Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (101.1-105.1)

101. ΑΓΑΛΜΑΤΟΠΩΛΗΣ [101.1] Ἑρμῆν τις ξύλινον κατασκευάσας καὶ προσενεγκὼν εἰς ἀγορὰν ἐπώλει. μηδενὸς δὲ ὠνητοῦ προσιόντος ἐκκαλέσασθαί τινας βουλόμενος ἐβόα, ὡς ἀγαθοποιὸν δαίμονα καὶ κέρδους τηρητικὸν πιπράσκει. τῶν δὲ παρατυχόντων τινὸς εἰπόντος πρὸς αὐτόν· «ὦ οὗτος, καὶ τί τοῦτον τοιοῦτον ὄντα πωλεῖς, δέον τῶν παρ᾽ αὐτοῦ ὠφελειῶν ἀπολαύειν;» ἀπεκρίνατο· «ὅτι ἐγὼ μὲν ταχείας ὠφελείας τινὸς ἐπιδέομαι, αὐτὸς δὲ βραδέως εἴωθε τὰ κέρδη περιποιεῖν».
πρὸς ἄνδρα αἰσχροκερδῆ καὶ τῶν θεῶν περιφρονοῦντα.

102. ΖΕΥΣ, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, ΑΘΗΝΑ, ΜΩΜΟΣ
[102.1] Ζεὺς καὶ Προμηθεὺς καὶ Ἀθηνᾶ κατασκευάσαντες ὁ μὲν ταῦρον, Προμηθεὺς δὲ ἄνθρωπον, ἡ δὲ οἶκον Μῶμον κριτὴν εἵλοντο. ὁ δὲ φθονήσας τοῖς δημιουργήμασιν ἀρξάμενος ἔλεγε τὸν μὲν Δία ἡμαρτηκέναι τοῦ ταύρου τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐπὶ τοῖς κέρασι μὴ θέντα, ἵνα βλέπῃ, ποῦ τύπτει, τὸν δὲ Προμηθέα, διότι τοῦ ἀνθρώπου τὰς φρένας οὐκ ἔξωθεν ἀπεκρέμασεν, ἵνα μὴ λανθάνωσιν οἱ πονηροί, φανερὸν δὲ ᾖ, τί ἕκαστος κατὰ νοῦν ἔχει. τρίτον δὲ ἔλεγεν, ὡς ἔδει τὴν Ἀθηνᾶν τῷ οἴκῳ τροχοὺς ὑποθεῖναι, ἵνα, ἐὰν πονηρῷ τις παροικισθῇ γείτονι, ῥᾳδίως μεταβαίνῃ. καὶ ὁ Ζεὺς ἀγανακτήσας κατ᾽ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βασκανίᾳ τοῦ Ὀλύμπου αὐτὸν ἐξέβαλεν.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οὐδὲν οὕτως ἐστὶν ἐνάρετον, ὃ μὴ πάντως περί τι ψόγον ἐπιδέχεται.

103. ΚΟΛΟΙΟΣ ΚΑΙ ΟΡΝΕΙΣ
[103.1] Ζεὺς βουλόμενος βασιλέα ὀρνέων καταστῆσαι προθεσμίαν αὐτοῖς ἔταξεν, ἐν ᾗ παραγενήσονται. κολοιὸς δὲ συνειδὼς ἑαυτῷ δυσμορφίαν περιιὼν τὰ ἀποπίπτοντα τῶν ὀρνέων πτερὰ ἀνελάμβανε καὶ ἑαυτῷ περιῆπτεν. ὡς δὲ ἐνέστη ἡ ἡμέρα, ποικίλος γενόμενος ἧκε πρὸς τὸν Δία. μέλλοντος δὲ αὐτοῦ διὰ τὴν εὐπρέπειαν βασιλέα αὐτὸν χειροτονεῖν τὰ ὄρνεα ἀγανακτήσαντα περιέστη καὶ ἕκαστον τὸ ἴδιον πτερὸν ἀφείλετο. οὕτω τε συνέβη αὐτῷ ἀπογυμνωθέντι πάλιν κολοιὸν γενέσθαι.
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ χρεωφειλέται μέχρι μὲν τὰ ἀλλότρια ἔχουσι χρήματα, δοκοῦσί τινες εἶναι, ἐπειδὰν δὲ αὐτὰ ἀποδώσωσιν, ὁποῖοι ἐξ ἀρχῆς ἦσαν εὑρίσκονται.

104. ΕΡΜΗΣ ΚΑΙ ΓΗ
[104.1] Ζεὺς πλάσας ἄνδρα καὶ γυναῖκα ἐκέλευσεν Ἑρμῇ ἀγαγεῖν αὐτοὺς ἐπὶ τὴν γῆν καὶ δεῖξαι, ὅθεν ὀρύξαντες †σπήλαιον ποιήσουσιν. τοῦ δὲ τὸ προσταχθὲν ποιήσαντος ἡ Γῆ τὸ μὲν πρῶτον ἐκώλυεν. ὡς δὲ Ἑρμῆς ἠνάγκαζε λέγων τὸν Δία προστεταχέναι, ἔφη· «ἀλλ᾽ ὀρυσσέττωσαν ὅσον βούλονται· στένοντες γὰρ αὐτὴν καὶ κλαίοντες ἀποδώσουσιν».
πρὸς τοὺς ῥᾳδίως μὲν δανειζομένους, μετὰ λύπης δὲ ἀποδιδόντας ὁ λόγος εὔκαιρος.

105. ΕΡΜΗΣ
[105.1] Ζεὺς Ἑρμῇ προσέταξε πᾶσι τοῖς τεχνίταις ψεύδους φάρμακον χέαι. ὁ δὲ τοῦτο τρίψας καὶ μέτρον ποιήσας ἴσον ἑκάστῳ ἐνέχεεν. ἐπεὶ δὲ μόνου τοῦ σκυτέως ὑπολειφθέντος πολὺ φάρμακον κατελείπετο, λαβὼν ὅλην τὴν θυίαν κατ᾽ αὐτοῦ κατέχεεν. ἐκ τούτου συνέβη τοὺς τεχνίτας πάντας ψεύδεσθαι, μάλιστα δὲ πάντων τοὺς σκυτέας.
ὁ λόγος εὔκαιρος πρὸς ἄνδρα ψευδολόγον.

***
101. Ο έμπορος των αγαλμάτων.
[101.1] Ήταν ένας μάστορας που κατασκεύασε ένα ξύλινο ξόανο του Ερμή και το έφερε στην αγορά για να το πουλήσει. Έλα όμως που δεν τον πλησίαζε κανένας πελάτης. Έτσι, θέλοντας να προσελκύσει αγοραστές, ο ανθρωπάκος βάλθηκε να φωνάζει ότι έχει για πούλημα έναν θεό ευεργετικό και φύλακα καλό του κέρδους. Τότε κάποιος από τους περαστικούς τον πείραξε: «Καλά ρε εξυπνάκια, αν είναι τόσο καλός ο θεός σου, γιατί θες να τον πουλήσεις; Δεν τον κρατάς καλύτερα για σένα, να καρπωθείς εσύ ο ίδιος τα οφέλη του;». Σε αυτά ο μάστορας αποκρίθηκε: «Ξέρεις, εγώ έχω επείγουσα ανάγκη από όφελος τώρα σύντομα, ενώ αυτός εδώ κατά κανόνα χαρίζει τα κέρδη εν ευθέτω χρόνω».
Ο μύθος χρησιμοποιείται για άνθρωπο αισχροκερδή που καταφρονεί τα θεία.

102. Ο Δίας, ο Προμηθέας, η Αθηνά και ο Μώμος.
[102.1] Μια φορά βάλθηκαν να συναγωνιστούν στη δημιουργία ο Δίας, ο Προμηθέας και η Αθηνά. Ο πρώτος, που λέτε, έπλασε ταύρο, ο δεύτερος άνθρωπο και η Αθηνά έφτιαξε ένα σπίτι. Ύστερα διάλεξαν για κριτή του αγώνα τον Μώμο. Αυτός όμως στραβοκοίταξε τα δημιουργήματα με κακία και άρχισε να τους βρίσκει ψεγάδια. Για τον Δία δήλωσε πως έκανε μεγάλο λάθος που δεν τοποθέτησε τα μάτια του ταύρου πάνω στα κέρατά του, για να βλέπει το ζώο πού χτυπάει. Τον Προμηθέα, πάλι, τον μέμφθηκε που δεν κρέμασε την ψυχή του ανθρώπου απέξω από το σώμα του, έτσι ώστε να μη μπορούν οι αχρείοι να ξεγελούν τον κόσμο — θα έπρεπε, διάτανε, να είναι προφανές τί κουβαλάει μέσα στο μυαλό του ο καθένας. Τέλος, για να τριτώσει το κακό, ο βρομόστομος ισχυρίστηκε πως η Αθηνά έπρεπε να έχει εφοδιάσει το σπίτι με ρόδες από κάτω, ώστε αν κανείς βρεθεί να γειτονεύει με κανένα στραβόξυλο, να μπορεί εύκολα να αλλάξει μέρος. Τότε πια ο Δίας αγανάκτησε με την τόση κακοήθεια του Μώμου και τον πέταξε έξω από τον Όλυμπο.
Το δίδαγμα του μύθου: Τίποτε δεν είναι τόσο άρτιο που να μην είναι δυνατόν να του βρεις ψεγάδι από κάποιαν άποψη.

103. Η καλιακούδα και τα πουλιά.
[103.1] Μια φορά ο Δίας αποφάσισε να επιβάλει βασιλέα στα πουλιά. Τους όρισε λοιπόν προθεσμία για να παρουσιαστούν μπροστά του οι υποψήφιοι. Η καλιακούδα, που λέτε, είχε συνείδηση του πόσο άσχημη ήταν. Γι᾽ αυτό βάλθηκε να τριγυρνάει γύρω-γύρω και να μαζεύει τα φτερά που έπεφταν χάμω από τα διάφορα πτηνά, έτσι ώστε να τα προσκολλήσει πάνω της. Αποτέλεσμα: όταν έφτασε η καθορισμένη μέρα, η καλιακούδα είχε πια σκεπαστεί ολόκληρη με πολύχρωμα φτερώματα και έτσι παρουσιάστηκε στον Δία. Εκείνος, εντυπωσιασμένος από τόση ομορφιά, ήταν έτοιμος να την επιλέξει για βασιλιά. Πάνω στην ώρα, ωστόσο, τα άλλα πετούμενα, που είχαν αγανακτήσει με αυτήν την απάτη, μαζεύτηκαν γύρω από την καλιακούδα και το καθένα τους τράβηξε και πήρε από πάνω της το δικό του φτερό. Με αυτόν τον τρόπο την ξεγύμνωσαν, και φάνηκε πάλι αυτό που ήταν στην πραγματικότητα: μια καλιακούδα και τίποτε άλλο.
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Οι χρεοφειλέτες, όσο έχουν τα λεφτά των άλλων, νομίζουν πως είναι σπουδαίοι και τρανοί. Όταν όμως χρειαστεί να τα δώσουν πίσω, φανερώνεται πια καθαρά αυτό που ήσαν εξαρχής.

104. Ο Ερμής και η Γη.
[104.1] Όταν ο Δίας έπλασε τον άνδρα και τη γυναίκα, έδωσε εντολή στον Ερμή να τους οδηγήσει κάτω στη γη και να τους υποδείξει πού να σκάψουν και να φτιάξουν σπηλιά για να μείνουν. Ο Ερμής πήγε ευθύς να εκτελέσει τις εντολές· έλα όμως που η Γη τού έφερνε εμπόδια στην αρχή. Τελικά ο θεός την εξανάγκασε να δεχτεί, λέγοντάς της πως ήταν διαταγή του Δία. Εκείνη πάντως παρατήρησε: «Βρε δεν πα να σκάβουν όσο θέλουν! Όλο το χώμα που θα ανασκάψουν, θα δεις που θα μου το γυρίσουν πίσω με κλάματα και στεναγμούς».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για εκείνους που παίρνουν εύκολα δάνειο αλλά το ξεπληρώνουν με μεγάλη στενοχώρια.

105. Ο Ερμής.
[105.1] Μια φορά και έναν καιρό ο Δίας έδωσε διαταγή στον Ερμή να περιχύσει όλους τους μαστόρους με το φάρμακο της ψευτιάς. Ο Ερμής, λοιπόν, κοπάνισε τα υλικά για το φάρμακο, κατασκεύασε μάλιστα και έναν μετρητή, και έτσι έχυνε ίση ποσότητα φαρμάκου σε κάθε τεχνίτη. Στο τέλος τού είχε απομείνει μόνο ο τσαγκάρης, και ωστόσο υπήρχε ακόμη μεγάλη ποσότητα φαρμάκου αχρησιμοποίητη. Έτσι ο Ερμής σήκωσε ολόκληρο το γουδί και έχυσε μονοκοπανιά το φάρμακο από εκεί μέσα καταπάνω στον τσαγκάρη. Από τότε, που λέτε, παρατηρείται το φαινόμενο να λένε ψέματα όλοι οι μαστόροι — και από όλους πιο πολύ οι τσαγκάρηδες.
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για ψεύτες ανθρώπους.

Οι ταμπέλες είναι για τους δρόμους

Αν κάποιος μας ρωτούσε σε τι χρησιμεύουν οι φωτεινές επιγραφές στο δρόμο, στα καταστήματα, στα μεγάλα ή και μικρά κτίρια, στα αξιοθέατα ή και στα σπίτια, θα λέγαμε απλά για να ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Για να αναγνωρίζουμε την τοποθεσία στην οποία στεκόμαστε. Γιατί πάντα είναι χρήσιμο κι ενίοτε ανακουφιστικό να ξέρεις το όνομα –έστω κι αυτό το τυπικό στην ταμπέλα– αυτών που σε περιβάλλουν. Αυτό που δε λέμε στους άλλους και τις περισσότερες φορές και στον εαυτό μας είναι ότι χρειαζόμαστε τις επιγραφές για να απαλλάξουμε τον εαυτό μας απ’ το ψάξιμο.

Είτε όταν είμαστε στο δρόμο και ζητάμε οδηγίες που θα μας βοηθήσουν να φτάσουμε κάπου, είτε όταν τα φώτα της μαρκίζας μας καθησυχάζουν ότι εδώ είμαστε, είτε όταν βάζουμε οι ίδιοι την ταμπέλα για να ξέρουν πού να μας βρουν. Η ίδια διαδικασία ισχύει και στις ταμπέλες που βάζουμε στους άλλους, τους τίτλους με τους οποίους τους αναφέρουμε, τις λέξεις που χρησιμοποιούμε για να τους προσδιορίσουμε.

Μιας και οι λέξεις είναι τόσο εύκολο να σχηματιστούν όσο το να πάρουμε ανάσα, το ίδιο εύκολα ξεχνάμε ότι αυτές που χρησιμοποιούμε για τους άλλους στην ουσία χαρακτηρίζουν εμάς. Είναι ίσως το αρχαιότερο μπούμερανγκ στην ιστορία και δεδομένου ότι θεωρείται παιχνίδι αναψυχής –να πηγαινοέρχεται σε μας– το ίδιο έφτασαν να θεωρούνται κι οι λέξεις.

Αν εξαιρέσουμε τις πολύ θετικές που όλοι με έναν περίεργο τρόπο πάντα αφορίζουμε όταν ξεστομίζονται, ίσως γιατί μας είναι πιο εύκολο να πιστέψουμε τις αρνητικές και τις απλές καθημερινές που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, μένουν οι πολύ συγκεκριμένες οι οποίες συνήθως είναι κι οι πιο εύκολες να γίνουν ταμπέλες ή μέρος αυτής.

Αυτό που πάλι δε λέμε στον εαυτό μας είναι ότι οι λέξεις αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο που κατέληξαν να είναι συγκεκριμένες ενώ στην ουσία είναι το λιγότερο μειονοτικές, αν όχι άδικες. Σπεύδουμε αμέσως να πούμε ότι εμείς ποτέ δε θα τις χρησιμοποιούσαμε, τουλάχιστον όχι σκοπίμως κι εκεί είναι η παγίδα που πέφτει κι ο πιο προσεκτικός νους. Γιατί οι λέξεις αυτές είναι αναπόφευκτα εγκατεστημένες στον εγκέφαλό μας, μιας κι έχουν γίνει συνήθεια.

Κοίτα γύρω και πάρε απλά παραδείγματα και θα καταλάβεις ότι αυτό που βλέπεις δεν ξεκινάει απ’ την όραση σαν αίσθηση, αλλά απ’ τη γενικότερη αίσθηση που επικρατεί. Ένας άνθρωπος με πολλά παραπάνω κιλά στο δρόμο που περνάει μπροστά μας τρώγοντας είναι αυτομάτως από χοντρός ως βουβάλι. Μια κοπέλα με βαθύ ντεκολτέ που καπνίζει στο δρόμο με λίγο παραπάνω μακιγιάζ είναι αμέσως από αλήτισσα μέχρι τσούλα, ένας ηλικιωμένος που κοιτάει στραβά τις παρέες ωρυόμενων νεαρών στο δρόμο είναι από παλιόγερος μέχρι πεθαμένος που δεν το ξέρει. Μια μητέρα που διαφωνεί με το παιδί της και λογομαχεί στο δρόμο είναι από υστερική μέχρι ανάξια μάνα κι ένας άντρας που πιάνει κουβέντα σε μια άγνωστη στη στάση του μετρό είναι από λιγούρης ως βαρεμένος. Πόσες τέτοιες ταμπέλες δε φτιάξαμε αλήθεια από απλούς περαστικούς μέχρι κι ανθρώπους δικούς μας όταν δεν τους καταλαβαίναμε;

Γιατί η ακόμη βαθύτερη προέλευση κι απ’ την επικρατούσα αίσθηση, η πηγή όλων, είναι η αντίληψή μας η οποία κρίνεται καθημερινά ελλιπής και καθημερινά ανανεώσιμη. Έτσι, βάζουμε λεζάντες γιατί η χρήση αντίληψης προϋποθέτει και το βασικότερο αγαθό όλων, που είναι ο χρόνος.

Θέλει χρόνο ουσιαστικό κι όχι απλό σπατάλημα της ώρας το να καθίσουμε να καταλάβουμε, να νιώσουμε κι εν τέλει να μάθουμε απ’ τις ατέλειωτες πιθανότητες που παρουσιάζει η μη χρήση ταμπελών, ο αφοπλισμός κάθε σκέψης ότι ξέρουμε ήδη τους άλλους, ότι στο βάθος υπάρχουν κι άλλες τόσες κι άλλες ακόμη χωρίς ποτέ να τελειώνει ο αριθμός τους.

Ο κάθε άνθρωπος εκεί έξω είναι ένα αναρίθμητο σύνολο πραγμάτων, δεδομένων κι εναλλαγών, που θα ήταν αν όχι απίθανο, σίγουρα ανώφελο να πούμε ότι καταφέραμε να τα βάλουμε όλα σε μια λέξη. Ούτως ή άλλως στην πλειοψηφία τους, αν όχι όλοι, δεν έχουν καμιά φορά ούτε κι οι ίδιοι ιδέα ότι είναι τόσα πολλά πράγματα σε ένα μόνο σώμα, σε μια μόνο ζωή.

Λογικά ούτε κι εσύ έχεις, έχεις όμως χρόνο να τους ανακαλύψεις και να σε ανακαλύψουν κι αυτοί, κρατάει λιγότερο από μια κακή ταμπέλα κι έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Όμως γι’ αυτό είχες μια ιδέα ήδη πριν βάλεις την ταμπέλα, έτσι δεν είναι;

Η ηθική αρχή του Χρυσού Κανόνα

Η ηθική αρχή, γνωστή ως ο Χρυσός Κανόνας, αποδίδεται με την έκφραση «Κάνε στους άλλους αυτά που θα ήθελες να σου κάνουν». Παρόλο που ο όρος Χρυσός Κανόνας δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε πριν από τον δέκατο όγδοο αιώνα, η υποβόσκουσα ιδέα – ή πιο σωστά, η ομάδα από υποβόσκουσες ιδέες- είναι παμπάλαια. Εμφανίζεται με παρόμοιο τρόπο σχεδόν σε κάθε ηθικό κώδικα ή ηθικό σύστημα, θρησκευτικό ή κοσμικό, και ως εκ τούτου θεωρείται ότι αποτείνεται σε μία από τις πιο θεμελιώδεις ηθικές απόψεις ή ένστικτο μας.

Αυτός ο κανόνας, όμως, μπορεί να ανιχνευθεί και σε ιουδαϊκά και ισλαμικά γραπτά, ενώ διαφορετικές παραλλαγές του εμφανίζονται και σε αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα, καθώς και σας διδαχές σοφών της Ανατολής όπως ο Κινέζος διανοητής και φιλόσοφος Κομφούκιος.

Ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας του Χρυσού Κανόνα έγκειται στην πλήρη γενίκευσή του, η οποία εξηγεί και γιατί έχει ερμηνευτεί και εφαρμοστεί ευρέως και ποικιλοτρόπως. Σύμφωνα με τις ιδιαίτερες προτιμήσεις και ανάγκες, οι ποικίλες πτυχές αυτού του κανόνα μπορούν να συμπεριλάβουν την αμοιβαιότητα, την αντικειμενικότητα και την καθολικότητα. Ταυτόχρονα, όμως, η απλότητα αυτού του κανόνα τον έχει εκθέσει στην κριτική ότι, ουσιαστικά, καμία πρακτική οδηγία δεν μπορεί να τηρηθεί από την υιοθέτησή του.

Αν με βοηθήσεις θα σε βοηθήσω

Ένας λόγος για τη μεγάλη απήχηση του Χρυσού Κανόνα είναι ότι βασίζεται στην ηθική της αμοιβαιότητας. Η μέγιστη σημασία τού να επιστρέφεις μια χάρη ή ένα καλό που σου έχουν κάνει, βρίσκεται σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία και σαν τέτοια συχνά οδηγεί στο να θεωρούμε αυτή την υποχρέωση ως κανόνα. Στον ομηρικό κόσμο, ανάμεσα στους Μυκηναίους στην αρχαία Ελλάδα, για παράδειγμα, το να προσφέρονται και να γίνονται αποδεκτά διάφορα δώρα, αποτελούσε ένα σημαντικό τυπικό της φιλοξενίας που έδενε τους ανθρώπους με δεσμούς φιλίας και αφοσίωσης, και προωθούσε την κοινωνική συνοχή.

‘Όταν ζητήθηκε από τον Κινέζο σοφό Κομφούκιο να δώσει μια απλή λέξη που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως οδηγός για όλη μας τη ζωή, υποτίθεται ότι απάντησε: «Αυτή η λέξη είναι η “αμοιβαιότητα”, δηλαδή να μην κάνεις στους άλλους αυτά που δεν επιθυμείς να σου κάνουν».

Μπορούμε, λοιπόν, να μαντέψουμε τους λόγους που η αμοιβαιότητα μπορεί να θεωρηθεί ως ένας σχεδόν παγκόσμιος νόμος. Το να «Αν με βοηθήσεις θα σε βοηθήσω» είναι περισσότερο άβολο και λιγότερο αποτελεσματικό από το να ζητήσεις από κάποιον να το κάνει για εσένα, άρα το να έρθεις σε μια αμοιβαία συμφωνία, μπορεί στο τέλος να αποδειχθεί καλύτερο και για τους δύο συμβαλλόμενους. Ο κίνδυνος, φυσικά, είναι ότι ο πρώτος που θα ζητήσει τη χάρη μπορεί να φανεί αναξιόπιστος ή να κάνει κάποια ζαβολιά, και έτσι, ψάχνοντας για ένα βραχυπρόθεσμο πλεονέκτημα, ίσως αθετήσει τη συμφωνία. Το να εδραιωθεί μια ηθική αμοιβαιότητα, η οποία θα υποστηρίζεται από κοινωνικές κυρώσεις ενάντια σε αυτούς που δεν ανταποδίδουν, είναι ένας τρόπος για να αποθαρρύνεται μια τέτοια εγωιστική συμπεριφορά. Αυτή η ηθική άποψη αποδίδεται περιληπτικά με τον Χρυσό Κανόνα.

Αντικειμενικότητα και συνέπεια

Η ιδέα ότι πρέπει να φερόμαστε στους άλλους με τον τρόπο που θα επιθυμούσαμε να μας συμπεριφέρονται υπονοεί ότι η ίδια βαρύτητα πρέπει να δίνεται στις επιθυμίες και στα ενδιαφέροντα των άλλων και, επομένως, και εμείς πρέπει να συμπεριφερόμαστε με αντικειμενικότητα προς αυτούς. Αλλά αυτό είναι στην πραγματικότητα πολύ περισσότερο απ’ ότι απαιτεί τυπικά ο Χρυσός Κανόνας, ο οποίος δεν απαιτεί ουσιαστικά να πράττουμε για τους άλλους αυτό που οι ίδιοι θέλουν, αλλά να συμπεριφερόμαστε στους άλλους με τον τρόπο που εμείς θέλουμε να μας συμπεριφέρονται και, επομένως, οι άλλοι θα γίνονται αποδέκτες μιας συμπεριφοράς την οποία ίσως επιθυμούν, μόνο αν αυτή η συμπεριφορά είναι σύμφωνη με τις δικές μας επιθυμίες.

Αυτό που τελικά φαίνεται να είναι το ζητούμενο εδώ, είναι να επιδεικνύουμε σταθερότητα και συνέπεια στη συμπεριφορά μας και όχι αντικειμενικότητα. Ένας εγωιστής που επιθυμεί να κυνηγήσει τα δικά του συμφέροντα ακολουθεί τον κανόνα και συμπεριφέρεται με σταθερότητα και συνέπεια όταν συμβουλεύει τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Ο μαζοχιστής που επιθυμεί να του επιβάλλουν οι άλλοι τον πόνο, ακολουθεί τον κανόνα και ενεργεί με συνέπεια όταν και ο ίδιος προκαλεί πόνο στους άλλους – είτε τους αρέσει είτε όχι. Ο Χρυσός Κανόνας, επομένως, από μόνος του δεν θέτει ουσιαστικά ηθικά διλήμματα.

Αυτή η διάσταση του Χρυσού Κανόνα – δηλαδή η υπενθύμιση για σταθερότητα και συνέπεια – εξηγεί γιατί θεωρούμε την υποκρισία απεχθή· Η ασυμβατότητα μεταξύ του τι κάνουν οι άνθρωποι και τι συστήνουν στους άλλους να κάνουν, το γεγονός δηλαδή ότι οι άνθρωποι δεν πράττουν ό,τι διακηρύττουν, όπως για παράδειγμα ένας μοιχός πολιτικός ο οποίος κάνει κήρυγμα για τις οικογενειακές αξίες, είναι από μόνο του κάτι ανάρμοστο και απαράδεκτο (ανάμεσα σε άλλα πολλά) επειδή ακριβώς δεν επιδεικνύει σταθερότητα και συνέπεια.

Ο Χρυσός Κανόνας, επομένως, δεν είναι μια ηθική πανάκεια. Η ίδια η ασάφειά του έχει επιτρέψει στους ανθρώπους να τον χρησιμοποιούν όταν επιθυμούν να προχωρήσουν σε βαρύγδουπους ισχυρισμούς, τους οποίους δεν μπορεί καλά-καλά να καλύψει. Είναι μάλλον ένας γενικός κανόνας, παρά μια αρχή με ευρεία εφαρμογή. Ως τέτοιος, δεν είναι παρά ένας κανόνας που κατέχει μια θέση στη θεμελίωση της ηθικής μας σκέψης και αποτελεί ένα χρήσιμο αντίδοτο, τουλάχιστον, στο είδος της κοντόφθαλμης ηθικής η οποία συχνά επηρεάζεται όταν διακυβεύονται τα συμφέροντά μας.

Όλη η ανθρώπινη ηθική περιέχεται σε αυτή τη φράση: Κάνε τους άλλους τόσο ευτυχισμένους, όσο ευτυχισμένο θα ήθελες και τον εαυτό σου, και ποτέ να μην τους φέρεσαι πιο άσχημα απ ό,τι θα φερόσουν στον εαυτό σου.
Μαρκήσιος Ντε Σαντ 

Οι απόψεις των φιλοσόφων για τον Χρυσό Κανόνα

Η απήχηση του Χρυσού Κανόνα είναι τόσο γενικευμένη που δεν είναι και τόσο δύσκολο να βρούμε τα σημάδια του, περισσότερο ή λιγότερο σαφή, στις θεωρίες των περισσότερων ηθικών φιλοσόφων. Ένα τέτοιο ξεκάθαρο παράδειγμα είναι ο Σάμιουελ Κλαρκ, ο οποίος ανέπτυξε το 1706 τον κανόνα αυτό στο έργο του Η Θεωρία της αμεροληψίας, όπου δηλώνει πως «Ό,τι κρίνω εύλογο ή παράλογο για κάποιον άλλον να κάνει για μένα, τότε βάσει της ίδιας απόφασης δηλώνω λογικό ή παράλογο αυτό που θα έπρεπε να κάνω και εγώ για εκείνον στην ίδια περίπτωση».

Ο Ιμάνουελ Καντ απεφάνθη ότι ο Χρυσός Κανόνας ήταν ιδιαίτερα επουσιώδης για να θεωρηθεί παγκόσμιος νόμος, όμως το αποτύπωμά του μπορεί να ανιχνευτεί στις θεμελιώδεις αρχές του, σε αυτό που ονομάζουμε «κατηγορική προσταγή», η οποία αποτελείτο θεμέλιο του ηθικού του συστήματος. «Να ενεργείτε μόνο σύμφωνο με ένα ρητό το οποίο θα μπορούσατε αμέσως να αποδεχθείτε ότι θα γίνει παγκόσμιος νόμος»

Όπως εσείς επιθυμείτε να στέκεστε, βοηθήστε και τους άλλους να στέκονται. Και όπως εσείς επιθυμείτε την επιτυχία, βοηθήστε και τους άλλους να τη φτάσουν.
Κομφούκιος

Ο βικτωριανός ωφελιμιστής Τζον Στιούαρτ Μιλ χρησιμοποίησε τον Χρυσό Κανόνα ως μέρος της ωφελιμιστικής θεώρησής του, δηλώνοντας ότι στον Χρυσό Κανόνα του Ιησού από τη Ναζαρέτ μπορούμε να ανιχνεύσουμε ολόκληρο το πνεύμα των ηθικών αρχών του ωφελιμισμού.

Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα προέρχεται από τον φιλόσοφο Ρ.Μ. Χέαρ, ο οποίος ανέπτυξα την αντίληψη της καθολικής ικανότητας, δηλαδή τη θέση ότι οποιαδήποτε ηθική κρίση πρέπει να εφαρμόζεται εξίσου σε κάθε πανομοιότυπη κατάσταση, σημειώνοντας ότι αυτή η αντίληψη είναι η επεξήγηση του Χρυσού Κανόνα.

«Απέφευγε να κάνεις αυτό το οποίο θα κατηγορούσες τους άλλους ότι στο έκαναν.» -Θαλής

«Αυτό που δεν θέλεις να σου συμβεί μην το κάνεις ούτε και εσύ.» -Σέξτος ο Εμπειρικός

«Μην κάνεις στους άλλους αυτό το οποίο σε θυμώνει, όταν το κάνουν σε εσένα.» –Ισοκράτης

Ο χρυσός κανόνας είναι ότι δεν υπάρχουν χρυσοί κανόνες – George Bernard Shaw

Ο φόβος του θανάτου

Timor mortis conturbat me (Ο φόβος του θανάτου με τρομάζει).
Αυτός ο στίχος του Σκοτσέζου ποιητή William Dunbar (1459-1520) περικλείει μια πανανθρώπινη αλήθεια: τίποτε στη ζωή δεν μας απασχολεί τόσο πολύ όσο το τέλος της. Ζούμε διαρκώς στη σκιά του θανάτου και πολλά από αυτά που κάνουμε και σκεφτόμαστε είναι επηρεασμένα από το ότι οι ζωές μας είναι πεπερασμένες και αναπόφευκτα θα τελειώσουν αργά ή γρήγορα.

Μια παγκόσμια, ίσως, αλήθεια, αλλά καθόλου ξεκάθαρη. Για τη λέξη «θάνατος» υπάρχουν δύο πολύ διαφορετικές έννοιες. Ο θάνατος τον οποίο συναντάμε τελικά είναι ένα γεγονός, ή πιο συγκεκριμένα μια διαδικασία, που φέρνει τέλος στη ζωή. Και ενώ ο θάνατος υπ’ αυτή την έννοια εξ ορισμού σηματοδοτεί τον τερματισμό της ζωής, είναι επίσης μέρος της ζωής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι κάτι που μας προβληματίζει στη ζωή μας. Ο θάνατος μπορεί επίσης να αναφέρεται στη μεταθανάτια κατάσταση στην οποία έχουμε υπεισέλθει όταν, με την πρώτη έννοια του θανάτου έχει τερματιστεί η ζωή μας. Ή, πιο συγκεκριμένα, η λέξη θάνατος μπορεί να περιγράψει μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει το «εγώ» ή το «εμείς» ως όντα τα οποία υπήρξαν κάποτε.

Πρέπει, αλήθεια, να φοβόμαστε τον θάνατο; Είναι λογικός αυτός ο φόβος; Αυτά τα ερωτήματα μπορεί να σημαίνουν πολύ διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με το αν εννοούμε τη διαδικασία τού να πεθαίνει κάποιος ή την κατάσταση του νεκρού. Δεν υπάρχει τίποτε παράλογο αναφορικά με τον φόβο της διαδικασίας του θανάτου, το τελικό στάδιο της ζωής. Μπορεί να πεθάνουμε ξαφνικά και ανώδυνα στον ύπνο μας, όμως, δυστυχώς, ο θάνατος είναι συχνά μια δυσάρεστη, οδυνηρή και αναξιοπρεπής διαδικασία. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να αντιμετωπίζουν πιο στωικά την προοπτική ενός δυσάρεστου θανάτου, αλλά σαφώς ο θάνατος μπορεί να κάνει κάποιον να αισθάνεται νευρικός και πνιγμένος στο άγχος.

Τι σημαίνει, όμως, το να είναι κάποιος νεκρός; Ή το να έχει σταματήσει να υπάρχει; Ή ότι έχει τελειώσει η ζωή του στη γη; Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι το τέλος της γήινης ύπαρξής μας είναι ένα σημείο μετάβασης σε κάποιο είδος μετά θάνατον ζωής – μια μετάβαση σε μια άλλη ζωή, η οποία μπορεί να είναι καλύτερη ή χειρότερη, σίγουρα όμως διαφορετική από τη ζωή μας στη γη. Άλλα άτομα, χωρίς θρησκευτικές ή πνευματικές πεποιθήσεις, θεωρούν πως ο θάνατος είναι το φυσιολογικό τέλος της ζωής, απλά και ξεκάθαρα, και πιστεύουν ότι μετά τον θάνατο δεν μας περιμένει τίποτα πέρα από τη φυσική εξόντωση. Οι συνέπειες της άποψης που έχετε για το θέμα δεν θα μπορούσαν παρά να είναι τεράστιες.

Ελπίδα και φόβος, παράδεισος και κόλαση

Επομένως, εάν πιστεύουμε ότι η ζωή μας στη γη δεν είναι η μόνη που υπάρχει, ότι δηλαδή υπάρχει κάποιο είδος μετά θάνατον ζωής, η πεποίθησή μας αυτή μπορεί να μας δώσει βάσιμους λόγους για φόβο ή ελπίδα, ανάλογα με τι αναμένουμε μετά θάνατον. Πολλοί πολιτισμοί υποθέτουν ότι υπάρχει ένα πνευματικό συστατικό, η ψυχή, η οποία επιβιώνει μετά τον θάνατο του φυσικού σώματος. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι εκτελούσαν σύνθετα τελετουργικά για να προετοιμάσουν τους νεκρούς τους για τη μετά θάνατον ζωή. Ο Πλάτων πίστευε ότι η ψυχή υπήρχε πριν από τη γέννηση και μετά τον θάνατο του σώματος. Όσο για τους σύγχρονους Ινδουισιές, Χριστιανούς, Εβραίους και Μουσουλμάνους, έχουν όλοι εξαιρετικά περίπλοκες πεποιθήσεις για την επιβίωση μετά τον θάνατο.

Ο Πλάτων υποστηρίζει ότι η ψυχή υπάρχει και μετά θάνατον.

Ο Επίκουρος λέει ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μια ρητή σχέση μεταξύ της ποιότητας της γήινης ζωής ενός ατόμου και της μοίρας που το περιμένει στη συνέχεια. Οι Ινδουιστές, για παράδειγμα, υποθέτουν ότι το κάθε άτομο αναγεννιέται (μετενσάρκωση), ενώ η διάρκεια και η μορφή αυτών των αναγεννήσεων καθορίζονται από το κάρμα του, δηλαδή την αναλογία των καλών και κακών πράξεων που πραγματοποίησε σης προηγούμενες μετενσαρκώσεις του.

Από την άλλη, ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ έχουν περίτεχνα οράματα του παράδεισου και της κόλασης, όπου τα άτομα ανταμείβονται ή τιμωρούνται, αναλόγως, για τη συμπεριφορά τους στη γη. Για τους οπαδούς αυτών των θρησκειών, η προοπτική ζωής πέρα από τον επίγειο θάνατο, προσφέρει στο άτομο λόγους για φόβο και ελπίδα, και πιθανόν να έχει και τη μεγαλύτερη επιρροή στην ηθική στάση ζωής που θα δείξει κατά τη διάρκεια της ζωής του στη γη.

Είναι ο θάνατος κάτι κακά για εμάς;

Πρέπει οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στη μεταθανάτια ζωή να φοβούνται τον θάνατο; Και μήπως έχει κάποιο νόημα να διασκεδάζουν τους φόβους τους για το μέλλον ενός κόσμου στον οποίο δεν θα υπάρχουν;

Ο Επίκουρος, θέλοντας να δείξει ότι αυτός ο φόβος είναι ουσιαστικά άστοχος, υποστήριξε ότι ένας τέτοιος φόβος είναι άκαιρος: «Παρότι ο θάνατος θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα κακά, δεν πρέπει να σημαίνει τίποτε για εμάς, μιας και υπάρχουμε όταν δεν υπάρχει ο θάνατος και σταματάμε να υπάρχουμε όταν ο θάνατος έρθει».

Με άλλα λόγια, ο θάνατος δεν μπορεί να μας αγγίξει, επειδή όταν επέλθει ο θάνατος εμείς παύουμε να υπάρχουμε και επομένως δεν μπορεί να μας βλάψει. Άρα, είναι ανόητο να φοβόμαστε κάτι που δεν μπορεί να μας βλάψει. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει, ο χρόνος μετά θάνατον δεν έχει καμία διαφορά από τον χρόνο πριν από τη γέννησή μας και, όντας αδιάφοροι στον χρόνο πριν από τη γέννησή μας, θα έπρεπε να είμαστε αδιάφοροι και για μετά.

Φυσικά, δεν πείθονται όλοι από το επιχείρημα του Επίκουρου. Ο Αμερικανός φιλόσοφος Τόμας Νέιτζελ και άλλοι υποστηρίζουν ότι ο θάνατος είναι κακός για εμάς επειδή βλάπτει τα συμφέροντά μας. Για την ακρίβεια, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το να είναι κανείς νεκρός ή να μην υπάρχει, δεν είναι από μόνο του κακό – το κακό είναι ότι μας εμποδίζει να έχουμε τα διάφορα καλά πράγματα που θα είχαμε αν ζούσαμε, επειδή κάποιες από τις επιθυμίες μας ίσως δεν έχουν υλοποιηθεί και επειδή μερικά από τα σχέδια που κάναμε και θα έδιναν αξία στη ζωή μας δεν έχουν ολοκληρωθεί.

Carpe diem, quam minimum credula postero” — Αδράξτε τη μέρα, δείξτε λίγη εμπιστοσύνη στο αύριο… Οράτιος. Ρωμαίος ποιητής, 1ος αιώνας π,Χ.

Μπορούμε, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι ο θάνατος είναι επιβλαβής, επειδή είναι μια οριστική διακοπή της ζωής μας, που συνεπάγεται τη στέρηση κάποιων καλών πραγμάτων. Αυτός είναι και ο λόγος που έχουμε διαφορετική άποψη για τον χρόνο πριν από τη γέννησή μας και για τον χρόνο μετά τον θάνατο μας. 0 πρώτος, σε αντίθεση με τον δεύτερο, δεν μας στερεί τίποτε, δεν είμαστε αποκομμένοι από την απόλαυση, από πράγματα που διαφορετικά θα μπορούσαμε να είχαμε. Με τον ίδιο τρόπο, φυσικά, ο θάνατος μπορεί να μας κάνει καλό, γιατί μας ανακουφίζει από καταστάσεις που θα υποφέραμε αν ζούσαμε.

Ζήστε τη ζωή

Επομένως, αν αυτό είναι το είδος της βλάβης που προκαλείται από τον θάνατο, ο καλύτερος τρόπος να μειωθεί η ζημιά είναι να επέρχεται όσο το δυνατόν αργότερα.

Πώς θα διαχειριστούμε κάτι τέτοιο; Διάγοντας, για παράδειγμα, πιο υγιεινή ζωή και αναλαμβάνοντας λιγότερα ρίσκα. Αυτά όμως είναι θέματα σύνεσης και όχι ηθικής. Πέρα από αυτές τις σκέψεις δεν υπάρχει τίποτε που μπορούμε να κάνουμε για να επηρεάσουμε τον χρόνο έλευσης του θανάτου.

Στον βαθμό, λοιπόν, που δεν έχει νόημα να ανησυχούμε για πράγματα πέρα από τον έλεγχο μας, ίσως τελικά ο Επίκουρος να είχε δίκιο. Αν ο θάνατος είναι μια αναπόφευκτη στέρηση των καλών πραγμάτων, τότε η λύπη και όχι ο φόβος πρέπει να είναι η πιο κατάλληλη απάντηση στο αν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο, και ίσως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του πάντα αισιόδοξου χαρακτήρα στο θεατρικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ Η Μάνα, ο οποίος λέει: «Μη φοβάστε τόσο τον θάνατο όσο την ανεπαρκή ζωή».

Πρέπει, λοιπόν, να ζούμε τη ζωή στο έπακρο, αδράχνοντας τις ευκαιρίες που μας δίνει, και να εστιάζουμε περισσότερο στο τι κάνουμε παρά στο ή τι δεν κάνουμε.

Ένα πρόβλημα θα κάνει την ζωή σου ενδιαφέρουσα

Αλήθεια, ποιος δεν έχει σκεφτεί ότι θα ήθελε να λύσει όλα του τα προβλήματα; Ποιος δεν έχει σκεφτεί διάφορους τρόπους για να απαλλαγεί από αρνητικές σκέψεις και από συναισθήματα που του βαραίνουν την καθημερινότητα; Ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός ο μοναδικός τρόπος…

Ποιος δεν έχει αναζητήσει εκείνο το μαγικό χάπι που θα μπορεί να εξαφανίσει, ως δια μαγείας, όλα εκείνα τα οποία του δυσκολεύουν την ζωή και την καθημερινότητα;

Όλοι οι άνθρωποι έχουμε και τις καλές αλλά και τις κακές στιγμές μας. Όλοι έχουμε μνήμες, καταστάσεις και γεγονότα που έχουμε βιώσει και έρχονται στιγμές που τα αισθανόμαστε όλα αυτά πραγματικά αβάσταχτα. Και τότε, αναζητούμε τρόπους! Ψάχνουμε την “μαγική φόρμουλα” που θα τα κάνει όλα καλύτερα. Διαβάζουμε βιβλία, παρακολουθούμε σεμινάρια, διαλέξεις, ακούμε απόψεις, γνώμες, ακολουθούμε βήματα… Kάτι γίνεται, αλλά η λύση δείχνει προσωρινή.

Για ποιον λόγο όμως; Υπάρχει τρόπος; Υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να δώσει μια σταθερότητα; Ναι, υπάρχει τρόπος! Και γι’ αυτό βρίσκεσαι εδώ. Για να μάθεις τον no1 τρόπο που μπορεί να σε απαλλάξει από οτιδήποτε σε απασχολούσε έως τώρα και θα σου δώσει λύσεις για να μπορείς να ανταπεξέλθεις σε μελλοντικές προκλήσεις.

Το “πρόβλημα” λοιπόν στους ανθρώπους δεν είναι ότι έχουν… προβλήματα. (Για την ακρίβεια, άνθρωπος χωρίς πρόβλημα είναι καταδικασμένος να πεθάνει. Πρώτα σε συναισθηματικό επίπεδο και δεύτερον σε σωματικό). Άρα λοιπόν, αν το πρόβλημα είναι μια απαραίτητη διαδικασία… ένα απαραίτητο στοιχείο για να υπάρχουμε… για να είμαστε ζωντανοί, τότε ποια πρέπει να είναι η λύση;

Αν θέλεις πραγματικά να απαλλαγείς από εκείνα τα προβλήματα που σε βαραίνουν τότε φρόντισε να δημιουργήσεις ένα… “Μεγαλύτερο Πρόβλημα”. Ένα πιο όμορφο πρόβλημα. .

Έτσι λοιπόν, εάν θέλεις να λύσεις οτιδήποτε σε απασχολούσε έως τώρα, βρες, φρόντισε και συντονίσου με κάτι ανώτερο. Συντονίσου με τον σκοπό της ζωής σου. Βρες ποιος είναι εκείνος ο τρόπος που θα μπορέσεις να προσφέρεις αξία σε άλλους ανθρώπους. Αξία στην κοινωνία. Κάτι που θα αλλάξει τις ζωές των άλλων ανθρώπων. Και δεν είναι απαραίτητο να είναι κάτι εντυπωσιακό. Μπορεί να είναι κάτι μικρό. Κάτι μικρό που δεν ξέρεις ποτέ που θα σε οδηγήσει.

Έτσι λοιπόν, γράψε κάτω τι είναι αυτό που σε απασχολεί και σκέψου τι είναι αυτό το μεγαλύτερο, αυτή η μεγαλύτερη εικόνα της ζωής σου που εάν τώρα την σκεφτείς, εάν τώρα την καταγράψεις, εάν πάρεις φίλους που να μπορούν να σε συναισθανθούν, τότε θα μπορείς να σχεδιάσεις κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων.

Μπορεί να αλλάξει τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων απλά επειδή εσύ σήμερα αποφάσισες να κάνεις την διαφορά στην δικιά σου την ζωή. Να θυμάσαι πως είσαι μοναδικός! Είσαι υπέροχος!

Να Αγαπάς τον Εαυτό σου, να Ζεις Δυνατά και να Ζεις με Πάθος!

Να γίνεσαι, όπως σου πρέπει

Σχετική εικόναΕκεί κάπου στα μέσα της ζήσης διαδρομής, θα κάνεις τον απολογισμό. Αν είσαι τυχερός, ίσως και νωρίτερα. Όλα όσα έχεις διανύσει δεν είναι παρά μικρές σιδηροδρομικές περιπλανήσεις. Ο καθένας που έχεις συναντήσει, δεν είναι παρά το εναπομείναν κομμάτι του παζλ μέχρι την επόμενη στάση. Οι άνθρωποι των χιλιομετρικών στροφών, είναι εκείνοι που διαλέγουν την θέση δίπλα στο διάδρομο.

Ανήσυχοι, δοτικοί, αμφισβητίες. Αναζητούν την λεπτομέρεια στην πορεία του ανέμου, παρακολουθούν με προσοχή τους συνταξιδιώτες, παρατηρούν την μεριά που διαλέγει να κατέβει ο εγκαταλείπων. Αν μυρίσεις την αύρα τους και τους γνωρίσεις, θα μάθεις, να πατάς φρένο στη στροφή. Θα μάθεις να συνεχίζεις .Όσοι αφουγκράζονται τους συνοδοιπόρους τους, δεν βολεύονται, σου δείχνουν τι δεν έκαναν, δεν επιδεικνύουν τι έχουν κάνει. Σε ακολουθούν, ακόμα και όταν βγαίνεις εκτός χάρτη.

Και αυτή είναι η διαφορά τους από τους βολεμένους. Μονόχνοτοι, άχρωμοι με παρωπίδες, διαλέγουν θέσεις καθήμενων δίπλα σε παράθυρα. Παρατηρώντας την φορά του τρένου, χάνουν την αίσθηση της επικοινωνίας με τους συνταξιδιώτες και επαίρονται, ρουφώντας παρά απομεινάρια από τις εικόνες των βρόμικων τζαμιών.

Οι βολεμένοι άνθρωποι, αποζητούν και σε συναισθηματικό τομέα τη βόλεψή τους. Έτσι κλείνουν στις χούφτες τους, πλάνη, ύλη, και μυθοπλασίες, όχι μυρωδιές και αναμνήσεις. Σκοπός τους είναι αρπάζουν το ζωμό του κάθε νέου επιβάτη, κι όχι να εφοδιάζουν όποιον αποχωρεί. Τους αναγνωρίζεις εύκολα, είναι οι προσιτοί άνθρωποι των Κυριακών, δεν έχουν την ικανότητα να εξισορροπούν τις Δεύτερες, χάνονται στα πρωινά ξυπνήματα.

Σε κάθε παράκαμψη, οι βολεμένοι, αθεράπευτα ιδεολόγοι, επικοινωνούν με έναν απλούστατο κώδικα, εκτιμούν μόνον όσους σκέφτονται και ενεργούν με τον ίδιο τρόπο, εν αντιθέσει, επικρίνουν όσους διαλέγουν ανεξάρτητα κι αυτόνομα δρομολόγια. Η πορεία του κάθε επιβάτη, είναι ένα αμφίδρομο ταξίδι, μεταξύ θηράματος και κυνηγιού.

Διότι, όλοι έχουμε μέσα μας, ένα σημείο τσαλακωμένο. Άλλοι το διπλώνουν περίτεχνα, μελετημένο σε ευθεία, χτίζοντας λυκοφιλίες. Άλλοι το ζυγίζουν, το σιδερώνουν στη πυρά, το ξετυλίγουν, το χιλιοτσαλακώνουν, το κομματιάζουν, τα γαζώνουν, ίσα με να το φτάσουν στο τέρμα, και εκεί να στήσουνε τη μωβ σημαία τους.

Συμπορεύεσαι έξω και δε μπορείς να ξέρεις, τι θα σου τύχει στην διπλανή θέση. Ετούτες οι συναντήσεις, είναι σαν το μεστωμένο κρασί, στη γουλιά που δεν μπορείς να μαντέψεις τι αναπάντεχες σκέψεις θα σκαρφιστεί ο νους σου. Σίγουρα, διανύοντας τους σταθμούς εξερευνείς πάντα ό,τι μέσα σου έχεις.

Συχνά, χωρίς να το επιδιώξεις, από τις αναρίθμητες εντυπώσεις που αντικρίζει το βλέμμα σου, διαλέγεις ό,τι πιότερο ανταποκρίνεται στις συναισθηματικές ανάγκες ή στις περιέργειες της ψυχής σου. Σαφώς, και οι περισσότεροι δεν συναντούμε την αντικειμενική αλήθεια, παρά μονάχα στις φωτογραφικές μηχανές, η οποία ουδέποτε συμπίπτει με τις προσωπικές επιλογές.

Έκαστος πλάθει της ψυχής του το νήμα, ανάλογα με τις συγκινήσεις, το στεγνό ή βρεγμένο ταξιδιωτικό του μερίδιο και τα υλικά που κρατούν τα πόδια του. Πάντα επηρεασμένος από την βαθύτερη επαφή του με τον κόσμο.

Όσοι αποφασίσουν να μην βολευτούν, συνεργάζονται κι επικοινωνούν με το τοπίο που αντικρίζουν, με τους ανθρώπους που σμίγουν και με τις ηθικές αξίες που διαλέγουν. Οι βολεμένοι, αντίθετα, επιλέγουν πάντα τη νοθευμένη διαδρομή και τη θέα, σμιλεύοντας τα δεδομένα στα μέτρα τους. Αρκούνται στη σιωπή, ελλιπείς επιχειρημάτων και εξηγήσεων.

Δεν υπήρξε ποτέ, κανείς αποσιωπών που άλλαξε την Ιστορία. Από την Σιμόν ντε Μποβουάρ, από τον Κομαντάντε έως τον Παπανικολάου, ίσα με τον Καζαντζάκη, όλοι περιπλανώμενοι, σε πορείες καταιγίδες, χαράξαν την κατεύθυνση στις ράγες, σαν κεραυνοί εν αιθρία.

Πρωτίστως, ερχόμαστε ως tabula rasa, το μετά το διαγράφει, το ήθος, οι επιρροές και η συνείδηση μας, τα οποία βρίσκονται σε άμεση σύνδεση με την φωτιά των φίλων » μηχανοδηγών». Κατόπιν γινόμαστε οτιδήποτε άλλο. Αρχικά όμως, είμαστε ένας καθρέφτης βιτρό σε αντανάκλαση. Όσο φως κερδίζουμε, το κερδίσαμε με τα δικά μας μάτια.

Μόνον όποιος πηγαίνει αντίθετα στο ρεύμα, έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει τους Ιθάκες του, το ίδιο συμβαίνει και στις διαπροσωπικές σχέσεις, βολεύεται ο συναισθηματικά ανασφαλής, παρασυρόμενος από φιλοδοξίες.

Γνώρισμα χαρακτηριστικό των βολεμένων ανθρώπων, είναι το ότι, όλοι τους χρωστάνε. Οι συνεργάτες -ευγνωμοσύνη, οι φίλοι -ανταπόδοση, οι σύντροφοι -αναγνώριση. Επί της ουσίας, κανείς δεν οφείλει το παραμικρό σε κανέναν. Ο έχων προσφέρει, και ο κατέχων αποδίδει. Στον μόνο που χρωστάμε είναι ο εαυτός μας. Σε αυτόν, κρινόμαστε ως οφειλέτες.

Εάν, φροντίζουμε να διατηρούμε την μνήμη μας αναλλοίωτη στα πάθη, και αντιμετωπίζουμε δίκαια τις πράξεις μας, τότε αυτόματα γεννιέται η ενσυναίσθηση μέσα μας. Τότε πηγάζει και η ανάλογη συμπεριφορά σε κάθε είδους σχέσης μας με τους άλλους. Όταν έχουμε ειρήνη μέσα μας, αντιδρούμε με δικαιοσύνη και στους άλλους. Όταν έχουμε συναίσθηση ευθύνης, τότε αναγνωρίζουμε την προσφορά των άλλων, ο εσωτερικός μας κόσμος αντανακλάται στις συμπεριφορές μας, τις οποίες μονάχα η ροή της ζωής επιστρέφει.

Στο αλισβερίσι των διεκδικούμενων σχέσεων μας, είτε οικογενειακών, είτε διαπροσωπικών ή φιλικών, μόνον παραμερίζοντας τη βόλεψή μας, κατορθώνουμε να γίνουμε ξεχωριστοί, διαφορετικά οι λαό-φιλό-σύντροφό πλάνοι, θα υπερισχύουν ως μόνιμοι διεκδικητές, χωρίς αιτία επαναστάτες επί της ουσίας.

Εκείνοι οι ασυμβίβαστοι ισορροπιστές, πέραν της σταθερότητας, είναι οι μόνοι που μπορούν να διδάξουν, πως τούτη η ανθρώπινη ζήση, δεν καθορίζεται από κατευθυνόμενες συντεταγμένες, παρά από ελικοειδείς, που βαδίζουν στην εξισορρόπηση της συνείδησης μας.

Προσεγγίζουν και ενώνονται μεταξύ τους, ανάμεσα σε ό,τι ένας άνθρωπος πίστεψε πως ήταν, σε ό,τι θα ήθελε να είναι, και σε ό,τι εν τέλει υπήρξε.

'Οτι εγώ, εσύ

Το ουρλιαχτό της ψυχής μου αναπολεί το ψιθύρισμα της ελευθερίας σου, μα ήρθε η ώρα όλα να ειπωθούν.
Άσβεστη επιθυμία, βάσανο, μα το χάραμα έρχεται  ύστερα από το σκοτάδι πάντα μου έλεγες..
Απρόβλεπτα αιώνιο το τσαλαπάτημα του χρόνου,
μα μπροστά το φάσμα του στην  ζωή,  φαντάζει πειραγμένο  πιόνι των συναισθημάτων μας.

Πες μου, πόση αλήθεια αντέχεις; και εγώ θα στην πω.
Πόσο ψέμα επικροτείς και με πόση πραγματικότητα βολεύεσαι; και εγώ θα κάνω ένα βήμα πίσω.
Σε προκαλώ σε ένα αλλεπάλληλο παιχνίδι αντοχής,
εκεί που το ανθρώπινο μυαλό θα λυγίσει κάθε πιθανότητα ζωτικής σημασίας.
Κάποτε ήσουν το λουλούδι μου στον άγονο κήπο της ψυχής μου,
μα απόψε θα σε βαφτίσω αγκαθωτό στέμμα στα αριστερά της καρδιάς μου.

Εύθραυστο σαν γυάλινο τριαντάφυλλο σε πέτρινο πάτωμα, συνειδητά σπάω κατά επιλογήν.
Είναι εκείνη που χρειάστηκε όλη μου την δύναμη για να με απαλλάξει από το βάρος της απουσίας σου.
Συρράπτω τα τραύματα μου γοερά,  μα η σβολιασμένη μου βουβή φωνή σκίζει την σάρκα μου.
Είναι που λείπεις εσύ και το μέτρημα των κλεμμένων  λέξεων δημιουργεί υγρές κηλίδες στο πρόσωπο μου.

Αιμορραγώ στο φως και στο σκοτάδι αποσιωπώ, καταρρέοντας κάθε λαβωμένη μου ευχή.
Μα τώρα είσαι εδώ και έχω τόσα να σου εξομολογηθώ.
Ενδότερη η φλόγα, μα τα καίει όλα απέναντι μου σαν σε έχω σαν δεινό σχολιαστή της.
Απόψε το χάραμα θα αργήσει για εμένα να φανεί.
Κάθε αστέρι θα πάρει την μορφή σου και το δειλινό θα ντυθεί με τα χρώματα του προσώπου σου.

Θέλω μόνο ένα να ξέρεις.
Μια συλλαβή, μια δειλή αποτύπωση των χειλιών μου,
μια κοπή από την λεπίδα των φράσεων μου,  μια ποιητική άρση, μια σκιά από το χάσμα των ονείρων μου.
Ρωγμές στην σιωπή ήταν όλα, απρόσκοπτες, απρόσκλητες μα όλο ιδέα, όλο συγκίνηση, όλο πάθος και ζωντάνια.

Αν ήμουν φωτιά  όμως θα ήσουν η σπίθα μου,
αν ήμουν βροχή οι στάλες μου.
Αν ήμουν αγάπη ίσως να ήσουν το μίσος μου...
Μα αν ολοκληρωτικά  ήσουν εγώ, ολοκληρωτικά θα ήμουν εσύ.

Το εγώ μου εσύ.
Ο πειρασμός και η ελπίδα του μαζί,
το αίμα στις φλέβες μου.
τα ίχνη της αδάμαστης αμαρτίας μου.

Απόψε έκλεισες τα βλέφαρα σου πάνω μου και ψιθύρισες,
ότι εγώ εσύ.

Ας μην συγκεντρωθούμε στο παρόν

Η αυτεπίγνωση προτείνεται ως άμυνα ενάντια στις πιέσεις της σύγχρονης ζωής, όμως τελευταία φαίνεται να αποτελεί μέρος τους. Είναι μέρος ενός κύκλου πρακτικών αυτοβελτίωσης από την κόλαση, με στόχο να αποκτήσουμε ένα εξίσου τέλειο μυαλό.

Αν θέλαμε να εντοπίσουμε την κοινή συνισταμένη των φιλοσοφικών τάσεων της εποχής μας είναι ότι η οδός που οδηγεί στην πληρότητα είναι η πλήρης συγκέντρωση στη στιγμή, στο παρόν. Η ιδέα ότι θα πρέπει να επιτηρούμε τι σκέψεις μας ώστε να μην επιστρέφουν στο παρελθόν, να μην προτρέχουν, να μην χάνονται στην ονειροπόληση και να μην γίνονται υπερβολικά αφηρημένες, αλλά να εστιάζουν στο εδώ και το τώρα έχει κερδίσει έδαφος ανάμεσα σε τραπεζίτες, ερασιτέχνες φιλόσοφους, γραφειοκράτες και επαγγελματίες των εργασιακών σχέσεων. Όλο και περισσότερες εταιρείες την Αμερική προσφέρουν σεμινάρια αυτεπίγνωσης για να εξορθολογιστεί η παραγωγικότητα των εργαζομένων. Ο στρατός των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής έχει ενσωματώσει ανάλογα σεμινάρια στην εκπαίδευση των πεζοναυτών. Οι Αμερικάνοι ξοδεύουν 4 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο σε «προϊόντα αυτεπίγνωσης». Η τάση να ζούμε στο παρόν έχει κεφαλαιοποιήσει τη σαγήνη της και καθίσταται πια μια πνευματική βιομηχανία αξίας πολλών δισεκατομμυρίων.

Αξίζει πράγματι η στιγμή τόση επευφημία; Ίσως αυτή η φιλοσοφική προσέγγιση να ανταμείβει περισσότερο τους περισσότερο προνομιούχους σε σχέση με εκείνους που βιώνουν εξαντλητικές, εξευτελιστικές ή εξουθενωτικές στιγμές.

Αν το καλοσκεφτούμε, οι ζωές μας, είναι συχνά πολύ πιο συναρπαστικές όταν τις ζούμε εκτός του παρόντος χρόνου. Όποιος έχει εκφράσει την ελπίδα ότι μια μέρα θα καταφέρει, αντιμετωπίζει τη ζωή αισιόδοξα και θετικά, αλλά η ζωή δεν τον επιβεβαιώνει συχνά.

Προφανώς ένα από τα πιο συναρπαστικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι η ικανότητά του να διατηρεί το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον του και όλες τις πιθανές, φανταστικές εκδοχές τους σε διαρκή ενεργό παραλληλισμό για να υπερνικήσει την ανία του πλυσίματος των πιάτων με την πιθανότητα να βρίσκεται νοερά στην Μπανγκόκ, ή απλά να αντιμετωπίσει – νοερά πάντα – έναν ηλικιωμένο συγγενή που σας κριτικάρει για τον τρόπο που ανατρέφεται το παιδί σας. Είναι δύσκολο να θεωρήσουμε ότι μπορεί να βιώσουμε μεγαλύτερα ποσοστά ευτυχίας, κοιτώντας με προσήλωση τα μακαρόνια που βράζουν.

Εκείνο που διαφοροποιεί τους ανθρώπους από τα ζώα είναι ακριβώς η ικανότητα μας ν’ αποστασιοποιούμαστε από αυτό που συμβαίνει στο παρόν, ώστε να το τοποθετήσουν σε ένα πλαίσιο και να του αποδώσουν σημασία.

Η ευτυχία μας δεν προκύπτει τόσο από τις ίδιες τις εμπειρίες μας, αλλά από τις ιστορίες που αφηγούμαστε για αυτές ώστε να αποκτήσουν κάποιο νόημα.

Κι όμως, η προτροπή να είμαστε περισσότερο επικεντρωμένοι στο παρόν εμπεριέχει μια αίσθηση ηθικής ανωτερότητας, μια υποτίμηση προς εκείνους που αφαιρούνται που μοιάζει με τον τρόπο με τον οποίο ένας αυστηρός δάσκαλος μας επαναφέρει στην τάξη. Η συνέπεια της αμέλειάς μας, της τάσης μας να παραμελούμε το βίωμα του παρόντος είναι ότι χάνουμε τον αυθορμητισμό μας και γινόμαστε αγνώμονες, αφού δεν απολαμβάνουμε τη ζωή μας λεπτό προς λεπτό.

Αυτός ο επικριτικός τόνος είναι μέρος μιας μακροχρόνιας παράδοσης επιτήρησης της σκέψης στο πλαίσιο της ρητορικής της αυτό-βοήθειας. Στις πιο ατυχείς του στιγμές, το κίνημα της θετικής σκέψης χαρακτήρισε πραγματικές δυσκολίες της καθημερινής ζωής ως «προβληματικές σκέψεις». Στις μέρες μας η αυτεπίγνωση έχει τοποθετεί στο επίκεντρο των στόχων μας για αυτοβελτίωση, αλλά παλαιότερα προβλήματα όπως οι κακοί γάμοι, το εργασιακό άγχος, η έλλειψη χρημάτων και οι φυλετικές διακρίσεις ερμηνεύονταν ως αποτυχία να σκεφτούμε θετικά. Η λύση που προτείνεται τώρα στα περίπλοκα προβλήματα της ζωής είναι να ανακουφίσουμε όσους υποφέρουν με το να επικεντρώνονται στο εδώ και το τώρα.

Αυτή η τάση μπορεί να χαρακτηριστεί ως νεοφιλελευθερισμός των συναισθημάτων εντός του οποίου η ευτυχία δεν γίνεται αντιληπτή ως συνέπεια των περιστάσεων, αλλά ως απόρροια της ατομικής σας πνευματικής προσπάθειας, μια ανταμοιβή για τους αντάξιούς της. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στο υψηλότατο ενοίκιό σας και στο χαμηλό μισθό σας, στον άπιστο σύζυγο ή στον άδικο εργοδότη σας , ούτε καν στην τεράστια στοίβα των άπλυτων πιάτων. Το πρόβλημα είσαι εσύ.

Είναι προφανώς, πιο εύκολο και πιο οικονομικό να κατηγορούμε τον καθένα ατομικά για τις «λανθασμένες» σκέψεις που κάνει στην προσπάθεια να εξαλείψει τις αιτίες της δυστυχίας του. Έτσι, επιλέγουμε να κάνουμε στα παιδιά μας μαθήματα αυτεπίγνωσης, αντί να ασχοληθούμε ενεργά με τις ανισότητες στην εκπαίδευση και δίνουμε οδηγίες σε εξαντλημένους εργαζόμενους να συγκεντρώνονται στην αναπνοή τους αντί να διεκδικούν πληρωμένες διακοπές ή καλύτερες ασφαλιστικές αποδόσεις.

Στην πραγματικότητα, παρά τις μεγαλοστομίες, οι επιστημονικές ενδείξεις που συσχετίζουν την επικέντρωση στο παρόν ως κλειδί για την συναισθηματική πληρότητα είναι αδύναμες. Όταν ο οργανισμός για την έρευνα και την ποιότητα της πρόνοιας στην υγεία (στην Αμερική) διεξήγαγε μια τεράστια μετά-ανάλυση περισσότερων από 18.000 ξεχωριστών ερευνών σε σχέση με τεχνικές διαλογισμού και αυτεπίγνωσης τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν απογοητευτικά.

Παρά το γεγονός ότι ορισμένες έρευνες έδειξαν πράγματι ότι ο διαλογισμός και άλλες παρόμοιες πρακτικές ωφελούν τους ανθρώπους που τις εφαρμόζουν σε σχέση με εκείνους που δεν κάνουν τίποτε άλλο, όταν συγκριθούν με οποιαδήποτε άλλη τεχνική χαλάρωσης, ακόμα και την ήπια άσκηση ή άλλες τεχνικές μυϊκής χαλάρωσης, την ακρόαση διαλέξεων πνευματικού περιεχομένου ή κάθε άλλη εναλλακτική πρακτική που αποδίδει εξίσου μεγάλη προσοχή στο άτομο, παρουσιάζουν τα ίδια ή λίγο χειρότερα αποτελέσματα σε σχέση με τις άλλες πρακτικές.

Κι έτσι ίσως, αντί να σπαταλάμε όλη μας την ενέργεια για να συγκεντρωθούμε στο «εδώ και το τώρα», ας είμαστε ευγνώμονες για την ικανότητα του εγκεφάλου μας να μας μεταφέρει κάπου αλλού.

Ο άδειος τενεκές κάνει θόρυβο

Τους συναντάμε αρκετά συχνά και κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να τους αποφύγουμε. Αν δεν μπορούμε, τους ανεχόμαστε, ξινίζουμε ενίοτε τα μούτρα μας ή συμφωνούμε συγκαταβατικά με κάθε πομπώδες σχόλιο που θα κάνουν για τους εαυτούς τους. Αναφέρομαι σε εκείνους που θέλουν να τραβάνε συνεχώς τα βλέμματα πάνω τους μη χάνοντας ευκαιρία να εντυπωσιάζουν τα πλήθη.

Είναι τα βαθιά ανασφαλή άτομα που νιώθουν ένα μόνιμο άγχος να αποδείξουν ότι είναι πολύ καλοί σε ό,τι κάνουν. Ενδόμυχα φοβούνται την απόρριψη, την οποία δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν, γι’ αυτό παλεύουν να προκαλούν αίσθηση με τα υπαρκτά ή –ακόμα χειρότερα– ανύπαρκτα κατορθώματά τους.

Τέτοιοι άνθρωποι ζουν αλυσοδεμένοι με την έντονη ανησυχία να αρέσουν και να νιώθουν αποδεκτοί γιατί έχουν συνηθίσει να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα απ’ τα μάτια των άλλων. Πίσω από κάθε σχόλιο γυρεύουν την επιβράβευση. Συνήθως μας ρωτάνε για κάτι, όχι από ενδιαφέρον αλλά με σκοπό να αρπάξουν όσο γρηγορότερα γίνεται τη σειρά για να μιλήσουν για τους ίδιους. Ουσιαστικά μας ρωτάνε αυτό που θα ήθελαν να τους ρωτήσουμε.

Είναι εκείνοι που έχουν ριχτεί στο κυνήγι των εντυπώσεων, περιαυτολογούν και κομπάζουν με τα όποια χαρίσματά τους πιστεύοντας ανόητα ότι θα μας εντυπωσιάσουν και θα προκαλέσουν ντόρο γύρω από το όνομά τους. Ως ετερόφωτα πλάσματα αναμένουν την αναγνώριση που δεν είναι σε θέση να αποδώσουν οι ίδιοι στον εαυτό τους.

Μήπως τελικά δεν υπάρχει κάτι αξιόλογο να αναγνωριστεί και γι’ αυτό πασχίζουν να κάνουν τόσο εφέ; Μήπως η μόνιμη προσπάθεια να μας εντυπωσιάσουν αποδεικνύει εντέλει την κενότητα και τη βαθιά ανασφάλειά τους; Μήπως λαχταρούν τον προβολέα στραμμένο πάνω τους για να νιώσουν έστω πρόσκαιρα σημαντικοί;

Άραγε πώς θα ήταν οι ίδιοι ως άνθρωποι αν δεν είχαν τη μανία να μας εντυπωσιάζουν; Σίγουρα θα ήταν πιο όμορφοι, συμπαθητικοί κι ελκυστικοί στα μάτια μας. Θα διέθεταν μια ισχυρή, ελεύθερη και θελκτική προσωπικότητα που δε θα είχε να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν. Που θα ‘καναν ό,τι θα ’καναν για την ευχαρίστησή τους αφήνοντας στην άκρη την προβολή και την πρόκληση σκόνης στο πέρασμά τους.

Τελικά όσο λιγότερο προσπαθείς να εντυπωσιάσεις τους άλλους, τόσο περισσότερο τους εντυπωσιάζεις. Τους εντυπωσιάζεις με τη σιγουριά σου, την αυτοπεποίθησή σου, την άνεσή σου, να είσαι αυτός που είσαι χωρίς να αποζητάς το χειροκρότημα. Όταν τελικά δε χτυπιέσαι κάτω σαν το χταπόδι κάθε φορά για να φανείς, καταφέρνεις να κάνεις τους άλλους να ελκύονται κοντά σου.

Αποπνέεις ωριμότητα κι αυτοπεποίθηση που πηγάζει από την ταπεινοφροσύνη σου, πράγμα που χαρίζει πόντους στην προσωπικότητά σου. Ομορφαίνεις τον κόσμο των ανθρώπων που σε πλαισιώνουν, δε νιώθουν ότι έχουν να κάνουν με ένα κενό, ανώριμο πλάσμα που αποζητάει  συνεχώς επιβεβαίωση και προσοχή. Την επιβεβαίωση είθισται να τη ζητούν άνθρωποι που δε διαθέτουν κάτι άξιο λόγου να αναγνωρίσουν οι ίδιοι στους εαυτούς τους κι αναμένουν από τους έξω να το κάνουν.

Όταν έχεις παραιτηθεί από το παιχνίδι των εντυπώσεων, αποδεικνύεις αυτό που είσαι αληθινά μέσα σου. Με τις όποιες αδυναμίες σου κι ιδιότητές σου, τα χαρίσματα και τα τρωτά σου σημεία, αποδεικνύεις ότι έχεις έναν όμορφο εσωτερικό κόσμο που έχει απελευθερωθεί από χαρακτηριστικά που απωθούν και κουράζουν τους άλλους. Εκπέμπεις μια αίσθηση ελευθερίας κι ισχύος, αίσθηση που μεταδίδεται στους γύρω σου παρακινώντας τους να είναι κι οι ίδιοι ταπεινοί.

Όταν δεν προσπαθείς να εντυπωσιάσεις γίνεσαι πιο συμπαθητικός, πιο προσηνής, πιο ωραίος άνθρωπος. Γίνεσαι ένα ολοζώντανο παράδειγμα έμπνευσης για τους άλλους. Όχι γιατί είσαι ικανός ή τα καταφέρνεις με όλα, αλλά γιατί ενώ είσαι ικανός και καταφέρνεις τόσο πολλά, δεν προσπαθείς να εντυπωσιάσεις κανέναν. Δε θεωρείς τον εαυτό σου τόσο δα σπουδαίο που θα πρέπει ντε και καλά να τρίβεις στη μούρη των άλλων τα όποια καλά σου στοιχεία. Κάνεις ό,τι κάνεις για την πάρτη σου κι όχι την επίδειξη.

Με τον τρόπο αυτό από τη μια ελκύεις το σωστό είδος ανθρώπων με τους οποίους γεμίζεις ουσιαστικά τη ζωή σου κάνοντας παράλληλα χώρο στους επιδειξιομανείς, που θα σε στολίσουν κι από πάνω βαρετό.

Μην πέσεις στην παγίδα να τους αποδείξεις ότι δεν είσαι. Μιλάνε οι πράξεις του καθενός κι όλη η πορεία της ζωής του για το ποιος είναι. Και δυστυχώς επειδή όλα γι’ αυτούς είναι βιτρίνα κι εφέ, με τον ίδιο τρόπο έχουν μάθει να κρίνουν και τους υπόλοιπους. Δε χωράει ο νους τους ότι υπάρχουν κι άτομα που δε θέλουν να προκαλούν ούτε καν να φαίνονται. Δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν καν το γιατί. Ψιλά γράμματα, δυσανάγνωστα γι’ αυτούς.

Οι πραγματικά όμορφοι, ταλαντούχοι κι έξυπνοι άνθρωποι αν τους παρατηρήσει κανείς είναι αυτοί που συνήθως αγνοούν πόσο καλοί είναι. Είναι συνήθως άνθρωποι ήσυχοι που πάντα κρατάνε μικρό καλάθι κι αποβλέπουν σε πιο υψηλούς στόχους. Οι πραγματικά επαρκείς είναι αυτοί που αισθάνονται την ανεπάρκεια σε μόνιμη βάση. Δεν έχουν χρόνο να επαναπαύονται στις δάφνες τους και να προκαλούν το θαυμασμό των γύρω τους.

Δεν έχουν τη διάθεση για ανούσιους εντυπωσιασμούς και τυμπανοκρουσίες τη στιγμή που τους περιμένει πολλή δουλειά ακόμα για να φτάσουν στο επίπεδο που θέλουν. Θα τους δεις να δυσκολεύονται και να ντρέπονται να μιλάνε για όσα έχουν καταφέρει, πολύ απλά γιατί δεν τη βρίσκουν να μιλάνε για ‘κείνους. Θα τους δεις να μη στέκονται πουθενά, να νιώθουν ανικανοποίητοι γεμάτοι αμφιβολίες κι ανησυχίες προσπαθώντας  συνεχώς να ξεπερνάνε τον εαυτό τους.

Σύγκρινε τώρα αυτούς με τους θορυβώδεις, αυτούς που άμα δε σου μπουν στο μάτι (συνήθως με ευτελούς σημασίας πράγματα) δε θα ησυχάσουν, κι αναρωτήσου: Ποιος τενεκές κάνει πιο δυνατό θόρυβο; Ο γεμάτος ή ο άδειος;

Ο άνθρωπος είναι ένα κρεμμύδι που αποτελείται από εκατοντάδες φλοιούς

Σχετική εικόναΚαι ο δικός μας Λύκος της Στέπας πιστεύει πως κουβαλάει στο στήθος τον δύο ψυχές (του λύκου και του ανθρώπου) και θεωρεί ήδη πως το στήθος του είναι πολύ στενό. Το στήθος, το σώμα, είναι φυσικά ένα, αλλά οι ψυχές που κατοικούν μέσα δεν είναι δύο ή πέντε, αλλά αναρίθμητες- ο άνθρωπος είναι ένα κρεμμύδι, που αποτελείται από εκατοντάδες φλοιούς, είναι ένα υφαντό φτιαγμένο με πολλά νήματα. Αυτό το ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι ασιάτες, και στη βουδιστική γιόγκα, λόγου χάρη, εφευρέθηκε μια τεχνική, που αποκαλύπτει την αυταπάτη της προσωπικότητας. Το παιχνίδι της ανθρωπότητας είναι χαρούμενο και πολυποίκιλο: η αυταπάτη, που για να την αποκαλύψουν οι Ινδοί πάσχισαν χιλιάδες χρόνια, είναι η ίδια αυταπάτη, που η Δύση κόπιασε άλλο τόσο για να τη διατηρήσει και να την δυναμώσει.

Αν λοιπόν εξετάσουμε από την άποψη αυτή το Λύκο της Στέπας, θα κατανοήσουμε ξεκάθαρα, γιατί τόσο πολύ υποφέρει κάτω από τη γελοία διπλή υπόστασή του. Πιστεύει, όπως ο Φάουστ, πως οι δύο ψυχές στο στήθος του είναι ήδη πολλές και θα ξεσκίσουν το στήθος του. Απεναντίας όμως είναι πολύ λίγες, και ο Χάρυ βιάζει φριχτά την δύστυχη ψυχή του, όταν προσπαθεί να καταλάβει το περιεχόμενό της μέσα από μια τόσο αφελή εικόνα. Ο Χάρυ, αν και είναι ένας πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος, συμπεριφέρεται σαν αγριάνθρωπος που δεν μπορεί να μετρήσει πάνω από το δύο. Ένα κομμάτι από τον εαυτό του, το ονομάζει άνθρωπο, ένα άλλο λύκο, και νομίζει πως έτσι έχει φτάσει στο τέλος κι έχει εξαντλήσει το θέμα. Στον «άνθρωπο» συσσωρεύονται πνευματικά, εξιδανικευμένα ή πολιτιστικά στοιχεία που προϋπάρχουν μέσα του, και στον λύκο όλα τα άγρια και χαοτικά στοιχεία. Αλλά τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά και χοντροειδή, όπως είναι στη σκέψη μας και στη φτωχή κι ανόητη γλώσσα μας, και ο Χάρυ πλανιέται διπλά, όταν χρησιμοποιεί αυτή την ψεύτικη μεθοδολογία του λύκου. Φοβάμαι πως ο Χάρυ, ολόκληρες περιοχές της ψυχής του, που δεν είναι καθόλου ανθρώπινες, τις θεωρεί ήδη σαν «άνθρωπο», και λογαριάζει κομμάτια της οντότητάς του σαν λύκο, ενώ αυτά δεν είναι καθόλου λύκος.

Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και ο Χάρυ πιστεύει πως ξέρει πολύ καλά τι είναι άνθρωπος, κι ωστόσο, καθόλου δεν το ξέρει, αν και συχνά το διαισθάνεται στα όνειρα και σε άλλες δύσκολα ελεγχόμενες συνειδησιακές καταστάσεις. Πόσο καλά θα ‘ταν, αν δεν ξεχνούσε αυτές τις διαισθήσεις, και μπορούσε να τις κάνει δικές του! Ο άνθρωπος δεν είναι μια σταθερή κι αναλλοίωτη μορφή (αυτό ήταν το αρχαίο ιδεώδες, παρ’ όλες τις αντίθετες διαισθήσεις των σοφών), είναι μάλλον ένα πείραμα και μια υπέρβαση, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η στενή και επικίνδυνη γέφυρα ανάμεσα στη φύση και το πνεύμα. Η βαθύτερη μοίρα του τον οδηγεί προς το πνεύμα, προς τον Θεό, η βαθύτερη λαχτάρα του τον πηγαίνει πίσω, προς τη φύση, προς τη μητέρα: ανάμεσα στις δυο δυνάμεις, ταλαντεύεται η αγχωμένη ζωή του. Αυτό, που συνήθως οι άνθρωποι καταλαβαίνουν με την έννοια «άνθρωπος», είναι πάντοτε μια ξεπερασμένη αστική συμβατικότητα. Η συμβατικότητα αυτή αρνείται και απαγορεύει ορισμένα ωμά ένστικτα, και απαιτεί από το άτομο να απαλλαγεί από τα κτηνώδη χαρακτηριστικά του, να αποκτήσει συνείδηση και ηθική και λίγο πνεύμα παραπάνω. Ο «άνθρωπος» αυτής της συμβατικότητας, όπως και κάθε αστικό ιδεώδες, είναι ένας συμβιβασμός, μια εκφοβιστική και κουτοπόνηρη προσπάθεια, να παρακάμψει τις απαιτήσεις, τόσο της κακής αρχέγονης μητέρας-φύσης, όσο και του ενοχλητικού πατέρα-πνεύματος, και να επιβιώσει χαλαρά ανάμεσά τους.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο Λύκος της Στέπας

Καρνεάδης ὁ Κυρηναῖος

Άξιζε τον κόπο να ακούει κανείς τον Καρνεάδη να διδάσκει. Δυνατός στον λόγο αλλά και στη φωνή, τους τραβούσε όλους γύρω του. Οι ρήτορες, από τις διπλανές σχολές, έσπευδαν να απολύσουν τις τάξεις τους, για να πάνε να τον ακούσουν. Ήταν μεγαλοφωνότατος τόσο που μιαν ημέρα, μας λέγουν, ο γυμνασιάρχης έστειλε να του πουν να μην φωνάζει τόσο δυνατά. “Δώσε μου εσύ το μέτρο της φωνής”, του είπε ο Καρνεάδης. Φαίνεται όμως ότι ο άλλος δεν τα έχασε: “το μέτρο, απάντησε, είναι όσοι σε ακούνε”.

Πρέπει πράγματι να άφησαν εποχή αυτά τα μαθήματα, αφού το επεισόδιο με τον γυμνασιάρχη έφθασε και έως τον Πλούταρχο. Ως και ο Νουμήνιος, που δεν τον συμπαθούσε, γράφει ότι, όταν άρχιζε να αναπτύσσει τους αντιλογικούς λόγους και να λέγει και να αντιλέγει, και να χρησιμοποιεί λεπτόλογα επιχειρήματα, λάβρος από έξαψη, έσταζε σαν ποταμός που κατρακυλά με δύναμη και συμπαρασύρει όλα στο πέρασμά του. Ήταν πια γέρος, η μεγάλη φήμη του ως φιλοσόφου είχε απλωθεί παντού, όταν οι Αθηναίοι του αναθέτουν μια δύσκολη αποστολή. Δεν είναι μικρό πράγμα να πρέπει να αγορεύσει στην σύγκλητο, στην Ρώμη, για να υποστηρίξει ένα οικονομικό αίτημα των Αθηναίων.

Πράγματι· οι Ρωμαίοι είχαν επιβάλλει φόρο στους Αθηναίους, γιατί πήγαν οι τελευταίοι και λεηλάτησαν την πόλη του Ωρωπού. Ήταν βαρύ πρόστιμο, πεντακόσια τάλαντα. Έπρεπε να γίνει διάβημα στους Ρωμαίους να ανακληθεί η απόφασή τους. Ανέθεσαν το έργο σε τρεις φιλοσόφους. Πρόκειται για την περίφημη πρεσβεία των φιλοσόφων στην Ρώμη, το 155 π.Χ., οι οποίοι ανέλαβαν να παρουσιάσουν το αίτημα στους Ρωμαίους συγκλητικούς. Ήταν ο Καρνεάδης ο ακαδημαικός, ο Διογένης ο στωικός, ο Κριτόλαος ο περιπατητικός. Πριν όμως απευθυνθούν στην ολομέλεια της Συγκλήτου, ομίλησε ο καθένας χωριστά, μπροστά σε μεγάλο πλήθος. Και ήταν κάτι σαν αποκάλυψη: η συναρπαστική σφοδρότητα του λόγου του Καρνεάδου, η τέχνη και η επιδεξιότητα του Κριτολάου, η μετριοφροσύνη και η λιτότητα του Διογένους τους εξέπληξαν όλους.

Σαν δυνατός άνεμος που φύσηξε στην πόλη διαδόθηκε το νέο.
Ξεσηκώθηκαν οι νέοι να θαυμάσουν τους Έλληνες φιλοσόφους. Και ήταν πράγματι άξιοι θαυμασμού.

Την πρώτη ημέρα ο Καρνεάδης έπεισε με δυνατά επιχειρήματα ότι η δικαιοσύνη, ως ηθική έννοια, έχει απόλυτη αξία, σύμφωνα με τα όσα μας διδάσκουν και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Την δεύτερη ημέρα, με ακαταμάχητα επιχειρήματα έδειξε πόσο σχετική είναι η έννοια της δικαιοσύνης.

Ήταν ασυναγώνιστος στην τέχνη της αντιλογίας. Τρόμαξε ο Κάτων μπροστά σε τέτοια ικανότητα. Φοβήθηκε την επίδραση στους νέους· μήπως και ξεχάσουν την πειθαρχία και την υπακοή στους άρχοντες και στους νόμους και επιδοθούν στην ρητορική. Σπεύδει λοιπόν και παραπονείται στους συγκλητικούς, οι οποίοι καθυστερούν να βγάλουν απόφαση, να κάνουν δεκτό το αίτημα των Ελλήνων φιλοσόφων οι οποίοι έδειξαν πόσο πειστικοί είναι, ώστε να φύγουν το γρηγορότερο από την Ρώμη.

(Ο Πλούταρχος αποδίδει ιδιαίτερα ζωντανά τους φόβους του Κάτωνος. Είναι επικίνδυνοι αυτοί οι Έλληνες, που μπορούν εύκολα να πείθουν για ό,τι εκείνοι θέλουν: οὐ βούλοιντο· ο λόγος είναι του Κάτωνος. Με το επιχείρημα που ακολουθεί φαίνεται να προσπαθεί ο Κάτων να αιτιολογήσει με λογικοφανή τρόπο την εισήγησή του, για να φύγουν οι φιλόσοφοι από την Ρώμη: πρέπει να επιτρέψουν, για να συνεχίσουν την διδασκαλία τους στα Ελληνόπαιδα, αλλά και οι νέοι στην Ρώμη να συνεχίσουν να υπακούουν και να μην ξεσηκωθούν από έρωτα προς την φιλοσοφία και την ρητορική.)

Νέος είχε έναν σπουδαίο δάσκαλο: τον Διογένη τον Βαβυλώνιο, τον μαθητή του Χρυσίππου. Από εκείνον έμαθε πως να ανασκευάζει τα επιχειρήματα, πώς να αντιμετωπίζει τους αντιπάλους, πώς να τους καταβάλλει:
δεινῶς ἐπιπληκτικός καί ἐν ταῖς ζητήσεσιν δύσμαχος.

Είχε συνείδηση της δύναμης του λόγου ο Καρνεάδης ο οποίος δεν εξαπατούνταν, βέβαια, από όσα έλεγε. Αξίζει να σταθούμε εδώ, γιατί η παρατήρηση του Νουμηνίου, ο οποίος το γράφει, δίδει, κατά βάθος, και το στίγμα του ρήτορος: δεν αφήνεται ο ίδιος να εξαπατηθεί από τον λόγο του. Έχει επίγνωση ότι θέλει να πείσει τους άλλους όχι όμως τον εαυτό του. Εύκολα θυμόμαστε τον Γοργία και το μέγιστο μάθημα της ρητορικής:
… μέγιστον ἀγαθόν καί αἴτιον ἅμα μέν ἐλευθερίας αὐτοῖς τοῖς ἀνθρώποις, ἅμα δέ τοῦ ἄλλων ἄρχειν ἐν τῆ αὑτοῦ πόλει ἑκάστω. (ΠΛΑΤΩΝ, ΓΟΡΓΙΑΣ)

Ο ρήτορας είναι ελεύθερος· δεν δεσμεύεται με τους λόγους του.
Αυτό λέγει ο Νουμήνιος, με δόση κακίας, για τον Καρνεάδη. Οι κακίες του Νουμηνίου δεν μας απασχολούν, τις προσπερνούμε. Η ίδια όμως η παρατήρησή του είναι αξιοπρόσεχτη, γιατί φωτίζει την ουσιαστική δύναμη του ρήτορος: παραμένει ελεύθερος αυτός απέναντι σε όσους παρασύρει, δηλαδή σε όσους έχουν πεισθεί από τον λόγο του:
ἀπάγων τούς ἄλλους αὐτός ἔμενεν ἀνεξαπάτητος.

Όσο όμως και να μην αυτοεξαπατάται, δεν είναι εύκολο να ξεφύγει από τα πλοκάμια της διαλεκτικής. Γνωρίζει ο Καρνεάδης ότι αυτή καταστρέφει αλλά και αυτοκαταστρέφεται.
Αυτό που χρειάζεται στην μάθηση, και που το χρειαζόμαστε όλοι, μας το έχει πει ο Αριστοτέλης: φύσις, ἕξις, διδαχή. Πρέπει να υπάρχει προδιάθεση στον μαθητή για να μάθει να ασκείται, δηλαδή να εργάζεται· τέλος, να έχει καλούς δασκάλους. Είναι η τριπλή προϋπόθεση της παιδείας για τον άνθρωπο. Και τα τρία τα είχε ο Καρνεάδης.

Από την φύση του ήταν προικισμένος· διδάχθηκε από καλό δάσκαλο. Το άλλο όμως, η άσκηση, δηλαδή η μελέτη, η εργασία, είναι δικό του επίτευγμα. Είχαν να λένε για την εργατικότητα του· εργαζόταν όσο κανείς άλλος. Όλη την ημέρα, σκυμμένος πάνω από τα βιβλία, μελετά. Διαβάζει τα βιβλία των στωικών ιδίως του Χρυσίππου. Μελετά αλλά δεν γράφει, και κανένα γραπτό δεν άφησε. Μελετώντας προσεκτικά, παρακολουθώντας τους συλλογισμούς βλέπει τον μηχανισμό τους, συλλαμβάνει την συλλογιστική των στωικών. Έτσι, σιγά – σιγά, διαμορφώνεται στο νου του και ο αντίλογος ο δικός του, δηλαδή η φιλοσοφία της Ν. Ακαδημίας. Και τότε επιτίθεται.

Η επίθεση γνωρίζει τόση επιτυχία, ώστε ο ίδιος να πει: “αν δεν ήταν ο Χρύσιππος, δεν θα ήμουν εγώ”. Έργα όμως δεν άφησε πίσω του. Ας είναι καλά ο μαθητής του ο Κλειτόμαχος που κατέγραψε την διδασκαλία του.

Βυθισμένος στη σπουδή της φιλοσοφίας, παραμελεί τον εαυτό του και την εμφάνισή του· αφήνει να μακραίνουν τα μαλλιά του, ακόμη και τα νύχια του, και φυσικά, αρνείται προσκλήσεις σε δείπνο.

Πόσο διαφορετικός από τον Αρκεσίλαο! Κλεισμένος στον εαυτό του, είχε αρχίσει, όσο γήραζε, να σκέφτεται τον θάνατο, σαν να τον φοβόταν. Όταν έμαθε πως ο Αντίπατρος αυτοκτόνησε με δηλητήριο, έκανε να τον μιμηθεί, την τελευταία όμως στιγμή εδείλιασε. Η φύση που με δημιούργησε εκείνη θα με διαλύσει, έλεγε. Άρρωστο, τυφλό τον βρίσκει ο θάνατος στα ογδόντα του χρόνια.
Από συμπάθεια στον φιλόσοφο, εκείνη την ώρα το φεγγάρι κρύφτηκε, είπαν, σχολιάζοντας την έκλειψη της σελήνης.
( Δ.Λ. ΙV 64: τελευτῶντος δ’ αὐτοῦ φάσιν ἔκλειψιν γενέσθαι σελήνης, συμπάθειαν, ὡς ἄν εἴποι τις, αἰνιττομένου τοῦ μεθ’ ἥλιον καλλίστου τῶν ἄστρων.

Το γεγονός φαίνεται να έκανε εκείνα τα χρόνια μεγάλη εντύπωση, αφού η Σούδα το αναφέρει στα λιγοστά στοιχεία για τον Καρνεάδη: Καρνεάδης Λίβυς ἀπό Κυρήνης, υἱός Φιλοκώμου φιλόσοφος, ἀφ’ οὗπερ ἡ Νέα Ἀκαδημία ἤρξατο, φασί δέ τελευτήσαντος αὐτοῦ τήν σελήνην ἐκλιπεῖν καί τόν ἡλιον ἀμυδρόν γενέσθαι.)

Ας πιστεύσουμε τον Διογένη. Άλλωστε και ο Πλούταρχος δεν μας λέγει ότι γεννήθηκε την ημέρα του εορτασμού του Απόλλωνος; Με την λάμψη του Απόλλωνος και το σκοτείνιασμα της σελήνης συνδέεται στην φαντασία μας η γέννηση και ο θάνατος του αρίστου των φιλοσόφων, του αρχηγού της τρίτης Ακαδημίας, της Νέας. Στέκεται απέναντι στους τρομερούς στωικούς ως ίσος προς ίσους. Τους αφαιρεί τον τίτλο να είναι οι μοναδικοί*· είναι και αυτός τρομερός αντίπαλος, δύσμαχος. Συλλαμβάνει ότι ο άνθρωπος στην ζωή του έχει ανάγκη την γνώση, την θέλει, την επιδιώκει. Αφού όμως η απόλυτη αλήθεια δεν του δίδεται, έχει ο άνθρωπος κάτι άλλο, ένα πολύτιμο κριτήριο για την διεξαγωγή του βίου: το πιθανό.

Η Νέα Ακαδημία αποκτά έτσι τεράστια σημασία. Η φιλοσοφική σκέψη θα κινηθεί από εδώ και πέρα ανάμεσα σε δύο πόλους, στο αληθές και το πιθανόν. Για άλλη μια φορά βλέπουμε εμείς, που σήμερα γράφουμε για τους παλιούς, πόσο βαθιές είναι οι ρίζες της ελληνικής σκέψης. Βαθειές και γερές, αφού αυτές θα απλωθούν και θ’ αντέξουν το βάρος της ευρωπαϊκής σκέψης, που αντλεί από την αρχαία σκέψη τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς των μέσων χρόνων, της νεώτερης αλλά και της σύγχρονης φιλοσοφίας.

Ο σκεπτικισμός περνά τώρα από την ακαταληψία, την άρνηση της γνώσης, στην παραδοχή της πιθανής γνώσης, στην λεγόμενη “πιθανοκρατία”.

Είναι μεγάλη στιγμή των αρχαίων σκεπτικών η Νέα Ακαδημία.
-------------------
 *O Κικέρων, ο οποίος δεν κρύβει την συμπάθειά του προς τους νεοακαδημεικούς, κάνει τον μεγαλύτερο έπαινο στον Καρνεάδη: εναντιώθηκε, μας λέγει, με ορμή και πάθος στους στωικούς “De divinatione II 150· πρβλ. και Tusc. Disput. V 88”. Είναι αληθεια ότι ο Χρύσιππος είναι εκείνος ο οποίος εδέχθηκε τις εντονώτερες επιθέσεις. Έφθασε και να τον ειρωνεύεται ο Καρνεάδης και να τον αποκαλεί Κρύψιππον. Ήταν μικρόσωμος ο Χρύσιππος και ο ανδριάντας του στον Κεραμεικό σχεδόν κρυβόταν από τον διπλανό, που ήταν ενός ιππέως. Το μαθαίνουμε από τον Διογένη Λαέρτιο στον βίο του Χρυσίππου.
Ἦν (ἐνν. ὁ Χρύσιππος) δέ καί τό σωμάτιον εὐὐτελής, ὡς δῆλον ἐκ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ ἐν Κεραμεικῶ, ὅς σχεδόν τι ὑποκέκρυπται τῶ πλησίον ἱππεῖ, ὅθεν αὐτόν ο Καρνεάδης Κρύψιππον ἔλεγεν (Δ.Λ.VII 182).

ΣΕΞΤΟΣ Ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ΠΥΡΡΩΝΕΙΕΣ ΥΠΟΤΥΠΩΣΕΙΣ Α’, Β’

Πλωτίνος: Φιλοσοφία και Έρως

Πλωτίνος: 204-270 μ. Χ.

Το ερωτικό στοιχείο στη φιλοσοφία του Πλωτίνου.

Ο Πλωτίνος στην Εννεάδα του περί του καλού (1,6,8-9) κατά διασκεπτικό τρόπο μας δίδει όλο το συναισθηματικό υπόβαθρο του Έρωτος, τον οποίο τοποθετεί σε γερά συμπαντικά θεμέλια. O φιλόσοφος επαναφέρει τη συζήτηση «περί έρωτος» μέσα από πλατωνικές ατραπούς στην οντολογική της βάση. Ο Πλωτινικός έρωτας πηγάζει μέσα από την μεγάλη Πρωταρχή (VI,9,4,28). Σε αυτή τη μεγάλη Πρωταρχή ανήκει η οντολογική και αξιολογική προτεραιότητα, η εσωτερική αυτο-ενδοσκόπηση του Υποκειμένου, η ενότητα με το Eν το οποίο ευρίσκεται πέρα και πάνω από όλα.

Ο Πλωτινικός Έρως είναι ένα καθαρά οντολογικό μέγεθος το οποίο αποσκοπεί στην επιστροφή του ανθρώπου στους συνειδησιακούς κόλπους του Ενός, της μεγάλης Αρχής, στη μέθεξη της πρώτης ουσίας του Πλωτινικού συστήματος. Η αρχή και μόνο της Εννεάδος «περί του καλού» μας αποσαφηνίζει για την έννοια του ερωτικού στοιχείου στον Πλωτίνο: (1,6,8) «Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα, να η πιο σωστή συμβουλή». Ο έρωτας αποκτά οντολογικές διαστάσεις και δεν είναι βέβαια κοντόφθαλμος και σωματικά περιορισμένος. Καθίσταται υπόσταση του πνεύματος διότι ακριβώς εργάζεται για τη Δευτέρα μεταβλητή του Πλωτινικού συστήματος, το Νού. Είναι τρόπος νοητικός προκειμένου ο άνθρωπος να αποκτήσει ακόμη μία δύναμη και ενέργεια επικουρική στην οδό του προς την επιστροφή στο Έν.

Ο Πλωτίνος ο ίδιος αναφέρει (VI,7 35,25)ότι η ψυχή διά της ερωτικής επιθυμίας επιστροφής στο Έν γίνεται «νούς ερών, μεθυσθείς του νέκταρος». Υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στην υπέρβαση διά του νοός της ψυχής, από το επίπεδο του νοός «καίπερ καλού όντος» προς το Πρωταρχικό Έν, «αιρομένη η ψυχή υπό του δόντος τον έρωτα». Εξάλλου έχουμε την μαρτυρία του μαθητή του Πορφυρίου η οποία αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Συγκεκριμένα στην αρχή της βιογραφίας του δασκάλου του ο Πορφύριος αναφέρει ότι ο δάσκαλός του διακατεχόταν από ντροπή για το σώμα του και για κάθε τι το οποίο πρόδιδε την καταγωγή του.

Η φιλοσοφική δικαιολόγηση είναι εύλογος. Ο Πλωτίνος μέσα από την έντονο ερωτική διάθεσή του προς το Έν, απεχθάνεται κάθε τι το μεταβλητό, το φθαρτό, το πρόσκαιρο. Η ύλη ως απουσία του ανωτέρου πνεύματος του Ενός υποπίπτει στο θάνατο και δεν κατέχει οντολογική αξία. Άρα ο Πλωτινικός Έρωτας ουσιαστικά αποκτά όχι μόνο οντολογική μορφή ως δύναμη επιστροφής στην Απαρχή. Καθίσταται δύναμη αιώνιος, η οποία νικά το χρόνο, ίπταται του χρόνου και πέρα από τα φθαρτά οδηγεί τον άνθρωπο στην άνω αιωνιότητα του Ενός. Η αλληγορία την οποία ο σοφός χρησιμοποιεί στην εννεάδα του «Περί του καλού» δεν μας αφήνει αμφιβολίες για όλα αυτά. Εκεί μας λέει ότι όπως έπραξε ο Οδυσσέας ο οποίος τελικά απελευθερώθηκε από τα κάλλη και τα θέλγητρα της Κίρκης και της Καλυψούς συνεχίζοντας το ταξίδι του προς τη Μεγάλη Πατρίδα, παρόμοια θα πρέπει να πράττει και ο κάθε ένας από εμάς. Η Πατρίδα μας από την οποία ήλθαμε στη γή, ο Πατέρας μας είναι στην Πρωταρχή του Ενός. Εκεί και προς τα Εκεί θα πρέπει όλοι να οδεύσουμε. Αυτή είναι η Ιθάκη για όλους τους νοήμονες ανθρώπους και κανένας Λαιστρυγών και κανένας λωτός δεν θα πρέπει να μας εμποδίσει από αυτό το υπέροχο ερωτικό ταξίδι επιστροφής. Άρα ο Πλωτινικός Έρωτας διαγράφει και τον σκοπό του ανθρώπου, γίνεται ένας μεγάλος σκοποθέτης, καθοδηγητής του ανθρώπου προς το Έν.

Ο Έρωτας στον Πλωτίνο προκαλεί τον άνθρωπο σε έναν άλλο τρόπο όρασης και θέασης των πραγμάτων, των προσώπων, του κόσμου. Ουσιαστικά ο φιλόσοφος στην εννεάδα του «Περί του καλού» αφ΄ ενός συσχετίζει τον Έρωτα ως επιστροφή στο Εν με το καλό, αφ΄ ετέρου μας προσφέρει και τον ερωτικό τρόπο επίτευξης της μεγάλης μέθεξης του Ενός. Συγκεκριμένα μας αναφέρει ότι η ερωτική επιστροφή προς το Εν δεν χρειάζεται κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο αλλά κατ΄ αρχήν ο άνθρωπος θα πρέπει να εγκαταλείψει όλα όσα τον κρατούν εδώ δέσμιο. Κλείνοντας τα σαρκικά μάτια μας βλέπουμε με τα εσωτερικά μάτια του πνεύματος τα οποία ανοίγουν την άλλη όραση η οποία συνδέει τον άνθρωπο με το Νου και την πορεία προς το Έν. Αναφέρεται (1,6,9) : « τι βλέπει λοιπόν η εσωτερική εκείνη όραση; Μόλις ξυπνήσει καθόλου δεν μπορεί να ίδει τα λαμπρά εκείνα όντα. Πρέπει λοιπόν η ψυχή πρώτα να αντικρύσει να συνηθίσει και να διακρίνει τους ωραίους τρόπους ζωής. Κατόπιν τα ωραία έργα όχι εκείνα που κατασκευάζουν οι τέχνες αλλά αυτά τα οποία κάνουν οι λεγόμενοι αγαθοί άνδρες. Κοίταξε μετά την ψυχή αυτών που κάνουν τα ωραία έργα».

Συζητούμε για την Πλωτινική παιδαγωγική δύναμη του έρωτος, προκειμένου ο Έρως του Ενός να γίνει δάσκαλος και παιδαγωγός στον άνθρωπο που επιθυμεί της μεγάλης επιστροφής. Το ανθρώπινο Υποκείμενο χωρίζει τη ζωή του από τα γήινα υλικά σχήματα και προσπαθεί να προσανατολισθεί προς την ανωτέρα Ψυχή και το Νου. Σημαντικοί άνθρωποι, που μέσα από τη ζωή τους κατάφεραν να δουν τον άλλο κόσμο με τα μάτια του πνεύματος, μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο και οδηγό στην προσπάθεια του ανθρώπου να επιστρέψει στην Πατρίδα από όπου ήλθε. Δεν συζητούμε για μίμηση αλλά για βύθιση στις πρωταρχικές δυνάμεις του ήδη υπάρχοντος Ενός διά του ανθρωπίνου Νοός. Η πορεία είναι εξόχως εσωτερική, ο Έρωτας ως βούληση και δύναμη ωθεί το Υποκείμενο προς τα ανώτερα συναισθήματα και τις σκέψεις οι οποίες μέσα από το εσωτερικό εκχειλίζον ποτάμι της ανθρώπινης ύπαρξης οδηγεί στο Εν.

Ωστόσο δεν συζητούμε για μία ακριβώς επιτηδειότητα προς θέωση, η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Αρειοπαγητικά και εν συνεχεία σε έργα του Μαξίμου του Ομολογητού. Αναμφίβολα το ερωτικό στοιχείο της μέθεξης του Ενός στη φιλοσοφία του Πλωτίνου εμπεριέχει και το στοιχείο της εσκεμμένης επιτήδευσης, της κατευθυνόμενης και σκοποθετημένης πορείας προς το Πάντοτε υπάρχον. Ούτως ή άλλως υπάρχει η πλατωνική παράδοση του Θεαίτητου, όπου η ομοίωσις με το Θεό αποτελεί φυγή της ψυχής, προκειμένου στον κόσμο του Νοός αυτή να σωθεί από την μίξη του σώματος, η οποία της επιφέρει την επαφή με το κακό. Συζητούμε βέβαια για μία μορφή θέωσης η οποία επιβάλλεται από τον Πλάτωνα. Ο Πλωτίνος όμως προχωρεί το όλο θέμα πέρα από την επιτηδειότητα. Λόγω των απορροών και των εκχειλίσεων του Ενός ο άνθρωπος έχει βαθυτάτη οντολογική αποστολή όπως επιστρέψει ανεπιτήδευτα και αυθορμήτως εσωτερικά στο Πρωταρχικό Εν.

Ο Πλωτίνος, σε αυτό το σημείο, οντολογικοποιεί την ερωτική πορεία της ψυχής προς το Εν, οντολογικοποιεί την Πλατωνική ερωτική πορεία της ψυχής προς τη θέωση. Αναμφίβολα το σώμα για τον Πλωτίνο είναι κάτι το κακό, επειδή ακριβώς παρατηρείται σε αυτό απουσία πνεύματος. Στην Εννεάδα του Περί του καλού (1,6,9) ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος ομιλεί για την εσωτερική όραση της ψυχής. Η ψυχή ορά το ανώτερο και επιθυμεί την πορεία προς αυτό· θεωρεί ότι οντικά δύναται να πορευθεί προς τον τόπο του Νοός, εκεί όπου η πνευματική απόλαυση υπερκεράζει κάθε υλική ευδαιμονία. Το δεύτερο κριτήριο της μη επιτηδειότητας του ερωτικού στοιχείου της Πλωτινικής ψυχής τίθεται ως ακολούθως:

Η ψυχή διακρίνει τους ωραίους τόπους εις τους οποίους μπορεί να πορευθεί και εκουσίως τους ακολουθεί. Ο Πλωτίνος είναι καταπληκτικός στην περιγραφή του τρόπου. Η ομορφιά της καλής ψυχής διακρίνεται όταν ο άνθρωπος αποσυρθεί στον εαυτό του, τον οποίο και παρατηρεί. Όπως ο δημιουργός του ωραίου αγάλματος, παρόμοια και ο άνθρωπος σμιλεύει με την σκέψη και την ενόραση του Ενός τον εαυτό του, ώστε το ερωτικό αυτό ταξίδι της ψυχής να καταλήξει στη Μεγάλη Πρωταρχή. Βέβαια παρατηρούμε και μία άλλη παράμετρο της ερωτικής διάστασης της Πλωτινικής φιλοσοφίας. Ο άνθρωπος ερά την ίδια του την ψυχή, θεωρώντας την διαφορετικά και οντολογικώς εξελικτικά. Ο έρωτας είναι συνεκτικός, επιθυμεί την αρχέγονη ένωση, δεν ενέχει τίποτε το εγωιστικό και το επιτηδευμένο, είναι το μέσο της ένωσης της ψυχής με την ωραία εικόνα του Ενός από την οποία αποκολλήθηκε.

Ποια όμως είναι η θέση της ελπίδας σε αυτό το ερωτικό ταξίδι της ψυχής; Ο όρος Ελπίς ανιχνεύεται δύο φορές στις Εννεάδες, ενώ το ρήμα ελπίζειν μόλις μία. Αυτό και μόνο το γεγονός δηλώνει ότι ο Πλωτίνος προσπάθησε να στηρίξει το σύστημά του σε απολύτως έλλογα οντολογικές βάσεις· το ερωτικό στοιχείο είναι η ήδη προϋπάρχουσα πορεία επιστροφής προς το Εν διά του Νοός, ο οποίος αποκαθαίρει την Ψυχή από τις επιρροές της Ύλης και την προωθεί προς την μεγάλη Πρωταρχή. Ο άνθρωπος δεν ελπίζει, διότι η ελπίδα αντικατοπτρίζει φόβο και απιστία, έλλειψη της απολύτου δυνάμεως επιστροφής στο Έν. Ως εκ τούτου ο έρωτας της Ψυχής προς την μεγάλη επιστροφή προς το Έν είναι αδήριτος, αναπόφευκτος και απόλυτος, μακριά από κάθε ελπίδα ή πίστωση της πραγματικότητας. Είναι ξεκάθαρη υπέρβαση αυτής της πραγματικότητας, πορεία προς το Ήδη υπάρχον.

Ο Πλωτίνος συνδέει στενά την έννοια της ύλης με εκείνη του χώρου, η ύλη είναι αντανάκλαση της υπερβατικής φύσης του νοητού. Η ελπίδα επεισέρχεται σε αυτό το σημείο, ώστε να συνδέσει την ψυχή με την πηγή της αντανάκλασης που είναι ο Ενικός και Υπερβατικός Νους. Η ελπίδα στον Πλωτίνο είναι το συνεκτικό μέγεθος ανάμεσα στην εικόνα και στο πραγματικό μέγεθος του Ενός το οποίο επιφαίνεται στην εικόνα (το μέγεθος του Ενός δεν είναι απλά δεκτικό αλλά καθεαυτό) προκειμένου η ερωτική πορεία να αποκτήσει έλλογες βάσεις και η ψυχή να ενδυναμώσει στην πορεία της από την εικόνα της ύλης προς το αρχέτυπο του Ενός. Η ελπίδα βοηθάει την ψυχή στην μεγάλη επιστροφή, διότι καλύπτει το νοητικό κενό ανάμεσα στην μεριστή ύλη και στο άπειρο Έν.

Στην 4η μάλιστα Εννεάδα («περί της εις τα σώματα καθόδου της ψυχής») η ελπίδα πλέον αναγράφεται στο γνωστικό επίπεδο. Ο φιλόσοφος αυτο-εξομολογείται (γινόμενος…εμαυτού είσω) ότι η ελπίδα στηρίζει την ερωτική πορεία της ψυχής προς το ταξίδι της προς το Εν, ο άνθρωπος γνωρίζει ότι μπορεί να συναντήσει όλους τους προγενεστέρους που ακολούθησαν την πορεία προς το Έν. Όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει μια βασική διαφορά ανάμεσα στην Πλωτινική και την Πλατωνική ελπίζουσα ερωτική πορεία της ψυχής προς το Εν. Ο Πλωτίνος αλληλοπεριχωρεί την ερωτική πορεία του ανθρώπου προς το Εν εσωτερικά της ανθρώπινης ψυχής, πέρα από την Πλατωνική διαλεκτική που στηρίζει πολλά στη γνώση του Άλλου και στην επιστροφή σε αυτό.

Ο Πλωτίνος (πέρα από την εξωτερική διαλεκτική ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Άλλο ως Αγαθό, το οποίο γνωρίζεται και καλεί τον άνθρωπο) διά της θεωρίας των εκχειλιζουσών απορροών θεωρεί την επιστροφή της ψυχής προς το Εν όχι ως ένα εξωτερικό ταξίδι ενός μεγέθους προς το Άλλο, αλλά ως μυστική και εσωτερική αναπόφευκτη επιστροφή του ανθρώπου προς τον πραγματικό και όχι τον Άλλο εαυτό του. Θα μας πει στην Εννεάδα ΙΙ(2,2,(12-14) «Η δε ψυχή περιθέουσα τον θεόν αμφαγαπάζεται και περί αυτόν ως οίον τε αυτή έχει». Η ψυχή απλώνεται από τον κόσμο της πολλότητας στον κόσμο της ενότητος και υπέρλογα ενώνεται με το Εν. Ο Πλωτίνος μάλιστα προσεγγίζοντας ερμηνευτικά το Πλατωνικό Συμπόσιο στην περί θεωρίας Εννεάδα (ΙΙΙ,5 7 , 24) αναφέρεται στον έρωτα ως «αμήχανον …διά την ένδειαν» αλλά και «ποριστικόν διά την του λόγου φύσιν». Επίσης αναφέρει για το κάθε ον «μόνον πληρούται αληθώς ό,τιπέρ και πεπλήρωται τη εαυτού φύσει» (21-22).

Άρα ο Πλωτινικός έρωτας δεν είναι απλή «επίσκεψις», που προσπαθεί να καλύψει τη γνωσιολογική ένδειά του με περισσές γνώσεις περί του Αγαθού, αλλά μια βαθύτατα εσωτερική, βιωματική και ενοποιητική επιστροφική κίνηση της ψυχής προς τον αρχέγονο εαυτό της, το Εν. Εξάλλου ο φιλόσοφος περίφημα το διατυπώνει αυτό «ήδη γάρ ούτως προς το Εν, και προς το ήσυχον ού μόνον των έξω, αλλά και προς αυτόν και πάντα είσω» (ΙΙΙ,8 6 37-40). Εννοείται ότι για τον Πλωτίνο δεν επεισέρχεται κανένα χριστιανικής απόχρωσης ερώτημα περί της σωτηρίας της ψυχής. Ίσως και γι’ αυτό τελικά ο Νεοπλατωνισμός ηττήθηκε από το χριστιανισμό και δεν επικράτησε στις ευρείες μάζες. Ο Πλωτίνος δεν μετέχει καμιάς εσχατολογικής ή μεσσιανικής συζήτησης, η οποία θα μπορούσε εξουσιαστικά να ελέγξει τα πλήθη. Ο έρωτας της ψυχής προς την επιστροφή στον Ενικό εαυτό της είναι εσωτερική ανάγκη της ψυχής, ταξίδι μυστικό, η αντίθετη απορροή και εκχείλιση προς το Εν. Η ψυχή αφ’ εαυτής επιζητεί την άνω πορεία προς τον πρώτο και πραγματικό εαυτό της· σε τούτη την πορεία της δεν χρειάζεται κάποιον θεό κριτή. Η ερώσα ψυχή επιθυμεί το αντικείμενο του έρωτος, το δίχως όρια Εν-Αγαθόν.

Ο Πλωτίνος ορθά μας παραδίδει ότι η ψυχή στο ερωτικό της ταξίδι προς το Εν δεν έλκεται από το κάλλος του Ενός, διότι αυτό αναπόφευκτα θα το βιώσει όταν ενωθεί μαζί του· τότε δεν θα το γνωρίσει θα το ζήσει (σε αυτό το σημείο ο οντολόγος Πλωτίνος ξεπερνά το γνωσιολόγο Πλάτωνα). Ήδη η ψυχή κατέχει το Ενικό κάλλος, διότι είναι μέρος του Ενός· όταν ενωθεί με το Εν θα το βιώσει. Η Πλατωνική γνωσιολογία εξωτερικεύει τις σχέσεις και καθιστά την ψυχή έτερον του Αγαθού, το οποίον νοείται ως Άλλον. Όμως ο Πλωτινικός έρωτας αποκαθιστά πάνω από όλα τις οντολογικές ισορροπίες. Η ψυχή επιθυμεί την μεγάλη επιστροφή προς αυτό το οποίο ήδη είναι, προς τον εαυτό της ως Εν.