κουτάκι των αποτυχιών· και έχεις την ικανότητα που χρειάζεται για να την τοποθετήσεις στο κουτάκι των επιτυχιών;

Τι θα γινόταν αν αυτή η αποτυχία δεν είναι στ’ αλήθεια αποτυχία; Αναρωτήσου και γράψε τις απαντήσεις σου. Αποστασιοποιήσου και ξαναδιάβασε τι έγραψες. Μήπως επιλέγεις λάθος σταθμά και μέτρα για τον εαυτό σου και την ζωή σου; Μήπως αν απλώς αλλάξεις τις πεποιθήσεις σου θα αλλάξει η ζωή σου χωρίς να χρειαστεί να κάνεις τίποτε ως εξωτερική δράση; Άσε να περάσουν 2-3 ημέρες και ξαναδώσε απαντήσεις, είναι οι ίδιες με τις αρχικές σου; Γιατί άλλαξαν; Αν άλλαξαν!! Είναι δύσκολο να το αποδεχτείς στην αρχή, αλλά δεν πειράζει, άλλωστε είναι παιχνίδι συναισθηματικής νοημοσύνης αυτό που σου δημιούργησε το πρόβλημα σου και σε αυτό το επίπεδο μονάχα μπορείς να το λύσεις και να το διαχειριστείς. Ελέγχουμε την σπουδαιότητα των προβλημάτων μας με βάση το πώς επιλέγουμε να τα βλέπουμε και τα μέτρα με τα οποία επιλέγουμε να τα μετράμε.

«Η ευτυχία δεν είναι παρά καλή υγεία κι ασθενής μνήμη» -Albert Schweitzer, 1875-1965

“Αν ήταν θάνατος
θα θαύμαζα τη βαθιά του σοβαρότητα, τα άχρονα μάτια του.
Θα ήξερα ότι δεν αστειεύεσαι.
Θα υπήρχε μια μεγαλοπρέπεια τότε, θα ήταν πραγματικά γενέθλια.
Και το μαχαίρι δεν θα λάξευε, αλλά θα εισχωρούσε
αγνό κι αμόλυντο σαν το κλάμα του μωρού,
και το σύμπαν θα ξεγλιστρούσε από δίπλα μου” -SYLVIA PLATH
 
Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν εύκολα, αλλά εξαπατούν τον εαυτό τους ώστε να ασχολείται μόνο με ό,τι τρέφει την δική τους εγωπαθή ψευδαίσθηση ανωτερότητας.
 
Κρατούν την χαρακτηροδομική βιτρίνα τους όρθια με κάθε κόστος, έστω κι αν αυτό απαιτεί να ασκούν καταπίεση σωματική και συναισθηματική βία στους γύρω τους. Όμως η θέση πως η ζωή σου χρωστάει, οι άνθρωποι σου χρωστάνε, η κοινωνία σου χρωστάει, είναι μια αποτυχημένη στρατηγική τοποθέτηση, είναι άλλη μια μαστούρα που κρατάει σε καταστολή το δυναμικό σου.  Επόμενο ήταν να ξαναγυρίσει στο πατάρι που έμενε, με άθικτο το «αξιακό του σύστημα» αφού έδειξε ξεκάθαρα ότι «τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους» κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα. Μάλιστα έχουμε κάνει ανέκδοτο την φράση «αξιακό σύστημα» και ψάχνουμε ανθρώπους πλέον με ελαστικό «αξιακό σύστημα» για να κάνουμε παιχνίδι.

Το αξιακό σύστημα κάποιου προκύπτει από το μέτρο όχι του πως αισθάνεται στις καλές στιγμές του· αλλά για το πως αισθάνεται τις άσχημες στιγμές του.

Οι άσχημες στιγμές του τον καθορίζουν
Το γνωστό «ο καλός ο καπετάνιος στην φουρτούνα φαίνεται» είναι απόλυτα σωστό, ειδικά όταν δεν είσαι ο καπετάνιος αλλά ο μουτζούρης στα υπόγεια του καραβιού. Ακόμα κι αυτό επιλεκτικά το ξεχνάς όταν σε κατακυριεύει το τέρας με τα 5.000 κεφάλια και σε καθιστά ανίκανο να το διαχειριστείς. Το πρόβλημα με τις αξίες και την αυτοεκτίμηση είναι ότι τις μετράς με βάση τα όποια «θετικά» συναισθήματα νοιώθεις για τον εαυτό σου, ενώ το σωστό είναι να τις μετράς με το πως αισθάνεσαι και τι κάνεις με τις «αρνητικές» πλευρές του χαρακτήρα σου και τα «αρνητικά» συναισθήματα σου.

Αν παραλύεις όταν σε επικρίνουν, όταν σε μειώνουν ή επιδιώκουν να σε καταπιέσουν, τότε το άγχος και η κατάθλιψη που ακολουθεί δείχνει ότι παίρνεις τον εαυτό σου πολύ στα σοβαρά κι ό,τι ο «κόσμος κινείται γύρω από εσένα και τις αξίες σου» την στιγμή μάλιστα που κάτι πολύ άσχημο και κακό καραδοκεί εκεί έξω και δεν νοιάζεται καθόλου για τις όποιες εγωπαθείς μαλακίες σου. Το λιγότερο που πρέπει να σε ενδιαφέρει είναι οι κοινωνικές νόρμες αφού είναι ψεύτικες και αλλάζουν κατά καιρούς.

Έχει επιβληθεί ότι θετικά είναι τα συναισθήματα που σε κάνουν να χασκογελάς σαν χάνος όλη μέρα άνευ λόγου κι αρνητικά είναι αυτά που σε ρίχνουν στα τάρταρα της ανίας και τότε χρειάζεσαι την βοήθεια των γκουρού και των Prozac (εθιστικό ψυχοτρόπο αντικαταθλιπτικό χάπι) μαζί με τα Xanax (ναρκωτικά ψυχοτρόπα χάπια κατά του άγχους) με το χασίς να ακολουθεί κατά πόδας κι όλα τα στρατιωτάκια μαζί προελαύνουν στην πρώτη μάχιμη γραμμή της ευτυχίας· εναντίον του άγχους της αποτυχίας και της κατάθλιψης που ακολουθεί την απόρριψη και την ανικανότητα σου να ζήσεις.

Δεν τολμάς να αισθανθείς άσχημα, δεν τολμάς να αποτύχεις σε ότι κάνεις, δεν τολμάς να κάψεις το φαγητό, να ξεχάσεις άδειο το ρεζερβουάρ ή άπλυτο το αυτοκίνητο, ατακτοποίητο το σπίτι, να μην πας για ψώνια, να αργήσεις στο γραφείο, να μην σου αρέσει το γυμναστήριο, η γιόγκα, το ποδόσφαιρο, η εκκλησία, οι θρησκείες, οι διακοπές, οι γιορτές, απαγορεύεται να τρως σαβούρες όποτε κάνεις κέφι, να είσαι πολυγαμικός, να βρίζεις, να καπνίζεις, να πίνεις, να ροκάρεις, να μην σου αρέσουν τα φυτά στο μπαλκόνι, τα σκυλιά, τα γατιά, τα παιδιά στον καναπέ σου.

Ειδικά τα παιδιά-τοτέμ που παρουσιάζονται σαν ταφόπλακα μιας νεκρής ερωτικής σχέσης, δεν σου επιτρέπεται να μην παντρευτείς και να είσαι πιστός σαν σκύλος στον γάμο σου, αν τολμήσεις δε να πεις μια άποψη του στυλ «έρωτας και γάμος με κουτσούβελα είναι αλληλοαποκλειόμενοι όροι» τότε θα δεις τον διάβολο να σε λυπάται μπροστά σε αυτά που θα υπομείνεις από το σόι σου.

Όταν σε μία -οποιαδήποτε- σχέση κάποιος αναλαμβάνει θέση κατήγορου ή εισαγγελέα ή της έδρας που δικάζει, τότε αυτομάτως κάποιος άλλος είναι ο κατηγορούμενος και μάντεψε ποιος … αυτός που δεν ακολουθεί τις νόρμες και δεν κάνει ότι του λένε. Γι’ αυτό η μεγαλύτερη κατάρα που μπορεί να σου τύχει είναι να έχεις μια «δεμένη οικογένεια» με ένα μεγάλο σόι.

Τα ζευγάρια σ’ αυτά τα μεγάλα οικογενειακά συστήματα δεν βγάζουν πότε άκρη γιατί πρόκειται για μια δίκη παρωδία, με τον κατηγορούμενο πισθάγκωνα δεμένο και φιμωμένο, χωρίς δικαίωμα απολογίας, χωρίς δικηγόρο και χωρίς ενστάσεις, με την ετυμηγορία ήδη προαποφασισμένη πριν καν καθίσει στην θέση του κατηγορούμενου. Αν βρεθείς σε αυτή την θέση δύο είναι οι επιλογές σου ή δραπετεύεις -κυριολεκτικά- ή ετοιμάζεσαι να ζήσεις ως φυλακισμένος προβάροντας τα τελευταία σου λόγια πριν το εκτελεστικό απόσπασμα σου δώσει την χαριστική βολή, μπροστά στα σκαλιά μιας εκκλησίας ή ενός δημαρχείου. Πόσο αφελής ή βλάκας είσαι για να επιδιώκεις να παντρευτείς σήμερα, τίποτα δεν σε έχουν διδάξει όλοι αυτοί που τους συνέθλιψε η πραγματικότητα;

Ετοιμάσου για μία ζωή όπου θα είσαι μόνιμα θύμα και ποτέ κυνηγός και γενικά ως φυλακισμένος σου απαγορεύεται να κάνεις κέφι οτιδήποτε πέρα από αυτά που σου επιτρέπουν να κάνεις κέφι και με τον τρόπο που τα επιτρέπουν, έτσι αναγκάζεσαι να υποστείς τόση καταπίεση, για να γίνεις πραγματικός για το εξουσιαστικό κοινωνικό σύνολο που συναναστρέφεσαι. Ε· μετά το να πάθεις κατάθλιψη είναι απολύτως αναμενόμενο, ειδικά αφού ακόμη κι ο Θάνατος σε οικτίρει.

Σπουδαίος φίλος ο Θάνατος

Ο Θάνατος είναι φίλος κι ο φίλος είναι όφελος.
Φίλος, έλεγε ο Επίκουρος, δεν είναι ούτε αυτός που επιδιώκει διαρκώς το όφελος από μία φιλία, ούτε εκείνος που ποτέ δεν συνδέει το όφελος με τη φιλία κι αυτό γιατί ο ένας καπηλεύεται με αντάλλαγμα τη φιλία και ο άλλος ξεκόβει από το μέλλον. Διακήρυτταν ότι είναι προτιμότερο και πιο ηδονικό να προσφέρεις κάθε καλό, να είσαι φίλος, από το να δέχεσαι τις ευεργεσίες των άλλων χωρίς να προσφέρεις όφελος. «Ούτε πρέπει να μας απασχολεί τι τρώμε και τι πίνουμε, αλλά με ποιους τρώμε και με ποιους πίνουμε» έτσι πρέπει να διαλέγουμε τους φίλους μας προσδοκώντας όφελος και προσφέροντας όφελος. Χωρίς όφελος δεν υπάρχει φιλία αλλά μια άρρωστη εξαρτημένη σχέση σαν αυτές που καταλήγουν είτε σε γάμο, είτε σε πόλεμο -που είναι το ίδιο.

Τον αισθάνεσαι και γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος (αν έχεις την ικανότητα να αισθάνεσαι) ή τον φαντάζεσαι χωρίς να τον φοβάσαι και γίνεσαι αυτομάτως σπουδαίος και ξεχωριστός (αν έχεις την ικανότητα να φαντάζεσαι) σαν να πίνεις μαγικό ελιξίριο. Λοιπόν αυτή νομίζω είναι η Φιλοσοφική Λίθος που αναζητούσαν οι αλχημιστές, το να μπορούν να μην φοβούνται τον Θάνατο κι όχι οι βλακείες που κυκλοφορούν, δήθεν να μετατρέψουν τον σίδηρο -ένα χρήσιμο μέταλλο, σε χρυσό -ένα άχρηστο μέταλλο. Την αθανασία αναζητούσαν, την ικανότητα να καταπολεμήσουν τον φόβο Θανάτου και να τον δεχτούν σαν αυτό που είναι, ένας χρήσιμος φίλος, ένας σύμμαχος στο ταξίδι της ζωής, έχω την εντύπωση· ο μοναδικός σύμμαχος στο ταξίδι της ζωής. Γιατί μονάχα αν ρωτήσεις τον Θάνατο σου για κάθε σου πρόβλημα, κάθε ερώτηση που σε πνίγει, κάθε δίλλημα που σε σκοτώνει τότε μονάχα θα αντιληφθείς πόσο ρηχά κι άνευ λόγου είναι τα προβλήματα σου και πόσο μα πόσο ασήμαντος είσαι μέσα στην πανοπλία του εγώ σου· που τρέμει στην εκμηδένιση του από τον Θάνατο σου.

Αναρωτήσου (ξανά) αν η συμφιλίωση με τον Θάνατο σου προσφέρει την Αθανασία τότε πως θα σου πουλήσουν την πραμάτεια τους για κόλαση και παράδεισο οι έμποροι της μιαρής φυλής; Πως θα σε εγκλωβίσουν μέσα στις εκκλησίες τους, στις εταιρίες τους, στα συστήματα τους να αυτοταπεινώνεσαι σε έναν Θεό που σε στραγγίζει από κάθε ζωική Δύναμη; Αν γίνεις Αθάνατος και δεν έχεις «φόβο θεού» και «φόβο θανάτου» πως θα είσαι χειρίσιμος και χρήσιμος ηλίθιος στο παιχνίδι τους; Αν μπορείς να είσαι όσο καταθλιπτικός, μεθυσμένος, ανεξάρτητος γουστάρεις, όσο τεμπέλης κάνεις κέφι, πως θα γίνεις υποχείριο και καλός οικογενειάρχης να γεμίσεις το μαντρί με τους κλώνους σου; Αναρωτήσου ποιός σου δίνει τις σκέψεις σου που σαν τσουνάμι δεν αφήνουν το μυαλό σου λίγο σε ησυχία; Αναρωτήσου και γράψε τα συμπεράσματα σου, αποστασιοποιήσου και ξαναδές τα με «άλλα μάτια» δίνοντας χώρο στα συμπεράσματα σου να αλλάξουν.

Ο Θάνατος έχεις την εντύπωση ότι περιμένει από εσένα να κάνεις κάτι, σαν πίσω από αυτό το κάτι να κρύβεται το νόημα της ζωής. Και γιατί να μην κρύβεται το νόημα της ζωής πίσω από αυτές τι λέξεις. Επειδή δεν με λένε Χριστό ή Βούδα και δεν με λατρεύουν μερικοί λαλημένοι με χρυσοποίκιλτες στολές σαν καρναβάλια και ευχαριστήριες ψαλμωδίες λες και μόλις απελευθερώθηκαν από τους Ταλιμπάν. «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» σιγά μεγάλε μην σκίσεις κάνα καλσόν … ποιος βλαμμένος μπορεί να πει αυτή την πρόταση και να μην τον πάρουν δεμένο πισθάγκωνα με τρελοφορείο. Σίγουρα σε αυτή την ζωή μπορείς να φτιάξεις το παραμύθι σου σε μια φτηνή συλλογή από βολικούς αφορισμούς και μέσα της να κοιτάξεις τα μούτρα σου. Σ’ αρέσουν δεν σ’ αρέσουν αυτά είναι και είναι τόσο φτηνά όσο σου (μου) αξίζουν ή θα ξεράσεις ή θα σπάσεις τον καθρέφτη και θα το ξεπεράσεις …έκανα και τα δύο.

Είναι επιεικώς χαζό το «ευτυχώς που υπάρχει η τέχνη για να μην μας αφανίσει η αλήθεια» Η τέχνη μάγκα μου είναι η μοναδική αλήθεια που αξίζει την προσοχή σου, τα καντήλια είναι μόνο για να τα «κατεβάζεις» σε ώρες εκτόνωσης και τα λιβάνια για να κοιμίζουν τους σαλεμένους. Λοιπόν μου φαίνεται πολύ ωραίο να κοιτάζω την ζωή μέσα από τα μάτια ενός ιμπρεσιονιστή,  εξπρεσιονιστή ή σουρεαλιστή, γιατί έχω την εντύπωση ό,τι και ο θάνατος κάπως έτσι την κοιτάζει. Αυτό είναι που αποκαλώ να παρατηρείς την ζωή με «άλλα μάτια» με τα μάτια των Monet, Degas, Vincent van Gogh, Kandinsky, Pollock, Brancusi, Giacometti …

Κοσμική Υπέρθεση: Οι ταραγμένοι ουρανοί στην «Έναστρη Νύχτα» (1889) και ο «Δρόμος με Κυπαρίσσι και Άστρο» (1890) του Vincent van Gogh, μεταξύ άλλων, παρουσιάζουν τη λεγόμενη «κλιμάκωση Κολμογκόροφ» εξισώσεις που δίνουν την πιθανότητα δύο οποιαδήποτε σημεία του ρευστού να έχουν μια δεδομένη διαφορά ταχύτητας. Στην μηχανική ρευστών η τυρβώδης ροή, ή στροβιλώδης ροή ονομάζεται το συγκεκριμένο είδος ροής των ρευστών που χαρακτηρίζεται από χαώδεις ή τυχαίες μεταβολές του πεδίου ροής αυτών. Δηλαδή οι μεταβλητές του πεδίου ροής ενός ρευστού, πίεση και ταχύτητα, μεταβάλλονται απότομα και τυχαία για κάθε σημείο του χώρου που καταλαμβάνει το πεδίο ροής και κατά τη χρονική εξέλιξη του φαινομένου.

Επίσης ταυτίζονται τα έργα του με την Κοσμική Υπέρθεση του Wilhelm Reich, που εκδηλώνεται ως αμοιβαία διέγερση, έλξη και συγχώνευση (σύντηξη) δύο ή περισσότερων ενεργειακών συστημάτων. Το παράξενο μάλιστα είναι ότι η δυναμική των ρευστών ανιχνεύεται μόνο στους πίνακες που ζωγράφισε η διαταραγμένη μεγαλοφυΐα όταν ήταν πνευματικά ασταθής κι όχι στην «ήρεμη» περίοδο της ζωής του, όταν ακολουθούσε φαρμακευτική αγωγή για τις κρίσεις του. Ο Βαν Γκογκ είχε μια μοναδική ικανότητα να απεικονίζει αναταράξεις σε περιόδους παρατεταμένης ψυχικής αναστάτωσης και αναπαράγει σε πίνακές του, επακριβώς, νόμους της φύσης, όπως έβλεπε με «άλλα μάτια» την ενέργεια να ρέει στην φύση σε τυρβώδη χαοτική μορφή.

Ο αφηρημένος εξπρεσιονιστής Pollock και η τεχνική του «dripping», δηλαδή του «σταξίματος», όπου κατά την τεχνική αυτή ο Pollock, τοποθετούσε στο έδαφος τον καμβά και έσταζε με χαοτικό τρόπο τη μπογιά πάνω του. Λόγω της ιδιαιτερότητας αυτής, τα δημιουργήματά του αποκτούσαν φράκταλ δομή και θεωρείται αδύνατο να αναπαραχθούν από μιμητές, καθώς αντανακλούν την ιδιαίτερη εσωτερική δομή του δημιουργού τους. Ο βαθμός πολυπλοκότητας μάλιστα των έργων του, που εμφανίζουν αυτή την ιδιαίτερη συμμετρία κλίμακας, μετράται με τη φράκταλ διάσταση (κατόπιν επεξεργασίας με υπολογιστή) η οποία αυξάνει συνεχώς από κάθε έργο του στο επόμενο, αντικατοπτρίζοντας την ίδια την εξέλιξη του καλλιτέχνη. Μάλιστα αυτοί που λένε ότι ο καθένας μπορεί να το κάνει αυτό· αλλά το αποτέλεσμα δεν παράγει έργο τέχνης είναι γιατί ένα έργο τέχνης δεν είναι ανεξάρτητο από την πηγή του που είναι η ψυχή του δημιουργού του. Ο Pollock στα έργα του έσταζε την ψυχή του, επίσης σε περιόδους παρατεταμένης ψυχωτικής αναστάτωσης αφού έπασχε από μόνιμη μελαγχολία κι αυτό δεν αντιγράφεται.

Όπως αντιλαμβάνεσαι δεν είναι απαραίτητη η ευτυχία και το χαζοχαρούμενο ύφος στην ζωή σου για να δημιουργήσεις τέχνη ζωής, μάλιστα θα έλεγα το ακριβώς αντίθετο.

Όταν η Αποτυχία γίνεται ίσια κι όμοια με την Επιτυχία

Το χειρότερο δυνατό σημείο στο οποίο μπορείς να βρίσκεσαι σύμφωνα με τον Αφέντη είναι η μετριότητα. Όροι όπως μέτριος ή μέσος όρος, έχει γίνει συνώνυμο της απέχθειας. Όταν οι εντολές του Αφέντη είναι να είσαι εξαιρετικός, ευτυχισμένος κι επιτυχημένος, τότε είναι προτιμότερο να είσαι αποτυχημένος και δυστυχισμένος παρά να βρίσκεσαι κάπου στην μέση, επειδή στο άλλο άκρο της απόλυτης αποτυχίας εξακολουθείς να είσαι ξεχωριστός και διαφορετικός από τον μέσο όρο που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Έτσι πολλοί έχουν πέσει στην λούμπα της επιλογής  μιας «ολοκληρωτικής αποτυχίας» όπου με περισσή περηφάνια φωνάζουν ό,τι μόνο αυτοί είναι απόλυτα θυματοποιημένοι, κατατρεγμένοι, οι πιο δυστυχισμένοι όλων.

Κάτι τέτοιο κάνουν σήμερα οι Έλληνες που οι κακοί ξένοι τους φθονούν κι επιβουλεύονται την αρχαία ιστορία τους, ενώ οι ίδιοι είναι τα απόλυτα θύματα μιας κρίσης που δεν τους αφήνει να συνεχίσουν τα ξέφρενα πάρτι του παρελθόντος. Αφού έχουν αποποιηθεί τον ρόλο του απόλυτα επιτυχημένου, έκαναν αποδεκτό τον ρόλο του απόλυτα αποτυχημένου. Έτσι φροντίζουν να εκλέγουν αυτούς που αντιπροσωπεύουν αυτόν ακριβώς τον ρόλο της δραματικής θυματοποίησης. Λέξεις όπως αξιολόγηση, ηθική ανωτερότητα, επίλεκτος, αριστεία, δαιμονοποιήθηκαν από τους αποτυχημένους μαρξιστές νεοέλληνες.

Κορυφαίος και διεθνώς γνωστός ερευνητής, ο κ. Γιάννης Ιωαννίδης διευθυντής του Κέντρου Ερευνών Πρόληψης Ασθενειών (Prevention Research Center) στο πανεπιστήμιο Stanford, καθώς και καθηγητής Παθολογίας, Έρευνας και Πολιτικής Υγείας και Στατιστικής στο ίδιο πανεπιστήμιο. Από καιρό δίνει τον προσωπικό –και μοναχικό– αγώνα του υπέρ της αξιοκρατίας και εναντίον της μετριοκρατίας, η οποία, όπως υποστηρίζει, στην περίπτωση της Ελλάδας θα μας εξαφανίσει ως χώρα μέσα στα επόμενα 50 χρόνια. Η ζοφερή αυτή διαπίστωση του Έλληνα ερευνητή είναι προϊόν έρευνας και όχι μία πρόβλεψη που κάνει στον βρόντο για να γίνεται κουβέντα.

«Η έλλειψη αριστείας είναι η κύρια αιτία που η χώρα δεν μπορεί να αξιοποιήσει τους ανθρώπους της και αυτή είναι δυστυχώς μία κατάσταση που ανατροφοδοτείται. Η έκπτωση της αριστείας δημιουργεί περισσότερη έλλειψη αριστείας. Ζούμε έτσι σε μία εποχή σκοταδισμού. Έχουμε ακόμη δημοκρατία, δηλαδή μπορούμε να ασκούμε τα δικαιώματά μας, αλλά, όπως παρατηρώ, οι επικρατούσες δομές εξακολουθούν να είναι ασφαλείς στην φαυλότητά τους. Είναι ενδιαφέρον έτσι το ότι υπάρχει ακόμη αυτή η δημοκρατία. Γιατί; Μα διότι σκοπός της δημοκρατίας είναι να αναδεικνύει την αριστεία, η οποία με την σειρά της υπερασπίζεται το δημοκρατικό πολίτευμα. Αν λοιπόν η δημοκρατία καταστρέφει την αριστεία, τότε ποιος θα την υπερασπιστεί; Ο κόσμος, όμως, αλλάζει και πάει μπροστά. Και όσοι παραμένουν ακίνητοι στο τέλμα της αναξιοκρατίας, τελικά ανακυκλώνουν παθογένειες –με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον»

Αντί να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού τους κάθονται και ασχολούνται με τους κακούς ξένους που «θέλουν να μας πάρουν … τρέχα γύρευε τι» και  κανείς δεν βλέπει ότι σε λίγα χρόνια η Ελλάδα δεν θα υπάρχει, ούτε ως επιτυχημένη ούτε ως αποτυχημένη.

Τι κάνει τους ξεχωριστούς να ξεχωρίζουν

Οι ξεχωριστοί παραπονιούνται σπάνια. Φαίνεται ότι αυτοί που παραπονιούνται συνέχεια έχουν πάντα κάτι αρνητικό να πουν … ακόμα και όταν οι γύρω τους είναι ευτυχισμένοι, ειδικά όταν οι γύρω τους είναι ευτυχισμένοι! Στο κάτω κάτω, όλοι έχουμε διαφορετικές συνθήκες που μας δίνονται στην ζωή, αλλά, οι περιστάσεις αυτές είναι δικές μας· είτε τις θέλουμε είτε όχι. Πρέπει λοιπόν να αναζητηθούν λύσεις για τα προβλήματα αντί για διαμαρτυρίες και θυματοποίηση που δεν οδηγούν πουθενά και δεν λύνουν τίποτα.

Η λύπη και η θυματοποίηση δεν είναι μόνο άχρηστη, είναι εξαιρετικά επιβλαβής. Οι έρευνες συνεχώς δείχνουν ότι οι επαναλαμβανόμενες αναπολήσεις για αποφάσεις που πάρθηκαν στο παρελθόν είναι πρόδρομοι του χρόνιου άγχους και της κατάθλιψης. Ένας τρόπος υπάρχει να ξεφορτωθείς την αυτοθυματοποίηση, να αναλάβεις την απόλυτη ευθύνη για τις μαλακίες σου και να τις αφήσεις εκεί που ανήκουν, στο παρελθόν. Μάλιστα αν είσαι αρκετά μάγκας μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις ως βασικό στοιχείο του χαρακτήρα σου και να δεις τι θετικό προέκυψε από αυτές. Δηλαδή να δεις την μεγάλη εικόνα με φρακταλικές, χαοτικές, τυρβώδεις προεκτάσεις. Ρώτα και τον Θάνατο σου· κάτι ξέρει παραπάνω από σένα.

Ζουν χωρίς τύψεις: Στις τσιμεντουπόλεις ζουν τα ανθρώπινα ζώα σε μια υλιστική κοινωνία όπου συνεχώς βομβαρδίζονται με διαφημίσεις για το πιο καινούριο αυτοκίνητο, gadget ή την νέα ολόχρυση πιστωτική κάρτα. Όλα αυτά υπόσχονται μια ευκολότερη ζωή κι ότι με αυτά εκπληρώνεται η ευτυχισμένη ύπαρξη τους, η αξία τους έναντι των αποτυχημένων. Δεν είναι έτσι. Ενώ η αγορά ενός νέου προϊόντος μπορεί να παρέχει μια απαραίτητη συναισθηματική ώθηση, αυτή δεν διαρκεί και σε γεμίζει τύψεις ειδικά όταν χαλάσεις τα χρήματα του ενοικίου σε ένα πολυτελές ρεστοράν για να ρίξεις ένα μοντέλο ή αγοράσεις ένα ζευγάρι παπούτσια που σου γυάλισαν. Έχεις ακούσει τον όρο «τύψεις του αγοραστή» ναι, υπάρχει για κάποιο λόγο. Αναζήτησε να κάνεις κάτι που δεν περιλαμβάνει παρά ελάχιστα χρήματα. Ασκήσου, διάβασε, επισκέψου τα αξιοθέατα της πόλης σου σαν τουρίστας, οτιδήποτε φέρνει ικανοποίηση χωρίς να πληρώσεις και να στερηθείς.

Δεν υποθέτουν: Ο εξαιρετικός άνθρωπος περιμένει τα προβλήματα που θα του φέρει η Δύναμη και δεν είναι ηλίθιος να δημιουργεί και μερικά φανταστικά δικά του. Δεν είναι κακό να υποθέτεις ότι δεν ξέρεις, αλλά το να βγάζεις συμπεράσματα από την απουσία γνώσης είναι αληθινά μεγαλειώδες· που μονάχα ένα ηλίθιο ον σαν τον άνθρωπο, μετατρέπει σε δυνάστη του τις υποθέσεις του και μπορεί να πάρει όρκο ή να πεθάνει γι αυτές. Γι’ αυτό όταν κάνεις υποθέσεις πας γυρεύοντας μπελάδες και οι μπελάδες σε καλοδέχονται. Υποθέτεις κάτι, το παίρνεις προσωπικά, πληγώνεται το εγώ σου κι εκτοξεύεις μύδρους εναντίον κάποιου που δεν έχει ιδέα του θέματος!!! Οι υποθέσεις σου παράγουν συναισθηματικό δηλητήριο που δηλητηριάζει εκτός από εσένα και το περιβάλλον σου, δημιουργώντας προβλήματα από το τίποτε και χτίζεις τούβλο – τούβλο (υπόθεση-υπόθεση) την κόλαση που ζεις.

Έχουν σωστό χρονισμό: Ξέρουν ότι τα πράγματα γίνονται καλύτερα ή ευκολότερα μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και χειροτερεύουν μια άλλη. Ξέρουν τον δικό τους χρόνο για δημιουργία (είναι διαφορετική σε κάθε άνθρωπο) κι εκείνη την χρονική περίοδο δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Κινούνται στρατηγικά και δεν σπαταλούν ότι πολυτιμότερο διαθέτουν, τον χρόνο και την προσοχή τους. Δεν επιτρέπουν να τους αποσπάσει την προσοχή τίποτε που δεν το έχουν επιλέξει οι ίδιοι. Αν σκεφτείς πόση προσοχή και χρόνο σου τρώει η τεχνολογία με το ιντερνέτ μπορείς να καταλάβεις γιατί ο χρονισμός και η προσοχή είναι εξαιρετικά πολύτιμα για να τα σπαταλάς δώθε-κείθε.

Είναι πάντοτε άψογοι σε ότι κάνουν: Δεν εγκαταλείπουν την μάχη, κάθε μάχη όσο ασήμαντη κι αν φαντάζει είναι ύψιστης σημασίας γιατί μπορεί να είναι η τελευταία τους, ο Θάνατος καραδοκεί και μπορεί να μην έχουν πολύ χρόνο για να μπουν σε μία σημαντική παρτίδα παιχνιδιού, έτσι ακόμη κι αν ξέρουν πως θα χάσουν τον πόλεμο, ειδικά τότε, δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους με οτιδήποτε κι αν καταπιαστούν, είναι άψογοι μέχρι τέλους. Έχεις δει τις χιλιάδες προχειροδουλειές και τα μισοτελειωμένα θέματα που περιπλανώνται στο σύμπαν του θυματοποιημένου κι εγωπαθούς ανθρώπινου ζώου. Μπορείς να παρατηρήσεις τι κάνει ο μαζάνθρωπος για να δεις με ακρίβεια τι δεν πρέπει να κάνεις. Σε χαρακτηρίζουν όλοι οι Μεγάλοι Άνθρωποι που έχεις ως πρότυπα σου, αν έχεις πρότυπο τις Οργανικές Πύλες που σου κάνει πάσα ο Αφέντης, τότε ανάλογη θα είναι και η πορεία σου.

Το αντίθετο της Ζωής δεν είναι ο Θάνατος· αλλά η ανία
Πως να εξηγήσεις σε κάποιον που δεν ξέρει τον ανθρώπινο κόσμο, τον πόλεμο, τις θέσεις εργασίας, την πολιτική ορθότητα, τον σαδισμό, την φτώχεια, την πείνα, την καταστροφή, τις ελλείψεις, την εκπόρνευση παιδιών, το εμπόριο ανθρώπων, τις θρησκείες, τα φάρμακα, τα ναρκωτικά, τις αγορές, την πολιτική, τα ψέματα που αγαπάμε, τις αλήθειες που αποφεύγουμε … βαριέμαι θανάσιμα!! Κανένας, εκτός από εμάς, δεν θα καταλάβει ότι οι άνθρωποι πέφτουν σε κατάθλιψη και παίρνουν ναρκωτικά γιατί δεν έχουν αρκετά λεφτά να φτιάξουν τα βυζιά τους, δεν ξέρουν που να βάλουν το καυλί τους, δεν έχουν αρκετά μεγάλο αμάξι, δεν έχουν τον φραγκάτο γκόμενο ή την γυναίκα τρόπαιο για να φαντάζουν σπουδαίοι στα υπόλοιπα τίποτα της κοινωνίας τους.

Ο ανθρώπινος κόσμος είναι σαν ένα κακοφτιαγμένο φαγητό, μπορεί να είναι ο καλύτερος δυνατός ή ο χειρότερος δυνατός, δεν ξέρουμε. Αναρωτήσου όμως, αν είχες την επιλογή να μην έρθεις εδώ τι θα επέλεγες; Θα ερχόσουν; Αν ήξερες ότι θα ζούσες με τον ίδιο τρόπο, τις ίδιες εμπειρίες, θα αποτολμούσες να τις ξαναζήσεις; Αν είχες το δίλλημα «θέλεις να γεννηθείς ή να λείπει το βύσσινο»  θα απαντούσες «ω ναι, σας παρακαλώ θέλω να γεννηθώ» θα το έλεγες; … εγώ ΝΑΙ! χωρίς να αλλάξω ούτε ίχνος από την ζωή μου, ούτε τα καλά, ούτε τα άσχημα, ειδικά τα άσχημα, αφού κάθε τι καλό που ζω έχει ως πηγή του τα άσχημα και τούμπαλιν, σαν χαοτική τύρβη. Το μόνο που δεν θέλω να συμβαίνει είναι η ανία και η έλλειψη παιχνιδιού, λοιπόν σε αυτό έχω πολλές επιλογές και τις αξιοποιώ κατά βούληση, διαλέγω τα παιχνίδια μου και παίζω άψογα μέχρι τέλους.  

Ρέπουμε προς την δυστυχία και μεγαλουργούμε μονάχα στα διαλλείματα της. Αυτό κάνουμε κι αυτό είμαστε από την στιγμή που θα συνειδητοποιήσουμε ότι ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για να είναι στα μέτρα μας, φιλόξενος κι ωραίος, για να καλοπερνάμε χωρίς να καταβάλλουμε το αντίστοιχο τίμημα και στο ορατό και στο αόρατο. Το να είσαι ευτυχισμένος δεν σημαίνει ότι όλα είναι τέλεια, κάθε άλλο, σημαίνει ότι αποφάσισες να δεις πέρα από τις ατέλειες και να τις βάλεις στο παιχνίδι.

Αν ήθελες απλώς να ήσουν ευτυχισμένος, θα ήταν εύκολο. Αλλά θέλεις να είσαι πιο ευτυχισμένος από τους άλλους και αυτό -σχεδόν πάντα- είναι δύσκολο, μιας και τους νομίζεις πιο ευτυχισμένους από ό,τι είναι κι αυτό είναι απλώς άλλη μιά υπόθεση. Όποιος τολμήσει να πάει κόντρα στο ρεύμα του μαζάνθρωπου της ευτυχίας και της μετριότητας, θα επισύρει την μήνη του περίγυρου που στέκεται στο ύψος κάποιου παντογνώστη Θεού και σου κουνάει το δάχτυλο γιατί δεν είσαι όπως πρέπει, όπως εκείνος έχει ορίσει και οι πιστοί του αντιπρόσωποι σε βομβαρδίζουν καθημερινά κι αδιάκοπα. Λοιπόν να πάνε να γαμηθούν, όλοι μαζί ή κατά μονάς … είναι απολύτως αδιάφοροι σαν νερόβραστη κι ανάλατη σούπα που δεν την τρώνε ούτε τα αδέσποτα.