Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (11.1-15b.1)

11. ΑΛΙΕΥΣ [11.1] ἁλιεὺς αὐλητικῆς ἔμπειρος ἀναλαβὼν αὐλοὺς καὶ τὰ δίκτυα παρεγένετο εἰς τὴν θάλασσαν καὶ στὰς ἐπί τινος προβλῆτος πέτρας τὸ μὲν πρῶτον ᾖδε, νομίζων αὐτομάτους πρὸς τὴν ἡδυφωνίαν τοὺς ἰχθύας ἐξάλλεσθαι. ὡς δὲ αὐτοῦ ἐπὶ πολὺ διατεινομένου οὐδὲν πέρας ἠνύετο, ἀποθέμενος τοὺς αὐλοὺς ἀνείλετο τὸ ἀμφίβληστρον καὶ βαλὼν κατὰ τοῦ ὕδατος πολλοὺς ἰχθύας ἤγρευσεν. ἐκβαλὼν δὲ αὐτοὺς ἀπὸ τῶν δικτύων ἐπὶ τὴν ἠιόνα ὡς ἐθεάσατο σπαίροντας, ἔφη· «ὦ κάκιστα ζῷα, ὑμεῖς, ὅτε μὲν ηὔλουν, οὐκ ὠρχεῖσθε, νῦν δέ, ὅτε πέπαυμαι, τοῦτο πράττετε».
πρὸς τοὺς παρὰ καιρόν τι πράττοντας ὁ λόγος εὔκαιρος.

12. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΠΑΡΔΑΛΙΣ
[12.1] ἀλώπηξ καὶ πάρδαλις περὶ κάλλους ἤριζον. τῆς δὲ παρδάλεως παρ᾽ ἕκαστα τὴν τοῦ σώματος ποικιλίαν προβαλλομένης ἡ ἀλώπηξ ὑποτυχοῦσα ἔφη· «καὶ πόσον ἐγὼ σοῦ καλλίων ὑπάρχω, ἥτις οὐ τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν πεποίκιλμαι;»
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοῦ σωματικοῦ κάλλους ἀμείνων ἐστὶν ὁ τῆς διανοίας κόσμος.

13. ΑΛΙΕΙΣ
[13.1] ἁλιεῖς σαγήνην εἷλκον· βαρείας δὲ αὐτῆς οὔσης ἔχαιρον καὶ ὠρχοῦντο, πολλὴν εἶναι νομίζοντες τὴν ἄγραν. ὡς δὲ ἀφελκύσαντες ἐπὶ τὴν ἠιόνα τῶν μὲν ἰχθύων ὀλίγους εὗρον, λίθων δὲ καὶ ἄμμων μεστὴν τὴν σαγήνην, οὐ μετρίως ἐβαρυθύμουν, οὐχ οὕτω μᾶλλον ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι δυσφοροῦντες, ὅσον ὅτι καὶ τὰ ἐναντία προσειλήφασιν. εἷς δέ τις ἐν αὐτοῖς γηραιὸς ὢν εἶπεν· «ἀλλὰ παυσώμεθα, ὦ ἑταῖροι· χαρᾶς γάρ, ὡς ἔοικεν, ἀδελφή ἐστιν ἡ λύπη, καὶ ἡμᾶς ἔδει τοσαῦτα προησθέντας πάντως τι καὶ λυπηθῆναι».
ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς δεῖ τοῦ βίου τὸ εὐμετάβλητον ὁρῶντας μὴ τοῖς αὐτοῖς ἀεὶ πράγμασιν ἐπαγάλλεσθαι λογιζομένους, ὅτι ἐκ πολλῆς εὐδίας ἀνάγκη καὶ χειμῶνα γενέσθαι.

14. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΠΙΘΗΚΟΣ
[14.1] ἀλώπηξ καὶ πίθηκος ἐν ταὐτῷ ὁδοιποροῦντες περὶ εὐγενείας ἤριζον. πολλὰ δὲ ἑκατέρου διεξιόντος ἐπειδὴ ἐγένοντο κατά τι‹νας τύμβους›, ἐνταῦθα ἀποβλέψας ἀνεστέναξεν ὁ πίθηκος. τῆς δὲ ἀλώπεκος ἐρομένης τὴν αἰτίαν ὁ πίθηκος ἐπιδείξας αὐτῇ τὰ μνήματα εἶπεν· «ἀλλ᾽ οὐ μέλλω κλαίειν ὁρῶν τὰς στήλας τῶν πατρικῶν μου ἀπελευθέρων καὶ δούλων;» κἀκείνη πρὸς αὐτὸν ἔφη· «ἀλλὰ ψεύδου, ὅσα βούλει. οὐδεὶς γὰρ τούτων ἀναστὰς ἐλέγξει σε».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ψευδολόγοι τότε μάλιστα καταλαζονεύονται, ὅταν τοὺς ἐλέγχοντας μὴ ἔχωσι.

15a. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΒΟΤΡΥΣ
[15a.1] ἀλώπηξ λιμώττουσα ὡς ἐθεάσατο ἀπό τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους, ἠβουλήθη αὐτῶν περιγενέσθαι καὶ οὐκ ἠδύνατο. ἀπαλλαττομένη δὲ πρὸς ἑαυτὴν εἶπεν· «ὄμφακές εἰσιν».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι τῶν πραγμάτων ἐφικέσθαι μὴ δυνάμενοι δι᾽ ἀσθένειαν τοὺς καιροὺς αἰτιῶνται.

15b. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΜΥΣ
[15b.1] ἀλώπηξ ἐν κρεβαττίνῃ βότρυας πεπείρους ἰδοῦσα ἤμελλε φαγεῖν, ἐν ὕψει δὲ ὄντας οὐκ ηὐπόρει φαγεῖν. μῦς δὲ ἰδὼν ταύτην ἐμειδίασεν εἰπών· «οὐδὲν τρώγεις». ἡ δὲ ἀλώπηξ μὴ θέλουσα ἡττηθῆναι πρὸς τοῦ μυὸς ἔφη· «ὄμφακές εἰσιν».
ὅτι τοὺς πονηροὺς καὶ μὴ βουλομένους πείθειν τὸν λόγον ὁ μῦθος ἐλέγχει.

***
11. Ο ψαράς.
[11.1] Ήταν ένας ψαράς που ήξερε να παίζει φλογέρα. Πήρε, που λέτε, τη φλογέρα του και τα δίχτυα του και πήγε στη θάλασσα. Εκεί πέρα στάθηκε πάνω σε κάποιον βράχο που προεξείχε πάνω από τα νερά και ξεκίνησε να παίζει μουσική. Νόμιζε, βλέπετε, ότι τα ψάρια θα πηδούσαν έξω από μόνα τους, σαν ανταπόκριση προς την όμορφη μελωδία. Για πολλή ώρα ζοριζόταν έτσι χωρίς να φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Στο τέλος, λοιπόν, άφησε στην άκρη τη φλογέρα, σήκωσε το πεζόβολό του και το έριξε μέσα στη θάλασσα, πιάνοντας πολλά ψάρια. Μόλις τα έβγαλε από τα δίχτυα πάνω στο ακρογιάλι, τα είδε που σπαρταρούσαν και τα αποπήρε: «Βρε αχαΐρευτα πλάσματα, όταν σας έπαιζα φλογέρα, δεν χορεύατε. Τώρα που σταμάτησα βρήκατε να το κάνετε;».
Ο μύθος ταιριάζει για όποιον κάνει κάτι σε ακατάλληλη περίσταση.

12. Η αλεπού και η λεοπάρδαλη.
[12.1] Η αλεπού και η λεοπάρδαλη μάλωναν ποιά είναι πιο όμορφη. Η λεοπάρδαλη έδειχνε ένα-ένα τα μέρη του σώματός της και εκθείαζε το όλο βούλες δέρμα της. Όμως η αλεπού τής έφερε αντίρρηση: «Για φαντάσου, λοιπόν, πόσο πιο όμορφη από σένα πρέπει να είμαι εγώ, που η ποικιλομορφία μου δεν βρίσκεται στο σώμα αλλά στην ψυχή μου».
Το δίδαγμα του μύθου: Τα στολίδια του πνεύματος είναι ανώτερα από την ομορφιά του σώματος.

13. Οι ψαράδες.
[13.1] Ήταν κάτι ψαράδες που τραβούσαν την τράτα τους, και επειδή την ένιωθαν βαριά, χόρευαν από τη χαρά τους, νομίζοντας πως η ψαριά τους θα είναι μεγάλη. Όταν όμως τράβηξαν τα δίχτυα στο ακρογιάλι, δεν βρήκαν μέσα παρά λίγα μόνο ψάρια· βλέπετε, η τράτα είχε γεμίσει το πιο πολύ από πέτρες και άμμο. Τους ψαράδες μας τότε τους έπιασε φοβερή στενοχώρια· μάλιστα δυσανασχετούσαν όχι τόσο για το ίδιο το πάθημα όσο επειδή είχαν ελπίσει σε αντίθετη έκβαση προηγουμένως. Στο τέλος ένας γέρος που ήταν ανάμεσά τους είπε: «Σώνει πια, αδέρφια. Το ξέρουμε δα, η λύπη είναι αδελφή της χαράς. Λοιπόν, με τέτοια χαρά που πήραμε εμείς στην αρχή, ήταν της μοίρας μας εξάπαντος να λυπηθούμε και λίγο».
Το ίδιο ισχύει και για εμάς: είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε την ευμετάβλητη φύση της ζωής και να μην περιμένουμε ότι πάντα θα πανηγυρίζουμε με τον ίδιο τρόπο. Ας το βάλουμε στο μυαλό μας: ύστερα από μεγάλη καλοκαιρία είναι αναπόφευκτο να έρθει σε κάποια στιγμή και η καταιγίδα.

14. Η αλεπού και ο πίθηκος.
[14.1] Μια φορά η αλεπού και ο πίθηκος περπατούσαν μαζί στον ίδιο δρόμο και μάλωναν ποιός από τους δύο έχει πιο αριστοκρατική καταγωγή. Εξιστορούσαν, που λέτε, και οι δυο τους πολλά και διάφορα, μέχρι που βρέθηκαν σε ένα μέρος με τάφους. Εκεί πέρα ο πίθηκος κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στα μνήματα και έβγαλε βαθύ στεναγμό. Η αλεπού φυσικά τον ρώτησε γιατί. Τότε ο πίθηκος έκανε μια χειρονομία, δείχνοντάς της τις ταφόπλακες, και αποφάνθηκε: «Πώς να μην κλάψω σαν θωρώ τις επιτύμβιες στήλες των δούλων και απελεύθερων που είχαμε στο πατρικό μου;». Εκείνη όμως δεν τον άφησε δίχως απάντηση: «Μωρέ δεν πα να λες όσα ψέματα θέλεις — κανένας από αυτούς εδώ δεν πρόκειται να σηκωθεί για να σε διαψεύσει».
Έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους: οι ψεύτες ξεστομίζουν τις πιο εξωφρενικές καυχησιές, ιδίως όταν δεν είναι τριγύρω κανένας για να τους ελέγξει.

15a. Η αλεπού και τα σταφύλια.
[15a.1] Ήταν μια αλεπού που πέθαινε της πείνας, όταν ξάφνου αντίκρισε ένα τσαμπί σταφύλια να κρέμεται από κάποια κληματαριά. Πάσχισε τότε να τα βάλει στο χέρι, αλλά δεν τα κατάφερε. Τί να κάνει, λοιπόν; Σηκώθηκε να φύγει, και μουρμούριζε μονάχη της: «Άι σιχτίρ, αγουρίδες είναι!».
Έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους: ορισμένοι, όταν δεν έχουν τη δύναμη και την ικανότητα να πετύχουν τα πράγματα που θέλουν, ρίχνουν το φταίξιμο στις αντίξοες περιστάσεις.

15b. Η αλεπού και ο ποντικός.
[15b.1] Ήταν μια αλεπού που λιγουρεύτηκε κάτι ώριμα σταφύλια σε μια κληματαριά και το έβαλε σκοπό να τα φάει. Έλα όμως που κρέμονταν πολύ ψηλά και δεν κατάφερνε να τα φτάσει. Την πρόσεξε τότε ο ποντικός και της πέταξε χασκογελώντας: «Πάει το γεύμα σου». Η αλεπού όμως δεν θα άφηνε τον πόντικα να τη νικήσει έτσι, και του αντιγύρισε: «Άσ᾽ τα, μωρέ! Αγουρίδες είναι».
Ο μύθος αυτός καταδικάζει εκείνους που κάνουν πονηριές και δεν παίρνουν από λόγια.

Ο Θουκυδίδης, ο Διόδοτος και ο ανθρωπισμός μέσα στον πολιτικό λόγο

Οι γνώσεις μας για το Διόδοτο είναι σχεδόν μηδαμινές. Ο Γεωργοπαπαδάκος παραθέτει σε υποσημείωση: «Δεν ξέρουμε τίποτε περισσότερο για το συνετό αυτόν άντρα». Το σίγουρο είναι ότι παίρνει το λόγο όταν συγκεντρώνεται η εκκλησία του Δήμου για να συζητήσει την αναθεώρηση της εξοντωτικής απόφασης εναντίον των Μυτιληναίων για την αποστασία τους. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει το λόγο του αμέσως μετά τον εμπρηστικό λόγο του Κλέωνα (που δικαίωνε την ολοκληρωτική καταστροφή των Μυτιληναίων) ως αντίβαρο επιείκειας και λογικής απέναντι στην τυφλή, ισοπεδωτική ορμή της προηγούμενης εκδικητικής απόφασης. Όμως ο λόγος του Διόδοτου είναι πολιτικός. Είναι δηλαδή προορισμένος να καταδείξει το συμφέρον της πόλης. Υπό αυτούς τους όρους κάθε συναισθηματισμός ή ανθρωπιστική διάθεση δεν μπορούν να έχουν καμία ισχύ, αφού εδώ μιλάμε για τον ξερό ωφελιμισμό της πόλης, που οφείλει να βγει κερδισμένη από τις περιστάσεις. Εξάλλου, η ίδια η έννοια της αθηναϊκής ηγεμονίας, που ούτε απαρνείται ούτε καταδικάζει ο Διόδοτος, είναι η πιστοποίηση της αδικίας, που όμως θεωρείται αυτονόητη – κι ως εκ τούτου δίκαιη – αφού δεν υπάρχει κανένας πιο αυτονόητος νόμος από το δίκιο του ισχυρού. Οι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να έχουν καμία ενοχή για τη συμπεριφορά τους προς τους συμμάχους, αφού είναι βέβαιο ότι αν είχαν το πάνω χέρι εκείνοι θα έκαναν τα ίδια, για να μην πούμε χειρότερα. Ο Διόδοτος, αν θέλει να γίνει πιστευτός, οφείλει να αποδείξει τα χειροπιαστά οφέλη του ανθρωπισμού ή αλλιώς τη συμφεροντολογική οπτική της ανθρωπιάς, τοποθετώντας το ανθρωπιστικό ιδεώδες στο σκληρό, πολλές φορές κυνικό, πλαίσιο της πολιτικής. Οφείλει δηλαδή να καταδείξει τα πολιτικά οφέλη του ουμανισμού ή, ακόμα καλύτερα, τα οικονομικά οφέλη, αφού, επί της ουσίας, τα πολιτικά οφέλη μιας πόλης (κράτους) μόνο ως οικονομική υπεροχή μπορούν να νοηματοδοτηθούν (ή στρατιωτική, που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο): «Το κύριο επιχείρημα του Κλέωνα είναι ότι σας συμφέρει, για να αποστατούν στο μέλλον λιγότερο συχνά οι σύμμαχοί σας, να ορίσετε προκαταβολικά ως ποινή το θάνατο. Αλλά εγώ, που νοιάζομαι το ίδιο για το μελλοντικό συμφέρον της πόλης, έχω την αντίθετη γνώμη. Κι έχω την απαίτηση να μην απορρίψετε τη χρησιμότητα του δικού μου λόγου παρασυρμένοι από τη δική του εντυπωσιακή επιχειρηματολογία». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 44).
 
Το εξ’ αρχής ξεκαθάρισμα του Διόδοτου ότι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το συμφέρον της πόλης, δεν είναι τίποτε άλλο από την τοποθέτηση του λόγου του στην ορθή πολιτική βάση. Γιατί δεν πρέπει να υπάρξει καμία υπόνοια για το αντίθετο. Γιατί οποιαδήποτε τέτοια υπόνοια θα διέλυε, από θέση αρχής, κάθε αξιοπιστία: «Σκεφτείτε πως σήμερα, αν κάποια πόλη αποστατήσει κι ύστερα καταλάβει ότι δε θα υπερισχύσει, μπορεί να συνθηκολογήσει, ενώ ακόμη είναι σε θέση να δώσει πολεμική αποζημίωση και να πληρώνει μελλοντικά το φόρο υποτέλειας. Αν όμως αλλάξτε πολιτική, ποια πόλη νομίζετε πως θα βρεθεί που δε θα ετοιμαστεί καλύτερα από ό,τι ως σήμερα για να αποστατήσει και σε μια πολιορκία δε θα παρατείνει την αντίστασή της ως τα έσχατα, αν ξέρει ότι μια αργότερη ή νωρίτερη συνθηκολόγηση θα έχει τις ίδιες συνέπειες; Αλλά και για μας δε θα ‘ταν ζημιά να ξοδευτούμε σε μια μακροχρόνια πολιορκία της – αφού θα ήταν αδύνατη η συνθηκολόγηση – κι αν την κυριέψουμε, να πάρουμε μια πόλη κατεστραμμένη και χωρίς τη δυνατότητα να ‘χουμε στο μέλλον έσοδα απ’ αυτή; Κι ήμαστε ισχυροί απέναντι στους εχθρούς μας ακριβώς χάρη στα έσοδα αυτά». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 46).
 
Βρισκόμαστε μπροστά στην πιο ορθολογική διαχείριση της εξουσίας, που επιβάλλει ότι τους αδύναμους δεν πρέπει να τους εξοντώνει ο ισχυρός, αλλά να τους απομυζεί. Οι αποστάτες πρέπει να επιστρέφουν στην ηγεμονία – με την ουρά στα σκέλια – όσο το δυνατό πιο σύντομα και πιο ανέξοδα. Η εκ των προτέρων καθορισμένη θανατική ποινή σε βάρος τους είναι προφανές ότι δεν εξυπηρετεί αυτόν τον προσανατολισμό, καθώς θα εξαναγκάσει τους αποστάτες να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων φέρνοντας ζημιές στρατιωτικές (αφού οι μάχες θα παραταθούν μέχρι τα πιο ακραία όριά τους) και ματαιώνοντας την ίδια την έννοια της νίκης (αφού μια ισοπεδωμένη πόλη δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα). Η σύνεση, ως παντοδύναμο πολιτικό όπλο των ισχυρών, καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει πιο σώφρων πολιτικός δρόμος από την κερδοφορία που τελεί εν ειρήνη. Οι εξάρσεις και οι αποστασίες δε συμφέρουν τους ισχυρούς. Πόσο μάλλον η χρονική παράτασή τους. Ο ανθρωπισμός οφείλει να προβάλλεται ως ύψιστη γενναιοδωρία. Αν η ισχύς καταφέρει και φορέσει πειστικά το ουμανιστικό προσωπείο, θα διαρκέσει επ’ άπειρο, αφού θα έχει ματαιώσει όλες τις αντιστάσεις. Ο υποτελής πρέπει να νιώθει προστατευμένος από τον ισχυρό και – αν είναι δυνατό – να μην αντιλαμβάνεται την εκμετάλλευση που υφίσταται. Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας. Η λογική τιμωρία θα μεταφραστεί ως δικαιοσύνη. Η συλλήβδην εξόντωση του πληθυσμού όμως δεν μπορεί να πείσει κανένα. Αντιθέτως, θα γεννήσει την ανασφάλεια που διαλύει όλες τις ψευδαισθήσεις. Γιατί κάθε ηγεμονία εγκαθιδρύει προτεκτοράτα, και κάθε προτεκτοράτο οφείλει να κινείται από τις πολιτικές αποφάσεις των ιθυνόντων, που πρέπει να φαίνονται ανεξάρτητοι. Κι αυτή είναι η μαγική ισορροπία της υποτέλειας. Η πολιτική σκηνή να διαμορφώνεται από τους κατάλληλους προς την ηγεμονία ανθρώπους και ταυτόχρονα ο λαός να θεωρεί ότι κρατά την τύχη του στα χέρια του. Γι’ αυτό οι ντόπιοι πολιτικοί εκφραστές της ηγεμονίας πρέπει πάνω απ’ όλα να νιώθουν ασφαλείς: «Αν όμως εξοντώσετε τους δημοκρατικούς της Μυτιλήνης, που όχι μόνο δεν πήραν μέρος στην αποστασία, αλλά και όταν πέτυχαν να τους δοθούν όπλα, σας παραδώσανε θεληματικά την πόλη τους, πρώτο θα κάμετε έγκλημα σκοτώνοντας τους ευεργέτες σας, κι ύστερα θα εξασφαλίσετε στους ολιγαρχικούς αυτό που πάνω απ’ όλα θέλουν: στις αποστασίες που θα προκαλούν στις πόλεις τους, να ‘χουν αμέσως συμμάχους τους δημοκρατικούς, μια κι εσείς θα ‘χετε δείξει σ’ όλους πανηγυρικά ότι η ίδια τιμωρία περιμένει και τους ενόχους και τους αθώους. Οφείλεται λοιπόν, κι αν ακόμη σας αδίκησαν, να προσποιηθείτε πως δεν το καταλάβατε, για να μη γίνει εχθρικό το μόνο μέρος του πληθυσμού που είναι ακόμη φιλικό απέναντί σας». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 47).
 
Όμως ο Διόδοτος δεν σταματά εδώ, αλλά προχωρά ακόμη βαθύτερα αναλύοντας την ίδια τη φύση της θανατικής ποινής: «Κι είναι πιθανό, παλιότερα, οι ποινές για τα βαρύτερα εγκλήματα να ήταν πιο ελαφριές, επειδή όμως οι παρανομίες συνεχίζονταν, με τον καιρό οι περισσότερες ποινές έφτασαν να είναι ο θάνατος. Αλλά παρόλα αυτά τα εγκλήματα συνεχίζονται. Ή, λοιπόν, πρέπει να βρούμε κάποιο σκιάχτρο πιο φοβερό απ’ το θάνατο ή να παραδεχτούμε πως αυτός δε σταματά το έγκλημα. Γιατί οι άνθρωποι, είτε από τόλμη που τη γεννά η φτώχεια με τις πιεστικές ανάγκες, είτε από πλεονεξία που την προκαλεί η δύναμη και την κάνει ακόρεστη η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση, είτε από τα πάθη που κάθε φορά πια ακατανίκητα τους εξουσιάζουν στις διάφορες περιστάσεις του βίου, παρασύρονται σ’ επικίντυνες περιπέτειες». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 45).
 
Παρακολουθούμε την πιο ανόθευτη ανθρωπιστική πρόταση, η οποία κατατίθεται όχι ως διάλεξη ή φιλοσοφική τοποθέτηση ή καλλιτεχνικό έργο – που, από θέση αρχής, μπορούν να κινηθούν πιο ελεύθερα – αλλά ως επιχείρημα μέσα σε πολιτικό λόγο, που οφείλει να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες γραμμές, που οφείλει δηλαδή να διαμορφώσει την άποψη του κοινού ώστε να ψηφιστούν τα προτεινόμενα. Ο ανεπιτήδευτος συνδυασμός της πολιτικής πειθούς με το ανθρωπιστικό ιδεώδες ξεπερνά όλα τα ρητορικά καλούπια, όχι επειδή επικαλείται μια προοδευτική ιδέα ως πολιτικό όπλο, αλλά γιατί εντάσσει μια ολόκληρη κοινωνική αντίληψη περί τιμωρίας (που δεν είναι βέβαιο ότι την ασπάζεται το κοινό) στο πλαίσιο μιας ρητορικής που επιδιώκει να κατευθύνει άμεσα προς μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση. Ο Διόδοτος, αφού χειριστεί επαρκώς τα ωφελιμιστικά πρότυπα που επιβάλλει ο πολιτικός λόγος, προχωράει σε ατόφιες ανθρωπιστικές αξίες, που, εμμέσως πλην σαφώς, καταθέτει επίσης προς ψήφιση. Πετυχαίνει δηλαδή δύο στόχους, αφού το κοινό δεν θα αποδεχτεί απλώς μια περιστασιακά επικερδή πρόταση, αλλά μια σταθερή πολιτική αντίληψη, που εστιάζει στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο και το σεβασμό της ζωής. Γιατί η απονομή των ποινών, από τη φύση της, εμπεριέχει τον αγώνα του ανθρώπου να εκπολιτιστεί. Τον αγώνα να ξεπεράσει τα πηγαία εκδικητικά του συναισθήματα. Τον αγώνα της πίστης στην αναμόρφωση του ανθρώπου, που δε χρειάζεται να πεθάνει. Τον αγώνα για τη συνύπαρξη. Γι’ αυτό ο Διόδοτος μιλά για τα ανθρώπινα πάθη. Γι’ αυτό επικαλείται τη φτώχεια και τις πιεστικές ανάγκες. Γι’ αυτό αναφέρεται στο ακατανίκητο των συναισθημάτων. Γιατί ξέρει ότι οι αυστηρές – εξοντωτικές ποινές δεν μπορούν να τα νικήσουν. (Εξάλλου, έχουν ήδη αποτύχει). Γιατί ξέρει ότι ο άνθρωπος πρέπει να απευθυνθεί αλλού, αν θέλει να τα δαμάσει: «Κοντολογίς, είναι αδύνατο – κι είναι πολύ ανόητος όποιος πιστεύει το αντίθετο – η ανθρώπινη φύση, όταν σπρώχνεται από το πάθος να πράξει κάτι, να συγκρατηθεί από αυστηρούς νόμους ή από κάποιον άλλο φόβο». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 45).
 
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Με τον Σπινόζα, σε αναζήτηση της ευτυχίας

Η σκέψη του Σπινόζα γύρω από τα ζητήματα της καλής ζωής, τους όρους της γνώσης, τον προσδιορισμό της αλήθειας, της ηθικής, καθώς και της πολιτικής και αισθητικής εμπειρίας. Η φιλοσοφία της πρώιμης νεωτερικότητας – στην οποία εντάσσουμε συνήθως τον Σπινόζα (μαζί με τον Τζον Λοκ και τον Λάιμπνιτς) και του Διαφωτισμού αποτελεί θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος και της προσωπικής ευτυχίας του σύγχρονου ανθρώπου.
 
Η φιλοσοφία διαιρείται σε πολλούς τομείς: τη γνώση (τι είναι η αλήθεια;), την ηθική και την πολιτική (τι είναι το δίκαιο;), το ζήτημα των κριτηρίων του ωραίου και, τελικά, το ζήτημα της «σωτηρίας» (τι είναι η καλή ζωή;). Επίσης, ασχολείται, και μάλιστα πρωτίστως, με ό,τι καθιστά δυνατή την αντικειμενική γνώση, για την ηθική σκέψη στον καθορισμό του δικαίου, για την πολιτική θεωρία ή τις πηγές του αισθητικού κριτηρίου.
 
Μερικοί φιλόσοφοι, που σημάδεψαν την ιστορία των ιδεών, δεν ασχολήθηκαν με όλα αυτά τα ζητήματα· συχνά ασχολήθηκαν με ένα και μοναδικό. Ο Μακιαβέλλι, για παράδειγμα, ενδιαφέρθηκε αποκλειστικά για την πολιτική ζωή, από τη φιλοσοφία της άσκησης της εξουσίας. Αλλά, το ζήτημα της καλής ζωής αποτελεί το έσχατο ερώτημα της φιλοσοφίας: αυτό που ενδιαφέρει προπάντων τους ανθρώπους είναι πώς θα ζήσουν πολλά και καλά χρόνια. Το «πολλά» γίνεται εύκολα κατανοητό, το «καλά» παραμένει ένα φιλοσοφικό πρόβλημα. Ο Σπινόζα και οι στωικοί, λόγου χάρη, αναπτύσσουν ντετερμινιστικές θεωρίες της γνώσης για να φτάσουν σ’ έναν ορισμό της σοφίας ως συμφιλίωση με τον κόσμο, ως αγάπη του πραγματικού.
Η αναζήτηση της σοφίας υπάρχει σε κάθε μεγάλη και ολική φιλοσοφική θεώρηση, χωρίς εξαίρεση, ακόμα και στους φιλοσόφους που αντιτίθενται στην ιδέα κάποιου ιδεώδους, ακόμα και στους μεγάλους ανατροπείς όπως ήταν ο Νίτσε ή ο Χάιντεγκερ.
Το βλέπουμε στον Σπινόζα που μας υπόσχεται ότι αν τον ακολουθήσουμε στον δρόμο που αναλύει στην Ηθική, θα φτάσουμε σε μια «αιωνιότητα χαράς»: ο σκοπός της φιλοσοφίας του δεν είναι λοιπόν μόνο θεωρητικός, δεν αφορά μόνον το να γνωρίσουμε την αλήθεια, αλλά και το να ζήσουμε καλά (προφανώς, για να το κατορθώσουμε, πρέπει πάντα να ξεκινάμε από την αλήθεια, να μην την αποφεύγουμε).
 
Οι μεγάλες φιλοσοφίες, χωρίς καμία εξαίρεση, κορυφώνονται με το ερώτημα της καλής ζωής, που είναι πάντοτε συνδεδεμένη, ρητώς ή όχι, με την καταπολέμηση των φόβων μας, ιδίως του φόβου του θανάτου, της ανθρώπινης περατότητας. Ίσως, βέβαια, σε προσωπικό επίπεδο να μην έχουμε αγχώδη ιδιοσυγκρασία, αλλά η ζωή είναι, ούτως ή άλλως, σύντομη: ακόμα κι αν σκεφτόμαστε, όπως ο Σπινόζα, ότι η φιλοσοφία είναι «στοχασμός της ζωής, όχι του θανάτου», οφείλουμε να αναρωτιόμαστε τι αρμόζει να κάνουμε στη ζωή μας από την αρχή της ως το τέλος της· πώς να τη ζήσουμε με τον καλύτερο τρόπο, μαζί με τους άλλους, ιδίως με όσους αγαπάμε και που είναι θνητοί όπως εμείς.
 
Ως προς αυτό η φιλοσοφία εκφράζεται ως «κοσμική πνευματικότητα». Είναι ταυτοχρόνως πολύ απλό και εξαιρετικά βαθύ: έχουμε ανάγκη να προσδώσουμε ένα τέτοιο νόημα στη ζωή μας – ο Σπινόζα, ακόμα και ο Σοπενάουερ, το λένε ξεκάθαρα – που να ισχύει πέραν των περιστάσεων που μας επιβάλλονται και το οποίο να μην αναιρεί τελείως ο θάνατος. Η φιλοσοφία προτίθεται να περιγράψει τους όρους και τα μέσα της καλής ζωής μόνο με τα ανθρώπινα, άρα εντελώς δικά μας, εφόδια, δηλαδή τη λογική, τη σκέψη και τη διαύγεια, χωρίς να περνάει από τον Θεό και την πίστη – γι’ αυτό, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ευρωπαϊκής σκέψης αναδύεται ως η μεγάλη ανταγωνίστρια των θρησκειών.
Το να σκεφτόμαστε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν όταν θα αλλάξουμε αυτοκίνητο, χτένισμα, παπούτσια, φίλους ή ό, τι άλλο επιθυμούμε, είναι, στα μάτια των Ελλήνων, μια ψευδαίσθηση.
Για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, το παρελθόν και το μέλλον φαίνονται σαν βάρη πάνω στην ανθρώπινη ζωή. Το παρελθόν μάς εμποδίζει να κατοικήσουμε το παρόν, είτε επειδή υπήρξε ευτυχισμένο και μας κρατάει στα δίχτυα της νοσταλγίας είτε επειδή υπήρξε δυστυχισμένο και μας βυθίζει, σύμφωνα με την ωραία έκφραση του Σπινόζα, στα «μελαγχολικά πάθη», στα παράπονα, στις τύψεις, στη ντροπή, στις ενοχές που αναστέλλουν τη δράση μας, χαλιναγωγούν τις πρωτοβουλίες μας και εξασθενίζουν την ικανότητά μας να επωφελούμαστε από τη ζωή, να ζούμε στο παρόν. Τότε μπαίνουμε στη δοκιμασία να αφεθούμε σε μια άλλη χίμαιρα, στραμμένη αυτή τη φορά προς το μέλλον: την ελπίδα. Όμως, από τη σκοπιά της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας, και κυρίως του στωικισμού, η ελπίδα, αντίθετα με όσα θα διακηρύξει αργότερα ο χριστιανισμός, μας οδηγεί στον χαμό: όχι μόνο διαστρεβλώνει τη σχέση μας με την πραγματικότητα του παρόντος, αλλά την αδειάζει από την άμεση αξία της προς όφελος θεωρητικών υποθέσεων για ένα μέλλον εξ ορισμού αβέβαιο. Το να σκεφτόμαστε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν όταν θα αλλάξουμε αυτοκίνητο, χτένισμα, παπούτσια, φίλους ή ό, τι άλλο επιθυμούμε, είναι, στα μάτια των Ελλήνων, μια ψευδαίσθηση.
 
Η νοσταλγία, όπως και η ελπίδα, το παρελθόν όπως και το μέλλον είναι ανύπαρκτα: το παρελθόν δεν υπάρχει πια και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμα. Αμφότερα αντιπροσωπεύουν φανταστικές γενικεύσεις που μας κάνουν να χάνουμε τη μοναδική πραγματική διάσταση του χρόνου, το παρόν, που κατά συνέπεια δεν κατοικούμε σχεδόν ποτέ.
 
Ο Σενέκας, ως στωικός, έλεγε ότι με το να ζούμε στο παρελθόν ή στο παρόν, «χάνουμε τη ζωή». Συναντάμε εδώ το περίφημο Carpe diem του Οράτιου: άδραξε την παρούσα ημέρα χωρίς να αφήνεις τον εαυτό σου να αποσπάται από την ανησυχία του αύριο ή τη νοσταλγία του χθες. Ο Νίτσε, υιοθετώντας την έκφραση του φιλοσόφου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, το ονομάζει amor fati, αγάπη αυτού που βρίσκεται εδώ, παρόν μπροστά μας, αγάπη του πεπρωμένου. Βεβαίως, ο Νίτσε μεταφέρει αυτή την ιδέα σ’ ένα διαφορετικό συγκείμενο, της δικής του φιλοσοφίας, που έρχεται σε ρήξη με την ιδέα της αρμονίας του σύμπαντος. Εν τούτοις, πάνω σ’ αυτό το ζήτημα του παρόντος, της σχέσης με τον χρόνο, ο Νίτσε είναι κληρονόμος των Ελλήνων. Πρέπει λοιπόν να μην ξεκινάμε από τον Θεό, όπως κάνει ο Σπινόζα στην Ηθική, αλλά από τον άνθρωπο που είναι, και παραμένει, παρά τις ικανότητές του για αφαίρεση και επινόηση, ένα ον ριζικά πεπερασμένο.

Διότι, χωρίς αυτή την περατότητα, δεν θα είχε συνείδηση του οτιδήποτε, αν είναι αλήθεια, όπως θα πει αργότερα ο Χούσσερλ στα ίχνη του Καντ, ότι «κάθε συνείδηση είναι συνείδηση κάποιου πράγματος», παράσταση ενός αντικειμένου που έρχεται να την περιορίσει. Βλέπουμε εδώ τη σημασία της έννοιας του στοχασμού που διαπερνά ολόκληρο το έργο του Καντ. Όπως η συνείδηση, της οποίας είναι η κατ’ εξοχήν λειτουργία, ο στοχασμός είναι ιδιότητα της πεπερασμένης σκέψης εφόσον προϋποθέτει ένα αντικείμενο που μπαίνει μπροστά στη συνείδηση και την περιορίζει, έναν κόσμο έξω από τον εαυτό μας πάνω στον οποίο σκοντάφτουμε, για να επιστρέψουμε, σε μια δεύτερη φάση, στον εαυτό μας. Ακόμα και στο φαινόμενο της συνείδησης του εαυτού, όπου θα μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι παραμένουμε μέσα στην υποκειμενικότητα, η αντικειμενικότητα εισχωρεί πάλι: παίρνουμε τον εαυτό μας για αντικείμενο, έτσι ώστε ο στοχασμός είναι σύμφυτος με το πεπερασμένο, με την ιδέα του ορίου, της απόστασης ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο, ακόμα και ανάμεσα στον εαυτό και τον εαυτό. Ο Θεός δεν μπορεί να στοχάζεται αφού είναι παντογνώστης. Η κατανόησή του, εξ ορισμού, δεν περιορίζεται από τίποτα. Ο Θεός είναι το ον για το οποίο η ύπαρξη και η σκέψη είναι ταυτόσημες. Όπως ο Σπινόζα είχε σωστά αντιληφθεί, δεν θα μπορούσε, για τον ίδιο λόγο, να έχει συνείδηση – διότι για όποιον έχει συνείδηση, σκέψη, πρέπει να υπάρχει και όριο, πράγμα που αποκλείει την ιδέα του απείρου και της πανσοφίας του Θεού. Η περί Θεού φιλοσοφία δεν με ενδιαφέρει και τόσο: δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω ακόμα και τις αφηρημένες, «πέραν των θρησκειών» προσλήψεις του Θεού.
 
Εν πάση περιπτώσει, για μας, τα πεπερασμένα όντα, η ύπαρξη και η σκέψη είναι διακριτές, και η τομή μεταξύ των δύο ονομάζεται «αισθαντικότητα». Να γιατί η Κριτική αρχίζει με μια ανάλυση της αίσθησης, της αισθαντικότητας και των δύο αναπόφευκτων πλαισίων της: του χώρου και του χρόνου. Όπως ο Σπινόζα είχε σωστά αντιληφθεί, δεν θα μπορούσε, για τον ίδιο λόγο, να έχει συνείδηση – διότι για όποιον έχει συνείδηση, σκέψη, πρέπει να υπάρχει και όριο, πράγμα που αποκλείει την ιδέα του απείρου και της πανσοφίας του Θεού.
 
Έτσι, βλέπουμε να αποκρυσταλλώνεται η αρχή της ευτυχίας: είμαι «αισιόδοξος και χαρούμενος» όταν καταλάβω ότι δεν πεθαίνω ή, για να το πούμε καλύτερα, ότι πεθαίνω μόνο ως άτομο, πράγμα που δεν έχει σημασία αφού η ατομικότητα είναι ψευδαίσθηση· μέσα στο πραγματικό Είναι, της βούλησης, είμαι αιώνιος, όπως στον Σπινόζα, μέσα σ’ αυτή τη σφαίρα του πραγματικού ανήκω στην κοινότητα των όντων την οποία αποτελούν οι άνθρωποι μαζί με τα ζώα και τα φυτά. Εξ ού η ηθική της συμπόνιας και η «οικολογία» του Σοπενάουερ. Μ’ αυτούς τους όρους, δεν μας φαίνεται περίεργο που, στα μάτια του, η χριστιανική άποψη για τον θάνατο φαίνεται ιδιαιτέρως ανόητη και παράλογη, αφού ο χριστιανισμός μας υπόσχεται ότι το άτομο θα επιζήσει ως πρόσωπο. Ο Σοπενάουερ αντιτίθεται εδώ όχι μόνον στον ιουδαϊσμό-χριστιανισμό, αλλά και σε κάθε μορφή περσοναλισμού, στον καρτεσιανισμό καθώς και στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού – την οποία βλέπει, δικαιολογημένα, ως εκκοσμίκευση της χριστιανικής ιδέας. Αντιθέτως, εγκωμιάζει τον βουδισμό, τη μόνη μεγάλη θεωρία του κόσμου (μαζί, ίσως, με τον Στωικισμό) που είναι πραγματικά ικανή να συλλάβει την κοινότητα των όντων στο επίπεδο της βούλησης: ανήκουμε όλοι σε μια κοσμική τάξη και είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας στην αιωνιότητα του κόσμου.
 
Επιστρέφω στον Σπινόζα (έχω πράγματι την τάση να εκτρέπομαι προς τον αθεϊκό πεσιμισμό, πιστεύω όμως ότι δεν έχουμε ερευνήσει αρκετά τα κοινά σημεία μεταξύ του Σοπενάουερ και του Σπινόζα, ειδικά το ζήτημα της μονιστικής ηθικής). Σ’ αυτό το βιβλίο, ο Βalthasar Thomass μοιάζει να κάνει όλη τη δουλειά για λογαριασμό μας: συνοψίζει, και μάλιστα σε βάθος, την αντίληψη του Σπινόζα για την ελεύθερη βούληση, για την αρετή και τη θρησκεία – όχι ως σύστημα δογμάτων και προκαταλήψεων, αλλά ως εμπειρία αιωνιότητας. Το πρόβλημα με εμάς τους άθρησκους, μοιάζει να μας λέει ο Σπινόζα, είναι ότι, όχι σπάνια, βουλιάζουμε σ’ έναν στείρο υλισμό που αρνείται την πνευματικότητα.
Ο Σπινόζα είναι ένας ολόκληρος κόσμος: εκτός του ότι συμπυκνώνει την εποχή του, εκφράζει το πνεύμα της Βόρειας Ευρώπης, τον εβραϊσμό, τον προτεστανισμό και τον ρασιοναλισμό.
Ο Σπινόζα είναι ένας ολόκληρος κόσμος: εκτός του ότι συμπυκνώνει την εποχή του (εκείνη που μοιράστηκε με τον Χομπς), εκφράζει το πνεύμα της Βόρειας Ευρώπης (που θα συναντήσουμε αργότερα στον Καρλ Γιάσπερς), τον εβραϊσμό (που συνδεόταν με μια πρώιμη μορφή κοσμοπολιτισμού και, ταυτοχρόνως, φανατισμού), τον προτεστανισμό και τον ρασιοναλισμό. Οι ριζοσπαστικές θεολογικές του απόψεις προκάλεσαν ηθικό πανικό: αρνήθηκε την αθανασία της ψυχής, απέρριψε την έννοια ενός Θεού από τον οποίον απορρέει “θεία πρόνοια” – δηλαδή του Θεού του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Υποστηρίζοντας ότι ο εβραϊκός Νόμος δεν δόθηκε κυριολεκτικά από τον Θεό, ο Σπινόζα απομακρύνθηκε, με επεισοδιακό τρόπο, από τον ιουδαϊσμό. Στη συνέχεια, υπερασπίστηκε την κοσμική και συνταγματική διακυβέρνηση, την ανεκτικότητα και την κοινωνική καλοσύνη. Όπως αναλύει ο Balthasar Thomass, ο Σπινόζα είναι ντετερμινιστής: κρίνει πως οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει μέσω της διαδικασίας της αναγκαιότητας. Ακόμη και η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πλήρως καθορισμένη: η ελευθερία μας είναι η ικανότητα που έχουμε να ξέρουμε ότι είμαστε καθορισμένοι και να καταλαβαίνουμε γιατί ενεργούμε όπως ενεργούμε. Δηλαδή, ελευθερία δεν είναι η δυνατότητα να πούμε “όχι” σε ό,τι μας συμβαίνει, αλλά η δυνατότητα να πούμε “ναι” κατανοώντας γιατί τα πράγματα συνέβησαν όπως συνέβησαν. Διαμορφώνοντας πιο “κατάλληλες” ιδέες για ό,τι κάνουμε, για τα συναισθήματα και τα αισθήματά μας, γινόμαστε η επαρκής αιτία των ενεργειών μας (εσωτερικών ή εξωτερικών), που συνεπάγεται δραστηριότητα (όχι παθητικότητα). Κατά συνέπεια, ο Σπινόζα κάνει λόγο για τον “μύθο” της ελεύθερης βούλησης, για την ψευδαισθητική αντίληψη ελευθερίας που προέρχεται από την ανθρώπινη συνείδηση, την εμπειρία και την αδιαφορία για τα προηγηθέντα φυσικά αίτια.
 
Η φιλοσοφία του Σπινόζα έχει πολλά κοινά με τον Στωικισμό, στον βαθμό που και οι δύο φιλοσοφίες επιδίωξαν να επιτελέσουν θεραπευτικό ρόλο, καθοδηγώντας τους ανθρώπους πώς να αποκτήσουν αταραξία και ευτυχία. Αλλά ο Σπινόζα διέφερε από τους Στωικούς στο ότι απέρριπτε την ιδέα ότι η λογική μπορεί να νικήσει το συναίσθημα. Αντιθέτως, υποστήριζε ότι ένα συναίσθημα μπορεί να αντικαταστήσει ή να υπερνικήσει ένα άλλο, λιγότερο ισχυρό συναίσθημα: να μια χρήσιμη ιδέα για την ψυχανάλυση. Εξάλλου, θεωρούσε ότι το καλό και το κακό είναι σχετικές έννοιες (ακόμα μια ιδέα χρήσιμη για την ψυχανάλυση και τη θεραπεία του ανθρώπου από τη δυστυχία), υποστηρίζοντας ότι τα πράγματα που θεωρούνται καλά ή κακά είναι απλώς καλά ή κακά για τους ανθρώπους. Κι εδώ επανερχόμαστε στον Στωικισμό: αν οι περιστάσεις είναι θλιβερές, αυτό οφείλεται στην ανεπαρκή αντίληψη της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να αποδέχεται το αναπόφευκτο.

Σημαντικοί ή Σημαντικός

Η σχέση μας με το περιβάλλον που ζούμε είναι αμφίδρομη. Επηρεάζουμε το περιβάλλον, ωστόσο επηρεαζόμαστε άμεσα κι εμείς από αυτό.

Περιτριγυρίζεσαι από «σημαντικούς» άλλους στη ζωή σου. Φίλους, συγγενείς, ανθρώπους που επηρεάζουν την σκέψη σου, συνεπώς της πράξεις σου και καταλήγουν να γίνονται η δική σου πραγματικότητα!

Ιδίως στην παιδική ηλικία, όταν ολόκληρος ο κόσμος του παιδιού χτίζεται, αλλά με αρχιτέκτονες «άλλους», εκεί δύναται να αποδέχεται ή να απορρίπτει, ακόμα και να απαξιώνει τον εαυτό του. Σύμφωνα πάντα με τις γνώμες και τα λόγια των σημαντικών άλλων…

Όσο επιφανειακή κι αν είναι μια σχέση στη ζωή μας, είναι μια επαφή και μέσω της επαφής αυτής δημιουργούνται δεσμοί. Άλλοτε αδύναμοι και πιο επιδερμικοί και άλλοτε ισχυροί, που μας σημαδεύουν για πολλά χρόνια, δια βίου!

Οι σημαντικοί άλλοι, δημιουργήθηκαν από εμάς να είναι σημαντικοί για να αποβάλλουμε τον φόβο! Τον φόβο της μοναξιάς, «τι θα απογίνω αν δεν έχω φίλους;» «κι αν πω κάτι και δεν του αρέσει, ίσως με απορρίψει».

Χρειαζόμαστε υποστήριξη, ενθάρρυνση, κοινωνικές και προσωπικές επαφές για να αποφύγουμε την μοναξιά και την απαξίωση. Χρειαζόμαστε να εμπιστευθούμε ανθρώπους, όπως και να μας εμπιστευθούν για να νιώσουμε χρήσιμοι και ότι μας αγαπούν.

Κι εδώ ήρθε η στιγμή να σου κάνω την εξής ερώτηση: Άραγε, εσύ είσαι σημαντικός για… εσένα;

Χρειάζονται τα συστατικά της Ειλικρίνειας και της Γνησιότητας!

Εάν δεν είσαι εσύ καλά με τον εαυτό σου, εάν δεν είσαι εσύ σημαντικός για εσένα, πως θα βρεις όντως τα σημαντικά άτομα πλάι σου;

Γνωρίζεις τι θέλεις; Γνωρίζεις τις προτεραιότητές σου; Τις αξίες σου, τις ανάγκες σου, τα όριά σου; Ποιους ανθρώπους θέλεις γύρω σου; Τι χρειάζεσαι εσύ για εσένα;

Αυτογνωσία και Προσωπική βελτίωση είναι το μυστικό, για να γίνεις εσύ πρώτα σημαντικός για εσένα, κι έπειτα θα είσαι σίγουρος για το ποιους «σημαντικούς άλλους» θα θέλεις να αποτελούν μέρος στη ζωή σου…

Bγαίνω εκεί έξω και ξαναπροσπαθώ

Πιστεύω ότι πολλοί είναι εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν την πλήρη έννοια της απόφασης «βγαίνω εκεί έξω και ξαναπροσπαθώ».

Νομίζουν ότι το να βγαίνει κανείς έξω ξανά, σημαίνει να γνωρίζει κόσμο ή το να βγαίνει πολλά ραντεβού και να αναζητά την περιπέτεια κάθε είδους, αλλά η αλήθεια είναι ότι και πάλι μπορείς να κάνεις όλα τα παραπάνω, κι όμως να νιώθεις ακόμα άδειος.

Να νιώθεις και πάλι ένα βάρος. Να νιώθεις ακόμα ότι η καρδιά σου δεν είναι έτοιμη ακόμα να ανοίξει για κάποιον. Το μυαλό σου δεν είναι έτοιμο για το κύμα εκείνο των σκέψεων που εισβάλλουν μαζί με μια νέα γνωριμία.

Μπορεί να βγαίνεις κάθε βράδυ έξω και πάλι να νιώθεις αποσυνδεδεμένος από όλους και μιλώ εκ πείρας.

Ήρθε η στιγμή που κι εγώ συνειδητοποίησα ότι για να «βγω έξω στον κόσμο ξανά», απαιτείται πρώτα μια εσωτερική προσπάθεια. Αυτό δουλεύει μόνο από μέσα προς τα έξω.

Ξεκινά, όταν συμφιλιώνεσαι πρώτα με τον εαυτό και το παρελθόν σου. Με την κάθε συναισθηματική απογοήτευση και την κάθε απόρριψη.

Με οτιδήποτε κατέστρεψε την ιδέα σου για την αγάπη ή ίσως σε έκανε να τα παρατήσεις. Ξεκινά, όταν πρώτα συγχωρήσεις τον εαυτό σου και τις επιλογές σου και όταν ξεκινήσεις ένα νέο κεφάλαιο χωρίς πόνο.

Ξεκινά, όταν στέλνεις ένα μήνυμα, χωρίς να τρέμεις ότι δεν θα λάβεις απάντηση και όταν βλέπεις το καλό στους ανθρώπους ξανά. Ξεκινά, όταν γεμίζεις και πάλι ελπίδα, αντί για φόβο.

Αρχίζει, όταν θυμάσαι πώς λειτουργεί η υγιής και ώριμη επικοινωνία. Ξεκινά, όταν δίνεις σε όλους ίσες, δίκαιες ευκαιρίες, αντί να τους συγκρίνεις με εκείνον ή εκείνη που σε πλήγωσε.

Ξεκινά, όταν αναγνωρίζεις ότι αξίζεις την αγάπη, ακόμα κι αν ακόμα δεν την έχεις βρει. Ακόμα κι αν έχουν περάσει χρόνια. Ακόμα κι αν συνεχίζει να σου ξεφεύγει.


Αρχίζει, όταν πιστέψεις και πάλι στην καρδιά σου και στο πόσο γενναιόδωρη και μεγάλη είναι, πόσο ευαίσθητη και καλοσυνάτη και πόσο δυνατή είναι, ώστε να μπορεί να γιατρευτεί μόνη της και πόσο έτοιμη θα είναι πάντα για τη σωστή για σένα αγάπη.

Ξεκινά, όταν αποδεχτείς τον εαυτό σου και τον δείξεις χωρίς αμφιβολία στους άλλους. Ξεκινά, όταν ξεχάσεις τους κανόνες ή το τι νομίζεις ότι θέλει κάποιος άλλος από σένα και θυμηθείς ποιος είσαι.

Αρχίζει, όταν πιστέψεις ότι κάποιος θα σε αγαπήσει με τα ελαττώματα και τις ατέλειές σου. Κάποιος θα μείνει, ασχέτως του πόσο δύσκολα η ζωή θα τα φέρει.

Κάποιος θα ακούσει όλα όσα ντρεπόσουν μέχρι τώρα να πεις. Κάποιος θα γίνει ο καλύτερός σου φίλος, εκείνος που χρειάζεσαι και θα σου αποδείξει ότι μπορεί να είναι πιστός και ότι πάντα θα επιλέγει εσένα.

Μόλις μάθεις ποιος είσαι μέσα σου, θα είναι εύκολο να βγεις και πάλι στον κόσμο και να προσπαθήσεις.

Το να βγεις και πάλι στον κόσμο δεν πρέπει να είναι αγγαρεία. Δεν πρέπει να είναι το αποτέλεσμα κοινωνικής πίεσης ή βαρεμάρας ή μοναξιάς.

Πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ενδοσκόπησης, επούλωσης, συλλογισμού, ώστε η καρδιά σου να είναι κι αυτή έτοιμη, γνωρίζοντας ότι όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, θα είστε και οι δύο μια χαρά.

Δεν είσαι πια πληγωμένος. Δεν είσαι πια σε πόλεμο με τον εαυτό σου.

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι να μην γερνά η ψυχή σου

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι να έχεις χρόνο
Χρόνο να γελάσεις, να χαρείς, να ερωτευτείς
Χρόνο να ονειρευτείς και να παλέψεις
Για να ενσαρκώσεις τα όνειρα που σε κρατούν ξύπνιο τις νύχτες…

Χρόνο να αγαπήσεις βαθιά και να συγχωρήσεις
Χρόνο να πέσεις και να ξανασηκωθείς
Χρόνο να κλάψεις και να ωριμάσεις
Χρόνο να ταξιδέψεις και να γνωρίσεις τη γη
Τους ανθρώπους και τον εαυτό σου…

Τόσο πολύτιμο δώρο ο χρόνος
Αφήνεται στα χέρια μας
Να τον χρησιμοποιήσουμε κατά βούληση
Να τον εξαργυρώσουμε στην τράπεζα της ζωής
Μέχρι το τελευταίο του δευτερόλεπτο…

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι να μεγαλώνεις
Zώντας τον χρόνο σου…

Να ανοίγεις και να κλείνεις τους κύκλους σου ένδοξα
Να πλουτίζεις από εμπειρίες και όχι να φτωχαίνεις ψυχικά
Να δίνεις και να δίνεσαι σε ό,τι αξίζει
Ακόμη και σε ό,τι αποδείχτηκε λιγότερο
Από αυτό που περίμενες
Αρκεί να είσαι αληθινός στα λόγια και στα έργα
Με όλα τα λάθη και τις αδυναμίες σου…

Άλλωστε δεν γεννήθηκες Θεός
Προσπαθείς όμως να του μοιάσεις…
Κι εδώ έρχεται η τιμή να σου σφραγίσει την ύπαρξη
Η τιμή της προσπάθειας
Η τιμή των όπλων κατά της απανθρωπιάς…

Η μεγαλύτερη ευλογία είναι
Να διατηρείς την ψυχή σου νεανική μέσα στον χρόνο
Να βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να μην τρομάζεις
Να αναγνωρίζεις στα μάτια σου το παιδί που έπαιζε στις αλάνες
Να χαϊδεύεις τις ρυτίδες σου με σεβασμό
Γιατί είναι παράσημα της αντοχής σου…

Να χαμογελάς που κρατάς αναμμένη τη φλόγα μέσα σου
Παρά το φύσηγμα των ανέμων
Να καμαρώνεις που συνεχίζεις να αφήνεις τα ίχνη σου με αξιοπρέπεια
Να αγκαλιάζεις το πριν και το μετά σου με δύναμη
Γιατί όλα είναι εσύ…

Γύρισε και κοίταξε το ρολόι σου που χτυπάει ακόμη
Φόρεσε τον καλύτερο εαυτό σου και βγες έξω
Είσαι νικητής και δεν το ξέρεις
Στον στίβο της ζωής έχεις τον Χρόνο σύμμαχο και αρωγό σου.

Τεράστιος γαλαξίας θα χαθεί τόσο γρήγορα όπως και δημιουργήθηκε

Δύο νεαροί γαλαξίες που συγκρούστηκαν πριν από 11 δισεκατομμύρια χρόνια σχηματίζουν τώρα ένα τεράστιο γαλαξία, περίπου, 10 φορές το μέγεθος του δικού μας που είναι γραφτό να χαθεί γρήγορα όσο και σχηματίστηκε. Η καταγραφή της δημιουργίας αυτού του τύπου μεγάλων, βραχύβιων σωμάτων είναι εξαιρετικά σπάνια, και σύμφωνα με τους επιστήμονες αποτελεί το ισοδύναμο της ανακάλυψης του συνδετικού κρίκου μεταξύ των φτερωτών δεινόσαυρων και των πρώτων πτηνών. Οι παρατηρήσεις έγιναν κυρίως από το ισχυρό διαστημικό τηλεσκόπιο Herschel με βοήθεια από  διάφορα παρατηρητήρια στη Γη. Ο νέος μεγα-γαλαξίας, που ονομάστηκε HXMM01, «είναι η πιο λαμπρή, πιο φωτεινή και πιο πλούσια σε φυσικό αέριο συγχώνευση γαλαξιών που έχει παρατηρηθεί ποτέ», δήλωσαν οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Ιρβάιν στην Καλιφόρνια.
 
Ο γαλαξίας HXMM01 που ανακαλύφθηκε το 2013 στην πραγματικότητα εξακολουθεί να σχηματίζεται από τους δύο γονικούς γαλαξίες του.  Όταν ολοκληρωθεί η συγχώνευση, ο HXMM01 θα εξελιχθεί γρήγορα για να γίνει ένας γιγαντιαίος ελλειπτικός γαλαξίας με μάζα περίπου τετραπλάσια από εκείνη του Γαλαξία. Έχει παρατηρηθεί ότι ο HXMM01 σχηματίζει περίπου άστρα με μάζα 2.000 της μάζας του Ήλιου μας κάθε χρόνο, με απόδοση δέκα φορές μεγαλύτερη από εκείνη των τυπικών γαλαξιών και πολύ περισσότερο από το 0,68-1,45 της μάζας σε ήλιους M☉ , που σχηματίζεται στον Γαλαξία μας ανά έτος.
 
Ο HXMM01 όμως θα χαθεί τόσο γρήγορα όσο και σχηματίστηκε, πέφτοντας θύμα της ίδιας της κατακλυσμικής του γέννησης, δεδομένου ότι όταν οι δύο αρχικοί γαλαξίες συγκρούστηκαν, κατανάλωσαν τεράστιες ποσότητες υδρογόνου, αδειάζοντας αυτή τη γωνιά του σύμπαντος από το αέριο που σχηματίζει τα αστέρια.
 
Αυτοί οι γαλαξίες εισήλθαν σε ένα παροξυσμό που θα εξαντλήσει γρήγορα την παροχή «τροφίμων» για τα επόμενα εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια και θα οδηγήσει σε αργή πείνα το νέο γαλαξία για το υπόλοιπο της ζωής του, δηλώνουν οι ερευνητές.
 
Η ανακάλυψη λύνει το αίνιγμα του πώς οι γιγαντιαίοι ελλειπτικοί γαλαξίες αναπτύχθηκαν γρήγορα στο πρώιμο σύμπαν και γιατί σταμάτησαν να παράγουν αστέρια αμέσως μετά. Άλλοι αστρονόμοι είχαν υποθέσει ότι γιγαντιαίες μαύρες τρύπες στο κέντρο των γαλαξιών φύσηξαν ισχυρούς ανέμους που απώθησαν το αέριο υδρογόνο. Ωστόσο ο κοσμολόγος Ασάνθα Κούρεϊ, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, δήλωσε ότι μαζί με τους συνεργάτες ανακάλυψαν οριστικές αποδείξεις πως οι κοσμικές συγχωνεύσεις και η προκύπτουσα εξαιρετικά αποδοτική κατανάλωση του αερίου προκάλεσαν τη γρήγορη εξάντλησή του.
 
Η αρχική παρατήρηση έγινε αναλύοντας δεδομένα από τους δεκάδες γαλαξίες που παρατηρεί το τηλεσκόπιο Herschel της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος, με σημαντική συνεισφορά από το εργαστήριο JPL της NASA στην Πασαντίνα της Καλιφόρνια.
 
«Η εύρεση αυτού του είδους γαλαξία είναι εξίσου σημαντική με την ανακάλυψη του αρχαιοπτέρυγος στην κατανόηση της εξέλιξης των δεινοσαύρων σε πτηνά, καθώς και οι δύο που αντιπροσωπεύουν μια κρίσιμη μεταβατική φάση», δηλώνουν οι αστρονόμοι.

Είναι ο χρόνος πραγματικός;

Ο Lee Smolin, που δουλεύει στο Ινστιτούτο Perimeter στο Οντάριο  πάνω στην έρευνα  της κβαντικής βαρύτητας βρόχων, μιας εναλλακτικής άποψης στη θεωρία χορδών με σκοπό την ενοποίηση των θεμελιωδών δυνάμεων στη Φύση, διαφοροποιείται από την κυριαρχούσα άποψη πως ο χρόνος είναι ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, μια οφθαλμαπάτη δηλαδή στην εικόνα που έχουμε για το σύμπαν. 
 
Ο Smolin συγκαταλέγει μεν τον εαυτό του στους νατουραλιστές, εκείνους που πιστεύουν πως το Σύμπαν αποτελείται από πραγματικά και μόνο αντικείμενα τα οποία κυβερνούν φυσικοί νόμοι, προχωρά όμως στον καταμερισμό των νατουραλιστών σε δύο κατηγορίες που εξαρτώνται άμεσα από τη φύση του χρόνου.
 
Η πρώτη κατηγορία, την οποία ασπάζεται η πλειοψηφία των επιστημόνων, έχει τις ρίζες της στη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων και των Ατομιστών, με πρωτεργάτες το Δημόκριτο και το Λουκρήτιο, οι οποίοι υποστήριζαν πως η Φύση δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από άτομα που κινούνται στο κενό. Όλες οι αισθήσεις ή οι εμπειρίες που μπορεί να έχουμε, προκύπτουν από τον τρόπο που κινούνται και τοποθετούνται τα άτομα.
 
Η άποψη αυτή έχει εξελιχθεί στη σύγχρονη φυσική, παραμένει όμως κεντρική η πεποίθηση πως οι ιδιότητες των στοιχειωδών σωματιδίων είναι αμετάβλητες με το χρόνο. Όντως,  στο Τυπικό Μοντέλο, τα στοιχειώδη σωματίδια κινούνται σε έναν αμετάβλητο υπόβαθρο με αμετάβλητες ιδιότητες. Σύμφωνα με αυτή την κατηγορία λοιπόν, όλα τα άλλα πέρα από τα σωματίδια και το κενό είναι δευτερεύοντα, ή αλλιώς προκύπτουν από αυτά.
 
Ο Smolin προχωρά στον ορισμό μιας δεύτερης κατηγορίας νατουραλιστών, η οποία διαφοροποιείται σε ένα μονάχα ζήτημα, φέρνοντας το χρόνο σε κεντρική θέση. Σύμφωνα με αυτόν, οι νόμοι του Σύμπαντος δεν μπορούν να θεωρηθούν αιώνιοι, ή αμετάβλητοι με το χρόνο. Κι αυτό διότι οποιαδήποτε εξήγηση δίνουμε για το τι συμβαίνει, είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πώς κάτι εξελίσσεται στο χρόνο.
 
Έτσι, νόμοι που δεν εξαρτώνται από το χρόνο δεν έχουν νόημα, και αυτός είναι ο λόγος που η σύγχρονη φυσική αντιμετωπίζει μια βαθιά κρίση. Καταλήγει λοιπόν πως ο χρόνος είναι πραγματικός, και πως οι νόμοι της φύσης αλλάζουν κατά την πάροδό του.

Ατομικό ρολόι για πλοήγηση στο βαθύ διάστημα

Deep_Space_Atomic_Clock-DSACΕδώ και 20 χρόνια το Jet Propulsion Laboratory της NASA προσπαθεί να τελειοποιήσει ένα ρολόι το οποίο θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξερεύνηση του διαστήματος. Το Deep Space Atomic Clock ή DSAC είναι λοιπόν σχεδόν έτοιμο και η NASA θα το δοκιμάσει αργότερα μέσα στη χρονιά. Το DSAC είναι ένα μικρό, ελαφρύ ατομικό ρολόι βασισμένο σε τεχνολογία παγίδευσης ιόντως υδραργύρου και έχει το μέγεθος μιας τετραπλής τοστιέρας, ενώ υπάρχουν σχέδια για περαιτέρω σμίκρυνση. Θα εκτοξευθεί για πρώτη φορά με το Orbital Test Bed διαστημικό σκάφος αργότερα μέσα στη χρονιά. Στόχος της NASA είναι να διατηρήσει ακρίβεια 0.3 nanosecond. 

Η πλοήγηση στο διάστημα σήμερα γίνεται με ατομικά ρολόγια στο έδαφος. Τα διαστημικά σκάφη στέλνουν από τις κεραίες τους το σήμα στη Γη, το οποίο επιστρέφει στα σκάφη. Μετρώντας τη διαφορά χρόνου μεταξύ της αποστολής και της λήψης του σήματος, υπολογίζεται η ταχύτητα του σκάφους, η θέση του και η τροχιά του. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται χρόνια τώρα και ενώ είναι αξιόπιστη, η NASA πιστεύει πως μπορεί να την κάνει πιο αποδοτική.

Εφόσον ο σταθμός εδάφους πρέπει να περιμένει το σήμα του διαστημικού σκάφους, αυτό σημαίνει πως μπορεί να παρακολουθεί μόνο ένα σκάφος τη φορά. Με τη σειρά του το σκάφος δεσμεύεται από το χρόνο που κάνει να έρθει το σήμα από τη Γη για να πάρει αποφάσεις για την πλοήγησή του, αντί να τις παίρνει το πλήρωμα σε πραγματικό χρόνο.

Το DSAC υπόσχεται πως οι μελλοντικές αποστολές θα έχουν το δικό τους ατομικό ρολόι και δε θα χρειάζεται να βασίζονται στην επικοινωνία τους με τη Γη. Το σήμα από τη Γη θα είναι αρκετό για να υπολογιστεί νέα πορεία, χωρίς να χρειάζεται να στείλει και αυτό και να περιμένει εντολές. Έτσι οι μελλοντικές αποστολές θα επιτρέψουν στους σταθμούς εδάφους να παρακολουθούν πολλαπλά σκάφη, ενώ με τη σειρά τους τα πληρώματα των σκαφών θα μπορούν να αφοσιωθούν στην αποστολή αντί για τη συνεχή ρύθμιση της θέσης τους ή των κεραιών τους.

Μυστικά του πρώιμου Σύμπαντος

Οι επιστήμονες δημοσίευσαν τον πιο ακριβή χάρτη των απειροελάχιστων μεταβολών (της τάξεως του ενός εκατομμυριοστού) της ακτινοβολίας υποβάθρου, ως αποτέλεσμα των μετρήσεων του Planck.

Ήταν άνοιξη του 1964 όταν δύο Αμερικανοί επιστήμονες, οι Arno Penzias και Robert Wilson, ανακάλυπταν τυχαία μια ακτινοβολία  που έμοιαζε με θόρυβο στους δέκτες τους, και φαινόταν πως ερχόταν ισότροπα από όλες τις κατευθύνσεις με την ίδια σχεδόν ένταση.  Για τη διαπίστωση πως αυτή η «ακτινοβολία υποβάθρου» ήταν ο θόρυβος από τη Μεγάλη Έκρηξη, 13.8 δισεκατομμύρια χρόνια μετά, τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ του 1978.

Σήμερα γνωρίζουμε πως πρόκειται για το πρώτο φως που εξέπεμψε το Σύμπαν, 380.000 χρόνια μετά τη γέννησή του.  Η συγκεκριμένη ακτινοβολία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών ερευνών έκτοτε, καθώς περιέχει πληροφορίες για τη δομή και την ιστορία του Σύμπαντος. Μετά την απίστευτη επιτυχία των διαστημικών αποστολών της NASA COBE (βραβείο Νόμπελ 2006) και WMAP, ήρθε η σειρά της Ευρώπης να πρωτοστατήσει στην έρευνα για τη λεπτομερέστερη έως σήμερα καταγραφή της ακτινοβολίας υποβάθρου στο Σύμπαν, με τη διαστημική αποστολή Planck της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος (ESA).

Το διαστημικό σκάφος Planck
Πρόκειται για ένα σκάφος που εκτοξεύθηκε το 2009, και κρυμμένο από το φως του Ήλιου στη σκιά της Γης, χαρτογράφησε τις  απειροελάχιστες ανισοτροπίες στην ακτινοβολία υποβάθρου στο Σύμπαν χάρη στις οποίες οφείλουμε και την ίδια την ύπαρξή μας. Για να επιτύχει το επιθυμητό επίπεδο ευαισθησίας στις μετρήσεις του, χρησιμοποιώντας κρυογενικές μεθόδους, πάγωσε τα όργανά του σχεδόν στο απόλυτο μηδέν, στους -273.05 οC , κι έγινε έτσι το πιο κρύο αντικείμενο που γνωρίζουμε στο Σύμπαν.

Αυτό το χρόνο, οι επιστήμονες δημοσίευσαν τον πιο ακριβή χάρτη των απειροελάχιστων μεταβολών (της τάξεως του ενός εκατομμυριοστού) της ακτινοβολίας υποβάθρου, ως αποτέλεσμα των μετρήσεων του Planck. Μέσα στα ευρήματά τους ήταν πως η ποσότητα της ορατής ύλης είναι ελαφρώς αυξημένη σε σχέση με ότι πιστεύαμε, σε σύγκριση με τη σκοτεινή ενέργεια που περιέχει το Σύμπαν, ενώ η εκτίμηση για την ηλικία του Σύμπαντος αυξήθηκε κατά 100 εκατομμύρια χρόνια. Ο χάρτης δείχνει την κατανομή της ύλης στο Σύμπαν, και δίνει περαιτέρω αξιοπιστία στις θεωρίες για την εποχή κατά την οποία το Σύμπαν πιστεύεται πως μεγάλωσε εκθετικά (κοσμικός πληθωρισμός).

Πόλωση και βαρυτικά κύματα

Υπάρχει όμως και μία ακόμη πηγή στα δεδομένα από το Planck, καθώς τα όργανά του είναι σε θέση να μετρήσουν και την πόλωση της ακτινοβολίας που δέχονται. Η πόλωση αυτή προκύπτει από τη σκέδαση των φωτονίων με την ύλη, οπότε οι επιστήμονες μπορούν να έχουν πληροφορίες για το τι συνέβαινε σε εκείνη την «καυτή σούπα» που ήταν το νεαρό Σύμπαν.

Ακόμη και ίχνη από βαρυτικά κύματα μπορούν να προκύψουν από τη μελέτη της πολικότητας της ακτινοβολίας υποβάθρου, από την εποχή του πληθωρισμού, όταν το Σύμπαν είχε ηλικία 10-33 δευτερολέπτων. Τα κύματα αυτά είναι αναδιπλώσεις του χωροχρόνου που μεταφέρονται ως κύμα, και ενώ προβλέφθηκαν από τον Αϊνστάιν το 1915 είναι ένα από τα δισκοπότηρα της σύγχρονης φυσικής καθώς δεν έχουν απευθείας παρατηρηθεί μέχρι σήμερα.

Απάντηση των κλασικών στην παγκοσμιοποίηση και τον πολυπολιτισμό

Η παγκοσμιοποίηση και ο πολυπολιτισμός δεν είναι φαινόμενα, ιδέες, θεωρίες ή συστήματα που γεννήθηκαν κι αναπτύχθηκαν κατ’ αποκλειστικότητα στις σύγχρονες κοινωνίες. Δεν αποτελούν συστήματα υπέρ ή κατά των οποίων έχουν το προνόμιο να στρέφονται οι άνθρωποι του εικοστού πρώτου αιώνα.

Αυτό που χαρακτηρίζει όμως τη σύγχρονη εποχή, και πρέπει να το προσέξει ιδιαίτερα κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος, είναι ότι ενώ κάποιοι εναντιώνονται στην παγκοσμιοποίηση, από την άλλη πλευρά είναι υπέρμαχοι των πολυ- πολιτισμικών κοινωνιών. Υποστηρίζουν δηλαδή ότι μπορούν πολλοί λαοί ή έθνη να συνυπάρξουν και να συμβιώνουν αρμονικά, υπερπηδώντας τις φυλετικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές ή όποιες άλλες διαφορές τους.

Και τίθεται το ερώτημα, αν αυτοί που υποστηρίζουν τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες μπορούν να θεμελιώσουν τις απόψεις τους ιστορικά, αντλώντας δηλαδή στοιχεία από την ιστορία, τη γέννηση κι άνθηση τέτοιων πολιτισμών.

Η απάντηση που δίνεται είναι αρνητική. Αν οι υπερασπιστές των πολυπολιτισμικών κοινωνιών μελετούσαν την ιστορία, και μάλιστα την ελληνική ιστορία και φιλοσοφία, τότε οι θεωρίες τους θα ήταν διαφορετικές.

Πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες μίλησαν για τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες, προειδοποιώντας για τους κινδύνους που αυτές εγκυμονούν για κάθε λαό.

Στους «Νόμους», 693α, ο Πλάτων περιέγραψε τον «πολυπολιτισμό» και τα άσχημα που αυτός φέρνει μαζί του, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τις συνθήκες της εποχής.

«Πραγματικά, όταν λέμε ότι οι Έλληνες απέκρουσαν τον εχθρό, δε μιλάμε σωστά. Αν δεν υπήρχε η κοινή απόφαση Αθηναίων και Σπαρτιατών να αντισταθούν στον κίνδυνο της δουλείας, θα είχαμε τώρα ολοκληρωτική επιμειξία ανάμεσα σε όλες τις ελληνικές φυλές αλλά κι ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους – και το αντίστροφο. Αυτό ακριβώς είχε γίνει ανάμεσα στους λαούς, που είναι σήμερα υπόδουλοι στους Πέρσες. Οι διάφορες φυλές διασπάστηκαν και μετά ανακατεύτηκαν με τις άλλες, σχηματίζοντας νέες κοινότητες».

Θα έπρεπε κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος της σύγχρονης εποχής να κρίνει τον πολυπολιτισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της δικής του εποχής, αλλά κι αντλώντας ιστορικά στοιχεία από την κλασική ελληνική φιλοσοφία. Η αντίσταση ενάντια στην «παγκοσμιοποίηση και τον πολυπολιτισμό» της παλιάς εποχής αντικατοπτρίζεται στους νικηφόρους αγώνες των ελληνικών πόλεων-κρατών κατά τους Μηδικούς Πολέμους.

Τότε οι αρχαίοι Έλληνες ανέκοψαν την πορεία των βαρβάρων εξ ανατολών, των Περσών. Αν οι Έλληνες δεν κατάφερναν να αντισταθούν, θα υποδουλώνονταν στους Πέρσες, θα έχαναν την εθνική τους συνείδηση και τον πολιτισμό τους. Κι όχι μόνο οι Έλληνες. Γι’ αυτό αποτελεί παράδειγμα προς τίμηση ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, προς αποφυγή μελλοντικής πολιτισμικής καταστροφής.

Δεν το πιστεύω!

Σχετική εικόναΠοτέ μην πιστεύεις αυτό για το οποίο δεν μπορείς να αμφιβάλλεις -Robin Skelton
 
Εάν πιστεύεις όλα όσα ακούς, είσαι κορόιδο – αρ­γά ή γρήγορα κάθε απατεώνας της γειτονιάς σου θα έρθει να σου χτυπήσει την πόρτα. Αλλά πώς αποφασίζεις τι να πιστέψεις και τι να μην πιστέ­ψεις; Αυτό είναι το πρόβλημα. Και οι φιλόσοφοι προσπαθούν να το λύσουν αιώνες τώρα.
 
Δεν έχει νόημα να κάνουμε ερωτήσεις εάν πρόκειται να πιστέ­ψουμε όποια απάντηση μας δίνουν. Ομοίως, δεν έχει νόημα να κάνουμε ερωτήσεις εάν πρόκειται να είμαστε δύσπιστοι απένα­ντι σε όποια απάντηση μας δίνουν. Πώς μπορούμε να βρούμε τη σωστή ισορροπία στην καθημερινότητά μας ανάμεσα στην ευ­πιστία και τη δυσπιστία;
 
Παρότι αυτό είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουν όλοι οι φιλόσοφοι, οι ειδικοί στον τομέα της αμφιβολίας είναι οι σκεπτικιστές.
 
Ο σκεπτικισμός έχει μακρά ιστορία. Σύμφωνα με μια θεωρία, πρωτοεμφανίστηκε στην Ινδία και στην Ευρώπη τον έφερε ο Πύρρων ο Ηλείος (360-270 π.Χ.). Ανεξάρτητα από το αν αληθεύ­ει αυτή η θεωρία ή όχι, ο Πύρρων θεωρείται συνήθως ο ιδρυτής του δυτικού σκεπτικισμού, και έτσι ο αρχαίος σκεπτικισμός αποκαλείται μερικές φορές πυρρωνισμός προς τιμήν του.
 
Η ελληνι­κή λέξη «σκεπτικιστής» αρχικά σήμαινε απλώς κάποιον που έψαχνε να βρει απαντήσεις. Ο πυρρωνισμός ορισμένες φορές διαχωρίζεται από αυτό που αποκαλούμε σύγχρονο σκεπτικισμό, ο οποίος θεωρείται ότι πρωτοεμφανίζεται με τον Ντεκάρτ. Υπάρ­χουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ρευμάτων και εδώ θα ασχοληθούμε και με τα δύο.
 
Το είδος του σκεπτικισμού που συνδέεται με τον Ντεκάρτ απο­καλείται ορισμένες φορές «μέθοδος της αμφιβολίας». Επινόησε ένα νοητικό πείραμα που θα τον βοηθούσε να ανακαλύψει εάν υπήρχαν όρια στο για τι θα μπορούσε να αμφιβάλλει. Ακολουθεί το ίδιο πείραμα για να το δοκιμάσετε και εσείς…
 
Ο Ντεκάρτ θέλησε να ανακαλύψει εάν μπορούσε να αμφιβάλλει για τα πάντα. Φαντάστηκε πως υπήρχε ένας κακός δαίμονας στον οποίο το μόνο που προσέφερε ευχαρίστηση και νόημα στη ζωή ήταν το να εξαπατά τον Ντεκάρτ. Αυτό σήμαινε πως ανεξάρτητα από το πόσο βέβαιο φαινόταν κάτι, θα μπορούσε απλά να είναι άλλη μια περίπτωση εξαπάτησης από τον δαίμονα. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος ο Ντεκάρτ ανακάλυψε κάτι για το οποίο δεν θα μπορούσε να αμ­φιβάλλει, όσο ισχυρός και πονηρός και αν ήταν ο δαίμονας. Εσείς νομί­ζετε ότι υπάρχει κάτι για το οποίο δεν θα μπορούσατε να αμφιβάλλετε;
 
Ο Ντεκάρτ ανακάλυψε πως το μόνο πράγμα για το οποίο δεν θα μπορούσε να αμφιβάλλει ήταν η ικανότητά του να σκέφτεται. Αυτή του την ανακάλυψη την εξέφρασε στα λατινικά ως «cogito ergo sum», που σημαίνει: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω!». Δεν μπο­ρούσε να αμφισβητήσει την ίδια του την ύπαρξη, καθώς έπρεπε να υπάρχει για να είναι σε θέση να το αμφισβητήσει! Ωστόσο, δεν ήταν μόνο η αμφιβολία που επιβεβαίωνε την ίδια του την ύπαρξη. Κάθε είδους σκέψη είχε το ίδιο αποτέλεσμα, γιατί έπρε­πε να υπάρχει προκειμένου να σκέφτεται. Ακόμα κι αν πίστευε κάτι που ήταν τελείως λάθος, έπρεπε ο ίδιος να υπάρχει για να μπορέσει να το πιστέψει.
 
Το πείραμα του Ντεκάρτ ήταν μόνο αυτό, ένα πείραμα. Για τον Ντεκάρτ το πείραμα δεν κατέληξε σε αμφιβολία αλλά σε βεβαιό­τητα. Εφόσον έπεισε τον εαυτό του πως υπήρχε, κατόπιν κατά­φερε να πειστεί πως υπήρχε Θεός (έγινε λοιπόν ντεϊστής) , και αυτό του έδωσε όλες τις βάσεις που χρειαζόταν για να χτίσει το οικοδόμημα της γνώσης. Κάποιοι άλλοι έχουν πειστεί λιγότερο, αντί να θεωρήσουν το ζή­τημα λήξαν, πολλοί που ήρθαν μετά τον Ντεκάρτ πίστεψαν πως είχε επιδείξει τη δύναμη της αμφιβολίας χωρίς, όμως, να βρει το αντίδοτο της.
 
Ο Ντεκάρτ έθεσε το ζήτημα του πότε είναι δυνατό να αμφι­βάλλει κανείς, και η αλήθεια είναι πως είναι σχεδόν πάντα δυνα­τό.
 
Εντούτοις, οι σύγχρονοι κριτικοί του σκεπτικισμού τείνουν να επικεντρώνονται σε μιαν άλλη ερώτηση: πότε είναι λογικό να αμφιβάλλει κάποιος; Μόνο και μόνο επειδή μπορώ να κάνω κά­τι δεν σημαίνει ότι είναι και λογικό να το κάνω. Απλώς και μόνο επειδή μπορώ να οδηγήσω ένα φορτηγάκι γρήγορα μέσα από περιοχή πεζών σε ώρα αιχμής, αυτό από μόνο του δεν το καθιστά καλή ιδέα. Στην πραγματικότητα, μπορώ να σκεφτώ πολλούς λόγους που με υποχρεώνουν να μην το κάνω.
 
Πού είσαι τώρα που διαβάζεις όλα αυτά; Μπορείς να σκεφτείς έναν καλό λόγο να αμφιβάλλεις για το αν είσαι όντως εκεί; Εάν ναι, ποιος είναι αυτός ο λόγος; Εάν όχι, μπορείς να σκεφτείς ποιος θα μπορούσε να είναι ένας Ο καλός λόγος;
 
Θα υποθέσω πως οι περισσότεροι αναγνώστες δεν έχουν σοβα­ρές αμφιβολίες σχετικά με το που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή και έτσι θα επικεντρωθώ στο τελευταίο σκέλος αυτής της ερώ­τησης. Γιατί θα μπορούσα να αμφιβάλλω για το αν είμαι όντως εκεί που νομίζω ότι βρίσκομαι; Μια προφανής πιθανότητα είναι γιατί μπορεί να ονειρεύομαι. Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να βρίσκομαι στο κρεβάτι μου, αλλά ο τόπος στον οποίο βρίσκομαι στο όνειρο μου, που είναι ο ίδιος με αυτόν που νομίζω ότι είμαι τώρα ενώ διαβάζω όλα αυτά, θα ήταν κάποιος άλλος. Παρ’ όλα αυτά, συνήθως δεν μου παίρνει πολύ να καταλάβω αν είμαι ξύ­πνιος ή όχι, και έτσι η αμφιβολία μου, ακόμα και αν είναι λογική, μοιραία δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ.
 
Είναι σχετικά εύκολο να σκεφτείς περιπτώσεις για τις οποίες είναι παράλογο να αμφιβάλλεις. Είναι, όμως, πιο δύσκολο να πεις πό­ση αμφιβολία είναι λογική. Οι αρχαίοι σκεπτικιστές, όπως ο Πύρρων, ακολούθησαν μια διαφορετική πορεία σκέψης που απέ­φευγε να αντιμετωπίσει το παραπάνω πρόβλημα.
 
Για αυτούς ήταν προφανές ότι τείνουμε να πιστεύουμε πράγματα παρότι οι απο­δείξεις δεν είναι επαρκείς και ότι αυτό είναι μια κακή συνήθεια. Πίστευαν πως αν δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για κάτι, τότε η μόνη λογική αντιμετώπιση είναι να αποφύγουμε να σχη­ματίσουμε άποψη σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Δεν τους απασχολούσε και τόσο το γεγονός πως μπορεί να κάνουμε λάθος όσο το ότι μπορεί να μην είμαστε ευτυχισμένοι. Το να σχηματίσεις μια άποψη που μπορεί να αποδειχτεί λανθασμένη είναι σαν να καταδικάζεις τον εαυτό σου να απογοητευτεί. Επειδή δεν είναι ανάγκη να σχηματίσουμε άποψη, μπορούμε να αποφύγουμε την απογοήτευση. Το να σχηματίσουμε άποψη είναι μια πιθανή αιτία πρόκλησης περιττού πόνου, γιατί συνηθίζουμε να δενόμαστε με τις απόψεις που έχουμε. Ο τρόπος που οι αρχαίοι σκεπτικιστές έθεταν το παραπάνω ζήτημα ήταν πως θα έπρεπε να «αναβάλ­λουμε την έκδοση απόφασης» σε ορισμένα πράγματα.
 
Υπήρχε μια ιστορία που έλεγε ότι οι φίλοι του Πύρρωνα έπρεπε να τον ακολουθούν πανιού σε περίπτωση που «ανέβαλε την έκδοση απόφασης» σχετικά με το αν βρισκόταν στην άκρη του γκρεμού ή όχι και έπεφτε! Εφόσον ο Πύρρων έζησε μέχρι τα βαθιά γερά­ματα, τότε ή η παραπάνω ιστορία είναι απολύτως αναληθής ή ο Πύρρων είχε πολλούς φίλους με πολύ ελεύθερο χρόνο στα χέρια τους.
 
Παρ’ όλα αυτά, αυτή η ιστορία για τον Πύρρωνα αντανακλά ένα από τα βασικά προβλήματα του σκεπτικισμού: η αναβολή της απόφασης κάνει την καθημερινή ζωή να φαίνεται σχεδόν αδύ­νατη. Εάν δεν υπάρχει κάποιος λόγος να κάνουμε κάτι αντί κάτι άλλου, πώς είναι δυνατόν ποτέ να πάρουμε κάποια απόφαση για το οτιδήποτε; Ακολουθώντας αυτήν τη λογική θα βρεθούμε στη θέση του «όνου του Μπουριντάν». 
 
Ευτυχώς, οι σκεπτικιστές ήταν αρκετά λογικοί ώστε να καταλάβουν ποιο είναι το πρόβλημα και να βρουν και τη λύση του. Όταν δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ακολουθούμε την πιο πιθανή επιλογή, και η πιο πιθανή επιλογή είναι αυτή που ακολουθούν οι περισσότεροι. Επομένως, εάν οι περισσότεροι πιστεύουν πως κάτι είναι «γκρεμός», τότε για πρακτικούς λόγους αυτή είναι η επιλογή που θα ακολουθήσουμε. Συνεπώς, αν και περιέργως, παρότι η φιλοσοφική τους θέση ήταν ριζοσπαστική, οι σκεπτικιστές ήταν γενικά κομφορμιστές, καθώς είχαν την τάση να παίρνουν το μέρος της πλειοψηφίας.
 
Αυτό που είχαν αντιληφθεί οι αρχαίοι σκεπτικιστές ήταν το γεγονός πως μόνοι μας δημιουργούμε προβλήματα από συνή­θεια, επομένως η λύση στα προβλήματά μας είναι να σταματή­σουμε να τα δημιουργούμε. Εάν δεν είναι ανάγκη να έχουμε μια σθεναρή άποψη για κάτι για το οποίο οι υπάρχουσες ενδείξεις στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσαν να μας κάνουν να υιο­θετήσουμε μια ήπια στάση, τότε δεν έχει νόημα να υιοθετήσου­με τη σθεναρή στάση.
 
Αυτό που υποστήριζαν οι σκεπτικιστές δεν ήταν ότι ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κάτι, αλλά ότι θα πρέπει να απαιτούμε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις πριν συμφω­νήσουμε με αυτό. Κατά τη γνώμη τους, κάτι τέτοιο ήταν εξαιρε­τικά απίθανο να συμβεί, αλλά δεν μπορούσαν και να το αποκλεί­σουν. Αυτό, βέβαια, για πρακτικούς λόγους δεν είχε σημασία, καθώς δεν χρειαζόμαστε αδιάσειστες αποδείξεις προκειμένου να ζήσουμε. Εάν όλοι τρώνε το ίδιο φαγητό και κανείς δεν δείχνει σημάδια δηλητηρίασης, εμένα μου αρκεί. Εάν περιμένω αδιά­σειστα στοιχεία πως το φαγητό που έχω μπροστά μου δεν έχει δηλητηριαστεί πριν το φάω, τότε το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι πως θα πεθάνω από ασιτία. Για τους αρχαίους σκεπτικιστές η αναβολή της απόφασης δεν καθιστούσε τη ζωή αδύνατη, απλώς την έκανε λιγότερο αγχωτική.
 
Ο σκεπτικισμός δεν πρέπει να συγχέεται με την αβεβαιότητα. Για παράδειγμα, η αρχή της αβεβαιότητας ή αρχή της απροσ­διοριστίας στη φυσική, όπως διατυπώθηκε από τον Βέρνερ Χάι­ζενμπεργκ, ορίζει πως ορισμένα πράγματα δεν μπορούμε να τα γνωρίζουμε, ούτε καν θεωρητικά. Αυτή η άποψη δεν ανήκει ούτε στον αρχαίο σκεπτικισμό, με την αναβολή της έκδοσης απόφασης, ούτε στον σύγχρονο σκεπτικισμό, με τη μέθοδο της αμφιβολίας. Ανήκει στον δογματισμό, καθώς εκφράζει κατηγο­ρηματικά τον ισχυρισμό πως κάτι είναι έτσι και μόνο. Αυτό που κάνει ο σκεπτικισμός είναι ότι μας καλεί να αμφισβητούμε, δεν απαιτεί από εμάς να αρνούμαστε. Το να μην πιστεύουμε όλα όσα ακούμε (ή διαβάζουμε) είναι πάντα μια σωστή συμβουλή.
 
Την επόμενη φορά που θα διαβάσετε μια ιστορία στην εφημερίδα, αναρωτηθείτε: «Να το πιστέψω ή μήπως έχω κάποιον καλό λόγο να αμφιβάλλω;». Και μετά: «Έχει, αλήθεια, καμία σημασία αν το πιστεύω ή όχι;».
 
Οι αρχαίοι σκεπτικιστές νόμιζαν πως η αναβολή της έκδοσης απόφασης ελάττωνε το άγχος της καθημερινότητας. Δοκιμάστε το και εσείς και δείτε αν λειτουργεί.
Η ζωή είναι αμφιβολία -Miguel de Unamuno y Jugo